Βρισκόμαστε στα 1955 και ο "παντός καιρού" (όχι όμως και ιδιαίτερα σημαντικός) Henry King (1886-1982) γυρίζει το "Love Is a Many Spendour Thing". Σήμερα η ταινία είναι μάλλον περισσότερο γνωστή από το ομώνυμο τραγούδι, που γράφτηκε για τις ανάγκες της, παρά για την ίδια.
Νομίζω ότι βρισκόμαστε βαθύτατα στον κόσμο του ρομαντισμού ή μάλλον, για να το πω πιο "στυγνά", του μελό. Βαθείς έρωτες, πάθος, δράμα, συγκίνηση...
Η ταινία μας μεταφέρει στο εξωτικό Χονγκ-Κονγκ της εποχής, το οποίο βεβαίως ήταν αγγλική αποικία, και μιλά για τον παράφορο έρωτα ενός αμερικανού δημοσιογράφου και μιας ευρασιάτισας γιατρού. Και οι δύο με παρελθόν: Εκείνος σε διάσταση με τη γυναίκα του, που ζει στη Σιγκαπούρη, κι εκείνη χήρα. Αρχικά εκείνη διστάζει. Φοβάται να αγαπήσει ξανά. Στη συνέχεια όμως θα δοθεί με όλη της τη δύναμη στον έρωτα αυτόν, μέχρι το (ας μην το χαρακτηρίσω με οποιαδήποτε λέξη για να μη σας το αποακαλύψω) φινάλε. Στο μεταξύ όμως ο πόλεμος της Κορέας έρχεται αδυσώπητος...
Το φιλμ θετει ορισμένα ζητήματα: Αρχικά τα εμπόδια που υπάρχουν λόγω της μικτής καταγωγής της κοπέλας (η κινέζικη, παραδοσιακή πλευρά της δεν είναι τόσο "ανοιχτή" όσο η δυτική). Έπειτα σκιαγραφεί την δυτική κοινότητα του Χονγκ Κονγκ με μάλλον όχι και τόσο κολακευτικό τρόπο. Κουτσομπόληδες πάνω απ' όλα, συντηρητικοί κατά βάθος, παρά το "ανοιχτό" δυτικό πνεύμα που προαναφέραμε, μια δράκα πλούσιων που ζουν ανέμελα σε έναν μικρόκοσμο χαμένοι στα γελοία μικροπροβλήματά τους στο μέσο μιας κοινωνίας που βράζει - για να είμαστε ακριβείς ετοιμάζεται να εκραγεί. Από εκεί και πέρα όμως υπάρχουν και άλλα στοιχεία: Αρκετός αντικομμουνισμός (οι συζητήσεις για τους "κόκκινους", από τους οποίους φυσικά κινδυνεύουν, είναι συχνές) και μια μάλλον τουριστική ματιά σε ένα εξωτικό και γραφικό Χονγκ Κονγκ, το οποίο λες και είναι φτιαγμένο για τους σχετικά λίγους λευκούς που το κατοικούν. Οι κινέζοι γηγενείς είναι απλώς διακοσμητικό ντεκόρ. Η πρόθεση βέβαια του φιλμ δεν είναι να γίνει μια ιστορική ή κοινωνικοπολιτική μελέτη, αλλά ένα καθαρά ερωτικό / ρομαντικό έργο. Ωστόσο μια ματιά στο φαινομενικά αθώο background ποτέ δεν βλάπτει.
Γενικά τη βρήκα μάλλον ξεπερασμένη ταινία. Όλος αυτός ο ρομαντισμός και το δάκρυ παραπέμπουν νομίζω σε μια άλλη εποχή και μια άλλη κινηματογραφική γλώσσα. Είναι επίσης χαρακτηριστικό (της εποχής βεβαίως και όχι μόνο της συγκεκριμένης ταινίας) το ότι ενώ ο παραφορος έρωτας των πρωταγωνιστών (Ουίλαμ Χόλντεν και Τζένιφερ Τζόουνς) κυριαρχεί απ' άκρη σ' άκρη δεν υπάρχει η παραμικρή έστω νύξη για σεξ. Δεν το αναφέρω ως κάτι που από μόνο του θα ήταν φοβερά αρνητικό για το φιλμ, αλλά σαν ένα κοινωνικό σχόλιο για το mainstream σινεμά της εποχής. Το πρόβλημα πάντως βρίσκεται, πιστεύω, περισσότερο στην έλλειψη κάποιου είδους σασπένς και στο όλο μελό κλίμα που προαναφέραμε.
Το συνιστώ μόνο σε αθεράπευτα ρομαντικούς ή σε νοσταλγούς μιας, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, εποχής απόλυτης "αθωότητας" του σινεμά. Και θα κλείσω με δύο παρατηρήσεις πάνω στην τελευταία πρόταση: Πρώτον, δώστε ιδιαίτερο βάρος στα εισαγωγικά. Δεύτερον, να τονίσω και πάλι ότι μιλάμε για το απόλυτο mainstream σινεμά, διότι κάθε είδους πολύ περισσότερο προχωρημένες απόψεις υπήρχαν και τότε, και μάλιστα πολύ πριν από το '55.
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 10, 2012
Κυριακή, Δεκεμβρίου 09, 2012
ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ HOLY MOTORS
Τι ακριβώς είναι το "Holy Motors"; Δυσκολο να απαντήσει κανείς. Είναι ανοιχτό σε όλες τις ερμηνείες (ή μη ερμηνείες). Μπορείς να πεις ότι πιάνεις κάποιες αλληγορίες, συμβολισμούς, νοήματα. Μπορείς να πεις εξ ίσου άνετα ότι δεν κατάλαβες τίποτα, ότι όλο αυτό το εντυπωσιακό παιχνίδι είναι άνευ περιεχομένου.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο Leos Carax είχε 13 ολόκληρα χρόνια να κάνει ταινία μεγάλου μήκους. Το 2012 επιστρέφει με το παράδοξο αυτό φιλμ, που (σύμπτωση, αφού είχαμε και το Cosmopolis του Κρόνενμπεργκ) δείχνει έναν άνθρωπο να περνά τη μέρα του μέσα σε μια γιγάντια λιμουζίνα. Εδώ όμως τελειώνει οποιουδήποτε άλλο κοινό στοιχείο. Ο ήρωας είναι ένας άνθρωπος που, άγνωστο πώς ή γιατί, άγνωστο αν πρόκειται για αλήθεια ή όνειρο, περνά τη ζωή του αλλάζοντας διαρκώς περσόνες και ρόλους. Η λιμουζίνα είναι το καμαρίνι του, όπου μεταμορφώνεται για να ερμηνεύσει / ζήσει τον επόμενο ρόλο του, τον οποίο μαθαίνει επί τόπου, από το ντοσιέ με το ημερήσιο πρόγραμμά του. Η "δουλειά" (;) ξεκινά το από χάραμα και συνεχιζεται μέχρι τα μεσάνυχτα, με τον κ. Όσκαρ να είναι πλέον εμφανώς εξαντλημένος. Στο μεταξύ έχει γίνει πολιτικός, ζητιάνα, τέρας (ή μήπως τρελός;), ετοιμοθάνατος γέρος, νοσταλγός ενός παλιού έρωτα, ακορντεονίστας, δολοφόνος και άλλα. Ό,τι κάνει το ζει αληθινά (σκοτώνει, τρελλαίνεται κλπ.). Μοιάζει να δουλεύει για κάποιους που δεν μας αποκαλύπτεται ποτέ ποιοι είναι. Ο ίδιος μοιάζει να μην έχει ταυτότητα, αφού ακόμα και η κατάληξη της κουραστικής και μακράς μέρας είναι κάθε φορά διαφορετική, άρα κοιμάται και ξεκουράζεται αλλού (το πρωί ξεκινά σαν πετυχημένος πολιτικός, τη νυχτα καταλήγει σαν κοινότατος οικογενειάρχης). Δεν φαίνεται να υπάρχει καμιά αλήθεια γι' αυτόν, ή μάλλον καμιά πραγματικότητα.
Αυτό που σίγουρα κάνει η πέρα για πέρα σουρεαλιστική αυτή ταινία, που, επαναλαμβάνω, δεν δίνει καμιά απολύτως εξήγηση για τα τεκταινόμενα, είναι να αναφέρεται σε κάθε είδους κινηματογραφικά είδη και στιλ. Περνά από την κωμωδία στο βαρύ δράμα, από την (σχεδόν) ταινία τρόμου στο μιούζικαλ κ.ο.κ. Ίσως γι' αυτό πρώτιστα απευθύνεται σε σινεφίλ και είναι ερμητικά κλειστή για το ευρύ κοινό. Σίγουρα επίσης, όσα παράλογα συμβαίνουν είναι εξαιρετικά κινηματογραφημένα. Το φιλμ εντυπωσιάζει με τη βιρτουοζιτέ του δημιουργού του.
Ερμηνείες; Μπορείτε να υποθέσετε ό,τι θέλετε (ή να μην υποθέσετε τίποτα). Ότι είναι μια αλληγορία των διαφορετικών ρόλων που ερμηνεύουμε καθημερινά στη ζωή μας. Ότι είναι μια αναφορά στο επάγγελμα του ηθοποιού και στους κόπους του. Ότι είναι απλώς μια απόλυτα σινεφίλ άσκηση, που δίνει την αφορμή (και την ηδονή) στον Καράξ να παίξει με κινηματογραφικά είδη. Μπορείτε να υποθέσετε και πολλά άλλα που δεν σκέφτηκα εγώ. Είπαμε ότι μια τέτοια ταινία είναι ανοιχτή στα πάντα.
Προσωπικά με γοήτευσε δίχως να με κουράσει. Αρνήθηκα να βγάλω συμπεράσματα. Αφέθηκα μόνο στη γοητεία της και σ' αυτό το ατελείωτο παιχνίδι ρόλων και εικόνων. Ωστόσο, το τονίζω αυτό, θα καταλάβω απόλυτα και κάποιον που θα μισήσει τη ταινία, ακόμα και θα φύγει στα μισά. Έτσι είναι. Οι ακραίες, ερμητικές, παράλογες ταινίες είναι επόμενο να προκαλούν και αλοπρόσαλλες, εξ ίσου ακραίες αντιδράσεις. Οπότε να το δείτε "με δική σας ευθύνη". Σας είπα ότι μου άρεσε, αλλά δεν προτρέπω κανέναν να το δει. Είναι φιλμ για μάλλον ειδικά γούστα...
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο Leos Carax είχε 13 ολόκληρα χρόνια να κάνει ταινία μεγάλου μήκους. Το 2012 επιστρέφει με το παράδοξο αυτό φιλμ, που (σύμπτωση, αφού είχαμε και το Cosmopolis του Κρόνενμπεργκ) δείχνει έναν άνθρωπο να περνά τη μέρα του μέσα σε μια γιγάντια λιμουζίνα. Εδώ όμως τελειώνει οποιουδήποτε άλλο κοινό στοιχείο. Ο ήρωας είναι ένας άνθρωπος που, άγνωστο πώς ή γιατί, άγνωστο αν πρόκειται για αλήθεια ή όνειρο, περνά τη ζωή του αλλάζοντας διαρκώς περσόνες και ρόλους. Η λιμουζίνα είναι το καμαρίνι του, όπου μεταμορφώνεται για να ερμηνεύσει / ζήσει τον επόμενο ρόλο του, τον οποίο μαθαίνει επί τόπου, από το ντοσιέ με το ημερήσιο πρόγραμμά του. Η "δουλειά" (;) ξεκινά το από χάραμα και συνεχιζεται μέχρι τα μεσάνυχτα, με τον κ. Όσκαρ να είναι πλέον εμφανώς εξαντλημένος. Στο μεταξύ έχει γίνει πολιτικός, ζητιάνα, τέρας (ή μήπως τρελός;), ετοιμοθάνατος γέρος, νοσταλγός ενός παλιού έρωτα, ακορντεονίστας, δολοφόνος και άλλα. Ό,τι κάνει το ζει αληθινά (σκοτώνει, τρελλαίνεται κλπ.). Μοιάζει να δουλεύει για κάποιους που δεν μας αποκαλύπτεται ποτέ ποιοι είναι. Ο ίδιος μοιάζει να μην έχει ταυτότητα, αφού ακόμα και η κατάληξη της κουραστικής και μακράς μέρας είναι κάθε φορά διαφορετική, άρα κοιμάται και ξεκουράζεται αλλού (το πρωί ξεκινά σαν πετυχημένος πολιτικός, τη νυχτα καταλήγει σαν κοινότατος οικογενειάρχης). Δεν φαίνεται να υπάρχει καμιά αλήθεια γι' αυτόν, ή μάλλον καμιά πραγματικότητα.
Αυτό που σίγουρα κάνει η πέρα για πέρα σουρεαλιστική αυτή ταινία, που, επαναλαμβάνω, δεν δίνει καμιά απολύτως εξήγηση για τα τεκταινόμενα, είναι να αναφέρεται σε κάθε είδους κινηματογραφικά είδη και στιλ. Περνά από την κωμωδία στο βαρύ δράμα, από την (σχεδόν) ταινία τρόμου στο μιούζικαλ κ.ο.κ. Ίσως γι' αυτό πρώτιστα απευθύνεται σε σινεφίλ και είναι ερμητικά κλειστή για το ευρύ κοινό. Σίγουρα επίσης, όσα παράλογα συμβαίνουν είναι εξαιρετικά κινηματογραφημένα. Το φιλμ εντυπωσιάζει με τη βιρτουοζιτέ του δημιουργού του.
Ερμηνείες; Μπορείτε να υποθέσετε ό,τι θέλετε (ή να μην υποθέσετε τίποτα). Ότι είναι μια αλληγορία των διαφορετικών ρόλων που ερμηνεύουμε καθημερινά στη ζωή μας. Ότι είναι μια αναφορά στο επάγγελμα του ηθοποιού και στους κόπους του. Ότι είναι απλώς μια απόλυτα σινεφίλ άσκηση, που δίνει την αφορμή (και την ηδονή) στον Καράξ να παίξει με κινηματογραφικά είδη. Μπορείτε να υποθέσετε και πολλά άλλα που δεν σκέφτηκα εγώ. Είπαμε ότι μια τέτοια ταινία είναι ανοιχτή στα πάντα.
Προσωπικά με γοήτευσε δίχως να με κουράσει. Αρνήθηκα να βγάλω συμπεράσματα. Αφέθηκα μόνο στη γοητεία της και σ' αυτό το ατελείωτο παιχνίδι ρόλων και εικόνων. Ωστόσο, το τονίζω αυτό, θα καταλάβω απόλυτα και κάποιον που θα μισήσει τη ταινία, ακόμα και θα φύγει στα μισά. Έτσι είναι. Οι ακραίες, ερμητικές, παράλογες ταινίες είναι επόμενο να προκαλούν και αλοπρόσαλλες, εξ ίσου ακραίες αντιδράσεις. Οπότε να το δείτε "με δική σας ευθύνη". Σας είπα ότι μου άρεσε, αλλά δεν προτρέπω κανέναν να το δει. Είναι φιλμ για μάλλον ειδικά γούστα...
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 06, 2012
Ο ΜΠΑΡΟΚ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΟΚΤΟΡΑ ΦΑΪΜΠΣ
Ο Robert Fuest (1927-2012) υπήρξε κυρίως τηλεοπτικός σκηνοθέτης. Ωστόσο γύρισε και 7 ταινίες, κυρίως στη δεκαετία του 70. Οι περισσότερες κινούνται στο χώρο του φανταστικού και είναι αυτό που θα αποκαλούσαμε camp. Αρκετά βαρυφορτωμένες, λίγο κιτς, συχνά με υποτυπώδες ή, αντίθετα, με κάπως αχταρμά σενάριο, αρκετά ενδιαφέρουσες όμως οπτικά τουλάχιστον ώστε να θεωρούνται κατά κάποια έννοια μικρά cult κομάτια.
Ο "Abominable Dr. Phibes" του 1971 αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα. Ταινία τρόμου (σήμερα βεβαίως ελάχιστα τρομάζουμε μ' αυτήν), φέρνει στο προσκήνιο την αξέχαστη φιγούρα του Βίνσεντ Πράις, ο οποίος βεβαίως ενσαρκώνει τον ομώνυμο δόκτορα, που θεωρείται απ' όλους νεκρός, πλην όμως ζει και βασιλεύει στο μυστικό του καταφύγιο με την όμορφη βοηθό του Βουλνάβια και καταστρώνει τα σατανικά του σχέδια, τα οποία συνοψίζονται στους τελετουργικούς φόνους επτά γιατρών που θεωρεί υπεύθυνους... αλλά ας μην αποκαλύψουμε περισσότερα.
Όχι ότι το σενάριο είναι κάτι φοβερό και θα σας χαλάσω το σασπένς αν σας αποκαλύψω κάτι. Η αφήγηση κυλά γραμμικά, στο ίδιο μοτίβο και κλίμα, και ουδείς νομίζω αγωνιά για το τι θα γίνει στο τέλος. Όλη η ουσία (αν υπάρχει) βρίσκεται στην μπαρόκ, βαρυφορτωμένη ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο Φιούεστ και, βεβαίως, στους εξαιρετικά επινοητικούς φόνους. Οι φόνοι ακολουθούν τις γνωστές 7 πληγές του Φαραώ, από την Παλαιά Διαθήκη βεβαίως, αλλά και πάλι, αν και γνωρίζουμε από την αρχή σχεδόν αυτό το στοιχείο, είναι αδύνατο να φανταστούμε τι θα σκαρφιστεί κάθε φορά ο εφιαλτικός δόκτωρ για να τους πραγματοποιήσει. Οι σκηνές του Φάιμπς να παίζει το γιγάντιο αρμόνιό του, οι τελετουργικοί χοροί της Βουλνάβια - με εκκεντρικά ντυσίματα κάθε φορά -, η μπάντα με τους μουσικούς - κούκλες που συνοδεύουν τον Φάιμπς, το παλιομοδίτικο αυτοκίνητό του με τα χαρακτηριστικά κουρτινάκια, όλα συνάδουν για να δημιουργηθεί η παράδοξη ατμόσφαιρα που είναι σήμα κατατεθέν της ταινίας. Παράλληλα, ως καλός βρετανός, ο Φιούεστ διοχετεύει και λίγο υπόγειο χιούμορ στο όλο πράγμα. Λίγο με την αστυνομία που φτάνει πάντα τελευταία (και που αποτυγχάνει να προλάβει τους φόνους που κυριολεκτικά γίνονται κάτω από τη μύτη της), λίγο με την ίδια την υπερβολή του Φάιμπς, ανατρέπει ύπουλα το όλο βαρύ κλίμα. Εξ άλλου όσα συμβαίνουν είναι τόσο εξωπραγματικά, που το τελευταίο πράγμα που επιδιώκει είναι η εστω ελάχιστη αληθοφάνεια.
Μην το πάρετε στα σοβαρά. Αντιμετωπέίστε το μόνο ως cult ταινία τρόμου, που έχει πλάκα να τη δει κανείς για το γενικό κλίμα της. Και για τον Βίνσεντ Πράις βεβαίως. Τίποτα περισσόερο. Άλλωστε είναι έτσι δομημένη η ιστορία και τόσο γραμμικά δοσμένη (σαν να συμβαίνει το ένα επεισόδιο μετά το άλλο), που δεν υπάρχει χώρος για σασπένς ή αληθινό τρόμο.
ΥΓ: Τον επόμενο χρόνο ο Fuest και πάλι γύρισε και δεύτερο Δόκτορα Φάιμπς και μάλιστα σε μια εποπχή που τα νο 2 δεν ήταν τόσο της μόδας όπως σήμερα. Προφανώς η πρώτη ταινία είχε επιτυχία.
Ο "Abominable Dr. Phibes" του 1971 αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα. Ταινία τρόμου (σήμερα βεβαίως ελάχιστα τρομάζουμε μ' αυτήν), φέρνει στο προσκήνιο την αξέχαστη φιγούρα του Βίνσεντ Πράις, ο οποίος βεβαίως ενσαρκώνει τον ομώνυμο δόκτορα, που θεωρείται απ' όλους νεκρός, πλην όμως ζει και βασιλεύει στο μυστικό του καταφύγιο με την όμορφη βοηθό του Βουλνάβια και καταστρώνει τα σατανικά του σχέδια, τα οποία συνοψίζονται στους τελετουργικούς φόνους επτά γιατρών που θεωρεί υπεύθυνους... αλλά ας μην αποκαλύψουμε περισσότερα.
Όχι ότι το σενάριο είναι κάτι φοβερό και θα σας χαλάσω το σασπένς αν σας αποκαλύψω κάτι. Η αφήγηση κυλά γραμμικά, στο ίδιο μοτίβο και κλίμα, και ουδείς νομίζω αγωνιά για το τι θα γίνει στο τέλος. Όλη η ουσία (αν υπάρχει) βρίσκεται στην μπαρόκ, βαρυφορτωμένη ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο Φιούεστ και, βεβαίως, στους εξαιρετικά επινοητικούς φόνους. Οι φόνοι ακολουθούν τις γνωστές 7 πληγές του Φαραώ, από την Παλαιά Διαθήκη βεβαίως, αλλά και πάλι, αν και γνωρίζουμε από την αρχή σχεδόν αυτό το στοιχείο, είναι αδύνατο να φανταστούμε τι θα σκαρφιστεί κάθε φορά ο εφιαλτικός δόκτωρ για να τους πραγματοποιήσει. Οι σκηνές του Φάιμπς να παίζει το γιγάντιο αρμόνιό του, οι τελετουργικοί χοροί της Βουλνάβια - με εκκεντρικά ντυσίματα κάθε φορά -, η μπάντα με τους μουσικούς - κούκλες που συνοδεύουν τον Φάιμπς, το παλιομοδίτικο αυτοκίνητό του με τα χαρακτηριστικά κουρτινάκια, όλα συνάδουν για να δημιουργηθεί η παράδοξη ατμόσφαιρα που είναι σήμα κατατεθέν της ταινίας. Παράλληλα, ως καλός βρετανός, ο Φιούεστ διοχετεύει και λίγο υπόγειο χιούμορ στο όλο πράγμα. Λίγο με την αστυνομία που φτάνει πάντα τελευταία (και που αποτυγχάνει να προλάβει τους φόνους που κυριολεκτικά γίνονται κάτω από τη μύτη της), λίγο με την ίδια την υπερβολή του Φάιμπς, ανατρέπει ύπουλα το όλο βαρύ κλίμα. Εξ άλλου όσα συμβαίνουν είναι τόσο εξωπραγματικά, που το τελευταίο πράγμα που επιδιώκει είναι η εστω ελάχιστη αληθοφάνεια.
Μην το πάρετε στα σοβαρά. Αντιμετωπέίστε το μόνο ως cult ταινία τρόμου, που έχει πλάκα να τη δει κανείς για το γενικό κλίμα της. Και για τον Βίνσεντ Πράις βεβαίως. Τίποτα περισσόερο. Άλλωστε είναι έτσι δομημένη η ιστορία και τόσο γραμμικά δοσμένη (σαν να συμβαίνει το ένα επεισόδιο μετά το άλλο), που δεν υπάρχει χώρος για σασπένς ή αληθινό τρόμο.
ΥΓ: Τον επόμενο χρόνο ο Fuest και πάλι γύρισε και δεύτερο Δόκτορα Φάιμπς και μάλιστα σε μια εποπχή που τα νο 2 δεν ήταν τόσο της μόδας όπως σήμερα. Προφανώς η πρώτη ταινία είχε επιτυχία.
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 05, 2012
ΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΜΕΣΙΑΝΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ "CLOUD ATLAS"
Ο Tom Tykwer και οι Andy και Lana (πλέον) Wachowski σκηνοθετούν κάτι μαζί; Αυτό είναι από μόνο του είδηση, αφού δεν θα μπορούσα να φανταστώ πιο "κουφό" συνδυασμό! Ωστόσο η ίδια η φύση του "Cloud Atlas" του 2012 δικαιολογεί τη συνύπαρξη των διαφορετικών δημιουργών. Ας πω λοιπόν από την αρχή ότι ενώ πήγαινα με "μικρό καλάθι", πιστεύοντας ότι θα δω ένα χαώδες, πιθανόν με προβλήματα κατανόησης και "ας τα βάλουμε όλα μέσα" έπος, το όλο πράγμα μου βγήκε αρκετά καλύτερο. Προσοχή όμως: Μόνο σε κινηματογραφικό επίπεδο ή, αν προτιμάτε, σε επίπεδο κινηματογραφικής απόλαυσης. Γιατί ιδεολογικά το βρήκα μάλλον αφελές, με τις σχετικές εμμονές των Γουατσόφσκι (κυρίως) σε πρώτο πλάνο.
Η ταινία θα μπορούσε να είναι σπονδυλωτή. Υπάρχουν 6 ιστορίες που εξελίσσονται σε διαφορετικούς χρόνους, από τα μέσα του 19ου αιώνα, την εποχή της δουλείας των μαύρων, έως το μακρινό μέλλον, όπου ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει ουσιαστικά καταρεύσει (δύο από τις ιστορίες ανηκουν στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας). Ωστόσο δεν μπορείς να την αποκαλέσεις ακριβώς σπονδυλωτή. Χάρη στο μοντάζ, οι έξι διαφορετικές ιστορίες διαπλέκονται, περνάμε δηλαδή διαρκώς από τη μία στην άλλη και μάλιστα συχνά με μεγάλη ταχύτητα (μπορεί να υπάρξει αφήγηση που να κρατά μόλις ένα λεπτό και αμέσως μετά να πηδήσουμε σε μια άλλη ιστορία). Τα άλματα αυτά μάλιστα δεν γίνονται με άξονα τον χρόνο στον οποίο διαδραματίζεται η κάθε μία. Γίνονται με μάλλον τυχαίο τρόπο, αφού μπορεί π.χ. από την ιστορία δύο να περάσουμε στην έξη, μετά στην τρία, μετά στην ένα κ.ο.κ. Έτσι απαιτείται η συγκέντρωση του θεατή για να βάλει σε τάξη τα όσα συμβαίνουν. Μερικές ιστορίες είναι αυτόνομες, σε μερικές πάλι υπάρχουν στοιχεία από προηγούμενες, οπότε κάπως συνδέονται μεταξύ τους.
Παράλληλα οι σκηνοθέτες βάζουν τους ίδιους ηθοποιούς σε διαφορετικούς ρόλους σε διαφορετικές ιστορίες, και μάλιστα πολλές φορές κυριολεκτικά αγνώριστους από το μακιγιάζ. Έτσι, εκτός από το παιχνίδι της συσχέτισης των όσων συμβαίνουν, λειτουργεί παράλληλα και το παιχνίδι του να ανακαλύψεις το ποιος ηθοποιός είναι ποιος (μόνο μετά από πολλή ώρα, για παράδειγμα, κατάλαβα ο Χ ήρωας της Ψ ιστορίας είναι, για πολλοστή φορά, ο Τομ Χανκς και όχι ένας άγνωστός μου ηθοποιός). Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την εντυπωσιακή σκηνοθεσία, κατάφεραν να μου κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον, και μάλιστα παρά την τρίωρη περίπου διάρκεια του τόσο φιλόδοξου αυτού project (που, σημειωτέον, βασίζεται σε ομώνυμο βιβλίο του 2004).
Αυτά τα θετικά σε κινηματογραφικό επίπεδο. Διότι ιδεολογικά έχουμε για μια ακόμα φορά να κάνουμε με την απόλυτα μεσιανική και αφελή ιδεολογία του Matrix: Το καλό θα νικήσει πάντα με κάποιον τρόπο (βλέπετε κάτι τέτοιο γύρω μας;), η σωτηρία και η ανατροπή θα έλθουν από τον ηρωικό αγώνα ή/και την αυτοθυσία ενός μόνο ανθρώπου, οπότε μιλάμε για μια σειρά από μεσίες που φέρνουν την επανάσταση, η ζωή κάνει πάντα τους ίδιους κύκλους κλπ. Η χρήση δε των ίδιων ηθοποιών σε διαφορετικούς ρόλους διαφορετικών εποχών μάλλον προκαλεί συνειρμούς για την αθανασία της ανθρώπινης ψυχής, για τη μετάβαση σε επόμενες ζωές και άλλα τέτοια. Όλη αυτή η ρομαντική, new age και αφελής για μένα φιλοσοφία με αφήνει αδιάφορο. Δεν είναι ότι τη θεωρώ εχθρική για όσα προσωπικά θα επιθυμούσα (άλλωστε οι Γουατσόφσκι φαίνεται να έχουν αρκετά αντιεξουσιαστικές τάσεις). Απλά νομίζω ότι δεν γίνονται έτσι τα πράγματα, ότι το όλο πράγμα βρίσκεται μακριά από την αλήθεια. Όλα αυτά μου φαίνεται οτι απευθύνονται μόνο σε διαφόρων ειδών "πιστούς". Αφείστε που η πέμπτη ιστορία είναι σα να βλέπεις το Matrix σε ταινία μικρού μήκους. Όλα είναι σχεδόν ίδια. Ακόμα και η φιγούρα του κεντρικού ήρωα - επαναστάτη μοιάζει με αυτή του Κιάνου Ριβς!
