Παρασκευή, Απριλίου 27, 2012

Η ΕΦΗΒΙΚΗ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΣΤΟ "ΑΝΑΨΕ ΜΕ"

To "Άναψέ με" του 2011 είναι μια νορβηγική ταινία της Jannicke Systad Jacobsen ("Fa meg pa, For Faen" είναι ο πρωτότυπος τίτλος), η οποία μέχρι τώρα έκανε ντοκιμαντέρ κι αυτή εδώ είναι η πρώτη της ταινία μυθοπλασίας. Διαδραματίζεται σε ένα μικρό, μίζερο νορβηγικο χωριό και παρακολουθεί την έντονη σεξουαλική αφύπνηση μιας όμορφης έφηβης μαθήτριας και τα όσα ακολουθούν.
Η ηρωίδα μένει με τη μητέρα της και το μυαλό της βρίσκεται συνεχώς στο σεξ (όπως και των περισσότερων παιδιών της ηλικίας της άλλωστε). Παίρνει ροζ τηλέφωνα, βλέπει κανένα πορνοπεριοδικό αν τα καταφέρει, αυνανίζεται και είναι ερωτευμένη με έναν ωραίο συμμαθητή της, ο οποίος επίσης μάλλον την καλοβλέπει. Ώσπου μια σεξουαλικής φύσης παρεξήγηση θα αλλάξει τη ζωή της, θα την κάνει δακτυλοδεικτούμενη και θα την απομονώσει.
Η ταινία παρακολουθεί το θέμα της ανάλαφρα, με αρκετές πινελιές χιούμορ και με ένα συνεχές μπρος - πίσω ανάμεσα στην πραγματικότητα και τις ερωτικές φαντασιώσεις της ηρωίδας - σε ορισμένες σκηνές μάλιστα δεν είμαστε σίγουροι αν αυτό που βλέπουμε είναι πραγματικότητα ή το φαντάζεται η μικρή πρωταγωνίστρια. Ταυτόχρονα όμως είναι αρκετά τολμηρή (όχι, δεν δείχνει πολλά πράγματα αν αυτό σκεφτήκατε, λέει όμως και υπονοεί πολλά), λέει τα πράγματα με το όνομά τους και καταγράφει άμεσα το εφηβικό ερωτικό ξύπνημα, που πάνω απ' όλα έχει μια καθαρά σωματική και ορμονική προέλευση, συμβαίνει σε όλους και πολύ λίγο έχει να κάνει με ηθική και άλλα τέτοια καταπιεστικά συνήθως σχήματα. Και, φυσικά, για όσους ακόμα δεν το έχουν χωνέψει, συμβαίνει εξ ίσου σε άντρες και γυναίκες.
Το άλλο θέμα που επίσης καταγράφεται στο φιλμ είναι η μιζέρια της επαρχίας, τουλάχιστον μέσα από την οπτική της ούτως ή άλλως δύσκολης εφηβικής ηλικίας. Μιζέρια που τελικά είναι η ίδια είτε στην Ελλάδα ή την Αμερική είτε στην "ευνομούμενη" και "προχωρημένη" Σκανδιναβία. Τα περισσότερα παιδιά το μόνο που θέλουν είναι να φύγουν από εκεί, να βρεθούν στην πόλη (για σπουδές συνήθως). Το μικρό χωριό δεν τους προσφέρει τίποτα. Άλλωστε η φυγή είναι συνυφασμένη με την ελευθερία. Έβαλα εισαγωγικά στις παραπάνω δύο λέξεις επειδή, όπως θα διαπιστώσετε με έκπληξη ίσως, εκτός της επαρχιακής μιζέριας, η κοινωνία είναι εξ ίσου συντηρητική σε σεξουαλικά θέματα με την δική μας ή οποιαδήποτε άλλη. Ή τουλάχιστον αυτό βλέπουμε να συμβαίνει στη νορβηγική επαρχία. Δεν θεωρώ το φιλμ κάτι πολύ σπουδαίο.
Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα. Ωστόσο η ειλικρίνειά του, το διακριτικό χιούμορ και η καταγραφή των όσων ανέφερα παραπάνω νομίζω ότι το κάνουν σχετικά ενδιαφέρον.

Τετάρτη, Απριλίου 25, 2012

Ο ΟΛΙΒΕΡ ΤΟΥΙΣΤ ΣΕ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ!

Ο Όλιβερ Τουίστ σε μιούζικαλ; Κι όμως: Το 1968, ο εξαιρετικός Carol Reed (1906-1976) μετέφερε στην οθόνη την ήδη πετυχημένη θεατρική βερσιόν σε μιούζικαλ του πασίγνωστου μελοδραματικού και ηθικοπλαστικού μυθιστορήματος του Ντίκενς. Κι όχι μόνο αυτό. Το φιλμ έγινε επιτυχία και είχε μάλιστα σαρώσει τα Όσκαρ της χρονιάς εκείνης. Εδώ θα επαναλάβω για πολλοστή φορά αυτό που λέω πάντοτε όταν γράφω για κάποιο μιούζικαλ: Ξέρω πολύ καλά ότι πρόκειται για ένα σήμερα νεκρό ουσιαστικά είδος, το οποίο πολλοί απεχθάνονται και, όταν αντιληφτούν ότι ανήκει σ' αυτό, αλλάζουν ταινία. Είναι κατανοητό. Ωστόσο εγώ βλέπω με ευχαρίστηση κάποια από τα καλά δείγματά του. Για τους μάλλον λίγους φίλους του είδους λοιπόν, θα γράψω και γι' αυτό το φιλμ.
 Το "Oliver!" γυρίζεται σε μια εποχή που το είδος έχει ήδη παρακμάσει (μετά απ' αυτό τα μόνα αξιόλογα δείγματα είναι κατά τη γνώμη μου το "Καμπαρέ" και το "All tat Jazz", αμφότερα του Bob Fosse). Ωστόσο έχουμε να κάνουμε με μια από τις τελευταίες αναλαμπές του. Πράγματι, το φιλμ - πάντοτε για τους φιλους των μιούζικαλ - βλεπεται με αρκετή απόλαυση μέχρι σήμερα. Η μουσική είναι συμπαθητική και ορισμένα από τα μουσικοχορευτικά νούμερα πολύ καλά και έξυπνα.
Η ταινία μπορεί εύκολα να χωριστεί σε δύο μέρη: Στο πρώτο η τραγική ιστορία του ορφανού και πάμφτωχου αγοριού αντιμετωπίζεται με μάλλον κωμικό, εύθυμο τρόπο. Ορφανοτροφείο, δραπέτευση, γνωριμία με τη συμμορία των μικρών κλεφτών... όλα σε κάνουν μάλλον να ευθυμήσεις παρά να στενοχωρηθείς με τις περιπέτειες του μικρού ήρωα. Στο δεύτερο μέρος τα πράγματα σοβαρεύουν και, εκτός του έντονα δραματικού στοιχείου, η ταινία αποκτά και αρκετό σασπένς, που κορυφώνεται προς το τέλος. Εκτός του μικρού πρωταγωνιστή, το φιλμ διαθέτει εξαιρετικούς δεύτερους ρόλους, κυρίως τον Όλιβερ Ριντ στο ρόλο του "κακού" και τον θαυμάσιο Ρον Μούντι στο ρόλο του πονηρού αρχηγού των μικρών κλεφτών. Ταυτόχρονα, παρά τη μεταφορά σε μιούζικαλ, το πνεύμα του Ντίκενς δεν νομίζω ότι προδίδεται.
Γενικά, αν είστε φίλοι του είδους, η ταινία κατά τη γνώμη μου συνίσταται. Θα περάσετε δύο ευχάριστες ώρες, κι ας είναι συχνά τραγικές οι περιπέτειες του άτυχου μικρού...

Τρίτη, Απριλίου 24, 2012

ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΟΥ "MOON 44"

Το 1990 ο γερμανός Roland Emmerich, ένας από τους σκηνοθέτες που βαριέμαι αφόρητα, δεν είχε πάει ακόμα στο Χόλιγουντ για να κάνει τους διάφορους Γκοντζίλες, αλλά γύριζε ταινίες στη χώρα του. Το "Moon 44" είναι μεν αγγλόφωνο, αλλά είναι γερμανική παραγωγή. Φιλμ επιστημονικής φαντασίας, εμπλέκει τα συμφέροντα δύο διαγαλαξιακών πολυεθνικών που εκμεταλλεύονται ορυκτά πλανητών και βρίσκονται σε ανοιχτό πόλεμο μεταξύ τους, με τις μοίρες των ηρώων, που είναι σκληρά εργαζόμενοι στο "Φεγγάρι 44" και, δίχως να το ξέρουν, πρόκειται να δεχτούν άγρια επίθεση από την μία εταιρία. Οι εργαζόμενοι αποτελούνται από πιτσιρικάδες τεχνικούς και σκληροτάχηλους βαρυποινίτες που δέχονται την απάνθρωπη δουλειά εκεί με αντάλλαγμα την ελευθερία τους. Ανάμεσά τους και ένας πράκτορας της μιας εταιρίας, που πάει εκεί για να δει τι ακριβώς συμβαίνει στο φεγγάρι αυτό, όπου διάφορα πανάκριβα σκάφη εξαφανίζονται. Μεγάλο μέρος του φιλμ διαδραματίζεται στις εγκαταστάσεις της εταιρίας, που λίγο διαφέρουν από κανονική φυλακή, ενώ το υπόλοιπο είναι οι κλασικές μάχες με σκάφη, οι κλασικές ηρωικές πράξεις με τις αναπόφευκτες στιγμές αυτοθυσίας και όλα τα σχετικά. Ίσως το πρώτο μέρος να έχει (σχετικά) κάπως μεγαλύτρο ενδιαφέρον.
Σχηματική ταινία, δίχως ιδιαίτερες πρωτοτυπίες, ίσως διασκεδάσει κάπως τους φανατικούς των περιπετειών - και δη των διαστημικών - εμένα πάντως ελάχιστα μου είπε. Και νομίζω ότι γίνεται και αρκετά αστεία όταν παρουσιάζει τον ήρωα, που υποτίθεται ότι είναι κι αυτός κατάδικος και προσπαθεί να καμουφλαριστεί και να περάσει απαρατήρητος, να ξεχωρίζει από την πρώτη στιγμή σαν τη μύγα μεσ' το γάλα, καθώς, ανάμεσα σε σβατρσενεγκεροειδή κτήνη, αυτός διαβάζει ατάραχος βιβλία (Σέξπιρ μάλιστα και άλλα κλασικά)καπνίζοντας. Και τα γέλια γίνονται ακράτητα όταν μαθαίνουμε ότι το όνειρό του είναι να σπάσει το συμβόλαιό του με την εταιρία για να σπουδάσει ανενόχλητος... κλασική φιλολογία. Φανταστείτε δηλαδή τον Σβαρτσενεγκερ στα διαλείμματα μιας γκαγκαν περιπέτειας, να βγάζει από τον πολεμικό του σάκο ένα βιβλιαράκι και να διαβάζει ποιήση... Όσο για τους κακούς και τους προδότες, αυτοί έχουν ήδη αποκαλυφτεί κάπου στα μισά της ταινίας.
 Κάτι τέτοια βλέπει ο κόσμος και αποκτά κακή γνώμη για το είδος της επιστημονικής φαντασίας.
 Τέλος πάντων, θα τελειώσω λέγοντας ότι τον ρόλο του "κακού" διοικητή της βάσης του "Moon 44" παίζει ένας παρηκμασμένος και ήρωας όλο και χειρότερων ταινιών Μάλκολμ Μακ Ντόουελ.

Κυριακή, Απριλίου 22, 2012

Ο ΣΟΥΠΕΡ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΕΤΑ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Ο "Σούπερ Δημήτριος" (2011) είναι πριν από οτιδήποτε άλλο μια ταινία καθαρού χαβαλέ. Σκηνοθέτης είναι ο Γιώργος Παπαϊωάννου, στην ουσία όμως είναι δουλειά μιας κεφάτης παρέας. Εκ Θεσσαλονίκης φυσικά. Γιατί η όλη πλάκα κυρίως αφορά τη Θεσσαλονίκη.
Πρόκειται βέβαια για παρωδία του σουπερ-ηρωικού είδους. Ο Σούπερ Δημήτριος τη μέρα είναι ένας άσημος δημοσιογραφίσκος, διαθέτει υπερδυνάμεις, φορά την κλασική μπέρτα, πετά στον ουρανό, και προστατεύει τους κάτοικους της αγαπημένης του πόλης από κάθε λογής κακό: Από τη... μείωση των συντάξεων έως από τα κακά που εξαπολύει εναντίον τους ο υπερ Κακός Φ.Ρομ, που φορά πορτοκαλί μπέρτα με... σημαία Σκοπίων στο στήθος και, χάρη στην υπερτεχνολογία που έχει στη διάθεσή του, μετατρέπει τον Λευκό Πύργο, το σύμβολο της πόλης, σε... Ας μη σας αποκαλύψω όμως σε τι, αν και αποκαλύπτεται στο πρώτο 20λεπτο του φιλμ, γιατί έχει πολύ πλάκα...
Όπως καταλάβατε, στο στόχαστρο του Παπαϊωάννου και της παρέας του μπαίνουν όλα τα στερεότυπα της συμπρωτεύουσας. Η χαλαρότητα, ο γύρος, ο φραπές, ο ΜΠΑΟΚ και ο Άρης, ο άγιος Δημήτρης, οι δημοτικές αρχές, οι κάθε λογής γραφικότητές της... όλα τα κλισέ βρίσκονται εδώ. Φυσικά εκτελεσμένα με μίνιμουμ χρημάτων και εφέ που θυμίζουν Εντ Γουντ (το λέω με απόλυτα θετική διάθεση, γιατί ακριβώς τα κακά εφέ προσθέτουν στην πλάκα του όλου πράγματος). Το κακό είναι ότι και σεναριακά η ταινία είναι πρόχειρη. Βρισκόμαστε μπροστά σε τυπική περίπτωση φιλμ που, ενώ διαθέτει πολύ καλή ιδέα (για μένα κάθε παρωδία του συγκεκριμένου είδους είναι ευπρόσδεκτη), είναι μέτρια φτιαγμένο. Το χιούμορ συχνά επαναλαμβάνεται και ενίοτε κουράζει, κάπου γίνεται χοντρό και δεν βγάζει το γέλιο που θα όφειλε, η διάρκεια είναι μάλλον μεγαλύτερη αυτής που θα ταίριαζε, οι ηθοποιίες κακές (το τελευταίο δεν πειράζει και τόσο, αφού συμβάλλει στην πλάκα) κλπ. Σε γενικές γραμμές δηλαδή νομίζω ότι χάθηκε μια πολύ καλή ευκαιρία για κάτι πραγματικά ξεκαρδιστικό.
Πάντως και μεμονωμένες καλές φάσεις υπάρχουν, και ξεκαρδιστικές στιγμές και (το είπαμε) μερικές πολύ καλές ιδέες. Οπότε, παρά το συνολικά άνισο αποτέλεσμα, θα διασκεδάσετε αρκετά. Και, στο κάτω - κάτω, η ταινία κάθε άλλο παρά παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά. Νομίζω ότι χρειάζονται τέτοιες προσπάθειες στο ελληνικό σινεμά και για μένα είναι ευπρόσδεκτες. Μακάρι να ήταν και κάπως πιο σπιρτόζικο το χιούμορ και η εκτέλεση (πάντα στα πλαίσια του περίπου ανύπαρκτου budget φυσικά).

