Κυριακή, Ιουλίου 21, 2013

Η ΜΑΜΑ ΠΟΥ ΕΚΛΕΙΣΕ ΤΑ 100 ΚΑΙ Η ΙΣΠΑΝΙΑ

Δεκαετία του 70. Η Ισπανία, μετά από κοντά 40 χρόνια κάτω από το φασιστικό ζυγό του Φράνκο, έχει επιτέλους απελευθερωθεί. Ο Carlos Saura, ο γνωστότερος ισπανός δημιουργός πριν την εποχή του Αλμοδοβάρ, γυρίζει μια σειρά από πολιτικές αλληγορίες με θέμα την χώρα του. Όλες διαθέτουν έκδηλο σουρεαλισμό, μερικές και χιούμορ, ενώ παίζουν διαρκώς με το φανταστικό. Μία απ' αυτές, που γυρίζεται το 1979, είναι το "Η Μαμά Έκλεισε τα 100" (Mama cumple 100 anos).
Πρωταγωνίστρια είναι και πάλι η Τζεραλντίν Τσάπλιν, σύζυγος του Saura. Αυτή φτάνει με τον άντρα της σε μια έπαυλη - κτήμα στην εξοχή, όπου δούλευε παλιότερα, για να παρευρεθεί στα γενέθλια των 100 χρόνων της "μάμα - φαμίλια" μιας κατ΄ουσίαν μητριαρχικής οικογένειας. Εκεί θα συναντήσει τα πολλά μέλη της οικογένειας, θα μάθει για το θάνατο κάποιων, για το πώς εξελίχτηκαν κάποιοι άλλοι και θα βιώσει τις πολύπλοκες, όχι πάντοτε άριστες σχέσεις των μελών μεταξύ τους και με τη μητέρα. Κάποια μάλιστα από τα παιδιά της καταστρώνουν ένα σχέδιο για να τη δολοφονήσουν και να την κληρονομήσουν...
Η ταινία συνδυάζει με απόλυτα φυσικό τρόπο, σα να είναι κάτι συνηθισμένο, τις ρεαλιστικές στιγμές της ιστορίας με κάποια υπερφυσικά στοιχεία, με στοιχεία του φανταστικού, μπαίνοντας έτσι, εκτός από τον τόσο προσφιλή στην Ισπανία σουρεαλισμό, και σ' αυτό που θα αποκαλούσαμε μαγικό ρεαλισμό. Το συγκεκριμένο φιλμ μπορεί να χαρακτηριστεί και ως ιδιόρυθμη κωμωδία, αφού το χιούμορ υπάρχει διάχυτο. Όσο για τα αλληγορικά στοιχεία, τόσο συνηθισμένα στον Σάουρα της εποχής αυτής, μπορούμε εύκολα να υποθέσουμε ότι η αιωνόβια μαμά είναι βέβαια η μαμά Ισπανία. Είναι ταυτόχρονα γλυκιά και συμπαθητική, αλλά και καταπιεστική, συγκινητική και κουτσομπόλα, αξιαγάπητη αλλά και συντηρητική. Και σίγουρα απαιτεί φροντίδα. Και, επί πλέον, "ποτέ δεν πεθαίνει"...
Και τα παιδιά, τα εγγόνια, το πλήθος των συγγενών; Όπως και κάθε λαός, αποτελείται από "κάθε καρυδιάς καρύδι", τουτέστιν η ποικιλία των χαρακτήρων συναγωνίζεται μ' αυτή των προθέσεων και με αυτή του τρόπου αντιμετώπισης και των συναισθημάτων προς τη μητέρα. Συντηρητικοί, ερωτικά απελευθερωμένοι, ονειροπόλοι ουτοπιστές, ψυχροί υπολογιστές και πολλοί άλλοι συνυπάρχουν στα μέλη της οικογένειας. Υπάρχουν και άλλες πολιτικές αναφορές - ας μη ξεχνάμε ότι η δικτατορία έχει πέσει πολύ πρόσφατα, η πολιτικοποίηση είναι εξαιρετικά διαδεδομένη, τα τραύματα νωπά. Πολλές από τις αναφορές αυτές είναι "κρυπτογραφημένες" ή ίσως αναγνωρίζονται κυρίως από ισπανούς.
Γενικά τη βρίσκω ενδιαφέρουσα ταινία, όπως και τις άλλες του σκηνοθέτη της περιόδου αυτής που έχει τύχει να δω. Γενικά θα πρότεινα να ψάξει κανείς τη δεκαετία του 70 του Σάουρα.

Σάββατο, Ιουλίου 20, 2013

ΜΙΑ "ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ" ΑΛΟΙΩΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ

Δεν ξέρω αν γνωρίζετε το στιλ του ισπανού σκηνοθέτη Alex de la Iglesias. Πληθωρικός, εντυπωσιακός, στα όρια της υπερβολής, πάντοτε γκροτέσκος, ο δημιουργός αυτός κάνει "ακραίες" ταινίες, οι οποίες πάντοτε σχεδόν διαθέτουν σαρδόνιο χιούμορ. Πρόκειται για ένα τραβηγμένο στα άκρα στιλ, που ή σας αρέσει πολύ ή σας κουράζει και το βρίσκετε "too much".
"Η Πολυκατοικία" (La Comunidad) γυρίστηκε το 2000 και φέρει όλα τα βασικά χαρακτηριστικά του ύφους του. Μια μεσήλικας μεσίτης διαμερισμάτων (η παλιά "μούσα" του Αλμοδοβάρ Κάρμεν Μάουρα), προσπαθώντας να νοικιάσει ένα διαμέρισμα σε μια παλιά πολυκατοικία, βρίσκει στο επάνω διαμέρισμα (στο οποίο έχει πεθάνει και σαπίσει ένας μοναχικός γέρος δίχως κανείς να το πάρει αρχικά είδηση) 300 εκατομύρια πεσέτες. Θα πάρει κρυφά τα λεφτά στο κάτω διαμέρισμα, για να ανακαλύψει όμως σύντομα ότι οι υπόλοιποι ένοικοι της πολυκατοικίας συμπεριφέρονται παράξενα και δεν είναι διατεθειμένοι να την αφήσουν να φύγει. Ζωντανή τουλάχιστον...
Η ταινία ξεκινά χαλαρά, με αρκετό χιούμορ, και όσο προχωρά - τυπικό του de la Iglesias - γίνεται όλο και πιο σπιντάτη, όλο και πιο υπερβολική, όλο και πιο ακραία, για να καταλήξει σε λουτρά αίματος, αφού έχουν προηγηθεί σκηνές που αγγίζουν τα όρια του σπλάτερ. Το χιούμορ δεν λείπει ούτε απ' αυτό το ολοένα αυξανόμενο κρεσέντο, αλλά είναι πλέον κατάμαυρο, τόσο που δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή να ανατριχιάσεις. Πάντως αυτή ακριβώς η υπερβολή, η έλλειψη ρεαλισμού, είναι που κάνει το όλο πράγμα αστείο, παρά το (σχεδόν) σπλάτερ του. Κατά τα άλλα το σασπένς ανεβαίνει διαρκώς, η ατμόσφαιρα γίνεται κλειστοφοβική (ολόκληρο σχεδόν το φιλμ άλλωστε διαδραματίζεται μέσα στη μεγάλη πολυκατοικία και τους ποικίλους της χώρους), ενώ οι ανατροπές και οι προσωπικότητες που περνάν απροσδόκητα από το "καλό" στο "κακό" και αντιστρόφως, όλο και πιο πολλές.
Φυσικά όλο αυτό μπορεί να ειδωθεί και σαν μια αλληγορία. Ο de la Iglesias δεν φαίνεται να θαυμάζει ιδιαίτερα το ανθρώπινο είδος και ουσιαστικά το παρουσιάζει σαν μια αγέλη λύκων που δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα προκειμένου να ικανοποιήσει την απληστία της. Ιδιάιτερα τα βάζει με τους μικροαστούς, τους "συνηθισμένους ανθρώπους" της διπλανής πόρτας, οι οποίοι βαθμιαία αποκαλύπτουν τον αληθινό τερατώδη εαυτό τους, που μέχρι κάποια στιγμή κρύβεται επιμελώς κάτω από ένα κάλυμα καθημερινότητας και οικειότητας, φέρνοντας στο νου έναν ακραίο και πολυ λιγότερο υπαινικτικό "Ένοικο" του Πολάνσκι. Αν σκεφτούμε ορισμένα παραδείγματα (την άνοδο του ναζισμού, ας πούμε, στη μεσοπολεμική Γερμανία, την έξαρση του ρατσισμού σε περιόδους κρίσης κλπ.) ίσως να μην έχει και πολύ άδικο για τους μικροαστούς...
Τη βρίσκω από τις καλές, χαρακτηριστικές ταινίες του δημιουργού αυτού. Θα σας αρέσει όμως μόνο με την προϋπόθεση ότι μπορείτε να χωνέψετε το απόλυτα γκροτέσκο, υπερβολικό και τραβηγμένο στα ακρα κλίμα του. Αλλιώς μάλλον θα σας ενοχλήσει.



Πέμπτη, Ιουλίου 18, 2013

ΤΟ STAR TREK ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΚΑΛΑ

Τελικά ο J.J. Abrams νομίζω αποδεικνύεται καλός στο είδος του, αυτό της θεαματικής περιπέτειας (επιστημονικής φαντασίας συνήθως). Το Star Trek βεβαίως υπήρξε η κλασική τηλεοπτική σειρά των 60ς και μεταφέρθηκε με μέτρια επιτυχία θα έλεγα στην οθόνη με 5-6 ταινίες μεταξύ 1979 - 1996. Το 2009 αναλαμβάνει την αναβίωσή του και το 2013 κάνει τη δεύτερη ταινία της αναβίωσης αυτής, το "Star Trek into Darkness".
Πάμε λοιπόν να δούμε μια περιπέτεια ΕΦ,  μεγαλη παραγωγή και προφανώς με όσα συνεπάγεται αυτό. Αν λοιπόν τα ξέρουμε από την αρχή αυτά, νομίζω ότι αυτό το Star Trek είναι από τα καλά δείγματα. Φυσικά το θέαμα και τα εφέ είναι εξασφαλισμένα. Ευτυχώς όμως (χίλιες φορές ευτυχώς) το project δεν σταματά σ' αυτά, όπως τόσες άλλες χολιγουντιανές υπερπαραγωγές. Διαθέτει αρκετά ενδιαφέρον σενάριο, αρκετές καλοδεχούμενες για μένα τουλάχιστον ανατροπές, αρκετό σασπένς. Οι χαρακτήρες είναι ενδιαφέροντες και η διαρκής αντιστροφή των ρόλων καλών - κακών διατήρησε αμείωτη την προσοχή μου.
Η ταινία εμπνέεται κυρίως από τη δεύτερη της αρχικής σειράς, την "Οργή του Καν". Ο ("καλός" ή "κακός";) Καν είναι άλλωστε και ο ουσιαστικός πρωταγωνιστής στο ρόλο ενός τρομοκράτη με αιτία. Αλλά και οι χαρακτήρες που τον περιβάλουν (εκτός των σταθερών μελών του πληρώματος του Enterprise βεαβίως)  παλλινδρομούν κι αυτοί ανάμεσα στο καλό και το κακό, αποκτώντας έτσι ενδιαφέρον. Και κάτω απ' όλα αυτά υπάρχουν και κάποια πολιτικά ή φιλοσοφικά σχόλια, ένας προβληματισμός πάνω στο - αξίωμα για κάποιους - "πυροβόλησε και μετά ρώτα", αλλά και πάνω στη διαφθορά που προκαλεί αναπόφευκτα σχεδόν η εξουσία.
Μη φανταστείτε πάντως ότι γλυτώσαμε από τα κλισέ. Όπως σε κάθε δαπανηρή περιπέτεια αυτά υπάρχουν και μερικές φορές είναι χιλιοειδωμένα (όπως οι σχεδόν "από μηχανής θεός" λύσεις της τελευταίας στιγμής, όταν όλα φαίνονται να έχουν χαθεί). Τι διάολο άλλωστε; Δεν μπορεί να πεθάνουν όλοι, αφού η σειρά αφήνει δολάρια, άρα πρέπει να συνεχιστεί!  Ωστόσο το πετυχημένο σασπένς, όπως είπαμε και πριν, και κάποιες δόσεις χιούμορ ελαφρύνουν τα πράγματα. Γενικά λοιπόν μπορώ να πω ότι το διασκέδασα. Δίχως βέβαια να μιλώ σε καμιά περίπτωση για αριστούργημα.
Άφησα τελευταία μια μικρή παρατήρηση που δεν θα σχολιάσω θετικά ή αρνητικά, απλά θα την αφήσω να αιωρείται σαν αφορμή προβληματισμού για τις εποχές που αλλάζουν: Ο περίφημος Σποκ υπήρξε βέβαια η πιο εμβληματική μορφή της σειράς χάρη στον χαρακτήρα του: Ένας εξωγήινος από τον οποίο λείπει εντελώς κάθε συναίσθημα, πλην όμως, μάλλον γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, είναι απαραίτητος και λειτουργικός σαν μηχανή. Ο παράδοξος αυτός χαρακτήρας, με αυτή ακριβώς την τερατώδη ιδιαιτερότητα, έγινε αποδεκτός και αγαπητός από τα 60ς και καθ' όλη την μακρά πορεία τηλε- και σινε- συνεχειών. Εν έτει 2013 για πρώτη φορά "βάζει νερό στο κρασί του". Φυσικά παραμένει σε γενικές γραμμές δίχως συναισθήματα, πλην όμως είναι από την πρώτη σκηνή ερωτευμένος και, για πρώτη φορά, σε μια σκηνή προς το τέλος, κλαίει. Άλλοι θα πουν ότι ο χαρακτήρας εξανθρωπίζεται κάπως. Άλλοι πάλι ότι ίσως η εποχή μας, παρά την επιφανειακά αντίθετη άποψη, δεν αντέχει κατά βάθος την απόλυτη διαφορετικότητα και θέλει να φέρνει τα πράγματα όσο πιο κοντά γίνεται στον μέσο όρο, στο κοινώς αποδεκτό. Διαλέξτε και πάρτε ή βρείτε τη δική σς τρίτη ερμηνεία...

Κυριακή, Ιουλίου 14, 2013

ΠΟΙΗΣΗ. ΑΝΑΡΧΙΑ ΚΑΙ "ΑΡΟΥΡΑΙΟΣ ΠΥΡΕΤΟΣ"

"Febre do Rato" είναι μια βραζιλιάνικη έκφραση της αργκό που σημαίνει κάτι σαν "εκτός ελέγχου". Αυτός ακριβώς είναι και ο τίτλος μιας βραζιλιάνικης, ασπρόμαυρης ταινίας του 2011 που γύρισε ο Claudio Assis. Είναι η τρίτη του μεγάλου μήκους και μαθαίνω ότι και οι άλλες είναι ενδιαφέρουσες.
Πρόκειται για μια πέρα για πέρα αναρχική και παραληρηματική ταινία. Τονίζει την απόλυτα μποέμ ζωή και φέρνει στο νου καταστάσεις από τη ζωή των μπίτνικ και το "Στο Δρόμο" του Κέρουακ ή τα χίπικα κοινόβια. Ταυτόχρονα είναι και ένας ύμνος στην παραποτάμια πόλη της Βραζιλίας Ρεσίφι.
Κεντρική φιγούρα είναι ο αναρχικός ποιητής Ζίζο. Ζει απόλυτα "χύμα", κάνει έρωτα όσο μπορεί και προπαγανδίζει τον ελεύθερο έρωτα, γράφει και απαγγέλει διαρκώς ποιήματα, καταναλώνει ποσότητες αλκοόλ και χασίς, κάνει γκράφιτι, εκδίδει μόνος του την εφημεριδούλα - φυλλάδιο "Febre do Rato", μιλά υπέρ της αναρχίας και της απόλυτης ελευθερίας στη ζωή. Κάτι σαν τρελός προφήτης και καλλιτέχνης του δρόμου. Ζει σε ένα είδος κοινόβιου. Υπάρχει μεν σπίτι, αλλά αυτό είναι πάντοτε γεμάτο από κόσμο. Γύρω του μια ομάδα εξ ίσου αλλοπρόσαλλων τύπων. Νέοι και ηλικιωμένοι - ανάμεσα στις οποίες και η μητέρα του ήρωα που μοιάζει να επιδοκιμάζει την όλη αντιμετώπισή του για τη ζωή - πωλητές χασίς και τραβεστί, όλοι ζουν αρμονικά απολαμβάνοντας κάθε στιγμή σ' αυτή την απίθανη αυλή των θαυμάτων. Κάποια στιγμή ο ήρωάς μας θα ερωτευτεί βαθιά μια νεαρή κοπέλα που είναι κι αυτή μέλος της ομάδας, η οποία όμως θα αρνηθεί να κάνει μια κανονική σχέση μαζί του. Η εκτός ελέγχου όμως ζωή συνεχίζεται...
Το περίεργο είναι ότι η απιστευτη αυτή κοινότητα αποτελείται μεν από άτομα λίγο ως πολύ περιθωριακά, ένα είδος ευτυχισμένων λούμπεν, οι οποίοι όμως μοιάζουν να είναι ταυτόχρονα και πολιτικοποιημένοι, αναρχικοί, να αποδέχονται και να υποστηρίζουν με κάθε τρόπο τις ιδέες του ποιητή, να κατεβαίνουν πρόθυμα μαζί του σε διαδηλώσεις και πορείες. Ο συνδυασμός είναι περίεργος, ίσως και αδύνατος, αλλά σίγουρα ενδιαφέρων. Στο μεταξύ - ανάμεσα στις εκδηλώσεις τρελού έρωτα του ποιητή για την κοπέλα - παρακολουθούμε τα μέλη της παράδοξης αυτής κοινότητας να κάνουν όργια, να καπνίζουν ασταμάτητα χασίς, να καταναλώνουν αλκοόλ, να δουλεύουν χαρούμενα και ακούραστα, να ακούν ποίηση, να διαδηλώνουν, να απολαμβάνουν μια κοινόβια, χαώδη ευτυχία. Φυσικά και οι δυνάμεις καταστολής βρίσκονται εκεί γύρω για να επέμβουν όταν κρίνουν ότι το "παρακάνουν"...
Σας είπα ότι πρόκειται για ένα αξιοπερίεργο, παραληρηματικό φιλμ, που καλεί σε μια εκτός ορίων, ξέφρενη ζωή έξω από κάθε "καθώς πρέπει" νόρμα. Δεν ξέρω πόσους μπορεί να συγκινήσει αυτό. Προσωπικά βρήκα το φιλμ πολύ ενδιαφέρον μέσα στο χάος και την αναρχία του. Και, νομίζω επίσης ότι η Βραζιλία είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα χώρα...