Καλύτερο λοιπόν απ' ότι περίμενα συνολικά, αλλά μόνο σε οπτικό επίπεδο και επίπεδο "κρατήματος" του θεατή. Σαν φιλοσοφία, ευχαριστώ αλλά δεν θα πάρω!
Η ταινία θα μπορούσε να είναι σπονδυλωτή. Υπάρχουν 6 ιστορίες που εξελίσσονται σε διαφορετικούς χρόνους, από τα μέσα του 19ου αιώνα, την εποχή της δουλείας των μαύρων, έως το μακρινό μέλλον, όπου ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει ουσιαστικά καταρεύσει (δύο από τις ιστορίες ανηκουν στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας). Ωστόσο δεν μπορείς να την αποκαλέσεις ακριβώς σπονδυλωτή. Χάρη στο μοντάζ, οι έξι διαφορετικές ιστορίες διαπλέκονται, περνάμε δηλαδή διαρκώς από τη μία στην άλλη και μάλιστα συχνά με μεγάλη ταχύτητα (μπορεί να υπάρξει αφήγηση που να κρατά μόλις ένα λεπτό και αμέσως μετά να πηδήσουμε σε μια άλλη ιστορία). Τα άλματα αυτά μάλιστα δεν γίνονται με άξονα τον χρόνο στον οποίο διαδραματίζεται η κάθε μία. Γίνονται με μάλλον τυχαίο τρόπο, αφού μπορεί π.χ. από την ιστορία δύο να περάσουμε στην έξη, μετά στην τρία, μετά στην ένα κ.ο.κ. Έτσι απαιτείται η συγκέντρωση του θεατή για να βάλει σε τάξη τα όσα συμβαίνουν. Μερικές ιστορίες είναι αυτόνομες, σε μερικές πάλι υπάρχουν στοιχεία από προηγούμενες, οπότε κάπως συνδέονται μεταξύ τους.
Παράλληλα οι σκηνοθέτες βάζουν τους ίδιους ηθοποιούς σε διαφορετικούς ρόλους σε διαφορετικές ιστορίες, και μάλιστα πολλές φορές κυριολεκτικά αγνώριστους από το μακιγιάζ. Έτσι, εκτός από το παιχνίδι της συσχέτισης των όσων συμβαίνουν, λειτουργεί παράλληλα και το παιχνίδι του να ανακαλύψεις το ποιος ηθοποιός είναι ποιος (μόνο μετά από πολλή ώρα, για παράδειγμα, κατάλαβα ο Χ ήρωας της Ψ ιστορίας είναι, για πολλοστή φορά, ο Τομ Χανκς και όχι ένας άγνωστός μου ηθοποιός). Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την εντυπωσιακή σκηνοθεσία, κατάφεραν να μου κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον, και μάλιστα παρά την τρίωρη περίπου διάρκεια του τόσο φιλόδοξου αυτού project (που, σημειωτέον, βασίζεται σε ομώνυμο βιβλίο του 2004).
Αυτά τα θετικά σε κινηματογραφικό επίπεδο. Διότι ιδεολογικά έχουμε για μια ακόμα φορά να κάνουμε με την απόλυτα μεσιανική και αφελή ιδεολογία του Matrix: Το καλό θα νικήσει πάντα με κάποιον τρόπο (βλέπετε κάτι τέτοιο γύρω μας;), η σωτηρία και η ανατροπή θα έλθουν από τον ηρωικό αγώνα ή/και την αυτοθυσία ενός μόνο ανθρώπου, οπότε μιλάμε για μια σειρά από μεσίες που φέρνουν την επανάσταση, η ζωή κάνει πάντα τους ίδιους κύκλους κλπ. Η χρήση δε των ίδιων ηθοποιών σε διαφορετικούς ρόλους διαφορετικών εποχών μάλλον προκαλεί συνειρμούς για την αθανασία της ανθρώπινης ψυχής, για τη μετάβαση σε επόμενες ζωές και άλλα τέτοια. Όλη αυτή η ρομαντική, new age και αφελής για μένα φιλοσοφία με αφήνει αδιάφορο. Δεν είναι ότι τη θεωρώ εχθρική για όσα προσωπικά θα επιθυμούσα (άλλωστε οι Γουατσόφσκι φαίνεται να έχουν αρκετά αντιεξουσιαστικές τάσεις). Απλά νομίζω ότι δεν γίνονται έτσι τα πράγματα, ότι το όλο πράγμα βρίσκεται μακριά από την αλήθεια. Όλα αυτά μου φαίνεται οτι απευθύνονται μόνο σε διαφόρων ειδών "πιστούς". Αφείστε που η πέμπτη ιστορία είναι σα να βλέπεις το Matrix σε ταινία μικρού μήκους. Όλα είναι σχεδόν ίδια. Ακόμα και η φιγούρα του κεντρικού ήρωα - επαναστάτη μοιάζει με αυτή του Κιάνου Ριβς!
Καλύτερο λοιπόν απ' ότι περίμενα συνολικά, αλλά μόνο σε οπτικό επίπεδο και επίπεδο "κρατήματος" του θεατή. Σαν φιλοσοφία, ευχαριστώ αλλά δεν θα πάρω!
Κυριακή, Δεκεμβρίου 02, 2012
ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΟΣ "FAUSTO", ΑΛΛΑ...
La Fura dels Baus είναι το όνομα ενός πρωτοποριακού θιάσου από τη Βαρκελώνη, που αρέσκεται να σπάει τα όρια κοινού - performer κατά τη διάρκεια των παραστάσεών του και, γενικά, να χρησιμοποιεί ασυνήθιστα μέσα και σκηνικά. Η ομάδα το 2001 κάνει και τη μοναδική μεγάλου μήκους ταινία της, το "Fausto 5.0.", με σκηνοθέτες τρία από τα μέλη της, τους Alex Olle, Isidro Ortiz και Carlos Padissa.
Φυσικά πρόκειται για μια μοντέρνα διασκευή του μύθου του Φάουστ, που διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή και δανείζεται πάμπολλα στοιχεία και εικόνες του σήμερα. Ήρωας είναι ένας υπέρ του δέοντος σοβαρός και μοναχικός γιατρός, ο οποίος, πηγαίνοντας από τη μικρή του πόλη στη Βαρκελώνη, σε ένα ιατρικό συνέδριο, συναντά έναν αστείο, πολυλογά και "κολιτσίδα" τύπο, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι παλιός του ασθενής και ότι ο γιατρός του είχε κάποτε αφαιρέσει το στομάχι. Σύντομα θα καταλάβουμε - και μαζί και ο γιατρός - ότι πρόκειται για τον Μεφιστοφελή, που επιχειρεί να βάλει τον ήρωά μας σε διαφορους πειρασμούς...
Η όλη απόδοση του παλιού μύθου είναι σίγουρα πρωτοποριακή. Σύγχρονο περιβάλλον, ένα ξενοδοχείο τυλιμένο σε πλαστικό, που θυμίζει έργα του Christo, night club με τέκνο, ο Φάουστο να κάνει έρωτα με μια όμορφη και παράξενη πιτσιρίκα που ακούει στο όνομα Μαργαρίτα (πεντάλεπτη μόνο εμφάνιση και αναφορά στην ηρωίδα του κλασικού μύθου)και μια Βαρκελώνη πολύ μακριά από την υπέροχη, τουριστική εικόνα που έχουμε γι' αυτήν: Μουντή, άσχημη, βρώμικη, γεμάτη με μπάζα από δημόσια έργα που λες και γίνονται παντού... Και κυρίως ένας Μεφιστοφελής (επίτηδες) κιτς, αληθινό τσιμπούρι, λαϊκός τύπος, στα όρια του σοβαρού και του κωμικού - ή μάλλον του γκροτέσκο. Ωστόσο πρέπει να ομολογήσω ότι όλα αυτά δεν μου είπαν απολύτως τίποτα και τα βρήκα προσπάθειες εντυπωσιασμού (;) άνευ ουσίας.
Γενικότερα βρήκα άνευ λόγου την όλη προσπάθεια της ομάδας. Καλή η πρωτοπορία, αλλά νομίζω ότι πρέπει να έχει και κάποια ουσία. Εδώ δεν (κατά τη γνώμη μου πάντοτε). Μάλλον για γενικός αχταρμάς μου φάνηκε, με περίεργο τέλος, που δεν κατάλαβα ακριβώς αν σήμαινε την αιώνια καταδίκη ή τη λύτρωση του ήρωα. Ίσως βέβαια αυτό να μένει ηθελημένα ανοιχτό, αλλά και πάλι δεν με έκανε να συμπαθήσω περισσότερο το φιλμ. Δεν μου φαίνεται τυχαίο ότι από τότε η ομάδα ασχολήθηκε μόνο με τις παραστάσεις της και όχι πια με το σινεμά...
Φυσικά πρόκειται για μια μοντέρνα διασκευή του μύθου του Φάουστ, που διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή και δανείζεται πάμπολλα στοιχεία και εικόνες του σήμερα. Ήρωας είναι ένας υπέρ του δέοντος σοβαρός και μοναχικός γιατρός, ο οποίος, πηγαίνοντας από τη μικρή του πόλη στη Βαρκελώνη, σε ένα ιατρικό συνέδριο, συναντά έναν αστείο, πολυλογά και "κολιτσίδα" τύπο, ο οποίος ισχυρίζεται ότι είναι παλιός του ασθενής και ότι ο γιατρός του είχε κάποτε αφαιρέσει το στομάχι. Σύντομα θα καταλάβουμε - και μαζί και ο γιατρός - ότι πρόκειται για τον Μεφιστοφελή, που επιχειρεί να βάλει τον ήρωά μας σε διαφορους πειρασμούς...
Η όλη απόδοση του παλιού μύθου είναι σίγουρα πρωτοποριακή. Σύγχρονο περιβάλλον, ένα ξενοδοχείο τυλιμένο σε πλαστικό, που θυμίζει έργα του Christo, night club με τέκνο, ο Φάουστο να κάνει έρωτα με μια όμορφη και παράξενη πιτσιρίκα που ακούει στο όνομα Μαργαρίτα (πεντάλεπτη μόνο εμφάνιση και αναφορά στην ηρωίδα του κλασικού μύθου)και μια Βαρκελώνη πολύ μακριά από την υπέροχη, τουριστική εικόνα που έχουμε γι' αυτήν: Μουντή, άσχημη, βρώμικη, γεμάτη με μπάζα από δημόσια έργα που λες και γίνονται παντού... Και κυρίως ένας Μεφιστοφελής (επίτηδες) κιτς, αληθινό τσιμπούρι, λαϊκός τύπος, στα όρια του σοβαρού και του κωμικού - ή μάλλον του γκροτέσκο. Ωστόσο πρέπει να ομολογήσω ότι όλα αυτά δεν μου είπαν απολύτως τίποτα και τα βρήκα προσπάθειες εντυπωσιασμού (;) άνευ ουσίας.
Γενικότερα βρήκα άνευ λόγου την όλη προσπάθεια της ομάδας. Καλή η πρωτοπορία, αλλά νομίζω ότι πρέπει να έχει και κάποια ουσία. Εδώ δεν (κατά τη γνώμη μου πάντοτε). Μάλλον για γενικός αχταρμάς μου φάνηκε, με περίεργο τέλος, που δεν κατάλαβα ακριβώς αν σήμαινε την αιώνια καταδίκη ή τη λύτρωση του ήρωα. Ίσως βέβαια αυτό να μένει ηθελημένα ανοιχτό, αλλά και πάλι δεν με έκανε να συμπαθήσω περισσότερο το φιλμ. Δεν μου φαίνεται τυχαίο ότι από τότε η ομάδα ασχολήθηκε μόνο με τις παραστάσεις της και όχι πια με το σινεμά...
Σάββατο, Δεκεμβρίου 01, 2012
ΣΤΟ ΠΑΝΕΜΟΡΦΟ ΧΑΟΣ ΤΟΥ 2046
O Wang Kar-Wai είναι, νομίζω, πρώτα ένας σκηνοθέτης εικόνων και μετά οτιδήποτε άλλο. Οι ταινίες του συχνά πάσχουν αφηγηματικά, οι ιστορίες μπορεί να γίνονται χαώδεις, αλλά οι εικόνες παραμένουν πανέμορφες.
Βρίσκω το "2046" του 2004 ταινία όπου τα παραπάνω γίνονται περισσότερο εμφανή από ποτέ. Μια ιστορία όπου ο έρωτα και η μνήμη ειναι τα κυρίαρχα στοιχεία. Μια ιστορία μπερδεμένη, με διαρκή μπρος - πισω στο χρόνο, με γυναίκες να παρελαύνουν και μάλλον μπερδεύουν τον θεατή για το ποια είναι ποια (και πότε), πλην όμως πάντοτε με υψηλότατη αισθητική. Και, στην συγκεκριμένη περίπτωση, και με πανέμορφη μουσική. Ένας δημοσιογράφος γίνεται πετυχημένος συγγραφέας ερωτικών ιστοριών. Επιστρέφει στο ξενοδοχείο όπου έμενε δυο χρόνια πριν και όπου είχε γνωρίσει μια έντονη ερωτική ιστορία (στο δωμάτιο 2046 βεβαίως). Αποφασίζει να μείνει εκεί και ζει μεταξύ ενός καινούριου έρωτα και της αναπόλησης των παλιότερων. Ταυτόχρονα γράφει ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας όπου οι άνθρωποι του σήμερα μπορούν να ταξιδέψουν στο έτος 2046 και να ξαναβρούν χαμένες μνήμες και αισθήσεις. Εκεί εξελίσσεται μια ακόμα ερωτική ιστορία, αυτή ενός άντρα και ενός ανδροειδούς, που είναι προγραμματισμένο να υπηρετεί, όχι όμως και να έχει συναισθηήματα.
Η ιστορία κινείται διαρκώς ανάμεσα στο παρόν, σε διάφορα παρελθόντα και στο μέλλον (στο 2046, "εικονογραφώντας" έτσι κομάτια από το μυθιστόρημα που γράφει ο ήρωας), κι έτσι γίνεται εξαιρετικά μπερδεμένη σεναριακά και μάλλον δύσκολο να παρακολουθηθεί. Φυσικά το ερωτικό στοιχείο και μια εντονότατη αίσθηση νοσταλγίας είναι διάχυτα στην ατμόσφαιρα. Το παιχνίδι με τη μνήμη, η αίσθηση οριστικά χαμένων ευκαιριών που αφήσαμε να φύγουν μέσα από τα χέρια μας, το συχνά πικρό παρόν, οι χαμένοι έρωτες, η ανθρώπινη αυτοκαταστροφικότητα (σε ερωτικό επίπεδο τουλάχιστον) είναι θέματα που έρχονται και επανέρχονται. Αυτό όμως που κριαρχεί πραγματικά είναι οι υπέροχες εικόνες. Ο Kar-Wai χρησιμοποιεί τα χρώματα όπως αυτός μόνο ξέρει να χρησιμοποεί. Με έντονα πράσινα, κόκκινα και σέπιες δημιουργεί ενα φιλμ υψηλότατης αισθητικής. Σχεδόν όποιο πλάνο κι αν απομονώσεις, έχεις να κάνεις με ένα εικαστικό έργο τέχνης. Μπορούμε λοιπόν να μιλήσουμε για ταινία στην οποία το κυρίαρχο στοιχείο είναι η ομορφιά. Η ομορφιά των εικόνων.
Αν μπορείτε να αρκεστείτε σ' αυτό, αν μπορείτε να αφεθείτε, να πάψετε να πασχίζετε να καταλάβετε κάθε φορά σε ποιον χρόνο βρισκόμαστε και να απολαύσετε εικόνες, χρώματα, εξαίσια καδραρίσματα και μουσικές, τότε ίσως και να ενθουσιαστείτε. Αν δεν καταφέρετε αυτό το άφημα και το μυαλό σας δουλεύει διαρκώς προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσει την ιστορία, τότε θα φύγετε με την αίσθηση μιας μπερδεμένης, χαώδους και ίσως φλύαρης και επαναλαμβανόμενης ερωτικής ταινίας. Το αφήνω σε σας. Αυτό όμως που είναι αναμφισβήτητο είναι η απόλυτη ομορφιά!
Βρίσκω το "2046" του 2004 ταινία όπου τα παραπάνω γίνονται περισσότερο εμφανή από ποτέ. Μια ιστορία όπου ο έρωτα και η μνήμη ειναι τα κυρίαρχα στοιχεία. Μια ιστορία μπερδεμένη, με διαρκή μπρος - πισω στο χρόνο, με γυναίκες να παρελαύνουν και μάλλον μπερδεύουν τον θεατή για το ποια είναι ποια (και πότε), πλην όμως πάντοτε με υψηλότατη αισθητική. Και, στην συγκεκριμένη περίπτωση, και με πανέμορφη μουσική. Ένας δημοσιογράφος γίνεται πετυχημένος συγγραφέας ερωτικών ιστοριών. Επιστρέφει στο ξενοδοχείο όπου έμενε δυο χρόνια πριν και όπου είχε γνωρίσει μια έντονη ερωτική ιστορία (στο δωμάτιο 2046 βεβαίως). Αποφασίζει να μείνει εκεί και ζει μεταξύ ενός καινούριου έρωτα και της αναπόλησης των παλιότερων. Ταυτόχρονα γράφει ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας όπου οι άνθρωποι του σήμερα μπορούν να ταξιδέψουν στο έτος 2046 και να ξαναβρούν χαμένες μνήμες και αισθήσεις. Εκεί εξελίσσεται μια ακόμα ερωτική ιστορία, αυτή ενός άντρα και ενός ανδροειδούς, που είναι προγραμματισμένο να υπηρετεί, όχι όμως και να έχει συναισθηήματα.
Η ιστορία κινείται διαρκώς ανάμεσα στο παρόν, σε διάφορα παρελθόντα και στο μέλλον (στο 2046, "εικονογραφώντας" έτσι κομάτια από το μυθιστόρημα που γράφει ο ήρωας), κι έτσι γίνεται εξαιρετικά μπερδεμένη σεναριακά και μάλλον δύσκολο να παρακολουθηθεί. Φυσικά το ερωτικό στοιχείο και μια εντονότατη αίσθηση νοσταλγίας είναι διάχυτα στην ατμόσφαιρα. Το παιχνίδι με τη μνήμη, η αίσθηση οριστικά χαμένων ευκαιριών που αφήσαμε να φύγουν μέσα από τα χέρια μας, το συχνά πικρό παρόν, οι χαμένοι έρωτες, η ανθρώπινη αυτοκαταστροφικότητα (σε ερωτικό επίπεδο τουλάχιστον) είναι θέματα που έρχονται και επανέρχονται. Αυτό όμως που κριαρχεί πραγματικά είναι οι υπέροχες εικόνες. Ο Kar-Wai χρησιμοποιεί τα χρώματα όπως αυτός μόνο ξέρει να χρησιμοποεί. Με έντονα πράσινα, κόκκινα και σέπιες δημιουργεί ενα φιλμ υψηλότατης αισθητικής. Σχεδόν όποιο πλάνο κι αν απομονώσεις, έχεις να κάνεις με ένα εικαστικό έργο τέχνης. Μπορούμε λοιπόν να μιλήσουμε για ταινία στην οποία το κυρίαρχο στοιχείο είναι η ομορφιά. Η ομορφιά των εικόνων.
Αν μπορείτε να αρκεστείτε σ' αυτό, αν μπορείτε να αφεθείτε, να πάψετε να πασχίζετε να καταλάβετε κάθε φορά σε ποιον χρόνο βρισκόμαστε και να απολαύσετε εικόνες, χρώματα, εξαίσια καδραρίσματα και μουσικές, τότε ίσως και να ενθουσιαστείτε. Αν δεν καταφέρετε αυτό το άφημα και το μυαλό σας δουλεύει διαρκώς προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσει την ιστορία, τότε θα φύγετε με την αίσθηση μιας μπερδεμένης, χαώδους και ίσως φλύαρης και επαναλαμβανόμενης ερωτικής ταινίας. Το αφήνω σε σας. Αυτό όμως που είναι αναμφισβήτητο είναι η απόλυτη ομορφιά!
Τρίτη, Νοεμβρίου 27, 2012
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ BURTON ΚΑΙ ΟΙ ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΤΟΥ FRANKENWEENIE
Εκεί που φοβόμουν ότι ο Tim Burton έχει αρχίσει να "στερεύει" (αν και προσωπικά το "Dark Dhadows" μου άρεσε), να που το 2012 φτιάχνει ένα εξαιρετικό κατά τη γνώμη μου animation, το "Frankenweenie", το οποίο αποτελεί επέκταση και ξαναδούλεμα ενός δικού του 30λεπτου animation του 1984. Ας δούμε λοιπόν τα της ταινίας:
Και εδώ, όπως στη "Νεκρή Νύφη", ο Μπάρτον ακολουθεί την προσφιλή του τεχνική του animation με κούκλες. Οι οποίες βεβαίως είναι άμεσα αναγνωρίσιμες. Από τις πρώτες στιγμές και από τις ίδιες τις φιγούρες ξέρουμε ότι βρισκόμαστε στον κόσμο του ευφάνταστου δημιουργού. Όλα τα γνωστά του στοιχεία υπάρχουν εδώ: Η μείξη τρομακτικού και κωμικού, η τρυφερότητα, η συμπάθεια για τους κάθε λογής αουτσάϊντερς και η αποδοχή του διαφορετικού, η "τρομακτική" παιδικότητα, το μακάβριο και γκόθικ στοιχείο. ο ρομαντισμός και το χιούμορ.
Μία άλλη από τις πρωτοτυπίες της είναι ότι πρόκειται για ασπρόμαυρο κινούμενο, πράγμα που ταιριάζει απόλυτα τόσο με την όλη ατμόσφαιρα του φιλμ όσο και με τις άπειρες σινεφίλ αναφορές και το κλίμα της δεκαετίας του 50, στην οποία μοιάζει να διαδραματίζεται η ιστορία.
Φυσικά πρόκειται για μια διασκευή του μύθου του Φρανκενστάιν. Μόνο που εδώ κεντρικός ήρωας είναι ένα παιδί που, όπως ο κλασικός ήρωας της Mary Shelley, χρησιμοποιώντας τον ηλεκτρισμό των κεραυνών, καταφέρνει να αναστήσει τον αγαπημένο του σκύλο, που έπεσε θύμα δυστυχήματος. Τα προβλήματα θα αρχίσουν, φυσικά, μετά.
Φτάνουμε λοιπόν στις αναφορές, που είναι βασικό στοιχείο της ταινίας: Φυσικά, όπως είπαμε, ο Φρανκενστάιν είναι προφανής. Και όχι μόνο το βιβλίο, αλλά και οι κλασικές ταινίες της δεκαετίας του 30. Το υποβλητικό σκηνικό του ζωντανέματος του "τέρατος" είναι όμοιο μ' αυτό της κλασικής ταινίας. Και βρίσκω ξεκαρδιστική την αναφορά στη "Νύφη του Φρανκενστάιν", με την σε σχήμα κεραυνού λευκή τούφα στο μαλλί της σκυλίτσας, όπως ακριβώς στην προαναφερθείσα νύφη. Από εκεί και πέρα... ό,τι ανακαλύψει ο κάθε θεατής. Η "Μούμια", ο Γκοτζίλα, τα Γκρέμλιν και Κρίτερς της δεκαετίας του 80, η φιγούρα του καθηγητή που μοιάζει με τον Βίνσεντ Πράις, ο Δράκουλας, βρίσκονται όλα εδώ. Αλλά κυρίως το "Pet Cemetery", τόσο του βιβλίου του Στίβεν Κινγκ όσο και της ομώνυμης ταινίας των 80ς. Και βέβαια ο παρατηρητικός θεατής θα ανακαλύψει και άλλες.
Συνολικά το βρήκα απολαυστικότατο. Αν μάλιστα συνδυάσετε και την χαρακτηριστική αισθητική και τις "ιδεολογικές" αρετές που αναφέραμε στην αρχή, νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με μια πολύ καλή ταινία. Και με μια πανέξυπνη διασκευή του Φρανκενστάιν. Φτάνει να αγαπάτε τον συνδυασμό μακάβριου και παιδικότητας.
Και εδώ, όπως στη "Νεκρή Νύφη", ο Μπάρτον ακολουθεί την προσφιλή του τεχνική του animation με κούκλες. Οι οποίες βεβαίως είναι άμεσα αναγνωρίσιμες. Από τις πρώτες στιγμές και από τις ίδιες τις φιγούρες ξέρουμε ότι βρισκόμαστε στον κόσμο του ευφάνταστου δημιουργού. Όλα τα γνωστά του στοιχεία υπάρχουν εδώ: Η μείξη τρομακτικού και κωμικού, η τρυφερότητα, η συμπάθεια για τους κάθε λογής αουτσάϊντερς και η αποδοχή του διαφορετικού, η "τρομακτική" παιδικότητα, το μακάβριο και γκόθικ στοιχείο. ο ρομαντισμός και το χιούμορ.
Μία άλλη από τις πρωτοτυπίες της είναι ότι πρόκειται για ασπρόμαυρο κινούμενο, πράγμα που ταιριάζει απόλυτα τόσο με την όλη ατμόσφαιρα του φιλμ όσο και με τις άπειρες σινεφίλ αναφορές και το κλίμα της δεκαετίας του 50, στην οποία μοιάζει να διαδραματίζεται η ιστορία.
Φυσικά πρόκειται για μια διασκευή του μύθου του Φρανκενστάιν. Μόνο που εδώ κεντρικός ήρωας είναι ένα παιδί που, όπως ο κλασικός ήρωας της Mary Shelley, χρησιμοποιώντας τον ηλεκτρισμό των κεραυνών, καταφέρνει να αναστήσει τον αγαπημένο του σκύλο, που έπεσε θύμα δυστυχήματος. Τα προβλήματα θα αρχίσουν, φυσικά, μετά.
Φτάνουμε λοιπόν στις αναφορές, που είναι βασικό στοιχείο της ταινίας: Φυσικά, όπως είπαμε, ο Φρανκενστάιν είναι προφανής. Και όχι μόνο το βιβλίο, αλλά και οι κλασικές ταινίες της δεκαετίας του 30. Το υποβλητικό σκηνικό του ζωντανέματος του "τέρατος" είναι όμοιο μ' αυτό της κλασικής ταινίας. Και βρίσκω ξεκαρδιστική την αναφορά στη "Νύφη του Φρανκενστάιν", με την σε σχήμα κεραυνού λευκή τούφα στο μαλλί της σκυλίτσας, όπως ακριβώς στην προαναφερθείσα νύφη. Από εκεί και πέρα... ό,τι ανακαλύψει ο κάθε θεατής. Η "Μούμια", ο Γκοτζίλα, τα Γκρέμλιν και Κρίτερς της δεκαετίας του 80, η φιγούρα του καθηγητή που μοιάζει με τον Βίνσεντ Πράις, ο Δράκουλας, βρίσκονται όλα εδώ. Αλλά κυρίως το "Pet Cemetery", τόσο του βιβλίου του Στίβεν Κινγκ όσο και της ομώνυμης ταινίας των 80ς. Και βέβαια ο παρατηρητικός θεατής θα ανακαλύψει και άλλες.
Συνολικά το βρήκα απολαυστικότατο. Αν μάλιστα συνδυάσετε και την χαρακτηριστική αισθητική και τις "ιδεολογικές" αρετές που αναφέραμε στην αρχή, νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με μια πολύ καλή ταινία. Και με μια πανέξυπνη διασκευή του Φρανκενστάιν. Φτάνει να αγαπάτε τον συνδυασμό μακάβριου και παιδικότητας.
Κυριακή, Νοεμβρίου 25, 2012
ΕΠΤΑ ΚΑΠΩΣ ΧΑΩΔΕΙΣ ΨΥΧΟΠΑΘΕΙΣ
Η "Αποστολή στην Μπριζ" μου είχε αρέσει πολύ. Έτσι πήγα αμέσως να δω τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Martin McDonagh, τους "Επτά Ψυχοπαθείς" (2012). Η οποία διαθέτει τον ίδιο συνδυασμό βίας - δράσης και χιούμορ, πλην όμως εδώ, νομίζω, του βγήκε κάπως λιγότερο πετυχημένο.
Η ιστορία είναι από τη φύση της μεταμοντέρνα: Ο ήρωας είναι χολιγουντιανός σεναριογράφος με μπλοκαρισμένη έμπνευση και προσπαθεί να γράψει ένα σενάριο με σίριαλ κίλερς. Ο βαρεμένος (επιεικώς) κολλητός του αναλαμβάνει να του βρει όντως επτά ψυχοπαθείς για να αντλήσει "εκ του φυσικού" ιδέες ο φίλος του. Και σαν να μην έφταναν όλα μπλέκουν και με αδίστακτους γκάνγκστερς, επειδή κατά λάθος απαγάγουν το αγαπημένο σκυλάκι του αρχηγού τους... Χαμός.
