Τετάρτη, Ιουνίου 29, 2011

"ΑΣΤΕΙΟ ΜΟΥΤΡΑΚΙ", ΓΟΗΤΕΙΑ ΚΑΙ ΑΦΕΛΕΙΑ


Ο μάστορας του αμερικάνικου μιούζικαλ Stanley Donen γυρίζει το "Funny Face" το 1957, προς το τέλος δηλαδή της λαμπρής περιόδου του είδους. Έχει σαν ατού τους δύο κλασικούς πρωταγωνιστές, τον Φρεντ Αστέρ και την πάντα κομψότατη και γοητευτική Όντρεϊ Χέπμπορν. Και βέβαια, τη μουσική του μεγάλου Cole Porter.
Η ταινία είναι ό,τι είναι συνήθως το αμερικάνικο μιούζικαλ: Αφέλεια ως εκεί που δεν παίρνει σεναριακά, γοητεία ανεπανάληπτη κινηματογραφικά. Η ιστορία είναι μια ακόμα παραλλαγή του πολυχρησιμοποιημένου (και σε μιούζικαλ επίσης) μύθου του Πυγμαλίωνα, που θα πάρει υπό την προστασία του και θα κάνει σταρ την άβγαλτη και άσημη μικρή. Στο συγκεκριμένο φιλμ ο διάσημος φωτογράφος μόδας Αστέρ θα κάνει με την επιμονή του τοπ μόντελ την άγνωστη Χέπμπορν (τότε που το τοπ μόντελινγκ ήταν ακόμα αθώο και δεν είχε να κάνει ούτε με σούπερσταρς σε περιοδικά, ούτε με τόνους κόκας, ούτε με φήμες για σχεδόν κατάσταση πορνείας). Μόνο που εδώ έχουμε και κάποιες σεναριακές πρωτοτυπίες: Η ταινία είναι γυρισμένη στο Παρίσι, πράγμα που δίνει την ευκαιρία στον Donen και για μια "τουριστική" ματιά στην ούτως ή άλλως πανέμορφη πόλη, και που για μια ακόμα φορά καταδεικνύει την ιδιότυπη αυτή "ζήλεια" και θαυμασμό που τρέφουν οι διανοούμενοι και "διανοούμενοι" αμερικάνοι για την Ευρώπη και το Παρίσι ιδιαίτερα. Όσο πιο πίσω στις δεκαετίες πάμε μάλιστα, τόσο εντονότερο γίνεται αυτό το στοιχείο: Το Παρίσι είναι το όνειρο του σκεπτόμενου αμερικάνου, που έχει συναίσθηση της έλλειψης βάθους της δικής του κουλτούρας.
Εδώ όμως μπαίνει και ένα άλλο στοιχείο: Παράλληλα με τον θαυμασμό, υπάρχει και η σάτιρα της πόλης και της κουλτούρας της. Βρισκόμαστε στο απώγειο του κινήματος του υπαρξισμού, η φιλοσοφία βρίσκεται στα πάνω της και μάλιστα είναι και κάτι σαν μόδα (κλίμα που προετοίμασε με την αμφισβήτησή του τον Μάη του 68), οπότε η σάτιρα όλων αυτών είναι πανταχού παρούσα. Αφελώς βέβαια - με αποκορύφωμα τον μεγάλο και διάσημο φιλόσοφο που το μόνο που θέλει είναι να πηδήσει - αλλά χαριτωμένα. Αλλά για την αφέλεια θα πούμε και πιο κάτω.
Ιδεολογικά, άστα να πάνε. Και πάλι (αυτό είναι αρκετά συνηθισμένο και συνήθως έχει πλάκα στα μιούζικαλ) έχουμε την αντιπαράθεση "υψηλής" και "χαμηλής" κουλτούρας (αυστηρά σε εισαγωγικά, γιατί σήμερα πολλοί τέτοιοι διαχωρισμοί έχουν ξεπεραστεί). Τώρα βέβαια, στο συγκεκριμένο φιλμ, αν είναι καλό να πάρεις μια διανοούμενη και πολύ καλλιεργημένη κοπέλα και να την βάλεις στον επιεικώς ηλίθιο κόσμο της μόδας, για τον οποίο, προς τιμή της, δεν είχε ιδέα, αυτό θα το κρίνετε εσείς. Είπαμε όμως: Σε τέτοια φιλμ συχνά παραβλέπουμε την πλήρη αφέλεια, ακόμα και την αντιδραστική ιδεολογία ενίοτε, και υποκύπτουμε στην κινηματογραφική τους γοητεία - συνυπολογίζοντας βεβαίως και τις εντελώς διαφορετικές πολιτικοκοινωνικά συνθήκες της εποχής που γυρίστηκαν. Αν λοιπόν σας αρέσει αυτή η ταινία, μη ντρέπεστε. Φτάνει να σας αρέσει έχοντας υπ' όψη όλα τα παραπάνω και όχι πιστεύοντας στις κάθε λογής χολιγουντιανές αφέλειες.
Έτσι κι εγώ πέρασα δύο ευχάριστες, ρομαντικές ώρες, θαύμασα για μια ακόμα φορά την παλιομοδίτικη γοητεία των σταρ του Χόλιγουντ, αν και θα ομολογήσω ότι σαν μιούζικαλ, σε μουσικοχορευτικό επίπεδο, δεν είναι από τα αγαπημένα μου.

Τρίτη, Ιουνίου 28, 2011

ΙΣΩΣ ΑΥΡΙΟ... ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΙΓΟΤΕΡΗ ΒΙΑ


"Ίσως αύριο" είναι ο ελληνικός τίτλος του "Haevnen", της ταινίας που πήρε το ξενόγλωσσο Όσκαρ για το 2010 και γυρίστηκε από τη δανέζα Susanne Bier. Πρόκειται για ένα δραματικό φιλμ που μου άρεσε αρκετά και που εξερευνά το μεγάλο πρόβλημα της βίας και της αντιμετώπισής της σε διάφορα επίπεδα: Στο σχολικό μικρόκοσμο με τη μαθητική βία, στον καθημερινό κόσμο, με τη βία που εξασκεί ο ένας άνθρωπος στον άλλο και σε μεγάλη κλίμακα, αυτή ενός πολέμου (στην Αφρική στο συγκεκριμένο φιλμ).
Η βία όπως εκδηλώνεται στα τρία αυτά επίπεδα είναι φυσικά διαφορετικού βάρους (αν μπορούσαμε να τη μετρήσουμε ποσοτικά). Άλλο η βία από έναν νταή μαθητή πάνω στον αδύνατο συμμαθητή του, άλλο αυτή του οπλαρχηγού που σκοτώνει κατά συρροήν και πράττει κάθε είδους φρικαλεότητες. Ωστόσο το μοτίβο είναι πανομοιότυπο. Πάντα υπάρχει ένας "κακός", ένας βίαιος άνθρωπος τέλος πάντων, ένας μαλάκας (όπως συχνά χαρακτηρίζεται στο φιλμ ο τύπος της δεύτερης περίπτωσης, που χτυπά και βρίζει άνευ λόγου). Αυτό είναι δεδομένο. Το θέμα που μελετά η σκηνοθέτης δεν είναι αυτό, αλλά το πώς αντιμετωπίζεται ο "κακός". Ειρηνικά (οπότε μπορεί να πει κάποιος ότι δεν αποδίδεται δικαιοσύνη) ή εξ ίσου βίαια (οπότε μπορεί να έχουμε τραγικές συνέπειες όπως σε μία από τις τρείς αλληλένδετες καταστάσεις που αντιμετωπίζει η ταινία);
Η απάντηση που δίνει η Bier δεν είναι μονοσήμαντη και βολική, όπως θα ικανοποιούσε ίσως κάποιους. Δείχνει όλες τις περιπτώσεις και όλες τις συνέπειες, θετικές και αρνητικές, των τρόπων αντιμετώπισης. Το σίγουρο είναι ότι η βία γεννά βία, και αυτό καταδεικνύεται επαρκώς. Από την άλλη όμως, ποιος μπορεί να κατηγορήσει τον γιατρό γι' αυτό που τελικά θα κάνει στον οπλαρχηγό; Νομίζω ότι όλοι μας σχεδόν το ίδιο θα κάναμε. Από την άλλη, οι συνέπειες της εκδικητικότητας είναι κι αυτές τραγικές... Η έλλειψη σαφούς απάντησης για μένα δεν αποτελεί έλλειψη θέσης, γι' αυτό και κάθε άλλο παρά την κατηγορώ για αμηχανία ή ό,τι άλλο. Τι θα μπορούσε να απαντήσει κανείς σε ένα τέτοιο τεράστιο θέμα; Εξ άλλου, αν υπήρχε μια σίγουρη απάντηση, η ανθρωπότητα συνολικά θα ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Ίσα ίσα μάλιστα, που βρίσκω ότι το φιλμ διερευνά πολλαπλές περιπτώσεις, εξετάζει διαφορετικούς τρόπους αντιμετώπισης και σε κάποιες απ' αυτές, όπως αυτή του μικρού πρωταγωνιστή, ψάχνει τα ψυχολογικά αίτια που οδηγούν στην εκδικητική του συμπεριφορά. Το τέλος ίσως να είναι καθησυχαστικό και γαλήνιο, τα ερωτήματα όμως που έχουν τεθεί παραμένουν. Όπως και ο προβληματισμός για τις απαντήσεις.
Η ταινία είναι δραματική και κάποιες φορές φτάνει τον θεατή στα όριά του. Το κλίμα είναι διαρκώς απειλητικό, τεταμένο, όλα κινούνται σε μια κόψη. Με κράτησε απόλυτα και, τελικά, την εκτίμησα. Γενικά είναι ένα φιλμ που, εκτός του ότι δεν έκανε κάπου κοιλιά, νομίζω ότι θα προβληματίσει τον θεατή και θα τον κάνει να σκεφτεί ξανά αρκετά πράγματα.
Και κάτι τελευταίο: Πόσο ίδιες είναι οι καταστάσεις, πόσο παρόμοιες οι φάσεις ακόμα και σε προχωρημένες κοινωνίες, όπως η ευνομούμενη Δανία! Τελικά ο άνθρωπος και η φύση του είναι αυτός που δημιουργεί τα προβλήματα, είτε σε "ιδανικό" είτε σε "πρωτόγονο" κοινωνικό περιβάλλον. Όχι ότι αυτό δεν παίζει βέβαια τεράστο ρόλο. Αλλά ο άνθρωπος είναι νομίζω η πηγή των πάντων, θετικών και αρνητικών.

Κυριακή, Ιουνίου 26, 2011

Ο ΚΩΜΙΚΟΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟΣ ΓΙΟ-ΓΙΟ


Ήξερα σαν όνομα τον γάλλο Pierre Etaix, αλλά δεν είχα δει ποτέ ταινία του. Αν και γεννημένος το 1928 έχει κάνει 5 μόλις μεγάλου μήκους, δύο - τρία ντοκιμαντέρ και μερικές μικρές, ενώ οι λίγες δημιουργίες του δεν έβγαιναν σχεδόν ποτέ στα σινεμά λόγω προβλημάτων με τα δικαιώματα. Οι κωμωδίες του Ετέξ γυρίστηκαν σχεδόν όλες στη δεκαετία του 60 και μετά, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, ο ιδιόρυθμος αυτός δημιουργός αποσύρθηκε. Κάπου διάβασα για να ασχοληθεί με τη μεγάλη αγάπη του, το τσίρκο. Αγάπη η οποία φαίνεται καθαρά στο "Γιο-γιο", την ταινία του που είδα πρόσφατα.
Ασπρόμαυρη, γυρισμένη το 1965, θεωρείται μια από τις καλύτερές του και, όντως, μας βάζει αμέσως στο προσωπικό σύμπαν ενός, αν μη τι άλλο, πολύ ιδιαίτερου δημιουργού. Ο Ετέξ πρωτοξεκίνησε στο σινεμά σαν βοηθός του Τατί και η επιροή του τελευταίου είναι εμφανής. Ο νους μας είναι φυσικό να πάει κατ' ευθείαν σ' αυτόν, αφού βλέπουμε μια κωμωδία σχεδόν βουβή, με ελάχιστες, μάλλον απλές ατάκες, μια κωμωδία δηλαδή που στηρίζεται στα γκαγκς και στο οπτικό μέρος γενικότερα. Αν προσθέσετε και μια αρκετή δόση μελαγχολίας, αλλά και τη λεπτή διακωμώδηση και διεισδυτική παρατήρηση και σάτιρα της ζωής γύρω μας (των πλούσιων κυρίως), έχετε μια πληρέστερη εικόνα - και μια ακόμα πιο κοντινή ματιά σ' αυτήν του Τατί. Η άλλη επιροή βέβαια είναι ο Τσάπλιν, από τον οποίο έχει πάρει το συγκινητικό στοιχείο, αυτό το πάντρεμα δράματος - κωμωδίας που τόσο τέλεια πετύχαινε ο μεγάλος αυτός δημιουργός.
Η ιστορίας της ταινίας κάνει ένα μεγάλο κύκλο. Μοναχικός εκατομμυριούχος ζει μια βαρετή ζωή στο μυθικό του αρχοντικό, γεμάτο υπηρέτες, ωραίες γυναίκες και κάθε λογής πολυτέλεια. Αυτός όμως πλήττει αφόρητα. Ώσπου, με αφορμή το κραχ του 1929, τα παρατά όλα για να ζήσει τη ζωή που πάντα ποθούσε: Αυτή του πλανόδιου καλλιτέχνη του τσίρκου. Ο γιος του, που τον παρακολουθούμε από παιδί, κάνει ακριβώς την αντίστροφη διαδρομή: Μεγαλωμένος σε τσίρκο, δίχως ποτέ του μόνιμο σπίτι, ονειρεύεται να ανακαινίσει την εγκατελειμένη έπαυλη του πατέρα του, πράγμα που καταφέρνει όταν, μεγάλος πια, γίνεται διάσημος. Αλλά... Βλέπετε, ο κύκλος πρέπει να κλείσει απόλυτα.
Ευρηματικά γκαγκς (εκπληκτικό, μεταξύ άλλων, αυτό του πλούσιου που βγάζει βόλτα το σκυλάκι του δίχως ο ίδιος να βγει από τη λιμουζίνα του), διάχυτη μελαγχολία που τονίζεται από το στοιχείο της μοναξιάς που υπάρχει ακόμα και στις στιγμές της μεγάλης επιτυχίας, αγάπη για το τσίρκο και τη ζωή των πλανόδιων (εδώ συναντάμε φελινικές πινελιές), αγάπη για την περιπέτεια και απέχθεια για το βόλεμα και την ομοιόμορφη ζωή και μια ευπρόσδεκτα απλή αντιμετώπιση της ζωής των πλούσιων, που παρουσιάζεται ως κενή, κούφια, δίχως το παραμικρό συναίσθημα και ανθρωπιά και κάποιος σουρεαλισμός, συνθέτουν αυτή την ιδιόρυθμη ταινία που, αν μη τι άλλο, θα σας διασκεδάσει και θα σας κάνει να ανακαλύψετε (όπως κι εγώ άλλωστε) έναν ξεχασμένο δημιουργό. Ιδιαίτερα αν σας αρέσουν ο Τατί και ο Τσάπλιν, θα βρείτε στο πρόσωπο του κοντούλη και αδύνατου Ετέξ τον σημαντικότερο ίσως επίγονό τους.

