Παρασκευή, Ιουνίου 13, 2014

ΤΟ ΑΝΗΣΥΧΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ GORE VIDAL

O Gore Vidal (1925-2012) υπήρξε ένας αμερικανός στοχαστής και συγγραφέας ενεργά πολιτικοποιημένος και με πολύ ριζοσπαστικές - για αμερικανό τουλάχιστον - απόψεις. Ο ίδιος είχε βάλει υποψηφιότητα δύο φορές με το Δημοκρατικό Κόμμα. Φίλος και συνεργάτης των Κένεντι (αν και δεν δίστασε να απομυθοποιήσει τον Τζον Κένεντι αργότερα) και "κολλητός" του ζεύγους Πολ Νιούμαν - Τζόαν Γούντγουορθ , πήρε μέρος σε μυθικές για την Αμερική "τηλεμαχίες", τόσο πολιτικές όσο και "ενδοσυγγραφικές" (έχει μείνει θρυλικός ο live επί της οθόνης καυγάς του με τον Norman Mailer).
Το μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ με τον εύγλωττο για τα πιστεύω του Vidal τίτλο "Gore Vidal: The United States of Amnesia", που γυρίστηκε από τον Nicholas D. Wrathall, συναντά τον Vidal στα τελευταία χρόνια της ζωής του και προβλήθηκε το 2013. Στην ταινία ο γηραιός πλέον Vidal θυμάται στιγμές από τη ζωή του, ξεδιπλώνει την πολιτική του σκέψη, εκμυστηρεύεται ιδιωτικές στιγμές, μιλά για τον σύντροφό του (ο Vidal ήταν αμφιφυλόφιλος και αρνιόταν τον όρο ομοφυλοφιλία δηλώνοντας ότι πιστεύει ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων είναι πανσεξουαλικοί). Ταυτόχρονα το φιλμ μας δείχνει και αποσπάσματα από παλιές συνεντεύξεις, εμφανίσεις στην τηλεόραση, σε προεκλογικές εκστρατείες κλπ. Για πολύ μεγάλο μέρος της ζωής του έζησε μεταξύ ΗΠΑ και Ιταλίας, σε μια εκπληκτική βίλα με θέα που κόβει την ανάσα στην ακτή Amalfi. Αναγκάστηκε να την πουλήσει το 2003, όταν πια λόγω ηλικίας ήταν αδύνατο να ανεβαίνει εκεί πάνω (η σκηνή του αποχαιρετισμού είναι από τις συγκινητικές στιγμές του φιλμ). Από όλο αυτό το υλικό προκύπτει ανάγλυφη η εικόνα του συγγραφέα, κυρίως όμως του πολιτικού στοχαστή.
Σκληρός πολέμιος της σύγχρονης αμερικάνικης πολιτικής (εξωτερικής κυρίως), εναντιώθηκε στον πόλεμο του Βιετνάμ, πήρε ανοιχτά θέση ενάντια στους δύο Μπους και την εποχή των Δίδυμων Πύργων δήλωσε σοκάροντας εντελώς την ήδη σοκαρισμένη Αμερική: "Ήταν φυσικό να συμβεί κάτι τέτοιο μετά όλα αυτά που έχουμε κάνει" (δεν είναι η ακριβής δήλωση, είναι το νόημά της). Ήδη από τα 70ς δήλωνε βαθιά απογοητευμένος για την κατάσταση στις ΗΠΑ, διέβλεπε την άνοδο του συντηρητισμού και πίστευε ότι η χώρα δεν έχει πλέον καμιά σχέση με τις δημοκρατικές διακηρύξεις των "πατέρων του έθνους", αλλά έχει μπει ήδη σε τροχιά ολοκληρωτισμού εσωτερικά, ενώ στόχος της εξωτερικά είναι να παγιώσει και να επεκτείνει την "αυτοκρατορία" που έχει φτιάξει, όπως την ονόμαζε. Άθεος και βαθιά ανθρωπιστής υπήρξε πάντοτε το "τρομερό παιδί" της αμερικάνικης διανόησης και, όπως είναι φυσικό, επανειλημμένα σόκαρε και πολεμήθηκε από το (κάτι παραπάνω από) συντηρητικό αμερικάνικο κατεστημένο.
Δίχως κάτι συγκλονιστικό κινηματογραφικά, η ταινία παρουσιάζει ανάγλυφα την προσωπικότητα και τις απόψεις του Vidal. Αν σας ενδιαφέρει λοιπόν ο συγκεκριμένος συγγραφέας (και όχι μόνο) ψάξτε το.

Δευτέρα, Ιουνίου 09, 2014

ΔΥΟ ΓΕΝΙΕΣ Χ-ΜΕΝ ΣΕ ΜΙΑ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑ

Οι X-Men είναι από τις λίγες υπερ-ηρωικές σειρές που μου αρέσουν - σχετικά, όχι ότι τρελαίνομαι κιόλας. Το 2014 η σειρά επιστρέφει με το "X-Men: Μέρες ενός Ξεχασμένου Μέλλοντος" (προτιμώ το αμερικάνικο Days of Future Past με την αναφορά στον κλασικό δίσκο των Moody Blues), το οποίο σηματοδοτεί και την επιστροφή στη σκηνοθεσία του "πρώτου διδάξαντος" Bryan Singer.
Η πρώτη γενιά των μεταλλαγμένων υπερηρώων έδωσε ό,τι είχε να δώσει στην πρώτη τριλογία, η προηγούμενη ταινία εισήγαγε τη νέα γενιά των X-Men, οπότε τι μένει τώρα; Το πάντρεμα και των δύο γενιών. Πώς γίνεται αυτό; Με το ταξίδι στο χρόνο φυσικά. Ένα ταξίδι που θυμίζει σαν concept τον πρώτο "Εξολοθρευτή" του Κάμερον: Σε ένα δυστοπικό παρόν οι αδίστακτοι άνθρωποι - διώκτες των μεταλλαγμένων έχουν κατασκευάσει πανίσχυρα ρομπότ με ιδιαίτερες δυνάμεις, που μπορούν να εξολοθρεύσουν τους τελευταίους. Αυτό έχει ήδη γίνει και η εξόντωση και των τελευταίων επιζώντων μεταλλαγμένων είναι πλέον ζήτημα χρόνου. Ο καθηγητής Ξαβιέρ και ο Μαγκνέτο, σύμμαχοι πλέον, συλλαμβάνουν ένα παράτολμο σχέδιο: Να στείλουν στο παρελθόν - στο κομβικό χρονικά 1973 συγκεκριμένα - τον Γουλβερίν, τον μόνο που μπορεί να αντέξει ένα τέτοιο ταξίδι, με σκοπό αλλάζοντας το παρελθόν να αλλάξει και το εφιαλτικό παρόν. Με το τέχνασμα αυτό οι δύο γενιές συνυπάρχουν στην οθόνη, το μεγαλύτερο μέρος της δράσης διαδραματίζεται στο ψυχεδελικό (στα τελευταία του βέβαια) 1973 και το μπρος - πίσω στο χρόνο σενάριο καθίσταται αρκούντως πολύπλοκο.
Το θέαμα είναι δεδομένο, η δράση το ίδιο, τα εφέ επίσης. Ωστόσο το φιλμ προλαβαίνει να χωρέσει, πέραν της κλασικής σύγκρουσης καλού - κακού, και κάμποσα άλλα στοιχεία: Κριτική του εθνικισμού, κριτική του αφήματος στο τυφλό ένστικτο, ψυχολογικές συγκρούσεις - στην περίπτωση του νεαρού καθηγητή Ξαβιέρ κυρίως. Επίσης δίνει και μερικές "εξηγήσεις" για τραυματικές στιγμές της αμερικάνικης ιστορίας, όπως την περίπτωση Κένεντι ή τον πόλέμο του Βιετνάμ, οι οποίες έχουν πλάκα. Πάνω απ' όλα όμως κυριαρχεί, όπως και σε όλα τα κινηματογραφικά "επεισόδια" της σειράς, αλλά και στα ομώνυμα κόμικς, η έντονη κριτική ενάντια στο φόβο του διαφορετικού και την φασιστική άρνηση συνύπαρξης με το "νορμάλ" (ό,τι κι αν σημαίνουν τέλος πάντων αυτές οι έννοιες). Αυτό είναι άλλωστε το βασικό μοτίβο πάνω στο οποίο πατά όλόκληρος ο μύθος των X-Men κι ίσως γι' αυτό μ' αρέσει σχετικά η σειρά αυτή (με δεδομένη, όπως επανειλημμένα έχω γράψει, την γενική βαρεμάρα μου για το υπερηρωικό είδος).
Πέραν των προσωπικών απόψεων όμως, νομίζω ότι η ταινία θα ικανοποιήσει απόλυτα τους φίλους του είδους τουλάχιστον.

Σάββατο, Ιουνίου 07, 2014

ΜΙΑ ΑΣΤΕΙΑ "ΝΥΧΤΑ ΒΡΙΚΟΛΑΚΩΝ"

Το 1967 είναι η χρονιά που ο Roman Polanski γυρίζει μια από τις λίγες κωμωδίες του, το "The Fearless Vampire Killers" (Η Νύχτα των Βρικολάκων" στην Ελλάδα). Είναι μία από τις πρώτες φορές που το θέμα των βαμπίρ αντιμετωπίζεται από κωμική σκοπιά.
Ο καθηγητής Αμπρόνσιους, που έχει αφιερώσει τη ζωή του στην επιβεβαίωση της ύπαρξης βρικολάκων, φτάνει επιτέλους στην Τρανσιλβανία και συγκεκριμένα σε ένα χωριό που ζει με τον διαρκή φόβο τους, αφού όχι πολύ μακριά από εκεί βρίσκεται ο κλασικός πύργος - κατοικία του μυστηριώδους και φοβερού κόμη Κρόλοκ. Μαζί του έχει τον δειλό βοηθό του (που ερμηνεύει ο ίδιος ο Πολάνσκι), ο οποίος αντί να είναι δοσμένος στο κυνήγι βρικολάκων ερωτεύεται την όμορφη κόρη του πανδοχέα του χωριού - την Σάρον Τέιτ, σε έναν από τους λίγους ρόλους της πριν τη δολοφονία της από τον Μάνσον. Όταν η τελευταία απάγεται από τον κόμη, οι διώκτες του θα πάνε στον εφιαλτικο πύργο και η δράση θα αρχίσει.
Ο Πολάνσκι χρησιμοποιεί τους ηθοποιούς με καρικατουρίστικο τρόπο (κυρίως τον γηραιό καθηγητή και τον πανδοχέα) και το όλο πράγμα αποπνέει μια αίσθηση γκροτέσκο - αν και όχι υπερβολικά. Το χιούμορ είναι δεδομένο. Υπάρχουν κλασικές σκηνές (ο χορός στη μεγάλη αίθουσα με τον καθρέφτη δίχως καμιά αντανάκλαση των χορευτών, ο εβραίος βρικόλακας, ο γκέι βρικόλακας - γιος του κόμη κλπ.). Η ανατροπή του κλασικού μύθου του Δράκουλα (στον οποίο φυσικά παραπέμπει ο Κρόλοκ δίχως να αναφέρεται) του Μπραμ Στόουκερ είναι επίσης δεδομένη και το χιούμορ ευπρόσδεκτο.
Πρόκειται για ταινία που παλιά μου άρεσε πολύ. Ωστόσο, όταν την  ξαναείδα πρόσφατα, θεώρησα ότι μάλλον έχει γεράσει. Ο ρυθμός μου φάνηκε κάπως χαλαρός, τα αστεία όχι και τόσο αστεία, η δράση αργεί να ξεκινήσει κλπ. Ίσως εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε παράδειγμα ταινίας που έχει μυθοποιηθεί - και που σίγουρα έκανε εντύπωση στην εποχή της - ή που μπορεί να αρέσει σε πολύ νέους θεατές - η γοητεία της οποίας με την πάροδο του χρόνου "ξεθώριασε". Ίσως, λέω, αφού το φιλμ εξακολουθεί να έχει φανατικούς θαυμαστές. Πάντως σε καμία περίπτωση δεν σας αποτρέπω από το να τη δείτε, έστω και για ιστορικούς λόγους. Και, στο κάτω - κάτω, το ανήσυχο πνεύμα του Πολάνσκι (τότε "τρομερού παιδιού" του σινεμά) φαίνεται καθαρά στην τελευταία σκηνή - και μάλιστα στην τελευταία ατάκα - τις οποίες φυσικά δεν θα αποκαλύψω.

Πέμπτη, Ιουνίου 05, 2014

Ο ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ "HOMBRE"

O Martin Ritt (1914-1990) υπήρξε από τους "αριστερούς" του Χόλιγουντ και το πλήρωσε στη δεκαετία του 50, αφού βρέθηκε στη διαβόητη μαύρη λίστα του Μακάρθι (σε μνήμες από την εποχή βασίζεται άλλωστε η ταινία του "Η Βιτρίνα" με τον Γούντι Άλεν). Στα 1967 πάντως γυρίζει το ενδιαφέρον γουέστερν "Hombre" με έναν αγέρωχο Πολ Νιούμαν στον ομώνυμο πρωταγωνιστικο ρόλο.
Ο βασικός ήρωας ειναι ένας μιγάς: Μισός ινδιάνος και μισός λευκός είναι μοναχικός, πραγματικστής  και δεν είναι με το μέρος κανενός. Όταν όμως η άμαξα στην οποία είναι κι αυτός επιβάτης δέχεται επίθεση από άξεστους ληστές, βρίσκεται στην παράξενη θέση να αναλάβει την άμυνά της, στρεφόμενος ενάντια σε κτήνη, υπερασπίζοντας όμως ταυτόχρονα ανθρώπους που απεχθάνεται και περιφρονεί βαθιά.
Η ταινία κρατά τον θεατή με την αργή, τελετουργική, αλλά και διαρκώς εξελισσόμενη δράση της και καταφέρνει νομίζω να μεταδώσει την αγωνία της ομάδας των πολιορκημένων και τα αδιέξοδά τους. Συγχρόνως όμως - επειδή είναι ο Ritt - θέτει και άλλα θέματα: Κατ' αρχήν το θέμα της διαφορετικότητας : Ο ήρωας αντιμετωπίζει διαρκώς το ρατσισμό ή την περιφρόνηση των άλλων και προφανώς - ΟΚ, κλισέ, αλλά "για καλό σκοπό" - είναι πολύ πιο άξιος απ' αυτούς. Η μη αποδοχή του διαφορετικού από μια βαθύτατα οπισθοδρομική (βάρβαρη θα λέγαμε) κοινωνία είναι εδώ κάτι περισσότερο από σαφής. Από την άλλη υπάρχουν πολλές αναφορές στο δράμα των ινδιάνων της Αμερικής: Για τη γενοκτονία τους, για τις άθλιες συνθήκες που βιώνουν όσοι απέμειναν, για τον εις βάρος τους ρατσισμό. Και βέβαια υπάρχει η πανταχού παρούσα βαθιά περιφρόνηση για την "πολιτισμένη" κοινωνία των λευκών. Οι περισσότεροι εκπρόσωποί της είναι στο φιλμ άπληστοι, βάρβαροι, δειλοί και διάφορα άλλα καθόλου κολακευτικά. Η αντιπαράθεση με τον μοναχικό (όπως ολόκληρη η φυλή του), στωικό και πάντοτε ατάραχο, αλλά ταυτόχρονα πρακτικότατο, λιτοδίαιτο και ρεαλιστή ινδιάνο, απόλυτα συμφιλιωμένο με την πραγματικότητα της ζωής και του θανάτου, είναι σαφής.
Κλασικό γουέστερν της ύστερης περιόδου του είδους - όταν πια πολύ λίγα γυρίζονταν και το είδος βρισκόταν σε μαρασμό πριν εξαφανιστεί πρακτικά - συνίσταται ανεπιφύλακτα στους λάτρεις του, αλλά - προσοχή - όχι μόνο σ' αυτούς.