Γενικά διασκέδασα αρκετά. Είναι και η αληθινή παρέλαση καλών ηθοποιών (Κόλιν Φαρέλ, Γούντι Χάρελσον, Κρίστοφερ Γουόκεν, Τομ Γουέιτς (!), Σαμ Ρόκγουελ...), οπότε ακόμα καλύτερα. Η ταινία φυσικά σατιρίζει τόσο τις ταινίες με σίριαλ κίλερς όσο και τη γενικότερη εμμονή του Χόλιγουντ με τη βία και γενικότερα σαρκάζει διάφορα κλισέ που έχουμε δει συχνά. Αν και, βέβαια, εδώ μπορεί κανείς να κάνει μια παρατήρηση για κάτι που συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις: Προσπαθώντας να σατιρίσεις τις ταινίες με βία και σίριαλ κίλερς τελικά κάνεις μια ταινία με βία και σίριαλ κίλερς! Αλλά αυτό είναι γενικότερο και δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο φιλμ.
Ενώ λοιπόν η ιδέα είναι πρωτότυπη και, όπως είπα, γενικά μάλλον το απόλαυσα, υπάρχουν και αντιρρήσεις: Νομίζω ότι σε αρκετά σημεία το φιλμ ξεφεύγει και γίνεται κάπως χαώδες. Κάτι σαν η πολλή επίδειξη ευφυίας (που όντως υπάρχει) να αποβαίνει σε βάρος της δομής και της συγκρότησης της ιστορίας. Σα να είναι το όλο πράγμα κάπως too much. Παρ' όλα αυτά - και μια που σε γενικές γραμμές πέρασα καλά - εξακολουθώ να συμπαθώ τον McDonagh και να περιμένω και την επόμενη ταινία του. Φτάνει να μην τυποποιηθεί πολύ σε ένα στιλ που, έστω κι αν του βγαίνει, θα είναι επαναλαμβανόμενο.
Η ιστορία είναι από τη φύση της μεταμοντέρνα: Ο ήρωας είναι χολιγουντιανός σεναριογράφος με μπλοκαρισμένη έμπνευση και προσπαθεί να γράψει ένα σενάριο με σίριαλ κίλερς. Ο βαρεμένος (επιεικώς) κολλητός του αναλαμβάνει να του βρει όντως επτά ψυχοπαθείς για να αντλήσει "εκ του φυσικού" ιδέες ο φίλος του. Και σαν να μην έφταναν όλα μπλέκουν και με αδίστακτους γκάνγκστερς, επειδή κατά λάθος απαγάγουν το αγαπημένο σκυλάκι του αρχηγού τους... Χαμός.
Γενικά διασκέδασα αρκετά. Είναι και η αληθινή παρέλαση καλών ηθοποιών (Κόλιν Φαρέλ, Γούντι Χάρελσον, Κρίστοφερ Γουόκεν, Τομ Γουέιτς (!), Σαμ Ρόκγουελ...), οπότε ακόμα καλύτερα. Η ταινία φυσικά σατιρίζει τόσο τις ταινίες με σίριαλ κίλερς όσο και τη γενικότερη εμμονή του Χόλιγουντ με τη βία και γενικότερα σαρκάζει διάφορα κλισέ που έχουμε δει συχνά. Αν και, βέβαια, εδώ μπορεί κανείς να κάνει μια παρατήρηση για κάτι που συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις: Προσπαθώντας να σατιρίσεις τις ταινίες με βία και σίριαλ κίλερς τελικά κάνεις μια ταινία με βία και σίριαλ κίλερς! Αλλά αυτό είναι γενικότερο και δεν αφορά μόνο το συγκεκριμένο φιλμ.
Ενώ λοιπόν η ιδέα είναι πρωτότυπη και, όπως είπα, γενικά μάλλον το απόλαυσα, υπάρχουν και αντιρρήσεις: Νομίζω ότι σε αρκετά σημεία το φιλμ ξεφεύγει και γίνεται κάπως χαώδες. Κάτι σαν η πολλή επίδειξη ευφυίας (που όντως υπάρχει) να αποβαίνει σε βάρος της δομής και της συγκρότησης της ιστορίας. Σα να είναι το όλο πράγμα κάπως too much. Παρ' όλα αυτά - και μια που σε γενικές γραμμές πέρασα καλά - εξακολουθώ να συμπαθώ τον McDonagh και να περιμένω και την επόμενη ταινία του. Φτάνει να μην τυποποιηθεί πολύ σε ένα στιλ που, έστω κι αν του βγαίνει, θα είναι επαναλαμβανόμενο.
Τρίτη, Νοεμβρίου 20, 2012
ΤΟ "TALL T" ΚΑΙ Η ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΑΠΛΟΤΗΤΑ
Ο Budd Boetticher (1916-2001) είναι αμερικανός και γύρισε κυρίως γουέστερν. Οι ταινίες του έχουν κάτι που από πολλούς εκτιμάται ιδιαίτερα, στους οποίους όμως φοβάμαι ότι δεν συγκαταλλέγονται όσοι έχουν εθιστεί στο σύγχρονο σπιντάτο (και μόνο) Χόλιγουντ.
Το "Tall T", γυρισμένο το 1957, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα: Ο ήρωας είναι ένας μοναχικός κάου μπόι, που ζει μια ήσυχη ζωή ελπίζοντας ότι όλα θα πάνε καλά στο ράντσο του. Ώσπου απάγεται (από σπόντα) από τρείς αδίστακτους κακοποιούς, που ληστεύουν μια άμαξα και απάγουν ένα πλούσιο, νιόπαντρο ζευγάρι ζητώντας λύτρα. Σε όλο το δεύτερο μέρος του φιλμ τα έξι αυτά πρόσωπα βρίσκονται απομονωμένα σε μια σπηλιά στην έρημο, και όλα έχουν να κάνουν με τις μεταξύ τους σχέσεις, που ισορροπούν σε τεντωμένο σκοινί.
Τι είναι λοιπόν αυτό που ξεχωρίζει τις ταινίες του Boetticher; Μια λέξη μόνο: Η απλότητά τους. Μια πραγματικά αφοπλιστική απλότητα, μια στέρεα αφήγηση που δεν έχει τίποτα, μα τίποτα περιττό. Οι χαρακτήρες είναι ξεκάθαροι (δίχως να σημαίνει ότι δεν έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, κάθε άλλο), η ιστορία το ίδιο, οι σχέσεις και οι καταστάσεις που προκύπτουν σαφείς. Όπως ακριβώς η αφήγηση, έτσι και η εικόνα χαρακτηρίζεται από την ίδια λιτότητα, από την ίδια απόριψη κάθε περιττού στοιχείου. Η έρημος, ας πούμε, είναι η έρημος, είναι το αμερικάνικο τοπίο δίχως εφέ, φτιασίδια, φίλτρα, ιδιαίτερη φωτογράφιση... Είναι όπως ακριβώς υπάρχει στην πραγματικότητα. Συνολικά όμως δεν θα έλεγα ότι η ταινία χαρακτηρίζεται από ρεαλισμό. Περισσότερο θα μιλούσα για αφαίρεση. Μια αφαίρεση που βρίσκουμε (με εντελώς διαφορετικό κλίμα και περιεχόμενο σε κάθε περίπτωση) στον Μπρεσόν ή τον Μελβίλ, για να αναφέρω δύο παντελώς διαφορετικούς δημιουργούς που, ωστόσο, μου έρχονται αμέσως στο νου.
Οι σχέσεις των ηρώων στο φιλμ έχουν επίσης ενδιαφέρον: Η σχέση του ζευγαριού, αυτή της συζύγου με τον πρωταγωνιστή, αλλά και αυτή του τελευταίου με τον αρχηγό των ληστών, μια σχέση που παρά τον θάνατο που μπορεί να προκύψει κάθε λεπτό, μοιάζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο με φιλία. Ίσως ο ληστής βλέπει στον ήρωα αυτό που θα ήθελε να ήταν αν δεν είχε πάρει τον δρόμο αυτόν η ζωή του. Όσο για τον Ράντολφ Σκοτ, τον βασικό χαρακτήρα, διαθέτει μια φυσικότητα που σπάνια συναντάμε σε βαρυφορτωμένους σύγχρονους χαρακτήρες στο σινεμά: Μπορεί να γελά σαν παιδί, να χάνει στο στοίχημα δίχως να στενοχωριέται ιδιαίτερα, να κάνει γκάφες (η σκηνή που χτυπά το κεφάλι του στο άνοιγμα της σπηλιάς είναι χαρακτηριστική), να φοβάται, όπως ομολογεί τόσο στο ληστή όσο και στη γυναίκα όταν τους αιχμαλωτίζουν. Και συγχρόνως μπορεί κάποια στιγμή να γίνει ήρωας, όχι ακριβώς επειδή "έτσι είναι φτιαγμένος", αλλά, απλούστατα, επειδη πρέπει να επιβιώσει.
Χαμηλότονο γουέστερν, γεμάτο σημαντικές λεπτομέρειες, που προσωπικά εκτίμησα ιδιαίτερα. Και θα τονίσω, για όσους το θεωρουν από τα λεγόμενά μου βαρετό, ότι δεν με κούρασε καθόλου.
Το "Tall T", γυρισμένο το 1957, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα: Ο ήρωας είναι ένας μοναχικός κάου μπόι, που ζει μια ήσυχη ζωή ελπίζοντας ότι όλα θα πάνε καλά στο ράντσο του. Ώσπου απάγεται (από σπόντα) από τρείς αδίστακτους κακοποιούς, που ληστεύουν μια άμαξα και απάγουν ένα πλούσιο, νιόπαντρο ζευγάρι ζητώντας λύτρα. Σε όλο το δεύτερο μέρος του φιλμ τα έξι αυτά πρόσωπα βρίσκονται απομονωμένα σε μια σπηλιά στην έρημο, και όλα έχουν να κάνουν με τις μεταξύ τους σχέσεις, που ισορροπούν σε τεντωμένο σκοινί.
Τι είναι λοιπόν αυτό που ξεχωρίζει τις ταινίες του Boetticher; Μια λέξη μόνο: Η απλότητά τους. Μια πραγματικά αφοπλιστική απλότητα, μια στέρεα αφήγηση που δεν έχει τίποτα, μα τίποτα περιττό. Οι χαρακτήρες είναι ξεκάθαροι (δίχως να σημαίνει ότι δεν έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, κάθε άλλο), η ιστορία το ίδιο, οι σχέσεις και οι καταστάσεις που προκύπτουν σαφείς. Όπως ακριβώς η αφήγηση, έτσι και η εικόνα χαρακτηρίζεται από την ίδια λιτότητα, από την ίδια απόριψη κάθε περιττού στοιχείου. Η έρημος, ας πούμε, είναι η έρημος, είναι το αμερικάνικο τοπίο δίχως εφέ, φτιασίδια, φίλτρα, ιδιαίτερη φωτογράφιση... Είναι όπως ακριβώς υπάρχει στην πραγματικότητα. Συνολικά όμως δεν θα έλεγα ότι η ταινία χαρακτηρίζεται από ρεαλισμό. Περισσότερο θα μιλούσα για αφαίρεση. Μια αφαίρεση που βρίσκουμε (με εντελώς διαφορετικό κλίμα και περιεχόμενο σε κάθε περίπτωση) στον Μπρεσόν ή τον Μελβίλ, για να αναφέρω δύο παντελώς διαφορετικούς δημιουργούς που, ωστόσο, μου έρχονται αμέσως στο νου.
Οι σχέσεις των ηρώων στο φιλμ έχουν επίσης ενδιαφέρον: Η σχέση του ζευγαριού, αυτή της συζύγου με τον πρωταγωνιστή, αλλά και αυτή του τελευταίου με τον αρχηγό των ληστών, μια σχέση που παρά τον θάνατο που μπορεί να προκύψει κάθε λεπτό, μοιάζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο με φιλία. Ίσως ο ληστής βλέπει στον ήρωα αυτό που θα ήθελε να ήταν αν δεν είχε πάρει τον δρόμο αυτόν η ζωή του. Όσο για τον Ράντολφ Σκοτ, τον βασικό χαρακτήρα, διαθέτει μια φυσικότητα που σπάνια συναντάμε σε βαρυφορτωμένους σύγχρονους χαρακτήρες στο σινεμά: Μπορεί να γελά σαν παιδί, να χάνει στο στοίχημα δίχως να στενοχωριέται ιδιαίτερα, να κάνει γκάφες (η σκηνή που χτυπά το κεφάλι του στο άνοιγμα της σπηλιάς είναι χαρακτηριστική), να φοβάται, όπως ομολογεί τόσο στο ληστή όσο και στη γυναίκα όταν τους αιχμαλωτίζουν. Και συγχρόνως μπορεί κάποια στιγμή να γίνει ήρωας, όχι ακριβώς επειδή "έτσι είναι φτιαγμένος", αλλά, απλούστατα, επειδη πρέπει να επιβιώσει.
Χαμηλότονο γουέστερν, γεμάτο σημαντικές λεπτομέρειες, που προσωπικά εκτίμησα ιδιαίτερα. Και θα τονίσω, για όσους το θεωρουν από τα λεγόμενά μου βαρετό, ότι δεν με κούρασε καθόλου.
Δευτέρα, Νοεμβρίου 19, 2012
ΕΦΙΑΛΤΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ "ΚΥΝΗΓΙ"
Είναι σίγουρο ότι οι Σκανδιναβοί ξέρουν να κάνουν εξαιρετικά δράματα. Πυκνά, συχνά συγκλονιστικά και μίλα μακριά από κάθε έννοια μελό. Έτσι λοιπόν ο Thomas Vinterberg (που είχε να κάνει τόσο καλή ταινία από την εποχή της πραγματικά συγκλονιστικής "Οικογενειακής Γιορτής") βρίσκει και πάλι τον καλό του εαυτό το 2012 με το "Κυνήγι" (Jagten). Όπου για μια ακόμα φορά τα κάμποσα τελευταία χρόνια η ευνομούμενη, πλούσια σουηδική κοινωνία δείχνει ένα σκοτεινό, τρομαχτικό, κρυμένο πρόσωπο.
Η ταινία ασχολείται με το ταμπού (συνήθως) θέμα της παιδεραστίας. Μόνο που εδώ το πιάνει από την ανάποδη πλευρά: Αυτή της άδικης κατηγορίας ενός καθ' όλα καλού και άξιου νηπιαγωγού για το έγκλημα αυτό. Ο θεωρούμενος παιδεραστής είναι αθώος (μη φοβάστε, δεν κάνω spoiler, αυτό το ξέρουμε από τα πρώτα λεπτά). Από εκεί και πέρα η "τέλεια" κοινωνία της ευμάρειας είναι αυτή που ξεγυμνώνεται, που δείχνει ένα εφιαλτικό πρόσωπο, που αναλαμβάνει τον ρόλο του κυνηγού σε ένα απόλυτα σκληρό κυνήγι απέναντι στο αβοήθητο θύμα.
Η ταινία θίγει αρκετά θέματα: Αυτό της κοινωνικής υστερίας απέναντι σε ό,τι θεωρείται ίσως το απεχθέστερο των εγκλημάτων σήμερα, αυτό του κοινωνικού συντηρητισμού, αυτό της ψυχολογίας του όχλου, που αδίστακτα και ομαδικά στρέφεται ενάντια σε ένα αβοήθητο θύμα εξοστρακίζοντάς το κοινωνικά, και άλλα. Ταυτόχρονα διατηρεί αμείωτο το ψυχολογικό σασπένς, καθώς η οδύσσεια του άτυχου ήρωα γίνεται λεπτό προς λεπτό όλο και πιο δυσβάστακτη και η ασφυκτική ατμόσφαιρα όλο και βαραίνει. Έτσι, μπορεί κανείς να το εκλάβει και σαν ένα είδος κοινωνικού "θρίλερ", που παρακολουθεί από κοντά την κατάβαση ενός ανύποπτου ανθρώπου στην κόλαση και υπενθυμίζει πόσο κοντά βρίσκονται τα όρια της κοινωνικής ευτυχίας και της απόλυτης δυστυχίας. Μερικές φορές μπορεί κανείς να τα υπερβεί δίχως να το καταλάβει, δίχως να κάνει τίποτα μεμπτό, παρά το ότι ακολουθεί πιστά, ευτυχής, τους κανόνες της κοινωνίας αυτής. SPOILER: Στο τέλος όλα γίνονται ξανά μέλι-γάλα, η πολυπόθητη λύτρωση φτάνει επιτέλους. Είναι όμως έτσι; Η τελευταία σκηνή στο κυνήγι δείχνει ότι όταν το γυαλί ραγίσει δεν ξανακολλά ποτέ τέλεια. Η πληγή εξωτερικά έκλεισε, στο βάθος όμως παραμένει κακοφορμισμένη. Ακόμα κι αν είναι πέρα για πέρα άδικη... ΤΕΛΟΣ SPOILER
Πολύ δυνατή ταινία, με θαυμάσια μάλιστα ερμηνεία του πρωταγωνιστή Μαντς Μίκελσεν, που συνιστώ σε όσους μπορούν να απολαύσουν και σινεμά δίχως κυνηγητά, τόννους αδρεναλίνης και έναν πυροβολισμό ή/και έκρηξη ανά λεπτό. Οι σκανδιναβοί, το είπαμε από την αρχή, είναι μάστορες αυτού του διεισδυτικού είδους, που δεν διστάζει να ξεσκεπάζει κα καλά κρυμένα άρρωστα μυστικά της κοινωνίας τους.
Η ταινία ασχολείται με το ταμπού (συνήθως) θέμα της παιδεραστίας. Μόνο που εδώ το πιάνει από την ανάποδη πλευρά: Αυτή της άδικης κατηγορίας ενός καθ' όλα καλού και άξιου νηπιαγωγού για το έγκλημα αυτό. Ο θεωρούμενος παιδεραστής είναι αθώος (μη φοβάστε, δεν κάνω spoiler, αυτό το ξέρουμε από τα πρώτα λεπτά). Από εκεί και πέρα η "τέλεια" κοινωνία της ευμάρειας είναι αυτή που ξεγυμνώνεται, που δείχνει ένα εφιαλτικό πρόσωπο, που αναλαμβάνει τον ρόλο του κυνηγού σε ένα απόλυτα σκληρό κυνήγι απέναντι στο αβοήθητο θύμα.
Η ταινία θίγει αρκετά θέματα: Αυτό της κοινωνικής υστερίας απέναντι σε ό,τι θεωρείται ίσως το απεχθέστερο των εγκλημάτων σήμερα, αυτό του κοινωνικού συντηρητισμού, αυτό της ψυχολογίας του όχλου, που αδίστακτα και ομαδικά στρέφεται ενάντια σε ένα αβοήθητο θύμα εξοστρακίζοντάς το κοινωνικά, και άλλα. Ταυτόχρονα διατηρεί αμείωτο το ψυχολογικό σασπένς, καθώς η οδύσσεια του άτυχου ήρωα γίνεται λεπτό προς λεπτό όλο και πιο δυσβάστακτη και η ασφυκτική ατμόσφαιρα όλο και βαραίνει. Έτσι, μπορεί κανείς να το εκλάβει και σαν ένα είδος κοινωνικού "θρίλερ", που παρακολουθεί από κοντά την κατάβαση ενός ανύποπτου ανθρώπου στην κόλαση και υπενθυμίζει πόσο κοντά βρίσκονται τα όρια της κοινωνικής ευτυχίας και της απόλυτης δυστυχίας. Μερικές φορές μπορεί κανείς να τα υπερβεί δίχως να το καταλάβει, δίχως να κάνει τίποτα μεμπτό, παρά το ότι ακολουθεί πιστά, ευτυχής, τους κανόνες της κοινωνίας αυτής. SPOILER: Στο τέλος όλα γίνονται ξανά μέλι-γάλα, η πολυπόθητη λύτρωση φτάνει επιτέλους. Είναι όμως έτσι; Η τελευταία σκηνή στο κυνήγι δείχνει ότι όταν το γυαλί ραγίσει δεν ξανακολλά ποτέ τέλεια. Η πληγή εξωτερικά έκλεισε, στο βάθος όμως παραμένει κακοφορμισμένη. Ακόμα κι αν είναι πέρα για πέρα άδικη... ΤΕΛΟΣ SPOILER
Πολύ δυνατή ταινία, με θαυμάσια μάλιστα ερμηνεία του πρωταγωνιστή Μαντς Μίκελσεν, που συνιστώ σε όσους μπορούν να απολαύσουν και σινεμά δίχως κυνηγητά, τόννους αδρεναλίνης και έναν πυροβολισμό ή/και έκρηξη ανά λεπτό. Οι σκανδιναβοί, το είπαμε από την αρχή, είναι μάστορες αυτού του διεισδυτικού είδους, που δεν διστάζει να ξεσκεπάζει κα καλά κρυμένα άρρωστα μυστικά της κοινωνίας τους.
Σάββατο, Νοεμβρίου 17, 2012
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΚΛΕΡ ΧΩΡΙΣ ΑΔΕΙΑ
Ο Bruce McDonald είναι καναδός και κάνει κυρίως τηλεόραση. Ενδιάμεσα όμως προλαβαίνει να γυρίσει και ταινίες, οι οποίες μάλιστα εκτιμώνται αρκετά (προσωπικά δεν έχω δει άλλη δική του, οπότε η πληροφορία είναι από δεύτερο χέρι). Το 2001 πάντως γυρίζει το "Picture Clair", ένα θρίλερ με βασικές ηρωίδες δύο γυναίκες (Τζούλιετ Λούις και Τζίνα Γκέρσον).
Πρόκειται για μια γρήγορη σε πλοκή και δράση ταινία, όπου μια κόπέλα από το Τορόντο, αφού έχει χάσει τα πάντα μετά την πυρπόληση του σπιτιού της, πάει στο Μόντρεαλ για να μείνει με τον φίλο της, γνωστό φωτογράφο, τίποτα όμως δεν πάει όπως το σχεδιάζει. Εκτός όλων των άλλων (δεν σας λέω ποια είναι αυτά τα άλλα), θα την μπερδέψουν με μια κοπέλα που μένει στον κάτω όροφο και η οποία έχει σκοτώσει έναν ύποπτο τύπο. Έτσι οι πάντες θα την κυνηγάνε δίχως εκείνη να έχει ιδέα γιατί (σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα δεν αντιλαμβάνεται καν ότι κάποιοι την ψάχνουν). Τα πράγματα γίνονται χειρότερα, αφού δεν μιλά λέξη αγγλικά (από το Κεμπέκ γαρ) και οι κάτοικοι του Μόντρεαλ δεν φημίζονται για τις γνώσεις τους στα γαλικά...
Η ταινία, ενώ παρακολουθείται με ενδιαφέρον και κρατά τον θεατή χάρη στο σασπένς που διαθέτει, κάπου επίσης νομίζω ότι χάνει. Ίσως να φταίει όλο αυτό το εξωπραγματικό μπέρδεμα, ίσως οι αρκετές συμπτώσεις που υπάρχουν στο σενάριο, ίσως κάποιες υπερβολές στη δράση. Τελικά η γενική γεύση που μου έμεινε είναι του τύπου: "Ε, δεν γίνονται όλα αυτά!". Και, εντάξει, είπαμε, οι κάτοικοι του Μόντρεαλ δεν μιλανε γαλικά, αλλά, διάβολε, ούτε ένας τους πια δεν μπορεί έστω και με ελάχιστες λέξεις να συννενοηθεί με την κοπέλα; Όταν αυτή προσπαθεί να επικοινωνήσει στα γαλικά οι πάντες την κοιτάζουν λες και είναι εξωγήινη. Και, διάβολε και πάλι, το γαλλόφωνο Κεμπέκ βρίσκεται πολύ κοντά, στην ίδια χώρα.
Σκηνοθετικά ο McDonanld είναι σπιντάτος και χρησιμοποιεί κάποιες εντυπωσιακές τεχνικές. Σε μια απ' αυτές κάνει, θα έλεγα, κατάχρηση: Πολύ συχνά χωρίζει την οθόνη σε μικρά ορθογώνια, άλλοτε δύο άλλοτε περισσότερα, κάνοντάς μας έτσι να παρακολουθούμε ταυτόχρονα παράλληλες δράσεις. Μόνο που συχνά αυτό γίνεται άνευ λόγου, οπότε νομίζω ότι το κάνει μόνο για τον εντυπωσιασμό του θεατή. ΄Αν πάντως κάτι δεν πάσχει, είναι ο ρυθμός. Όπως είπαμε, παρακολούθησα την περιπέτεια αυτή, που βασίζεται σε παρεξηγήσεις, δίχως, τουλάχιστον, να κουραστώ. Με μικρές βελτιώσεις νομίζω ότι θα ήταν καλή ταινία.
ΥΓ: Σε πολύ μικρό, χαρακτηριστικό όμως ρόλο, εμφανίζεται και ένας κλασικά παρακμιακός Μίκι Ρουρκ.
Πρόκειται για μια γρήγορη σε πλοκή και δράση ταινία, όπου μια κόπέλα από το Τορόντο, αφού έχει χάσει τα πάντα μετά την πυρπόληση του σπιτιού της, πάει στο Μόντρεαλ για να μείνει με τον φίλο της, γνωστό φωτογράφο, τίποτα όμως δεν πάει όπως το σχεδιάζει. Εκτός όλων των άλλων (δεν σας λέω ποια είναι αυτά τα άλλα), θα την μπερδέψουν με μια κοπέλα που μένει στον κάτω όροφο και η οποία έχει σκοτώσει έναν ύποπτο τύπο. Έτσι οι πάντες θα την κυνηγάνε δίχως εκείνη να έχει ιδέα γιατί (σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα δεν αντιλαμβάνεται καν ότι κάποιοι την ψάχνουν). Τα πράγματα γίνονται χειρότερα, αφού δεν μιλά λέξη αγγλικά (από το Κεμπέκ γαρ) και οι κάτοικοι του Μόντρεαλ δεν φημίζονται για τις γνώσεις τους στα γαλικά...
Η ταινία, ενώ παρακολουθείται με ενδιαφέρον και κρατά τον θεατή χάρη στο σασπένς που διαθέτει, κάπου επίσης νομίζω ότι χάνει. Ίσως να φταίει όλο αυτό το εξωπραγματικό μπέρδεμα, ίσως οι αρκετές συμπτώσεις που υπάρχουν στο σενάριο, ίσως κάποιες υπερβολές στη δράση. Τελικά η γενική γεύση που μου έμεινε είναι του τύπου: "Ε, δεν γίνονται όλα αυτά!". Και, εντάξει, είπαμε, οι κάτοικοι του Μόντρεαλ δεν μιλανε γαλικά, αλλά, διάβολε, ούτε ένας τους πια δεν μπορεί έστω και με ελάχιστες λέξεις να συννενοηθεί με την κοπέλα; Όταν αυτή προσπαθεί να επικοινωνήσει στα γαλικά οι πάντες την κοιτάζουν λες και είναι εξωγήινη. Και, διάβολε και πάλι, το γαλλόφωνο Κεμπέκ βρίσκεται πολύ κοντά, στην ίδια χώρα.
Σκηνοθετικά ο McDonanld είναι σπιντάτος και χρησιμοποιεί κάποιες εντυπωσιακές τεχνικές. Σε μια απ' αυτές κάνει, θα έλεγα, κατάχρηση: Πολύ συχνά χωρίζει την οθόνη σε μικρά ορθογώνια, άλλοτε δύο άλλοτε περισσότερα, κάνοντάς μας έτσι να παρακολουθούμε ταυτόχρονα παράλληλες δράσεις. Μόνο που συχνά αυτό γίνεται άνευ λόγου, οπότε νομίζω ότι το κάνει μόνο για τον εντυπωσιασμό του θεατή. ΄Αν πάντως κάτι δεν πάσχει, είναι ο ρυθμός. Όπως είπαμε, παρακολούθησα την περιπέτεια αυτή, που βασίζεται σε παρεξηγήσεις, δίχως, τουλάχιστον, να κουραστώ. Με μικρές βελτιώσεις νομίζω ότι θα ήταν καλή ταινία.
ΥΓ: Σε πολύ μικρό, χαρακτηριστικό όμως ρόλο, εμφανίζεται και ένας κλασικά παρακμιακός Μίκι Ρουρκ.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 15, 2012
SKYFALL: ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ
Έχω γράψει επανειλημένα ότι δεν είμαι και πολύ φαν της αγέραστης σειράς του Τζέιμς Μποντ. ΟΚ, τα βλέπω, περνώ (συνήθως) ένα ευχάριστο δίωρο και αμέσως μετά κάνω delete.