Σάββατο, Ιουνίου 25, 2011

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΤΖΟΥΛΙΑ ΚΑΙ Ο ΤΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΤΥΦΛΩΣΗΣ


Για την άνοδο του ισπανικού σινεμά στις τελευταίες δεκαετίες έχω βαρεθεί να μιλάω (κατά την προσωπική μου γνώμη είναι ο πιο ενδιαφέρων σήμερα στην Ευρώπη). Σημαντικό μέρος της ακμής αυτής οφείλεται στην πολύ καλή φάση που περνά το φανταστικό και ο τρόμος ιδιαίτερα. Αντίθετα με την παρακμή του είδους στην Αμερική, όπου προσπαθούν όλο και περισσότερο να μας τρομάξουν με άψογα σχεδιασμένα ψηφιακά τέρατα που πετιούνται ξαφνικά και κάνουν "μπου", οι ισπανοί έπιμένουν σε έναν "παλιομοδίτικο" (ο χαρακτηρισμός εδώ έχει απόλυτα θετικό πρόσημο) τρόμο, που βασίζεται στο μεθοδικό χτίσιμο ανησυχητικής ατμόσφαιρας, στο σενάριο και άλλα πολύ πιο ουσιαστικά κινηματογραφικά στοιχεία από τα εντυπωσιακά εφέ.
"Τα Μάτια της Τζούλια" (Les Ojos de Julia, 2010) του νέου Guillem Morales ακολουθούν την παράδοση αυτή, αλλά, ενώ πετυχαίνουν σε πολλά σημεία, κατά τη γνώμη μου δεν είναι από τα καλύτερα δείγματα του είδους. Μια γυναίκα που κινδυνεύει με τύφλωση υποψιάζεται ότι η αυτοκτονία της επίσης τυφλής αδελφής της (πάσχουν από κληρονομική ασθένεια των ματιών) δεν είναι ακριβώς αυτοκτονία. Εμείς το ξέρουμε από την πρώτη σκηνή, αφού βλέπουμε ότι η κοπέλα δολοφονείται, από εκεί και πέρα όμως οι ανατροπές είναι πάμπολλες.
Το θετικό για μένα, το είπαμε, είναι η δημιουργία μιας αγχωτικής και αρκετά τρομακτικής ατμόσφαιρας, που μοιάζει μ' αυτή του "Ορφανοτροφείου" (υπάρχουν άλλωστε στις δύο ταινίες και αρκετοί κοινοί συντελεστές, με γνωστότερο το παραγωγό εδώ Guillermo Del Torro). Επίσης, πέραν του τρόμου που εξ ορισμού σκορπά ένας κατά συρροήν δολοφόνος, ο Morales παίζει διαρκώς με έναν βαθύτερο και ουσιαστικότερο ανθρώπινο τρόμο: Τον τρόμο της τύφλωσης. Ποιος δεν έχει σκεφτεί κάποτε αυτό το εφιαλτικό ενδεχόμενο, που εδώ αποτελεί το φόντο πάνω στο οποίο χτίζεται η όλη ιστορία; Και βέβαια η εκδοχή αυτή είναι πολύ χειρότερη από την εκ γενετής τύφλωση. Ο τελευταίος δεν γνωρίζει, δεν κατανοεί ουσιαστικά τι είναι αυτό που το λείπει, αφού ποτέ του δεν το έχει βιώσει. Κάποιος όμως που τυφλώνεται, ας πούμε, στα 40 του... καταλαβαίνετε... Αυτό και μόνο το μοτίβο αρκεί να κάνει την ταινία τρομακτική, ακόμα και ενοχλητική κάποιες στιγμές (αυτοί οι όροι, λόγω μιας αρκετά διαδεδομένης κινηματογραφικής διαστροφής, από την οποία βεβαίως πάσχω κι εγώ, θεωρούνται θετικοί για το συγκεκριμένο είδος). Ο ρυθμός επίσης είναι καλός, το σασπένς συνεχές.
Αυτό που με ενόχλησε στο φιλμ είναι μια γενική αίσθηση "too much" που κυριαρχεί. Πολλές ανατροπές, αρκετές δίχως ουσιαστική σημασία, πολλοί τυφλοί μαζεμένοι, αρκετές απιθανότητες και κάποια κενά τόσο σεναριακά όσο και στους χαρακτήρες, με έκαναν να εκτιμήσω την ταινία λιγότερο από το εξ ίσου ατμοσφαιρικό, πιο χαμηλότονο, αλλά και πιο (ίσως και γι' αυτό ακριβώς τον λόγο) πετυχημένο "Ορφανοτροφείο" που προανέφερα. Γενικά... πώς ακριβώς να το περιγράψω... βγήκα με μια γενική αίσθηση ότι κάπου ο Morales το παράκανε, κάπου του ξέφυγε.
Αυτά πάντως δεν μειώνουν την αξία της σχολής του ισπανικού "χειροποίητου" φανταστικού (διότι περί σχολής πρόκειται, με κοινό στιλ και γνωρίσματα). Ίσως να μη θεωρώ αυτά εδώ τα "Μάτια" ένα από τα καλύτερα δείγματά της, όμως, διάβολε, δεν παύουν να αποτελούν μια ακόμα απόδειξη ότι, επιτέλους, δεν χρειάζονται αστρονομικά ποσά για να κάνεις μια αποτελεσματική ταινία φανταστικού.

Πέμπτη, Ιουνίου 23, 2011

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ "ΑΔΕΛΦΕΣ"


Το 1973 ο Brian De Palma ήταν ακόμα ένας μάλλον άγνωστος νέος σκηνοθέτης, έχοντας στο ενεργητικό του μερικές σχετικά πειραματικές, μάλλον αναρχικές ταινίες, που αμφισβητούσαν το σύστημα και τον πόλεμο του Βιετνάμ ιδιαίτερα ("Hi Mom") - ό,τι δηλαδή έκαναν πολλοί δημιουργοί άμεσα επηρεασμένοι ή αποτελώντας ενεργό μέρος του ελεύθερου πνεύματος των 60ς. Τη χρονιά αυτή όμως ο εν λόγω σκηνοθέτης κάνει μια στροφή που θα αποτελούσε την αρχή του κλίματος που θα χαρακτήριζε το έργο του των 70ς και 80ς, της καλής του δηλαδή περιόδου (ας μη ξεχνάμε ότι ο De Palma είναι δυστυχώς σήμερα ένας από τους πλέον παρακμασμένους δημιουργούς).
Το "Sisters" είναι η αρχή της "αστυνομικής" στροφής του και, κυρίως, η αρχή της λατρείας του για τον Χίτσκοκ, που πάντοτε θεωρούσε δάσκαλό του. Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας κοπέλας που, ενώ θέλει να ερωτευτεί, πρέπει να αντιμετωπίσει την επικίνδυνη αδελφή της... (ή μήπως δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα;) και μιας άλλης κοπέλας, που ζει απέναντι και άθελά της γίνεται μάρτυρας ενός φόνου. Στη συνέχεια θα εμφανιστεί ένας εκκεντρικός "κακός" (που μοιάζει καταπληκτικά με τον Τζον Γουότερς!) και εν μέσω φόνων ή προσπαθειών για φόνο, αποκαλύψεων από το παρελθόν και ψυχαναλυτικών ερμηνειών, η δράση θα μεταφερθεί σ' ένα περίεργο ψυχιατρείο - δίχως πάντως να αποφεύγονται οι σεναριακές αφέλειες.
Πρόκειται για καθαρό b-movie (είπαμε ότι ο Ντε Πάλμα ήταν ακόμα σχετικά άγνωστος ανεξάρτητος δημιουργός τότε), αλλά με το φιλμ αυτό απέδειξε ότι ξέρει να φτιάχνει αποτελεσματικά θρίλερ - έστω και με τραβηγμένη πλοκή σ' αυτή την περίπτωση. Και για πρώτη φορά κάνει ανοιχτές αναφορές στον Χίτσκοκ. Η κοπέλα που γίνεται μάρτυρας εγκλήματος στο απέναντι διαμέρισμα παραπέμπει φυσικά άμεσα στον "Σιωπηλό Μάρτυρα", η σταδιακή κορύφωση του σασπένς το ίδιο, το υποβόσκον χιούμορ (γιατί υπάρχει κι αυτό) επίσης.
Σήμερα ίσως το φιλμ φανεί σε πολλούς αστείο και απλοϊκό. Είναι που έχουμε δει έκτοτε τόσα και τόσα παρόμοια... Είναι κι αυτή η απερίγραπτα 70ς αισθητική, με τα ντυσίματα, τα κουρέματα, την ξεθωριασμένη φωτογραφία... ένα συνολικό κλίμα δηλαδή που ή θα κάνει κάποιους να νοσταλγήσουν ή θα τους κάνει να βγάλουν σπυράκια (ή να βάλουν τα γέλια). Σίγουρα δεν είναι μια από τις καλύτερες ταινίες της καλής περιόδου του δημιουργού, ούτε το καλύτερο θρίλερ όλων των εποχών, είναι όμως η πρώτη, σχετικά πετυχημένη απόπειρά του στον χώρο που θα τον έκανε διάσημο και γι' αυτό έχει νομίζω τη δική της αξία. Μην το δείτε όμως μόνο για ιστορικούς λόγους. Πολλοί φίλοι των παλιών θρίλερ σίγουρα θα το απολαύσουν κιόλας.

Τετάρτη, Ιουνίου 22, 2011

ΟΛΟ ΚΑΙ ΒΑΘΥΤΕΡΑ ΣΕ ΜΙΑ ΚΑΤΕΣΤΡΑΜΕΝΗ "EUROPA"


