Τρίτη, Φεβρουαρίου 26, 2013

ΣΤΟΝ ΑΠΛΟΪΚΟ (ΕΠΙΕΙΚΩΣ) ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ KRULL

O Peter Yates (1929-2011) υπήρξε ένας σκηνοθέτης ικανός για το καλύτερο και το χειρότερο. Έχει φτιάξει αξιόλογες ταινίες και άλλες που στην καλύτερη περίπτωση είναι μέτριες. Στη δεύτερη κατηγορία φοβάμαι ότι ανήκει το "Krull" του 1983.
Ουσιαστικά πρόκειται για ταινία που ανήκει στο χώρο του fantasy. Τυπικά όμως θα λέγαμε ότι πρόκειται για επιστημονική φαντασία, αφού οι κακοί εισβολείς είναι εξωγήινοι και έχουν έρθει με σκάφος στον κόσμο του Krull. Μέχρις εκεί όμως με την επιστημονική φαντασία. Σε όλα τα υπόλοιπα έχουμε να κάνουμε με σπαθιά, απόλυτα μεσαιωνική κατάσταση πολιτισμού, πύργους, μάγους και μαγείες, προφητείες... Όλο το κλασικό οπλοστάσιο της fantasy με λίγα λόγια. Ο καλός πρίγκηπας αναζητά την αγαπημένη του πριγκίπισα που ο κακός, τερατώδης αρχηγός των εισβολέων κρατά αιχμάλωτη και θέλει να την παντρευτεί. Τόσο πρωτότυπο.
Αλλά το πρόβλημά μου δεν βρίσκεται στο χιλιοειπωμένο στορι. Βρίσκεται στον τρόπο που είναι αυτό δοσμένο. Σπάνια έχω δει τόσο βαρετή και απόλυτα προβλέψιμη σειρά γεγονότων, σπάνια έχω δει τόσες αφέλειες μαζεμένες και σπάνια τόσο ξενέρωτο πρωταγωνιστή. Εδώ οφείλουμε να γελάσουμε: Ο ήρωάς μας, γενναίος πρίγκηπας προφανώς, είναι πάντοτε τόσο ατσαλάκωτος, με τόσο τέλειο, καλοχτενισμένο μαλλάκι και άψογα ξυρισμένο μουσάκι (όσες κακουχίες και αν υφίσταται) και έχει μονίμως ένα τόσο ηλίθιο χαμόγελο, που μόνο αληθινό γέλιο μπορεί να προκαλέσει. Όσο για τους εξωγήινους... τι να πω... κινούνται πιο αργά και από τα πλέον αργοκίνητα ζόμπι, πυροβολούν εξ ίσου αργά και, προφανώς, όταν πρόκειται για τους καλούς πρωταγωνιστές τουλάχιστον, είναι μονίμως άστοχοι. Η γελοιότητα του όλου πράγματος κορυφώνεται στην ανεκδιήγητη τελική επίθεση των "καλών" στο σκάφος των εισβολέων. Είναι σαφές ότι οι τελευταίοι θα μπορούσαν με τον απλούστερο τρόπο να τους τσακίσουν. Ωστόσο ανοίγουν ηλιθιωδώς τις πόρτες του σκάφους, πυροβολούν, όπως είπαμε, ελάχιστα και άστοχα, κινούνται όσο πιο αργά μπορούν και γενικά κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να διευκολύνουν τους επιτιθέμενους καλούς. Θα μπορούσα να πω κι άλλα ακόμα αστεία, αλλά νομίζω ότι δεν αξίζει ιδιαίτερα τον κόπο.
Στα συν το πραγματικά πρωτότυπο από άποψη ντιζάιν σκάφος των εξωγήινων, τόσο εξωτερικά (μοιάζει με έναν ακανόνιστο, πελώριο βράχο) όσο και εσωτερικά, με τις δαιδαλώδεις στοές και τα σαν μάτια ανοίγματα να θυμίζουν πίνακες σουρεαλιστών. Άντε να βάλουμε στα θετικά και το ότι πολλοί από την παρέα των "καλών" σκοτώνονται, οπότε τουλάχιστον δεν βγαίνουν όλοι αλώβητοι. Φοβάμαι όμως ότι αυτά δεν είναι ικανά να κάνουν υποφερτή την ταινία.
Τελειώνοντας θα το ξαναπώ για άλλη μια φορά: Το φανταστικό μπορεί, προφανώς, να βασίζεται σε αυθαίρετες παραδοχές, από τη στιγμή όμως που θα κάνεις ξεκάθαρες τις παραδοχές αυτές, οφείλει να διαθέτει έναν εσωτερικό ρεαλισμό. Είναι δικαίωμά σου να δηλώσεις ότι "πετάει ο γάιδαρος". Από εκεί και πέρα όμως πρέπει να υπάρχει απόλυτη συνέπεια. Να πετάει μέχρι τέλους και με όποιες συνέπειες έχει αυτό και όχι, μετά από λίγο, να τον βλέπουμε να βόσκει στο λιβάδι δίχως φτερούγες...
ΥΓ: Αν προσέξετε θα δείτε σε μικρό ρόλο τον άγνωστο τότε Λίαμ Νίσον. Τι κάνει ο άνθρωπος για να ζήσει...

Σάββατο, Φεβρουαρίου 23, 2013

ΤΡΑΓΟΥΔΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ "ΑΘΛΙΟΥΣ"

Είναι ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία όλων των εποχών. Έχει μεταφερθεί με επιτυχία στην οθόνη κάμποσες φορές. Μετατράπηκε σε θεατρικό μιούζικαλ με επίσης τεράστια επιτυχία. Ήταν λοιπόν αναμενόμενο η σούπερ πετυχημένη μιούζικαλ εκδοχή του να γίνει ταινία. Μιλάμε βέβαια για τους "Άθλιους" (Les Miserables) του Βικτόρ Ουγκό και για το ομώνυμο φιλμ που γύρισε το 2012 ο Tom Hooper, δημιουργός του επίσης πετυχημένου "Λόγου του Βασιλιά".
 Οφείλω να ομολογήσω ότι σαν παραγωγή η ταινία είναι άψογη. Αρκετά εντυπωσιακή σκηνοθεσία, γρήγορες και θεαματικές κινήσεις της κάμερας, πολύ καλές ερμηνείες (και τραγουδιστικές), εγγυημένη συγκίνηση (λόγω της γνωστής πλοκής βέβαια), αρκετές στιγμές με ένταση. Ωστόσο συνολικά με κούρσαε αρκετά. Δεν είναι μόνο η μεγάλη διάρκεια (158 λεπτά). Προσωπικά το βρίσκω μάλλον παρωχημένο σαν είδος μιούζικαλ (σημειωτέον, δεν έχω τίποτα εναντίον των μιούζικαλ, ίσα - ίσα που μου αρέσουν πολλά, τόσο κλασικά (π.χ. "Singing in the Rain"), όσο και καινούρια (π.χ. "Chicago"). Με κουράζει όμως το συγκεκριμένο είδος, που δεν διαθέτει σχεδόν καθόλου πρόζα αλλά μόνο τραγούδι. Όχι όμως αυτό από μόνο του. Είναι αυτό το είδος στο οποίο η δράση διακόπτεται κάθε λίγο για να τραγουδήσει σόλο ο κάθε πρωταγωνιστής, εδώ μάλιστα σε στατικά κοντινά πλάνα. Έτσι ο ρυθμός - κατά την προσωπική μου γνώμη πάντοτε - σπάει, η αγωνία χαλαρώνει. Οι ερμηνείες αυτών των (αρκετών) σόλο τραγουδιών είναι βέβαια εξαιρετικές, αυτό όμως προσωπικά δεν μου αρκεί ώστε να μην περιμένω το πότε θα τελειώσει το εκάστοτε σόλο και να συνεχιστεί η πλοκή. Αν προσθέσετε σ' αυτά και το ότι η μουσική δεν με συγκίνησε ιδιαίτερα στο σύνολό της, τα πράγματα χειροτερεύουν. Και φυσικά "λιγώθηκα" πραγματικά από το αφόρητα χριστιανικό, δακρύβρεκτο φινάλε. Υπάρχει επί πλέον και το γεγονός της τραβηγμένης για τα σημερινά δεδομένα αφήγησης, που πολύ συχνά αγγίζει το μελό ή το πομπώδες. Αλλά αυτό ίσως να μπορούμε να το συγχωρήσουμε, αποδίδοντάς στον Ουγκό και την εποχή που γράφτηκε το βιβλίο. Ωστόσο και σκηνοθετικά θα μπορούσε μάλλον να αποφευχθεί.
Συνολικά πάντως βρήκα αρκετές κοιλιές και θεωρώ το τελικό αποτέλεσμα άνισο. Μένουν βέβαια τα σημαντικά νοήματα: Η απόλυτη καταδίκη της κοινωνικής αδικίας, η οποία αδικία στο συγκεκριμένο έργο μάλιστα υποστηρίζεται απόλυτα από τον νόμο, η εφιαλτική για τα σημερινά δεδομένα (ακόμα κι αυτά της κρίσης) σκιαγράφηση μιας πέρα για πέρα άνισης και σκληρής κοινωνίας, με μεγάλες μάζες να φυτοζωούν κυριολεκτικά κάτω από άθλιες συνθήκες διαβίωσης, η θετική ματιά στους επαναστάτες (και ρομαντικούς ταυτόχρονα), οι ιδιαίτεροι χαρακτήρες τόσο του Γιάννη Αγιάννη, αλλά κυρίως του αμείλικτου διώκτη του Ιαβέρη, η κατάδειξη των κοινωνικών αγώνων για αλλαγή κλπ. Αυτά όλα όμως οφείλουν να αποδοθούν στον Ουγκό και όχι στη συγκεκριμένη κινηματογραφική εκδοχή του έργου του.
Συμπερασματικά λοιπόν το φιλμ μάλλον με απογοήτευσε, παρά τις επιμέρους αρετές του και παρά την εντυπωσιακή, άψογη θα έλεγα παραγωγή. Ίσως όμως αν είστε λάτρης του συγκεκριμένου είδους θεατρικού μιούζικαλ ή της μουσικής του έργου να μην συμμεριστείτε τη γνώμη μου.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 20, 2013

"ΜΑΚΑΡΟΝΙΑ" ΚΑΙ ΣΥΜΠΑΘΕΙΑ

Το 1985 ο Ettore Scola, από τους σημαντικούς ιταλούς δημιουργούς, γυρίζει το "Macaroni" (Maccheroni στα ιταλικά),  μια ταινία που μιλά για τους Ιταλούς, τους Ναπολιτάνους συγκεκριμένα, και τη σχέση του τρόπου ζωής τους μ' αυτόν των αμερικάνων. Χρησιμοποιεί μάλιστα δύο μεσήλικες πλέον μεγάλους ηθοποιούς: Τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και τον Τζακ Λέμον.
Ο δεύτερος είναι ένας πετυχημένος επαγγελματικά αμερικάνος, πρόεδρος στο συμβούλιο μεγάλης αεροπορικής εταιρίας, που φτάνει στην Ιταλία για μπίζνες. Είχε να πατήσει εκεί από τον πόλεμο, όπου ήταν φαντάρος. Ένας τυπικός ιταλός αρχίζει να τον πολιορκεί, λέγοντας ότι είναι ο κολλητός του φίλος από αυτήν την παλιά εποχή, αδελφός συγκεκριμένα της ιταλίδας κοπέλας με την οποία τα είχε ο ήρωάς μας στον πόλεμο. Στην αρχή ο αμερικάνος θα τον υποδεχτεί ψυχρά, θα τον διώξει για την ακρίβεια, στη συνέχεια όμως η σχέση τους θα αλλάξει, περνώντας από πολλά στάδια.
Στόχος του Σκόλα, βέβαια, είναι να καταδείξει τη διαφορά του τρόπου ζωής των "καθυστερημένων" ιταλών (νότιων γενικότερα) και των "πλούσιων" αμερικάνων (βόρειων γενικότερα). Φυσικά τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως φαίνονται. Ο πετυχημένος αμερικάνος στην πραγματικότητα νοιώθει μοναξιά, ανία, η ζωή του είναι κενή, οι σχέσεις του με την οικογένεια διαλυμένες. Αντίθετα ο φτωχός ιταλός είναι πέρα για πέρα εξωστρεφής, διαθέτει πλούσιο συναισθηματικό κόσμο, έχει φίλους παντού, οικογένεια κλπ. Ταυτόχρονα βέβαια δείχνεται και η άλλη πλευρά της ιταλικής καθημερινότητας, η τάση για κομπίνα, το γενικότερο μπάχαλο μιας χώρας που σε αρκετά σημεία μοιάζει με τη δικιά μας. Το θέμα είναι ότι όλα αυτά δίνονται μάλλον απλοϊκά, οι δύο βασικοί χαρακτήρες είναι πολύ κομένοι και ραμένοι σύμφωνα με την γενικότερη, τυπική εικόνα που έχουμε για τον "φτωχό πλην όμως χαρούμενο" νότιο και τον "πλούσιο πλην όμως κατά βάθος δυστυχή" αμερικάνο. Οι χαρακτήρες είναι πολύ προβλέψιμοι, απόλυτα όμοιοι με τα στάνταρ που έχουμε όλοι στο μυαλό μας, οπότε φοβάμαι ότι γίνονται σχεδόν καρικατούρες... Στο μεταξύ έχουμε πάντως προλάβει να δούμε αρκετές γραφικές εικόνες της Νάπολι.
Κατά τα άλλα, όπως συμβαίνει στις τυπικές ιταλικές κωμωδίες, το χιούμορ εναλλάσεται με τη συγκίνηση, το κωμικό στοιχείο με το δραματικό και το τέλος (προβλέψιμο κι αυτό) είναι συγκινητικό (και δίνει χώρο και σε στοιχεία μαγικού ρεαλισμού). Γενικά το είδα μάλλον ευχάριστα - αν και η διάρκεια είναι κάπως μεγάλη - αλλά η απλοϊκότητά του παραμένει. Δεν το βρήκα κακό, δεν το θεωρώ όμως από τις πολύ καλές ταινίες του Σκόλα και σίγουρα δεν φτάνει, ας πούμε, την θαυμάσια "Ξεχωριστή Μέρα". Άλλωστε η ιδιόρυθμη ιταλική "δραματική κωμωδία", είδος με μακρά παράδοση από τη δεκαετία του 50 ήδη, βρίσκεται πια στο τέλος της κι αυτό εδώ είναι ένα από τα τελευταία, όχι πολύ σπουδαία δείγματά της. Δίχως πάντως να τη θεωρώ κακή ταινία, επαναλαμβάνω.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 19, 2013

Ο ΗΡΩΙΚΟΣ "ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟ ΣΙΔΕΡΟ"