Αυτό ωστόσο δεν με εμποδίζει να πω ότι το "Skyfall" του 2012, 23η ταινία της σειράς, είναι από τα καλύτερα, αν οχι το καλύτερο για μένα. Ίσως να "φταίει" ο σκηνοθέτης, που για πρώτη φορά είναι "σοβαρός" και όχι απλός διεκπεραιωτής: Ο Sam Mendes, του "American Beauty" και άλλων καλών ταινιών. Ίσως πάλι να οφείλεται στο ότι η ταινία παίζει με έξυπνο τρόπο με το παρόν και το παρελθόν, το σύγχρονο και το παλιομοδίτικο. Βλέπετε, εδώ ο 007 παραδέχεται επιτέλους ότι έχει μισογεράσει (όχι βέβαια ότι αυτό τον εμποδίζει να κάνει "παπάδες") και ότι είναι κάπως κολλημένος στο πρακτορικό του παρελθόν.
Θα το ξεκαθαρίσω από την αρχή: Δεν είναι ότι η ταινία "σοβάρεψε" απότομα. Τα κλισέ της σειράς υπάρχουν και με το παραπάνω: Ο Μποντ είναι πρακτικά άτρωτος, τραυματίζεται, πέφτει από καταρράχτες, ισορροπεί με μηχανή σε ετοιμόρροπες στέγες και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε, αλλά πάντα τα καταφέρνει. Με πληγές, σωματικές και ψυχικές, αλλά πάντα έχει το πάνω χέρι. Και όποια γυναίκα κοιτάξει πέφτει ξερή. Αλίμονο τώρα. Όλα αυτά λοιπόν υπάρχουν, μαζί με το τυπικό κοσμοπολίτικο περιβάλλον (Κωνσταντινούπολη, Μακάο, Σαγκάη).
Τι είναι τότε αυτό που κάνει το φιλμ ξεχωριστό; Το ότι για πρώτη φορά μαθαίνουμε τις ρίζες του διάσημου ήρωα, κάτι από τα παιδικά του χρόνια, από την προ πράκτορα ζωή του, κάνοντας τον έτσι πιο ανθρώπινο. Και το ότι όλη η ιστορία είναι μια ιστορία εκδίκησης, που αφορά ουσιαστικά την ίδια τη μυστική υπηρεσία ΜΙ6 και την αρχηγό της, την περίφημη Μ. Ναι, το "άψογο" της υπηρεσίας, το ότι "δουλεύει για το καλό της ανθρωπότητας", καθώς και το ότι "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα" τίθενται υπό αμφισβήτηση. Μήπως και οι προστάτες έχουν κι αυτοί αρνητικά στοιχεία, όπως οι τυπικοί "κακοί"; Και, ακόμα, ότι ο Μποντ, ως, επιτέλους, άνθρωπος, είναι πιο τρωτός, επιρρεπής σε διάφορα "κακά" (αλκοόλ κλπ.) και, επιτέλους επίσης, έχει και προσωπικά προβλήματα. Φυσικά ο κάποιος εξανθρωπισμός του ήρωα είχε ήδη αρχίσει από τότε που ανέλαβε τον ρόλο ο Ντάνιελ Κρεγκ, εδώ όμως βρίσκεται στο (σχετικό) απώγειό του. Υπάρχει επίσης το συχνά αστείο παιχνίδι ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο, όσον αφορά τις τεχνολογίες, αλλά και τα ίδια τα πρόσωπα, η επιστράτευση παλιών γκάτζετ με νοσταλγική διάθεση και κλείσιμο του ματιού στους θεατές (παιχνίδι που κορυφώνεται στο τελευταίο μέρος στο παλιό σπίτι των Μποντ στη Σκωτία), και βέβαια η κλασική καταιγιστική δράση, το έξυπνο - κυνικό χιούμορ (μειωμένο βεβαίως σε σχέση με παλιότερους Τζέιμς Μποντ) κλπ.
Οπότε και κλασικός 007 και κάμποσα νέα στοιχεία στην τιμή του ενός. Μην περιμένετε βέβαια κάποια στροφή σε... σινεμά τέχνης. Τζέιμς Μποντ θα δείτε. Όλα τα παραπάνω όμως είναι συγκριτικά σε σχέση με παλιότερα φιλμ. Για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν προσωπικά το απόλαυσα περισσότερο από άλλα "επεισόδια" της δίχως τέλος σειράς. Μακάρι και όσα θα ακολουθήσουν να είναι το ίδιο συμπαθητικά.
Αυτό ωστόσο δεν με εμποδίζει να πω ότι το "Skyfall" του 2012, 23η ταινία της σειράς, είναι από τα καλύτερα, αν οχι το καλύτερο για μένα. Ίσως να "φταίει" ο σκηνοθέτης, που για πρώτη φορά είναι "σοβαρός" και όχι απλός διεκπεραιωτής: Ο Sam Mendes, του "American Beauty" και άλλων καλών ταινιών. Ίσως πάλι να οφείλεται στο ότι η ταινία παίζει με έξυπνο τρόπο με το παρόν και το παρελθόν, το σύγχρονο και το παλιομοδίτικο. Βλέπετε, εδώ ο 007 παραδέχεται επιτέλους ότι έχει μισογεράσει (όχι βέβαια ότι αυτό τον εμποδίζει να κάνει "παπάδες") και ότι είναι κάπως κολλημένος στο πρακτορικό του παρελθόν.
Θα το ξεκαθαρίσω από την αρχή: Δεν είναι ότι η ταινία "σοβάρεψε" απότομα. Τα κλισέ της σειράς υπάρχουν και με το παραπάνω: Ο Μποντ είναι πρακτικά άτρωτος, τραυματίζεται, πέφτει από καταρράχτες, ισορροπεί με μηχανή σε ετοιμόρροπες στέγες και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε, αλλά πάντα τα καταφέρνει. Με πληγές, σωματικές και ψυχικές, αλλά πάντα έχει το πάνω χέρι. Και όποια γυναίκα κοιτάξει πέφτει ξερή. Αλίμονο τώρα. Όλα αυτά λοιπόν υπάρχουν, μαζί με το τυπικό κοσμοπολίτικο περιβάλλον (Κωνσταντινούπολη, Μακάο, Σαγκάη).
Τι είναι τότε αυτό που κάνει το φιλμ ξεχωριστό; Το ότι για πρώτη φορά μαθαίνουμε τις ρίζες του διάσημου ήρωα, κάτι από τα παιδικά του χρόνια, από την προ πράκτορα ζωή του, κάνοντας τον έτσι πιο ανθρώπινο. Και το ότι όλη η ιστορία είναι μια ιστορία εκδίκησης, που αφορά ουσιαστικά την ίδια τη μυστική υπηρεσία ΜΙ6 και την αρχηγό της, την περίφημη Μ. Ναι, το "άψογο" της υπηρεσίας, το ότι "δουλεύει για το καλό της ανθρωπότητας", καθώς και το ότι "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα" τίθενται υπό αμφισβήτηση. Μήπως και οι προστάτες έχουν κι αυτοί αρνητικά στοιχεία, όπως οι τυπικοί "κακοί"; Και, ακόμα, ότι ο Μποντ, ως, επιτέλους, άνθρωπος, είναι πιο τρωτός, επιρρεπής σε διάφορα "κακά" (αλκοόλ κλπ.) και, επιτέλους επίσης, έχει και προσωπικά προβλήματα. Φυσικά ο κάποιος εξανθρωπισμός του ήρωα είχε ήδη αρχίσει από τότε που ανέλαβε τον ρόλο ο Ντάνιελ Κρεγκ, εδώ όμως βρίσκεται στο (σχετικό) απώγειό του. Υπάρχει επίσης το συχνά αστείο παιχνίδι ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο, όσον αφορά τις τεχνολογίες, αλλά και τα ίδια τα πρόσωπα, η επιστράτευση παλιών γκάτζετ με νοσταλγική διάθεση και κλείσιμο του ματιού στους θεατές (παιχνίδι που κορυφώνεται στο τελευταίο μέρος στο παλιό σπίτι των Μποντ στη Σκωτία), και βέβαια η κλασική καταιγιστική δράση, το έξυπνο - κυνικό χιούμορ (μειωμένο βεβαίως σε σχέση με παλιότερους Τζέιμς Μποντ) κλπ.
Οπότε και κλασικός 007 και κάμποσα νέα στοιχεία στην τιμή του ενός. Μην περιμένετε βέβαια κάποια στροφή σε... σινεμά τέχνης. Τζέιμς Μποντ θα δείτε. Όλα τα παραπάνω όμως είναι συγκριτικά σε σχέση με παλιότερα φιλμ. Για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν προσωπικά το απόλαυσα περισσότερο από άλλα "επεισόδια" της δίχως τέλος σειράς. Μακάρι και όσα θα ακολουθήσουν να είναι το ίδιο συμπαθητικά.
Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2012
ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΜΕ... "25 ΚΑΡΑΤΙΑ"
Γενικά συμπαθώ το σύγχρονο ισπανικό σινεμά. Κατά καιρούς δίνει εξαιρετικές ταινίες, αν και χαρακτηρίζεται νομίζω από μια τάση υπερβολής. Τα "25 Kilates" (25 Καράτια) γυρίστηκε το 2008 και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους του Patxi Amezcua. Δεν μπορώ να πω όμως ότι το θεώρησα από τα καλά δείγματα.
Πρόκειται για ένα σπινταριστό αστυνομικό φιλμ, γυρισμένο στη Βαρκελώνη, η οποία όμως δεν έχει τίποτα όμορφο ή τουριστικό, όπως έχουμε συνηθίσει να τη βλέπουμε. Η πόλη δίνεται σαν μια κοινή, μάλλον άσχημη μεγαλούπολη. Μέσα της κινούνται, σε διαφορετικές τροχιές, ένα πλήθος από ποικίλους παράνομους (άλλωστε η ταινία εστιάζει αποκλειστικά στο παράνομο κομμάτι των κατοίκων της πόλης). Έχουμε λοιπόν έναν μοναχικό "συλλέκτη χρεών" (κοινώς σπάμε στο ξύλο όποιον χρωστάει μέχρι να τσακιστεί και να μας τα δώσει), μια νεαρή κοπέλα που ζει από μικροαπατεωνιές, τον επίσης απατεώνα, αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα, πατέρα της, που έχει το "ταλέντο" να είναι μόνιμα χωμένος μέχρι το λαιμό στα προβλήματα, έναν σούπερ διεφθαρμένο μπάτσος με τον βοηθό του και κάμποσους άλλους (πληρωμένοι δολοφόνοι, κλεπταποδόχοι, κλέφτες κλπ.) Κάποια στιγμή, συμπτωματικά, οι τροχιές μερικών απ' αυτούς συναντιούνται και τα γεγονότα αρχίζουν να τρέχουν ραγδαία, πασπαλισμένα με μπόλικη βία.
Ο σκηνοθέτης ποντάρει στη γρήγορη δράση, στον κοφτό ρυθμό, στο συνεχές και αγχωτικό τρέξιμο. Ωστόσο τα όσα συμβαίνουν είναι μάλλον απίθανα ή, τουλάχιστον, εμένα δεν με έπεισαν. Οι συμπτώσεις είναι πολλές, τα συναισθήματα των ηρώων μάλλον τεχνητά και ψεύτικα και γενικά μου φάνηκε ότι όλη αυτή η συσσώρευση γεγονότων είναι απίθανη και εξωπραγματική. Είναι αυτό που σε κάνει να λες "ε, όλα αυτά μαζί δεν γίνονται". Αν είχαμε ένα φιλμ σε στιλ Τζέιμς Μποντ, αυτό δεν θα πείραζε. Πρόκειται για σύμβαση που ξέρεις από πριν, πριν αρχίσεις να το βλέπεις. Εδώ όμως υποτίθεται ότι έχουμε μια ρεαλιστική ιστορία (η σκηνοθεσία, η καθημερινότητα, η επιλογή των χώρων, σ' αυτό παραπέμπουν) κι αυτό ακριβώς είναι που δεν με έπεισε. Ίσως να φταίει και αυτή η υπερβολή που ανέφερα στην αρχή, η οποία είναι ένα χαρακτηριστικό με το οποίο η ισπανική κινηματογραφία φλερτάρει συχνά.
Εντάξει, το φιλμ, όπως είπα στην αρχή, παραμένει σπιντάτο και κάποιες στιγμές μπορεί και να αγχώσει τον θεατή, γενικά όμως εγώ τουλάχιστον δεν...
Πρόκειται για ένα σπινταριστό αστυνομικό φιλμ, γυρισμένο στη Βαρκελώνη, η οποία όμως δεν έχει τίποτα όμορφο ή τουριστικό, όπως έχουμε συνηθίσει να τη βλέπουμε. Η πόλη δίνεται σαν μια κοινή, μάλλον άσχημη μεγαλούπολη. Μέσα της κινούνται, σε διαφορετικές τροχιές, ένα πλήθος από ποικίλους παράνομους (άλλωστε η ταινία εστιάζει αποκλειστικά στο παράνομο κομμάτι των κατοίκων της πόλης). Έχουμε λοιπόν έναν μοναχικό "συλλέκτη χρεών" (κοινώς σπάμε στο ξύλο όποιον χρωστάει μέχρι να τσακιστεί και να μας τα δώσει), μια νεαρή κοπέλα που ζει από μικροαπατεωνιές, τον επίσης απατεώνα, αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα, πατέρα της, που έχει το "ταλέντο" να είναι μόνιμα χωμένος μέχρι το λαιμό στα προβλήματα, έναν σούπερ διεφθαρμένο μπάτσος με τον βοηθό του και κάμποσους άλλους (πληρωμένοι δολοφόνοι, κλεπταποδόχοι, κλέφτες κλπ.) Κάποια στιγμή, συμπτωματικά, οι τροχιές μερικών απ' αυτούς συναντιούνται και τα γεγονότα αρχίζουν να τρέχουν ραγδαία, πασπαλισμένα με μπόλικη βία.
Ο σκηνοθέτης ποντάρει στη γρήγορη δράση, στον κοφτό ρυθμό, στο συνεχές και αγχωτικό τρέξιμο. Ωστόσο τα όσα συμβαίνουν είναι μάλλον απίθανα ή, τουλάχιστον, εμένα δεν με έπεισαν. Οι συμπτώσεις είναι πολλές, τα συναισθήματα των ηρώων μάλλον τεχνητά και ψεύτικα και γενικά μου φάνηκε ότι όλη αυτή η συσσώρευση γεγονότων είναι απίθανη και εξωπραγματική. Είναι αυτό που σε κάνει να λες "ε, όλα αυτά μαζί δεν γίνονται". Αν είχαμε ένα φιλμ σε στιλ Τζέιμς Μποντ, αυτό δεν θα πείραζε. Πρόκειται για σύμβαση που ξέρεις από πριν, πριν αρχίσεις να το βλέπεις. Εδώ όμως υποτίθεται ότι έχουμε μια ρεαλιστική ιστορία (η σκηνοθεσία, η καθημερινότητα, η επιλογή των χώρων, σ' αυτό παραπέμπουν) κι αυτό ακριβώς είναι που δεν με έπεισε. Ίσως να φταίει και αυτή η υπερβολή που ανέφερα στην αρχή, η οποία είναι ένα χαρακτηριστικό με το οποίο η ισπανική κινηματογραφία φλερτάρει συχνά.
Εντάξει, το φιλμ, όπως είπα στην αρχή, παραμένει σπιντάτο και κάποιες στιγμές μπορεί και να αγχώσει τον θεατή, γενικά όμως εγώ τουλάχιστον δεν...
Τρίτη, Νοεμβρίου 13, 2012
ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΑΚΟΜΑ ΞΕΡΩ ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ ΠΕΡΣΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Ξεμένετε μέσα μια βραδιά, βαριέστε και δεν έχετε τίποτα καλό να δείτε. Κάπου ανακαλύπτετε ξεχασμένο ένα dvd, αποφασίζετε να το βάλετε στο μηχάνημα και... μάλλον βαριέστε ακόμα περισσότερο.
Το "I Still Know what you Did Last Summer" είναι (σα να μην έφταναν όλα) το νο 2 της γνωστής σειράς νεανικών ταινιών τρόμου και γυρίστηκε το 1998 από τον Danni Cannon. Πώς να περιμένετε λοιπόν κάτι καλό από αυτόν που λίγα χρόνια πριν είχε γυρίσει τον ανεκδιήγητο "Δικαστή Ντρεντ"; (ευτυχώς ο Cannon τα αρκετά τελευταία χρόνια κάνει μόνο τηλεόραση).
Στο δεύτερο αυτό μέρος λοιπόν ο κακός ψαράς με τον γάντζο στο χέρι επανέρχεται, ενώ όλοι πίστευαν ότι είχε πεθάνει στο πρώτο μέρος (πρωτότυπη ιδέα, έτσι;) και κυνηγά τους δύο επιζήσαντες της αρχικής ταινίας, τους νέους φίλους τους και όποιον άλλον βρει μπροστά του αδιακρίτως. Και, για να γίνει αγχωτικότερο (;) το φιλμ, αυτοί έχουν αποκλειστεί σε ένα τροπικό νησάκι στο τέλος της σεζόν, στο οποίο βρίσκονται μόνο μερικοί υπάλληλοι του ξενοδοχείου όπου μένουν και οι ίδιοι. Εκεί τους βρίσκει μια φοβερή καταιγίδα, ώστε να μη μπορούν να φύγουν και να έχουμε και τη σχετική κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Το στόρι δηλαδή θυμίζει κάπως το "Key Largo" του Χιούστον (η μέρα με τη νύχτα φυσικά).
Περιτό να πούμε νομίζω ότι το φιλμ είναι γεμάτο κλισέ, από τους φόνους και τα όσα δημιουργούν τον όποιον τρόμο υπάρχει μέχρι τους νεαρούς και ωραίους πρωταγωνιστές (σιγά μη δεν ήταν). Φυσικά το σενάριο μπάζει από παντού (πώς έκανε ο "κακός" την εκπομπή που τους έστειλε εκεί; Ποιος είναι ο μαύρος που τους προστατεύει; Γιατί είναι τόσο αγενής ο υπάλληλος στη ρεσεψιόν; Οποιοσδήποτε με τη δική του συμπεριφορά θα είχε απολυθεί πάραυτα ή το ξενοδοχείο θα είχε κλείσει... και πολλά άλλα), αλλά εκεί θα κολλήσουμε τώρα; Αφείστε που οι πρωταγωνίστριες είναι βεβαίως σέξι (αλοίμονο τώρα), αλλά δεν δείχνουν και τίποτα για να περάσει πιο εύκολα η ώρα... Ο συντηρητισμός της Αμερικής και των 90ς γαρ...
Από τα πολύ αδιάφορα φιλμ, που συνέβαλαν στην υποβίβαση του είδους της ταινίας τρόμου στο χάλι που βρίσκεται σήμερα. Αν όμως είστε αμετανόητοι, θα σας πληροφορήσω ότι υπάρχει και νο 3! Προφανώς ο ψαράς με τον γάντζο διαθέτει υπερφυσικές ιδιότητες, αφού δεν λέει να ψοφήσει με τίποτα (όχι βέβαια ότι κι αυτό το στοιχείο δεν αποτελεί αφόρητο κλισέ. Θυμηθείτε πόσες φορές το έχουμε ξαναδεί...)
Το "I Still Know what you Did Last Summer" είναι (σα να μην έφταναν όλα) το νο 2 της γνωστής σειράς νεανικών ταινιών τρόμου και γυρίστηκε το 1998 από τον Danni Cannon. Πώς να περιμένετε λοιπόν κάτι καλό από αυτόν που λίγα χρόνια πριν είχε γυρίσει τον ανεκδιήγητο "Δικαστή Ντρεντ"; (ευτυχώς ο Cannon τα αρκετά τελευταία χρόνια κάνει μόνο τηλεόραση).
Στο δεύτερο αυτό μέρος λοιπόν ο κακός ψαράς με τον γάντζο στο χέρι επανέρχεται, ενώ όλοι πίστευαν ότι είχε πεθάνει στο πρώτο μέρος (πρωτότυπη ιδέα, έτσι;) και κυνηγά τους δύο επιζήσαντες της αρχικής ταινίας, τους νέους φίλους τους και όποιον άλλον βρει μπροστά του αδιακρίτως. Και, για να γίνει αγχωτικότερο (;) το φιλμ, αυτοί έχουν αποκλειστεί σε ένα τροπικό νησάκι στο τέλος της σεζόν, στο οποίο βρίσκονται μόνο μερικοί υπάλληλοι του ξενοδοχείου όπου μένουν και οι ίδιοι. Εκεί τους βρίσκει μια φοβερή καταιγίδα, ώστε να μη μπορούν να φύγουν και να έχουμε και τη σχετική κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Το στόρι δηλαδή θυμίζει κάπως το "Key Largo" του Χιούστον (η μέρα με τη νύχτα φυσικά).
Περιτό να πούμε νομίζω ότι το φιλμ είναι γεμάτο κλισέ, από τους φόνους και τα όσα δημιουργούν τον όποιον τρόμο υπάρχει μέχρι τους νεαρούς και ωραίους πρωταγωνιστές (σιγά μη δεν ήταν). Φυσικά το σενάριο μπάζει από παντού (πώς έκανε ο "κακός" την εκπομπή που τους έστειλε εκεί; Ποιος είναι ο μαύρος που τους προστατεύει; Γιατί είναι τόσο αγενής ο υπάλληλος στη ρεσεψιόν; Οποιοσδήποτε με τη δική του συμπεριφορά θα είχε απολυθεί πάραυτα ή το ξενοδοχείο θα είχε κλείσει... και πολλά άλλα), αλλά εκεί θα κολλήσουμε τώρα; Αφείστε που οι πρωταγωνίστριες είναι βεβαίως σέξι (αλοίμονο τώρα), αλλά δεν δείχνουν και τίποτα για να περάσει πιο εύκολα η ώρα... Ο συντηρητισμός της Αμερικής και των 90ς γαρ...
Από τα πολύ αδιάφορα φιλμ, που συνέβαλαν στην υποβίβαση του είδους της ταινίας τρόμου στο χάλι που βρίσκεται σήμερα. Αν όμως είστε αμετανόητοι, θα σας πληροφορήσω ότι υπάρχει και νο 3! Προφανώς ο ψαράς με τον γάντζο διαθέτει υπερφυσικές ιδιότητες, αφού δεν λέει να ψοφήσει με τίποτα (όχι βέβαια ότι κι αυτό το στοιχείο δεν αποτελεί αφόρητο κλισέ. Θυμηθείτε πόσες φορές το έχουμε ξαναδεί...)
Κυριακή, Νοεμβρίου 11, 2012
ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΟΙ ΣΤΟΥΣ ΑΡΓΟΣΥΡΤΟΥς ΡΥΘΜΟΥς ΤΗΣ "COSMOPOLIS"
Δηλώνω από την αρχή ότι είμαι λάτρης του παλιότερου έργου του David Cronenberg. Ωστόσο στις δύο τελευταίες του ταινίες έχω απογοητευτεί. Τόσο από την επίπεδη εξιστόρηση της ζωής του Γιουνγκ, όσο και από το "Cosmopolis" του 2012, που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ντον ΝτεΛίλο.
Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα. Ένας νεαρός πολυεκατομμυριούχος, προϊόν της Γουόλ Στριτ και των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών που συμβαίνουν εκεί, αποφασίζει να διασχίσει με την τεράστια και υπερπολυτελή λιμουζίνα του ένα ταραγμένο, μποτιλιαρισμένο, γεμάτο βία Μανχάταν για να πάει να... κουρευτεί στο μικρό κουρείο όπου κουρευόταν μικρός. Και μάλιστα ενώ ξέρει ότι αποτελεί στόχο δολοφονίας, και παρά τις προειδοποιήσεις του επί κεφαλής της ασφάλειάς του.
Όλα συμβαίνουν σε μία μέρα, κατά τη διάρκεια της αργής του μετακίνησης. Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας διαδραματίζεται στο εσωτερικό της λιμουζίνας, όπου μοιάζει να ζει ουσιαστικά ο ήρωας. Εκεί δέχεται πλήθος από επαγγελματικά ραντεβού, συζητά με ποικίλους επισκέπτες, κάνει έρωτα, τον επισκέπτεται ο γιατρός του, η σύζυγός του... οι πάντες. Κι αυτό ακριβώς έκανε, για μένα τουλάχιστον, την ταινία αφόρητα βαρετή. Μια ταινία που αναλώνεται σε διαρκείς συζητήσεις, υπαρξιακές και όχι μόνο, και η οποία τραβά προς το αυτοκαταστροφικό τέλος με τον ίδιο βραδύτατο ρυθμό που κινείται και η ίδια η λιμουζίνα.
Μπορεί κανείς να πει πολλά για συμβολισμούς: Ο αδίστακτος καπιταλισμός, στη χειρότερη μορφή του, καταρρέει, και μαζί του ολόκληρη η κοινωνία και ο τρόπος ζωής που ξέρουμε. Ή ότι ο καπιταλισμός αυτός είναι πέρα για πέρα αυτοκαταστροφικός. Ή ότι δεν δίνει δεκάρα για τον κοινωνικό περίγυρο, αλλά μόνο για τον εαυτό του (τους στυλοβάτες του δηλαδή), πράγμα ακριβώς που μοιραία θα αποβεί αυτοκαταστροφικό. Πράγματι, η αδιαφορία του ήρωα για το χάος που επικρατεί στους δρόμους είναι πρωτοφανής. Τα μόνα που τον ενδιαφέρουν είναι όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό της λιμουζίνας του. Ή πάλι, μπορεί να εκληφθεί ως σχόλιο για την κενότητα της ζωής των εξαιρετικά ισχυρών του πλανήτη, το μπούχτισμά τους από οποιοδήποτε υλικό αγαθό, την ανάγκη τους για λίγη αληθινή ζωή και την επανεύρεση του προσωπικού τους "Rosebud", για να θυμηθούμε τον "Πολίτη Κέιν".
Πολύ ενδιαφέροντα όλα αυτά, αλλά αφού η ταινία με έκανε να πλήξω αφόρητα - και μάλιστα παρά το ερεθιστικό concept - δεν μπορώ να γράψω θετικά γι' αυτήν. Παρ' όλα αυτά θα κλείσω με δύο θετικές παρατηρήσεις - σχετικές θα έλεγα, που δεν βελτιώνουν την εικόνα της: Η πρώτη είναι ότι το φιλμ έχει μια παράξενη δύναμη να σε κάνει να το σκέφτεσαι μετά (δηλαδή σε μένα συνέβει αυτό. Δεν ξέρω αν θα συμβεί και σε άλλους). Κάποιες από τις ανησυχητικές του εικόνες (τις εκτός λιμουζίνας βεβαίως) μου εντυπώθηκαν. Η όλη αίσθηση που μου άφησε είναι ανησυχητική και με προκαλεί να ψάξω περισσότερο οσα υπονοεί. Το δεύτερο - άσχετο με το φιλμ καθ' εαυτό - είναι μια αίσθηση χαράς, καθώς με την (αποτυχημένη, όπως είπα, κατά τη γνώμη μου) αυτή προσπάθεια ο Κρόνενμπεργκ μοιάζει να επιστρέφει στο ανησυχητικό, παράδοξο, σκοτεινό κλίμα με το οποίο τον γνωρίσαμε. Πράγματι η ταινία, με κάποια έννοια, κινείται στα όρια της επιστημονικής φαντασίας, αφού στην ουσία με εντελώς πλάγιο τρόπο (με τα όσα συμβαίνουν στους δρόμους και εκτός λιμουζίνας) μοιάζει να μιλά για ένα είδος τέλους του κόσμου, για την κατάρρευση των πάντων, για την επερχόμενη βασιλεία του χάους, των ταραχών και της βίας, της επικράτησης ενός νέου μεσαίωνα. Φοβάμαι ότι με όσα έχει πράξει ένα αδίστακτο παγκόσμιο σύστημα, αυτή η διαπίστωση μπορεί να μην είναι πολύ μακριά από την επερχόμενη πραγματικότητα. Μακάρι να διαψευστώ παταγωδώς.
Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα. Ένας νεαρός πολυεκατομμυριούχος, προϊόν της Γουόλ Στριτ και των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών που συμβαίνουν εκεί, αποφασίζει να διασχίσει με την τεράστια και υπερπολυτελή λιμουζίνα του ένα ταραγμένο, μποτιλιαρισμένο, γεμάτο βία Μανχάταν για να πάει να... κουρευτεί στο μικρό κουρείο όπου κουρευόταν μικρός. Και μάλιστα ενώ ξέρει ότι αποτελεί στόχο δολοφονίας, και παρά τις προειδοποιήσεις του επί κεφαλής της ασφάλειάς του.
Όλα συμβαίνουν σε μία μέρα, κατά τη διάρκεια της αργής του μετακίνησης. Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας διαδραματίζεται στο εσωτερικό της λιμουζίνας, όπου μοιάζει να ζει ουσιαστικά ο ήρωας. Εκεί δέχεται πλήθος από επαγγελματικά ραντεβού, συζητά με ποικίλους επισκέπτες, κάνει έρωτα, τον επισκέπτεται ο γιατρός του, η σύζυγός του... οι πάντες. Κι αυτό ακριβώς έκανε, για μένα τουλάχιστον, την ταινία αφόρητα βαρετή. Μια ταινία που αναλώνεται σε διαρκείς συζητήσεις, υπαρξιακές και όχι μόνο, και η οποία τραβά προς το αυτοκαταστροφικό τέλος με τον ίδιο βραδύτατο ρυθμό που κινείται και η ίδια η λιμουζίνα.