Στην αρχή της καριέρας του, τότε που ακόμα μου άρεσε ανεπιφύλακτα, ο Lars von Trier γύρισε μια τριλογία με θέμα μια κατεστραμένη Ευρώπη, θέμα που διαπραγματεύεται άλλοτε με φανταστικούς και άλλοτε με "ιστορικούς" (σε εισαγωγικά πάντα όταν έχουμε να κάνουμε με τον Τρίερ) όρους. Ξέρω ότι οι περισσότεροι από την τριλογία αυτή εκτιμούν κυρίως το "Στοιχείο του Εγκλήματος". Προσωπικά ωστόσο εκτιμώ εξ ίσου και το σκοτεινό "Europa", το τρίτο μέρος που γυρίστηκε το 1991 (ενώ θυμάμαι ότι είχα πλήξει στο "Epidemic").
Το "Europa" είναι το μέρος της τριλογίας όπου ο δανός σκηνοθέτης πιάνει μια ιστορική και όχι φανταστική, ακαθόριστου χρόνου, στιγμή της ηπείρου: Την κατεστραμένη, υπό κατοχή των συμμαχικών δυνάμεων Γερμανία αμέσως μετά το τέλος του 2ου παγκόσμιου πόλεμου (εποχή που δείχνεται με εξ ίσου συγκλονιστικό τρόπο στον "Τρίτο Άνθρωπο" του Ριντ, αλλά και στο "Berlin Experiment" του Τουρνέρ). Ναι, μπορεί η στιγμή να είναι ιστορική και η Γερμανία τότε να ήταν όντως σε άθλια κατάσταση, αλλά ο τρόπος του Τρίερ μπορούμε να πούμε ότι σχεδόν αγγίζει τα όρια του φανταστικού. Στην ουσία η σκοτεινή, άκρως καταθλιπτική ατμόσφαιρα που δημιουργεί πολύ λίγο διαφέρει από την αντίστοιχη φανταστική του "Στοιχείου". Κοινό επίσης στα δύο φιλμ είναι και το στοιχείο του υπνωτισμού, που κι εδώ χρησιμοποιείται με μάλλον ανεξήγητο τρόπο. Φαντάζομαι ότι έχει χρησιμοποιηθεί επειδή γοήτευε τον Τρίερ και όχι για καθαρά σεναριακούς λόγους.
Ο αμερικανός, γερμανικής καταγωγής, ήρωας φτάνει στην πάμφτωχη, εξαθλιωμένη Γερμανία για να εργαστεί στο τρένο της εταιρίας Europa, που διασχίζει ολόκληρη τη χώρα. Εκεί θα γνωρίσει την κόρη του ιδιοκτήτη της εταιρίας, αλλά και αρκετούς άλλους, παράδοξους μερικές φορές τύπους, όπως ο αρχηγός της τρομοκρατικής οργάνωσης "Λυκάνθρωποι", ο θείος του κλπ. Καθώς βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στο ζοφερό κλίμα της εποχής, τα πάντα γύρω του μοιάζουν να μην είναι αυτό που δείχνουν αρχικά, οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη, όλα καταρέουν με γοργούς ρυθμούς, όλα είναι δισυπόστατα καθώς αντίροπες δυνάμεις παλεύουν για αντίθετους σκοπούς (με τελικά θύματα τους απλούς ανθρώπους).
Η εικόνα του φιλμ είναι εντυπωσιακή. Ο Τρίερ χρησιμοποιεί ασπρόμαυρη φωτογραφία, που συχνά χρωματίζει σε κάποια σημεία, διπλοτυπίες και κάθε λογής άλλες πειραγμένες εικόνες, δημιουργώντας ένα εικαστικό αποτέλεσμα που προσωπικά βρήκα πολύ ενδιαφέρον. Η αφήγηση είναι κι αυτή υπνωτική, όπως και το κυρίαρχο θέμα του υπνωτισμού που αναφέραμε αρχικά, η διαρκής βροχή δημιουργεί ένα μόνιμα υγρό κλίμα (γενικά το υγρό στοιχείο κυριαρχεί κι εδώ, όπως στο "Στοιχείο του Εγκλήματος"), η ιστορία γίνεται όλο και πιο ασφυκτική και αγχώδης καθώς ο ήρωας οδηγείται σε αδιέξοδο, το τέλος είναι κι αυτό απισιόδοξο. Ιδεολογικά ο δημιουργός μοιάζει να συμπονά την διαλυμένη και διχασμένη χώρα (διάλυση βεβαίως που κράτησε λίγο μόνο χρόνια, καθώς η Γερμανία ανέκαμψε ταχύτητα για να γίνει σύντομα η ισχυρή χώρα που ξέρουμε σήμερα). Γενικά η αίσθηση της χαμένης, παλιάς δόξας και της οδύνης για την καταστροφή, είναι κυρίαρχες.
Πιθανότατα η τριλογία συμβολίζει την παρακμή της Ευρώπης, της κάποτε κυρίαρχης στον κόσμο δύναμης, που τώρα τρέχει πίσω από την Αμερική και τις αναδυόμενες ασιατικές δυνάμεις. Ό,τι κι αν συμβολίζει πάντως, ο Τρίερ, πριν γίνει συχνότατα εξοργιστικός, καταφέρνει να το δώσει με εξαιρετική δύναμη εικόνων και (παρακαλώ προσέξτε το αυτό) με έναν τρόπο σχεδόν πειραματικό, που σίγουρα θα ξενίσει και θα κουράσει πολλούς (όπως είπα στην αρχή δεν συγκαταλέγομαι ανάμεσά τους).

Κυριακή, Ιουνίου 19, 2011

"ΑΠΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ", ΑΣΤΕΙΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ



Γνωρίζετε τον Hal Hartley; Έναν εξαίρετο αμερικάνο ανεξάρτητο σκηνοθέτη, που δυστυχώς είχε μάλλον μικρή διάρκεια, κάνοντας μια σειρά από ιδιόρυθμες ταινίες στα πρώτα χρόνια των 90ς και μετά... το χάος (η τελευταία μεγάλη του έγινε το 2006). Το "Simple Men" πάντως του 1992 είναι νομίζω από τις πιο καλές και πλέον χαρακτηριστικές του πολύ προσωπικού του ύφους.
Η ταινία αφηγείται τις περιπέτειες δύο απένταρων αδελφών που ψάχνουν τον χαμένο και σχεδόν άγνωστο σ' αυτούς πατέρα τους. Ο ένας γιατί το θέλει πολύ, ο άλλος με το ζόρι, επειδή έχει μπλεξίματα με την αστυνομία και καλό είναι να την κάνει, οπότε... Θα καταλήξουν σε ένα μπαρ και αγρόκτημα που έχει μια δυναμική γυναίκα, όπου πολλά παράξενα και αστεία θα συμβούν.
Το φιλμ είναι τρυφερό, γλυκό, ανθρώπινο και ταυτόχρονα πολύ αστείο. Προσοχή όμως: Το χιούμορ του Hartley είναι πολύ προσωπικό και ίσως κάποιοι να μη γελάσουν. Οι βασικές επιροές του είναι, νομίζω, από τον Τζάρμους, αφού ο Hartley φτιάχνει ένα κάπως παρόμοιο κλίμα στις καλές ταινίες του. Για μένα η βασική του αρετή (και πηγή του χιούμορ) είναι οι απίστευτοι χαρακτήρες των ηρώων του και όσων τους περιβάλλουν. Στην ουσία πρόκειται για μια πινακοθήκη λίγο - πολύ λοξών τύπων, τους οποίους ο σκηνοθέτης αντιμετωπίζει με κατανόηση και τρυφερότητα. Ο ερωτοχτυπημένος σερίφης που λέει συνεχώς ατάκες για το πόσο άδικη και μαύρη είναι η ζωή, ο 70άρης αναρχικός πατέρας που απαγγέλει τσιτάτα του γνωστού επαναστάτη αναρχικού Μαλατέστα, η αλλόκοτη νεαρή ρουμανικής καταγωγής ερωμένη του, ο στα όρια της παράνοιας πρώην σύζυγος της ιδιοκτήτριας του μπαρ, ο βοηθός της με το κόλλημα με το παλιό ροκ, ο γαλλομαθής βενζινάς, είναι μερικοί απ' αυτούς που συνθέτουν τον ξεκαρδιστικό (για μερικούς τουλάχιστον) και "χαριτωμένο" - έστω κι αν μερικοί... χμμμ... - μικρόκοσμο του Χάρτλεϊ. Από την άλλη σκηνές όπως αυτή του χορού στο μπαρ, με την Elina Lowenson στα καλύτερά της, μένουν χαραγμένες στη μνήμη με το αλλόκοτο και πάντα αστείο ύφος τους. Οι ατάκες είναι κοφτές, οι διάλογοι επίσης. Ορισμένες καταστάσεις είναι στα όρια του σουρεαλισμού. Βρισκόμαστε στην καρδιά του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά στις καλές - για μένα - στιγμές του.
Προσωπικά, όπως καταλάβατε, το φιλμ αυτό μ' αρέσει πολύ. Και το χιούμορ και η τρυφερότητα κι η ανθρωπιά που αποπνέει, η γενική αίσθηση του "άσε τον κόσμο να είναι όπως θέλει ο καθένας" ή, αν προτιμάτε, "κι οι ιδιόρυθμοι έχουν μια θέση σ΄αυτόν τον κόσμο, ιδιαίτερα αν δεν πειράζουν κανέναν". Σας προειδοποιώ όμως: Το "Simple Men" και ο Hartley της σύντομης καλής περιόδου του θα αρέσουν μόνο σε ανθρώπους που τη βρίσκουν με δημιουργούς ιδιόρυθμους όπως ο Τζάρμους, που προανέφερα, ή ο Καουρισμάκι. Οι υπόλοιποι ας ψάξουν για πιο συμβατικές κωμωδίες.

Σάββατο, Ιουνίου 18, 2011

ΟΤΑΝ Ο ΗΛΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΨΕΥΤΗΣ, ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΠΩΣ ΔΕΙΧΝΕΙ



Στα 1994 η κατάρρευση του "υπαρκτού σοσιαλισμού" ήταν ακόμα νωπή και ίσως η εξέλιξη των πραγμάτων ακόμα αβέβαιη. Τότε ο Nikita Mikhalkov γυρίζει τον "Ψεύτη Ήλιο" (Utomlyonnye solntsem για τους ρωσομαθείς φίλους μας), που είναι μια από τις πρώτες ρωσικές ταινίες που μιλά τόσο ανοιχτά για τον σταλινικό ολοκληρωτισμό και τις εφιαλτικές διώξεις που έγιναν την εποχή της παντοκρατορίας του. Πλην όμως η ταινία δεν είναι στενά (και στεγνά) πολιτική, με την έννοια ότι μιλά για το θέμα που την καίει μέσα από ένα δράμα, μέσα από την καθημερινότητά (συχνά με χιουμοριστικές πινελιές) και το παρελθόν των χαρακτήρων της, μέσα από ερωτικές ιστορίες τρέχουσες ή παλιές. Κατά τη γνώμη μου η αρετή της βρίσκεται στο πάντρεμα του προσωπικού με το πολιτικό στοιχείο, η ανάδυση του πολιτικού δράματος μέσα από μια α λα Τσέχοφ ματιά.
Ο συνταγματάρχης Κοτόφ περνά ειδυλλιακές στιγμές στο εξοχικό του σπίτι με την πολυμελή του οικογένεια - και κυρίως βέβαια με την αγαπημένη του γυναίκα και τη μικρή του κόρη. Η αναπάντεχη επίσκεψη ενός γνωστού από το παρελθόν δημιουργεί μια παράξενη αναταραχή και, σιγά - σιγά, το παρελθόν, αλλά και το αληθινό πρόσωπο του παρόντος, αρχίζουν να αποκαλύπτονται.
Ο Μιχαλκόφ βρίσκεται σίγουρα σε καλές στιγμές, το δράμα είναι πυκνό, η κατάληξη συγκλονιστική. Βρίσκω μάλιστα πολύ δυνατές τις σκηνές προς το τέλος, όπου οι ήρωες που γνωρίζουν την αλήθεια εξακολουθούν να προσποιούνται πως τα πάντα εξακολουθούν να είναι ειδυλιακά μποροστά στα υπόλοιπα, ανύποπτα μέλη της οικογένειας.
Ίσως κάποιες αντιρήσεις μου βρίσκονται ακριβώς σ' αυτό το "ειδυλιακά", λέξη που επαναλαμβάνω συχνά εδώ. Ο σκηνοθέτης, μέσα στον προφανή αντισταλινισμό του (πολύ καλά κάνει), τον οποίο τονίζει με κάθε δυνατό τρόπο (θυμηθείτε το πελώριο αερόστατο με την εικόνα του Στάλιν που μοιάζει να καλύπτει τα πάντα), αλλά και μέσα από την αντίθεσή του σε όλο το σοβιετικό καθεστώς, οδηγείται σε μια μάλλον μανιχαϊστική λογική: Οτιδήποτε σχετίζεται με το καθεστώς αυτό είναι νομοτελειακά κακό (τα τανκς που μπαίνουν στα χωράφια στην αρχή, οι μάλλον ηλίθιες ασκήσεις άμυνας κατά ενδεχόμενου χημικού πολέμου που καταστρέφουν την καλή διάθεση του πλήθους, οι πράκτορες στο τέλος...), ενώ οτιδήποτε σχετίζεται με τις ξένοιαστες οικογενειακές στιγμές του ήρωα υπέροχο. Γενικά βρήκα το όλο πράγμα πολύ άσπρο - μαύρο. Και, για να επιστρέψουμε στο "ειδυλιακό" που λέγαμε, η περιγραφή της πλούσιας και ξένοιαστης οικογενειακής ζωής του σοβιετικού ήρωα συνταγματάρχη, με την τεράστια οικογένεια, την υπηρέτρια (!) που όλοι πειράζουν, τις γραφικές γριούλες που αναπολούν το Παρίσι, ενώ γύρω τους οι αγρότες είναι εμφανώς φτωχοί και μοχθούν, όλα παραπέμπουν σε εικόνες της τσαρικής αριστοκρατίας. Δεν μπορεί κανείς να πιστέψει ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα κομμουνιστικό καθεστώς. Άθελά του ίσως ο Μιχαλκόφ αποκαλύπτει ότι νοσταλγεί αυτές τις "ειδυλιακές" (για τους αριστοκράτες) εποχές, ανεξάρτητα από τη σωστή κριτική του κατά του σοβιετικού συστήματος (για να μην πείτε ότι συμπαθώ αυτό το καταπιεστικό αλήστου μνήμης σύστημα).
Πέραν όλων αυτώ όμως, βρίσκω τον "Ψεύτη Ήλιο" μια πολύ δυνατή ταινία και ένα από τα σημαντικά δράματα των τελευταίων δεκαετιών. Και, επί πλέον, μια ταινία με τη σφραγίδα αυτού που λέμε "ρωσική ψυχή". Αξίζει νομίζω να τη δείτε, παρά τις αντιρρήσεις που εξέφρασα.

ΥΓ: Ο σκηνοθέτης είναι και πρωταγωνιστής της ταινίας, ενσαρκώνοντας τον συνταγματάρχη.

