Πέμπτη, Μαρτίου 01, 2012

ΜΑΓΙΚΟΣ ΚΑΙ ΩΣ ΤΟ ΚΟΚΚΑΛΟ ΣΙΝΕΦΙΛ "HUGO"

Ο Martin Scorsese είναι αναμφισβήτητα ένας από τους μεγαλύτερους (αν όχι ο μεγαλύτερος) εν ζωή δημιουργός του σινεμά. Συγχρόνως είναι ένας αθεράπευτος, φανατικός σινεφίλ. Με το "Hugo" του 2011, εκτός από το πρώτο, που είναι γενικά παραδεκτό, αποδεικνύει περίτρανα και το δεύτερο. Και, για να προλάβω οποιεσδήποτε απορίες, λέω από την αρχή ότι η ταινία μου άρεσε πάρα πολύ. Σπάνια έχω νοιώσει τόση μαγεία στο σινεμά. Η έννοια ακριβώς της μαγείας, είναι νομίζω και το ζητούμενο. Ο Scorsese εστιάζει σ' αυτήν ακριβώς την πλευρά του κινηματογράφου: Τη μαγική. Το λέει με όλους τους δυνατούς τρόπους: "Ο κινηματογράφος είναι το μέρος όπου γεννιούνται τα όνειρα". Άλλωστε σαν βασικό πρόσωπο στην πλοκή χρησιμοποιεί το ίδιο τον Ζορζ Μελιές, τον "πατέρα" του σινεμά. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή (του σινεμά): Οι Λιμιέρ είναι αυτοί που εφηύραν (ή μάλλον τελειοποίησαν) την κάμερα και τη μηχανή προβολής στα τέλη του 19ου αιώνα. Όσο κι αν αυτό ακούγεται παράδοξο σήμερα όμως, δεν σκέφτηκαν ποτέ το προφανέστερο εδώ και εκατοτόσα χρόνια πράγμα: Ότι με την εφεύρεσή τους θα μπορούσαν να διηγηθούν ιστορίες. Απλώς έστηναν την κάμερα και κινηματογραφούσαν τη ζωή. Τους εργάτες που σχολάνε από το εργοστάσιο, το τρένο που φτάνει στο σταθμό... Έβλεπαν το νεογέννητο σινεμά απλώς σαν επιστημονικό αξιοπερίεργο: "Κοιτάξτε, οι εικόνες κινούνται"! Ο Μελιές, παλιός ταχυδακτυλουργός και μάγος, είναι αυτός που αμέσως κατάλαβε ότι με το εργαλείο αυτό μπορεί να αφηγηθεί ιστορίες ή αλλιώς να το μετατρέψει από αξιοπερίεργο σε τέχνη. Υπήρξε ο πρώτος σκηνοθέτης του σινεμά και συγχρόνως δημιούργησε τον κινηματογράφο του φανταστικού και επινόησε πλήθος από ειδικά εφέ. Σ΄αυτή λοιπόν τη μαγική, φαντασμαγορική πλευρά της 7ης τέχνης, που ήταν και η αρχική της, εστιάζει ο Scorsese. Το "Hugo" είναι πάνω απ' όλα ένα γλυκύτατο και απολαυστικό παραμύθι. Διαδραματίζεται στη δεκαετία του 30 στο Παρίσι, έχει σαν ήρωα ένα μικρό, ορφανό αγόρι που ζει κρυμένο στο σιδηροδρομικό σταθμό, στο εσωτερικό του μεγάλου ρολογιού του(!), για να μην το συλλάβει ο μόνιμος διώκτης του αστυνομικός - φύλακας του σταθμού. Στο σταθμό, απ' όπου δεν έχει βγει ποτέ, θα γνωρίσει την εγγονή του γέρου πωλητή παιχνιδιών που έχει εκεί το μαγαζί του και η περιπέτεια θα απογειωθεί. Σημειωτέον ότι όσα θα δείτε για τη ζωή του Μελιές, που κάποια στιγμή μπαίνει κι αυτός στο στόρι, είναι αληθινά και βασίζονται όντως στην αληθινή ιστορία του. Η εικόνα είναι κάτι παραπάνω από φαντασμαγορική (έχει ίσως κάτι και από τον κόσμο του Ζενέ), οι δόσεις περιπέτειας, σασπένς, χιούμορ, συγκίνησης, σωστά μετρημένες, το θέαμα χορταστικό και το 3D (του οποίου γενικά δεν είμαι και φανατικός φίλος) πραγματικά εδώ αξίζει τον κόπο. Θέλετε να χαρακτηρίσετε το φιλμ κάπως παιδικό; Ελεύθερα. Δεν νομίζω ότι, ακόμα κι έτσι, χάνει κάτι από τη μαγεία του. Προσωπικά πάντως κόλλησα κυρίως στις άπειρες σινεφίλ αναφορές. Δεν είναι μόνο η ίδια η ιστορία, που μιλά για τις απαρχές του σινεμά. Είναι και οι συνεχείς αναφορές σε ταινίες, σκηνές, ατάκες κλπ. παλιών ταινιών. Ο Χάρολντ Λόιντ και η περίφημη σκηνή στο ρολόι, ο Μελιές φυσικά, ο Τσάπλιν και πλήθος άλλοι, ακόμα και ο επιθεωρητής Κλουζό (βρείτε πότε και ποιος τον μιμείται χαρακτηριστικά) "κρύβονται" σ' αυτές. Αυτό το παιχνίδι είναι που προσωπικά απόλαυσα κυρίως, κι αυτό είναι το σημείο που δυστυχώς θα χάσουν οι μη γνωρίζοντες την ιστορία του σινεμά, που θα μείνουν υποχρεωτικά απλώς στην περιπέτεια και στο φαντασμαγορικό θέαμα. Τελικά, πέρα από μηνύματα, ιδέες και νοήματα, ο Scorsese κάνει αυτό που αγαπά περισσότερο: Μια ταινία για τον ίδιο τον κινηματογράφο και δη την ονειρική του πλευρά. Και με ιδιοφυή τρόπο παντρεύει τα πρώτα του "πρωτόγονα" χρόνια, τη γέννησή του και την κυριολεκτικά χειροποίητη κατασκευή των πρωτόλειων ταινιών (ξέρετε ότι ο Μελιές χρωμάτιζε με το χέρι μερικές ταινίες του, βάφοντας κάθε καρέ ξεχωριστά;) με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας του 2011: Το 3D. Σαν να μας λέει: Όλα είναι μια συνέχεια. Το σινεμά, εδώ και 120 κοντά χρόνια, είναι το κατ΄εξοχήν μέσο που έκανε τον άνθρωπο να ονειρεύεται.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 27, 2012

SHAME : Η ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΗ ΕΜΜΟΝΗ ΩΣ ΠΗΓΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑΣ

Ο Steve McQueen (απλή συνωνυμία με τον μακαρίτη σταρ) είναι εικαστικός, κυρίως video artist, βραβευμένος μάλιστα με το περίφημο βρετανικό Turner Price το 1999. Τα τελευταία χρόνια στρέφεται στο σινεμά και, μετά το "Hunger", γυρίζει το 2011 το τολμηρό "Shame". Ένας απόλυτα πετυχημένος γιάπης ζει μόνος στη Νέα Υόρκη, στο δικό του διαμέρισμα. Σιγά - σιγά αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι δεν πάει απόλυτα καλά μ' αυτόν. Και από κάποιο σημείο και μετά αντιλαμβανόμαστε ότι το πρόβλημα βρίσκεται στην εμμονή του με το σεξ. Ολόκληρη η ζωή του και η σκέψη του στρέφεται γύρω απ' αυτό. Όταν δεν καλεί πόρνες στο σπίτι κάνει καμάκι στο μετρό, όταν δεν βλέπει τσόντες στον υπολογιστή αυνανίζεται στο μπάνιο. Ακόμα δραματικότερη γίνεται η περίπτωσή του όταν αντιλαμβανόμαστε ότι είναι πραγματικά ανίκανος να συνάψει μια κανονική σχέση, κοινώς να έχει κοπέλα. Μπορεί να αντλήσει ικανοποίηση μόνο από σχέσεις της μιας φοράς, σχέσεις καθαρά σεξουαλικές, δίχως ίχνος συναισθηματισμού. Το ενδιαφέρον είναι ότι η ασυνήθιστη αυτή περίπτωση, στην αρχή τουλάχιστον, ντύνεται με την εικόνα του απόλυτα πετυχημένου, αποτελεί ακριβώς το όνειρο κάθε επίδοξου ή μη γιάπι: Ωραίος, με πετυχημένη καριέρα, δικό μου σπίτι, πήδημα όποτε γουστάρω... Τι άλλο θέλω; Η απόλυτη μοναξιά δεν μοιάζει να ενοχλεί, ίσα - ίσα, δεν θέλω κανείς να ανακατεύεται στη ζωή μου, ενώ η έλλειψη συναισθήματος αποτελεί κατάκτηση... Όταν η τραγουδίστρια αδελφή του έρχεται απροειδοποίητα να μείνει στο διαμέρισμά του, ο κόσμος του αρχίζει να καταρρέει. Εκείνη είναι εντελώς αντίθετη απ' αυτόν: Υπερσυναισθηματική, εύθραυστη, επιρρεπής σε έρωτες που αφήνουν πληγές, με απόπειρες αυτοκτονίας στο ιστορικό της... Η ενοχλητική καθημερινή επαφή μ' αυτήν είναι που αποκαλύπτει την πραγματικότητα του ήρωα: Ότι είναι όχι ακριβώς ένας ευτυχισμένος, πετυχημένος σούπερ χάι τύπος, αλλά ένας συναισθηματικά άρρωστος, παγιδευμένος σε κάτι που, ενώ ο ίδιος πιστεύει ότι γουστάρει, τελικά τον φυλακίζει. Η ταινία, πέραν των αρκετών τολμηρών σκηνών, είναι όντως καλογυρισμένη, με ιδιαίτερη αισθητική, ενώ ο Φασμπέντερ πολύ καλός στο ρόλο του. Θα είχα μια συγκεκριμένη αντίρρηση, που συχνά έχω σε τέτοιες περιπτώσεις: Ότι ασχολείται με μια πραγματικά σπάνια, ψυχοπαθολογική σχεδόν περίπτωση, οπότε, όσο καλή και νά'ναι, είναι δύσκολο να μας πει κάτι πέραν αυτής της ειδικής κατάστασης. Ωστόσο εδώ μπορούμε να εκλάβουμε το όλο θέμα και ως αλληγορία για τη μοναξιά των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, του σύγχρονου ανθρώπου, μια αλληγορία τελικά για τη βαθύτατη αλλοτρίωσή του. Ακριβώς το ότι η εξωτερική εικόνα του είναι απόλυτα θετική, μια εικόνα απδεκτή και συμπαθής, που πολλοί θα ζήλευαν, ακριβώς αυτό μας οδηγεί σε σκέψεις για το πόσο λάθος μπορεί να είναι οι αξίες μας, πόσο μακριά από την αληθινή ευτυχία (ό,τι και να είναι αυτό) μπορεί να βρισκόμαστε και σε πόσο λάθος κατεύθυνση πιθανόν βαδίζουμε. Η κατάρευση του ήρωα, το τσαλάκωμα της άψογης εικόνας του, δεν αφήνει πολλές αμφιβολίες γι' αυτό.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 26, 2012

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΠΟΥ ΤΡΟΜΑΖΕΙ

"Η Γυναίκα με τα Μαύρα" είναι μια κλασική ταινία τρόμου, η δεύτερη του James Watkins, με πρωταγωνιστή, στον πρώτο "ενήλικο" ρόλο του, το πρώην Χάρι Πότερ κ. Ράντκλιφ. Για μένα όμως σημαντικότερο - με κάποιες νοσταλγικές διαστάσεις βεβαίως - είναι ότι είναι η ταινία με την οποία ξεκινά και πάλι η θρυλική βρετανική Hammer, η εταιρία - σήμα κατατεθέν του τρόμου των 50ς και 60ς, που, μεταξύ άλλων, είχε δώσει και τους κλασικούς Δράκουλες με τον Κρίστοφερ Λι. Ίσως λοιπόν επειδή πρόκειται για τη Hammer, ο τρόμος στη "Γυναίκα με τα Μαύρα" είναι κάπως παλιομοδίτικος (και το λέω αυτό ως θετικό). Πρόκειται για τυπική ιστορία με φαντάσματα, που βασίζεται στην πραγματικά τρομακτική ατμόσφαιρα, στα υποβλητικά σκηνικά, στα στοιχειωμένα τοπία και όχι στον καταιγισμό άνευ ουσίας εφέ. Κάπου στις αρχές του 20ού αιώνα λοιπόν ένας νεαρός χήρος δικηγόρος καλείται να πάει στην επαρχία, σε μια εγκαταλειμένη έπαυλη ανάμεσα στους βάλτους, για να βρει τα απαιτούμενα νομικά χαρτιά ώστε η έπαυλη να πωληθεί. Εκεί βέβαια τα πράγματα κάθε άλλο παρά ευχάριστα είναι, οι κάτοικοι του χωριού είναι τρομαγμένοι και εχθρικοί και η ίδια η βίλα με τίποτα δεν θα χαρακτηριζόταν ευχάριστος τόπος διαμονής. Και εκεί κάπου θα κάνει την εμφάνισή της και η μυστηριώδης και τρομακτική γυναίκα με τα μαύρα. Στα συν το εξαιρετικό σκηνικό, με τη βίλα πραγματικά στο πουθενά, όχι μόνο να βρίσκεται ανάμεσα σε βάλτους, αλλά και να αποκλείεται για κάμποσες ώρες κάθε μέρα από τον υπόλοιπο κόσμο όταν έχει παλίρροια. Πόρτες που τρίζουν, ξαφνικές παρουσίες που πιάνεις με την άκρη του ματιού, παράδοξα φαινόμενα, έρημα παιδικά δωμάτια γεμάτα ανησυχητικά παιχνίδια, συνθέτουν ένα ανατριχιαστικό σκηνικό που συχνά τρομάζει τον θεατή. Αντίρρηση έχω με τα συχνά "μπου" που γίνονται, που κάθε λίγο σε τινάζουν από το κάθισμα. Όχι τίποτα, αλλά τα θεωρώ κάπως εύκολο τρόπο για να τρομάξει κανείς. Επίσης δεν μου άρεσε και με το μάλλον ξενέρωτο για μένα τέλος. Κατά τα άλλα, πρόκειται όπως είπαμε για τυπική, παλιού στιλ ταινία τρόμου με φαντάσματα που εκδικούνται, η οποία πετυχαίνει τον στόχο της - να ανησυχήσει τον θεατή δίχως σπλάτερ και άλλα τέτοια - δίχως ωστόσο να προσθέτει και κάτι καινούριο στην μακρά παράδοση του είδους. Οπότε η επιτυχία της μάλλον σε σύγχρονους εθισμένους στα εφέ θεατές οφείλεται, που αγνοούν αυτό το ατμοσφαιρικό είδος τρόμου. Χαίρομαι ωστόσο που η Hammer είναι πάλι εδώ.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 23, 2012

"ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ" Ή ΟΙ ΥΠΕΡΗΡΩΕΣ ΜΕ ΑΛΛΗ ΜΑΤΙΑ

Από την εποχή του Blair Witch Project πολλές ταινίες έχουν γίνει με αυτό το ύφος: Καταγραφή, υποτίθεται, αληθινών γεγονότων από μια ερασιτεχνική κάμερα, κουνημένη εικόνα, όχι καλά καδραρισμένες λήψεις, ντοκιμαντερίστικη αισθητική κλπ. Ε, λοιπόν, μπορώ να σας πω ότι προσωπικά θεωρώ το «Χρονικό» (2011) του πρωτοεμφανιζόμενου στο σινεμά Josh Trank ίσως την καλύτερη τέτοια ταινία.