Κυριακή, Ιουνίου 01, 2014

"ΜΝΗΜΕΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ" Ή ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Θεωρώ τον κορεάτη Joon-ho Bong πολύ σημαντικό δημιουργό. Είχα δει το "Host" και στη συνέχεια το "Snowpiercer", την πρώτη του διεθνή παραγωγή, οπότε γύρισα και σε παλιότερες δουλειές του. Οι "Μνήμες Εγκλήματος" (Salinui Chueok) του 2003 μου έκαναν εξαιρετική εντύπωση.
Πρόκειται για ένα πρωτότυπο αστυνομικό δράμα, από αυτά που ξέρουν καλά να φτιάχνουν οι κορεάτες. Εδώ όμως βρισκόμαστε πολύ μακριά από τα αμερικάνικα στάνταρ του είδους. Σε μια μικρή πόλη της κορεάτικης επαρχίας της δεκαετίας του 80, όταν στη χώρα υπήρχε δικτατορία, αρχίζουν να δολοφονούνται γυναίκες. Σύντομα αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για σίριαλ κίλερ με άγνωστα κίνητρα και ψυχοσύνθεση. Αρχικά την υπόθεση αναλαμβάνουν οι δύο όχι και τόσο έξυπνοι ντετέκτιβ της περιοχής. Ο ένας λιγάκι "ούφο", κολλημένος με αμερικάνικες αστυνομικές σειρές, κι ο άλλος βίαιος ακόμα κι όταν δεν υπάρχει λόγος - δεν σκέπτεται και πολύ άλλωστε και αυτά τα δύο πάνε πάντα μαζί.Καθώς αποτυγχάνουν διαρκώς και συλλαμβάνουν λάθος υπόπτους - από τους οποίους, σημειωτέον, αποσπούν με βία ομολογίες - ένας πιο οργανωμένος ντετέκτιβ από την πρωτεύουσα έρχεται να συνεργαστεί μαζί τους.
Η ταινία παρακολουθεί τόσο τις σχέσεις των αστυνομικών μεταξύ τους, όσο και την έρευνα, η οποία, ακόμα και με τη συνδρομή του "πρωτευουσιάνου" δεν μοιάζει να οδηγεί πουθενά. Παράλληλα καταγράφει τη ασφυκτική επαρχιακή κοινωνία και αφήνει υπαινικτικά να δειχτούν οι επιπτώσεις της δικτατορίας και η αστυνομική βία. Ωστοσο σημαντικότερο στοιχείο, νομίζω, είναι μια ιδέα που φαίνεται να επανέρχεται και σε άλλα φιλμ του σκηνοθέτη: Το ότι η δικαιοσύνη δεν είναι καθόλου δίκαια ούτε αποτελεσματική. Η δικαιοσύνη μπορεί κάλλιστα να σφάλλει ή, πολύ απλά, να μην καταφέρνει να κάνει τη δουλειά της, να αποτυγχάνει. Ποιος είπε ότι ο ανθρώπινος αυτός θεσμός μπορεί να αντιμετωπίσει με σιγουριά το κακό εκεί έξω;
Το πρώτο μέρος, κάπως πιο ανάλαφρο, διαθέτει και αρκετό χιούμορ. Σ' όλη τη διάρκειά της πάντως οι συνεχείς ανατροπές όσον αφορά τους υπόπτους κρατάνε αμείωτη την αγωνία του θεατή. Αν πάντως θέλετε μια σύγκριση με κάτι αμερικάνικο, θα σας έλεγα ότι η ταινία θυμίζει σαν γενική προβληματική το Zodiac του Φίντσερ. Ή μάλλον το Zodiac θυμίζει τις "Μνήμες...", αφού η αμερικάνικη ταινία είναι του 2007.
Συνιστώ ανεπιφύλακτα το φιλμ, καθώς και κάθε άλλο του σκηνοθέτη. Έχω δει συνολικά 4 και μου άρεσαν πολύ όλες. Ψάξτε τον. Το συγκεκριμένο φιλμ μάλιστα για μια διαφορετική ματιά στο αστυνομικό είδος.

Πέμπτη, Μαΐου 29, 2014

Ο ΤΕΤΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΛΟΛΑΜΠΡΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΟΥ

Ο Παναγιώτης Τέτσης, γεννημένος το 1925, είναι από τους γνωστότερους και σημαντικότερους έλληνες ζωγράφους του 20ου αιώνα. Το εικαστικό του ενδιαφέρον περιστρέφεται κυρίως γύρω από το χρώμα.
Εν έτει 2014 ο σκηνοθέτης Γιάννης Βαμβακάς (ο οποίος δεν είναι η πρώτη φορά που ασχολείται με εικαστικο θέμα) γυρίζει το ντοκιμαντέρ 100 λεπτών "Παναγιώτης Τέτσης: Παίζοντας... με τα Χρώματα" επιχειρώντας να δώσει το ποτρτρέτο του καλλιτέχνη, ο οποίος βεβαίως κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, που κράτησαν κάμποσα χρόνια, ήταν άνω των 85 ετών. Η ιστορικός τέχνης Λίμπερτη (!) Πολύζου αναλαμβάνει την έρευνα και είναι διαρκώς παρούσα δίπλα στον καλλιτέχνη, κουβεντιάζοντας, περπατώντας, ρωτώντας, σχολιάζοντας...
Ο Τέτσης μιλά για τα πάντα, ευρισκόμενος άλλοτε στην Αθήνα κι άλλοτε στην Ύδρα. Υδραίος στην καταγωγή, δεν εγκατέλειψε ποτέ την ιδιαίτερη πατρίδα του, αφού πολύ συχνά και για αρκετά μακρά διαστήματα μένει εκεί - όπως και στη Σίφνο. Έτσι ο λόγος του συχνά περιστρέφεται γύρω από την Ύδρα, άλλοτε ενθυμούμενος τα παιδικά και νεανικά του χρόνια κι άλλοτε μιλώντας για το τώρα. Άλλοτε πάλι μιλά για τη σχέση του με τη διδασκαλία της τέχνης και τους μαθητές του, αφού υπήρξε για πολλά χρόνια καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών και πρύτανής της μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 90. Όπως είναι όμως φυσικό μιλά κυρίως για τη ζωγραφική, για τη χρήση του χρώματος και τα μυστικά του ή για συγκεκριμένα έργα του. Ο Τέτσης ούτως ή άλλως θεωρείται από τους μεγαλύτερους έλληνες κολορίστες. Μια ματιά σε πίνακές του, ακόμα και από αδαείς, το επιβεβαιώνει. Το στιλ του έχει επηρεαστεί από τον ιμπρεσιονισμό, κυρίως όμως από τον εξπρεσιονισμό, ενώ αγαπημένη θεματολογία του παραμένει το τοπίο και η νεκρή φύση. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο μνημειακό του έργο, πελωρίων διαστάσεων, "Λαϊκή Αγορά".
Αν σας ενδιαφέρει η τέχνη, το ντοκιμαντέρ είναι απόλυτα κατατοπιστικό για τον καλλιτέχνη, αν και δεν διαθέτει κάτι ιδιαίτερο κινηματογραφικά. Ο λόγος του Τέτση μπορεί να είναι μεστός, συχνά συγκινητικός, είναι όμως και διασπαρμένος από χιούμορ, καθώς παλλινδρομεί ευχάριστα ανάμεσα σε απόψεις για τη ζωγραφική και προσωπικές, καθημερινές στιγμές. Φίλοι και παλιοί μαθητές του δάσκαλου εμπλουτίζουν το φιλμ καταθέτοντας τις δικές τους μαρτυρίες γι' αυτόν. Ο Τέτσης είναι συναρπατικός, η Λίμπερτη (νομίζω) έτσι κι έτσι...

Δευτέρα, Μαΐου 19, 2014

SECONDS: ΟΤΑΝ ΓΙΝΕΣΑΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΛΛΟΣ

Το Χόλιγουντ, παράλληλα με την χαρούμενη, ψυχαγωγική και γεμάτη τραβηγμένα από τα μαλλιά hapy end πλευρά του, μπορούσε πάντοτε να κάνει και πραγματικά σκοτεινές ταινίες, που πάγωναν τον θεατή (παλιότερα τουλάχιστον). Σαν κλασική τέτοια ταινία θεωρώ το "Seconds" του John Frankenheimer (1930-2002) του 1966, με έναν αγνώριστο στον δραματικό του ρόλο Ροκ Χάτσον.
Ναι, πρόκειται για ένα είδος επιστημονικής φαντασίας, καμία σχέση όμως με διαστημόπλοια, εξωγήινους και θέαμα. Όλα συμβαίνουν στη γη όπως την ξέρουμε - ή περίπου. Τι θα λέγατε λοιπόν αν σας δινόταν η ευκαιρία να αλλάξετε εντελώς ζωή, να αφήσετε πίσω σας τα πάντα, να πετάξετε τον παλιό σας εαυτό και να γίνεται ένας εντελώς άλλος άνθρωπος, με εντελώς διαφορετική ταυτότητα; Αυτό συμβαίνει στον εύπορο, πλην όμως κουρασμένο από τη ζωή, βαριεστημένο με τα πάντα μεσήλικα-και-κάτι ήρωα. "Αφείστε πίσω ό,τι για τόσα χρόνια έχετε βαρεθεί. Γίνετε ένας καινούριος άνθρωπος, σε έναν όμορφο κόσμο όπου κανείς δεν σας γνωρίζει". Νομίζω ότι όλοι, αν δεν αρπάζαμε την (καλοπληρωμένη βεβαίως) ευκαιρία, τουλάχιστον θα μπαίναμε σίγουρα σε πειρασμό.
Φυσικά ο ήρωας δέχεται και, με τρόπους που θα δείτε, μεταμορφώνεται σε έναν νεότερο και εύρωστο άντρα, πετυχημένο, με μια εντελώς νέα ταυτότητα. Τι γίνεται όμως με την πολυπόθητη ευτυχία;
Πρόκειται για φιλμ που πραγματικά εισάγει μια σειρά από θέματα και φιλοσοφικά ερωτήματα - τροφή για σκέψη: Τι είναι η ευτυχία; Μπορεί να "αγοραστεί"; Και αν ναι, μήπως προσφέρεται στην κοινωνία μας μόνο σε όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα να την αγοράσουν; Μπορεί κανείς να υπερβεί τον εαυτό του και να γίνει κάποιος άλλος; Τι είναι η δύναμη της συνήθειας; Και, ερώτημα που και εμένα έχει απασχολήσει, ποια είναι η μοίρα των ανθρώπων που, πολύ απλά, δεν έχουν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα; Πιστέψτε με, είναι πολλοί αυτού του είδους που βρίσκονται γύρω μας.Κι όλα αυτά είναι μερικά μόνο. Ο θεατής μπορεί να ανακαλύψει κι άλλα και να προβληματιστεί.
Το φιλμ είναι κάπως αργό σε μερικά σημεία και ίσως το διονυσιακό όργιο στον τρύγο μιας εξωτικής σχεδόν Καλιφόρνια τραβάει λίγο παραπάνω. Δείτε όμως την εποχή: Βρισκόμαστε στα 1966 και το κίνημα των χίπις είχε ξεκινήσει. Σίγουρα ο Frankenheimer ήθελε να καταγράψει τα όσα πρωτόγνωρα συνέβαιναν στην αμερικάνικη κοινωνία και το όλο αίτημα για "επιστροφή στη φύση".
Όπως και να το κάνουμε πάντως το συγκλονιστικό φινάλε της ταινίας - το συγκλονιστικό τελευταίο μέρος θα έλεγα γενικότερα - αρκεί νομίζω από μόνο του για να χαρακτηριστεί η ταινία ως μία από τις πλέον ιδιόμορφες και σημαντικές των 60ς.

