Δευτέρα, Νοεμβρίου 07, 2011

ΟΙ "ΑΛΠΕΙΣ" ΚΑΙ ΟΙ ΡΟΛΟΙ ΠΟΥ ΠΑΙΖΟΥΜΕ

Να το πω από τη αρχή: Ο Γιώργος Λάνθιμος κάνει ένα στριφνό σινεμά, με πολύ ιδιαίτερη κινηματογραφική άποψη, ένα σινεμά που βλέπεται μάλλον δύσκολα. Ή, αν θέλετε να το πω αλλιώς, βλέπεται μόνο από λίγους, που ψάχνουν πολύ μακριά από κάθε κρατούσα αισθητική. Δεν το λέω αυτό ούτε ως θετικό ούτε ως αρνητικό. Απλώς είναι ένα γεγονός, κι από εκεί και πέρα ο καθένας αποφασίζει αν του αρέσει ή όχι. Στην τρίτη του ταινία, τις "Άλπεις" του 2011, το "δύσκολο" αυτό μάλλον επιτείνεται σε σχέση με τον "Κυνόδοντα". Μουντή, σκοτεινή εικόνα, επιμονή σε απόλυτα τετριμμένα, μπανάλ, εσωτερικά ή εξωτερικά περιβάλλοντα (τόσο, ώστε να μην υπάρχει ούτε μια απ' αυτές που θα ονομάζαμε "όμορφες εικόνες", τόσο ώστε η εμμονή με την άσχημη ή/και απόλυτα συνηθισμένη πλευρά της καθημερινότητας να γίνεται στιλ), περίεργα, "αντικινηματογραφικά" θα έλεγε κανείς καδραρίσματα, ψυχρότητα συναισθημάτων, παράξενο, στημένο παίξιμο των ηθοποιών (αν και εδώ έχει και σεναριακό λόγο αυτό το "στήσιμο"), ανησυχητική ατμόσφαιρα ενώ βρισκόμαστε, όπως είπαμε, στη σφαίρα του απόλυτα οικείου, ελλειπτικό σενάριο, υπόγειο, αδιόρατο χιούμορ, όλα όσα χρειάζονται δηλαδή για να μισήσει το φιλμ ο εθισμένος στη χολιγουντιανή αισθητική θεατής. Μάλιστα. Πλην όμως, σπάνια ταινία με προβλημάτισε τόσο (θετικά το εννοώ) και με έβαλε σε τόσες σκέψεις και προσπάθειες ανάγνωσής της όσο αυτή εδώ. Ίσως γνωρίζετε την ιστορία: Μια ιδιότυπη εταιρία, αποτελούμενη από τέσσερα άτομα, αναλαμβάνει να ενσαρκώνει αγαπημένα πρόσωπα που μόλις έχουν πεθάνει, δίνοντας έτσι μια ψευδαίσθηση μη απώλειας, μια παρηγοριά τέλος πάντων, στους συντετριμένους συγγενείς. Ώσπου η βασική ηρωίδα αποφασίζει να δράσει μόνη της, παραβλέποντας τους αυστηρότατους κανόνες της εταιρίας, με απρόβλεπτες συνέπειες. Τα θέματα που θίγονται και οι προβληματισμοί που προκύπτουν είναι και πολλοί και πολυεπίπεδοι. Όλοι στη ζωή αυτή παίζουμε κάποιους ρόλους, και μάλιστα πολλούς συγχρόνως: Του γονιού, του παιδιού, του ερωτευμένου, του επαγγελματία και άπειρους άλλους. Η συμπεριφορά μας αλλάζει κάθε ώρα που περνά, ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο βρισκόμαστε. Ποιος ειναι ο αληθινός μας εαυτός; Ποιος ξέρει; Ίσως αυτός να έχει χαθεί ανεπιστρεπτί μέσα σ' αυτό το καθημερινό συνονθύλευμα ρόλων, την σχεδόν υποχρεωτική και ασυνείδητη συνήθως προσαρμογή στα κυρίαρχα πρότυπα. Έτσι τουλάχιστον μοιάζει να μας λέει το φιλμ. Κι όχι μόνο αυτό: Χρειαζόμαστε απεγνωσμένα αυτούς τους ρόλους. Δίχως αυτούς είναι αδύνατο να συνεχίσουμε, κάθε έννοια ταυτότητάς μας (έστω και ψευδούς ταυτότητας) χάνεται. Αν οι ρόλοι κατέρρεαν θα βρισκόματε στα όρια της παράνοιας. Αυτό μας λέει το συγκλονιστικό σε ψυχολογικό επίπεδο τελευταίο τέταρτο του φιλμ. Κι αυτά είναι μόνο λίγα. Νομίζω ότι κάθε θεατής μπορεί να σκεφτεί κι άλλα, να ανιχνεύσει δικές του ερμηνείες, προσωπικές εκδοχές. Γι' αυτό άλλωστε η ταινία γύρισε με το βραβείο σεναρίου από το φεστιβάλ της Βενετίας. Προσωπικά λοιπόν η ταινία μου άρεσε, όπως και ο "Κυνόδοντας". Θεωρώ μεγάλο ταλέντο τον Λάνθιμο και ελπίζω να συνεχίσει τον ιδιόρυθμο δρόμο που χάραξε. Σας προειδοποίησα όμως και στην αρχή: Το στιλ του είναι μάλλον απωθητικό για τους περισσότερους. Πάντως, είτε εκτιμάτε (όπως εγώ) το ύφος του Λάνθιμου, είτε αυτό σας απωθεί, είναι αναμφισβήτητο ότι με λίγες μόνο ταινίες και σε σχετικά μικρή ακόμα ηλικία, έχει δημιουργήσει ένα δικό του, καθαρά προσωπικό σύμπαν, τόσο σε κινηματογραφικό / σκηνοθετικό επίπεδο όσο και σε σεναριακό, ένα σύμπαν που συνδυάζει μια αβάσταχτα μίζερη και συνηθισμένη καθημερινότητα με εξωφρενικές, στα όρια του απίθανου, ιστορίες, που διαδραματίζονται μέσα σ' αυτή. Ξέρετε πολλούς άλλους να έχουν καταφέρει κάτι τέτοιο;

Κυριακή, Νοεμβρίου 06, 2011

"FINAL PROGRAM" ΚΑΙ ΨΥΧΕΔΕΛΙΚΟ ΚΙΤΣ

Ο Robert Fuest υπήρξε ένας σκηνοθέτης που κυρίως δραστηριοποιήθηκε στη δεκαετία του 70 με 5- 6 ταινίες του φανταστικού (γνωστότεροι οι δύο Dr Phibes). Βλέποντάς τον μάλιστα σήμερα μπορούμε να πούμε ότι δεν στερείτο στιλ. Το 1973 διασκευάζει ένα από τα βιβλία του συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Michael Moorcock από τη σειρά "The Cornelius Chrοnicles", φτιάχνοντας έτσι το "Final Program". Όπου ο ήρωας της σειράς, ο στιλάτος, glam πράκτορας Τζέρι Κορνέλιους μπλέκεται σε μια σειρά από περιπέτειες σε έναν ακαθόριστο μελλοντικό κόσμο και, τελικά, με μια μάλλον ναζί σέξι κυρία βρίσκεται σε ένα θάλαμο για το "τελικό" πείραμα, για το οποίο ας μη σας πω περισσότερα. Τελικά το φινάλε είναι κουφό και, για να είμαστε ακριβέστεροι, ξεκάρφωτο. Καημένε Κορνέλιους, τι σου έμελλε να πάθεις... Η αισθητική της εποχής είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Η μπαρόκ φαντασία του Μούρκοκ συναντά το οπτικό παραλήρημα του Φιούεστ και το αποτέλεσμα είναι ένα είδος αποθέωσης του κιτς. Το σενάριο είναι ελλειπτικό - και μ' αυτό εννοώ βέβαια ότι μάλλον δεν κατανοούμε κάμποσα πράγματα, οι γωνίες λήψης συχνά περίεργες, τα πρόσωπα παίζουν με τη γοητεία του ανδρόγυνου και άλλα τέτοια, οπτικά τουλάχιστον εντυπωσιακά. Γενικά νομίζω το αποτέλεσμα μπορεί να προκαλέσει ακόμα και γέλιο σε ορισμένα σημεία, εύκολα όμως το φιλμ μπορεί να καταταχθεί στην κατηγορία των cult ή (αν προτιμάτε) των "ένοχων απολαύσεων". Σκεφτείτε πάντως ότι βρισκόμαστε στην καρδιά της εποχής του glam rock, ενώ οι ψυχεδελικές 60ς εικόνες δεν έχουν ακόμα σβήσει (κάθε άλλο). Και ο Μούρκοκ άλλωστε παιδί των 60ς είναι (ο οποίος, όπως διάβασα, είχε μισήσει την ταινία). Οπότε είναι λογικό η κυρίαρχη, συχνά αστεία με τα σύγχρονα πρότυπα αισθητική της εποχής να διαπερνά το βρετανικό αυτό φιλμ. Δείτε το αν θέλετε ως κάτι μάλλον αξιοπερίεργο, διασκεδάστε κατά βούληση, αλλά σας συμβουλεύω να μην το πάρετε και πολύ στα σοβαρά. Απλώς για την πλάκα του όλου πράγματος.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 03, 2011

ΤΟ ΔΕΡΜΑ, ΤΟ ΜΕΛΟΔΡΑΜΑ, Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΠΙΣΤΕΥΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΛΜΟΔΟΒΑΡ

Με το "Δέρμα που Κατοικώ" (La piel que habito) του 2011, ο Pedro Almodovar μπαίνει για τα καλά σε έναν εφιαλτικο κόσμο, δίχως όμως να χάσει το παραμικρό από το γνωστό αλμοδοβαρικό σύμπαν: Το μελόδραμα, η εξεζητημένη (μάλλον κιτς) αισθητική, οι απίστευτα πολύπλοκες ιστορίες, το πάθος, η συχνή αντιστροφή κάθε συμβατικής ηθικής, το υπόγειο, όλο και πιο δυσδιάκριτο, χιούμορ, όλα βρίσκονται και σ' αυτή του την ταινία. Απλώς εδώ υπάρχει και η πινελιά της ταινίας τρόμου. Ένας διάσημος πλαστικός χειρούργος κρατά αιχμάλωτη μια όμορφη κοπέλα, στην οποία κάνει συνεχείς μεταμοσχεύσεις δέρματος, προκειμένου να κατασκευάσει ένα απόλυτα ανθεκτικό συνθετικό δέρμα. Ναι, αλλά αυτό είναι μόνο η αρχή. Πώς συναντήθηκαν ο γιατρός και η κοπέλα; Γιατί η οικονόμος του τον βοηθά με τόση αφοσίωση; Πώς ακριβώς έχει πεθάνει η κόρη του γιατρού στο παρελθόν; Αυτά και άλλα ερωτήματα προκύπτουν από την αρχή κιόλας του φιλμ και εξηγούνται σταδιακά, συναρμολογώντας σιγά - σιγά τα κομμάτια ενός απίστευτου παζλ. Η αφήγηση ακολουθεί μια πολύπλοκη μπρος - πίσω πορεία για να διηγηθεί μια έξ ίσου πολύπλοκη ιστορία, η οποία τελικά αποδεικνύεται ότι είναι μια απόλυτα "άρρωστη", εφιαλτική ιστορία εκδίκησης ενός μάλλον πειραγμένου μυαλού, που κατέχεται από εμμονές και φαντάσματα του παρελθόντος. Και, βέβαια, ο Αλμοδοβάρ βρίσκεται απόλυτα στο στοιχείο του. Οι αναφορές είναι πάμπολλες: Πρώτα - πρώτα η κλασική γαλική ταινία τρόμου "Μάτια δίχως Πρόσωπο" του Φρανζί, της οποίας αποτελεί ένα είδος πειραγμένου, ιδιόρυθμου και πολύ πιο σύνθετου ριμέικ. Αλλά και διάφορες ταινίες όπου ο ήρωας προσπαθεί να "κατασκευάσει" μια γυναίκα που του λείπει, από αυτές που έχουν εμπνευστεί από τον κλασικό μύθο του Πυγμαλίωνα έως το "Vertigo" του Χίτσκοκ και τον Φρανκενστάιν. Αλλά και σε πίνακες, όπως του Γκόγια, του Ενγκρ κ.ά. Προσπαθούμε να κατασκευάσουμε τη ζωή μας, μοιάζει να μας λέει ο φοβερός ισπανός, να την κάνουμε να μοιάζει με όσα ποθούμε και ονειρευόμαστε, ανεξάρτητα από την πραγματικότητα. Ζούμε σε έναν κατασκευασμένο, φανταστικό σχεδόν κόσμο και βλέπουμε τον πραγματικό περισσότερο μέσα από οθόνες. Κάτι τέτοιο δεν είναι άλλωστε το ίδιο το σινεμά; Και το χιούμορ; Όπως έχω γράψει ξανά, νομίζω ότι το χιούμορ στις τελευταίες, δραματικές ταινίες του δημιουργού βρίσκεται καμουφλαρισμένο κάτω ακριβώς από τις απίθανες, δαιδαλώδεις ιστορίες που σκαρφίζεται ή δανείζεται για να μεταφέρει στην οθόνη, πάντοτε με τη γνωστή του αφηγηματιή δεινότητα. Ιστορίες όπου συνυπάρχουν τόσο, μα τόσο αλλόκοτα, διεστραμένα, τραβηγμένα, ακραία στοιχεία, που μόνο ως ένα είδος εξ ίσου διεστραμένου χιούμορ μπορούν να εκληφθούν. Και βέβαια στην μπαρόκ αισθητική που μόνιμα παίζει με το κιτς. Στους πίνακες του σπιτιού του γιατρού, στη συγκεκριμένη περίπτωση, στον γιο της οικονόμου και σε άλλες λεπτομέρειες. Αν το δείτε έτσι, νομίζω ότι μπορείτε ακόμα και να διασκεδάσετε με τα όσα ακραία συμβαίνουν. Σας επαναλαμβάνω όμως: Η βασική ιστορία, που αποκαλύπτεται γύρω στα 2/3 του φιλμ, είναι πραγματικά ανατριχιαστική. Για μένα πρόκειται για έναν από τους καλύτερους Αλμοδοβάρ. Να λοιπόν ένας δημιουργός που όσο μεγαλώνει, όχι μόνο δεν με κάνει να τον βαριέμαι, αλλά νομίζω ότι γίνεται όλο και καλύτερος.

Τρίτη, Νοεμβρίου 01, 2011

CONTAGION: ΟΤΑΝ Ο ΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΟΣ

Ο Steven Soderbergh είναι καλός σκηνοθέτης και έχει φτιάξει αξιόλογες και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους ταινίες. Μερικές φορές χρησιμοποιεί ντοκιμαντερίστικο στιλ, αρνούμενος να ποντάρει στο υπερθέαμα. Το "Contagion" του 2011 είναι μια από αυτές τις περιπτώσεις. Εμπνευσμένο προφανώς από την ιστορία με τον ιό των χοίρων, εξερευνά το τι θα συμβεί στον πλανήτη αν ένας παρόμοιος ιός όντως μεταλλαχτεί, και είναι και πιο θανατηφόρος από τον αλήστου μνήμης (ελπίζω) Η1Ν1. Παρακολουθώντας την επιδημία από την πρώτη ως την τελευταία μέρα, καταφέρνει να μας τρομάξει με τον σχετικό ρεαλισμό του και τις αλυσσιδωτές επιπτώσεις που θα είχε μια τέτοια ιστορία σε κάθε πτυχή της ζωής μας. Όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, η ταινία κατακερματίζεται σε πολλές, παράλληλες δράσεις, που συμβαίνουν σε πολλά μέρη της γης (εξ ου και το απίστευτο καστ, δίχως να υπάρχει ένας αληθινός πρωταγωνιστής). Το μοντάζ είναι δυναμικό και το ενδιαφέρον διαρκές, δίχως όμως κορυφώσεις, άγριες σκηνές δράσης και εκκωφαντικά δράματα. Αυτό ακριβώς το συνεχές "flat", ηθελημένο προφανώς, είναι που δεν με κάνει να μιλήσω για εντυπωσιακό φιλμ ή, τέλος πάντων, για κάτι που θα μου μείνει ιδιαίτερα. Μπορεί μάλιστα να υπάρχουν και κάποιες αντιρρήσεις: Ο "καλός" Οργανισμός Υγείας που πασχίζει για το καλό όλων, ο "κακός" και αδίστακτος blogger που θέλει να εκμεταλλευτεί την κατάσταση χρησιμοποιώντας ακόμα και κατάφωρα ψέμματα, οι ελάχιστες αναφορές στο ρόλο και τα παιχνίδια των φαρμακευτικών εταιριών και στο ρόλο των media, δίνουν μια μάλλον εξωραϊσμένη εικόνα των πραγμάτων (όχι ότι δεν υπάρχουν πάμπολλοι τέτοιοι bloggers ή δημοσιογράφοι, ούτε ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι του Οργανισμού που θα κάνουν άψογα τη δουλειά τους, αλλά είναι η χρήση κάποιων χαρακτήρων ως αρχέτυπα που ενοχλεί κάπως). Συνολικά λοιπόν δεν ενθουσιάστηκα. Η άποψή μου είναι, θα έλεγα, χλιαρή. Έμεινα μάλλον με μια επίγευση του στιλ "μα γιατί όλα αυτά; Μόνο για να μας τρομάξει;". Πάντως αναγνωρίζω την άρνηση από μέρους του Soderbergh κάθε προσπάθειας εντυπωσιασμού, την εμφανή του προσπάθεια να κάνει μια όσο το δυνατόν ρεαλιστική καταγραφή του πώς θα ήταν τα πράγματα στην εφιαλτική αυτή περίπτωση, στο worst case σενάριο. Άφησα τελευταίο το καστ. Σπάνια έχουμε δει στην οθόνη τόσους μαζεμένους σταρ. Σημειώστε λοιπόν: Γκουίνεθ Πάλτροου, Κέιτ Γουίνσλετ, Ματ Νέιμον, Τζουντ Λο, Μαριάν Κοτιγιάρ, Λόρενς Φίσμπερν, Έλιοτ Γκουλντ. Αν αυτό αποτελεί πόλο έλξης για σας, δεν έχετε παρά να το δοκιμάσετε.