Το 1977 ο πολωνός Andrzej Wajda είχε γυρίσει τον "Άνθρωπο από Μάρμαρο". Στα 1981 κάνει ένα σίκουελ του φιλμ αυτού, τον "Άνθρωπο από Σίδερο" (Czlowiek z zelaza), μια ταινία απόλυτα στρατευμένη και συναισθηματικά φορτισμένη. Προσωπικά η ταινία αυτή δεν μου αρέσει τόσο όσο οι παλιότερες του μεγάλου δημιουργού. Μπορώ ωστόσο να κατανοήσω το πώς και το γιατί ενός τόσο "ηρωικού" φιλμ.
Η ταινία παρακολουθεί τους αγώνες ενός εργάτη για την ανατροπή του καταπιεστικού κομουνιστικού καθεστώτος στην Πολωνία, τις σχέσεις με τον επίσης εργάτη πατέρα του, "ήρωα της εργατικής τάξης" παλιότερα, τον έρωτα του για μια κοπέλα. Κυρίως όμως τους αγώνες. Ταυτόχρονα παρακολουθεί την πορεία ενός αλκοολικού ρεπόρτερ, που στέλνεται από το καθεστώς να ρίξει λάσπη στους εργατικούς αγώνες στα ναυπηγεία του Γκντανσκ, πορεία που θα καταλήξει στην αμέριστη συμπάθεια του τελευταίου προς τους εξεγερμένους εργάτες.
Για να κατανοήσουμε όλα αυτά πρέπει απαραίτητα να γνωρίζουμε τι συνέβαινε στην εξαιρετικά ταραγμένη αυτή εποχή στη χώρα: Γύρω στο 1980 οι εργάτες των ναυπηγείων του Γκντανσκ, με επικεφαλής τον Λεχ Βαλέσα, εξεγείρονται ενάντια στο καθεστώς, διαδηλώνουν και τελικά καταλαμβάνουν τα ναυπηγεία, απαιτώντας καλύτερες συνθήκες δουλειάς, άνοδο του βιοτικού τους επιπέδου και περισότερες ελευθερίες. Μεταξύ των οποίων και θρησκευτικές, αφού τοσο ο ηγέτης όσο και πολλοί από τους εργάτες ήταν βαθιά καθολικοί. Φυσικά το καθεστώς τους κατηγορεί σαν αντιδραστικούς, αλλά η εξέγερση συνεχιζεται κάτω από την ομπρέλα του περίφημου συνδικάτου "Αλληλεγγύη". Ήταν από τις λίγες φορές που ένα καθεστώς "υπαρκτού σοσιαλισμού" ταρακουνήθηκε τόσο έντονα. Λίγο μετά την αρχική επιτυχία της εξέγερσης ωστόσο και τις ελπίδες που φούντωσαν, τα πάντα καταπνίγηκαν κάτω από τη δικτατορία του στρατηγού Γιαρουζέλσκι, που συνεχίστηκε μέχρι το 1989 και την πτώση του "υπαρκτού".
Ο Βάιντα υπήρξε προφανώς απόλυτα υπέρ της εξέγερσης και της αλλαγής (το είχε δείξει και από τον "Άνθρωπο από Μάρμαρο" άλλωστε). Γι' αυτό και η ταινία του είναι τόσο φορτισμένη, τόσο απόλυτα υπέρ των εργατών, τόσο εναντίον του καθεστώτος, οι εκπρόσωποι του οποίου παρουσιάζονται εντελώς αρνητικά. Εξ άλλου ο ίδιος ο Λεχ Βαλέσα εμφανίζεται στην ταινία είτε σε αληθινές σκηνές της εποχής είτε ώς... κουμπάρος του πρωταγωνιστικού ζεύγους, όταν αυτό παντρεύεται (σε εκκλησία φυσικά). Γενικά η ταινία περιλαμβάνει πολύ ντοκιμαντερίστικο υλικό, τόσο από την, σύγχρονη τότε και καυτή, εποχή της "Αλληλεγγύης", όσο και παλιότερο (όταν υπάρχουν φλας μπακ), από προηγούμενες εξεγέρσεις εργατών ή φοιτητών που καταπνίγηκαν από τα τανκς.
Σας είπα ότι δεν είμαι λάτρης της ταινίας. Τη βρίσκω πολύ ηρωική, πολύ "άσπρο - μαύρο" (όχι ότι δεν υπάρχει πολλή αλήθεια σ' αυτό, αλλά...). Ωστόσο, όπως έγραψα στην αρχή, μπορώ να κατανοήσω την τόση φόρτιση του δημιουργού της, το πάθος του, τον πόθο του για αλλαγή. Ο Βάιντα εμπλεκόταν ενεργά σε όλα αυτά και θα ήταν αδύνατο να απομακρυνθει κάπως συναισθηματικά. Θεωρώ λοιπόν ότι η αξία του φιλμ έγκειται κυρίως στο έντονο ντοκιμαντερίστικο στοιχείο, στην φορτισμένη δηλαδή καταγραφή μιας εξαιρετικά ταραγμένης εποχής, η οποία επέφερε μια από τις βαθύτερες ρωγμές στα κομουνιστικά καθεστώτα, τα οποία θα κατέρεαν 8-9 χρόνια μετά. Δείτε το λοιπόν οπωσδήποτε μόνο αν ενδιαφέρεστε για το θέμα από ιστορική άποψη. Κατά τη γνώμη μου πάντοτε.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 16, 2013

ΝΟ: ΟΤΑΝ Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΗΣ COCA COLA ΦΕΡΝΕΙ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ...

Υπάρχουν ταινίες που, πέραν της καθαρά κινηματογραφικής τους αξίας, η σπουδαιότητά τους έγκειται στα προβλήματα που θέτουν, στον βαθύ προβληματισμό του θεατή που προκαλούν. Για μένα τέτοια ταινία είναι το χιλιανό "Νο" του Pablo Larrain (2012). Γι' αυτό και θα γράψω σχετικά λίγα "κινηματογραφικά" και κυρίως θα επικεντρωθώ στα ερωτήματα και τους προβληματισμούς που μου προκάλεσε.
Το φιλμ βασίζεται σε αληθινά γεγονότα (δεν ξέρω βέβαια με πόση ακρίβεια αναφέρονται αυτά, αλλά το βασικό περίγραμμα είναι αληθινό). Ο αιμοσταγής δικτάτορας Πινοσέτ σφετερίστηκε την εξουσία στη Χιλή το 1973, εγκαθιδρύοντας μια από τις εφιαλτικότερες δικτατορίες του 20ού αιώνα. 15 χρόνια μετά, το 1988, το διεθνές κλίμα είχε αλλάξει. Οι Δυτικοί, ακόμα και οι ίδιοι οι αμερικάνοι που είχαν ουσιαστικά επιβάλλει τη δικτατορία, θέλουν πλέον επιστροφή στη δημοκρατία και την ομαλότητα ή, τέλος πάντων, επιζητούν τη νομιμοποίηση της δικτατορίας. Μετά από πιέσεις υποχρεώνουν τον τύρανο να προχωρήσει σε εκλογές, όπου ο κόσμος θα ψηφίσει απλά "Ναι" ή "Όχι", ανάλογα με το αν θέλει να διατηρηθεί το καθεστώς ή όχι. Αποστέλλονται διεθνείς παρατηρητές, οποτε οι εκλογές θα γίνουν τίμια. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο για τα δικά μας δεδομένα, ο λαός είναι διχασμένος. Επειδή η δικτατορία επιβλήθηκε σε περίοδο μεγάλης κρίσης της χώρας (σχεδόν πείνας), πολλοί φοβούνται ότι η δημοκρατία θα φέρει και πάλι την ανέχεια, τη φτώχια, την πείνα και, τέλος πάντων, έχουν βολευτεί ή/και πλουτίσει με το φασιστικό καθεστώς. Η χούντα θεωρεί ότι θα κερδίσει άνετα το δημοψήφισμα και δεν κάνει ιδιαίτερες προσπάθειες. Τότε η (κεντροαριστερή κυρίως) αντιπολίτευση προσλαμβάνει έναν ταλαντούχο νεαρό διαφημιστή και του αναθέτει την καμπάνια του "Νο". Αυτός, συγκρουόμενος ακόμα και με αριστερούς του δικού του στρατοπέδου, επιβάλλει μια καμπάνια στο ύφος ακριβώς των χαζοχαρούμενων διαφημιστικών της Coca Cola και καταφέρνει να ανατρέψει την κατάσταση.
Η ταινία χρησιμοποιεί μια σχεδόν ερασιτεχνική φωτογραφία, "καμένη" στα φωτεινά πλάνα, θυμίζοντας προϊόν φτηνής βιντεοκάμερας, και αποκτώντας έτσι ένα ντοκιμαντερίστικο στιλ, που μοιάζει με βιντεοταινίες της εποχής και υποστηρίζεται και από κάποιες αληθινές σκηνές της δικτατορικής περιόδου που υπάρχουν. Ταυτόχρονα παρακολουθεί και την προσωπική ζωή του ήρωα, που είναι χωρισμένος και ζει με τον μικρό γιο του.
Τα ερωτήματα που τίθενται είναι πάμπολλα. Η ταινία δεν δίνει απαντήσεις ούτε και εγώ έχω τέτοιες. Αρκεί όμως, νομίζω, ο προβληματισμός που τίθεται. Ειναι λοιπόν τόσο μεγάλη η δύναμη της διαφήμισης; Έχει ένα καλοσερβιρισμένο ψέμα πολύ μεγαλύτερη δύναμη από την ωμή αλήθεια; Ποιο είναι τελικά το πραγματικό πνευματικό επίπεδο του λαού (του κάθε λαού); Χρειάζεται τη "βοήθεια" ηλίθιων χαρούμενων εικόνων και πιασάρικων σλόγκαν για να αποφασίσει για κάτι τόσο σοβαρό όσο η ίδια η δημοκρατία και η απόριψη της δικτατορίας; Κι αν δεν υπάρχουν τέτοια "βοηθήματα", προτιμά μια καταπιεστική δικτατορία προκειμένου να έχει τις ανέσεις του (τις υλικές ανέσεις, εννοείται). Ή μήπως, βλέποντας τα πράγματα από τη μεριά του διαφημιστή, ακόμα και η χαζοχαρούμενη αισθητική της διαφήμισης καταναλωτικών προϊόντων μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματικό όπλο ενάντια στο σύστημα; Μπορούμε να στρέψουμε δηλαδή τα ίδια τα χαμηλού πνευματικού επιπέδου αποκυήματά του εναντίον του ίδιου του συστήματος που τα επινόησε; Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Έχουμε δηλαδή ηθικό δικαίωμα να χρησιμοποιούμε ηλίθια χαρωπά ψέματα και να αποκρύπτουμε τα βασανιστήρια, τα τανκς, τους λυσασμένους μπάτσους που χτυπούν διαδηλωτές, τις χιλιάδες των "εξαφανισμένων" (όλα αυτά είναι εικόνες που τρομάζουν, κατά τον ήρωα), προκειμένου να επιτύχουμε έναν καθ' όλα θετικό και σπουδαιότατο στόχο; Μπορεί η δημοκρατία να αντιμετωπιστεί ως "πώληση προϊόντος"; Έχουμε δικαίωμα να χειραγωγούμε έναν ολόκληρο λαό "για καλό σκοπό", για να τον οδηγήσουμε δηλαδή μέσα από παραπλανητικές μεθόδους στην ίδια του την ελευθερία; Τα ερωτήματα είναι πάμπολλα και οι απαντήσεις ανοιχτές. Στο ειρωνικό τέλος πάντως, ο πρωταγωνιστής θα συνεχισει την ένδοξη διαφημιστική του καριέρα προμοτάροντας, με τον ίδιο αποτελεσματικό τρόπο με αυτόν που προμόταρε τη δημοκρατία, μια ηλίθια σαπουνόπερα σε στιλ "Τόλμη και Γοητεία". Σαν η δημοκτρατία να αποτελεί ένα ακόμα προϊόν στην αλυσίδα των προϊόντων που έχει κατορθώσει να πουλήσει στην καριέρα του...
Προσωπικά τη βρήκα εξαιρετική και πολυεπίπεδη ταινία, κυρίως, όπως είπα, χάρη στα πολύπλοκα ερωτήματα που θέτει. Οι απαντήσεις και οι τοποθετήσεις δικές σας. Εγώ πάντως δυσκολεύομαι να πάρω θέση σε όλα αυτά (και σε όσα άλλα εντοπίσετε εσείς).

Τρίτη, Φεβρουαρίου 12, 2013

ΟΔΗΓΟΣ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ... ΚΟΜΕΝΤΙ

Ο David O. Russell αποτελεί μια ιδιόρυθμη περίπτωση αμερικανού σκηνοθέτη: Ενώ οι περισσότερες ταινίες του ανήκουν στο ίσως πιο τετριμένο και βαρετό είδος, αυτό της αισθηματικής κομεντί, καταφέρνει ωστόσο να τις κάνει ενδιαφέρουσες. Παραμένουν κομεντί βεβαίως, αλλά υπάρχουν σ' αυτές κάμποσες πρωτοτυπίες και άρνηση ορισμένων κλισέ (όχι όλων πάντως), ώστε δεν μπορούν να μπουν στο σωρό των αενάως επαναλαμβανόμενων δειγμάτων της που ξεχνάς μόλις απομακρυνθείς από το σινεμά, αφού "το έχεις ξαναδεί" άπειρες φορές. Ο "Οδηγός Αισιοδοξίας" του 2012 (Silver Lining Playbook ο πρωτότυπος τίτλος) δεν αποτελεί εξαίρεση.
Το βασικό ενδιαφέρον της ταινιας προκύπτει εξ αρχής από την επιλογή των δύο βασικών ηρώων, του κλασικού δηλαδή ζευγαριού της κομεντί: Ε, λοιπόν, εδώ έχουμε να κάνουμε με δύο ψυχικά διαταραγμένους τύπους. Εκείνος έχει βγει από ψυχιατρείο και επιστρέφει στους γονείς του, εκείνη δεν στέκει και πολύ καλά, είναι αντιφατική, έχει εκρήξεις οργής, πάθη. Η σχέση τους (καθόλου ερωτική αρχικά) θα περάσει από ακετά στάδια και ανατροπές. Αυτός ψάχνει εμμονικά τρόπο να τα ξαναφτιάξει με την πρώην γυναίκα του (την οποία το δκαστήριο του έχει απαγορεύσει να πλησιάσει καν), εκείνη έχει πρόσφατα χάσει τον άντρα της με απότομο, βίαιο τρόπο.
Ακούγονται όλα αυτά σαν δράμα; Κι όμως το φιλμ παραμένει κομεντί (όπως είπαμε άλλωστε) και μάλιστα βγάζει και αρκετό γέλιο σε μερικά σημεία. Είναι οι παράδοξες συμπεριφορές των ηρώων, η κυκλοθυμικότητά τους, είναι και ο ανεκδιήγητος πατέρας του ήρωα, μανιακός με το αμερικάνικο ποδόσφαιρο (περιττό να πω ότι ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο είναι απολαυστικότατος). Γενικά, πέραν της πλάκας, η εικόνα της περίφμης αμερικάνικης οικογένειας δεν είναι και τόσο απαστράπτουσα στο φιλμ αυτό. Μάλλον μια σκοτεινή πλευρά της (με αστείο βεβαίως τρόπο) καταγράφεται.
Στα συν οι πολύ καλές ερμηνείες όλων των ηθοποιών (τον Ντε Νίρο τον αναφέραμε, αλλά είναι και ο Μπράντλεϊ Κούπερ, είναι και η πάντα πολύ καλή Τζένιφερ Λόρενς, ειναι και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες που τους περιστοιχίζουν).
Όχι, δεν το θεωρώ καθόλου αριστούργημα, το είδα όμως πολύ ευχάριστα. Εξ άλλου κάθε φιλμ που, αν και κομεντί, ξεφεύγει κάπως από την αφόρητη βαρεμάρα και γλυκερότητα του είδους όπως έχει γίνει (καταντήσει μάλλον) σήμερα, είναι ευπρόσδεκτο. Όταν μάλιστα ένας δημιουργός εμμένει στο είδος αυτό, καταφέρνοντας όμως πάντα να κάνει ταινίες που ξεχωρίζουν αμέσως (κι ας έχουν προβλέψιμο τέλος), έ, τότε ο δημιουργός αυτός είναι σίγουρα αξιοπρόσεχτος. Και πρόκειται ήδη για την τρίτη του προσπάθεια στο είδος (ενώ εξ ίσου παράδοξη και ενδιαφέρουσα ήταν και μια περίπου πολεμική ταινία του, οι "Τρεις Ήρωες"). Θα τπαρακολουθήσω λοιπόν και τα επόμενα βήματά του.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 10, 2013

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΕ ΜΙΑ "BIG COUNTRY"