Κυριακή, Μαΐου 18, 2014

Ο ΠΑΝΤΟΤΕ "ΑΛΛΟΥ" ΓΚΙΛΙΑΜ ΚΑΙ ΤΟ "ΘΕΩΡΗΜΑ ΜΗΔΕΝ"

Το 2013 ο (κάποτε τουλάχιστον) αγαπημένος Terry Gilliam θυμάται τις μακρινες μέρες του Btazil και φτιάχνει το "Θεώρημα Μηδέν". Αναφέρω το Brazil επειδή ο μελλοντικός, δυστοπικός κόσμος που έχει φτιάξει εδώ βρίσκεται αρκετά κοντά σ' εκείνον της θρυλικής ταινίας του 1985. Δυστυχώς όμως οι συγκρίσεις σταματάνε κατά τη γνώμη μου εδώ.
Η ταινία παρακολουθεί τη ζωή ενός μοναχικού, αγοραφοβικού τύπου, που ζει σε μια ερειπωμένη και κατάλληλα διαμορφωμένη πρώην εκκλησία και βγαίνει μόνο από υποχρέωση να πάει στη δουλειά του. Δουλεύει σαν προγραμματιστής στην πανταχού παρούσα Διοίκηση, που μοιάζει να παρακολουθεί και να ελέγχει τα πάντα, και πασχίζει να αποδείξει το "Θεώρημα Μηδέν", που, όταν αποδειχτεί, θα σημαινει ότι ο κόσμος δεν έχει κανένα νόημα ή σκοπό. Κάποια στιγμή θα λάβει την πολυπόθητη άδεια να εργαστεί κλεισμένος στο σπίτι του, δίχως να χρειάζεται να πηγαίνει στη δουλειά, αλλά και εκεί θα διακόπτεται από απεσταλμένους της Διοίκησης, ενώ θα βρίσκεται διαρκώς στα όρια της απόλυτης παράνοιας.
Πρόκειται για μια μάλλον πολύπλοκη φιλοσοφική αλληγορία, που εμπλέκει σε μεγάλο βαθμό και με ποικίλους τρόπους τη θρησκεία (η εκκλησία όπου ζει ο ήρωας, η κάμερα παρακολούθησης στο κεφάλι του Εσταυρωμένου, ο γιος του "Διευθυντή της Διοίκησης", το μυστηριώδες τηλεφώνημα που θα του αποκακλυψει το νόημα της ζωής κλπ.) Ίσως τα νοήματα είναι κάπως μπερδεμένα και είναι δυσκολο να αντιληφτούμε τι ακριβώς θέλει να δείξει ο Γκίλιαμ - πέραν βέβαια του δυστοπικού μέλλοντος. Σίγουρα πάντως υπάρχει εδώ (ξανά και ευπρόσδεκτη) όλη η τρέλα του ιδιαίτερου αυτού δημιουργού, όλη η μπαρόκ εικονοποιία του, όλο το μόνιμο παιχνίδι του με την παράνοια. Βρήκα ιδιαίτερα εντυπωσιακό τον εξωτερικό κόσμο που έχει δημιουργήσει (όταν ο ήρωας βγαίνει από την εκκλησία - κατοικία του), με τις ζωντανές διαφημίσεις και τα εγκατελειμένα, γεμάτα γκράφιτι κτίρια, αλλά και την κάπως steampunk ατμόσφαιρα (συνδυασμός υψηλής τεχνολογίας και έντονα παλιομοδίτικων στοιχείων), βρήκα αρκετά ψήγματα του παλιού καλού εαυτού του, αλλά φοβάμαι ότι σε καμία περίπτωση δεν φτάνει το παρελθόν του. Είναι πια χαώδης, μπερδεμένος και - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - μόνιμα ντεφορμέ τα αρκετά τελευταία χρόνια. Φοβάμαι ότι ποτέ πια δεν θα δούμε μια πραγματικά καλή ταινία απ' αυτόν (μακάρι να διαψευστώ παταγωδώς, διότι εξακολουθεί να με γοητεύει).
Πάντως, επειδή θεωρώ το φιλμ πιο ενδιαφέρον από τα τελευταία του, θα πρότεινα στους φίλους του Γκίλιαμ τουλάχιστον, να το δουν οπωσδήποτε. Σας το είπα: Έχει κάτι από τον παλιό καλό εαυτό του.

Τετάρτη, Μαΐου 14, 2014

ΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ "ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΔΕΡΜΑ";

Το φιλμ "Κάτω από το Δέρμα" του Jonathan Glazer γυρίστηκε το 2013 και βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του ολλανδού Michel Faber. Αυτό που πρέπει να τονιστεί από ην πρώτη στιγμή, είναι ότι δεν πρόκειται για ένα απλό φιλμ επιστημονικής φαντασίας, αλλά η σκηνοθεσία, η απόλυτα ελλειπτική αφήγηση και το όλο κλίμα το κάνουν σε ορισμένες περιπτώσεις να αγγίζει τα όρια του πειραματικού σινεμά. Οπότε, οι οπαδοί της mainstream ΕΦ ας το έχουν καλά στο μυαλό τους πριν το "τολμήσουν".
Η ταινία παρακολουθεί μια όμορφη, μοναχική γυναίκα σε ένα σχεδόν καθημερινά επαναλαμβανόμενο τελετουργικό: Οδηγώντας ένα φορτηγάκι, "ψαρεύει" μοναχικούς άντρες, τους οδηγεί σε ένα εκτός τόπου και χρόνου μαύρο δωμάτιο (;) και μετά... τι; Κανείς δεν αντιλαμβάνεται τι ακριβώς τους κάνει και γιατί, αλλά πάντως κανένα αρσενικό δεν βγαίνει ζωντανό από εκεί. Ένας μοτοσικλετιστής την ακολουθεί μόνιμα και μοιάζει να βρίσκεται στην υπηρεσία της, "καθαρίζοντας" τα ίχνη της.
Ποια (ή μάλλον τι) είναι αυτή η γυναίκα; Γιατί χρειάζεται τους άντρες; Ποιος είναι ο ακόλουθός της και γιατί τη βοηθά; Ο Glazer δεν θα απαντήσει ποτέ. Στόχος του δεν είναι να εξηγήσει οτιδήποτε, αλλά να δημιουργήσει ατμόσφαιρα και να παρακολουθήσει (ελλειπτικά κι αυτό) την ψυχολογική εξέλιξη (;) της σιωπηλής ηρωίδας. Ουσιαστικά αυτό που παρακολουθούμε με αργούς, τελετουργικούς ρυθμούς, είναι η πορεία ενός μοναχικού πλάσματος σε έναν κόσμο που δεν κατανοεί και στον οποίο δεν μπορεί να συμμετέχει. Όλα γύρω της τής δημιουργούν απορία, όλα είναι άβολα, ξένα. Η ηρωίδα μοιάζει να μην αντιλαμβάνεται το περιβάλλον της. Κάποια στιγμή θα προσπαθήσει να ενταχθεί στον κόσμο, να συμμετάσχει. Θα ελευθερώσει κάποιον που ψυχολογικά της μοιάζει, θα προσπαθήσει να απολαύσει την καλοσύνη όταν τη συναντά. Η αποτυχία της όμως είναι προδιαγραμμένη.
Η ζοφερή, σκοτεινή ατμόσφαιρα είναι δεδομένη. Το μουντό, μόνιμα συννεφιασμένο τοπίο της Σκωτίας, οι εξ ίσου μουντοί αστικοί, βιομηχανικοί χώροι, οι αργοί ρυθμοί, τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, όλα συμβάλλουν στο χτίσιμό της. Η Σκάρλετ Γιόχανσον, βουβή σχεδόν, συμβάλλει με την ερμηνεία της. Μερικές εικόνες, όπως αυτές με τους άντρες στον μαύρο, άμορφο χώρο, εντυπώνονται στο νου. Σίγουρα υπάρχει σκηνοθετική άποψη, σίγουρα το φιλμ διαφέρει κατά πολύ από το συνηθισμένο, ωστόσο δεν σας κρύβω ότι με κούρασε αρκετά. Τελικά καλό είναι να το δει κανείς σα μια σινεφίλ, εγκεφαλική άσκηση, υποβλητική, σκοτεινή, σαν μια μελέτη της μοναχικότητας και του αταίριαστου με το περιβάλλον ατόμου, αλλά δεν μπορώ να πω τελικά ότι απόλαυσα όλο αυτό το ψυχρό παιχνίδι.

Δευτέρα, Μαΐου 12, 2014

Η ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΑ, ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΗΣ PHILOMENA


Αν και κάνει πολύ διαφορετικές μεταξύ τους ταινίες, ο Steven Frears παραμένει για μένα, μετά τόσα χρόνια, ένας (σχεδόν) πάντοτε πολύ ενδιαφέρων σκηνοθέτης. Αυτό κατά τη γνώμη μου συμβαίνει και με την τρυφερή, συγκινητική, αλλά και με αρκετές ανατροπές «Philomena» του 2013, που βασίζεται σε αληθινή ιστορία.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα, με τη βοήθεια ενός πρώην γνωστού και νυν σε επικίνδυνη καμπή της καριέρας του δημοσιογράφου, αποφασίζει το 2008 να ψάξει τον γιο της, ο οποίος είχε δοθεί για υιοθεσία από καλόγριες πίσω στη δεκαετία του 50, δίχως ποτέ η «παράνομη» μητέρα να μάθει οτιδήποτε γι’ αυτόν. Η αναζήτηση θα την οδηγήσει στην Αμερική, όπου οι εκπλήξεις διαδέχονται η μία την άλλη.
Η ταινία λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα και γι’ αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, πολλαπλά ενδιαφέρουσα. Έχουμε κατ’ αρχήν την προαναφερθείσα αγωνία και τις ανατροπές, όσο προχωρά η αναζήτηση, που κρατούν σε αγωνία τον θεατή. Έπειτα υπάρχει το δίδυμο των αντίθετων πρωταγωνιστικών χαρακτήρων, που δένουν υπέροχα μεταξύ τους: «Λαϊκή», κλόκαρδη αλλά και πεισματάρα, εύπιστη και βαθύτατα πιστή χριστιανή εκείνη, κυνικός, έξυπνος, μορφβωμένος, διανοούμενος, άθεος ο άλλος. Εντελώς διαφορετικά background, διανοητικό επίπεδο, κουλτούρα, που όμως αναγκάζονται να συνυπάρξουν όσο κρατά η αναζήτηση. Στη συνέχεια έχουμε τις δόσεις του υπόγειου αγγλικού χιούμορ, που διαποτίζει ευχάριστα την κατά τα άλλα δραματική αυτή ταινία. Έχουμε τέλος και την απολαυστική ηθοποιία της Τζούντι Ντεντς, αλλά και του Στιβ Κούγκαν.
Και ιδεολογικά; Ο Φρίαρς κάνει μια κατά μέτωπο επίθεση στην καθολική εκκλησία, τουλάχιστον όπως αυτή λειτουργούσε παλιότερα στην «καθυστερημένη» Ιρλανδία, αποκαλύπτοντας ένα απάνθρωπο κυριολεκτικά πρόσωπο και μια στάση απόλυτα φοβική σε κάθε μορφή σεξουαλικότητας, πλημμυρισμένη από ψέμα και υποκρισία. Σε ατομικό επίπεδο, αποκαλύπτονται περιπτώσεις όπου η νεύρωση ή/και η υστερία γίνονται νόμος, οδηγώντας, όντας βρισκόμενες σε θέση ισχύος, σε απόγνωση και δυστυχία άλλους ανθρώπους. Υπάρχει επίσης ο προβληματισμός για τη φύση και την αξία της εκδίκησης γενικότερα, αλλά και για τη χριστιανική θέση απέναντί της. Τελικά (όχι ότι ο συγκεκριμένος προβληματισμός με ενδιαφέρει προσωπικά, αλλά τέλος πάντων υπάρχει και δίνει και ένα πολύ δυνατό φινάλε) ποιος είναι πιο χριστιανός; Οι κανονικοί εκπρόσωποι της εκκλησίας ή η αφελής, λαϊκή και αμόρφωτη γυναίκα; Αν σκεφτείτε μάλιστα ότι πρόκειται για αληθινή ιστορία, τα πράγματα στο επίπεδο αυτό γίνονται ακόμα πιο ανατριχιαστικά (λέω «στο επίπεδο αυτό», γιατί συνολικά παρακολούθησα την ταινία πολύ ευχάριστα, αφού, παρά το δραματικό θέμα της, καταφέρνει να διατηρεί και μια feelgood διάσταση).
Προσωπικά τη θεωρώ από τις πολύ καλές ταινίες της χρονιάς. Θα τη συναντήσουμε μάλλον στις παραδοσιακές λίστες στο τέλος της.

Παρασκευή, Μαΐου 09, 2014

Η ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΗ ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΟΥ SNOWPIERCER

Θα πω από την αρχή ότι είχα αρκετό καιρό να ευχαριστηθώ πραγματικά ταινία επιστημονικής φαντασίας όσο το Snowpiercer (2013) του εξαιρετικού κορεάτη Joon-ho Bong, που στο παρελθόν μας είχε χαρίσει, μεταξύ άλλων, και το πρωτότυπο "Host" (Ο Επισκέπτης). Πάντως η ταινία δεν είναι κορεάτικη, αλλά διεθνής παραγωγή.
Βασισμένο σε γαλλικό κόμικς του 1982 (του οποίου την ύπαρξη δυστυχώς αγνοούσα), το φιλμ μας μεταφέρει σε ένα ζοφερό μέλλον όπου η γη έχει επανέλθει από ανθρώπινο λάθος στην εποχή των παγετώνων και ουσιαστικά η ανθρωπότητα έχει καταστραφεί, Οι μόνοι επιζήσαντες βρίσκονται συγκεντρωμένοι σε ένα αενάως κινούμενο γύρω από τον πλανήτη τρένο. Ούτε εκεί όμως θα καταφέρουν να φτιάξουν έναν ιδανικό κόσμο. Κάθε άλλο: Στα πίσω βαγόνια είναι στιβαγμένοι οι "επιβάτες τρίτης θέσης", που ζουν σε συνθήκες βάναυσης καταπίεσης και εξαθλίωσης, ενώ όσο προχωράμε προς την πρώτη θέση οι συνθήκες βελτιώνονται, για να φτάσουμε στη χλιδή των λίγων προνομιούχων. Στο πρώτο βαγόνι, οδηγός και απόλυτος αρχηγός, κατοικεί ο ιδιοφυής κατασκευαστής του τρένου και επινοητής της όλης κατάστασης: Τόσο της επιβίωσης της πολυπληθούς ομάδας όσο και της ανισότητας που την διέπει. Η άγρια εξέγερση στα πίσω βαγόνια δεν θα αργήσει να ξεσπάσει και θα είναι αιματηρή...
Η αλληγορία της όλης ιστορίας είναι σαφής. Το τρένο είναι φυσικά μεταφορά μιας βαθύτατα διχασμένης ταξικά, αλλά και γεωγραφικά, κοινωνίας που αλληλοσπαράσεται μέχρις τελικής καταστροφής. Σχόλιο προφανώς για την ανθρώπινη αυτοκαταστροφικότητα, αλλά και πολύ πρωτότυπη ιδέα, η ταινία διαθέτει, μεταξύ άλλων, εξαιρετικό σασπένς και κάμποσες ανατροπές. Μια άλλη έξυπνη ιδέα είναι το ότι η κάμερα ακολουθεί την αιματοβαμένη πορεία των επαναστατών (οι οποίοι, σημειωτέον, δεν έχουν φύγει ποτέ από την άθλια πίσω θέση) από βαγόνι σε βαγόνι, οπότε ο θεατής μαθαίνει μαζί μ' αυτούς  τι ακριβώς υπάρχει στο τρένο και το πώς αυτό είναι δομημένο, ενώ οι σύντομες εικόνες του νεκρού, παγωμένου έξω κόσμο κόβουν μερικές φορές την ανάσα.
Ο συνδυασμός πρωτοτυπίας, σασπένς και (διάφανου έστω) συμβολισμού, το εξαιρετικό γύρισμα και η όλη κλειστοφοβική ατμόσφαιρα που δημιουργείται από την πρώτη κιόλας στιγμή κάνουν κατά τη γνώμη μου το φιλμ να ξεχωρίζει από τον σωρό ανούσιων και χιλιοειδωμένων περιπετειών φαντασίας (επιστημονικής ή μη) που μας κατακλύζουν τα τελευταία χρόνια. Η δε (αγνώριστη) Τίλντα Σουίντον και οι Εντ Χάρις και Τζον Χαρτ ξεχωρίζουν στους ρόλους τους. Όπως είπα και στην αρχή, το απόλαυσα.
ΥΓ: Ψάξτε και παλιότερες ταινίες του Joon-ho Bong, Είναι πολύ ενδιαφέρουσες.