Τετάρτη, Ιουνίου 15, 2011

ΟΙ X-MEN ΠΡΙΝ ΓΙΝΟΥΝ ΟΠΩΣ ΤΟΥΣ ΞΕΡΟΥΜΕ


Το έχω πει πολλές φορές: Βαριέμαι τα περισσότερα υπερηρωικά φιλμ και όλα σχεδόν τα αντίστοιχα κόμικς. Υπάρχουν ωστόσο και ορισμένες εξαιρέσεις. Οι Batman του Μπάρτον και του Νόλαν είναι μερικές απ' αυτές. Η σειρά των Χ-Men είναι μια άλλη - όχι τοσο καλή κατά τη γνώμη μου όσο οι "Μπάτμαν", αλλά πάντως μου είναι συμπαθής.
Αφού λοιπόν η εν λόγω ομάδα μεταλλαγμένων έμοιαζε να έχει ολοκληρώσει την παρουσία της στην οθόνη με τα τρία πρώτα φιλμ, το Χόλιγουντ σκέφτηκε - τι πρωτότυπο - να φτιάξει ένα πρίκουελ, τουτέστιν "πώς ξεκίνησαν όλα", όταν ακόμα φτιαχνόταν η υπερομάδα, και έκανε το "Χ-Μen: Η Πρώτη Γενιά" (2011). Μεταφερόμαστε λοιπόν αρχικά στον Β' Παγκόσμιο και στη συνέχεια στο 1962, μπλεκόμαστε ευχάριστα με μια σειρά από ιστορικά γεγονότα... και στο τέλος μαθαίνουμε τι πραγματικά συνέβει με την αμερικανορωσική εμπλοκή στον Κόλπο των Χοίρων και πώς τελικά η ανθρωπότητα γλύτωσε στο τσακ έναν πυρηνικό όλεθρο. Το καλό είναι ότι τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο Matthew Vaughn, τον οποίο συμπαθώ ιδιαίτερα με τά το "Kick Ass", και νομίζω ότι τα κατάφερε μια χαρά.
Δίχως να γίνεται ο κακός χαμός στο πανί, δίχως τη βαρετή μετά τα πρώτα 5 λεπτά βιντεοκλιπίστικη οπτική, με βάρος σε διαλόγους και χαρακτήρες, με απόλυτα δικαιολογημένες εναλλαγές "καλών" - "κακών", η ταινία βλέπεται πολύ ευχάριστα νομίζω, δίχως βεβαίως να αποτελεί και κανένα σταθμό της 7ης Τέχνης. Απλώς περνάς μια χαρά, αφού γι' αυτό ακριβώς έχεις πάει σε ένα τέτοιο φιλμ, και μάλιστα δίχως να πηγαίνει να σπάσει το κεφάλι σου απ' τη δίωρη βαβούρα όταν φεύγεις. Και επιπλέον υπάρχει, όπως και στα υπόλοιπα της σειράς, το σοβαρό θέμα που υποβόσκει στους X-Men και είναι το σήμα κατατεθέν τους: Αυτό της διαφορετικότητας και της αποδοχής της ή μη από την κοινωνία.
Μ' αυτό το σκεπτικό έχει ιδιαίτερο βάρος ο ρόλος του (μελλοντικού) Μαγκνέτο και η μετατροπή του σε "κακό", με το ενδιαφέρον στοιχείο ότι η μετατροπή αυτή είναι δικαιολογημένη. Πολύ απλά, πολλοί από εμας θα ακολουθούσαμε πιθανόν τον ίδιο ακριβώς δρόμο με τον βασανισμένο αυτόν υπερήρωα και δεν θα είχαμε καν τύψεις. Βρισκόμαστε δηλαδή πολύ μακριά από τον Απόλυτο Κακό που θέλει να καταστρέψει άνευ λόγου τον κόσμο ή κάτι τέτοιο εξ ίσου βαθυστόχαστο. Ε, όλα αυτά, συν την καλή σκηνοθεσία και το σενάριο που κρατά τον θεατή, είναι τα θετικά μιας ταινίας του είδους αυτού. Είπαμε: Όταν βλέπεις τέτοια φιλμ, κάτι τέτοια στοιχεία είναι το καλύτερο που μπορείς να περιμένεις.
Α, υπάρχει και ένα διαρκές κλείσιμο ματιού και αναφορές στα κόμικς, αλλά αυτές τις πιάνει σε βάθος μόνο ένας φαν των κόμικς αυτών. Επειδή εγώ δεν είμαι, σίγουρα κάτι έχασα που κάποιοι άλλοι κατάλαβαν και διασκέδασαν περισσότερο.

Κυριακή, Ιουνίου 12, 2011

"ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ": ΕΝΑ ΔΥΣΤΟΠΙΚΟ ΝΟΥΑΡ


Έχω απόλυτα αντικρουόμενα συναισθήματα για τον εκκεντρικό δανό Lars von Trier. Άλλες ταινίες του μ' αρέσουν πολύ κι άλλες μισώ, πράγμα μάλλον λογικό, αφού πρόκειται για ένα είδος σχιζοφρενικής προσωπικότητας (ας μη μιλήσουμε και για τις ναζιστικές του συμπάθειες). Μερικές από τις πρώτες ταινίες του πάντως, όπως το "Στοιχείο του Εγκλήματος" και το "Europa" είναι από τις αγαπημένες μου. Το πρώτο ("Forbrydelsens element" ο δανέζικος τίτλος) γυρίστηκε το 1984 και είναι η ταινία που τον έκανε γνωστό στη χώρα μας.
Σίγουρα δύσκολη ταινία, με πολύ ιδιαίτερη εικαστική άποψη και δίχως απόλυτα ξεκάθαρη πλοκή, είναι αναμενόμενο να ενοχλεί όσους αρέσκονται σε μια καθαρή, γραμμική αφήγηση και όχι σε ένα κινηματογραφικό παιχνίδι όπως αυτό. Πρόκειται για φιλμ νουάρ, με πλήθος αναφορών, οπτικών και σεναριακών, στο είδος, το οποίο όμως διαδραματίζεται σε μια ακαθόριστης εποχής παρακασμένη, κατεστραμένη και δυστοπική Ευρώπη (ο Τrier έχει κάνει ένα είδος τριλογίας μεταξύ 1984-1991 με θέμα την παρακμή και καταστροφή της Ευρώπης), οπότε εντάσεται και στο χώρο του φανταστικού. Ο ήρωας, ένας μπάτσος που για χρόνια ζει στο Κάιρο, καλείται να επιστρέψει στη βόρεια Ευρώπη για να βοηθήσει στον εντοπισμό ενός σίριαλ κίλερ και βασίζει την έρευνά του στο βιβλίο που φέρει τον τίτλο της ταινίας, το οποίο έγραψε ο γέρος μέντοράς του και βάσει του οποίου ο ερευνητής πρέπει να μπει βαθιά στο μυαλό του διαταραγμένου δολοφόνου.
Τα σημάδια της πλήρους κατάρευσης της ηπείρου είναι κάτι παραπάνω από εμφανή. Σ' αυτά άλλωστε βασίζεται και ολόκληρη η εξαίρετη κατά τη γνώμη μου αισθητική του φιλμ. Τα πάντα είναι καλυμένα από νερό, όπου επιπλέουν ή είναι βυθισμένα κάθε λογής αντικείμενα (αλλά και νεκρά άλογα). Τα πάντα διαποτίζονται θαρρείς από τη μόνιμη υγρασία, ενώ η βροχή είναι διαρκής. Οι άνθρωποι αυτοκτονούν τελετουργικά, τα πάντα είναι διαβρωμένα, σκουριασμένα, ξεφτισμένα. Ο κόσμος (ή μάλλον η Δύση) καταρέει.
Μέσα σ' αυτό το αποκαλυπτικό κλίμα με τις εντυπωσιακές εικόνες της παρακμής, το αστυνομικό μέρος της ιστορίας περνά σε δεύτερο πλάνο. Ο Trier δεν δίνει καμιά εξήγηση για το τι ακριβώς συμβαίνει, γιατί η ήπειρος βρίσκεται σ' αυτή την εφιαλτική κατάσταση, τι ακριβώς είναι το "μεγάλο άλμα", με το οποίο πεθαίνουν οι άνθρωποι... Αφήνει μόνο τις εικόνες να μιλήσουν. Και τον ήρωα που μπαίνει όλο και πιο βαθιά στο παρακμιακό κλίμα και, συγχρόνως, στο μυαλό του δολοφόνου που κυνηγά ακολουθώντας βήμα - βήμα την πορεία του σε ένα εφιαλτικό οδοιπορικό. Ένα άλλο στοιχείο, κοινό στις πρώτες ταινίες του, είναι αυτό του υπνωτισμού, που επαναλαμβάνεται και στο "Europa". Ο σκηνοθέτης μοιάζει να γοητεύεται απ' αυτό και το βάζει στην ταινία, αλλά ο τρόπος και το γιατί ακριβώς το χρησιμοποιεί δεν είναι ξεκάθαρο. Όντως δεν καταλαβαίνω ακριβώς το γιατί ο ήρωας υπνωτίζεται για να ανακαλέσει την περιπέτειά του στην Ευρώπη, όπως και το τι ακριβώς συμβαίνει - σε σχέση με τον υπνωτισμό πάντα - στο τέλος.
Η πειραγμένη και φιλτραρισμένη φωτογραφία κυριαρχείται από πορτοκαλί - ώχρα χρώματα, επιτείνοντας έτσι την ατμόσφαιρα σκουριάς και αλλοίωσης των πάντων. Γενικά μιλώντας θα χαρακτήριζα το φιλμ ως μια κατ' εξοχήν ταινία ατμόσφαιρας, που κυριαρχεί πάνω σε κάθε άλλο στοιχείο. Τι θέλει να μας πει ο Trier; Δύσκολο να πούμε, εκτός από μια βάσιμη εικασία: Μας μιλά με το δικό του τρόπο για την παρακμή του δυτικού πολιτισμού. Δύσκολη λοιπόν και η ταινία για πολλούς, το είπαμε, αλλά για μένα ένα από τα καλύτερα φιλμ που βασίζονται στην ατμόσφαιρα - και μένουν γι' αυτό χαραγμένα στο μυαλό.

Παρασκευή, Ιουνίου 10, 2011

ΤΟ "ΔΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ" ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΟΛΑ, ΑΛΛΑ...



Δηλώνω από την αρχή ότι με τις δύο μόνο ταινίες του που έχω δει, δεν θεωρώ τον Terrence Malick ως «έναν από τους μεγαλύτερους δημιουργούς όλων των εποχών» ή κάτι τέτοιο. Απόλυτος περφεξιονίστας ναι. Μεγαλεπήβολος ως εκεί που δεν παίρνει, βεβαίως. Άνθρωπος που περιφρονεί τους κανόνες και δεν ενδιαφέρεται για την εμπορική επιτυχία των ελάχιστων ταινιών του, επίσης. Ανυποχώρητος μπροστά στην πραγμάτωση του οράματός του, κι αυτό. Αλλά, παρ’ όλα αυτά δεν μπορώ να συμμεριστώ τον ενθουσιασμό κάποιων γι’ αυτόν.
«Το Δέντρο ης Ζωής» του 2011 είναι κι αυτό μεγαλεπήβολο (φυσικά). Ο Malick θέλει κυριολεκτικά να τα πει όλα. Όχι μόνο για τον άνθρωπο ή/και τη ζωή, αλλά και για ολόκληρο το Σύμπαν! Έτσι δεν διστάζει να μας δείξει εκπληκτικές εικόνες από το διάστημα, από πλήθος ουράνιων σωμάτων, αποκαλυπτικές εικόνες του πλανήτη, δεινόσαυρους, μετεωρίτες που χτυπάν τη γη και άλλα πολλά, για να κάνει τελικά βουτιά στον εξ ίσου ονειρικό μικρόκοσμο και να καταλήξει στη γέννηση ενός παιδιού! Στην ουσία βέβαια διηγείται την ιστορία μιας πενταμελούς οικογένειας με καταπιεστικό πατέρα και αγγελική μητέρα, κυρίως με flash-back, μετά το θάνατο του ενός από τους τρεις γιους (δεν είναι spoiler, το μαθαίνουμε από την αρχή). Φυσικά και πάλι, όλα αυτά είναι συμβολικά για να μας μιλήσει «για τη ζωή, το σύμπαν και τα πάντα».
Οι διαφωνίες μου επικεντρώνονται στην έντονα θρησκευτική / χριστιανική ματιά του. Από την αρχή κιόλας μας μιλά για τη διαφορά φύσης και (θείας) χάρης, ο Ιώβ και τα παθήματά του αναφέρονται συχνότατα και καταλήγουμε σε απόλυτα μεταφυσικό φινάλε, που θυμίζει το πρόσφατο «Hereafter” του Ίστγουντ. Συγνώμη, αλλά ποτέ δεν ήμουν ιδιαίτερα «της θρησκείας» και, ακόμα περισσότερο, ποτέ δεν χώνεψα τις ιστορίες με το θεό που στέλνει τις φριχτότερες δυνατές δυστυχίες στους πολύ πιστούς και αγαπημένους του «για να τους δοκιμάσει» ή κάτι τέτοιο (περίπτωση Ιώβ), όπως εδώ στην υπέροχη, γεμάτη αγάπη και πίστη μητέρα. Ούτε και με ενδιέφερε ποτέ η μόνιμη επωδός «άγνωστες οι βουλές του Κυρίου», όταν γίνεται η προφανής περί κατάφορης αδικίας ερώτηση. Ευχαριστώ πολύ, αλλά δεν θα πάρω.
Μένει λοιπόν η ταινία. Η οποία είναι πλημμυρισμένη από κάτι παραπάνω από πανέμορφες εικόνες. Είτε κινηματογραφεί τη γέννηση ενός πλανήτη είτε το πότισμα του γκαζόν σε μια αυλή, τα πλάνα είναι εκπληκτικά, αποτελούν έργα τέχνης από μόνα τους. Ίσως βέβαια, θα παρατηρήσουν δικαίως μερικοί, κάποια στιγμή «μπουχτίζεις» απ’ όλη αυτή την ομορφιά, αλλά πάντως η ομορφιά παραμένει. Όπως μένει και η παράξενη, ρευστή αφήγηση των γεγονότων. Ο τρόπος που ο Malick αφηγείται τη μάλλον κοινότοπη ιστορία της οικογένειας, μπορώ να πω ότι με γοήτευσε. Σύντομες σκηνές, συνειδητά δίχως κορυφώσεις, "μαλακό" πέρασμα από τη μία σκηνή στην άλλη. Αφηγηματική ρευστότητα, η λέξη αυτή μου ξανάρχεται σαν χαρακτηριστική του τρόπου του.
Έγιναν διάφορες συγκρίσεις με τον Κιούμπρικ. Σίγουρα και οι δύο δημιουργοί μάς έδειξαν υπέροχες εικόνες, σίγουρα έχουν πάντοτε κάτι μεγαλεπήβολο, το είπαμε. Στο συγκεκριμένο φιλμ υπήρχε και η παραληρηματική ροή κοσμικών εικόνων που κόβουν την ανάσα, με τη συνοδεία κλασικής μουσικής, ροή που νομίζω ότι κρατά γύρω στα 15 λεπτά (τεράστιος κινηματογραφικός χρόνος), που βέβαια φέρνει στο νου την περίφημη μεγάλη, ψυχεδελική σκηνή προς το τέλος της «Οδύσσειας του Διαστήματος» (αλλά και τη συνεχή ροή εικόνων στο Koyanisqatsi), οπότε η σύγκριση έρχεται μοιραία. Δεν νομίζω όμως ότι τα κάποια κοινά χαρακτηριστικά είναι ικανά για μια τέτοια σύγκριση. Δεν νομίζω ότι ο Malick, ο οποίος μάλιστα έχει και ελάχιστο ποσοτικά έργο, μπορεί να φτάσει τον μεγάλο δημιουργό.
Παραλείπω λοιπόν το ιδεολογικό μέρος και την αφέλεια (τα οποία ωστόσο νομίζω ότι θα γοητεύσουν πολλούς), κρατώ τις πανέμορφες (μέχρι σκασμού) εικόνες, την υπέροχη μουσική, την αφήγηση, στέκομαι αμήχανος μπροστά στο τόσο, μα τόσο μεγαλεπήβολο όραμα… και πάω για κάτι άλλο, περισσότερο του γούστου μου και δίχως όλη αυτή τη μεταφυσική σάλτσα.

