Δευτέρα, Μαρτίου 17, 2014

TO "DALLAS BUYERS CLUB" ΚΑΙ Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΛΑΘΟΣ ΗΡΩΑ

Τον εκ Κεμπέκ καναδό Jean-Marc Vallee τον θυμάμαι από το ενδιαφέρον C.R.A.Z.Y. του 2005. Το 2013 γυρίζει το "Dallas Bue\yers Club" και διακρίνεται στα Όσκαρ, κυρίως στην πολύ καλή ηθοποιία του Μάθιου ΜακΚόναχι.
Το φιλμ βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Το 1985 ο μάτσο, ομοφοβικός, εθισμένος σε σεξ με πόρνες  και μικροαπατεώνας Ρον Γούντρουφ βρίσκεται ότι πάσχει από AIDS και οι γιατροί του δίνουν λίγους μήνες ζωής. Φυσικά το σοκ είναι μεγάλο, αν σκεφτεί μάλιστα κανείς ότι την εποχή αυτή το AIDS θεωρούνταν ασθένεια μόνο των ομοφυλόφιλων. Όταν μαθαίνει ότι το βασικό φάρμακο που χορηγείται παρατείνει μεν για λίγο τη ζωή, αλλά σκοτώνει λόγω παρενεργειών, πειραματίζεται με παράνομα στις ΗΠΑ κοκτέιλ φαρμάκων και όταν διαπιστώνει ότι με αυτά πάει καλύτερα αρχίζει να τα εισάγει ημιπαράνομα στη χώρα και να τα πουλά σε άλλους ασθενείς κάνοντας κυριολεκτικά χρυσές δουλειές. Σαν δεξί χέρι, ο μάτσο - ή πρώην μάτσο - αυτός τύπος έχει ένα τραβεστί.
Η ταινία διαθέτει όλες τις κλασικές οσκαρικές αρετές. Στέρεο σενάριο και αφήγηση, ενδιαφέροντες και αρκετά πολύπλοκους χαρακτήρες, "πάσχοντες" ήρωες κλπ. Και φυσικά πολύ καλές ηθοποιίες (εξ ίσου καλός με τον πρωταγωνιστή είναι ο Τζάρεντ Λέτο). Διαθέτει όμως και κάποια άλλα θετικά στοιχεία: Επιτίθεται ξεκάθαρα στο σύστημα υγείας των ΗΠΑ (το τότε τουλάχιστον, αλλά δεν νομίζω ότι έχουν αλλάξει ριζικά τα πράγματα), υπονοώντας ότι πολλά γίνονται (ή δεν γίνονται) για το συμφέρον των φαρμακευτικών εταιριών και δευτερευόντως μόνο για την υγεία του κόσμου. Δεν ξέρω αν μπορεί να υπάρξει χειρότερη καταγγελία για την προσανατολισμένη στο κέρδος και όχι στον άνθρωπο κοινωνία μας. Ακόμα πιο ενδιαφέροντα όμως βρίσκω τον βασικό χαρακτήρα: Ο Γούντρουφ κάθε άλλο παρά αλτρουιστής είναι. Από την αρχή σκιαγραφείται σαν ένας αρνητικός, αντιπαθής χαρακτήρας (είπαμε: απατεώνας, ομοφοβικός, μάτσο...). Αλλά και όταν αρχίζει να πουλά τα φάρμακα και να βρίσκεται σε διαρκή σύγκρουση με το αμερικάνικο σύστημα υγείας, σώζοντας έτσι εκατοντάδες ζωές, δεν το κάνει από καλοσύνη, αλλά σαν κύριο στόχο έχει το κέρδος. Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτεται άλλωστε όταν διαπιστώνει ότι κάποια κοκτέιλ φαρμάκων λειτουργούν πολύ καλύτερα από την "επίσημη" συνταγή: "Εδώ υπάρχουν τεράστιες ευκαιρίες να οικονομήσουμε". Άλλωστε ο φυσικός "μάτσο" τσαμπουκάς του είναι αυτός που έχει το πάνω χέρι και όχι οποιασδήποτε μορφής "αγάπη προς τον πλησίον". Φυσικά κάπου στο δρόμο θα μαλακώσει, ο χαρακτήρας του θα βελτιωθεί κάπως, αλλά η βασική αρνητική του διάσταση παραμένει.Θα γίνει έτσι ένας πραγματικός "ήρωας κατά λάθος".
Για όλα αυτά, και για την καταγραφή της εποχής του πρώτου τρόμου του AIDS, όταν η ασθένεια σάρωνε, κυρίως όμως για τον βασικό χαρακτήρα και τις αντιφάσεις του, θεωρώ σημαντική αυτή τη low budget, ανεξάρτητη παραγωγή, που τόση εντύπωση έκανε παντού (και στα  Όσκαρ).

Παρασκευή, Μαρτίου 14, 2014

ΜΑΖΟΡΕΤΕΣ - ΒΑΜΠΙΡ (ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΑ)

Το είδος των ταινιών τρόμου, στην σύγχρονη εποχή της παρακμής του, παράγει πολλά σκουπίδια (πιστεύω ότι το ποσοστό τους είναι υψηλότερο από παλιότερα). Η προσωπική μου άποψη είναι ότι σ’ αυτά συγκαταλέγεται και το «All Cheerleaders Die” του 2013 των Lucky McKee και Chris Silvertson. Πρόκειται βεβαίως για τον τυπικό πλέον συνδυασμό τρόμου και χαβαλέ, αλλά δεν βρισκόμαστε νομίζω στα καλύτερά του…
Σε ένα αμερικάνικο λύκειο (κλασικά) οι μαζορέτες (ηλίθιος αμερικάνικος θεσμός που ποτέ δεν κατάλαβα ή/και συμπάθησα) αποκαλούνται bitches και τα φτιάχνουν βεβαίως με τους παίκτες της ομάδας αμερικάνικου ποδοσφαίρου του σχολείου. Μετά τον θάνατο μιας απ’ αυτές, και αφού παρακολουθήσουμε διάφορα χαζοχαρούμενα αισθηματικά μπλεξίματα, η ηρωίδα αποφασίζει να εκδικηθεί αγόρια και κορίτσια για τον προαναφερθέντα θάνατο. Γίνεται λοιπόν κι αυτή μαζορέτα, για να «αλώσει» το σύστημα από τα μέσα. Κάπου στο δρόμο θα μπει και το υπερφυσικό στοιχείο με τους ρούνους μιας άλλης μαθήτριας, που εξασκεί μαγεία, και από ένα σημείο και μετά ολόκληρο το κοριτσίστικο team μετατρέπεται σε βαμπίρ και εκδικείται τα απαράδεκτα αγόρια.
 Θα μπορούσε να έχει ίσως πλάκα, αλλά νομίζω ότι αποτυγχάνει και σ’ αυτό. Γελοίο σενάριο, που θα μπορούσε να θεωρηθεί φεμινιστικό της κακιάς ώρας (δεν έχω τίποτα με τα φεμινιστικά, κάθε άλλο μάλιστα, απλώς κρίνω το συγκεκριμένο), προβλέψιμες καταστάσεις, λίγο soft σεξ (και λίγο λεσβιακό για να μας γαργαλήσει), εύκολα εφέ με τους λαμπυρίζοντες σε διάφορα electric χρώματα ρούνους και άλλα τέτοια με έκαναν μάλλον να πλήξω παρά να διασκεδάσω. Και να σκεφτεί κανείς ότι ο ένας από τους δύο σκηνοθέτες, ο Lucky McKee, είχε ξεκινήσει το 2002 με το πολύ πιο ενδιαφέρον φιλμ τρόμου «May”. Η συνέχεια, αν κρίνω από βαθμολογίες των ταινιών, δεν υπήρξε ανάλογη.

Πάντως ίσως κάποιοι διασκεδάσουν με την ταινία, πάντα με διάθεση χαβαλέ, με μπύρες και ό, τι άλλο, και έχοντας εξ αρχής πολύ χαμηλές προσδοκίες.

Τετάρτη, Μαρτίου 12, 2014

Ο ΠΟΛΥΕΠΙΠΕΔΟΣ "ΟΜΑΡ" ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΑΚΟ ΔΡΑΜΑ

Παλαιστινιακή ταινία; Ναι, και μάλιστα εξαιρετική. Μιλάμε για το «Omar» (2013) του Hany Abu-Assad, του οποίου είχαμε δει και το «Παράδεισος Τώρα» το 2005. Ο σκηνοθέτης αυτός δεν είναι καθόλου τυχαίος.
Η ταινία μας μεταφέρει στην καθημερινή βία της κατεχόμενης από τους ισραηλινούς Παλαιστίνης. Ο νεαρός Ομάρ με δύο φίλους του σκοτώνουν έναν ισραηλινό στρατιώτη. Ο Ομάρ θα συλληφθεί, αλλά στόχος των αρχών δεν είναι να τον τιμωρήσουν, αλλά να τον χρησιμοποιήσουν για να φτάσουν στον αρχηγό της οργάνωσης. Από εκεί και πέρα τα πράγματα μπερδεύονται, οι ρόλοι των πάντων θα πάψουν να είναι ξεκάθαροι και ο ήρωας θα βρεθεί μπροστά σε διαρκή αδιέξοδα, τα οποία μάλιστα αφορούν και τη σχέση του με την Νάντια, με την οποία είναι ερωτευμένος.
Το σίγουρο είναι ότι ο σκηνοθέτης δεν δίνει έτοιμες λύσεις. Οι χαρακτήρες και οι καταστάσεις είναι πολύπλοκες, τα όρια του καλού και του κακού (ή των «καλών» και των «κακών») συγκεχυμένα. Η αξία του φιλμ, κατά τη γνώμη μου, έγκειται σ’ αυτό ακριβώς το πολυεπίπεδο που διαθέτει (ακόμα και ο ισραηλινός αστυνομικός έχει τις ανθρώπινες πλευρές του). Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο κύκλος του αίματος συνεχίζεται αέναα και ότι η διαρκής βία αλλοιώνει, παραμορφώνει κάθε προσπάθεια για «κανονική» ζωή (ό, τι κι αν σημαίνει αυτό για τον καθένα). Είναι συγκλονιστικό να βλέπεις πόσο οι νεαροί, παιδιά σχεδόν, θεωρούν απόλυτα φυσικό να πολεμήσουν βίαια ενάντια σ΄ αυτούς που θεωρούν κατακτητές και να ενταχθούν σε σχετικές οργανώσεις. Ταυτόχρονα η ταινία μιλά για τη φρίκη των διαχωρισμών κάθε είδους. Το πελώριο τσιμεντένιο τοίχος που έχουν χτίσει οι ισραηλινοί για να εμποδίσουν τη διέλευση παλαιστινίων από τα κατεχόμενα προς το Ισραήλ, και στο οποίο σκαρφαλώνει συχνά ο ήρωας, λειτουργεί σαν δυνατό σύμβολο των διαχωρισμών αυτών.
Κινηματογραφικά η ταινία διαθέτει έντονο σασπένς, κάνει νομίζω τον θεατή να βιώσει το καθημερινό αδιέξοδο του Ομάρ, αλλά και όλων των άλλων γύρω του στην πολύπαθη αυτή περιοχή. Το σενάριο είναι στέρεο και δυνατό, οι καταστάσεις αλλάζουν διαρκώς και η τελική σκηνή πραγματικά συγκλονιστική. Δεν είναι καθόλου τυχαίο άλλωστε ότι η ταινία ήταν υποψήφια για Ξενόγλωσσο Όσκαρ (δεν το πήρε βέβαια, γιατί σιγά μη δίνανε Όσκαρ σε φιλμ που μιλά για τον αγώνα για την παλαιστινιακή ανεξαρτησία. Και μόνο που προτάθηκε όμως…)


Πέμπτη, Μαρτίου 06, 2014

ΤΑ "ΙΠΤΑΜΕΝΑ ΣΤΙΛΕΤΑ" ΚΑΙ Η ΟΠΤΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ

Το 2000 ο "Τίγρης και Δράκος" του Ang Lee εντυπωσίασε το δυτικό κοινό και κίνησε το ενδιαφέρον του για τις πολεμικές περιπέτειες εποχής. Ο κινέζος Yimou Zhang "απάντησε" το 2002 με το εντυπωσιακότατο "Hero" και συνέχισε στο ίδιο κλίμα το 2004 με τα "Ιπτάμενα Στιλέτα" (House of Flying Daggers ήταν ο αγγλικός τίτλος).
Βρισκόμαστε στην Κίνα κάπου στον 9ο αιώνα. Η δυναστεία Τανγκ έχει παρακμάσει και οι κυβερνήσεις είναι διεφθαρμένες και άδικες. Κάπου εκεί δημιουργείται η μυστική οργάνωση "Ιπτάμενα Στιλετα" και κάνει ό,τι ο Ρομπέν των Δασών στη δύση: Κλέβει από πλούσιους και δίνει στους πεινασμένους φτωχούς. Η αστυνομία υποπτεύεται ότι μια κοπέλα που δουλεύει σε πορνείο έχει σχέση με την οργάνωση. Στέλνει λοιπόν έναν αξιωματικό να την παρακολουθήσει. Η πανέμορφη κοπέλα είναι τυφλή. Ο αστυνομικός τη συλλαμβάνει, αλλά, σε συνενόηση με τον συνάδελφό του, προσποιείται ότι τη σώζει, την ελευθερώνει και την ακολουθεί για να κερδίσει την εμπιστοσύνη της και να φτάσει έτσι στην καρδιά της οργάνωσης. Τα πράγματα όμως δεν είναι καθόλου όπως φαίνονται. Τα πάντα θα ανατραπούν όχι μόνο σε συναισθηματικό επίπεδο, αλλά και σε πολλά άλλα, καθώς οι εκπλήξεις διαδέχονται η μία την άλλη.
Με ένα πολύπλοκο σενάριο που καταφέρνει να κρατά το ενδιαφέρον του θεατή, η ταινία βασίζεται στις ανατροπές και τις απροσδόκητες εξελίξεις. Ωστόσο, όπως ακριβώς και με τα φιλμ που προαναφέραμε, η αξία της δεν βρίσκεται εκεί, νομίζω, αλλά στο οπτικό μέρος. Πλούσια παραγωγή, εντυπωσιακή σκηνογραφία τόσο στα μαγευτικά εσωτερικά όσο και στα εξωτερικά και κυρίως εκπληκτικά χορογραφημένες μάχες - είναι πραγματικά σα να παρακολουθείς μπαλέτο - είναι πιθανό να κόψουν την ανάσα σε πολλούς. Ούτως ή άλλως ο Γιμού είναι βιρτουόζος στο είδος, όπως είχε αποδείξει με τον "Ήρωα". Και προσθετει και στοιχεία ποίησης (θυμηθείτε την τελική σκηνή, με τη μονομαχία που συνεχίζεται ενώ ο καιρός - ή ίσως οι εποχές - αλλάζουν γύρω απο τους δύο ήρωες).
Δράμα, ανατροπές και εξωτικό υπερθέαμα λοιπόν αποτελούν το χορταστικό μενού του φιλμ. Κι μάλιστα όλα εκτελεσμένα με μια εκπληκτική δεξιοτεχνία. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά τα έχουμε κάπου ξαναδεί  (το δυτικό κοινό τουλάχιστον στα δύο φιλμ που προανέφερα). Έτσι βρίσκω μεν την ταινία εντυπωσιακότατατη, αλλά και σε ένα κλίμα που έχω πλέον μάθει καλά. Αν πάντως σας γοητεύει το είδος αυτό των "ιπτάμενων" πολεμικών τεχνών, με τα εκπληκτικά σκηνικά και το μεγάλο θέαμα, μην το χάσετε.