Πιθανόν η η πλοκή να είναι κι αυτή πολύ συνηθισμένη: Μια ομάδα νεαρών ανακαλύπτει κάτι περίεργο, θαμμένο στη γη. Το αγγίζουν και σταδιακά αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι αποκτούν όλο και ισχυρότερες υπερδυνάμεις... Μια ακόμα ταινία με σούπερ ήρωες λοιπόν;

Ας δούμε το «Χρονικό» από δύο διαφορετικές σκοπιές: Αυτή της σκηνοθεσίας (της κάμερας στο χέρι δηλαδή, της επίτηδες «ερασιτεχνικής» κινηματογράφησης κλπ.) και απ’ αυτήν του σούπερ ηρωικού φιλμ.

Για την πρώτη, ξέρω ότι πολύ κόσμο ενοχλεί το κούνημα της κάμερας, ο κόκκος στη φωτογραφία, το «τυχαίο» καδράρισμα κι όλα τα σχετικά. Ε, λοιπόν, στο συγκεκριμένο φιλμ, χάρη σε ένα σεναριακό εύρημα, μετά το πρώτο μισάωρο όλα αυτά εξαφανίζονται και η εικόνα γίνεται «κανονική». Ξαναλέω, αυτό δεν γίνεται αυθαίρετα, αλλά δικαιολογείται σεναριακά. Οπότε όσοι φοβούνται αυτή την αισθητική, δεν θα ενοχληθούν ιδιαίτερα. Σημαντικότερη για μένα όμως είναι η δεύτερη σκοπιά. Πρόκειται για σούπερ ηρωικό φιλμ, είδος που συνήθως βαριέμαι. Τι διαφορετικό έχει όμως από τις συνηθισμένες περιπέτειες του είδους; Τον ρεαλισμό. Είναι σα να παρακολουθεί κανείς τι όντως μπορεί να συμβεί στο συνηθισμένο εδώ και τώρα, όταν μια παρέα συνηθισμένων νεαρών γίνει από τη μια μέρα στην άλλη παντοδύναμη (ή περίπου).

Η δύσκολη ηλικία της ενηλικίωσης, η ψυχολογία τους και οι επιπτώσεις σ’ αυτή, δίνονται με πειστικό τρόπο, δίχως το φιλμ να υστερεί σε σασπένς, το οποίο, σε αντίθεση με τις συνηθισμένες τέτοιες ταινίες, βγαίνει από την καθημερινότητά τους και τις αλλαγές που οι νέες ιδιότητες επιφέρουν σ’ αυτή. Ούτε σούπερ κακοί υπερεγκληματίες που θέλουν να καταστρέψουν τον κόσμο ούτε τίποτα τέτοιο δηλαδή. Αντίθετα, ανάλογα με τον χαρακτήρα και τα ψυχικά τραύματα που κουβαλά, ο καθένας χειρίζεται διαφορετικά την νέα του κατάσταση. Ή, αν θέλετε, ο "κακός" κρύβεται μέσα μας... Α, και προς το τέλος δεν λείπουν ούτε τα εφέ και οι εντυπωσιακές σκηνές δράσης. Στη σωστή δόση όμως νομίζω.

Ενδιαφέρον ντεμπούτο λοιπόν και ενδιαφέρουσα ματιά σε ένα χιλιοειδωμένο υποείδος του σύγχρονου κινηματογράφου. Μόνο μια τέτοια ματιά θα μπορούσε να έχει άλλωστε νόημα σήμερα.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 18, 2012

Η ΜΑΡΘΑ Ή ΜΑΡΣΙ ΜΕΪ ΣΤΟ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ ΤΗΣ ΤΡΕΛΛΑΣ

Στην ουσία πρόκειται για μια ακομα περίπτωση καταγραφής μιας σχιζοφρενικής κατάστασης. Μια νεαρή κοπέλα ζει για δυο χρόνια σε μια περίεργη αίρεση, όπου τα πάντα, συμπεριλαμβανομένων και των σωμάτων των πιστών, τελούν υπό καθεστώς κοινοκτημοσύνης, δραπετεύει απ' αυτή, βρίσκει καταφύγιο στο εξοχικό σπίτι της ευκατάστατης αδελφής της και του άντρα της, αλλά κι εκεί το περιβάλλον δεν της ταιριάζει καθόλου... Μιλώ βέβαια για την ανεξάρτητη αμερικάνικη ταινία "Martha Marcy May Marlene" (2011) του πρωτοεμφανιζόμενου σε ταινία μεγάλου μήκους Sean Durkin. Η οποία νομίζω ότι κάνει ζωηρή εντύπωση στον θεατή, καθώς, δίχως φυσικά να πρόκειται για ταινία τρόμου, καταφέρνει να δημιουργήσει μια απειλητική και αγχωτική ατμόσφαιρα. Η αφήγησή της κινείται διαρκώς ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, καθώς βλέπουμε εναλλάξ σκηνές από την τωρινή ζωή της ηρωίδας και από την προηγούμενή της στο κοινόβιο, κάπου στα βουνά της Αμερικής. Οι συνεχείς επιστροφές στο παρελθόν φωτίζουν σιγά - σιγά τα όσα έχουν συμβεί εκεί (σημειωτέον ότι η ερωτική ελευθεριότητα δεν είναι σε καμιά περίπτωση αυτό που πληγώνει εσωτερικά τη Μάρθα). Καθως λοιπόν η μπρος - πίσω αφήγηση προχωρεί, διαπιστώνουμε και το πόσο βαθιά διαταραγμένη είναι η ηρωίδα (η οποία, σημειωτέον, είναι πολύ καλή στο ρόλο της). Η ταινία μας δείχνει δύο αντίθετες όψεις του κόσμου μας, δύο αντίθετες κοσμοθεωρίες, τρόπους ζωής. Τον εναλλακτικό, που απορρίπτει ριζικά την κοινωνία όπως είναι - ή όπως την έχουμε καταντήσει - και τον... ας τον πούμε mainstream, τον "καθώς πρέπει", αυτόν που ενσαρκώνει το όνειρο του "μέσου ανθρώπου". Και απορρίπτει αμφότερους. Η Μάρθα δεν μπορεί να υπάρξει σε κανέναν. Έχει ενδιαφέρον το ότι στην αρχή μπορεί να γουστάρουμε την αυθόρμητη, ειλικρινή συμπεριφορά της στον "κανονικό" κόσμο, την τάση της να τα λέει όλα έξω από τα δόντια, να απορρίπτει ανοιχτά κάθε καθιερωμένα και κάθε παγιωμένη αξία. Βαθμιαία όμως διαπιστώνουμε ότι κι αυτή η απόλυτη άρνηση, ο κυνισμός σε κάποια σημεία, έχει τις ρίζες του - πέραν προφανώς της εναλλακτικής ιδιοσυγκρασίας της - σε έναν βαθύ ψυχικό διχασμό που φτάνει στα όρια της παράνοιας, που μπορεί να προκαλέσει ακόμα και παραισθήσεις. Μιας παράνοιας βέβαια που προκαλείται ακριβώς από την έκθεσή της σε δύο ριζικά διαφορετικούς τρόπους ζωής. Το φιλμ από τη μία μας δείχνει έναν εξουσιαστικό, καταπιεστικό συχνά "εναλλακτικό" τρόπο και από την άλλη έναν απόλυτα κενό, υπερφίαλο και σίγουρο για τον εαυτό του "καθώς πρέπει" τρόπο, που βασίζεται στην επίδειξη και, φυσικά, στη μη αμφισβήτηση, στην απόλυτη αποδοχή δίχως πολλή - πολλή σκέψη της κυρίαρχης κατάστασης. Ενδιαφέρον, με μόνη ένστασή μου το απότομο τέλος, που κυριολεκτικά σε αφήνει στα κρύα του λουτρού. Μάλλον καταλαβαίνω γιατί το κάνει ο σκηνοθέτης (spoiler: για να μας δείξει πιθανόν ότι η Μάρθα κουβαλά μέχρι τέλους τα τραύματά της, τα οποία την ακολουθούν, αφού μάλλον για παραισθήσεις πρόκειται - τέλος spoiler), αλλά δεν παύει όλο αυτό να είναι ενοχλητικό όταν συμβαίνει ξαφνικά. Κατά τα άλλα συνιστώ αυτό το χαμηλότονο και δίχως μεγάλες εξάρσεις φιλμ, που περιγράφει με τον δικό του τρόπο καταστάσεις παρόμοιες μ' αυτές του "Μαύρου Κύκνου", δίχως όμως τους τρόπους που χρησιμοποιεί ο Αρονόφσκι για να εντυπωσιάσει.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 13, 2012

"SPELLBOUND" ΚΑΙ ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

Το 1945 ο Alfred Hitchcock (1899-1980) γυρίζει το "Spellbound", μια ταινία βασισμένη πέρα για πέρα στην ψυχανάλυση, θέμα προφανώς σχετικά νέο την εποχή αυτή. Ο Χίτσκοκ συχνά έχει χαρακτηριστεί ως δημιουργός που παίζει με τις φροϊδικές και τις άλλες σχετικές θεωρίες. Εδώ αυτό γίνεται πιο εξώφθαλμο από ποτέ, αφού μοιάζει να είναι απόλυτα πεπεισμένος τόσο για τα διδάγματα και τη θεωρία της όσο και για την αποτελεσματικότητά της ως θεραπευτική μέθοδο. Το όνειρο και τα σύμβολά του - "μεταμφιεσμένα" στοιχεία του εσωτερικού μας κόσμου κατά τον Φρόιντ -, τα απωθημένα ψυχικά τραύματα, οι φοβίες, έχουν εδώ την τιμητική τους. Άλλωστε πολύ μεγάλο μέρος του φιλμ είναι γυρισμένο σε ένα άσυλο ψυχασθενών. Στο άσυλο λοιπόν αυτό φτάνει ο νέος διευθυντής, που θα διαδεχτεί τον προηγούμενο που αποσύρεται. Εκεί θα γνωρίσει μια νέα ψυχαναλύτρια και, φυσικά, θα ερωτευτούν κεραυνοβόλα. Πολύ σύντομα όμως θα αντιληφτούμε ότι κάτι δεν πάει καλά μ' αυτόν τον νέο διευθυντή... Η Ίνγκριντ Μπέργκμαν και ο Γκρέγκορι Πεκ είναι βέββαια οι σταρ του φιλμ και η ταινία γίνεται για πολλούς καλτ λόγω μιας σκηνής ονείρου, την οποία έχει σχεδιάσει (με απόλυτα αναγνωρίσιμο τρόπο, ακόμα κι αν δεν το ξέρεις) ο Salvador Dali. Κατά τα άλλα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα τυπικό χιτσκοκικό φιλμ, με τις ανατροπές, το σασπένς, την αστυνομική πλοκή (όλοι υποψιαζόμαστε ότι έχει γίνει κάποιος φόνος) και όλα τα υπόλοιπα συστατικά για να δέσει για μια ακόμα φορά η αλάνθαστη συνταγή του μετρ. Εδώ βέβαια η απόλυτη πίστη του δημιουργού (ή, τέλος πάντων, του σεναρίου) στην ψυχανάλυση ως κάτι πέρα για πέρα σωστό, που θεραπεύει στα σίγουρα αποκαλύπτοντας βαθιά θαμένα στο ασυνείδητο παιδικά και άλλα τραύματα, καθώς και η άνετη, εικόνα - εικόνα ερμηνεία των ονείρων, λες και διαβάζεις λεξικό που λέει "egg = αυγό", "map = χάρτης" κλπ., γίνονται λίγο αφελή, Αν ήταν τόσο απλά τα πράγματα χιλιάδες θα είχαν θεραπευτεί σε ελάχιστο χρόνο... Αλλά είπαμε: Αν είστε φανς του Χίτσκοκ εύκολα παραβλέπετε την αφέλεια που διαποτίζει το στόρι. Αν το κάνετε αυτό θα απολαύσετε μια ακόμα διασκεδαστική ταινία του, που κρατά τον θεατή. Κι αν ακόμα προσωπικά δεν τη θεωρώ από τις καλύτερές του, πάλι αξίζει τον κόπο, για διάφορους λόγους, η παρακολούθησή της. Μη ξεχνάτε άλλωστε και την εποχή που γυρίστηκε, μια εποχή που όλα αυτά ίσως ήταν καινοφανή για μεγάλο μέρος των λεγόμενων "μέσων ανθρώπων", οπότε η απλοϊκότητα σε ψυχολογικά θέματα περνούσε πιθανόν απαρατήρητη.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 11, 2012

"ΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ": ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

Τελικά νομίζω ότι ο εληνικής καταγωγής Alexander Payne είναι πιθανόν ο σημαντικότερος σήμερα δημιουργός αυτού του χαμηλότονου, πλην όμως πλήρες νοημάτων και συναισθημάτων, είδους φιλμ που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε δραμεντί. Οι "Απόγονοι" του 2011 το επιβεβαιώνουν. Το πρώτο πράγμα που δηλώνεται στο φιλμ είναι ότι η Χαβάη, εξωτικός "παράδεισος", τόπος διακοπών, γεμάτος πανέμορφα τοπία, απέχει στην πραγματικότητα πολύ μακριά από την έννοια του παράδεισου. Τείνουμε να βλέπουμε τέτοια μέρη ως εξωτικά, χαλαρά, δίχως πολλά - πολλά προβλήματα, ξεχνώντας όμως ότι κι αυτά κατοικούνται από κοινούς ανθρώπους, σαν κι εμάς, οι οποίοι υποφέρουν όπως κι εμείς, ελπίζουν, απογοητεύονται, αποτυγχάνουν, πασχίζουν. Ο πλούσιος μεγαλοδικηγόρος ήρωας (εξαίρετος ο Τζορτζ Κλούνεϊ) βλέπει στο μέσο της ζωής του τον καλά τακτοποιημένο, ρουτινιάρικο κόσμο του να καταρρέει. Η γυναίκα του πέφτει σε κώμα από ένα ατύχημα και μάλλον δεν θα συνέλθει ποτέ, οι κόρες του (10 και 17 χρονών) είναι... άστα να πάνε (λογικό αφού, όπως μάλλον αργά συνειδητοποιεί, όλα αυτά τα χρόνια δεν είχε ασχοληθεί καθόλου μαζί τους), και, κερασάκι στην τούρτα, μαθαίνει ότι εδώ και καιρό η γυναίκα του τον απατούσε. Καθώς το χαλί τραβιέται βίαια κάτω από τα πόδια του, αρχίζει ένα ταξίδι από νησί σε νησί, το οποίο στην ουσία είναι ένα ταξίδι (για πρώτη μάλλον φορά) αυτογνωσίας και συνειδητοποίησης της κατάστασής του - ή μάλλον της ουσιαστικής αποτυχίας του στη ζωή, παρά τα πλούτη. Ενώ το θέμα είναι καθαρά δραματικό, ο Payne το σπάει με χιούμορ (όλα τα λεφτά ο νεαρός γκόμενος της μεγάλης κόρης), το μπολιάζει με ένα είδος ελαφρότητας, η οποία ωστόσο νομίζω ότι καθόλου δεν στερεί από την ταινία το βάθος. Αντίθετα, την κάνει να βλέπεται ευκολότερα. Αυτό άλλωστε είναι κατά τη γνώμη μου και η βασική ικανότητα του σκηνοθέτη αυτού. Το είδαμε στο "Πλαγίως" και στο "About Smit", το βλέπουμε κι εδώ: Η σπάνια ικανότητα να λες σοβαρά ή/και δυσάρεστα πράγματα με ευχάριστο τρόπο. Και, επί πλέον, βρίσκει τον τρόπο σε όλο αυτό το υπαρξιακό δράμα και την πικρή διαπίστωση ότι, παρά τα φαινόμενα, πουθενά δεν υπάρχει παράδεισος, να συζητήσει και το θέμα των ιθαγενών χαβανέζων που εχασαν τη γη τους από την λευκή αποικιοκρατία - προφανώς η περίπτωση Χαβάη είναι ένα απλό παράδειγμα για κάτι που έχει συμβεί σε όλόκληρο τον πλανήτη - αλλά και για το παγκόσμιο φλέγον θέμα της οικολογικής καταστροφής, καθώς άλλο ένα θέμα της ταινίας αφορά ένα πανέμορφο, παρθένο και αχανές κομμάτι γης που ανήκει στον ήρωα και το πλήθος των συγγενών του, το οποίο ετοιμάζεται να πουληθεί για τουριστική εκμετάλλευση. Πολύ καλή ταινία, χαμηλότονη, δίχως εντυπωσιακές εξάρσεις και κορυφώσεις, πλην όμως πυκνή και συγχρόνως ευχάριστη. Μακάρι ο Payne να συνεχίσει έτσι. Ήδη όμως νομίζω ότι έχουμε αρχίσει να μιλάμε για "σταθερή αξία".