"Big Country" αποκαλούσαν περήφανοι τις αχανείς, σχεδόν απάτητες εκτάσεις της "Άγριας Δύσης" οι αμερικάνοι του 19ου αιώνα (την οποία φυσικά είχαν σφετεριστεί βίαια από τους αυτόχθονες ινδιάνους). Αυτή η "Big Country" πρωταγωνιστεί ουσιαστικά σε πολλά αμερικάνικα γουέστερν της εποχής της ακμής του είδους. Και είναι και ο τίτλος μιας σημαντικής ταινίας του 1958 (γουέστερν φυσικά) του μεγάλου χολιγουντιανού σκηνοθέτη William Wyler (1902-1981).
Ένας πλούσιος πρώην καπετάνιος αραβωνιάζεται μια εξ ίσου πλούσια (σε γη κυρίως) γόνο μεγαλοκτηματία του Φαρ Ουέστ και πάει να ζήσει εκεί μαζί της. Από την πρώτη στιγμή θεωρείται από τους άξεστους ντόπιους (καουμπόιδες κυρίως) ως "πολιτισμένος", μαλθακός, δειλός "λιμικοντόρος", που ήρθε από τις μεγάλες πόλεις της ανατολικής ακτής να διδάξει... καλούς τρόπους στην άγρια γη τους. Όλοι στοιχηματίζουν ότι δεν θα αντέξει στη σκληρή ζωή και θα φύγει γρήγορα. Η σύγκρουση μάλιστα επέρχεται νωρίς ακόμα και με τον πατέρα της μελλοντικής νύφης (η οποία, σημειωτέον, υιοθετεί και συμφωνεί με τους τρόπους του πατέρα της), έναν σκληρό συνταγματάρχη, που βρίσκεται σε βεντέτα με την οικογένεια (εξ ίσου σκληρή και άξεστη) γειτονικού μεγαλοκτηματία. Οι δυο οικογένειες ερίζουν για μια εύφορη και με νερό γη, η οποία βρίσκεται ανάμεσα στα κτήματά τους και ανήκει στην ορφανή δασκάλα του χωριού. Όπως αντιλαμβάνεστε, η βία δεν θα αργήσει να ξεσπάσει.
Ο Γουάιλερ πιάνει την Αμερική ακριβώς στο μεταίχμιο, στο σημείο της αλλαγής. Ο νόμος της βίας και των όπλων, η αυτοδικία, οι άγραφοι νόμοι που κυριαρχούσαν επί αιώνες στην απέραντη χώρα δέχονται την "εισβολή" του επίσημου νόμου, της τάξης, της δικαιοσύνης, του δυτικού πολιτισμού όπως τον ξέρουμε σήμερα (καλώς ή κακώς). Αυτό ακριβώς συμβολίζουν και οι δύο βασικοί πόλοι του φιλμ, ο "πολιτισμένος" εξ ανατολών καπετάνιος και οι βίαιοι και σκληροτράχηλοι άντρες της δύσης, που υπακούουν σε τυφλούς κώδικες τιμής, εμπλέκονται σε ατέρμονες βεντέτες και εκπροσωπούνται κυρίως από τον πατέρα της νύφης και τον σκληρό αρχιεπιστάτη του (αλλά ουσιαστικά και από όλον σχεδόν τον κοινωνικό περίγυρο της μικρής πόλης). Ο σκηνοθέτης σαφώς τάσσεται με το μέρος του πρώτου (άλλωστε αυτό που παρακολουθούμε βασικά είναι ο μοναχικός αγώνας του για αλλαγή και εξάλειψη της τυφλής βίας που κυριαρχεί), δίχως όμως να παραλείψει να σημειώσει και ένα είδος εσωτερικής τιμιότητας, μπέσας, που διαθέτουν οι άξεστοι δυτικοί.
Στο μεταξύ, και πέρα από τις αναλύσεις, παρακολουθούμε ένα χορταστικό γουέστερν, που καταγράφει εξαιρετικά κατά τη γνώμη μου τόσο τις σχέσεις των ηρώων (ερωτικές, συγγενικές, κοινωνικές, εξουσίας κλπ.) όσο και το αναπόφευκτο ξέσπασμα της βίας προς το τέλος. Μιας βίας της οποίας, με ειρωνικό τρόπο, καταλύτης είναι ο ίδιος ο βασικός ήρωας, παρά την επιθυμία του ακριβώς να την σταματήσει, η οποία όμως βία λειτουργεί ταυτόχρονα λυτρωτικά και καθαρτικά. Κάποια σημεία του φιλμ διαθέτουν και χιούμορ, το καστ είναι πολύ δυνατό (Γκρέγκορι Πεκ, Τσάρλτον Ίστον, Κάρολ Μπέικερ, Μπερλ Άιβς, Τζιν Σίμονς κλπ.), το απέραντο τοπίο - σήμα κατατεθέν των γουέστερν κυριαρχεί και όλα συνθέτουν ένα κλασικό φιλμ του είδους, το οποίο προσωπικά συνιστώ.
ΥΓ: Τώρα βέβαια, το κατά πόσο άλλαξε πραγματικά η Αμερική είναι θεμα προς συζήτηση με όσα βλέπουμε στις μέρες μας. Σίγουρα πάντως διατηρεί ακόμα κάμποσα από τα άγρια στοιχεία του παρελθόντος της. Ενός βίαιου, καθόλου αγγελικού παρελθόντος, που ταινίες σαν κι αυτή μας θυμίζουν και δείχνουν πού στηρίχτηκαν τα θεμέλια της και γιατί συμβαίνουν ακόμα όσα συμβαίνου στη χώρα. Ειδικά μάλιστα τέτοιες ταινίες έχουν ιδιαίτερη σημασία, αφού δεν υιοθετούν και ηρωοποιούν αυτό το σκληρό παρελθόν, όπως τα περισσότερα γουέστερν, αλλά στέκονται κριτικά απέναντί του, υπενθυμίζοντάς μας την ανάγκη να εξαλειφτεί μια για πάντα ένα σύστημα βασισμένο στην αυτοδικία και τον "τσαμπουκά".

Σάββατο, Φεβρουαρίου 09, 2013

ΣΚΛΗΡΗ ΚΑΙ ΤΡΥΦΕΡΗ ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ "PIETA"

Χρόνια είχαμε να δούμε στην Ελλάδα ταινία του κορεάτη Kim Ki-duk. Ενός δημιουργού που το έργο του - όπως και άλλων κορεατών ή γιαπωνέζων - κινείται με έναν παράδοξο για τους δυτικούς τρόπο ανάμεσα στην απόλυτη σκληρότητα και βία και την αφοπλιστικη τρυφερότητα. Η "Pieta" του 2012 δεν αποτελεί εξαίρεση.
Πριν από οτιδήποτε άλλο ο Κι-Ντουκ μας οδηγεί σε μια απίστευτη γειτονιά της Σεούλ, που απέχει πολλά μίλια από το κορεάτικο οικονομικό θαύμα, με τους ουρανοξύστες και τις ακμάζουσες επιχειρήσεις. Έναν λαβύρινθο από παράγκες, βρώμικα, γεμάτα σκουπίδια και πεταμένα παλιοσίδερα σοκάκια και άπειρα σκοτεινά μικρομάγαζα γεμάτα τόρνους, πριονοκορδέλες και άλλα μηχανήματα. Η ίδια η εικόνα της ταινίας είναι "βρώμικη", δίχως φτιασίδια. Στον άθλιο αυτόν κόσμο κινείται ο ήρωας, ένας πέρα για πέρα μοναχικός άνθρωπος, που δουλειά του είναι να εισπράτει με φριχτούς τρόπους τα χρέη διάφορων κακομοίρηδων που έμπλεξαν από απελπισία στα νύχια τοκογλύφων. Άνθρωπος; Ένα μοναχικό κτήνος θα λέγαμε καλύτερα, δίχως καν συναισθήματα, δίχως έλεος και οίκτο για κανέναν. Στο διάβα του σπέρνει τρόμο και απελπισία, αφήνει ανάπηρους ή άλλους που αναγκάζονται ακόμα και να αυτοκτονήσουν. Ώσπου, από το πουθενά, εμφανίζεται η άγνωστη μητέρα του, που τον είχε εγκαταλείψει όταν γεννήθηκε, και η ζωή του αλλάζει. Η σχέση τους είναι ηλεκτρισμένη, συχνά βίαιη, μια εναλλαγή έλξης και απώθησης, αλλά ο ήρωάς μας αποκτά για πρώτη φορά συναισθήματα, νοιάζεται για κάποιον. Η συνέχεια επιφυλάσσει ανατροπές...
Όπως ίσως καταλάβατε, ο Κιμ Κι-ντουκ μας μεταφέρει σε έναν εφιαλτικό κόσμο, σε μια επίγεια κόλαση. Τόσο οι ανθρώπινες σχέσεις οσο και το ίδιο το περιβάλλον βρίσκονται στο απόλυτο ναδίρ. Οι άνθρωποι, σαν ζώα, δρουν σχεδόν μόνο από ένστικτο στον βρώμικο κόσμο που τους περιβάλλει ασφυκτικά. Μέσα σ' αυτή την αθλιότητα ο πρωταγωνιστής μοιάζει να βρίσκει για πρώτη φορά κάποια ζεστασιά, κάποιο νόημα. Όμως τα όσα εφιαλτικά έχει διαπράξει τον κυνηγούν. Μήπως είναι πια πολύ αργά για ένα κομάτι έστω αληθινής ζωής;
Βρήκα την ταινία εξαιρετική, παρά τη σκληρότητά της. Για την ακρίβεια, την θεωρώ την καλύτερη από όσες έχω δει του κορεάτη δημιουργού (μαζί με το πολύ διαφορετικό "Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας..."). Και βέβαια, σας προειδοποιώ ότι βλέπεται δύσκολα, λόγω ακριβώς όλων αυτών που περιγράψαμε, παρά το ότι και σασπένς δημιουργεί στον θεατή και ανατροπές διαθέτει. Όμως το στιλ ακριβώς του παράδοξου αυτού σινεμά είναι η διαρκής εναλλαγή ανάμεσα στον ωμό, δίχως τον παραμικρό "καλλωπισμό", ρεαλισμό και την τρυφερότητα, τον λυρισμό, την έκρηξη των συναισθημάτων. Εξ άλλου η θρησκευτική αλληγορία υπάρχει στο βάθος (άλλωστε η Πιετά είναι καθολικός όρος και σημαίνει έλεος), όπως και η τραγωδία, με τις τύψεις μετά το έγκλημα και τον αγώνα για εξιλέωση. Όμως στον κόσμο του Κιμ Κι-Ντουκ δεν ξέρω αν υπάρχουν περιθώρια εξιλέωσης - ή μάλλον ανακούφισης μέσα από τη εξιλέωση. Τέλος το φιλμ μπορεί να ειδωθεί και σαν μια παραλλαγή του μοτίβου "έγκλημα και τιμωρία" ή σαν μια σκοτεινή ιστορία εκδίκησης. Αν πάντως είστε ανθεκτικοί σ' αυτό το κλίμα, μην το χάσετε.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 06, 2013

ΤΑ B-MOVIES ΚΑΙ ΤΟ "EL MARIACHI"

Το 1992 ένας άγνωστος μεξικάνος σκηνοθέτης γυρίζει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, με εξ ίσου άγνωστους (εκτός Μεξικό τουλάχιστον) ηθοποιούς, και κάνει μεγάλη εντύπωση στην Αμερική. Ο σκηνοθέτης ήταν ο Robert Rodriguez και η ταινία το "El mariachi". Ένας από τους θαυμαστές της είναι και ο νέος τότε Ταραντίνο, ο οποίος "υιοθετεί" τον Ροντρίγκεζ, με αποτέλεσμα έκτοτε να έχουν συνεργαστεί αρκετές φορές.
 Υπάρχουν διάφορες ιστορίες για το πάμφτηνο αυτό ντεμπούτο. Όπως ότι στοίχισε... 5 με 7000 (ναι, εφτά χιλιάδες) δολάρια (!!!) και ότι ο Ροντρίγκεζ βρήκε τα λεφτά αυτά κάνοντας μεταξύ άλλων το "πειραματόζωο" σε εταιρίες παρασκευής καλλυντικών ή φαρμάκων ή κάτι τέτοιο. Το σίγουρο πάντως είναι ότι, αν και σαφώς low budget, η ταινία δεν μοιάζει σε καμιά περίπτωση να κόστισε τόσο ελάχιστα χρήματα.
Mariachi λέγονται οι περιπλανώμενοι μεξικάνοι μουσικοί, που πάνε από πόλη σε χωριό και παίζουν όπου βρουν και όπου τους δοθεί η ευκαιρία. Ένας τέτοιος είναι ο ήρωας της ταινίας, που το μόνο που επιθυμεί είναι να παίζει την κιθάρα του και να τραγουδά. Φτάνοντας όμως σε μια πόλη όπου κυριαρχούν οι συμμορίες των παράνομων, μπερδεύεται λόγω της θήκης της κιθάρας που κουβαλά πάντα μαζί του με έναν επικίνδυνο πιστολέρο που μόλις βγήκε από τη φυλακή και γίνεται στόχος δύο αδίστακτων τύπων (και εχθρών μεταξύ τους). Όπως αντιλαμβάνεστε, θα χυθεί αίμα...
Η ταινία ακολουθεί με άψογο τρόπο τους "κανόνες" των b-movies, αφού και η ίδια είναι ένα απολαυστικότατο τέτοιο (άλλωστε ο Ροντρίγκεζ παρέμεινε πιστός στο είδος αυτό και όταν πλέον έγινε γνωστός και είχε πολύ περισσότερα χρήματα για τις ταινίες του). Βία, πιστολίδι, ρομαντισμός, αγνός έρωτας, γραφικοί κακοί, λεφτά, ναρκωτικά, φτηνά ξενοδοχεία και, κυρίως, η περιρέουσα ατμόσφαιρα του φτωχού Μεξικό συγκλίνουν προς αυτή την κατεύθυνση. Φυσικά υπάρχουν και οι κλασικοί καλοί και κακοί χαρακτήρες. Ταυτόχρονα είναι εμφανείς οι σκηνοθετικές ικανότητες του δημιουργού, ο οποίος δεν αφήνει τον θεατή να πάρει ανάσα καθώς η μια βίαιη σκηνή ακολουθεί την άλλη με αλάνθαστο ρυθμό, ενώ η ατμόσφαιρα παραμένει διαρκώς τετεμένη. Όσο για καθησυχαστικά happy end... ούτε που το σκέφτεται ο Ροντρίγκεζ. Η επιροή των παλιότερων φτηνών b-movies είναι εμφανής (άλλωστε είπαμε ότι για τέτοιο ακριβώς πρόκειται), η σκηνοθετική μαεστρία το ίδιο, οπότε θα ήταν παράξενο να μην ενθουσιαστεί ο φανατικός "b-movάς" Ταραντίνο.
Φυσικά το μάλλον απλοϊκό σεναριακά "El Mariachi" δεν μπορεί να θεωρηθεί μεγάλη ταινία. Είναι όμως αδύνατο να μη θαυμάσει κανείς την ικανότητα του δημιουργού της να κρύβει πλήρως το γεγονός του ανύπαρκτου budget, να προκαλεί ένταση από το τίποτα, να παρασέρνει τελικά τον θεατή (ή τουλάχιστον εμένα) με τους ρυθμούς του και να τον κάνει να απολαμβάνει (δίχως να πολυσκέπτεται προφανώς) την ταινία. Πέραν όμως της "ένοχης απόλαυσης", προσωπικά θεωρώ το φιλμ αξεπέραστο παράδειγμα του γεγονότος ότι όταν υπάρχει ταλέντο, κέφι και αγάπη για το σινεμά, με μια απλή κάμερα μπορούν να γίνουν τα πάντα. Κι άσε το Χόλιγουντ και τα "Χαβιάρια" να μετράνε τις δεκάδες των εκατομμυρίων και να κάνουν τις σούμες τους στα ταμεία...