Τρίτη, Μαΐου 06, 2014

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΕΞΑΠΑΤΗΣΗΣ ΣΤΙς "36 ΩΡΕΣ"

Η ταινία «36 Hours” γυρίστηκε το 1965 από τον George Seaton (1911-1979) και νομίζω ότι μέχρι σήμερα η ιστορία της είναι ασυνήθιστη. Ενώ διαδραματίζεται στον πόλεμο, με κλασικούς «κακούς» γερμανούς και «καλούς» συμμάχους, δύσκολα τη χαρακτηρίζεις πολεμική και επίσης δύσκολα ταινία κατασκοπείας.
Ένας αμερικανός πράκτορας πιάνεται αιχμάλωτος από τους ναζί κατά τη διάρκεια μιας αποστολής του στην ουδέτερη Πορτογαλία. Οι πληροφορίες του έχουν τεράστια σημασία για την έκβαση του πολέμου, αφού ο πράκτορας γνωρίζει πού και πότε θα γίνει η περίφημη απόβαση των συμμάχων στην Ευρώπη (πρόκειται βέβαια για την απόβαση στη Νορμανδία, που ελάχιστες ώρες πριν ξεκινήσει κρατιόταν σαν επτασφράγιστο μυστικό). Οι απαγωγείς ωστόσο αποφασίζουν όχι να τον ανακρίνουν με τις συνηθισμένες μεθόδους (βλέπε βασανιστήρια), αλλά χρησιμοποιώντας ένα πραγματικά σατανικό σχέδιο. Δεν θα σας το αποκαλύψω, αν και αποκαλύπτεται γύρω στο 20λεπτο μετά την έναρξη του φιλμ, γιατί ακόμα κι αυτός ο λίγος χρόνος κυλά απολαυστικά μέχρι να καταλάβουμε τι συμβαίνει.
Το φιλμ, στο πρώτο ιδιαίτερα μέρος του, είναι ένα λεπτοδουλεμένο ψυχολογικό παιχνίδι ανάμεσα στον αιχμάλωτο και τον ψυχολόγο των ναζί και επινοητή της μεθόδου. Οι ανατροπές είναι διαρκείς, οι ρόλοι αλλάζουν με γοργούς ρυθμούς και ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για το τι θα συμβεί την επόμενη στιγμή. Προσωπικά απόλαυσα πραγματικά αυτό το πρώτο μισό.
Στη συνέχεια – προς το τέλος – η ταινία θα μετατραπεί σε περιπέτεια απόδρασης. Και πάλι το σασπένς είναι διαρκές, και πάλι κάθε δευτερόλεπτο έχει την αξία του, και πάλι ο χρόνος παίζει τον πιο σημαντικό ρόλο, δημιουργώντας (όπως και στην αρχή άλλωστε) μια μονίμως αγχωτική ατμόσφαιρα. Ωστόσο θα προτιμήσω το πρώτο μισό, με το εξαιρετικό ψυχολογικό παιχνίδι αμοιβαίας εξαπάτησης ανάμεσα σε δύο πανέξυπνους αντιπάλους.

Προσωπικά θεωρώ την ταινία από τα σχετικά άγνωστα διαμάντια του Χόλιγουντ. Αν κι εσείς αγνοείτε την ύπαρξή της (όπως, ομολογώ, κι εγώ πριν τη δω), δώστε της μια ευκαιρία. Τη συνιστώ.

Δευτέρα, Μαΐου 05, 2014

"ΖΗΤΩ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ": ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΚΑΙ ΑΦΕΛΕΙΑ


Η ιδέα του σωσία, κάποιου δηλαδή που, λόγω ομοιότητας, παίρνει τη θέση του ήρωα, έχει χρησιμοποιηθεί πολλές φορές στο σινεμά, κυρίως για κωμικούς σκοπούς (αν και όχι μόνο). Η έννοια του σωσία αποτελεί τη βασική ιδέα και στο ιταλικό φιλμ «Ζήτω η Ελευθερία» (Viva la Liberta) του 2013, που γυρίστηκε από τον Roberto Ando.
Εδώ ο ήρωας είναι γνωστός πολιτικός, αρχηγός μάλιστα της αξιωματικής αντιπολίτευσης της χώρας, και ηγείται κόμματος της αριστεράς (ή κεντροαριστεράς). Ωστόσο ελάχιστες ελπίδες έχει να επικρατήσει του «εχθρού» (της κυβερνώσας δεξιάς βεβαίως), αφού η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι πέρα για πέρα «ξύλινη» και τετριμμένη, ενώ ο ίδιος είναι κουρασμένος και δεν πιστεύει ουσιαστικά στη νίκη (ούτε τα βασικά στυελέχη του κόμματός του άλλωστε). Όταν λοιπόν καταρρέει και, στα πρόθυρα υπερκόπωσης, τα παρατά όλα και εξαφανίζεται για να ηρεμήσει και να ξεκουραστεί, ο βασικός σύνεργάτης του αποφασίζει να βάλει στη θέση του τον δίδυμο αδελφό του (ολόιδιο φυσικά), ο οποίος είναι φιλόσοφος, ποιητής και... έγκλειστος ψυχιατρικής κλινικής. Το παράτολμο εγχείρημα αρχίζει να αποδίδει καρπούς, καθώς ο αδελφός, με τον «τρελό» του λόγο, αλλάζει ριζικά, ανανεώνει και φρεσκάρει τη μορφή του αραχνιασμένου κόμματος, δίνοντας ελπίδα σε εκατομμύρια ταλαιπωρημένου και απογοητευμένου κόσμου και, ανατρέποντας τα μέχρι τότε προγνωστικά, κάνει το κόμμα να προηγείται.
Η ταινία είναι αρκετά διασκεδαστική, έχει χιούμορ, αλλά και μελετά τη ψυχολογία των δύο τόσο διαφορετικών αδελφών, καθώς ο θεατής δεν παρακολουθεί μόνο τα έργα και τις ημέρες του «τρελού» αδελφού, αλλά και του κουρασμένου πολιτικού παράλληλα. Ο στόχος του φιλμ είναι σαφής και ευπρόσδεκτος: Η κριτική στη σύγχρονη ευρωπαϊκή (τουλάχιστον) πολιτική, μια πολιτική υποταγμένη στις αγορές και τους κερδοσκόπους, δίχως ουσιαστικά όραμα, δίχως διάθεση αλλαγής, μιας πολιτικής - ακριβώς όπως στο φιλμ - κουρασμένης, που δεν πιστεύει καν στον εαυτό της. Το ότι διαλέγει μάλιστα ένα συμβατικό αριστερό κόμμα είναι χαρακτηριστικό, καθώς δείχνει την ουσιαστική ομοιότητα και την κοινή έλλειψη «καθαρού αέρα» σε αμφότερες τις πλευρές του εκάστοτε δίπολου κυβέρνησης – αντιπολίτευσης. Επίσης ο Τόνι Σερβίλιο είναι και πάλι απολαυστικός στο διπλό ρόλο του.
Ωστόσο συνολικά η ταινία δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε ιδαίτερα. Της καταλογίζω κυρίως μια άνευ προηγουμένου αφέλεια. Εντάξει όλα με τις προθέσεις που προαναφέραμε, αλλά δεν νομίζω ότι ένας απόλυτα ασαφής, περί ανέμων και υδάτων, ποιητικός λόγος ενός πολιτικού μπορεί να αλλάξει οτιδήποτε. Διότι είναι σαφέστατο ότι, πέραν του ανανεωτικού του στιλ, ο «τρελός» δεν προτείνει απολύτως τίποτα στη θέση του υπάρχοντος βαλτώματος. Όλα στην ταινία γίνονται πολύ εύκολα, ο κόσμος ενθουσιάζεται και μεταστρέφεται πολύ γρήγορα και το όλο πράγμα μου φαίνεται μάλλον απλοϊκά δοσμένο. Νομίζω ότι ένα παρόμοιο θέμα (δίχως το στοιχείο του σωσία όμως) είχε δοθεί πολύ καλύτερα στο «Να Είσαι Εκεί, κύριε Τσανς» του Άσμπι από τη δεκαετία του 70. γιατί σ’ αυτό ο στόχο δεν ήταν απλά η κατάδειξη της κουρασμένης πολιτικής, αλλά ακριβώς η αφέλεια ενός αντίθετου λόγου που στην ουσία δεν λέει τίποτα – και η αφέλεια του κοινού ταυτόχρονα.
Διασκεδαστικό φιλμ λοιπόν, με ενδιαφέρον ανοιχτό, σχεδόν σουρεαλιστικό τέλος, αλλά μέχρις εκεί. Δεν μπόρεσα να το πάρω σοβαρά λόγω, όπως είπα, υπερβάλλουσας κατά τη γνώμη μου αφέλειας.

Πέμπτη, Μαΐου 01, 2014

ΞΥΠΟΛΥΤΟΙ (ΚΑΙ ΟΛΙΓΟΝ ΠΑΡΩΧΗΜΕΝΟΙ) ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ

Η ταινία του 1967 "Ξυπόλυτοι στο Πάρκο" (Barefoot in the park) βασίζεται σε θεατρικό έργο του Neil Simon (ο οποίος έγραψε και το σενάριο) και γυρίστηκε από τον ηθοποιό και σπάνίως και σκηνοθέτη Gene Saks. Πρόκειται για τυπική αμερικάνικη αισθηματική κομεντί, προσωπικά όμως δεν την θεωρώ από τις αγαπημένες μου.
Το φιλμ βασίζεται στα ερωτικά σκαμπανεβάσματα ενός μόλις παντρεμένου νεαρού ζεύγους (στην πρώτη σκηνή βγαίνουν μόλις απο την εκκλησία και πάνε για την εβδομάδα του μέλιτος). Παρεξηγήσεις, έλευση της μητέρας του γαμπρού για λίγες μέρες, ένα διαμέρισμα στον 5ο όροφο δίχως ασανσέρ (και δίχως την απαραίτητη θέρμανση και δίχως πολλά άλλα), ένας γοητευτικός μεσήλικας γείτονας αμφιβόλου ηθικής που μπαίνει στη μέση και διάφορα άλλα χαριτωμένα επεισόδια φτιάχνουν σιγά - σιγά το κωμικό - αισθηματικό κλίμα της ταινίας.
Φυσικά όλη η γοητεία της βασίζεται στους δύο νεαρούς τότε και απόλυτα λαμπερούς πρωταγωνιστές της: Τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ και την Τζέιν Φόντα. Ταλαντούχοι, όμορφοι, παίρνουν την όλη ιστορία στις πλάτες τους και μάλλον τα καταφέρνουν σ' αυτό. Βεβαίως όλη η ίντριγκα και ολες οι ενίοτε απίθανες καταστάσεις πυροδοτούνται από τη απόλυτα διαφορετική (αντίθετη για να είμαστε ακριβείς) ιδισυγκρασία των δύο ηρώων: Εκείνος είναι ένας συντηρητικός νεαρός δικηγόρος που προσπαθεί να κάνει τα πρώτα βήματα της καριέρας του κι εκείνη μια εκρηκτική, γεμάτη πάθος, ζωντάνια και, βεβαίως, πολύ σέξι κοπέλα, κάπως κυκλοθυμική και ολίγον τρελούτσικη. Ο συνδυασμός βεβαίως "σκοτώνει", αλλά ο έρωτας είναι φυσικά πολύ βαθύς...
Η ταινία περιέχει κάποιες διασκεδαστικές στιγμές (σε μια από αυτές όλοι μαζί καταλήγουν σε ένα... αλβανικό εστιατόριο στη Νέα Υόρκη, το 1967 υπενθυμίζω), διαθέτει χιούμορ, αλλά τη βρήκα και κάπως παρωχημένη (έως και λίγο βαρετή) σήμερα. Περιορίζεται στις σχέσεις του ζεύγους και τις διαρκείς αλλαγές τους, αλλά όλο αυτό το αισθηματικό πάρε - δώσε και οι συνεχείς αγάπες - καυγάδες μάλλον με κούρασαν. Τις βρήκα κάπως άνευ ενδιαφέροντος. Η παραπάνω παραμένει πάντως προσωπική γνώμη. Νομίζω ότι πολλοί θα είναι αυτοί που θα διασκεδάσουν με το φιλμ. Και βέβαια θα απολαύσουν τους δροσερούς (τότε) πρωταγωνιστές του. Τι παραπάνω περιμένετε στο κάτω - κάτω; Μια αμερικάνικη αισθηματική κομεντί είναι...