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 09, 2012

Ο ΔΡΑΚΟΥΛΑΣ ΣΤΑ 70ς

Ο John Badham υπήρξε σκηνοθέτης με μεγάλες επιτυχίες στα 70ς και 80ς κυρίως (θυμηθείτε την τεράστια επιτυχία του "Saturday Night Fever"). Στα 1979 λοιπόν, στην κορυφή της καριέρας του, γυρίζει έναν "Δράκουλα" με τον κλασικό γόη Φρανκ Λανγκέλα στον βασικό ρόλο και τους Λόρενς Ολίβιε (Βαν Χέλσινγκ) και Ντόναλντ Πλέζανς στους άλλους. Ο Μπάνταμ δεν ξεκινά από την αρχή την κλασική ιστορία του Μπραμ Στόουκερ, αλλά από τη στιγμή που ο φοβερός κόμης ταξιδεύει με το πλοίο (πλοίο - φάντασμα καλύτερα να πούμε) προς την Αγγλία. Από εκεί και πέρα παραμένει σχετικά πιστός στο πρωτότυπο. Θεωρώ το όλο εγχείρημα αrκετά πετυχημένο. Ο Δράκουλας διαθέτει σε σωστή αναλογία το μείγμα γοητείας - τρόμου, οι ερμηνείες είναι καλές, η ατμόσφαιρα γοητευτικά μπαρόκ και παρακμασμένη όταν χρειάζεται. Υπάρχει σαφώς περισότερος τρόμος και περισσότερος ερωτισμός από τις προηγούμενες βερσιόν, αλλά αυτό βέβαια είναι θέμα εποχής: Τα 70ς είναι πολύ πιο απελευθερωμένα από τα τέλη των 50ς - αρχές 60ς που έγιναν οι κλασικοί Δράκουλες της Χάμερ με τον Κρίστοφερ Λι. Πάντως αυτή εδώ η βερσιόν του κυριολεκτικά και μεταφοριά (για τη μεγάλη οθόνη) απέθαντου ήρωα επικεντρώνει στο ρομαντικό στοιχείο. Ρομαντικό με την έννοια της βαριάς, μπαρόκ και ενίοτε παρακμιακής ατμόσφαιρας, του πάθους που αψηφά τον θάνατο (η Μίνα παραμένει μέχρι τέλους αθεράπευτα ερωτευμένη με τον γοητευτικό κόμη, ακόμα κι όταν αποκαλύπτεται το τι πραγματικά είναι αυτός), του αέναου παιχνιδιού με τα άκρα. Και, βέβαια, το "ανοιχτό" τέλος δείχνει την υπόγεια συμπάθεια προς το "τέρας", το οποίο δεν είναι πλέον αποκλειστικά και μόνο, μονοδιάστατα δηλαδή, φορέας του κακού. Χαρακτηριστικό και το ότι το άσυλο των τρελών βρίσκεται σε πρώτο πλάνο, αφού η οικογένεια της Μίνας κατοικεί σ' αυτό, αφού ο πατέρας της είναι ο γιατρός - ιδιοκτήτης, και σε πολλές σκηνές οι τρελοί μπερδεύονται με τους υγιείς, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία ανησυχητικού κλίματος. Δεν μιλάμε φυσικά για ένα αριστούργημα όπως (κατά τη γνώμη μου βέβαια) ο μεταγενέστερος Δράκουλας του Κόπολα, σε καμία περίπτωση όμως δεν πρόκειται και για μια αδιάφορη βερσιόν, όπως πολλές που είχαν προηγηθεί. Πρόκειται για έναν τυπικό, καλό Δράκουλα - που μπορεί να μπαίνει ακάλεστος στα σπίτια και δεν φοβάται τον σταυρό όπως οι προηγούμενοί του. Αν σας ενδιαφέρει το θέμα και ο συγκεκριμένος ήρωας, θα σας τον πρότεινα ως μία αρκετά συμπαθητική εκδοχή του κλασικού μύθου.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 07, 2012

Ο ΣΕΡΛΟΚ ΧΟΛΜΣ ΩΣ ACTION HERO ΞΑΝΑ

Αφού το πρώτο φιλμ πήγε πολύ καλά στα ταμεία, ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι θα ακολουθούσε και δεύτερο (τουλάχιστον). Κι αφού ο Guy Ritchie κρίθηκε πετυχημένος, γιατί να μην αναλάβει και το sequel; Λέω βέβαια για το "Σέρλοκ Χολμς: Το Παιχνίδι των Σκιών" του 2011, με την ίδια ακριβώς συνταγή του πρώτου: Ρόμπερτ Ντάουνι και Τζουντ Λο στους βασικούς ρόλους των Χολμς και Γουότσον, παρόμοια δοσολογία μυστηρίου, καταιγιστικής δράσης και χιούμορ, παρόμοια αστεία με την λανθάνουσα ομοφυλόφιλη σχέση των δύο πρωταγωνιστών... καρμπόν δηλαδή, ώστε η επιτυχία να είναι σίγουρη. Εδώ την εμφάνισή του ως υπερ-κακός κάνει ο βασικός αντίπαλος του Χολμς από τα βιβλία του Κόναν Ντόιλ: Ο σατανικός και ιδιοφυής Μοριάρτι. Με πολύπλοκα σχέδια βέβαια για τίποτα λιγότερο από το να κυριαρχήσει στην ανθρωπότητα. Τόσο απλά. Και, βέβαια, η σχέση Χολμς - Μοριάρτι είναι σχέση αγάπης - μίσους. Εννοώ ότι, ενώ μισούνται θανάσιμα, δεν παύουν να θαυμάζουν ο ένας την ιδιοφυία του άλλου και να σέβονται τον άλλον ως άξιο αντίπαλο. Εντάξει, τίποτα σπουδαίο. Το έχουμε ξαναδεί κι αυτό πολλάκις. Ο Ritchie είναι βέβαια ικανός σκηνοθέτης ταινιών δράσης. Επινοεί κάθε είδους ταρζανιές, μάχες, μονομαχίες, κυνηγητά, κατέχει την τέχνη του σωστού timing, χρησιμοποιεί κατά κόρον το slow motion (πόσες φορές θα το δούμε αυτό σε φιλμ δράσης;) και, γενικά, φροντίζει να μην αφήσει τον θεατή να πλήξει. Κοτσάρει και ένα ανεξήγητο τέλος, που υποτίθεται δεχόμαστε επειδή εξ αρχής έχουμε αποδεχτεί τις συμβάσεις και τις απιθανότητες του είδους και εκεί πήγαμε για να διασκεδάσουμε, δίχως να πολυσκεφτόμαστε το πώς και το γιατί... οπότε όλα είναι στη θέση τους. Εμένα βέβαια η μετατροπή του Σέρλοκ σε action hero δεν παύει να με ενοχλεί - το δήλωσα από την πρώτη ταινία της σειράς. Αν όμως καταφέρναμε να αποστασιοποηθούμε από τα βιβλία, μάλλον θα απολαμβάναμε μια καλή περιπέτεια, απ' αυτές τις γεμάτες πράγματα που, πολύ απλά, δεν γίνονται και τις οποίες το Χόλιγουντ παράγει βέβαια κατά κόρον. Διαθέτει αυτή την περίπου steam punk γοητευτική ατμόσφαιρα - 19ος αιώνας και κάμποση τεχνολογία, έχει και σαν βασικό κατά τη γνώμη μου ατού το χιούμορ που προαναφέραμε. Αν είστε φίλος του είδους λοιπόν, μάλλον θα περάσετε καλά - αντικειμενικά μιλώντας. Εγώ πάντως μάλλον βαρέθηκα. Όχι επειδή πρόκειται για κακό δείγμα του είδους, αλλά επειδή έχω βαρεθεί το ίδιο το είδος. Πόσο ξύλο και εκρήξεις να αντέξει πια κανείς;

Κυριακή, Φεβρουαρίου 05, 2012

CAPRICORN 1: Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ

Έχετε μήπως ακούσει τη θεωρία συνωμοσίας ότι δεν πήγαμε ποτέ στο φεγγάρι κι ότι όλα αυτά είναι μια τέλεια σκηνοθεσία των ΗΠΑ για δικούς τους λόγους; Δεν ξέρω από πότε κυκλοφορεί αυτή η θεωρία, αλλά το 1977 ο μάλλον μέτριος σκηνοθέτης Peter Hyams γυρίζει το "Capricprn One", το οποίο ακριβώς πραγματεύεται κάτι παρόμοιο: Την ιστορία μιας πρώτης επανδρωμένης πτήσης στον Άρη, όπου τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια τεράστια πλεκτάνη, με θύμα την ίδια την κοινή γνώμη, ολόκληρο τον κόσμο ουσιαστικά. Πολύ σύντομα τα μέλη της επερχόμενης πτήσης θα μάθουν την αλήθεια (μαζί τους κι εμείς, από την αρχή σχεδόν της ταινίας) και το θέμα είναι τι γίνεται μετά. Βρίσκω την ιδέα ενδιαφέρουσα. Η ταινία, στα πλαίσια της πολιτικοποιημένης και για το Χόλιγουντ εποχής των 70ς, έχει κάμποσες πολιτικές προεκτάσεις και καταγγέλει διάφορες κυβερνητικές συνωμοσίες και την γενική πρακτική, που ακάθεκτα συνεχίζεται ως τις μέρες μας, η οποία συνίσταται στο άλλα να ανακοινώνουμε και άλλα να εννοούμε και να πράττουμε στην πραγματικότητα. Η σκηνοθεσία της πραγματικότητας είναι αυτό που παρακολουθούμε, αυτό που σύσσωμα τα media (συχνά άθελά τους) μας σερβίρουν. Πίσω από την ψευδή αυτή εικόνα κρύβεται μια και μόνη πραγματικότητα: Τα κάθε λογής συμφέροντα είναι αυτά που πραγματικά ενδιαφέρουν, ποιος λοιπόν νοιάζεται για την αλήθεια; Καλά όλα αυτά. Μέχρι τα μισά τουλάχιστον βρήκα το φιλμ ενδιαφέρον. Το θέμα είναι - και το πρόβλημα φυσικά - ότι από ένα σημείο και πέρα η εμπορική επιτυχία της ταινίας ήταν αυτό που ενδιέφερε περισσότερο. Έτσι το όλο πράγμα μετατρέπεται σε ταινία δράσης, με κάμποσα εξωπραγματικά στοιχεία στο σενάριο, αρκετά κυνηγητά και θεαματικές υποτίθεται σκηνές, διάφορες "ταρζανιές" και ένα μάλλον προβλέψιμο τέλος, που, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιου είδους περιπέτειες, παίζει με το τέλειο timing, όχι με τη σκηνοθετική έννοια, αλλά με τη σεναριακή (και παντελώς απίθανη): Ότι δηλαδή η κατάλληλη λύση θα δοθεί το κατάλληλο κυριολεκτικά δευτερόλεπτο. Ούτε λεπτό παραπάνω ή παρακάτω. Μάλιστα... Ανεξάρτητα της "υποβάθισης" πάντως της ταινίας σε απλοϊκή, χιλιοειδωμένη περιπέτεια, η ιδέα παραμένει ενδιαφέρουσα και, παρά τις αφέλειες, το φιλμ καταφέρνει νομίζω να κρατήσει τον θεατή. Αν μπορούσε να διατηρήσει το κλίμα του πρώτου μέρους, που δίνει βάρος στο ψυχολογικό μέρος και στο αδιέξοδο των παγιδευμένων ηρώων, θα τη χαρακτήριζα καλή. Δυστυχώς... είπαμε. Κι έτσι μια ακόμα ευκαιρία συνολικά πήγε χαμένη. Κρίμα. Πάντως, τελικά, ίσως αξίζει τον κόπο να της ρίξετε μια ματιά.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 04, 2012

"ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ" ΚΑΙ Η ΚΑΛΛΙΓΡΑΦΙΑ

Ο Steven Spielberg έχει δύο όψεις: Η μία είναι η απόλυτα διασκεδαστική, η περιπετειώδης, αυτή που θυμίζει παραμύθι. Δεν είναι τυχαίο το ότι συχνά αποκαλείται "ο μεγαλύτερος σύγχρονος παραμυθάς". Όταν λοιπόν μιλάμε για τέτοιο φιλμ, του βγάζω το καπέλο (συνήθως). Η άλλη είναι οι "σοβαρές" του ταινίες. Τα δράματα, τα πολεμικά κλπ. Εδώ κρατώ πάντοτε μικρότερο καλάθι. Βρίσκω συνήθως τις ταινίες αυτές μελό, απλοϊκές, εντυπωσιακές εξωτερικά, αλλά άνευ ιδιαίτερης ουσίας ή έναν συνδυασμό απ' όλα αυτά. Φοβάμαι ότι "Το Άλογο του Πολέμου" του 2011 ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Το φιλμ έχει σαν ήρωα ένα άλογο, την ιστορία του οποίου παρακολουθούμε κατά τη διάρκεια αρκετών ετών. Στενότατα δεμένο με τον νεαρό αγρότη στον οποίο από μικρό ανήκει, που έχει καταφέρει να το δαμάσει, να το κάνει χρήσιμο για την οικογένειά του και, φυσικά, το αγαπά υπερβολικά, αναγκάζεται να τον αποχωριστεί βίαια όταν "επιστρατεύεται" στον Α' παγκόσμιο πόλεμο ως "πολεμικό άλογο". Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε τις περιπέτειές του στο μέτωπο, το πέρασμά του από διάφορους, διαφόρων εθνικοτήτων, αφέντες, που όλοι το αγαπούν επίσης, μέχρι το συγκινητικό (προφανώς) τέλος. Φυσικά βρισκόμαστε πολύ μακριά (είναι όλα πολύ πιο ήπια δηλαδή) από την αξέχαστη αγριότητα των πρώτων σκηνών του "Στρατιώτη Ράιαν". Θα ήταν δύσκολο να παραβλέψεις τις εξώφθαλμες αρετές της ταινίας. Άψογοι αφηγηματικοί ρυθμοί (για Σπίλμπεργκ μιλάμε, αλοίμονο τώρα...), φοβερή φωτογραφία, εντυπωσιακές σκηνές (ο καλπασμός του αλόγου στα χαρακώματα είναι ίσως σκηνή ανθολογίας), ισορροπία ανάμεσα στη δράση και τη συγκίνηση κλπ. Στα θετικά και το ότι ο εχθρός, οι Γερμανοί δηλαδή, δείχνονται όχι ως μονοδιάστατα κακοί, αλλά από την ανθρώπινη πλευρά τους, μέσα απο τα μάτια του απλού φαντάρου δηλαδή, που, προφανώς, όποια καταγωγή κι αν έχει, υποφέρει το ίδιο όταν ζει την ανθρώπινη παράνοια και φρίκη που λέγεται πόλεμος. Έτσι το αντιπολεμικό μήνυμα περνά αβίαστα. Γιατί λοιπόν γκρινιάζω; Ε, να, είναι αυτό το μόνιμο μελό που έχουν οι "σοβαρές" σπιλμπεργκικές ταινίες, αυτή η εμμονή με την οικογένεια, που είναι πάνω απ' όλα, αυτή η καλλιγραφία στην εικόνα. Η καλλιγραφική γραφή αιχμαλωτίζει το μάτι και σε κάνει να μην ενδιαφέρεσαι για το τι ακριβώς γράφει το κείμενο, αλλά για τον γραφικό χαρακτήρα. Κάτι τέτοιο και στο σινεμά. Την τελική σκηνή μάλιστα θα την χαρακτήριζα μελό, ακόμα και κιτς, μέσα στην "ομορφιά" της. Ο Spielberg παραμένει ίσως ο δεινότερος αφηγητής του σύγχρονου σινεμά. Παραμένει επίσης προσκολλημένος στο παλιό, κλασικό Χόλιγουντ άλλων εποχών, αυτό το συναρπαστικό μεν, ψεύτικο όμως μέσα στις σεναριακές απιθανότητες και την απλοϊκότητα των καταστάσεων Χόλιγουντ. Αναβιώνει την κλασική αυτή σχολή κινηματογράφου απόλυτα πετυχημένα. Όταν το κάνει, όπως είπαμε, σε ταινίες του φανταστικού, σε παραμύθια ουσιαστικά, ο "συντηρητισμός" αυτός, για μένα τουλάχιστον, είναι ευπρόσδεκτος. Όταν όμως το εφαρμόζει σε δραματικές, ρεαλιστικές ιστορίες, μου φαίνεται εκτός χρόνου. Μη νομίζετε όμως ότι τις απορρίπτω συλλήβδην. Μπορώ πολύ εύκολα να αποδεχτώ, να απολαύσω μάλιστα, τέτοιες συμβάσεις, όταν αυτές γίνονται στη δεκαετία του 50 και πιο πριν. Ήταν όλη η εποχή έτσι και ο κινηματογράφος ήταν τότε μια πολύ νεότερη τέχνη, που ακόμα δεν είχε τολμήσει όσα τόλμησε έκτοτε. Σήμερα όμως, παρά την εκτυφλωτική ομορφιά του "περιτυλίγματός" τους, ή ίσως εξ αιτίας αυτής, τέτοιες απόπειρες μου φαίνονται απλοϊκές και εκτός εποχής. Ή, για να χρησιμοποιήσω μια πιο αργκό λέξη, αρκετά ξενέρωτες. Περιμένω ανυπόμονα το επόμενο καθαρόαιμο παραμύθι του Σπίλμπεργκ, όπως το απολαυστικότατο "Τεν Τεν" ας πούμε.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 02, 2012