Μπορεί κανείς να πει πολλά για συμβολισμούς: Ο αδίστακτος καπιταλισμός, στη χειρότερη μορφή του, καταρρέει, και μαζί του ολόκληρη η κοινωνία και ο τρόπος ζωής που ξέρουμε. Ή ότι ο καπιταλισμός αυτός είναι πέρα για πέρα αυτοκαταστροφικός. Ή ότι δεν δίνει δεκάρα για τον κοινωνικό περίγυρο, αλλά μόνο για τον εαυτό του (τους στυλοβάτες του δηλαδή), πράγμα ακριβώς που μοιραία θα αποβεί αυτοκαταστροφικό. Πράγματι, η αδιαφορία του ήρωα για το χάος που επικρατεί στους δρόμους είναι πρωτοφανής. Τα μόνα που τον ενδιαφέρουν είναι όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό της λιμουζίνας του. Ή πάλι, μπορεί να εκληφθεί ως σχόλιο για την κενότητα της ζωής των εξαιρετικά ισχυρών του πλανήτη, το μπούχτισμά τους από οποιοδήποτε υλικό αγαθό, την ανάγκη τους για λίγη αληθινή ζωή και την επανεύρεση του προσωπικού τους "Rosebud", για να θυμηθούμε τον "Πολίτη Κέιν".
Πολύ ενδιαφέροντα όλα αυτά, αλλά αφού η ταινία με έκανε να πλήξω αφόρητα - και μάλιστα παρά το ερεθιστικό concept - δεν μπορώ να γράψω θετικά γι' αυτήν. Παρ' όλα αυτά θα κλείσω με δύο θετικές παρατηρήσεις - σχετικές θα έλεγα, που δεν βελτιώνουν την εικόνα της: Η πρώτη είναι ότι το φιλμ έχει μια παράξενη δύναμη να σε κάνει να το σκέφτεσαι μετά (δηλαδή σε μένα συνέβει αυτό. Δεν ξέρω αν θα συμβεί και σε άλλους). Κάποιες από τις ανησυχητικές του εικόνες (τις εκτός λιμουζίνας βεβαίως) μου εντυπώθηκαν. Η όλη αίσθηση που μου άφησε είναι ανησυχητική και με προκαλεί να ψάξω περισσότερο οσα υπονοεί. Το δεύτερο - άσχετο με το φιλμ καθ' εαυτό - είναι μια αίσθηση χαράς, καθώς με την (αποτυχημένη, όπως είπα, κατά τη γνώμη μου) αυτή προσπάθεια ο Κρόνενμπεργκ μοιάζει να επιστρέφει στο ανησυχητικό, παράδοξο, σκοτεινό κλίμα με το οποίο τον γνωρίσαμε. Πράγματι η ταινία, με κάποια έννοια, κινείται στα όρια της επιστημονικής φαντασίας, αφού στην ουσία με εντελώς πλάγιο τρόπο (με τα όσα συμβαίνουν στους δρόμους και εκτός λιμουζίνας) μοιάζει να μιλά για ένα είδος τέλους του κόσμου, για την κατάρρευση των πάντων, για την επερχόμενη βασιλεία του χάους, των ταραχών και της βίας, της επικράτησης ενός νέου μεσαίωνα. Φοβάμαι ότι με όσα έχει πράξει ένα αδίστακτο παγκόσμιο σύστημα, αυτή η διαπίστωση μπορεί να μην είναι πολύ μακριά από την επερχόμενη πραγματικότητα. Μακάρι να διαψευστώ παταγωδώς.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 08, 2012
ΤΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΤΗΣ BARBARA
Ο γερμανός Christian Petzold είναι ένας σκηνοθέτης με αρκετά προσωπικά γνωρίσματα (που μερικά ίσως και να απωθούν κάποιους). Είναι πάντοτε χαμηλότονος, δίχως κρεσέντα, και χαρακτηρίζεται από ένα στιλ που θα αποκαλούσα ψυχρό. Η κινηματογράφησή του είναι "ήσυχη", πλην όμως οι ταινίες που κάνει μάλλον στην κατηγορία των ψυχολογικών θρίλερ κατατάσονται. Η σχεδόν παγερή ατμόσφαιρά του μπορεί να σε τυλίξει και να σε παρασύρει, δίχως εξάρσεις όμως (και κανενός είδους "μπαμ").
Η "Barbara" του 2012 διακρίθηκε σε διάφορα φεστιβάλ και κέρδισε μάλιστα την Αργυρή Άρκτο στο Βερολίνο. Δικαίως κατά τη γνώμη μου. Διαδραματίζεται στην Ανατολική Γερμανία των αρχών των 80ς, όπου βιώνουμε το ίδιο κλίμα καταπίεσης και διάχυτης φοβίας που επικρατούσε στις "Ζωές των Άλλων". Η Μπάρμπαρα είναι γιατρός και, πέφτοντας στη δυσμένεια του καθεστώτος, "εξορίζεται" σε ένα νοσοκομείο μιας μικρής, ήσυχης επαρχιακής πόλης. Εκεί θα συναντήσει τον γιατρό επικεφαλής του νοσοκομείου, Ο οποίος δείχνει ενδιαφέρον γι' αυτή και ο οποίος είναι κι αυτός "εξόριστος" εκεί, αν και για διαφορετικούς λόγους. Η ηρωίδα όμως του φέρεται ψυχρά, αποκρούοντας κάθε απόπειρά του να την πλησιάζει, αφού με τον δυτικογερμανό εραστή της ετοιμάζεται να αποδράσει στη Δύση. Αυτά φυσικά είναι μόνο η αρχή, αφού τα πράγματα περιπλέκονται διαρκώς τόσο σε συναισθηματικό επίπεδο όσο και γενικότερα.
Ο Petzold δεν επιλέγει σκοτεινούς, κλειστοφοβικούς χώρους. Τα περισσότερα συμβαίνουν μέρα και μάλιστα στην εξοχή. Παρ' όλα αυτά η πνιγηρή ατμόσφαιρα είναι πανταχού παρούσα, ο φόβος πλανάται παντού, η αγχωτική φύση των όσων συμβαίνουν έχει το πάνω χέρι, τα πάντα γίνονται μυστικά, κρυφά. Η πρωταγωνίστρια Νίνα Χος είναι εξαιρετική και, εμένα τουλάχιστον, κατάφερε να με παρασύρει στις αγωνίες της.
Συνολικά τη βρήκα πολύ καλή ταινία, προειδοποιώ όμως και πάλι τους λάτρεις των καθαρόαιμων θρίλερ δράσης ότι ούτε δράση διαθέτει ούτε, όπως είπα και πριν, κρεσέντα. Ίσως όμως αυτή ακριβώς η ήσυχη, χαμηλότονη ροή είναι που κάνει τα πράγματα πιο αγχωτικά.
Φυσικά ο "υπαρκτός σοσιαλισμός" της Γερμανίας παρουσιάζεται με τα πιο μελανά χρώματα. Λογικό για μια χώρα όπου κυριαρχούσε η φοβερή Στάζι, από τις χειρότερες μυστικές αστυνομίες του κόσμου. Η όλη ατμόσφαιρα, τα εσωτερικά, τα έπιπλα, οι χώροι, όλα παραπέμπουν σ' αυτό το βαρύ, μελαγχολικό, μίζερο κλίμα κι ας συμβαίνουν πολλά από τα τεκταινόμενα "ντάλα μεσημέρι". Αυτό προσωπικά το θεωρώ επιτυχία του σκηνοθέτη. Φυσικά το όλο πράγμα μπορεί να ειδωθεί και σαν μια αλληγορία. Ένας άνθρωπος βρίσκεται σε ένα τεράστιο δίλημμα. Τι θα επιλέξει;
ΥΓ και SPOILER!!!: Ίσως κάποιοι θεωρήσουν πολύ ηρωικό το τέλος με τη θυσία της πρωταγωνίστριας. Αν το καλοεξετάσουμε όμως δεν ξέρω αν είναι και τόσο ηρωικό. Εννοώ ότι έκανε ό,τι έκανε αφού εξασφάλισε για τον εαυτό της ένα όμορφο μέλλον, αφού τακτοποιήθηκε απόλυτα συναισθηματικά, αφού γνώρισε τον έρωτα. Υπό τις παρούσες συνθήκες η θυσία είναι πολύ πιο εύκολη. Πώς θα αντιδρούσε άραγε αν δεν υπήρχε ο γιατρός και η ηρωίδα ήταν ολομόναχη στη μίζερη πόλη;
Η "Barbara" του 2012 διακρίθηκε σε διάφορα φεστιβάλ και κέρδισε μάλιστα την Αργυρή Άρκτο στο Βερολίνο. Δικαίως κατά τη γνώμη μου. Διαδραματίζεται στην Ανατολική Γερμανία των αρχών των 80ς, όπου βιώνουμε το ίδιο κλίμα καταπίεσης και διάχυτης φοβίας που επικρατούσε στις "Ζωές των Άλλων". Η Μπάρμπαρα είναι γιατρός και, πέφτοντας στη δυσμένεια του καθεστώτος, "εξορίζεται" σε ένα νοσοκομείο μιας μικρής, ήσυχης επαρχιακής πόλης. Εκεί θα συναντήσει τον γιατρό επικεφαλής του νοσοκομείου, Ο οποίος δείχνει ενδιαφέρον γι' αυτή και ο οποίος είναι κι αυτός "εξόριστος" εκεί, αν και για διαφορετικούς λόγους. Η ηρωίδα όμως του φέρεται ψυχρά, αποκρούοντας κάθε απόπειρά του να την πλησιάζει, αφού με τον δυτικογερμανό εραστή της ετοιμάζεται να αποδράσει στη Δύση. Αυτά φυσικά είναι μόνο η αρχή, αφού τα πράγματα περιπλέκονται διαρκώς τόσο σε συναισθηματικό επίπεδο όσο και γενικότερα.
Ο Petzold δεν επιλέγει σκοτεινούς, κλειστοφοβικούς χώρους. Τα περισσότερα συμβαίνουν μέρα και μάλιστα στην εξοχή. Παρ' όλα αυτά η πνιγηρή ατμόσφαιρα είναι πανταχού παρούσα, ο φόβος πλανάται παντού, η αγχωτική φύση των όσων συμβαίνουν έχει το πάνω χέρι, τα πάντα γίνονται μυστικά, κρυφά. Η πρωταγωνίστρια Νίνα Χος είναι εξαιρετική και, εμένα τουλάχιστον, κατάφερε να με παρασύρει στις αγωνίες της.
Συνολικά τη βρήκα πολύ καλή ταινία, προειδοποιώ όμως και πάλι τους λάτρεις των καθαρόαιμων θρίλερ δράσης ότι ούτε δράση διαθέτει ούτε, όπως είπα και πριν, κρεσέντα. Ίσως όμως αυτή ακριβώς η ήσυχη, χαμηλότονη ροή είναι που κάνει τα πράγματα πιο αγχωτικά.
Φυσικά ο "υπαρκτός σοσιαλισμός" της Γερμανίας παρουσιάζεται με τα πιο μελανά χρώματα. Λογικό για μια χώρα όπου κυριαρχούσε η φοβερή Στάζι, από τις χειρότερες μυστικές αστυνομίες του κόσμου. Η όλη ατμόσφαιρα, τα εσωτερικά, τα έπιπλα, οι χώροι, όλα παραπέμπουν σ' αυτό το βαρύ, μελαγχολικό, μίζερο κλίμα κι ας συμβαίνουν πολλά από τα τεκταινόμενα "ντάλα μεσημέρι". Αυτό προσωπικά το θεωρώ επιτυχία του σκηνοθέτη. Φυσικά το όλο πράγμα μπορεί να ειδωθεί και σαν μια αλληγορία. Ένας άνθρωπος βρίσκεται σε ένα τεράστιο δίλημμα. Τι θα επιλέξει;
ΥΓ και SPOILER!!!: Ίσως κάποιοι θεωρήσουν πολύ ηρωικό το τέλος με τη θυσία της πρωταγωνίστριας. Αν το καλοεξετάσουμε όμως δεν ξέρω αν είναι και τόσο ηρωικό. Εννοώ ότι έκανε ό,τι έκανε αφού εξασφάλισε για τον εαυτό της ένα όμορφο μέλλον, αφού τακτοποιήθηκε απόλυτα συναισθηματικά, αφού γνώρισε τον έρωτα. Υπό τις παρούσες συνθήκες η θυσία είναι πολύ πιο εύκολη. Πώς θα αντιδρούσε άραγε αν δεν υπήρχε ο γιατρός και η ηρωίδα ήταν ολομόναχη στη μίζερη πόλη;
Τετάρτη, Νοεμβρίου 07, 2012
"ΣΥΜΦΩΝΙΑ" ΠΟΥ ΤΡΟΜΑΖΕΙ
Η ταινία "The Pact" (Η Συμφωνία) γυρίστηκε το 2012 και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους του Nicholas McCarthy. Πρόκειται για ταινία τρόμου που ξεκινά με μια καλή (και ανατριχιαστική) ιδέα: Μητέρα μόνη στο σπίτι της μιλά στο skype με την μικρή της κόρη που βρίσκεται αλλού. Ξαφνικά η κόρη ρωτά: "Ποιός είναι αυτός πίσω σου, μαμά;" Φυσικά, όταν η μαμά γυρνά, κανείς δεν βρίσκεται πίσω της...
Το φιλμ περιστρέφεται γύρω από ένα συνηθισμένο αμερικάνικο σπίτι, απ' αυτά των προαστείων, που, όπως όλα δείχνουν, είναι στοιχειωμένο. Ηρωίδες είναι αρχικά η μητέρα του μικρού κοριτσιού και, μετά τη μυστηριώδη εξαφάνισή της, η αδελφή της, που επιστρέφει στην πόλη για να την αναζητήσει.
Η ταινία διαθέτει μια ιδιαιτερότητα σε σχέση με άλλες ταινίες του είδους: Εμπεριέχει δύο βασικά είδη τρόμου συγχρόνως: Αυτό που κύρια πηγή του είναι ένας σίριαλ κίλερ, αλλά και αυτό που σε τρομάζει με το μεταφυσικό στοιχείο (στοίχειωμα). Οπότε έχουμε... δύο στην τιμή του ενός. Από εκεί και πέρα, προσωπικά δεν τη βρήκα και καμιά σπουδαία ταινία, δίχως πάντως να τη θεωρώ και ιδιαίτερα κακή. Το στόρι μου φάνηκε κάπως "too much" και κάπου επίσης ο συνδυασμός των δύο υποειδών δεν με έπεισε. Όπως δεν με έπεισαν και κάποια από τα όσα συμβαίνουν. Και, διάβολε, γιατί το σπίτι αυτό είναι μονίμως τόσο σκοτεινό, λες και οι ήρωες αρνούνται να ανοίξουν παράθυρο τη μέρα και να πατήσουν τον διακόπτη του ηλεκτρικού τη νύχτα;
Ο McCarthy χρησιμοποιεί μια μουντή, ξεθωριασμένη φωτογραφία, τόσο που σε κάποια σημεία νομίζει κανείς πως έχει γίνει ασπρόμαυρη και ιδιαίτερα σκοτεινά εσωτερικά (όπως είπα μόλις). Προσπαθεί έτσι να προσδώσει ατμόσφαιρα. Κάποιες στιγμές ίσως και να τα καταφέρνει. Οι ηθοποιοί είναι οι περισσότεροι άγνωστοι και συνολικά πρόκειται για low budget φιλμ, που προσπαθεί να βασιστεί στο κλίμα που δημιουργεί (και στα πτώματα που συσσωρευονται όσο προχωρά).
Όπως είπα τη βρήκα μάλλον μέτρια ταινία, δίχως πάντως να το θεωρώ και από τα πολύ κακά παραδείγματα που το είδος της ταινίας τρόμου (που βρίσκεται σε ύφεση τα πολλά τελευταία χρόνια) μας προσφέρει αφειδώς.
Το φιλμ περιστρέφεται γύρω από ένα συνηθισμένο αμερικάνικο σπίτι, απ' αυτά των προαστείων, που, όπως όλα δείχνουν, είναι στοιχειωμένο. Ηρωίδες είναι αρχικά η μητέρα του μικρού κοριτσιού και, μετά τη μυστηριώδη εξαφάνισή της, η αδελφή της, που επιστρέφει στην πόλη για να την αναζητήσει.
Η ταινία διαθέτει μια ιδιαιτερότητα σε σχέση με άλλες ταινίες του είδους: Εμπεριέχει δύο βασικά είδη τρόμου συγχρόνως: Αυτό που κύρια πηγή του είναι ένας σίριαλ κίλερ, αλλά και αυτό που σε τρομάζει με το μεταφυσικό στοιχείο (στοίχειωμα). Οπότε έχουμε... δύο στην τιμή του ενός. Από εκεί και πέρα, προσωπικά δεν τη βρήκα και καμιά σπουδαία ταινία, δίχως πάντως να τη θεωρώ και ιδιαίτερα κακή. Το στόρι μου φάνηκε κάπως "too much" και κάπου επίσης ο συνδυασμός των δύο υποειδών δεν με έπεισε. Όπως δεν με έπεισαν και κάποια από τα όσα συμβαίνουν. Και, διάβολε, γιατί το σπίτι αυτό είναι μονίμως τόσο σκοτεινό, λες και οι ήρωες αρνούνται να ανοίξουν παράθυρο τη μέρα και να πατήσουν τον διακόπτη του ηλεκτρικού τη νύχτα;
Ο McCarthy χρησιμοποιεί μια μουντή, ξεθωριασμένη φωτογραφία, τόσο που σε κάποια σημεία νομίζει κανείς πως έχει γίνει ασπρόμαυρη και ιδιαίτερα σκοτεινά εσωτερικά (όπως είπα μόλις). Προσπαθεί έτσι να προσδώσει ατμόσφαιρα. Κάποιες στιγμές ίσως και να τα καταφέρνει. Οι ηθοποιοί είναι οι περισσότεροι άγνωστοι και συνολικά πρόκειται για low budget φιλμ, που προσπαθεί να βασιστεί στο κλίμα που δημιουργεί (και στα πτώματα που συσσωρευονται όσο προχωρά).
Όπως είπα τη βρήκα μάλλον μέτρια ταινία, δίχως πάντως να το θεωρώ και από τα πολύ κακά παραδείγματα που το είδος της ταινίας τρόμου (που βρίσκεται σε ύφεση τα πολλά τελευταία χρόνια) μας προσφέρει αφειδώς.
Κυριακή, Νοεμβρίου 04, 2012
ΣΚΟΤΩΝΟΒΤΑΣ ΓΛΥΚΑ ΚΑΙ ΜΕ ΣΤΙΛ
Η τρίτη ταινία που παίχτηκε σχεδόν ταυτόχρονα στις ελληνικές οθόνες και διαθέτει και αυτή την επιροή του Ταραντίνο είναι το "Σκότωσέ τους Γλυκά" (Killing them Softly) του αξιόλογου νεοζηλανδού Andrew Dominik (2012). Και είναι αυτή που μου άρεσε περισσότερο από τις τρεις (υπενθυμίζω ότι οι άλλες δύο ήταν οι "Αγριότητα" του Στόουν και το "Killer Joe" του Φρίντκιν).
Πρόκειται για ένα σκοτεινό σύγχρονο νουάρ, που κυρίως ασχολείται με τις επιπτώσεις μιας ληστείας σε παράνομη χαρτοπαικτική λέσχη. Η ληστεία γίνεται από δύο πραγματικά κακόμοιρους μικροαπατεώνες, αλλά η μαφία δεν συγχωρεί. Διαδραματίζεται το 2008, την εποχή της προεκλογικής εκστρατείας Ομπάμα και ΜακΚέιν.
Η σάτιρα της αμερικάνικης κοινωνίας είναι και εδώ παρούσα. Μόνο που είναι πραγματικά δυσδιάκριτη κάτω από το σοβαρό περιεχόμενο και τη σκοτεινή κινηματογράφηση. Το φιλμ καταγράφει την κοινωνική μιζέρια και δυστοπία με πολλούς τρόπους: Αρχικά τα τοπία. Αστικά τοπία διαλυμένα, εγκαταλειμένα, παρηκμασμένα, άσχημα. Η πόλη δείχνεται βρώμικη, στα όρια σχεδόν της εγκατάλειψης. Ένας αληθινά άσχημος τόπος, που είναι λογικό να εκτρέφει τόση βία και τόσα "χαμένα κορμιά". Έπειτα είναι οι χαρακτήρες: Όσον αφορά τον έναν από τους μικροαπατεώνες, σπάνια έχουμε δει στο σινεμά τόσο "τελειωμένο" άτομο: Βρωμερός, μόνιμα μαστουρωμένος με ό,τι βρεθει μπροστά του, απόλυτα ζαμανφουτίστας, εξαθλιωμένος, στα όρια σχεδόν του κλοσάρ. Αλλά και οι χαρακτήρες που τον περιβάλλουν είναι όλοι αρνητικοί: Ο στιλάτος, cool επαγγελματίας εκτελεστής που κάνει τα πάντα σα να εργάζεται στην πιο φυσιολογική δουλειά του κόσμου (πολύ καλός και ταιριαστός ο Μπραντ Πιτ), ο μαφιόζος που μοιάζει με απόλυτα κυριλέ δημόσιο υπάλληλο, ο ιδιοκτήτης του παράνομου τζόγου... όλοι είναι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο βουτηγμένοι στη βρωμιά. Για μια ακόμα φορά καλοί δεν υπάρχουν.
Η κριτική στο αμερικάνικο σύστημα είναι σαφής: Η κάθε άλλο παρά "γλυκειά" δράση γίνεται διαρκώς κάτω από αποσπάσματα από τις προεκλογικές ομιλίες των δύο υποψήφιων, που ακούγονται από ραδιόφωνα και τηλεοράσεις, και επαναλαμβάνουν τις μεγαλόστομες, ωραιοποιημένες πολιτικές παπαριές, που, καθώς αντιπαρατίθενται με όσο βλέπουμε, αναδεικννύεται ξεκάθαρα η κενότητα και το ψέμμα τους. Από την άλλη οι πάντες μιλούν απόλυτα φυσιολογικά για κάθε λογής παράνομα πράγματα (φόνους, παράνομο τζόγο, πληρωμένους δολοφόνους κλπ.), σα να μιλούν για κοινότατες, νόμιμες (;) μπίζνες και χρησιμοποιώντας όρους των μπίζνες.
Το ταραντινικό στιλ εντοπίζεται στις μακρές κουβέντες επί παντός επιστητού, που διακόπτονται ξαφνικά από κρεσέντα βίας, για να επανέλθουν στις cool συζητήσεις. Η αφήγηση είναι στιβαρή, το σκηνοθετικό στιλ συχνά εντυπωσιακό, ενώ οι χαρακτήρες ο ένας καλύτερος από τον άλλον (οι δύο μικροαπατεώνες, ο ιδιοκτήτης του τζόγου, ο Μπραντ Πιτ, ο δεύτερος παρακμιακός πληρωμένος δολοφόνος κλπ.)
Τη βρήκα αρκετά καλή ταινία και θα παρακολουθήσω με ενδιαφέρον τη συνέχεια του Dominik. Ο οποίος διαθέτει, εκτός της κινηματογραφικής απόλαυσης του νεο-νουάρ, και μια ιδιαίτερη ματιά στην αμερικάνικη κοινωνία, η οποία δεν ανακαλύπτει τίποτα θετικό σ' αυτήν. Το είπαμε πάντως και στην αρχή: Ο Ταραντίνο είναι και εδώ παρών, αν και στο παράδειγμα αυτό κάπως πιο πολιτικο / κοινωνικοποιημένος.
Πρόκειται για ένα σκοτεινό σύγχρονο νουάρ, που κυρίως ασχολείται με τις επιπτώσεις μιας ληστείας σε παράνομη χαρτοπαικτική λέσχη. Η ληστεία γίνεται από δύο πραγματικά κακόμοιρους μικροαπατεώνες, αλλά η μαφία δεν συγχωρεί. Διαδραματίζεται το 2008, την εποχή της προεκλογικής εκστρατείας Ομπάμα και ΜακΚέιν.
Η σάτιρα της αμερικάνικης κοινωνίας είναι και εδώ παρούσα. Μόνο που είναι πραγματικά δυσδιάκριτη κάτω από το σοβαρό περιεχόμενο και τη σκοτεινή κινηματογράφηση. Το φιλμ καταγράφει την κοινωνική μιζέρια και δυστοπία με πολλούς τρόπους: Αρχικά τα τοπία. Αστικά τοπία διαλυμένα, εγκαταλειμένα, παρηκμασμένα, άσχημα. Η πόλη δείχνεται βρώμικη, στα όρια σχεδόν της εγκατάλειψης. Ένας αληθινά άσχημος τόπος, που είναι λογικό να εκτρέφει τόση βία και τόσα "χαμένα κορμιά". Έπειτα είναι οι χαρακτήρες: Όσον αφορά τον έναν από τους μικροαπατεώνες, σπάνια έχουμε δει στο σινεμά τόσο "τελειωμένο" άτομο: Βρωμερός, μόνιμα μαστουρωμένος με ό,τι βρεθει μπροστά του, απόλυτα ζαμανφουτίστας, εξαθλιωμένος, στα όρια σχεδόν του κλοσάρ. Αλλά και οι χαρακτήρες που τον περιβάλλουν είναι όλοι αρνητικοί: Ο στιλάτος, cool επαγγελματίας εκτελεστής που κάνει τα πάντα σα να εργάζεται στην πιο φυσιολογική δουλειά του κόσμου (πολύ καλός και ταιριαστός ο Μπραντ Πιτ), ο μαφιόζος που μοιάζει με απόλυτα κυριλέ δημόσιο υπάλληλο, ο ιδιοκτήτης του παράνομου τζόγου... όλοι είναι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο βουτηγμένοι στη βρωμιά. Για μια ακόμα φορά καλοί δεν υπάρχουν.
Η κριτική στο αμερικάνικο σύστημα είναι σαφής: Η κάθε άλλο παρά "γλυκειά" δράση γίνεται διαρκώς κάτω από αποσπάσματα από τις προεκλογικές ομιλίες των δύο υποψήφιων, που ακούγονται από ραδιόφωνα και τηλεοράσεις, και επαναλαμβάνουν τις μεγαλόστομες, ωραιοποιημένες πολιτικές παπαριές, που, καθώς αντιπαρατίθενται με όσο βλέπουμε, αναδεικννύεται ξεκάθαρα η κενότητα και το ψέμμα τους. Από την άλλη οι πάντες μιλούν απόλυτα φυσιολογικά για κάθε λογής παράνομα πράγματα (φόνους, παράνομο τζόγο, πληρωμένους δολοφόνους κλπ.), σα να μιλούν για κοινότατες, νόμιμες (;) μπίζνες και χρησιμοποιώντας όρους των μπίζνες.
Το ταραντινικό στιλ εντοπίζεται στις μακρές κουβέντες επί παντός επιστητού, που διακόπτονται ξαφνικά από κρεσέντα βίας, για να επανέλθουν στις cool συζητήσεις. Η αφήγηση είναι στιβαρή, το σκηνοθετικό στιλ συχνά εντυπωσιακό, ενώ οι χαρακτήρες ο ένας καλύτερος από τον άλλον (οι δύο μικροαπατεώνες, ο ιδιοκτήτης του τζόγου, ο Μπραντ Πιτ, ο δεύτερος παρακμιακός πληρωμένος δολοφόνος κλπ.)
Τη βρήκα αρκετά καλή ταινία και θα παρακολουθήσω με ενδιαφέρον τη συνέχεια του Dominik. Ο οποίος διαθέτει, εκτός της κινηματογραφικής απόλαυσης του νεο-νουάρ, και μια ιδιαίτερη ματιά στην αμερικάνικη κοινωνία, η οποία δεν ανακαλύπτει τίποτα θετικό σ' αυτήν. Το είπαμε πάντως και στην αρχή: Ο Ταραντίνο είναι και εδώ παρών, αν και στο παράδειγμα αυτό κάπως πιο πολιτικο / κοινωνικοποιημένος.
Σάββατο, Νοεμβρίου 03, 2012
O KILLER JOE ΚΑΙ ΤΟ ΣΑΡΔΟΝΙΟ ΧΙΟΥΜΟΡ
Τελικά ο Tarantino έχει επηρεάσει περισσότερο απ' όσο νομίζουμε το σύγχρονο σινεμά. Συμπτωματικά τρεις από τις ταινίες που παίχτηκαν τον Οκτώβρη στους κινηματογράφους έχουν έντονα επηρεαστεί από το στιλ του. Και μάλιστα γνωστών σκηνοθετών.