Τετάρτη, Μαρτίου 05, 2014

Ο ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΚΑΙ Η ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΑ



Το σύγχρονο ελληνικό σινεμά, είτε αρέσει είτε όχι στο ευρύ κοινό, ακολουθεί μια πορεία που τουλάχιστον ως ενδιαφέρουσα θα τη χαρακτήριζα. Στην αλυσίδα των «παράξενων» ταινιών του έρχεται το 2013 να προστεθεί και «Η Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά» της πρωτοεμφανιζόμενης Ελίνας Ψύκου.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι ένας διάσημος τηλεπαρουσιαστής κιτς πρωινάδικου, όπως όλα αυτά που κατακλύζουν το βόθρο της ελληνικής (και όχι μόνο) τηλεόρασης. Προκειμένου να τονώσει ακόμα περισσότερο τη δημοτικότητα και τον θόρυβο γύρω από το όνομά του, ο Παρασκευάς σκηνοθετεί (με τη βοήθεια του καναλάρχη του) την απαγωγή του. Αυτό που κάνει στην πραγματικότητα είναι να κρυφτεί σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο κάπου στην επαρχία, το οποίο παραμένει κλειστό το χειμώνα. Ολομόναχος εκεί αρχίζει να βαδίζει σταθερά στο δρόμο της τρέλας, ενώ τα μίντια όντως παθαίνουν φρενίτιδα γύρω από την ξαφνική του εξαφάνισή. Όταν κάποια στιγμή αποφασίζει να εγκαταλείψει το πελώριο, έρημο ξενοδοχείο, η παράνοια αυξάνεται όλο και περισσότερο και ο ήρωας είναι όλο και πιο αναποφάσιστος για το πότε είναι η καλύτερη στιγμή για τη θριαμβευτική επιστροφή…
Με έναν εξαιρετικό Χρήστο Στέριογλου, που το κρατά όλο στις πλάτες του, το φιλμ ξεκινά ως ένα είδος ελληνικής εκδοχής της «Λάμψης» (δίχως το στοιχείο του τρόμου) για να αλλάξει στο δεύτερο μέρος, στο οποίο ωστόσο εισχωρεί όλο και πιο βαθιά στην παράνοια. Αποτελεί μια εύστοχη, κατά τη γνώμη μου, σάτιρα των μίντια και της τηλεόρασης ιδιαίτερα και δείχνει με εξαιρετικό τρόπο την απύθμενη κενότητα, τη βλακεία και το απόλυτο τίποτα που κρύβεται πίσω από την αστραφτερή βιτρίνα. Όλα αυτά αντανακλώνται στο πρόσωπο του ήρωα: Πολύ σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι ο άνθρωπος αυτός όταν βρίσκεται μακριά από τις κάμερες και την τηλεοπτική δόξα διαθέτει μια αληθινά ανύπαρκτη προσωπικότητα, είναι ένα τίποτα. Σαν βαμπίρ, τρέφεται μόνο από την (κιτς) λάμψη της δόξας και, φυσικά, μέσα σε απόλυτη έλλειψη κάθε μορφής ηθικής είναι πρόθυμος να φτάσει στα άκρα για να παραμείνει στην επιφάνεια.
Ξέρω ότι η ταινία δεν προορίζεται για ευρύ κοινό, είναι αρκετά ιδιόρρυθμη για κάτι τέτοιο. Ωστόσο προσωπικά μου άρεσε πολύ και εκτίμησα τη λιτότητα, αλλά και τη στέρεη δομή και εξέλιξή της. Ίσως βέβαια να μου άρεσε και επειδή χτύπησε μια βαθιά, πολύ προσωπική «φλέβα» μου: Την βαθύτατη απέχθειά μου για την τηλεόραση και τον κόσμο που κινείται γύρω της. Πάντως τη θεωρώ αξιόλογη ταινία. Θα παρακολουθήσω με ενδιαφέρον και τα επόμενα βήματα της Ψύκου.

Κυριακή, Μαρτίου 02, 2014

ΕΝΑΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ ΣΕ ΕΝΑ ΦΙΛΜ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ



Ομολογώ ότι ελάχιστα πράγματα γνωρίζω για τον αιγυπτιακό κινηματογράφο. Ωστόσο η ταινία «Δολοφονία Φωτογράφου» (Mesawar Qateel) που γύρισε ο Kareem El-Adl το 2012 με εντυπωσίασε. Προσέξτε όμως: Δεν με εντυπωσίασε ως ταινία μιας άγνωστης, «εξωτικής» κινηματογραφίας, που έχει σχέση με τη ζωή και την ατμόσφαιρα του τόπου, αλλά σαν ένα καλογυρισμένο, εντυπωσιακό θα έλεγα, χολιγουντιανών προδιαγραφών θρίλερ. Οπότε μην το ψάξετε για να δείτε κάτι «έθνικ», αλλά σαν ένα ενδιαφέρον και πρωτότυπο δυτικής αισθητικής φιλμ.
Ο ήρωας είναι διάσημος αιγύπτιος φωτογράφος. Όταν η γυναίκα του δολοφονείται ενώ ο ίδιος είναι μαζί της στο σπίτι, αρχίζει, με τη βοήθεια ενός συγγενή του αστυνομικού, μια έρευνα για να βρει το δολοφόνο. Κάπου εκεί ένας παράξενος τύπος στο μετρό, κάτι σαν κλοσάρ, του πουλά μια αρχαία κάμερα, οι φωτογραφίες της οποίας δεν είναι ακριβώς ό,τι βρίσκεται μπροστά στο φακό της… Από εκεί και πέρα τα πράγματα αρχίζουν να μπερδεύονται. Μήπως τελικά κάποιος ή κάτι μπορεί να δει στο μέλλον;
Το φιλμ δεν έχει, νομίζω, τίποτα να ζηλέψει από ένα αμερικάνικο θρίλερ (καλό εννοώ, διότι από μόνη της η φράση δεν λέει τίποτα, αφού έχουμε δει πάμπολλά κακά δείγματα του είδους). Το σασπένς είναι συνεχές, οι ανατροπές – προς το τέλος κυρίως – απροσδόκητες, η ιστορία πρωτότυπη και έξυπνη. Εντύπωση επίσης προκαλεί η «φανταχτερή» σκηνοθεσία. Παράδοξες κινήσεις της κάμερας, πειραγμένα χρώματα, μυστηριώδη νυχτερινά… Ίσως μάλιστα να θεωρώ και κάπως too much όλα αυτά, αλλά είναι μάλλον αναμενόμενο από μια σχετικά άγνωστη – αν και ανεπτυγμένη, ποσοτικά τουλάχιστον – κινηματογραφία να υποκύπτει σε κάποιους πειρασμούς εντυπωσιασμού. Σε γενικές γραμμές πάντως θεωρώ την ταινία μια πραγματικά ευχάριστη έκπληξη, καθώς μάλιστα είναι και το πρώτο φιλμ του αραβικού κόσμου που βλέπω, το οποίο κινείται στο χώρο του φανταστικού. Πολύ επιτυχημένα θα έλεγα.
ΥΓ: Πρόκειται για τη δεύτερη ταινία του El-Adl. Η πρώτη, που δεν έχω δει, έχει πάρει καλή βαθμολογία στο IMDB. Θα γίνουμε άραγε μάρτυρες μιας ανάλογης συνέχειας;

Τρίτη, Φεβρουαρίου 25, 2014

Ο ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΣ WALTER MITTY

Το 2013 είδαμε την κατά Μπεν Στίλερ "Κρυφή Ζωή του Walter Mitty". Είναι γνωστό ότι η ταινία αυτή είναι ριμέικ. Το αυθεντικό φιλμ γυρίστηκε το 1947 από τον Norman Z. McLeod (1895-1964), έναν από τους παλιούς και παραγωγικούς σκηνοθέτες κωμωδιών του Χόλιγουντ, με τον ίδιο ακριβώς τίτλο: "The Secret Life of Walter Mitty" και είχε σαν πρωταγωνιστή - ατραξιόν τον Ντάνι Κέι.
Ο Κέι - Μίτι είναι υπάλληλος σε μια εκδοτική εταιρία που παράγει φτηνά, pulp περιοδικά, είναι ιδιοφυής, αλλά το αφεντικό του καρπώνεται πάντοτε τις ιδέες του. Εκείνος, επηρεασμένος από τους φανταστικούς κόσμους των περιοδικών τα οποία διορθώνει ή και επινοεί ο ίδιος τις ιδέες που περιέχουν, είναι πραγματικά ονειροπαρμένος και κάθε λίγο αφαιρείται ταξιδεύοντας με τη φαντασία του σε εξωτικά ή φανταστικά μέρη. Ζώντας με μια καταπιεστική μητέρα και αραβωνιασμένος με μια ξενέρωτη κοπέλα, ονειρεύεται τη μεγάλη περιπέτεια. Ώσπου γνωρίζει μια μυστηριώδη ξανθιά, που του εμπιστεύεται ένα μαύρο βιβλίο με πληροφορίες για τον χαμένο θησαυρό του ολανδικού στέματος - τον οποίο φυσικά διεκδικούν και διάφοροι "κακοί" - και η περιπέτεια μπαίνει αληθινά στη ζωή του. Και δεν είναι μάλιστα καθόλου ακίνδυνη...
Φυσικά το φιλμ είναι ένα one man show από τον Ντάνι Κέι, ο οποίος μπαινοβγαίνει σε παράξενα σκηνικά, τραγουδά ενίοτε,κάνει γκριμάτσες και σε κάποια σημεία γίνεται όντως ξεκαρδιστικός. Οι κόσμοι που φαντάζεται ο ήρωας δίνουν αφορμή για νούμερα σε εξωτικά μέρη, ενώ οι τάσεις φυγής του από τη μίζερη και αποπνικτική πραγματικότητα βρίσκουν ιδανικές συνθήκες για να γιγαντωθούν στο εργασιακό περιβάλλον του, γεμάτο από προχειρογραμμένες, συνήθως κακά εικονογραφημένες, αλλά και γοητευτικές με τον cult τρόπο τους, περιπέτειες. Σήμερα ιδιαίτερα δεν μπορούμε παρά να ρίξουμε μια νοσταλγική ματιά σ΄όλον αυτό τον pulp σωρό, η επιτυχία του οποίου την εποχή αυτή σατιρίζεται στο φιλμ. Ταυτόχρονα υπάρχει και το στοιχείο του σασπένς και κάμποσες ανατροπές στην πλοκή, όταν στο σκηνικό μπαίνει η αληθινή περιπέτεια.
Διασκεδαστική ταινία, αλλά και με πολλή αφέλεια της εποχής. Πάντως κάποιες σκηνές τραγουδιών του Κέι μου φάνηκαν πολύ βαρετές. Και, φυσικά, η πλοκή δεν πείθει και πολύ, αλλά αυτό ανήκει στη μεγάλη κατηγορία των αποδεκτών συμβάσεων που γνωρίζουμε από την αρχή. Σε γενικές γραμμές τη βρήκα ευχάριστη, αλλά και κάπως ξεπερασμένη.
ΥΓ: Για φανς ορισμένων ειδών: Ένας από τους "κακούς" είναι ο Μπόρις Καρλόφ αυτοπροσώπως.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 24, 2014

HER : ΔΙΚΗ ΤΟΥ Ή ΔΙΚΟΣ ΤΗΣ;

Ο Spike Jonze διαθέτει πάντοτε έντονη κλίση προς το παράδοξο, το φανταστικό, τα πολύπλοκα παιχνίδια του μυαλού, συγχρόνως όμως και μια έκδηλη ευαισθησία και τρυφερότητα. Τα στοιχεία αυτά δεν θα μπορούσαν να λείπουν από το ""Her" (Δικός της) του 2013, το οποίο διαποτίζεται (για μια ακόμα φορά) από μια ασυνήθιστη αύρα.
Σς ένα κοντινό μέλλον ο μοναχικός πλεον ήρωας (έχει χωρίσει από τη γυναίκα που αγαπά μια ολόκληρη ζωή) περνά ανιαρά τη ζωή του δουλεύοντας (γράφει γεμάτες συναισθήματα επιστολές για άλλους που δεν διαθέτουν αυτή την ικανότητα), παίζοντας videogames στο σπίτι του ή κάνοντας σποραδικά τηλεφωνικό σεξ. Καμιά γυναίκα δεν φαίνεται τον ικανοποιεί ώστε να ξεκινήσει μια καινούρια σχέση, ώσπου αγοράζει ένα λειτουργικό σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, κάτι σαν κινητό. Αυτή, η "Σαμάνθα", είναι αρχικά tabula rasa, διαθέτει όμως άπειρες πρακτικά δυνατότητες για ανάπτυξη, πολύ μεγαλύτερες από αυτές των ανθρώπινων όντων. Και, φυσικά, μπορεί να αποκτήσει προσωπικότητα. Η διαδικασία είναι αμφίδρομη: Η ΤΝ (τεχνητή νοημοσύνη) αναπτύσεται με βάση τα δεδομένα που της δίνει ο ιδιοκτήτης της και εκείνη,. με τη σειρά της, επηρεάζει με πολλούς τρόπους τη ζωή του. Σύντομα η μεταξύ τους σχέση θα εξελιχτεί σε κανονικότατο έρωτα και ο Θίοντορ θα νοιώσει μετά πολύ καιρό πραγματικά ευτυχισμένος. Τι θα γίνει στη συνέχεια όμως;
Το πραγματικά εντυπωσιακό στο φιλμ είναι ότι ο Jonze αντιμετωπίζει την παράδοξη αυτή σχέση με αληθινή ευαισθησία και τρυφερότητα, σαν μια κανονικότατη ερωτική ιστορία. Οι διακυμάνσεις της σχέσης, η εξέλιξή της, ακόμα και το πάθος υπάρχουν σ' αυτόν τον έρωτα με έναν άυλο σύντροφο. Παράλληλα οι ηθοποιίες τόσο του Γιοακίν Φίνιξ όσο και της Σκάρλετ Γιόχανσον (που εμφανίζεται σ' όλο το φιλμ μόνο ως φωνή) είναι εξαιρετικές. Και, παρά το ότι ο ήρωας παίζει (σχεδόν) μόνος με ένα... κινητό, κατάφερε να μη με κάνει να βαρεθώ. Συγχρόνως η μελλοντική κοινωνία, το περιβάλλον, φαίνονται άνετα, κομψά, αλλά και ψυχρά και απόκοσμα ταυτόχρονα, όπως ακριβώς αμφίσημο είναι νομίζω και το νόημα της ταινίας.
Τι μας λέει μ' όλα αυτά ο Jonze; Νομίζω ότι το φιλμ είναι ανοιχτό σε πολλές και διαφορετικές ερμηνείες. Πρόκειται για μια σάτιρα της σύγχρονης μοναχικότητας και ατομικότητας των ανθρώπων; Μια σάτιρα για τη σχέση, την εξάρτηση στην ουσία, του σύγχρονου ανθρώπου από τις μηχανές (έστω και μηχανές με δική τους προσωπικότητα); Ή μήπως είναι ένας ύμνος στο διαφορετικό; Διότι αυτό που δηλώνεται είναι "τι σημασία έχει το πώς και με ποιον ή με τι, αφού ο ήρωας είναι απόλυτα ευτυχισμένος"; Διαλέγετε και παίρνετε. Εγώ απλώς παραμένω σ' αυτά που ένοιωσα: Στο ότι είδα μια εμφανώς παράδοξη ιστορία, η οποία όμως ήταν δοσμένη με εξαιρετική ευαισθησία.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 18, 2014