ΤΟ "EQUILIBRIUM" ΚΑΙ Η ΑΙΩΝΙΑ ΕΠΙΡΡΟΗ ΤΟΥ "1984"

Το θέμα είναι κλασικό: Μέλλον, φασιστικό καθεστώς, απαγόρευση διαφόρων πραγμάτων που ποικίλουν ανά ταινία (ή βιβλίο), κάποιος/οι που επαναστατούν ενάντια στην εξουσία... Πόσες φορές το έχουμε ξαναδεί και πόσες θα το δούμε στο μέλλον; (ελπίζω μόνο να το δούμε και να μην το ζήσουμε) Στα κλασικά αυτά πλαίσια κινείται και το "Equilibrium" του 2002 του γερμανού Kurt Wimmer. Όπου - πολυχρησιμοποιημένο κι αυτό - στην ολοκληρωτική μελλοντική κοινωνία απαγορεύεται το συναίσθημα γενικά (όπως και η κάθε μορφής τέχνη), πράγμα που επιτυγχάνεται με την υποχρεωτική κατανάλωση από όλον τον πληθυσμό ενός συγκεκριμένου χαπιού, που "πετυχαίνει" ακριβώς αυτό. Όταν ένας από τους πιο άτεγκτους κυνηγούς "εγκληματιών" παραβατών και άριστα εκπαιδευμένος για δράση κάθε είδους (για να μην ξεχνιόμαστε και να έχουμε άφθονες ευκαιρίες για θέαμα), παραλείπει να πάρει την καθημερινή του δόση, αρχίζει να βλέπει τα πράγματα από ολότελα διαφορετική οπτική γωνία. Τουλάχιστον η ταινία, που νομίζω ότι ξαναχρησιμοποιεί ένα μάλλον εξαντλημένο μοτίβο, είναι εξαιρετικά καλογυρισμένη. Ιδιαίτερα ατμοσφαιρική, άψογα χορογραφημένες (έως και "χορευτικές") σκηνές δράσης (το "Matrix" παραμονεύει πάντοτε στη γωνία), καλό timing, κάποιες (οχι ιδιαίτερα εντυπωσιακές) ανατροπές, ενώ οι Κρίστιαν Μπέιλ και Μάικλ Μπιν είναι πολύ ταιριαστοί στους βασικούς ρόλους. Αυτά είναι τα θετικά, που βέβαια μου φαίνονται αρκετά για να περάσει κάποιος ένα ευχάριστο δίωρο. Δεν έχω δει την μοναδική επόμενη του Wimmer. Τον βρήκα ικανό σκηνοθέτη, αλλά μάλλον δεν φαίνεται να έχει συνέχεια. Τουλάχιστον θα μπορούσε να κάνει απολαυστικές ταινίες δράσης. Πάντως, εν κατακλείδι, το "Equilibrium" δεν είναι κακό. Ακομα και στιλάτο θα το χαρακτήριζα. Απλώς το έχω δει πάρα πολλές φορές...

Τρίτη, Ιανουαρίου 31, 2012

ΣΤΗ ΧΑΒΡΗ ΟΛΑ ΠΑΝΕ ΚΑΛΑ...

Ο φινλανδός Aki Kaurismäki είναι από τους αγαπημένους μου σύγχρονους δημιουργούς. Πολλά χρόνια μετά το ξεκίνημά του εξακολουθεί να κάνει εξαιρετικές και προσωπικές ταινίες, με το άμεσα αναγνωρίσιμο μοναδικό, λιτό στιλ του. Αυτό συμβαίνει με το "Le Havre" ("Το Λιμάνι της Χάβρης" ελληνικά) του 2011. Το οποίο, επί πλέον, είναι μια απόλυτα feelgood ταινία. Ο Kaurismäki αποφασίζει εδώ να πάει απόλυτα κόντρα στο κλίμα της εποχής. Ενώ τα πάντα γύρω μας είναι ζοφερά, δυσοίωνα, αδιέξοδα, αυτός φτιάχνει μια ζεστή, γεμάτη ανθρωπιά και τρυφερότητα, αστεία και, κυρίως, υπεραισιόδοξη ταινία. Το στιλ του παραμένει το γνωστό: Μινιμαλιστικό, απλό, με σύντομους, κοφτούς διάλογους και συχνά σουρεαλιστικές καταστάσεις. Το παράδοξο, που μόνο αυτός με έναν ακατανόητο τρόπο πετυχαίνει πάντα, βρίσκεται σε μια βασική αντίφαση: Ενώ η εικόνα, τα ντεκόρ και οι περιβάλλοντες χώροι, οι εξωτερικοί τρόποι των ηρώων, οι διάλογοι, είναι απόλυτα ψυχροί, ταιριαστοί με τη σκανδιναυική ατμόσφαιρα, το feeling όλων σχεδόν των ταινιών του και αυτό που τελικά αποκομίζεις είναι τέλεια ζεστασιά, έντονος συναισθηματισμός, αισιοδοξία και ανθρωπιά (ανακατεμένα πάντα με μια περιρέουσα μελαγχολία, που συχνά απορρέει από τα ίδια τα τοπία). Πώς γίνεται αυτό; Μόνο εκείνος ξέρει. Όσο για τους ίδιους τους ήρωές του, έχουμε πάντα να κάνουμε με ανθρώπους που πάνω απ' όλα είναι απλοί, καθημερινοί, ταπεινοί, συχνά περιθωριακοί κάθε είδους, από αυτούς με τους οποίους σπάνια ασχολείται η τέχνη, ακριβώς επειδή η απλότητα και ταπεινότητά τους δεν προσφέρει και πολλά ερεθίσματα. Μόνο που αυτό δεν ισχύει όταν βρίσκονται στα χέρια του Καουρισμάκι... Στη "Χάβρη" ένας φτωχός πρώην επίδοξος συγγραφέας, κλοσάρ και νυν λούστρος, του οποίου η γυναίκα βρίσκεται στο νοσοκομείο σε κρίσιμη κατάσταση, περιμαζεύει, παρά τη φτώχια του, έναν μικρό μαύρο παράνομο μετανάστη. Όλη η γειτονιά, αποτελούμενη από εξ ίσου φτωχούς και ταπεινούς ανθρώπους, βοηθά όπως μπορεί, ενώ ένας επιθεωρητής της αστυνομίας προσπαθεί να εντοπίσει τον λαθρομετανάστη. Όλα αυτά συμβαίνουν στο επίσης ταπεινό, δίχως τίποτα σημαντικό, γαλικό λιμάνι της Χάβρης, πόλη που, μέσα στη μη διασημότητά της, ταιριάζει γάντι θα έλεγε κανείς με το στιλ των ηρώων του φιλμ. Η απροσδόκητη στις μέρες μας ανθρωπιά, η νοσταλγική ατμόσφαιρα άλλων εποχών και η αίσθηση της παλιάς "γειτονιάς", που εδώ αναβιώνει απόλυτα, και φυσικά το ιδιόρυθμο, συχνά μαύρο χιούμορ του δημιουργού, κυριαρχούν από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή. Όλα αυτά εμπλουτισμένα από παλιομοδίτικες μουσικές, γεμάτες όμως ψυχή, άλλο ένα σήμα κατατεθέν του ξεχωριστού δημιουργού (όλα τα λεφτά ο Little Bob). Έτσι, ο φινλανδός καταφέρνει κατά τη γνώμη μου να κάνει μια από τις καλύτερες ταινίες του, να διατηρήσει ατόφιο το απόλυτα αναγνωρίσιμο στιλ του και, συγχρόνως, να πάει εντελώς κόντρα στην άγρια παγκόσμια κατάσταση, δίνοντάς μας με αφοπλιστικό τρόπο μια μεγάλη δόση αισιοδοξίας και ανθρωπιάς και παρουσιάζοντάς μας έναν "μαγικό" μέσα στον ρεαλισμό του κόσμο, όπου σχεδόν όλοι οι ταπεινοί του κάτοικοι είναι κατά βάση "καλοί". Φαίνεται ότι το φιλμ μου άρεσε τόσο επειδή τελικά όλοι χρειαζόμαστε μια γερή ένεση αισιοδοξίας στους καιρούς μας... Πάντως για μένα βρίσκεται ήδη στις δέκα καλύτερες ταινίες της χρονιάς. ΥΓ: Ανέφερα πριν τον "μαγικό μέσα στο ρεαλισμό του κόσμο" του σκηνοθετη. Μαγικός ως προς τις συμπεριφορές και την ψυχή όσων τον κατοικούν. Όμως στον Καουρισμάκι η feelgood αυτή ατμόσφαιρα βρίσκεται στον αντίποδα της αντίστοιχης του Ζενέ, ο οποίος επιτυγχάνει παρόμοια αποτελέσματα "καρτασκευάζοντας" εξ αρχής ένα μαγικό, φανταστικό σύμπαν. Εδώ αντίθετα το όλο σκηνικό θα μπορούσε να είναι ίδιο με μια ταινία ωμού ρεαλισμού των Νταρντέν, ας πούμε. Το τελικό αίσθημα όμως που σου αφήνει βρίσκεται πολύ μακριά απ' αυτούς. Κι ας διαπνέεται, όπως επίσης είπαμε, από έντονη συχνά μελαγχολία.

Κυριακή, Ιανουαρίου 29, 2012

ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΟ "ΚΟΛΑΣΤΗΡΙΟ"

Θα πω από την αρχή κάτι που θα ενοχλήσει πολλούς σινεφίλ (στους οποίους, βεβαίως, συγκαταλέγομαι): Ποτέ δεν μου άρεσε ο Bela Tarr. Ο γνωστότερος σήμερα ούγγρος σκηνοθέτης διαθέτει μια εξαιρετικά προσωπική ματιά, με ταινίες που δεν μοιάζουν με κανενός άλλου... και οι οποίες με κουράζουν. Γενικά όμως για το έργο του Tarr θα επανέλθω στο τέλος. Το "Κολαστήριο" (Karhozat) είναι του 1988 και, όπως διαβάζω, ξεκινά την δεύτερη περίοδό του, αυτή δηλαδή που γνωρίζουμε και που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η ιστορία είναι απλή και προσχηματική, λειτουργώντας απλώς σαν όχημα για να εκφράσει πολύ βαθύτερους προβληματισμούς και φιλοσοφικές απόψεις: Ένας μοναχικός άντρας ερωτεύεται την τραγουδίστρια ενός μπαρ (που, καθόλου τυχαία, ονομάζεται Τιτανικός), η οποία όμως είναι παντρεμένη. Για να μείνει μόνος μαζί της και να την κλατακτήσει (πράγμα που συμβαίνει) πείθει τον σύζυγο να φύγει για να κάνει μια παράνομη μεταφορά. "Η ιστορία" όμως, όπως ο ίδιος δηλώνει από την αρχή, "θα τελειώσει όπως όλες οι ιστορίες. Άσχημα". Το φιλμ είναι βέβαια ασπρόμαυρο, με εξαιρετική πραγματικά φωτογραφία, πράγμα που αποτελεί "σήμα κατατεθέν" του Tarr (και η ποιότητα της φωτογραφίας και το ασπρόμαυρο), και είναι φυσικά πολύ βαρύ και καταθλιπτικό - άλλο χαρακτηριστικό του δημιουργού. Οι εικόνες είναι ζοφερές. Λασπωμένα, γυμνά τοπία, διαρκής βροχή, αδέσποτα σκυλιά, μίζερα εσωτερικά, συνθέτουν ένα πραγματικό κολαστήριο. Ένα περιβάλλον όπου τίποτα δεν μπορεί να πάει καλά. Οι ήρωες είναι λιγομίλητοι, βαρείς κι αυτοί, με υπαρξιακά προβλήματα. Φυσικά όλο αυτό το σκηνικό αντανακλά την ανθρώπινη υπαρξιακή αγωνία, το αδύνατο, κατά Tarr, της ευτυχίας ή, πιθανόν, αποτελεί και ένα σχόλιο για την τότε κατάσταση της Ουγγαρίας (και την μετέπειτα βέβαια, αν δούμε και τις επόμενες ταινίες του, που κινούνται σε παρόμοιο κλίμα). Τα πλάνα είναι αργόσυρτα, οι αφηγηματικοί ρυθμοί αργοί επίσης, οι σιωπές μακρές, οι διάλογοι ποιητικοί ή/και φιλοσοφικοί... Το σινεμά του Tarr, για να επανέλθουμε στα αρχικά μου σχόλια, με κουράζει. Θαυμάζω τη φωτογραφία του, αλλά τον βρίσκω... πώς να το εκφράσω... έναν μανιερίστα της απελπισίας, της κατάθλιψης. Από το ζοφερό του σύμπαν λείπει, ας πούμε, η πίστη και η εμφάνιση του θαύματος του Ταρκόφσκι, η παράνοια του Φον Τρίερ, η έντονη πολιτική άποψη του Αγγελόπουλου... για να αναφέρουμε (τυχαία) μερικούς άλλους "δύσκολους" δημιουργούς. Εδώ υπάρχει μόνο πεσιμισμός, διαρκής υπαρξιακή αγωνία... μια ανθρώπινη κόλαση, ιστορίες και καταστάσεις εξ αρχής καταδικασμένες. Και, προσωπικά, με ενοχλούν και οι στημένοι, "ψεύτικοι", ποιητικοί και φιλοσοφικοί διάλογοι που προείπαμε (πράγμα βέβαια απόλυτα ηθελημένο από τον Ταρ, στοιχείο κι αυτό της όλης αισθητικής του). Ο ούγγρος δημιουργός, όπως έχει ο ίδιος δηλώσει, θα ήθελε να είναι φιλόσοφος. Ο κινηματογράφος είναι μόνο ένα χόμπι του. Εκτιμώ τις αρετές και τη μοναδικότητα (σίγουρο το τελευταίο) του έργου του, αλλά όλη αυτή η διαρκής και αδιέξοδη κατάθλιψη με κουράζει, αλλά και κάπου με ενοχλεί.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 27, 2012

Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΥΦΥΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ

Το 2011 ο Neil Burger (που παλιότερα είχε κάνει το σχετικά ενδιαφέρον "The Illusionist") γυρίζει το "Limitless" ("Απόλυτη Ευφυϊα" στην Ελλάδα), μια αρκετά ενδιαφέρουσα (και αυτή) ταινία επιστημονικής φαντασίας. Ένας απόλυτος looser και υποψήφιος συγγραφέας, δίχως ιδιαίτερη έμπνευση όμως, δοκιμάζει το πειραματικό προϊόν μιας ιατρικής εταιρίας, το οποίο υποτίθεται ότι κάνει τον άνθρωπο (τον εγκέφαλό του για την ακρίβεια) να αναπτύξει το 100% των δυνατοτήτων του, πράγμα που υπό φυσιολογικές συνθήκες ουδείς από εμάς μπορεί να χρησιμοποιήσει. Τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά, αλλά και οι κάθε λογής "παράπλευρες απώλειες" το ίδιο. Σύντομα ο ήρωας θα βρεθεί σε ένα παιχνίδι ζωής και θανάτου, αλλά θα έχει προβλήματα και με τον εθισμό στο θαυματουργό χάπι. Και όχι μόνο αυτός... Η ταινία είναι καλογυρισμένη, έξυπνη, με γρήγορους ρυθμούς και στιλάτη σκηνοθεσία και ξεδιπλώνεται σε μια σειρά πολύ ντιζαϊνάτων χωρων. Αλληγορικά πιθανόν να μιλά για τον θαυμαστό κόσμο των ναρκωτικών, τους ορίζοντες που ανοίγουν και τη διεύρυνση του νου που όντως προσφέρουν κάποια απ' αυτά, αλλά και τους τεράστιους κινδύνους τους, με πρώτο και χειρότερο βεβαίως τον εθισμό και την έλλειψη ζωής έξω απ' τον όλο και πιο κεντραρισμένο σ' αυτά κόσμο που δημιουργούν. Και βέβαια, θέτει τον προβληματισμό: ΟΚ, όλα είναι καλά όταν βρίσκεσαι υπό την επήρρεια, είσαι όμως ο εαυτός σου; Ο αληθινός σου εαυτός; Τι απ' αυτόν έχει μείνει; Μοναδική μου αντίρηση το αρκετά εύκολο και προβλέψιμο τέλος, που λες και φτιάχτηκε επί τούτου για να μείνουν οι πάντες ευχαριστημένοι. Μου φάνηκε κάπως άγαρμπο. Πέραν αυτού, απόλαυσα αρκετά την ταινία. Δεν είναι κάτι συγκλονιστικό, νομίζω όμως ότι το ευχαριστιέσαι. Και κάνει και εμφάνιση σε δεύτερο, χαρακτηριστικό όμως ρόλο, ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, ως εκατομμυριούχος μεγαλοεπενδυτής. Αν και αυτό δεν αποτελεί πια είδηση, αφού έχει γίνει πλέον κανονικός μαϊντανός σε πλήθος ταινιών που σαφώς δεν είναι ισάξιές του (δεν μιλώ για τη συγκεκριμένη, αλλά για πολλές άλλες πραγματικά μέτριες). Λένε ότι χρησιμοποιούμε σ' όλη αμς τη ζωή ένα μικρό μόνο μέρος των δυνατοτήτων του εγκεφάλου μας. Η ταινία με έκανε να σκεφτώ: Τι θα μπορούσε πραγματικά να συμβεί αν το μέρος αυτό δεν ήταν τόσο μικρό; Κι αν ακόμα ήταν το 100%; Θα γινόμαστε άραγε μικροί θεοί;

Πέμπτη, Ιανουαρίου 26, 2012

"Η ΛΟΥΛΟΥ ΣΤΗ ΓΕΦΥΡΑ" ΚΑΙ Η ΔΙΧΩΣ ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ

O Paul Auster είναι ένας συγγραφέας που μ' αρέσει πολύ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι και σημαντικός σκηνοθέτης. Η ταινία του "Lulu on the Bridge", σε δικό του σενάριο φυσικά, γυρίστηκε το 1998 και το καστ έχει πολύ ενδιαφέρον: Χάρβεϊ Καϊτέλ, Μάιρα Σορβίνο, Γουίλιαμ Νταφόε, Βανέσα Ρεντγκρέιβ, Μάντι Πατίνκιν, Τζίνα Γκέρσον, ενώ συντομότατες εμφανίσεις (φιλικά υποθέτω) κάνουν μουσικές προσωπικότητες όπως ο Λου Ριντ και ο Ντέιβιντ Μπερν. Η φιλόδοξη ιστορία βουτά βαθιά (και χάνεται) στη μεταφυσική. Ένας γνωστός τζαζίστας, όχι και πολύ καλός χαρακτήρας ωστόσο, πληγώνεται βαριά από αδέσποτη σφαίρα. Όταν συνέρχεται η ζωή του έχει αλλάξει ριζικά. Δεν μπορεί πια να παίξει και βρίσκεται σε κατάθλιψη, ίσως και στα πρόθυρα της αυτοκτονίας. Ένα κουτί όμως που περιέχει μια μυστηριώδη πέτρα με παράδοξες ιδιότητες πέφτει κατά λάθος στα χέρια του και ανατρέπει τα πάντα, ενώ ο ήρωάς μας θα ερωτευτεί βαθύτατα. Αλλά και πάλι αυτό είναι μόνο η (ευτυχισμένη) αρχή... Ενώ παρακολούθησα την ταινία με πολύ ενδιαφέρον, το μάλλον εύκολο τέλος - που έχουμε ξαναδεί - αλλά και διάφορα κενά και η πλήρης έλλειψη εξηγήσεων για το όσα συμβαίνουν, συνειδητά υποθέτω και όχι από αμηχανία, με άφησαν τελικά ανικανοποίητο ή, αν προτιμάτε, με την αίσθηση ότι χάθηκε μια ενδιαφέρουσα ευκαιρία. Είναι σα να βρισκόμαστε σε μια ταινία του Λιντς, με το ίδιο μυστηριώδεις και ανεξήγητες καταστάσεις, πλην όμως χωρίς τη χαρακτηριστική του διαστροφή και σκληρότητα. Ίσα - ίσα που εδώ πολλές από τις καταστάσεις είναι γλυκύτατες (όχι όλες βεβαίως). Όσο για τις αναφορές, είναι πάμπολλες. Εκτός από πλήθος λεπτομερειών, ο ίδιος ο τίτλος παραπέμπει στη θρυλική "Λούλου" του Παμπστ, της οποίας ένα ριμέικ, ως ταινία μέσα στην ταινία, βλέπουμε να γυρίζεται. Σκεφτείτε τώρα ότι ο πρωτότυπος τίτλος του παλιού φιλμ ήταν "Λούλου ή το Κουτί της Πανδώρας" και ένα κουτί παίζει εδώ καθοριστικό ρόλο. Κουτί από το οποίο ξεπηδούν υπέροχα, αλλά και τραγικά πράγματα και καταστάσεις... Συνολικά λοιπόν, ενώ δεν με κούρασε καθόλου, μου άφησε μεγάλα κενά, όχι απλά ως προς το στόρι, αλλά και ως προς το γενικότερο νόημα όλων αυτών που είδα, ενώ (το ξαναείπα) βρήκα το φινάλε εύκολο. Δεν έχω δει την άλλη ταινία που γύρισε μόνος του ο Όστερ το 2007, ωστόσο, κρίνοντας απ' αυτή εδώ τη "Λούλου", νομίζω ότι τον προτιμώ σαν συγγραφέα. Κρίμα, γιατί βρήκα το γενικό της κλίμα γοητευτικό.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 25, 2012

ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ "ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟ ΤΑΤΟΥΑΖ"

Είχα γράψει για τη σουηδική τριλογία του "Millenium", η οποία βασίζεται στα σκοτεινά μπεστ σέλερ του Στιγκ Λάρσον και η οποία μου είχε αρέσει αρκετά (ιδίως το πρώτο μέρος, που ήταν έκπληξη για μένα). Η αμερικάνικη μεταφορά της (σιγά μην το άφηναν και, πιστέψτε με, θα τη λέμε όλο και συχνότερα αυτή τη φράση) με είχε αρχικά ανησυχήσει (πάλι θα το "λειάνουν", βλέπε ξενερώσουν, και θα το κάνουν πιο αμερικανιά;). Μέχρι που έμαθα ότι το πρότζεκτ είχε αναλάβει ο David Fincher, στον οποίο βεβαίως έχω απόλυτη εμπιστοσύνη. Το αποτέλεσμα στο αμερικάνικο "Κορίτσι με το Τατουάζ" (The Girl with the Dragon Tatoo) με δικαίωσε. Η ταινία είναι εξ ίσου σκοτεινή, εξ ίσου αποκαλυπτική όσον αφορά τη σουηδική κοινωνία και τις βρώμικες καταβολές της, εξ ίσου ακόμα και απωθητική σε κάποια σημεία. Κανονικότατος Φίντσερ δηλαδή. Όντως η συγκεκριμένη μεταφορά νομίζω ότι του ταίριαζε πολύ. Η βασική ηρωίδα, η ιδιότυπη χάκερ - ντετέκτιβ Λίσμπεθ Σαλάντερ, παραμένει το ίδιο αυτοκαταστροφική, βίαιη, ψυχρή (συνήθως) και πέρα για πέρα αντισυμβατική. Πανκ, αμφισεξουαλική, μοναχική, απότομη στους τρόπους της, εξακολουθεί να βρίσκεται μακριά από κάθε πρότυπο θετικής ηρωίδας που είχαμε στο μυαλό μας. Οι ήρωες του φιλμ κουβαλούν ο καθένας τα δικά του τραύματα, δίχως τίποτα να ωραιοποιείται. Οι αποκαλύψεις για το βρώμικο background και το ναζιστικό παρελθόν μιας πανίσχυρης σουηδικής οικογένειας - δυναστείας, που, όπως καυχώνται μέλη της, "έχτισε τη σύγχρονη Σουηδία", παραμένουν επίσης. Φυσικά πρόκειται για αλληγορία για το ίδιο το παρελθόν του "σύγχρονου θαύματος" που αποτελούσε μέχρι πρότινος η σουηδική κοινωνία. Η αστραφτερή εικόνα της καταστρέφεται τόσο στο βάναυσο, γεμάτο βία, παρόν, όσο και όσον αφορά τις ρίζες, το παρελθόν της. Τέλος η πλοκή του φιλμ παραμένει βασικά ίδια με αυτή του πρωτότυπου φιλμ, δίχως παραχωρήσεις και happy end. Και με τον Φίντσερ στο τιμόνι, ο σωστός ρυθμός και η - σκοτεινή επαναλαμβάνω - σκηνοθεσία είναι δεδομένα. Οπότε μπορώ να πω ότι απόλαυσα την ταινία. Όλα καλά λοιπόν; Ναι, θα απαντούσα αυθόρμητα. Πλην όμως... για να το ξανασκεφτώ καλύτερα... Ο Φίντσερ είναι εξαίρετος και πολύ τολμηρός δημιουργός (γι' αυτό ανέλαβε το ριμέικ αυτό). Όμως, αν προσέξατε, είπα ότι η πλοκή είναι ίδια, η βρώμικη και σκοτεινή ατμόσφαιρα επίσης, παραχωρήσεις δεν υπάρχουν... Οπότε; Οπότε ξαναείδα την ίδια ουσιαστικά ταινία από έναν διαφορετικό - ικανότατο βεβαίως, το είπαμε αυτό - δημιουργό. Το ερώτημα λοιπόν είναι: Γιατί θα έπρεπε να ξαναγίνει, έστω και με δίχως να προδοθεί, ένα ήδη πολύ καλό πρωτότυπο; Γιατί πρέπει να ξαναβλέπουμε σε αγγλική γλώσσα και φυσικά με σταρ, πολύ καλές μη αμερικάνικες ταινίες; Τι φταίμε εμείς αν οι αμερικάνοι δεν πατάνε στα σινεμά αν μια ταινία δεν μιλά αγγλικά; Δικό τους πρόβλημα. Αν φυσικά δεν έχετε δει το πρωτότυπο, η ταινία συνίσταται - φτάνει να αντέξετε το "βρώμικο" κλίμα της. Αν πάλι το έχετε δει... ε, τότε θα το ξαναδείτε με γνωστότερους ηθοποιούς και σκηνοθέτη. Αν το έβλεπα πρώτη φορά θα ενθουσιαζόμουν. Δυστυχώς το βλέπω δεύτερη.

Κυριακή, Ιανουαρίου 22, 2012

ΠΛΑΣΤΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΑ ΓΙΑ ΤΟΝ "JIGSAW MAN"

To 1984 o Terence Young (1915–1994), γνωστός από πρώιμους Τζέιμς Μποντ με τον Σον Κόνερι, γυρίζει την προτελευταία ταινία του, το "The Jigsaw Man". Πρόκειται για τυπικό φιλμ κατασκοπείας, με καλούς δυτικούς και κακούς ανατολικούς (ρώσους φυσικά), που αντανακλά πλήρως το κλίμα της εποχής - και της λίγο πιο ψυχροπολεμικής προγενέστερης - και της αέναης, υπόγειας διαμάχης των δύο τότε υπερδυνάμεων. Ένας άγγλος υψηλός πράκτορας, που έχει αυτομολήσει στη Ρωσία και ζει εκεί, στέλνεται πίσω στη Δύση, αφού έχει κάνει πλαστική προσώπου ώστε να μην τον αναγνωρίσει κανείς, με σκοπό να ανακτήσει μια πολύτιμη λίστα, την οποία ο ίδιος είχε κρύψει πριν το σκάσει. Εκεί θα ξεκινήσει ένα πολύπλοκο παιχνίδι διπλών πρακτόρων, σκοπών κρυμένων πίσω από άλλους σκοπούς, ύποπτων κάθε είδους, αλλά και προσωπικών επιδιώξεων, αφού παίζονται πολλά, πολλά λεφτά. Ταυτόχρονα ο ήρωάς μας θα συναντήσει και την κόρη του, η οποία στο μεταξύ έχει μεγαλώσει... Το στοιχείο αυτό, και κάποια άλλα που υπάρχουν στο φιλμ, εμπλέκουν και προσωπικές ιστορίες στην όλη υπόθεση. Και, για να μην ξεχνιόμαστε, οι ρώσοι είναι πάντοτε μονοδιάστατα κακοί. Τίποτα άλλο. Το μόνο σημαντικό στην ταινία είναι κατά τη γνώμη μου οι δύο μεγάλοι ηθοποιοί που παίζουν: Λόρενς Ολίβιε και Μάικλ Κέιν. Κατά τα άλλα το φιλμ κυλά μάλλον ρουτινιάρικα, δίχως ιδιαίτερο νεύρο και εκπλήξεις, με πράγματα που μάλλον έχουμε ξαναδεί. Βρήκα το όλο στιλ άκαμπτο, τα κλισέ πολλά, ενώ οι μορφές, τα ντυσίματα, τα ντεκόρ μοιάζουν πολύ, πολύ παλιομοδίτικα... Υπάρχουν βέβαια και οι κλασικές απιθανότητες στο σενάριο, οπότε η αδιάφορη για μένα εικόνα συμπληρώνεται. Όπως καταλάβατε δεν το θεωρώ και πολύ σπουδαίο φιλμ. Αν είστε φανατικοί των κατασκοπικών ταινιών, με μυστικές υπηρεσίες, κρυμένα έγγραφα, διπλούς πράκτορες, κάποια κυνηγητά, λίγο πιστολίδι κλπ., δείτε το. Ή αν είστε φανατικός των δύο σταρ και θέλετε να έχετε δει όλη τους τη φιλμογραφία. Αλλιώς, νομίζω ότι θα ζήσετε και δίχως αυτό.