Ο William Friedkin μετά τη θριαμβευτική δεκαετία του 70 (και των αρχών των 80ς) μάλλον δεν πλέον έχει και τόσο ενδιαφέρον. Το 2011 γυρίζει το "Killer Joe", βασισμένο σε θεατρικό έργο, αν και η θεατρικότητα του συγκεκριμένου φιλμ είναι ελάχιστη, σε σχέση τουλάχιστον με άλλες αντίστοιχες ταινίες. Είναι μια βίαιη αστυνομική ταινία, που συχνά φτάνει στο γκροτέσκο, που μόνο σαν κατάμαυρη σάτιρα μπορεί να ειδωθεί. Και μια και το σενάριο είναι κι αυτό απίθανο, μπορούμε να μιλήσουμε και για την επιροή από το κλίμα των αδελφών Κοέν.
Ο γιος μιας διαλυμένης οικογένειας, κυνηγημένος από έμπορους ναρκωτικών επειδή τους χρωστά λεφτά, πείθει τον πατέρα του να προσλάβουν έναν διεφθαρμένο μπάτσο - επαγγελματία δολοφόνο με αποστολή να σκοτώσει την αλκοολική μητέρα του ώστε να εισπράξουν την ασφάλεια. Φυσικά τα πράγματα δεν θα πάνε καθόλου κατ' ευχήν και οι περιπλοκές θα γίνονται όλο και χειρότερες...
Φυσικά υπάρχει αρκετή βία, είπαμε ότι το γκροτέσκο στοιχείο κυριαρχεί (χαρακτηριστική η τελευταία σκηνή στο τροχόσπιτο, τόσο με το τηγανητό κοτόπουλο όσο και με τα τελευταία πλάνα) και το σαρδόνιο μαύρο χιούμορ κυριαρχεί, όχι στις ατάκες, αλλά στις γενικότερες καταστάσεις. Φυσικά επίσης η αμερικάνικη οικογένεια παρουσιάζεται κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή και η παρακμή και η διάλυση των πάντων είναι πανταχού παρούσες. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ταινία με "καλούς" και "κακούς". Στο "Killer Joe" οι πάντες είναι κακοί. Η αμερικάνικη κοινωνία δείχνει ένα αποκρουστικό πρόσωπο, καθώς η σάτιρα του Φρίντκιν είναι ανελέητη.
Δεν το θεωρώ κανένα μεγάλο φιλμ. Απλώς το βρήκα συμπαθητικό μέσα στη βία και την παράνοιά του, και καλύτερο από αρκετά άλλα της πρόσφατης παραγωγής του κάποτε ξεχωριστού αυτού δημιουργού.
Στο τρίτο παρόμοιο παράδειγμα, που θα δούμε προσεχώς, θα αναρωτηθώ όχι πλέον αν κάτι δεν πάει καλά στην αμερικάνικη κοινωνία, αλλά αν τίποτα απολύτως δεν πάει καλά σ' αυτήν (και στην παγκόσμια δηλαδή, αλλά μιλώ για την αμερικάνικη αφού όλα όσα βλέπουμε διαδραματίζονται στο γνωστό Τέξας).
Ο William Friedkin μετά τη θριαμβευτική δεκαετία του 70 (και των αρχών των 80ς) μάλλον δεν πλέον έχει και τόσο ενδιαφέρον. Το 2011 γυρίζει το "Killer Joe", βασισμένο σε θεατρικό έργο, αν και η θεατρικότητα του συγκεκριμένου φιλμ είναι ελάχιστη, σε σχέση τουλάχιστον με άλλες αντίστοιχες ταινίες. Είναι μια βίαιη αστυνομική ταινία, που συχνά φτάνει στο γκροτέσκο, που μόνο σαν κατάμαυρη σάτιρα μπορεί να ειδωθεί. Και μια και το σενάριο είναι κι αυτό απίθανο, μπορούμε να μιλήσουμε και για την επιροή από το κλίμα των αδελφών Κοέν.
Ο γιος μιας διαλυμένης οικογένειας, κυνηγημένος από έμπορους ναρκωτικών επειδή τους χρωστά λεφτά, πείθει τον πατέρα του να προσλάβουν έναν διεφθαρμένο μπάτσο - επαγγελματία δολοφόνο με αποστολή να σκοτώσει την αλκοολική μητέρα του ώστε να εισπράξουν την ασφάλεια. Φυσικά τα πράγματα δεν θα πάνε καθόλου κατ' ευχήν και οι περιπλοκές θα γίνονται όλο και χειρότερες...
Φυσικά υπάρχει αρκετή βία, είπαμε ότι το γκροτέσκο στοιχείο κυριαρχεί (χαρακτηριστική η τελευταία σκηνή στο τροχόσπιτο, τόσο με το τηγανητό κοτόπουλο όσο και με τα τελευταία πλάνα) και το σαρδόνιο μαύρο χιούμορ κυριαρχεί, όχι στις ατάκες, αλλά στις γενικότερες καταστάσεις. Φυσικά επίσης η αμερικάνικη οικογένεια παρουσιάζεται κάθε άλλο παρά ειδυλλιακή και η παρακμή και η διάλυση των πάντων είναι πανταχού παρούσες. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ταινία με "καλούς" και "κακούς". Στο "Killer Joe" οι πάντες είναι κακοί. Η αμερικάνικη κοινωνία δείχνει ένα αποκρουστικό πρόσωπο, καθώς η σάτιρα του Φρίντκιν είναι ανελέητη.
Δεν το θεωρώ κανένα μεγάλο φιλμ. Απλώς το βρήκα συμπαθητικό μέσα στη βία και την παράνοιά του, και καλύτερο από αρκετά άλλα της πρόσφατης παραγωγής του κάποτε ξεχωριστού αυτού δημιουργού.
Στο τρίτο παρόμοιο παράδειγμα, που θα δούμε προσεχώς, θα αναρωτηθώ όχι πλέον αν κάτι δεν πάει καλά στην αμερικάνικη κοινωνία, αλλά αν τίποτα απολύτως δεν πάει καλά σ' αυτήν (και στην παγκόσμια δηλαδή, αλλά μιλώ για την αμερικάνικη αφού όλα όσα βλέπουμε διαδραματίζονται στο γνωστό Τέξας).
Πέμπτη, Νοεμβρίου 01, 2012
Η "ΑΓΡΙΟΤΗΤΑ" ΚΑΙ Ο ΣΤΟΟΥΝ ΠΟΥ ΘΑ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑΡΑΝΤΙΝΟ
Είναι γνωστό ότι ο Oliver Stone παρακμάζει διαρκώς τα τελευταία πολλά χρόνια, δίχως να μπορεί να ανακτήσει τη χαμένη του αξιοπιστία. Γυρίζει πολύ διαφορετικές μεταξύ τους ταινίες, δίχως όμως, φοβάμαι, σημαντικό αποτέλεσμα. Η "Αγριότητα" (Savages) του 2012 είναι, κατά τη γνώμη μου, αν μη τι άλλο διασκεδαστική, όχι όμως τίποτα περισσότερο.
Εδώ ο Στόουν ξαναβρίσκει το παλαβό σκηνοθετικό στιλ των "Γεννημένων Δολοφόνων", προσπαθώντας να τα βάλει όλα στο φιλμ (απεγνωσμένη προσπάθεια να εντυπωσιάσει ή/και να προκαλέσει πάσει θυσία μου φαίνεται). Έτσι βρίσκουμε το "βρώμικο" αστυνομικό, την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του φιλμ νουάρ (και μάλιστα από γυναίκα), τη σάτιρα τόσο των αστυνομικών ταινιών όσο και της αμερικάνικης κοινωνίας γενικότερα, κάμποση γραφική βία που ενίοτε αγγίζει τα όρια του καθαρού σπλάτερ, αφηγηματικά παιχνίδια με το εναλλακτικό τέλος (δανεισμένο ίσως από το "Funny Games" του Χάνεκε), τολμηρή ερωτική άποψη, απόλυτο αμοραλισμό, μπόλικη μαστούρα και κάμποσα άλλα πράγματα που θα εντοπίσετε. Α, και μια πλειάδα γνωστών ηθοποιών σε δεύτερους κυρίως ρόλους (Τραβόλτα, Ντελ Τόρο, Σ.Χάγιεκ κλπ.)
Βασικοί πρωταγωνιστές της ιστορίας δύο έμποροι (και παραγωγοί) μαριχουάνας, που είναι οι "καλοί". Ο ένας ειρηνιστής, ο άλλος μάλλον στρατόκαυλος, που όμως είναι οι καλύτεροι φίλοι στον κόσμο. Και, για περισσότερο αλατοπίπερο, διατηρούν και ένα αυνήθιστο ερωτικό τρίγωνο, αφού είναι ερωτευμένοι με την ίδια γυναίκα κι εκείνη... και με τους δύο. Δεν "κλέβουν" ο ένας τον άλλον. Ό,τι γίνεται είναι φανερό. Για να είμαστε ακριβέστεροι το κάνουν και οι τρεις μαζί. Κι όλα πάνε ειδυλλιακά και ρομαντικά, έως ότου έρχονται αντιμέτωποι με ένα αδίστακτο μεξικάνικο καρτέλ ναρκωτικών που θέλει να τους πάρει τη μικρή, πλην όμως υψηλότατης ποιότητας, παραγωγή. Έτσι η βία ξεκινά.
Αυτό που χτυπάει άμεσα στο μάτι είναι η απόλυτη σχεδόν επιροή του Ταραντίνο και του κινηματογραφικού του κόσμου. Κι αυτό είναι κάπως περίεργο, αφού ο Στόουν είναι παλιότερος σκηνοθέτης (κι αν ήταν πραγματικά σημαντικός, θα έπρεπε να επηρεάζει αυτός). Νομίζω όμως ότι τον Ταραντίνο δεν τον φτάνει. Ομολογώ λοιπόν ότι διασκέδασα (κάπως ένοχα) βλέποντας το φιλμ και το βρήκα συμπαθέστερο από αρκετές από τις προηγούμενες ταινίες του, τίποτα περισσότερο όμως.
ΥΓ και προσοχή, πρόκειται περί SPOILER!!!! Για να πω και κάτι υπέρ του Στόουν πάντως, κάτω από το μάλλον κατ' επίφασιν happy end κρύβεται αρκετή κριτική για το σύστημα: Ναι, κάποιοι "καλοί" τη γλύτωσαν, πλην όμως, αν το καλοσκεφτείτε, και το εγκληματικο καρτέλ πέτυχε ό,τι ήθελε και ο πιο γλοιώδης και άθλιος χαρακτήρας του φιλμ έγινε ήρωας και ο ειδυλλιακός ρομαντισμός του αρχικού τρίο πήγε περίπατο. Εκτιμώ, μέσα στην όλη πλάκα, αυτό το σκοτεινό όραμα που, δυστυχώς, είναι απόλυτα ρεαλιστικό. Έτσι δεν συμβαίνει και στην πραγματικότητα;
Εδώ ο Στόουν ξαναβρίσκει το παλαβό σκηνοθετικό στιλ των "Γεννημένων Δολοφόνων", προσπαθώντας να τα βάλει όλα στο φιλμ (απεγνωσμένη προσπάθεια να εντυπωσιάσει ή/και να προκαλέσει πάσει θυσία μου φαίνεται). Έτσι βρίσκουμε το "βρώμικο" αστυνομικό, την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του φιλμ νουάρ (και μάλιστα από γυναίκα), τη σάτιρα τόσο των αστυνομικών ταινιών όσο και της αμερικάνικης κοινωνίας γενικότερα, κάμποση γραφική βία που ενίοτε αγγίζει τα όρια του καθαρού σπλάτερ, αφηγηματικά παιχνίδια με το εναλλακτικό τέλος (δανεισμένο ίσως από το "Funny Games" του Χάνεκε), τολμηρή ερωτική άποψη, απόλυτο αμοραλισμό, μπόλικη μαστούρα και κάμποσα άλλα πράγματα που θα εντοπίσετε. Α, και μια πλειάδα γνωστών ηθοποιών σε δεύτερους κυρίως ρόλους (Τραβόλτα, Ντελ Τόρο, Σ.Χάγιεκ κλπ.)
Βασικοί πρωταγωνιστές της ιστορίας δύο έμποροι (και παραγωγοί) μαριχουάνας, που είναι οι "καλοί". Ο ένας ειρηνιστής, ο άλλος μάλλον στρατόκαυλος, που όμως είναι οι καλύτεροι φίλοι στον κόσμο. Και, για περισσότερο αλατοπίπερο, διατηρούν και ένα αυνήθιστο ερωτικό τρίγωνο, αφού είναι ερωτευμένοι με την ίδια γυναίκα κι εκείνη... και με τους δύο. Δεν "κλέβουν" ο ένας τον άλλον. Ό,τι γίνεται είναι φανερό. Για να είμαστε ακριβέστεροι το κάνουν και οι τρεις μαζί. Κι όλα πάνε ειδυλλιακά και ρομαντικά, έως ότου έρχονται αντιμέτωποι με ένα αδίστακτο μεξικάνικο καρτέλ ναρκωτικών που θέλει να τους πάρει τη μικρή, πλην όμως υψηλότατης ποιότητας, παραγωγή. Έτσι η βία ξεκινά.
Αυτό που χτυπάει άμεσα στο μάτι είναι η απόλυτη σχεδόν επιροή του Ταραντίνο και του κινηματογραφικού του κόσμου. Κι αυτό είναι κάπως περίεργο, αφού ο Στόουν είναι παλιότερος σκηνοθέτης (κι αν ήταν πραγματικά σημαντικός, θα έπρεπε να επηρεάζει αυτός). Νομίζω όμως ότι τον Ταραντίνο δεν τον φτάνει. Ομολογώ λοιπόν ότι διασκέδασα (κάπως ένοχα) βλέποντας το φιλμ και το βρήκα συμπαθέστερο από αρκετές από τις προηγούμενες ταινίες του, τίποτα περισσότερο όμως.
ΥΓ και προσοχή, πρόκειται περί SPOILER!!!! Για να πω και κάτι υπέρ του Στόουν πάντως, κάτω από το μάλλον κατ' επίφασιν happy end κρύβεται αρκετή κριτική για το σύστημα: Ναι, κάποιοι "καλοί" τη γλύτωσαν, πλην όμως, αν το καλοσκεφτείτε, και το εγκληματικο καρτέλ πέτυχε ό,τι ήθελε και ο πιο γλοιώδης και άθλιος χαρακτήρας του φιλμ έγινε ήρωας και ο ειδυλλιακός ρομαντισμός του αρχικού τρίο πήγε περίπατο. Εκτιμώ, μέσα στην όλη πλάκα, αυτό το σκοτεινό όραμα που, δυστυχώς, είναι απόλυτα ρεαλιστικό. Έτσι δεν συμβαίνει και στην πραγματικότητα;
Τρίτη, Οκτωβρίου 30, 2012
ΔΥΣΚΟΛΗ "ΑΓΑΠΗ"
Ας πούμε από την αρχή ότι οι ταινίες του Michael Haneke βλέπονται εξαιρετικά δύσκολα. Νομίζω ότι αυτό είναι απόλυτα συνειδητό από τη μεριά του σκηνοθέτη. Ο Χάνεκε έχει έναν δικό του, ανατριχιστικό τρόπο να δείχνει την αλήθεια. Αλήθεια που πολύ συχνά ενοχλεί, τι λέω, μερικές φορές γίνεται αφόρητη. Το ίδιο δύσκολα με την "7η Ήπειρο", το "Funny Games", τις "76 Συμπτώσεις..." λοιπόν βλέπεται και η "Αγάπη" του 2012. Συμβαίνει όμως εδώ κάτι παράδοξο: Ενώ ταινίες όπως αυτές που αναφέραμε (όπως και η "Λευκή Κορδέλα", ο "Κρυμμένος" κ.ά.) ασχολούνται με θέματα δύσκολα, βίαια, σχεδόν ταμπού, η "Αγάπη" μιλά ακριβώς γι' αυτό που λέει ο τίτλος και η είναι πλημμυρισμένη από τρυφερότητα και συγκίνηση. Είναι σίγουρα η πιο τρυφερή του ταινία. Γιατί λοιπόν είναι τόσο δύσκολη;
Μιλήσαμε πριν για την αλήθεια. Ο Χάνεκε κινηματογραφεί τα πράγματα από κοντά, ωμά, δίχως το παραμικρό φτιασίδι, όπως ακριβώς συμβαίνουν (ή θα συνέβαιναν) στην πραγματικότητα. Αυτή η εξαντλητική, από απόσταση αναπνοής ματιά είναι, πιστεύω, που κάνει τόσο δύσκολη τη θέαση των ταινιών του. Γι' αυτό και, ανεξάρτητα με το θέμα, είτε αυτό είναι τρυφερό ("Αγάπη") είτε εφιαλτικά σκληρό ("Funny Games"), απαιτείται προσπάθεια για να ειδωθεί. Τι σημασία αν ασχολείται με τον απόλυτο έρωτα και την αγωνιώδη προσπάθεια ενός ανθρώπου να διατηρήσει ακέραια την αξιοπρέπειά του; Η θέαση παραμένει δύσκολη.
Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, ερωτευμένο μετά τόσα χρόνια, με μια ευτυχισμένη, πολλών δεκαετικών κοινή πορεία, φτάνει μοιραία στο τέλος, όταν η γυναίκα προσβάλλεται από εγκεφαλικό και, στη συνέχεια, η κατάστασή της χειροτερεύει διαρκώς. Τότε ό σύζυγος συνειδητοποιεί ότι ο έρωτας, εκτός από απόλαυση και ολοκλήρωση, κρύβει και δυσκολίες, που μερικές φορές, προς το τέλος, αγγίζουν τα όρια του αφόρητου.
Ο φακός παρακολουθεί τις εξελίξεις με απόλυτο ρεαλισμό, από κοντά, δίχως να κρύβει τίποτα. Να λοιπόν πώς μπορεί μια τόσο δύσκολη θέαση να κρύβει τόση ανθρωπιά, αγάπη, τρυφερότητα, ρομαντισμό στην ουσία. Ρομαντισμό μέσα σε μια κοινότατη και εφιαλτική συγχρόνως καθημερινότητα.
Σκέφτομαι ότι αυτό που μπορεί να "πειράζει" τον θεατή είναι ότι όλο αυτό που παρακολουθούμε είναι αρκετά συνηθισμένη κατάσταση και μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε. Και το ότι ο Χάνεκε μας φέρνει, δίχως την παραμικρή ωραιοποίηση, πρόσωπο με πρόσωπο μ' αυτό που όλοι γνωρίζουμε καλά και ξέρουμε ότι είναι αναπόφευκτο, αλλά διστάζουμε (ή "αναβάλλουμε") να σκεφτούμε και να δεχτούμε: Τον θάνατο και, ακόμα χειρότερα, τη ραγδαια φθορά που φέρνει το αμείλικτο πλησίασμά του. Και να που, απροσδόκητα, μέσα σ' αυτή την καθημερινή φρίκη, χωράει τόσος έρωτας, τόσος ρομαντισμός, τόση ανθρωπιά, ακόμα και τόσο ποιητικό, μεταφυσικό σχεδόν τέλος.
Εκπληκτικοί είναι και οι πρωταγωνιστές, στη δύση κι αυτοί της ζωής τους, να υποδύονται υπέροχα κάτι που πολύ σύντομα μπορεί δυστυχώς να τους συμβεί: Οι ωραίοι κάποτε Ζαν Λουί Τρεντινιάν και Εμανουέλ Ριβά, που στα γέρικα πρόσωπά τους βλέπουμε τα βαθειά, ανεξίτηλα σημάδια του χρόνου.
Το συμπέρασμα βγαίνει αβίαστα: Μόνο η αγάπη και η ανθρωπιά μπορεί να απαλύνει την αναπόφευκτη, τραγική ανθρώπινη μοίρα. Κι ας βγαίνει το συμπέρασμα αυτό τόσο επώδυνα... Εν τέλει πιστεύω πρόκειται για εξαιρετική ταινία. Αν την αντέξετε...
Μιλήσαμε πριν για την αλήθεια. Ο Χάνεκε κινηματογραφεί τα πράγματα από κοντά, ωμά, δίχως το παραμικρό φτιασίδι, όπως ακριβώς συμβαίνουν (ή θα συνέβαιναν) στην πραγματικότητα. Αυτή η εξαντλητική, από απόσταση αναπνοής ματιά είναι, πιστεύω, που κάνει τόσο δύσκολη τη θέαση των ταινιών του. Γι' αυτό και, ανεξάρτητα με το θέμα, είτε αυτό είναι τρυφερό ("Αγάπη") είτε εφιαλτικά σκληρό ("Funny Games"), απαιτείται προσπάθεια για να ειδωθεί. Τι σημασία αν ασχολείται με τον απόλυτο έρωτα και την αγωνιώδη προσπάθεια ενός ανθρώπου να διατηρήσει ακέραια την αξιοπρέπειά του; Η θέαση παραμένει δύσκολη.
Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, ερωτευμένο μετά τόσα χρόνια, με μια ευτυχισμένη, πολλών δεκαετικών κοινή πορεία, φτάνει μοιραία στο τέλος, όταν η γυναίκα προσβάλλεται από εγκεφαλικό και, στη συνέχεια, η κατάστασή της χειροτερεύει διαρκώς. Τότε ό σύζυγος συνειδητοποιεί ότι ο έρωτας, εκτός από απόλαυση και ολοκλήρωση, κρύβει και δυσκολίες, που μερικές φορές, προς το τέλος, αγγίζουν τα όρια του αφόρητου.
Ο φακός παρακολουθεί τις εξελίξεις με απόλυτο ρεαλισμό, από κοντά, δίχως να κρύβει τίποτα. Να λοιπόν πώς μπορεί μια τόσο δύσκολη θέαση να κρύβει τόση ανθρωπιά, αγάπη, τρυφερότητα, ρομαντισμό στην ουσία. Ρομαντισμό μέσα σε μια κοινότατη και εφιαλτική συγχρόνως καθημερινότητα.
Σκέφτομαι ότι αυτό που μπορεί να "πειράζει" τον θεατή είναι ότι όλο αυτό που παρακολουθούμε είναι αρκετά συνηθισμένη κατάσταση και μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε. Και το ότι ο Χάνεκε μας φέρνει, δίχως την παραμικρή ωραιοποίηση, πρόσωπο με πρόσωπο μ' αυτό που όλοι γνωρίζουμε καλά και ξέρουμε ότι είναι αναπόφευκτο, αλλά διστάζουμε (ή "αναβάλλουμε") να σκεφτούμε και να δεχτούμε: Τον θάνατο και, ακόμα χειρότερα, τη ραγδαια φθορά που φέρνει το αμείλικτο πλησίασμά του. Και να που, απροσδόκητα, μέσα σ' αυτή την καθημερινή φρίκη, χωράει τόσος έρωτας, τόσος ρομαντισμός, τόση ανθρωπιά, ακόμα και τόσο ποιητικό, μεταφυσικό σχεδόν τέλος.
Εκπληκτικοί είναι και οι πρωταγωνιστές, στη δύση κι αυτοί της ζωής τους, να υποδύονται υπέροχα κάτι που πολύ σύντομα μπορεί δυστυχώς να τους συμβεί: Οι ωραίοι κάποτε Ζαν Λουί Τρεντινιάν και Εμανουέλ Ριβά, που στα γέρικα πρόσωπά τους βλέπουμε τα βαθειά, ανεξίτηλα σημάδια του χρόνου.
Το συμπέρασμα βγαίνει αβίαστα: Μόνο η αγάπη και η ανθρωπιά μπορεί να απαλύνει την αναπόφευκτη, τραγική ανθρώπινη μοίρα. Κι ας βγαίνει το συμπέρασμα αυτό τόσο επώδυνα... Εν τέλει πιστεύω πρόκειται για εξαιρετική ταινία. Αν την αντέξετε...
Σάββατο, Οκτωβρίου 27, 2012
CREEPSHOW 2: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΡΟΜΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΡΟΜΑΖΟΥΝ ΚΑΝΕΝΑ
Το 1982 ο George Romero είχε γυρίσει το Creepshow, μια σπονδυλωτή ταινία με ιστορίες τρόμου στο κλίμα των pulp περιοδικών κόμικς με παρόμοιες ιστορίες των 50ς και 60ς. Το 1987 ο τηλεοπτικός σκηνοθέτης και παραγωγός Michael Gornick γυρίζει το "Creepshow 2", που είναι και η μοναδική του ταινία. Είναι κι αυτή σπονδυλωτή, αποτελείται από τρεις ιστορίες και... δεν μπορώ να το πω πιο ευγενικά, κι αν δεν γυριζόταν ποτέ ουδείς θα έχανε κάτι.
Οι ιστορίες είναι γραμμένες από τον διάσημο Steven King και έχουν προσαρμοστεί σεναριακά από τον Romero. Τα μεγάλα όμως αυτά ονόματα του χώρου ουδόλως βοηθούν στην βελτίωση του φιλμ. Για να είμαι πιο σαφής, σπάνια έχω δει πιο άνευρη, προβλέψιμη, επίπεδη και φτηνή (όχι με την οικονομική μόνο έννοια) ταινία του είδους. Ειδικά όσον αφορά την πρώτη ιστορία, αυτή με τον ξύλινο ινδιάνο, ήξερα από την πρώτη σχεδόν στιγμή τι θα γίνει και πώς θα εξελιχτεί. Αλλά και οι άλλες δύο (αυτή με το σαρκοβόρο φυτό στη λίμνη κι αυτή με τον "απέθαντο" εργάτη που κατά λάθος σκοτώνει με το αυτοκίνητό της μια πλούσια κυρία) δεν είναι και πολύ καλύτερες. Ας μη μιλήσουμε για τις αστείες ηθοποιίες ή για τα ψεύτικα και άτεχνα εφέ. Ακόμα και τα κινούμενα σχέδια που λειτουργούν σαν γέφυρες ανάμεσα στα επεισόδια είναι, αν μη τι άλλο, κοινότοπα, δίχως ίχνος σχεδιαστικής πρωτοτυπίας.
Δεν ξέρω αν η ταινία είχε την πρόθεση να είναι επίτηδες φτηνή, ώστε να γίνει ένα είδος cult. Αν πάντως στόχευε σ' αυτό, η γνώμη μου είναι ότι απέτυχε παταγωδώς. Αν πάλι σκόπευε να γίνει μια νορμάλ παραγωγή, ώστε να αρέσει στο κοινό του είδους... ακόμα χειρότερα. Το σίγουρο πάντως είναι ότι εγώ τουλάχιστον καθόλου δεν τρόμαξα βλέποντάς την (αφού αυτό προφανώς είναι το ζητούμενο στις ταινίες αυτές). Ούτε καν στοιχειώδες σασπένς δεν κατάφερε να μου δημιουργήσει. Και δεν μπορεί κανείς να πει ότι τόσο παλιά δεν υπήρχαν τόσο εξελιμένα εφέ κλπ. Ίσα ίσα που η δεκαετία του 80 υπήρξε μια από τις χρυσές εποχές του κινηματογράφου τρόμου (δεύτερος "Σχιζοφρενής δολοφόνος", "Εφιάλτης στο Δρόμο με τις Λεύκες", "Hellraiser", "Fright Night", "Hitcher" για να αναφέρω μερικές μόνο ταινίες τρόμου που μου έρχονται πρόχειρα στο νου).
Γενικά το θεωρώ από τις περιπτώσεις που το νο 2 είναι παντελώς αχρείαστο. Όχι ότι αυτό είναι ασυνήθιστο, κάθε άλλο, αλλά εδώ το κακό παράγινε. Κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον.
Οι ιστορίες είναι γραμμένες από τον διάσημο Steven King και έχουν προσαρμοστεί σεναριακά από τον Romero. Τα μεγάλα όμως αυτά ονόματα του χώρου ουδόλως βοηθούν στην βελτίωση του φιλμ. Για να είμαι πιο σαφής, σπάνια έχω δει πιο άνευρη, προβλέψιμη, επίπεδη και φτηνή (όχι με την οικονομική μόνο έννοια) ταινία του είδους. Ειδικά όσον αφορά την πρώτη ιστορία, αυτή με τον ξύλινο ινδιάνο, ήξερα από την πρώτη σχεδόν στιγμή τι θα γίνει και πώς θα εξελιχτεί. Αλλά και οι άλλες δύο (αυτή με το σαρκοβόρο φυτό στη λίμνη κι αυτή με τον "απέθαντο" εργάτη που κατά λάθος σκοτώνει με το αυτοκίνητό της μια πλούσια κυρία) δεν είναι και πολύ καλύτερες. Ας μη μιλήσουμε για τις αστείες ηθοποιίες ή για τα ψεύτικα και άτεχνα εφέ. Ακόμα και τα κινούμενα σχέδια που λειτουργούν σαν γέφυρες ανάμεσα στα επεισόδια είναι, αν μη τι άλλο, κοινότοπα, δίχως ίχνος σχεδιαστικής πρωτοτυπίας.