Ο ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΣ (;) ΦΙΛΟΣ HARVEY

Το παλιό, κλασικό Χόλιγουντ κρύβει μερικές φορές απροσδόκητες εκπλήξεις. Μια τέτοια θεωρώ το φιλμ "Harvey", που γύρισε το 1950 ο παραγωγικός και "κάθε είδους" δημιουργός Henry Koster (1905-1988), με έναν Τζέιμς Στιούαρτ στα κέφια του.
Ο ήρωας της ταινίας (ο Στιούαρτ βεβαίως) είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, τρελός. Είναι ένας συμπαθέστατος, χαμογελαστός, ευγενέστατος, εύπορος μεσήλικας εργένης που ζει με τη μητέρα του και την αδελφή του στο μεγάλο τους σπίτι. Όλα καλά, μόνο που είναι λιγάκι αλκοολικός. Αλλά αυτό δεν είναι τίποτα: Ο Έλγουντ πιστεύει ότι δίπλα του βρίσκεται διαρκώς ο φανταστικός του φίλος, ο Χάρβεϊ, με τον οποίο μιλάει κανονικότατα και τον οποίο συστήνει με την πρώτη ευκαιρία σε κάθε άνθρωπο που συναντά. Μήπως ετοιμαζεστε να μου πείτε "ε, συμβαίνουν αυτά"; Όχι ακριβώς. Σύμφωνα με τον ήρωα ο Χάρβεϊ δεν είναι άνθρωπος, αλλά ένα... γιγάντιο κουνέλι, ένα κεφάλι ψηλότερο από τον ίδιο για την ακρίβεια (6 πόδια και κάτι, αφού ο Έλγουντ ξέρει το ακριβές του ύψος, πράγμα που τονίζει συχνά). Τα πράγματα θα πάρουν αστεία (ή μήπως σουρεαλιστική;) τροπή, όταν η αδελφή του, αφού πείθει και τη μητέρα, επιχειρούν να κλείσουν τον Έλγουντ σε ίδρυμα.
Η ταινία διαθέτει πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία. Κατ' αρχήν έχει πολύ χιούμορ. Χαρακτηριστικό της όμως είναι το διφορούμενο που διαθέτει. Φυσικά μόνο ο Έλγουντ βλέπει τον Χάρβεϊ. Ναι, αλλά προς το τέλος του φιλμ και κάποιος άλλος αρχίζει να τον βλέπει, ενώ σε κάποιες σκηνές, όταν υποτιθεται ότι στο δωμάτιο μπαίνει ο τεράστιος λαγός, πόρτες ανοίγουν και κλείνουν μόνες τους. Και, σα να μην έφτανε αυτό, ο ήρωάς μας ιχυρίζεται ότι ο Χάρβεϊ είναι ένα pooka, το οποίο είναι πνεύμα της κέλτικης μυθολογίας που προσκολλάται σε έναν άνθρωπο!
Ωστόσο βρίσκω πολλά θετικά και στη φιλοσοφία της ταινίας: Η όλη ανάλαφρη ματιά σε κάθε λογής "περιθωριακούς" κάθε άλλο παρά αρνητική είναι. Όσον αφορά τους "τρελούς", ο Έλγουντ όχι μόνο είναι πολύ καλός και συμπαθής ο ίδιος, αλλά και κάνει καλό στους γύρω του. Όσοι έρχονται σε επαφή μαζί του κερδίζουν (και τον αγαπούν βεβαίως). Από την άλλη υπάρχει και μια πρώιμη αρνητική ματιά στα άσυλα και στην εμμονή στον εγκλεισμό σαν "θεραπεία" (στη συγκεκριμένη ταινία θεραπεία για ποιον λόγο;) Μην ξεχνάτε επίσης ότι ο συμπαθέστατος ήρωας είναι και αλκοολικός (σπανιότατο για θετικό χαρακτήρα την εποχή αυτή). Και υπάρχει και μια εξ ίσου θετική ματιά στους απόκληρους, τους losers κάθε είδους. Είναι οι άνθρωποι που συμπαθεί περισσότερο ο Έλγουντ, αυτοί που καλεί στο εύπορο σπίτι του (προς μεγάλη φρίκη των γυναικών του σπιτιού). Γενικά νομίζω ότι η όλη οπτική της ταινίας ξεφεύγει αρκετά από τα στάνταρ της εποχής κι ότι, σύμφωνα με το φιλμ, ένας τρελός μπορεί να είναι απείρως καλύτερος από το πλήθος των λογικών που τον περιστοιχίζουν..
Αν θέλετε πάντως μπορείτε να ξεχάσετε όλα αυτά τα ιδεολογικά. Η ταινία είναι συχνά πολύ αστεία και μερικές φορές αρκετά παράξενη, οι χαρακτήρες είναι ασυνήθιστοι, οπότε νομίζω ότι, πριν από οτιδήποτε άλλο, θα διασκεδάσετε. Και μόνο γι' αυτό αξίζει.
ΥΓ: Έμαθα εκ των υστέρων ότι το φιλμ επηρέασε το πολύ μεταγενέστερο cult "Donnie Darko", στο οποίο μάλιστα γίνεται και κάποια αναφορά στο "Ηarvey". Την εποχή που είδα το πρώτο αγνοούσα το τελευταίο, οπότε δεν μπορώ να το επιβεβαιώσω προσωπικά.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 16, 2014

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΗ NEBRASKA

Ο ελληνοαμερικανός Alexander Payne αποδεικνύει με κάθε ταινία του ότι είναι ένας σημαντικός δημιουργός, με προσωπικό στιλ και ατμόσφαιρα: Χαμηλότονα οικογενειακά προβλήματα, μικρά οδοιπορικά, γλυκόπικρο χιούμορ. Η "Nebraska" του 2013 νομίζω ότι παγιώνει το στιλ αυτό.
Αυτή τη φορά ο Payne χρησιμοποιεί μαυρόασπρη φωτογραφία, τονίζοντας έτσι τη μελαγχολία - και τη μιζέρια, θα λέγαμε, πολλές φορές - των καταστάσεων που περιγράφει. Προσοχή όμως: Δεν νομίζω ότι "θα κόψετε τις φλάβες σας", καθώς και εδώ το χιούμορ, διακριτικό μεν αλλά παρόν και λυτρωτικό, κάνει και πάλι την εμφάνισή του.
Ένας γιος αποφασίζει να συνοδεύσει τον γέρο πατέρα του, που πάσχει από άνοια και τα έχει σχεδόν χαμένα, σε μια πόλη της Νεμπράσκα, όπου ο γέρος πιστεύει ότι θα εισπράξει 1000000 δολάρια. Από την αρχή ξέρουμε, μαζί με την οικογένεια, ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί, αφού πρόκειται για ένα γελοίο και οφθαλμοφανές διαφημιστικό κόλπο. Ωστόσο ο γέρος δεν λέει να το καταλάβει και είναι αποφασισμένος να πάει, ακόμα και περπατώντας. Με τον γιο λοιπόν, ο οποίος αποφασίζει να του κάνει το χατίρι, ξεκινάνε ένα μακρύ ταξίδι, η σημαντικότερη στάση του οποίου θα είναι στην πόλη όπου γεννήθηκε και έζησε για πολλά χρόνια ο πατέρας. Οι μέρες που θα περάσουν μαζί θα τους φέρει κοντά και ο γιος θα γνωρίσει άγνωστες πτυχές της ζωής του στριφνού και πεισματάρη γέρου.
Ο Payne, μακριά από κάθε είδους ωραιοποίηση, τονίζει τη μιζέρια της αμερικάνικης επαρχίας, αλλά και την "λάθος πλευρά" του αμερικάνικου όνειρου, αφού όλοι σχεδόν οι ήρωες του φιλμ δεν είναι παρά loosers. Από την οθόνη παρελαύνουν σπαρταριστοί τύποι, αρνητικοί χαρακτήρες κυρίως, με άδειες ζωές, αλλά και αστείοι ταυτόχρονα. Οι περισσότεροι απ' αυτούς, βλέπετε, δεν είναι παρά υποκριτές συμφεροντολόγοι, εθισμένοι στο απόλυτο τίποτα της ζωής τους. Όλα αυτά όμως δεν παύουν να διαθέτουν και τη διασκεδαστική πλευρά τους...
Χιούμορ, μελαγχολία, συγκίνηση και ένα χαμηλότονο μεν,  αλλά παραδόξως δυνατό με τον τρόπο του, σχεδόν απογειωτικό, φινάλε, συνθέτουν μια από τις πολύ καλές ταινίες του 2013. Η οποία υποστηρίζεται από πολύ καλές ηθοποιίες, κυρίως βεβαίως του βετεράνου, σχεδόν ογδοντάρη πλέον, Μπρους Ντερν. Κατά τη γνώμη μου το φιλμ αξίζει απόλυτα τα βραβεία - ή τις υποψηφιότητες για βραβεία - που έχει δεχτεί.
ΥΓ: "Nebraska" λέγεται και ένας παλιός δίσκος του Bruce Springsteen, ένας από τους πιο μελωδικούς και χαμηλότονούς του, με ασπρόμαυρο μάλιστα εξώφυλλο. Μήπως κάτι έχει τελικά η Νεμπράσκα;

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 13, 2014

Ο ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟΣ LLEWYN DAVIS

Δηλωμένος φαν των αδελφών Joel και Ethan Coen, μου αρέσει σχεδόν ό,τι έχουν κάνει μέχρι σήμερα (εκτός του "Ladykillers"). Τα τελευταία χρόνια τα φοβερά αδέλφια έχουν κάπως απομακρυνθεί από τον παλαβό και ξεκαρδιστικό συχνά σουρεαλισμό που χαρακτήριζε τις παλιότερες ταινίες τους και έχουν στραφεί σε ένα πιο "σοβαρό" σινεμά, από το οποίο βέβαια δεν λείπει καθόλου το κυνικό και μαύρο χιούμορ, οι μπερδεμένες καταστάσεις και, φυσικά, οι ωδές στην ανθρώπινη βλακεία.
Σ' αυτό το κλίμα κινείται και το "Inside Llewyn Davis" του 2013, μια ταινία που μας μεταφέρει στην παγωμένη Νέα Υόρκη των αρχών της δεκαετίας του 60, τότε που στη μουσική άκμαζε το κίνημα της φολκ (που επηρέασε πάμπολλους δημιουργούς μέχρι σήμερα). Τότε που στο προσκήνιο ήταν οι Peter, Paul & Mary, ο Pete Seeger, η Joan Baez, ξεκινούσε ο Bob Dylan, ο Donovan στην Αγγλία κλπ. Ο Llewyn Davis λοιπόν είναι ένας τέτοιος μουσικός - τροβαδούρος, που δεν μπορεί όμως να βρεθεί κι αυτός στο προσκηνιο, να απολαύσει το αμερικάνικο όνειρο της επιτυχίας. Λίγο ο άστατος και αυτοκαταστροφικός του χαρακτήρας, λίγο η σταθερή του άρνηση για οποιαδήποτε παραχώρηση, λίγο οι ατυχίες και οι αντίξοες συνθήκες, βρίσκεται πάντα άφραγκος και ουσιαστικά άστεγος, ψάχνοντας διαρκώς κάποιο σπίτι γνωστών για να φιλοξενηθεί. Κι έχει να νοιαστεί και για έναν γάτο, που του ήρθε κατά λάθος... Στο μεταξύ θα προλάβει να κάνει ένα απιστευτο ταξίδι στο Σικάγο και θα επιστρέψει σε χρόνο dt...
Η αναπαράσταση της εποχής, ακόμα και με το στιλ της φωτογραφίας, που θυμίζει φωτογραφίες εξωφύλλων δίσκων του είδους, είναι άψογη. Προσωπικά μάλιστα μ' αρέσει η μουσική αυτή, οπότε ένας λόγος παραπάνω να με ενδιαφέρει η ταινία και η σκηνή την οποία τόσο καλά αναπαριστά. Αν όμως η φολκ σάς είναι αδιάφορη ή και βαρετή; Τότε μένει να απολαύσετε τις χαλαρές περιπέτειες του Llewyn, τους απίθανους και καμιά φορά γκροτέσκους χαρακτήρες που πλημμυρίζουν το φιλμ (όλα τα λεφτά ο αξεπέραστος Τζον Γκούντμαν), το κυνικό χιούμορ, το απροσδόκητο, "κυκλικό" φινάλε, την road movie διάσταση του φιλμ, την κατά βάθος απελπισμένη οπτική, καθώς το "θαύμα", αμερικάνικο ή μη, δεν συμβαίνει ποτέ και ο ήρωάς μας βρίσκεται πάντοτε "στον άσσο"...Η επιτυχία, βλέπετε, δεν θα έρθει ποτέ και ας υπόσχεται το αντίθετο το αμερικάνικο πρότυπο. Όπως δεν ήλθε και στον αληθινό folk μουσικό, τον Ντέιβ βαν Ρονκ, στη ζωή του οποίου βασίζεται χαλαρά (πολύ - πολύ χαλαρά, μην πάτε δηλαδή να δείτε βιογραφία) η ταινία.
Είναι αλήθεια ότι δεν συμβαίνουν πολλά πράγματα στο φιλμ και κάποιοι θα μπορούσαν να το χαρακτηρίσουν κάπως άνευρο. Ωστόσο διαθέτει πολύ απολαυστικές στιγμές και πολύ καλό κλίμα, οπότε προσωπικά μου άρεσε. Στοκάτω - κάτω η σφραγίδα των Κοέν είναι πάντοτε ορατή.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 10, 2014