Παρασκευή, Απριλίου 20, 2012

Η ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΗ ΓΕΛΟΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ "ΜΟΝΟΦΘΑΛΜΟΥ ΤΖΙΜΙ"

Μερικές φορές το ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά μπορεί να γίνει πραγματικά αστείο. Το 1994 ο άγνωστος (έχει γυρίσει μόλις τρεις ταινίες)
Sam Henry Kass κάνει το "The Search of One-Eye Jimmy", μια ταινία στα χνάρια του σινεμά του Kevin Smith. Ουσιαστικά μια πάμφτηνη, παρεϊστικη ταινία, την οποία όμως βρήκα πολύ διασκεδαστική. Στην οποία μάλιστα παίζουν μαζεμένοι διάφοροι καλτ αστέρες του χώρου (και όχι μόνο), όπως ο Στιβ Μπουσέμι, ο Τζον Τορτούρο, ο Σάμουελ Τζάκσον και ο Σαμ Ρόκγουελ - μερικοί σε πραγματικά εξωφρενικούς ρόλους με κορυφαίο, κατά τη γνώμη μου, αυτόν τον Τορτούρο.
Ένας νεαρός σκηνοθέτης, συνοδευόμενος μόνιμα από τον αμίλητο οπερατέρ του, που δεν είναι άλλος από τον σκηνοθέτη Lotz Kerrigan, πάει στη μάλλον εξαθλιωμένη γειτονιά όπου γεννήθηκε για να κάνει ένα ντοκιμαντέρ γι΄ αυτή. Εκεί, παίρνοντας συνεντεύξεις από διάφορους απίθανους τύπους, πληροφορείται την εξαφάνιση του Μονόφθαλμου Τζίμι, ενός από τρία ανεκδιήγητα αδέλφια, γόνων μιας εξ ίσου ανεκδιήγητης οικογένειας και αποφασίζει να μετατρέψει την ταινία του σε μια ταινία γι' αυτόν και το μυστήριο της εξαφάνισής του.
Ουσιαστικά πρόκειται για μια αληθινή "πινακοθήκη ηλιθίων" ή, τέλος πάντων, για μια πινακοθήκη απίθανων τύπων, στα όρια της φτώχιας και της αθλιότητας οι περισσότεροι, που ζουν στη γειτονιά. Το χιούμορ είναι πανταχού παρόν, οι βιτριολικές ατάκες το ίδιο και γενικά η πλάκα δεν σταματά. Σας προειδοποιώ όμως: Μην ψάξετε για κανένα φοβερό στόρι, για απίθανες ανατροπές, μυστήρια και άλλα τέτοια. Καμία σχέση. Η ταινία εξαντλείται σε διάφορες σκόρπιες φάσεις, ατάκες και βέβαια τους απίθανους χαρακτήρες. Και, φυσικά, κάνει focus στην πανταχού παρούσα ηλιθιότητα. Δεν πρόκειται νομιζω για χιούμορ (και ταινία γενικότερα) για πολλούς, προσωπικά όμως, ξαναλέω, το καταδιασκέδασα.
Εκτός των άλλων πάντως, κάτω από όλη αυτή τη γελοιότητα, δεν μπόρεσα να μην κάνω κάποιες μελαγχολικές σκέψειες: Γιατί όλοι αυτοί οι τύποι είναι τόσο ηλίθιοι, τόσο γελοίοι; Γιατί δεν έχουν το παραμικρό ενδιαφέρον στη ζωή, ούτε έχουν "στον ήλιο μοίρα"; Και είναι τυχαίο το ότι και το αστικό τοπίο εκεί είναι άθλιο; Άσχημο, μίζερο, που διαλαλεί από μακριά τη φτώχεια του; Μικροαπατεώνες, τρελοί ή μισότρελοι, άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι και κάθε λογής άλλοι συνθέτουν έναν κόσμο που, δυστυχώς, υπάρχει και ζει ανάμεσά μας και στην Αμερική, τη χώρα των τρομερών αντιθέσεων, ακόμα περισσότερο. Αν δεν υπήρχε το χιούμορ και η χαβαλετζίδικη διάθεση, η ταινία θα ήταν πραγματικά σπαρακτική, καθώς καταγράφει ένα συμπαθητικό συχνά, πλην όμως εξαιρετικά υποβαθμισμένο περιθώριο.

Τετάρτη, Απριλίου 18, 2012

"ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ" ΚΑΙ Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΘΝΗΤΟΤΗΤΑΣ



O Wim Wenders γυρίζει «Τα Φτερά του Έρωτα» το 1987. Για
πολλούς θεωρείται μια από τις καλύτερες, αν όχι η καλύτερη ταινία του. Σε γενικές γραμμές συμφωνώ (όχι η καλυτερη, αλλά μία από), αν και κάποιες αντιρρήσεις υπάρχουν. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή:
Η ταινία μιλά για αγγέλους που βρίσκονται στη γη, ανάμεσά μας, αόρατοι, οι οποίοι παρακολουθούν τους ανθρώπους στις καθημερινές πράξεις τους, τους συμπαθούν, συμπάσχουν μαζί τους, αλλά δεν μπορούν να επέμβουν αλλάζοντας κάτι υπέρ τους. Ένας απ’ αυτούς, έχοντας ίσως ένα μεγαλύτερο «απόθεμα» συμπάθειας, ποθεί διακαώς να θυσιάσει την αιωνιότητα, την αθανασία του, τη ζωή του σαν καθαρό πνεύμα, και να γίνει κι αυτός άνθρωπος, για να βιώσει τον υλικό κόσμο και να νοιώσει τα συναισθήματα των ανθρώπων, θετικά ή αρνητικά. Ο έρωτας για μια (θνητή προφανώς) γυναίκα θα επιταχύνει την απόφασή του.
Μπορούμε να διαβάσουμε το φιλμ σε δύο επίπεδα (ίσως και σε περισσότερα, αλλά αυτά διακρίνω προσωπικά). Από τη μία υπάρχει η αγάπη για τη ζωή. Τη ζωή όπως ακριβώς είναι, όπως τη βιώνουμε καθημερινά. Με τις χαρές, τον πόνο που αναπόφευκτα
περιέχει, τα κομμάτια ευτυχίας ή δυστυχίας, τον έρωτα ή την αρρώστια, τις
υλικές απολαύσεις, αυτές που μας δίνουν οι αισθήσεις μας, τον χρόνο που κυλά
και την αγωνία για το τέλος που έρχεται αναπόφευκτα, όλα όσα περιέχει η
θνητότητα δηλαδή. Κάθε τι ανθρώπινο, κάθε ιστορία ζωής, είναι ιερή, έχει την
ίδια αξία, αξίζει να βιωθεί. Όλα, θετικά ή αρνητικά, αξίζει κανείς να τα ζήσει.
Αυτό είναι άλλωστε η ζωή στην ολότητά της, αυτή είναι η πραγματικότητα, και την πραγματικότητα πρέπει κανείς να τη ζήσει.
Από την άλλη, η ταινία μπορεί να ειδωθεί σαν μια ελεγεία για το Βερολίνο (ο πρωτότυπος τίτλος άλλωστε είναι "Φτερά πάνω από το Βερολίνο"). Ο Βέντερς μοιάζει να αγαπά την πόλη αυτή, να την κινηματογραφεί με πόθο θα έλεγε κανείς, να καταγράφει τη ζωή, τους δρόμους, τους ανθρώπους της. Σα να βλέπουμε μια ερωτική εξομολόγηση σε μια πόλη. Σ’ αυτό κρύβεται και ένα ιστορικής φύσης ντοκουμέντο: Η ταινία γυρίστηκε πριν πέσει το περίφημο τοίχος που διχοτομούσε την πόλη. Αν έχετε επισκεφτεί το Βερολίνο μετά, θα δείτε στην ταινία μια εντελώς διαφορετική πόλη, μια πόλη διχασμένη, που θυμάται με νοσταλγία το ενοποιημένο παρελθόν της. Οι εικόνες της περιοχής του τοίχους, ασπρόμαυρες όπως το μεγαλύτερο μέρος του
φιλμ, είναι αποκαλυπτικές. Άλλωστε σήμερα το Βερολίνο είναι αναμφισβήτητα η ευρωπαϊκή πόλη που αλλάζει με τους πλέον ραγδαίους ρυθμούς, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη. Έτσι, άθελά του ίσως, ο Βέντερς καταγράφει ένα ιστορικό ντοκουμέντο.
Αυτό που με απωθεί κάπως στην σημαντική αυτή ταινία είναι ο συνεχής off ποιητικός λόγος του Πέτερ Χάντκε, του γνωστού συγγραφέα και σεναριογράφου της. Προσωπικά το βρίσκω κάτι σαν ποιητική φλυαρία, που προσωπικά με κουράζει. Άλλωστε το νόημα των εικόνων που βλέπουμε
είναι σαφές. Ξέρω ότι η άποψή μου αυτή μπορεί για κάποιους να αποτελεί
«ιεροσυλία». Γνωρίζω ανθρώπους που αγαπούν την ποιητική γραφή του συγγραφέα
αυτού. Τι να κάνουμε όμως; Δεχτείτε το – ή απορρίψτε το – ως μια καθαρά
προσωπική άποψη.
Σε γενικές γραμμές τα «Φτερά» παραμένουν νομίζω μια σημαντική ταινία. Η οποία,
εκτός όλων των άλλων, περιέχει και δύο καλτ στοιχεία: τη ζωντανή εμφάνιση του
Νικ Κέιβ σε βερολινέζικο κλαμπ της εποχής (είναι γνωστή η αγάπη του Βέντερς για
το ροκ) και τη χρησιμοποίηση σε χαρακτηριστικό ρόλο του Πίτερ Φολκ, ο οποίος
παίζει τον εαυτό του, την εποχή μάλιστα που πρωταγωνιστούσε στο σίριαλ με ήρωα
τον ντετέκτιβ Κολόμπο (είναι εξ ίσου γνωστή η αγάπη του σκηνοθέτη για το
κλασικό αμερικάνικο σινεμά, κι ας κάνει ο ίδιος εντελώς διαφορετικό κινηματογράφο).
Τα «Φτερά» πάντως είναι ίσως η τελευταία σημαντική ταινία του Βένερς, ενός
δημιουργού που στη συνέχεια – εκτός ελαχίστων σποραδικών εξαιρέσεων – παρήκμασε
ανεπανόρθωτα.

Τρίτη, Απριλίου 17, 2012

Η ΑΦΟΡΗΤΗ ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΡΩΤΟΤΥΠΙΑΣ ΤΟΥ "WILLOW"

Όταν ο Ron Howard (ένας σκηνοθέτης που, εκτός από το "Frost/Nixon", αντιπαθώ), γύρισε το Willow το 1988, η ταινία μου είχε κάνει σχετική εντύπωση. Δεν υπήρχε ακόμα το «Lord of the Rings” και γενικά το fantasy στο σινεμά δεν ήταν ακόμα ένα μάλλον κορεσμένο είδος. Ξαναβλέποντας το φιλμ σήμερα, μπορώ να πω ότι δεν με εντυπωσιάζει πια τόσο. Αντίθετα, το βρίσκω απόλυτα προβλέψιμο στα περισσότερα στοιχεία του. Ο άγριος και απατεώνας βάρβαρος, που κατά βάθος είναι «καλός», οι απόλυτα ξεκάθαροι ρόλοι καλών – κακών, το εντελώς σίγουρο θετικό φινάλε… όλα συνάδουν σε κάτι που είναι φτιαγμένο δίχως την παραμικρή πρωτοτυπία. Ακόμα και το χιούμορ που διανθίζει την ταινία είναι όπως ακριβώς αναμένουμε να είναι. Αυτό που είναι εντυπωσιακό όμως είναι η ομοιότητά του με το προαναφερθέν «Lord of the Rings”. Στην ουσία πρόκειται για μια παραλλαγή του μύθου του κλασικού βιβλίουτου Τόλκιν, του κλασικότερου βέβαια της λογοτεχνίας του είδους: Μια αποστολή ζωής ή θανάτου βρίσκεται στο κέντρο του μύθου (εκεί είναι το περίφημο δαχτυλίδι, εδώ ένα μωρό που θα λυτρώσει τον κόσμο από το κακό), ένας άσημος και καθόλου ήρωας «κουβαλητής» του επικίνδυνου φορτίου (ο οποίος, σημειωτέον, ανήκει κι αυτός σε φυλή νανοειδών όντων, όπως ακριβώς ο Φρόντο είναι χόμπιτ), ένας ισχυρός προστάτης, ακούσιος και συχνά απρόθυμος εδώ, ο οποίος ωστόσο έχει ουσιαστικά τη θέση του Αραγκόρν, η ύπαρξη του απόλυτου κακού, εδώ με τη μορφή κακιάς βασίλισσας, η διαρκής νοσταλγία του ήρωα για το χωριό του και ο διακαής πόθος επιστροφής σ' αυτό … τέτοια πρωτότυπα πράγματα… Σημειωτέον ότι η ιστορία είναι του Τζορτζ Λούκας, που πάντα ήξερε πολύ καλά να κάνει copy/pasre, εδώ όμως νομίζω ότι το παρακάνει. ΟΚ, θα μου πείτε. Όλα αυτά είναι κάποιες παρατηρήσεις και έχουν ίσως κάποια αξία, είναι όμως ευχάριστη η ταινία; Παρακολουθείται με αγωνία, κρατά τον θεατή, εφόσον αυτό είναι το ζητούμενο σε ένα τέτοιο φιλμ; Σχετικά, θα ήταν η απάντησή μου. Εντάξει, βλέπεται αρκετά ευχάριστα, παρά τα τόσα κλισέ, τίποτα το σπουδαίο όμως. Και βέβαια δεν πρόκειται για κανένα σπουδαίο φιλμ, ώστε να μπεις στον κόπο να το «τοποθετήσεις τα πλαίσια της εποχής του» και να το χαρακτηρίσεις κάτι σαν πρόδρομο. Οπότε, αν θέλετε μια ανώδυνη και, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, σχετικά χαλαρή διασκέδαση, δείτε το. Δίχως να περιμένετε όμως κάτι σπουδαίο. Να θυμάστε προπάντων ότι όλα αυτά τα έχετε ξαναδεί πολλές φορές.

Τρίτη, Απριλίου 10, 2012

ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΣΤΙΣ "ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ"

Ο γάλλος Michel Ocelot είναι από τους πιο αξιόλογους σύγχρονους δημιουργούς animation. Στις δύο ταινίες του που έχουν παιχτεί στους ελληνικούς κινηματογράφους, το "Κιρίκου" και το "Αζούρ και Ασμάρ", το βάρος πέφτει περισότερο στην εικόνα παρά στην ιστορία. Και όταν στον Ocelot μιλάμε για εικόνα, ουσιαστιά εννοούμε χρώμα: Χρησιμοποιεί πλουσιότατα, εκτυφλωτικά χρώματα, που πραγματικά μαγεύουν. Η τέχνη του στηρίζεται, νομίζω, στην εντυπωσιακή χρήση του χρώματος. Το 2011 γυρίζει το "Les Contes de la Nuit" (Ιστορίες της Νύχτας), όπου τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είνα διαφορετικά. Πρόκειται στην ουσία για μια παιδική ταινία, που παρακολουθείται άνετα και από μεγάλους λόγω ακριβώς του εντυπωσιακού εικαστικού της μέρους. Το φιλμ είναι σπονδυλωτό. Δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, με την καθοδήγηση ενός ενήλικα (δάσκαλου; σκηνοθέτη;) υποδύονται μια σειρά από ρόλους, καθώς γίνονται πρωταγωνιστές σε μια σειρά από παραμύθια. Τα παραμύθια που χρησιμοποιεί ο Ocelot (δεν ξέρω αν είναι δικά του ή προϋπάρχοντα παραμύθια, μάλλον το δεύτερο), προέρχονται από όλο τον κόσμο και όλες τις εποχές. Από την Άπω Ανατολή, την Αφρική, τη μεσαιωνική Ευρώπη (μια ιστορία με λυκάνθρωπο), την Κεντρική Αμερική, τη Μέση Ανατολή κλπ. Τα περισσότερα περιέχουν κάποια ηθικά διδάγματα και αρκετά έχουν χιούμορ ή και κάποιο ανατρεπτικό εύρημα. Όταν η κάθε ιστορία τελειώσει, τα παιδιά ψάχνουν στη βιβλιοθήκη του δασκάλου τους μέχρι να εντοπίσουν την επόμενη ιστορία, στην οποία, αφού ντυθούν με τα κατάλληλα κοστούμια, πρωταγωνιστούν. Ολόκληρη η εικόνα του φιλμ είναι μια ξεκάθαρη αναφορά στον κλασικό "Πρίγκηπα Αχμέτ" της Reininger, το περίφημο γερμανικό animation της δεκαετίας του 20. Όπως και σ' αυτό, όλες οι ζωντανές φιγούρες (άνθρωποι, ζώα, τέρατα κλπ.) είναι μαύρες "σιλουέτες", κάτι σαν θέατρο σκιών με κατάμαυρες όμως φιγούρες. Εκεί όμως που η γερμανίδα σκηνοθέτης χρησιμοποιούσε μονοχρωμίες που άλλαζαν διαρκώς, στα περιβάλλοντα δηλαδή, τα φόντα, η φαντασία του Οcelot οργιάζει, και μαζί και η χρωματική πανδαισία. Έτσι βλέπουμε να ξετυλίγονται διαρκώς μπροστά μας εντυπωσιακά μοτίβα, διακοσμητικά μερικές φορές, με εκτυφλωτικά ενίοτε χρώματα. Όλο το βάρος πέφτει λοιπόν στα περιβάλλοντα (φυσικά ή τεχνητά), κόντρα στα οποία κινούνται και δρουν οι μαυρες σιλουέτες των ηρώων. Όπως ξαναείπα, το αποτέλεσμα είναι οπτικά εντυπωσιακό. Σας είπα ότι πρόκειται για παιδικό φιλμ. Θα το συνιστούσα όμως και σε οποιονδήποτε ενήλικα ακριβώς για το θαυμάσιο οπτικό του μέρος. ΥΓ: Η ταινία στη Γαλλία παίζεται και σε 3D.