Σάββατο, Ιανουαρίου 21, 2012

"WARLORDS" Ή Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Έχω ξαναγράψει για το ακμάζον σινεμά του Χονγκ-Κονγκ, ενός σινεμά που ουσιαστικά αγνοώ, πλην όμως κατά καιρούς έχει τύχει να δω πολύ καλά δείγματα. Ένα απ' αυτά θεωρώ ότι γύρισαν το 2007 οι Peter Chan και Wai Man Yip. Είναι το "The Warlords" (Tau ming chong για τους κινεζομαθείς φίλους μας). Πρόκειται για ένα πολύ καλογυρισμένο έπος / δράμα, που διαδραματίζεται τον 17ο αιώνα σε μια Κίνα που σπαράσεται από αιματηρούς εμφύλιους, με διάφορους ευγενείς, φεουδάρχες και πολέμαρχους να διεκδικούν (τι άλλο;) την εξουσία - ή περισσότερη εξουσία, βασίζεται δε σε μια ιστορία της εποχής αυτής, που, όπως μαθαίνω, έχει μεταφερθεί ξανά στο σινεμά στη δεκαετία του 70. Είναι η ιστορία δύο αδελφών ληστών και ενός αξιωματικού του οποίου ο στρατός σφαγιάστηκε σε μια μάχη και ο ίδιος υπήρξε ο μόνος επιζών. Οι τρεις αυτοί σκληροτράχηλοι άντρες συμμαχούν δίνοντας όρκο αίματος, γίνονται δηλαδή αδέλφια, και μαζί, με τον στρατό που συγκεντρώνουν, καταφέρνουν να αλλάξουν τον ρου του πολέμου. Το αληθινό δράμα όμως ξεκινά μετά τις εντυπωσιακές τους νίκες. Όπως καταλάβατε πρόκειται για έπος, με πολύ καλές σκηνές μαχών, καλή σκηνοθεσία, εντυπωσιακή εικόνα. Το φιλμ όμως δεν μένει μόνο σ' αυτά. Η ουσία του, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται στα όσα συμβαίνουν στις σχέσεις των τριών "αδελφών" μετά τις νίκες, όταν πια έχουν να αντιμετωπίσουν όχι έναν εξωτερικό εχθρό, που απλώς θέλουμε να εξοντώσουμε και τέρμα, αλλά το ολοένα αυξανόμενο βάρος της εξουσίας, τις ίντριγγες της διακυβέρνησης, τους αληθινούς ισχυρούς που κινούν από το παρασκήνιο τα νήματα. Πόσο μπορούν να αντέξουν οι προσωπικές σχέσεις κάτω από τις αφόρητες αυτές πιέσεις; Υπάρχει βέβαια και το ερωτικό στοιχείο, με τη μορφή μιας "μοιραίας" γυναίκας για να πυροδοτήσει τις καταστάσεις, αλλά η διαχείρηση της εξουσίας νομίζω ότι είναι το ουσιαστικό σημείο. Καθώς και η πικρή διαπίστωση ότι η δύναμη δεν φέρνει ευτυχία. Συχνά μάλιστα συμβαίνει το αντίθετο. Ανακεφαλαιόνοντας λοιπόν μπορώ να πω ότι δεν μου άρεσε απλώς για το εντυπωσιακό οπτικά επικό κομμάτι με την εντυπωσιακή σκηνοθεσία ή για το δραματικό μέρος, αλλά και για την κατάδειξη της κατάρας της εξουσίας και την αποκάλυψη των παρασκηνιακών συμφερόντων, για τα οποία ουσιαστικά συμβαίνουν τα πάντα. Όλα τα υπόλοιπα, έπη και ηρωισμοί, είναι απλώς βιτρίνες ή, επίσης απλώς, χρυσώνουν το χάπι. Είπαμε ότι ένας σύγχρονος σινεφίλ είναι "υποχρεωμένος" να παρακολουθεί τον καλπάζοντα ασιατικό (εκτός του γνωστότερού μας ιαπωνικού) κινηματογράφο, πράγμα το οποίο εγώ προσωπικά δεν κάνω όσο θα ήθελα. Ταινίες σαν αυτή αποδεικνύουν πόσο λάθος κάνω.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 19, 2012

ΒΡΩΜΙΚΑ "ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΕΝΑ ΥΨΗ"

Τι σας έρχεται στο μυαλό όταν ακούτε ότι ένα φιλμ είναι "ταινία εποχής"; Ωραίες εικόνες, μακριά, εντυπωσιακά φουστάνια, αγνά ακόμα τοπία εξοχής... Ε, λοιπόν, ξεχάστε τα όλα αυτά αν αποφασίσετε να δείτε τα "Ανεμοδαρμένα Ύψη" του 2011, το κλασικό δηλαδή ρομαντικό μυθιστόρημα της Μπροντέ, που μεταφέρθηκε για μια ακόμα φορά στην οθόνη. Γιατί; Διότι σκηνοθετεί η αγγλίδα Andrea Arnold, του "Red Road" και του "Fish Tank". Κι επειδή Arnold σημαίνει ωμός ρεαλισμός, αυτό ακριβώς θα δείτε κι εδώ, κι ας πρόκειται για ταινία εποχής (μια ματιά και μόνο στην αφίσα άλλωστε θα σας πείσει γι΄αυτό). Η Arnold κατ' αρχάς κάνει τον Χίθκλιφ, τον βασικό ήρωα του βιβλίου, μιγάδα. Μιγάδα στα 1800τόσα; Ήδη οι προϋποθέσεις για άγριο ρατσισμό εις βάρος του έχουν τεθεί. Προσθέστε στον βασανισμένο αυτόν άνθρωπο την ορφάνια του και την έλλειψη εκπαίδευσης και θα καταλάβετε πώς διαμορφώνεται ο άγριος χαρακτήρας του, ζωώδης πολλές φορές, ολότελα υποταγμένος στα ένστικτα. Από την άλλη η Arnold κινηματογραφεί με κάμερα στο χέρι, με κουνημένη φωτογραφία, με κόκκο στο φιλμ. Με άλλα λόγια όπως ακριβώς στα φιλμ της που διαδραματίζονται στη σύγχρονη εποχή. Και βέβαια κάνει σαφή σχόλια για το ρατσισμό, τον φεμινισμό, το ερωτικό πάθος στα άκρα του. Καμία σχέση με την καθαρότητα της εικόνας που συνήθως χαρακτηρίζει τα φιλμ εποχής. Όσο για τον έρωτα του Χίθκλιφ και της Κάθριν... ξεχάστε κι εδώ κάθε τρυφερότητα και ρομαντισμό. Ή μάλλον, ρομαντισμός υπάρχει, αλλά με την θανατερή του έννοια, αυτή του άγριου πάθους και της μέχρι τέλους αφοσίωσης - εμμονής. Όσο για το τοπίο... έρημοι βουνίσιοι τόποι με χαμηλή βλάστηση και άγρια βράχια κυριαρχούν. Πρόκειται για μέρη πολύ περισσότερο άγρια παρά όμορφα. Η φύση (ο άγριος καιρός, η βροχή, οι άνεμοι, το τοπίο που προαναφέραμε) παίζει καθοριστικό ρόλο στην ταινία. Η λάσπη, το αίμα, ο πόνος, κυριαρχούν από την αρχή ως το τέλος (άλλωστε ο απαγορευμένος έρωτας του ζευγαριού έχει μια αισθητή σαδομαζοχιστική χροιά). Ο 19ος αιώνας δείχνεται δίχως την παραμικρή ωραιοποίηση: Βρώμικος, δύσκολος, τραχύς, ιδιαίτερα όταν ζει κανείς σε σχεδόν ερημικούς αγριότοπους. Ο σωματικός πόνος δείχνεται κι αυτός ωμά. Πονάμε κι εμείς μαζί με τους ήρωες. Το ίδιο τραχιά είναι και η γλώσσα. 19ος αιώνας και ρομαντικό βιβλίο; Και λοιπόν; Οι ήρωες μιλούν με αγριότητα, δίχως ευγένειες, βρίζουν, τσακώνονται. Αν το καλοσκεφτούμε, κάπως έτσι πρέπει να ήταν στην πραγματικότητα σ' αυτές τις πιο "πρωτόγονες" εποχές. Κανένας εξωραϊσμός λοιπόν, καμιά καλλιγραφία. Το αντίθετο ακριβώς. Είναι καλό αυτό; θα μου πείτε. Δεν ξέρω. Εσείς αποφασίζετε. Σίγουρα όμως το τελικό αποτέλεσμα χαράχτηκε μέσα μου και θα μείνει για καιρό. Ακόμα κι αν ενοχλεί σε αρκετά σημεία με την ωμότητά του. Ακόμα κι αν αναγκάζεσαι μερικές φορές να αποστρέψεις το βλέμμα, καθώς αντικρύζεις όλη αυτή την καθημερινή σκληρότητα. Σας αρέσει ή όχι όμως, αυτά εδώ τα "Ανεμοδαρμένα Ύψη" είναι μια ταινία εποχής από μια οπτική γωνία που σίγουρα δεν έχετε ποτέ ξαναδεί στο είδος.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 16, 2012

Ο JONAH HEX ΚΑΙ Ο ΑΝΕΥ ΟΥΣΙΑΣ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΣΜΟΣ

Ο "Jonah Hex" υπήρξε ένα γουέστερν κόμικς με ήρωα έναν παραμορφωμένο κυνηγό επικηρυγμένων, όχι και πολύ καλό τύπο κατά γενική ομολογία. Εν έτει 2010 μεταφέρεται και στην οθόνη από τον Jimmy Hayward. Άλλωστε τα κόμικς αποτελούν τα τελευταία χρόνια αστείρευτη πηγή έμπνευσης για το σινεμά, τις περισσότερες φορές με μέτρια αποτελέσματα. Ο Jonah λοιπόν αποκτά στο πανί έντονα υπερφυσικές ιδιότητες, που δεν υπήρχαν στο κόμικς, κάνοντας έτσι βουτιά στο χώρο του φανταστικού, αφού στην ουσία ο ήρωας είναι κάτι σαν "απέθαντος", ό,τι κι αν του συμβεί, φλερτάροντας κάπως και με την ταινία τρόμου (στο Φαρ Ουέστ μάλιστα) και κάποια στοιχεία σπλάτερ. Κατά τη γνώμη μου το φιλμ είναι κλασικό παράδειγμα σύγχρονης, εντυπωσιακής ίσως στο "περιτύλιγμα", φούσκας. Δράση, πυροβολισμοί και εκρήξεις, περίεργα χρώματα και λήψεις, η Μέγκαν Φοξ ως κράχτης για ηδονοβλεπτικούς προφανώς λόγους, κόμικς, υποτίθεται, αντίληψη και αισθητική, διάφοροι πολύ κακοί τύποι με επικεφαλής τον Τζον Μάλκοβιτς (πού κατάντησε κι αυτός...), ο οποίος, λίγο - πολύ, θέλει να καταστρέψει με τα... υπερόπλα του ολόκληρο το νεογέννητο τότε αμερικάνικο έθνος, λίγο "πεντάμορφη και το τέρας", αφού η Μέγκαν είναι ερωτευμένη με τον φριχτό στην όψη άνθρωπο με την τρύπα στο μάγουλο και κάμποσα άλλα τέτοια, πλην όμως η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε ουσίας ή βάθους είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Δεν είμαι απ' αυτούς που απαιτούν οπωσδήποτε την ουσία και το βάθος που προανέφερα. Μπορώ να απολαύσω μια καλή περιπέτεια, η οποία δεν έχει τίποτα άλλο να πει, περνώντας δύο πολύ ευχάριστες ώρες (οι Ιντιάνα Τζόουνς είναι για μένα ένα θαυμάσιο τέτοιο παράδειγμα). Εδώ όμως δεν νομίζω ότι υπάρχει ούτε καν αυτό. Βία για τη βία και τα πάντα θυσία στον οπτικό εντυπωσιασμό, όπως προείπαμε. Προσθέστε επί πλέον και το γεγονός ότι ούτε σαν στόρι μου είπε πολλά πράγματα, αφού ο κύριος Hex θα ξανασηκωθεί στα πόδια του ό,τι και να του κάνουν, λόγω κάποιων συμφωνιών που έχει κάνει με τους οξαποδούς και λόγω του άσβηστου πάθους του για εκδίκηση, οπότε πάει και το όποιο σασπένς, ο τύπος δεν πεθαίνει με τίποτα, που σημαίνει κομμένη και η αγωνία. Τι να πω. Σπάνια ο όρος "φούσκα" μου ταίριασε τόσο πολύ. Κρίμα στους καλούς ηθοποιούς που συμμετέχουν (και δεν έννοώ τη Μέγκαν Φοξ βέβαια).

Κυριακή, Ιανουαρίου 15, 2012

ΧΡΗΣΙΜΑ (;) ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ

O Fraser Clarke Heston είναι γιος του Τσάρλτον Ίστον. Γύρισε λίγες μέτριες ταινίες και τηλεταινίες κάπου στα 80'ς και 90'ς, πριν εξαφανιστεί στα τέλη αυτής της δεκαετίας. Το 1993 μεταφέρει στην οθόνη το βιβλίο του Steven King "Needful Things" (Χρήσιμα Αντικείμενα), μεταφορά που βρίσκω μέτρια, όπως και τις περισσότερες άλλωστε έργων του Κινγκ στο σινεμά. Ένας άγνωστης προέλευσης συμπαθητικός μεσήλικας ανοίγει ένα μαγαζί γεμάτο με παλιά πράγματα σε μια μικρή, ήσυχη αμερικάνικη πόλη. Πολύ σύντομα όλοι σχεδόν οι κάτοικοι της πόλης θα βρουν εκεί κάποιο αντικείμενο που ποθούν αφάνταστα, κάτι που έχασαν ή τους θυμίζει παλιές, ευτυχισμένες εποχές. Ο ιδιοκτήτητης θα τους το προσφέρει σε εξευτελιστική τιμή... οι ευτυχείς πελάτες όμως θα αναλάβουν από μια υποχρέωση ο καθένας. Σύντομα τα πράγματα θα γίνουν ανεξέλεγκτα, καθώς τίποτα δεν είναι τόσο αθώο όσο δείχνει... Το κλασικό κλίμα του Κινγκ, η έπίμονη ενασχόλησή του με την αμερικάνικη επαρχία και τους κατοίκους της, το υπερφυσικό στοιχείο, είναι παρόντα εδώ. Αυτά και η παρουσία πολύ καλών ηθοποιών όμως (Μαξ φον Σύντοου, Εντ Χάρις, Αμάντα Πλάμερ κλπ.) δεν νομίζω ότι σώζουν το φιλμ από τη γενική μετριότητα και κάποια νοηματικά κενά και απορίες. Η ένταση θέλει να κλιμακωθεί, αλλά το αληθινό σασπένς λείπει (ή, τέλος πάντων, είναι περιορισμένο). Τελικά παρακολούθησα άνετα μεν την ταινία, αλλά έμεινα με μια γενική αίσθηση ανικανοποίητου, του στιλ "ε, και λοιπόν;". Ούτε με τρόμαξε (όπως "υποχρεούται" να κάνει μια ταινία του είδους), ούτε με "κράτησε στην άκρη του καθίσματος". Αν θέλετε τώρα να ανακαλύψουμε μια διάθεση προβληματισμού για τη σχέση ανθρώπων - αντικειμένων, για το πόσο δενόμαστε με τα πράγματα, για το πόσο άχρηστο (στην καλύτερη περίπτωση) μπορεί να είναι αυτό, ΟΚ. Ας την ανακαλύψουμε. Νομίζω όμως ότι ούτε αυτοί οι προβληματισμοί σώζουν την κατάσταση. Τελικά, δουλειά δεν είχε ο διάβολος... (στην κυριολεξία όσον αφορά το συγκεκριμένο φιλμ).