Κυριακή, Φεβρουαρίου 03, 2013

"ARGO": ΠΑΡΑΠΑΙΟΝΤΑΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗ ΣΟΒΑΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΑ

Τελικά ο Ben Affleck μας βγήκε καλός σκηνοθέτης (και σεναριογράφος). Το απέδειξε με τις δύο προηγούμενες ταινίες του (αν και έχω δει μόνο το "The Town"), το αποδεικνύει και με το "Argo" (Επιχείρηση: Argo) του 2012. Οι αντιρήσεις μου δεν είναι σκηνοθετικής φύσης, αλλά τρόπου που επιλέγει να αφηγηθει την ιστορία του.
Το 1979 γίνεται στο Ιράν η ισλαμική επανάσταση και οι αγιατολάχ παίρνουν την εξουσία εγκαθιδρύοντας θεοκρατικό καθεστώς (που, κάπως πιο χαλαρά, ισχύει μέχρι σήμερα). Εξαγριωμένα πλήθη καταλαμβάνουν την αμερικάνικη πρεσβεία κρατώντας όμηρους 52 αμερικάνους υπάλληλούς της (η ομηρία τους θα έληγε κάπου ένα χρόνο μετά). Πλην όμως 6 υπάλληλοι διαφεύγουν και βρίσκουν άσυλο στην καναδική πρεσβεία. Οι ιρανοί αγνοούν το γεγονός. Οι αμερικάνοι στήνουν ένα απίθανο σχέδιο φυγάδευσής τους από το Ιράν, που επινοοεί και πραγματοποιεί ένας πράκτορας. Την χολιγουντιανής λογικής, πλην όμως αληθινή αυτή ιστορία, αφηγείται η ταινία.
Θα πω κατ' αρχάς ότι το "Argo" δεν είναι ακριβώς τόσο προπαγανδιστικό όσο φοβόμουν. Ναι, σαφώς οι ισλαμιστές είναι οι κακοί, σαφώς ταυτιζόμαστε με τους ομήρους και παρακαλούμε να έχει αίσιο τέλος η περιπέτειά τους, αλλά από το πρώτο κιόλας λεπτό, όταν βλέπουμε σε εικόνες ντοκιμαντέρ τα πολιτικά γεγονότα που προηγήθηκαν, λέγεται ξεκάθαρα ότι οι ΗΠΑ ανέτρεψαν τον δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο του Ιράν, ο οποίος είχε εθνικοποιήσει τα πετρέλαια, και επέβαλλαν την πάνω από 30χρονη αιμοσταγή και εφιαλτική εξουσία του Σάχη. Γίνεται ξεκάθαρο ότι ο λαός έχει κάθε λόγο να μισεί τους αμερικάνους κι ότι η ισλαμική εξέγερση είναι δικαιολογημένη (άσχετα αν εξελίχτηκε σε ένα ακόμα καταπιεστικό καθεστώς). Κι όχι μόνο αυτό. Ο ρόλος της CIA δεν εξωραϊζεται καθόλου. Δυο - τρεις φορές κατά τη διάρκεια του φιλμ κάποιοι λένε στον βασικό ήρωα (τον Άφλεκ φυσικά, που είναι ειδικός στις φυγαδεύσεις) ότι "μέχρι τώρα φυγάδευες βασανιστές". Αυτά προς τιμήν του σκηνοθέτη, που κρατά έτσι αποστάσεις από την "καλή CIA" που έχουμε δει σε πλήθος παλιότερων κυρίως αμερικάνικων φιλμ.
Το πρώτο μισό λοιπόν, ίσως και τα 2/3 της ταινίας, μου άρεσαν. Το σασπένς υπάρχει, το ενδιαφέρον ανεβαίνει καθώς ένα παλαβό σχέδιο μπαίνει σιγά - σιγά σε εφαρμογή: Ο ήρωας θα μπει στο Ιράν και θα φυγαδεύσει τους έξι ώς μέλη αμερικάνικου κινηματογραφικού συνεργείου που γυρίζει ταινία επιστημονικής φαντασίας και ενδιαφέρεται να κάνει κάποιες σκηνές στη χώρα. Η εμπλοκή του Χόλιγουντ στην ιστορία δίνει την ευκαιρία για απολαυστικότατες σκηνές και ατάκες σάτιρας της ίδιας της χολιγουντιανής κινηματογραφικής βιομηχανίας. Έτσι το φιλμ μπολιάζεται και με αυτοσαρκαστικό χιούμορ, το οποίο δένει πολύ καλά με το σασπένς που προαναφέραμε. Μέχρι εδώ, κατά τη γνώμη μου, όχι μόνο καλά, αλλά άριστα!
Και φτάνουμε στο τελευταίο μέρος, όταν πια βρισκόμαστε στο Ιράν και το παράτολμο σχέδιο αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά. Και τότε, εντελώς ξαφνικά, η ταινία μετατρέπεται στην απόλυτη αμερικανιά. Το σασπένς ανεβαίνει κάθετα, όλα (τα καλά εννοείται) συμβαίνουν κυριολεκτικά το τελευταίο δευτερόλεπτο, υπάρχουν ακόμα και σχεδόν κυνηγητά και, σαν κερασάκι σε μια ήδη "μπουχτιστική" τούρτα, καταλήγουμε και σε μια άνευ λόγου σκηνή με τον κλασικό "θρίαμβο της οικογένειας" που - αλοίμονο τώρα - ενώνεται ξανά. Όσο μου άρεσε το πρώτο μισό (και παραπάνω), άλλο τόσο βαρυστομάχιασα στο τέλος.
Θα τονίσω ότι κι αυτό το κακό για μένα τελευταίο μέρος είναι άψογα γυρισμένο, με την αγωνία του θεατή να κορυφώνεται και με έξυπνη σκηνοθεσία. Αυτά όμως μπορεί πια να τα κάνει οποιοσδήποτε από τους δεκάδες ικανούς σκηνοθέτες του Χόλιγουντ. Αποτελούν αναμφισβήτητα κατάκτηση του αμερικάνικου mainstream σινεμά. Εδώ όμως υποτίθεται ότι ήρθαμε να δούμε κάτι διαφορετικό. Δεν με πειράζουν όλες αυτές οι ταρζανιές όταν πάω να δω Τζέιμς Μποντ ή Επικίνδυνες Αποστολές. Ξέρω πολύ καλά τι θα δω και γι' αυτό ακριβώς πάω: Για να δω ένα φιλμ με συνοδεία ποπ κορν. Με ενοχλεί πολύ όμως όταν στα καλά καθούμενα το ύφος αλλάζει και απροειδοπόίητα μου επιβάλλεται αυτό το είδος του, πιθανόν απολαυστικού πλην όμως χιλιοειδωμένου, σινεμά.
Ας αποφασίσει ο καλός κατά τα άλλα σκηνοθέτης Άφλεκ : Θέλει να κάνει μια ενδιαφέρουσα πολιτική ταινία - και μάλιστα με εξαιρετικές αιχμές για την ίδια την κινηματογραφική βιομηχανία - ή έναν ακόμα Τζέιμς Μποντ;

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 01, 2013

"ΟΙ ΔΙΩΚΤΕΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ" ΩΣ ΠΑΡΩΔΙΑ ΓΚΑΝΓΚΣΤΕΡΙΚΟΥ ΦΙΛΜ

Αν θελετε μπορείτε να δείτε τους "Διώκτες του Εγκλήματος" (Gangster Squad, 2013) που γύρισε ο Ruben Fleischer. Προς θεού όμως, μην τολμήσετε να το πάρετε ούτε στιγμή στα σοβαρά. Ούτε λεπτό. Διότι τότε δεν θα προλαβαίνετε να ανακαλύπτετε χιλιοειδωμένα κλισέ, χιονοστιβάδα απιθανοτήτων, σενάριο γραμμένο στο πόδι, χαρακτήρες - καρικατούρες και θριάμβους πατροπαράδοτων οικογενειακών αξιών. Όλα αυτά να πέφτουν με ρυθμό πολυβόλου, όπως άλλωστε και οι άπειρες σφαίρες που πέφτουν στο φιλμ.
Πρόκειται για μια γκανγκστερική περιπέτεια που μας μεταφέρει στις δεκαετίες 40-50, όταν ο φριχτός αρχιγκάνγκστερ Μίκι Κοέν κυριαρχούσε ως βασιλιάς του εγκλήματος στο Λος Άντζελες. Λαδώνοντας πλήθος μπάτσων, σκοτώνοντας, τρομοκρατώντας τους πάντες, καταφέρνει να κάνει την πόλη ουσιαστικά δική του. Πρόκειται επίσης για αντιγραφή της ιδέας των "Αδιάφθορων" του Ντε Πάλμα, αφού ο σερίφης φτιάχνει μια άτυπη ομάδα από "καλούς μπάτσους" για να πολεμήσει τον γκάνγκστερ. Δεν υπάρχει επίσημη εξουσιοδότηση. Αν πεθάνουν κανείς δεν θα μάθει το γιατί. Αν θριαμβεύσουν κανείς δεν θα τους δώσει παράσημα. Η επίσημη αστυνομία δεν ξέρει τίποτα απολύτως. Έτσι η ετερόκλητη ομάδα αρχίζει τις δολιοφθορές στις επιχειρήσεις του Κοέν.
Η ταινία έχει βέβαια ρυθμό, προσπαθεί να είναι όσο γίνεται στιλάτη (πρόκειται για το απόλυτο "στιλ για το στιλ" άλλωστε), έχει και κάποιο χαβαλέ. Όχι, δεν είναι κωμωδία, το παίζει σοβαρή, όμως η πληθώρα απιθανοτήτων (με αποκορύφωμα την άνετη είσοδο και έξοδο της μισής ομάδας στη βίλα του γκάνγκστερ για να τοποθετήσουν κοριό, ενώ η βίλα φρουρείται ασφυκτικά) την κάνει ένα είδος παρωδίας του είδους. Μάλλον ηθελημένης, αφού θεωρώ ότι τα περισότερα από τα κλισέ επαναλαμβάνονται επίτηδες. Πιστεύω ότι πρόθεση των δημιουργών είναι να κάνουν μια απόλυτα καλτ ταινία, δίχως ίχνος αληθοφάνειας. Ως τέτοια ίσως και να μπορείτε να την απολαύσετε, ξεχνώντας οτιδήποτε άλλο. Αποκλειστικά ως τέτοια όμως. Διότι δεν μπορεί να θέλεις να κάνεις μια σύγχρονη ταινία με το μελόδραμα να πιάνει κόκκινο όταν σκοτώνεται ο μικρός λούστρος, φίλος του ενός μπάτσου, όταν ένας από τους δύο βασικούς πρωταγωνιστές τα φτιάχνει με την γκόμενα του φοβερού γκάνγκστερ, όταν οι σφαίρες πέφτουν σαν χαλάζι και βρίσκουν σχεδόν μέχρι το τέλος στόχο μόνο όταν αυτός είναι "κακός", όταν πασχίζεις να βάλεις έξυπνες ατάκες στο στιλ του νουάρ κλπ. κλπ. και να τα παίρνεις όλα αυτά στα σοβαρά. Και το αποκορύφωμα; Το άκρο άωτον της καρικατούρας στον χαρακτήρα του αρχιγκάνκστερ, που ερμηνεύει ο Σον Πεν, ο οποίος, ούτε λίγο ούτε πολύ, θυμίζει (όταν φορά καπέλο ιδιαίτερα) τον... Φρέντι Κρούγκερ!
Τέλος πάντων, ξεχάστε κάθε σοβαρότητα, κάθε στοιχειώδη αληθοφάνεια, και, αν πάτε, πηγαίνετε να "απολαλύσετε" δυο ώρες απενοχοποιημένης δράσης. Μόνο έτσι μπορεί να γίνει υποφερτή μια τέτοια ταινία. Πάντως, παρά τις σαφείς προθέσεις δημιουργίας ενός καλτ, πολύ αμφιβάλλω αν θα το πετύχει...
ΥΓ: Το αστείο σ΄όλη αυτή τη στιλάτη σωρεία κλισέ είναι ότι βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Ο Κοέν είναι υπαρκτό πρόσωπο και όντως, μέχρι την πτώση του, κυριάρχησε στο Λος Άντζελες.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 31, 2013

ΜΙΑ ΑΠΑΝΘΡΩΠΗ "ΓΗ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΑΣ"

Το 1975 ο μεγάλος πολωνός δημιουργός Andrzej Wajda γυρίζει μια απο τις πιο δυνατές ταινίες του, τη "Γη της Επαγγελίας" (Ziemia obiecana). Έχω γράψει σε παλιότερες δημοσιεύσεις ότι ο Βάιντα δεν διστάζει να κάνει πέρα για πέρα απελπισμένες ταινίες ("Kanal", "Στάχτες και Διαμάντια"). Να λοιπόν που τώρα δεν διστάζει να κάνει μια ταινία στην οποία ουσιαστικά όλοι οι χαρακτήρες (πραγματικά ελάχιστες και δευτερεύουσες οι εξαιρέσεις, οι οποίες μάλιστα ηττώνται κατά κράτος) είναι από αντιπαθητικοί έως καθάρματα του χειρότερου είδους.
Η ταινία μας μεταφέρει στο Λοτζ των αρχών του 20ού αιώνα, σε ένα αληθινό σημείο καμπής: Είναι εποχή άγριας εκβιομηχάνισης. Τα πάντα αλλάζουν ραγδαία. Τα πελώρια, βρώμικα εργοστάσια, υφαντουργίας κυρίως, ξεφυτρώνουν σα μανιτάρια. Οι βιομήχανοι, συχνά γόνοι της παλιάς αριστοκρατίας, αλλά και οι ίδιοι οι παλιοί αριστοκράτες, ζουν πλουσιοπάροχα, άλλοι όπως πάντοτε ζούσαν κι άλλοι με την αφόρητη χυδαιότητα του νεόπλουτου, ενώ οι χιλιάδες εργάτες είναι περισσότερο εξαθλιωμένοι από όσο θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Τρεις νέοι, ένας πολωνός, ένας γερμανός κι ένας εβραίος, αν και πλούσιοι, ονειρεύονται να κάνουν το δικό τους εργοστάσιο. Για να πετύχουν τον σκοπό τους δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτα.
Η ταινία αποτελεί ένα από τα σκληρότερα κατηγορώ που έγιναν ποτέ ενάντια στον καπιταλισμό. Μα έτσι είναι ο καπιταλισμός, όπως τον βλέπουμε στο φιλμ; Όχι ακριβώς στις μέρες μας (αν και πολλά βασικά χαρακτηριστικά είναι ίδια). Η ταινία χτυπά αλύπητα όχι τον σημερινό, αλλά τις ρίζες, τις απαρχές του συστήματος μέσα στο οποίο ζούμε. Και καταδεικνύει όλα τα γνωρίσματά του, που όπως είπαμε εν πολλοίς υπάρχουν και σήμερα. Πριν από οτιδήποτε άλλο τονίζει ότι αυτό που πάνω απ' όλα κυριαρχεί είναι η απληστία. Οι ήρωες είναι πλούσιοι. Αυτό όμως δεν τους αρκεί. Θέλουν πολύ περισσότερα πλούτη, θέλουν να είναι και αυτοδημιούργητοι, θέλουν να έχουν κι αυτοί εργοστάσιο, όπως είναι η "μόδα" γύρω τους. Η σκληρότητά τους είναι απίστευτη. Ο βασικός πρωταγωνιστής κυρίως είναι ένα παντελώς άκαρδο κάθαρμα με αγγελική όψη. Γύρω στους κύριους αυτούς ήρωες κινείται μια εφιαλτική κοινωνία με ηλίθιους από την εξαθλίωση εργάτες, με νεαρές πόρνες, με αφόρητη μόλυνση και υποβάθμιση του περιβάλλοντος, με τον κλήρο να στηρίζει τους βιομήχανους και τους αριστοκράτες όσο μπορεί...
Εξ ίσου σκληρή με όλα αυτά είναι και η ταινία. Ο Βάιντα δείχνει ακόμα και αιμοτοβαμένες σκηνές: Εργάτες ακρωτηριάζονται με φριχτό τρόπο κατά τη διάρκεια της δουλειάς τους, στους δρόμους γίνονται σφαγές από την αστυνομία και άλλα. Πρόκειται για μια πλατειά τοιχογραφία μιας άγριας εποχής, δοσμένη με τα μελανότερα χρώματα, η οποία τονίζει τη βία και το έγκλημα που κρύβεται στα θεμέλια της σύγχρονης κοινωνίας. Γι' αυτό άλλωστε οι σκληρόκαρδοι και υποκριτές ήρωες τελικά θα θριαμβεύσουν, όσα κι αν πάθουν κατά τη διάρκεια του φιλμ. Σε τέτοιους τύπους στηρίζεται αυτό που βιώνουμε σήμερα.
Στο μεταξύ πολλές από τις εικόνες είναι καθηλωτικές. Και, ανάμεσα σε όλα αυτά, ο Βάιντα δεν παραλείπει να δείξει και την αντίθεση ανάμεσα σε δύο κυρίαρχες τάξεις ακριβώς στο σημείο καμπής: Ανάμεσα στην φθίνουσα και παρακμάζουσα αριστοκρατία και την ανερχόμενη, αδίστακτη κεφαλαιοκρατία, αυτή δηλαδή που θα εδραιώσει τον καπιταλισμό εξαφανίζοντας την φεουδαρχία.
 Θεωρώ τη "Γη της Επαγγελίας" μεγάλη ταινία από έναν πολύ σημαντικό δημιουργό. Παρά τη σκληρότητά της αξίζει πραγματικά να τη δει κανείς.
ΥΓ: Και για προσέξτε και κάτι: Βρισκόμαστε ακόμα στα πρώτα βήματα του καπιταλισμού - και στην αρχή της μόλυνσης της ατμόσφαιρας - κι όμως, συνηθέστατη πρακτική, από τότε κιόλας, είναι μόλις ένα εργοστάσιο φαληρίζει (πράγμα συνηθισμένο εξ αιτίας του ανεξέλεγκτου αριθμού τους) να καίγεται από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη, ο οποίος φυσικά θα εισπράξει την ασφάλεια. Έτσι ο ιδιοκτήτης είναι ό,τι και να γίνει κερδισμένος, ενώ οι ήδη εξαθλιωμένοι εργάτες μένουν και άνεργοι, οπότε η ίδια τους η επιβίωση είναι πλέον προβληματική. Σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά;

Δευτέρα, Ιανουαρίου 28, 2013

ΤΑ ΑΔΙΕΞΟΔΑ "ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΛΟΦΟΥΣ"

Το ρουμάνικο σινεμά, πάντοτε ρεαλιστικό και καίριο, εξακολουθεί να παράγει ενδιαφέροντα φιλμ. Από τους γνωστότερους δημιουργούς του ο Cristian Mungiu, που μας είχε δώσει το πολύ δυνατό "4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και 2 Μέρες", γυρίζει τώρα το "Πίσω από του Λόφους" (Dupa Dealuri, 2012) και μας βάζει στα άδυτα ενός σύγχρονου ρουμάνικου ορθόδοξου μοναστηριού. Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει να κοιτάξει και την έξω απ' αυτό κοινωνία και τα προβλήματά της.
 Δύο κοπέλες ερωτεύονται στο ορφανοτροφείο όπου μεγάλωσαν. Κάποια στιγμή η μία φεύγει μετανάστης στη Γερμανία και η άλλη γίνεται καλόγρια σε μοναστήρι. Μετά από κάποιο διάστημα η πρώτη επιστρέφει και επισκέπτεται τη φίλη της στη μονή, αποφασισμένη να την πάρει από εκεί και να ζήσουν μαζί στη Γερμανία. Η άλλη όμως έχει ήδη δοθεί στο θεό και ουδόλως την ενδιαφέρουν οι έρωτες και η εγκόσμια ζωή εν γένει. Από εκεί και πέρα αρχίζουν τα προβλήματα.
Η ταινία, ούτε λίγο ούτε πολύ, καταπιάνεται με έναν σύγχρονο εξορκισμό. Μην πάει όμως το μυαλό σας σε σινεμά τρόμου και τέτοια. Ουδεμία σχέση. Εδώ τα πράγματα είναι απόλυτα ρεαλιστικά - η ταινία βασίζεται μάλιστα σε αληθινή ιστορία, που είναι πολύ γνωστή στη Ρουμανία αφού είχε απασχολήσει για καιρό τα media. Ωστόσο ο Μουνγκίου δεν ενδιαφερεται ούτε για την πιστή αναπαράσταση των γεγονότων. Απλώς εμπνέεται από αυτά, κάνοντας μια δικιά του ταινία μυθοπλασίας.
Υπάρχουν δύο συστήματα λογικής, δύο τρόποι θέασης και αντιμετώπισης της ζωής: Από τη μία η θρησκευτική, μεταφυσική, αυτή του μοναστηριού προφανώς, και από την άλλη η εγκόσμια, η υλική, αυτή του κράτους και των καθημερινών του θεσμών. Υπάρχουν και άλλα δίπολα (το ένστικτο και το "πρέπει", η επιθυμία και το καθήκον ή η ιδεολογία κλπ.) Όσον αφορά το πρώτο δίπολο όμως, αυτό μεταξύ μεταφυσικού και υλικού τρόπου σκέψης, που κυριαρχεί στο φιλμ, ο σκηνοθέτης μοιάζει να παίρνει ίσες αποστάσεις, όχι ακριβώς "συμπαθώντας" και τις δύο πλευρές, αλλά καταδεικνύοντας τα αδιέξοδα και τις ανεπάρκειες και των δύο. Γι' αυτό δεν ρίχνει το φταίξιμο των τραγικών γεγονότων σε μιά από τις δύο πλευρές, αλλά, πολύ απλά, και στις δύο. Έρμαιο μιας άθλιας πολιτικής και οικονομικής κατάστασης, η ιατρική ή ο υλικός τρόπος αντιμετώπισης των προβλημάτων αδυνατεί να εκτελέσει το έργο του. Έρμαιο δεισιδαιμονιών και ξεπερασμένων προκαταλήψεων η άλλη πλευρά, πολύ απλά, δεν είναι σε θέση να βοηθήσει. Αντίθετα μάλιστα, προκαλεί μια τραγωδία. Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι και οι δύο πλευρές έχουν καλές προθέσεις. Θέλουν να λύσουν το πρόβλημα, κάθε μία με τον τρόπο της. Όμως...
Το "ντοκιμαντερίστικο" background σε όλα αυτά είναι μια πάμφτωχη, σχεδόν εξαθλιωμένη Ρουμανία, που βρίσκεται πολύ, πολύ μακριά από κάθε ευρωπαϊκή έννοια. Αν νομίζετε ότι η βαθύτατη κρίση που ζουμε μας έχει φέρει στον απόλυτο πάτο, γελιέστε. Το σύγχρονο μοναστήρι της ταινίας δεν έχει ηλεκτρικό ρεύμα ούτε τρεχούμενο νερό! Το κοντινό χωριό έχει μόνο λασπωμένους χωματόδρομους. Οι κάτοικοι πασχίζουν να ζεσταθούν, ενώ τα αυτοκίνητα είναι κάτι παμπάλαιες σακαράκες. Νομίζω ότι αυτό ακριβώς το εφιαλτικό σκηνικό είναι τελικά που προκαλεί τα αδιέξοδα: Εξ αιτίας του η εγκόσμια αντιμετώπιση δεν έχει τα (οικονομικά σε πρώτη φάση) όπλα για να καταστεί αποτελεσματική, ενώ η μεσαιωνική λογική του μοναστηριού επιβιώνει ακόμα στις μέρες μας ακριβώς εξ αιτίας όλης αυτής της καθυστέρησης.
Πυκνό δράμα, που σίγουρα δεν θα είναι ό,τι καλύτερο στους εθισμένους στην αστραφτερή χολιγουντιανή κινηματογραφία, το οποίο βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον και διεισδυτικό. Όσοι νοιάζονται για ένα διαφορετικό είδος σινεμά νομίζω ότι δεν πρέπει να το χάσουν.

Κυριακή, Ιανουαρίου 27, 2013

Ο DJANGO ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΑ ΤΑΡΑΝΤΙΝΟ ΣΠΑΓΓΕΤΙ

O Quentin Tarantino είναι βεβαίως ένας ορκισμένος φίλος των κάθε λογής b-movies, με τα οποία έχει μεγαλώσει και στα οποία έχει εντρυφήσει όσο ελάχιστοι, και, κατά συνέπεια, ένας δημιουργός ταινιών "είδους". Καθόλου παράξενο λοιπόν που στο "Django ο Τιμωρός" (Django Unchained) του 2012 εμπνέεται από το γουέστερν σπαγγέτι και μάλιστα από ένα συγκεκριμένο ήρωα, τον Τζάνγκο, μιας ταινίας του 1966. Από εκεί και πέρα, όπως διαβάζω, το φιλμ δεν έχει και πολλές ομοιότητες με το πρωτότυπο. Έχει πλήρως μεταφερθεί στο γνωστό ταραντινικο σύμπαν.
Όπου βέβαια κυριαρχεί το αίμα, η βία, το κατάμαυρο χιούμορ, οι κινηματογραφοφιλικές αναφορές, οι απίστευτοι διάλογοι και, γενικά, δίχως αυτό να ενοχλεί, η διάθεση για χαβαλέ (το λέω με καλή έννοια). Ο δημιουργός όμως κάνει εδώ και κάτι άλλο: Αποφασίζει να κάνει τον ήρωα (που παλιά ερμηνευόταν από τον Φράνκο Νέρο) μαύρο. Έτσι στήνει όλη την ιστορία με φόντο τον εφιαλτικό θεσμό της δουλείας, παίρνει ξεκάθαρη θέση υπέρ των μαύρων που ποθούν την ελευθερία τους και, ούτε λίγο ούτε πολύ και με τη γνωστή υπερβολή που τον διακρίνει, κάνει σχεδόν κάθε νότιο λευκό "κακό". Θα ήμουν όντως πανευτυχής αν μπορούσα να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις ενός ρατσιστή, απ' αυτούς που μας κατακλύζουν προσφάτως, στη θέαση του φιλμ (στο οποίο μάλλον κατά λάθος θα μπήκε, από άγνοια)...
Φυσικά, περιττό να το πούμε, η αφήγηση είναι άμεση και απολαυστική, η δράση καταιγιστική εκεί που πρέπει και οι υπερβολές, συνυφασμένες με το είδος, πάμπολλες. Υπερβολές όμως, όπως και η πληθώρα σινεφιλικών αναφορών, που λειτουργούν σαν κλείσιμο ματιού προς τον θεατή. Είναι σαφές ότι ο ίδιος ο Ταραντίνο δεν τις πιστεύει, κάνει πλάκα μ' αυτές. Η πληθώρα γνωστών ηθοποιών που συμμετέχουν (κάπου εμφανίζεται σαν αναφορά και ο ίδιος, ηλικιωμένος πλέον, ο Φράνκο Νέρο), κάνει την όλη θέαση απολαυστικότερη. Τέλος θα τονίσω ένα σημείο που προσωπικά πιστεύω ότι πετυχαίνει απόλυτα στην ταινία: Ο Ταραντίνο καταφέρνει να παρασύρει απόλυτα τον θεατή (εμένα τουλάχιστον) στο παιχνίδι του: Οι κακοί είναι κακοί, οι καλοί συγκινητικοί. Όταν λοιπόν αρχίζουν τα πιστολίδια (οι σφαγές στην ουσία) και η βία κυριαρχεί, έπιανα τον εαυτό μου να το ευχαριστιέται, να λέω μέσα μου "καλά τους έκαναν", να νοιώθω λύτρωση. Αυτή η τέχνη τού να βάζεις μέσα στο κλίμα τον θεατή, να τον κάνεις να ευχαριστιέται τις έστω ματοβαμένες λύσεις, αποτελεί το φόρτε (σχεδόν πάντοτε) της δουλειά του σκηνοθέτη αυτού. Ο οποίος πάντοτε παίζει με τα είδη, πάντοτε αυτά που βλέπουμε κάπου τα έχουμε ξαναδεί, όλο αυτό το παιχνίδι όμως δεν σε κουράζει, αφού η τράπουλα με τα ήδη γνωστά χαρτιά ανακατεύεται κάθε φορά ιδιοφυώς και με διαφορετικό τρόπο.
Αν λοιπόν θα έπρεπε με πολύ λίγες λέξεις να χαρακτηρίσω αυτό το χαβαλετζίδικο και βίαιο νεο-γουέστερν θα επέλεγα τις λέξεις "χορταστικό" και "απολαυστικό". Φτάνει να αφήσετε τον εαυτό σας να μπει στο ταραντινικό παιχνίδι και να μην σκέπτεστε συνεχώς "μα καλά, αυτό δεν γίνεται". Πρόκειται, πάνω απ' όλα, για ταινία αναφοράς σε παλιότερα, "μπι" αγαπημένα είδη του δημιουργού, στο οποία όντως "αυτό δεν μπορούσε να γίνει στην πραγματικότητα".

Παρασκευή, Ιανουαρίου 25, 2013

ABSOLUTE BEGINNERS: ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ "WEST SIDE STORY"...

Το "Absolute Beginners" (1986) θα ήθελε πολύ να είναι το West Side Story της γενιάς του. Ακριβώς έτσι διαφημίστηκε άλλωστε. Γυρίστηκε εξ άλλου από έναν «ειδικό» της ποπ μουσικής και της ποπ κουλτούρας εν γένει, τον Julien Temple. Νομίζω όμως ότι αποτυγχάνει πλήρως στο στόχο του.
Πρόκειται βεβαίως για ένα ποπ μιούζικαλ. Διαδραματίζεται στο Λονδίνο το καλοκαίρι του 1958 και καταπιάνεται με ένα ενδιαφέρον θέμα: Την πρώτη «επανάσταση» της νέας γενιάς, των εφήβων δηλαδή ή των τινέιτζερς γενικότερα, ενάντια στο κατεστημένο των προηγούμενων γενεών. Επανάσταση βεβαίως που δεν γίνεται με πολιτικούς όρους ή διεκδικήσεις, αλλά μέσα από την καθημερινότητα: Αυτό που θέλουν οι νέοι της εποχής είναι ένας ολότελα διαφορετικός τρόπος ζωής απ’ αυτόν των γονιών τους. Κατά τον Temple (το λέει άλλωστε καθαρά και επιγραμματικά στο ξεκίνημα της ταινίας) αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά τότε, στα τέλη δηλαδή του ’50 (θα γιγαντωνόταν, ως γνωστόν, στα ‘60ς). Τότε λοιπόν – κατά την ταινία πάντα – «ήταν η πρώτη φορά που οι νέοι γούσταραν τη ζωή τους, η οποία μέχρι τότε ήταν μίζερη και γκρίζα και ουσιαστικά σε τίποτα δεν διέφερε από αυτή των πατεράδων τους". Η νεανική «επανάσταση» γίνεται μέσα από τον έρωτα, το σεξ, τη μουσική (τζαζ και το νεογέννητο τότε ροκ εντ ρολ), το ξενύχτι, τις παρέες, το αλκοόλ ή το χασίς. Η ζωή γίνεται γλυκιά, ενώ αυτή της προηγούμενης γενιάς παραμένει βαρετή και άχρωμη (μιλάμε άλλωστε για τη Βρετανία, η οποία διαθέτει ένα πολύ δικό της και χαρακτηριστικό είδος καθημερινής μιζέριας, που δεν μοιάζει με κανένα άλλο).
Ταυτόχρονα όμως με την ηδονή έρχεται και η παρακμή. Η οποία εντοπίζεται στην αδίστακτη εκμετάλλευση του φαινομένου από το σύστημα, το οποίο παραδόξως προωθεί την "σκανδαλώδη" συμπεριφορά της νεολαίας, βγάζει λεφτά απ’ αυτήν και τελικά, όπως συμβαίνει συνήθως, ενσωματώνει το φαινόμενο δίχως ουσιαστικά το ίδιο το σύστημα να αλλάξει (στο μεταξύ έχει ξεζουμίσει με κάθε τρόπο τους πιτσιρικάδες σταρ-για-ένα-φεγγάρι που το ίδιο δημιουργεί). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται συχνά, το σύστημα «αγοράζει» τους νέους.
Αυτή είναι η «στιγμή» που προσπαθεί να πιάσει και να σκιαγραφήσει ο Τεμπλ. Ωστόσο πολλά δεν μου πάνε καλά. Οι ηθοποιίες μου φαίνονται μη επαρκείς (γιατί είναι σα να μιλάν ντουμπλαρισμένα;), ενώ οι χορογραφίες φαντάζουν (στα μάτια μου τουλάχιστον) ξενέρωτες, όταν μάλιστα μπαίνουν σε εξαιρετικά σοβαρές στιγμές του φιλμ… Γενικά μου έμεινε μια αίσθηση απογοήτευσης και ανεκπλήρωτου. Όχι, δεν φτάνει σε καμιά περίπτωση το πρότυπό του, στο οποίο, με τα ίδια περίπου υλικά, η χημεία επιτυγχανόταν πολύ περισσότερο.
Μένουν για το τέλος μερικά συν: Πρώτα – πρώτα θα μπορούσε να θεωρηθεί για κάποιους καλτ και μόνο για το σάουντρακ, αλλά και τους μουσικούς που παίρνουν μέρος σαν ηθοποιοί τραγουδώντας κιόλας, με επικεφαλής τους David Bowie (δικό του και το ομότιτλο γνωστό σουξέ), τη νεαρή τότε Sade και τον μεγάλο Ray Davies των Kinks. Το δεύτερο θετικό είναι η απόπειρα ένταξης του πολιτικού στοιχείου στο όλο νεανικό – ποπ σκηνικό (μια αίσθηση ποπ που επιτείνεται από τα επίτηδες «ψεύτικα» στουντιακά περιβάλλοντα όπου διαδραματίζεται το φιλμ και τους μη ρεαλιστικούς, εμφανώς φτιαχτούς φωτισμούς). Δείχνεται έτσι ξεκάθαρα η άνοδος του φασισμού και διάφορων νεοναζιστικών, ρατσιστικών ομάδων ανεγκέφαλων φανατικών, που αποτελούν και τους "κακούς" της ταινίας και οι οποίοι χρησιμοποιούνται σαν τσιράκια του βρώμικου συστήματος, βοηθώντας το στις (αποκλειστικά) οικονομικές βλέψεις του. Είναι εφιαλτικό το πόσο επίκαιρο φαντάζει το στοιχείο αυτό στις μέρες μας, όταν περιστοιχιζόμαστε για μια ακόμα φορά από ηλίθιους εγκληματίες του είδους.
 Εντάξει, καλά αυτά, αλλά όπως σας είπα συνολικά "δεν θα πάρω". Πλάκα εχει να το δει κανείς ως κάτι περίεργο και εκκεντρικό, όχι όμως (κατά τη γνώμη μου) και καλό.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 21, 2013

ΕΝΑ ΧΟΜΠΙΤ ΞΕΚΙΝΑ ΕΝΑ ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΟ ΤΑΞΙΔΙ