Κυριακή, Οκτωβρίου 30, 2011

ΤΑ ΠΑΝΤΑ (ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ) ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΑ

Υπάρχουν ταινίες που θεωρούνται κλασικές όχι απλώς επειδή έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο στην εποχή τους, αλλά και επειδή δεκαετίες μετά τη δημιουργία τους κρατούν αναλλοίωτο το ενδιαφέρον τους και βλέπονται με την ίδια απόλαυση. Θεωρώ μια απ' αυτές το "Όλα για την Εύα" (All about Eve) του Joseph L. Mankiewicz (1909–1993), που γυρίστηκε το μακρινό 1960. Μελόδραμα; Είδος ψυχολογικού θρίλερ; Μελέτη ενός γυναικείου χαρακτήρα; Ανάλυση των παρασκηνίων του θεάτρου και της ζωής των σταρ; Όλα αυτά και κάμποσα άλλα που καλείται να ανακαλύψει ο θεατής. Βλέπετε, οι μεγάλες ταινίες (τα μεγάλα έργα τέχνης γενικότερα) διαθέτουν πολλά επίπεδα. Παρακολουθούνται πάντα με απόλαυση, αλλά κάτω από την επιφάνεια κρύβουν κι ένα σωρό άλλα. Το φιλμ μας μεταφέρει στα παρασκήνια του θεάτρου. Στο κέντρο μια μεγάλη και διάσημη ηθοποιός, μια ντίβα δηλαδή. Οι σχέσεις της με σκηνοθέτες, παραγωγούς, συγγραφείς, άλλους ηθοποιούς, αλλά και η προσωπική της ζωή σκιαγραφούνται τέλεια. Ώσπου στη ζωή της θα μπει ξαφνικά μια αφελής παθιασμένη φαν, που την ακολουθεί παντού και το μόνο που θέλει είναι να βρίσκεται όσο πιο πολύ γίνεται κοντά της. Ή μήπως δεν είναι μόνο αυτό; Η ταινία ρίχνει μια αδυσώπητη, συχνά κυνική ματιά στον χώρο των σόου μπίζνες. Μέσα από το χαρακτήρα της Εύας παρακολουθούμε τις ίντριγκες, τον κυνισμό, τον μέχρι τελικής πτώσης αγώνα για άνοδο, για φήμη και δόξα. Ο θάνατός σου η ζωή μου. Ναι, εδώ διακυβεύεται πολύ χρήμα. Αλλά, όταν έχουμε να κάνουμε με σταρ, το χρήμα, μοιάζει να μας λέει η ταινία, περνά σε δεύτερη μοίρα. Η κύρια "ανάγκη", το πρωτεύον πάθος, είναι αυτό για δόξα. Για χειροκρότημα. Για την κατάκτηση της κορυφής. Γι' αυτό γίνονται όλα. Γι' αυτό η ανερχόμενη ηθοποιός μετατρέπεται σε κάτι πραγματικά αδίστακτο, ένα πλάσμα έτοιμο να πατήσει σε πτώματα για να ανέβει. Αλλά και η άλλη, η φτασμένη σταρ, που εδώ είναι θύμα, δεν είναι ακριβώς κάτι συμπαθητικό. Εγωπαθής, γεμάτη καπρίτσια, ταλαιπωρεί - ή και περιφρονεί - τους γύρω της και "τρέφεται" από την κορυφή, την οποία έχει ήδη προ πολλού κατακτήσει. Η σκηνή με την οποία ανοίγει - και κλείνει - η ταινία, η σκηνή της απαστράπτουσας βράβευσης δηλαδή, φαντάζει απόλυτα ειρωνική, δείχνει με τον καλύτερο τρόπο την γκλάμορους εικόνα που δίνεται στο αδηφάγο κοινό, η οποία καλύπτει επιμελέστατα μια σκληρή, κυνική πραγματικότητα. Παράλληλα ο χρόνος που φεύγει και το άγχος που δημιουργεί στον άνθωπο είναι ένα άλλο θέμα του φιλμ. Όλα αυτά σε ένα δράμα που δημιουργεί σασπένς τόσο, ώστε να μπορούμε να μιλάμε για ένα είδος "ψυχολογικού θρίλερ". Η Μπέτι Ντέιβις βρίσκεται στα καλύτερά της ως σχετικά γερασμένη, ανασφαλής ντίβα, η Αν Μπάξτερ το ίδιο, ενώ η Μέριλιν Μονρόε κάνει μια εμφάνιση σε δεύτερο ρόλο, πριν γίνει σούπερ σταρ. Γενικά, σπάνια το κλασικό Χόλιγουντ έχει ρίξει μια τόσο σκληρή, αδυσώπητη ματιά στα παρασκήνια της σόου μπίζνες. Ίσως να το έκανε στη "Λεωφόρο της Δύσης" και σε πολύ λίγες άλλες περιπτώσεις. Αν δεν το έχετε δει να το κάνετε. Η Ντέιβις αγωνιά στην ταινία επειδή γερνά. Η ίδια η ταινία δεν γερνά καθόλου.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 28, 2011

CONVOY: Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΘΑ ΑΡΧΙΣΕΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ... ΝΤΑΛΙΚΕΡΗΔΕΣ!

Ο Sam Peckinpah (1925–1984) γυρίζει το "Convoy", την τρίτη πριν το τέλος ταινία του, το 1978. Η γνώμη μου είναι ότι πρόκειται για ένα φιλμ που ακροβατεί στα όρια του απροσδόκητα αναρχικού και "πολιτικοποιημένου" και του γελοίου. Ενώ η περιπέτεια και η δράση έχουν, νομίζω, τον πρώτο λόγο, ενώ το τέλος "κλείνει το μάτι" στο θεατή, ο οποίος μάλλον δεν μπορεί να αποφασίσει αν πρόκειται για εμπορική παραχώρηση ή για ένα σχεδόν σουρεαλιστικό παιχνίδι, ενώ δηλαδή όλα δείχνουν μια μάλλον εμπορική περιπέτεια της σειράς, το απροσδόκητο επαναστατικό, αναρχικό σχεδόν, στοιχείο, εισβάλλει από παντού, διαπερνά την ταινία και, τελικά, προσωπικά τουλάχιστον, μάλλον αναποφάσιστο με αφήνει. Ο Κρις Κριστόφερσον είναι ένας νταλικέρης - μύθος, κάτι σαν "αρχηγός" (άτυπα) των αμερικάνων νταλικέρηδων, που διασχίζουν απ' άκρη σ' άκρη τη χώρα. Όταν μια κόντρα με τους διεφθαρμένους μπάτσους που ελέγχουν τους αυτοκινητόδρομους ξεπερνά τα συνηθισμένα όρια και γίνεται πλέον πολύ σοβαρή, όλο και περισσότεροι φορτηγατζήδες συσπειρώνονται γύρω του σχηματίζοντας ένα τεράστιο κονβόι που αψηφά τους πάντες και τα πάντα και… σχεδόν ξεκινά μια επανάσταση ενάντια σε κάθε εξουσία. Σε μπάτσους και σερίφηδες, σε πολιτικούς, κυβερνήτες και υποψήφιους κυβερνήτες, σε όλα. Ανεξέλεγκτη, αυθόρμητη, δίχως ιδιαίτερη οργάνωση, σχεδόν δίχως συγκεκριμένο στόχο και σκοπό. Απλώς, η συσσωρευμένη αγανάκτηση ξεσπά ανεξέλεγκτη. Κάτι σας θυμίζουν όλα αυτά, έτσι; Και, στο μεταξύ, το φιλμ προλαβαίνει να θίξει ξώφαλτσα και το ακανθώδες θέμα του τι συμβαίνει όταν η "επανάσταση" αποκτήσει ισχύ και η εξουσία προσπαθήσει να την αφομοιώσει στο σύστημα, να την κάνει "γραφική" ή "τουριστική". Δεν ξέρω αν ο Peckinpah ήθελε να κάνει μια επαναστατική ταινία που όμως συνδυάζεται και με την mainstream περιπέτεια ή μια mainstream περιπέτεια που λοξοκοιτά προς την επανάσταση. Ό, τι και να επεδίωκε πάντως, κάνει μια ταινία που, λίγο μετά την εμπορική της αποτυχία, γίνεται σχεδόν cult και που, επιπλέον, διαθέτει και αρκετό χιούμορ. Δέστε την και αποφασίστε μόνοι σας. Πάντως στα συν της δεν μπορώ παρά να προσθέσω και την παρουσία της Άλι ΜακΓκρόου, μιας ηθοποιού που η παρουσία της στην οθόνη υπήρξε πολύ σύντομη. Άντε, και καλή επανάσταση! (Μην το πάρετε όμως και πολύ στα σοβαρά. Απλώς διασκεδάστε όσο περισσότερο μπορείτε – αν μπορείτε).

Δευτέρα, Οκτωβρίου 24, 2011

"Η ΡΑΧΟΚΟΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ": ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΕΥΑΙΣΘΗΤΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΡΟΜΟΥ;

Θεωρώ τον μεξικανό Guillermo del Toro ικανότατο σκηνοθέτη, από τον οποίο μπορούμε να περιμένουμε πολλά. Η αγαπημένη μου ταινία του δεν είναι οι μεγάλες του επιτυχίες, αλλά η σχετικά άγνωστη "Ραχοκοκαλιά του Διαβόλου" (El espinazo del diablo) του 2001. Το φιλμ θυμίζει κάπως τον "Λαβύρινθο του Πάνα" που θα ακολουθούσε μερικά χρόνια μετά, με την έννοια ότι ο del Toro μας μεταφέρει και πάλι στα άγρια χρόνια του ισπανικού εμφύλιου. Και, όπως στον "Λαβύρινθο", παίζει έντονα με το στοιχείο του φανταστικού. Η "Ραχοκοκαλιά" είναι ένα ισπανόφωνο φιλμ τρόμου, με φαντάσματα συγκεκριμένα, πλην όμως φεύγει πολύ πιο πέρα απ' αυτό. Η ιστορία διαδραματίζεται σε ένα ορφανοτροφείο στο μέσο του πουθενά, αρκετά μακριά από την πλησιέστερη πόλη, όπου ζουν παιδιά αριστερών, αναρχικών και δημοκρατικών που έχασαν τους γονείς τους στον πόλεμο. Η γυναίκα και ο γέρος γιατρός που το διοικούν είναι κι αυτοί δημοκρατικοί. Ωστόσο τα πάντα γύρω τους καταρέουν, η ήττα των δημοκρατικών είναι πια σίγουρη και ο φασισμός πλησιάζει με γοργά βήματα. Μέσα σ' αυτό το ζοφερό κλίμα, το ορφανοτροφείο στοιχειώνεται από το φάντασμα ενός παιδιού που κάποτε ζούσε εκεί... Αυτό που θαυμάζω αρχικά είναι η εξαιρετική ατμόσφαιρα της ταινίας. Τα κιτρινωπά, γήινα χρώματα, το μεγάλο παλιό κτίριο στο μέσο της ερήμου, οι συχνά ημιεγκαταλειμένοι αχανείς εσωτερικοί χώροι, όλα δημιουργούν ένα διαρκώς υποβλητικό κλίμα, στο οποίο η εμφάνιση ενός φαντάσματος ταιριάζει απόλυτα. Εκτός αυτού, η ιστορία, παρά τις - λίγες σχετικά - τρομαχτικές σκηνές που διαθέτει και το όλο ανησυχητικό κλίμα, διαθέτει έντονη ευαισθησία, είναι έως και συγκινητική και, όσο και ακούγεται παράδοξο για ταινία τρόμου, είναι έντονα ποιητική. Αποκαλύψεις απο το παρελθόν, μια διάχυτη μελαγχολία και παρακμή, κρυμένα μυστικά, έρωτες σε ένα ασφυκτικό κλίμα και, πάνω απ' όλα, η φρίκη που έρχεται, η επικείμενη καταστροφή, συνθέτουν μια από τις - το ξαναείπα - πιο ατμοσφαιρικές ταινίες των τελευταίων χρόνων, η οποία βέβαια κινείται πολύ μακριά από τον τρόμο για τον τρόμο, τα τρομαχτικά εφέ και τα συνεχή "μπου" που χαρακτηρίζουν πολλά σύγχρονα δείγματα του είδους. Εδώ μιλάμε για τον φόβο και την αίσθηση της ανησυχίας που πηγάζει από την ατμόσφαιρα, από το όλο κλίμα του φιλμ. Και βέβαια, υπάρχει και το έντονα αλληγορικό στοιχείο που διαπερνά την ταινία: Το καταρέον ορφανοτροφείο ως, πιθανόν, η Ισπανία, ο κρυμένος στα σπλάχνα του φασισμός και η βία που αυτός φέρνει, που προσωποπποιείται από τον εγκληματικό - και στερημένο - επιστάτη, ο αδύναμος γέρος ως απομεινάρι άλλοτε ακμαζόντων δημοκρατικών, η βόμβα που δεν έχει εκραγεί, αλλά κανείς δεν ξέρει αν κάποτε θα το κάνει, μονίμως καρφωμένη στην αυλή και πολλά άλλα σημεία (ή σύμβολα) που μπορεί να ανακαλύψει ο θεατής, προσδίδουν ένα ιδιαίτερα φορτισμένο και έξυπνα καμουφλαρισμένο πολιτικό κλίμα. Ο del Toro, παρά τις συχνές του επισκέψεις στα χωράφια των αμερικάνικων blockbuster, είναι ένας σκεπτόμενος και κυρίως ευφάνταστος σκηνοθέτης, που βρίσκει χρόνο να κάνει και τις προσωπικές του ταινίες, με καλύτερη, κατά την γνώμη πάντα, αυτή εδώ. Γι' αυτό, για μένα τουλάχιστον, αποτελεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση.