Δεν ξέρω αν η ταινία είχε την πρόθεση να είναι επίτηδες φτηνή, ώστε να γίνει ένα είδος cult. Αν πάντως στόχευε σ' αυτό, η γνώμη μου είναι ότι απέτυχε παταγωδώς. Αν πάλι σκόπευε να γίνει μια νορμάλ παραγωγή, ώστε να αρέσει στο κοινό του είδους... ακόμα χειρότερα. Το σίγουρο πάντως είναι ότι εγώ τουλάχιστον καθόλου δεν τρόμαξα βλέποντάς την (αφού αυτό προφανώς είναι το ζητούμενο στις ταινίες αυτές). Ούτε καν στοιχειώδες σασπένς δεν κατάφερε να μου δημιουργήσει. Και δεν μπορεί κανείς να πει ότι τόσο παλιά δεν υπήρχαν τόσο εξελιμένα εφέ κλπ. Ίσα ίσα που η δεκαετία του 80 υπήρξε μια από τις χρυσές εποχές του κινηματογράφου τρόμου (δεύτερος "Σχιζοφρενής δολοφόνος", "Εφιάλτης στο Δρόμο με τις Λεύκες", "Hellraiser", "Fright Night", "Hitcher" για να αναφέρω μερικές μόνο ταινίες τρόμου που μου έρχονται πρόχειρα στο νου).
Γενικά το θεωρώ από τις περιπτώσεις που το νο 2 είναι παντελώς αχρείαστο. Όχι ότι αυτό είναι ασυνήθιστο, κάθε άλλο, αλλά εδώ το κακό παράγινε. Κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον.
Παρασκευή, Οκτωβρίου 26, 2012
"ΔΕΝ ΘΑ ΤΑ ΠΑΡΕΙΣ ΜΑΖΙ ΣΟΥ": ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ ΜΕ ΔΗΚΤΙΚΗ ΑΦΕΛΕΙΑ
Ο Frank Capra (1897-1991) είναι βέβαια από τους μεγαλύτερους δημιουργούς της αμερικάνικης κωμωδίας και πολλές από τις ταινίες του βλέπονται πολύ ευχαριστα μέχρι σήμερα. Το "Δεν Θα τα Πάρεις Μαζί σου" του 1938 δεν αποτελεί εξαίρεση.
Εδώ ο Κάπρα φέρνει σε πλήρη αντιπαράθεση δύο οικογένειες και, μέσα απ' αυτές, δύο εντελώς διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις, δύο διαφορετικές στάσεις ζωής. Από τη μία η οικογένεια ενός πολυεκατομμυριούχου, ενός μεγιστάνα των επιχειρήσεων, με την ψυχρή, τυπική και καθώς πρέπει γυναίκα του και το γιο του, που νοιώθει να βρίσκεται σε πολύ διαφορετικό μήκος κύματος από τους γονείς του. Από την άλλη μια απίθανη, πολυμελής οικογένεια - τσίρκο, με σπίτι ανοιχτό στους πάντες, όπου όλοι ασχολούνται με κάτι διαφορετικό (και κουφό συνήθως), μια οικογένεια - ορισμός του "όσα έρθουν κι οσο πάνε". Φυσικά, από τις πρώτες κιόλας σκηνές, ο μονάκριβος γόνος του εκατομμυριούχου ερωτεύεται την κόρη του πάτερ - φαμίλια της τρελής οικογένειας, που δουλεύει στα γραφεία της εταιρίας του. Τα προβλήματα (και το γέλιο) θα αρχίσουν όταν οι θα προσπαθήσουν να γνωριστούν μεταξύ τους οι δύο εντελώς αταίριαστοι αυτοί κόσμοι.
Ο Κάπρα αντιπαραθέτει τους δύο απόλυτα διαφορετικούς κόσμους και κλίνει φυσικά σαφώς υπέρ του ανέμελου, γεμάτου χαρά, παιδικότητα και δημιουργία. Κάνει ταυτόχρονα και μια έντονη κριτική του σκληρού και αδίστακτου καπιταλισμού (εξαιρετικά επίκαιρη δυστυχώς στις μέρες μας): Ο εκατομμυριούχος είναι στεγνός, δίχως φαντασία, σκληρός και άπληστος. Τον ενδιαφέρει μόνο το χρήμα και οι μπίζνες, δίχως να νοιάζεται για τη δυστυχία που προκαλεί στους γύρω του. Αλλά βέβαια - κατά Κάπρα πάντοτε - πληρώνει το τίμημα της απληστίας του: Ζει μια ζωή όπου έχει μεν ό,τι (υλικό) επιθυμεί, αλλά του λείπει η χαρά, η ανεμελιά, το γέλιο, το παιχνίδι. Κατά βάθος ψάχνει πάντα την ευκαιρία να (ξανα)γίνει παιδί. Δεν ξέρω πόσο ισχύουν στην παραγματικότητα όλα αυτά (ότι δηλαδή κατά βάθος οι πλούσιοι υπαφέρουν), πάντως εδώ το όλο πράγμα δίνεται απολαυστικά.
Όπως ίσως καταλάβατε η ταινία κριτικάρει τον άπληστο καπιταλισμό με αρκετή αφέλεια. Όσον αφορά δε το αντίθετο πρότυπο, αυτό της ευτυχισμένης οικογένειας, ποτέ δεν μας λέει καθαρά πώς επιβιώνουν τα διαρκώς αυξανόμενα μέλη της (αφού η στέγη της δέχεται πρόθυμα κάθε πικραμένο). Νομιζω επίσης ότι σε κάποια σημεία το φιλμ κάνει κοιλιές. Αυτά είναι για μένα τα αρνητικά στοιχεία. Ωστόσο η σχεδόν σουρεαλιστική κατάσταση που επικρατεί στο σπίτι όχι του επιχειρηματία βέβαια (πρέπει να το δείτε για να το πιστέψετε), καθως και το γέλιο που βγαίνει κατά την περίφημη συνάντηση των δύο οικογενειών και τα όσα τραγελαφικά ακολουθούν, μπορούν να αποζημειώσουν το θεατή. Όπως και η έντονη απόλαυση που νοιώθει κανείς όταν βλέπει το΄πανίσχυρο ζεύγος των ζάμπλουτων να περνά το βράδι του στη φυλακή, δίπλα σε πόρνες και κλέφτες. Είναι και η γνωστή χάρη και φινέτσα του Κάπρα και ο αφοπλιστικός του, ανάλαφρος τρόπος αφήγησης, που σε κάνουν να ξεχάσεις τις αφέλειες που λέγαμε και τις όποιες κοιλιές και, τελικά, να απολαύσεις μια κλασική κωμωδία. Εγώ τουλάχιστον αυτό έκανα.
Εδώ ο Κάπρα φέρνει σε πλήρη αντιπαράθεση δύο οικογένειες και, μέσα απ' αυτές, δύο εντελώς διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις, δύο διαφορετικές στάσεις ζωής. Από τη μία η οικογένεια ενός πολυεκατομμυριούχου, ενός μεγιστάνα των επιχειρήσεων, με την ψυχρή, τυπική και καθώς πρέπει γυναίκα του και το γιο του, που νοιώθει να βρίσκεται σε πολύ διαφορετικό μήκος κύματος από τους γονείς του. Από την άλλη μια απίθανη, πολυμελής οικογένεια - τσίρκο, με σπίτι ανοιχτό στους πάντες, όπου όλοι ασχολούνται με κάτι διαφορετικό (και κουφό συνήθως), μια οικογένεια - ορισμός του "όσα έρθουν κι οσο πάνε". Φυσικά, από τις πρώτες κιόλας σκηνές, ο μονάκριβος γόνος του εκατομμυριούχου ερωτεύεται την κόρη του πάτερ - φαμίλια της τρελής οικογένειας, που δουλεύει στα γραφεία της εταιρίας του. Τα προβλήματα (και το γέλιο) θα αρχίσουν όταν οι θα προσπαθήσουν να γνωριστούν μεταξύ τους οι δύο εντελώς αταίριαστοι αυτοί κόσμοι.
Ο Κάπρα αντιπαραθέτει τους δύο απόλυτα διαφορετικούς κόσμους και κλίνει φυσικά σαφώς υπέρ του ανέμελου, γεμάτου χαρά, παιδικότητα και δημιουργία. Κάνει ταυτόχρονα και μια έντονη κριτική του σκληρού και αδίστακτου καπιταλισμού (εξαιρετικά επίκαιρη δυστυχώς στις μέρες μας): Ο εκατομμυριούχος είναι στεγνός, δίχως φαντασία, σκληρός και άπληστος. Τον ενδιαφέρει μόνο το χρήμα και οι μπίζνες, δίχως να νοιάζεται για τη δυστυχία που προκαλεί στους γύρω του. Αλλά βέβαια - κατά Κάπρα πάντοτε - πληρώνει το τίμημα της απληστίας του: Ζει μια ζωή όπου έχει μεν ό,τι (υλικό) επιθυμεί, αλλά του λείπει η χαρά, η ανεμελιά, το γέλιο, το παιχνίδι. Κατά βάθος ψάχνει πάντα την ευκαιρία να (ξανα)γίνει παιδί. Δεν ξέρω πόσο ισχύουν στην παραγματικότητα όλα αυτά (ότι δηλαδή κατά βάθος οι πλούσιοι υπαφέρουν), πάντως εδώ το όλο πράγμα δίνεται απολαυστικά.
Όπως ίσως καταλάβατε η ταινία κριτικάρει τον άπληστο καπιταλισμό με αρκετή αφέλεια. Όσον αφορά δε το αντίθετο πρότυπο, αυτό της ευτυχισμένης οικογένειας, ποτέ δεν μας λέει καθαρά πώς επιβιώνουν τα διαρκώς αυξανόμενα μέλη της (αφού η στέγη της δέχεται πρόθυμα κάθε πικραμένο). Νομιζω επίσης ότι σε κάποια σημεία το φιλμ κάνει κοιλιές. Αυτά είναι για μένα τα αρνητικά στοιχεία. Ωστόσο η σχεδόν σουρεαλιστική κατάσταση που επικρατεί στο σπίτι όχι του επιχειρηματία βέβαια (πρέπει να το δείτε για να το πιστέψετε), καθως και το γέλιο που βγαίνει κατά την περίφημη συνάντηση των δύο οικογενειών και τα όσα τραγελαφικά ακολουθούν, μπορούν να αποζημειώσουν το θεατή. Όπως και η έντονη απόλαυση που νοιώθει κανείς όταν βλέπει το΄πανίσχυρο ζεύγος των ζάμπλουτων να περνά το βράδι του στη φυλακή, δίπλα σε πόρνες και κλέφτες. Είναι και η γνωστή χάρη και φινέτσα του Κάπρα και ο αφοπλιστικός του, ανάλαφρος τρόπος αφήγησης, που σε κάνουν να ξεχάσεις τις αφέλειες που λέγαμε και τις όποιες κοιλιές και, τελικά, να απολαύσεις μια κλασική κωμωδία. Εγώ τουλάχιστον αυτό έκανα.
Πέμπτη, Οκτωβρίου 25, 2012
ΕΝΑΣ "LOOPER" ΣΤΗΝ ΠΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Οι ταινίες με θέμα τα ταξίδια στο χρόνο (στο παρελθόν ακριβέστερα, γιατί κάπου εκεί η ανθρώπινη λογική παραλύει), προσφέρουν συχνά πολλή τροφή για σκέψη και κατά καιρούς έχουν δώσει καλές ταινίες (και καλύτερα διηγήματα ή μυθιστορήματα).
Μια τέτοια αξιόλογη περίπτωση - κατά τη γνώμη μου - αποτελεί το "Looper" του Rian Johnson (2012). Η ιδεα είναι ευρηματική: Κακοποιοί του μέλλοντς στέλνουν τα θύματά τους στο παρελθόν, όπου, όταν φτάνουν στον κατάλληλο τόπο και χρόνο, ένας εκτελεστής από την παρελθούσα αυτή εποχή περιμένει και κάνει τη βρώμικη δουλειά. Έτσι τα ίχνη του θύματος εξαφανίζονται παντελώς από το μέλλον. Ώσπου οι loopers, οι εκτελεστές δηλαδή, καλούνται κάποια στιγμή να εκτελέσουν τον μελλοντικό, γερασμένο εαυτό τους...
Έχω επανειλημμένα εκφράσει το παράπονο ότι οι περισσότερες σύγχρονες ταινίες επιστημονικής φαντασίας επικεντρώνονται στο action και τα εφέ, παραμερίζοντας όλους τους ουσιαστικούς παράγοντες που κάνουν καλή μια ταινία. Χαίρομαι γιατί εδώ βρισκόμαστε επιτέλους μπροστά σε μια εξαίρεση. Υπάρχει βέβαια και το στοιχείο της δράσης, είναι όμως πιο μετρημένο από άλλα πρόσφατα φιλμ του είδους και, κυρίως, βρίσκεται σε σωστές δόσεις και υπάρχει πρώτιστα για να υπηρετεί το σενάριο. Οπότε συνολικά είμαι ευχαριστημένος απ' ό,τι είδα.
Η ταινία μπορεί να αφήσει αρκετά σεναριακά ερωτηματικά. Ή μάλλον να προσφέρει ευκαιρίες για πολλές συζητήσεις (και διαφωνίες). Πολλοί θα επιμείνουν ότι υπάρχει σεναριακό κενό, άλλοι ότι υποστηρίζει την ταυτόχρονη ύπαρξη εναλλακτικών εκδοχών της πραγματικότητας. Δεν θα σας πω άλλα γι' αυτό, γιατί όσο λιγότερα ξέρετε για το στόρι τόσο καλύτερα. Ωστόσο υπάρχει και αρκετή ψυχολογική εμβάθυνση του ήρωα, ο οποίος δεν είναι ξεκάθαρα "καλός" ή "κακός", αλλά ένα κράμα των δύο ή, αν προτιμάτε, ακόμα κι όταν είναι αδίστακτος και σκοτώνει αθώους, το κάνει για κάποιο λόγο που αρκετοί θα δικαιολογήσουν. Όσο για τον πρεσβύτερο εαυτό, αυτός αποτελεί ταυτόχρονα και μια πατρική φιγούρα για το κάθαρμα που υπήρξε κάποτε. Ο απόλυτα παρακμασμένος κόσμος, στα όρια της κατάρρευσης, που αμυδρά σκιαγραφείται σαν φόντο, προσθέτει κι αυτός μια πινελιά στην ιστορία.
Γενικά νομίζω ότι ο θεατής μπορεί να βρει και πολλά άλλα ενδιαφέροντα σημεία για να επικεντρώσει την προσοχή του. Οι επιρροές από αντίστοιχα παλιότερα φιλμ είναι σαφείς: Ο πρώτος "Εξολοθρευτής" του Κάμερον και οι "12 Πίθηκοι" του Γκίλιαμ βρίσκονται ανάμεσα στις βασικότερες. Αλλά και οι αναφορές σ' αυτές, το κλείσιμο του ματιού στον θεατή. Δεν νομίζω ότι είναι τυχαίο ούτε το ότι η μητέρα που μεγαλώνει ένα γιο που στο μέλλον θα εξελιχτεί σε... (ας μην πω άλλα) ονομάζεται Σάρα, όπως η μητέρα του μελλοντικού ηγέτη στον Κάμερον ούτε η επιλογή του Μπρους Γουίλις σε ένα ρόλο που θυμίζει αυτόν στους Πίθηκους.
Γενικά, χωρίς να τη θεωρώ και την σημαντικότερη ταινία του είδους, πρέπει να πω ότι την απόλαυσα. Μακάρι κι άλλα φιλμ ενός είδους που ταλαιπωρείται αφάνταστα τα πολλά τελευταία χρόνια να είχαν μια τόσο έξυπνη και "ιντριγγαδόρικη" προσέγγιση, ξεφεύγοντας επιτέλους από τα διαρκή κυνηγητά και τα πιστολίδια (με ή χωρίς ακτίνες).
Μια τέτοια αξιόλογη περίπτωση - κατά τη γνώμη μου - αποτελεί το "Looper" του Rian Johnson (2012). Η ιδεα είναι ευρηματική: Κακοποιοί του μέλλοντς στέλνουν τα θύματά τους στο παρελθόν, όπου, όταν φτάνουν στον κατάλληλο τόπο και χρόνο, ένας εκτελεστής από την παρελθούσα αυτή εποχή περιμένει και κάνει τη βρώμικη δουλειά. Έτσι τα ίχνη του θύματος εξαφανίζονται παντελώς από το μέλλον. Ώσπου οι loopers, οι εκτελεστές δηλαδή, καλούνται κάποια στιγμή να εκτελέσουν τον μελλοντικό, γερασμένο εαυτό τους...
Έχω επανειλημμένα εκφράσει το παράπονο ότι οι περισσότερες σύγχρονες ταινίες επιστημονικής φαντασίας επικεντρώνονται στο action και τα εφέ, παραμερίζοντας όλους τους ουσιαστικούς παράγοντες που κάνουν καλή μια ταινία. Χαίρομαι γιατί εδώ βρισκόμαστε επιτέλους μπροστά σε μια εξαίρεση. Υπάρχει βέβαια και το στοιχείο της δράσης, είναι όμως πιο μετρημένο από άλλα πρόσφατα φιλμ του είδους και, κυρίως, βρίσκεται σε σωστές δόσεις και υπάρχει πρώτιστα για να υπηρετεί το σενάριο. Οπότε συνολικά είμαι ευχαριστημένος απ' ό,τι είδα.
Η ταινία μπορεί να αφήσει αρκετά σεναριακά ερωτηματικά. Ή μάλλον να προσφέρει ευκαιρίες για πολλές συζητήσεις (και διαφωνίες). Πολλοί θα επιμείνουν ότι υπάρχει σεναριακό κενό, άλλοι ότι υποστηρίζει την ταυτόχρονη ύπαρξη εναλλακτικών εκδοχών της πραγματικότητας. Δεν θα σας πω άλλα γι' αυτό, γιατί όσο λιγότερα ξέρετε για το στόρι τόσο καλύτερα. Ωστόσο υπάρχει και αρκετή ψυχολογική εμβάθυνση του ήρωα, ο οποίος δεν είναι ξεκάθαρα "καλός" ή "κακός", αλλά ένα κράμα των δύο ή, αν προτιμάτε, ακόμα κι όταν είναι αδίστακτος και σκοτώνει αθώους, το κάνει για κάποιο λόγο που αρκετοί θα δικαιολογήσουν. Όσο για τον πρεσβύτερο εαυτό, αυτός αποτελεί ταυτόχρονα και μια πατρική φιγούρα για το κάθαρμα που υπήρξε κάποτε. Ο απόλυτα παρακμασμένος κόσμος, στα όρια της κατάρρευσης, που αμυδρά σκιαγραφείται σαν φόντο, προσθέτει κι αυτός μια πινελιά στην ιστορία.
Γενικά νομίζω ότι ο θεατής μπορεί να βρει και πολλά άλλα ενδιαφέροντα σημεία για να επικεντρώσει την προσοχή του. Οι επιρροές από αντίστοιχα παλιότερα φιλμ είναι σαφείς: Ο πρώτος "Εξολοθρευτής" του Κάμερον και οι "12 Πίθηκοι" του Γκίλιαμ βρίσκονται ανάμεσα στις βασικότερες. Αλλά και οι αναφορές σ' αυτές, το κλείσιμο του ματιού στον θεατή. Δεν νομίζω ότι είναι τυχαίο ούτε το ότι η μητέρα που μεγαλώνει ένα γιο που στο μέλλον θα εξελιχτεί σε... (ας μην πω άλλα) ονομάζεται Σάρα, όπως η μητέρα του μελλοντικού ηγέτη στον Κάμερον ούτε η επιλογή του Μπρους Γουίλις σε ένα ρόλο που θυμίζει αυτόν στους Πίθηκους.
Γενικά, χωρίς να τη θεωρώ και την σημαντικότερη ταινία του είδους, πρέπει να πω ότι την απόλαυσα. Μακάρι κι άλλα φιλμ ενός είδους που ταλαιπωρείται αφάνταστα τα πολλά τελευταία χρόνια να είχαν μια τόσο έξυπνη και "ιντριγγαδόρικη" προσέγγιση, ξεφεύγοντας επιτέλους από τα διαρκή κυνηγητά και τα πιστολίδια (με ή χωρίς ακτίνες).
Τρίτη, Οκτωβρίου 23, 2012
Η ΜΑΓΙΚΗ "ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΚΥΝΗΓΟΥ"
Υπάρχουν ταινίες που μένουν κλασικές, πανέμορφες, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Δεν θα πω τίποτα πρωτότυπο αν χαρακτηρίσω ως τέτοια την περίφημη "Νύχτα του Κυνηγού", τη μοναδική ταινία που γύρισε σαν σκηνοθέτης ο μεγάλος ηθοποιός Charles Laughton (1899-1962) το 1955. Πρόκειται για ένα καθαρόαιμο θρίλερ (καθαρόαιμο; Θα δούμε παρακάτω).
Ένας φανατικός θρησκόληπτος, που γυρίζει τη χώρα ως ιεροκήρυκας, ως άλλος Κυανοπώγων παντρεύεται και δολοφονεί χήρες για να τους πάρει την περιουσία. Όταν μαθαίνει ότι η χήρα ενός θανατοποινίτη έχει κάπου κρυμμένα τα λεφτά από τη ληστεία που έκανε ο άντρας της, κάνει ακριβώς το ίδιο: Την παντρεύεται. Μόνο που αποδεικνύεται ότι αυτή δεν έχει ιδέα για το πού είναι κρυμένα τα λεφτά. Το μυστικό γνωρίζουν μόνο τα δύο μικρά παιδιά της, αγοράκι και μικρότερο κοριτσάκι. Από εκεί και πέρα ένα αγχωτικό κυνηγητό μέχρι θανάτου ξεκινά ανάμεσα στον αδίστακτο παπά και τα δύο παιδιά.
Δεν ξέρει κανείς τι να πρωτοθαυμάσει στο φιλμ. Αυτά που ξεχωρίζουν με την πρώτη ματιά είναι η εκπληκτική ασπρόμαυρη εικόνα της ταινίας (από τις ωραιότερες και εντυπωσιακότερες στην ιστορία του σινεμά κατά τη γνώμη μου) και η σαλταρισμένη ερμηνεία του Ρόμπερτ Μίτσαμ, που για μια ακόμα φορά κυριαρχεί στην οθόνη.
Αναρωτήθηκα πριν για το κατά πόσον είναι "καθαρόαιμο" το θρίλερ αυτό. Ναι, είναι ξεκάθαρα θρίλερ. Πλην όμως η διάθεσή του, το κλίμα, αλλάζει πολλές φορές, περνώντας από την ακραία αγωνία και το σασπένς στην καθαρή ποίηση. Σκηνές όπως η νεκρή στο βυθό της λίμνης ή το νυχτερινό ταξίδι των κυνηγημένων παιδιών με τη βάρκα στο ποτάμι αγγίζουν τα όρια του μεταφυσικού και κόβουν την ανάσα με την ομορφιά τους. Η σκηνοθεσία είναι κι αυτή εξαιρετικά ευφάνταστη. Συχνά μάλιστα χρησιμοποιεί ασυνήθιστες γωνίες λήψης, δημιουργώντας πλάνα εκπληκτικής ομορφιάς. Ο Λότον εφαρμόζει άλλωστε άψογα τα διδάγματα του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Δεν είναι μόνο τα ασηνήθιστα πλάνα που προαναφέραμε, αλλά και η χρήση των σκιών και των, συχνά παραμορφωμένων, εσωτερικών χώρων, που προσδίδουν αυτή την εξπρεσιονιστική ποιότητα στη δουλειά του. Είπαμε: Πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να ξεφύγει από τη γοητεία μιας τέτοιας ταινίας.
Μιας ταινίας που είχε αποτύχει στην εποχή της. Ήταν, βλέπετε, η πρώτη φορά που η θρησκεία παρουσιαζόταν στην ακραία μορφή της, την καθαρή θρησκοληψία, σαν κάτι παρανοϊκό και επικίνδυνο. Ο ήρωας δεν είναι απλώς "κακός", δολοφόνος. Στην ουσία είναι απόλυτα παρανοϊκός. Φοβάται παθολογικά το σεξ και πιστεύει ότι οι γυναίκες πρέπει να εξαλειφτούν επειδή βάζουν σε πειρασμό τους άντρες μολύνοντάς τους και απειλώντας την "καθαρότητά" τους. Θεωρεί ότι οι δολοφονίες που διαπράττει είναι θεάρεστες και πιστεύει ότι σ' αυτές τον βοηθά ο θεός. Είναι μάλιστα εντυπωσιακό το ότι περνά όλη αυτή την παράνοια και στη δύστυχη σύζυγο, που αρχικά δεν έχει καμιά σχέση μ' αυτό. Ποιος ξέρει πώς ένοιωσαν οι συντηρητικοί αμερικανοί της εποχής βλέποντας την εικόνα του παρανοϊκού παπά με τα αρχετυπικά τατού στα δάχτυλα των χεριών, το ένα να γράφει LOVE και το άλλο HATE. Και σκεφτείτε πόσες φορές αυτό το μοτίβο της παρανοϊκής θρησκοληψίας έχει χρησιμοποιηθεί (συχνά και αντιγραφεί) έκτοτε.
Δεν έχει νόημα να γράψω κι άλλα. Προσωπικά το θεωρώ αριστούργημα.
Ένας φανατικός θρησκόληπτος, που γυρίζει τη χώρα ως ιεροκήρυκας, ως άλλος Κυανοπώγων παντρεύεται και δολοφονεί χήρες για να τους πάρει την περιουσία. Όταν μαθαίνει ότι η χήρα ενός θανατοποινίτη έχει κάπου κρυμμένα τα λεφτά από τη ληστεία που έκανε ο άντρας της, κάνει ακριβώς το ίδιο: Την παντρεύεται. Μόνο που αποδεικνύεται ότι αυτή δεν έχει ιδέα για το πού είναι κρυμένα τα λεφτά. Το μυστικό γνωρίζουν μόνο τα δύο μικρά παιδιά της, αγοράκι και μικρότερο κοριτσάκι. Από εκεί και πέρα ένα αγχωτικό κυνηγητό μέχρι θανάτου ξεκινά ανάμεσα στον αδίστακτο παπά και τα δύο παιδιά.
Δεν ξέρει κανείς τι να πρωτοθαυμάσει στο φιλμ. Αυτά που ξεχωρίζουν με την πρώτη ματιά είναι η εκπληκτική ασπρόμαυρη εικόνα της ταινίας (από τις ωραιότερες και εντυπωσιακότερες στην ιστορία του σινεμά κατά τη γνώμη μου) και η σαλταρισμένη ερμηνεία του Ρόμπερτ Μίτσαμ, που για μια ακόμα φορά κυριαρχεί στην οθόνη.
Αναρωτήθηκα πριν για το κατά πόσον είναι "καθαρόαιμο" το θρίλερ αυτό. Ναι, είναι ξεκάθαρα θρίλερ. Πλην όμως η διάθεσή του, το κλίμα, αλλάζει πολλές φορές, περνώντας από την ακραία αγωνία και το σασπένς στην καθαρή ποίηση. Σκηνές όπως η νεκρή στο βυθό της λίμνης ή το νυχτερινό ταξίδι των κυνηγημένων παιδιών με τη βάρκα στο ποτάμι αγγίζουν τα όρια του μεταφυσικού και κόβουν την ανάσα με την ομορφιά τους. Η σκηνοθεσία είναι κι αυτή εξαιρετικά ευφάνταστη. Συχνά μάλιστα χρησιμοποιεί ασυνήθιστες γωνίες λήψης, δημιουργώντας πλάνα εκπληκτικής ομορφιάς. Ο Λότον εφαρμόζει άλλωστε άψογα τα διδάγματα του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Δεν είναι μόνο τα ασηνήθιστα πλάνα που προαναφέραμε, αλλά και η χρήση των σκιών και των, συχνά παραμορφωμένων, εσωτερικών χώρων, που προσδίδουν αυτή την εξπρεσιονιστική ποιότητα στη δουλειά του. Είπαμε: Πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να ξεφύγει από τη γοητεία μιας τέτοιας ταινίας.