Ήταν ζήτημα χρόνου: Μετά τη επιτυχία της τριλογίας του "Lord of the Rings" θα ακολουθούσε κάποια στιγμή και το μυθιστορηματικό του πρίκουελ: Το "Hobbit". Πρίκουελ με τη σημερινή λογική βέβαια, αφού ο Τόλκιν πρώτα έγραψε αυτό σαν εφηβικό (τουλάχιστον) σχετικά μικρό μυθιστόρημα και στη συνέχεια προχώρησε στον επικό, κολοσσιαίων διαστάσεων και απείρως πολυπλοκότερο "Άρχοντα". "Δράστης", μετά πολλά μαγειρέματα και αλλαγές, και πάλι ο Peter Jackson εν έτει 2012.
 Είχα γράψει και στο "Lord..." ότι είμαι παλιός φαν των βιβλίων, τα οποία λάτρεψα σε μια μάλλον τρυφερή ηλικία. Έτσι ήμουν θετικά προκατειλημένος και για τα φιλμ. Και όντως, στην αρχική τριλογία θεωρώ ότι έγινε σχεδόν ό,τι καλύτερο γινόταν για μια μεταφορά ενός τέτοιου ογκόλιθου στην οθόνη (και ήταν απαραίτητο φοβάμαι να παραλειφτούν κάποια ενδιαφέροντα στοιχεια). Στη δεύτερη αυτή απόπειρα έχω περισσότερες αντιρήσεις, τις οποίες θα εξηγήσω παρακάτω. Πριν όμως να πω τα καλά.
Κατ' αρχήν καλό θα ήταν να αντιμετωπίσω το όλο θέμα σαν ένα και μόνο 9ωρο (περίπου) φιλμ, αφού αυτό ακριβώς είναι, άσχετο αν για καθαρά πρακτικούς λόγους παίζεται σε τρία μέρη. Ωστόσο μπήκα στον πειρασμό να γράψω κάτι για το πρώτο ένα τρίτο που είδαμε, το "Ένα Αναπάντεχο Ταξίδι". Και για το οποίο δεν χωράει πολλή ανάλυση νομίζω: Αν σας άρεσε το "Lord of the Rings" θα σας αρέσει και το "Χόμπιτ". Αυτό είναι όλο. Η αισθητική είναι ίδια, οι εικόνες το ίδιο χορταστικές, οι ήρωες εν μέρει οι ίδιοι (η ιστορία διαδραματίζεται 60 χρόνια πριν τον "Άρχοντα" και περιγράφει το πώς ξεκίνησαν όλα, οπότε πολλοί χαρακτήρες είναι οι ίδιοι), το θέαμα εγγυημένο. Σε γενικές γραμμές λοιπόν - και με δεδομένη την αγάπη μου για τον Τόλκιν - η ταινία μου άρεσε. Την απολαυσα ως μια ακόμα εξαιρετική περιπέτεια, σαν ένα ακόμα κεφάλαιο του "Άρχοντα" και βέβαια με τη δεδομένη σκηνοθετική ικανότητα του Τζάκσον. Αν έπρεπε να την περιγράψω με μια μόνο λέξη, θα επέλεγα τη λέξη "χορταστική". Έτσι παραμένω φίλος και της δεύτερης τριλογίας. Η οποία βεβαίως είναι κάπως πιο ανήλικη από την πρώτη, απευθύνεται και σε μικρότερες ηλικίες (και έχει και ένα παιδικό χιούμορ κάπου - κάπου), αλλά αυτό είναι αναμενόμενο αφού, όπως είπαμε, αυτό είναι το πνεύμα του βιβλίου. Τα πράγματα σοβάρεψαν με τον "Άρχοντα".
Να λοιπόν στις δύο μεγάλες μου αντιρήσεις.
Η πρώτη: Γιατί ένα μυθιστόρημα με λιγότερες από 300 σελίδες γίνεται 8ωρη τριλογία; Γιατί ένα βιβλίο που μόλις φτάνει το ένα τέτερτο του "Άρχοντα" αποκτά την ίδια μ' αυτόν διάρκεια; Η απάντηση είναι βέβαια προφανής: Για εμπορικούς λόγους. Για να έχουμε μια σίγουρη, όχι ετήσια αλλά τρίχρονη επιτυχία. Σύμφωνοι, αλλά αυτό εμένα σαν θεατή δεν με αφορά. Νοιώθω ότι τι όλο πράγμα ξεχειλώνει με το ζόρι για να βγάλουν περισσότερα λεφτά τα στούντιο.
Η δεύτερη αντίρηση: Είπα ότι εξ ορισμού η ταινία αυτή είναι κάπως λιγότερο ενήλικη. Λογικό και αναμενόμενο. Αυτό όμως δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι πρέπει να υποστούμε όλα αυτά τα απίθανα που βλέπουμε όσον αφορά τη... σωματική ακεραιότητα των ηρώων. Η ετεροκλητη παρέα των πρωταγωνιστών πέφτει από γκρεμούς, παίρνει μέρος σε αιματηρότατες μάχες, τους πέφτουν βράχια, όμως κανείς απολύτως δεν παθαίνει το πραγματικό. Σα να βλέπουμε κινούμενα σχέδια που πέφτουν από αεροπλάνα και σηκώνονται απαθέστατα με ένα καρούμπαλο. Το στοιχείο αυτό, που επαναλαμβάνεται πολλές φορές, με ενόχλησε πραγματικά. Κάποιος πρέπει να τους εξηγήσει ότι ακόμα και μέσα στην καρδιά του φανταστικού οφείλει να υπάρχει ένας εσωτερικός ρεαλισμός. Επειδή βρισκόμαστε σε έναν φανταστικό κόσμο με μάγους και δράκους δεν σημαίνει ότι οι κοινοί άνθρωποι (τα κοινά όντα τέλος πάντων) πέφτουν σε βάραθρα δίχως να παθαίνουν τίποτα. Περιτό να σας πω ότι τίποτα τέτοιο δεν υπάρχει στο βιβλίο.
Τέλος πάντων, αν και με ενόχλησαν τα στοιχεία αυτά, δεν μπορώ να πω ότι βγήκα στενοχωρημένος. Κατάφερα να απολαύσω και αυτό το φιλμ. Θα επαναλάβω ό,τι είπα και στην αρχή: Αν είστε φαν του "Άρχοντα" θα το απολαυσετε. Τίποτα ουσιαστικά δεν έχει αλλάξει στις εντυπωσιακές εικόνες και τα μαγευτικά τοπία που διαδέχονται το ένα το άλλο. Αν πάλι όχι, μην περάσετε ούτε απ' έξω.

Σάββατο, Ιανουαρίου 19, 2013

ΔΕΝ ΘΑ ΠΩ ΤΙΠΟΤΑ. ΑΝΤΙΟ ΦΙΛΕ!

Ο Jean Herman είναι ένας μάλλον άγνωστος γάλλος σκηνοθέτης, με λίγες fiction ταινίες στο ενεργητικό του (δεν έχει μάλιστα γυρίσει τίποτα από τη δεκαετία του 70). Ωστόσο το 1968 κάνει ένα από τα πιο γνωστά γαλικά νουάρ (νεο-νουάρ θα λέγαμε), στα χνάρια του μεγάλου Μελβίλ. Πρόκειται για το "Αντίο Φίλε" (Adieu l'Ami), και μάλιστα με δύο μεγάλους σταρ της εποχής: Τον Αλέν Ντελόν και τον Τσαρλς Μπρόνσον.
Οι δυο τους, ο ένας αμερικάνος, ο άλλος γάλλος, είναι συμπολεμιστές μισθοφόροι στην Αλγερία, γνωστοί μεν αλλά όχι φίλοι - παρά τη επιμονή του αμερικάνου. Όταν επιστρέφουν στη Γαλλία ο Ντελόν θα στήσει ένα σχέδιο... όχι ακριβώς ληστείας, αλλά που απαιτεί παρόμοια ευφυία και οργάνωση με μια ληστεία, για τα μάτια μιας γυναίκας (;) και ο τυχοδιώκτης και όχι και πολύ τίμιος Μπρόνσον θα εμπλακεί σ' αυτό με το έτσι θέλω. Σιγά - σιγά η αρχική εχθρότητα (από τη μεριά του γάλλου κυρίως) θα μετατραπεί σε φιλία και αλληλοεκτίμηση...
Το φιλμ ακολουθεί πολλούς από τους κλασικούς κανόνες του νουάρ: Μοναχικοί άντρες σαν βασικοί ήρωες, ψυχροί, αλλά με μπέσα και ένα είδος ρομαντισμού κατά βάθος, ωραίες γυναίκες - παγίδες (η γυναίκα είναι σχεδόν πάντοτε επικίνδυνη στο είδος αυτο), παρανομία κλπ. Ο Ντελόν μάλιστα υποδύεται έναν χαρακτήρα που με την ψυχρότητά του θυμίζει αυτόν του "Σαμουράι" του Μελβίλ, που είχε παίξει έναν μόλις χρόνο πριν. Εδώ βέβαια αυτό που σιγά - σιγά αποκαλύπτεται είναι ένα είδος βαθύτερης τιμιότητας, "ντομπροσύνης", αλλά και κρυμένης ευαισθησίας κάτω από τη μάσκα του λιγομίλητου, παγερού τυχοδιώκτη. Αυτό όμως που πάνω απ' ολα τα άλλα μπορεί να χαρακτηριστεί η ταινία, είναι ως ένας ύμνος στην αντρική φιλία. Μια βαθιά - τελικά - φιλία και εκτίμηση, που μπαίνει πάνω απ' όλα και δεν θα προδοθεί ακόμα και κάτω από τη μέγιστη πίεση. Φυσικά όλο αυτό το σχήμα θα μπορούσε να πει κανείς ότι κρύβει έναν βαθυτερο μισογυνισμό. Νομίζω ότι ισχύει κάτι τέτοιο, όπως πολύ συχνά συμβαίνει και στο είδος του νουάρ (αμερικάνικου ή γαλικού) γενικότερα. Έστω κι έτσι όμως η ταινία βλέπεται μέχρι σήμερα νομίζω με απόλαυση. Αν μπορούμε να ξεχάσουμε αυτό το στοιχείο βεβαίως.
Στο πρώτο μέρος το φιλμ μοιάζει να έχει πολλά σεναριακά κενά, τόσο στην ίδια την πλοκή όσο (και κυρίως) στο χαρακτήρα του Ντελόν. Ωστόσο όσο προχωράμε όλα αυτά λύνονται και εξηγούνται. Τελικά τίποτα απ' όσα βλέπουμε δεν είναι αδικαιολόγητο.
Το "Αντίο Φίλε" με κράτησε. Απόλαυσα και την ερμηνευτική "μονομαχία" των δύο ηθοποιών, αλλά και την απρόβλεπτη τελική ανατροπή και αποκάλυψη. Την απόλαυσα έχοντας βέβαια πάντοτε υπ' όψη μου τις συμβάσεις του είδους, και το ίδιο θα σας συμβούλευα και εσάς αν θέλετε να την ευχαριστηθείτε. Σίγουρα πάντως πρόκειται για ένα, εκτός από γνωστό, αξιόλογο δείγμα της γαλικής εκδοχής του αρχικά αμερικάνικου φιλμ νουάρ, το οποίο κατά καιρούς έχει δώσει αριστουργήματα.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 17, 2013

"SUPERCLASICO" Ή ΝΤΕΡΜΠΙ ΒΟΡΡΑ - ΝΟΤΟΥ;

Το "Superclasico" είναι το αιώνιο ποδοσφαιρικό ντέρμπι της Αργεντινής. Μπόκα Τζούνιορ εναντίον Ρίβερ Πλέιτ για την ακρίβεια (ξέρετε, είναι εκεί που οι άνθρωποι σκοτώνονται για τη μπάλα). "Superclasico" ("Μπουένος Άιρες σ' αγαπώ" ο ελληνικός τίτλος) είναι και ο τίτλος μιας δανέζικης ταινίας του 2011 του Ole Christian Madsen, που πριν λίγα χρόνια είχε γυρίσει το καλό "Flammen and Citronen" (Μέρες Θυμού).
Αυτή τη φορά ο δανός αλλάζει πλήρως διάθεση και φτιάχνει μια κομεντί γυρισμένη εξ ολοκλήρου στο Μπουένος Άιρες. Ένας δανός ιδιοκτήτης κάβας (χρεωκοπημένης σχεδόν) ταξιδεύει με τον 16χρονο γιο του στην πρωτεύουσα της Αργεντινής για να υπογράψει τα χαρτιά διαζυγίου με τη γυναίκα του, η οποία ζει εκεί στην αγκαλιά σούπερ σταρ ποδοσφαιριστή της Μπόκα Τζουνιορς. Η αληθινή του πρόθεση όμως είναι να τα ξαναφτιάξει μαζί της. Παράλληλα με τη δική τους ιστορία ο μοναχικός γιος θα γνωρίσει τον έρωτα της ζωής του στο πρόσωπο μιας 17χρονης αργεντινής. Κι όλα αυτά με φόντο το μεγάλο ποδοσφαιρικό ντέρμπι που προαναφέραμε.
Φυσικά το φιλμ δίνει αφορμές για την κλασική αντιπαράθεση βορά - νότου. Πιο κλειστός, αλλά και πιο παρακμασμένος, ο εκπρόσωπος του βορά έρχεται σε τέλεια αντίθεση με τον "χύμα", θρήσκο, έξω καρδιά εκπροσώπου του νότου. Ο δανός θα βρεθεί αντιμέτωπος (και παντελώς απροετοίμαστος) με την καθημερινή αργεντίνικη κουλτούρα, αλλά και με τη ζέστη, την οποία δεν αντέχει. Πάνω στο τόσο διαφορετικό ταμπεραμέντο των δύο βασικών ηρώων θα στηθούν κυρίως τα διάφορα αστεία του φιλμ. Παράλληλα όμως παρακολουθούμε και δύο ιστορίες ενηλικίωσης: Του 16χρονου γιου, αλλά και του μάλλον ανώριμου μέχρι τώρα πατέρα. Όπως σε κάθε κομεντί που σέβεται τον εαυτό της το χιούμορ διαδέχεται τις δραματικές στιγμές. Εδώ το όλο πράγμα, παρά το ότι χρησιμοποιεί βέβαια αρκετά κλισέ, διαθέτει και σχετικό βάθος και καταλήγει σε λυτρωτικό μεν τέλος, όχι όμως ακριβώς happy end. Το Μπουένος Άιρες πάντως δείχνεται γραφικό στις επί μέρους γωνιές του, μάλλον άσχημο όμως (θυμίζει την Αθήνα) αν το δείς όλο μαζί από ψηλά. Και φυσικά, αφού βρισκόμαστε στην Αργεντινή, εκτός από το ποδόσφαιρο στο φόντο μπαίνει αναπόφευκτα και το τάνγκο, με το πάθος, τον ερωτισμό, το "άγριο" στιλ του.
Ίσως η ταινία να γίνεται κάπου κάπου φολκλόρ, τα κλισέ της τα έχει, όπως ξαναείπα, αλλά σε γενικές γραμές την παρακολούθησα ευχάριστα. Σίγουρα δεν πρόκειται για ένα από τα κακά δείγματα του είδους, ενός είδους που πολύ φοβάμαι ότι στην πλειοψηφία του μάλλον κακά δείγματα έχει να επιδείξει στις μέρες μας. Την βρήκα λοιπόν συμπαθητική ταινία, δίχως ωστόσο να τη θεωρώ και κάτι ιδιαίτερα αξιόλογο.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 14, 2013

ΤΟ "ΔΕΚΑΗΜΕΡΟΝ" ΚΑΙ Ο "ΠΙΠΕΡΑΤΟΣ" ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ

Θα μου επιτρέψετε μια προσωπική σινεφίλ ιεροσυλία: Ποτέ δεν υπήρξα ιδιαίτερα "φίλος" του αναμφισβήτητα σημαντικού Pier Paolo Pasolini (1922-1975) (εξαιρέσεις υπάρχουν βέβαια, όπως η πρώτη νεορεαλιστική του περίοδος). Κάπου στις αρχές των '70ς λοιπόν ο διάσημος και αδικοχαμένος ιταλός δημιουργός γυρίζει μια τριλογία από ταινίες που διαδραματίζονται στον μεσαίωνα: Στην Ιταλία, στην Βρετανία και στην Αραβία. Η πρώτη απ' αυτές γυρίζεται το 1971 και είναι το "Δεκαήμερον". Πρόκειται ουσιαστικά για σπονδυλωυή ταινία: Ο Παζολίνι επιλέγει από το ομώνυμο περίφημο έργο του Βοκάκιου κάποιες από τις ιστορίες και τις μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη.
Αντιλαμβάνομαι γιατί το κάνει ο πάντοτε προκλητικός σκηνοθέτης: Όλες σχεδόν οι ιστορίες είναι σκαμπρόζικες και, πάνω απ' όλα, βέβηλες. Οι δύο άξονες που κινούνται δηλαδή είναι το σεξ και οι διάφορες ερωτικές ιστορίες και η αντιεκκλησιαστική και βλάσφημη οπτική. Μοναστήρια με καλόγριες που πηδιούνται ακατάπαυστα, μοιχείες, ενίοτε κάτω από τη μύτη του αφελούς συζύγου και με "δράστη" έναν παπά, ψεύτικα θαύματα, κάποιος που επιστρέφει από τον άλλο κόσμο για να ανακοινώσει ότι το σεξ δεν είναι και τόσο βαρύ αμάρτημα, κάποιος άλλος που πέφτει σε ένα... βόθρο, αλλά τελικά καταλήγει πλούσιος, αγιοποιήσεις εγκληματιών και άλλα πολλά συνθέτουν αυτή την πλατειά μεσαιωνική τοιχογραφία, με ιστορίες που πάντοτε συμβαίνουν στην Ιταλία. Και, όπως και στο βιβλίο, η σατιρική διάθεση και το χιούμορ είναι κυρίαρχα. Αν και προσωπικά το συγκεκριμένο χιούμορ δεν κατάφερε να με κάνει να γελάσω ιδιαίτερα.
Εκτιμώ λοιπόν τόσο την τόλμη όσο και τη βλάσφημη και αντιθρησκευτική διάθεση, αλλά δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να πω ότι ικανοποιούμαι από το αποτέλεσμα. Το όλο εγχείρημα μου φαίνεται "επίπεδο" και δίχως κορυφώσεις, το χιούμορ χοντροκομένο και, πάνω απ' όλα, οι ηθοποιίες με ενόχλησαν. Ήταν σα να επέλεξε επίτηδες να τις κάνει τόσο κακές. Διάφοροι τύποι που χασκογελάνε με την παραμικρή ευκαιρία, μπόλικο μεν, καθόλου ερωτικό όμως σεξ, παντελής έλλειψη πάθους και άλλα τέτοια. Βεβαίως ο Παζολίνι, ως μαρξιστής, ενδιαφερόταν για τη μπρεχτική αποστασιοποίηση του θεατή από τα δρώμενα και ίσως όλα αυτά να γίνονται επίτηδες. ΟΚ, αλλά προσωπικά το αποτέλεσμα εξακολουθεί να μου φαίνεται μάλλον αδιάφορο.
Να επισημάνω τέλος την παρουσία του ίδιου του Παζολίνι στο ρόλο του μεγάλου ζωγράφου Τζιότο, που εμπνέεται από την γύρω του καθημερινότητα για τις φημισμένες θρησκευτικές του τοιχογραφίες, και να καταλήξω και πάλι στο (προσωπικό εννοείται) συνολικό συμπέρασμα ότι πολύ σπάνια κάτι τόσο γνωστό μου φαίνεται τόσο μέτριο.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 11, 2013

ΣΤΑΧΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ, "ΚΑΘΗΚΟΝ" ΚΑΙ ΠΟΘΟΣ ΓΙΑ ΖΩΗ

Ο μεγάλος πολωνός δημιουργός Andrzej Wajda γυρίζει το 1958 μια από τις πιο γνωστές του ταινίες, το "Στάχτες και Διαμάντια" (Popiol i diament αν θέλετε να εξασκήσετε τα πολωνικά σας). Είναι η επόμενη ταινία του μετά το απελπισμένο και κλειστοφοβικό "Kanal" και μία από τις καλύτερές του. Με το "Kanal" μοιράζεται την ίδια απελπισία, όχι όμως και την κλειστοφοβικότητα.
Στο τέλος του πολέμου μια πολωνική οργάνωση αντιστέκεται όχι πια ενάντια στους ηττημένους γερμανούς, αλλά ενάντια στο νέο κομουνιστικό καθεστώς που επέβαλλαν οι σοβιετικοί που είχαν καταλάβει τη χώρα μετά τον πόλεμο. Ο ήρωας, ένας νεαρός πολωνός που ανήκει στην ομάδα, διατάσεται να δολοφονήσει έναν κομουνιστή ηγέτη. Είναι εντελώς πρόθυμος και αποφασισμένος να το κάνει, μέχρι που γνωρίζει μια κοπέλα και οι προτεραιότητες στη ζωή του αλλάζουν...
Ο Βάιντα σκηνοθετεί και πάλι εκπληκτικά. Το περιβάλλον είναι ξανά κατεστραμένο και ερειπωμένο από τον πόλεμο. Η όλη κατάσταση ασταθής και γεμάτη βία. Οι ασπρόμαυρες εικόνες, οι εκπληκτικές λήψεις από ασυνήθιστες γωνίες, η φωτογραφία, είναι όλα θαυμάσια. Η αβεβαιότητα, το χαώδες κλίμα που επικρατεί, αποτυπώνονται με εξαιρετικό τρόπο. Μια χώρα που πάσχει, που αγωνίζεται να βρει τον εαυτό της, προς το παρόν όμως δεν τα καταφέρνει καθόλου. Μέσα σ' αυτή την καθόλου ευχάριστη ατμόσφαιρα, ο ήρωας είναι μια αμφιλεγόμενη, παράξενη προσωπικότητα. Μοντέρνος, με πάθος για ζωή, ένα είδος πολωνού Τζέιμς Ντιν ή πρώιμου ήρωα του Γκοντάρ, είναι αρχικά (και ταυτόχρονα με όλα τα παραπάνω) ένας αδίστακτος, δίχως δεύτερες σκέψεις δολοφόνος. Ο βασικός όμως προβληματισμός του φιλμ είναι το τι συμβαίνει όταν το καθήκον (ή αυτό που, τέλος πάντων, θεωρεί καθήκον ο ήρωας) συγκρούεται με τις προσωπικές του επιθυμίες ή την αγάπη του για ζωή που μόλις έχει αφυπνιστεί μέσα του. Ή, αν θέλετε να το θέσουμε διαφορετικά, το προσωπικό ενάντια στο επιβεβλημένο, το "θέλω" ενάντια στο "πρέπει" (όλα εντός εισαγωγικών, γιατί τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο και κανείς δεν μας βεβαιώνει ότι πρόκειται όντως για "πρέπει", αφού όλα αυτά βασίζονται σε προσωπικά πιστεύω). Ή πάλι ένας άνθρωπος ενάντια στην Ιστορία (ή έρμαιο της Ιστορίας, που παρασύρει στο ορμητικό διάβα της κάθε προσωπική επιθυμία, πόθο ή σχεδιασμό).
Παράλληλα με αυτό το βασικό κατά τη γνώμη μου μοτίβο εντοπίζουμε και την τόσο πρώιμη κριτική του Βάιντα στο κομουνιστικό καθεστώς και στη νέα, άλλου τύπου άρχουσα τάξη που μόλις έχει αναδυθεί. Τα προνόμιά της, η διαφθορά της, είναι ήδη ορατά. Και είναι απορίας άξιο το πώς επιτράπηκε στο σκηνοθέτη να γυρίσει μια τέτοια ταινία, με τόσο κριτική ματιά στα πράγματα.
Πολύ δυνατές εικόνες, υποβλητική ατμόσφαιρα και η απελπισμένη, δίχως ορατή διέξοδο ματιά που λέγαμε και στην αρχή, συνθέτουν μια από τις κλασικές ταινίες του παγκόσμιου σινεμά. Η οποία μάλιστα έχει την ικανότητα να αποκαλύπτει και καινούρια ενυπάρχοντα στοιχεία της όταν τη βλέπει ξανά κανείς. Κατά την προσωπική μου γνώμη πρόκειται για εξαιρετικό φιλμ!

Τετάρτη, Ιανουαρίου 09, 2013

ΤΟ "ΜΕΡΙΔΙΟ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ" ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΟ

Το "Μερίδιο των Αγγέλων" είναι το 2% που έχει χαθεί όταν βγάλεις το ουίσκι από το βαρέλι όπου το έβαλες να παλιώσει. Είναι επίσης ο τίτλος της ταινίας του Ken Loach του 2012. Και αν νομίζετε ότι ο βρετανός σκηνοθέτης κάνει μόνο ρεαλιστικά δράματα που αναφέρονται στη μιζέρια της αγγλικής καθημερινότητας γελιέστε. Διότι η ταινία είναι κυρίως κωμωδία. Με τους όρους του Loach βεβαίως. Που σημαίνει ότι και ο εντονότατος κοινωνικός ρεαλισμός υπάρχει και οι κλασικοί πρωταγωνιστές από την εργατική τάξη ή το περιθώριο και ο μίζερος βρετανικός περίγυρος που προαναφέραμε. Ωστόσο - ή μάλλον παρ' όλα αυτά - πρόκειται για μια από τις πιο feelgood και αισιόδοξες ταινίες του τελευταίου καιρού (για μένα τουλάχιστον).
Ο ήρωας είναι ενα χαμένο κορμί που μπλέκει σε καυγάδες και αποφασίζει να αλλάξει ζωή όταν γίνεται πατέρας. Γλυτώνει στο τσακ τη φυλακή και καταδικάζεται σε 300 ώρες κοινωνικής εργασίας. Εκεί θα γνωρίσει κι άλλους τύπους σαν κι αυτόν και μαζί θα μπλεχτούν στον άγνωστο κόσμο των πολυτελών, πανάκριβων ουίσκι και των φανατικών (και ζάπλουτων προφανώς) συλλεκτών τους. Θα καταστρώσουν λοιπόν το σχέδιο μιας πρωτότυπης ληστείας.
Αυτό που μ' αρέσει πολύ στο φιλμ είναι ότι ο Loach αλλάζει μεν διάθεση, κάνοντας όπως είπαμε μια ταινία που μάλλον στο είδος της κωμωδίας (έστω και γλυκόπικρης) πρέπει να καταταγεί, δίχως όμως να χάσει σε καμία περίπτωση τα γνώριμα χαρακτηριστικά του. Καταλαβαίνεις αμέσως ότι πρόκειται για μια δική του ταινία. Μόνο που αυτή τη φορά πάνω απ' όλα διασκεδάζεις.
Το πρώτο μέρος είναι λιγότερο αστείο. Βρισκόμαστε στον Λόουτς που ξέρουμε, με τους χαμένους πρωταγωνιστές και τις αδιέξοδες ζωές τους. Από ένα σημείο και πέρα όμως το χιούμορ, η αισιοδοξία, η συμπάθεια για τους περιθωριακούς ήρωες, παίρνουν το πάνω χέρι, βγάζουν γέλιο και διασκεδάζουν. Η αισιόδοξη πρότασή του είναι ότι ακόμα και τα πιο "χαμένα κορμιά" (που στο κάτω - κάτω συνήθως είναι τέτοια για κοινωνικούς λόγους) έχουν δικαίωμα και μερίδιο στην ευτυχία. Δικαιούνται κι αυτοί το περίφημο 2% που περισσεύει από τους κάθε λογής φαταούλες. Κι όχι μόνο αυτό: Ο Λόουτς δικαιώνει ηθικά την παρανομία (που γίνεται με τόσο φυσικό τρόπο στο φιλμ...), αφού αυτή οδηγεί τελικά σε μια δικαιότερη κατανομή του πλούτου. Και όντως, όταν βλέπουμε τις τρομαχτικές αντιθέσεις, τους απόκληρους της κοινωνίας από τη μία και τους πλούσιους που σε μια εφιαλτική οικονομικά περίοδο δεν διστάζουν να δώσουν ένα εκατομμύριο λίρες (!!!) για να αποκτήσουν ένα βαρέλι σπάνιου ουίσκι, ε, τότε μόνο να ευχαριστηθούμε μπορούμε όταν οι τελευταίοι πιάνονται κορόιδα και οι άλλοι κερδίζουν το "μερίδιο" που λέγαμε. Στο κάτω - κάτω (και δια της εις άτοπον απαγωγής) αφού όλοι αυτοί οι απεχθείς τύποι, που μερικοί, όπως ο αμερικάνος, δεν καταλαβαίνουν καν από καλό ουίσκι, αποκλείεται να είναι άγγελοι, ο τίτλος μένει στους απόκληρους. Το δικαιούνται.
ΥΓ: Όλα τα λεφτά ο Άλμπερτ, ο "χαζός" της παρέας, με τις γκάφες και τις απιστευτες ατάκες απόλυτης άγνοιας των πάντων κυριολεκτικά (όταν κάποιος αναρωτιέται "πώς και σε ποιον μπορείς να πουλήσεις τη Μόνα Λίζα αν την έχεις στο σαλόνι σου;" αυτός απαντά "Ποια είναι αυτή η Μόνα;"

Δευτέρα, Ιανουαρίου 07, 2013

"THE IMPOSSIBLE" : ΤΣΟΥΝΑΜΙ ΚΑΙ ΔΑΚΡΥΑ

Η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, "Το Ορφανοτροφείο", ήταν για μένα μια από τις πολύ λίγες αξιόλογες ταινίες τρόμου των τελευταίων χρόνων. Δυστυχώς η δεύτερη, "The Impossible" του 2012, με απογοήτευσε.
Μιλώ για τον ισπανό Juan Antonio Bayona. Η ταινία βασίζεται σε αληθινή ιστορία που αναφέρεται στο εφιαλτικό τσουνάμι του 2004, που έπληξε κάμποσες χώρες του Ινδικού ωκεανού, μεταξύ των οποίοων και την τουριστικότατη Ταϊλάνδη, αφήνοντας πίσω του τον απίστευτο αριθμό των 250.000 νεκρών! Έτσι λοιπόν, μέσα στην ασύλληπτη ορμή του, χωρίζει μια πενταμελή οικογένεια που κάνει διακοπές εκεί. Ο παράδεισος έχει μετατραπεί μέσα σε λίγη ώρα σε απόλυτη κόλαση. Κάπου θα σωθούν η τραυματισμένη μητέρα και ο 13χρονος (ή κάπου εκεί) μεγάλος γιος, ο οποίος θα αρχίσει να ψάχνει απεγνωσμένα τον χαμένο πατέρα και τα δύο μικρότερα αδέλφια του. Μέσα στο χάος που επικρατεί παντού, η οικογένεια χάνεται, βρίσκεται, ξαναχάνεται και άλλα τέτοια.
Το φιλμ συνδυάζει ταινία καταστροφής και αβάσταχτο μελό. Η "άγια" οικογένεια πρέπει να ξαναβρεθεί πάσει θυσία, οι δεσμοί αίματος οφείλουν να θριαμβεύσουν. Στο μεταξύ, εμείς με τη σειρά μας οφείλουμε εκβιαστικά να κλάψουμε με δάκρυ κορόμηλο με τη συγκινητική μάνα και τον απότομα και βίαια ενηλικιωμένο γιο ή με τον πατέρα που ψάχνει την οικογένεια ή με τις συναντήσεις και τις αγκαλιές και τα ξαναχασίματα, με την αγωνία για την βαριά τραυματισμένη μητέρα κλπ. Οφείλω να πω βέβαια με τη σειρά μου ότι οι σκηνές του φοβερού τσουνάμι είναι πολύ καλά δοσμένες και η συγκίνηση από εκεί και πέρα κατασκευασμένη με τέτοιο τρόπο ώστε οι περισσότεροι θεατές θα "υποκύψουν". Επίσης είναι πολύ καλά δοσμένο το απόλυτο χάος που ακολουθεί τη βιβλική καταστροφή, το οποίο ίσως και να είναι περισσότερο τρομαχτικό από το ίδιο το τσουνάμι, αφού ο κόσμος όπως τον ξέραμε δεν υπάρχει πια: Υπάρχουν μόνο ερείπια, σκουπίδια, πτώματα και τραυματίες παντού όσο μπορεί να δει το μάτι. Η σκηνοθετική δεξιοτεχνία λοιπόν είναι δεδομένη και σε κάνει να νοιώθεις σα να βρίσκεσαι εκεί, έρμαιο των φονικών νερών και των όσων φριχτών άφησαν αυτά πίσω τους. Πλην όμως όλο αυτό το μελό, όλο αυτό το με το ζόρι δάκρυ, με ενόχλησε αρκετά. Αφείστε που, όπως διάβασα, η αληθινή ιστορία αφορούσε μια ισπανική οικογένεια, που εδώ, για προφανείς λόγους διεθνούς καριέρας, έχει αντικατασταθεί από οικογένεια κατάξανθων βρετανών...
Τέλος πάντων, αν είστε του μελό και πάρετε και πολλά χαρτομάντηλα μαζί σας, θα σας αρέσει. Εμένα πάντως αυτό το overdose δακρύων με λίγωσε αρκετά.
ΥΓ: Και προσθέτω ότι η οικογένεια που προαναφέραμε κάνει το είδος τουρισμού που σιχαίνομαι: Κλείνονται σε ένα υπερπολυτελές ξενοδοχείο με μπανγκαλόους και πισίνες και τα πάντα κυριολεκτικά και ελάχιστα ξεμυτούν από εκεί μέσα. Έτσι ο προορισμός παύει να έχει οποιαδήποτε σημασία. Όλα αυτά είναι πανομοιότυπα στην Ταϊλάνδη, την Τουρκία, τη Μαγιόρκα, την Ελλάδα, σε εκατοντάδες τροπικά νησιά και όπου αλλού υπάρχει όμορφο τοπίο. Γιατί να τρέχεις λοιπόν τόσο μακριά;