Κυριακή, Απριλίου 27, 2014

"ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ" Ή ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΙΔΙΑ;

Πρέπει, φοβάμαι, να το πάρουμε απόφαση ότι οι εφηβικές σειρές φαντασίας θα μας ταλαιπωρούν για πολλά χρόνια ακόμα (προσοχή: σειρές είπα, όχι ταινίες. Αυτό είναι το χειρότερο). Και γιατί όχι άλλωστε; Αφού το Χόλιγουντ βγάζει πάμπολλα δολάρια απ' αυτές, κορόιδα είναι οι παραγωγοί και οι εταιρίες;
Αφορμή για τα παραπάνω είναι βέβαια η καινούρια "Τριλογία της Απόκλισης: Οι Διαφορετικοί" (Divergent, 2014) του σχετικά συμπαθούς μέχρι σήμερα Neil Burger (πρόκειται για το πρώτο μέρος). Το κακό μ' αυτήν είναι ότι μοιάζει αρκετά με την δεν-θυμάμαι-ποσο-λογία των "Hunger Games", τα οποία βεβαίως προηγούνται χρονικά. Και πάλι βασίζεται σε πετυχημένη εφηβική λογοτεχνική πολυ-λογία, και πάλι έχουμε να κάνουμε με ένα δυστοπικό μέλλον, όπου η κοινωνία χωρίζεται σε μια high κάστα και στην ατελείωτη πλέμπα, η οποία βεβαίως καταπιέζεται οικτρά, και πάλι έχουμε να περιμένουμε το ξέσπασμα μιας επανάστασης που σιγοβράζει, και πάλι η ηρωίδα είναι γυναίκα.
Εδώ το "εύρημα" είναι ότι η δυστοπική κοινωνία είναι χωρισμένη σε κάστες, κάθε μία από τις οποίες βασίζεται σε μια αρετή του στιλ "Οι Ατρόμητοι", "Οι Πολυμαθείς", "Οι Αλτρουιστές" κλπ. Κάθε έφηβος, όταν φτάσει σε συγκεκριμένη ηλικία, πρεπει να αποφασίσει σε ποια θα καταταγεί για την υπόλοιπη ζωή του και να λάβει την αντίστοιχη εκπαίδευση. Προσοχή: Όλα αυτά αφορούν μια άρχουσα τάξη. Διότι υπάρχει και η μάζα, η οποία δεν ανήκει σε καμία κάστα και ζει σε απόλυτη εξαθλίωση. Ο κίνδυνος για την κοινωνία αυτή και τη δομή της είναι οι "Διαφορετικοί", αυτοί που δεν ανήκουν ξεκάθαρα σε καμία από τις κάστες ή μάλλον έχουν αρετές απ' όλες. Αυτοί δεν μπορούν να αφοσιωθούν σε ένα μοναδικό σκοπό σε όλη τους τη ζωή, άρα απειλούν το κοινωνικό status quo και εξολοθρέυονται. Όπως σωστά μαντέψατε, η ηρωίδα ανήκει σ' αυτούς.
 Η δράση κυλά μάλλον αργά, οι δοκιμασίες είναι προβλέψιμες, οι καλοί και οι κακοί το ίδιο, και μπορώ από τώρα να φανταστώ το τελικό αποτέλεσμα. Εντάξει, κάποιες καλογυρισμένες σκηνές υπάρχουν, μερικούς η δράση θα τους κρατήσει, αλλά συνολικά δεν βρήκα τίποτα το εξαιρετικά ενδιαφέρον στο φιλμ.
Δύο παρατηρήσεις: Πρώτη: Τουλάχιστον το βρήκα κάπως (κάπως λέω) καλύτερο από το πρώτο Hunger Games (στο 2ο τα πράγματα βελτιώθηκαν κατά τη γνώμη μου). Η δεύτερη αφορά τη χρήση όλης αυτής της πολιτικής ορθότητας, όλου αυτού του αγώνα υπέρ του διαφορετικού και ενάντια σε κάθε μορφής ολοκληρωτισμό και ολιγαρχία, όλη αυτή η ρητορική υπέρ της επανάστασης, με τόσο μπανάλ και ευτελή τρόπο, που απευθύνεται μόνο σε έφηβους. Προφανώς η επανάσταση πουλάει και η κινηματογραφική βιομηχανία, που βρίσκεται στην καρδιά του συστήματος, δεν έχει τη παραμικρή αντίρρηση να την πουλήσει και να βγάλει λεφτά. O tempora, o mores...

Σάββατο, Απριλίου 26, 2014

ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ "ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΓΙΑΤΡΟΥ"

Στην Παταγονία του 1960 ένας γερμανός γιατρός που ζει εκεί συναντά τυχαία μια αργεντινή οικογένεια με δύο παιδιά. Η 12χρονη κόρη έχει πρόβλημα στην ανάπτυξή της, με αποτέλεσμα να δείχνει μικρότερη απ' όσο είναι. Ο γιατρός αποφασίζει να εφαρμόσει μια δικής του επινόησης θεραπεία για την ανάπτυξη της μικρής, με τη συγκατάθεση της μητέρας, δίχως όμως να το γνωρίζει ο πατέρας. Από την αρχή σχεδόν του φιλμ καταλαβαίνουμε ότι ο γιατρός δεν είναι άλλος από τον φυγόδικο διαβόητο και εφιαλτικό Μένγκελε, τον αδίστακτο γιατρό των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, που ζει κρυφά στην Αργεντινή.
Όλα αυτά συμβαίνουν στη ταινία της αργεντινής Lucia Puenzo "Ο Γερμανός Γιατρός" (Wakolda) του 2013.  Η ιστορία είναι ειδωμένη μέσα από τα μάτια του 12χρονου κοριτσιού, το οποίο βεβαίως, μέσα στην άγνοιά του, δεν έχει κανένα λόγο να μη συμπαθεί τον ευγενή κύριο που προσπαθεί να τη βοηθήσει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το φιλμ επικεντρώνεται στο να μας δείξει "το ανθρώπινο πρόσωπο" ενός καθάρματος. Αντίθετα, ο αδίστακτος και εμμονικός - στα όρια της παράνοιας - χαρακτήρας του σκιαγραφείται σιγά - σιγά με πετυχημένο τρόπο. Η Puenzo επιλέγει έναν χαμηλότονο τρόπο αφήγησης, μας δίνει ανάγλυφα την ψυχολογία των ηρώων και, συγχρόνως, χρησιμοποιεί διάφορους συμβολισμούς για να δώσει μια παράδοξη και ενίοτε εφιαλτική νότα στην ταινία της (ο απειλητικός καιρός, τα αχανή, μοναχικά τοπία της Παταγονίας, οι κούκλες που κατασκευάζει ο πατέρας και γοητεύουν τον Μένγκελε, ο οποίος, μέσα από έναν πολύ ταιριαστό παραλληλισμό, θέλει να τις κάνει ομοιόμορφες κλπ.). Σημειωτέον ότι, καθόλου τυχαία, Wakolda (ο πρωτότυπος τίτλος του φιλμ) είναι το όνομα μιας αγαπημένης κούκλας της μικρής.
Βρήκα την ταινία αξιόλογη και γοητευτική. Καταφέρνει, νομίζω, να δημιουργεί μια υποβόσκουσα απειλητική ατμόσφαιρα και ένα υπόγειο σασπένς, ενώ - όντας χαμηλότονη, όπως προείπαμε - ισορροπεί ανάμεσα στο ρεαλιστικο και το παράδοξο. Ναι, το κακό διαθέτει τη σκοτεινή γοητεία του... Ταυτόχρονα σκιαγραφεί μια εποχή και μια αληθινή ιστορική στιγμή, τότε που η Λατινική Αμερική είχε γίνει καταφύγιο ναζιστών εγκληματιών, των οποίων η επιροή εκεί, όπως ξεκάθαρα δείχνεται, δεν υπήρξε καθόλου αμελητέα. Σκέπτομαι μερικές φορές ότι η "μαγιά" αυτή ίσως και να έχει σχέση με το ότι στην ήπειρο αυτή ευδοκίμησαν για κάμποσες μεταπολεμικές δεκαετίες μερικές από τις στυγνότερες και αιματηρότερες δικτατορίες που γνώρισε ο 20ός αιώνας...
Προς το τέλος βέβαια το φιλμ μετατρέπεται σε ένα είδος περιπέτειας, με το σασπένς και το timing να παίζουν τον κύριο λόγο. Αυτό όμως διαρκεί λίγο και δεν νομίζω ότι διαταράσσει την όλη υποβλητική του ατμόσφαιρα.

Δευτέρα, Απριλίου 21, 2014

ΣΤΟ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ "GRAND BUDAPEST"

Το 2014 ο πολύ ιδιαίτερος Wes Anderson επιστρέφει με το "The Grand Budapest Hotel", μια ακόμη προσθήκη στη σειρά της ιδιόρυθμης φιλμογραφίας του. Αυτή τη φορά επιλέγει τη φόρμα της περιπετειώδους κωμωδίας.
Βασισμένη χαλαρά σε ένα έργο του Στάφαν Τσβάιχ, η ταινία μας μεταφέρει σε μια φανταστική κεντροευρωπαϊκή χώρα στο μεσοπόλεμο, στα βουνά της οποίας δεσπόζει το θρυλικό ξενοδοχείο "Grand Budapest", και μας αφηγείται την ιστορία του περίφημου αρχιθαλαμηπόλου του Gustave H. Αμφίβολης σεξουαλικής ταυτότητας, "παρηγορητής" ώριμων κυριών, προικισμένος με στιλ, ευγένεια  και εξαιρετική ευφράδεια, ο ήρωάς μας είναι ο διασημότερος στο επάγγελμά του. Όταν ο βάρβαρος ναζισμός επικρατεί στην Ευρώπη, ο ήρωάς μας θα κατηγορηθεί από συγγενείς μιας πλούσιας κυρίας που μετά θάνατον του αφήνει έναν πολύτιμο πίνακα, θα φυλακιστεί και μια απίθανη απόδραση θα μπει στα σκαριά. Την ιστορία αφηγείται ο μικρός προστατευόμενος και μαθητευόμενός του, ο οποίος αργότερα θα τον διαδεχτεί.
Η ταινία υιοθετεί διάφορα στιλ. Άλλοτε θυμίζει βωβό σινεμά, άλλοτε μπαρόκ ταινίες (ακολουθώντας το μπαρόκ μεσοπολεμικό κλίμα), άλλοτε κάτι απροσδιόριστα παλιομοδίτικο. Πάντα όμως το σασπένς κυριαρχεί όπως, βέβαια, και το πάντοτε ιδιόρυθμο χιούμορ του Anderson. Γενικά, αν μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε με μια λέξη, αυτή θα ήταν "στιλάτη". Αυτό όμως είναι, νομίζω, δεδομένο για τον συγκεκριμέο δημιουργό. Με γρήγορο ρυθμό, συχνά ευρηματική (θυμηθείτε, ας πούμε, τη "διεθνή", κάτι σαν μασωνεία, των... αρχιθαλαμηπόλων) , νομίζω ότι καταφέρνει να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή, τοσο με τα ευρήματα όσο και με την ιδιαίτερη εικόνα της. Συγχρόνως αποτελεί και έναν ύμνο στο διαφορετικό, ενώ αντιπαραβάλλει ένα είδος παλιομοδίτικης ευγένειας με τη φασιστική βαρβαρότητα, ενώ μιλά (με χιούμορ βεβαίως) για έναν κόσμο που χάνεται. Όσο για το κυριολεκτικά all-star καστ, τι να πει κανείς. Σπάνια έχουν εμφανιστεί στο ίδιο φιλμ τόσοι γνωστοί ηθοποιοί μαζί. Κρατείστε την ανάσα σας: Εκτός του πρωταγωνιστή Ρέιφ Φάινς έχουμε τους Τίλντα Σουίντον, Μπιλ Μάρεϊ, Ουίλαμ Νταφόε, Χάρβεϊ Καϊτέλ, Μάρεϊ Άμπρααμς, Αντριέν Μπρόντι, Τζεφ Γκόλντμπλουμ, Τζουντ Λο, Έντουαρντ Νόρτον, Λεά Σεϊντού, Ματιέ Αμαλρίκ... Απίστευτο...
Γενικά, όπως καταλάβατε, τη βρήκα διασκεδαστική. Δεν σας κρύβω όμως ότι το "Moonlight Kingdom", η προηγούμενη ταινία υου Άντερσον, μου άρεσε περισσότερο.

Δευτέρα, Απριλίου 14, 2014

"ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΨΑΡΙ" ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΗΘΙΚΗ ΕΞΑΘΛΙΩΣΗ

«Το Μικρό Ψάρι» του 2014 είναι η τέταρτη ταινία του Γιάννη Οικονομίδη και, κατά τη γνώμη μου, η ωριμότερή του. Στο φιλμ αυτό το διαρκές υβρεολόγιο (σήμα κατατεθέν του δημιουργού, που προσέδιδε μια ένταση και βιαιότητα σχεδόν σωματική στα προηγούμενα φιλμ του, κυρίως τα δύο πρώτα) έχει κάπως υποχωρήσει, για να δώσει τη θέση του σε μια πιο βαθιά, αλλά εξ ίσου συγκλονιστική εσωτερική αγωνία.
Ο ήρωας είναι ένας αποφυλακισμένος, που δουλεύει σε φούρνο, ταυτόχρονα όμως είναι και πληρωμένος δολοφόνος, εκτελώντας συμβόλαια θανάτου. Μοναχικός, λιγομίλητος, υπόκειται διαρκώς λεκτική βία από παντού γύρω του. Την αντιμετωπίζει όμως στωικά, σιωπηλά,, ζει ασκητικά και δίνει όλα σχεδόν τα (μπόλικα) λεφτά που βγάζει στον αδελφό του φυλακισμένου Λεωνίδα, ο οποίος του έχει σώσει τη ζωή, για να πάρει σάρκα και οστά ένα παράτολμο σχέδιο απόδρασης του τελευταίου. Όταν όμως ο ήρωάς μας νοιώσει προδομένος, η βία είναι πλέον μονόδρομος.
Όπως καταλάβατε η ταινία δανείζεται πολλά από τα φιλμ νουάρ (του Μελβίλ κυρίως). Ο μοναχικός, λιγομίλητος ήρωας, δολοφόνος μεν, αλλά με μια προσωπική, άτεγκτη ηθική, αποτελεί αρχετυπική φιγούρα του είδους. Παράλληλα ο Οικονομίδης κάνει για μια ακόμα φορά μια σκληρότατη, άγρια θα λέγαμε, κριτική της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας της κρίσης. Η παρακμή της - κι αυτό δείχνεται ξεκάθαρα - δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά πρώτιστα ηθική: Η εκπόρνευση, η έλλειψη κάθε δισταγμού μπροστά στην απόκτηση χρήματος, η απάτη, η παντελής απουσία ηθικής από τον εργασιακό χώρο μέχρι οπουδήποτε, η εκμετάλλευση, είναι τα στοιχεία που κυριαρχούν σ’ αυτή. Μπροστά σ’ αυτή την ηθική εξαθλίωση ένας πληρωμένος φονιάς μοιάζει να είναι πολύ πιο ηθικός, τίμιος και δίκαιος από τον βόρβορο που τον περιβάλλει. Κι αυτό σπάνια έχει δειχτεί, νομίζω, τόσο ξεκάθαρα στο σινεμά (και όχι μόνο το ελληνικό). Όπως επίσης και ο κοινωνικός εγκλωβισμός, η βαθύτατη μοναξιά η από παντού πίεση του πρωταγωνιστή που γίνεται αφόρητη.
Όλα τα παραπάνω συνεπικουρούνται τόσο από την εσωτερική, εξαίρετη ερμηνεία του Βαγγέλη Μουρίκη, όσο και από την απροσδόκητα εντυπωσιακή ερμηνεία του γνωστού δημιουργού κόμικς (και παντελώς ερασιτέχνη ηθοποιού) Πέτρου Ζερβού στο ρόλο του γείτονα και μοναδικού ίσως φίλου του ήρωα.