Τρίτη, Ιουνίου 07, 2011

ΤΑ ΚΟΥΡΕΛΙΑ ΠΟΥ ΝΟΣΤΑΛΓΟΥΝ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑΝ ΑΚΟΜΑ



Το 1979 ο Νίκος Νικολαϊδης (1939-2007) γυρίζει τη δεύτερη ταινία του, που θα τον έκανε γνωστό και θα αποτελούσε την αφετηρία της cult για τα ελληνικά δεδομένα φήμης του. «Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα» έσκασαν σαν κεραυνός εν αιθρία στο άρτι μεταπολιτευτικό και πέρα για πέρα πολιτικοποιημένο ελληνικό σινεμά της εποχής και, βέβαια, δεν έμοιαζαν με τίποτα άλλο του τότε.
Εδώ ο σκηνοθέτης ξεδιπλώνει για πρώτη φορά τόσο ξεκάθαρα τις εμμονές του, που θα τον ακολουθούσαν σε όλο το υπόλοιπο έργο του (και που, βέβαια, είχαν φανεί από την προηγούμενη, πρώτη ταινία του, την «Ευριδίκη»): Εγκλεισμός σε σπίτι, νοσταλγία για τη δεκαετία του 50 και για τις εποχές που χάθηκαν γενικότερα, μαύρο χιούμορ και ενίοτε σουρεαλιστικές καταστάσεις, απίστευτες ατάκες, μπαρόκ ατμόσφαιρα… πολύ λιγότερο παρακμιακή πάντως απ’ όσο στα άλλα του φιλμ. Και μιλά βέβαια για τα πράγματα που πάντα τον ενδιέφεραν.
Κεντρικό μοτίβο αποτελεί η παλιά παρέα που, χρόνια μετά, ξαναμαζεύεται στο σπίτι ενός από τα μέλη της, που έχει μετατραπεί σε κάτι σαν σίριαλ κίλερ. Θυμούνται τα παλιά και ανάμεσα σε πλάκες, σεξ, ροκ εντ ρολ και ιστορίες του παρελθόντος, πασχίζουν να αναβιώσουν τη νιότη τους και τα όσα έκαναν τότε. Πράγματα και εποχές δηλαδή που, φευ, έχουν χαθεί ανεπιστρεπτί.
Η ταινία είναι πραγματικά πλημμυρισμένη από νοσταλγία για όσα έχουν φύγει. Μπορεί το πρόσχημα να είναι οι δεκαετίες του 50 και λιγότερο του 60 στην Αθήνα, και οι πάμπολλες αναφορές σ’ αυτές (βιώματα βέβαια του ίδιου του δημιουργού), ουσιαστικά όμως η νοσταλγία αυτή παίρνει πολύ γενικότερες νομίζω διαστάσεις, αφού τελικά πρόκειται για τη νοσταλγία όλων των ανθρώπων για τη νιότη που πέρασε δίχως δυνατότητα επιστροφής. Το στοιχείο αυτό τονίζεται ακόμα περισσότερο στο φιλμ, αφού όλα σχεδόν τα μέλη της παρέας «έχουν μείνει εκεί πίσω» και είναι απόλυτα απροσάρμοστες στο σήμερα προσωπικότητες, ένα σήμερα που γι' αυτούς μοιάζει κενό και αδύνατο να αποδεχτούν. Καλύτερα να πεθαίνει κανείς νέος, μοιάζει να λέει ο Νικολαϊδης. Αλλιώς, υπάρχει μονάχα η μελαγχολία και η νοσταλγία για όσα έφυγαν.
Το βαρύ, θανατερό ενίοτε κλίμα που επικρατεί, υπονομεύεται διαρκώς από το περίφημο χιούμορ (συχνά κατάμαυρο, όπως είπαμε στην αρχή) του σκηνοθέτη. Έτσι το φιλμ κυλά πολύ περισσότερο ευχάριστα απ’ όσο θα περίμενε κανείς από το θέμα του. Θέμα που, βέβαια, προηγείται χρονικά της πολύ γνωστής «Μεγάλης Ανατριχίλας» του Κάσνταν, που κάπως κινείται στα ίδια μοτίβα. Από την άλλη είναι και οι θανατερές ατάκες του Νικολαϊδη (θυμηθείτε το «Άκου, πτώμα, να μαθαίνεις» που λέει ο Τζούμας σε μια νεκρή κοπέλα, ενώ θυμούνται παλιές φάσεις με τον Άλκη), που καταφέρνουν να απογειώσουν τα τόσο σκοτεινά θέματα που κυριαρχούν.
Η «Γλυκειά Συμμορία» είναι σίγουρα η γνωστότερη και πιο δημοφιλής ταινία του ιδιόρρυθμου δημιουργού. Ωστόσο στο προσωπικό μου πάνθεον η αγαπημένη είναι αυτά εδώ τα «Κουρέλια». Με έπιασε απόλυτα αυτό το πέρα για πέρα μελαγχολικό και νοσταλγικό κλίμα, αυτή η διαρκής αίσθηση ότι όσα αφήσαμε πίσω μας δεν θα ξανάρθουν ποτέ, αυτή η προσκόλληση (μέχρι παράνοιας βέβαια στο φιλμ) στην εφηβική – νεανική ηλικία. Όχι για τις συγκεκριμένες αναφορές και φάσεις, αφού δεν έζησα τη δεκαετία του 50, αλλά γενικότερα. Το αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου και η δυσκολία προσαρμογής στα διαρκώς καινούρια δεδομένα των ζωών μας δεν μπορεούν να αφήσουν κανέναν ασυγκίνητο.

Παρασκευή, Ιουνίου 03, 2011

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΗΣ "ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ ΡΑΚΕΛΑ"


Η Queen Raquela είναι μια φιλιππινέζα τραβεστί πόρνη με πολλά όνειρα (το να ζήσει στο Παρίσι είναι ένα από τα κυριότερα). Ο σκηνοθέτης Olaf de Fleur Johannesson (Olafur Johannesson το πραγματικό του) είναι ισλανδός. Αποφασίζει λοιπόν το 2008 να κάνει μια ταινία για τη Ρακέλα (και την απίθανη σύνδεση Φιλιππίνων - Ισλανδίας). Για την καθημερινή ζωή της, τα όνειρά της, το ταξίδι της στην Ευρώπη. Ο τίτλος του φιλμ "The Amazing Truth about Queen Raquela".
Η ταινία είναι ημι-ντοκιμαντερίστικη. Στην αρχή μάλιστα, για τουλάχιστον ένα τέταρτο, ήμουν σίγουρος ότι πρόκειται για καθαρό ντοκιμαντέρ. Αργότερα, όταν άρχισαν να προστίθενται κάποια (στοιχειώδη) μυθοπλαστικά στοιχεία, κατάλαβα ότι δεν πρόκειται ακριβώς για τέτοιο, αλλά περίπου. Οι ήρωες (-ίδες) παίζουν τους εαυτούς τους. Η Ρακέλα είναι και στην πραγματικότητα ό, τι ακριβώς βλέπουμε στο φιλμ. Το ίδιο και οι τρανσέξουαλ φίλες της, που είναι όντως οι αληθινές της φίλες. Ακόμα όμως κι όταν μπαίνουν τα μυθοπλαστικά στοιχεία που λέγαμε, πάλι ο σκηνοθέτης φροντίζει να μην υπάρχουν εξάρσεις, κορυφώσεις, οι εικόνες να είναι απόλυτα καθημερινές, ώστε ολόκληρο το φιλμ τελικά να διαθέτει μια εντονότατη ντοκιμαντερίστικη αίσθηση.
Ο Johannesson αντιμετωπίζει με συμπάθεια και ζεστασιά τον ήρωά(-ίδα) του και τελικά, δίχως την παραμικρή κορώνα, έξαρση ή διδακτισμό, αυτό που μένει είναι η αίσθηση ότι και αυτή η τόσο ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων δεν παύει κατά βάθος να είναι σαν οποιοδήποτε άλλο ανθρώπινο πλάσμα του πλανήτη. Με καθημερινά όνειρα, με ευαισθησίες, με τον ίδιο πόθο με όλους μας να καλυτερέψει η ζωή μας (γι' αυτό άλλωστε η Ρακέλα έχει τόσο πολύ μυθοποιήσει τη μακρινή γι' αυτήν Ευρώπη), με τις ίδιες αγωνίες, με την ίδια συνηθισμένη ρομαντική επιθυμία να γνωρίσει τον "αληθινό έρωτα".
Όλη αυτή η συμπαθητική, πέρα για πέρα αληθινή αίσθηση που βγάζει η ταινία είναι νομίζω το προτέρημά της. Ωστόσο το απόλυτα ντοκιμαντερίστικο ύφος, η flat αφήγηση, η έλλειψη "συμβάντων" και το στοιχειώδες στόρι ίσως κουράσουν αρκετούς θεατές. Αυτό βέβαια ήταν ο στόχος της ταινίας (όχι να κουράσει τους θεατές, εννοώ να καταγράψει την καθημερινότητα - και το ταξίδι - της ηρωίδας δίχως υπερβολές και όσο πιο κοντά στην πραγματικότητα γίνεται). Τελικά μένει ένα συμπαθητικό πορτρέτο. Κι αυτή η λέξη θα χαρακτήριζε για μένα και ολόκληρο φιλμ: Συμπαθητικό. Τίποτα το πολύ σπουδαίο πάντως.

Τετάρτη, Ιουνίου 01, 2011

ΕΓΚΛΕΙΣΤΗ ΕΥΡΙΔΙΚΗ



Βρισκόμαστε στα 1975 όταν ο Νίκος Νικολαϊδης (1939-2007) κάνει την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, την "Ευριδίκη ΒΑ2037", ένα πειραματικό φιλμ που βλέπεται μάλλον δύσκολα. Κι όμως, από τότε έβγαζε στο πανί τις χαρακτηριστικές του εμμονές, το προσωπικό του στιλ, την μόνιμη κλειστοφοβική και παρακμιακή ατμόσφαιρα που κυριαρχεί στο έργο του.
Η Ευριδίκη είναι μια γυναίκα κλεισμένη σε ένα σπίτι. Οι εκδοχές είναι πολλές, ποτέ όμως δεν θα μάθουμε ποια είναι η αληθινή (αν υπάρχει). Τι συμβαίνει στον έξω κόσμο; Κάποιος πόλεμος, μια εισβολή, μια επιδημία; Ή όλα αυτά βρίσκονται μόνο στο σίγουρα όχι και τόσο ισορροπημένο μυαλό της έγκλειστης γυναίκας; Ως άλλη ηρωίδα του "Περιμένοντας τον Γκοντό" η Ευριδίκη περιμένει "να έλθει το φορτηγό για την πάει αλλού", να μετακομίσει από το σπίτι όπου είναι κλεισμένη. Αυτό όμως, παρά τις τηλεφωνικές υποσχέσεις, δεν φτάνει ποτέ.
Τα στοιχεία που κάνουν τόσο αναγνωρίσιμο το έργο του σκηνοθέτη βρίσκονται κιόλας - τα περισσότερα - εδώ. Ο εγκλεισμός σε ένα σπίτι, σταθερό μοτίβο των ταινιών του. Η μπαρόκ και συγχρόνως έντονα παρακμιακή ατμόσφαιρα (που κορυφώνεται στο Singapore Sling). Οι παλιές μουσικές. Η εκτός οποιουδήποτε γνωστού τόπου ή χρόνου τοποθέτηση των όσων διαδραματίζονται (όπως στα "Zero Years" ή στην "Πρωινή Περίπολο") και άλλα πολλά.
Τίποτα δεν εξηγείται στο φιλμ. Τι ειναι ο παράξενος άντρας - εραστής - παλιός γνωστός (;) που εμφανίζεται στην αρχή και στο τέλος; Τι συμβαίνει εκεί έξω και γιατί επαναλαμβάνεται η μοναδική εξωτερική σκηνή, αυτή με τα πτώματα; Τι είναι αυτοί που πολιορκούν το σπίτι προσπαθώντας να μπουν; Ποια είναι η μυστηριώδης γυναίκα (νεκρή σίγουρα) που εμφανίζεται σε μια σκηνή; Ή μήπως τα πάντα είναι γεννήματα ενός διαταραγμένου μυαλού;
Η βαθμιαία φθορά των πάντων, η μόνιμη, κυρίαρχη ακαταστασία που εντείνει την ανησυχητική ατμόσφαιρα, η σεξουαλική στέρηση, η πείνα, το όλο κλίμα, παραπέμπουν στην "Αποστροφή" του Πολάνσκι, που φαντάζομαι ότι θα είχε επηρεάσει τον έλληνα δημιουργό. Όπως και η νωπή ακόμα ατμόσφαιρα της χούντας (τα εμβατήρια στο ραδιόφωνο, οι πυροβολισμοί, ο ήχος από οχήματα (τάνκς μήπως;) που ακούγεται τακτικά). Κάποιες σκηνές παραπέμπουν σε ταινία τρόμου, ενώ η ασπρόμαυρη φωτογραφία κάνει ακόμα πιο καταθλιπτικό το όλο κλίμα. Το όνομα της ηρωίδας επίσης θυμίζει την μυθική Ευριδίκη που, έγκλειστη στον Άδη, όπως και η γυναίκα του φιλμ στην προσωπική της κόλαση, περιμένει τον Ορφέα που θα τη σώσει, που θα την πάρει από εκεί. Εσείς μπορείτε να κάνετε όσες άλλες σκέψεις και συνειρμούς θέλετε. Το φιλμ είναι ανοιχτό.
Σας είπα από την αρχή ότι πρόκειται για πειραματικό, έντονα κλειστοφοβικό φιλμ, άρα είναι κι αυτό (όπως και το "Singapore..." για άλλους λόγους) για λίγους. Όσοι όμως ενδιαφέρονται για τον πιο στιλάτο ίσως έλληνα σκηνοθέτη, ανακαλύπτοντας στο ντεμπούτο αυτό τη γνώριμή του ατμόσφαιρα, δεν μπορούν παρά να θαυμάσουν αν μη τι άλλο την απόλυτη συνέπειά του. Έχει ειπωθεί ότι πολλοί δημιουργοί (και πολύ μεγάλοι μάλιστα) γυρίζουν σ' όλη τους τη ζωή την ίδια ταινία. Ο Νικολαϊδης είναι νομίζω ένας απ' αυτούς.