DEATH RACE ΓΙΑ ΓΕΛΙΑ (ΑΝ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕΤΕ)

Πριν το ανεκδιήγητο "Canonball" του 1976 υπήρξε το εξ ίσου ανεκδιήγητο "Death Race 2000". Και οι δύο ταινίες γυρίστηκαν από τον μέτριο (επιεικώς) Paul Bartel (1938-2000), ενώ η τελευταία ήταν η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του και έγινε το 1975.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η ιδέα δεν είναι κακή, όπως και η σάτιρα που επιχειρείται. Η εκτέλεση όμως... Η Αμερική του 2000 (που τότε ήταν ακόμα μέλλον) είναι φασιστική και η βία αποτελεί τη βάση του αμερικάνικου πολιτισμού. Κάθε χρόνο γίνεται ένα ράλι αυτοκινήτων που διαδραματίζεται σε μεγάλο μέρος της χώρας. Ποιο είναι όμως το "κλου"; Ότι στο ράλι αυτό δεν υπάρχει κανένας κανόνας. Οι αντίπαλοι είναι ελεύθεροι να εξοντώσουν ο ένας τον άλλον. Το καλύτερο όμως είναι ότι ο στόχος είναι να σκοτώσουν και όσο πιο πολλούς άσχετους πολίτες μπορούν, οι οποίοι, ανάλογα με το "είδος" τους, δίνουν διαφορετικά μπόνους! Έτσι μητέρα με παιδί, ηλικιωμένοι, νεαροί κλπ. έχουν διαφορετικοί "αξία". Όλα αυτά γίνονται υπό την αιγίδα ενός δικτάτορα προέδρου της χώρας και καλύπτονται λεπτό προς λεπτό από γκλάμορους τηλεπαρουσιαστές. Ταυτόχρονα όμως δρουν και επαναστάτες... Συνήθως πάντως, εκτός του νικητή, ελάχιστοι άλλοι από τους διαγωνιζόμενους επιζούν.
Όλα αυτά τα βρήκα έξυπνες ιδέες και το σατιρικό concept επίσης. Πλην όμως το φιλμ (που είναι ένα καθαρό b-movie) νομίζω ότι δεν βλέπεται. Δεν θα πω μόνο για τις όντως άθλιες ηθοποιίες, που πραγματικά προκαλούν ασταμάτητα γέλια. Το ίδιο το σενάριο είναι κυριολεκτικά γραμμένο στο γόνατο. Το τι συμβαίνει δεν περιγράφεται: Αυτοκίνητο κάνει όπισθεν στην έρημο και πατά έτσι τη μοναδική νάρκη που έχουν τοποθετήσει εκεί οι επαναστάτες (!) Ένας από τους βασικούς ήρωες [spoiler! spoiler!] δηλώνει ότι θέλει τόσο πολύ να κερδίσει μόνο και μόνο για να σκοτώσει τον πρόεδρο, αφού μόνο ο νικητής κάνει χειραψία μαζί του, ενώ ο ίδιος ήρωας στα προηγούμενα χρόνια έχει ήδη νικήσει τρεις φορές, αλλά, άγνωστο γιατί, δεν έχει κάνει τίποτα (!!) [τέλος spoiler]. Κάποιος σκοτώνεται όταν οι επναστάτες τοποθετούν μπροστά του... ζωγραφισμένη ψεύτικη είσοδο τούνελ (!!!)... για να θυμηθώ μόνο μερικά απο τα απίστευτα που συμβαίνουν. Και extra bonus σε όλα αυτά (εκτός από τα bonus των πατημένων γυναικόπαιδων που προαναφέραμε) ένας άθλιος πραγματικά Stallone, άγνωστος τότε ακόμα, να κάνει τον κακό με ηθοποιία που νομίζω ότι δεν κατάφερε να ξεπεράσει ακόμα και στις χειρότερες μεταγενέστερες ταινίες του...
Είναι νομίζω από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου οι καλές, σαφώς σατιρικές και καυστικές για το "αμερικάνικο όνειρο" προθέσεις εκτελούνται με τόσο κακό τρόπο. Σας είπα, αν θέλετε να γελάσετε με το πόσο κακή μπορεί να είναι μια ταινία, δοκιμάστε το. Αν και δεν είμαι σίγουρος ότι θα αντέξετε μέχρι τέλου;ς...

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 07, 2014

Η "ΚΥΡΙΑ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ" ΚΑΙ Ο ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟΣ ΜΑΡΛΟΟΥ

Ο Robert Montgomery (1904-1981) ήταν κυρίως ηθοποιός, πρωταγωνιστής μάλιστα σε αρκετές τανίες. Ωστόσο σκηνοθέτησε και μερικά φιλμ ο ίδιος, κυρίως κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 40. Η γνωστότερη απ' αυτές είναι σίγουρα το "Lady in the Lake" του 1947.
Πρόκειται για ένα τυπικό νουάρ φιλμ, με ήρωα τον περίφημο ντετέκτιβ που δημιούργησε η πένα του Ρέϊμοντ Τσάντλερ, τον "σκληρό" δηλαδή Φίλιπ Μάρλοου (ο γνωστότερος ερμηνευτής του οποίου, βεβαίως, υπήρξε ο Χάμφρεϊ Μπογκαρντ). Ο Μάρλοου προσλαμβάνεται από τη βοηθό ενός μεγάλου εκδότη για να βρει την εξαφανισμένη σύζυγο του τελευταίου. Η σύζυγος υποτίθεται ότι το έσκασε με έναν τύπο στο Μεξικό, όλα όμως είναι αμφισβητήσιμα. Τα κίνητρα της βοηθού είναι σαφή: Θέλει να αποκαλύψει την απιστία για να γίνει η ίδια κυρία εκδότη. Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως φαίνονται και θα περιπλακούν ακόμα περισσότερο όταν στην όλη ιστορία θα αρχίσουν να υπάρχουν και πτώματα...
Φυσικά ο Μάρλοου είναι όπως πάντα σκληρός, κυνικός, διαθέτει κοφτερές ατάκες, μια ιδιαίτερη εμμονή στη δουλειά του και, βεβαίως, υπάρχουν και οι ανατροπές στην πλοκή. Η μεγάλη πρωτοτυπία όμως του φιλμ - που το κάνει ένα είδος κλασικού - δεν έγκειται σ' αυτά τα κοινά στα νουάρ χαρακτηριστικά. Έγκειται στο ότι ολόκληρο είναι κινηματογραφημένο υποκειμενικά. Δηλαδή μέσα από τα μάτια του πρωταγωνιστή. Ο θεατής βλέπει ακριβώς ό,τι βλέπει ο ήρωας. Που σημαίνει ότι το πρόσωπό του, το πρόσωπο του Μοντγκόμερι δηλαδή που ερμηνεύει τον Μάρλοου, δεν φαίνεται ποτέ, εκτός από μερικές σποραδικές αντανακλάσεις σε καθρέφτες. Η επινόηση αυτή αναγκάζει όλους τους ηθοποιούς να μιλάνε διαρκώς στραμένοι προς την κάμερα, αφού υποτίθεται ότι απευθύνονται στον ήρωα, άρα, τελικά, να μιλάνε διαρκώς στραμένοι στον θεατή. Ίσως απ' αυτό το "αφύσικο" στοιχείο να προκύπτει και μια ιδιόρυθμη ερμηνεία, ένα είδος ερμηνευτικής υπερβολής.
Πρόκειται βέβαια για ένα πρωτοποριακό και σαφώς τολμηρό τέχνασμα. Ωστόσο νομίζω ότι ίσως κουράζει κάπως. Πέραν αυτού πάντως δεν το θεωρώ από τα πολύ καλά νουάρ αν και, όπως είπαμε, διαθέτει τα κλασικά στοιχεία του τόσο ιδιαίτερου αυτού είδους. Σίγουρα υπάρχουν καλύτερα δείγματα. Πιστεύω όμως ότι κάθε κινηματογραφόφιλος οφείλει να δει την ταινία. Τουλάχιστον για καθαρά κινηματογραφικούς λόγους, αφού πρόκειται για ένα μοναδικό σχεδόν στην ιστορία του σινεμά κινηματογραφικό αξιοπερίεργο.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 04, 2014

ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΑ ΔΙΑΠΛΕΚΟΜΕΝΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΣΤΟ "AMERICAN HUSTLE"

Ο David O. Russell έχει πλέον αποδείξει ότι είναι ένας ξεχωριστός δημιουργός. Συχνά κάνει ένα είδος κομεντί, αλλά πάντα πειραγμένη και διαφορετική από τον σωρό του σχεδόν εξαντλημένου αυτού είδους. Στον "Οδηγό Διαπλοκής" (American Hustle) του 2013 οι ανθρώπινες σχέσεις, οι απίθανοι χαρακτήρες και οι κομπίνες μπερδεύονται γοητευτικά, αποδεικνύοντας για μια ακόμα φορά την ιδιόρυθμη ματιά του σκηνοθέτη.
Το φιλμ βασίζεται (περίπου, τουτέστιν πολύ ελεύθερα) σε κάποια αληθινά γεγονότα του τέλους της δεκαετίας του 70, που αφορούσαν μια υπόθεση διαπλοκής και πολιτικής διαφθοράς και η οποία είχε οδηγήσει σε συλλήψεις γερουσιαστών και δημάρχων. Ένα ζευγάρι ιδιοφυών απατεώνων παγιδεύεται από έναν υπερφιλόδοξο πράκτορα του FBI και εξαναγκάζεται να συνεργαστεί για να ξεσκεπάσει ένα κύκλωμα δωροδοκίας πολιτικών. Κάπου εκεί εμπλέκεται και η (περίπου) σε διάσταση σύζυγος του απατεώνα, αλλά και η αληθινή και άκρως επικίνδυνη Μαφία και τα πράγματα μπερδεύονται - και σε κάποιες στιγμές γίνονται ανεξέλεγκτα.
Πάνω απ' όλα είδα το φιλμ με αληθινή απόλαυση. Το χιούμορ, οι πολύπλοκοι, απρόβλεπτοι χαρακτήρες, οι μεταξύ τους μπερδεμένες σχέσεις, το σασπένς, όλα συντελούν στην απόλαυση που προανέφερα. Και ακόμη στα συν προστίθενται το θαυμάσιο καστ (δεν θα πιστεύετε πόσο "χάλια" έχει γίνει ο Κρίστιαν Μπέιλ για την ταινία) και η άψογη αναπαράσταση του κλίματος της δεκαετίας του 70. Τα απίστευτα κιτς ντυσίματα και κομμώσεις μάλιστα είναι, νομίζω, "όλα τα λεφτά". Πέραν όλων αυτών όμως η ταινία αποτελεί και μια εύστοχη σάτιρα του πολιτικού συστήματος και της διαφθοράς της εξουσίας γενικότερα, ενώ οι χαρακτήρες είναι συχνά πολύπλευροι (με επικεφαλής τον ντετέκτιβ και την απίθανη Τζένιφερ Λόρενς στο ρόλο της συζύγου). Όλοι θέλουν να ζήσουν το αμερικάνικο όνειρο, μοιάζουν να πιστεύουν σ' αυτό, ενώ, στο ξεκίνημά τους τουλάχιστον, δεν είναι παρά losers (φυσικά τα πράγματα δεν έρχονται όπως ακριβώς τα ήθελαν...) Και όλοι έχουν πρόβλημα με τον εαυτό τους, αφού θα ήθελαν να είναι ή να μοιάζουν με κάποιους άλλους. Το θέμα που έχουν με τα μαλιά τους οι δύο βασικοί αντρικοί χαρακτήρες μάλλον λειτουργεί συμβολικά.
Από τις ευχάριστες εκπλήξεις του τελευταίου καιρού, που συνδυάζει μια "σοβαρή" και μια παιχνιδιάρικη και "πειραγμένη" πλευρά, θα μπει - στην προσωπική μου λίστα τουλάχιστον - στις καλύτερες ταινίες της φετινής χρονιάς και θα με κάνει να περιμένω με ενδιαφέρον την επόμενη δουλειά του Russel.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 02, 2014

Η ΦΡΙΚΗ "12 ΧΡΟΝΩΝ ΣΚΛΑΒΙΑΣ" (ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ)

Έχουμε δει πολλές ταινίες με θέμα τη δουλεία. Ωστοσο το θέμα αυτό είναι τόσο συγκλονιστικό (και απαράδεκτο φυσικά), που νομίζω ότι παραμένει ανεξάντλητο. Το 2013 λοιπόν ο εικαστικός και πετυχημένος σκηνοθέτης τα τελευταία χρόνια Steve McQueen μεταφέρει στην οθόνη μια αληθινή ιστορία για τον εφιαλτικό θεσμό, το "12 Χρόνια Σκλάβος", βασισμένη στο αυτοβιογραφικό βιβλίο που έγραψε ο ίδιος ο ήρωάς της μετά την απελευθερωσή του.
25 χρόνια πριν καταργηθεί η δουλεία στις ΗΠΑ (πράγμα για το οποίο χρειάστηκε ένας από τους αιματηρότερους εμφύλιους στην ιστορία), ένας ελεύθερος μαύρος, ο οποίος ζει με την οικογένειά του στον Βορά φυσικά, απάγεται από δουλέμπορους και πουλιέται σαν σκλάβος σε φυτείες του Νότου. Επί 12 χρόνια θα προσπαθήσει να επιβιώσει αλλάζοντας αφέντες και πασχίζοντας μάταια να αποδείξει ότι είναι ελεύθερος πολίτης.
Η εφιαλτική οδύσσεια του ήρωα περιγράφεται στην ταινία με άψογο - ακαδημαϊκό ωστόσο θα λέγαμε - τρόπο. Ο θεατής, όπως είναι φυσικό, ταυτίζεται με τον πρωταγωνιστή από την πρώτη κιόλας στιγμή και βιώνει ο ίδιος το δράμα του. Η ταινία διαθέτει καλούς και κακούς και δεν διστάζει να πει ότι η μοίρα των σκλάβων μπορεί να ήταν ακόμα και - σχετικά - καλή. Όλα εξαρτώνταν από τον χαρακτήρα του ιδιοκτήτη φυστείας (συνήθως) που θα τους αγόραζε. Φυσικά το γεγονός αυτό ούτε κατά διάνοια μειώνει την απόλυτη φρίκη του θεμού της εμπορίας ανθρώπων, λες να ήταν ζώα. Ο McQueen, με τη γνωστή δύναμή του, καταφέρενει νομίζω να μας κάνει να νοιώσουμε στο πετσί μας τον εφιάλτη της κατάστασης αυτής. Η μοίρα της νεαρής μαύρης Ελάιζα εικονογραφεί με τον πιο δυνατο - και οδυνηρό - τρόπο τη φρίκη αυτή. Ειδική μνεία πρέπει να κάνω και στην πολύ δυνατή ερμηνεία του ταλαντούχου Μάικλ Φασμπέντερ (πρωταγωνιστή της προηγούμενης ταινίας του σκηνοθέτη) στο ρόλο του μισότρελου, σαδιστή ιδιοκτήτη.
Ναι, είναι μια ταινία "διδακτική" και σε ορισμένα σημεία βλέπεται δύσκολα αν κάποιος είναι ευαίσθητος σε ανθρώπινα δράματα τόσο ακραίας μορφής. Θεωρώ ωστόσο ότι "καλά κάνει". Το θέμα είναι τόσο σημαντικό και εφιαλτικό, που νομίζω ότι όποια υπενθύμισή του αξίζει τον κόπο. Ιδιαίτερα στις μέρες μας που κάποιοι ξεχασμένοι (νομίζαμε) εφιάλτες τείνουν αν αναβιώσουν. Και στο κάτω - κάτω, το είπαμε ήδη, πρόκειται για πολύ δυνατό, έως και συγκλονιστικό φιλμ.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 30, 2014