Παρασκευή, Ιουλίου 12, 2013

LONE RANGER: ΕΝΑ ΠΕΙΡΑΓΜΕΝΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ

Ο "Lone Ranger" υπήρξε δημοφιλέστατο ραδιοφωνικό αρχικά ('30ς και '40ς) και στη συνέχεια τηλεοπτικό ('50ς) σίριαλ (κανένα απ' αυτά δεν έχω παρακολουθήσει προσωπικά, άρα θα μείνω μόνο στην ταινία). Εν έτει 2013 λοιπόν μεταφέρεται (αλοίμονο τώρα, τα πάντα έχουν μεταφερθεί) και στην οθόνη από τον Gore Verbinski. Και εγώ έσπευσα με αρκετό κέφι να το δω, διότι (το έχω ομολογήσει και αλλού) διασκεδάζω και με τον Verbinski και τον Τζόνι Ντεπ και τους "Πειρατές της Καραϊβικής" που έκαναν μαζί.
Παρόμοια κι εδώ η συνταγή, αυτή τη φορά όμως επιχειρείται ένας εκσυγχρονισμός του γουέστερν αντί των πειρατικών ταινιών της προηγούμενης τριλογίας. Υπάρχει και πάλι το άφθονο θέαμα, υπάρχει το χιούμορ που κάνει το φιλμ διασκεδαστικό και υπάρχει και ο Τζόνι Ντεπ να ερμηνεύει έναν ρόλο που μοιάζει μ' αυτόν του πειρατή. Εδώ είναι ινδιάνος και είναι και πάλι μισότρελος, ακροβατώντας μεταξύ φαντασίας και πραγματικοτητας. Από απλός βοηθός μάλιστα του μασκοφόρου εκδικητή στα αρχικά σίριαλ μετατρέπεται σε ουσιαστικό πρωταγωνιστή της περιπέτειας. Είναι 'αλλωστε αυτός που μας αφηγείται το τι συνέβει και πώς ξεκίνησε ο θρύλος του Lone Ranger.
Αυτό που μ' αρέσει στην ταινία είναι ότι, αντίθετα με πολλά άλλα blogbusters - ή wannabe blogbusters - δεν παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρα. Κάνει εμφανώς πλάκα από την αρχή, συσσωρεύει μεν υπερβολές όπως όλα τα φιλμ του είδους, αλλά, πώς να το πω, διασκεδάζει μ' αυτές και την παντελή έλλειψη ρεαλισμού. Εκτιμώ αυτό το στοιχείο, αφού με εκνευρίζει η βαρύγδουπη, "σοβαρή" αντιμετώπιση τέτοιου είδους θεαμάτων. Άλλο συμπαθητικό (για μένα τουλάχιστον) στοιχείο είναι το παιχνίδι ανάμεσα στο "ρεαλιστικό" και το υπερφυσικό. Ο Τόντο, ο ινδιάνος, πιστεύει σε διάφορα υπερφυσικά φαινόμενα, κάποια απ' αυτά μοιάζουν να επαληθεύονται, ποτέ όμως δεν είναι ξεκάθαρο αν υπάρχει κάτι τέτοιο ή είναι αποκυήματα του μυαλού του (είπαμε ότι δεν είναι και πολύ στα καλά του).
Ανέφερα πιο πάνω ότι η ταινία δεν παίρνει και πολύ στα σοβαρά τον εαυτό της. Να όμως που κάτω από την επιφάνεια της ελαφριάς αυτής αντιμετώπισης κρύβεται μια σειρά από αμφισβητήσεις. Η "Άγρια Δύση" δείχνεται να λιμαίνεται από αδίστακτους λευκούς. Οι πολιτικοί, άβουλοι, υπηρετούν μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Οι ινδιάνοι σφαγιάζονται για να σφετεριστούν κάποιοι όσα υπάρχουν στις περιοχές τους. Οι προστάτες του δημοσίου συμφέροντος και της προόδου δεν είναι ακριβώς αυτό που φαινεται. Η ίδια η έννοια της προόδου (που εδώ συμβολίζεται με τον σιδηρόδρομο που θα ενώσει τους δύο ωκεανούς) δεν είναι πάντοτε για καλό.Δεν είναι για καλό όταν υπηρετεί τα συμφέροντα λίγων και φέρνει πλήθος ανθρώπων σε χειρότερη μοίρα από πριν. Κι όμως, στο χαβαλετζίδικο αυτό φιλμ υπάρχουν  κάμποσα τέτοια "ανατρεπτικά" (που δεν υπάρχουν, ας πούμε,  σε πολλές πρόσφατες υπερηρωικές υπερπαραγωγές).
Φυσικά δεν πρόκειται για  εξαιρετική ταινία. Προσωπικά η πολλή βαβούρα και η αδιάκοπη δράση με κούρασαν σε κάποια σημεία. Περισσότερο όμως με κούρασε η πολύ μεγάλη διάρκεια. Θα προτιμούσα σαφώς να ήταν κατά κάτι "κουρεμένο". Και, είπαμε, ο Ντεπ είναι μεν απολαυστικός, δεν παύει όμως να επαναλαμβάνει το ρόλο του στους "Πειρατές". Συνολικά όμως βρήκα το φιλμ διασκεδαστικό (και κάτι παραπάνω). Για τέτοιου είδους φιλμ τουλάχιστον.

Τρίτη, Ιουλίου 09, 2013

ΤΙ ΛΕΝΕ ΟΙ "ΗΧΟΙ ΑΠΟ ΤΑ ΠΕΡΙΞ";

Ο Kleber Mendonca Filho είναι βραζιλιάνος και οι "Ήχοι από τα Πέριξ" (O Som ao Redor) του 2012 η πρώτη μεγάλου μήκους φιξιόν ταινία του (έχουν προηγηθεί μικρές και ένα ντοκιμαντέρ). Ανήκει στο χώρο του ρεαλιστικού σινεμά, αλλά με κάποιες διαφορές από το σινεμά των Νταρντέν, για παράδειγμα.
Η ταινία παρακολουθεί τις ζωές των ενοίκων μιας πολυκατοικίας μεσοαστικής περιοχής μιας βραζιλιάνικης πόλης, καθώς και κάποιων άλλων κατοίκων του ίδιου δρόμου. Οι κάτοικοι είναι αρκετά διαφορετικοί μεταξύ τους, ενώ η βία γύρω αυξάνεται. Τότε μια εταιρία security τους προτείνει αρκετά φτηνή προστασία για την πολυκατοικία και το δρόμο κι οι κάτοικοι δέχονται. Έτσι οι ζωές των ενοίκων μπλέκονται μ' αυτές των σεκιουριτάδων... ενώ οι καθημερινοί ρυθμοί συνεχίζονται.
Υπάρχουν διάφορα στοιχεία που κάνουν την ταινία ενδιαφέρουσα. Αρχικά είναι η κρυφή παράνοια (αστική παράνοια θα έλεγα) που χαρακτηρίζει τις ζωές συνηθισμένων κατά τα άλλα ανθρώπων. Όχι, δεν πρόκειται για κρυφούς σίριαλ κίλερς ή κάτι τέτοιο. Οι παράνοιές τους είναι ίσως κοινές μ' αυτές που βασανίζουν όλους μας σχεδόν τους κατοίκους των σύγχρονων μεγαλουπόλεων. Αλλά αυτό ακριβώς νομίζω ότι θέλει να δείξει η ταινία. Τα αδιέξοδα και τους παραλογισμούς της σύγχρονης ζωής.σε μια παγκόσμια κατάσταση όπου όσο η ψαλίδα ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους ανοίγει η βία αυξάνεται με μαθηματική ακρίβεια, η ανασφάλεια εισχωρεί σαν σαράκι στις ψυχές των (σχετικά) βολεμένων... και ιδού ο φαύλος κύκλος. Όσο για την ίδια τη βία, αυτή δεν δείχνεται ξεκάθαρα. Ενυπάρχει στην ατμόσφαιρα σαν διαρκής απειλή, σαν κάτι που παραμονεύει για να ξεσπάσει. Συγχρόνως η πολυκατοικία αποτελεί ένα είδος τομής της κοινωνίας, με τις διάφορες τάξεις να αντιπροσωπεύονται σ' αυτήν: Οι κάτοικοι, ένα είδος πλούσιου "πάτερ-φαμίλια που ζει δίπλα, οι πιο εύποροι στους επάνω ορόφους, οι μεσαίοι στους κάτω, το υπηρετικό προσωπικό που ζει εκει μόνο τη μέρα και το βράδι επιστρέφει στις φαβέλες που περιστοιχίζουν την περιοχή, οι "απ' έξω" σεκιουριτάδες, καταγράφουν εύγλωττα αυτή τη διαστρωμάτωση.
Η "εγκλωβισμένη" σύγχρονη ζωή - απόροια βέβαια των παραπάνω - είναι ένα άλλο στοιχείο που τονίζεται. Πράγματι, τα κάγκελα κάθε είδους, οι κλειδωμένες σιδερόπορτες, τα σαν φυλακής παράθυρα κλπ. υπογραμμίζουν το στοιχείο αυτό. Πουθενά δεν αναφέρεται ρητά, όλα όσα βλέπουμε όμως μοιάζουν να μας λένε ότι ζούμε σε κλουβιά. Όλη η σύγχρονη συνηθισμένη αρχιτεκτονική άλλωστε (πανταχού παρόν στοιχείο στο φιλμ) μοιάζει να επικεντρώνεται στο εκεί.
Άλλο ενδιαφέρον στοιχείο είναι η ελλειπτικότητα της αφήγησης του φιλμ. Πολλά πράγματα μένουν μετέωρα, δεν εξηγούνται πλήρως, δεν μαθαίνουμε με φλας μπακ ή άλλες τεχνικές. Αναφέρονται αποσπασματικά,όπως συμβαίνει και στην πραγματικότητα. Η μέθοδος αυτή ακολουθείται ακόμα και στην τελική σκηνή, που κρύβει μια ανατροπή.
Τέλος εντύπωση προκαλεί το πανταχού παρόν σάουντρακ του φιλμ. Για να τονιστεί το καταπιεστικό αστικό στοιχείο, αποτελείται είτε από ένα είδος ιντάστριαλ μουσικών είτε από διαρκείς ήχους "βιομηχανικής" ή, τέλος πάντων, τεχνητής προέλευσης. Δεν υπάρχουν φυσικοί ήχοι,
Ενδιαφέρον φιλμ. Ρεαλιστικό, σαν φέτα ζωής, προειδοποιώ για όσους απεχθάνονται το στιλ αυτό,  αλλά από τα ενδιαφέροντα νομίζω του είδους.Και, περιτό να πούμε, μπορεί να αναφέρεται στη Βραζιλία, το κλίμα όμως και τα προβλήματα είναι παγκόσμια.
ΥΓ: Όλα τα λεφτά η όμορφη μεσοαστή νοικοκυρά, ίσως η πιο παρανοϊκή κατά βάθος εκεί μέσα. Από την ταινία, βλέπετε, δεν λείπουν και κάποιες χιουμοριστικές πινελιές.

Κυριακή, Ιουλίου 07, 2013

ΕΝΑΣ ΥΜΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟ "ΜΑΝΧΑΤΑΝ"

Βρισκόμαστε στα 1979. Ο Woody Allen έχει μόλις σταματήσει να κάνει τις ξεκαρδιστικές κωμωδίες της πρώτης φάσης της καριέρας του και έχει στραφεί στο ευφάνταστο και προσωπικό είδος "κομεντί" για διανοούμενους που τον χαρακτηρίζει μέχρι σήμερα (πρώτη ταινία της στροφής του ήταν ο "Νευρικός Εραστής" το 1977). Μια από τις καλύτερες στιγμές της μακράς αυτής δεύτερης φάσης του είναι το "Manhattan" της χρονιάς εκείνης.
Σε πρώτο επίπεδο το "Manhattan" είναι μια αισθηματική κομεντί με πολύ χιούμορ και όμορφη ασπρόμαυρη φωτογραφία. Οι ιστορία ενός διανοούμενου σαραντάρη νεοϋορκέζου που διχάζεται ανάμεσα στον έρωτα της πανέμορφης 17χρονης (!) ερωμένης του και της πιο ώριμης - και πιο κοντά του όχι μόνο ηλικιακά, αλλά και πνευματικά - γυναίκας που γνωρίζει, η οποία τυγχάνει να είναι και η κρυφή ερωμένη του παντρεμένου καλύτερού του φίλου. Κομφούζιο δηλαδή. Έχουμε έτσι μια ζωντανή σκιαγράφηση της κοινωνίας των νεοϋορκέζων διανοούμενων, ενός περιορισμένου σχετικά κοινωνικού στρώματος, το οποίο συχνά έχει ο Άλεν "εξερευνήσει" στην παραγωγικότατη καριέρα του. Το χαρακτηριστικό γουντιαλενικό χιούμορ είναι πανταχού παρόν, όπως και η καταγραφή των νευρώσεων, των φόβων, του ανικανοποίηστου και της διαρκούς ανασφάλειας του μικρόκοσμου που προαναφέραμε. Όπως επίσης και ένα πλήθος από αναφορές σε ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης που αγαπά και έχουν επηρεάσει τον ίδιο τον δημιουργό, αλλά και σε προσωπικά του πιστεύω.
Στην ουσία όμως νομίζω ότι ο ουσιαστικότερος λόγος για τον οποίο έγινε αυτή η ταινία είναι για να εκφράσει την βαθύτατη αγάπη του δημιουργού της για την Νέα Υόρκη, πόλη στην οποία ζει και λατρεύει και από την οποία έχει καταφέρει να "ξεκολλήσει" μόλις από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, μετά δηλαδή από 30τόσα χρόνια σινεμά. Όλο το κλίμα της ταινίας, από τις ατάκες, τις εικόνες, το στόρι, τα πάντα, αποπνέουν τον έρωτα αυτόν, που μοιάζει να είναι ισχυρότερος από οποιονδήποτε άλλον στη ζωή του. Είναι γνωστή επίσης η αγάπη του Άλεν για τη τζαζ (είναι και μουσικός ο ίδιος άλλωστε). Έτσι λοιπόν ντύνει το φιλμ με ένα διαρκές σχεδόν σάουντρακ από μουσικές του Τζορτζ Γκέρσουιν, και ιδιαίτερα την υπέροχη "Rhapsody in Blue". Όλα αυτά, και παρά τις συχνές αστείες ατάκες, δημιουργούν μια ανεπανάληπτη ποιητική ατμόσφαιρα, την οποία λίγες φορές κατάφερε να αγγίξει ξανά ο Γούντι Άλεν στη μετέπειτα πορεία του.
Φυσικά πρόκειται για αγαπημένη ταινία για μένα, από τις ομορφότερες της ώριμης φάσης του σκηνοθέτη. Και επιπλέον, εκτός του ίδιου, της Νταϊάν Κίτον και της Μάριελ Χέμινγουέι, θα αναγνωρίσετε σε μικρότερο ρόλο και μια όχι ακόμα σούπερ σταρ Μεριλ Στριπ.