Κυριακή, Ιανουαρίου 06, 2013

Ο "ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ" ΩΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ACTION MOVIES

Ο Buster Keaton (1895-1966) είναι βέβαια μια από τις σημαντικότερες και πλέον αναγνωρίσιμες κωμικές φιγούρες του παγκόσμιου σινεμά. Το απόλυτο χαρακτηριστικό του, μυθικό πλέον, είναι ότι δεν έχει χαμογελάσει ποτέ επί οθόνης, αν και κωμικός βεβαίως. Αυτή η μόνιμη σοβαρότητα, σχεδόν θλίψη, στο πρόσωπό του, του προσδίδει μια μελαγχολία, κάτι συγγενικό του "θλιμένου κλόουν", κάνοντας πολύ ιδιαίτερη την άποψή του για το κωμικό.
Το 1926 γυρίζει μια από τις γνωστότερες ταινίες του (με συν-σκηνοθέτη τον Clyde Bruckman), τον "Στρατηγό" (The General). Βουβό φιλμ φυσικά, μας μεταφέρει στα χρόνια του αμερικάνικου εμφύλιου πολέμου. Παρ' όλα αυτά ο Στρατηγός του τίτλου δεν είναι άνθρωπος, αλλά ένα τρένο, στο οποίο ο ήρωας είναι μηχανοδηγός και το οποίο αποτελεί "μια από τις δύο αγάπες της ζωής του" (η άλλη είναι φυσικά η κοπέλα του). Παρά την επιθυμία του και τις επίμονες προσπάθειές του, αρνούνται να τον δεχτούν στον στρατό (τον θεωρούν πολυτιμότερο σαν μηχανοδηγό), πράγμα που τον κάνει να χωρίσει με την αγαπημένη του (τον χωρίζει επειδή νομίζει ότι δεν είναι γενναίος ώστε να πάει εθελοντής στον πόλεμο! Άλλες εποχές, άλλα ήθη...) Όταν όμως οι βόρειοι κλέβουν το αγαπημένο του τρένο, αυτός θα γίνει αληθινός ήρωας αψηφώντας τα πάντα, μπαίνοντας στις γραμμές τους και προσπαθώντας να ανακτήσει το τρένο και να σώσει την αγαπημένη του.
Το περίεργο είναι ότι ο "Στρατηγός" δεν είναι ακριβώς κωμωδία. Είναι βεβαίως, διαθέτει και πολύ χιούμορ και αρκετά και έξυπνα γκαγκς, πλην όμως δεν είναι σε καμία περίπτωση αυτό που θα αποκαλούσαμε "ξεκαρδιστική ταινία". Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, στην ουσία είναι ένα action movie! Σε όλη την ταινία έχουμε διαρκείς ξέφρενες καταδιώξεις, θεαματικές σκηνές με το τρένο, συνεχείς αλλαγές των κατόχων του (γίνεται πράγματικά ο κλέψας του κλέψαντος), εκρήξεις, συνεχή μπρος - πίσω του τρένου και αλλαγές των βαγονιών, επικίνδυνες σκηνές εν κινήσει (του τρένου βεβαίως), ακόμα και σκηνές μάχης. Σε όλον αυτό τον χαμό, το σώμα του Κίτον βρίσκεται σε τέλεια αρμονία με τις μηχανές. Το όλο πράγμα γίνεται ακόμα πιο θαυμαστό αν σκεφτούμε ότι ο ίδιος έκανε όλες τις επικίνδυνες σκηνές, δίχως να χρησιμοποιεί stunts. Με όλα αυτά μπορούμε άνετα να χαρακτηρίσουμε τον "Στρατηγό" σαν πρόδρομο των action movies. Άλλωστε η επιροή του στο μεταγενέστερο σινεμά του είδους (που τόσο με έχει κουράσει στις μέρες μας) είναι μεγάλη. Μια προσεκτική ματιά θα μας αποκαλύψει ότι στοιχεία και ιδέες του χρησιμοποιήθηκαν άπειρες φορές έκτοτε και χρησιμοποιούνται μέχρι τις μέρες μας. Κάποια μάλιστα έφτασαν να γίνουν κλισέ του είδους. Παράλληλα με όλα αυτά το timing και το σασπένς λειτουργούν πολύ καλά και η μίξη δράσης, κωμωδίας και ρομαντισμού είναι άψογη.
Φυσικά μιλάμε για κλασική ταινία. Ακόμα κι αν σήμερα κουράσει λίγο όσους δεν μπορούν να δουν τόσο παλιό κινηματογράφο, παραμένει μια από τις καλύτερες ταινίες του δημιουργού της και, όπως είπαμε, πολύ επιδραστική. Και μόνο γι΄αυτό αξίζει να τη δείτε.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 04, 2013

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΥΣ ΜΕ ΒΛΑΚΩΔΗ ΑΦΕΛΕΙΑ

Ο Juan Diego Solanas είναι γιος του σημαντικού αργεντινού σκηνοθέτη Fernando Solanas. Δυστυχώς αυτό δεν κάνει σημαντικό σκηνοθετη τον ίδιο, αν τουλάχιστον κρίνουμε από τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του "Ανάμεσα σε δύο Κόσμους" (Upside Down) του 2012.
Θα σας πω τα μοναδικά δύο θετικά στοιχεία (για μένα τουλάχιστον) από την αρχή για να ξεμπερδεύω: Πρώτον, το φιλμ διαθέτει μια πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα ιδέα. Δεύτερον, διαθέτει συχνά εντυπωσιακή, φαντασμαγορική θα έλεγα, εικόνα. Θα βαθμολογούσα όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του με μηδέν.
Πρόκειται για φιλμ επιστημονικής φαντασίας, είδος που πάσχει πολύ τα τελευταία χρόνια. Υπάρχουν δύο πλανήτες, πολύ κοντά ο ένας στον άλλον, τόσο κοντά ώστε μπορείς να πας από τον έναν στον άλλον με ένα απλό σκοινί αν ανέβεις σε δύο κορυφές βουνών που σχεδόν συναντιούνται. Αλλά και αν βρεθείς στην πρωτεύουσα του καθενός, ο ουρανός είναι "στερεός", καθώς αν σηκώσεις το κεφάλι βλέπεις ολόκληρο το στερέωμα να καλύπτεται από την πρωτεύουσα του άλλου (αντιλαμβάνεστε ότι τη νύχτα ιδιαίτερα, με τις πόλεις φωτισμένες, το θέαμα είναι τουλάχιστον εντυπωσιακό). Μόνο που ο ένας πλανήτης ευημερεί απομυζώντας τον πλούτο του άλλου, ενώ ο άλλος είναι πρακτικά κατεστραμένος, σχεδόν σαν βομβαρδισμένος. Στον "επάνω" ζουν οι πλούσιοι και στον "κάτω" οι πληβείοι. Η επαφή μεταξύ τους είναι αυστηρά απαγορευμένη (εκτός από συγκεκριμένες περιπτώσεις που εγκρίνουν οι "πάνω" φυσικά) και οι ένοχοι τιμωρούνται με θάνατο. Ε, κλασικά, κάπου εκεί ένα κορίτσι των "πάνω" θα ερωτευτεί ένα αγόρι των "κάτω" και η ταινία μετατρέπεται σε μια ρομαντική ερωτική ιστορία, με τους δύο ήρωες να προσπαθούν απεγνωσμένα να συναντηθούν.
Φυσικά πρόκειται για μια ακόμα παραλλαγή του κλασικού και χιλιοχρησιμοποιημένου θέματος του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας σε βερσιόν επιστημονικής φαντασίας αυτή τη φορά. Νομίζω ότι μένει κανείς έκπληκτος από το πόσο αφελής είναι η αντιμετώπιση του θέματος αυτού, πόσο εύκολα γίνονται όλα, πόσο προβλέψιμο είναι το στόρι και πόσο κακό το σενάριο. Από την αρχή τίθενται κάποιοι κανόνες της περίεργης βαρύτητας που επικρατεί στους πλανήτες και, κυρίως, στα "σημεία επαφής" τους, οι οποίοι σύντομα καταστρατηγούνται με πρωτοφανή ευκολία. Από κάποια στιγμή και πέρα οι κανόνες αυτοί μπερδεύονται τόσο και οι ήρωες κυκλοφορούν με τόσο γελοίους τρόπους από τον ένα κόσμο στον άλλο, ώστε παύεις να σκέπτεσαι και να αναζητάς εξηγήσεις και αναγκάζεσαι να παρακολουθήσεις τις αυθαιρεσίες δίχως να μπορείς να αντιδράσεις. Το όλο concept, που αν και ΕΦ αγγίζει τα όρια του μαγικού και που συνοψίζεται στο ότι "ο έρωτας νικά όλα τα εμπόδια" (ακόμα και τη βαρύτητα, θα πρόσθετα εγώ), είναι τόσο αφελές από μόνο του που μόνο σε παιδιά δημοτικού θα συνιστούσα το φιλμ. Τα οποία θα απολαύσουν ίσως την εικόνα και την περιπέτεια και δεν θα σκεφτούν τίποτα άλλο. Διότι έτσι και το κάνουν...
Θα μπορούσα να απαριθμώ επι σελίδες αφέλειες, γελοίες ευκολίες και σεναριακά κενά που αναφέρονται είτε σε βασικά σημεία είτε σε μικρές λεπτομέρειες, αλλά δεν νομίζω ότι αξίζει τον κόπο. Δείτε αυτό το φιλμ επιστημονικής φαντασίας, που περισσότερο με αφελές, ρομαντικό παραμύθι μοιάζει, μόνο αν καίγεστε για μερικές εντυπωσιακές εικόνες. Αλλιώς ξεχάστε το.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 03, 2013

"Ο ΤΡΙΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ" ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΜΙΑΣ ΠΟΛΗΣ

Μερικές ταινίες βρίσκονται στη λίστα με τις αγαπημένες μου όλων των εποχών. Γι' αυτές είναι πολύ δύσκολο να μιλήσω αντικειμενικά. Αν και η συγκεκριμένη είναι κλασική και βρίσκεται πολύ ψηλά στις προτιμήσεις πάμπολλων σινεφίλ. Μιλάω για τον περίφημο "Τρίτο Άνθρωπο", που γύρισε ο Carol Reed (1906-1976) το 1949. Με τον Όρσον Ουέλες να ερμηνεύει έναν από τους καλύτερους ρόλους της ζωής του (αν και δεν σκηνοθετεί ο ίδιος το φιλμ) και μια κατεστραμένη, διαιρεμένη Βιέννη να είναι η ουσιαστική πρωταγωνίστρια.
Η ταινία μας μεταφέρει στη Βιέννη λίγο μετά το τέλος του πολέμου. Η άλλοτε κραταιά πόλη είναι ηττημένη, ταπεινωμένη και διαιρεμένη σε τομείς, καθέναν από τους οποίους διοικεί μια από τις νικήτριες χώρες της αντιναζιστικής συμμαχίας. Η πόλη βρίσκεται σε απόλυτη παρακμή. Πείνα, ανέχεια, ερείπια, κάθε λογής λαθρεμπόριο και μαύρη αγορά. Όπως ακριβώς συμβαίνει σε κάθε εποχή παρακμής, αδίστακτοι τύποι, αληθινά κοράκια, βρίσκουν την ευκαιρία να πλουτίσουν δίχως να συγκινούνται από τίποτα (βλ. "Αγοράζω Χρυσό" για μια χαλαρή σύγκριση με το σήμερα, αν και φυσικά τα πράγματα τότε ήταν πολύ χειρότερα). Η υλική παρακμή άλλωστε πάντοτε συνοδεύεται και από την ηθική. Μέσα σ' αυτό το καθόλου ομαλό σκηνικό, ένας αμερικάνος συγγραφέας pulp λογοτεχνίας (γουέστερν κυρίως) φτάνει στην πόλη για να βρει τον παλιό κολλητό του φίλο Χάρι Λάιμ, που τον έχει προσκαλέσει εκεί, και μαθαίνει άναυδος ότι ο φίλος του έπεσε θύμα θανατηφόρου ατυχήματος μόλις την προηγούμενη μέρα. Από εκεί και πέρα μπλέκεται σε έναν κυκεώνα από απάτες, υποψίες, παράξενους και ύποπτους τύπους και... την ερωμένη του φίλου του, την οποία ερωτεύεται, ενώ συγχρόνως υποψιάζεται ότι ο φίλος του δολοφονήθηκε. Αν όμως κάτι όντως συμβαίνει, είναι ότι στην πραγματικότητα τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται.
Η ταινία διαθέτει υποδειγματικό σασπένς (άλλωστε βασίζεται σε βιβλίο του δεξιοτέχνη Γκράχαμ Γκριν) και μοναδική, ασπρόμαυρη φυσικά, ατμόσφαιρα. Τα υπέροχα νυχτερινά πλάνα διαδέχονται το ένα το άλλο, οι σκιές μακραίνουν και γίνονται απειλητικές. Τα διδάγματα του γερμανικού εξπρεσιονισμού είναι πασιφανή. Οι σκηνές της καταδίωξης στους υπόνομους της πόλης είναι όχι απλά υποβλητικές, αλλά κομμάτια ανθολογίας, ενώ η μουσική του Zamfir, το θέμα του Χάρι Λάιμ δηλαδή, στοιχειώνει τον θεατή. Ταυτόχρονα, παράλληλα με την απειλή και το διφορούμενο, ο Reed κατορθώνει να εικονογραφήσει μοναδικά και την παρακμή, υλική και ηθική, που προαναφέραμε. Και φυσικά, όπως κάθε νουάρ που σέβεται τον εαυτό του, δεν κάνει παραχωρήσεις σε χάπι εντ και άλλα συμβατικά κόλπα.  Να προσθέσω επίσης ότι σπάνια η ίδια η πόλη  - και το απειλητικό σκηνικό της -  είναι τόσο "πρωταγωνίστρια" μιας ταινίας.
Μίλησα πριν για διφορούμενο. Ο "Τρίτος Άνθρωπος" είναι μια από τις πρώτες ταινίες νομίζω που παρουσιάζει έναν γοητευτικό, έξυπνο, σαγηνευτικό "κακό", ο οποίος πραγματικά κλέβει την παράσταση. Κι όχι μόνο αυτά. Ο "κακός", ενώ είναι αδίστακτος, διατηρεί σε πολύ υψηλό σημείο στο ηθικό του πάνθεον την αξία της φιλίας. Πιστεύει μάλιστα σ' αυτήν μέχρι τέλους, δείχνοντάς μας ένα ανθρώπινο, ζεστό προφίλ που καμιά σχέση δεν έχει με τις καρικατούρες μονοδιάστατων κακών που έχουμε συνηθίσει στο σύγχρονο εμπορικό σινεμά. Όλα αυτά δίνουν βάθος στους χαρακτήρες και βρίσκονται πολύ μακριά από το μαύρο - άσπρο που τόσο συχνά (και απλοϊκά) μας επιβάλλεται συνήθως. Όσο για τον μάλλον αφελή ήρωα, αυτός βρίσκεται πολύ κοντά στις μοναχικές φιγούρες των ηρώων του νουάρ. Με όλα αυτά το φιλμ θέτει διαρκώς το δίλημμα του "με ποιον θα πας και ποιον θ' αφήσεις", το πρόβλημα της ιεράρχησης των αξιών, της σύγκρουσης συναισθήματος και καθήκοντος ή συναισθηματικής παρόρμησης και ηθικής. Όλα είναι ρευστά. Τίποτα δεν είναι δεδομένο.
Δεν θα πω άλλα, παρά μόνο ότι πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για ένα αριστούργημα. Το οποίο βλέπεται με ξεχωριστή απόλαυση, λόγω των ηθοποιών, του σασπένς και της εξαιρετικής ατμόσφαιρας που προαναφέραμε. Αν δεν το έχετε δει, σπεύσατε.