ΟΙ ΚΑΤΑ WARDERDAM ΑΔΕΛΦΟΙ ΓΚΡΙΜ

Περιττό να πω ότι όταν ο δαιμόνιος ολλανδός ονομάζει μια ταινία του "Grimm" και δηλώνει ότι εμπνέεται από του δύο παραμυθάδες αδελφούς του 19ου αιώνα, κάθε άλλο παρά ένα συμβατικό παραμύθι πρόκειται να δείτε. Κατ' αρχάς το "Grimm" του 2003 διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή. Πέραν αυτού είναι αρκετά σουρεαλιστικό, επίτηδες αναληθοφανές, σαρκαστικό. Όπως τα περισσότερα φιλμ του άλλωστε...
Δύο αδέλφια (μόλις έχουν βγει από την εφηβεία) εγκαταλείπονται σε ένα δάσος από τους άσπλαχνους γονείς τους (ήδη ο σουρεαλισμός έχει ξεκινήσει. Οι γονείς τους "εγκαταλείπουν" κοτζάμ μαντράχαλους σε σύγχρονο ευρωπαϊκό δάσος;). Τα αδέλφια θα ταξιδέψουν στην Ισπανία (!) επειδή είναι... πιο ζεστά. Εκεί η κοπέλα θα παντρευτεί πλούσιο γιατρό που ζει σε απομονωμένη βίλα με την αυταρχική και καταπιεστική αδελφή του, ενώ το αγόρι θα παραδοθεί στη ζήλεια (υπόνοιες για κάποια απαγορευμένη σχέση ανάμεσά τους). Σύντομα θα συγκρουστεί με τον γιατρό - σύζυγο και το φιλμ θα μετατραπεί σε ένα είδος θρίλερ, ακόμα και τταινία καταδίωξης. Όσο για τους αδελφούς Γκριμ, σ' αυτούς, εκτός της κλασικής αρχής, υπάρχουν μόνο σποραδικές αναφορές (όπως τα ζώα που ανεβαίνουν το ένα πάνω στο άλλο).
Πρόκειται για ένα είδος παλαβής παρωδίας, με κάμποσο μαύρο χιούμορ. Βρισκόμαστε δηλαδή εντός της προσφιλούς ατμόσφαιρας του σαρδόνιου ολλανδού σκηνοθέτη. Το παράλογο, το παιχνίδι με κινηματογραφικά είδη (π.χ. θρίλερ), το σασπένς (σκοτεινά μυστικά στη βίλα, η τελική καταδίωξη κλπ.), οι "κουφές" λύσεις διαφόρων καταστάσεων, δεν λείπουν. Και φυσικά, όπως είπαμε στην αρχή, ξεχάστε κάθε είδος αληθοφάνειας. Ο Warderdam, πάνω απ' όλα, είναι ένα είδος σύγχρονου σουρεαλιστή, δίχως όμως να αφήνει το ονειρικό στοιχείο να πάρει τον πρώτο λόγο ή το στοιχείο του παράλογου να αποδομήσει εντελώς την πλοκή.
Η ταινία πιθανόν θα ξενίσει όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με το κλίμα του δημιουργού και όσους πάνε για να δουν μια "κανονική" ιστορία. Έτσι απευθύνεται μάλλον σε λίγους. Προσωπικά με διασκέδασε πολύ. Την βρήκα μάλιστα από τις απολαυστικότερες (απ' όσες έχω δει βεβαίως) του σκηνοθέτη. Όσο για τη συνήθη υπονόμευση του θεσμού της οικογένειας, ε, αυτή υπάρχει στην αρχή του φιλμ με τους περίεργους γονείς και την εξ ίσου περίεργη σχέση των αδελφών...

Τετάρτη, Ιανουαρίου 29, 2014

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΚΩΜΩΔΙΑΣ, ΤΟ STAR SYSTEM ΚΑΙ Ο ΣΚΟΡΣΕΖΕ



   Η διασημότητα αποτελεί το (άπιαστο συχνά) όνειρο εκατομμυρίων ανθρώπων. Ιδιαίτερα στη σύγχρονη εποχή, με το star system να επιβάλλει συχνά παντελώς κενά περιεχομένου είδωλα και πλήθη να παραληρούν γι’ αυτά, το φαινόμενο έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις. Μια από τις σχετικά άγνωστες ταινίες του Martin Scorsese, “Ο Βασιλιάς της Κωμωδίας» του 1982, αποτελεί μια από τις καλύτερες μελέτες του φαινομένου.
Ο ήρωας Ρούπερτ Πάπκιν (ο Ντε Νίρο στις καλές εποχές του) είναι ένας μέτριος stand up κωμικός. Ωστόσο το μοναδικό όνειρο της ζωής του είναι να γίνει διάσημος, όπως ακριβώς το είδωλό του, ο σούπερ σταρ κωμικός και τηλεπαρουσιαστής Τζέρι Λάνγκφορντ (ο Τζέρι Λούις, που στην ταινία αυτή πραγματοποιεί μια σπάνια επανεμφάνιση). Όταν ο τελευταίος απορρίπτει ουσιαστικά τη δουλειά του Ρούπερτ (για να είμαστε ακριβείς το επιτελείο του την απορρίπτει, σιγά μην ασχολείται ο ίδιος με τα εκατοντάδες ψώνια που του φορτικά του ζητούν διάφορα), ο Ρούπερτ τον απαγάγει με τη βοήθεια μιας ακόμα πιο τρελαμένης φαν μόνο και μόνο για να κερδίσει τα φώτα της διασημότητας, αφού σαν λίτρα απαιτεί μια και μοναδική εμφάνιση στην τεράστιας ακροαματικότητας ζωντανή εκπομπή του.
Πρόκειται για κοφτερή σάτιρα του φαινομένου του star system. Σε πρώτη φάση το φιλμ μπορεί να ειδωθεί σαν κωμωδία (με τον Τζέρι Λούις να παίζει περίπου τον εαυτό του). Κατά βάθος όμως οι συγκεκριμένες περιπτώσεις είναι τραγικές. Ο Σκορσέζε αντιμετωπίζει την εμμονή κάποιων ανθρώπων με τους σταρ (και τις ιδιωτικές ζωές τους φυσικά) ως ψυχοπαθολογικό φαινόμενο – και καλά κάνει κατά τη γνώμη μου. Οι άνθρωποι αυτοί ουσιαστικά δεν έχουν προσωπικές ζωές. Τα πάντα γι’ αυτούς περιστρέφονται γύρω από το/τα είδωλό/ά τους και, βέβαια, στη συγκεκριμένη περίπτωση, γύρω από τον άσβεστο πόθο τους να γίνουν κι αυτοί σταρ. Η αυτοκριτική για την ποιότητα του έργου τους είναι αδύνατη. Από την άλλη ο σταρ, ο Τζέρι, ζει μια διπλή ζωή. Από τη μία είναι ο λαμπερός τηλε-οικοδεσπότης με τα εκατομύρια πιστών οποδών, από την άλλη, στην προσωπική του ζωή, ένας μάλλον μοναχικός τύπος, μελαγχολικός και πιθανόν με μειωμένη αίσθηση χιούμορ. Όσο για την ποιότητα του έργου των διάφορων σούπερ σταρ... ούτε λόγος να γίνεται. Αυτό είναι εκτός συζήτησης. Το σταρ σύστεμ δεν είναι υποχρεωτικά ανάλογο με την ποιότητα του παραγόμενου έργου. Πολλές διασημότητες παράγουν σκουπίδια. Και, βέβαια, στο φαινόμενο αυτό η τηλεόραση έχει την πρωτοκαθεδρία.
Σημαντική κατά τη γνώμη μου ταινία, με υποβόσκουσα θλίψη κάτω από την αστεία και παρανοϊκή επιφάνεια. Θίγει άλλωστε πολλά θέματα σε σχέση με την παράνοια του σταρ σύστεμ και τον τρόπο λειτουργίας του. Όπως θα δείτε άλλωστε, ο ήρωάς μας θα γίνει σταρ. Όχι όμως επειδή είναι καλος κωμικός...

Κυριακή, Ιανουαρίου 26, 2014

ΤΑ ΡΟΜΑΝΤΙΚΑ ΒΑΜΠΙΡ ΤΟΥ ΤΖΑΡΜΟΥΣ

Θεωρώ ότι ο Jim Jarmusch μετά τόσα χρόνια παραμένει ο πιο ενδιαφέρων  αμερικάνος ανεξάρτητος δημιουργός (παρά την παρένθεση του "Limits of Cintrl", που με έκανε να βαρεθώ). Αφορμή για τις σκέψεις αυτές είναι το "Only Lovers Left Alive" του 2013, όπου ξαναπιάνει με τον δικό του, καθαρά προσωπικό τρόπο τον κλασικό βαμπιρικό μύθο. Εδώ θα "αντιγράψω" μια σκέψη από την κριτική του φιλμ στο "Αθηνόραμα", η οποία με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο: "Όση σχέση έχει ο "Νεκρός" (αγαπημένη ταινία και για μένα) με το κλασικό γουέστερν, άλλη τόση έχουν οι "Εραστές" με τις ταινίες τρόμου με βρικόλακες".
Τα γοητευτικά βαμπίρ - αιώνιοι εραστές (απόλυτα ταιριαστοί οι Τίλντα Σουίντον και Τομ Χίντλεστον), αν και αιώνια ερωτευμένοι, ζουν χώρια: Εκείνος στο παρακμασμένο Ντιτρόιτ κι εκείνη στην εξωτική Ταγγέρη, όπου μάλιστα κάνει παρέα με τον...Κρίστοφερ Μάρλοου (βρικόλακας κι αυτός φυσικά), υπαρκτό θεατρικό συγγραφέα, του οποίου τα έργα έχει υποτίθεται κλέψει ο Σέξπιρ! Κάποια στιγμή η Εύα αναγκάζεται να πάει στο Ντιτρόιτ για να βοηθήσει τον αγαπημένο της. Εκεί όλα θα πάνε καλά, ώσπου εμφανίζεται η απερίσκεπτη αδελφή της...
Μην περιμένετε σπλάτερ ούτε φοβερό σασπένς και δραματικές κορυφώσεις. Η ταινία κυλά μάλλον ήρεμα και νωχελικά. Αυτό όμως που γοητεύει (εμένα τουλάχιστον) από την πρώτη μέχρι την τελευταία εικόνα της είναι το φοβερό στιλ του Τζάρμους. Το ζεύγος των πρωταγωνιστών είναι απόλυτα cool, είναι διανοούμενοι, είναι σαν απόγονοι μιας βαθύτατα καλλιεργημενης παλιάς αριστιοκρατίας, που σήμερα έχει εκλείψει σαν είδος. Οι εικόνες, τοσο στην εξωτική Ταγγέρη όσο και στο Ντιτρόιτ είναι συχνά πανέμορφες μέσα στην παρακμή τους. Η μουσική επίσης. Πρόκειται για ένα κράμα ροκ, μπλουζ και έθνικ (εκπληκτικό το αραβικό τραγούδι προς το τέλος). Άλλωστε ο ήρωας είναι και ένας ροκ μουσικός που δεν του αρέσουν καθόλου τα φώτα της διασημότητας. Όλο το στιλ της ταινίας, από τις παλιές ηλεκτρικές κιθάρες που συλλέγει ο Άνταμ, τους δίσκους που ακούει από βινύλιο, η διακόσμηση των σπιτιών που θυμίζει 19ο αιώνα, όλα, μα όλα υπακούν σε ένα γοητευτικότατο και μάλλον παρακμιακό στιλ. Το φιλμ εξ άλλου είναι γεμάτο αναφορές: Από παλιούς ροκ μουσικούς (από τη δεκαετία του 50) μέχρι την υπαρκτή θεωρία ότι ο Μάρλοου έγραψε τα έργα του Σέξπιρ, από την Ταγγέρη ως τόπο διαμονής της παρέας των Μπάροους, Μπόουλς, μπίτνικς κλπ. μέχρι τη σόουλ της Motown και τον σύγχρονο Τζακ Γουάιτ... κι ό,τι άλλο μπορείτε να ανακαλύψετε μόνοι σας.
Μέσα σ' όλα αυτά ο Τζάρμους βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για τη σύγχρονη παρακμή του δυτικού πολιτισμού. Η επιλογή του Ντιτρόιτ, πρώην πόλης με τεράστια βιομηχανία η οποία σήμερα έχει πτωχεύσει και σχεδόν θυμίζει πόλη - φάντασμα, δεν είναι καθόλου τυχαία. Άλλωστε ο βρικόλακας ήρωας αποκαλεί τους σύγχρονους ζωντανούς ανθρώπους "ζόμπι". Πάνω απ' όλα όμως η ταινία αποτελεί έναν ύμνο στον (παλιομοδίτικο κι αυτόν) ρομαντικό έρωτα και μοιάζει να πιστεύει στην αιώνια αγάπη. Και, μέσα σ' όλα, η ειρωνία και το χιούμορ δεν λείπουν.
Γενικά την απόλαυσα από την αρχή ως το τέλος, κυρίως σαν μια άψογη άσκηση στιλ. Το οποίο όμως διαθέτει και αρκετό περιεχόμενο.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 23, 2014

ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΙ "MARS ET AVRIL"