Σάββατο, Ιουλίου 06, 2013

WORLD WAR Z: ΟΤΑΝ ΤΟ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕ ΤΑ ΖΟΜΠΙ

Τα ζόμπι υπήρξαν ανέκαθεν (από το 1968 συγκεκριμένα, εποχή της πρώτης κλασικής ταινίας του Ρομέρο) κατ' εξοχήν υλικό για ποικίλα b-movies, τα οποία ήταν από εξαιρετικά έως κυριολεκτικά άθλια. Ξαφνικά, εν έτει 2013, εξ αιτίας του πετυχημένου βιβλίου του Μαξ Μπρουκς (γιου του Μελ Μπρουκς) "World War Z", ανακαλύπτονται από το αδηφάγο Χόλιγουντ και μετατρέπονται στο πανάκριβο ομώνυμου μπλόγκμπάστερ, με σκηνοθέτη τον παντός καιρού Marc Forster (από χαμηλότονες ψυχολογικές ταινίες έως,,, Τζέιμς Μποντ). Όσοι έχουν διαβάσει το βιβλίο λένε ότι η ταινία "του αλλάζει τα φώτα". Ωστόσο εγώ θα μείνω σ' αυτή, ξεχνώντας τη λογοτεχνική της προέλευση.
Η ύπαρξη των ζόμπι οφείλεται εδώ σε μια ταχύτατα εξαπλούμενη παγκόσμια επιδημία, σε έναν ιό δηλαδή που μετατρέπει τους ανθρώπους σε σχεδόν απέθαντους. Ο Μπραντ Πιτ, απεσταλμένος του υπό κατάρευση (όπως και ολόκληρος ο πολιτισμός) ΟΗΕ στέλνεται να βρει τη ρίζα του κακού, σε ένα παγκόσμιο ταξίδι που ξεκινά από την Κορέα και, μέσω Ιερουσαλήμ, φτάνει στο Καρντιφ. Φυσικά ο ήρωάς μας "τα κάνει όλα και συμφέρει".
Και, βέβαια, αστειεύομαι, όπως συνήθως κάνω με δεκάδες ανεγκέφαλα μπλογκμπάστερ, ωστόσο οφείλω να ομολογήσω ότι το συγκεκριμένο δεν το βρήκα και τόσο κακό. Όχι φυσικά ότι πρόκειται για κάτι εξαιρετικό, αλλά κατάφερε να μου κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον, να διαθετει μια κάποια δόση ρεαλισμού (όσο γίνεται βέβαια σε ταινίες του είδους) και να έχει σχετικά λίγες εντελώς γελοίες στιγμές.. Η χειρότερη από αυτές ειναι στο λευκορώσικο αεροπλάνο, το οποίο συντρίβεται με μάλλον απίστευτο τρόπο και απ' όλους τους επιβάτες... γλιτώνουν μόνο οι δύο ήρωες. Έλεος!!! Υπάρχει επίσης και η σκηνή όπου κάποιος ισραηλινός εξηγεί τα πάθη του λαού του και την εμπειρία, αλλά και την αναγκαιότητα, του να "κλείνεται σε τείχη" για να προφυλαχτεί, προπαγανδίζοντας έτσι απροκάλυπτα υπέρ του Ισραήλ. Κατά τα άλλα, όπως προείπα, και αρκετά θεαματικό βρήκα το φιλμ και έναν συμπαθητικό συνδυασμό από ταινία μυστηρίου (η άγνωστη προέλευση, ο τρόπος αντιμετώπισης, αν υπάρχει), ταινία τρόμου και, φυσικά, ταινία καταστροφής. Κάτι μεταξύ ζόμπι του Ρομέρο, "Contagion" (από το οποίο βρηκα το WWZ πολύ καλύτερο) και του ανεκδιήγητου "2012". Ο συνδυασμός όμως, όπως είπα, μου φάνηκε αρκετά πετυχημένος.  Οι σκηνές μάλιστα της άλωσης της Ιερουσαλήμ σχεδόν μου έκοψαν την ανάσα.
Φυσικά, για να μη χάσουμε και λεφτά από το πολύ νεανικό κοινό, απο το φιλμ λείπουν σχεδόν εντελώς οι καθαρά σπλάτερ σκηνές που συναντώνται κατά κόρον σε ταινίες με ζόμπι. Μπορεί να έχουμε εκατόμβες θυμάτων - η γη και ο πολιτισμός ουσιαστικά καταστρέφονται - αλλά δεν δείχνουμε και πολλές απεχθείς λεπτομέρειες. Πώς αλλιώς θα γινόταν εισπρακτική επιτυχία αν, με συνταγή Χόλιγουντ, δεν προσθέταμε λίγο νερό στο κρασί των αιμοσταγών ζόμπι;
Ξαναλέω πάντως ότι συνολικά δεν το βρήκα και τόσο κακό. Πραγματικά θεωρώ ότι έχω δει πολύ - πολύ χειρότερα μπλογκμπάστερ. Αν περιορίζαμε λίγο και τα πολυειδωμένα κλισέ, και τον υπερήρωα Μπραντ Πιτ που κάνει τα πάντα και γελοίες σκηνες όπως αυτή με το αεροπλάνο που ανέφερα, τα πράγματα θα ήταν ακόμα καλύτερα.

Πέμπτη, Ιουλίου 04, 2013

Ο ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ ΚΑΙ Η ΜΟΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΤΟΝ ΑΦΗΣΕ

Το "Hemindway and Gellhorn" είναι μια τηλεοπτική ταινία δυόμιση περίπου ωρών που γύρισε το 2012 ο γνωστός (από την "Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι" μεταξύ άλλων) Philip Kaufmanm με βασικούς πρωταγωνιστές τους Κλάιβ Όουεν και Νικόλ Κίντμαν. Όπως λέει και ο τίτλος περιγράφει την ταραγμένη σχέση του Έρνεστ Χέμινγουέι με τη διάσημη δημοσιογράφο Μάρθα Γκέλχορν, η οποία έγινε και γυναίκα του, όχι όμως για πάντα...
Πρόκειται για μια ιστορική ουσιαστικά παραγωγή, καθώς το φόντο στις σχέσεις του ζευγαριού αποτελούν μόνιμα τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που καθόρισαν τη εποχή. Πρώτα έχουμε τον ισπανικό εμφύλιο, στον οποίο πολέμησαν εθελοντικά αμφότεροι (και κατά τη διάρκεια του οποίου τα έφτιαξαν, αν και γνωρίζονταν από πριν). Στη συνέχεια μαζί θα ταξιδέψουν στην Κίνα του εμφύλιου, όπου ο συντηρητικός στρατός του Τσανγκ Κάι Σεκ αντιμετωπίζει τον επαναστατικό του Χο Τσι Μινχ. Στο μεταξύ, μόνη της αυτή τη φορά, η Μάρθα θα βρεθεί στην απόβαση στη Νορμανδία, αλλά και σε άλλα πολεμικά μέτωπα, καλύπτοντας με πολύ προσωπικό τρόπο τα συγκλονιστικά γεγονότα από πολλές γωνιές του πλανήτη.
Η ταινία ισορροπεί ανάμεσα στο ιστορικό έπος, τη βιογραφία και το ερωτικό φιλμ. Πρόκειται για δύο ανήσυχους, τολμηρούς, "μεγαλύτερους από τη ζωή" χαρακτήρες, των οποίων, όπως είναι φυσικό, η σχέση είναι πραγματικά θυελλώδης. Έχουμε λοιπόν την καταγραφή των δύο αυτών τόσο ξεχωριστών προσωπικοτήτων, που δεν μπορούν να καθήσουν στο σπίτι και να απολαύσουν τον έρωτά τους, αλλά θέλουν να βρίσκονται πάντοτε "εκεί που συμβαίνει", όσο οδυνηρό και επικίνδυνο κι αν είναι αυτό. Και ταυτόχρονα την προσωπογραφία μιας αληθινά χειραφετημένης γυναίκας, που αρνείται οποιαδήποτε υποταγή στον άντρα και διεκδικεί πλήρη ισότητα και ανεξαρτησία, τόσο στον επαγγελματικό τομέα όσο και αλλού. Από την άλλη ο Χέμινγουέι είναι μια μάλλον αρνητική προσωπικότητα, ένας χειμαρρώδης, πληθωρικός και οξύθυμος χαρακήρας, του οποίου ωστόσο όλη η προσπάθεια είναι να αποδείξει ανά πάσα στιγμή πόσο "μάτσο" είναι, με όποιον τρόπο μπορεί (αλκοόλ, γυναίκες, κυνήγι και ψάρεμα, καβγάδες, πυγμαχία κλπ.) Φυσικά, ταυτόχρονα μ' όλα αυτά, είναι και απίστευτα εγωκεντρικός. Δεν νομίζω ότι θα τον έντεχε για πολύ μια γυναίκα με στοιχειώδη αίσθηση ανεξαρτησίας, παρά τον "ζωώδη" μαγνητισμό που εξέπεμπε.
 Όλα αυτά εναλλάσσονται στο φιλμ με επικές σκηνές μαχών, βομβαρδισμών και γενικά ακραίων καταστάσεων, οπότε το (πολεμικό συνήθως) έπος διεκδικεί με ίσους όρους το μερίδιο του. Ο Κάουφμαν χρησιμοποιεί έξυπνα αληθινό υλικό από αυτές τις ταραγμένες εποχές, ενω εναλλάσσει το ασπρόμαυρο με το έγχρωμο φιλμ, ώστε σε κάποιες σκηνές να μην αντιλαμβάνεσαι αρχικά το πέρασμα από το ντοκιμαντέρ στο φιξιόν. Ωστόσο βρίσκω ότι υπάρχει ένα είδος συντηρητισμού στην όλη απόδοση και σκηνοθετική άποψη, σα να μην υπάρχουν κορυφώσεις, να είναι όλο κάπως επίπεδο. Δεν το βρήκα ακριβώς κακό, αλλά μάλλον συμβατικό θα το χαρακτήριζα. Το συνιστώ κυρίως για ιστορικούς λόγους, για όσους δηλαδή ενδιαφέρονται τόσο για τις ζωές των δύο ηρώων όσο και για το ιστορικό πλαίσιο της εποχής, που δίνεται αρκετά ικανοποιητικά κατά τη γνώμη μου.

Κυριακή, Ιουνίου 30, 2013

MAN OF STEEL Ή "ΞΥΛΟ" ΜΕΧΡΙΣ ΕΣΧΑΤΩΝ



Ποτέ δεν υπήρξα φαν του Superman και των σούπερηρωικών κόμικς ή ταινιών γενικότερα (εξαιρεση αποτελούν ορισμένοι Batman και ελάχιστες άλλες περιπτώσεις). Ο Σούπερμαν ιδιάιτερα αποτελεί έναν "άκαμπτο" κατά τη γνώμη μου ήρωα, από τη μεταφορά του οποίου στην οθόνη ουδέποτε περίμενα πολλά. Ας δούμε λοιπόν τι κατά τη γνώμη μου συμβαίνει στο "Man of Steel" του Zack Snyder (σε παραγωγή Κρίστοφερ Νόλαν μάλιστα) του 2013:
Τον μύθο τον ξέρουμε. Εδώ οι δημιουργοί αποφασίζουν να κάνουν ένα remake ουσιαστικά, αρχίζοντας την όλη ιστορία από την αρχή. Από τη γέννηση δηλαδή του υπερήρωα στον πλανήτη Κρυπτόν, την έλευσή του στη γη κλπ. Με αρκετές παραλλαγές βέβαια, που κυρίως αφορούν τη σχέση του με τη δημοσιογράφο Λόις Λέιν, η οποία ξέρει από την αρχή την αληθινή ταυτότητα και ιστορία του Σούπερμαν / Κλαρκ Κεντ και την αποκρύπτει συνειδητά. Η ιστορία λοιπόν καθ΄εαυτή ιδεολογικά με ενοχλεί. Αρχικά με ενοχλεί η προφανής μεσιανικότητα του ανίκητου ήρωα και απόλυτου οπαδού του Καλού, που έρχεται "από τον ουρανό" για να σώσει την ανθρωπότητα. Και αν έχετε την παραμικρή αμφιβολία για την συνειδητή αναφορά, λέγεται κάμποσες φορές ότι ο ήρωάς μας - εντελώς τυχαία, υποθέτω - είναι ακριβώς 33 χρονών! Γενικά δεν πιστεύω ότι θα μας σώσει κανένας μεσίας οποιασδήποτε μορφής. Ή θα σωθούμε μόνοι μας ή θα αυτοκτονήσουμε μεγαλοπρεπώς ως είδος (λόγω βλακείας). Σαν κερασάκι στην "ιδεολογική" τούρτα έρχεται και η ξεκάθαρη υπενθύμιση ότι ο εν λόγω μεσίας "είναι αμερικάνος, από το Κάνσας" (!) όπως τονίζει ο ίδιος προς το τέλος, προτρέποντας έτσι κάποιον στρατηγό να μην ανησυχεί αφού "δικός μας είναι". Μάλιστα...
Ας βάλουμε όμως (αν γίνεται) σε δεύτερο επίπεδο το ιδεολογικό μέρος. Ας δούμε κινηματογραφικά την ταινία. Εδώ βρήκα τα πράγματα καλύτερα, μέχρις ενός σημείου όμως. Στο πρώτο μέρος μπορώ να πω ότι μου άρεσε κιόλας, καθώς το ευρισκα αξιοπρεπέστατο ως μπλογκμπάστερ που εκπληρώνει τον στόχο του: Να μας προσφέρει δύο ώρες διασκέδασης. Το πρώτο 20λεπτο περίπου, που δοαδραματίζεται στον πλανήτη Κρυπτόν, ήταν για μένα το καλύτερο της ταινίας, για οπτικούς κυρίως λόγους, δηλαδή για την κατασκευή ενός εξαιρετικά ευφάνταστου εξωγήινου περιβάλλοντος. Νομίζω ότι θα αρέσει σε κάθε φίλο της επιστημονικής φαντασίας. Αλλά και μετά την έλευση στη γη τα πράγματα συνέχισαν να πηγαίνουν καλά για μένα. Γίνεται μια προσπάθεια εμβάθυνσης του χαρακτήρα, με το βάρος να πέφτει στην υποχρεωτική μοναχικότητα και την προφανή διαφορετικότητά του, ενώ η ιστορία του δίνεται με ενδιαφέροντα μπρος - πίσω στο χρόνο. Πάνω λοιπόν που έλεγα "να ένα καλό μπλογκμπάστερ" (πράγμα που λέω πολύ σπάνια), έρχεται δυστυχώς στο δεύτερο μέρος, εμφανίζεται ο Κακός (ο πραξικοπηματίας στρατηγός Ζογκ), κάθε μορφή ευφάνταστου σεναρίου υποχωρεί και... απολαμβάνουμε κάπου μια ώρα διαρκούς υπερηρωικής κλωτσοπατινάδας, με εντυπωσιακά υποτίθεται εφέ (τα οποία έχω σκυλοβαρεθεί) και τους αντίπαλους να παίζουν ξύλο με γελοίο τρόπο μέχρις εσχάτων! Σημειωτέον ότι κατά τη διάρκεια της υπερ πάντων αυτής σύγκρουσης οι αντίπαλοι καταστρέφουν τα πάντα: Από τη μικρή πόλη όπου γεννήθηκε ο Σούπεμαν μέχρι τη μισή Νέα Υόρκη, με τους ουρανοξύστες να πέφτουν σωρηδόν ο ένας πάνω στον άλλον και να σε κάνουν να θεωρείς την 11η Σεπτέμβρη απλή, ελάχιστη γρατζουνιά... Σημειωτέον και πάλι ότι παρά το ότι πρέπει να υπάρχουν χιλιάδες αθώοι νεκροί δεν δείχνεται ούτε σταγόνα αίμα, ούτε μισός τραυματίας. Μόνο τα κτίρια και τα αυτοκίνητα οδηγούνται σε ολοκαύτωμα...
Συμπέρασμα: Μετά το πρώτο μισό το IQ του φιλμ υποχωρεί κάθετα, προφανώς για να ικανοποιήσει τα εκατομύρια αντίστοιχου IQ εφήβων που σκάνε τα λεφτά για ταινίες σαν κι αυτή. Κρίμα μεν, αλλά όλο αυτό δεν αποτέλεσε σε καμία περίπτωση έκπληξη για μένα. Ήμουν σίγουρος ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε...