Δευτέρα, Μαΐου 30, 2011

SINGAPORE SLING ΒΟΥΤΗΓΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΚΜΗ


Ο Νίκος Νικολαϊδης (1939-2007) γυρίζει το "Singapore Sling" το 1990, υπογράφοντας έτσι την πιο ακραία κατά τη γνώμη μου ελληνική ταινία όλων των εποχών. Σαδομαζοχιστικό, απόλυτα παρακμιακό, σπλατεροειδές νουάρ, έχει αναγκάσει πολλούς θεατές να φύγουν από τη μέση, μην αντέχοντας την αρρώστια και τις απωθητικές σκηνές του.
Σα να μην έφταναν όλα αυτά, ουσιαστικά η ταινία στερείται σεναρίου - ή μάλλον ξεκάθαρου σεναρίου. Όλα (σίγουρα συνειδητά) μένουν ανοιχτά: Είναι η κοπέλα η Λάουρα που αναζητά απεγνωσμένα ο ήρωας; Πρόκειται για μάνα και κόρη ή άλλη είναι η σχέση τους; Υπάρχει κάποιος πατέρας νεκρός ή ζωντανός ή, πάλι, "ζωντανός"; Τίποτα δεν ξεκαθαρίζεται, τίποτα δεν απαντάται. Μένει μόνο ένα παιχνίδι λαγνείας ανακατωμένο με αίμα, αηδία, σαδομαζοχισμό, παράνοια και αυτοκαταστροφικότητα.
Τι είναι λοιπόν τελικά το "S.S"; Νομίζω ότι πρόκειται για μια καταγραφή, μια τολμηρότατη έκθεση στο φως όλων των εμμονών και των κρυφών ή φανερών, απαγορευμένων ή μη, επιθυμιών του δημιουργού του. Οι μόνιμη αγάπη του, το φιλμ νουάρ, αποτελεί τον καμβά, το φόντο της όλης ιστορίας. Η ταινία φέρει όλα τα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα: Ντετέκτιβ με καπαρντίνα και όπλο, μόνιμα νυχτερινά, βροχερά πλάνα, αφήγηση off σε πρώτο πρόσωπο, ασπρόμαυρη φωτογραφία, μοιραία γυναίκα που αναζητά ο ήρωας. Από την άλλη η μόνιμα παρακμιακή ατμόσφαιρα του Νικολαϊδη, αυτή που συναντάμε στα "Κουρέλια" και τη "Γλυκειά Συμμορία", εδώ όμως οδηγημένη στα απώτατα όριά της, με το πρωταγωνιστικό τρίο να επιδίδεται σε κάθε λογής διαστροφή. Και μαζί, πλήθος άλλων χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του σκοτεινού του κόσμου: Η απομόνωση - εγκλεισμός σε ένα σπίτι, το μπαρόκ, αλλά και "σάπιο" συγχρόνως ντεκόρ, μια μεγάλη γκάμα ερωτικών φαντασιώσεων, συχνά απωθητικότατων, που αγγίζουν τα όρια της πορνογραφίας, το αίμα, οι παλιές μουσικές, η τρέλα και η παράνοια των ηρώων, η αυτοκαταστροφικότητα κι άλλα πολλά που ίσως εντοπίσει ο κάθε θεατής. Ο σκηνοθέτης βγάζει στο φως τις επιθυμίες του, ξεγυμνώνει το σκοτεινό του ασυνείδητο κι όποιος αντέξει. Κι είναι αναμφισβήτητα απόλυτα ειλικρινής. Αυτός νομίζω είναι ο στόχος. Το σενάριο, το στόρι, οι λύσεις, τού είναι πράγματα παντελώς αδιάφορα και τα χρησιμοποιεί προσχηματικά, μόνο και μόνο για να φανερώσει όλα όσα αναφέραμε παραπάνω.
Κι όλα αυτά συμβαίνουν με την εξαιρετική σκηνοθετική βιρτουοζιτέ του ικανότερου ίσως τεχνικά έλληνα σκηνοθέτη. Υπέροχη ασπρόμαυρη φωτογραφία, φοβερή δημιουργία ατμόσφαιρας, εκπληκτικά ντεκόρ. Ομορφιά και σαπίλα δεμένα συνδεδεμένα άρρηκτα.
Τελικά ο Νικολαϊδης είναι ο ορισμός του καλτ σκηνοθέτη. Ή τον αγαπάς βαθιά ή σε απωθεί. Και δεν τίθεται, νομίζω θέμα καλού και κακού. Το καλτ στοιχείο είναι πέρα από αυτά, λειτουργεί ανεξάρτητα. Σ' αρέσει ή δεν σ' αρέσει, αδιάφορο αν πρόκειται για αντικειμενικά (ό,τι και να σημαίνει αυτό) "καλό". Διαλέγετε και παίρνετε.
Καταλάβατε φυσικά ότι πρόκειται για πολύ ιδιαίτερο φιλμ, για πολύ λίγους. Αν επιμένετε να το δείτε, κάντε το με δικό σας ρίσκο.

Σάββατο, Μαΐου 28, 2011

THOR: ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΦΥΡΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΦΕΛΕΙΑ


Γιατί πάω να δω έναν ακόμα Marvel υπερήρωα, είδος που, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, σκυλοβαριέμαι; Από περιέργεια γενικής φύσης αρχικά και πολύ ειδικότερης σε δεύτερή φάση: Επειδή τον "Thor" τον έχει έχει γυρίσει το 2011 ο σεξπιρικός (και παρακμασμένος εδώ και χρόνια) Kenneth Branagh. Ε, δεν σας προκαλεί περιέργεια η συνάντηση του Σέξπιρ με έναν από τους πιο "κουφούς" υπερήρωες, τον γνωστό δηλαδή θεό της σκανδιναβικής μυθολογίας, που, εξόριστος από τη μυθική Άσγκαρντ, κατεβαίνει στη γη, σπουδάζει ιατρική, ερωτεύεται (φυσικά), αποβάλλει την υπεροψία του (τουτέστιν γίνεται "καλός") και ασχολείται με την ταπεινή μας καθημερινότητα;
Φυσικά βρισκόμαστε μπροστά σε συνδυασμό μαγείας και επιστήμης και σε πάμπολλα κλισέ του είδους, αλλά η ταινία αυτή έχει την πρωτοτυπία να διαδραματίζεται μισή - μισή στη γη και στην Άσγκαρντ, οπότε έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε τα σούπερ θεαματικά - και αρκετά κιτς ταυτόχρονα - σκηνικά της τελευταίας. Επίσης διαθέτει και κάποιο χιούμορ, αυτοσαρκαστικό ενίοτε, που κάπως σώζει την κατάσταση. Τέλος το όλο στόρι αφορά κυρίως υποθέσεις της Άσγκαρντ και όχι της γης (δεν σώζουμε, ας πούμε, για πολλοστή φορά τον πλανήτη), πράγμα το οποίο από μόνο του ούτε καλό ούτε κακό είναι. Απλώς το αναφέρω.
Όσο για τις αφέλεις που λέγαμε... Ε, λίγο το έχετε να εξοριστείς στη γη, να πέσεις δηλαδή σ' αυτήν από τον μακρινό σου πλανήτη με όλως τυχαίο τρόπο και κυριολεκτικά να προσγειωθείς πάνω στη... Νάταλι Πόρτμαν ή, τέλος πάντων, πάνω στη γυναίκα της ζωής σου γενικότερα; Ή, μια σούπερ ντούπερ μυστική κυβερνητική οργάνωση (κάτι σαν FBI, CIA και ό,τι άλλο τέτοιο φαντάζεστε μαζί) να απελευθερώσει έναν μυστήριο τύπο που εισέβαλλε στον τέλεια φυλαγμένο χώρο της εξουδερώνοντας κάθε έμψυχη ή μηχανική άμυνα, μόνο και μόνο επειδή πήγε στον επικεφαλής ένας σεβαστός επιστήμονας και του είπε: "Αφείστε τον, μωρέ, τον ξέρω, καλό παιδί είναι, μόνο λίγο λοξός" ή κάτι τέτοιο; Α, και να μην ξεχάσω να σας πω ότι σπάνια έχω δει ταινία να τελειώνει τόσο απότομα και ανολοκλήρωτα, λέγοντάς μας ξεκάθαρα: "Περιμένετε το δεύτερο μέρος". Αυτά για να ξέρετε τι σας περιμένει.
Από την άλλη, πρέπει να ομολογήσω ότι το είδα σχετικά ευχάριστα μέσα στο κιτς και την αφέλειά του. Για να ξεκαθαρίσω τη θέση μου, όχι δεν μου άρεσε, απλά πέρασα δύο σχετικά ευχάριστες ώρες. Και, για να είμαι ακόμα πιο ακριβής, όχι, δεν το θεωρώ καλό, απλώς ομολογώ ότι έχω δει πολύ χειρότερα δείγματα του βαρετού κατά τη γνώμη μου σούπερ - ηρωικού υποείδους, που, δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια φοριέται κατά κόρον. Για να γίνω πιο ακριβής μάλιστα, εκτός από τους Μπάτμαν του Μπάρτον και του Νόλαν, άντε και τους X-Men, καμιά άλλη ταινία του είδους δεν μ' αρέσει.

Πέμπτη, Μαΐου 26, 2011

ΔΕΝ (ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ) ΦΙΛΩ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ


Το 1991 ο γάλλος André Téchiné γυρίζει το "Δεν Φιλώ στο Στόμα" (J'embrasse pas), ένα ρεαλιστικό κοινωνικό δράμα που θίγει τολμηρά ζητήματα, όπως αυτό της αντρικής πορνείας. Ο ήρωας του φιλμ είναι ένας παντελώς αμόρφωτος και άβγαλτος επαρχιώτης νεαρός γάλλος (γεννημένος σ' ένα μικρό χωριό στα Πυρηναία, όπως και ο σκηνοθέτης), που φτάνει στο Παρίσι με μάλλον ασαφή όνειρα (όνειρα; μάλλον μόνο η αποφυγή της επαρχιακής μιζέριας τον κινεί και ο ανεξάρτητος, βαρύς χαρακτήρας του) και, όταν διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος γι' αυτόν να επιζήσει, καταφεύγει στην πορνεία. Αλλά και πάλι, κάτι διαρκώς του λείπει, του διαφεύγει.
Δύο ενδιαφέροντα στοιχεία εντοπίζω στο φιλμ του Τεσινέ - πέραν της γενικότερης "τόλμης" του, που συνήθως από μόνη της δεν λέει και πολλά: Πρώτα τον παραλληλισμό κάθε μισθωτής δουλειάς με ένα είδος πορνείας. Αν το σκεφτούμε καλύτερα, σε τι ακριβώς διαφέρει το να αναγκάζεσαι να κάνεις μια "τίμια" δουλειά που δεν σ΄ αρέσει καθόλου για να βγάλεις τα προς το ζειν από την πορνεία; Απλώς στη δεύτερη περίπτωση αυτό που πουλάς είναι το σώμα σου. Η διαδικασία όμως είναι ουσιαστικά ίδια. Το άλλο σημείο είναι ο προβληματισμός για το τι μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος δίχως δεξιότητες και δίχως ενδιαφέροντα. Πιστέψτε με, ελάχιστα πράγματα. Και, πιστέψτε με και πάλι, τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν πολλοί περισσότεροι γύρω μας απ' όσο πιστεύουμε.
Κατά τα άλλα παρακολουθούμε ένα αρκετά πυκνό δράμα με τραγική εξέλιξη, ενώ οι χαρακτήρες που εμφανίζονται και πλαισιώνουν τον ήρωα είνα αρκετά ενδιαφέροντες. Όπως ενδιαφέρουσα και ευαίσθητη βρήκα την ταινία συνολικά, με τη σκηνοθετική ματιά να αγκαλιάζει με συμπάθεια τους ήρωες και να προσπαθεί να κατανοήσει τους χαρακτήρες τους, και ιδιαίτερα, προφανώς, τον πρωταγωνιστικό, που είναι ακατέργαστος, αδέξιος, αλλά και, όπως ξαναείπαμε, με μια έντονη αίσθηση ανεξαρτησίας και μια πρωτογενή αγάπη για την ελευθερία. Σημειώστε επίσης ότι στο φιλμ κάνει μια από τις πρώτες εμφανίσεις της και η νεαρότατη τότε Εμανουέλ Μπεάρ.
ΥΓ: Αν η ταινία σας ενδιαφέρει για ηδονοβλεπτικούς λόγους, ξεχάστε το. Σχεδόν τίποτα δεν δείχνεται. Αλλού βρίσκεται το θέμα.