Δευτέρα, Απριλίου 09, 2012

ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟς ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟ "TRANSFER"

Ο Damir Lukacevic είναι κροάτης, αλλά ζει και δουλεύει στη Γερμανία. Το "Transfer" που γύρισε το 2010 είναι μια καθαρά γερμανική ταινία. Και είναι ένα αξιόλογο κατά τη γνώμη μου δείγμα "σκεπτόμενης" επιστημονικής φαντασίας. Στο κοντινό μέλλον ο εγκέφαλος, οι μνήμες και η όλη προσωπικότητα ενός ανθρώπου μπορεί να μεταφερθεί σε ένα νέο σώμα όταν αυτός γεράσει, καθιστώντας τους ανθρώπους πρακτικά αθάνατους. Όλους τους ανθρώπους; Όχι βέβαια. Μόνο τους πολύ πλούσιους, που μπορούν να πληρώσουν για μια τέτοια επέμβαση. Τα νεαρά και υγιή σώματα τα οποία "αγοράζουν" οι δυτικοί πλούσιοι, προσφέρονται οικειοθελώς από νεαρούς τριτοκοσμικούς, με αντάλλαγμα ένα χρηματικό ποσό που θα σώσει τις οικογένειές τους στις μακρινές πατρίδες τους. Υπάρχει όμως μια "λεπτομέρεια" (γι' αυτό άλλωστε οι παρίες του πλανήτη δέχονται την προσφορά): Η προσωπικότητα του κανονικού κατόχου του σώματος δεν μπορεί να κατασταλεί απόλυτα. Οι αληθινοί ιδιοκτήτες (οι πρώην θα λέγαμε) ανακτούν τη συνείδησή τους, "ξυπνούν", κατά τη διάρκεια του ύπνου των νέων κατόχων, για 4 περίπου ώρες. Ουσιαστικά δηλαδή οι άνθρωποι αυτοί δέχονται να ζουν και να έχουν συνείδηση της ύπαρξής τους για 4 ώρες τη μέρα για την υπόλοιπη ζωή τους. Ένα πλούσιο, καλλιεργημένο και ακόμα ερωτευμένο ηλικιωμένο ζευγάρι, στα πρόθυρα του τέλους, κάνει την περίφημη "ανταλλαγή", αποκτώντας τα νεανικά και υγιέστατα σώματα δύο μαύρων (άντρα - γυναίκας φυσικά), οι οποίοι δεν γνωρίζονταν πριν. Η ιστορία αρχίζει από εδώ. Πάνω στην ενδιαφέρουσα αυτή ιδέα στήνεται η ταινία, η οποία βασικά είναι ένα δράμα με πολλά κοινωνικά σχόλια, που απλώς χρησιμοποιεί τον μανδύα της επιστημονικής φαντασίας. Κοινώς δεν υπάρχουν εφέ, εξωγήινα περιβάλλοντα ή ό,τι άλλο φαντάζεστε για τις ταινίες του είδους. Είναι αυτό ακριβώς που επανειλημμένα έχω γράψει: Δεν χρειάζονται ντε και καλά τεράστια κεφάλαια και εντυπωσιακά εφέ για να φτιάξεις μια τέτοια ταινία. Ιδέες και άποψη χρειάζονται. Το φιλμ περιέχει μια γερή δόση κοινωνικοπολιτικού σχολιασμού, καθώς και νύξεις για τον ρατσισμό, την ανισότητα, που είναι ίσως το βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης κοινωνίας, τον τρόπο που ο δυτικός άνθρωπος βλέπει τον "πρωτόγονο" συνάνθρωπό του (ένα κράμα θαυμασμού, ζήλειας και φόβου θα έλεγα) και βέβαια την κυριαρχία του χρήματος, που εδώ μπορεί πλέον να αγοράσει ακόμα και την αθανασία. Και, φυσικά, ο όλος συμβολισμός με τον γερασμένο δυτικό που αμομυζεί τη ζωντάνια και το σφρίγος του υγιούς "πρωτόγονου" είναι σαφής. Η δράση είναι ίσως αργή, αλλά μου κράτησε το αρκετά ενδιαφέρον. Θεωρώ καλό σημείο ότι οι γηραιοί πλούσιοι δεν είναι τα άπληστα καθίκια που εκμεταλλεύονται τους δύστυχους μαύρους. Είναι μάλλον καλωσυνάτοι, καλλιεργημένοι άνθρωποι, ερωτευμένοι σ' όλη τους τη ζωή, που κάποια στιγμή, στα πρόθυρα του θανάτου, αποφασίζουν - μετά πολλούς δισταγμούς - να κάνουν το μεγάλο βήμα. Εκεί βρίσκεται το ζουμί. Όχι δηλαδή στο σχηματικό δίπολο αθώου/καλού - αρπακτικού/κακού, αλλά σε κάτι ενδιάμεσο, που βρίσκεται πιο κοντά στην καθημερινότητά μας. Δεν θεωρώ σε καμιά περίπτωση την ταινία αριστούργημα, ωστόσο με συγκίνησε αρκετά με τον προβληματισμό και την καλή σεναριακή της ιδέα. Και, το είπαμε άπειρες φορές, το σινεμά του φανταστικού μπορεί κάλλιστα να είναι και σκεπτόμενο.

Σάββατο, Απριλίου 07, 2012

"ΟΙ ΑΘΙΚΤΟΙ" ΚΑΙ Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ... ΜΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΡΘΟΤΗΤΑΣ

Ένας πλούσιος αριστοκράτης τετραπληγικός, ανάπηρος από το λαιμό και κάτω, και ένας εξωστρεφής, αμόρφωτος μαύρος από τα γκέτο του Παρισιού, που προσλαμβάνεται σαν βοηθός / νοσοκόμος του, κι όλο αυτό να είναι μια ξεκαρδιστική ενίοτε κωμωδία; Ακούγεται απίστευτο, αλλά αυτό συμβαίνει στην τρίτη μεγαλύτερη επιτυχία όλων των εποχών στη Γαλλία: Οι "Άθικτοι" (Intouchables) των Olivier Nakache και Eric Toledano, με ήρωα έναν ανάπηρο, επαναλαμβάνω, είναι ούτε λίγο ούτε πολύ μια από τις πιο feel good ταινίες των τελευταίων χρόνων! Πώς γίνεται αυτό; Δεν έχετε παρά να το δείτε για να το πιστέψετε. Κατ' αρχάς το φιλμ σε πείθει απόλυτα για την επιλογή του νεαρού "άξεστου" και δίχως πείρα μαύρου από τον καλλιεργημένο αριστοκράτη. Είναι ο μόνος που καταφέρνει να του δώσει ζωή, να τον κάνει να γελάσει, να προσθέσει χρώμα στη μονότονη ζωή του. Ο ρόλος του θυμίζει κάπως αυτόν του πάλαι ποτέ αστείου Έντι Μέρφι στο "Πολυθρόνα για Δύο", το φιλμ όμως διαθέτει περισσότερο βάθος απ' την παλιά, απλώς διασκεδαστική αυτή ταινία. Αλλά η μεγάλη επιτυχία του κατά τη γνώμη μου είναι η λεπτή ισορροπία που καταφέρνει να διατηρεί σ' όλη της τη διάρκεια ανάμεσα στο χιούμορ, στο κωμικό στοιχείο, και στην τρυφερότητα, τη συγκίνηση. Ο θεατής ταυτίζεται και συμπάσχει και με τους δύο ήρωες - οι οποίοι είναι και πολύ καλοί ηθοποιοί σημειωτέον. Και όλα αυτά δίνονται με αφοπλιστική απλότητα, περνώντας άμεσα μηνύματα ανθρωπιάς και αγάπης για τη ζωή δίχως το παραμικρό ίχνος κηρύγματος. Και φτάνουμε στον τομέα του χιούμορ. Ούτε λίγο ούτε πολύ έχουμε να κάνουμε με ρεσιτάλ μη πολιτικώς ορθού χιούμορ. Ο νεαρός κάνει αδίστακτα πλάκα με τον ανάπηρο εργοδότη του, φτάνει να λέει και "κακά" αστεία με ανάπηρους μέσα στο αυθορμητισμό και την έλλεψη τακτ που τον διακρίνει. Είναι απίστευτο το ότι όλα αυτά είναι τόσο καλά ενταγμένα στην όλη κατασκευή του φιλμ, τοσο ενσωματωμένα στη συνολική τρυφερότητα που το διαπνέει, ώστε καταφέρνουν να μην ενοχλούν καθόλου, ίσα - ίσα γίνονται διασκεδαστικά, καθώς και ο αποδέκτης τους διασκεδάζει μ' αυτά. Κάνοντας μάλιστα και ένα μικρό "γκάλοπ" διαπίστωσα ότι κανέναν δεν ενόχλησαν. Γι' αυτό θα επαναλάβω αυτό που είπα στην αρχή: Πρέπει να το δείτε για να πιστέψετε το πώς κάτι τόσο "μη πολιτικώς ορθό" καταφέρνει να μην ενοχλεί. Δίκαια κατά τη γνώμη μου λοιπόν η επιτυχία του και αξιοθαύμαστο το πώς οι δύο σκηνοθέτες και σεναριογράφοι καταφέρνουν να αγγίξουν τόσο δύσκολα και "επικίνδυνα" στο χειρισμό τους θέματα και να βγάλουν κάτι τόσο διασκεδαστικό και τρυφερό ταυτόχρονα. ΥΓ: Το φιλμ βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Μόνο που ο γάλλος μαύρος στην πραματικότητα είναι αλγερινός. Οι αληθινοί ήρωες δείχνονται στο τέλος του φιλμ. Όχι πως αυτό έχει μεγάλη σημασία για την ταινία, απλώς το αναφέρω για να δείξω ότι μερικές φορές απίστευτα πράγματα συμβαίνουν και εκτός οθόνης.

Τετάρτη, Απριλίου 04, 2012

ΤΟ (ΛΟΒΚΡΑΦΤΙΚΟ) ΧΡΩΜΑ ΠΟΥ ΗΡΘΕ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ

Θα πω από την πρώτη στιγμή ότι στο SFF-Rated (Φεστιβάλ Φανταστικού) του 2012 στην Αθήνα το "Die Farbe" (Το Χρώμα) ήταν η ταινία που κέρδισε το βραβείο (;) διχογνωμίας κοινού. Ήταν δηλαδή αυτή που συγκέντρωσε τις πιο διαφορετικές μεταξύ τους απόψεις: Από πολύ καλό έως κακό! Το φιλμ γυρίστηκε το 2010 από τον βιετναμέζικης καταγωγής Huan Vu, που ζει στη Γερμανία και είναι μια καθαρά γερμανική παραγωγή. Μεταφέρει στην οθόνη το διήγημα του Lovecraft "Το Χρώμα που ήρθε απ΄το Διάστημα" και, όπως συμβαίνει με τις σοβαρές απόπειρες μεταφοράς λοβκραφτικού έργου στο σινεμά τα τελευταία χρόνια, είναι ασπρόμαυρο. Ο λόγος του διχασμού είναι σαφής. Η ταινία είναι αργή, η δράση εξελίσσεται - χτίζεται θα έλεγα - μεθοδικά. Ωστόσο για μένα, που συγκαταλέγομαι στους υποστηρικτές της, ακριβώς αυτοί οι ασπρόμαυροι, αργοί ρυθμοί, συνετέλεσαν στη δημιουργία ατμόσφαιρας που βρήκα υποβλητική. Η παρακμή της άτυχης οικογένειας εξ αιτίας ενός "εξώτερου" κακού είναι αργή και σταθερή, όπως όντως συμβαίνει συνήθως με κάθε παρακμή. Όχι, δεν τρόμαξα, αν αυτό είναι το ζητούμενο, μπήκα όμως στο όλο κλίμα που επιχείρησε να δώσει ο σκηνοθέτης. Τα γεγονότα έχουν μεταφερθεί μερικές δεκαετίες μετά την εποχή για την οποία γράφει ο Lovecraft και στην Ευρώπη, αντί της Αμερικής. Η "σύγχρονη" δράση μεταφέρεται κάπου στη δεκαετία του 70 στη Γερμανία, ενώ η διήγηση από το παρελθόν του αφηγητή λίγο πριν και αμέσως μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο. Ωστόσο οι χωροχρονικές αυτές αλλαγές δεν νομίζω ότι έβλαψαν στο παραμικρό την ατμόσφαιρα, η οποία, όπως είπα, ήταν μάλλον το βασικό ζητούμενο του δημιουργού. Έτσι θεωρώ ότι το φιλμ έμεινε πιστό στο λοβκραφτικό πνεύμα και αποτελεί για μένα έναν ακόμα κρίκο στην αλυσίδα των ατμοσφαιρικών λοβκραφτικών μεταφορών που ξεκίνησε στις ΗΠΑ η ομάδα των Lovecraft Historical Society, κι ας μην ανήκει φυσικά ο Huan Vu στην ομάδα αυτή. Γενικά νομίζω ότι ή θα σας αρέσει πολύ και θα σας βάλει στην παρακμιακή του ατμόσφαιρα ή θα σας κουράσει. Είναι θέμα γούστου.
ΥΓ: Για την ιστορία αναφέρω ότι το συγκεκριμένο διήγημα είναι από τα λίγα του συγγραφέα που μπορούν να θεωρηθούν ότι ανήκουν καθαρά στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας, άσχετα αν περιέχει - αλοίμονο άλλωστε αν δεν περιείχε - στοιχεία τρόμου.