Πέμπτη, Ιουνίου 27, 2013

FALLEN ANGEL : ΕΝΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΝΟΥΑΡ

Το 1945 ο Otto Preminger (1905-1986) γυρίζει το "Fallen Angel", ένα νουάρ που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα στάνταρ του περίφημου αυτού είδους. Μοιράζεται βέβαια πολλά στοιχεία μ' αυτό, αλλά και οι διαφορές τους είναι αρκετές. Μάλλον ως ένα είδους υβρίδιου νουάρ και αισθηματικού φιλμ θα το χαρακτήριζα.
Ένας άντρας δίχως φράγκο στην τσέπη πετιέται νύχτα από ένα λεωφορείο σε μια μικρή πόλη στο μέσον του πουθενά, αφού δεν έχει λεφτά να συνεχίσει. Μπαίνει στο πρώτο καφέ - μπαρ - φαγάδικο που βρίσκει μπροστά του, όπου ερωτεύεται την εντυπωσιακή σερβιτόρα, που συγχρόνως είναι και η "εύκολη" (με το αζημείωτο μάλλον) κοπέλα της πόλης, η οποία δείχνει ενδιαφέρον, δίχως όμως να αποβάλλει ολότελα τον κυνισμό της. Της υπόσχεται ότι θα βρει πάσει θυσία λεφτά για να επιστρέψει και να την παντρευτεί και όντως βρίσκει σύντομα... αφού παντρεύεται μια πλούσια και ενάρετη κοπέλα (για τα λεφτά της φυσικά). Θα ακολουθήσει ένας φόνος, η σύζυγος θα αντιληφτεί τις προθέσεις του άντρα της... όμως θα εξακολουθήσει να τον αγαπά και να νοιώθει αφοσιωμένη σ' αυτόν. Η κατάληξη θα είναι κάπως διαφορετική από τα κατάμαυρα τέλη των νουάρ, με έναν περίεργο όμως τρόπο.
Υπάρχει λοιπόν ο μοναχικός αρχικά, σκληρός ήρωας, που δεν είναι όμως ακριβώς ο άνθρωπος της δράσης που ξέρουμε από ανάλογα φιλμ. Υπάρχει η μοιραία γυναίκα, η οποία όμως δεν είναι ακριβώς το "σατανικό θηλυκό" των κλασικών νουάρ, απλώς κυνική. Υπάρχει ένας φόνος για τον οποίο κατηγορείται ο ήρωας, αλλά αυτός συμβαίνει κάπου στη μέση (ίσως και λίγο μετά), οπότε η ταινία δεν περιστρέφεται γύρω από το μυστήριο που δημιουργείται. Γι' αυτό σας είπα αρχικά ότι πρόκειται για μια παράδοξη περίπτωση νουάρ, με αρκετές διαφορές.
Ο Preminger μελετά εδώ και τη σχέση του ήρωα με την ανύποπτη αρχικά σύζυγο, αλλά και διάφορους "περιφερειακούς" χαρακτήρες, κάτοικους της πόλης, όπως τον ιδιοκτήτη του μπαρ, τον αστυνομικό, την αδελφή της συζύγου κλπ. Το σασπένς θα κορυφωθεί προς το τέλος, με τον αγώνα για την αποκάλυψη του δολοφόνου, δεν θα λέγαμε όμως ότι το φιλμ βασίζεται στο διαρκές σασπένς. Ίσως οι σχέσεις μεταξύ των ηρώων να παίζουν σημαντικότερο ρόλο εδώ. Όσο για τον βασικό χαρακτήρα (ο καλός Ντάνα Άντριους), είναι σαφώς αρνητικός, στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας τουλάχιστον (αυτό βέβαια συμβαίνει και σε άλλα νουάρ). Συγχρόνως ενδιαφέρον έχει και η καταγραφή του μικρόκοσμου της ήσυχης πόλης, με τον επιφανειακό συντηρητισμό και καθωσπρεπισμό και τα πάθη και τις "αμαρτίες" που σιγοβράζουν κάτω από τη φαινομενικά στιλπνή επιφάνεια.
Ωρaία ταινία (κατά τη γνώμη μου πάντοτε), που παρακολούθησα με αμείωτο ενδιαφέρον, η οποία απέδειξε για μια ακόμα φορά ότι ο Πρέμινγκερ υπήρξε ένας από τους μεγάλους χολιγουντιανούς δημιουργούς. Ίσως σας ξενίσει κάπως με τα αισθηματικά της "παραστρατήματα" αν είστε φανατικός του τυπικού νουάρ, αλλά νομίζω ότι - αν τουλάχιστον είστε προετοιμασμένος γι' αυτό - αξίζει τον κόπο. Δώστε της λοιπόν μια ευκαιρία, κι ας μην είναι από τα γνωστότερα φιλμ του σκηνοθέτη. Και παίζει και η εντυπωσιακή Λίντα Νταρνέλ!

Δευτέρα, Ιουνίου 24, 2013

ΟΙ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΟΧΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΠΡΙΝ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

Μπορεί κάποιος να αντέξει ταινίες όπου οι ήρωες μιλάνε ακατάπαυστα, από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, ενώ η δράση είναι ελάχιστη; Ναι, αν όσα λένε είναι ενδιαφέροντα. Ναι, άλλωστε, απαντάνε και οι ουκ ολίγοι φανατικοί φίλοι της περίφημης τριλογίας του Richard Linklater με ήρωες ένα ζευγάρι και την εξέλιξη της σχέσης του μέσα σε 18 χρόνια (κάθε μια από τις ταινίες απέχει 9 χρόνια από την προηγούμενη).
Έτσι το τρίτο μέρος "Before Midnight" του 2013, πάντα με την Ζιλιέτ Ντελπί και τον Ίθαν Χοκ, βρίσκει το ζευγάρι στα 40 του, παντρεμένο με παιδιά, να κάνει διακοπές στην Ελλάδα. Το φιλμ καταγράφει τα όσα καθημερινά (και βαθιά ταυτόχρονα) συμβαίνουν την τελευταία μέρα των διακοπών τους. Ένα τραπέζι με φίλους σε ένα υπέροχο σπίτι, μια βόλτα σε ένα παλιό κάστρο, μια νύχτα στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, ένας δυνατός καβγάς... Και είπαμε ότι όλοι μιλάνε ακατάπαυστα.
Όπως και στα δύο προηγούμενα φιλμ, όλο το ενδιαφέρον εστιάζεται στους διαλόγους. Και αυτό το τρίτο φιλμ καταφέρνει να ενθουσιάσει πολλούς και να πάρει εξαιρετικές κριτικές. Τι συμβαίνει λοιπόν με αυτούς τους διαλόγους; Τι να πρωτοπώ: Ότι είναι εξαιρετικά φυσικοί; Σα να ακούς κουβέντες κυριολεκτικά βγαλμένες από την καθημερινή ζωή; Ότι καταφέρνουν με θαυμαστό τρόπο να καταγράψουν και αν αναλύσουν όλα τα συναισθήματα και τις λεπτές αποχρώσεις και φάσεις μιας σχέσης; Ότι ασχολούνται, μέσα στην καθημερινότητά τους και το φαινομενικά τετριμένο τους, με βαθιά θέματα; Ότι προβληματίζονται πάνω στο χρόνο κυρίως και τις αλλαγές που το πέρασμά του φέρνει όχι μόνο πάνω στους μεμονωμένους ανθρώπους, αλλά και στον έρωτα, στο ζευγάρι; Ότι καταγράφουν με τον πιο φυσικό και αβίαστο τρόπο τις ιδιοσυγκρασιακές διαφορές αντρικής και γυναικείας ψχολογίας; Και, συγχρόνως με όλα αυτά τα παγκόσμια, να καταγράφουν εξαιρετικά τις ιδιοσυγκρασίες των συγκεκριμένων ηρώων του φιλμ και τις απόψεις τους για τη ζωή και για ένα πλήθος θεμάτων, με αποτέλεσμα το όλο πράγμα να μη χάνει το ενδιαφέρον του, αφού, πέρα από "αντιπροσωπευτικοί", οι δύο πρωταγωνιστές έχουν και τη δική τους προσωπικότητα, τα δικά τους "κολλήματα", απόψεις, αρετές...
Πραγματικά δεν μπορώ ακριβώς να κατανοήσω πώς μπορεί να πλέκεται ένα τόσο πολύπλοκο και συγχρόνως αφοπλιστικά φυσικό και καθημερινό γαϊτανάκι μέσα από μια τόσο μινιμαλιστική πλοκή και δράση. Αυτό που κατά τη γνώμη μου επιτυγχάνεται εδώ είναι να θιγονται με καίριο τρόπο βαθύτατα θέματα μέσα από την πιο τετριμένη καθημερινότητα της ζωής ενός ζευγαριού που είναι χρόνια μαζί. Δίχως μάλιστα να λείπουν απ' όλα αυτά και κάποια πολιτικά σχόλια για τα όσα συμβαίνουν στη χώρα, αλλά και το χιούμορ. Αυτό και η όλη αντιμετώπιση είναι που μετετρέπουν ένα εκ πρώτης όψεως κουραστικό εγχείρημα σε κάτι ανάλαφρο και χαλαρό. Όντως πολύ δύσκολο να πετύχει κανείς έναν τέτοιο συνδυασμό.
Όλα αυτά συμβαίνουν με φόντο συχνά πανέμορφα - και οικεία για μας - ελληνικά τοπία της Πελοποννήσου, της Μάνης κυρίως. Τα θαυμάζουμε, δίχως να αποσπούν την προσοχή μας από όσα συμβαίνουν στις καρδιές των ηρώων. Αν δε φοβάστε λοιπόν τους ατέλειωτους, επί παντός επιστητού διαλόγους, μπορείτε να απολαύσετε την ωρίμανση πλέον του γνωστού ζευγαριού.

Σάββατο, Ιουνίου 22, 2013

DOA: ΟΤΑΝ Ο ΗΡΩΑΣ ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΟΣ ΠΡΙΝ ΑΡΧΙΣΕΙ Η ΤΑΙΝΙΑ

Ένας άντρας μπαίνει στο αστυνομικό τμήμα και λέει ότι θέλει να αναφέρει μια δολοφονία. "Ποιος είναι ο νεκρός"; ρωτά ο ατυνομικός. "Εγώ!" απαντά ο άντρας. Έτσι ξεκινά το "D.O.A." (Κυνηγώντας το Δολοφόνο μου"), ένα κλασικό, ασπρόμαυρο νουάρ που γύρισε το 1950 ο Rudolph Mate (1989-1964). Ο οποίος, ούγγρος στην καταγωγή, υπήρξε από τη δεκαετία του '20 περίφημος διευθυντής φωτογραφίας με κλασικά φιλμ στο ενεργητικό του, ώσπου, από το 1947, πέρασε στη σκηνοθεσία. Αυτή εδώ είναι σίγουρα η γνωστότερη ταινία του.
Φυσικά το θρίλερ αυτό εντυπωσιάζει από την αρχή χάρη στην πραγματικά πρωτότυπη ιδέα του. Ο ήρωας έχει δηλητηριαστεί, άγνωστο από ποιον και γιατί, με δηλητήριο βραδείας δράσης. Του μένουν λίγες μέρες ζωής και αυθόρμητα αποφασίζει να τις ξοδεψει ψάχνοντας απεγνωσμένα να βρει τον δολοφόνο του. Η διαδρομή του θα είναι δαιδαλώδης, η ιστορία πολύπλοκη, το κουβάρι μπερδεμένο. Καθώς χώνεται όλο και πιο βαθιά στην ιστορία, η ταινία σκιαγραφεί έναν σκληρό, αδίστακτο, αμοραλιστικό κόσμο (πράγμα που είναι αλλωστε χαρακτηριστικό των περισσότερων νουάρ). Εδώ δεν υπάρχουν και πολλοί καλοί χαρακτήρες (ίσως μόνο η μνηστή του ήρωα) ούτε και χώρος για χάπι εντ. Εδώ ξέρουμε από την πρώτη στιγμή ότι ο ήρωας, με τον οποίο φυσικά ταυτιζόμαστε απόλυτα, πρόκειται σύντομα να πεθάνει. Αλλά ο σκληρός κόσμος πολύ λίγο νοιάζεται γι΄ αυτό...
Πέρα από τη σεναριακή πρωτοτυπία, η ταινία με κράτησε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Το σασπένς είναι κυριολεκτικά διαρκές και η δεδομένη απελπισία του ετοιμοθάνατου πρωταγωνιστή καταφέρνει, νομίζω, να αγγίξει τον θεατή. Σπάνια στην οθόνη έχει αποτυπωθεί τόση απελπισία, τόση αγωνία. Αλήθεια, τι θα κάναμε όλοι εμείς αν βρισκόμαστε στην τραγική θέση του ήρωα; Στο μεταξύ ο Έντμοντ Ο' Μπράιεν δίνει μια καλή ερμηνεία σαν αθώος επαρχιώτης που πάει να το ρίξει έξω στο πολύβουο Σαν Φρανσίσκο, με τις γνωστές τραγικές συνέπειες. Ίσως εδώ να κρύβεται και ένα παλιομοδίτικο, ηθικοπλαστικό μήνυμα του στιλ "να τι παθαίνει όποιος τσιμπουρδίζει". Αν το δει κανείς από αυτή τη σκοπιά, το φιλμ μπορεί να θεωρηθεί ηθικά συντηρητικό. Ωστόσο είναι τόση η κινηματογραφική απόλαυση, που δεν νομίζω ότι πρέπει να επιμείνουμε παραπάνω σ΄αυτή την μάλλον αρνητική πτυχή.
Για μια ακόμα φορά θα το πω: Μη φοβηθείτε τις δεκαετίες που έχουν περάσει. Αφείστε τον εαυτό σας να το απολαύσει και συγκρίνετε και πάλι το πόσο τολμηρό (όχι ηθικά, όπως μόλις είπαμε, αλλά σεναριακά στη συγκεκριμένη περίπτωση) υπήρξε κάποτε το Χόλιγουντ σε σχέση με τη σημερινή, ξενέρωτη και σχεδόν αποκλειστικά προανατολισμένη στα ταμεία και τις εισπράξεις κινηματογραφική μηχανή παραγωγής εικόνων - ή δυνατόν όσο πιο μπλογκμπάστερ γίνεται - αφού αυτό είναι πλέον το απόλυτο φετίχ. Προσοχή μη δυσαρεστήσουμε τους δεκαπεντάρηδες, αφού αυτοί πλέον είναι το βασικό κοινό που ακουμπά τα λεφτά...

Πέμπτη, Ιουνίου 20, 2013

Η ΣΥΜΜΟΡΙΑ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ ΜΑΣ ΕΞΑΠΑΤΑ ΜΕΧΡΙΣ ΕΣΧΑΤΩΝ

Ο Louis Leterrier είναι γάλλος, έχει όμως εγκατασταθεί στο Χόλιγουντ εδώ και χρόνια. Μάλλον για κακό, αφού γυρίζει τη μια αδιάφορη ταινία μετά την άλλη. Όπως τη "Συμμορία των Μάγων" (Now You See Me) του 2013, την οποία πήγα να δω σε θερινό έτσι, για να περάσει η ώρα, αλλά ούτε να με ψυχαγωγήσει στοιχειωδώς κατάφερε.
Η ιδέα είναι αρχικά σχετικά πρωτότυπη. Τέσσερις β' διαλογής μάγοι - ταχυδακτυλουργοί (απατεώνες ουσιαστικά) συγκεντρώνονται από έναν άγνωστο (τον οποίο δεν βλέπουμε ποτέ) και μετατρέπονται, με το όνομα "Τέσσερεις Καβαλάρηδες", σε σούπερ σταρ της μαγείας, με εκπληκτικά sold out σόου και χιλιάδες θεατές. Σύντομα θα αρχίσουν να κάνουν... ληστείες εκατομμυρίων παρουσία κοινού, κατά τη διάρκεια του σόου δηλαδή, ενώ FBI και Interpole αδυνατούν να τους ενοχοποιήσουν.
Ωραία λοιπόν. Σχετικά πρωτότυπη ιδέα. Από εκεί και πέρα μηδέν. Η μαγεία, που είναι το βασικό θέμα της ταινίας, δεν νομίζω ότι καταφέρνει να περάσει και στο κοινό. Το κακό (ένα από τα κακά) είναι ότι η ταινία παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά. Και επιλέγει τον δρόμο του "ρεαλισμού" (εντός πολλών εισαγωγικών), με την έννοια ότι δεν αποφασίζει να γίνει ταινία φανταστικού, αλλά επιχειρεί να εξηγήσει "λογικά" (και πάλι εντός πολλών εισαγωγικών) όλα τα απίθανα που συμβαίνουν. Διότι το τι συμβαίνει κυριολεκτικά δεν περιγράφεται.
Όπως αντιλαμβάνεστε το πρόβλημα βρίσκεται στο παντελώς ανεδαφικό σενάριο. Όπου η μία απιθανότητα διαδέχεται την άλλη με ρυθμό πολυβόλου, η υποτιθέμενη αγωνία του θεατή θα ήθελαν να μεγαλώνει αφού όλοι είναι ύποπτοι για όλα και γενικά υπάρχει ένας αχταρμάς ιδεών ατάκτως ερριμένων. Και υποτίθεται ότι όλα αυτά δένουν λογικά και μπορούν να γίνουν στ' αλήθεια και συμβαίνουν στον πραγματικό κόσμο και... Αφείστε καλύτερα.
Στο μεταξύ, καλά το μυστήριο και όλα αυτά, αλλά να μη χώσουμε και πάσει θυσία ό,τι κλισέ υπάρχει σε action movies; (κι ας μην πρόκειται ακριβώς για action movie). Έτσι, στο δεύτερο μέρος ιδιαίτερα, και σκηνή ξύλου υπάρχει (όπου ένας ξεφεύγει από ολόκληρη επιδρομή του FBI) και, για να μη χάσουμε, κλασικό αυτοκινητοκυνηγητό, με αμάξια να μπαίνουν κόντρα σε μονόδρομους ή σε αντίθετες λωρίδες κυκλοφορίας, να ανατρέπονται και να ανατινάζονται και όλα τα σχετικά. Και, κερασάκι στην τούρτα, έρχεται και η τελική λύση - αποκάλυψη, που υποτίθεται ότι είναι απρόβλεπτη, αλλά προσθέτει κάμποσους ακόμα τόννους απιθανότητας. Εν τω μεταξύ όλη αυτή η ιστορία με την ύπαρξη του "Ματιού", μιας μυστηριώδους οργάνωσης, περνά μάλλον ξώφαλτσα, έτσι για να προσθέσουμε ένα ακόμα στοιχείο στον αχταρμά.
Νομίζω ότι πρόκειται για φούσκα ολκής, η οποία, όπως είπα και στην αρχή, δεν κατάφερε καν να με διασκεδάσει ανώδυνα. Τουλάχιστον όταν πηγαίνεις στα διάφορα Die Hard ξέρεις ακριβώς τι πρόκειται να δεις και πας καθαρά για χαβαλέ με ποπ κορν. Και τα φιλμ αυτά δεν παίρνουν και τον εαυτό τους στα σοβαρά, όπως γίνεται εδώ, αλλά κάνουν πλάκα με τις απιθανότητες που συμβαίνουν. Το περίεργο είναι ότι στην ταινία παίζει μια πλειάδα καλών ηθοποιών, από τους σχετικά νεότερους Jesse Eisenberg, Melanie Laurent κλπ., μέχρι τους παλιότερους Γούντι Χάρελσον, Μαρκ Ράφαλο και τους μεγάλους βετεράνους Μάικλ Κέιν και Μόργκαν Φρίμαν. Τι να πει κανείς. Μάλλον ουδείς μπορεί να αντισταθεί σε μια καλή αρπαχτή...