Σάββατο, Οκτωβρίου 22, 2011

"ΑΙ ΕΙΔΟΙ ΤΟΥ ΜΑΡΤΙΟΥ" ΚΑΙ Η ΒΡΩΜΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Να λοιπόν που ο George Clooney αποδεικνύει και πάλι ότι είναι και καλός σκηνοθέτης. "Αι Ειδοί του Μαρτίου" (που είναι η μέρα που δολοφονήθηκε ο Καίσαρας, παρά τις προειδοποιήσεις που είχε λάβει) του 2011 είναι ένα πολιτικό δράμα οσκαρικών προδιαγραφών, συγχρόνως όμως και αρκετά τολμηρή καταγγελία του πολιτικού συστήματος και της πολιτικής εν γένει. Το φιλμ αναφέρεται στην εκστρατεία για το χρίσμα των Δημοκρατικών. Και ξεσκεπάζει τις ίντριγκες, τους εκβιασμούς, τα κάθε λογής παιχνίδια που παίζονται κατά τη διάρκεια της εκστρατείας αυτής. Μη φοβηθείτε όμως και πείτε "τι μας εμάς ενδιαφέρουν οι εκλογές των αμερικάνων;". Το πράγμα πάει πολυ πιο βαθιά και, με αφορμή τα παραπάνω, καταγγέλεται γενικά το βρώμικο τοπίο της πολιτικής και των πολιτικάντιδων. Ένα σχετικά πολύπλοκο σενάριο, λεπτά γυρίσματα των καταστάσεων και των συναισθημάτων των ηρώων που μπορεί να φτάσουν και ως την απόλυτη ανατροπή, αποκαλύψεις που κάνουν δυσκολότερα τα πράγματα, στρατηγικοί χειρισμοί μακιαβελικού τύπου, ψυχολογικά παιχνίδια, συνθέτουν ένα φιλμ που, ενώ με κράτησε απόλυτα σαν ένα είδος ψυχολογικού θρίλερ, στοχεύει συγχρόνως και αρκετά βαθύτερα. Οι ήρωες της ταινίας, ο υποψήφιος εκπρόσωπος των Δημοκρατικών και, κατά συνέπεια, πρόεδρος των ΗΠΑ και οι επικεφαλής της καμπάνιας του είναι αρχικά τίμιοι άνθρωποι, ακόμα και ιδεολόγοι. Αυτό το στοιχείο, ενώ ακούγεται ξενέρωτο και ψεύτικο αρχικά, λειτουργεί έξυπνα γιατί κάνει πολύ πιο ανάγλυφη και καθαρή τη βαθμιαία διαφθορά τους, τους συμβιβασμούς στους οποίους υποχρεώνονται, τους εκβιασμούς ακόμα, και, τελικά, την παράδοσή τους στο παμφάγο σύστημα. Το πάνω χέρι έχει το πολιτικό παιχνίδι, οι λεπτοί χειρισμοί των κομματιών στη σκακέρα, το τέλειο μάρκετινγκ. Εδώ δεν σηκώνουν "ιδεολογίες και μαλακίες". Ή παίζεις με τους υπάρχοντες όρους ή καίγεσαι για πάντα. Όταν τελείωσε το φιλμ συνειδητοποίησα και κάτι άλλο - και τρόμαξα, ενώ προφανώς το ήξερα: Είδα μια ενδιαφέρουσα ταινία πάνω στα παρασκήνια της πολιτικής και, τελικά, αυτό που μένει στο πικρό φινάλε είναι ότι ουσιαστικά η πολιτική απουσιάζει. Όλα, μα όλα, παίζονται στο τέλειο μάρκετινγκ, στις λεπτότατες, έξυπνες κινήσεις στη σκακιέρα που λέγαμε και πριν, στα παρασκήνια, στις υπόγειες συνενοήσεις και συμφωνίες, στους εκατέρωθεν συμβιβασμούς, στις ίντριγκες, στους χειρισμούς. Το τι ακριβώς λένε οι πολιτικοί, το τι θα κάνουν όταν εκλεγούν, το πώς θα δράσουν, η καθαρή πολιτική δηλαδή, έχει περάσει σε σαφώς δεύτερη μοίρα. Το τι προτείνεις για την κοινωνία και τον κόσμο δεν έχει ουσιαστικά σημασία. Σημασία έχει το πώς θα διαχειριστείς την εικόνα σου για να εκλεγείς. Τι μας νοιάζει για το μετά; Αν αυτό δεν είναι τρομαχτικό, αν δεν αποτελεί τον απόλυτο πάτο της πολιτικής, τότε τι είναι; Το φιλμ είναι βέβαια καλογυρισμένο, διαθέτει έντονο ψυχολογικό σασπένς, ένα εκπληκτικό καστ (Ράιαν Γκόσλινγκ, Τζορτζ Κλούνεϊ, Πολ Τζιαμάτι, Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν) και είναι, όπως είπα, απ' αυτά που πάνε για Όσκαρ. Οι αμερικάνοι, μερικές φορές, αρέσκονται να ξεσκεπάζουν άπλυτα και να επιβραβεύουν το ξεσκέπασμα αυτό. Φοβάμαι ότι το μόνο που μπορεί αυτό να σημαίνει είναι ότι, πολύ απλά, η τέχνη δεν είναι δυνατόν να αλλάξει τίποτα, οπότε γιατί να μην τα βγάλουμε όλα στη φόρα; Κέρδος (καλλιτεχνικό και οικονομικό) θα έχουμε. ΥΓ: Όλα αυτά συμβαίνουν στους κολπους των Δημοκρατικών, όπως είπαμε, που υποτίθεται ότι είναι πιο προοδευτικοί, και γι' αυτό έχει νόημα όλη αυτή η καταγγελία και η αποκάλυψη της αληθινής εικόνας. Τους Ρεπουμπλικάνους ο Κλούνει τους έχει εντελώς χεσμένους. Είναι δεδομένο, όπως λέγεται μερικές φορές, ότι εκεί συμβαίνουν χειρότερα και ότι η κατάντια των ηρώων, η πτώση τους, είναι "να κάνουν ό,τι και οι Ρεπουμπλικάνοι".

Τετάρτη, Οκτωβρίου 19, 2011

PAUL: ΕΝΑΣ ΕΞΩΓΗΙΝΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΟΙΑΖΕΙ ΜΕ ΤΟΥς ΑΛΛΟΥΣ

Βρίζει σα χαμάλης, καπνίζει (και μάλιστα όχι μόνο κοινά τσιγάρα), χρησιμοποιεί αργκό και πού και πού... κάνει θαύματα. Τι είναι; Ο Paul, ο πρωταγωνιστής εξωγήινος στην ομώνυμη ταινία του Greg Mottola (2011). Ο οποίος δεν είναι άλλος από τον γνωστό εξωγήινο του Roswell, που, υποτίθεται, υπάρχει στ' αλήθεια και μετά από 60 χρόνια αιχμαλωσίας καταφέρνει να δραπετεύσει. Και πέφτει πάνω σε δύο βρετανούς νερντ, που έχουν πάει πρώτη τους φορά στην Αμερική για να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους: Να παρευρεθούν στο περίφημο συνέδριο κόμικς του Σαν Ντιέγκο, τη μεγαλύτερη γιορτή των κόμικς στον κόσμο. Μπλέξτε τώρα σ΄όλα αυτά και μια θρησκόληπτη, στα όρια της παράνοιας, οικογένεια της "βαθιάς Αμερικής", απ' αυτές που μόνο εκεί φύονται, και θα έχετε πάρει μια γεύση από την διασκεδαστική αυτή κωμωδία. Η οποία βεβαίως, πάνω απ' όλα, παρωδεί με κέφι διάφορα στάνταρντς της επιστημονικής φαντασίας: Ο ΕΤ μάλιστα, οι "Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου" και το "Men In Black" έχουν την τιμητική τους. Αλλά ταυτόχρονα προλαβαίνει να σατιρίσει τον κόσμο των κόμικς, τους κομικςόπληκτους (και κάθε άλλους -πληκτους) που δεν κάνουν τίποτα άλλο στη ζωή τους, τους θρησκόληπτους που λέγαμε, που έχουν προ πολλού περάσει το όριο της ηλιθιότητας, τους σκληρούς στρατιωτικούς και τις κυβερνήσεις, τις θεωρίες συνωμοσίας και διάφορα άλλα που συμβαίνουν γύρω μας. Ο Mottola είναι ένας ανεξάρτητος αμερικάνος σκηνοθέτης που μέχρι σήμερα έχω βρει όσες ταινίες του έχω δει συμπαθητικές (τουλάχιστον). Βρήκα και το "Paul" το ίδιο και όντως το διασκέδασα. Φυσικά καλό είναι να κατανοεί κανείς τις αναφορές, πάνω στις οποίες συχνά στηρίζεται το χιούμορ, δεν νομίζω όμως ότι σ' αυτό το θέμα θα υπάρχει ιδιαίτερο πρόβλημα. Ε, υπάρχουν και λίγα ψήγματα συγκίνησης για να συμπληρωθεί το παζλ, οπότε νομίζω ότι κι εσείς θα το ευχαριστηθείτε αρκετά. Αν τώρα το πάρετε σοβαρά και πιστέψετε ότι διάφοροι πολύ διαδεδομένοι μύθοι δεν είναι και τόσο μύθοι... λυπάμαι, αλλά δικό σας πρόβλημα.

Τρίτη, Οκτωβρίου 18, 2011

ΠΕΡΙ "ΠΑΛΗΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ" ΚΑΙ (ΚΙΤΡΙΝΗΣ) "ΠΡΩΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

Η "Πρώτη Σελίδα" υπήρξε αρχικά θεατρικό έργο και, από τη δεκετία του 30 μέχρι αυτή του 70 μεταφέρθηκε 4 (!) φορές στο σινεμά. Η δεύτερη από αυτές τις μεταφορές έγινε το 1940 με σκηνοθέτη τον μεγάλο Howard Hawks (1896–1977) και με αλλαγή τίτλου: Η "Πρώτη Σελίδα" έγινε "His Girl Friday" (και, για να επαληθευτεί η δική μας κακογουστιά, "Ξαναπαντρεύομαι τη γυναίκα μου" στην Ελλάδα). Πρόκειται βέβαια για μια σπινθηροβόλα αισθηματική και όχι μόνο κωμωδία, που εμπλέκει όμως το αμφιλεγόμενο επάγγελμα της δημοσιγραφίας, έναν θανατοποινίτη που δραπετεύει και άλλα. Ο Κάρι Γκραντ, εκδότης εφημερίδας, έχει χωρίσει με την Ρόζαλιντ Ράσελ, δεινή δημοσιογράφο, αλλά κάνει τα πάντα για να μην την αφήσει να ξαναπαντρευτεί και (κυρίως ίσως) να την κρατήσει στο επάγγελμα και στην εφημερίδα του. Τότε είναι που πέφτουν πάνω σ' ένα θανατοποινίτη (αθώο πιθανόν) που δραπετεύει και, βέβαια, αποτελεί πρώτη και καυτή είδηση σε μια εποχή που ο τύπος ήταν κυριολεκτικά παντοδύναμος (ελλείψει τηλεόρασης). Πανέξυπνες ατάκες, σεναριακές ανατροπές και απρόοπτα, κλασικά καλή σκηνοθεσία, όλα οδηγούν σε ένα έυχάριστο δίωρο και συντελούν στο να χαρακτηριστεί η ασπρόμαυρη αυτή κωμωδία "κλασική". Η οποία μάλιστα ρίχνει και μια σαρκαστική ματιά, εκτός από τις σχέσεις των δύο φύλων και τον αιώνιο "πόλεμό" τους, και στη δημοσιογραφία, με την απληστία της αποκλειστικής καυτής είδησης, τον κιτρινισμό και το αδίστακτο στοιχείο που την χαρακτηρίζει ουκ ολίγες φορές - αν όχι τις περισσότερες. Αλλά βέβαια και στη γοητεία της σαν επάγγελμα, και τον "εθισμό" που προκαλεί σε όσους την υπηρετούν (βλέπε την πρώην σύζυγο). Άλλωστε όλο το παιχνίδι παίζεται ανάμεσα στην ανάγκη της για μια πιο ήσυχη ζωή και σ' αυτόν ακριβώς τον εθισμό. Είπα ότι θεωρείται από τις πιο κλασικές χολιγουντιανές κωμωδίες ever και σίγουρα είναι διασκεδαστικότατη, προσωπικά όμως δεν είναι από τις αγαπημένες μου. Αυτό για δύο λόγους: Αφ' ενός για τον αντιπαθή για μένα χαρακτήρα που ερμηνεύει ο Γκραντ. Χαριτωμένος ίσως και γοητευτικός, πονηρός σίγουρα, για μένα όμως είναι απλώς αδίστακτος. Αν τον είχα μπροστά μου στην αληθινή ζωή μάλλον θα ήθελα να τον σπάσω στο ξύλο. Και βέβαια, αν ήμουν η έστω ερωτευμένη ακόμα πρώην σύζυγος, σίγουρα θα τον μισούσα πολύ με όσα πράττει, τα οποία θα ήταν επαρκέστατος λόγος για να μου περάσει ο έρωτας. Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι σε ένα μεγάλο μέρος του φιλμ οι ηθοποιοί μιλούν όλοι μαζί και πολύ δυνατά. Πετάνε βάβαια πανέξυπνες και ενίοτε "θανατηφόρες" ατάκες, αλλά όλη αυτή η λεκτική βαβούρα τελικά μάλλον με κούρασε. Ψιλά γράμματα, θα μου πείτε, ιδιαίτερα όσον αφορά την πρώτη μου αντίρρηση, αφού πρόκειται για κωμωδία και ακριβώς από τον χαρακτήρα αυτόν βγαίνει το γέλιο και η πλοκή. Συμφωνώ. Όπως και να το κάνουμε, παρά τις επιφυλάξεις μου, που στο κάτω - κάτω είναι καθαρά προσωπικές, το φιλμ παραμένει κλασικό, έξυπνο και διασκεδαστικό. Και ο Hawks μεγάλος δημιουργός, ο οποίος μάλιστα, ως χαμαιλέων, έχει κάνει αριστουργήματα σε εντελώς διαφορετικά είδη.

Κυριακή, Οκτωβρίου 16, 2011

ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ GEORGE HARRISON

Ο Martin Scorsese είναι γνωστό ότι αγαπά βαθιά το ροκ. Η βιογραφία του Bob Dylan που είχε φτιάξει (των πρώτων χρόνων του Dylan για την ακρίβεια) ήταν εξαιρετική. Το 2011 λοιπόν καταπιάνεται με μια άλλη μουσική βιογραφία: Αυτή του τρίτου Beatle, του λιγότερο προβεβλημένου και (σχετικά) μυστηριώδους George Harrison, με τίτλο "George Harrison: Living in the Material World" (ήταν ο τίτλος του πρώτου πολύ καλού προσωπικού του άλμπουμ και χαρακτήριζε απόλυτα την κοσμοθεωρία του), που κρατά κοντά τρισήμιση ώρες! Κατά την προσωπική μου άποψη πάντως δεν κουράζει. Ο Harrison υπήρξε ο πιο αντι-σταρ από τους υπόλοιπους τρεις του μεγαλύτερου μάλλον γκρουπ του ροκ. Εδώ παρακολουθούμε, με αρκετά γραμμική σειρά, όλη του την πορεία: Από τα παιδικά χρόνια και τον σχηματισμό των άσημων τότε Beatles που έπoιζαν σε κακόφημα κλαμπ του Λίβερπουλ μέχρι το θάνατό του από καρκίνο το 2001 (είχε γεννηθεί το 1943). Και, φυσικά, ενδιάμεσα, τους βασικούς σταθμούς της ζωής του: Τη φιλική του σχέση με τον Eric Clapton, ο οποίος τελικά του "έκλεψε" τη γυναίκα, την Πάτι, το τεράστιο ενδιαφέρον του για τον ινδουισμό και τις ινδικές θρησκείες γενικότερα, που κράτησε μέχρι το τέλος (ήταν αυτός που έστρεψε τους Beatle και στη συνέχεια μεγάλο μέρος του ροκ των 60ς στις ανατολικές θρησκείες), την εμπλοκή του με το σινεμά (θα δούμε πώς), τη ζωή με τους Beatles, τις προσωπικές επιτυχίες μετά το 1970. Όπως είναι φυσικό, στο πρώτο τουλάχιστον μέρος του, το φιλμ αποτελεί και μια ιστορία των ίδιων των Beatles. Τελικά, όπως αποδείχτηκε από το 1966 και μετά, ο Harrison ήταν κι αυτός ένας εξαιρετικά ταλαντούχος συνθέτης, που έγραψε εκπληκτικά κομάτια τόσο για το γκρουπ όσο και για τη σόλο καριέρα του. Απλώς, όσο υπήρχε το συγκρότημα, αυτά ήταν λιγότερα ποσοτικά σε σχέση με τα άλλα αριστουργήματα που έγραφε το εκπληκτικό δίδυμο Lennon - McCartney και έτσι παρέμεινε πάντοτε στη σκιά τους. Η ταινία διερευνά επίσης τον μάλλον "διχασμένο" χαρακτήρα του: Γλυκός, ευγενικός και αγαπησιάρης από τη μία, ευερέθιστος και κάποτε επιθετικός από την άλλη. Καθώς και το ενδιαφέρον του για τη φιλανθρωπία. Ήταν αυτός που οργάνωσε το πρώτο στην ιστορία φιλανθρωπικό ροκ φεστιβάλ με τεράστια ονόματα το 1971, το περίφημο κονσέρτο για τα θύματα της πείνας και των πλημμυρών στο Μπανγκλαντές. Όσο για τη σχέση του με τον κινηματογράφο, λίγοι ξέρουν ότι υπήρξε προσωπικός φίλος των θρυλικών Monty Python και ιδιαίτερα του Eric Idle και είναι ο παραγωγός του περίφημου "Life of Brian", μιας από τις πιο αστείες ταινίες όλων των εποχών. Όπως επίσης και από τους βασικούς ιδρυτές της βρετανικής Handmade Films, η οποία έχει παράγει θαυμάσιες ταινίες και που νομίζω ότι υπάρχει μέχρι σήμερα. Αυτά και πολλά πολλά άλλα θα μάθετε στο ντοκιμαντέρ αυτό, το οποίο, επαναλαμβάνω, δεν με κούρασε παρά τη μεγάλη του διάρκεια. Όλα αυτά όμως που έγραψα παραπάνω είναι μάλλον περιττά. Η ουσία είναι πολύ πιο απλή: Όλο το θέμα είναι στο αν είστε φανατικοί φίλοι των Beatles ή/και του ίδιου του Harrison. Αν όχι, είναι προφανές ότι δεν σας ενδιαφέρει. Αν ναι, σπεύσατε οπωσδήποτε.