Παρασκευή, Ιανουαρίου 13, 2012

JADE Ή Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΣΕΞ

O William Friedkin είναι ένας σκηνοθέτης ικανός για το καλύτερο ή το πιο μέτριο αποτέλεσμα. Πάντα ωστόσο διατηρεί μια σχεδόν προβοκατόρικη διάθεση, σα να θέλει αν ενοχλήσει τον θεατή με διάφορους κάθε φορά τρόπους. Το σεξ παίζει συχνά σημαντικό ρόλο στις ταινίες του. Θυμηθείτε το "Ψωνιστήρι", το "Live and Die in L.A." κλπ. Το "Jade" του 1995 μπορεί άνετα να προστεθεί στη λίστα αυτή. Πλην όμως δεν το θεωρώ από τις καλές στιγμές του. Πρόκειται για ένα αστυνομικό θρίλερ με φόνους, με αγωνία για το "ποιος το έκανε" και, όπως είπαμε, με μπόλικο "βρώμικο" σεξ. Κινείται σε υψηλούς κοινωνικούς κύκλους (μεγαλοδικηγόροι, χάι ψυχίατροι, πολιτικοί βεβαίως, συλλέκτες έργων τέχνης κλπ.), που όλοι φυσικά διαθέτουν εκθαμβωτικά σπίτια και παραθαλάσσια εξοχικά. Και, φυσικά επίσης, κάτω από τη χλιδή και τον πλούτο που καλύπτει την επιφάνεια κρύβεται μια βρώμικη, απεχθής πραγματικότητα, γεμάτη έγκλημα, πάθη, απληστία, δίψα για δύναμη και, πάνω απ' όλα, δίψα για σεξ. Κανένας από τους υπεράνω πάσης υποψίας ήρωες δεν είναι αυτό που δείχνει. Κάτω από τα άψογα και πανάκριβα κοστούμια και ταγιέρ η κάθε λογής σαπίλα ξεχειλίζει. Όσο για τους μπάτσους που ερευνούν την υπόθεση, διαθέτουν κι αυτοί τη σχετική αναλογία σε διαφθορά και άλλα... Η ταινία διαθέτει βέβαια τις απαραίτητες ανατροπές. Όσοι εμφανίζονται στην οθόνη είναι υποψήφιοι ύποπτοι. Πάνω απ' όλα όμως βρίσκεται, όπως είπαμε, το σεξ - βρώμικο και παράνομο φυσικά - που μοιάζει να είναι η κινητήρια δύναμη των πάντων. Η Λίντα Φιορεντίνο είναι όπως πάντα σέξι και ταιριαστή στο ρόλο της μοιραίας γυναίκας. Οπότε ένα ηδονοβλεπτικό ενδιαφέρον το έχει αναμφισβήτητα το φιλμ. Από εκεί και πέρα δεν ξέρω τι είναι αυτό που θα μπορούσε να το ξεχωρίσει από τον σωρό άλλων παρόμοιων ταινιών. Η πλοκή είναι μάλλον μη πιστευτή, με κάμποσες απιθανότητες, και όλα μοιάζουν να έχουν φτιαχτεί για να "γαργαλήσουν" με κάθε τρόπο τον θεατή. Πιθανόν να το πέτυχαν στην εποχή τους. Σήμερα πάντως, λίγα πράγματα μου είπε μια ταινία που πολύ θα ήθελε να είναι "Βασικό Ένστικτο", αλλά ο σεναριογράφος (ο γνωστός Eszterhas που έγραψε αμφότερα τα σενάρια), μάλλον επαναλαμβάνει μανιερίστικα και με λιγότερη έμπνευση τον εαυτό του. Όσο για την "κοινωνική καταγγελία", περισσότερο πρόσχημα μου φαίνεται για να προσθέσει και κάποια κοινωνική διάσταση στην "τολμηρότητα" του φιλμ.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 12, 2012

ΟΝΕΙΡΙΚΟ ΚΑΙ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟ "ΚΟΤΟΠΟΥΛΟ ΜΕ ΔΑΜΑΣΚΗΝΑ"

Η Marjane Satrapi είναι η γνωστή ιρανή δημιουργός κόμικς που ζει πλέον στη Γαλλία. Ο Vincent Paronnaud είναι ο συνεργάτης της στη σκηνοθεσία στο γνωστό "Persepolis". Το δίδυμο συνεργάζεται και πάλι to 2011 μεταφέροντας στην οθόνη ένα άλλο κόμικς της Satrapi, το "Κοτόπουλο με Δαμάσκηνα". Αυτή τη φορά δεν κάνουν animation, πολλά όμως στοιχεία της ταινίας θυμίζουν τη λογική των κινουμένων σχεδίων. Το φιλμ μας μεταφέρει πίσω στα 1958, στο προ ισλαμιστών Ιράν (αυτό του σάχη βεβαίως, για να μην ξεχνιόμαστε), και μας αφηγείται την ιστορία ενός βιρτουόζου βιολιστή, που αποφασίζει να πεθάνει όταν καταστρέφεται το αγαπημένο του βιολί και είναι αδύνατο να το αντικαταστήσει με άλλο που να πλησιάζει στον μοναδικό του ήχο. Ο τρόπος που επιλέγουν οι δημιουργοί είναι ονειρικός, συχνά σουρεαλιστικός, παιχνιδιάρικος, γλυκός - αν και διακατέχεται από μια μόνιμη σχεδόν μελαγχολική διάθεση. Το πρώτο μέρος μάλλον κωμωδία θα το χαρακτήριζα. Στο δεύτερο, αντίθετα, η προαναφερθείσα μελαγχολία κυριαρχεί. Η σκηνοθετική ματιά της ταινίας είναι σίγουρα ιδιόρυθμη, το κλίμα θυμίζει κάπως αυτό των ταινιών του Ζενέ. Έντονο στυλιζάρισμα, εμφανώς ζωγραφισμένα σκηνικά, όμορφη φωτογραφία με κυρίαρχα σέπια χρώματα, στοιχεία μαγικού ρεαλισμού και ένα συνεχές, έξυπνο μπρός - πίσω στο χρόνο, αλλά και στο μέλλον, που ξετυλίγει με πρωτότυπο τρόπο την όλη ιστορία και το πώς φτάσαμε μέχρι εδώ, στην απόφαση δηλαδή του ήρωα να πεθάνει, που βλέπουμε στην πρώτη κιόλας σκηνή. Γενικά, το παιχνίδι με τον χρόνο είναι και το πιο ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου, στοιχείο του φιλμ. Η Σατραπί βρίσκει φυσικά την ευκαιρία να μιλήσει για το Ιράν των παιδικών της χρόνων (ένα ονειρικό Ιράν, όπως ακριβώς ονειρικές φαντάζουν οι παιδικές μνήμες μέσα μας), να εισάγει, όπως και στο "Περσέπολις", λιγότερα μεν, ευδιάκριτα όμως αυτοβιογραφικά, αλλά και αλληγορικά στοιχεία, να πει δυο λόγια για την τέχνη και να χρησιμοποιήσει συχνά τη γλώσσα των κόμικς και των κινουμένων σχεδίων (υπάρχει μάλιστα και ένα μικρό animation κομμάτι στο φιλμ). Όσο για τον βασικό ήρωα... δεν είναι τόσο θετικός σαν χαρακτήρας όσο θα περίμενε κανείς από το όλο παιχνιδιάρικο και ρομαντικό ύφος της ταινίας. Είναι μάλλον εγωκεντρικός, μερικές φορές αντιπαθής, μεγάλος καλλιτέχνης μεν, αλλά μάλλον ψυχρός σαν άνθρωπος. Βρίσκεται δηλαδή πολύ μακριά από τον μονοδιάστατα θετικό χαρακτήρα της Αμελί, ας πούμε, μια και αναφέραμε προηγουμένως τον Ζενέ. Συνολικά απόλαυσα αρκετά το φιλμ. Μου άρεσε περισσότερο το πρώτο, πιο εύθυμο μέρος, αν και αυτό είναι προσωπικό. Πάντως το δημιουργικό του δίδυμο, με τη δεύτερη αυτή προσπάθεια, που νομίζω ότι συνολικά είναι πετυχημένη, δείχνει να είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση στο σύγχρονο σινεμά. θα παρακολουθήσω με ενδιαφέρον και τις επόμενες δουλειές τους.

Τρίτη, Ιανουαρίου 10, 2012

ΠΛΗΤΤΟΝΤΑΣ ΣΤΟ "ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ"

Στο Μεξικό και σε άλλες χώρες του Τρίτου Κόσμου (αλλά και στα Βαλκάνια) ανθεί ένα πολύ ιδιαίτερο εμπόριο: Αυτό των βρεφών που δίνονται για υιοθεσία σε ευκατάστατους ή έστω μεσαίους δυτικούς, που δεν μπορούν να κάνουν παιδιά οι ίδιοι. Τα βρέφη προέρχονται βέβαια από πάμπτωχες οικογένειες ή νεαρές, ανύπαντρες συνήθως, μητέρες, που δεν είναι σε οικονομική θέση να τα αναθρέψουν. Με το θέμα αυτό καταπιάνεται το "Casa de los Babys" που γύρισε το 2003 ο ανεξάρτητος αμερικανός John Sayles. Μια ομάδα από αμερικανίδες παραμένει για κάμποσο καιρό στο Μεξικό, κοντά σε ένα ίδρυμα όπου αφήνονται βρέφη για να δοθούν τελικά, μετά από ατέλειωτη γραφειοκρατία και άλλα διάφορα, στις θετές μητέρες, για τις οποίες βέβαια η απόκτηση ενός υιοθετημένου έστω παιδιού αποτελεί κυριολεκτικά στόχο της ζωής τους. Η ταινία σχεδιάζει προσεχτικά τα παντελώς ετερόκλητα πορτρέτα των γυναικών αυτών, οι οποίες δεν γνωρίζονταν μέχρι λίγο καιρό πριν και τώρα συνυπάρχουν υποχρεωτικά για αρκετό καιρό, περιμένοντας την πολυπόθητη στιγμή. Στο μεταξύ τεμπελιάζουν, κάνουν ηλιοθεραπεία, περιφέρονται στα τοπικά παζάρια, κουτσομπολεύουν, αθλούνται... προσπαθούν με κάθε τρόπο να ξοδέψουν τον ατέλειωτο και χαμένο γι' αυτές χρόνο της αναμονής. Κι αυτό είναι όλο. Το φιλμ σχεδόν στερείται οποιασδήποτε πλοκής. Οι γυναίκες κάνουν όλα όσα περιέγραψα παραπάνω, οι διαφορετικοί τους χαρακτήρες ξεδιπλώνονται σιγά - σιγά, ενώ ρίχνουμε και σύντομες ματιές στην "άλλη πλευρά", σε μερικές από τις μεξικάνες δηλαδή που δουλεύουν στο ιδιόρυθμο αυτό βρεφοκομείο. Τα λεπτά κυλούν αργά - και μάλλον βασανιστικά για μένα - και οι καλές ηθοποιίες (Ντάριλ Χάνα, Μάγκι Γκίλενχαμ, Λίλι Τέιλορ, Μάρσια Γκέι Χάρντεν κλπ.) δεν μου φάνηκαν ικανές να δώσουν κάτι παραπάνω. Αντιλαμβάνομαι τον στόχο του Sayles. Θέλει νομίζω να δείξει την αντίθεση ανάμεσα στην πλούσια - συγκριτικά τουλάχιστον - Αμερική και το τριτοκοσμικό σχεδόν Μεξικό. Και μάλιστα να το κάνει δίχως να ισοπεδώσει τα πάντα, χωρίζοντας τις γυναίκες πρωταγωνίστριές του σε "καλές" και "κακές". Καμία σχέση. Ίσα - ίσα που οι αμερικανίδες διαθέτουν η κάθε μια τον δικό της χαρακτήρα (που κυμαίνεται από το πολύ συμπαθητικό έως τα πρόθυρα της υστερίας ή αυτό που θα αποκαλούσαμε "σκύλα"), τα δικά της προσωπικά προβλήματα, τη δική της ιστορία (που απλώς σκιτσάρεται δίχως λεπτομέρειες και ιδιαίτερες περιγραφές). Και όλα αυτά βγαίνουν στο πανί. Το πρόβλημα, για μένα τουλάχιστον, είναι ότι έπληξα αρκετά βλέποντας την ταινία, βασικά εξ αιτίας της στατικότητας και της έλλειψης δράσης της (όχι, δεν μιλώ προφανώς για κυνηγητά και πιστολίδια, όσοι έχουν παρακολουθήσει έστω και λίγο το μπλογκ ξέρουν ότι δεν είναι αυτά το ζητούμενο για μένα). Απλώς, κάτι να γίνει, κάτι να κινηθεί, να ξεφύγουμε απ' αυτό το σχεδόν ντοκιμαντερίστικο κλίμα... Όπως καταλάβατε δεν ενθουσιάστηκα ιδιαίτερα κι ούτε τη θεωρώ από τις καλές ταινίες του ενδιαφέροντα αυτού δημιουργού. Λίγη πλοκή παραπάνω δεν νομίζω ότι θα έβλαπτε. Κρίμα, γιατί το θέμα είναι ενδιαφέρον.

Κυριακή, Ιανουαρίου 08, 2012

"ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΒΡΑΖΙΛΙΑ" ΚΑΙ Ο ΝΑΖΙΣΤΙΚΟΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ

Μπορεί να πρόκειται για ταινία επιστημονικής φαντασίας, αλλά το "The Boys From Brazil", που γύρισε το 1978 ο Franklin J. Schaffner, αντανακλά όσο λίγες ταινίες τον παγκόσμιο τρόμο που προκάλεσαν οι ναζί, ο οποίος, σημειωτέον, ήταν ακόμα πιο ζωντανός την εποχή εκείνη, όπου ακόμα ζούσαν, και μάλιστα κυκλοφορούσαν ελεύθεροι, διάφοροι χασάπηδες που είχαν διαπρέψει στην εφιαλτικότερη περίοδο του 20ού αιώνα. Σ' αυτό ακριβώς το θέμα βασίζεται και το σενάριο, που προέρχεται από βιβλίο του Ira Levin. Ένας ηλικιωμένος εβραίος κυνηγός ναζί πληροφορείται από κάποιον νεαρό ότι στην Παραγουάη δρα ένα δίκτυο παλιών (και νεότερων) ναζί, με επικεφαλής τον χασάπη των στρατοπέδων συγκέντρωσης Μένγκελε, το οποίο δίκτυο μάλιστα σοβαρό κάτι ετοιμάζει. Όταν ο νεαρός δολοφονείται, και μια σειρά άλλων δολοφονιών, άσχετων φαινομενικά μεταξύ τους, αρχίζει σε ολόκληρο τον κόσμο, ο γηραιός "κυνηγός" παίρνει επιτέλους τα πράγματα στα σοβαρά (δεν το είχε κάνει από την αρχή διότι ούτως ή άλλως γνώριζε ήδη ότι ζουν παλιοί ναζί στη Νότια Αμερική) και μια εφιαλτική ιστορία ξεκινά. Η ταινία, εκτός του βασικού της θέματος, δανείζεται ιδέες από μια επιστήμη που τότε δεν ήταν ακόμα τόσο γνωστή στο ευρύτερο κοινό όπως σήμερα: Τη γενετική, που δίνει και τη διάσταση της επιστημονικής φαντασίας σε ένα απόλυτα ρεαλιστικά γυρισμένο, κατά τα άλλα, φιλμ. Καλογυρισμένη ταινία, που νομίζω ότι διατηρεί ακόμα τις αρετές της, κρατά σε διαρκή αγωνία τον θεατή και ξετυλίγει αργά, αλλά δίχως κοιλιές και πλατυασμούς, τα φριχτά μυστικά της. Υοστηρίζεται μάλιστα από ένα σπάνιο στη λαμπρότητά του καστ από βετεράνους κυρίως - και κάποιους νεότερους - ηθοποιούς: Λόρενς Ολιβιέ, Γκρέγκορι Πεκ, Τζέιμς Μέισον, Λίλι Πάλμερ, Μπρούνο Γκαντζ κλπ. Πέραν αυτών όμως πιστεύω ότι όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την τελική αποκάλυψη, του τι ακριβώς συμβαίνει και πώς συνδέονται τα άσχετα μεταξύ τους γεγονότα, ακόμα και ο σύγχρονος θεατής, που έχει δει τόσα και τόσα, μένει άναυδος. Και μια λεπτομέρεια: Οι ναζί είναι φυσικά κακοί. Αυτό είναι δεδομένο. Το φιλμ όμως καταφέρνει να μην τους βάλει όλους σε ένα τσουβάλι, ως κτήνη δηλαδή, αλλά να τους "διαβαθμίσει". Υπάρχουν οι ακραίοι, οι φανατικοί, στα όρια της παραφροσύνης, όπως κάθε φανατικός με οτιδήποτε άλλωστε, υπάρχουν και οι πιο μετριοπαθείς, αυτοί που επιθυμούν απλώς (απλώς;;;) την σταδιακή, αργή και σταθερή αναβίωση του παγκόσμιου ναζισμού. Όπως δηλαδή όντως συμβαίνει στους κόλπους οποιασδήποτε ομάδας που έχει κάποιον σκοπό, πολιτικό ή μη. Ανέκαθεν. Από τις ταινίες που καταφέρνουν ακόμα - δίχως την παραμικρή χρήση εφέ, αλλά με τον σκηνοθετικό της ρεαλισμό - να μας ανησυχήσουν βαθιά, το "Boys from Brazil" παραμένει δυστυχώς επίκαιρο στις μέρες μας, τόσο λόγω της ανόδου κάθε λογής ακροδεξιών ομάδων λόγω της άθλιας παγκόσμιας κατάστασης, όσο και λόγω της γενικότερης συζήτησης και ανησυχίας για τα άλματα της γενετικής, τα αποτελέσματα της οποίας μπορεί να αποδειχτούν από ευεργετικά έως εφιαλτικά.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 06, 2012