Δευτέρα, Ιουνίου 17, 2013

ΟΙ ΑΔΕΛΦΟΙ ΜΑΡΞ ΚΑΙ Η ΟΠΕΡΑ

Τι είναι αυτό που κάνει να ξεχωρίζουν οι κωμωδίες των αδελφών Μαρξ; Σίγουρα είναι το απόλυτα παράλογο χιούμορ τους. Νομίζω όμως ότι αυτό δεν αρκεί. Υπάρχει και η ανεπανάληπτη ασέβειά τους προς οτιδήποτε. Οι Μαρξ ισοπεδώνουν με σατανική αγαλλιάση κάθε αξία (ή "αξία") στην οποία πιστεύει ο μέσος άνθρωπος. Μοιάζουν να αντλούν τη μεγαλύτερη απόλαυση όταν γελοιοποιούν οτιδήποτε σοβαρό ή σοβαροφανές.
Το 1935 τα φοβερά αδέλφια γυρίζουν μια από τις γνωστότερες ταινίες τους, το "A Night at the Opera" με σκηνοθέτη τον Sam Wood (1883-1949). Ο τελευταίος, αν και παραγωγικότατος μέχρι το τέλος της ζωής του, γύρισε λίγες μόνο γνωστές ταινίες. Ανάμεσά τους και δύο με τους Μαρξ, αυτή που μας ενδιαφέρει εδώ και, λίγα χρόνια αργότερα, το "A Night at the Races". Ας γυρίσουμε όμως στο φιλμ μας.
Στη "Νύχτα στην Όπερα" ο στόχος της ανελέητης πλάκας τους είναι η όπερα και γενικότερα η (κυρίως) υψηλή κοινωνία που συχνάζει εκεί. Ο αμίμητος Γράουτσο είναι ο απατεώνας ατζέντης μιας πλούσιας κυρίας που θέλει να μπει στην υψηλή κοινωνία. Γι' αυτό χρηματοδοτεί γενναία την όπερα και γίνεται φίλη με τον διευθυντή της, ο οποίος καλεί έναν διάσημο τραγουδιστή. Ο Γκράουτσο όμως και δύο τυχοδιώκτες φίλοι του (ο Χάρπο και ο Τσίκο προφανώς) υποστηρίζουν έναν φτωχό τραγουδιστή με καλύτερη φωνή, με τον οποίο είναι ερωτευμένη η βασική πρωταγωνίστρια, την οποία με τη σειρά του πολιορκεί ασφυκτικά ο διάσημος τενόρος. Φυσικά θα ακολουθήσει πανδαιμόνιο.
Το φιλμ περιλαμβάνει μερικές διάσημες κωμικές σκηνές: Η μία είναι η περίφημη σκηνή όπου ένα αληθινό πλήθος από ανθρώπους χωράνε με ακατανόητο τρόπο σε μια πραγματικά μικροσκοπική καμπίνα πλοίου. Οι άλλες έχουν να κάνουν με το μπάχαλο κατά τη διάρκεια της παράστασης και τα περίφημα μουσικά ρεσιτάλ του πάντοτε βωβού Χάρπο και του Τσίκο στην άρπα και το πιάνο αντίστοιχα (οι Μαρξ ήταν όντως μουσικοί και είχαν ξεκινήσει σαν μουσικό γκρουπ). Και, φυσικά, οι ανεπανάληπτες ατάκες με το σουρεαλιστικό χιούμορ του Γκράουτσο πέφτουν σαν πολυβόλο σ΄όλη τη διάρκεια του φιλμ. (Αυτό το τελευταίο είναι και το προσωπικό μου πρόβλημα με τους Μαρξ. Επειδή δεν μπορώ να πιάσω τα ταχύτατα λογοπαίγνια όταν προφέρονται και επειδή αρκετά από αυτά είναι αδύνατο να μεταφραστούν, νοιώθω πάντοτε ότι χάνω ένα μέρος των αστείων. Αυτό όμως είναι, όπως είπαμε, προσωπικό πρόβλημα).
Κατά τα άλλα το χιούμορ τους παραμένει νομίζω αγέραστο, η κατεδάφιση των πάντων καίρια και το σύνολο διασκεδαστικότατο. Η καθώς πρέπει κοινωνία δείχνεται εδώ ζηλόφθονη, πάντα έτοιμη να εξαγοραστεί για συγκεκριμένα συμφέροντα και βαθύτατα περιφρονητική στους μη όμοιούς της, τους "κατώτερους". Οπότε ο θεατής ταυτίζεται με τον ουσιαστικά καθόλου καλό χαρακτήρα (απατεώνα όπως είπαμε και συμφεροντολόγο και τον ίδιο) του Γκράουτσο και παρασύρεται με χαρακτηριστική ευκολία στην ηδονή της καταστροφής των πάντων. Μη φοβηθείτε λοιπόν τις τόσες δεκαετίες που έχουν μεσολαβήσει. Μερικά πράγματα, όσο αναιδή και να ειναι (ή μάλλον ακριβώς εξ αιτίας αυτού) αντέχουν για πάντα!

Σάββατο, Ιουνίου 15, 2013

CHARADE: ΦΟΝΟΙ, ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ ΧΙΟΥΜΟΡ Α ΛΑ ΧΙΤΣΚΟΚ

Υπάρχει ένας χαρακτηρισμός για το "Charade" που κυριολεκτικά τα λέει όλα: Πρόκειται για την καλύτερη χιτσκοκική ταινία που όμως... δεν γύρισε ο Χίτσκοκ. Πράγματι το φιλμ (που στα ελληνικά κυκλοφόρησε με τον τίτλο "Ραντεβού στο Παρίσι") γυρίστηκε το 1963 από τον Stanley Donen... και όντως αποτελεί υπόδειγμα χιτσκοκικού φιλμ. Υποστηρίζεται μάλιστα από ένα πλουσιότατο καστ, με επικεφαλής φυσικά την πάντοτε χαριτωμένη και αεράτη Όντρει Χέπμπορν : Κάρι Γκραντ, Γουόλτερ Ματάου, Τζέιμς Κόμπερν, Τζορτζ Κένεντι... Τι άλλο θέλετε;
Η ηρωίδα ετοιμάζεται να πάρει διαζύγιο, όταν μαθαίνει ότι ο σύζυγός της βρέθηκε δολοφονημένος (τον πέταξαν από ένα τρένο για την ακρίβεια). Είναι γεγονός ότι δεν λυπάται και πολύ. Όταν όμως επιστρέφει στο Παρίσι, όπου έμεναν, βρίσκει το διαμέρισμά της κυριολεκτικά λεηλατημένο. Ένας γοητευτικός "βοηθός" εμφανίζεται ξαφνικά από το πουθενά στη ζωή της, με τον οποίο ερωτεύονται αμοιβαία, πλην όμως αποδεικνύεται ότι αυτός κάθε τρεις και λίγο αλλάζει όνομα, ταυτότητα και στρατόπεδο. Συγχρονως διάφοροι ύποπτοι και κάθε άλλο παρά ευχάριστοι τύποι - και ένας πράκτορας της CIA - την απειλούν αναζητώντας πάσει θυσία τα λεφτά που άφησε ο μακαρίτης, για τα οποία η ίδια δεν είχε την παραμικρή ιδέα, άντε όμως να γίνει πιστευτή... Όσο προχωρά το φιλμ οι ανατροπές και οι παράδοξες εξελίξεις πολλαπλασιάζονται, όπως και τα πτώματα.
Μιλάμε ίσως για την πεμπτουσία του παλιού, πέρα για πέρα διασκεδαστικού Χόλιγουντ. Το αστυνομικό σασπένς, το μυστήριο και οι ανατροπές παντρεύονται άψογα με την αισθηματική κομεντί και το χιούμορ, ενώ ο θεατής πασχίζει να ξεμπλέξει το κουβάρι διασκεδάζοντας ταυτόχρονα. Όλα αυτά συμβαίνουν με φόντο το "εξωτικό" (για τους αμερικάνους φυσικά) Παρίσι, που την εποχή αυτή διατηρούσε ακόμα αμείωτη την αίγλη του.
Τα χιτσκοκικά μοτίβα είναι πάμπολλα. Από το ίδιο το πάντρεμα των ειδών που προαναφέραμε, από το μαύρο ενίοτε χιούμορ και τη συσσώρευση πτωμάτων, από το ανάλαφρο στιλ, από την κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα και από το πανταχού παρόν σασπένς φυσικά. Ταινίες όπως "Ο Άνθρωπος που Γνώριζε πολλά", "Στη Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων" κλπ. έρχονται αβίαστα στο μυαλό μας.
Όχι, δεν θα εύρισκα κάποιο βαθύτερο νόημα σε όλα αυτά. Είναι όμως όλα τόσο, μα τόσο αφοπλιστικά διασκεδαστικά, που δεν θα έψαχνα παραπάνω για κάτι τέτοιο. Ο στόχος είναι νομίζω ξεκάθαρος: Η διασκέδαση για τη διασκέδαση. Και μάλιστα με απείρως κομψότερο και αέρινο τρόπο απ' ότι η πλειοψηφία των χιλιοειδωμένων και χονδροειδών αντίστοιχων σύγχρονων προσπαθειών του Χόλιγουντ. Ακολουθείστε λοιπόν τη συμβουλή μου: Ξαπλώστε όσο πιο αναπαυτικά γίνεται στην πολυθρόνα σας και αφεθείτε με πλήρη αποενοχοποίηση (για την έλλειψη βάθους εννοώ) στην ανεπανάληπτη κινηματογραφική απόλαυση. Αυτό είναι που μετρά κυρίως σε τέτοιου είδους φιλμ. Κλασικά φιλμ, θα πρόσθετα, που βλέπονται ανετότατα μέχρι σήμερα δίχως να χάνουν καθόλου τη γοητεία τους.

Τετάρτη, Ιουνίου 12, 2013

TRIAGE: ΠΟΙΟΣ ΕΠΙΛΕΓΕΙ ΤΟ ΠΟΙΟΣ ΖΕΙ ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΠΕΘΑΙΝΕΙ;

Ο Danis Tanovic είναι ο βόσνιος σκηνοθέτης που το 2001 είχε γυρίσει το "No Man's Land", μια από τις δυνατές πολεμικές ταινίες των τελευταίων δεκαετιών. Το 2009 κάνει μια αγγλική παραγωγή, με τον Κόλιν Φαρέλ μάλιστα, το "Triage", το οποίο σαν γενικό άξονα έχει και πάλι τον πόλεμο, αλλά όχι μόνο.
Δύο κολλητοί φίλοι, πολεμικοί φωτογράφοι αμφότεροι, οι οποίοι πάντα αναλαμβάνουν μαζί επκίνδυνες καλύψεις σε διάφορα μέτωπα του κόσμου, βρίσκονται στο τουρκικό Κουρδιστάν για να καλύψουν την εκεί κατάσταση και τις μάχες που γίνονται. Η γυναίκα του ενός μάλιστα περιμένει παιδί σε λίγες μόλις μέρες. Ωστόσο επιστρέφει μόνο ο ένας (όχι αυτός με την έγγυο γυναίκα). Όλοι περιμένουν με αγωνία την επιστροφή του φίλου, οι μέρες όμως περνούν κι αυτός αργεί. Τι ακριβώς έχει συμβεί πίσω στο επικίνδυνο Κουρδιστάν;
Η ταινία μπορεί ουσιαστικά να χωριστεί σε δύο επίπεδα, που με συχνά φλας μπακ επικαλύπτονται: Τις σκηνές στο μέτωπο κι αυτές πίσω στην Αγγλία. Κι αν στο πρώτο επίπεδο λειτουργεί καθαρά αντιπολεμικά, καταγράφοντας με δυνατό τρόπο τα όσα τραγικά συμβαίνουν εκεί, στο δεύτερο επίπεδο μετατρέπεται σε ένα είδος ψυχολογικού θρίλερ, όπου ο ήρωας καλείται να αποκαλύψει ένα μυστικό για να θεραπευτεί από μια βαριά ψυχοσωματική ασθένεια. Αν στο πρώτο υπάρχει η αγωνία και η φρίκη του ίδιου του πολέμου, στο δεύτερο έχουμε την αγωνία της αποκάλυψης ενός μυστικού, την αγωνία για την τύχη του φίλου του ήρωα και το σχετικό σασπένς που τα συνοδεύει. Στο δεύτερο αυτό επίπεδο η ψυχολογική εμβάθυνση του βασικού χαρακτήρα και τα φαντάσματα που καταδυναστεύουν τον εσωτερικό του κόσμο έχουν τον πρώτο λόγο.
Ενδιαφέρουσα φιλοσοφικά, η ταινία θέτει και το αμείλικτο ερώτημα του ποιος και κάτω από ποιες συνθήκες (ακραίες συνθήκες πρφανώς, δυστυχώς όμως συνηθισμένες σε διάφορες γωνιές του πλανήτη) αποφασίζει για τη ζωή ή τον θάνατο των άλλων. Κι αυτό είναι ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο φιλμ, το οποίο είναι από τα βσικά του θέματα (άλλωστε η λέξη Triage, την οποία αγνοούσα, σημαίνει κάτι σαν "επιλογή", "διαλογή"). Όπως άλλωστε σημαντικό θέμα είναι και η ανορθόδοξη θεωρία του ψυχολόγου πεθερού του πρωταγωνιστή, η οποία είναι σίγουρα συζητήσιμη και όχι υποχρεωτικά αποδεκτή, αλλά παραμένει ενδιαφέρουσα σαν άποψη. Σημειωτέον ότι το ρόλο αυτόν ερμηνεύει ένας αγέραστος, 87χρονος τότε, Κρίστοφερ Λι!
Η ταινία μου άρεσε για τον βαθιά αντιπολεμικό της χαρακτήρα και την είδα με ενδιαφέρον μέχρι τέλους. Είναι ωστόσο σχετικά αργή - ίσως και να επαναλαμβάνεται κάπου. Σε αρκετά σημεία πάντως μπορεί να γίνει ακόμα και συγκλονιστική. Ξεχάστε φυσικά τις πολεμικές ταινίες δράσης και περιπέτειας. Εδώ βρισκόμαστε περισσότερο σε μια σχετικά χαμηλότονη ατμόσφαιρα, που δίνει βάρος στις σχέσεις των ηρώων μεταξύ τους και με άλλους ανθρώπους και κυρίως στην ψυχολογία τους (και μάλιστα, όπως είπαμε, εκτός μετώπου, πίσω στην "ήσυχη" πατρίδα). Τόσο στην ψυχολογία ενός ανήσυχου χαρακτήρα, που επιζητεί τον κίνδυνο και τη δράση, όσο και στους εσωτερικούς κινδύνους που εγκυμονεί μια τέτοια στάση ζωής.