Τρίτη, Απριλίου 03, 2012

Η ΕΪΜΙ ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ

Στα 1997 ο Kevin Smith γυρίζει την τρίτη ταινία του, το "Chasing Amy" ("Κυνηγώντας την Έιμι"), ταινία που μου αρέσει σχεδόν όσο και το περίφημο ντεμπούτο του "Clerks". Στο φιλμ αυτό, όπως και σε αρκετά από τα υπόλοιπά του, ο Smith κινείται σε ένα κοινό σύμπαν που ο ίδιος έχει δημιουργήσει, χρησιμοποιώντας συχνά ίδιους χαρακτήρες και κάνοντας αρκετές αναφορές σε πρόσωπα ή γεγονότα που συνέβησαν σε προηγούμενες ταινίες του, πράγμα που βρίσκω έξυπνο και ενδιαφέρον, καθώς πιάνω τον εαυτό μου να προσπαθεί να θυμηθεί πού ακριβώς αναφέρεται κάποια ατάκα. Φυσικά, εννοείται, κι αν κάποιος δεν έχει δει τις άλλες ταινίες του, το κάθε φιλμ λειτουργεί δίχως κανένα πρόβλημα, αυτόνομα. Εδώ λοιπόν ήρωες είναι δύο φίλοι και συνεργάτες, που κάνουν μαζί μια πετυχημένη σειρά κόμικς. Η μακρόχρονη φιλική και επαγγελματική τους σχέση θα κλονιστεί όταν στη ζωή του ενός θα εμφανιστεί η Έιμι, την οποία θα ερωτευτεί σχεδόν κεραυνοβόλα. Η Έιμι όμως κρύβει κι αυτή τα δικά της μυστικά... Στις μεγάλες αρετές της ταινίας συγκαταλέγεται φυσικά το χιούμορ του δημιουργού αυτού, που αποτελεί σήμα κατατεθέν του. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και οι εξαιρετικοί χαρακτήρες που επινοεί, είναι και οι πετυχημένες "καταδύσεις" σε μικρόκοσμους, με τα προβλήματα, τις ιδιαίτερες συζητήσεις τους, το στιλ, το κλίμα τους εν γένει. Εδώ πρόκειται για τον μικρόκοσμο των κόμικς. Οι δημιουργοί, οι βαρεμένοι φανς, τα comics events με την τρέλα τους, οι εκδότες... Όλα αυτά δίνονται αστεία και αληθινά ταυτόχρονα - ο Smith άλλωστε ξέρει καλά τον χώρο, αφού κι αυτός κάνει κόμικς. Πέρα απ' όλα αυτά όμως, στην ταινία υπάρχει και έντονη τρυφερότητα, ακόμα και ρομαντισμός, ενώ οι φιλικές και, κυρίως, οι ερωτικές σχέσεις αναλύονται και σχολιάζονται έξυπνα και διεισδυτικά με τις ανασφάλειες, τα ταμπού, τις "εσωτερικές συγκρούσεις" τους, τις διαφορετικές οπτικές των δύο πλευρών. Το τέλος είναι γλυκόπικρο και δίνει έναν ιδιαίτερο ρεαλισμό στο φιλμ. Κάπως έτσι δεν συμβαίνουν τα πράγματα και στην πραγματικότητα; Βρίσκω την ταινία διασκεδαστική και ταυτόχρονα ακόμα και συγκινητική σε κάποια σημεία της. Νομίζω ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα από τα καλύτερα δείγματα του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά, από έναν από τους χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους του. Και, φυσικά, το αμίμητο ντουέτο Jay and Silent Bob, μόνιμοι χαρακτήρες του κόσμου του Kevin Smith, βρίσκεται και πάλι εδώ (με τον Silent Bob μάλιστα να μιλά περισσότερο από κάθε άλλη φορά...)

Δευτέρα, Απριλίου 02, 2012

ΟΙ "ΑΓΩΝΕΣ ΠΕΙΝΑΣ" ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΟ ΤΗΣ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ

Οι "Αγώνες Πείνας" του Gary Ross σπάνε κάθε ρεκόρ στα ταμεία και αποτελούν αναμφισβήτητα τη μεγαλύτερη εμπορική έπιτυχία του 2012. Προφανώς αποτελούν το επόμενο τεράστιο νεανικό χιτ μετά τους Χάρι Πότερ και την σάγκα των βρικολάκων του "Twilight". Προσωπικά θεωρώ την ταινία (το πρώτο μέρος τέλος πάντων όσων θα ακολουθήσουν) σοβαρότερη από τις προαναφερθείσες, με αρκετό πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο μάλιστα. ΟΚ, αλλά και πάλι δεν νομίζω ότι το θεωρώ και τίποτα σπουδαίο ή - πολύ περισσότερο - πρωτότυπο. Σε μια μελλοντική δυστοπική κοινωνία οι ταξικές διαφορές έχουν φτάσει στα απόλυτα άκρα τους. Μια σειρά από πολιτείες της Αμερικής, που παλιά είχαν εξεγερθεί ενάντια στην Πρωτεύουσα, τελούν τώρα υπό καθεστώς υποτέλειας. Εκτός της τραγικής φτώχειας και της πρωτόγονης κατάστασης που επικρατεί εκεί - κάτι σαν επιστροφή σε μια εποχή μεταξύ μεσαίωνα και 19ου αιώνα - καλούνται κάθε χρόνο να δίνουν από ένα αγόρι κι ένα κορίτσι σαν εφιαλτικό "φόρο". Οι 24 νέοι οπυ συγκεντρώνονται συνολικά αγωνίζονται μέχρι θανάτου για να αναδειχτεί ένας και μόνο νικητής/τρια, ενώ οι σύγκρουσή τους μεταδίδεται ζωντανά και αποτελεί το μεγαλύτερο υπερθέαμα για τους πλούσιους κάτοιτους της "Κάπιτολ". Κάτι σαν την παρακμή της ρμαϊκής αυτοκρατορίας δηλαδή. Η συγγραφέας των βιβλίων - και η ταινία βεβαίως - έφτιαξε ένα συνονθύλευμα από μύθους ή στοιχεία από άλλα βιβλία και ταινίες. Ο μύθος του Θησέα και του Μινώταυρου, με τον φόρο υποτέλειας των αθηναίων στο Μίνωα, έρχεται αμέσως στο μυαλό. Κυρίως όμως (ανάμεσα σε κάμποσα άλλα) το όλο πράγμα θυμίζει έντονα το γιαπωνέζικο φιλμ "Battle Royale". Ας μη μιλάμε λοιπόν για πρωτοτυπία. Τα θετικά στοιχεία για μένα είναι το σασπένς που υπάρχει και καταφέρνει να κρατήσει σε εγρήγορση το θεατή - όχι και πάλι τίποτα σπουδαίο, έχουμε δει πολύ καλύτερα τέτοια -, η καλή Τζένιφερ Λόρενς στο βασικό ρόλο και τα στοιχεία κριτικής τόσο για τις κατάφωρα άδικες ταξικές ανισότητες όσο και για τα αδίστακτα και παμφάγα media, που εμφανώς περιέχονται στο στόρι. Κάτι είναι κι αυτό σε ένα φιλμ που προορίζεται κυρίως για νεανικό - και δη αμερικάνικο - κοινό. Από την άλλη προσωπικά με ενόχλησαν κυρίως τα σεναριακά λάθη ή παραλείψεις, τα οποία μάλιστα μοιάζουν να γίνονται άνευ λόγου, λες και κανείς δεν έριξε μια δεύτερη ματιά. Συγνώμη, αλλά το φιλμ λέγεται "Αγώνες Πείνας", οι παρουσιαστές του σούπερ σόου (που κρατά μέρες) τονίζουν στην αρχή με όλους τους πιθανούς τρόπους ότι οι περισσότεροι από τους άτυχους νέους πεθαίνουν από την πείνα, τις αντίξοες καιρικές συνθήκες, την άγρια φύση, και, για παντελώς ακατανόητους λόγους, δεν βλέπουμε τίποτα απολύτως απ' όλα αυτά. Πραγματικά στο τέλος είχα μείνει άναυδος. Από τη άλλη οι χαρακτήρες είναι εντελώς ανολοκλήρωτοι. Τι ανολοκλήρωτοι δηλαδή, μερικοί δεν φαίνονται καν. Εκτός από τους δύο βασικούς πρωταγωνιστές και δυο - τρεις άλλους, δεν έχουμε δει καν ποιοι είναι οι 24 που αγωνίζονται. Κάθε λίγο εμφανίζεται για να πεθάνει κάποιος απ' αυτούς, τον οποίο βλέπουμε σχεδον για πρώτη φορά. Το μέτρημα χάνεται, οι νεκροί είναι άνευ αξίας, ανύπαρκτοι. Ούτε αυτό το καταλαβαίνω. Αφείστε που οι (προσωρινές) συμμαχίες μεταξύ τους σκάνε μύτη στα καλά καθούμενα. Άγνωστο πώς φτιάχτηκαν, ποιες ήταν οι συμφωνίες, τα ακριβώς έγινε... Ξαφνικά μαθαίνουμε ότι "αυτοί οι 8", που δεν ξέρουμε καλά - καλά ποιοι είναι, "κυνηγούν μαζί". Μπορώ να πω και πολλές άλλες σεναριακές παραλείψεις ή εξώφθαλμα λάθη, που ακριβώς είναι τόσο εξώφθαλμα, που δεν καταλαβαίνω πώς και γιατί έγιναν. Συν το μάλλον "ατσούμπαλο" και καθόλου θριαμβικό τέλος... Όλα αυτά με ενόχλησαν αρκετά, ώστε να μη μπορώ να απολαύσω το σχετικό σασπένς που έλεγα πριν, ούτε να ταυτιστώ με το βασικό χαρακτήρα (που ουσιαστικά ξέρουμε από την πρώτη στιγμή ότι θα κερδίσει), αλλά ούτε και να ευχαριστηθώ την πολιτικοκοινωνική κριτική που, παραδόξως για νεανική σειρά και αντίθετα με τις δύο που ανέφερα στην αρχή, περιέχεται εμφανώς. Μου φάνηκαν όλα αυτά πολύ πρόχειρα, πολύ εύκολα... Οπότε, όπως αντιλαμβάνεστε, δίχως να λέω ότι δεν υπάρχουν και ενδιαφέροντα στοιχεία, αδυνατώ να κατανοήσω ο απίστευτο σουξέ της ταινίας. Αλλά περί ορέξεως...

Κυριακή, Απριλίου 01, 2012

"NYDENION"... ΓΙΑ ΝΑ ΓΕΛΑΜΕ ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΥ...

Πρέπει να το δείτε για να το πιστέψετε. Εν έτει 2010 ο γερμανός Jack Moik γυρίζει την απόλυτα γερμανική ταινία "Nydenion", η οποία ούτε λίγο ούτε πολύ είναι μια κανονικότατη όπερα του διαστήματος, με μάχες διαστημοπλοίων, δράση, πλανήτες, αστεροειδείς, cyborg, καλούς και κακούς, απολυταρχικές διαγαλαξιακές αυτοκρατορίες και όλα τα σχετικά του είδους. Για να δείτε δηλαδή ότι και οι γερμανοί κάνουν τέτοια... Φυσικά το απόλυτα αναγνωρίσιμο πρότυπο είναι ο αρχικός "Πόλεμος των Άστρων". Και φυσικά πρόκειται για έναν... ανθυποΠόλεμο των Άστρων 35 χρόνια μετά. Οι χαρακτήρες είναι χάρτινοι (καλοί - κακοί, τελεία), όσα βλέπουμε τα έχουμε ξαναδεί πάμπολλες φορές, αποτελούν δηλαδή τον ορισμό του κλισέ, ο ανεκδιήγητος πρωταγωνιστής - σκηνοθέτης επαναλαμβάνει ουσιαστικά το ρόλο του Χανς Σόλο (του Χάρισον Φορντ δηλαδή) από τον "Πόλεμο" που προαναφέραμε, τα εφέ θέλουν συχνά να είναι εντυπωσιακά και κάνουν μπαμ ότι είναι ψηφιακά και πολλά άλλα τέτοια. Περισσοτερο γέλιο όμως (άθελά του προφανώς) προκαλεί ο πρωταγωνιστής: Άκαμπτος, με ξινή, μονίμως σοβαρή φάτσα, λες και απαγορεύεται αυστηρά να σπάσει έστω και για μια στιγμή ένα χαμόγελο, με μακρύ χεβιμεταλάδικο μαλλί, με ηθοποιία που δεν θα τη ζήλευαν και πολλοί, υποφέρεται μόνο αν το ρίξεις πραγματικά στο χαβαλέ, πράγμα που οφείλει να κάνει κάποιος για να δει μέχρι τέλους την ταινία. Να μην πούμε τίποτα θετικό δηλαδή γι' αυτήν; Άντε, να αναφέρουμε το εντυπωσιακό στοιχείο ότι είναι μια ταινία κυριολεκτικά χειροποίητη. Ο Moik τα έχει κάνει πραγματικά όλα μόνος του. Το σενάριο, τη σκηνοθεσία, τη μουσική, τα εφέ, κρατά και τον πρωταγωνιστικό ρόλο (δυστυχώς)! Εντάξει, αυτό δείχνει μεράκι, πάθος και κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες και το σεβόμαστε. Μέχρις εκεί όμως. Αν λοιπόν θέλετε να μαζέψετε παρέα για πίτσες, μπύρες, πλάκες και ό,τι άλλο και να μην πάρετε τίποτα απ' ό,τι βλέπετε σοβαρά, νομίζω ότι το φιλμ προσφέρεται.

Πέμπτη, Μαρτίου 29, 2012

ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ Η ΚΑΡΔΙΑ;

Ο ιταλός Paolo Sorrentino φαίνεται ότι διαθέτει μια έμφυτη σπίθα σουρεαλισμού. Δεν κάνει σουρεαλιστικές ταινίες, ταινίες που βασίζονται στο παράλογο (όπως το "Eraserhead" για παράδειγμα), πλην όμως υπάρχει ένα τέτοιο touch στα φιλμ του. Θυμάστε ίσως στο προηγούμενό του, το "Il Divo", ότι ενώ πήγαινες προετοιμασμένος να δεις ένα "σοβαρό" φιλμ για τον Αντρεότι, βρισκόσουν μπροστά σε μια ταινία όπου ο γνωστός πολιτικός παρουσιαζόταν ως καρικατούρα, με έναν εντελώς φευγάτο τρόπο. Έτσι περίπου συμβαίνει και με το "Εκεί που Χτυπά η Καρδιά μου" (This Must be the Place) του 2011. Όπου ένας για μια ακόμα φορά πολύ καλός Σον Πεν (με αγνώριστη, νωχελική φωνή που θυμίζει κάτι μεταξύ φωνής μαστουρωμένου και gay) ενσαρκώνει έναν ροκ σταρ των 80ς που έχει αποσυρθεί και ζει πλούσια σε έπαυλη στην Ιρλανδία με τη γυναίκα του. Ώσπου μαθαίνει ότι ο πατέρας του, με τον οποίο έχει αποξενωθεί, πεθαίνει στην Αμερική. Όταν φτάνει είναι αργά. Ο μόνιμα μακιγιαρισμένος α λα Ρόμπερτ Σμιθ ήρωάς μας όμως ξεκινά ένα οδοιπορικό στη "βαθιά Αμερική" (βλέπε Κεντρικές Πολιτείες) για να βρει τα ίχνη του γέρου πια ναζί που ήταν ο δεσμοφύλακας του πατέρα του στα στρατόπεδα και στο κυνήγι του οποίου ο πατέρας είχε αφιερώσει τη ζωή του. Έτσι η ταινία σύντομα μετατρέπεται σε ένα παράδοξο οδοιπορικό, με την καρικατουρίστικη φιγούρα του ήρωα, που πάντοτε σέρνει τη βαλίτσα του, να περιπλανιέται σε απίθανα μέρη και να συναντά απίθανους ανθρώπους. Ο χαρακτήρας του μοιάζει να μην έχει ωριμάσει ποτέ, να παραμένει παιδί στα 50 του. Σα να βαριέται τα πάντα, στα όρια ενίοτε της υστερίας, εύθραυστος, έτοιμος να ξεσπάσει και, ταυτόχρονα, καλόκαρδος, κουβαλώντας κάποιο παλιό τραύμα, ο ήρωας θα φτάσει, αποκτώντας για πρώτη φορά κάποιον στόχο, σε ένα είδος καθυστερημένης ενηλικίωσης. Στον κόσμο που ζωγραφίζει ο σκηνοθέτης κυριαρχούν η αποξένωση και η μοναξιά. Ωστόσο η ιστορία ποτίζεται πολύ συχνά με (ευπρόσδεκτο) χιούμορ και σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αυτό που αποκαλούμε "κοψοφλέβικη". Ίσα ίσα. Συχνά γίνεται κατά τη γνώμη μου απολαυστική. Τουλάχιστον εμένα κατάφερε να με παρασύρει στον παράδοξο κόσμο της. Και, βέβαια, διαποτίζεται από συγκίνηση, τρυφερότητα, ανθρωπιά και συμπάθεια. Ο σχεδον εξωγήινος σε εμφάνιση πρωταγωνιστής γίνεται, νομίζω, συμπαθής παρά την προφανή του παραξενιά - ίσως και ανισορροπία. Το άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο (που ανέφερα και στην αρχή) είναι οι αρκετές πινελιές καθαρού σουρεαλισμού. Εδώ νομίζω ότι το φιλμ έχει κάτι από τον παρανοϊκό κόσμο του Lynch. Η διαφορά είναι ότι ενώ στον τελευταίο ολόκληρη η ιστορία είναι σουρεαλιστική, παράλογη, συχνά δίχως λογικό ειρμό, κάτι σαν κακό τριπ, εδώ έχουμε μια "κανονική" ιστορία, την οποία παρακολουθούμε φυσιολογικά και δίχως προβλήματα κατανόησης, η οποία όμως διαθέτει εντελώς παράλογες, ακόμα και ανεξήγητες σκόρπιες σκηνές ή εικόνες. Τι άλλο να πεις για την πόλη "με το μεγαλύτερο φυστίκι του κόσμου", τον μοναχικό, κοιλαρά, μεσήλικα... σούπερμαν που διασχίζει το δρόμο μέσα στη νύχτα, τον "εφευρέτη της βαλίτσας με ροδάκια" κλπ... Ο Sorrentino ζωγραφίζει έναν παράδοξο κόσμο, κατοικημένο από παράδοξους ανθρώπους (με επί κεφαλής φυσικά τον ίδιο τον ήρωα), αφήνει όμως ελπίδες: Η ενηλικίωση, που προαναφέραμε, η αντιμετώπιση για πρώτη φορά του προσωπικού και γενικότερου ιστορικού παρελθόντος, το κοίταγμα της πραγματικότητας κατάματα, ίσως συντελούν σε μια ευπρόσδεκτη ωρίμανση.