Όπως καταλάβατε βρήκα την ταινία έως και συγκλονιστική. Και μάλιστα δίχως να επικεντρώνεται τόσο στην κατάδειξη της βίας καθεαυτής. Είναι η ψυχολογική βία αυτή που πραγματικά τσακίζει κόκαλα. 

Παρασκευή, Απριλίου 11, 2014

ΕΝΑΣ ΑΚΟΥΣΙΩΣ ΑΣΤΕΙΟΣ "ΝΩΕ"

Φυσικά και ήταν παράξενη η απόφαση του Darren Aronofsky να μεταφέρει στην οθόνη την ιστορία του… Νώε και του σχετικού κατακλυσμού. Έτσι το 2014 προβλήθηκε το «Noah» και, μια που πρόκειται για Αρονόφσκι, είπα να το δω.
Απογοητεύτηκα οικτρά. Αυτός ο Νώε νομίζω ότι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο μάλλον… αστείος είναι (ακουσίως βεβαίως). Η ταινία ούτε ακριβώς βιβλική είναι (η ματιά ενός πιστού) ούτε, σε καμία περίπτωση, ανατρεπτική, αμφισβητώντας την αυθεντία των Γραφών. Μάλλον με… περιπέτεια fantasy μου έμοιαζε, κι αυτή όχι από τις καλές (αλλιώς δεν θα είχα αντίρρηση). Φυσικά ο θεός υπάρχει (ο Δημιουργός, όπως τον αποκαλούν οι πάντες), και το όλο πράγμα μετατρέπεται σε ταινία δράσης με μάλλον χαζά διαλείμματα ζοφερού δράματος. Υπάρχουν και πολλοί πέτρινοι γίγαντες (εντυπωσιακοί σαν εφέ), οι οποίοι είναι οι… εκπεσόντες άγγελοι και βοηθούν τον Νώε και την οικογένειά του, υπάρχει ο αρχι-κακός (να μην χάσουμε την ευκαιρία), ο οποίος επιβιώνει του κατακλυσμού και… κρύβεται ως λαθρεπιβάτης στην κιβωτό (για να έχουμε προφανώς και το τελική μονομαχία προς το τέλος) και, κυρίως, υπάρχει ο Νώε κάπως ως βάρβαρος, να πολεμά και να σκοτώνει ως άλλος Κόναν, αποδεκατίζοντας σαν σούπερ ήρωας τους (άπιστους) εχθρούς. Νομίζω πως, όπως και να έβγαινε τελικά η ταινία, η ιδέα του Νώε ως δεινού, μπρατσαρά πολεμιστή να σφάζει και να σκοτώνει είναι επιεικώς αστεία.
Όπως σας είπα υπάρχει και το δράμα. Ο Νώε, παρερμηνεύοντας τις εντολές του Δημιουργού, αποφασίζει να σκοτώσει το ίδιο του το νεογέννητο εγγόνι, προσπαθώντας να εξαλείψει την ανθρώπινη φυλή. Το δράμα κορυφώνεται, αλλά… η αγάπη θα νικήσει (δεν σας κάνω spoiler. Αν δεν νικούσε προφανώς δεν θα υπήρχαμε εμείς σήμερα να βλέπουμε ταινίες).

Το κακό είναι ότι πάνω απ’ όλα βρήκα το φιλμ αμήχανο και αναποφάσιστο. Διότι ούτε ρυθμό μου φάνηκε ότι είχε, οπότε δεν κατάφερε να με κρατήσει ως βιβλική σούπερ περιπέτεια, ούτε καν ιδιαίτερα θεαματικό ήταν (στο εξ ίσου χαζό «2012», ας πούμε, ο κόσμος καταστρεφόταν πολύ πιο θεαματικά), ενώ το δράμα και τα διλήμματα τα βρήκα αφελή, οπότε, ούτε ως «σοβαρό» φιλμ προβληματισμού μπορεί κατά τη γνώμη μου να σταθεί. Συνολικά λοιπόν, με συγχωρείτε, αλλά δεν κατάλαβα τι τον έπιασε ξαφνικά τον Αρονόφσκι και γιατί έκανε ό, τι έκανε. Εντάξει, δήλωσε ότι το είχε από μικρός απωθημένο, αλλά δεν νομίζω ότι το πραγμάτωσε με τον καλύτερο τρόπο…

Πέμπτη, Απριλίου 10, 2014

"ΑΙΣΘΗΣΗ ΑΜΑΡΤΙΑΣ" Ή Η ΚΙΝΑ ΤΗΣ (ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ) ΗΘΙΚΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ

Ο Zhangke Jia είναι ένας γνωστός κινέζος σκηνοθέτης, που αρέσκεται να αποτυπώνει στην οθόνη το τραχύ και καθόλου κολακευτικό πρόσωπο της σύγχρονης Κίνας. Οι ταινίες του είναι ρεαλιστικές και απεικονίζουν μια απόλυτα πιστευτή πραγματικότητα.
Τον ίδιο δρόμο ακολουθεί και στην "Αίσθηση Αμαρτίας" (Tian zhu ding για να ξεσκονίσετε τα κινέζικά σας) του 2013. Αυτή τη φορά επιλέγει την δομή της σπονδυλωτής ταινίας. Το φιλμ αποτελείται από 4 ανεξάρτητες μεταξύ τους ιστορίες, που αποτυπώνουν μια δύσκολη καθημερινότητα, έχουν ωστόσο έναν κοινό παρονομαστή: Ένα αναπόφευκτο (;) ξέσπασμα βίας στο τέλος της κάθε μιας. Έτσι οι ιστορίες αυτές παύουν να είναι κοινές και καθημερινές και παρά την απόλυτα ρεαλιστική και συνηθισμένη απεικόνισή τους, σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι στην πραγματικότητα πρόκειται για ιστορίες που γίνονται ειδήσεις στα μέσα επικοινωνίας. Παρακολουθούμε λοιπόν την ιστορία ενός παθιασμένου με τη δικαιοσύνη κάτοικου ενός διεφθαρμένου χωριού, αυτή ενός δολοφόνου με παντελή έλλειψη οποιασδήποτε ηθικής, αυτή μιας γυναίκας που νοιώθει προδομένη στη σχέση της με ένα παντρεμένο και δέχεται τη σεξουαλική επίθεση ενός άθλιου πλούσιου και, τέλος, την ιστορία ενός νεαρού που αλλάζει δουλειές και τελικά καταλήγει σερβιτόρος σε έναν πολυτελέστατο οίκο ανοχής.
Πώς; Η (πρώην) κομουνιστική Κίνα διαθέτει βαθιά διεφθαρμένες κοινότητες, οίκους ανοχής, διεστραμένους πλούσιους και δολοφόνους για το κέρδος; Κι όμως: Το άγριο, ανελέητο πέρασμα από την πιο απόλυτη (υποτίθεται) μορφή σοσιαλισμού σε έναν κυριολεκτικά ανεξέλεγκτο, στυγνό καπιταλισμό δημιουργεί τερατώδεις καταστάσεις, οι οποίες μάλιστα είναι βιαιότερες και πιο ανεξέλεγκτες από αυτές της (συνηθισμένης στον καπιταλισμό) Δύσης. Τα πάντα μοιάζουν να έχουν ξεπουληθεί μπροστά στον πόθο του κέρδους. Το παρανοϊκό στην περίπτωση της Κίνας είναι ότι όλα αυτά συντελούνται ακόμα κάτω από μια σοσιαλιστική φρασεολογία. Βλέπετε, εκεί οι κυβερνήσεις δεν έχουν επίσημα αποποιηθεί το (επίσης στυγνό) κομουνιστικό καθεστώς, οπότε η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο ερμαφρόδιτη. Όπως ερμαφρόδιτη παραμένει και η συνεχής σύγκρουση παράδοσης και παλιάς νοοτροπίας αφ' ενός και σύγχρονης εποχής από την άλλη, πράγμα που τονίζεται επαρκώς στο φιλμ με διάφορους τρόπους (το παραδοσιακό, λαϊκό θέατρο δρόμου που μαγεύει πλήθος θεατών συνυπάρχει με την σύγχρονη τεχνολογία και τη δίψα του κέρδους).
Με στέρεα αφήγηση, δίχως κάτι exreme από κινηματογραφική άποψη, η ταινία νομίζω ότι αξίζει για την καταγραφή μιας σχιζοφρενούς πραγματικότητς και για την κατάδειξη των τραγικών συνεπειών της βίαιης, ανεξέλεγκτης εισβολής του καπιταλισμού και της απότομης αλλαγής αξιών που αυτή η εισβολή συνεπάγεται.


Παρασκευή, Απριλίου 04, 2014

LFO: Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΦΘΕΙΡΕΙ


Το «LFO: The Movie” είναι μια παράξενη σουηδική ταινία που γύρισε το 2013 ο Antonio Tublen  (είναι η 2η μεγάλου μήκους ταινία του).Κάπως ασυνήθιστη, λίγο «πειραματική» στη δομή της, διαθέτει ωστόσο στρωτή ιστορία και, τελικά, μου φάνηκε ενδιαφέρουσα. 
Ο ήρωας κάνει πειράματα με τον ήχο στο υπόγειο του σπιτιού του. Κάποια στιγμή ανακαλύπτει μια ηχητική συχνότητα με την οποία μπορεί να υπνωτίζει τους ανθρώπους και, τελικά, να τους κάνει υποχείριά του. Μετά από κάποια πειράματα στον εαυτό του, αρχίζει να χρησιμοποιεί σαν πειραματόζωα το ζευγάρι των γειτόνων του, με ποικίλα αποτελέσματα (και σεξουαλικά μεταξύ άλλων). Σύντομα θα διαπιστώσουμε ότι οι σποραδικές συνομιλίες με τη σύζυγό του βρίσκονται μόνο στο κεφάλι του, αφού αυτή, εδώ και κάποιον καιρό, είναι νεκρή. Στη συνάχεια, και αφού έχει «βαρεθεί» τους γείτονες, ο ήρωάς μας είναι έτοιμος για τον κόσμο...
Πρόκειται για μια ασυνήθιστη μαύρη κωμωδία. Μην περιμένετε βεβαίως κάτι ξεκαρδιστικό, κάθε άλλο. Το χιούμορ είναι υπόγειο και, όπως είπαμε, συχνά μαύρο. Και, βέβαια, τίθενται και σεναριακά ερωτήματα για την πνευματική κατάσταση του πρωταγωνιστή... Ουσιαστικά πάντως πρόκειται για μια «πειραγμένη» ματιά πάνω στο θέμα της αναζήτησης δύναμης και εξουσίας και την κατάχρησή της. Η εξουσία, βλέπετε, πάντοτε διαφθείρει και οδηγεί στην εκμετάλλευση των άλλων, ακόμα κι αν αρχικά υπάρχουν καλές προθέσεις. Οπότε βρίσκω πολύ σημαντικό το ερώτημα που θέτει το φιλμ: μπορούν οι άνθρωποι να αντισταθούν αν τους δοθεί απόλυτη εξουσία ή σύντομα θα παρασυρθούν σε κατήφορο στερώντας την ελευθερία και τη βούληση των άλλων;
Έχει ενδιαφέρον το πώς ο σκηνοθέτης παρουσιάζει την βαθμιαία εξέλιξη – προς όλο και σκοτεινότερα βάθη - του πρωταγωνιστή και πώς, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, ταυτίζει σιγά – σιγά τη μέθη της απόλυτης δύναμης με την παράνοια. Θα τονίσω και πάλι: Μην περιμένετε σε καμία περίπτωση μια ταινία χολιγουντιανής επιστημονικής φαντασίας, με έντονη δράση κλπ. Εδώ έχουμε άλλο κλίμα και άλλους αφηγηματικούς κώδικες. Αν είστε προετοιμασμένοι γι’ αυτό, πιστεύω ότι το φιλμ έχει ενδιαφέρον.