Τρίτη, Μαΐου 24, 2011

"C.H.U.D." ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΥΠΟΝΟΜΟΥΣ


Το “C.H.U.D.” είναι ένα b-movie τρόμου που γυρίστηκε το 1984 και είναι η μοναδική ταινία του μοντέρ κατά τα άλλα Douglas Cheek. Ως τέτοιο λοιπόν (ως b-movie εννοώ) φέρει όλα τα κλισέ και όλες τις ευκολίες του είδους.
Μια σειρά από παράξενους φόνους στη Νέα Υόρκη οδηγεί κατ’ ευθείαν στους δαιδαλώδεις υπόνομους της πόλης όπου, όπως όλα δείχνουν, κατοικούν κάποια όχι και πολύ συνηθισμένα ανθρωποφάγα όντα. Στην ιστορία εμπλέκονται άστεγοι της πόλης που κατοικούν στους υπονόμους, ένας εθελοντής «χίπης» που τους φροντίζει, ένας φωτογράφος μόδας και η φίλη του και ο απαραίτητος αστυνομικός που ερευνά την υπόθεση. Φυσικά ένα μέρος της δράσης εκτυλίσσεται εκεί κάτω.
Εντάξει, μην περιμένετε πολλά. Απλώς πρόκειται για ένα συμπαθητικό δείγμα του είδους αυτού (αν είστε φαν), «τίμιο» μέσα στην αφέλειά του. Την σεναριακή αφέλεια εννοώ, αφού και διάφορα κενά υπάρχουν και ένα τέλος όπου, ενώ βλέπουμε την κατάληξη των ηρώων, δεν ξέρουμε τι ακριβώς γίνεται (ή θα γίνει) με τα τέρατα. Όσο για τα εφφέ, είναι αστεία με τα σημερινά δεδομένα (μάτια που φωσφορίζουν, καταπράσινο αίμα κλπ.), αλλά, θυμηθείτε, το 1984 δεν υπήρχαν ακόμα ψηφιακές δυνατότητες, οπότε το συγκεκριμένο θέμα δεν με χαλάει και πολύ. Ίσα – ίσα που προσθέτει κάτι στη γοητεία του «χειροποίητου» b-movie. Σασπένς και κάποιες τρομακτικές σκηνές υπάρχουν, αλλά και άλλες που έχουμε ξαναδεί.
Θα αναφέρω και την κάποια πολιτική διάσταση του μικρού αυτού φιλμ. Πολλά απ’ όσα συμβαίνουν οφείλονται στην κυβέρνηση και κάποιους χειρισμούς της, ενώ ο «κακός» της ταινίας είναι ένας υψηλόβαθμος κυβερνητικός αξιωματούχος. Και, σαν background στο όλο φιλμ, υπάρχει μια έντονη οικολογική προβληματική. Όλα αυτά εγώ τουλάχιστον τα θεωρώ θετικά στοιχεία. Στα συν και η έστω επιφανειακή ματιά που ρίχνει σε κάποιους πραγματικά «καταραμένους» και παρίες, που ζουν ανάμεσά μας και βρίσκονται, δυστυχώς, σε κάθε μεγάλη πόλη του πλανήτη. Γενικά το όλο κλίμα του και οι χώροι (κυριολεκτικά και κοινωνικά) στους οποίους κινείται έχουν ενδιαφέρον.
Συνολικά βρίσκω την ταινία συμπαθητική – με όλη την πλάκα που μπορεί να κάνει κανείς – όπως επίσης και αρκετά καλό δείγμα b-movie τρόμου μιας συγκεκριμένης εποχής (των 80ς συγκεκριμένα). Δεν είναι κάτι σπουδαίο, μην το πάρετε πολύ στα σοβαρά, και θυμηθείτε απαραιτήτως: Απευθύνεται αποκλειστικά σε φανς του είδους. Θυμηθείτε επίσης ότι το φιλμ αυτό έχει γυριστεί πολύ πριν το κατά πολύ γνωστότερο "Mimic" του Ντελ Τόρο, που κι αυτό διαδραματίζεται κυρίως σε υπονόμους.
Αν, τέλος,΄καίγεστε να μάθετε τι διάολο σημαίνει επιτέλους αυτό το C.H.U.D., δεν έχετα παρά να δείτε την ταινία.

Κυριακή, Μαΐου 22, 2011

Ο ΝΟΝΟΣ ΩΣ ΑΚΤΙΝΟΓΡΑΦΙΑ ΜΙΑΣ ΚΑΘΟΛΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ


Ήταν στα 1972 όταν ο Francis Ford Coppola γύριζε τον θρυλικό "Νονό" (The Godfather), κάνοντάς τον αυτόματα κλασικό. Δεν ήταν μόνο ο εξαιρετικός Μάρλον Μπράντο στο ρόλο ίσως της καριέρας του, που περιστοιχιζόταν από μια πλειάδα επίσης θαυμάσιων ηθοποιών με επικεφαλής τον Αλ Πατσίνο. Δεν ήταν η θαυμάσια σκηνοθεσία, η σημασία και στην πιο μικρή λεπτομέρεια, το αμείωτο ενδιαφέρον που παρουσίαζε μια τρίωρη ταινία. Κυρίως μένουμε άφωνοι με την ενδελεχέστερη μελέτη που είχε γίνει ποτέ (πιθανότατα μέχρι σήμερα) στην τεράστια εγκληματική οργάνωση που λέγεται Μαφία.
Πολύ πέρα από καρικατούρες κακών μαφιόζων και γκάγκστερς, ο Κόπολα μας έδειχνε μια Μαφία με ανθρώπινο πρόσωπο, παρακολουθούσε τόσο τις "επαγγελματικές δραστηριότητες", όσο και τις προσωπικές ζωές και ανθρώπινες σχέσεις των μελών - ή μάλλον των επικεφαλής της, εμβάθυνε στους χαρακτήρες και τελικά έφτιαχνε ένα πολυδιάστατο φιλμ που δεν έχει χάσει καθόλου μέχρι σήμερα. Ανθρώπινο πρόσωπο; Δηλαδή παρουσιάζει ανθρώπινα τους μαφιόζους, εξωραϊζοντάς τους; Δεν νομίζω. Κάθε άλλο θα έλεγα. Ίσα - ίσα, το να βλέπεις ανθρώπους με "κανονικά" αισθήματα να ερωτεύονται, να παντρεύονται, να αγαπούν τα παιδιά τους και τις οικογένειές τους και ταυτόχρονα να είναι βουτηγμένοι μέχρι το λαιμό στο αίμα και την παρανομία, κάνει το πράγμα, νομίζω, πολύ πιο ανατριχιαστικό. Όπως η και συνεχής αντιπαράθεση οικογενειακών σκηνών και τελετών με σκηνές άγριας βίας. Πώς μπορεί να είναι έτσι άνθρωποι σαν εμάς, όντως καλοί οικογενειάρχες, θρήσκοι; Αν αυτό δεν είναι σοκ, τότε τι είναι;
Καλά, θα μου πείτε. Άξιζε όμως να δημιουργηθεί όλο αυτό το έπος (γιατί περί έπους προκειται) για κάποιους εγκληματίες με, έστω, ανθρώπινο πρόσωπο; Η πρώτη μεγάλη και εκπληκτική για μένα σκηνή του γάμου της κόρης του "νονού" δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας για το αν άξιζε: Με αριστοτεχνικό πραγματικά τρόπο, κινούμενος διαρκώς ανάμεσα στη χαρά και την αθωότητα του γλεντιού και των τελετουργικών του στοιχείων και των ποικίλων σκοτεινών υποθέσεων που διευθετεί ταυτόχρονα ο δον Κορλεόνε από το γραφείο του (παράλληλο μοντάζ που χρησιμοποιεί θαυμάσια και σε άλλα σημεία της ταινίας, όπως αυτό της βάπτισης και του ταυτόχρονου μπαράζ φόνων προς το τέλος), ο Κόπολα δείχνει δίχως δισταγμό το απίστευτο πραγματικά βάθος στο οποίο έχει διεισδύσει η οργάνωση σε κάθε πτυχή της αμερικάνικης (τουλάχιστον) κοινωνίας. Βλέπουμε να κινεί τα νήματα πολιτικής, δικαιοσύνης, ακόμα και της βιομηχανίας του θεάματος (Χόλιγουντ, μουσική κλπ.) Και, φυσικά, να συνεχίζει και τις καθαυτό μπίζνες. Τζόγος και πορνεία κυρίως και, σιγά - σιγά επέκταση και σε άλλους τομείς όπως τα ναρκωτικά, πράγμα που αποτελεί και βασικό θέμα της ταινίας. Οπότε δεν μιλάμε πλέον για ληστές ή απλώς απατεώνες. Μιλάμε για κάτι βαθύτατα ριζωμένο στο ίδιο το σύστημα της χώρας και γι' αυτό εξαιρετικά σημαντικό. Και, βέβαια, το ίδιο συμβαίνει και με τη γενέτειρα της οργάνωσης, τη νότια Ιταλία, όπου είναι γυρισμένο και ένα μέρος του φιλμ (τη βαθύτατη σχέση οργάνωσης - κοινωνίας εκεί μας έδειξαν πολύ πιο πρόσφατα τα συγκλονιστικά "Γόμμορα"). Οπότε, όχι, η Μαφία δεν είναι κάτι αμελητέο, δεν είναι μια ομάδα που οργανώνει ληστείες ή άλλης μορφής εγκλήματα, είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο και σημαντικότερο.
Άλλη παρατήρηση είναι η σύγκριση της λειτουργίας της οργάνωσης με τις δομές του ίδιου του καπιταλισμού. Τα πάντα, έρωτας, οικογένεια, συναίσθημα, προσωπική ευτυχία, περνάνε σε δεύτερη μοίρα μπροστά στις μπίζνες που πάντοτε έχουν το πάνω χέρι. Εδώ η επιχείρηση μπορεί να εξασκεί παράνομες δραστηριότητες και να χρησιμοποιεί κάθε άλλο παρά νόμιμες μεθόδους, αλλά οι δομές παραμένουν πανομοιότυπες. Διάβολε, πόσες φορές καθημερινά βάζουμε (ή αναγκαζόμαστε να βάλουμε) τη δουλειά πάνω από οτιδήποτε άλλο; Γιατί λοιπόν να μη θεωρηθεί η Μαφία μια μικρογραφία του όλου συστήματος;
Φυσικά μπορούμε να πούμε πάμπολλα άλλα πράγματα για την ταινία καθ' εαυτή. Τον ρυθμό της που δεν κουράζει παρά τη μεγάλη διάρκεια, την παράδοξη προσωπικότητα του Αλ Πατσίνο, που από το πουθενά αναλαμβάνει τα ηνία με μια πολύ πιο αυστηρή και στυγνή "μπίζνες" άποψη, κοντύτερα ίσως στη μοντέρνα εποχή, για την αξέχαστη μουσική, για την εικόνα, για χίλιες δυο άλλες αρετές που ανακαλύπτει κανείς ξαναβλέποντας το φιλμ. Αλλά το είπαμε νομίζω από την αρχή: Πρόκειται για κλασική ταινία κι αυτό τα λέει όλα. Και όπως πάντα, για να προλάβω το γεγονός ότι σήμερα είμαστε κορεσμένοι με το θέμα που έχει δειχτεί δεκάδες φορές έκτοτε, μη ξεχνάτε ποτέ ότι αυτή ήταν η πρώτη φορά. Και, νομίζω, και η καλύτερη.