Τετάρτη, Μαρτίου 28, 2012

ΤΟ "PIG" ΚΑΙ Η ΑΕΝΑΩΣ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Ένας άντρας "ξυπνά" στο μέσο της ερήμου με τα χέρια δεμένα και το κεφάλι καλυμμένο από μαύρη κουκούλα. Δεν ξέρει ποιος είναι, πώς τον λένε, γιατί βρίσκεται εκεί. Πρώτα πρέπει να επιβιώσει στην έρημο. Μετά πρέπει να ξαναβρεί την ταυτότητά του και να εξηγήσει τα ερωτήματα που συσσωρεύονται. Πάνω σ' αυτή την ενδιαφέρουσα ιδέα στήνεται το "Pig" (2011) του Henry Barrial, μια ταινία επιστημονικής φαντασίας που για μια ακόμα φορά αποδεικνύει ότι δεν χρειάζονται υποχρεωτικά εφέ και εκατομμύρια για να φτιάξεις ένα φιλμ του είδους. Ιδέες χρειάζονται και θέληση. Η ταινία εξελίσσεται σε ένα απόλυτα σύγχρονο, κοινότοπο περιβάλλον, οι ήρωες είναι φυσικά "κανονικοί" άνθρωποι, η καθημερινότητα γύρω τους αυτή ακριβώς που ξέρουμε. Ωστόσο κάτι δεν πάει καλά μ' αυτήν την καθημερινότητα, η οποία μοιάζει να ξεκινά ξανά και ξανά από το σημείο του ξυπνήματος στην έρημο για να επαναληφτεί κάθε φορά με παραλλαγές. Όσο για το μοτίβο του αμνησιακού ήρωα, που έχουμε δει συχνά στο σινεμά, εδώ διαθέτει μια περίεργη διαφορά: Όταν πασχίζει να βρει τον εαυτό του ο ήρωας, συναντά παλιούς γνωστούς του (που αυτός φυσικά δεν θυμάται), οι οποίοι τον ξέρουν με διαφορετικό όνομα... Το μυστήριο έτσι πυκνώνει. Στο τέλος η απάντηση υπάρχει, ο σκηνοθέτης όμως αρνείται να κρίνει το ηθικό μέρος, το αν είναι "καλό" ή "κακό" αυτό που συμβαίνει. Αυτό ας το κρίνει ο θεατής. Δεν μπορώ να επεκταθώ περισσότερο, γιατί θα αποκαλύψω πολλά, πράγμα που θα ήταν θανάσιμο έγκλημα για ένα φιλμ σαν αυτό. πολύ καλό πρωταγωνιστή, που σηκώνει σχεδόν μόνος την ταινία στους ώμους του, το "Pig" με γοήτευσε με την πρωτοτυπία του και κατάφερε να μου κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον. Προσοχή: Η πρωτοτυπία που ανέφερα δεν είναι κινηματογραφικής, σκηνοθετικής φύσης, αλλά καθαρά σεναριακής. Το γύρισμα και η οπτική του δημιουργού είναι απλά. Όπως και η εικόνα. Να όμως που μερικές φορές το σασπένς μπορεί να κρύβεται κάτω από μια φαινομενικά κοινότοπη πραγματικότητα, δίχως κανείς να χρειάζεται να σου κάνει "μπου" και να σε τρομάξει... Και, θυμηθείτε: Στην ιστορία αυτή δεν έχουμε να κάνουμε με ένα κλασικό θέμα της επιστημονικής φαντασίας, τα παράλληλα σύμπαντα. Εδώ κρύβεται κάτι εντελώς διαφορετικό.
ΥΓ: Η ταινία έχει αποσπάσει διάφορα βραβεία σε "μικρά" ανά τον κόσμο φεστιβάλ φανταστικού κινηματογράφου.

Δευτέρα, Μαρτίου 26, 2012

Ο "ΑΦΕΛΗΣ" ΤΖΟΝ ΚΑΡΤΕΡ ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΑΡΗ

Ο "Τζον Κάρτερ" θάφτηκε ομόφωνα από τους κριτικούς και τα πήγε άσχημα στα αμερικάνικα ταμεία (το τελευταίο ουδόλως μ' ενδιαφέρει, αλλά το αναφέω για την ιστορία). Είναι μια από τις πολύ λίγες φορές που μάλλον διαφωνώ με το σύνολο της κριτικής, με το οποίο συνήθως (έστω και για διαφορετικούς λόγους) βρίσκομαι στο ίδιο μήκος κύματος. Όχι ότι ενθουσιάστηκα με το φιλμ, αλλά πάντως δεν θα του έβαζα αυτό που λέμε "ένα αστεράκι". Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η ταινία του 2012 είναι η πρώτη μη αnimation του Andrew Stanton, που έχει κάνει τα πολύ καλά "Robots" και "Wall-e". Βσίζεται στο πρώτο από μια σειρά 11 (!) βιβλίων του Edgar Rice Burroughs (καμία σχέση με τον μεταγενέστερο και γνωστότερο Μπάροους), ο οποίος Edgar Rice, εκτός του ήρωα για τον οποίο συζητάμε, είναι και ο δμιουργός του πασίγνωστου Ταρζάν. Το συγκεκριμένο πρώτο βιβλίο γράφτηκε το 1912! Πρόκειται λοιπόν για ένα έργο πρωτόγονης, σίγουρα αφελούς επιστημονικής φαντασίας, που το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η περιπέτεια για την περιπέτεια. Η ταινία είναι εξ ίσου αφελής με το βιβλίο. Ο ήρωας που "τα κάνει όλα", ο κεραυνοβόλος έρωτα με την πριγκήπισα του Άρη, ο συνδυασμός υψηλότατης και "αρχαίας" τεχνολογίας, όλα συγκλίνουν σ' αυτό. Ακριβώς γι' αυτή την αφέλεια κατηγορήθηκε το φιλμ, και σωστά. Πλην όμως, ακριβώς αυτή η παλιομοδίτικη αφέλεια με έκανε όχι να το λατρέψω (αυτό μας έλειπε), αλλά πάντως να το παρακολουθήσω ευχάριστα, σα μια εξωγήινη περιπέτεια άλλων εποχών, που φτιάχνεται με αποκλειστικό στόχο την διασκέδαση, δίχως πολλούς - πολλούς προβληματισμούς. Πιστεύω δηλαδή ότι η περίφημη αυτή αφέλεια ήταν απόλυτα συνειδητή επιλογή, για να ταιριάζει η ταινία με το, ξεπερασμένο έστω, πνεύμα του βιβλίου. Ως μια τέτοια άσκηση αντιγραφής ενός παλιού, όντως μη σκεπτόμενου στιλ, που ίσως και να αποβλέπει στο ξύπνημα της νοσταλγίας κάποιων για τα παιδικά τους χρόνια, το βρήκα μάλλον πετυχημένο. Αυτό δεν επισημάνθηκε από κανέναν. Ότι δηλαδή παρέμεινε πιστό στο "παιδικό" πνεύμα του πρωτότυπου. Εκτός αυτού, διέθετε και εντυπωσιακά σκηνικά και εφέ, πρωτότυπα σκάφη που, κι αυτά, κινούνται ανάμεσα στην αρχαιότητα και την προχωρημένη τεχνολογία, πλήθος εξωγήινων, επίσης εντυπωσιακών όντων και, σε κάποιες σκηνές, σημεία που θύμιζαν τους αρχικούς Πόλεμους των Άστρων, πράγμα διόλου τυχαίο, αφού είναι γνωστό ότι ο Λούκας επηρεάστηκε (ή "δανείστηκε") πλήθος από προϋπάρχοντα στοιχεία για να φτιάξει τον Πόλεμο. Δεν θα το θεωρήσω λοιπόν αριστούργημα, κάθε άλλο, απλώς δεν θα το θάψω εντελώς. Θα πω μόνο ότι το είδα ευχάριστα και διασκέδασα σχετικά. Μου φάνηκε δηλαδή μάλλον πετυχημένο σ' αυτό που στόχευε: Την γεμάτη αφέλεια παλιομοδίτικη διασκέδαση.

Κυριακή, Μαρτίου 25, 2012

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΑΙ Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΤΕΧΝΗ ΤΩΝ ΚΕΛΤΩΝ

Η κέλτικη τέχνη διακρίνεται μεταξύ άλλων από τα πολύπλοκα διακοσμητικά μοτίβα που χρησιμοποιεί κυρίως στη ζωγραφική. Το "Book of Kells" είναι ένα περίφημο, ογκώδες χειρόγραφο που φτιάχτηκε από μοναχούς γύρω στα 800, περιέχει τα ευαγγέλια και άλλα χριστιανικά κείμενα και συμπυκνώνει όλη την κέλτικη τέχνη, που σ' αυτό μας αποκαλύπτεται σε μια από τις εντυπωσιακότερες εκφάνσεις της. Οι φιγούρες μπορεί να θεωρηθούν μάλλον απλές, ίσως και άτεχνες. Όλο το βάρος πέφτει στα υπέροχα, εξαιρετικά πολύπλοκα και με εκτυφλωτικά χρώματα διακοσμητικά μοτίβα που πλαισιώνουν και κοσμούν τόσο τα κείμενα όσο και τις εικόνες - ακι που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των πολλών σελίδων του. Είναι πραγματικά απίστευτα. Το "The Secret of Kells" είναι μια ιρλανδέζικη ταινία κινουμένων σχεδίων του 2009, που γύρισαν οι Tomm Moore και Nora Twomey και έχει αποσπάσει κάμποσα βραβεία σε σχετικά φεστιβάλ. Η ταινία αφηγείται τον τρόπο που φτιάχτηκε το διάσημο αυτό βιβλίο. Η πλοκή είναι φανταστική και δεν βασίζεται σε ιστορικά στοιχεία. Δανείζεται μόνο σε γενικές γραμμές το ιστορικό background της εποχής, με τα μοναστήρια και τα χωριά της εποχής να δέχονται τις άγριες επιθέσεις των Βίκινγκς και πολλά απ' αυτά να καταστρέφονται ολοσχερώς. Μέσα σ' αυτό το γενικό κλίμα φόβου, ένα παιδί που προορίζεται να γίνει μοναχός γνωρίζει τον γέρο μοναχό που έχει ήδη εικονογραφήσει ένα μέρος του βιβλίου και αναλαμβάνει να το συνεχίσει... Η ιστορία όμως, το σενάριο, απλή σχετικά, δεν είναι κατά τη γνώμη μου το μεγάλο ατού της ταινίας. Το ατού βρίσκεται στην πραγματικά εντυπωσιακή της εικόνα. Οι δημιουργοί δανείζονται το ύφος και το κλίμα του αληθινού "Βιβλίου των Κελτών", στου οποίου τη διακόσμηση συνδυάζονατι με υπέροχο τρόπο χριστιανικά και κέλτικα, παγανιστικά στοιχεία σε ένα αξεδιάλυτο σύνολο. Όπως ακριβώς στο βιβλίο, έτσι και στην ταινία οι φιγούρες των ηρώων δίνονται με απλό και πολύ στυλιζαρισμένο στιλ, δίχως λεπτομέρειες, σε δύο μόνο διατάσεις, δίχως την παραμικρή ψευδαίσθηση βάθους. Οι αιμοβόροι Βίκινγκς, για παράδειμα, είναι κάποιες σχεδόν τετράγωνες φιγούρες, των οποίων τα πρόσωπα δεν διακρίνονται ποτέ, ενώ από τα κράνη τους ξεπροβάλλουν μεγάλα κέρατα. Όπως ακριβώς στο βιβλίο, όλο το βάρος πέφτει στα εξαιρετικά ντεκόρ. Τόσο η φύση όσο και κάθε κενός χώρος (ουρανός, τοίχοι κλπ.) καλύπτονται από υπέροχα και πολύπλοκα σχέδια με λαμπρότατα χρώματα. Πρόκειται για μια αληθινή πανδαισία, που, εκτός από την κέλτικη διακοσμητική παράδοση, θυμίζει έντονα το στιλ της ζωγραφικής του Κλιμτ. Το υπέροχο στυλιζάρισμα λοιπόν σε μια από τις πλέον εντυπωσιακές μορφές του. Το πάντρεμα χροιστιανισμού και παγανισμού, πέραν της διακόσμησης, υπάρχει και στην ίδια την ιστορία, όπου το χριστιανικό στοιχείο (τα μοναστήρια, οι μοναχοί ήρωες κλπ.) συνδυάζονται με ξωτικά, νεράιδες, τέρατα που ζουν σε σπηλιές και άλλα στοιχεία της κέλτικης μυθολογίας. Έτσι βρήκα συνολικά το φιλμ απόλυτα ταιριαστό με το όλο κλίμα του αληθινού χειρόγραφου. Συνιστώ την ταινία κυρίως για λόγους οπτικής απόλαυσης. Ακόμα κι αν δεν σας κρατήσει πολύ η ιστορία, αφεθείτε στη μαγεία των εικόνων και των χρωμάτων.