To 2012 o Martin Villeneuve, γαλλόφωνος καναδός από το Μόντρεαλ, γυρίζει την πρώτη του ταινία, μια ταινία επιστημονικής φαντασίας, με τίτλο «Mars et Avril”. Ο τίτλος αποτελεί πολλαπλό λογοπαίγνιο: Πρόκειται για τα ονόματα των πρωταγωνιστών, για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο, αλλά και για τον πλανήτη Άρη (Mars στα γαλλικά).
Η ταινία είναι σίγουρα ιδιαίτερη, άσχετα με το αν θα αρέσει ή όχι. Ο δημιουργός μας μεταφέρει σε ένα μελλοντικό Μόντρεαλ, όπου η επιστήμη μπλέκεται αξεδιάλυτα με τη μεταφυσική. Τα μουσικά όργανα σχεδιάζονται με βάση ανθρώπινα μοντέλα, τα φωτογραφικά πορτρέτα απεικονίζουν και την ψυχοσύνθεση των εικονιζόμενων, οι τηλεμεταφορές μπορούν να σε μεταφέρουν σε παράδοξους τόπους του μυαλού, η πραγματικότητα με τον εικονικό κόσμο μπερδεύονται… για να αναφέρουμε μόνο μερικά από τα παράξενα του μέλλοντος αυτού. Ο ήρωας είναι ένας ηλικιωμένος διάσημος μουσικός, ο οποίος ερωτεύεται για πρώτη φορά στη ζωή του μια πολύ νεότερή του κοπέλα, η οποία γίνεται η μούσα του και την οποία επιθυμεί και ο νεαρός βοηθός και κατασκευαστής των οργάνων του. Ταυτόχρονα η ανθρωπότητα είναι έτοιμη να πραγματοποιήσει την πρώτη επανδρωμένη πτήση στον Άρη. ή μήπως όχι; Οι τρεις ήρωες είναι βυθισμένοι στην αναζήτηση της αλήθειας για την τέχνη, τον έρωτα, τη ζωή.
Η εικόνα του φιλμ (πόλεις, κοστούμια, αντικείμενα) είναι όντως ευρηματική και ενίοτε εντυπωσιακή, πράγμα που οφείλεται πιθανόν και στη συμβολή στη δημιουργία των σκηνικών του μεγάλου βέλγου κομίστα Francois Schuiten. Η αφήγηση και η πλοκή του πάντως είναι κάπως μπερδεμένη και ίσως αφήσει κενά στον θεατή. Οι ήρωες μιλάνε ποιητικά ή φιλοσοφικά, η μεταφυσική μπαίνει στα χωράφια της πραγματικότητας. Πρόκειται κατά βάση για ένα φιλοσοφικό / ποιητικό φιλμ, με έντονο το ρομαντικό στοιχείο, που προβληματίζεται για τη φύση της τέχνης, της έμπνευσης και της δημιουργίας, του έρωτα, για τα όρια του υποκειμενικού και του αντικειμενικού στοιχείου, της φανταστικού και εικονικού από τη μία και του πραγματικού από την άλλη. Πρόκειται επίσης για μια από τις λίγες φορές (στην εποχή μας τουλάχιστον) που σε μια ταινία επιστημονικής φαντασίας το μέλλον δεν παρουσιάζεται δυστοπικό.
Ξαναλέω ότι ίσως σας αφήσει κενά, ακόμα και ίσως σας κουράσει κάπως. Είναι όμως τόσες οι ιδιαιτερότητές του (ιδιαιτερότητες λέω, όχι υποχρεωτικά αρετές), που νομίζω ότι αξίζει να του δώσετε μια ευκαιρία.

Τρίτη, Ιανουαρίου 21, 2014

Η ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΥ "MARTY"



Υπάρχουν ταινίες που κερδίζουν τον θεατή όχι με τη δράση, το σασπένς, το θέαμα ή τον φιλοσοφικό στοχασμό τους, αλλά με την καθαρή ευαισθησία τους. Κλασική τέτοια ταινία θεωρώ το "Marty", που γύρισε το 1955 ο Delbert Mann (1920-2007), ένας δημιουργός που έκανε πολλή τηλεόραση, ανάμεσα στο 1955 και το 1968 όμως πρόλαβε να γυρίσει αρκετές ταινίες (και πολύ λίγες μετά), με πρώτη μη τηλεοπτική αυτόν εδώ τον "Μάρτι".
Η ιδιαιτερότητα του φιλμ φαίνεται από την αρχή: Καταπιάνεται όχι με έναν ήρωα (με οποιαδήποτε έννοια της λέξης), αλλά με έναν μεσήλικα, όχι όμορφο, όχι ιδιαίτερα έξυπνο άνθρωπο. Έναν απόλυτα συνηθισμένο τύπο δηλαδή, από τα εκατομύρια τέτοιων που υπάρχουν, χασάπη στο επάγγελμα, που ζει με τη μητέρα του. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι φυσικό να έχει ξεχάσει τον έρωτα και να έχει αφήσει πίσω του κάθε ελπίδα. Ζει μοναχική ζωή και μόνο τα σαββατόβραδα βγαίνει (απρόθυμα μάλλον) με τους φίλους του, που είναι κάπως σαν κι αυτόν. Ώσπου κάποιο βράδι θα συναντήσει μια κοπέλα ακριβώς σαν κι εκείνον: Όχι όμορφη, μόνη, που "την έχουν πάρει τα χρόνια" (σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής τουλάχιστον), δασκάλα στο επάγγελμα. Κι απ' τους δύο κάτι λείπει. Τι λέω; Οι ζωές τους είναι ουσιαστικά άδειες. Είναι φυσικό οι μοίρες τους να ενωθούν.
Ένα από τα ατού της ταινίας είναι ακριβώς η εξαίρετη, πειστική καταγραφή μιας γκρίζας καθημερινότητας, δίχως εξάρσεις και κάθε λογής περιπέτειες. Μα αυτή ακριβώς δεν είναι η ζωή της πλειοψηφίας των κοινών ανθρώπων; Ταυτόχρονα η ταινία είναι μια τρυφερή, γεμάτη συμπάθεια μελέτη των χιλιάδων μοναχικών ανθρώπων. Όσο για τον έρωτα... αυτός μπορεί να έρθει με οποιαδήποτε μορφή, κάθε στιγμή. Δεν μιλάμε για τον παθιασμένο, ρομαντικό έρωτα των μυθιστορημάτων και των γεμάτων υπερβολή ταινιών, αλλά για τον απλό, συνηθισμένο έρωτα, που φέρνει κοντά δύο απλούς, συνηθισμένους, μοναχικούς  ανθρώπους, που σχεδόν έχουν πάρει απόφαση ότι θα περάσουν τη ζωή τους μόνοι. και έχουν ουσιαστικά παραιτηθεί. Φυσικά υπάρχει και η καταγραφή του κοινωνικού περίγυρου: Η περιποιητική, αλλά ουσιαστικά καταπιεστική μητέρα του ήρωα, οι φίλες της και η αδελφή της, οι περί γάμου και "τακτοποίησης" αντιλήψει (που υπάρχουν και σήμερα), ο ομοιόμορφος και δίχως εξάρσεις τρόπος διασκέδασης, οι κούφιες καυχησιές της αντροπαρέας, η επανάληψη, η διαρκής επανάληψη, συνθέτουν το όλο γκρίζο και ρουτινιέρικο περιβάλλον του Μάρτι...
Ατού της ταινίας είναι βέβαια ο εξαιρετικός Έρνεστ Μποργκνάιν, όπως δεν τον έχετε ξαναδεί, που σηκώνει το φιλμ στις πλάτες του. Συνολικά πάντως βρίσκω την ταινία πολύ καλή, από αυτές τις χαμηλότονες, αλλά ιδιαίτερα "αποτελεσματικές" (και, βέβαια, αισιόδοδοξες). Με συγκίνησε, δίχως ούτε στιγμή να γίνεται μελό, δίχως να κουράζει ή να σε κάνει να "κόβεις φλέβες". Ίσα - ίσα που την είδα πολύ ευχάριστα. Αν δεν ψάχνετε αποκλειστικά και μόνο για τη "μεγάλη περιπέτεια" τη συστήνω αναμφισβήτητα.


Παρασκευή, Ιανουαρίου 17, 2014

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΣΤΟ AUGUST ΤΗΣ ΟΚΛΑΧΟΜΑ

Τα θεατρικά έργα που περιγράφουν οικογενειακά δεινά είναι πολλά. Μερικά συγκλονιστικά, άλλα λιγότερο ή / και βαρετά. Βλέπετε η οικογένεια, είναι γνωστό αυτό, δεν είναι (πάντοτε τουλάχιστον) γεμάτη θαλπωρή και αγάπη, αλλά μπορεί να κρύβει μια αληθινή κόλαση. Η οικογένεια στον "Αύγουστο" (August: Osage County ο πλήρης τίτλος, καθώς το August αναφέρεται σε μια ξεχασμένη αμερικάνικη πόλη κάπου στην Οκλαχόμα και όχι στον μήνα) ανήκει σαφώς σ' αυτή την κατηγορία. Φυσικά πρόκειται για θεατρικό έργο του Τρέισι Λετς που μεταφέρθηκε το 2013 στην οθόνη από τον τηλεοπτικό κυρίως John Wells.
Όταν ο "πάτερ φαμίλιας", ένας αλκοολικός ποιητής αποτραβηγμένος στον εαυτό του, εξαφανίζεται, η μανιοκαταθλιπτική και καρκινοπαθής σύζυγός του καλεί στο σπίτι ολόκληρη την οικογένεια, που είναι διασκορπισμένη σ' όλη την Αμερική. Τουτέστιν τρεις κόρες με συζύγους ή "γκόμενους", αλλά και την αδελφή της με τη δική της οικογένεια. Κοινώς χαμός. Καθώς θαμμένα, παλιά μυστικά και σύγχρονες πληγές αποκαλύπτονται η μία μετά την άλλη, οι καταστάσεις εξωθούνται στα άκρα και η έκρηξη δεν θα αργήσει (όχι, μην πάει το μυαλό σας σε ενδοοικογενειακή σεξουαλική βία που τόσο. είναι της μόδας τελευταία, από τέτοιο δεν έχουμε, όμως και πάλι...)
Η θεατρικότητα του όλου εγχειρήματος είναι ολοφάνερη. Ναι, πρόκειται σαφώς για θέατρο στην οθόνη. Από την άλλη, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιου είδους ταινίες, το καστ είναι εκπληκτικό. Πάρτε ανάσα: Μέριλ Στριπ, Τζούλια Ρόμπερτς, Γιούαν Μακ Γκρέγκορ, Τζούλιετ Λούις, Σαμ Σέπαρντ, Μπένεντικτ Κάμπερμπατς... Οπότε οι δυνατές ηθοποιίες είναι εξασφαλισμένες. Το δυνατό δράμα επίσης, όπως και η κλειστοφοβική, ασφυκτική ατμόσφαιρα.Και όλα αυτά συμβαίνουν στο ερημικό αμερικάνικο τοπίο των μεσοδυτικών πολιτειών με τα αχανή λιβάδια.και τον αφόρητο καύσωνα. Οπότε οι προδιαγραφές για μεγάλες συγκίνησεις και ξέχειλα συναισθήματα είναι κάτι παραπάνω από εξασφαλισμένες.
Οι δικές μου αντιρήσεις - εκτός της θεατρικότητας που προαναφέραμε - επικεντρώνονται στο αληθινό overdose δυστυχίας. Απ' όλους αυτούς (12 αν θυμάμαι καλά) δεν υπάρχει ούτε ένας όχι ευτυχισμένος, αλλά έστω σε μια απλώς νορμάλ, έστω βαρετή, καθημερινότητα. Όλοι υποφέρουν, τόσο οι αρνητικοί χαρακτήρες όσο και οι απόλυτα αθώοι (υπάρχουν και τέτοιοι, αλλά πολύ φοβάμαι ότι η μοίρα που τους επιφυλάσσεται είναι ακόμα χειρότερη). Είναι σαν όλα να λειτουργούν στην εντέλεια ώστε να δυστυχήσουν οι πάντες. Αυτές είναι οι επιπτώσεις στους γύρω ενός προβληματικού αρχικού οικογενειακού πυρήνα, θα μου πείτε. Σύμφωνοι, αλλά η αίσθηση του "too much" δεν με άφησε ποτέ όσο έβλεπα το φιλμ.
Πάντως συνίσταται σε όσους αρέκονται στα δυνατά, ασφυκτικά οικογενειακά δράματα. Σαν τέτοιο ναι, είναι δυνατό.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 16, 2014

Η ΦΡΙΚΗ ΜΕΣΑ ΑΠΟ "ΓΕΛΑΣΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ"

Έχουμε μιλήσει ξανά για το ιταλικό giallo, ένα είδος που άνθισε τις δεκαετίες του 60 και 70 και που, δίχως να είναι ακριβώς, φλερτάρει συνήθως με την ταινία τρόμου. Από τα τελευταία δείγματα του είδους είναι το "Σπίτι με τα Γελαστά Πατράθυρα" (La casa dalle finestre che ridono) που γύρισε το 1976 ο παραγωγικός και όχι μόνο giallo Pupi Avato. Μόνο που εδώ μπαίνουμε για τα καλά στην ταινία τρόμου με γοτθική ατμόσφαιρα, οπότε μερικοί δεν το κατατάσουν ακριβώς στα giallo. Αλλά δεν νομίζω ότι ότι οι κατηγοριοποιήσεις έχουν και πολλή σημασία. Σημασία έχει το ίδιο το φιλμ.
Ένας συντηρητής φτάνει σε ένα μικρό χωριό καλεσμένος από τον δήμο για να αποκαταστήσει μια μεγάλη τοιχογραφία ενός μυστηριώδους ζωγράφου που θεωρούνταν τρελός, συνήθιζε να ζωγραφίζει ανθρώπους τη στιγμή του θανάτου τους και θεωρείται ο ίδιος νεκρός, αν και το πτώμα του δεν βρέθηκε ποτέ. Τα μυστήρια αρχίζουν να συσσωρεύονται (μαζί με τα πτώματα), κρυμένα μυστικά αποκαλύπτονται και η ατμόσφαιρα γίνεται όλο και πιο τρομαχτική και σκοτεινή.
Αντίθετα με άλλους δημιουργούς του είδους όπως ο Mario Bava ή ο "μαθητής" του Dario Argento (όταν γύριζε giallo), ο Avati δεν βασίζεται στην "πειραγμένη" εικόνα, τους μη ρεαλιστικούς φωτισμούς και τα χρώματα, την ιδιόρυθμη σκηνοθεσία. Εδώ η εικόνα είναι σχετικά ρεαλιστική. Πολλά από τα εφιαλτικά συμβάντα διαδραματίζονται στο φως της μέρας. Όλο το βάρος της ταινίας πέφτει λοιπόν στην πλοκή. Οι ανατροπές έρχονται η μία μετά την άλλη, μέχρι το απροσδόκητο τέλος, το κλίμα γίνεται όλο και πιο βαρύ και τρομαχτικό. Δεν υπάρχει η γραφική βία ή το - άνευ λόγου πολλές φορές - γυμνό ή το φετιχιστικά ημίγυμνο άλλων δειγμάτων του είδους. Η φρίκη παραμονεύει περισσότερο σ' αυτά που συμβαίνουν - ή αποκαλύπτονται - και όχι στην ίδια την εικόνα.
Φυσικά σε κάποια σημεία η πλοκή είναι εξωφρενική και οι ηθοποίες (λες και οι ιταλοί του είδους είχαν ορκιστεί γι' αυτό) επιεικώς μέτρια. Οπότε, παρά τη ρεαλιστικότερη σχετικά εικόνα μην περιμένετε και άλλου είδους ρεαλισμούς. Αυτό όμως δεν μας πειράζει. Φιλμ σαν αυτό σε κάθε άλλο παρά σε πιστευτό ρεαλισμό προσβλέπουν. Η σύμβαση είναι γνωστή και αποδεκτή από την αρχή. Οπότε ας αφεθούμε και ας απολαύσουμε την πρωτότυπη και γεμάτη ανατροπές ιστορία και το - σχετικά - σοβαρό κλίμα γοτθικού τρόμου και ας περιμένει η πραγματικότητα. Αυτή υπάρχει άλλωστε εξαίρετα αποτυπωμένη σε πάμπολλα άλλα φιλμ.
Παρά τις κάποιες "αστείες" στιγμές λοιπόν, συνίσταται σαν μία από τις πιο πρωτότυπες ταινίες του είδους (ή όχι ακριβώς του είδους, αλλά τι μας νοιάζει;). Εννοείται για τους φίλους των ταινιών τρόμου μόνο.