Σάββατο, Οκτωβρίου 15, 2011

ΟΤΑΝ Ο ΤΖΕΙΜΣ ΜΠΟΝΤ ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΕ ΡΩΣΙΔΑ

Την επόμενη μόλις χρονιά από την κυκλοφορία του πρώτου Τζέιμς Μποντ, το 1963 συγκεκριμένα, και μετά την επιτυχία του, η δεύτερη "συνέχεια" του μακροβιότερου όλων κινηματογραφικού σίριαλ ήταν έτοιμη. "Από τη Ρωσία με Αγάπη" (From Russia with Love) του Terence Young (1915–1994) και πάλι. Κι εδώ βουτάμε για τα καλά στο ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής. Ένας μυστικός υπερ-αποκωδικοποιητής των Ρώσων που όλοι θέλουν να αποκτήσουν, αμερικάνοι, άγγλοι, ρώσοι και τούρκοι πράκτορες, η μυστική διεθνής υπερ-οργάνωση SPECTRE, που είχε πρωτοεμφανιστεί στο προηγούμενο πρώτο φιλμ της σειράς (παρατηρείτε βεβαίως οτι όταν μιλάμε για Τζ. Μποντ, έναν υπερ-πράκτορα δηλαδή, τα κάθε λογής "υπερ-" έχουν την τιμητική τους), ένας αδίστακτος δολοφόνος (πρώην πράκτορας της KGB για να μη ξεχνιόμαστε) και άλλα τέτοια. Χαμός δηλαδή. Όπως συμβαίνει άλλωστε και με τη δράση στο φιλμ, όπως συμβαίνει και σε κάθε φιλμ του 007. Και, εννοείται, οι μόνιμες ωραίες γυναίκες που περιστοιχίζουν στον Μποντ. Εδώ την τιμητική της έχει μια όμορφη ρωσίδα πράκτορας, που εν αγνοία της χρησιμοποιείται από τη SPECTRE, ενώ νομίζει ότι δουλεύει για την πατρίδα της. Στη δεύτερη αυτή ταινία όλοι καταλαβαίνουν ότι, εκτός από τις ωραίες γυναίκες και την καταιγιστική δράση, το άλλο απαραίτητο στοιχείο της σειράς είναι ο κοσμοπολιτισμός. Μέχρι σήμερα ο 007 έχει οργώσει κυριολεκτικά τον πλανήτη απ' άκρου σ' άκρο. Στο πρώτο φιλμ βρισκόμαστε στην Τζαμάικα, εδώ ένα μεγάλο μέρος διαδραματίζεται στην Κωνσταντινούπολη. Η αφέλεια βεβαίως των καταστάσεων είναι δεδομένη, είπαμε ότι οι υπερ-πράκτορες όπως ο Μποντ δεν πεθαίνουν με τίποτα, ό,τι και να σκαρφιστούν οι φριχτοί εχθροί τους, ενώ οι ρώσοι παραμένουν "κακοί". Και μάλιστα - προς δόξαν φυσικά της ψυχροπολεμικότητας - μόλις γνωρίζουν τα καλά του υπέροχου καπιταλισμού (στα οποία προφανώς περιλαμβάνεται και ο ίδιος ο Σον Κόνερι / Μποντ), αμέσως παρατούν πατρίδες και ιδεολογίες και αυτομολούν πανευτυχείς. Οι γυναίκες κυρίως φυσικά. Προς τιμήν των δύο πρώτων αυτών ταινιών πάντως, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο υπερ-κακός (νάτο πάλι το "υπερ-") δεν είναι ακριβώς οι ρώσοι, αλλά η παντοδύναμη SPECTRE, η οποία για δικά της συμφάροντα επιθυμεί να κάνει τις δύο τότε υπερδυνάμεις να συγκρουστούν. Αμφότερες δηλαδή δεν το επιθυμούν, απλώς είναι θύματα. Τέλος στην ταινία αυτή να σημειώσουμε, στο ρόλο μιας πολύ κακιάς ρωσίδας, την παρουσία της ηλικιωμένη τότε Λότε Λένυα, περίφημης παλιάς γερμανίδας ηθοποιού και ερμηνεύτριας των εξαιρετικών τραγουδιών των Μπρεχτ και Κουρτ Βάιλ. Αυτά και, αν διασκεδάζεται με 007, καλή διασκέδαση.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 14, 2011

ΣΤΟ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟ ΠΑΡΙΣΙ ΤΟΥ ΓΟΥΝΤΙ ΑΛΕΝ

Είναι 76 χρονών και εχει γυρίσει 41 μεγάλου μήκους ταινίες (και κάτι ψηλά) και δεν το βάζει κάτω με τίποτα. Ο Woody Allen με το "Μεσάνυχτα στο Παρίσι" (2011) εμφανίζεται πέρα για πέρα ρομαντικός, με έναν όμως τρόπο που μόνο αυτός ξέρει και μπορεί. Τουριστικός επίσης; Βεβαίως. Όπως έκανε και με τη Βαρκελώνη άλλωστε. Μπορείτε λοιπόν ελεύθερα να τον κατηγορήσετε για τουριστική ματιά. Είναι όμως τόσο ευχάριστος, που δύσκολα του αντιστέκεται κανείς. Ο ρομαντικός αμερικάνος χολιγουντιανός σεναριογράφος, που το μόνο που θέλει είναι να γράψει το μεγάλο μυθιστόρημα και είναι και φανατικός λάτρης της δεκαετίας του 20, επισκέπτεται με την ξενέρωτη και προσγειωμένη - πλην όμορφη - μνηστή του και τα φριχτά (οπαδοί του Μπους) πεθερικά του την πόλη των ονείρων του, το Παρίσι, το οποίο λατρεύει. Και εκεί, μια νύχτα μετά τα μεσάνυχτα, μεταφέρεται στην εποχή των ονείρων του, πράγμα που επαναλαμβάνεται κάθε νύχτα. Από εδώ και πέρα ο Allen προχωρά σ' ένα όργιο αναφορών σε πρόσωπα που ζούσαν τότε και καταστάσεις που συνέβαιναν εκεί. Ο Μπουνιουέλ, ο Πικάσο, ο Σκοτ Φιτζέραλντ, ο Νταλί, ο Κολ Πόρτερ, ο Χεμινγουέι, η Γερτρούδη Στάιν, ο Τ.Σ. Έλιοτ, ο Ματίς, ο Μαν Ρέι κι άλλοι, κι άλλοι πολλοί, βρίσκονται όλοι εκεί και γνωρίζονται μαζί του. Παιχνίδι με πλήθος αναφορών λοιπόν με το θεατή. "Ανακαλύψτε ποιος ελίναι ποιος". Και ανάμεσά τους και ο μεγάλος έρωτας. Αληθινός παράδεισος δηλαδή. Πώς να επιστρέψει κανείς στη σύγχρονη, "ξενέρωτη" εποχή; Ακούγεται ίσως αφελές και - τρίτη φορά η λέξη αυτή - υπέρ ρομαντικό. Το Παρίσι δείχνει πιο όμορφο από ποτέ, η παλιά εποχή τέλεια, ο έρωτας απόλυτος. Για προσέξτε όμως και τη "σκιά" στο βάθος! Είναι ακριβώς έτσι; Ο μεγάλος έρωτας, βλέπετε, έχει με τη σειρά του μυθοποιήσει μια παλιότερη παρισινή εποχή, τη μπελ επόκ (οπότε έχουμε την ευκαιρία να συναντήσουμε και τον Τουλούζ Λοτρέκ, τον Ντεγκά, τον Γκογκέν και άλλους). Ο καθένας εξιδανικεύει κάτι, μοιάζει να μας λέει ο σοφός Γούντι. Τελικά όμως τίποτα δεν είναι, ούτε υπήρξε ποτέ τέλειο. Η νοσταλγία για κάτι που θα θέλαμε να ζήσουμε είναι απλώς φυγή από το τώρα με όχημα τη φαντασία. Αν θες λοιπόν να βρεις την ευτυχία ψάχ'την εδώ. Όλα αυτά βέβαια δεν μας εμποδίζουν καθόλου να ερωτευτούμε το Παρίσι. Το όλο εγχείρημα μοιάζει μ' αυτό που πέτυχε ο Ζενέ στην "Αμελί" - με εντελώς διαφορετικό τρόπο φυσικά. Και βέβαια δεν μας εμποδίζουν καθόλου να διασκεδάσουμε αφάνταστα και να γελάσουμε με τις πάντοτε πανέξυπνες ατάκες που πέφτουν από παντού. Μακάρι όλοι να διέθεταν το αστείρευτο κέφι και τη φαντασία του δημιουργού αυτού (που συνοδεύεται, παρά την απόλυτα χαριτωμένη επιφάνεια, και από κάμποσο υπόγειο προβληματισμό). Και, στο κάτω - κάτω της γραφής, γιατί να αντισταθεί κανείς στο άκρο άωτο της feel good ταινίας; Το έχω ξαναπεί άλλωστε ότι παραμένω φαν του αστείρευτου δημιουργού. Οι χειρότερες ταινίες του (στις οποίες πιστεύω ότι δεν συγκαταλέγεται αυτή εδώ) είναι απλώς συμπαθητικές. Ποτέ πιο κάτω.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 12, 2011

DR. NO: Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΤΖΕΪΜΣ ΜΠΟΝΤ

Βρισκόμαστε στα 1962 όταν υποδεχόμαστε τη γέννηση ενός αληθινού κινηματογραφικού φαινομένου: Της εμφάνισης του πρώτου Τζέιμς Μποντ. Το "Dr. No" του Terence Young (1915–1994) υπήρξε τόσο μεγάλη επιτυχία, που εγακαινίασε τη μακροβιότερη κινηματογραφική σειρά όλων των εποχών, που ως γνωστόν συνεχίζεται ακάθεκτη μέχρι τις μέρες μας. Ο λογοτεχνικός ήρωας λοιπόν του Ian Fleming, ο βρετανός υπερκατάσκοπος 007, που κυριολεκτικά τα έχει όλα και συμφέρει (ευφυία, ακαταμάχητη γοητεία, δύναμη, απίστευτα γκάτζετ, αγάπη για την πολυτελή ζωή κλπ. κλπ. και, φυσικά, ακόρεστη όρεξη για γυναίκες) ήρθε για να μείνει. Προσωπικά δεν υπήρξα ποτέ ιδιαίτερος φαν της σειράς. Άντε να διασκεδάσω (σχετικά) με μερικές απ' τις ταινίες της, τις οποίες μάλιστα θα ξεχάσω εντελώς και με μαθηματική βεβαιότητα λίγο μετά. Παρ' όλα αυτά η ιστορία είναι ιστορία, έστω κι αν γράφεται με αμέτρητα εκατομμύρια δολάρια κέρδους. Στο πρώτο επεισόδιο λοιπόν ο 007 στέλνεται στην εξωτική Τζαμάικα (που τότε δεν είχε ακόμα ρέγγε) για να ερευνήσει τις ύποπτες δραστηριότητες του μυστηριώδους Dr. No, που ζει σε ένα απομονωμένο και απόλυτα φυλασόμενο νησί. Φυσικά ο υπερήρωας θα καταφέρει να φτάσει σ' αυτό, θα υπερνικήσει κάθε εμπόδιο και, κερασάκι στην τούρτα, θα γνωρίσει και την Ούρσουλα Άντρες - αφού προηγουμένως, εννοείται, έχει επιδοθεί σε άλλες ερωτικές περιπέτειες. Άλλωστε η ταινία διαθέτει και την περίφημη σκηνή της ανάδυσης από τη θάλασσα της Ούρσουλα με το διάσημο λευκό μπικίνι, που θεωρήθηκε ιδιαίτερα ερεθιστική στην εποχή της, αλλά προσωπικά μάλλον λίγο με συγκινεί. Φυσικά το φιλμ είναι ένα απόλυτο ρεσιτάλ αφέλειας και πολλά σημεία του σήμερα μπορεί να προκαλέσουν γέλιο. Ο Μποντ δε σκοτώνεται με τίποτα, καμιά γυναίκα, φίλη ή εχθρή, δεν μπορεί να του αντισταθεί (και μάλιστα με την πρώτη ματιά ή/και ατάκα), οι κακοί δεν σκοτώνουν ποτέ απ' ευθείας, αλλά επιθυμούν να υποβάλλουν το θύμα τους σε αργό θάνατο, από τον οποίο το τελευταίο πάντα τη σκαπουλάρει και άλλα τέτοια, που ενυπάρχουν σε κάθε λεπτομέρεια. Επιπλέον σήμερα θα το χαρακτηρίζαμε μάλλον κρυπτορατσιστικό (αρκεί να παρατηρήσετε τους ρόλους των εκάστοτε ιθαγενών) και σίγουρα μισογυνικό. Αλλά, βέβαια, τότε όλα αυτά περνούσαν στα ψηλά γράμματα. Απομένουν οι θανατηφόρες ατάκες και γενικότερα η γοητεία της αφέλειας, της περιπέτειας, της δράσης και του απαραίτητου εξωτικού στοιχείου, οι οποίες προφανώς είναι διαχρονικές. Αν προσθέσετε και τη νοσταλγία, μπορεί και να την καταβρείτε, απενοχοποιημένοι για όλα τα παραπάνω. Και βέβαια, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι ο Σον Κόνερι υπήρξε εξ αρχής η τέλεια ενσάρκωση του σούπερ κατάσκοπου και σίγουρα σ' αυτόν οφείλεται μεγάλο μέρος της επιτυχίας του πράκτορα 007. ΥΓ: Για το ψυχροπολεμικό στοιχείο και το εν γένει πολιτικό κλίμα θα μιλήσουμε όταν γράψουμε για το δεύτερο φιλμ της σειράς.