Κυριακή, Ιουνίου 09, 2013

ΟΤΑΝ Ο ΑΡΤΖΕΝΤΟ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΙ ΤΟΝ ΔΡΑΚΟΥΛΑ

Είναι πραγματικά απίστευτο το πώς είναι δυνατόν να παρακμάσουν τόσο πολύ κάποιοι σκηνοθέτες (και καλλιτέχνες γενικότερα, γιατί συμβαίνει σε όλες τις τέχνες). Το τελευταίο λυπηρό παράδειγμα είναι ο Dario Argento, ο οποίος έχει να κάνει ταινία που να βλέπεται κάπου από τη δεκαετία του 80. Προσωπικά βέβαια δεν τον θεώρησα ποτέ μεγάλο δημιουργό, ωστόσο η οργιαστική οπτική του φαντασία και το εντυπωσιακό αποτέλεσμα ήταν (κάποτε) αναμφισβήτητα. Όταν όμως το 2012 επιχειρεί να κάνει τον κλασικό "Δράκουλα"... αυτό που προκύπτει κυριολεκτικά δεν βλέπεται.
Δεν ξέρω από πού να αρχίσω. Ο "Dracula" αυτός (ο οποίος μάλιστα γυρίστηκε σε παντελώς άνευ λόγου 3D) στερείται κάθε πρωτοτυπίας και γενικότερα, νομίζω, κάθε λόγου ύπαρξης. Σπάνια έχω δει ταινία με τόση έλλειψη ρυθμού. Έβλεπα μια (υποτίθεται) ταινία τρόμου από κάποιον το πάλαι ποτέ βιρτουόζο του είδους και έπιανα διαρκώς τον εαυτό μου να βαριέται. Πιστεύω ότι οποιοσδήποτε πιτσιρικάς χολιγουντιανός σκηνοθέτης που κάνει στις μέρες μας ένα φτηνό και κακό b-movie διαθέτει σίγουρα καλύτερη αίσθηση του ρυθμού. Το σενάριο (πάντοτε η αχίλειος πτέρνα του Αρτζέντο) καταφέρνει ακόμα και σ' αυτή την τόσο γνωστή και δοκιμασμένη ιστορία να είναι "ατσούμπαλο", κακογραμμένο, με σκηνές δίχως αιτία και με αφύσικες συμπεριφορές από τους ήρωες. Η εικόνα έχει χάσει αυτό που - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - έδινε την όποια ιδιαιτερότητα στο σινεμά του. Μένουν μόνο κάποιοι επίτηδες "ψεύτικοι" νυχτερινοί φωτισμοί να θυμίζουν παλιές, καλές εποχές, αλλά είναι κάτι παραπάνω απο προφανές ότι δεν αρκούν για να σώσουν οτιδήποτε. Οι ηθοποιίες... εδώ είναι το στοιχείο χάρη στο οποίο το φιλμ μετατρέπεται σε ακούσια κωμωδία. Πραγματικά μόνο να γελάσει μπορεί κανείς (και σ' αυτό το επίπεδο το διασκέδασα δεόντως) με τόσο κακό, ψεύτικο, υπερβολικό παίξιμο. Στο τοπ του κακού παιξίματος βρίσκεται η ντίβα Άσια Αρτζέντο (η γνωστή σέξι κόρη του σκηνοθέτη) και (όλα τα λεφτά πραγματικά) ένας κοντούλης παπάς (νομίζω ότι δεν υπάρχει στο βιβλίο), του οποίου κάθε εμφάνιση προκαλεί ασυγκράτητα γέλια. Ακόμα και τα εφέ είναι κακά σε σχέση με τα αντίστοιχα που βλέπουμε (και έχουμε βαρεθεί) στην εποχή μας. Και δεν μιλώ μόνο γι' αυτά των χολιγουντιανών blogbuster, αλλά γενικότερα. Το αποκορύφωμα μάλιστα φτάνει στη σκηνή όπου ο αιμοδιψής κόμης επιτίθεται σε κάποιον μεταμορφωμένος σε γιγάντιο... αλογάκι της Παναγίας, άνευ κανενός λόγου.
Περιττό να πω ότι ούτε η επιλογή του γερμανού Thomas Kretschmann στον βασικό ρόλο με έπεισε. Την όλη παρακμή μάλιστα ακολουθεί και ο επίσης πάμπολλα χρόνια παρακμασμένος και κάποτε cult ηθοποιός Ρούντγκερ Χάουερ στο ρόλο του Βαν Χέλσινγκ (παίζει πια μόνο όχι ακριβώς σε b αλλά μάλλον σε z movies). Τέλος το όλο κιτς και τη γελοιότητα του πράγματος συμπληρώνουν οι λίγες σκηνές σεξ και γυμνού, οι οποίες είναι τόσο κακά και άγαρμπα τοποθετημένες στο φιλμικό σώμα, ώστε βγάζει μάτι ότι μπήκαν ακριβώς για να βάλουμε και λίγο σεξ και γυμνό, δίχως πραγματικά να χρειάζεται.
Θα επαναλάβω ότι δεν μπορώ να πιστέψω πώς είναι δυνατόν κάποιοι δημιουργοί να παρακμάζουν τόσο (και να έχουν το θράσος να ξανακάνουν ένα τόσο πολύ δοκιμασμένο θέμα, με τόσα καλά δείγματα). Δείτε το αυστηρά και μόνο αν έχετε από πριν αποφασίσει να το ρίξετε στο χαβαλέ και έχετε προμηθευτεί μπύρες ή ό,τι άλλο χρειάζεστε για κάτι τέτοιο. Για μένα πάντως είναι ο χειρότερος Δράκουλας που έχω δει.

Σάββατο, Ιουνίου 08, 2013

"IN A LONELY PLACE" ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ

Το 1950 ο Nicholas Ray (1911-1979) γυρίζει μια από τις καλύτερες ταινίες του (και από τις καλύτερες του παλιού Χόλιγουντ γενικότερα κατά τη γνώμη μου), το "In a Lonely Place" με τους Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ και Γκλόρια Γκράχαμ. Ταινία που παραμένει σχετικά άγνωστη και που δύσκολα κατατάσεται σε είδος, καθώς εχει στοιχεία από ερωτικό δράμα, από νουάρ, από θρίλερ, αλλά και μια κριτική ματιά στο ίδιο το Χόλιγουντ και την κινηματογραφική βιομηχανία γενικότερα.
Ο ήρωας είναι γνωστός σεναριογράφος του Χόλιγουντ, με εντελώς βίαιο χαρακτήρα, που μπορεί να αγγίξει τα όρια της παράνοιας. Όταν, μετά από καιρό, μοιάζει να έχει βρει τη γυναίκα της ζωής του και - παραμερίζοντας για πρώτη ίσως φορά τον κυνισμό του - να είναι ερωτευμένος, ενώ συγχρόνως δουλεύει πυρετωδώς ένα σενάριο που τον ενδιαφέρει πολύ, θεωρείται βασικός ύποπτος για το φόνο μιας άλλης κοπέλας, που είχε περάσει μια νύχτα στο σπίτι του.
Ο θεατής μέχρι την τελική αποκάλυψη (την οποία φυσικά εγώ δεν θα σας αποκαλύψω) αμφιταλαντεύεται διαρκώς ανάμεσα στην πιθανή ενοχή ή αθωότητα τού, ούτως ή άλλως, αρνητικού χαρακτήρα ήρωα. Έτσι η ταινία περνά διαρκώς από το ερωτικό δράμα στο αστυνομικής υφής σασπένς, καθώς παράλληλα εξετάζονται και οι σχέσεις του ζευγαριού, με τις διάφορες φάσεις που διανύουν. Κι επειδή όλα αυτά, όπως είπαμε, συμβαίνουν στο Χόλιγουντ (άλλωστε και η κRay οπέλα είναι μια άσημη στάρλετ), εντοπίζουμε στοιχεία που μπορεί να μας θυμίσουν φιλμς από το "Sunset Boulevard" ως τις "Υποψίες" του Χίτσκοκ. Η κριτική στο Χόλιγουντ είναι σαφής. Οι μηχανισμοί του, οι αγχωτικοί ρυθμοί του, οι διασυνδέσεις... Αλλά το "Lonely Place" του τίτλου μπορεί κάλλιστα να αναφέρεται σ' αυτό (και στα όσα κρύβονται κάτω από τη γεμάτη χλιδή, απαστράπτουσα επιφάνεια), όσο και στο εσωτερικό του ήρωα, στη βαθύτερη μοναξιά του, που τελικά είναι αποτέλεσμα του χαρακτήρα του. Συγχρόνως απολαμβάνουμε ένα ρεσιτάλ από κυνικές (και με χιούμορ) ατάκες του Μπόγκαρντ, ο οποίος, παρά την επιφανέιακή γενναιότητα, την επιλογή της μοναξιάς ως τρόπου ζωής και την περιφρόνησή του προς όλους, είναι κι αυτός ευάλωτος και, όπως δείχνει ο βαθύς έρωτας για τη γοητευτική του γειτόνισα, κατά βάθος ψάχνει κι αυτός να βρει ένα στήριγμα στη ζωή. Το όλο πράγμα γίνεται συγκλονιστικότερο και ακόμα πιο δυνατό αν σκεφτούμε ότι στο φιλμ έχουν παρεισφρύσει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία του ίδιου του Ray.
Όλα τα παραπάνω δίνονται με ένα κομψό και φίνο κινηματογραφικό τρόπο (και με όμορφη ασπρόμαυρη φωτογραφία), που δείχνει το πόσο σημαντικός υπήρξε ο δημιουργός αυτός. Και, επίσης, πόσο σημαντικότερο υπήρξε το παλιό Χόλιγουντ από το σημερινό ξενέρωτο κακέκτυπό του (θα πω για πολλοστή φορά στο μπλογκ αυτό ότι οι εξαιρέσεις σαφώς υπάρχουν, αλλά η κριτική μου αναφέρεται στο σύνολο, στη γενική εικόνα του πράγματος). Μου κάνει πραγματικά εντύπωση, για να αναφέρουμε ένα παράδειγμα μόνο, το πόσο λίγη σημασία έδιναν τότε στο περίφημο χάπι εντ. Πολύ περισσότερες ταινίες τελείωναν όπως έπρεπε και ήταν φυσικό να τελειώσουν, άσχετα αν αυτό το τέλος ήταν "καλό" ή "κακό". Και δεν φοβόντουσαν να δείξουν όλη την απελπισία ενός ήρωα (και πιθανού σούπερ σταρ της εποχής), δίχως να χρυσώσουν κανένα χάπι. Άλλωστε στα περισσότερα νουάρ, είδος και δημοφιλές και με μεγάλους ηθοποιούς, τα περισσότερα τέλη ήταν κάθε άλλο παρά χαρούμενα.
Τέλος πάντων, προσωπικά θεωρώ την ταινία εξαιρετική και τη συνιστώ. Και, όπως φαίνεται, το box office, παρά το ότι προφανώς έπαιζε ανέκαθεν σημαντικό ρόλο, δεν ήταν πάντοτε το Α και το Ω των επιλογών...

Πέμπτη, Ιουνίου 06, 2013

"ΑΤΙΜΑΣΜΕΝΗ ΚΑΙ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΜΕΝΗ" ΣΕ ΕΝΑΝ ΒΙΑΙΑ ΑΝΔΡΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟ ΚΟΣΜΟ

Το 1964 ο Pietro Germi (1914-1974) γυρίζει την επόμενη από το "Διαζύγιο α λα ιταλικά" ταινία του με παρόμοιο θέμα. Πρόκειται για την "Ατιμασμένη και Εγκαταλειμένη" (Sedotta e abbandonata). Εδώ τα πράγματα σοβαρεύουν αρκετά σε σχέση με την προηγούμενη ταινία. Εδώ το κωμικό στοιχείο, δίχως να εξαφανίζεται, υποχωρεί αρκετά, για να αναδυθεί το βαθύ δράμα και η τραγικότητα και το παράλογο που κρύβονται κάτω από μια εκ πρώτης όψεως "γραφική" επιφάνεια.
Βρισκόμαστε και πάλι στην Σικελία, σε μια ασφυκτικά ανδροκρατούμενη κοινωνία (σε βαθμό κακουργήματος). Ένας νεαρός φοιτητής κάνει έρωτα με την ανήλικη (γύρω στα 16) αδελφή της αραβωνιαστικιάς του. Όταν το σκάνδαλο ξεσπά η οικογένεια των κοριτσιών, με επικεφαλής τον πατέρα - αφέντη, κάνει κυριολεκτικά τα πάντα για να το καλύψει και να διατηρήσει το "τίμιο πρόσωπο στην κοινωνία". Λόγω ηλικίας το αδίκημα είναι και ποινικό. Ωστόσο (και πάλι βάσει νόμου) αν οι διαπράξαντες το "αποτρόπαιο έγκλημα" του σεξ παντρευτούν όλα παραγράφονται και κάθε δίωξη σταματά. Και τότε εμφανίζεται το (ακόμα πιο) παράλογο σε όλο του το μεγαλείο: Ο νεαρός δηλώνει ότι δεν θέλει την κοπέλα (την οποία ποθούσε τρελά) διότι είναι "ατιμασμένη"!!! Στην προφανή παρατήρηση "μα εσύ την ατίμασες" απαντά: "Αυτό δεν έχει σημασία. Εγώ θέλω παντρευτώ παρθένα. Στο κάτω - κάτω, αφού το έκανε ανύπαντρη με μένα, γιατί να μην το κάνει και με άλλους όταν παντρευτεί"; Από εκεί και πέρα αρχίζει ένας φαύλος κύκλος συμφωνιών και αθετησης συμφωνιών, με προεξάρχουσα πάντοτε την κυριολεκτικά αγχωτική προσπάθεια από την οικογένεια "να μην αποκαλυφτεί το σκάνδαλο". Στο άγριο αυτό παιχνίδι τα τραγικά θύματα είναι φυσικά πάντοτε οι γυναίκες (αλλά και κάποιοι άντρες, όπως ο ακούσια "δολοφόνος" αδελφός των κοριτσιών, ο οποίος δεν έχει καμιά όρεξη να πάει φυλακή, αλλά η τιμή...
Παρά το χιούμορ απο πολύ νωρίς είχα πάψει να γελώ. Σπάνια μια ταινία έχει αποκαλύψει και καταγγείλει τόσο καίρια την απύθμενη υποκρισία, τον παραλογισμό και την ουσιαστική βαρβαρότητα που κρύβεται κάτω από την ατσαλάκωτη επιφάνεια μιας στυγνά φαλοκρατικής κοινωνίας, αλλά και της απόλυτα διεστραμένης περί "τιμής" αντίληψη (σήμερα παρόμοιες πρακτικές υπάρχουν σε φανατικά ισλαμικές κοινωνίες). Σπάνια η ανδροκρατία έχει κατηγορηθεί τόσο σαν αληθινή πηγή δυστυχίας. Σπάνια έχει δειχτεί τόσο ξεκάθαρα το πώς η ευτυχία θάβεται κυριολεκτικά κάτω από τις περί τιμής και κατωτερότητας των γυναικών ιδεοληψίες. Το αποτέλεσμα; Μια κοινωνία βαθιά δυστυχισμένη, υποταγμένη, όπου, πολύ απλά, μπορεί να συναντήσεις τα πάντα πλην του έρωτα. Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά άλλωστε, όταν η συντριπτική πλειοψηφία των (ισόβιων, αφού το διαζύγιο απαγορευόταν) γάμων είναι κυριολεκτικά καταναγκαστικοί; Είναι επίσης συγκλονιστικός ο τρόπος που το φιλμ δείχνει ότι η γυναικεία δυστυχία σε μια τέτοια κοινωνία δεν αφορά μόνο την νεαρή ηρωίδα (πανέμορφη και πάλι η Στεφανία Σαντρέλι), αλλά διαχέεται και στις γύρω απ' αυτή γυναίκες, όπως στη δύστυχη αδελφή της - που αποτελεί το άβουλο πιόνι της όλης κατάστασης.
 Εξαιρετική ταινία, που συνιστώ ιδιαίτερα, με έναν εξαιρετικό πρωταγωνιστή στο ρόλο του καταπιεστικού πατέρα - αφέντη. Θα επαναλάβω πάντως: Παρά το χιούμορ που υπάρχει, προσωπικά δεν κατάφερα να τη δω σαν κωμωδία.