Τρίτη, Ιανουαρίου 14, 2014

ΟΙ ΑΠΛΗΣΤΟΙ ΛΥΚΟΙ ΤΗΣ WALL STREET

Ο Martin Scorsese έχει αρκετές φορές ασχοληθεί με την άνοδο και την πτώση των ηρώων του, με πλαίσιο πάντοτε το περίφημο "αμερικάνικο όνειρο" και τον μύθο ότι η Αμερική είναι η "χώρα των ευκαιριών". Πολλοί απ' αυτούς ήταν γκάνγκστερς, άλλοι εκατομμυριούχοι επιχειρηματίες (Aviator), άλλοι αθλητές κλπ. Το 2013 έρχεται η ώρα να καταπιαστεί με τα "golden boys" της Wall Street, της καρδιάς του χρηματοπιστωτικού συστήματος και του καπιταλισμού γενικότερα, με τον "Λύκο της Wall Street". Θέμα ιδιαίτερα επίκαιρο βέβαια, αφού, όπως όλα δείχνουν, αυτός ακριβώς ο θρίαμβος του χρηματοπιστωτικού / τραπεζικού συστήματος πάνω στην καθαρή παραγωγή είναι που οδήγησε στη σύγχρονη τραγική οικονομική κατάσταση και την κρίση.
Ο ήρωας, υπαρκτό πρόσωπο στα απομνημονεύματα του οποίου βασίζεται το φιλμ, μπαίνει στον κόσμο του χρηματιστηρίου το 1987, βιώνει την τότε κρίση, ξεκινά τη δική του χρηματιστηριακή επιχείρηση, χρησιμοποιώντας εν μέρει ημιπαράνομα μέσα, και σύντομα γίνεται πολυεκατομμυριούχος. Τα χρόνια της ατέλειωτης κραιπάλης όμως θα ακολουθήσουν άλλα, αρκετά σκοτεινότερα.
Ο Scorsese υιοθετεί μια καταιγιστική, παραληρηματική σχεδόν κινηματογραφική γραφή, που συχνά αγγίζει τα όρια της παρωδίας και συχνά παραβλέπει κάθε ρεαλισμό. Το μη ρεαλιστικό αυτό στοιχείο επιτείνεται απο το ότι η αφήγηση γίνεται από τον ίδιο τον ήρωα, ο οποίος απευθύνεται στους θεατές συστήνοντάς τους πρόσωπα και καταστάσεις. Έτσι, με την υπερβολή που την χαρακτηρίζει, η ταινία μπορεί να καταταχτεί χαλαρά (πολύ χαλαρά) ακόμα και στον ευρύτερο χώρο της μαύρης κωμωδίας. Φυσικά υπάρχουν διαρκή όργια, άφθονη κατανάλωση ναρκωτικών και κραιπάλες κάθε είδους. Αν όμως μια λέξη έπρεπε να χαρακτηρίσει όλη αυτή τη ντελιριακή κατάσταση αυτή θα ήταν σίγουρα η λέξη "απληστία". Αυτή στην ουσία είναι το κίνητρο των χαρακτήρων του φιλμ και, για πάρα πολλούς, η λέξη - κλειδί για ολόκληρο το καπιταλιστικό σύστημα. "Παρ' τους τα λεφτά όταν μπορείς" είναι το σύνθημα. Εμείς είμαστε οι έξυπνοι και όλοι οι άλλοι τα κορόιδα. Κι αν οι μέθοδοι δεν είναι πάντα νόμιμοι, κι αν οι άλλοι καταστραφούν ολοσχερώς, τι μας νοιάζει; Εμείς θέλουμε τα λεφτά, όλα τα λεφτά του κόσμου, έστω και για να μπορούμε να τα καίμε για πλάκα, και για όλα τα άλλα σκασίλα μας. Δεν υπάρχει ούτε μια ελάχιστη σπιθαμή χώρος για οίκτο ή συμπόνοια. Αυτά είναι άγνωστες λέξεις.
Ίσως η παρουσίαση της σούπερ πετυχημένης εταιρίας του πρωταγωνιστή (εξαιρετικός και πάλι ο Ντι Κάπριο) να είναι στα όρια της καρικατούρας, όπως και πολλές σκηνές του φιλμ. Με όλο αυτό το υπερβολικό στιλ όμως, ο ακούραστος Scorsese κατάφερε αυτό που πιθανόν ήθελε: Να με κάνει να αηδιάσω βαθυτατα (για μια ακόμα φορά) με ένα βρώμικο, σάπιο και πάνω απ' όλα απόλυτα απάνθρωπο σύστημα, που κρύβεται πίσω απο το προσωπείο των "άπειρων ευκαιριών". Και το ότι ο συγκεκριμένος ήρωας έχει ιδιαίτερα προβλήματα που θα επιτείνουν την κατάσταση (εθισμός στα ναρκωτικά), το προσωπικό αυτό στοιχείο δεν θολώνει την όλη εικόνα. Κι αν δεν πιστεύετε στην αποτελεσματική επέμβαση της δικαιοσύνης και την τελική σύλληψή του, πάλι τελικά δεν έχει και τόση σημασία. Η γενική εικόνα που περιέγραψα παραμένει.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 13, 2014

Ο WALTER MITTY ΜΕΤΑΞΥ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

"Η Κρυφή Ζωή του Walter Mitty" υπήρξε αρχικά διήγημα του Τζέιμς Θέρμπερ και στη συνέχεια ταινία του 1947 με τον Ντάνι Κέι. Το 2013 γυρίζεται ξανά, προσαρμοσμένη σε σύγχρονα δεδομένα, από τον Ben Stiller, ο οποίος είναι φυσικά και ο πρωταγωνιστής.
Ο ήρωας είναι παθολογικά δειλός και παθολογικά ονειροπόλος. Έχει την ιδιότητα να αφαιρείται στα καλά καθούμενα και να φαντάζεται ότι είναι ήρωας σε μια σειρά από ηρωικούς κόσμους, όπου φυσικά πραγματοποιεί ηρωικές πράξεις. Στην πραγματικότητα είναι απλός εμφανιστής φωτογραφικών φιλμ και δουλεύει για το περίφημο περιοδικό Time, το οποίο ετοιμάζει το τελευταίο έντυπο τεύχος του πριν μετατραπεί σε ψηφιακό. Η μετατροπή ατυή σημαίνει βέβαια απολύσεις... για να πατήσουμε για τα καλά στον δυσάρεστο πραγματικό κόσμο. Όταν χάνεται το αρνητικό του τελευταίου εξωφύλου, ο Γουόλτερ βγαίνει για πρώτη φορά από το καβούκι του και ζει μια σειρά από εξωφρενικές περιπέτειες στις άκρες του κόσμου για να το βρει.
Είναι αλήθεια ότι η ταινία είναι κάπως "λίγο απ' όλα". Είναι και περιπέτεια φαντασίας (όταν ο ήρωας αποδρά σε φανταστικούς κόσμους) και περιπέτεια σκέτο και κωμωδία και αισθηματική κομεντί και σχόλιο για τη σκληρή πραγματικότητα και διδακτική για την ανάγκη να αδράξουμε την αληθινή ζωή και να πάψουμε να κρυβόμαστε στις φαντασιώσεις μας και λίγο δράμα και... Και ίσως όλα αυτά μαζί κάπου να μη δένουν αρμονικά. Ωστόσο συνολικά, και παρά τα σκαμπανεβάσματά της, τη βρήκα διασκεδαστική, ενώ ο Stiller αποδεικνύει ότι είναι και αρκετά καλός σκηνοθέτης (δεν είναι η πρώτη φορά) και, στο συγκεκριμένο φιλμ τουλάχιστον, καλός ηθοποιός.
Θα πρότεινα πάντως, για να το απολαύσετε, να μην πάρετε πολύ στα σοβαρά τα "πραγματικά" συμβάντα, από εκεί δηλαδή που ξεκινά η περιπέτεια του ήρωα, καθώς αυτά είναι τραβηγμένα απ' τα μαλιά (ποιος φιλήσυχος και κουμπωμένος υπαλληλάκος, που δεν έχει ποτέ στη ζωή του ταξιδέψει, θα σηκωνόταν από τη μια στιγμή στην άλλη να πάει στη... Γροιλανδία και μετά στην Ισλανδία και μετά να περιπλανηθεί στο Αφγανιστάν;) Νομίζω ωστόσο ότι όλα αυτά είναι φτιαγμένα απόλυτα συνειδητά με μη ρεαλιστικό τρόπο. Στην ουσία ο ήρωας ζει τις φαντασιώσεις του για πρώτη φορά, τις κάνει πραγματικότητα, ενηλικιώνεται επιτέλους! Γι' αυτό και η τόση υπερβολή. Και όλα αυτά βέβαια γίνονται για να αποδιχτεί το δίδαγμα που προανέφερα: Τολμείστε και ζείστε την πραγματική ζωή!
Ίσως κάπως αφελές και διδακτικό, αλλά, το ξαναείπα, για μένα αρκετά ευχάριστο και με κάμποση φαντασία.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 09, 2014

ΕΝΑ "ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ" ΣΤΗ ΝΑΖΙΣΤΙΚΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Ο Gunter Grass γράφει το διάσημο μυθιστόρημά του "Το Ταμπούρλο" (Die Blechtrommel) το 1959. 20 χρόνια μετά, το 1979, ο επίσης γερμανός Volker Schlondorff το μεταφέρει στην οθόνη μένοντας πιστός στην πλοκή του βιβλίου και φτιάχνοντας έτσι τη γνωστότερη ταινία του.
Τι ακριβώς είναι το "Ταμπούρλο"; Είναι μια σουρεαλιστική ιστορία. που μπαίνει στο χώρο του φανταστικού. Ο Όσκαρ είναι ένα παιδί που γεννιέται στη Γερμανία της δεκαετίας του 20 από μια μητέρα που είναι συγχρόνως ερωτευμένη με δύο άντρες (οι οποίοι αποδέχονται ουσιαστικά την κατάσταση). Στα τρία του χρόνια ο Όσκαρ, απογοητευμένος από τον κόσμο των μεγάλων, αποφασίζει να μη μεγαλώσει άλλο. Έτσι μένει για πολλά χρόνια στο σώμα παιδιού τριών χρονών, αλλά με πλήρη εξυπνάδα και συμεριφορά (αν θέλει) ενηλίκου. Δεν αποχωρίζεται ποτέ ένα ταμπούρλο που του δώρισαν στα γενέθλιά του, το οποίο παίζει εκκωφαντικά όταν νοιώθει την ανάγκη. Κανείς δεν μπορεί να του το πάρει, καθώς διαθέτει (άλλο ένα στοιχείο του φανταστικού) μια "ιδιαίτερη" κραυγή, με την οποία θρυμματίζονται τα πάντα σε μεγάλη ακτίνα. Οι ναζί έρχονται στην εξουσία, ο πόλεμος αρχίζει, ο μικρός (;) περιοδεύει με έναν θίασο νάνων, ερωτεύεται δύο φορές και, μετά το τέλος του πολέμου, πάντα με την τρίχρονη εμφάνισή του, επιστρέφει στον κατεστραμένο πλέον τόπο όπου γεννήθηκε. Και υπάρχει και συνέχεια.
Φυσικά πρόκειται για μια αλληγορία. Μέσα από την παράδοξη ιστορία του "μικρού" Όσκαρ περνά η γερμανική ιστορία των κρίσιμων δεκετιών από τα '20ς ως τα '40ς. Η άνοδος του ναζισμού, η παθητικότητα ή/και συμμετοχή της αστικής τάξης σ' αυτή (σας θυμίζει μήπως τίποτα σύγχρονο;), η κατάληψη της εξουσίας από τους ναζί, ο πόλεμος (η πρώτη μέρα του πολέμου είναι καθοριστική για τις ζωές των ηρώων), η καταστροφή. Αλλά και η γενικότερη καταδίκη του "κόσμου των μεγάλων" και της φρίκης του, του κόσμου όπως τον έχουν καταντήσει οι άνθρωποι και στον οποίο αρνείται να ενταχθεί ο ήρωας. Ο οποίος, σημειωτέον, δεν είναι καθόλου αθώος. Συχνά γίνεται ενοχλητικός, πεισματάρης, παράλογος και εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις ασυνήθιστες ιδιότητές του. Ο μικρός David Bennent (12 χρονών τότε) είναι αξέχαστος στο βασικό ρόλο, ενώ μια σειρά από εικόνες του φιλμ μένουν χαραγμένες στο μυαλό μας.
Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω με μια μονο λέξη την ταινία, η λέξη αυτή θα ήταν σίγουρα "γκροτέσκα". Ο Σλέντορφ δεν διστάζει να γίνει πολλές φορές ενοχλητικός, ακόμα και αηδής, "ακατάλληλος", υπερβολικός (η υπερβολή άλλωστε είναι άλλο χαρακτηριστικό του φιλμ). Εναλλάσσει το κωμικό στοιχείο με την τραγωδία, το δραματικό με το απόλυτα γελοίο. Όλα στο φιλμ είναι "too much" και οι εικόνες συχνά εντυπωσιακές. Η αίσθηση που αφήνει είναι πολύ δυνατή, ίσως και βαρειά (άλλωστε η ταινία διαρκεί σχεδόν τρεις ώρες). Ωστόσο νομίζω ότι όλα τα παραπάνω κινηματογραφικά χαρακτηριστικά  είναι απόλυτα ταιριαστά με την ιστορία και την όλη υπερβολή που τη χαρακτηρίζει. Γενικά - και παρά το ότι κάποιοι μπορεί να ενοχληθούν - θεωρώ ότι είναι μια ταινία που πρέπει κανείς να δει.