Μιας ταινίας που είχε αποτύχει στην εποχή της. Ήταν, βλέπετε, η πρώτη φορά που η θρησκεία παρουσιαζόταν στην ακραία μορφή της, την καθαρή θρησκοληψία, σαν κάτι παρανοϊκό και επικίνδυνο. Ο ήρωας δεν είναι απλώς "κακός", δολοφόνος. Στην ουσία είναι απόλυτα παρανοϊκός. Φοβάται παθολογικά το σεξ και πιστεύει ότι οι γυναίκες πρέπει να εξαλειφτούν επειδή βάζουν σε πειρασμό τους άντρες μολύνοντάς τους και απειλώντας την "καθαρότητά" τους. Θεωρεί ότι οι δολοφονίες που διαπράττει είναι θεάρεστες και πιστεύει ότι σ' αυτές τον βοηθά ο θεός. Είναι μάλιστα εντυπωσιακό το ότι περνά όλη αυτή την παράνοια και στη δύστυχη σύζυγο, που αρχικά δεν έχει καμιά σχέση μ' αυτό. Ποιος ξέρει πώς ένοιωσαν οι συντηρητικοί αμερικανοί της εποχής βλέποντας την εικόνα του παρανοϊκού παπά με τα αρχετυπικά τατού στα δάχτυλα των χεριών, το ένα να γράφει LOVE και το άλλο HATE. Και σκεφτείτε πόσες φορές αυτό το μοτίβο της παρανοϊκής θρησκοληψίας έχει χρησιμοποιηθεί (συχνά και αντιγραφεί) έκτοτε.
Δεν έχει νόημα να γράψω κι άλλα. Προσωπικά το θεωρώ αριστούργημα.
Κυριακή, Οκτωβρίου 21, 2012
Ο ΒΑΡΒΑΚΗΣ, ΤΟ ΧΑΒΙΑΡΙ ΚΑΙ Ο ΑΚΑΔΗΜΑΪΣΜΟΣ
Όπως φαίνεται ο Γιάννης Σμαραγδής έχει αποφασίσει να εστιάσει το έργο του σε βιογραφίες μεγάλων ελλήνων. Μετά τον Καβάφη και τον Ελ Γκρέκο σειρά έχει ο Ιωάννης Βαρβάκης στο "Ο Θεός Αγαπά το Χαβιάρι" του 2012, ο οποίος Βαρβάκης έζησε όντως μια μυθιστορηματική ζωή: Ψαριανός, ξεκινά σαν πειρατής στο Αιγαίο, βοηθά τους ρώσους στην αποτυχημένη επανάσταση των Ορλωφικών, καταλήγει στην αυλή της μεγάλης Αικατερίνης, γίνεται εκατομμυριούχος και εθνικός ευεργέτης εμπορευόμενος κατ' αποκλειστικότητα το περίφημο μαύρο χαβιάρι, επιστρέφει στην Ελλάδα για να πάρει μέρος στον εμφύλιο του 1825 και τελικά πεθαίνει έγκλειστος - άτυπα φυλακισμένος - σε λοιμοκαθαρτήριο στη Ζάκυνθο.
Όλα αυτά δείχνονται σε μια εντυπωσιακά διεθνή συμπαραγωγή, με ηθοποιούς όπως ο Σεμπάστιαν Κοχ, η Κατρίν Ντενέβ, ο Τζον Κλιζ και άλλοι. Η ταινία βασίζεται σε δύο παράλληλες αφηγήσεις, ενός διπλωμάτη σε έναν άγγλο και ενός πιστού φίλου του Βαρβάκη σε μια ομάδα παιδιών, οπότε έχουμε ένα είδος διαρκούς flash back της ζωής του. Μερικές φορές υπάρχουν και κάποιες εντυπωσιακές εικόνες.
Το πρόβλημα είναι ο αφόρητος για μένα ακαδημαϊσμός. Όλα είναι γραμμικά, σαν κλασικά εικονογραφημένα, όλα είναι υπερβολικά "καθώς πρέπει", η βιογραφία γίνεται σχεδόν αγιογραφία, ακόμα και η συγκίνηση στο τέλος μοιάζει προμελετημένη και αναμενόμενη. Βρήκα ακόμα αρκετά μέτριες κάμποσες από τις ηθοποιίες (με χειρότερη των παιδιών). Και, για να ενοχληθώ περισσότερο, υπήρχαν συχνά στομφώδεις και βαρύγδουπες ατάκες, περί ελευθερίας (το μόνο πράγμα που μοιάζει να ποθεί πραγματικά ο ήρωας), περί θεού και άλλων. Ήταν όλα πολύ στημένα και άνευρα για να καταφέρουν αν με συγκινήσουν. Έλειπαν ακόμα και η σύγκρουση και το σχετικό σασπένς που υπήρχαν στον "Γκρέκο". Τα γεγονότα απλώς παρατίθενται, συχνά αποσπασματικά, το ένα δίπλα στο άλλο, σα μικρές, αυτόνομες ιστοριούλες, δίχως ιδιαίτερες κορυφώσεις. Όσο για τον μικρό, σχεδόν μεταφυσικό ρόλο του Λαζόπουλου, μάλλον ξεκάρφωτο και άσχετο με το όλο κλίμα τον βρήκα.
Εντυπωσιακή παραγωγή λοιπόν (και μακάρι να κάνει και εισιτήρια), αλλά το βρήκα γενικά ανέμπνευστο και, όπως είπα, άνευρο. Στη διάρκειά του απλώς περίμενα να γίνουν όλα όσα πρέπει να γίνουν στη ζωή του ήρωα και να τελειώσει το φιλμ. Νομίζω ότι η μεγάλη παραγωγή, οι γνωστοί ηθοποιοί και η "καλλιγραφία" δεν αρκούν πάντοτε για να δώσουν μια καλή ταινία.
Όλα αυτά δείχνονται σε μια εντυπωσιακά διεθνή συμπαραγωγή, με ηθοποιούς όπως ο Σεμπάστιαν Κοχ, η Κατρίν Ντενέβ, ο Τζον Κλιζ και άλλοι. Η ταινία βασίζεται σε δύο παράλληλες αφηγήσεις, ενός διπλωμάτη σε έναν άγγλο και ενός πιστού φίλου του Βαρβάκη σε μια ομάδα παιδιών, οπότε έχουμε ένα είδος διαρκούς flash back της ζωής του. Μερικές φορές υπάρχουν και κάποιες εντυπωσιακές εικόνες.
Το πρόβλημα είναι ο αφόρητος για μένα ακαδημαϊσμός. Όλα είναι γραμμικά, σαν κλασικά εικονογραφημένα, όλα είναι υπερβολικά "καθώς πρέπει", η βιογραφία γίνεται σχεδόν αγιογραφία, ακόμα και η συγκίνηση στο τέλος μοιάζει προμελετημένη και αναμενόμενη. Βρήκα ακόμα αρκετά μέτριες κάμποσες από τις ηθοποιίες (με χειρότερη των παιδιών). Και, για να ενοχληθώ περισσότερο, υπήρχαν συχνά στομφώδεις και βαρύγδουπες ατάκες, περί ελευθερίας (το μόνο πράγμα που μοιάζει να ποθεί πραγματικά ο ήρωας), περί θεού και άλλων. Ήταν όλα πολύ στημένα και άνευρα για να καταφέρουν αν με συγκινήσουν. Έλειπαν ακόμα και η σύγκρουση και το σχετικό σασπένς που υπήρχαν στον "Γκρέκο". Τα γεγονότα απλώς παρατίθενται, συχνά αποσπασματικά, το ένα δίπλα στο άλλο, σα μικρές, αυτόνομες ιστοριούλες, δίχως ιδιαίτερες κορυφώσεις. Όσο για τον μικρό, σχεδόν μεταφυσικό ρόλο του Λαζόπουλου, μάλλον ξεκάρφωτο και άσχετο με το όλο κλίμα τον βρήκα.
Εντυπωσιακή παραγωγή λοιπόν (και μακάρι να κάνει και εισιτήρια), αλλά το βρήκα γενικά ανέμπνευστο και, όπως είπα, άνευρο. Στη διάρκειά του απλώς περίμενα να γίνουν όλα όσα πρέπει να γίνουν στη ζωή του ήρωα και να τελειώσει το φιλμ. Νομίζω ότι η μεγάλη παραγωγή, οι γνωστοί ηθοποιοί και η "καλλιγραφία" δεν αρκούν πάντοτε για να δώσουν μια καλή ταινία.
Παρασκευή, Οκτωβρίου 19, 2012
ΥΠΝΟΒΑΤΗΣ ΚΑΝΙΒΑΛΟΣ (;!;!;!;!)
Κι όμως! Υπάρχει κι αυτό! Ταινία με τον απίστευτο τίτλο (και αντίστοιχο περιεχόμενο) "Έντι: Ο Υπνοβάτης Κανίβαλος" (Eddie: The Sleepwalking Cannibal). Είναι του Boris Rodriguez, γυρίστηκε το 2012 και είναι μια ασυνήθιστη καναδοδανέζικη συμπαραγωγή! Και ξέρετε το πιο παράξενο απ' όλα; Ενώ πήγαμε να το δούμε με πλήρη διάθεση απόλυτου χαβαλέ, προετοιμασμένοι για ό,τι χειρότερο, μας βγήκε αρκετά καλό φιλμ (τουλάχιστον συμπαθητικό στη χειρότερη περίπτωση).
Κάπου στο πουθενά, στον Καναδά, σε χιονισμένες εκτάσεις μέσα σε δάση, υπάρχει μια σχολή καλών τεχνών. Ένας δανός προσλαμβάνεται εκεί σαν καθηγητής. Πριν 10 χρόνια ήταν διάσημος ζωγράφος και είχε εντυπωσιάσει με την έκθεσή του. Στη συνέχεια όμως η έμπνευση εξαφανίστηκε και όλα αυτά τα χρόνια είχε σιγήσει. Ανάμεσα στους σπουδαστές υπάρχει ένας καθυστερημένος σαραντάρης, με μυαλό μικρού παιδιού, που γίνεται δεκτός στη σχολή επειδή η θεία του είναι από τους βασικούς σπόνσορές της. Ο δανός σύντομα ανακαλύπτει ότι ο καθυστερημένος όταν υπνοβατεί μετατρέπεται σε έναν άγριο κανίβαλο, που καταβροχθίζει τα πάντα και διαθέτει και τεράστια δύναμη. Όταν όμως ξυπνά χορτασμένος γίνεται και πάλι αθώος σα μικρό παιδί. Το θέμα είναι ότι εξ αιτίας των φριχτών θεαμάτων που αντικρύζει, ο δανός ξαναβρίσκει τη χαμένη του έμπνευση. Πώς λοιπόν θα χειριστεί το όλο θέμα; Θα αποκαλύψει το εφιαλτικό μυστικό ή...
Η ταινία ισορροπεί ανάμεσα στο φιλμ τρόμου και την άγρια σάτιρα. Το κατάμαυρο χιούμορ είναι διάσπαρτο σ' όλη της τη διάρκεια, το γέλιο εναλλάσσεται με τη φρίκη και η ογκώδης φιγούρα του Έντι, που τρέχει με το σώβρακο μέσα στην παγωμένη, χιονισμένη νύχτα καταβροχθίζοντας ανθρώπους (!) μένει αξέχαστη. Πρόκειται μάλιστα και για αρκετά καλογυρισμένο φιλμ. Ταυτόχρονα, μέσα στην όλη πλάκα, θέτει και ορισμένα σοβαρότερα θέματα: Πού τελειώνουν τα όρια της ηθικής και από πού αρχίζει το αδίστακτο κυνήγι της επιτυχίας; Πόσες θυσίες αξίζουν για το "κοινό καλό"; Τι θα κάνατε εσείς στη θέση του καθηγητή; Μήπως δεν αρκούν πάντοτε οι καλές προθέσεις ή, πάλι, μήπως όλοι έχουμε την τιμή εξαγοράς μας;
Εντάξει, δεν πρόκειται για αριστούργημα. Αν μάλιστα δεν αντέχετε καθόλου το (ελαφρό έστω) σπλάτερ, μείνετε μακριά. Προσωπικά πάντως το διασκέδασα αρκετά. Σίγουρα πάντως πιστεύω ότι συνολικά πρόκειται για καλύτερο φιλμ απ' ό,τι θα περίμενε κανείς αντικρύζοντας τον απίστευτο αυτόν τίτλο.
Κάπου στο πουθενά, στον Καναδά, σε χιονισμένες εκτάσεις μέσα σε δάση, υπάρχει μια σχολή καλών τεχνών. Ένας δανός προσλαμβάνεται εκεί σαν καθηγητής. Πριν 10 χρόνια ήταν διάσημος ζωγράφος και είχε εντυπωσιάσει με την έκθεσή του. Στη συνέχεια όμως η έμπνευση εξαφανίστηκε και όλα αυτά τα χρόνια είχε σιγήσει. Ανάμεσα στους σπουδαστές υπάρχει ένας καθυστερημένος σαραντάρης, με μυαλό μικρού παιδιού, που γίνεται δεκτός στη σχολή επειδή η θεία του είναι από τους βασικούς σπόνσορές της. Ο δανός σύντομα ανακαλύπτει ότι ο καθυστερημένος όταν υπνοβατεί μετατρέπεται σε έναν άγριο κανίβαλο, που καταβροχθίζει τα πάντα και διαθέτει και τεράστια δύναμη. Όταν όμως ξυπνά χορτασμένος γίνεται και πάλι αθώος σα μικρό παιδί. Το θέμα είναι ότι εξ αιτίας των φριχτών θεαμάτων που αντικρύζει, ο δανός ξαναβρίσκει τη χαμένη του έμπνευση. Πώς λοιπόν θα χειριστεί το όλο θέμα; Θα αποκαλύψει το εφιαλτικό μυστικό ή...
Η ταινία ισορροπεί ανάμεσα στο φιλμ τρόμου και την άγρια σάτιρα. Το κατάμαυρο χιούμορ είναι διάσπαρτο σ' όλη της τη διάρκεια, το γέλιο εναλλάσσεται με τη φρίκη και η ογκώδης φιγούρα του Έντι, που τρέχει με το σώβρακο μέσα στην παγωμένη, χιονισμένη νύχτα καταβροχθίζοντας ανθρώπους (!) μένει αξέχαστη. Πρόκειται μάλιστα και για αρκετά καλογυρισμένο φιλμ. Ταυτόχρονα, μέσα στην όλη πλάκα, θέτει και ορισμένα σοβαρότερα θέματα: Πού τελειώνουν τα όρια της ηθικής και από πού αρχίζει το αδίστακτο κυνήγι της επιτυχίας; Πόσες θυσίες αξίζουν για το "κοινό καλό"; Τι θα κάνατε εσείς στη θέση του καθηγητή; Μήπως δεν αρκούν πάντοτε οι καλές προθέσεις ή, πάλι, μήπως όλοι έχουμε την τιμή εξαγοράς μας;
Εντάξει, δεν πρόκειται για αριστούργημα. Αν μάλιστα δεν αντέχετε καθόλου το (ελαφρό έστω) σπλάτερ, μείνετε μακριά. Προσωπικά πάντως το διασκέδασα αρκετά. Σίγουρα πάντως πιστεύω ότι συνολικά πρόκειται για καλύτερο φιλμ απ' ό,τι θα περίμενε κανείς αντικρύζοντας τον απίστευτο αυτόν τίτλο.
Πέμπτη, Οκτωβρίου 18, 2012
"Η ΚΟΡΗ" ΚΑΙ Η ΑΠΕΓΝΩΣΜΕΝΗ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΚΡΙΣΗΣ
"Η Κόρη" του 2012 είναι η τρίτη ταινία του Θάνου Αναστόπουλου. Παραμένει στο ρεαλιστικό κλίμα που προτιμά ο σκηνοθέτης και, δίχως να είναι κάτι συγκλονιστικό, τη βρήκα τουλάχιστον αξιόλογη.
Ένα 14χρονο κορίτσι με χωρισμένους γονείς νοιώθει όλα να αλλάζουν με την εξαφάνιση του πατέρα της, με τον οποίο νοιώθει πιο κοντά απ' όσο με τη μητέρα. Όταν αντιλαμβάνεται ότι αυτό έγινε λόγω χρεών, για τα οποία υπεύθυνος είναι μάλλον ο συνεταίρος και φίλος του, αντιδρά με ανορθόδοξο τρόπο μέχρι να τον ξαναβρεί με οποιονδήποτε τρόπο: Απαγάγει τον μικρό γιο του συνεταίρου, που είναι μικρότερός της, και τον κρατά όμηρο στην δαιδαλώδη ξυλαποθήκη των δύο συνεταίρων.
Το φιλμ ξεκινά με απόλυτο ρεαλισμό, ντοκιμαντερίστικο στιλ και αποτύπωση της καθημερινότητας, θυμίζοντας το σινεμά των αδελφών Νταρντέν, για να προχωρήσει σταδιακά - μετά τα μισά - σε ένα είδος (χαλαρού πάντως) θρίλερ, με το σασπένς να κορυφώνεται στην τελευταία σκηνή. Μην περιμένετε λοιπόν κάποιο άγριο θρίλερ. Απλώς βαθμιαίο "σφίξιμο" και σχετικά αυξανόμενη αγωνία.
Αυτό που εκτίμησα στην ταινία είναι ότι, είτε διεισδύοντας στην καθημερινότητα των ηρώων είτε επινοώντας το συγκεκριμένο στόρι, μας δείχνει όχι μόνο τις προφανείς, αλλά και τις αναπάντεχες επιπτώσεις της κρίσης που μαστίζει τα πάντα. Όλα ξεκινάνε απ' αυτήν (την κρίση εννοώ), την οικονομική της διάσταση συγκεκριμένα, αλλά οι αντιδράσεις του κάθε ανθρώπου που υποφέρει απ' αυτήν είναι πραγματικά απρόσμενες και ενίοτε ανεξέλεγκτες. Και βέβαια, ας το επισημάνουμε κι αυτό, η κρίση που βιώνουμε έχει σαν φόντο, σαν απαραίτητο background, μια προϋπάρχουσα κοινωνική κρίση, στην οικογένεια (το χωρισμένο ζευγάρι), στις ανθρώπινες σχέσεις και την διαφθορά τους από τον πόθο για χρήμα (οι σχέσεις των πρώην φίλων συνεταίρων), στην κοινωνία γενικότερα. Πάνω σ' αυτό το εύφορο έδαφος γιγαντώνεται η τωρινή κρίση παράγοντας, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα, και τα αποτελέσματα που παρακολουθούμε στην οθόνη.
Τη βρήκα λοιπόν ενδιαφέρουσα ταινία, δίχως, ξαναλέω, να τη θεωρώ κάτι φοβερό. Το βλέμμα όμως της μικρής πρωταγωνίστριας Σαβίνας Αλιμάνι, η αποφασιστικότητα και το πείσμα της, θα με ακολουθούν για καιρό.
Ένα 14χρονο κορίτσι με χωρισμένους γονείς νοιώθει όλα να αλλάζουν με την εξαφάνιση του πατέρα της, με τον οποίο νοιώθει πιο κοντά απ' όσο με τη μητέρα. Όταν αντιλαμβάνεται ότι αυτό έγινε λόγω χρεών, για τα οποία υπεύθυνος είναι μάλλον ο συνεταίρος και φίλος του, αντιδρά με ανορθόδοξο τρόπο μέχρι να τον ξαναβρεί με οποιονδήποτε τρόπο: Απαγάγει τον μικρό γιο του συνεταίρου, που είναι μικρότερός της, και τον κρατά όμηρο στην δαιδαλώδη ξυλαποθήκη των δύο συνεταίρων.
Το φιλμ ξεκινά με απόλυτο ρεαλισμό, ντοκιμαντερίστικο στιλ και αποτύπωση της καθημερινότητας, θυμίζοντας το σινεμά των αδελφών Νταρντέν, για να προχωρήσει σταδιακά - μετά τα μισά - σε ένα είδος (χαλαρού πάντως) θρίλερ, με το σασπένς να κορυφώνεται στην τελευταία σκηνή. Μην περιμένετε λοιπόν κάποιο άγριο θρίλερ. Απλώς βαθμιαίο "σφίξιμο" και σχετικά αυξανόμενη αγωνία.
Αυτό που εκτίμησα στην ταινία είναι ότι, είτε διεισδύοντας στην καθημερινότητα των ηρώων είτε επινοώντας το συγκεκριμένο στόρι, μας δείχνει όχι μόνο τις προφανείς, αλλά και τις αναπάντεχες επιπτώσεις της κρίσης που μαστίζει τα πάντα. Όλα ξεκινάνε απ' αυτήν (την κρίση εννοώ), την οικονομική της διάσταση συγκεκριμένα, αλλά οι αντιδράσεις του κάθε ανθρώπου που υποφέρει απ' αυτήν είναι πραγματικά απρόσμενες και ενίοτε ανεξέλεγκτες. Και βέβαια, ας το επισημάνουμε κι αυτό, η κρίση που βιώνουμε έχει σαν φόντο, σαν απαραίτητο background, μια προϋπάρχουσα κοινωνική κρίση, στην οικογένεια (το χωρισμένο ζευγάρι), στις ανθρώπινες σχέσεις και την διαφθορά τους από τον πόθο για χρήμα (οι σχέσεις των πρώην φίλων συνεταίρων), στην κοινωνία γενικότερα. Πάνω σ' αυτό το εύφορο έδαφος γιγαντώνεται η τωρινή κρίση παράγοντας, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα, και τα αποτελέσματα που παρακολουθούμε στην οθόνη.
Τη βρήκα λοιπόν ενδιαφέρουσα ταινία, δίχως, ξαναλέω, να τη θεωρώ κάτι φοβερό. Το βλέμμα όμως της μικρής πρωταγωνίστριας Σαβίνας Αλιμάνι, η αποφασιστικότητα και το πείσμα της, θα με ακολουθούν για καιρό.
Δευτέρα, Οκτωβρίου 15, 2012
Ο ΙΟΥΛΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΑΣ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ
Οι μεγάλες ταινίες των αδελφών Paolo και Vittorio Taviani έγιναν πίσω στη δεκαετία του 70 (άντε και στις αρχές του 80). Μετά ήρθε η δημιουργική παρακμή. Και ξαφνικά, ογδοντάρηδες πια (!), γυρίζουν το 2012 το "Ο Καίσαρας Πρέπει να Πεθάνει" (Cesare deve Morire) και έρχονται αναπάντεχα ξανά στην επικαιρότητα, κερδίζοντας μάλιστα τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες.
Γενικά δεν μου πολυαρέσουν οι ταινίες που ασχολούνται με το "σινεμά μέσα στο σινεμά" ή το "θέατρο μέσα στο σινεμά", πολύ περισσότερο μάλιστα όταν είναι ημιντοκιμαντερίστικες. Ωστόσο εδώ θα "βγάλω το καπέλο" στους γηραιούς αδελφούς, γιατί αυτό που έχουν κάνει είναι και ευφάνταστο και πολύ δυνατό. Η ιδέα είναι εντυπωσιακή: Κάποιοι φυλακισμένοι (και μάλιστα βαρυποινίτες, σε φυλακές ύψιστης ασφάλειας) ανεβάζουν τον "Ιούλιο Καίσαρα" του Σέξπιρ. Ναι, όμως και στην ταινία αυτό ακριβώς βλέπουμε. Την προετοιμασία μέσα στις φυλακές, τις προσπάθειες όλων, τη μεταμόρφωσή τους. Μόνο που οι ίδιοι οι Ταβιάνι έχουν εισχωρήσει στις φυλακές και κινηματογραφούν το ίδιο το γεγονός. Οπότε οι ηθοποιοί είναι όντως βαρυποινίτες, οι οποίοι ερμηνεύουν συγχρόνως και τους σεξπιρικούς ρόλους και τους εαυτούς τους στα διαλείμματα των προβών. Στο τέλος μάλιστα, στα credits, αναφέρονται, μαζί με τα ονόματα, και οι ποινές τους και οι λόγοι για τους οποίους τις εκτίουν.
Αυτό που είναι πάνω απ' όλα συγκλονιστικό για μένα σ' αυτό το διαρκές παιχνίδι θεάτρου - πραγματικότητας, είναι οι φοβερές ερμηνείες όλων σχεδόν των ηθοποιών - κατάδικων. Όλοι έχον δοθεί με πάθος στους ρόλους τους, όλοι τούς ζουν πραγματικά, όλοι πιάνονται απ' αυτούς για να ξεφύγουν από την άθλια καθημερινότητά του εγκλεισμού, και τα ερμηνευτικά αποτελέσματα είναι απίστευτα. Οι Ταβιάνι παίζουν έξυπνα με το χρώμα, που μετετρέπεται από έγχρωμο σε ασπρόμαυρο, και τοποθετούν τη σεξπιρική δράση άλλοτε στο σανίδι (στην τελική παράσταση) κι άλλοτε ανάμεσα στους τοίχους της φυλακής, στους διαδρόμους, στους κοινόχρηστους χώρους, στις μίζερες, γκρίζες αυλές. Έτσι ο λόγος του Σέξπιρ μεταφέρεται στο σήμερα και οι ατάκες περί ελευθερίας, δημοκρατίας, φιλίας, προδοσίας κλπ. αποκτούν άλλο νόημα, καθώς φωτίζονται κάτω από το σύγχρονο φως και μάλιστα σε απόλυτες συνθήκες έλλειψης ελευθερίας.
Σας ξαναείπα: Δεν είμαι πολύ φίλος του είδους. Το συγκεκριμένο φιλμ όμως με κράτησε, κυρίως χάρη στις ερμηνείες του (δεν πιστεύεις ότι πρόκειται για ερασιτέχνες φυλακισμένους). Συνίσταται ανεπιφύλακτα σε σινεφίλ θεατρόφιλους (και όχι μόνο). Η τελευταία ατάκα δε ενός, αληθινού όπως είπαμε, βαρυποινίτη είναι συγκλονιστική: "Από τότε που ανακάλυψα την τέχνη το κελλί μου έγινε πραγματική φυλακή".
Γενικά δεν μου πολυαρέσουν οι ταινίες που ασχολούνται με το "σινεμά μέσα στο σινεμά" ή το "θέατρο μέσα στο σινεμά", πολύ περισσότερο μάλιστα όταν είναι ημιντοκιμαντερίστικες. Ωστόσο εδώ θα "βγάλω το καπέλο" στους γηραιούς αδελφούς, γιατί αυτό που έχουν κάνει είναι και ευφάνταστο και πολύ δυνατό. Η ιδέα είναι εντυπωσιακή: Κάποιοι φυλακισμένοι (και μάλιστα βαρυποινίτες, σε φυλακές ύψιστης ασφάλειας) ανεβάζουν τον "Ιούλιο Καίσαρα" του Σέξπιρ. Ναι, όμως και στην ταινία αυτό ακριβώς βλέπουμε. Την προετοιμασία μέσα στις φυλακές, τις προσπάθειες όλων, τη μεταμόρφωσή τους. Μόνο που οι ίδιοι οι Ταβιάνι έχουν εισχωρήσει στις φυλακές και κινηματογραφούν το ίδιο το γεγονός. Οπότε οι ηθοποιοί είναι όντως βαρυποινίτες, οι οποίοι ερμηνεύουν συγχρόνως και τους σεξπιρικούς ρόλους και τους εαυτούς τους στα διαλείμματα των προβών. Στο τέλος μάλιστα, στα credits, αναφέρονται, μαζί με τα ονόματα, και οι ποινές τους και οι λόγοι για τους οποίους τις εκτίουν.
Αυτό που είναι πάνω απ' όλα συγκλονιστικό για μένα σ' αυτό το διαρκές παιχνίδι θεάτρου - πραγματικότητας, είναι οι φοβερές ερμηνείες όλων σχεδόν των ηθοποιών - κατάδικων. Όλοι έχον δοθεί με πάθος στους ρόλους τους, όλοι τούς ζουν πραγματικά, όλοι πιάνονται απ' αυτούς για να ξεφύγουν από την άθλια καθημερινότητά του εγκλεισμού, και τα ερμηνευτικά αποτελέσματα είναι απίστευτα. Οι Ταβιάνι παίζουν έξυπνα με το χρώμα, που μετετρέπεται από έγχρωμο σε ασπρόμαυρο, και τοποθετούν τη σεξπιρική δράση άλλοτε στο σανίδι (στην τελική παράσταση) κι άλλοτε ανάμεσα στους τοίχους της φυλακής, στους διαδρόμους, στους κοινόχρηστους χώρους, στις μίζερες, γκρίζες αυλές. Έτσι ο λόγος του Σέξπιρ μεταφέρεται στο σήμερα και οι ατάκες περί ελευθερίας, δημοκρατίας, φιλίας, προδοσίας κλπ. αποκτούν άλλο νόημα, καθώς φωτίζονται κάτω από το σύγχρονο φως και μάλιστα σε απόλυτες συνθήκες έλλειψης ελευθερίας.
Σας ξαναείπα: Δεν είμαι πολύ φίλος του είδους. Το συγκεκριμένο φιλμ όμως με κράτησε, κυρίως χάρη στις ερμηνείες του (δεν πιστεύεις ότι πρόκειται για ερασιτέχνες φυλακισμένους). Συνίσταται ανεπιφύλακτα σε σινεφίλ θεατρόφιλους (και όχι μόνο). Η τελευταία ατάκα δε ενός, αληθινού όπως είπαμε, βαρυποινίτη είναι συγκλονιστική: "Από τότε που ανακάλυψα την τέχνη το κελλί μου έγινε πραγματική φυλακή".
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




