Πέμπτη, Απριλίου 03, 2014

Ο "ΕΓΩΙΣΤΗΣ ΓΙΓΑΝΤΑΣ" ΚΑΙ Η ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΜΙΖΕΡΙΑ

Υπάρχει – το έχουμε ξαναπεί – ένας πολύ ιδιαίτερος βρετανικός ρεαλισμός, ένα στιλ που αποτυπώνει ανελέητα στην οθόνη μια πολύ ιδιαίτερη βρετανική μιζέρια. Πρώτοι διδάξαντες και γνωστότεροι εκπρόσωποι οι Ken Loach και Mike Leigh. Σ’ αυτά ακριβώς τα χνάρια κινείται η πρώτη μεγάλου μήκους fiction ταινία της, βρετανής φυσικά, Clio BarnardΟ Εγωιστής Γίγαντας» του 2013.
Η ταινία παρακολουθεί την ιστορία δύο παιδιών 13 και 15 χρονών σε μια ξεχασμένη, καταθλιπτική επαρχιακή πόλη της Βρετανίας. Ο ένας, ο Άρμπορ,  είναι υπερκινητικός και πάσχει από αδυναμία συγκέντρωσης και έλλειμματική προσοχή. Αποβάλλεται από το σχολείο και πείθει τον (μοναδικό) φίλο του, τον Σουίφτι, να το εγκαταλείψουν και να ασχοληθούν με κάτι πολύ πιο προσοδοφόρο: Την κλοπή καλωδίων για τον χαλκό τους. Αυτά και άλλα μεταλλικά σκουπίδια πουλάνε στον «μεγαλορακοσυλλέκτη» Κίτεν. Αυτός ωστόσο μοιάζει να προτιμά και να εμπιστεύεται περισσότερο τον Σουίφτι. Σύντομα το δράμα θα πυροδοτηθεί.
Εξαιρετικοί χαρακτήρες, πολύ καλές ηθοποιίες, βαθύς κοινωνικός ρεαλισμός και απεικόνιση μιας μίζερης, πνιγηρής καθημερινότητας είναι τα χαρακτηριστικά του φιλμ, που το βρίσκω από τα καλύτερα στο είδος του. Αυτό που πραγματικά σοκάρει πάντως είναι η εικόνα μιας άθλιας σε όλα τα επίπεδα κοινωνίας ενός προηγμένου, υποτίθεται, δυτικού κράτους. Φτώχεια σε βαθμό εξαθλίωσης, παιδική εργασία και εκμετάλλευση, εγκληματικότητα, έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος, οράματος ή προοπτικής, συνθέτουν μια ζοφερή πραγματικότητα, δίχως ίχνος ελπίδας για κάποια αλλαγή. Αυτό που τονίζεται είναι το απόλυτο τέλος της όποιας μορφής κοινωνικής κατανόησης, αλληλοβοήθειας, συμπόνιας. Είτε σε προσωπικό επίπεδο είτε σε επίπεδο πολιτείας. Η κοινωνία κινείται γύρω από το χρήμα και μόνο και με το όραμα του εύκολου πλουτισμού – και μόνο, επίσης – μεγαλώνουν νέες γενιές. Η χρεοκοπία είναι απόλυτη και σε όλα τα επίπεδα.
Η γενική αυτή εικόνα τονίζεται από το γκρίζο, άσχημο και μελαγχολικό  τοπίο που περιβάλλει τους ήρωες. Ακόμα και τα πράσινα τοπία της υπαίθρου μοιάζουν να γονατίζουν κάτω από τους πελώριους όγκους των φουγάρων του πυρηνικού εργοστασίου της περιοχής, κάτω από τις συντριπτικές σκιές των οποίων θα συντελεστεί το τελικό δράμα.
Αν δεν είστε φίλοι του απόλυτου ρεαλισμού – από τον οποίο όμως δεν λείπει και το τρυφερό και με κατανόηση κοίταγμα των ηρώων – τότε δεν είναι η ταινία σας. Αν όμως σας ενδιαφέρουν όλα αυτά, το ξαναείπα, το θεωρώ από τα καλύτερα δείγματα. Για να είμαι ακριβής το βρίσκω συγκλονιστικό.
ΥΓ: Όπως δείχνει ο τίτλος, το φιλμ είναι ελεύθερα – πολύ ελεύθερα – εμπνευσμένο από το ομώνυμο διήγημα του Όσκαρ Γουάιλντ. Μεταλλαγμένο όμως. Δίχως ελπίδα…


Δευτέρα, Μαρτίου 31, 2014

ΑΠΟ ΤΗ ΓΗ ΣΤΗ ΣΕΛΗΝΗ ΜΕ ANIMATION (ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ)

To 2013 ο εικαστικός και σκηνοθέτης Άγγελος Σπάρταλης ξαφνιάζει ευχάριστα το ελληνικό (τουλάχιστον) κοινό με ένα από τα πολύ λίγα ελληνικά animation μεγάλου μήκους: Το "Από τη Γη στη Σελήνη", βασισμένο βεβαίως στο ομώνυμο έργο του Ιούλιου Βερν.
Η ιστορία είναι λίγο - πολύ γνωστή: Ένας ιδιοφυής εφευρέτης προτείνει να σταλεί μια τεράστια οβίδα - σκάφος που θα εκτοξευτεί από ένα γιγαντιαίο κανόνι. Η δύναμη της ώθησης θα είναι τέτοια ώστε θα περάσει την γήινη ατμόσφαιρα και θα φτάσει στη σελήνη. Ο ίδιος και δύο τολμηροί σύντροφοί του θα επανδρώσουν το παράτολμο εγχείρημα. Από ποιο σημείο της Αμερικής όμως θα εκτοξευτεί το βλήμα; Δεν υπάρχει ένας μόνο διεκδικητής. Περιττό να πούμε ότι στην εποχή του το βιβλίο ανήκε ξεκάθαρα στον χώρο που σήμερα θα αποκαλούσαμε επιστημονική φαντασία.
Ο Σπάρταλης βεβαίως διασκευάζει το μυθιστόρημα. Ενώ η ιστορία διαδραματίζεται το 186κάτι, όπως και στο βιβλίο, έχει προσθέσει πάμπολλους αναχρονισμούς και αναφορές σε σύγχρονα ή, εν πάσει περιπτώσει, μεταγενέστερα πρόσωπα και γεγονότα. Επίσης υπάρχουν άφθονες αναφορές στην τέχνη (ψάξτε στις πολύπλοκες και "φορτωμένες" εικόνες και θα ανακαλύψετε πολλές), αλλά και στη λογοτεχνία. Ταυτόχρονα προσθέτει το έντονο χιουμοριστικό στοιχείο, ώστε να σατιρίσει σημερινές καταστάσεις. Θέλοντας να τονίσει την παγκόσμια φύση ενός τέτοιου εγχειρήματος, δημιουργεί μια βαβέλ από γλώσσες τις οποίες μιλούν οι ήρωές του. Μόνο που - μια που πρόκειται για ελληνικό φιλμ - οι ήρωες αυτοί μιλάνε διαφορετικές ελληνικές ντοπιολαλιές (από κρητικά μέχρι επτανησιακά), τοσο μάλιστα που ορισμένοι απ' αυτούς απαιτούν και προβάλλονται με υπότιτλους. Η ταινία νοηματικά στηλιτεύει έντονα τον μιλιταρισμό, τη μανία του κέρδους, ενώ συγχρόνως αποτελεί ύμνο στη φιλία και τη συνεργασία.
Άφησα τελευταίο το πιο σημαντικό ίσως στοιχείο: Το στιλ του animation. Αυτό μπορεί να ξενίσει αρκετούς εθισμένους στη "στρογγυλή" και καλογυαλισμένη ντισνεϊκή αισθητική, αφού μάλιστα η κίνηση είναι κάπως σπασμωδική και η εικόνα επίπεδη. Όλες οι εικόνες αποτελούνται από περίεργα, ιδιόρυθμης αισθητικής κολάζ. Ακόμα και τα πρόσωπα των ηρώων είναι συχνά μισά - μισά, αποτελούμενα από φωτογραφίες διαφορετικών προσώπων (π.χ. το μισό πρόσωπο του γάλλου τυχοδιώκτη είναι το ασπρόμαυρο πρόσωπο του Ρεμπό και το άλλο μισό ένα πρόσωπο σε προφίλ). Το ίδιο συμβαίνει και με τα τοπία ή τα σκηνικά, που αποτελούνται από σειρές επικολλημένων φωτογραφιών. Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο και ασυνήθιστο. Το είπα και πριν: Μπορεί πολλούς να ξενίσει, ωστόσο είναι σίγουρα πρωτότυπο και πολύ προσωπικό σαν αισθητική. Ας τονίσουμε επίσης ότι τα τραγούδια του φιλμ (υπάρχουν κάμποσα) τραγουδούν ο Διονύσης Σαβόπουλος και ο Ψαραντώνης.
Δεν ξέρω αν θα σας αρέσει το όλο αποτέλεσμα (εγώ το βρήκα γοητευτικό μέσα στην ιδιορυθμία του). Αναμφισβήτητα όμως είναι πρωτότυπο. Και κυρίως προκαλεί θαυμασμό επειδή είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο και έγινε από ελάχιστους ανθρώπους (τον σκηνοθέτη, την οικογένεια και την παρέα του) στη διάρκεια κάμποσων χρόνων και με πραγματικά ελάχιστα χρήματα. Οπότε μιλάμε για άθλο επιμονής. Μπράβο!

Παρασκευή, Μαρτίου 28, 2014

ΟΙ "ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΜΕΡΕΣ" ΚΑΙ ΤΟ ΙΣΠΑΝΙΚΟ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ (ΚΑΙ ΠΑΛΙ)

Η ισπανική σχολή του φανταστικού σινεμά καλά κρατεί. Το 2013 οι David και Alex Pastor γυρίζουν το «Los Ultimos Dias” (Οι Τελευταίες Μέρες), μια ακόμα παραλλαγή του πολυχρησιμοποιημένου θέματος του τέλους του κόσμου (όπως τον ξέρουμε τουλάχιστον).
Η πρωτοτυπία της ταινίας έγκειται στον τρόπο με τον οποίο ο πολιτισμός καταστρέφεται αυτή τη φορά. Δεν θα σας το αποκαλύψω, αν και αποκαλύπτεται στο πρώτο τέταρτο ή εικοσάλεπτο, γιατί αξίζει αυτό το σύντομο έστω σασπένς. Οι άνθρωποι πάντως είναι παγιδευμένοι στα κτίρια, ενώ η πλήρης κατάρρευση των πάντων γύρω τους συνεχίζεται. Το φιλμ περιγράφει την οδύσσεια του ήρωα στην απελπισμένη προσπάθειά του να βρει μέσα στο χάος την έγκυο φίλη του. Συναντήσεις με αμφιλεγόμενους ανθρώπους, συγκρούσεις και βία, καταστροφές και κλειστοφοβικό «υπόγειο» κλίμα κυριαρχούν στην αναζήτηση αυτή.
Η αγχωτική ατμόσφαιρα και το μετακαταστροφικό τοπίο είναι, νομίζω, δοσμένα με επιτυχία. Επίσης το σασπένς είναι αρκετό για να κρατήσει τον θεατή (εμένα τουλάχιστον). Και, είπαμε, η αιτία της καταστροφής είναι πρωτότυπη (αν και ανεξήγητη). Ίσως να έχουμε να κάνουμε με μια παραβολή του σύγχρονου τρόπου ζωής και των μακροχρόνιων επιπτώσεών του. Πάντως έτσι δίνεται στους δημιουργούς η ευκαιρία να κινηματογραφήσουν την ταινία σε αποκλειστικά κλειστούς – και συχνά υπόγειους – χώρους, κερδίζοντας έτσι σε ατμοσφαιρικότητα.

Αντιρρήσεις έχω για το σχετικά εύκολο και προβλέψιμο τέλος, το οποίο αφήνει βέβαια ανέπαφη την ελπίδα, δεν παύει όμως να είναι μάλλον αφελές. Συνολικά πάντως βρήκα την ταινία συμπαθητική, αν και δεν την κατατάσσω στις σημαντικές του σύγχρονου ισπανόφωνου φανταστικού κινηματογράφου.

Τρίτη, Μαρτίου 25, 2014

"TWO WAY STRETCH" Ή ΠΟΙΟΣ ΚΥΒΡΝΑ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ;

Κατά τη δεκαετία του 50 η Βρετανία ανέπτυξε το δικό της στιλ κωμωδίας με επίκεντρο τα περίφημα Ealing Studios, χρησιμοποιώντας μια ομάδα σκηνοθετών, σεναριογράφων και ηθοποιών (ανάμεσα στους τελευταίους και οι Άλεκ Γκίνες και Πίτερ Σέλερς). Μια από τις τελευταίες επιτυχημένες ταινίες της περιόδου αυτής υπήρξε το "Two Way Stretch" του Robert Day, που γυρίστηκε το 1960. Ο τελευταίος υπήρξε κυρίως τηλεοπτικός σκηνοθέτης, γύρισε όμως και μερικές ταινίες μεταξύ 1957 και 1967.
Ο Πίτερ Σέλερς είναι φυλακισμένος για απάτες και ληστείες. Ενώ θέλει λίγες μόνο μέρες για να αποφυλακιστεί, βάζει σε λειτουργία ένα τέλειο σχέδιο: Με μια ομάδα συγκρατουμένων του θα αποδράσουν από τη φυλακή, θα πραγματοποιήσουν μια μεγάλη ληστεία διαμαντιών και θα... επιστρέψουν σ΄αυτή δίχως κανείς να αντιληφτεί ότι έλειπαν για λίγες ώρες. Ποιο μπορεί να είναι τελειότερο άλοθι, αφού υποτίθεται ότι βρίσκονται διαρκώς στη φυλακή; Κι ομως, πάντοτε υπάρχουν κάποιοι αστάθμητοι παράγοντες...
Η κωμωδία στην ταινία λειτουργεί σε διάφορα επίπεδα. Κατ' αρχήν εξαιρετικά αστείες είναι οι συνθήκες στις φυλακές, που τις βλέπουμε πριν το σχέδιο τεθεί σε εφαρμογή. Ο "εγκέφαλος" Πίτερ Σέλερς και η ομάδα γύρω του είναι αυτοί που ουσιαστικά διοικούν τη φυλακή, αφού οι σχέσεις κρατούμενων - δεσμοφυλάκων έχουν ανατραπεί πλήρως. Από την άλλη οι αστείες καταστάσεις με τον μοναδικό αυστηρό, σαδιστή σχεδόν, δεσμοφύλακα επαναλαμβάνονται σε όλη τη διάρκεια του φιλμ και αποτελούν πηγή διαρκούς γέλιου. Ταυτόχρονα το σασπένς λειτουργεί άψογα, καθώς οι κάθε λογής απρόοπτες καταστάσεις κρατούν τον θεατή. Τέλος η ηθογραφική διάσταση των σχέσεων των κρατουμένων με τις οικογένειές τους είναι επίσης απολαυστική. 
Γενικά πιστεύω ότι η κωμωδία αυτή (όπως και πολλές άλλες της βρετανικής σχολής των
Ealing Studios) διατηρούν αμείωτη τη φρεσκάδα τους παρά την πάροδο τόσων δεκαετιών. Το συχνά μαύρο χιούμορ τους, η ανατρεπτική διάθεση και τα πανέξυπνα σενάρια και διάλογοι εγγυώνται γι' αυτό. Αν αγνοείτε αυτή την περίοδο και την σχετικά ξεχασμένη αυτή πτυχή του παγκοσμιου κινηματογράφου, συνιστώ ολόψυχα να την ψάξετε. Νομίζω ότι η διασκέδαση που κρύβεται στις ασπρόμαυρες εικόνες της είναι εγγυημένη. Και μάλιστα πολύ πιο εκλεπτυσμένη και ευφυής από μεγάλο μέρος των σύγχρονων κωμωδιών.
 