Τρίτη, Οκτωβρίου 11, 2011

"HOT FUZZ" ΚΑΙ ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΛΑΚΑ

Τρία χρόνια με τά το "Shaun of the Dead", τo 2007 συγκεκριμένα, ο Edgar Wright γυρίζει την επόμενη ταινία του (ειχαν προηγηθεί τηλεοπτικά και video clips), το "Hot Fuzz", φτιάχνοντας έτσι μια ακόμα διασκεδαστικότατη παρωδία. Αυτή τη φορά στο στόχαστρο βρίσκονται οι αστυνομικές ταινίες δράσης, με πιστολίδι, κυνηγητά αυτοκινήτων, τυπικά αταίριαστα ζεύγη μπάτσων και άλλα τέτοια, αλλά δεν λείπουν και οι ανατροπές, όπως και η παρωδία φιλμ όπου ευρύτερες συνωμοσίες υφαίνονται γύρω από έναν ανύποπτο ήρωα. Ένας μπάτσος είναι τόσο άψογος, τυπικός (και τυπολάτρης), αλλά και αποτελεσματικός, γυμνασμένος, πετυχημένος κι ό,τι άλλο καλό για μπάτσο μπορείτε να φανταστείτε, που ρεζιλεύει τους συναδέλφους του, που μένουν πολύ - πολύ πίσω σε επιδόσεις. Εκείνοι για να τον εκδικηθούν του δίνουν μετάθεση σε μια κοιμισμένη μικρή επαρχιακή πόλη, όπου δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα. Δεν υπάρχει χειρότερη καταδίκη για τον υπερδραστήριο ήρωά μας, που πασχίζει να διοχετεύσει την ενεργητικότητά του κόβοντας κλήσεις ή διώχνοντας ανήλικους από το μπαρ. Ώσπου... (η συνέχεια επί της οθόνης, σύμφωνα με την αρχαία φράση κινηματογραφικών προγραμμάτων). Μιλάμε βέβαια για μια κατάμαυρη κωμωδία, όπου ακόμα και κάποιες (σχετικά) σπλάτερ σκηνές περισσότερο γέλιο βγάζουν παρά οτιδήποτε άλλο. Η παρωδία είναι κατά τη γνώμη μου αποτελεσματική, η δράση δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα, ενώ το τελευταίο μέρος - όπου γίνεται χαμός - βασίζεται σε μια εξωφρενική (και γι' αυτό ταιριαστή με το όλο κλίμα) ανατροπή. Ο Wright υιοθετεί ένα απόλυτα βιντεοκλιπίστικο στιλ, με γρήγορες και κοφτές σκηνές και ταχύτατο μοντάζ. Τώρα όσοι τυχαίνει να παρακολουθούν στοιχειωδώς αυτό το μπλογκ θα με έχουν συχνά ακούσει να γκρινιάζω ακριβώς για τη βιντεοκλιπάδικη οπτική, που όταν γίνεται σε περιπέτειες μάλλον βάβούρα και πονοκέφαλο μου προκαλεί. Ωστόσο - μπορείτε να με βρίσετε αν θέλετε - εδώ βρίσκω ότι το στιλ αυτό ταιριάζει γάντι και με διασκέδασε ιδιαίτερα. Αν κάνετε τώρα βαθιές αναλύσεις και καταλήξετε στο συμπέρασμα ότι το φιλμ είναι υπέρ των άτεγκτων, τυπολατρών μπάτσων, ίσως να έχετε δίκιο. Αλλά όταν σαφώς έχουμε να κάνουμε με ταινία που κάνει πλάκα σε κινηματογραφικά είδη και κλισέ και δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά... ε, μην το αναλύσετε τόσο βαθιά. Απλώς αφείστε τον εαυτό σας ελεύθερο να διασκεδάσει. Το ίδιο έκανα κι εγώ άλλωστε.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 07, 2011

ΜΙΑ "ΑΛΛΗ ΓΗ" ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ

Τι θα κάνατε αν ένας πλανήτης πλησίαζε ξαφνικά τη γη; Όχι, δεν μιλώ για τη "Μελαγχολία" του Φον Τρίερ. Εδώ τα πράγματα είναι ακόμα πιο παράξενα: Σύντομα διαπιστώνεται ότι ο άλλος αυτός πλανήτης είναι... η ίδια η γη, ή μάλλον ένας "σωσίας" πλανήτης. Κι αν νομίζετε ότι οι εκπλήξεις τελείωσαν, κάθε άλλο. Όχι μόνο ο πλανήτης είναι πανομοιότυπος, αλλά σ' αυτόν υπάρχουμε ακριβώς... εμείς, ο καθένας μας δηλαδή έχει εκεί έναν άλλον εαυτό. Όλα αυτά συμβαίνουν στην ταινία "Another Earth" (2011) του Mike Cahill, η οποιά είναι η πρώτη fiction ταινία του. Και τώρα αρχίζουν οι προειδοποιήσεις. Η σίγουρα ευφάνταστη αυτή ιδέα δεν χρησιμοποιείται για να φτιάξει ένα χορταστικό σε θέαμα φιλμ επιστημονικής φαντασίας, όπως θα επιθυμούσαν οι φανς του είδους. Αντίθετα, εδώ μιλάμε για μια μάλλον χαμηλότονη, low budget ταινία, που πατά πάνω σ' αυτή την ιδέα για να χτίσει ένα υπαρξιακό δράμα περισσότερο παρά ένα sci-fi θέαμα. Η ηρωίδα είναι μια κοπέλα που προξενεί από αμέλεια ένα τραγικό αυτοκινητιστικό δυστύχημα και, ίσως για να εξιλεωθεί, πλησιάζει λίγα χρόνια μετά τον μοναδικό επιζήσαντα. Κι όλα αυτά κάτω από έναν ουρανό στον οποίο μέρα - νύχτα κρέμεται αυτή η "άλλη γη". Το φανταστικό λοιπόν στοιχείο αποτελεί απλώς ένα πρόσχημα, έναν καμβά πάνω στον οποίο ξεδιπλώνεται η ιστορία ή, αν προτιμάτε, μια καθαρά συμβολική επινόηση. Όλα επικεντρώνονται στην ηρωίδα, στο δράμα της, στις τύψεις της, στην βαθμιαία (επανα)προσέγγισή της με τους ανθρώπους, με τη ζωή. Πώς μπορούν να επουλωθούν πληγές που αρχικά φαίνονται αγιάτρευτες; Μπορείς να ξεφύγεις από τις ενοχές που σε κυνηγάνε; Μήπως, τελικά, πρέπει να ξαναβρείς τον ίδιο σου τον εαυτό; Ξεχάστε λοιπόν κάθε προσμονή θεάματος. Η ταινία, με απλή, λιτή εικόνα, είναι τρυφερή, ανθρώπινη, με τα συναισθήματα να κυριαρχούν. Οι έννοιες της εξιλέωσης, της θυσίας, της ανθρωπιάς, είναι πανταχού παρούσες. Συνολικά το βρήκα ενδιαφέρον σα δράμα, δίχως βέβαια να ενθουσιαστώ κιόλας. Νομίζω πάντως ότι θα συγκινήσει αρκετούς. Και σίγουρα αποτελεί ένα αρκετά αξιόλογο ντεμπούτο.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 05, 2011

ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΧΩΡΙΣ ΟΡΙΑ ΣΤΟ "SILVER TONGUES"

Ο Simon Arthur κάνει ένα αν μη τι άλλο ενδιαφέρον ντεμπούτο με την πρώτη του ταινία, το "Silver Tongues" του 2011. Τουλάχιστον από σεναριακή σκοπιά έχει εξασφαλισμένη την πρωτοτυπία: Ένα ζευγάρι γύρω στα 40 περιπλανιέται στις ΗΠΑ επινοώντας κάθε λογής σκληρότητα, μόνο και μόνο για να "παίξει", για τη χάρη και την ηδονή του παιχνιδιού δηλαδή. Προσοχή: Μην πάει ο νούς σας σε βία, σπλάτερ βασανιστήρια ή κάτι τέτοιο. Καμία σχέση. Τα "παιχνίδια" είναι καθαρά ψυχολογικής φύσης. Με πραγματικά ευφάνταστους τρόπους κάνουν, ας πούμε, ένα νιόπαντρο, ερωτευμένο ζευγάρι που βρίσκεται στο μήνα του μέλιτος να χωρίσει, καταρρακώνουν και τις τελευταίες ελπίδες ενός γεράκου που ζει σε γηροκομείο... τέτοια πράγματα. Μιλάμε δηλαδή για ένα ρεσιτάλ κακίας, δίχως όμως σωματική βία. Ώσπου ένα έγκλημα θα δώσει άλλη τροπή στα πράγματα και, τελικά, μια μεγάλη ανατροπή μας περιμένει στο τέλος. Η ταινία είναι χαμηλού προϋπολογισμού, ανεξάρτητη, και βασίζεται καθαρά στο σενάριο. Οι ρόλοι εναλλάσσονται, οι εκπλήξεις είναι αρκετές, οι ανατροπές το ίδιο, με μεγαλύτερη την τελική. Μερικές φορές γίνεται σπαρακτική, όταν πραγματικά δεν αντέχεις να δεις τι άλλο θα σκαρφιστούν οι ήρωές μας για να προκαλέσουν δυστυχία σε άγνωστους συνανθρώπους τους, ενώ παράλληλα ενδιαφέρον έχει και το μεταξύ τους παιχνίδι. Ίσως ο νέος δημιουργός να θέλει να εξερευνήσει τα όρια της έννοιας του παιχνιδιού (αυστηρά για ενήλικες). Ίσως, το πιθανότερο, να μη στοχεύει κάπου, αλλά απλώς να απολαμβάνει αναπτύσοντας την πρωτότυπη ιδέα του. Πάντως, ό,τι κι αν επιδιώκει, το φιλμ κατάφερε να με κρατήσει μέχρι τέλους, όχι με τη θεαματικότητά του (είπαμε ότι πρόκειται για μικρή παραγωγή) και την εικόνα του εν γένει, αλλά με την πρωτότυπη ιδέα του. Γι' αυτό άλλωστε πήρε και το βραβείου σεναρίου στις τελευταίες Νύχτες Πρεμιέρας. Θα παρακολουθήσω με ενδιαφέρον την περαιτέρω πορεία του Arthur. Τελειώνοντας, δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ: Ως πού μπορείς να φτάσει κανείς - πέρα και κόντρα σε κάθε ηθική - για να "παίξει", για να βιώσει διάφορους ρόλους, δηλαδή, ουσιαστικά, για να σπάσει την καθημερινή του ρουτίνα;

Δευτέρα, Οκτωβρίου 03, 2011

ΤΟ "ΚΑΜΠΑΡΕ" ΚΑΙ ΤΑ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΑ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛΣ

Ο Bob Fosse (1927–1987) γύρισε 5 όλες κι όλες ταινίες. Τουλάχιστον 3 από αυτές είναι εξαιρετικές. Πάντοτε η θεματολογία του περιστρεφόταν γύρω από τη σόου μπίζνες σε διάφορες μορφές της. Έτσι το περίφημο "Cabaret" του 1972 μας πάει πίσω, σε μια από τις πιο σκοτεινές εποχές του 20ού αιώνα: Στη Γερμανία της δεκαετίας του 30, όταν η ευδαιμονία και οι (πολύ ευχάριστες) καταχρήσεις συνυπήρχαν με την απόλυτη φτώχια, απόροια της ήττας της χώρας στον πρώτο μεγάλο πόλεμο, κι όταν ο εφιαλτικός ναζισμός εδραιωνόταν σιγά - σιγά και ύπουλα, με τα γνωστά σε όλους μετέπειτα αποτελέσματα. Το "Καμπαρέ" λοιπόν σε πρώτο επίπεδο είναι μια όμορφη ερωτική ιστορία στο Βερολίνο της εποχής αυτής, ανάμεσα σε δύο ξένους που κατοικούν εκεί. Η αμερικάνα ηρωίδα, αρτίστα των περίφημων βερολινέζικων καμπαρέ και "εύκολη" (έως και ελαφρώς πόρνη πολυτελείας), ερωτεύεται έναν σοβαρό, άβγαλτο νεαρό εγγλέζο που μόλις φτάνει εκεί. Η ιστορία ισορροπεί ανάμεσα στο δράμα, το χιούμορ και τα τραγούδια και τα νούμερα του περίφημου καμπαρέ και αντανακλά τα ελεύθερα ήθη της εποχής και του τόπου. Αυτό όμως, όπως είπαμε, είναι το πρώτο μόνο επίπεδο. Το δεύτερο, που αποτελεί τον σταθερό καμβά πάνω στον οποίο δομείται η ιστορία, είναι το πολιτικό. Που, βέβαια, δεν είναι άλλο από τη σταδιακή άνοδο των ναζί, που θα καταλήξει στην ανέλιξή τους στην εξουσία. Το στοιχείο αυτό ίσως να περνά σε δεύτερη μοίρα, αλλά παρακολουθούμε την όλο και συχνότερη παρουσία του στα τεκταινόμενα, ακόμα και μέσα στο ίδιο το καμπαρέ όπου διαδραματίζεται μεγάλο μέρος της δράσης, όπου οι ναζί συχνάζουν όλο και πιο πολύ σαν θεατές. Ταυτόχρονα η ταινία κάνει σαφείς νύξεις για την συλλογική ευθύνη των πολιτών για την άνοδο του εφιαλτικότερου καθεστώτος που γνώρισε ο εικοστός αιώνας στην "πολιτισμένη" δύση. Συγκεκριμένα μιλά για την ευκολοπιστία, την αφέλεια και την τρωτότητα στην προπαγάνδα των απλών, μέσων πολιτών, αλλά και για την άμεση ευθύνη - είτε λόγω εγκληματικής αδιαφορίας είτε λόγω καθαρής συνενοχής - της άρχουσας τάξης, των πλουσίων. Αυτό που θαυμάζω στο "Καμπαρέ" είναι το πόσο το δεύτερο αυτό επίπεδο, που όμως μοιραία επηρεάζει τις ζωές των ηρώων, περνά "εξ απαλών ονύχων", δίχως να καθιστά το φιλμ άμεσα αναγνωρίσιμο ως πολιτικό, αφού αυτό κύρια εξακολουθεί να ασχολείται με την ερωτική ιστορία και τα ήθη της εποχής και παραμένει απόλυτα ψυχαγωγικό. Παράλληλα βέβαια, υπάρχει η εξαιρετική Λίζα Μινέλι στον σαφώς σπουδαιότερο ρόλο της καριέρας της (δεν έπαιξε και πολλούς άλλωστε), υπάρχουν και τα θαυμάσια από μουσική και θεαματική άποψη νούμερα, με τον εξ ίσου καταπληκτικό Τζόελ Γκρέι ως επικεφαλής των χορευτών - τραγουδιστών του καμπαρέ, του οποίου η αμίμητη ατμόσφαιρα δίνεται πλήρως. Τα νούμερα αυτά, ως άλλος χορός αρχαίας τραγωδίας, σχολιάζουν τα όσα συμβαίνουν είτε στις ατομικές ιστορίες των ηρώων είτε στο δεύερο, το πολιτικοκοινωνικό, επίπεδο που λέγαμε. Και, βέβαια, μερικά από τα τραγούδια αυτά είναι εθιστικά. Το "Καμπαρέ" έρχεται σε μια εποχή παρακμής των μιούζικαλ. Κι ενώ τα κλασικά δείγματα του είδους συχνά ασχολούνται με προσωπικές ερωτικές ιστορίες ή είναι αυτοαναφορικά στο είδος αυτό καθ' εαυτό και τις σχέσεις "υψηλής" και "χαμηλής" τέχνης, αυτό εδώ σχολιάζει ερύτερα θέματα. Γι' αυτό και το αποκάλεσα "σκεπτόμενο" μιούζικαλ. Γενικότερα θεωρώ τον Fosse ως τον τελευταίο μεγάλο δημιουργό του είδους και, βέβαια, το συγκεκριμένο φιλμ ως ένα από τα τελευταία σημαντικά του δείγματα.