Παρασκευή, Μαρτίου 23, 2012

"THE GREY" 'Η Η ΑΓΡΙΑ ΕΠΙΒΙΩΣΗ

Το φιλμ "The Grey" (2011) του Joe Carnahan είναι ένα αρχετυπικό δείγμα ταινίας που αναφέρεται στον αγώνα για επιβίωση κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες: Ένα αεροπλάνο που μεταφέρει άντρες - οι περισσότεροι όχι ό,τι καλύτερο υπάρχει - σε μια απομακρυσμένη βάση στην Αλάσκα συντρίβεται στο πουθενά. Οι επιζήσαντες καλούνται να επιβιώσουν με οποιοδήποτε τρόπο από τις φοβερές, πολύ υπό το μηδέν θερμοκρασίες, τις άγριες χιονοθύελες και κυρίως από τους πεινασμένους λύκους που επιτίθενται από παντού. Ανάμεσά τους και ο σκληροτράχηλος ήρωας, που προσπαθεί να ξεχάσει την προηγούμενη ζωή του και να γιατρέψει τις πληγές του. Η ταινία βασίζεται στην ηθοποιϊα του Λίαμ Νίσον σε έναν από τους εντυπωσιακότερους ρόλους του. Αυτό όμως που κυρίως εκτίμησα είναι ότι είναι ένα φιλμ που "δεν χαρίζει κάστανα". Παρά το ότι βρισκόμαστε στο Χόλιγουντ, πρόκειται για μια απο τις μάλλον σπάνιες περιπτώσεις όπου δεν γίνονται παραχωρήσεις, δεν υπάρχουν ηρωισμοί ή έστω υπερβολικοί ηρωισμοί, δεν κάνουν τα στραβά μάτια για να πετύχουν καλύτερη καριέρα στα ταμεία. Τα πράγματα δίνονται ωμά, όπως μάλλον θα συνέβαιναν σε μια παρόμοια περίπτωση σε μια αποστολή η οποία τυχαίνει να αποτελείται από κανονικούς ανθρώπους και στην οποία δεν συμμετέχει ο Σούπερμαν ή κάτι τέτοιο. Αυτή η σκληρότητα, οι αληθινές καταστάσεις, είναι που ξεχωρίζουν την ταινία από άλλες παρόμοιες. Παράλληλα δίνονται με αρκετά καλό κατά τη γνώμη μου τρόπο τα ψυχολογικά πορτρέτα όσων επιβίωσαν της πτώσης, με κάποιες αποκαλύψεις άλλων όψεων του αρχικά σκληρού, μονοδιάστατου χαρακτήρα τους, με κάμποσες μάλιστα ανατροπές. Και κυρίως, βέβαια, σκιαγραφείται το ψυχολογικό πορτρέτο του βασικού ήρωα. Ο χαρακτήρας του, σκληροτράχηλος, μοναχικός, συχνά αυτάρκης, αποκαλύπτεται ταυτόχρονα ότι διαθέτει μια τρυφερή πτυχή και ένα ανοιχτό τραύμα που πασχίζει να επουλώσει. Αυτό που κυριαρχει βέβαια απ' την αρχή ως το τέλος είναι η φύση, το άγριο, αφιλόξενο τοπίο. Μια φύση πανέμορφη, αλλά και τρομαχτική, γεμάτη κινδύνους, μπροστά στην οποία ο άνθρωπος μοιάζει πολύ μικρός και ανήμπορος, εκμηδενισμένος ουσιαστικά. Η ανελέητη δύναμή της είναι κάτι που πολύ συχνά λησμονούμε στο προστατευμένο περιβάλλον στο οποίο ζούμε. Θα το χαρακτήριζα "φιλοσοφικό" φιλμ επιβίωσης, δίχως αυτό να σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι στερείται σασπένς, ότι μπορεί να κουράσει τον θεατή. Κάθε άλλο. Όσο για το δυνατό τέλος, μάλλον επιβεβαιώνει όσα έγραψα παραπάνω. Συνολικά το θεωρώ ευχάριστη έκπληξη, κυρίως εξ αιτίας της έλλειψης παραχωρήσεων προς το box office που προανέφερα. Αλλά και ένα φιλμ που πιστεύω ότι θα καθηλώσει τον θεατή. Με μένα τουλάχιστον τα κατάφερε.

Τρίτη, Μαρτίου 20, 2012

ΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ ΚΟΣΜΟΙ ΤΟΥ "13ου ΠΑΤΩΜΑΤΟΣ"

Η επιστημονική φαντασία, τόσο στη λογοτεχνία όσο και στο σινεμά, έχει συχνά ασχοληθεί με το θέμα των παράλληλων κόσμων. Τι γίνεται αν υπάρχουν δύο, τρεις ή εκατομμύρια άλλοι κοσμοι, που είναι μεν σαν τους δικούς μας, με την έννοια ότι σ' αυτούς ζουν οι ίδιοι άνθρωποι, σε κάθε έναν όμως υπάρχουν κάποιες παραλλαγές, έστω και ελάχιστες, οι οποίες όμως συνολικά τους διαφοροποιούν απόλυτα; Οπότε ο εαυτός μας υπάρχει σε χιλιάδες "κόπιες", η κάθε μία απ' αυτές όμως, ανάλογα με τον κόσμο στον οποίο υπάρχει, ζει μια ολότελα διαφορετική ζωή. Με το πολύπλοκο αυτό θέμα ασχολείται το "13ο Πάτωμα", ταινία του 1999 του Josef Rusnak. Ταινία που θεωρώ από τις αρκετά καλές του είδους, κυρίως από σεναριακή άποψη. Ο ήρωας, στέλεχος σε εταιρία που κάνει έρευνα στην πληροφορική, ανακαλύπτει ότι μπορεί να μεταφερθεί σε έναν εικονικό κόσμο που είναι όμοιος της Νέας Υόρκης του μεσοπολέμου. Σ' αυτόν μεταφερόταν συχνά και το αφεντικό και φίλος του, που πέθανε ξαφνικά. Αυτό όμως είναι η αρχή μόλις μιας ιστορίας με μεταφορές σε παράλληλους κόσμους, που κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον μου. Ο προβληματισμός της ταινίας θυμίζει αρκετά αυτόν του κλασικού "Blade Runner". Εκεί ήταν "κόπιες", εδώ άνθρωποι που ζουν δίχως να το ξέρουν σε εικονικές πραγματικότητες. Παρόμοια προβληματική έχει αναπτυχθεί άλλωστε και σε ταινίες ή βιβλία με θέμα τους κλώνους. Η προβληματική αυτή συνίσταται στο ερώτημα: Τι συμβαίνει αν ένας "εικονικός" άνθρωπος (ή κλώνος ή "κόπια" ή ό,τι άλλο) διαθέτει συνείδηση και δεν είναι απλώς ένα είδος μηχανής; Ποια είναι ή πώς τροποποιείται στην περίπτωση αυτή η συμπεριφορά μας απέναντί του; Έχουμε δικαίωμα εμείς να παριστάνουμε τους "μικρούς θεούς" που κινούν τα νήματα του κόσμου τους αν μας δοθεί αυτή η ικανότητα; Και, τελικά, μήπως κι εμείς δεν είμαστε παρά ένα όνειρο που κάποιος άλλος ονειρεύεται; Όλα αυτά βέβαια δίνονται στην ταινία με αρκετά καλό ρυθμό, με σασπένς, ενώ συνεχώς γεννιούνται νέα ερωτηματικά και εξηγούνται ανεξήγητες μέχρι τότε καταστάσεις, έως το παζλ συμπληρωθεί και αποκαλυφτεί ολόκληρη η εικόνα. Συνολικά δεν νομίζω ότι πρόκειται για κάποιο αριστούργημα, προσωπικά όμως τη βρήκα μια καλή και ενδιαφέρουσα ταινία, η οποία παρακολουθείται απνευστί (έχει, βλέπετε, και αρκετή δράση) και, τελικά, κάνει νομίζω τον θεατή να σκεφτεί αρκετά πράγματα. Για μια ακόμα φορά δε επιβεβαιώνεται ότι για να κάνες μια καλή ταινία επιστημονικής φαντασίας ή φανταστικού γενικότερα δεν χρειάζονται πανάκριβα εφέ και άλλοι τέτοιου είδους εντυπωσιασμοί.

Κυριακή, Μαρτίου 18, 2012

Ο "ΚΕΟΜΑ" ΚΑΙ ΤΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΣΠΑΓΓΕΤΙ

Στη δεκαετία του 60 και κυρίως του 70 οι ιταλοί ανέπτυξαν ένα στιλ σινεμά με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που άλλοι το θεωρούν απόλυτα καλτ και άλλοι το μισούν. Μάλιστα το στιλ αυτό διαπέρασε διάφορα είδη: Το γουέστερν (το λεγόμενο σπαγγέτι), τις ταινίες τρόμου, τα αστυνομικά... Ωστόσο τα χαρακτηριστικά είναι κοινά: Το βάρος πέφτει εξ ολοκλήρου σχεδόν στην εικόνα, στη σκηνοθεσία, η οποία είναι εντυπωσιακή και συχνά ευφάνταστη, ενώ το σενάριο, πρόχειρο, με κενά και κάθε λογής "τρύπες", μπορεί ενίοτε να φτάσει στα όρια του γελοίου. Το ίδιο και οι ηθοποιίες. Προφανώς, όπως παντού, οι εξαιρέσεις υπάρχουν, προσπαθώ όμως να περιγράψω τον γενικό κανόνα. Ο "Keoma" του Enzo G. Castellari γυρίζεται το 1976 και θεωρείται το τελευταίο ίσως μεγάλο σπαγγέτι. Στη συνέχεια το είδος παρακμάζει. Φέρει όλα τα χαρακτηριστικά που προαναφέραμε, οπότε αποτελεί τυπικό παράδειγμα. Ο μοναχικός ήρωας είναι μισός λευκός μισός ινδιάνος και επιστρέφει μετά από καιρό στο χωριό του, το οποίο (κοινό σύνηθες στοιχείο με τα αμερικάνικα γουέστερν) λυμαίνεται ένας κτηματίας με τον ιδιωτικό στρατό του, στον οποίο έχουν προσχωρήσει και τα τρία ετε(ροθαλή αδέλφια του Κεόμα, τα οποία τον μισούν ως μιγά (κριτική του ρατσισμού υπάρχει και σε άλλα σημεία της ταινίας). Από εδώ και πέρα οι συγκρούσεις και η δράση θα είναι συνεχείς. Η εικόνα και η σκηνοθεσία είναι συχνά εντυπωσιακές. Προσεγμένα πλάνα, αχανή τοπία, άνεμος που φυσά ανάμεσα σε μισοερειπωμένα σπίτια κινώντας κουρέλια, απίστευτα πεσίματα (συχνά αστεία) όσων πυροβολούνται, βιβλικές αναφορές στη σκηνή της περίπου σταύρωσης του ήρωα, μουσική και τραγούδια που σχολιάζουν τη δράση και διαπερνούν την ταινία, φλας μπακ τα όποία παρακολουθεί ο ενήλικος ήρωας μπαίνοντας ο ίδιος μέσα στη σκηνή, μια γριά που συμβολίζει τη μοίρα και εμφανίζεται συνεχώς συνομιλώντας μόνο μ' αυτόν... Ταυτόχρονα το σενάριο μπάζει από παντού. Δεν ξέρουμε γιατί ο κακός κτηματίας αρνείται να παραγγείλει φάρμακα για το μολυσμένο χωριό, δεν ξέρουμε γιατί οι κακοί δεν σκοτώνουν τον ήρωα ενώ έχουν την ευκαιρία, αλλά στήνουν ατμοσφαιρικές μονομαχίες, δεν ξέρουμε πώς ο Κεόμα μπαινοβγαίνει τόσο άνετα στο αποκλεισμένο χωριό και πολλά άλλα τέτοια. Ο Φράνκο Νέρο, κλασικός ερμηνευτής των σπαγγέτι, ξεστομίζει διαρκώς αμπελοφιλοσοφίες περί μοίρας, ελευθερίας, ανάγκης να γνωρίσει τον εαυτό του και άλλα τέτοια και, φυσικά, με τη μία καθαρίζει πεντ' έξη κακούς καθότι απίστευτα γρήγορος στο πιστόλι, ενώ ο ίδιος δεν πεθαίνει με τίποτα. Αν είστε λάτρης της εικόνας (και μόνο) θα απολαύσετε την ταινία, που θεωρείται κλασική στο συγκεκριμένο είδος. Αν όχι, μάλλον θα χαμογελάσετε σε κάμποσα σημεία. Πάντως την Όλγα Καρλάτου θα τη θαυμάσετε οπωσδήποτε αφού κρατά το βασικό γυναικείο ρόλο και μάλιστα γεννά εν μέσω σφαγής γύρω της, σφαγής κατά την οποία ακούγονται μόνο οι κραυγές πόνου του τοκετού σε ένα από τα αρκετά σκηνοθετικά ευρήματα του φιλμ. Όσο για το τέλος, το χάπι εντ συχνά δεν ήταν το φόρτε των ιταλών...

Σάββατο, Μαρτίου 17, 2012

Ο ΣΜΑΪΛΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ "ΓΚΡΙΖΟΙ" ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΙ

Θα μπορούσαμε να χωρίσουμε τις ταινίες κατασκοπείας, ένα αρκετά κοινό παλιότερα τουλάχιστον κινηματογραφικό υποείδος, σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Στις διασκεδαστικές περιπέτειες δράσης - ενίοτε blockbaster - και στις ρεαλιστικές ματιές στον περίκλειστο αυτόν κόσμο. "Ο Κλήρος έπεσε στον Σμάιλι" (Tinker Tailor Soldier Spy, 2011) του σουηδού Tomas Alfredson (που λίγα χρόνια πριν μας είχε χαρίσει το εξαιρετικό "Άσε το Κακό να Μπει" στην πρωτότυπη σουηδική βερσιόν) ανήκει σαφώς στη δεύτερη κατηγορία. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του 70, ο ψυχρός πόλεμος καλά κρατεί, Δυτικοί και Σοβιετικοί κάνουν τα πάντα για να υποκλέψουν ο ένας μυστικά του άλλου και το "επάγγελμα" του κατάσκοπου βρίσκεται στις δόξες του. Ο Σμάιλι, κατάσκοπος ο ίδιος, έχει αποσυρθεί, αλλά επανέρχεται στην ενεργό δράση όταν ο αρχηγός της μυστικής υπηρεσίας του υποψιάζεται ότι υπάρχει κάποιος διπλός πράκτορας στα υψηλότερα κλιμάκια της υπηρεσίας αυτής. Αυτό που απ' την αρχή γίνεται εμφανές είναι το "παλιομοδίτικο" κλίμα της ταινίας. Η δράση είναι απόλυτα ρεαλιστική, η φωτογραφία γκρίζα και μουντή, η καθημερινότητα των κατασκόπων... απλώς καθημερινότητα, δίχως ηρωισμούς και εξωτικά μέρη και άγρια δράση και ό,τι άλλο έχετε μάθει σε φιλμ του είδους. Βρισκόμαστε δηλαδή στον αντίποδα κυριολεκτικά του Τζέιμς Μποντ, του γνωστότερου φυσικά παραδείγματος της πρώτης κατηγορίας κατασκοπικών ταινιών που ανέφερα στην αρχή. Η υπόθεση εξελίσσεται μάλλον αργά, οι λεπτομέρειες και οι πληροφορίες είναι πολλές και πυκνές και η προσοχή του θεατή πρέπει να είναι διαρκώς οξυμένη για να αντιληφτεί τι ακριβώς συμβαίνει (εγώ μπορώ να ομολογήσω ότι δεν πολυκατάλαβα πώς ακριβώς έφτασε ο Σμάιλι στον εντοπισμό του βασικού ύποπτου). Αυτό όμως έχει τελικά λίγη σημασία μπροστά στο όλο κλίμα της ταινίας και την ανάπλαση της εποχής. Απ' όλα αυτά ίσως βγάλατε ήδη το συμπέρασμα ότι η βασική της αρετή είναι η ατμόσφαιρά της. Και, ταυτόχρονα, το απόλυτο ξεγύμνωμα, η πλήρης αποηρωοποίηση των κατασκόπων. Οι σχεδόν σούπερ ήρωες των τζειμσμποντοειδών φιλμ εδώ δείχνονται σαν απόλυτα συνηθισμένα, γκρίζα ανθρωπάκια, γραφειοκράτες στην ουσία, με συνηθισμένες οικογενειακές ζωές ή - ακόμα συχνότερα - μοναχικοί και μονόχνωτοι τύποι, που δεν κάνουν σχεδόν τίποτα άλλο πέραν του επαγγέλματός τους. Η μιζέρια, η μελαγχολία για να το πούμε λίγο πιο ήπια, είναι διάχυτη τόσο στους χώρους δουλειάς, τα γραφεία τους, όσο και στα σπίτια και στην οικογενειακή ζωή τους (όσοι απ' αυτούς διαθέτουν καν τέτοια). Κανένας ηρωισμός, κανένα ιδανικό. Και επιπλέον ο ήρωας αντιλαμβάνεται κάποια στιγμή ότι κι ίδιος δεν είναι παρά ένα πιόνι ενός απρόσωπου, στυγνού και αδίστακτου συστήματος, που δεν έχει κανέναν ενδοιασμό να χρησιμοποιήσει για να πετύχει τους θολούς σκοπούς του ακόμα και την οικογενειακή ζωή του. Νομίζω ότι σπάνια σε ταινία είναι τόσο ταιριαστός ο όρος "γκρίζα", τόσο κυριολεκτικά, στην εικόνα, όσο και μεταφορικά, σε όλα τα επίπεδα. Ξέρω ότι το φιλμ ίσως κουράσει αρκετούς. Ωστόσο το θεωρώ εξαιρετικό δείγμα απομυθοποίησης, "προσγείωσης" και αλήθειας ενός συνήθως "glamorous" (και φυσικά ψεύτικου) είδους.