Τρίτη, Ιανουαρίου 07, 2014

HOBBIT 2 Ή ΠΩΣ ΕΝΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ 300 ΣΕΛΙΔΩΝ ΓΙΝΕΤΑΙ 8ΩΡΟ ΕΠΟΣ

Το 2013 είναι η χρονιά που προβάλλεται στο 2ο μέρος του "The Hobbit" με υπότιτλο "Η Ερημιά του Νοσφιστή", πάντοτε φυσικά του Peter Jackson (αφού πρόκειται ουσιαστικά για μία 8ωρη περίπου ταινία που για πρακτικούς λόγους προβάλλεται σε τρία μέρη).
Δεν έχω να πω πολλά για το φιλμ. Σίγουρα είναι εξ ίσου εντυπωσιακό και θεαματικό με το πρώτο μέρος και η Μέση Γη του Τόλκιν ζωντανεύει και πάλι και μάλιστα μερικές στιγμές με εκπληκτικό τρόπο. Φυσικά το θέαμα είναι απόλυτα χορταστικό και, για να σας προετοιμάσω, μας αφήνει και πάλι στα κρύα του λουτρού, σε ένα πολύ κρίσιμο σημείο, ώστε να περιμένουμε με αγωνία τη συνέχεια.
Οι αντιρήσεις μου επικεντρώνονται περισσότερο από το φιλμ καθ' εαυτό στην τραβηγμένη απ' τα μαλλιά προσπάθεια να βγάλουν από ένα (υπέροχο κατά τα άλλα) εφηβικό μυθιστόρημα 300 περίπου σελίδων ένα οκτάωρο έπος. Ενώ η αντιμετώπση αυτή ήταν απόλυτα δικαιολογημένη στο ούτως ή άλλως επικό "Lord of the Rings", που είναια από τη φύση του τριλογία, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια καθαρή προσπάθεια των στούντιο να βγάλουν όσο πιο πολλά λεφτά μπορούν. Για να το πετύχουν λοιπόν δημιουργούν πλήθος υποπλοκές που δεν υπάρχουν στο βιβλίο, επιστρατεύουν ιστορίες από άλλα βιβλία (που περιστρέφονται βέβαια γύρω από την ίδια μυθολογία) του Τόλκιν και προσθέτουν και δικές τους. Έτσι, για παράδειγμα, ο έρωτας ενός Νάνου και ενός θηλυκού Ξωτικού δεν υπάρχει πουθενά (είναι άλλωστε εχθρικά είδη) παρά μόνο στην ιδέα των σεναριογράφων να δημιουργήσουν καλού - κακού και μία α λα "Ρωμαίος και Ιουλιέτα" ιστορία, αφού αυτό πουλάει στα σίγουρα. Όπως επίσης στο "The Hobbit" δεν υπάρχει ο Λέγκολας, που θα εμφανιστεί αργότερα στον "Άρχοντα", όπως δεν υπάρχει η συνάντηση του Γκάνταλφ με τον Σαουρόν κλπ.
Αλλά ας μην επιμείνω στις διαφορές από το βιβλίο. Απλώς ενοχλούμαι επειδή αυτές γίνονται για καθαρά λόγους "γεμίσματος". Ας πω απλώς ότι, όπως και στο πρώτο μέρος, το 2ο αυτό "Χόμπιτ" παραμένει πιο παιδικό, πιο εφηβικό τέλος πάντων, από τον "Άρχοντα" και ας επισημάνω μερικές εντυπωσιακές σκηνές όπως αυτές με τις αράχνες, όπως η συνάντηση του Γκάνταλφ με τον Σαουρόν, όπως το ξύπνημα του δράκου και το αχανές θησαυροφυλάκιό του κλπ.
Ναι, πολύ θεαματικά όλα αυτά. Τα εφέ κάνουν θαύματα, ο ενθουσιασμός μου όμως έχει αισθητά μειωθεί σε σχέση με το "Lord of the Rings".

Σάββατο, Ιανουαρίου 04, 2014

"ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΠΛΟΙΟ" : ΤΡΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΣΕ ΑΠΟΓΝΩΣΗ

Ο Αλέξης Δαμιανός (1921- 2006) με τρεις μόνο ταινίες στο ενεργητικό του, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του ελληνικού σινεμά (κυρίως, βέβαια, με τις δύο πρώτες). Το πρώτο του φιλμ είναι το "Μέχρι το Πλοίο" του 1967. Πρόκειται για την καταγραφή μιας Ελλάδας πολύ πίσω απ' αυτό που γνωρίζουμε σήμερα (ακόμα και στις δύσκολες μέρες της κρίσης).
Ο ήρωας, που ερμηνεύεται από τον ίδιο το Δαμιανό, είναι ένας ορεσείβιος μοναχικός τύπος, που θα κατέβει από το βουνό στην πόλη, στον Πειραιά συγκεκριμένα, για να πάρει το πλοίο και να ξενητευτεί για πάντα στην Αυστραλία, αφού είναι αδύνατο, λόγω φτώχιας, να ζήσει στη χώρα του. Η οδύσειά του αυτή θα έχει τρεις σταθμούς: Αρχικά θα δουλέψει σε ένα χωριό, στο σιδεράδικο ενός φίλου από το στρατό, στη συνέχεια θα βρεθεί σε ένα άλλο χωριό, όπου θα δουλέψει στα χωράφια και τέλος στην πόλη, όπου θα μείνει στο σπίτι ενός άγνωστού του ζευγαριού που χωρίζει, μέχρι την αναχώρηση τού πλοίου. Σε κάθε εναν από τους σταθμούς αυτούς θα γνωρίσει από μία γυναίκα. Δεν θα συνδεθεί ερωτικά με όλες, αλλά αυτές καθορίσουν τους σταθμούς του και, τελικά, τη μοίρα και του ίδιου.
Η ταινία καταγράφει με πολύ δυνατό τρόπο μια ζοφερή, σχεδόν τριτοκοσμική Ελλάδα, βουτηγμένη στη φτώχια και την ανέχεια, που είναι αδύνατο να θρέψει τα παιδιά της. Η μετανάστευση αποτελεί τη μόνη λύση, τη μόνη ελπίδα. Και στα χρόνια αυτά μετανάστευση σήμαινε ξερίζωμα από τη χώρα για πάντα. Πάμπολλοι είναι οι μετανάστες που δεν επέστρεψαν ποτέ εδώ. Ο Δαμιανός καταφέρνει να περιγράψει τόσο τη γεμάτη στέρηση και φτώχια εικόνα της επαρχίας, των μικρών χωριών για την ακρίβεια, όσο και τη μίζερη, άχαρη πραγματικότητα της μεγαλούπολης. Το κλίμα είναι εξ ίσου αποπνικτικό και στις δύο περιπτώσεις. Η χώρα σε έδιωχνε από παντού. Όσο η επαρχία είναι φτωχή, άλλο τόσο η πόλη είναι άσχημη και δύσκολη. Οι φτωχοί άνθρωποι δεν έχουν επιλογή.
Νομίζω ότι παράλληλα με την καταγραφή της κατάστασης μιας χώρας υπάρχει και μια μελέτη για την τραγική θέση της γυναίκας της εποχής σ' αυτή. Και οι τρεις γυναίκες που θα συναντήσουμε, εντελώς διαφορετικών προελεύσεων και χαρακτήρων, θα έχουν και οι τρεις άσχημη μοίρα:  Η μία θα παντρευτεί τον πρώτο που θα τη ζητήσει, δίχως, κυριολεκτικά, να έχει "σηκώσει τα μάτια της" σε άλλον άντρα, όπως απαιτούσαν οι ασφυκτικές για τις γυναίκες συνθηκες στην επαρχία τού τότε. Η δεύτερη, χαρακτήρας ανεξάρτητος και ατίθασος, θα καταλήξει χωρίς καλά - καλά να το καταλάβει πόρνη. Η τρίτη, δυστυχισμένη στη σχέση της και αναγκασμένη πάντοτε να υπακούει στις επιθυμίες του άντρα - αφέντη, και τελικά αποδιωγμένη απ' αυτόν, θα αναγκαστεί να μεταναστεύσει. Έτσι μπορώ να διαβάσω το φιλμ και ως μια φεμινιστικής ματιάς μαρτυρία, που σημειώνει τη δύσκολη θέση της γυναίκας σε μια Ελλάδα σχεδόν πρωτόγονη και, σίγουρα, πολύ μακριά από κάθε έννοια ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Θεωρώ το φιλμ πολύ δυνατό ακόμα και σήμερα. Δεν είναι μόνο το στοιχείο της καταγραφής που προανέφερα. Είναι και η δύναμη των ιστοριών καθ' εαυτών, και η κινηματογράφηση του πρωτοεμφανιοζόμενου Δαμιανού. Μια πολύ σημαντική κατά τη γνώμη μου ταινία, από τις πρώτες του "Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου".

Παρασκευή, Ιανουαρίου 03, 2014

Η "ΜΕΓΑΛΗ ΟΜΟΡΦΙΑ" ΩΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΜΙΑΣ ΦΕΛΙΝΙΚΗΣ ΡΩΜΗΣ

Ο Paolo Sorrentino είναι ένας σκηνοθέτης του οποίου μου αρέσουν όλες οι ταινίες που έχω δει μέχρι τώρα. Το "Grande Belezza" (Η Μεγάλη Ομορφιά) του 2013 δεν αποτελεί εξαίρεση.
Νομίζω ότι το φιλμ βασίζεται σε τρεις άξονες: Ο ένας είναι η σάτιρα και η κριτική ματιά επί παντός σχεδόν επιστητού που χαρακτηρίζει την σύγχρονη κοινωνία. Ο άλλος έχει να κάνει με μια διαρκή αναφορά, ενα "κλείσιμο ματιού" στο έργο του Φελίνι. Ο τρίτος - και εμφανέστερος - είναι μια καταγραφή (μια ακόμη κινηματογραφική καταγραφή για να είμαστε ακριβείς) της σύγχρονης Ρώμης, της Αιώνιας Πόλης, με όλες τις αντιφάσεις της.
Βασικό πρόσωπο είναι ένας κομψός, διανοούμενος, κυνικός και bon viveur δημοσιογράφος, που προ αμνημονεύτων ετών είχε κάνει μεγάλη αίσθηση με το μοναδικό του μυθιστόρημα, πλην όμως έχει απαρνηθεί τη λογοτεχνία και έχει ριχτεί με τα μούτρα στην κοσμική ζωή. Κλείνοντας τα 65 γιορτάζει τα γενέθλιά του με ένα απόλυτα κιτς, πλην όμως μεγαλειώδες πάρτι και μετά έρχεται η ώρα των απολογισμών. Ως άλλος φελινικός ήρωας περιφέρεται στη Ρώμη, συναντά παλιούς φίλους ή κάνει νέες γνωριμίες, ζει διάφορες ερωτικές και μη περιπέτειες, βιώνει θανάτους γνωστών και αγαπημένων προσώπων - έχει φτάσει γαρ η ώρα - ενώ ο εφηβικός (και μοναδικός αληθινός) του έρωτας δεν παύει να τον στοιχειώνει.
Η ταινία διαθέτει αποσπασματικό χαρακτήρα. Είναι σα να χωρίζεται σε πολλά επεισόδια. Ακριβώς αυτό το στοιχείο όμως δίνει στον Σορεντίνο να επιτεθεί ενάντια σε κάθε σχεδόν θεσμό που υπάρχει: Η σύγχρονη τέχνη, η διασκέδαση και το life style, η εκκλησία, η παρακμασμένη αριστοκρατία, οι πλαστικές επεμβάσεις, η πολιτική, ο κόσμος των πλούσιων, είναι μερικοί μόνο από τους στόχους που δεν ξεφεύγουν από τα καυστικότατα βέλη του. Η υποκρισία, η ψευτιά, το κιτς, πάνω απ' όλα όμως η αβάστακτη πραγματικά κενότητα όλων αυτών, της σύγχρονης ζωής των πλουσίων γενικότερα, καταγράφονται με τρόπο που μένει ανεξίτηλα χαραγμένος στη μνήμη μας (στη δική μου τουλάχιστον). Ο ήρωας (ο συχνός πρωταγωνιστής του Σορεντίνο Τόνι Σερβίλο) αποτελεί μια αξέχαστη φιγούρα, σύμβολο της εκζήτησης που ταυτίζεται με το απόλυτο τίποτα. Η Ρώμη είναι πανέμορφη και κιτς ταυτόχρονα. Τα πάρτι ε'ιναι βουτηγμένα στη χλιδή και το glamour και, φυσικά, κιτς ταυτόχρονα. Οι περί ανέμων και υδάτων, ενίοτε τάχα βαθιές συζητήσεις, είναι στην πραγματικότητα απόλυτα ρηχές και συχνά, κάτω από το μανδύα του σοβαρού και της διανόησης, αγγίζουν τα όρια του χυδαίου κουτσομπολιού. Όλα ταιριάζουν γάντι με την μεταμπερλουσκονική και αφόρητα κιτς Ιταλία, αλλά, νομίζω και με τον παγκόσμιο τρόπο ζωής των ανθρώπων της υψηλής κοινωνίας και του συγκεκριμένου στιλ: Ένα απόλυτο κενό τυλιγμένο στο φανταχτερότερο περιτύλιγμα που υπάρχει.
Η φωτογραφία είναι εντυπωσιακή, έντονη, με κρυστάλινη καθαρότητα, πανέμορφη συχνά. Ταιριάζει με το χλιδάτο περιτύλιγμα που προανέφερα, το οποίο καλύπτει το κενό από κάτω. Θα το ξαναπώ: Η ταινία είναι αποσπασματική, αφόρητα κιτς μερικές φορές, συχνά αργή και κάπου επαναλαμβανόμενη. Όλα αυτά όμως πιστεύω ότι γίνονται απόλυτα συνειδητά για να δείξουν ότι από κάτω δεν υπάρχει τίποτα, ότι η ουσία της ζωής διαφεύγει, ότι κάτω από τη χλιδή υπάρχει η απόλυτη πλήξη, η έλλειψη κάθε ουσίας...