Δευτέρα, Μαρτίου 24, 2014

ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΟ (;) NYMPHOMANIAC

Τι είναι τελικά το "Nymphomaniac", η πρόκληση του τρομερού δανού Lars von Trier για το 2013; Πρόκληση για την πρόκληση; Φάρσα ή σάτιρα; Φιλοσοφικό δοκίμιο; Μια παραβολή για τον έρωτα; Ένα ευφυές κινημτατογραφικό παιχνίδι; Απλώς μια ιστορία, διασκεδαστική στο πρώτο μέρος, σκοτεινή στο δεύτερο; Μάλλον όλα μαζί αυτά, τείνω να καταλήξω. Κι ίσως κι άλλα ακόμα.
Ένας διανοούμενος εργένης βρίσκει σ' ένα στενό μια τραυματισμένη γυναίκα. Την μεταφέρει στο αυστηρό, ασκητικό διαμέρισμά του κι αυτή, όταν συνέρχεται, του διηγείται την ιστορία της ζωής της και κυρίως την ατέλειωτη σειρά των ερωτικών της εμπειριών. Η κοπέλα, όπως η ίδια λέει, είναι νυμφομανής και το Α και το Ω της ζωής της είναι το σεξ με όλες τις πιθανές μορφές του. Το καθαρό σεξ, δίχως έρωτα, όπως τουλάχιστον επιδιώκει στα χρόνια της νιότης της. Πώς κατέληξε όμως στην τελευταία κατάσταση, τραυματισμένη στο δρόμο;
Το πρώτο που μπορούμε με ευκολία να παρατηρήσουμε είναι ότι ο Τρίερ παίζει με την αφήγηση. Ή, αν προτιμάτε, αφήνεται στην ηδονή της αφήγησης. Χωρίζει λοιπόν την ιστορία του σε κεφάλαια (8 αν θυμάμαι καλά και στα δύο μέρη του τετράωρου φιλμ), δίνει τίτλους στο καθένα, υιοθετεί διαφορετικές γραφές, παίζει με διάφορα γραφικά. H δομή της ιστορίας του, ένα διαρκές flash back φυσικά μέχρι να φτάσουμε στο σήμερα, είναι η εξής: Η γυναίκα αφηγείται κάποια φάση (και κάποιες ερωτικές περιπέτειες) μιας συγκεκριμένης περιόδου της ζωής της και στη συνέχεια επανερχόμαστε στο σήμερα, όπου ακολουθεί ένας διάλογος ανάμεσα στους δύο. Μετά επιστρέφουμε στη συνέχεια της εξιστόρησης του παρελθόντος. Το όλο πράγμα δηλαδή, εκτός από την άμεση αναφορά στις "Χίλιες και Μία Νύχτες" με την παραμυθού και τον ακροατή, προσωπικά μου θύμισε τη δομή των έργων του μαρκήσιου Ντε Σαντ, όπου τις άγριες ερωτικές πράξεις ακολουθούν μακροί φιλοσοφικοί διάλογοι. Το ενδιαφέρον στην ταινία είναι η φύση και το στιλ αυτών των μετά-τη-σεξουαλική-αφήγηση-συζητήσεων. Εδώ φαίνεται πόσο παίζει ο σκηνοθέτης. Οι συζητήσεις αυτές είναι πραγματικά επί παντός επιστητού: Από το ψάρεμα σε ποτάμια μέχρι τη μουσική του Μπαχ και από φιλοσοφία και μαθηματικά μέχρι το ύφος των βυζαντινών εικόνων ή τους περί ενοχής προβληματισμούς. Οι συνομιλητές άλλοτε διαφωνούν ριζικά κι άλλοτε συμφωνούν θαυμάσια και προσθέτουν ο ένας στις απόψεις (ή τις γνώσεις) του άλλου. Γενικά η γυναίκα μοιάζει να εκπροσωπεί το συναίσθημα ή το ένστικτο και ο άντρας τη λογική ή την εγκράτεια. Πρόκειται δηλαδή, όπως καταλαβαίνουμε κυρίως στο τέλος, για δύο αντίθετους, συμβολικούς χαρακτήρες. 
Όλα αυτά δίνονται με ένα μείγμα από χιούμορ (ναι, το φιλμ έχει και αρκετή πλάκα) και "σοβαρές" καταστάσεις, οι οποίες θα υπερισχύσουν στο δεύτερο μέρος μέχρι την άγρια, απαισιόδοξη κατάληξη. Στο μεταξύ έχουμε δει ένα πλήθος από τολμηρές σκηνές κάθε είδους και συνδυασμού. Ποιο μπορεί να είναι το συμπέρασμα; Ίσως (ίσως, λέω, γιατί τίποτα δεν είναι ποτέ σίγουρο για τις αληθινές προθέσεις του Τρίερ) ο σκηνοθέτης θέλει τελικά να τονίσει ότι όσο απολαυστικό και απελευθερωτικό είναι το ελεύθερο σεξ και η ηδονή, ποτέ δεν μπορεί να είναι μόνο. Όσο κι αν κάποιος προσπαθεί, παραβαίνοντας κάθε κοινωνικό κανόνα ή ταμπού, πάντα το βαθύτερο συναίσθημα, ο έρωτας, θα παρεισφρύσει, θα καταστείλει την απόλυτη ελευθερία του σεξ. Από την άλλη ίσως μας λέει ότι η απόλυτη απώλεια συναισθήματος και η καθαρή αναζήτηση ηδονής συνεπάγονται κάποιο βαρύ τίμημα. Όλα αυτά όπως τουλάχιστον είναι δομημένη η κοινωνία μας.
Όλα τα παραπάνω, είπαμε, με ένα "ίσως". Στο μεταξύ προτείνω να αφεθείτε στα ιδιοφυή σκηνοθετικά και διανοητικά παιχνίδια του Τρίερ. Και, αν θέλετε τη γνώμη μου στο επίμαχο θέμα, όχι, δεν τη θεωρώ "πορνό" (δεν έχω δει την "σκληρή" βερσιόν, αλλά έμαθα ότι ελάχιστα διαφέρει στο σημείο αυτό). Δεν νομίζω ότι σκοπός είναι να ερεθίσει, όπως τα κανονικά πορνό. Σε μένα τουλάχιστον δεν συνέβει κάτι τέτοιο. Προκλητική ναι. Πέρα για πέρα, λόγω του ίδιου του θέματος και της παρέλασης ποικίλων ερωτικών πράξεων. 'Αλλωστε ο δανός αρέσκεται και απολαμβάνει όσο τίποτα να προκαλεί με κάθε τρόπο (και εξωκινημταογραφικό). Όχι όμως πορνό.
Αν πάντως είστε ιδιαίτερα σεμνότυφοι, καλού κακού αλλάξτε κινηματογράφο.




Παρασκευή, Μαρτίου 21, 2014

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΑΪΜΟΝ ΚΑΙ ΟΙ ΚΕΦΑΤΕΣ ΕΜΜΟΝΕΣ

Ο βρετανός Martin Gooch είναι σκηνοθέτης (μικρού μήκους και τηλεοπτικών κυρίως) και ηθοποιός, έχει όμως γυρίσει και μεγάλου μήκους ταινίες. Η δεύτερη απ' αυτές, το "The Search for Simon" του 2013 ήταν για μένα μια ευχάριστη έκπληξη.
Υπάρχουν ταινίες που απευθύνονται σε συγκεκριμένο κοινό και όχι σε όλους. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κατ' εξοχήν τετοια περίπτωση. Το κοινό είναι αυτό της επιστημονικής φαντασίας, της φαντασίας γενικότερα, αλλά και αυτό που γνωρίζει (ελπίζω να μη  πιστεύει κιόλας) τις θεωρίες συνωμοσίας, τις δοξασίες περί  των "παρα- τέτοιων" φαινομενων, τα περί UFO κλπ. Το κοινό αυτό μπορεί να καταλάβει τις άπειρες τέτοιες αναφορές του φιλμ και, ως εκ τούτου, να  διασκεδάσει πραγματικά.Διότι πρόκειται για μια ασυνήθιστη κωμωδία - μαύρη μερικές φορές - αλλά και για μια σάτιρα όλων αυτών.
Ο ήρωας του φιλμ είναι εμμονικός σε βαθμό τρέλας, Όντας σαραντάρης, ψάχνει εδώ και 30 χρόνια τον αδελφό του Σάιμον που εξαφανίστηκε όταν ο ίδιος ήταν 10 χρονών. Ο Ντέιβιντ πιστεύει ακράδαντα ότι τον αδελφό του έχουν απαγάγει εξωγήινοι και είναι κάτι παραπάνω από βαθιά μπλεγμένος στα περί UFOλογίας και συνωμοσιολογίας θέματα. Φυσικά αρκετοί τον εκμεταλλεύονται για να του πάρουν χρήματα με αντάλλαγμα "πολύτιμες" πληροφορίες, οι περισσότεροι όμως τον βαριούνται φριχτά λόγω της εμμονής του. Φυσικά δεν έχει πια φίλους (εκτός από έναν), μένει με τη μητέρα του και για σχέση ούτε κατά διάνοια... Κάποια στιγμή θα αποκαλυφτεί η αλήθεια, αλλά το πράγμα θα έχει και συνέχεια.
Συχνά πολύ αστείο, αρκετές φορές πικρό, ακόμα και συγκινητικό σε κάποια σημεία, το φιλμ αντιμετωπίζει με συμπάθεια τον ημίτρελο ήρωά του, υποστηρίζει ότι συχνά είναι καλύτερα να "αφήνεις τον τρελό στην τρέλα του", αυτό που όμως κάνει πάνω απ' όλα είναι να σατιρίζει τη μανία με τα UFO, τη συνωμοσιολογία, τα παιχνίδια φαντασίας (και μερικά ιδιαίτερα βρετανικά παχνίδια - εμμονές) και άλλα πολλά και να κριτικάρει τη βαθύτερη μοναξιά που κρύβουν πολλές από αυτές τις καταστάσεις. Ταυτόχρονα, όπως είπαμε στην αρχή, βρίθει από αναφορές κάθε είδους. Ένα ευχάριστο παιχνίδι του μυημένου θεατή είναι να εντοπίσει όσο περισσότερες από αυτές μπορεί (προσέξτε, κρύβονται παντού, στο λόγο, στην εικόνα, στα βάθη των πλάνων...) Πολύ καλός ο βασικός ήρωας, που ερμηνεύεται από τον ίδιο τον Gooch. Γενικά απόλαυσα την ταινία, την βρήκα έξυπνη, πλακατζίδικη και τρυφερή συγχρόνως, αλλά, το είπα, θα την ευχαριστηθούν μόνο όσοι έχουν κάποια γνώση αυτών των θεμάτων.
ΥΓ: Και μία προσωπική cult λεπτομέρεια: Η μητέρα του ήρωα ερμηνεύεται από την Κάρολ Κλίβελαντ, η οποία δεν είναι άλλη από τη μοναδική γυναίκα (προκλητική τότε και συνήθως με σούπερ μίνι) που εμφανιζόταν επί 5 χρόνια στο θρυλικό τηλεοπτικό "Flying Circus" των ανυπέρβλητων Μοντυ Πάιθον (ναι, και σ' αυτούς υπάρχουν αναφορές)

Πέμπτη, Μαρτίου 20, 2014

ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΕΙΣ "ΑΠΑΓΩΓΕΣ"

Ο Glen Scantlebury είναι γνωστός μοντέρ και έχει δουλέψει σε πολλές ταινίες, από τον «Δράκουλα» του Κόπολα ως τον «Αρμαγεδώνα» και τη «Λάρα Κροφτ». Ωστόσο κατά καιρούς γυρίζει και δικές του ταινίες, πάντα σε συν-σκηνοθεσία με τη σύζυγό του Lucy Phillips. Η τρίτη από αυτές είναι το «Abducted» του 2013.
Ένα νεαρό ζευγάρι που κάνει διακοπές στο Λος Άντζελες απάγεται ξαφνικά από αγνώστους και κλείνεται σε έναν απρόσωπο χώρο, σαν φυλακή. Οι μυστηριώδεις απαγωγείς, που φοράνε μόνιμα πορτοκαλιές φόρμες και μάσκες, άλλοτε τους αφήνουν μαζί κι άλλοτε τους απομονώνουν. Σύντομα θα διαπιστώσουν ότι δεν είναι οι μόνοι απαχθέντες. Στον πολύπλοκο χώρο, σε διαφορετικά κελιά, υπάρχουν κι άλλα νεαρά ζευγάρια που έχουν απαχθεί. Το χειρότερο είναι ότι οι άγνωστοι κάνουν πειράματα στο σώμα τους με ανεξιχνίαστο σκοπό. Πρόκειται για τρομοκράτες, για την ίδια την κυβέρνηση, για εξωγήινους ή… τι; Στο μεταξύ οι απόπειρες απόδρασης που σχεδιάζονται αποτυγχάνουν η μία μετά την άλλη.
Low budget  θρίλερ επιστημονικής φαντασίας, γυρισμένο εξ ολοκλήρου σχεδόν σε κλειστούς χώρους, καταφέρνει νομίζω να κρατά τον θεατή με τη ένταση και το σασπένς που διαθέτει. Πιστεύω επίσης ότι η ιδέα που διατηρεί το ενδιαφέρον είναι το παντελώς άγνωστο τόσο της φύσης των απαγωγέων όσο και των ανεξιχνίαστων σκοπών τους. Δεν υπάρχουν εξηγήσεις για τη συμπεριφορά τους, για τους στόχους τους και, βέβαια, για την ίδια τους την ταυτότητα. Αυτή ακριβώς η έλλειψη σκοπού ή ξεκάθαρων επιδιώξεων του εχθρού είναι που κάνει το κλίμα πιο κλειστοφοβικό και αγωνιώδες. Εφιαλτικό μάλλον θα ήταν προτιμότερο να πω. Ταυτόχρονα το φιλμ ρίχνει και κάποιες ματιές στην ψυχολογία και τους διαφορετικούς χαρακτήρες των έγκλειστων και στις μεταξύ τους σχέσεις. Οι οποίες βεβαίως δεν είναι και τόσο απλό να εξελιχθούν, καθώς οι απαγωγείς τους κλείνουν σε κελιά με διαφορετικούς, τυχαίους ουσιαστικά συνδυασμούς.
Δεν είναι κάτι ιδιαίτερα σπουδαίο, είναι ανοιχτό σε διαφορετικές ερμηνείες, ωστόσο το βρήκα αρκετά αποτελεσματικό. Φυσικά μην ψάχνετε για έντονη δράση ή, πολύ περισσότερο, εφέ. Ωστόσο νομίζω ότι η ταινία πετυχαίνει τους στόχους της.