Πέμπτη, Μαρτίου 15, 2012

CINECITTA ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΥΝΗΣΙΑ

Ελάχιστες ταινίες από την Τυνησία έχω δει. Η "Cinecitta" του 2008 γυρίστηκε από τον Ibrahim Letaief και για μένα αποτέλεσε μια αρκετά ευχάριστη έκπληξη. Όχι ότι τη θεωρώ κανενα αριστούργημα, αλλά είναι νομίζω μια πολύ διασκεδαστική ταινία, η οποία μάλιστα διαθέτει και μια απροσδόκητα έντονη κινηματογραφοφιλία. Το ίδιο το στόρι της άλλωστε παραπέμπει εκεί: Μια ομάδα αποτελούμενη από ένα σεναριογράφο, σκηνοθέτη και "εγκέφαλο" της παρέας, έναν παραγωγό και ένα διευθυντή φωτογραφίας, μετά την άρνηση του αντίστοιχου τυνησιακού "Κέντρου Κινηματογράφου" να επιχορηγήσει την ταινία τους, αποφασίζει να ληστέψει μια τράπεζα για να βρει τα απαραίτητα κεφάλαια! Η ληστεία πραγματοποιείται στα πρώτα δύο - τρία λεπτά του φιλμ. Οι επιπλοκές όμως, το σασπένς και οι πλάκες αρχίζουν μετά την επιτυχή της έκβαση... Πάνω σ' αυτή την πρωτότυπη ιδέα στήνεται μια κωμωδία που, εκτός από το διαρκές σασπένς που προείπαμε, βασίζεται και πάνω στις συνεχείς κινηματογραφοφιλικές αναφορές. Εκτός της ίδιας της κεντρικής πρωταγωνιστικής ομάδας και των σχεδίων της για το φιλμ που πρόκειται να γυρίσει, από την οθόνη θα παρελάσουν οι "κακοί" που είναι μια απομίμηση των Blues Brothers, μια ηλικιωμένη κυρία που έχει μείνει στην εποχή της ιταλικής Cinecitta και θέλει να πραγματοποιήσει το όνειρο της ζωής της, να γίνει δηλαδή σταρ, αφού θεωρεί τον εαυτό της πολύ ανώτερο της Κλαούντια Καρντινάλε, ένας ηθοποιός που μιμείται άλλοτε έναν επιθεωρητή βγαλμένο από φιλμ νουάρ, άλλοτε έναν φανατικό ισλαμιστή κλπ. Και φυσικά οι ατάκες - αναφορές δίνουν και παίρνουν καθ' όλη τη διάρκεια του φιλμ, καθώς και οι αστείες συζητήσεις από τους ήρωες για υπαρκτές ταινίες του σινεμά - του αμερικάνικου κυρίως. Εντύπωση ακόμα θα προκαλέσει σε έναν μη γνώστη του αραβικού κόσμου το πόσο σύγχρονη μοιάζει η Τύνιδα. Οι γυναίκες φοράνε μίνι, τα κτίρια είναι αρκετά σύγχρονα, οι ήρωες ενημερωμένοι σινεφίλ, κελεμπίες ή μαντήλες δεν υπάρχουν ούτε για δείγμα. Η ταινία θα μπορούσε κάλλιστα να διαδραματίζεται σε οποιαδήποτε σύγχρονη δυτική πόλη, δίχως να αλλάξει σχεδόν τίποτα από τα τεκταινόμενα. Αυτά για να μη νομίζουν αυθαίρετα μερικοί ότι οποιαδήποτε μουσουλμανική κοινωνία ταυτίζεται με τη στερεότυπη ισλαμοφοβική δυτική εικόνα περί "φανατικού και καθυστερημένου Ισλαμ" και άλλων σχετικών. Είπα ότι δεν το θεωρώ αριστούργημα, το βρήκα όμως διασκεδαστικό, "έπαιξα" προσπαθώντας να εντοπίσω όσο το δυνατόν περισσότερες αναφορές και, τέλος πάντων, διασκέδασα όσο θα διασκέδαζε ο μέσος θεατής βλέποντας μια συμπαθητική αμερικάνικη κωμωδία. Που, επιπλέον, διαθέτει και πρωτότυπη κεντρική ιδέα, πράγμα που συχνότατα πλέον στερούνται οι αμερικάνικες αντίστοιχες. Αφείστε που το φιλμ κλείνει με μια εμφάνιση - αληθινή πιθανότατα - των συντελεστών στο Φεστιβάλ των Καννών, για να ολοκληρωθεί το παιχνίδι της ταινίας μέσα στην ταινία.

Τρίτη, Μαρτίου 13, 2012

ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ "L"

Να λοιπόν που ο Λάνθιμος δημιουργεί ένα είδος σχολής στο ελληνικό σινεμά. Ο πρωτοεμφανιζόμενος στο μεγάλο μήκος Μπάμπης Μακρίδης με το "L" του 2012 δεν μοιάζει μεν νοηματικά ή σεναριακά με τις άλλες ταινίες της παρέας, αλλά σίγουρα κινείται στο ίδιο γενικό κλίμα μ' αυτές. Μόνο που εδώ τα πράγματα είναι πιο (ή ακόμα πιο) σουρεαλιστικά, αφού ο σουρεαλισμός ενυπάρχει στο ίδιο το στόρι της ταινίας. Ένας μεσήλικας άντρας ζει αποκλειστικά μέσα στο αυτοκίνητό του. Μέσα σ' αυτό συναντά τη γυναίκα και τα παιδιά του, ενώ ο ίδιος βγαίνει έξω μόνο όταν είναι απόλυτα απαραίτητο. Το επάγγελμά του (εξ ίσου σουρεαλιστικό κι αυτό) είναι... να μεταφέρει το καλύτερης δυνατής ποιότητας μέλι στο αφεντικό του, που έχει έμμονη ιδέα με την ακρίβεια στο χρόνο. Όταν ο ήρωας χάνει τη δουλειά του από κάποιον ακόμα ακριβέστερο και καλύτερο προμηθευτή μελιού, προσχωρεί στην ομάδα των εχθρών του αυτοκινήτου: Των ανθρώπων που ζουν αποκλειστικά σε μηχανές! Όλα αυτά (και άλλα ακόμα) συμβαίνουν σε ένα κλίμα απόλυτης αποστασιοποίησης: Η εκφορά του λόγου και οι κινήσεις των ηθοποιών είναι άκαμπτες και ψυχρές, συχνά τραγουδιούνται α καπέλα τραγούδια με εντελώς παλαβό περιεχόμενο, που μοιάζουν με αυτοσχέδια παιδικά, οι πάντες συμπεριφέρονται παράξενα, ενώ ο ήρωας μιλά σχεδόν αποκλειστικά με στερεότυπες φράσεις, σα να ακούει κανείς να απαγγέλουν εγχειρίδια οδηγιών χρήσης... Τελικά, νομίζω, μάλλον περί παράδοξης, sui generis κωμωδίας πρόκειται. Ίσως να μπορώ να διακρίνω μια σειρά από αλληγορίες στο όλο πράγμα: Ο άνθρωπος αρνείται, αδυνατεί να ζήσει πραγματικά ανεξάρτητος, να πατήσει στα δικά του πόδια. Θέλει πάντοτε να ανήκει σε ομάδες, να υποστηρίζει κάτι με πάθος. Γι' αυτό και ο ήρωάς μας "μυείται" με σχεδόν τελετουργικό τρόπο σε κάθε νέα κοινότητα στην οποία προσχωρεί, κι από εκεί και πέρα "ανήκει" με ένα είδος φανατισμού σ' αυτή. Ίσως να υποβόσκει και ένα σχόλιο για την ψυχρότητα των ανθρώπινων σχέσεων στην εποχή μας ή για τη σχέση ανθρώπου - μηχανής, την εξάρτηση του πρώτου από τη δεύτερη. Ίσως να υπάρχουν και άλλα νοήματα που θα ανακαλύψει (ή θα επινοήσει) ο θεατής. Σίγουρα πάντως το φιλμ είναι ερμητικό στις προθέσεις και τους όποιους στόχους του. Γι' αυτό και χρησιμοποιώ τόσο συχνά τη λέξη ίσως σε όσα περί νοημάτων γράφω. Πολύ εύκολα πάντως μπορεί ο καθένας να εκλάβει την ταινία σαν ένα απόλυτα αυθαίρετο, παλαβό και άνευ λόγου παιχνίδι. Σίγουρα πρόκειται για ταινία για λίγους. Νομίζω ότι η πλειοψηφία των θεατών (η μεγάλη πλειοψηφία για να είμαι ακριβής) ακόμα και θα εκνευριστεί με τη συσσωρευμένη παραδοξότητα, τη μουντή, καθημερινή εικόνα - παρά τον σουρεαλισμό - και την τόση ηθελημένη ψυχρότητα. Σε μένα πρέπει να πώ ότι άσκησε κάποια γοητεία, δίχως όμως και να ενθουσιαστώ. Σε καμία περίπτωση. Πάντως περιμένω με ενδιαφέρον όχι μόνο την επόμενη κίνηση του Μακρίδη, αλλά και άλλων μελών της άτυπης αυτής ομάδας, που έφερε κάτι νέο στο ελληνικό σινεμά - και ταυτόχρονα δημιούργησε, όπως ήταν αναμενόμενο με την παραδοξότητα και την αποστασιοποίησή της, πλήθος ορκισμένων εχθρών (δεν συγκαταλέγομαι σ' αυτούς). Εξ άλλου είναι από την αρχή ξεκάθαρο, όπως είπαμε, ότι δεν απευθύνεται στο πλατύ κοινό.

Κυριακή, Μαρτίου 11, 2012

"HOOK" ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΑΞΙΕΣ

Το 1991 ο Steven Spielberg, ήδη ο πιο πετυχημένος σκηνοθέτης από καταβολής Χόλιγουντ, αποφασίζει να καταπιαστεί με τον Πίτερ Παν από το διάσημο βιβλίο του Τζέιμς Μπάρι (του ταιριάζει το θέμα άλλωστε), γυρίζοντας όμως μια δική του εκδοχή, ένα είδος σίκουελ του κλασικού βιβλίου. Ο "Hook" είναι το αποτέλεσμα της προσπάθειας. Ο Πίτερ Παν έχει μεγαλώσει, έχει γίνει οικογενειάρχης με γυναίκα και δύο παιδιά και ζει προσγειωμένος στο σήμερα με κανονική δουλειά, εξ αιτίας της οποίας μάλιστα παραμελεί την οικογένεια. Και, το σπουδαιότερο, έχει ξεχάσει ποιος είναι και πιστεύει ότι είναι ένας κανονικός άνθρωπος σε ένα κανονικό κόσμο. Και, βέβαια, έχει ξεχάσει πως κάποτε μπορούσε να πετά. Ώσπου η απαγωγή των παιδιών του θα τον κάνει να θυμηθεί βίαια και θα τον ξαναφέρει στον παραμυθένιο κόσμο που ζούσε ως παιδί-που-δεν-μεγαλώνει, την μυθική Ονειροχώρα, όπου βέβαια θα πρέπει να αντιμετωπίσει τον προαιώνιο εχθρό του Κάπτεν Χουκ και του πειρατές του. Η ταινία ανήκει φυσικά στις καθαρόαιμες σπιλμπεργκικές περιπέτειες, όπου ο σκηνοθέτης ενδιαφέρεται κυρίως για την καθαρή διασκέδαση του κοινού. Ωστόσο διάφορα νοήματα περνούν σ' αυτή. Κυρίαρχο θέμα βέβαια είναι αυτό της σχέσης παιδικότητας - ενηλικίωσης, περιπετειώδους - ήσυχης ζωής (βολέματος αν προτιμάτε), παιχνιδιού και ξενοιασιάς - υποχρεώσεων κλπ. Πάνω σε τέτοια δίπολα χτίζεται όλη η ιστορία. Ο ήρωας καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην ξεγνοιασιά, το παιχνίδι, την ανεμελιά και τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται η ενηλικίωση και κυρίως η δημιουργία οικογένειας. Το "Hook" είναι από τις καθαρά περιπετειώδεις ταινίες του Σπίλμπεργκ που μάλλον μ' αρέσουν λιγότερο - παρά το ότι, όπως έχω ξαναγράψει, αυτή η πλευρά του είναι που με κάνει να τον εκτιμώ σαν άψογο διασκεδαστή και όχι οι "σοβαρές", δραματικές του προσπάθειες. Τη βρίσκω κάπως "βαρειά", κάπως περισσότερο φορτωμένη απ' όσο θα ήθελα. Το όλο σκηνικό είναι υπερβολικά μπαρόκ για τα γούστα μου. Όσο για τη δράση, αρχίζει μάλλον αργά για μια ταινία τέτοιου είδους. Φυσικά είναι απόλυτα θεαματική και φυσικά υπάρχουν πολλές εντυπωσιακές σκηνές - αλλοίμονο, για Σπίλμπεργκ μιλάμε. Αλλά είναι κι όλη αυτή η εμμονή του σκηνοθέτη με τις "αιώνιες οικογενειακές αξίες" (με μάλλον αφελή τρόπο) που προσωπικά με ξενερώνει κάπως. Όπως βέβαια εύκολη βρίσκω και την τελική προφανή διαπίστωση ότι "πρέπει να βρεθεί μια χρυσή τομή, μια ισορροπία ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους"... Στα συν όμως θα βάλω την ιδιαίτερη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στον Χουκ και τον Πίτερ Παν - τουλάχιστον από την πλευρά του πειρατή: Ναι μεν είναι ο θανάσιμος εχθρός του, ναι μεν ποθεί όσο τίποτα άλλο να τον εκδικηθεί, να τον εξοντώσει, ωστόσο, συγχρόνως, όλο αυτό είναι που δίνει σκοπό στη ζωή του, που την κάνει ενιαφέρουσα. Κοινώς δεν μπορεί να ζήσει δίχως τον εχθρό, δίχως έναν ξεκάθαρο στόχο. Ο Χουκ υποφέρει περισσότερο από το ότι ο Πίτερ εγκατέλειψε την Ονειροχώρα και τον άφησε δίχως αξιόλογο αντίπαλο, παρά επειδή δεν έχει καταφέρει να τον σκοτώσει και να πάρει έτσι την εκδίκησή του. Δεν σας θυμίζει όλο αυτό το "τι θα κάνουμε τώρα χωρίς βαρβάρους"; Τέλος πάντων, παρά τις αντιρρήσεις και την "οικογενειϊλα" που αποπνέει το φιλμ, δεν παύει να είναι μια χορταστική και θεαματική περιπέτεια, που, αν τη δουν ως τέτοια και μόνο, πολλοί μπορεί ακόμα και να ενθουσιαστούν. Άλλωστε, πάνω απ' όλα, είναι καθαρός Σπίλμπεργκ , με τα συν και τα πλην του.