Σάββατο, Οκτωβρίου 01, 2011

ΚΥΝΗΓΩΝΤΑΣ... ΤΡΟΛ


Τα τρολ είναι γιγάντια, μαλιαρά τέρατα της σκανδιναβικής μυθολογίας. Τρώνε ό,τι βρουν μπροστά τους, βρωμάνε απίστευτα και έχουν ορισμένες ιδιότητες, όπως, ας πούμε, το ότι μετατρέπονται σε πέτρα όταν πέσει πάνω τους φως ημέρας ή οποιοδήποτε άλλο έντονο φως. Το "Trollhunter" (Trolljegeren για τους νορβηγομαθείς φίλους μας) πάλι, είναι μια νορβηγική ταινία του 2010, που γύρισε ο André Øvredal. Η οποία, βεβαίως, μας διαβεβαιώνει ότι τα τρολ υπάρχουν και όντως τρώνε τα πάντα.
Πρόκειται για ένα χιουμοριστικό ψευδοντοκιμαντέρ, στα χνάρια που χάραξε το "Blair Witch Project". Μη φοβάστε όμως. Εδώ δεν έχουμε τόσο κουνημένη κάμερα ούτε τόσο θαμπές εικόνες. Υπάρχουν κι αυτά, αλλά δεν είναι το κυρίαρχο στιλ. Ένα κινηματογραφικό συνεργείο λοιπόν αποφασίζει να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για έναν περίεργο τύπο που ανακαλύπτει να περιφέρεται με το τροχόσπιτό του στις νορβηγικές ερημιές. Σύντομα θα αποδειχτεί ότι πρόκειται για έναν... κυνηγό τρολ που ξεφεύγουν από την αυστηρά περιορισμένη περιοχή τους. Και μάλιστα επίσημο κυνηγό, με την ανοχή της κυβέρνησης, που, φυσικά, ξέρει, αλλά δεν λέει τίποτα. Και το κυνήγι αρχίζει.
Το χιούμορ της ταινίας πηγάζει από την απόλυτα σοβαρή αντιμετώπιση όλων αυτών, σα να πρόκειται όντως για ένα κανονικό ντοκουμέντο, δηλαδή από την πειστική φόρμα του ντοκιμαντέρ που υιοθετεί. Συνεντεύξεις με τον κυνηγό, κουνημένες σκηνές δράσης, κυβερνητικοί υπάλληλοι, επιστήμονες "που ξέρουν", συνθέτουν μια ταινία με απόλυτα σοβαροφανή ματιά, πράγμα που κάνει το όλο πράγμα ιδιαίτερα αστείο (διότι, αλήθεια σας λέω, πιστέψτε με, στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν τρολ).
Το φιλμ, με το συνδυασμό "σοβαρών" (άρα χιουμοριστικών) στοιχείων (επιστήμονες εξηγούν τα είδη των τρολ, τους κάνουν αναλύσεις αίματος, ελέγχουν συμπληρωμένες φόρμες με στοιχεία για τα τρολ που εξοντώθηκαν, κυβερνητικοί εκπρόσωποι επινοούν μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες ιστορίες για το πώς συνέβησαν ορισμένα "ατυχήματα" κλπ.), αλλά και της διαρκώς υποβόσκουσας απειλητικής και αγωνιώδους ατμόσφαιρας, κατάφερε να με κρατήσει και, τελικά, να μου αρέσει. Το βρήκα από τα καλά δείγματα αυτής της ψευδοντοκιμαντερίστικης σχολής που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια (βλέπε Cloverfield, Paranormal Activity, τα τελευταία ζόμπι του Ρομέρο κλπ.). Τελικά, αν αντιμετωπίσεις με απόλυτη σοβαροφάνεια και συνέπεια οποιαδήποτε κουφή ιδέα, και κατέχεις και τη φόρμα του ντοκιμαντέρ, το αποτέλεσμα θα είναι σχεδόν σίγουρα διασκεδαστικό.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 29, 2011

RED ANGEL: Η ΦΡΙΚΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ


Υπάρχουν κάποιες βαθύτατα αντιπολεμικές ταινίες, τις οποίες το να δεις είναι αληθινή δοκιμασία. Συγκλονιστικές μεν, αλλά τόσο εφιαλτικές... Σκέφτομαι το "Ο Τζόνι Πήρε το Όπλο του" για παράδειγμα. Στην κατηγορία αυτών των φιλμ έρχεται να προστεθεί και το "Red Angel" (Akai tenshi) που γύρισε ο Yasuzo Masumura (1924–1986) το 1966.
Μας μεταφέρει στον ούτως ή άλλως άδικο κινεζοϊαπωνικό πόλεμο στη δεκαετία του 30. Η όμορφη ηρωίδα είναι μια νοσοκόμα που στέλνεται στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Εκεί βιώνει την απόλυτη φρίκη του πολέμου και, ως αληθινός άγγελος, ανακουφίζει τραυματίες χρησιμοποιώντας τον μόνο τρόπο που διαθέτει: Το σεξ. Ταυτόχρονα ερωτεύεται έναν αρκετά μεγαλύτερό της γιατρό, εθισμένο στη μορφίνη για να αντέξει τα όσα συμβαίνουν γύρω του.
Η ταινία βλέπεται πραγματικά δύσκολα. Το μεγαλύτερο μέρος διαδραματίζεται στα πρόχειρα στημένα χειρουργεία, όπου εκατοντάδες βαριά τραυματισμένοι άνθρωποι ψυχοραγούν και σφαδάζουν, ενώ οι γιατροί, μην έχοντας χρόνο και υλικά, αποφασίζουν απλώς ποιους θα αφήσουν να πεθάνουν και ποιους θα ακρωτηριάσουν για να επιβιώσουν. Χειρουργικές επεμβάσεις και κομμένα μέλη αποτελούν ένα σταθερό μοτίβο του σκηνικού. Ωστόσο, μέσα σ΄αυτό το ζοφερό, πνιγηρό περιβάλλον, τό πιο κοντά στην κόλαση που μπορώ να φανταστώ (που επιτείνει και η ασπρόμαυρη φωτοραφία), ανθίζει ένας έρωτας που, σε κάποια σημεία, αγγίζει τα όρια της διαστροφής - προσφιλές άλλωστε θέμα στον Masumura.
Είπα και στην αρχή ότι το να δει κανείς το φιλμ αποτελεί μάλλον δοκιμασία. Ωστόσο αυτό δεν αφαιρεί τίποτα από τη συγκλονιστικότητά του. Ίσα - ίσα, ακριβώς αυτή η αδυσώπητη καταγραφή της κόλασης είναι που επιτείνει το στοιχείο αυτό. Φεύγοντας έχει κανείς μισήσει τον πόλεμο βαθύτατα, τον πόλεμο που δεν διαθέτει απολύτως τίποτα ηρωικό. Μόνο καθαρή φρίκη. Ο ίδιος ο γιατρός άλλωστε, σα να μην αρκούν οι εικόνες από μόνες τους, θίγει μια - δυο φορές το παράλογο και μάταιο του πολέμου. Μιλά βέβαια για τον συγκεκριμένο πόλεμο (ενδιαφέρον στοιχείο κι αυτό αν αναλογιστούμε ότι το σχόλιο για την γιαπωνέζικη επιθετικότητα γίνεται το 1966 και ενώ είναι γνωστή η συνήθης στρατοκαυλίαση της χώρας αυτής), αλλά προφανώς ο σκηνοθέτης υπονοεί οποιονδήποτε πόλεμο. Και η τόλμη του βέβαια αυξάνεται και με το ερωτικό στοιχείο. Αλήθεια, τι το μεμπτό μπορεί να έχει το να ανακουφίσεις σεξουαλικά έναν ανήμπορο άνθρωπο, κάποιον που ίσως να μη μπορέσει να ξανακάνει έρωτα στη ζωή του;
Ο έρωτας στην κόλαση λοιπόν, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο τίτλος του φιλμ. Επέμενα όμως λίγο παραπάνω στο αντιπολεμικό στοιχείο, γιατί αυτό είναι που τελικά με συγκλόνισε περισσότερο. Γι' αυτό άλλωστε και θεωρώ το "Red Angel" μια από τις πιο δυνατές αντιπολεμικές ταινίες που έγιναν ποτέ.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 28, 2011

ΧΛΙΑΡΟ "SENSATION"


Νεαρός ιρλανδός κτηνοτρόφος, παρθένος ακόμα, ζει τη βαρετή ζωή της υπαίθρου έχοντας έναν και μοναδικό αμφιβόλου ποιότητας φίλο, ενώ βασανίζεται από ανεκπλήρωτες σεξουαλικές επιθυμίες. Μετά το θάνατο του πατέρα του πουλά τα πρόβατα και καλεί μεγαλύτερή του σε ηλικία πόρνη, με την οποία, αφού τη βρίσκουν και τα βρίσκουν, αποφασίζουν να ανοίξουν πορνείο.
Αυτά συμβαίνουν σε γενικές γραμμές στο "Sensation" του 2010 του Tom Hall. Πρόκειται για ένα είδος τολμηρής (λεκτικά κυρίως) κομεντί, με κάμποσα δραματικά στοιχεία, τα οποία πάντως απαλύνονται πάντοτε από δόσεις χιούμορ. Συνδυασμός ρεαλισμού και κωμωδίας λοιπόν, που ίσως θέλει να καταγράψει τη ζωή στην ιρλανδική επαρχία. Το σκαμπρόζικο θέμα πάντως δεν συνοδεύεται από αντίστοιχες τολμηρές σκηνές (αν αυτό είναι ο στόχος σας). Το μόνο που πετυχαίνει η ταινία είναι να δώσει ανάγλυφα τη βαρεμάρα και τη μιζέρια της επαρχίας στη σύγχρονη εποχή (της ιρλανδικής στο συγκεκριμένο παράδειγμα, αλλά και της κάθε επαρχίας γενικότερα).
Είπα "ίσως" διότι προσπαθούσα να καταλάβω τον λόγο για τον οποίο γυρίζονται ορισμέα φιλμ. Η συγκεκριμένη κυλά μάλλον ευχάριστα, πλην όμως ούτε ακριβώς ξεκαρδιστική κωμωδία είναι, ούτε βαρύ ρεαλιστικό δράμα, ούτε ντοκιμαντερίστικη καταγραφή ενός θέματος, ούτε τολμηρό ερωτικό φιλμ και μάλλον λίγες κοινωνικές ή πολιτικές αναφορές περιέχει. Γι' αυτό απορώ για το λόγο ύπαρξής του. Προσέξτε, δεν σημαίνουν όλα αυτά κατά τη γνώμη μου ότι πρόκειται για κακή ταινία, σας είπα ότι το είδα ευχάριστα, απλώς προσπαθώ να κατανοήσω το γιατί τόσος κόπος...
Γενικά νομίζω ότι συγκαταλέγεται στα φιλμ με τα οποία πιθανόν να διασκεδάσεις για δύο ώρες, μετά όμως μάλλον θα τα ξεχάσεις. Γι' αυτό και ο χαρακτηρισμός "χλιαρό".

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 26, 2011

"ΤΥΦΛΟ ΚΤΗΝΟΣ": Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ


Ο γιαπωνέζος Yasuzo Masumura (1924–1986) έχει κάνει κάθε είδους ταινίες. Η "διαστροφή" πάντως είναι ένα θέμα που μοιάζει να τον ελκύει ιδιαίτερα. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στο "Τυφλό Κτήνος" (Mοju ή Blind Beast στα αγγλικά) του 1969, όπου τυφλός γλύπτης, με τη βοήθεια της μητέρας του, απαγάγει όμορφο μοντέλο που έχει ερωτευθεί και το φυλακίζει στο εργαστήριό του με σκοπό να φτιάξει το "τέλειο έργο" του. Σιγά - σιγά όμως τα πράγματα θα ξεφύγουν από κάθε όριο.
Νομίζουμε στην αρχή ότι πρόκειται για άλλη μια ταινία εγκλεισμού, στο στιλ του "The Collector" του Γουάιλερ. Φυσικά πρόκειται για τέτοια ταινία, το πράγμα όμως, προς το τέλος ιδιαίτερα, πάει πολύ πιο μακριά, δοκιμάζοντας την αντοχή του θεατή. Οι χώροι είναι περιορισμένοι. Το μεγαλύτερο μέρος διαδραματίζεται στο εργαστήριο. Αυτό το εργαστήριο όμως, με το παράδοξο ντεκόρ, που κινείται ανάμεσα στο απόλυτα εντυπωσιακό και το κιτς, είναι το πρώτο στοιχείο που θα σοκάρει τον θεατή. Η σταδιακή αποκάλυψή του στην αντίστοιχη σκηνή μένει καρφωμένη στη μνήμη μας.
Από εκεί και πέρα υπάρχουν πολλοί φροϊδικοί συμβολισμοί, ο ρόλος της μητέρας είναι καθοριστικός, ενώ η κλιμάκωση του τέλους έρχεται σχετικά απότομα, αφήνοντάς μας μουδιασμένους (ίσως χρησιμοποιήσετε άλλες λέξεις, εντονότερες). Στόχος είναι βέβαια η καταγραφή του απόλυτου έρωτα, που κάποια στιγμή ξεπερνά κάθε φραγμό όταν η αμοιβαία επιθυμία για απόλυτη και με όλους τους τρόπους κατοχή;, κατάκτηση;, απόκτηση;, απόλαυση; (ή όπως αλλιώς θέλετε να το χαρακτηρίσετε), του άλλου φτάνει στα απώτατα όριά της.
Φυσικά το φιλμ θα σοκάρει πολλούς. Οι ιάπωνες, όπως αποδεικνύεται με αυτό το παράδειγμα, είχαν από πολύ παλιά αναπτύξει αυτή τη χαρακτηριστικά διαστροφική ή/και "άρρωστη" ματιά - όπως τουλάχιστον θα τη χαρακτήριζε ο μέσος δυτικός - πράγμα που φαίνεται έντονα από το σινεμά, αλλά και από τη λογοτεχνία και τα κόμικς τους.
Το θέμα πάντως είναι ότι ο Masumura είναι κάπως άτεχνος σα σκηνοθέτης, οπότε πολλά από τα τεκταινόμενα φαίνονται κάπως ψεύτικα, πράγμα που έχει να κάνει και με το καθαρά τεχνικό μέρος. Ωστόσο το φιλμ δεν παύει να είναι, νομίζω, χαρακτηριστικό παράδειγμα ακραίας ερωτικής εμμονής, στοιχείο που έγινε ευρύτερα γνωστό μερικά χρόνια αργότερα με την "Αυτοκρατορία των Αισθήσεων" του Όσιμα.
ΥΓ: Ίσως οι σύγχρονοι θεατές αναρωτηθούν γιατί, παρά τα όσα συμβαίνουν, δεν βλέπουμε ούτε σταγόνα αίματος, πράγμα που κάνει το πράγμα κάπως αναληθοφανές. Όπως έμαθα, αυτό έχει να κάνει με βαθιά ριζωμένα γιαπωνέζικα ταμπού σε σχέση με τα σωματικά υγρά. Την εποχή αυτή λοιπόν, το 1969, απαγορευόταν αυστηρά να δειχτεί αίμα στην οθόνη.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 24, 2011

ΟΔΗΓΩΝΤΑΣ ΣΕ ΕΝΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΝΟΥΑΡ


Ο Nicolas Winding Refn είναι δανός, προέρχεται δηλαδή από χώρα με πλούσια κινηματογραφική παράδοση. Το "Drive" (2011) είναι η πρώτη του ταινία στο Χόλιγουντ και, αν και πιο κοντά στα b-movies βρίσκεται παρά στις υπερπαραγωγές, βάζει τα γιαλιά σε πολλές περιπέτειες του είδους.
Ο ήρωας, άσσος οδηγός, είναι κασκαντέρ σε ταινίες - τι άλλο; - με κυνηγητά αυτοκινήτων. Τη νύχτα όμως μετατρέπεται σε οδηγό σε ληστείες τραπεζών. Ώσπου ερωτεύεται, και τότε τα πάντα αλλάζουν - προσθέτοντας έτσι και τη ιάσταση του ρομαντισμού και της τρυφερότητας στο φιλμ.
Απλό σενάριο, έντονη δράση, εξ ίσου έντονα βίαια ξεσπάσματα, αλλά και μια μελαγχολική διάθεση που διατρέχει όλη την ταινία, συγκαταλέγουν κατά τη γνώμη μου το "Drive" σε ένα από τα καλύτερα σύγχρονα φιλμ του είδους. Εντύπωση προκαλεί τόσο η στιλάτη, νυχτερινών πλάνων κυρίως, σκηνοθεσία, όσο και η έλλειψη κάθε υποχώρησης σε κάθε λογής χάπι-εντ και άλλες τέτοιες ευκολίες. Ο Ράιαν Γκόσλινγκ, σίγουρα από τους σημαντικότερους νέους ηθοποιούς, κάνει μια ακόμα εξαιρετική επιλογή ρόλου, ενώ μια ακόμα θετική για μένα παράμετρος του φιλμ είναι η έντονη κινηματογραφοφιλία της. Όχι μόνο επειδή, όπως είπαμε, ο ήρωας είναι κασκαντέρ, άρα δουλεύει στο χώρο του σινεμά, αλλά και επειδή οι αναφορές σε ταινίες καταδίωξης και άλλα περιπετειώδη ή νουαρώδη είδη (b-movies ή μη) είναι πολλές. Παράλληλα υπάρχει και η ρομαντική - ηρωική ιδιοσυγκρασία του σιωπηλού και αποφασισμένου ήρωα, που τον κάνει μια δυνατή κινηματογραφική προσωπικότητα, υπάρχουν και οι όμορφοι νυχτερινοί φωτισμοί, η δράση που κρατά τον θεατή μέχρι τέλους... τι άλλο θέλετε;
Μακάρι όλες οι εκ Χόλιγουντ περιπέτειες να ήταν τόσο στιλάτες και, τελικά, τόσο καλές. Αφείστε που για μια ακόμα φορά επιβεβαιώνεται ότι μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα χολιγουντιανά προϊόντα γυρίζονται, από καταβολής αμερικάνικου σινεμά, από ευρωπαίους δημιουργούς, οι οποίοι (για οικονομικούς πιθανόν λόγους, καμία αντίρηση) μετακομίζουν εκεί μεταγγίζοντας νέο αίμα στο ανέμπνευστο σε γενικές γραμμές τα αρκετά τελευταία χρόνια Χόλιγουντ (και για να σας προλάβω, προφανώς οι χολιγουντιανές εξαιρέσεις σίγουρα υπάρχουν).