ΕΝΑΣ "ΤΑΞΙΤΖΗΣ" ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΟΥΠΟΛΗΣ

Μέχρι το 1976 ο Martin Scorsese ήταν ένας ελπιδοφόρος ανεξάρτητος δημιουργός, με δύο - τρεις πολύ καλές, "μικρές" ταινίες στο ενεργητικό του. Τη χρονιά αυτή γυρίζει τον περίφημο "Ταξιτζή" και αυτόματα γίνεται ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του παγκόσμιου σινεμά. Δίκαια βεβαίως. Βλέποντας σήμερα το θρυλικό αυτό φιλμ, διαπιστώνω ότι δεν έχει παλιώσει καθόλου (εννοείται ότι ως "παλιό" δεν εκλαμβάνεται ο εμφανώς 70ς περίγυρος, αλλού βρίσκεται η ουσία). Ο ίδιος εκπληκτικός, στα όρια της παράνοιας, Ρόμπερτ Ντε Νίρο, που παίρνει πάνω του το φιλμ, η ίδια βρώμικη πόλη, η ίδια αβάστακτη μοναξιά. Τι είναι όμως αυτό που κάνει διαχρονική την ιστορία του βετεράνου του Βιετνάμ ταξιτζή που ζει μόνος, πάσχει από αϋπνίες και τις νύχτες οδηγεί το ταξί του, ενώ τις μέρες τις περνά χωμένος σε πορνοσινεμά, και το μόνο που μπορεί να κάνει για να "γίνει κάποιος" είναι η προσφυγή στην άγρια βία; Νομίζω ότι η δύναμη της ταινίας παραμένει η αβάσταχτη καταγραφή της μοναξιάς των μεγαλουπόλεων (της Νέας Υόρκης εδώ) και της παράνοιας που προκαλεί αυτή (όχι, δεν το διαπίστωσα εγώ μόνο, έχει γραφεί πολλές φορές και προσωπικά συμφωνώ με την ανάγνωση αυτή). Η πόλη μπροστά στο φακό του Σκορσέζε δεν έχει τίποτα όμορφο. Δείχνει άσχημη, βρώμικη, γεμάτη αληθινά ή ανθρώπινα σκουπίδια. Το κοινό των πορνοσινεμά, οι πόρνες, η παρέα των ταξιτζήδων, μοναδικοί άνθρωποι με τους οποίους έχει μια στοιχειώδη επαφή ο Τράβις, οι νταβατζήδες, όλοι είναι άνθρωποι άχαροι, δίχως βάθος, δίχως ενδιαφέρον. Μερικοί, όπως είπαμε πριν, δεν είναι παρά ανθρώπινα σκουπίδια. Από την άλλη, οι "καθώς πρέπει" (οι εργαζόμενοι για τον γερουσιαστή και υποψήφιο πρόεδρο), είναι κι αυτοί ρηχοί, ψεύτικοι, υποστηρίζουν ιδέες μάλλον χρεωκοπημένες και δίχως ουσιαστικό αποτέλεσμα (σήμερα το ξέρουμε καλύτερα από ποτέ όλο αυτό το τσίρκο των πολιτικών). Δεν απομένει στην πόλη τίποτα όμορφο, τίποτα ενδιαφέρον (ή τουλάχιστον δεν βλέπουμε κάτι τέτοιο εμείς, όπως και ο Τράβις). Υπάρχει μόνο η μόνιμη επωδός του: "Η πόλη πρέπει να καθαρίσει". Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για ένα διαταραγμένο μυαλό, όπως αυτό του ήρωα. Μιλάμε λοιπόν για την απόλυτη μοναξιά και τη παράνοια στην οποία αυτή οδηγεί. Η οποία μάλιστα ίσως και να προέρχεται από ένα άλλο κοινωνικό έγκλημα: Τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Από την άλλη, κατά τη γνώμη μου, ο Σκορσέζε πιάνει και ένα άλλο, σημαντικότατο, αλλά σπάνια συζητούμενο θέμα, που ίσως και να σχετίζεται κάπως με τα παραπάνω: Τη μελέτη του ανθρώπου δίχως ενδιαφέροντα. Υπάρχουν εκατομμύρια τέτοιοι άνθρωποι γύρω μας. Αυτοί που ουσιαστικά δεν ελκύονται ιδιαίτερα από τίποτα, που με τίποτα δεν παθιάζονται, που δεν έχουν κάτι στο οποίο να εμβαθύνουν, να θέλουν διακαώς να μελετήσουν, που δεν έχουν χόμπι. Ο Τράβις, εκτός των άλλων, είναι ένας χαρακτηριστικός τέτοιος τύπος. Δεν έχει την παραμικρή ιδέα από πολιτική, δεν παρακολουθεί τίποτα που σχετίζεται με τέχνη (είναι χαρακτηριστικό ότι, με απόλυτη αθωότητα, πάει την κοπέλα που γουστάρει στο πρώτο τους ραντεβού σε... πορνοσινεμά, αφού αυτό μόνο γνωρίζει), δεν έχει χόμπι, δεν είναι καν φίλαθλος ή κάτι τέτοιο. Η αντίδρασή του στην ασχήμια που τον περιβάλλει, στην αβάσταχτη μοναξιά, είναι η άγρια πράξη του, η μόνη πρωτόγονη αντίδραση που είναι σε θέση να αντιληφτεί και να σχεδιάσει. Να σχεδιάσει; Ούτε καν αυτό. Η βίαιη πράξη του έρχεται μόνο αφού αποτυγχάνει η άλλη βίαιη απόπειρά του, να σκοτώσει δίχως κανένα λόγο τον υποψήφιο γερουσιαστή. Ο ήρωάς μας είναι άνθρωπος απόλυτα κενός. Όπως, δυστυχώς, πολλοί άλλοι γύρω μας. Δεν έχω άποψη αν αυτό είναι "εκ γενετής" ή επίκτητο. Σίγουρα όμως είναι τραγικό. Και μένει το τελευταίο κομμάτι: Το ότι μετά την άγρια πράξη του, ο Τράβις, αντί να πάει φυλακή (έστω κι αν σκότωσε καθάρματα), γίνεται ήρωας. Ακόμα και η intellectual γκόμενα τον γουστάρει μετά. Προσωπικά εκλαμβάνω το σημείο αυτό ως ειρωνικό σχόλιο, ως σάτιρα μιας κοινωνίας που συνολικά συμπεριφέρεται περίπου όπως ο Τράβις. Μιας διεστραμένης κοινωνίας (εξ άλλου αυτή παράγει τα ανθρώπινα σκουπίδια που προαναφέραμε), που επιβραβεύει την τυφλή βία. Όχι ότι αυτή η βία στην ταινία στρέφεται εναντίον αθώων. Είπαμε ότι τα θύματα είναι καθάρματα. Αλλά αποτελεί κυριολεκτικά σταγόνα στον ωκεανό, είναι μια επιφανειακή "κάθαρση", κάθε άλλο παρά χτυπά το κακό στη ρίζα ή αντιμετωπίζει ουσιαστικά το πρόβλημα. Η κοινωνία παραμένει εξ ίσου άρρωστη και βρώμικη και μετά την πράξη του ήρωα. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Όμως η κοινωνία αυτή ηρωοποιεί αδίστακτα έναν διαταραγμένο τύπο. Ε, μάλλον περί σάτιρας πρόκειται. Όπως καταλάβατε, θεωρώ τον "Ταξιτζή" μεγάλη ταινία. Και μόνο για το γεγονός ότι η μοναξιά του Τράβις μπορεί ακόμα να μας στοιχειώνει.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 04, 2012

"ΑΘΑΝΑΤΟΙ" ΜΕΤΑΞΥ ΚΙΤΣ ΚΑΙ "ΠΡΟΧΩΡΗΜΕΝΗς ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ"

Είναι κάτι παραπάνω από σαφές ότι από το Χόλιγουντ δεν πρόκειται να μάθουμε μυθολογία (ελληνική ή όποια άλλη). Οι κάπως συγγενείς αισθητικά με τους "300" "Αθάνατοι" (2011) του ινδού, που δουλεύει όμως στις ΗΠΑ, Tarsem Singh δεν αποτελούν φυσικά εξαίρεση. Πρόκειται για το μύθο του Θησέα (που μοιάζει με τον αυθεντικό όσο μοιάζω εγώ με τον πάπα Πίο τον 2ο), ο οποίος αντιμετωπίζει τον πάνκακο βασιλιά Υπερίωνα (;), που θέλει να απελευθερώσει τους φριχτούς Τιτάνες και, αφού εξουδετερώσει με τη βοήθειά τους τους γνωστούς Ολύμπιους θεούς, να κυριαρχήσει στον κόσμο. Συνηθισμένα πράγματα δηλαδή. Στο μεταξύ ο Θησέας τα φτιάχνει με πανέμορφη μάντισα (Αριάδνη δεν παίζει), οι μισοί Ολύμπιοι θεοί σκοτώνονται (!), όλες οι πόλεις είναι χτισμένες σε τρύπες αχανούς κάθετου βράχου σαν αετοφωλιές και πολλά άλλα τέτοια. Ας μη μιλήσουμε λοιπόν για στόρι, γιατί το βρήκα επιεικώς αστείο. Μένει η αισθητική του όλου εγχειρήματος, η εικόνα, η οποία τουλάχιστον είναι εντυπωσιακή. Ο Singh (υπογράφει συνήθως ως σκέτο Tarsem) έχει μια αναγνωρίσιμη προσωπική αισθητική - την είχαμε δει στο "The Cell" - η οποία ακροβατεί επικίνδυνα ανάμεσα στο προχωρημένο και το απόλυτο κιτς. Εντυπωσιακές εικόνες, κοστούμια βγαλμένα από ζωηρή φαντασία και, βέβαια, παντελώς άσχετα με την εποχή και τους πολιτισμούς, θεοί στα όρια μιας γλυκερής γκέι αισθητικής, τοπία που κόβουν την ανάσα, κολοσσιαίες μάχες που θυμίζουν "Lord of the Rings" (γενικά τα κινηματογραφικά δάνεια είναι πάρα πολλά), συνεχείς εναλλαγές γοργής δράσης και slow motion, και όλα αυτά με εμφανώς ψηφιακά εφέ με άμεσο στόχο τον κορεσμό του ματιού. Και, μυθολογία - ξεμυθολογία (μεταλλαγμένη έστω), αλλά μην περιμένετε τίποτα απολύτως παιδικό: Η βία είναι άγρια, σχεδόν αυτοσκοπός, και οι σκηνές των μαχών εντελώς σπλάτερ, ιδιαίτερα στη μάχη με τους Τιτάνες, όπου το τι αίμα και διαμελισμός πέφτει δεν περιγράφεται. Αν σας αρέσουν όλα αυτά, και σας εντυπωσίασε και η κάπως συγγενής, όπως είπαμε, αισθητική των "300", δείτε το (προσωπικά μπούχτισα μάλλον σύντομα). Ό,τι και να αποφασίσετε όμως κάντε το μόνο για την εικόνα. Για κανέναν απολύτως άλλον λόγο. Την εικόνα, η οποία, όπως είπαμε, αν μη τι άλλο, έχει μια ιδιαίτερη αισθητική. Οφείλω να σας υπενθυμίσω πάντως ότι ιδιαίτερη δεν σημαίνει υποχρεωτικά και καλή.

Κυριακή, Ιανουαρίου 01, 2012

Η "ΝΟΣΟΚΟΜΑ ΜΠΕΤΙ" ΚΑΙ ΟΙ ΣΑΠΟΥΝΟΠΕΡΕΣ

Ο Neil LaBute είναι ένας πολύ ενδιαφέρων ανεξάρτητος (μέχρι κάποιου σημείου τουλάχιστον) αμερικάνος σκηνοθέτης, του οποίου τις πρώτες τουλάχιστον ταινίες εκτιμώ. Το 2000 γυρίζει τη συμπαθέστατη "Nurse Betty", μια γλυκόπικρη κωμωδία, που συγχρόνως ενσωματώνει και κάποια άλλα είδη. Η καλόκαρδη Μπέτι δεν είναι, αλλά θα ήθελε πολύ να γίνει νοσοκόμα. Ταυτόχρονα παρακολουθεί μανιωδώς μια ηλίθια ιατρικού περιεχομένου σαπουνόπερα και είναι ερωτευμένη με τον πρωταγωνιστή γιατρό. Ο σύζυγός της είναι ένα καθίκι που έχει μάλιστα ύποπτες δοσοληψίες με ύποπτους τύπους. Ξαφνικά κάτι αληθινά σοκαριστικό θα συμβεί στη ζωή της, η Μπέτι θα πάθει αμνησία και θα φύγει στα καλά καθούμενα για την άλλη άκρη της Αμερικής αναζητώντας τον έρωτά της και πιστεύοντας ακράδαντα ότι όσα συμβαίνουν στο σίριαλ είναι απόλυτα αληθινά (άρα ψάχνει για έναν ωραίο γιατρό και όχι για έναν ηθοποιό που παίζει σε σίριαλ). Τα ίχνη της όμως ακολουθούν και δύο δολοφόνοι... Με πρωτότυπο σενάριο, συχνά κατάμαυρο χιούμορ, αστεία και συνειδητά αρκετά απίθανη πλοκή, η ταινία βλέπεται πολύ ευχάριστα και αποτέλεσε (για μένα τουλάχιστον) μια καλοδεχούμενη έκπληξη. Το αισθηματικό - σχεδόν μελό - στοιχείο μπλέκεται με την κωμωδία και αυτή με το αστυνομικό φιλμ σε ένα μείγμα που θεωρώ απόλυτα πετυχημένο. Ταυτόχρονα ο LaBute βρίσκει την ευκαιρία να σατιρίσει αλύπητα τις τηλεοπτικές σαπουνόπερες, που δημιουργούν στρατιές ηλιθίων (ή, ίσως, δεν δημιουργούν ακριβώς, αλλά σίγουρα απευθύνονται σε μάλλον χαμηλού πνευματικού επιπέδου άτομα) και να μιλήσει για τα (ανύπαρκτα) πρότυπα που αυτές προβάλλουν - και πιθανόν επιβάλλουν - και τον πλασματικό κόσμο που δημιουργούν. Η ταύτιση από την αφελή ηρωίδα του ζαχαρωμένου τηλεοπτικού κόσμου με τον πραγματικό και οι απογοητεύσεις που αυτή συνεπάγεται, αποτελούν νομίζω το καλύτερο σχόλιο για όλα αυτά. Οπότε με άγγιξε ιδιαίτερα, αφού μπορώ να σας εξομολογηθώ ότι μισώ την τηλεόραση (οι τυχόν εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα). Και, επιπλέον, η ταινία διαθέτει και καλό καστ, με επικεφαλής τους τη Ρενέ Ζελβέγκερ και τον Μόργκαν Φρίμαν σε ιδιαίτερη φόρμα. Έξυπνη ταινία, με γλαφυρή αφήγηση, παρακολουθείται με ενδιαφέρον, αφού υπάρχει και το απαραίτητο σασπένς και, συγχρόνως, ενώ παίζει με διάφορα κλισέ, καταφέρνει να είναι πρωτότυπη. Ο LaBute έκανε στη συνέχεια της καριέρας του κάποια "ατοπήματα", αλλά πάντοτε περιμένω κάτι καλό απ' αυτόν.