Παρασκευή, Μαρτίου 09, 2012

ΑΔΙΚΟΣ, ΑΛΛΑ ΣΥΜΠΑΘΕΣΤΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Τελικά νομίζω ότι ο Φίλιππος Τσίτος είναι μια αξιόλογη περίπτωση για το ελληνικό σινεμά. Μετά την «Ακαδημία Πλάτωνος» γυρίζει το 2012 τον «Άδικο Κόσμο» και επιβεβαιώνει κατά τη γνώμη μου τις αρετές του προηγούμενου φιλμ, διατηρώντας μάλιστα το προσωπικό του στιλ. Ένα στιλ που θα το χαρακτήριζα χαμηλότονο, ευαίσθητο, ανθρώπινο, που κοιτά με συμπάθεια τον συνηθισμένο άνθρωπο ενώ αφηγείται καθημερινές ιστορίες.

Ο ήρωας είναι ένας μοναχικός μπάτσος, προανακριτής μάλιστα, που κάποια στιγμή, διαπιστώνοντας ότι ο κόσμος βασίζεται στην αδικία, αποφασίζει να πάψει πια να κάνει τη δουλειά του, δηλαδή να μην ασχολείται με τους φακέλους που του φέρνουν και να διώχνει τους ύποπτους, μια που αυτοί δεν είναι παρά «ο τελευταίος τροχός της αμάξης», αφού οι μεγάλοι εγκληματίες μένουν πάντοτε ατιμώρητοι. Τότε όμως εμπλέκεται σε μια ακούσια ανθρωποκτονία, γνωρίζει και μια κυνική καθαρίστρια, εμπλεγμένη κι αυτή με την υπόθεση, και τα πράγματα περιπλέκονται.

Ίσως κάποιοι να απογοητευτούν από αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «έλλειψη δράσης». Είναι αυτό το χαμηλότονο ύφος που σας έλεγα πριν, αυτό το απόλυτα καθημερινό που κυριαρχεί. Η πόλη είναι η πόλη, άσχημη, όπως ακριβώς τη ξέρουμε, τα διαμερίσματα των συνηθισμένων ανθρώπων το ίδιο, όπως και οι χώροι δουλειάς. Αυτό όμως κάνει τα πράγματα πολύ περισσότερο οικεία και, τελικά, νοιώθουμε ότι όλο αυτό μας αφορά. Υπάρχει βέβαια και κάποιο χιούμορ, διακριτικό κι αυτό, υπόγειο, συχνά πικρό. Οι ήρωες βρίσκονται πολύ μακριά από σχηματικούς διαχωρισμούς «καλών» και «κακών», είναι δηλαδή όπως ακριβώς και στην πραγματική ζωή, ένα μείγμα απ’ όλα αυτά, με θετικές και αρνητικές πλευρές. Ο Τσίτος τους κοιτά με συμπάθεια, με ανθρωπιά.

Όσο για την καθημερινότητα, που κυριαρχεί όπως είπαμε, είναι γκρίζα, μίζερη θα μπορούσαμε να πούμε, η μοναξιά είναι πανταχού παρούσα. Οι ήρωες αναζητούν την ανθρώπινη επαφή, οι ίδιοι όμως δεν το ξέρουν καν, καθώς είναι εθισμένοι στην άχρωμη ρουτίνα τους. Αυτό δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα με τους περισσότερους ανθρώπους των πόλεων;

Απαραίτητη τέλος νομίζω ότι είναι και μια αναφορά στον πολύ καλό Καφετζόπουλο, που είναι απόλυτα πειστικός στο ρόλο του.

Οπότε, όπως καταλαβαίνετε, θα περιμένω και την επόμενη δουλειά ενός σκηνοθέτη αθόρυβου μεν, αλλά αποτελεσματικού και καίριου. Παρατηρώντας γενικότερα για μια ακόμα φορά ότι το ελληνικό σινεμά νομίζω ότι επιτέλους έχει πάρει τα πάνω του τα τελευταία χρόνια και, ευτυχώς, το φαινόμενο αυτό δείχνει να έχει διάρκεια.

Τετάρτη, Μαρτίου 07, 2012

7o SFF-RATED : ΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ


Το 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Επιστημονικής Φαντασίας και Φανταστικού της Αθήνας, το γνωστό SFF Rated, βρίσκεται και πάλι εδώ. Φέτος, εκτός από τον Μικρόκοσμο, οι ταινίες θα προβάλλονται και στο Nixon. Και είναι πολλές: 13 μεγάλου μήκους και πάμπολλες μικρού, από όλο τον κόσμο φυσικά. Από τις 7 μέχρι τις 14 Μαρτίου.
Στα συν (εκτός των άλλων) η προβολή σε παγκόσμια πρεμιέρα (!) - έστω και με μια μέρα διαφορά - του αναμενόμενου "John Carter" την Τετάρτη 17 Μαρτίου στις 9 στο Μικρόκοσμο και η προβολή της πιο πλήρους κόπιας (165'), που ανακαλύφτηκε το 2010 του θρυλικού "Metrpolis" με live dj.
Το πλήρες πρόγραμμα θα το βρείτε στη διεύθυνση
http://sffrated.files.wordpress.com/2012/03/sff-rated-2012-catalogue.pdf.

Θα είμαστε εκεί.

Δευτέρα, Μαρτίου 05, 2012

"TEZA": ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΘΙΟΠΙΑΣ

Το "Teza", που γύρισε το 2008 ο Haile Gerima, είναι η πρώτη αιθιοπική ταινία που έχω δει. Μαθαίνω ότι ο σκηνοθέτης είναι ο γνωστότερος διεθνώς από τη χώρα αυτή και ότι ζει στις ΗΠΑ. Όσο για την ταινία, με τα 140 λεπτά της, είναι, νομίζω, αυτό που θα λέγαμε "γροθιά στο στομάχι". Το φιλμ μας δίνει ολόκληρη την τραγική ιστορία της πάμπτωχης αυτής χώρας, από την εποχή της πτώσης του αυτοκράτορα - και, φυσικά, δικτάτορα - Χαϊλέ Σελασιέ, στη δεκαετία του 70, μέχρι σήμερα. Βασικός ήρωας ένας αιθίοπας, που φεύγει από την πατρίδα του νεαρός, καταφεύγει στη Γερμανία όπου σπουδάζει γιατρός, γίνεται μαρξιστής και εμπλέκεται με την πολιτική και, μετά την αλλαγή του καθεστώτος πείθεται από τον καλύτερό του φίλο, επίσης γιατρό, να επιστρέψει στην πατρίδα γεμάτος όρεξη να βοηθήσει με κάθε τρόπο τη χώρα του να βγει από τον φαύλο κύκλο του αίματος και της ανέχειας. Εκεί όμως συναντά ένα εξ ίσου εφιαλτικό και αιμοσταγές κομμουνιστικό ή "κομμουνιστικό" καθεστώς και έναν αιματηρό εμφύλιο και, τελικά, με τα λογικά του σχεδόν χαμένα επιστρέφει στο εξαθλιωμένο χωριό του και την γριά μητέρα του, όπου... Διότι η ιστορία έχει και συνέχεια. Ο Gerima αφηγείται την πολύ δυνατή ιστορία του με διαρκή φλας μπακ. Ξεκινά από την επιστροφή του ήρωα στο χωριό και τη μητέρα του και, σιγά - σιγά, ξεδιπλώνει όσα συνέβησαν στο παρελθόν. Και, για να μη νομίζετε ότι τα πυρά του στρέφονται μόνο ενάντια στο απάνθρωπο "νέο" καθεστώς, δεν παραλείπει να δείξει ανάγλυφα τον ρατσισμό που επικρατεί στη Γερμανία, τους νεοναζί και, βέβαια, να μιλήσει και για όσα συνέβαιναν και επί αυτοκράτορα. Όπως επίσης δείχνει και με εξ ίσου δυνατό τρόπο τις βάρβαρες πλευρές της πρωτόγονης ουσιαστικά μικροκοινωνίας του χωριού και τις ανισότητες που επικρατούν ακόμα και σ' αυτή. Αυτό που νοιώθει ο θεατής είναι, τελικά, ότι σε κοινωνίες σαν την αιθιοπική δεν υπάρχει από πουθενά διέξοδος. Το φιλμ κλείνει σχετικά ελπιδοφόρα, πλην όμως δεν μπορείς να νοιώσεις φρίκη μπροστά στη σπαρακτική μοίρα της χώρας αυτής - και ολόκληρης σχεδόν της Αφρικής, όπου επικρατούν παρόμοιες καταστάσεις. Προσωπικά έφυγα συγκλονισμένος. Δίχως να πάψω - σε κινηματογραφικό επίπεδο - να σκέφτομαι ότι, μια που το φιλμ είναι και αρκετά καλογυρισμένο, η ταινία αυτή πρέπει να αποτελεί για την φτωχή κινηματογραφία της χώρας ό,τι περίπου ο "Θίασος" για την ελληνική αντίστοιχη, καθώς μας παρουσιάζει μια πλατειά, συγκλονιστική τοιχογραφία της. Και να σκέφτομαι επίσης αν, εν τέλει, υπάρχει ελπίδα σε έναν πλανήτη που δείχνει κτηνώδη ανοχή σε εφιαλτικές, απ' όποια πλευρά κι αν τις δει κανείς, καταστάσεις που συμβαίνουν σε ένα μεγάλο, δυστυχώς, μέρος του. Αν το πετύχετε κάπου δείτε το. Ακόμα και σαν μάθημα ιστορίας. Αλλά, το ξαναλέω, επειδή είναι και καλή ταινία.

Σάββατο, Μαρτίου 03, 2012

ΠΕΡΙ ΗΡΩΙΣΜΟΥ... ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΛΑΘΟΣ

Ο Stephen Frears είναι ένας σκηνοθέτης που ανήκει στην κατηγορία των δημιουργών των οποίων το στιλ είναι η... έλλειψη στιλ. Κοινώς δεν ξέρεις ποτέ τι μπορεί να είναι η επόμενη ταινία του. Από ταινία εποχής μέχρι αστυνομικό, από τολμηρά κοινωνική μέχρι βιογραφία, από τρόμου μέχρι κομεντί (ο Σόντεμπεργκ είναι ένα άλλο παράδειγμα τέτοιου σκηνοθέτη που μου έρχεται πρόχειρα στο μυαλό). Ωστόσο οι περισσότερες ταινίες του μ' αρέσουν πολύ - αν και έχει κάνει και κάποια αδιάφορα φιλμ. Το 1992 γυρίζει το "Accidental Hero" (Ήρωας Κατά Λάθος), μια καυστική σάτιρα που προσωπικά είναι από τις αγαπημένες μου, παρά τις κάποιες σχηματικές καταστάσεις που περιέχει, με έναν εξαιρετικό Ντάστιν Χόφμαν και, από κοντά, τον Άντι Γκαρσία στους βασικούς ρόλους. Ένας απατεώνας και καθόλου συμπαθής τύπος, σώζει με κίνδυνο της ζωής του τους εγκλωβισμένους επιβάτες ενός αεροπλάνου που κατέπεσε μπροστά στα έκθαμβα μάτια του. Αντί να γίνει όμως ήρωας στα αδηφάγα μίντια, τη δόξα και το χρήμα καρπώνεται ένας συμπαθής άστεγος που έτυχε να βρεθεί την κατάλληλη στιγμή στο κατάλληλο σημείο. Πάνω σ΄αυτόν τον καμβά ο Φρίαρς στήνει μια καυστικότατη σάτιρα που κατά τη γνώμη μου λειτουργεί σε πολλά επίπεδα, εκτός του ότι είναι από μόνη της, έστω και αν αφαιρέσεις τα "νοήματα", απολαυστικότατη (όλα τα λεφτά ο Χόφμαν σαν μίζερος, γκρινιάρης, δίχως αρχές μικροαπατεώνας). Θα εστιάσω την προσοχή μου σε δύο απ' αυτά: Πρώτα πρώτα είναι μια ανελέητη κριτική των μίντια και ιδιαίτερα της τηλεόρασης. Αδίστακτα, δίχως να νοιάζονται για την όποια ηθική ή για την αλήθεια, ενδιαφέρονται πρώτιστα για την ακροαματικότητα και τα λεφτά που αυτή συνεπάγεται και για τίποτα άλλο. Θα κατασκευάσουν έναν ήρωα επειδή αυτό φέρνει τηλεθέαση και θα διαιωνίζουν χαμηλότατης ποιότητας εκπομπές γύρω απ' αυτόν επειδή προφανώς αυτό το θέμα πουλάει σε εκατομμύρια εθισμένους σε βαθμό ηλιθιότητας θεατές (και εδώ βέβαια τίθεται το παλιό ερώτημα, το οποίο χρειάζεται άλλη συζήτηση από μόνο του, "η κότα έκανε τ' αυγό ή το αυγό την κότα;" Κοινώς, οι τηλεθεατές είναι ηλίθιοι και γι' αυτό τους τρέφουν με τέτοια προγράμματα ή γίνονται ηλίθιοι επειδή τους τρέφουν με τέτοια προγράμματα;). Ταυτόχρονα οι άνθρωποι των μίντια δείχνονται ρηχοί, αλλοτριωμένοι, αδίστακτοι προκειμένου να πουλήσουν το προϊόν τους. Περισσότερο όμως μ' ενδιαφέρει προσωπικά το δεύτερο θέμα που τίθεται στο φιλμ: Το θέμα της φύσης του ηρωισμού. Κυνικά σχεδόν ο Φρίαρς δηλώνει ότι ο ηρωισμός δεν είναι πάντα κάτι σπουδαίο, είναι κάτι που μπορεί κάλλιστα να γίνει "εν βρασμώ", όπως ένας φόνος που μπορεί να γίνει κάτω από συνθήκες ψυχολογικής πίεσης από έναν κατά τα άλλα απόλυτα φυσιολογικό άνθρωπο (και ο νόμος, άλλωστε, θεωρεί επίσημα την "εν βρασμώ" κατάσταση ως ελαφρυντικό). Έτσι ακριβώς λοιπόν μπορεί κάποιος να γίνει "ήρωας κατά λάθος", γιατί σε μια συγκεκριμένη στιγμή, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, βρέθηκε μπροστά σε μια συγκεκριμένη κατάσταση και, δίχως να το σκεφτεί, έκανε ό,τι έκανε. Διότι είναι σαφέστατο ότι, αν στοιχειωδώς το σκεφτόταν, ο κάθε άλλο παρά αλτρουιστής ήρωας του φιλμ θα άφηνε δίχως πολλές ηθικές αναστολές τους ανθρώπους να πεθάνουν. Έτσι οι καθιερωμένες παραδοχές ανατρέπονται πλήρως: Ο ήρωας είναι ένα κάθαρμα και ο σφετεριστής, αυτός που πήρε με πονηριά τη θέση του και τα τεράστια οφέλη της, ένας συμπαθέστατος, γλυκύτατος και γοητευτικός τύπος, με πραγματικά θαυμάσιο χαρακτήρα, ο οποίος επίσης τη συγκεκριμένη στιγμή και κάτω απο συγκεκριμένες συνθήκες είπε ένα μεγάλο ψέμμα και καρπώθηκε όσα δικαιωματικά ανήκαν σε άλλον. Πανέξυπνη ανατροπή, επαναλαμβάνω, που μας λέει πράγματα για τη φύση του ηρωισμού με τα οποία προσωπικά συμφωνώ απόλυτα. Αρκετά φλυάρησα όμως. Όπως είπα και πριν, ακόμα κι αν ξεχάσετε όσα έγραψα - ή δεν συμφωνήσετε μ' αυτά - η ταινία παραμένει μια απολαυστική κωμωδία.