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 23, 2011

ΓΙΑ ΚΑΤΙ ΤΥΠΟΥΣ ΠΟΥ ΣΥΝΗΘΙΖΟΥΝ ΝΑ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ...


Το "Some Guy Who Kills People" του Jack Perez είναι μια κωμωδία τρόμου του 2011. Για να είμαστε ακριβείς, συνδυάζει την ιστορία ενός σίριαλ κίλερ, περιέχοντας και κάποιες σκηνές "αστείου" σπλάτερ μάλιστα, το χιούμορ και μια αρκετή δόση τρυφερότητας.
Ο ήρωας έχει βγει από ψυχιατρείο λόγω κατάθλιψης, δουλεύει σε παγωτατζίδικο (κάνοντας και κάποιες γελοίες δουλειές), ζει με τη μητέρα του, που μάλλον τον περιφρονεί και δεν χάνει ευκαιρία να του την πει, και κάνει κόμικς τα οποία δεν δείχνει σε κανέναν και στα οποία δολοφονεί αλύπητα κάποιους συνομήλικούς του από την πόλη που στο παρελθόν... Κάπου εκεί οι τύποι αυτοί αρχίζουν να δολοφονούνται στ' αλήθεια με φριχτούς τρόπους, ενώ από το πουθενά εμφανίζεται και η μικρή του κόρη για να περιπλέξει (συναισθηματικά κυρίως) τα πράγματα.
Βρήκα την ταινία, που είναι μικρή, ανεξάρτητη παραγωγή, διασκεδαστικότατη και, όπως είπα, και τρυφερή συγχρόνως. Περιέχει μάλιστα ορισμένες εξαιρετικές ατάκες, που προκαλούν άμεσο γέλιο. Η μικρή κόρη κλέβει σαν ηθοποιός την παράσταση, ενώ όλα τα λεφτά είναι ο ηλικιωμένος σερίφης, που ποτέ δεν είσαι σίγουρος αν είναι εντελώς ηλίθιος ή πολύ έξυπνος. Γενικά σε κάποια σημεία μου θύμισε το χιούμορ των Κοέν. Φυσικά η παρωδία ταινιών με σίριαλ κίλερς είναι προφανής, αλλά, όπως είπα, εκτός της πλάκας υπάρχει και η ανθρώπινη διάσταση, καθώς έχει ενδιαφέρον και η ψυχολογία του ήρωα, που είναι χαριτωμένος και συμπαθητικός μέσα στην αδεξιότητα και τη μοναξιά του. Τέλος, αν θέλετε να το προσθέσετε αυτό στα στοιχεία του φιλμ, σημειώστε και την ανατροπή που περιέχει, για τηνη οποία φυσικά δεν θα σας πω τίποτα. Το παράξενο για μια τέτοια ταινία - παρωδία είναι ότι, τελικά, σε μένα τουλάχιστον, άφησε μια γλυκειά αίσθηση.
Συμπαθέστατη λοιπόν κατά τη γνώμη μου "μικρή" ταινία, απ' αυτές που σκάνε κάθε τόσο στο χώρο του όχι-μπλογκμπάστερ αμερικάνικου σινεμά και μας κάνουν να τον συμπαθούμε (ακόμα). Μακάρι οι περισσότερες ταινίες του χώρου αυτού να ήταν τόσο συμπαθητικές - χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται για μεγάλο φιλμ, σίγουρα όμως πρόκειται για απολαυστικό. Το λέω επειδή τα αρκετά τελευταία χρόνια το ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά μας απογοητεύει συχνά, οπότε μια δόση φρεσκάδας είναι πάντα ευπρόσδεκτη.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 22, 2011

ΣΚΛΗΡΗ ΚΑΙ ΟΡΓΙΣΜΕΝΗ "ΜΟΣΧΑΡΟΚΕΦΑΛΗ"


Η "Μοσχαροκεφαλή" (Rundskop) του 2011 είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του βέλγου Michael R. Roskam. Και είναι σκληρή και - σαν ιστορία, δίχως να δείχνει κάποιες αιματηρές σκηνές - βαθύτατα βίαιη.
Καταπιάνεται με ένα ασυνήθιστο θέμα: Την "μαφία ορμονών" που, αδίστακτη όπως και κάθε άλλη μαφία, δρα στην Ευρώπη. Τουτέστιν ένα οργανωμένο, διαπλεκόμενο κύκλωμα που εμπορεύεται παράνομες ουσίες που βοηθούν στην ταχύτατη πάχυνση των ζώων στις φάρμες του Βελγίου, της Ολλανδίας και άλλων "υπεράνω πάσης υποψίας" χωρών. Το κέρδος είναι μεγάλο και σίγουρο, πολλοί φάρμερ αγοράζουν ή εμπλέκονται με οποιονδήποτε τρόπο, και, φυσικά, το κρέας και τα άλλα προϊόντα το καταναλώνουμε εμείς.
Αυτό είναι το βρώμικο περιβάλλον, το φόντο. Η ταινία ωστόσο εστιάζει σε μια προσωπική ιστορία με πολλούς εμπλεκόμενους. Ο ήρωας του φιλμ, που το παρατσούκλι του είναι "Μοσχαροκεφαλή", είναι ένας κτηνώδης φάρμερ μόνιμα οργισμένος, τίγκα στην τεστοστερόνη και τις κάθε λογής ουσίες στις οποίες είναι εθισμένος, πολλές από τις οποίες σχετίζονται με αυτές που καταναλώνουν και οι κοινοί "σφίχτες" που ζουν ανάμεσά μας. Τα πάντα πηγάζουν από μια φριχτή πραγματικά παιδική ιστορία, η οποία καταδυναστεύει και αλλάζει τη ζωή των σημερινών τριαντάρηδων που αποτελούν τα βασικά πρόσωπα.
Η σκηνοθεσία είναι απλή και αποτελεσματική, η φωτογραφία μουντή και δίχως φτιασίδια, οι χώροι κοινότοποι. Όλα συμβάλλουν σε ένα απόλυτα ρεαλιστικό κλίμα. Η βία ξεχειλίζει από παντού. Στην καθημερινή συμπεριφορά των ηρώων, στα επικίνδυνα, παράνομα παιχνίδια, συμφωνίες και κάθε λογής ντίλινγκ μαφιόζων, φάρμερς και αστυνομίας, στις διαπροσωπικές σχέσεις, παντού. Πολλοί από τους ήρωες είναι μόνιμα σχεδόν οργισμένοι. Όπως είπα και στην αρχή δεν υπάρχουν αιματοβαμμένες σκηνές, η βία δεν δείχνεται κυριολεκτικά, αλλά μοιάζει να κυριαρχεί σχεδόν σε κάθε καρέ. Γι' αυτό και το φιλμ κάπου γίνεται ενοχλητικό, βλέπεται δύσκολα, καθώς ελάχιστες χαραμάδες φωτός αφήνονται να διαφανούν, και παρά το ότι η ιστορία έχει ενδιαφέρον και υπάρχει αγωνία για την κατάληξη.
Στιβαρή ταινία, δυνατή, σίγουρα αξιόλογο ντεμπούτο, αλλά, σας το είπα, την είδα δύσκολα. Αυτό το ξεχείλισμα τεστοστερόνης και επιθετικής συμπεριφοράς, η διαρκής ένταση, καθώς και η προσωπική κόλαση του ήρωα, την κάνουν σε ορισμένα σημεία σχεδόν αφόρητη. Πάντως το δέσιμο προσωπικής ιστορίας και "σάπιου" περιβάλλοντος γίνεται απόλυτα φυσικά και πειστικά, ενώ υπάρχουν και νύξεις για το διχασμό και την εκατέροθεν αντιπάθεια που επικρατεί στο Βέλγιο ανάμεσα στους Φλαμανδούς και τους γαλλόφωνους.
Θα επιμείνω πάντως στο σημείο αυτό: Στο ότι, πατώντας και στα δύο επίπεδα, το προσωπικό και το κοινωνικό, καταφέρνει να μας παγώσει το αίμα απεικονίζοντας τη βρωμιά που επικρατεί ακόμα και σε τομείς που δεν φανταζόμαστε και μάλιστα στις πιο ευνομούμενες και "πολιτισμένες" χώρες, στην καρδιά της ευρωπαϊκής ένωσης συγκεκριμένα. Ίσως γι' αυτό ακριβώς παρακολούθησα δύσκολα την ταινία. Επειδή η κόλαση βρίσκεται και εσωτερικά και στο ευρύτερο περιβάλλον. Παντού.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 21, 2011

ΜΙΝΙΜΑΛΙΣΤΙΚΟ ΑΛΛΑ ΠΟΛΥΠΛΟΚΟ "LOVE"


To "Love" του 2011 είναι η πρώτη ταινία του William Eubank. Πρόκειται για ταινία επιστημονικής φαντασίας που, μοιραία, φέρνει έντονα στο νου την θρυλική "Οδύσσεια του Διαστήματος" του Κιούμπρικ, αλλά και το πιο πρόσφατο "Moon".
Όπως καταλάβατε έχουμε να κάνουμε με έναν αστροναύτη που χάνει την επαφή με τη βάση και μένει ολομόναχος σε ένα σταθμό που περιστρέφεται γύρω από τη γη. Μάλλον δεν θα μπορέσει να επιστρέψει ποτέ πίσω. Από εκεί και πέρα τον πρώτο λόγο έχει η μοναξιά και η παράνοια που τη συνοδεύει.
Αυτό που εντυπωσιάζει στο φιλμ είναι η πολύ καλή εικόνα. Ενώ πρόκειται για εξαιρετικά low budget ταινία, καταφέρνει να "ξεγελάσει" τον θεατή και με την ποιότητα της φωτογραφίας και με κάποιες εντυπωσιακές εξωτερικές σκηνές πίσω στη γη. Προφανώς η χρήση των χώρων, αλλά και των ανθρώπων, είναι ευρηματική.
Πέραν αυτού είμαι σχεδόν σίγουρος ότι η ταινία θα διχάσει. Αφ' ενός πολλοί θα βαρεθούν από το αναπόφευκτα μινιμαλιστικό του θέματος: Ένας άνθρωπος ολομόναχος, έγκλειστος σε κάποιον χώρο, παρά το ότι βέβαια οι παραισθήσεις - ή για ό,τι άλλο πρόκειται - διατηρούν το ενδιαφέρον. Το δεύτερο στοιχείο "διχασμού" οφείλεται στο μάλλον "ακαταλαβίστικο" των όσων συμβαίνουν. Προσωπικά δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι αντιλήφθηκα πλήρως τα τεκταινόμενα. Από ένα σημείο και μετά το φιλμ "χάνεται" και κανείς δεν είναι πολύ σίγουρος τι ακριβώς συμβαίνει. Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα θεωρία που εμπλέκει ταξίδι στο χρόνο και η οποία μπορεί να ερμηνεύσει κάτι, αλλά και σ' αυτήν υπάρχουν κενά και σκοτεινά, δυσεξήγητα σημεία. Διότι, βλέπετε, στην όλη ιστορία εμπλέκεται, από την πρώτη - πρώτη κιόλας σκηνή, και ο αμερικάνικος εμφύλιος πόλεμος.
Είπα στην αρχή για τις προφανείς επιροές. Όταν τελείωσε η ταινία ωστόσο ήμουν σίγουρος ότι η βασική επιροή ήταν η "Οδύσσεια του Διαστήματος". Ο Eubank κρατά ακόμα και παρόμοια δομή και ολοκληρώνει το φιλμ του με ένα τριπ ίσως όχι τόσο φευγάτο και θεαματικό όσο αυτό του Κιούμπρικ, αλλά μάλλον εξ ίσου μεταφυσικό και, πιθανόν, ακατανόητο. Κάποιοι νομίζω θα "κολλήσουν" με το φιλμ - με τη βοήθεια και της μουσικής των Andels & Airwaives. Προσωπικά πάντως μου άφησε ανάμικτα συναισθήματα. Σίγουρα πρόκειται για κάτι ένδιαφέρον και με επί μέρους αρετές - τέλος πάντων για ένα αξιοπρόσεχτο και υποσχόμενο ντεμπούτο - αλλά δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα κιόλας.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 19, 2011

ΣΕ ΓΝΩΣΤΑ - ΚΑΙ ΒΑΡΕΤΑ - ΕΔΑΦΗ


Ο Stéphane Lafleur είναι γαλόφωνος καναδός από το Κεμπέκ και το "En Terrains Connus" ("Σε Γνώριμο Έδαφος") του 2011 η δεύτερη μεγάλου μήκους φιξιόν ταινία του. Και δεν μπορώ να πω ότι υπήρξε από τις καλύτερες που είδα τελευταία. Κάθε άλλο μάλιστα.
Η γραφή είναι ρεαλιστική, ντοκιμαντερίστικη σχεδόν. Η αδιέξοδη και βαρετή καθημερινότητα των ηρώων σ' ένα εξ ίσου βαρετό, επίπεδο, μουντό και χιονισμένο επαρχιακό τοπίο καταγράφεται συχνά με εξοντωτικές λεπτομέρειες. Η σύζυγος που, δίχως να συμβαίνει κάτι κραυγαλέο, έχει βαρεθεί τη συνηθισμένη συζυγική ζωή, η μίζερη δουλειά της, ο αδελφός της, όχι και πολύ έξυπνος, άνεργος, που τα έχει κάνει σκατά στη ζωή του σε όλα τα επίπεδα και ζει με τον πατέρα του (τι ωραία!), οι καθημερινές τους (μη) ασχολίες, η μεταξύ τους αποξένωση (μεταξύ των πάντων που εμφανίζονται στο φιλμ, εδώ που τα λέμε), τέτοια πράγματα... Όλα αυτά με έκαναν να βαρεθώ κι εγώ αρκετά μαζί με τους ήρωες.
Ξαφνικά, από το πουθενά κυριολεκτικά, σκάει μια ελάχιστη, κουφή δόση επιστημονικής φαντασίας, καθώς κάποιος έρχεται από το πολύ κοντινό μέλλον για να προειδοποιήσει για ένα επερχόμενο συμβάν. Αυτά. Και μετά ξαναβυθιζόμαστε στην καθημερινότητα, όπου όμως ο αδελφός κάπως γνωρίζει πλέον τι θα συμβεί.
ΟΚ, υπάρχει μια τρυφερότητα και ένας (βαρετός ξαναλέω) ρεαλισμός στο όλο φιλμ. Τελικά το πράγμα πάει προς την βαθμιαία επαναπροσέγγιση αδελφού και αδελφής, τη γέννηση μιας κάποιας ζεστασιάς μεταξύ τους (που γίνεται με τον ατσούμπαλο, άγαρμπο τρόπο του αδελφού). Μπορείς ίσως να πεις ότι στο τέλος κάπου σε συγκινεί κιόλας. Μικρή ανταμοιβή, φοβάμαι, για δύο "δύσκολες" ώρες. Όσο για χιούμορ; Υποτίθεται ότι διαθέτει λίγο. Πολύ λίγο, με το οποίο ίσως με το ζόρι χαμογελάσετε ελάχιστες φορές. Τον περισσότερο χρόνο πάντως δεν χαμογελούσα, νύσταζα.
Πάντως από το Κεμπέκ έχω δει πολύ πιο ενδιαφέρουσες ταινίες...