Τρίτη, Ιουνίου 04, 2013

Η ΧΑΝΑ ΑΡΕΝΤ ΚΑΙ Η ΝΑΖΙΣΤΙΚΗ ΚΤΗΝΩΔΙΑ

Η γερμανοεβραία Χάνα Άρεντ υπήρξε μια σημαντική φιλόσοφος και πολιτική αναλύτρια του 20ού αιώνα. Μαθήτρια του Χαϊντέγκερ, εγκατέλειψε τη Γερμανία μετά την άνοδο των ναζί και, μετά από σύντομο εγκλεισμό σε γαλλικό στρατόπεδο συγκέντρωσης, έφυγε στις ΗΠΑ, όπου πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της. Η γερμανίδα Margarethe von Trotta ήταν πάντοτε μια "κλασική", ακαδημαϊκή θα λέγαμε, σκηνοθέτης. Το 2012 γυρίζει την "Hannah Arendt" με την αγαπημένη της από τη δεκαετία του 70 ηθοποιό Μπάρμπαρα Ζούκοβα στον ομώνυμο ρόλο.
Η ταινία παρακολουθεί μια συγκεκριμένη εποχή της ζωής της φιλοσόφου, στις αρχές της δεκαετίας του 60, και παραμένει στο γνωστό κλίμα της δημιουργού. Eίναι λοιπόν χαμηλότονη, αρκετά θεατρική, με αρκετούς διαλόγους, με άψογες ηθοποιίες. Αυτό που θα λέγαμε "μια ταινία δωματίου". Έτσι το κινηματογραφικό της ενδιαφέρον είναι μάλλον περιορισμένο ή, αν θέλετε, το αναμενόμενο. Ωστόσο τα προβλήματα που θέτει και η συζήτηση γύρω από ορισμένα σημαντικά ζητήματα είναι, νομίζω, πολύ ενδιαφέρουσα. Το 1960 λοιπόν η Άρεντ, καθηγήτρια πανεπιστημίου και ήδη διάσημη για το έργο της, αποδέχεται την πρόταση του περιοδικού New Yorker να πάει στο Ισραήλ και να καλύψει τη δίκη του ναζί εγκληματία πολέμου Άιχμαν που γινόταν εκεί. Θα πάει όντως, θα ξαναβρεί μέλη της οικογένειάς της και φίλους και, πίσω στην Αμερική, θα γράψει μια σειρά άρθρων, που κυκλοφόρησαν και σε βιβλίο, όπου δεν εξετάζει απλώς τη συγκεκριμένη δίκη (ο Άιχμαν καταδικάστηκε και εκτελέστηκε), αλλά το φαινόμενο του ναζισμού και του ολοκληρωτισμού γενικότερα. Τα κείμενα θα προκαλέσουν θύελα αντιδράσεων από τη διεθνή εβραϊκή κοινότητα και από κάθε απόχρωσης αντιναζί, επειδή θεωρήθηκαν ότι ήταν... υπέρ του εγκληματία - ή, τουλάχιστον, όχι τόσο καταδικαστικά προς αυτόν, καθώς και για το ότι αναφερόταν ότι μέρος της ευθύνης για το ολοκαύτωμα φέρουν και οι ηγέτες των εβραίων, οι οποίοι μάλλον συμβιβάστηκαν με τους ναζί. Για το τελευταίο η Άρεντ είπε ότι κατέγραψε απλώς ό,τι αναφέρθηκε στη δίκη, το οποίο και η ίδια άκουσε για πρώτη φορά. Τα γενικά περί ναζισμού όμως έχουν, νομίζω, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Φυσικά η αριστερή Άρεντ δεν μίλησε ποτέ "υπέρ του ναζισμού". Τα κείμενά της παρεξηγήθηκαν όσο λίγα και το σκάνδαλο ήταν πραγματικά άνευ λόγου. Αυτό που συνέβει ήταν το εξής: Η φιλόσοφος, με νωπή ακόμα τη φριχτή εμπειρία του ναζισμού (είχαν περάσει τότε μόλις 15 χρόνια από το τέλος του πολέμου) πήγε στη δίκη πιστεύοντας ότι θα αντικρίσει ένα αληθινό τέρας, ένα ρατσιστικό και φασιστικό κάθαρμα που θα υπερασπίζεται τις αποτρόπαιες απόψεις του. Αυτό που συνάντησε ήταν ένα κυριολεκτικά ανθρωπάκι, δίχως δική του γνώμη και προσωπικότητα, μια απόλυτη μετριότητα, έναν κοινό γραφειοκράτη, που διαρκώς επαναλάμβανε "Εγώ δεν μπορούσα να έχω γνώμη. Εγώ απλώς εκτελούσα διαταγές". Το γεγονός αυτό τη σόκαρε και την τρόμαξε περισσότερο από το αν αντίκριζε το αποκρουστικό τέρας που περίμενε. Γιατί; Μα επειδή όλοι περιμένουμε ότι ένα "τέρας" θα κάνει ανήκουστα εγκλήματα. Αυτό που δεν χωράει στο μυαλό μας είναι ότι το απόλυτο κακό μπορεί να προέλθει από κοινότατους ανθρώπους, από απόλυτες μετριότητες, από τον "άνθρωπο της διπλανής πόρτας". Έτσι διατύπωσε αυτή ακριβώς τη θεωρία: Ότι το Κακό δεν προέρχεται ουσιαστικά από το "τέρας". Τα "τέρατα" αποτελούν σπάνιες και μεμονωμένες περιπτώσεις και θα μπορούσαν να απομονωθούν και να ελεγχθούν. Η εξάπλωση του Κακού οφείλεται στον κοινό, συνηθισμένο, μη σκεπτόμενο μέσο άνθρωπο, ο οποίος είτε αποδέχεται τις φρικτές απόψεις του "τέρατος" είτε απλώς, ακόμα κι αν δεν τις ασπάζεται, δεν αντιδρά σ' αυτές (απλώς "εκτελεί διαταγές"), οπότε αφήνει το πεδίο ελεύθερο. Αντιλαμβάνεστε τον σάλο που δημιούργησε μια τέτοια άποψη.
Πολλοί κοινοί άνθρωποι εξοργίστηκαν, προσάπτοντας στην Άρεντ ότι ουσιαστικά κατηγορεί τους ίδιους για τον ναζισμό. Προσωπικά βρίσκω τη θεωρία αυτή εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Και γι' αυτήν ακριβώς και τις συζητήσεις που θα ακολουθήσουν αξίζει νομίζω να δει κανείς ένα απόλυτα "καθώς πρέπει" και δίχως κινηματογραφικές εκπλήξεις φιλμ.

Σάββατο, Ιουνίου 01, 2013

Ο ΓΚΑΤΣΜΠΙ ΚΑΙ Η ΑΠΑΤΗΛΗ ΛΑΜΨΗ

Ο Buz Luhrmann είναι ένας σκηνοθέτης που μετατρέπει ό,τι πιάσει στα χέρια του σε ένα εντυπωσιακό, ζαλιστικό και θορυβώδες βιντεοκλίπ. Άλλους αυτό μπορεί να τους κουράσει αφάνταστα κι άλλους να τους γοητεύσει. Από την άλλη, αρέσκεται να καταπιάνεται με μεγάλα, κλασικά θέματα ("Ρωμαίος και Ιουλιέτα", "Μουλέν Ρουζ") και κατ' άλλους να τα μετατρέπει σε κιτς φαντασμαγορίες, ενώ κατ΄ άλλους πάλι να τα εκμοντερνίζει δίνοντάς τους μια σύγχρονη διάσταση. Πιστός λοιπόν στο όραμά του ασχολείται το 2013 με ένα άλλο κλασικό βιβλίο: Τον "Υπέροχο Γκάτσμπι", το διασημότερο μυθιστόρημα του Σκοτ Φιτζέραλντ. Το αποτέλεσμα μου άφησε ανάμικτες εντυπώσεις, θετικές και αρνητικές. 
Ο "Γκάτσμπι" σαν ιστορία διαθέτει πολλά επίπεδα και μιλά για ένα σωρό πράγματα: Για τη ρηχότητα και απατηλότητα του "αμερικάνικου όνειρου", για τα έξαλλα '20ς, για τη βαθύτατα ταξική κοινωνία (της εποχής τουλάχιστον) και την ουσιαστική αδυναμία να εισέλθει κάποιος από κάτω στα άνω στρώματα, παρά την εκ πρώτης όψεως αντίθετη διαπίστωση, για την αναισθησία, την αναλγησία και την υποκρισία των ανώτερων αυτών κοινωνικών στρωμάτων, για τη βρωμιά και τη διαφθορά που κρύβεται κάτω από τη απαστράπτουσα επιφάνεια, για τις τερατώδεις αντιθέσεις ανώτερων και κατώτερων τάξεων, για το γεγονός ότι τα πλούτη δεν φέρνουν την ευτυχία, αλλά πιθανόν να αποτελούν την επιφάνεια απόλυτα άδειων και ανούσιων ζωών, για να αναφέρουμε τα κυριότερα από αυτά. Αλλά και διαπνέεται - ταυτόχρονα με όλες αυτές τις κοινωνικοπολιτικές διαπιστώσεις - από ρομαντισμό, ενώ τα κύρια θέματά του παραμένουν ένας μεγάλος έρωτας και ένας αλησμόνητος, "bigger than life" χαρακτήρας. 
Όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχουν στην ταινία. Από την άλλη, στο πρώτο μέρος τουλάχιστον, όπου περιγράφεται η ξέφρενη ζωή των από τη μέση και πάνω στρωμάτων της Νέας Υόρκης στη δεκαετία του 20, υπάρχουν όλα τα γνώριμα σκηνοθετικά του στοιχεία: Η απόλυτα βιντεοκλιπάτη οπτική, όπου δεν προλαβαίνεις να ξεχωρίσεις τη μια εικόνα από την άλλη, οι εντυπωσιακές λήψεις και "βουτιές" της κάμερας, το θορυβώδες, σύγχρονο σάουντρακ, τα θεαματικά χορευτικά... Όλα αυτά, θα μπορούσα να σκεφτώ, ταιριάζουν σαν ύφος με την κούφια και άνευ ουσίας χλιδή που περιγράφεται. Από την άλλη όμως με κούρασαν αρκετά. Η κούραση αυτή επιδεινώθηκε από τη συχνή χρήση χιπ χοπ στη μουσικά, είδος που προσωπικά δεν αντέχω. Φυσικά, όπως αντιλαμβάνεστε, αυτό αποτελεί καθαρά προσωπική άποψη. Μπορώ να δεχτώ ότι για κάποιον που είναι λάτρης της μουσικής αυτής (και καλά κάνει, η απέχθεια είναι προσωπική), το σάουντρακ ακριβώς και τα πειραγμένα κομάτια μεγάλων συνθετών όπως οι Κολ Πόρτερ, Γκέρσουιν κλπ. θα αποτελούν συν. Στο δεύτερο μέρος πάντως οι καταιγιστικοί ρυθμοί και εικόνες καταλαγιάζουν και δίνουν τη θέση τους στο δράμα και την παρακμή των ηρώων. Αν και το βιντεοκλιπάδικο στιλ επανέρχεται συχνά, ενώ η σχηματική σκηνογραφία (η αντίθεση πλούσιας Ν. Υόρκης και εξαθλιωμένου προάστιου εμφανίζεται κάθε λίγο) και η εντυπωσιακή (που για μένα αγγίζει τα όρια του κιτς) υπερ-σκηνοθεσία παραμένουν πανταχού παρούσες. 
Συνολικά λοιπόν η ταινία με κράτησε σαφώς, το δράμα της μάλλον με άγγιξε, αλλά ταυτόχρονα και οι αντιρήσεις μου για όλο αυτό το οπτικό πανηγύρι είναι αρκετές. Έχω συχνά εκφράσει την αντίθεσή μου σε όλη αυτή τη βιντεοκλιπάδικη αισθητική, που δυστυχώς σήμερα κυριαρχεί σε όλο και περισσότερα μπλογκμπάστερ, περιπέτειες, action movies και επιστημονικής φαντασίας κυρίως, που μοιάζει να απευθύνεται αποκλειστικά σε μη σκεπτόμενα δεκαπεντάχρονα, τα οποία σίγουρα θα εντυπωσιαστούν (και μάλλον εκεί απευθύνεται, αφού αυτό είναι το μεγάλο μέρος του κοινού, άρα από εκεί έρχονται τα φράγκα). Τουλάχιστον ο Luhrmann το κάνει αυτό σαν άποψη, παντρεύοντάς το μάλιστα με τον δικό του προσωπικό τρόπο με σαφώς σοβαρότερα θέματα. Οπότε, άν και δεν ενθουσιάζομαι πάντα, αναγνωρίζω το ιδιαίτερο στιλ και την άποψή του. Και το να έχει κανείς άποψη στο σημερινό Χόλιγουντ των λογιστών και του χρηματιστηρίου είναι, νομίζω, σημαντικό.

Πέμπτη, Μαΐου 30, 2013

ΠΕΡΙ ΙΤΑΛΙΚΩΝ ΔΙΑΖΥΓΙΩΝ

Στις αρχές της δεκαετίας του 60 ο σημαντικός ιταλός σκηνοθέτης Pietro Germi (1914-1974) γυρίζει δύο "δίδυμες" ταινίες, με παρόμοιο θέμα και προβληματισμό και την ίδια βασική ηθοποιό σε παρόμοιο ρόλο, την ιδιάιτερα σέξι και νεαρότατη τότε Στεφανία Σαντρέλι ως προκλητικό νυμφίδιο. Μόνο που το ντυμφίδιο αυτό είναι ουσιαστικά το απόλυτο θύμα... Θα ασχοληθούμε και με τις δύο. Προς το παρόν όμως ας δούμε την πρώτη χρονολογικά (και μάλλον γνωστότερη), το "Διαζύγιο α λα Ιταλικά" του 1961.
Ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι παίζει έναν πλούσιο ευγενή αργόσχολο σε μια μικρή πόλη της νότιας Ιταλίας. Παντρεμένος επί χρόνια, απόλυτα ευτυχής σε πρώτη ματιά, είναι στην πραγματικότητα δυστυχισμένος, αφού σιχαίνεται κυριολεκτικά τη γυναίκα του και ποθεί αφάνταστα τη νεαρή του ξαδέλφη, ανήλικη ακόμα. Την εποχή εκείνη όμως το διαζύγιο είναι απαγορευμένο στην Ιταλία. Ο μόνος τρόπος για να απαλλαγεί από τη σύζυγο και να εκπληρώσει τις βλέψεις του είναι να τη δολοφονήσει. Και μάλιστα με τρόπο ώστε να φανεί ότι εκείνη τον απατά. Τότε η δολοφονία για "ζητήματα τιμής" γίνεται σχεδόν νόμιμη και απόλυτα αποδεκτή ηθικά, οπότε θα τη γλυτώσει με ελάχιστη φυλακή και θα κερδίσει και την εκτίμηση των πολιτών, αφού έπραξε "όπως απαιτεί η τιμή του". Αρχίζει λοιπόν να καταστρώνει τα καταχθόνια σχέδιά του.
Η ταινία, με το σχετικά μαύρο χιούμορ και το μάλλον ανάλαφρο στιλ της, είναι στην πραγματικότητα μια ανελέητη σάτιρα τόσο των ιταλικών νόμων (της εποχής) όσο και των αντίστοιχων ηθών. Ο ήρωας είναι ένας άθλιος, κακός χαρακτήρας και, πάνω απ' όλα, ύπουλος και απόλυτα υποκριτής. Αυτή η υποκρισία, που χαρακτηρίζει άλλωστε και ολόκληρη αυτή την κοινωνία, είναι, νομίζω, το στοιχείο που κυριαρχεί. Άψογος οικογενειάρχης, με απόλυτα καθως πρέπει συμπεριφορά, τακτικότατος στην εκκλησία και όλα τα σχετικά, καταστρώνει κρυφά σχέδια δολοφονίας μιας απόλυτα αθώας γυναίκας και αποπλάνησης μιας παιδούλας... Νομίζω ότι δεν θα μπορούσε να είναι πιο εύγλωττη και σαφής η πρόθεση του Τζέρμι...
Στο μεταξύ το αστείο είναι ότι ο άθλιος αυτός υποκριτής δείχνεται συμπαθητικά στο θεατή χάρη στο χιούμορ, μας κάνει σχεδόν να ταυτιζόμαστε μαζί του και να θελουμε να πετύχει τους δολερούς σκοπούς του. Από την άλλη όμως, η μικρή ανατροπή της τελευταίας σκηνής δείχνει καθαρά με ποιον είναι ο σκηνοθέτης και ποιος θα γελάσει τελευταίος. Στο μεταξύ η καυστικότατη σάτιρα ενός βάρβαρου και ηλίθιου συστήματος αξιών, βασισμένου στη φαλλοκρατία και την έννοια της "τιμής" είναι κάτι παραπάνω από οξεία. Το χτύπημα όμως αυτών των "αξιών" θα κορυφωθεί στην επόμενη ταινία του Τζέρμι, το "Ατιμασμένη και Εγκαταλειμένη", για την οποία θα μιλήσουμε σε προσεχές σημείωμα.
Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί βέβαια αν όλο το οικοδόμημα του φιλμ καταρέει αφού, απλούστατα, τα διαζύγια σήμερα είναι ελεύθερα, άρα δεν υφίστανται οι συνθήκες που αναγκάζουν τον ήρωα να καταφύγει στα διεστραμένα του σχέδια. Κι ομως! Η ταινία βλέπεται κατά τη γνώμη μου πολύ ευχάριστα μέχρι σήμερα. Λογικό, αφού μιλάμε για κλασικό φιλμ, ένα από τα εμβληματικά της περίφημης και αξεπέραστης σχολής της ιταλικής κοινωνικής κωμωδίας, που άνθησε από τη δεκαετία του 50 μέχρι αυτή του 70. Άλλωστε δεν βρίσκεται μόνο ο νόμος στο στόχαστρο. Βρίσκεται, όπως είπαμε, και μια ολόκληρη πέρα για πέρα υποκριτική κοινωνία, που κάτω από την απόλυτα λουστραρισμένη της επιφάνεια κρύβει απίστευτο βόρβορο, ανεκπλήρωτα πάθη και σκοτεινές επιθυμίες!