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 18, 2011

ΓΙΓΑΝΤΕΣ, ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΑΝΘΡΩΠΟ ΤΗΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗΣ


Ο Yasuzo Masumura (1924–1986) είναι ένας παραγωγικότατος (πάνω από 60 ταινίες) γιαπωνέζος σκηνοθέτης, που μέχρι πρόσφατα μου ήταν άγνωστος (όπως και πολλοί άλλοι συμπατριώτες του, φαντάζομαι). Έχει κάνει κάθε είδους ταινίες, από κοινωνικά δράματα μέχρι τρόμου και κωμωδίες.
Το "Giants and Toys" γυρίστηκε το 1958 και θεματικά βρίσκεται μάλλον πολύ μπροστά από την εποχή του. Τρεις διαφημιστικές εταιρίες, που φτιάχνουν καραμέλες για παιδιά, ανταγωνίζονται ανελέητα, επινοώντας κάθε λογής τρόπους προώθησης των προϊόντων τους, αλλά και χρησιμοποιώντας αδίστακτα κατασκοπεία και εκμεταλλευόμενες τις προσωπικές σχέσεις των υπαλλήλων τους.
Θα έχετε ακούσει υποθέτω ότι ο χώρος της διαφήμισης είναι από τους πλέον απάνθρωπους, ο ανταγωνισμός και η πίεση στους εργαζόμενους συχνά αφόρητα και ότι πολλοί μετά από 10 χρόνια πάνω - κάτω τον εγκαταλείπουν μην αντέχοντας άλλο. Φανταστείτε να βλέπετε όλα αυτά να συμβαίνουν στην Ιαπωνία του 1958 (στην Ελλάδα δεν είχαμε ακόμα ιδέα): Πάνω απ' όλα βρίσκεται η επιτυχία της εταιρίας, η οποία ουσιαστικά είναι σημαντικότερη από την οικογένεια, τον έρωτα ή ό,τι άλλο. Η εταιρία - ή το εκάστοτε προϊόν της - πρέπει να νικήσουν, να είναι πρώτα σε πωλήσεις με οποιοδήποτε κόστος. Οι προσωπικές σχέσεις των υπαλήλων βρίσκονται σε δεύτερη μοίρα ή (ακόμα χειρότερα) χρησιμοποιούνται ύπουλα για το καλό της εταιρίας. Η πίεση ειναι εξοντωτική.
Ο Masumura χρησιμοποιεί το χιούμορ, αλλά και το δράμα για να μας δείξει κάθε άλλο παρά αστεία πράγματα. Στις εταιρίες κυριαρχεί το "ο θάνατός σου η ζωή μου". Οποιοσδήποτε έχει ηθικές αντιρρήσεις, όσο ψηλά στην ιεραρχία κι αν βρίσκεται, παραμερίζεται. Είναι η πρώτη φορά που είδα σε ταινία να αμφισβητείται τόσο ανοιχτά η περίφημη εργασιομανία των Ιαπώνων. Όπως και το βαθύτατα ριζωμένο πιστεύω τους ότι "πρέπει οπωσδήποτε, πάσει θυσία, να νικήσουμε", ανεξάρτητα του αν η νίκη αφορά την ίδια τη χώρα, την εταιρία ή τη συγκεκριμένη σειρά καραμελών. "Είμαστε Ιάπωνες" λέει κάπου ένας από τους ήρωες. "Δεν ξέρω τι κάνουν στην Αμερική ή την Ευρώπη, εμείς όμως πρέπει πάντοτε να νικούμε". Φυσικά στο βωμό της επιτυχίας οι προσωπικές ζωές, οι σχέσεις, ερωτικές, οικογενειακές, φιλικές, η ίδια η προσωπικότητα του ατόμου, συντρίβονται. Ο βασικός ήρωας, που προσπαθεί να αντισταθεί, καταλήγει... ας μη σας πω πώς ακριβώς, στο θαυμάσιο, τραγικό και συγχρόνως βαθύτατα ειρωνικό τέλος.
Όλα αυτά, ξαναθυμίζω, στα '50ς! Μέσα σε ένα συχνά κιτς σκηνικό, με τις απίστευτα γελοίας αισθητικής για τα σημερινά δεδομένα διαφημιστικές καμπάνιες, με τους ηθοποιούς να φωνάζουν πολύ, όπως συμβαίνει πάντα σχεδόν στις γιαπωνέζικες ταινίες, ο σκηνοθέτης αμφισβητεί βαθιά το γιαπωνέζικο οικονομικό θαύμα, τις εργασιακές δομές του καπιταλισμού γενικότερα όπως αυτές αποτυπώνονται στις μεγάλες εταιρίες, τον εκμηδενισμό της προσωπικότητας και της ηθικής μπροστά στην επαγγελματική επιτυχία, και κάνει πλάκα και με το σταρ σύστεμ. Πολύ ενδιαφέρον, αν ξενασκεφτεί κανείς την εποχή. Α, και να μη ξεχάσω, τέλος, την παράδοξη σκηνή του "εξωτικού" νούμερου της σταρ πρωταγωνίστριας, που, σε σκηνικό ζούγκλας, τραγουδά διαρκώς για... κανιβαλισμό!

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 17, 2011

ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΤΥΨΕΙΣ "ΣΤΟΝ ΠΑΓΟ"


Το "On The Ice" (2011) είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Andrew Okpeaha MacLean. Γυρισμένη στην Αλάσκα, μας δίνει μια σπάνια ευκαιρία να δούμε την καθημερινότητα της παγωμένης αυτής περιοχής.
Βρισκόμαστε σε μια μικρή, γεμάτη χιόνι και πάγο πόλη, την εποχή της διαρκούς μέρας, όταν δηλαδή ο ήλιος δεν δύει επί εβδομάδες. Η νεολαία της πόλης προσπαθεί να σκοτώσει την τεράστια ανία της με χιπ χοπ, κόντρες με μηχανοκίνητα έλυθρα, αλκοόλ και ναρκωτικά. Η ιστορία θα αρχίσει όταν, σε μια έρημη, κάτασπρη περιοχή έξω από την πόλη, ένας νεαρός θα σκοτώσει σ' έναν καυγά ένα φίλο του.
Το φιλμ είναι περισσότερο κοινωνικό και όχι αστυνομικό. Ο φόνος είναι η αφορμή για να ξεκινήσει μια σειρά από ψέματα, τύψεις, άγχη. Ουσιαστικά, κάτω από την εκτυφλωτική λευκότητα του τοπίου, υποβάσκει η απόλυτη ανία, η κενότητα των νεαρών, η έλλειψη οποιουδήποτε πιστεύω. Αυτό κυρίως είναι που καταγράφει η ταινία. Βλέπετε, τυπικά βρισκόμαστε στις ΗΠΑ, οι εικόνες όμως που βλέπουμε κάθε άλλο παρά αυτές που έχουμε δει σε εκατοντάδες αμερικάνικα φιλμ μας θυμίζουν.
Οι πρωταγωνιστές είναι όλοι Εσκιμώοι και μιλάνε αγγλικά γεμάτα με πολλές λέξεις της παλιάς τους γλώσσας. Οι σχετικά αργοί ρυθμοί και η περιγραφή της βαρετής καθημερινότητας των ηρώων, μπορεί να κουράσει πολλούς θεατές. Τα συναισθήματα των πρωταγωνιστούν έχουν ενδιαφέρον, η πάλη τους ανάμεσα στην απόκρυψη του τι ακριβώς συνέβει και στις τύψεις και την αποκάλυψη της αλήθειας είναι σε κάποια σημεία δραματική, συνολικά όμως το φιλμ κυλά μάλλον δύσκολα. Δεν το θεωρώ κακό, σε καμία περίπτωση, ούτε όμως και κάτι συγκλονιστικό. Έχει πάντως το ενδιαφέρον του και σαν μια ντοκιμαντερίστικη, ρεαλιστική καταγραφή μιας κοινωνίας που ελάχιστα γνωρίζουμε, που ακόμα παραπαίει ανάμεσα στον σύγχρονο κόσμο και τις προγονικές παραδόσεις και συνήθειες. Οι σύγχρονοι ήρωες, βλέπετε, έχουν κινητά, ακούν χιπ χοπ και κάνουν πάρτι, αλλά κυνηγάνε και φώκιες, γνωρίζουν σαν την παλάμη τους το κατάλευκο, ολόιδιο για μας τοπίο ή τα καπρίτσια του πάγου, μιλάν και την αρχαία γλώσσα τους. Το στοιχείο αυτό είναι νομίζω πολύ ενδιαφέρον. Καθώς και η διαπίστωση (για μια ακόμα φορά) ότι το κλίμα και το τοπίο μπορεί να καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό - αν όχι στο μεγαλύτερο - το τι συμβαίνει και πώς δομείται μια κοινωνία.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 15, 2011

Ο ΠΙΟ ΙΔΙΟΡΥΘΜΟΣ "GUARD" ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ (ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ)


Ο John Michael McDonagh είναι αδελφός του Martin McDonagh, που το 2009 νομίζω μας είχε δώσει το πολύ καλό "In Bguges". Ίσως γι' αυτό το ντεμπούτο του πρώτου "The Guard" (2011) έχει κάτι από την τρέλα και το κλίμα της ταινίας του αδελφού του.
Πρόκειται και πάλι για μια μαύρη, ανορθόδοξη και καθόλου αμερικάνικη αστυνομική κωμωδία, που διαδραματίζεται σε απομονωμένη περιοχή της Ιρλανδίας, όπου όλοι μιλάνε κέλτικα, αρνούνται να συννενοηθούν στα αγγλικά και, φυσικά, δεν χωνεύουν τους άγγλους.
Ολόκληρο το φιλμ είναι στηριγμένο στην απίθανη προσωπικότητα του μπάτσου του χωριού, του εκπληκτικού Μπρένταν Γκλίσον. Ο οποίος πάει μόνο με πόρνες, παίρνει μικρομίζες από παράνομες μικροδουλειές, πίνει και καταναλώνει ουσίες και είναι, δίχως σχεδόν να το αντιλαμβάνεται, ρατσιστής. Όλα αυτά. Κι όμως ο απαράδεκτος αυτός τύπος είναι ο πιο τίμιος μέσα σε ένα απόλυτα διεφθαρμένο ευρύτερο περιβάλλον με μπάτσους, πολύ ανώτερούς του, που παίζουν πολύ χοντρότερα παιχνίδια. Όταν λοιπόν ένα μεγάλο φορτίο ναρκωτικών φτάσει στο ξεχασμένο χωριό του, θα αναλάβει δράση σχεδόν μόνος του. Ή μάλλον με μοναδική βοήθεια αυτή ενός αμερικάνου μαύρου αστυνομικού του FBI, ο οποίος είναι πολιτικά ορθός, τυπικός και "άψογος" όσο δεν παίρνει. Το δίδυμο είναι αμίμητο.
Φυσικά μιλάμε για τον απόλυτο θρίαμβο του μη πολιτικώς ορθού χιούμορ. Οι ατάκες είναι βιτριολικές, ο ήρωας είναι απο τις πιο παράδοξες, αντιφατικές και, τελικά, αστείες φιγούρες που έχουμε δει στην οθόνη τα τελευταία χρόνια, και το αγγλικό χιούμορ δείχνει τα δόντια του απέναντι στο βαρετό πλέον αμερικάνικο (προσοχή: εξαιρέσεις υπάρχουν παντού και πάντοτε).
Η ταινία διαθέτει, κατά τη γνώμη μου, σωστές δόσεις δράσης και χιούμορ, ώστε να πετυχαίνει και στα δύο. Προσέξτε όμως: Επειδή δεν βρισκόμαστε στο Χόλιγουντ, ούτε ξεκαρδιστικό θα το έλεγα το χιούμορ - μάλλον υπόγειο είναι - ούτε καταιγιστική τη δράση. Και τα δύο, παρά την πολύ καλή σκηνοθεσία, είναι συνειδητά σχετικά χαμηλότονα. Υπάρχει στο μέσον και η ανθρωπιά (η σχέση του αστυνομικού με τη μητέρα του), καθώς και η αστεία περιγραφή του χωριού και των τύπων της. Γενικά, όπως καταλάβατε, απόλαυσα την ταινία. Και αν δεν είστε κολλημένοι με χολιγουντιανά πρότυπα, μάλλον θα την απολαύσετε και σεις.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 14, 2011

Η ΓΗ ΣΤΑ ΔΙΧΤΥΑ ΤΗΣ "ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ"


Το έχω ξαναπεί: Τον Lars von Trier άλλοτε τον μισώ κι άλλοτε τον θαυμάζω. Η "Μελαγχολία" του 2011, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, αφού πρόκειται για φιλμ που με συγκίνησε και συγχρόνως με μάγεψε με την απίστευτη εικαστικότητά του. Πιθανόν ο Τρίερ να είναι τρελός, αλλοπρόσαλλος, προβοκάτορας, ναζί ή όλα αυτά μαζί. Όλα αυτά όμως, κι άλλα τόσα πιθανόν, δεν κάνουν την ταινία του να μου αρέσει λιγότερο.
Πάσχοντας από κατάθλιψη ο ίδιος, σκιαγραφεί εδώ την φοβερή αυτή ψυχική ασθένεια και, κάνοντας ένα λογικό άλμα, τη θεωρεί ως κάτι που απειλεί ολόκληρο τον πλανήτη. Φτάνει μάλιστα να την ταυτίσει με το τέλος του κόσμου. Διότι η ταινία, μπαίνοντας με τον προσωπικό του φυσικά τρόπο στα χωράφια της επιστημονικής φαντασίας, μιλά γι' αυτό το τέλος, όσο και για την αρρώστια.
Αυτό που ξενίζει αρχικά είναι ο χωρισμός του φιλμ σε δύο μέρη ("Τζαστίν" και "Κλερ", τα ονόματα δηλαδή των δύο αδελφών που πρωταγωνιστούν), τα οποία μοιάζουν πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Μετά από μια πραγματικά εκθαμβωτική εικαστικά εισαγωγή, με εικόνες σε slow motion που παραπέμπουν σε παλιότερα και σύγχρονα εικαστικά έργα, το πρώτο μέρος προσγειώνεται στο ρεαλισμό και παρακολουθεί τη γαμήλια δεξίωση της ηρωίδας, που γίνεται με πλήρη χλιδή στον πύργο του ζάπλουτου κουνιάδου της, και την βαθμιαία βύθισή της στην κατάθλιψη. Βρήκα τη μελέτη της ασθένειας πολύ δυνατή. Στο μέρος αυτό ο Τρίερ βρίσκει επίσης την ευκαιρία να σαρκάσει την κενότητα και τη ματαιοδοξία της άρχουσας τάξης, φτιάχνοντας χαρακτήρες - καρικατούρες (οι διαζευγμένοι γονείς της νύφης, ο ορθολογιστής οικοδεσπότης, ο οργανωτής της τελετής, ο κουμπάρος - αφεντικό κλπ.) και καυτηριάζοντας τόσο την υποκρισία όσο και την εσωτερική σκληρότητα του κόσμου τους. Μερικές φορές μάλιστα χρησιμοποιεί και χιουμοριστικές πινελιές. Το όλο κλίμα θυμίζει "Οικογενειακή Γιορτή" και γενικότερα φιλμ όπου, με αφορμή μια τελετή, πολλά σκοτεινά μυστικά αποκαλύπτονται. Στο δεύτερο μέρος κυριαρχεί περισσότερο μια άλλη ψυχική κατάσταση, το άγχος. Ουσιαστκά πρόκειται για το άγχος του θανάτου, που εδώ "μεταμφιέζεται" στο άγχος για το τέλος του κόσμου. Οι εικόνες γίνονται ποιητικές, μεταφυσικές, σκοτεινές, για να καταλήξουν στο πολύ δυνατό φινάλε.
Έχοντας υπ' όψη και τα δύο μέρη, άλλο ένα νόημα γεννιέται στο μυαλό μου: Η ματαιότητα των ανθρώπινων προσπαθειών, αλλά και η γελοιότητα όλης της απίστευτης πολυτέλειας που παρακολουθήσαμε στο πρώτο μέρος. Έτσι η κενότητα, το απόλυτο τίποτα όλων αυτών των χάι τύπων, υπογραμμίζεται ακόμα περισσότερο μπροστά στο συμπαντικό πεπρωμένο.
Η τελική "συμβουλή" του Τρίερ μοιάζει να είναι η στωικότητα. Μόνο οπλισμένοι μ' αυτήν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτό που μας περιμένει όλους τελικά. Έτσι το τέλος του φιλμ αποτελεί ένα κράμα γλυκύτητας και απαισιοδοξίας. Πώς γίνεται αυτό; Θα το δείτε. Σ' εμένα πάντως, αυτό το ανάμεικτο συναίσθημα μου άφησε.
Πρόκειται για μια από τις καλύτερες, κατά τη γνώμη μου, στιγμές του δημιουργού. Του οποίου, πάντως, το αλλοπρόσαλλο δεν θα σταματήσω να επισημαίνω: Στωικός εδώ, υπέρ της σκληρής εκδίκησης παλιότερα (Dogville), απόλυτα μοιρολάτρης σε βαθμό αντιδραστικότητας αλλού (Manderlay), χριστιανός κάποτε (Δαμάζοντας τα Κύματα)... και δεν θυμάμαι τι άλλες ηθικές / φιλοσοφικές στάσεις πήρε στο παρελθόν και δεν τολμώ να σκεφτώ τι άλλο θα δούμε στο μέλλον. Αν μη τι άλλο, ο σχεδόν παρανοϊκός δανός δεν μας κάνει ποτέ να πλήξουμε. Έστω και μισώντας τον.