Τρίτη, Μαΐου 28, 2013

"SHADOW DANCER" Ή ΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ ΤΗς ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

To "Shadow Dancer" (Ο Χορός των Κατασκόπων" στα ελληνικά) είναι μια αγγλο-ιρλανδική ταινία που γύρισε ο James Marsh το 2012 και καταπιάνεται με το ευαίσθητο και αμφιλεγόμενο θέμα της τρομοκρατίας. Αυτής του IRA στη Βόρεια Ιρλανδία συγκεκριμένα. Μην περιμένετε όμως δράση, κυνηγητά, ανατροπές (αν και υπάρχουν κάποιες τέτοιες) και ντιζαϊνάτους υπερπράκτορες. Καμία σχέση. Πρόκειται για ένα χαμηλότονο φιλμ, έντονα ρεαλιστικό, που ενδιαφέρεται για τις επιπτώσεις της τρομοκρατίας στις καθημερινές ζωές των τρομοκρατών και των διωκτών τους. Αλλά είπαμε, πάνω απ' όλα κυριαρχεί ο τόσο χαρακτηριστικός βρετανικός ρεαλισμός.
 Μια νεαρή ανύπαντρη μητέρα μέλος του ΙΡΑ - και ολόκληρη η οικογένειά της είναι μέλη του - αναλαμβάνει να κουβαλήσει μια βόμβα στο μετρό. Όταν συλλαμβάνεται αναγκάζεται να κάνει μια μυστική συμφωνία (εκβιάζεται ουσιαστικά), ώστε να γίνει το καρφί της οργάνωσης στην αντιτρομοκρατική. Από εκεί και πέρα η καθημερινή της ζωή θα αλλάξει και η ίδια θα βυθιστεί σε ένα όλο και πιο αγχωτικό αδιέξοδο.
Βρήκα την ταινία πολύ ενδιαφέρουσα (δεν με ενοχλούν οι σχετικά αργοί ρυθμοί). Νομίζω ότι με το "low profile" ύφος της καταφέρνει να αγγίξει τον θεατή και να τον παρασύρει στην ψυχολογική καταβύθιση της ηρωίδας, αλλά και των δικών της και του κοινωνικού και φιλικού περίγυρού της γενικότερα. Επίσης η ταινία δείχνει με σαφή και ανάγλυφο τρόπο τη κυρίαρχη θέση του ΙΡΑ στην βοεριοϊρλανδική (τουλάχιστον) κοινωνία, πόσο καθημερινότητα αποτελεί για του ανθρώπους εκεί, πόσο οι απλοί άνθρωποι, οικογένειες ολόκληρες, εντάσσονται σ' αυτόν. Καμιά σχέση με οργανώσες σαν τη 17Ν ας πούμε, η οποία αποτελείτο από μια συγκεκριμένη, κλειστή ομάδα. Εδώ έχουμε μια πλήρη διάχυση στην κοινωνία. Οποιοσδήποτε απλός άνθρωπος μπορεί να είναι μέλος. Κάτι σαν τη σχέση της Μαφίας με το λαό στη Νότια Ιταλία, αν και προφανώς μιλάμε για παντελώς διαφορετικά πράγματα, με παντελώς διαφορετικούς σκοπούς και ιδεολογία. Ταυτόχρονα το φιλμ αποτυπώνει την χαρακτηριστική ιρλανδική καθημερινότητα των κατώτερων τάξεων με τρόπο που θυμίζει τα αντίστοιχα φιλμ του Λόουτς. Η ταινία δεν παίρνει θέση υπέρ των ιρλανδών επαναστατών ή των εγγλέζων διωκτών τους. Αυτό που την ενδιαφερει νομίζω είναι η κατάδειξη του αδιεξόδου στο οποίο οδηγεί η βία, και μάλιστα και στις δύο πλευρές. Η προσωπική ζωή των ηρώων (τρομοκρατών και διωκτών) είναι ουσιαστικά εξαφανισμένη. Το μεταξύ τους κυνήγι αποτελεί τρόπο ζωής. Οι ίντριγγες γίνονται όλο και πιο πολύπλοκες, κανείς πια δεν ξέρει ποιος είναι ποιος και για ποιον πραγματικά δουλεύει. Το ίδιο βαρύ κλίμα, οι ίδιες εσωτερικές διαμάχες (που φτάνουν μέχρι την εκτέλεση) και ίδια τα κρυμένα μυστικά μοιάζουν να βαρύνουν εξ ίσου τα εσωτερικά μέτωπα των δύο αντιπάλων, που τελικά φαίνεται στο βάθος (σαν γενικότερη κατάσταση και "στράτευση" εννοώ) να μοιάζουν όλο και περισσότερο. Από την άλλη, η ανάμειξη συγγενών, φίλων και της ίδιας της οικογένειας κάνει ίσως την κατάσταση περισσότερο αφόρητη για τους οπαδούς της βορειοϊρλανδικής ανεξαρτησίας.
Τελειώνοντας θα προειδοποιήσω και πάλι: Είναι σχετικά αργή, με χαρακτηριστικά μουντή και απρόσωπη ατμόσφαιρα. Οπότε αν είστε έτοιμος για κατασκοπικές περιπέτειες, ξεχάστε το. Εδώ τα πράγματα λειτουργούν πολύ βαθύτερα και υποχθόνια.
ΥΓ: Μου άρεσε το ότι μια ερωτική ιστορία που πάει να δημιουργηθεί ανάμεσα στον μπάτσο και την κοπέλα, μένει κυριολεκτικά στα σπάργανα. Η ταινία, με τον προαναφερθέντα ρεαλισμό που τη διακρίνει, μοιάζει να ξέρει πολύ καλά πόσο αδύνατο είναι κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα.

Κυριακή, Μαΐου 26, 2013

DIMENSIONS : ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ, ΤΑΙΝΙΑ ΕΠΟΧΗς ΚΑΙ... ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Τι θα λέγατε αν ο Τζέιμς Άιβορι, δίχως φυσικά να αλλάξει καθόλου στιλ, γύριζε μια ταινία... επιστημονικής φαντασίας; Κι όμως, κάτι τέτοιο συμβαίνει με το "Dimensions". Το οποίο δεν γύρισε βέβαια ο Άιβορι, αλλά ο πρωτοεμφανιζόμενος Sloan U'Ren το 2011 στην Αγγλία, αλλά διαθέτει όλη την προσεγμένη ατμόσφαιρα εποχής των ταινιών του και αυτή την χαρακτηριστική "βρετανικότητα" που διαθέτουν οι ταινίες εποχής της χώρας αυτής.
Ένας νεαρός ιδιοφυής φοιτητής του Κέμπριτζ αρνείται να ενηλικιωθεί και να μπει στην κοινωνία εξ αιτίας ενός παιδικού τραύματος και ενός χαμένου παιδικού έρωτα. Αυτό στο οποίο δίνεται με όλες του τις δυνάμεις, σα να μη υπάρχει κόσμος γύρω του, είναι να φτιάξει μια χρονομηχανή ώστε να γυρίσει πίσω και να διορθώσει όσα συνέβησαν τότε. Βοηθός του ένας άλλος νέος, παιδικός φίλος, αλλά όχι τόσο ιδιοφυής όσο ο πρώτος, ο οποίος παρευρισκόταν επίσης σ' εκείνη την παλιά τραγική ιστορία. Κάποια στιγμή ο νεαρός θα τα καταφέρει και οι "πολυπλοκότητες" ξεκινάν.
Σίγουρα πρόκειται για ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη προσπάθεια. Γυρισμένη όντως στο Κέμπριτζ, η ταινία αναπαριστά άψογα την εποχή (βρισκόμαστε κάπου στη δεκαετία του 20) και την ατμόσφαιρά της. Τοπία, κοστούμια, ηθοποιίες, προσοχή σε λεπτομέρειες, όλα παραπέμπουν στο γνώριμο κλίμα των αψεγάδιαστων παραγωγών εποχής του BBC, των παραγωγών που οι Άγγλοι ξέρουν να κάνουν τόσο καλά και πειστικά. Η ιστορία φυσικά διαφέρει από τις ταινίες αυτές. Παρά το σαφές στοιχείο επιστημονικής φαντασίας ωστόσο, το φιλμ πλημμυρίζει από ρομαντισμό: Ο απόλυτος, μοναδικός έρωτας είναι η ιδέα γύρω από την οποία περιστρέφονται ολα - και η έμμονη ιδέα του ήρωα. Εκεί αφιερώνει τη ζωή του. Από την άλλη, αρνούμενος ουσιαστικά να ενηλικιωθεί, πασχίζει να ξαναβρεί την χαμένη υπέροχη παιδική του ηλικία, την αθωότητα, τη ξενοιασιά του παιχνιδιού - ή μάλλον, θα λέγαμε, να μην απομακρυνθεί ποτε από αυτά. Όλα αυτά δίνονται με τον πρέποντα τρόπο και με ιδιαίτερη κομψότητα, ώστε το όλο σκηνικό να είναι ταιριαστό με τις ιδέες που εκφράζονται.
Φυσικά ο παράδοξος αυτός συνδυασμός μπορεί να ξενίσει αρκετούς φίλους της επιστημονικής φαντασίας. Σπάνια έχουμε δει μια τόσο ρομαντική ταινία του είδους. Αυτό βέβαια είναι απόλυτα κατανοητό. Ίσως κάποιος να μην αντέχει - ή να μη πιστεύει σε - τόσο ρομαντισμό. Ωστόσο η όλη παραγωγή και η πειστική ατμόσφαιρα, καθώς και το μυστήριο που περιβάλλει, στην αρχή τουλάχιστον, την όλη ιστορία, είναι σίγουρα αξιοπρόσεκτα.
Τελικά η ταινία αφήνει στο θεατή μια μάλλον γλυκιά γεύση, μια συγκίνηση, καθώς και ένα είδος αποδοχής και συμφιλίωσης με κάποια πράγματα που είναι αιώνια και δεν αλλάζουν ποτέ. Ίσως λοιπόν κάποιοι να χαρακτηρίσουν το αποτέλεσμα "ξενέρωτο" ή κάτι τέτοιο, ενώ άλλοι θα γοητευτούν απ' αυτό. Σίγουρα όμως πρόκειται για μια ασυνήθιστα καλογυρισμένη ταινία, με σήμα κατατεθέν την πρωτοτυπία που αναφέραμε στην αρχή. Γι' αυτό και, τελικά, αξίζει νομίζω τον κόπο.
ΥΓ: Ο Sloan U'Ren είναι παραδόξως αμερικανός, το φιλμ όμως μια απόλυτα βρετανική παραγωγή.

Σάββατο, Μαΐου 25, 2013

ΟΤΑΝ ΔΥΟ ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΣΥΝΑΝΤΙΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΤΡΕΝΟ, Ο ΧΙΤΣΚΟΚ ΜΕΓΑΛΟΥΡΓΕΙ

Πέρα απο τις επίσημες λίστες ειδημόνων ή απλού κοινού, κάθε θεατής (ακροατής, αναγνώστης κλπ.) έχει τις δικές του καθαρά προσωπικές προτιμήσεις, οι οποίες ίσως να μην ταυτιζονται με τις παραπάνω λίστες. Για μένα λοιπόν μια από τις πιο αγαπημένες ταινίες του Alfred Hitchcock (1899-1980) παραμένει "Ο Άγνωστος του Εξπρές" (Strangers on a Train) του 1951. Μια απο τις πλέον αξέχαστες εμφανίσεις στην οθόνη της έννοιας του ψυχοπαθούς δολοφόνου (πριν από το εμβληματικό "Ψυχώ" φυσικά) και μια συγκλονιστική μελέτη στο θέμα της ακούσιας εμπλοκής σε κάτι στο οποίο καθόλου δεν θα ήθελες να εμπλακείς (σε έναν εφιάλτη για την ακρίβεια).
 Ένας διάσημος τενίστας είναι ερωτευμένος με μια γυναίκα, η μέγαιρα όμως πρώην σύζυγός του αρνείται να του δώσει διαζύγιο, εκβιάζοντάς τον μάλιστα. Σε ένα τρένο συναντιέται τυχαία με έναν πλούσιο άγνωστο, ο οποίος, λίγο - πολύ, του προτείνει να "ανταλλάξουν φόνους": Εκείνος θα σκοτώσει την φριχτή σύζυγο και ο ήρωας θα σκοτώσει τον ζάπλουτο πατέρα του τύπου, ο οποίος τον έχει σχεδόν αποκληρώσει. Όταν ο άγνωστος γίνεται ιδιαίτερα φορτικός, ο τενίστας θα πει ένα "ΟΚ, ΟΚ" για να τον ξεφορτωθεί. Πολύ σύντομα όμως θα διαπιστώσει ότι ο άλλος πήρε τα πάντα πολύ σοβαρά και εκτέλεσε το δικό του μέρος της "συμφωνίας". Τώρα είναι σειρά του ήρωά μας να πράξει το δικό του χρέος...
Πάνω σ' αυτή την παρανοϊκή πλοκή (βασισμένη σε μυθιστόρημα της Πατριτσια Χάισμιθ), ο Χίτσκοκ στήνει ένα όργιο σασπένς και ευρηματικών σκηνοθετικών μεθόδων, ενώ ταυτόχρονα - ενώ η κατάσταση παει να ξεφύγει από τον έλεγχο και το αίμα του θεατή παγώνει - διατηρεί και αρκετά χιουμοριστικά στοιχεία! Στο μεταξύ, με κάθε σχεδόν πλάνο, το σασπένς γίνεται όλο και πιο έντονο και η καταβύθιση του ήρωα σε έναν εφιάλτη από τον οποίο δεν ξέρει πώς να ξεφύγει όλο και πιο έντονη.
Την παράσταση κλέβει ο άγνωστος σχετικά Robert Walker (πέθανε νεότατος, στα 33 του), στο ρόλο του κακομαθημένου, γοητευτικού ψυχοπαθούς. Σημειωτέον ότι η έννοια του "γοητευτικού ψυχοπαθούς" κάνει μία από τις πρώτες της εμφανίσεις στην οθόνη (ο τραγικός ήρωας του "Μ", για παράδειγμα, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί γοητευτικός). Ίσως σήμερα να τη γνωρίζουμε περισσότερο με φιγούρες σαν αυτή του Χάνιμπαλ Λέκτορ, οι οποίες όμως εμφανίστηκαν τρεις - τέσσερεις δεκαετίες μετά... Όσο για τη σκηνοθεσία... τι να πει κανείς. Η σκηνή του φόνου της συζύγου, ειδωμένη μέσα από την πλέον απροσδόκητη γωνία ή η σκηνή του ανεξέλεγκτου καρουσέλ νομίζω ότι μένουν αξέχαστες. Όπως αξέχαστο - για μένα τουλάχιστον - παραμένει το όλο σκοτεινό κλίμα της ταινίας. Ίσως να είναι το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής δεν εμπλέκεται απλώς άθελά του σε έναν εφιάλτη, όπως προείπαμε, αλλά του φορτώνεται και ένα είδος "υποχρέωσης": Ότι κι αυτός πρέπει να ξεπληρώσει ένα χρέος. Και υπάρχει βέβαια και ένα πραγματικά σαρδόνιο και ανατρεπτικό κλείσιμο του ματιού του μεγάλου σκηνοθέτη: Το κακό παραμένει αναμφισβήτητα κακό. Ναι. Όμως η λύτρωση του "αθώου" ήρωα βασίζεται τελικά ακριβώς πάνω σ' αυτό το κακό. Δίχως αυτό θα παρέμενε παγιδευμένος και δυστυχισμένος σ' όλη του τη ζωή. Και, επι πλέον, ο ίδιος αρνείται βεβαίως να διαπράξει το κακό, πλην όμως είναι κάτι που πραγματικά ποθεί μέσα του, κάτι θα τον ανακούφιζε αν το έκανε. Ποθεί το κακό λοιπόν, όλη του η ευτυχία βασίζεται σ' αυτό, η ηθική του όμως τον εμποδίζει να το διαπράξει (και καλά κάνει, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Το θέμα είναι ότι το κακό μπορεί να είναι απόλυτα λυτρωτικό, όπως μας λέει ο δαιμόνιος δημιουργός). Για σκεφτείτε αυτή την πλευρά, αφού δείτε το φιλμ...
Σας είπα ότι προκειται για προσωπική γνώμη, την οποία δεν είστε φυσικά υποχρεωμένοι να συμμεριστείτε, αλλά για μένα ο "Άγνωστος..." είναι όχι μόνο μία από τις καλύτερες ταινίες του Χίτσκοκ, αλλά και μία από τις αγαπημένες μου γενικότερα στην ιστορία του σινεμά.