Παρασκευή, Μαΐου 20, 2011

ΑΚΡΟΒΑΤΙΣΕΣ ΚΑΙ ΚΛΟΟΥΝ ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΒΟΛΗΣ


Το έργο του ισπανού Álex de la Iglesia χαρακτηρίζεται από την πληθωρικότητα και την υπερβολή. Άγριος, αγγίζει συχνά τα όρια του κιτς, αλλά και του σπλάτερ. Η εντυπωσιακή (αν μη τι άλλο) "Τελευταία Ακροβάτις της Μαδρίτης" (Balada Triste de Trompeta) του 2010 δεν αποτελεί εξαίρεση. Υπερφιλόδοξη και αλληγορική ταινία, κινείται ανάμεσα στο ιστορικό φιλμ και το σπλάτερ, το δράμα, το γκροτέσκο και την κωμωδία, το ρεαλιστικό και το σουρεαλιστικό στοιχείο.
Ξεκινώντας από τον ισπανικό εμφύλιο και φτάνοντας ως τις τελευταίες μέρες του δικτάτορα Φράνκο (μέσα δεκαετίας 70), παρακολουθεί δύο κλόουν, τον "θλιμένο" και τον "κωμικό" να συγκρούονται άγρια για την καρδιά μιας όμορφης ακροβάτισας. Μαζί τους δείχνονται και στοιχεία της ιστορίας της χώρας. Όσο όμως το φιλμ προχωρά, ξεφεύγει όλο και περισσότερο από κάθε αληθοφανές στοιχείο, γίνεται όλο και πιο σουρεαλιστικό και παράλογο, βυθίζεται στην τρέλα - ηθελημένα βέβαια. Στο τέλος φτάνουμε και σε μια μεγάλη σκηνή - αναφορά στον Χίτσκοκ και τη "Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων" για να μπει και το σινεφίλ στοιχείο και να ολοκληρωθεί το χάος.
Φυσικά η αλληγορία είναι ξεκάθαρη: Οι δύο μέχρι θανάτου αντίζηλοι που διεκδικούν την Ισπανία είναι οι αντίπαλοι του εμφύλιου: Οι δημοκρατικοί και οι φασίστες. Από την άλλη θα μπορούσαν να είναι και η σωματική, άμεση, βίαιη και η πνευματική, σκεπτόμενη και συνάμα δειλή πλευρά - η σάρκα και το πνεύμα με λίγα λόγια - που διεκδικούν τον άνθρωπο. Τα αποτελέσματα της βίας, της μη συνεργασίας, της αέναα ανακυκλούμενης εκδικητικότητας και από τις δύο πλευρές, είναι βέβαια η αυτοκαταστροφή αμφοτέρων, αλλά και του αντικείμενου του πόθου. Η βία, βλέπετε, γεννά βία.
Σας είπα από την αρχή ότι πρόκειται για εντυπωσιακό, φαντασμαγορικό φιλμ και ο de la Iglesia σίγουρα διαθέτει σκηνοθετικές ικανότητες. Δεν διστάζει να είναι ωμός, ακόμα και κιτς, αφού έχει κάτι (την τρέλα ίσως) από μεγάλους συμπατριώτες του όπως ο Μπουνουέλ ή ο Αλμοδοβάρ. Απλώς, όλη αυτή η ορμή, η παράνοια, που πριν απ' όλα κυριαρχεί στους χαρακτήρες των ηρώων του, κάνει το όλο πράγμα κάπως "χύμα" και προσωπικά με κούρασε (ίσως και να με ενόχλησε) σε κάποια σημεία. Νομίζω ότι όλος αυτός ο πληθωρισμός ιδεών κάπου χάνει, γίνεται too much, οδηγεί στο χάσιμο του ελέγχου.
Ξέρω ότι πολλοί θα βρουν την ταινία δυνατή και - τρίτη φορά το λέω - εντυπωσιακή. Το καταλαβαίνω και είναι σεβαστό μπροστά σ' όλον αυτόν τον πλούτο εικόνων και συμφωνώ εν μέρει. Απλώς προσωπικά θεωρώ ότι ενώ έχει εξαιρετικές ιδέες, ο σκηνοθέτης αυτός, βουτηγμένος πάντα στην υπερβολή, κάπου "το χάνει".

Τετάρτη, Μαΐου 18, 2011

ΤΡΑΓΩΔΙΑ "ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ"


Ο Denis Villeneuve είναι από το Κεμπέκ του Καναδά και γι' αυτό γαλλόφωνος. Γαλλόφωνο λοιπόν είναι και το "Μέσα από τις Φλόγες" (Incendies) που γύρισε το 2010. Πρόκειται για μια δραματική, συγκλονιστική σε κάποια σημεία της, ταινία, που ήταν μάλιστα υποψήφια για το ξενόγλωσσο Όσκαρ.
Δύο δίδυμα αδέλφια, αγόρι και κορίτσι, από λιβανέζα χριστιανή μητέρα, που ζουν στον Καναδά, αρχίζουν μετά το θάνατο της μητέρας τους να αναζητούν τα ίχνη του άγνωστου πατέρα τους. Η αναζήτηση θα τα φέρει μοιραία στα μόνιμα ταραγμένα εδάφη της Μέσης Ανατολής (του Λίβανου μάλλον), όπου σοκαριστικές αποκαλύψεις τα περιμένουν...
Σπάνια σύγχρονη ταινία μοιάζει τόσο πολύ με αρχαία ελληνική τραγωδία (και μάλιστα με συγκεκριμένη τραγωδία, που δεν θα σας αποκαλύψω). Το φιλμ μοιράζεται παράλληλα και ισότιμα ανάμεσα στη σύγχρονης εποχής αναζήτηση των παιδιών και στα προ τριακονταετίας περίπου φλας μπακ, μέσα από τα οπία καταγράφεται η ιστορία της μητέρας. Και, όπως είναι φυσικό, οι προσωπικές ιστορίες μπλέκονται αξεδιάλυτα με την εφιαλτική ιστορία μιας από τις πιο βασανισμένες περιοχές του πλανήτη. Εδώ βρίσκεται και το στοιχείο που μου άρεσε περισότερο: Σ' αυτό το μπλέξιμο προσωπικού και ιστορικού στοιχείου. Σα να σου λέει ο σκηνοθέτης ότι η προσωπική ιστορία του καθενός μας συναρτάται απόλυτα με την πολιτική και κοινωνική κατάσταση της εποχής ή/και της συγκεκριμένης περιοχής του. Ουδείς μπορεί να ζήσει απομονωμένος, ανεπηρέαστος από το κοινωνικό γίγνεσθαι, ακόμα και αν δεν έχει την παραμικρή υποψία της σφραγίδας αυτού του γίγνεσθαι στη ζωή του, όπως συμβαίνει με τα δύο παιδιά της ιστορίας μας. Και βέβαια η καταδίκη του πολέμου και της βίας, που επιτυγχάνεται φανερώνοντας τις τραγικές και μακροχρόνιές της επιπτώσεις, είναι πανταχού παρούσα. Θύτες και θύματα, ήρωες και καθάρματα, αναδύονται από αυτή την κόλαση με εξ ίσου κατεστραμένες ζωές.
Καλογυρισμένο, με σασπένς και συνεχείς, όλο και πιο οδυνηρές, αποκαλύψεις έως τη συγκλονιστική κατάληξη, το φιλμ με κράτησε απόλυτα, συχνά με συγκίνησε και φανέρωσε τη δεξιοτεχνία του σκηνοθέτη στο πάντρεμα ιστορικού και προσωπικού στοιχείου. Εκ των υστέρων πάντως είχα κάποιες αντιρρήσεις. Αυτές αφορούν κυρίως στο κάπως μελό στοιχείο και, κυρίως, στην τραβηγμένη ιστορία που βασίζεται σε μια τραγική σύμπτωση. Ε, ένα σοβαρό σενάριο που στηρίζεται σε σύμπτωση, κάπου χάνει νομίζω. Είναι, πώς να το πω, κάπως εύκολη λύση. Αν εξαιρέσει όμως κανείς αυτό το στοιχείο, πρόκειται σίγουρα, αν μη τι άλλο, για μια εξαιρετικά δυνατή ταινία.

Κυριακή, Μαΐου 15, 2011

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΗ ΠΟΙΗΣΗ


Για τον Andrey Tarkovsky (1932-1986) τι να πούμε; Ότι υπήρξε ο μεγαλύτερος ποιητής του σινεμά; Ότι είναι δύσκολος, στατικός, αλλά ταυτόχρονα υπνωτιστικός, με πανέμορφες εικόνες, ενώ διέθετε σε ύψιστο βαθμό πνευματικότητα; Ότι το σινεμά του είναι δύσκολο, τόσο όμορφο όμως που κυριολεκτικά παραλύει τον θεατή που θα αφεθεί σ' αυτό; Αυτά και άλλα πολλά.
Η "Νοσταλγία" γυρίζεται στην Ιταλία το 1983 (του ήταν πια σχεδόν αδύνατο να γυρίζει ταινίες στην πατρίδα του) και είναι η προτελευταία ταινία του. Και ακριβώς αυτό το συναίσθημα, η νοσταλγία, τη διαπερνά απ' άκρη σ' άκρη. Προφανώς και ο ίδιος ο δημιουργός της, αυτοεξόριστος, νοσταλγεί τη Ρωσία και το βγάζει κάθε στιγμή στην οθόνη. Ένας ρώσος ποιητής ταξιδεύει στην Ιταλία με την όμορφη διερμηνέα του. Διαφορετικοί χαρακτήρες οι δυο τους. Αυτός ασκητικός, στραμένος αποκλειστικά σχεδόν στα πνευματικά και περιφρονώντας τα εγκόσμια, εκείνη πιο προσγειωμένη, ερωτική, μπερδεμένη πνευματικά. Κάποια στιγμή θα συναντήσουν έναν τρελό (;) που προσπαθεί να εκπληρώσει ένα τάμα. Ο ποιητής θα αναλάβει ο ίδιος αυτό το χρέος.
Εκτός από τη νοσταλγία, ο χριστιανισμός του Ταρκόφσκι βρίσκεται εδώ στο υψηλότερο ίσως σημείο του. Ταυτιζόμενος με τον ποιητή (αλλά και συμφωνώντας με τον τρελό), μοιάζει να περιφρονεί απόλυτα κάθε γήινη ευχαρίστηση, ακόμα και τον έρωτα. Γι' αυτόν τα της ψυχής έχουν απείρως μεγαλύτερη σημασία. Το στοιχείο του νερού, εμμονή του Ταρκόφσκι, είναι και εδώ κυρίαρχο - όπως και στο "Στάλκερ". Το κατόρθωμα του μεγάλου δημιουργού είναι ότι μέσα από ένα μινιμαλιστικό σενάριο και δράση, μέσα από τους αργούς, υπνωτιστικούς ρυθμούς, μέσα από τις πανέμορφες πραγματικά εικόνες (η τελευταία αινιγματική σκηνή είναι αληθινά μια από τις ομορφότερες του παγκόσμιου κινηματογράφου), καταφέρνει να περνά τέλεια αυτή την πνευματικότητα, τα πιστεύω του. Σπάνια μορφή και περιεχόμενο βρίσκονται σε τέτεοια θαυμαστή αρμονία. Και σπάνια η ποίηση έίναι τόσο, μα τόσο κυρίαρχη.
Ο Ταρκόφσκι είναι βέβαια αυτός που είναι και η "Νοσταλγία" του ένα ποιητικό αριστούργημα. Λίγοι μπορούν να απολαύσουν τις ταινίες του, ακριβώς λόγω των αργών ρυθμών και της μινιμαλιστικής δράσης. Το καταλαβαίνω. Σεβαστό. Προσωπικά με γοητεύει όσο λίγοι άλλοι σκηνοθέτες. Αυτό που με ενδιαφέρει όμως να επισημάνω και να σχολιάσω είναι ένα άλλο στοιχείο, που αφορά όλες τις μορφές τέχνης: Αφήνομαι στη μαγεία του Ταρκόφσκι και τον θεωρώ μεγάλο, ενώ ταυτόχρονα δεν συμφωνώ καθόλου σχεδόν με τις ιδέες του. Η πνευματικότητά του είναι συγκινητική, γοητευτική και απόλυτα ειλικρινής, αλλά... Δεν είμαι ιδιαίτερα χριστιανός και ο πανταχού παρόν χριστιανισμός του με αφήνει αδιάφορο. Δεν θεωρώ τον ασκητισμό ιδανικό τρόπο ζωής και δεν θαυμάζω τους μοναχούς κάθε είδους (τους σέβομαι απόλυτα για τις επιλογές τους, αλλά προσωπικά δεν με ενδιαφέρουν). Με ενοχλεί η θέση του για τις γυναίκες (λίγο-πολύ θεωρεί ότι ο μοναδικός προορισμός τους είναι η δημιουργία και φροντίδα οικογένειας). Και πολλά άλλα. Εδώ ακριβώς όμως βρίσκεται νομίζω το μεγαλείο της τέχνης. Γιατί, ανεξάρτητα από τις αδιάφορες για μένα θέσεις του, εξακολουθώ να τον θαυμάζω και να τον θεωρώ μέγιστο. Κι αυτό (μου) συμβαίνει συχνά όχι μόνο στο σινεμά, αλλά και με άλλους δημιουργούς σε άλλες τέχνες. Θεωρώ το φαινόμενο αυτό εξαιρετικά ενδιαφέρον, αφού δείχνει πόσο ανεξάρτητη είναι συχνά η τέχνη από την ιδεολογία από την οποία εμφορείται. Φυσικά θα προτιμούσα να συμφωνώ και με τις ιδέες ενός καλλιτέχνη που θαυμάζω. Τότε θα ήμουν ακόμα πιο ευτυχής. Παρ΄ όλα αυτά, όπως είπα, δεν μου είναι απαραίτητο. Ίσως γι' αυτό να μιλάμε συχνά για τη "μαγεία" της τέχνης. Γιατί στις μεγάλες στιγμές της μπορεί να καταφέρει αυτό ακριβώς το μαγικό: Να θαυμάζεις κάποιον, ενώ διαφωνείς μαζί του.

Παρασκευή, Μαΐου 13, 2011

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟ "ΜΗ Μ' ΑΦΗΣΕΙΣ ΠΟΤΕ"



Το "Μη μ' αφήσεις ποτέ" (Never let me go, 2010) του Mark Romanek βασίζεται σε βιβλίο του ιαπωνικής καταγωγής βρετανού Καζούο Ισιγκούρα και είναι μια συγκινητική και απόλυτα μελαγχολική ταινία επιστημονιής φαντασίας. Όχι, μη νομίζετε ότι έχει εξωγήινους και διαστημόπλοια, καμία σχέση. Αλλά επιστημονική φαντασία μπορεί να είναι και μια ιστορία εναλλακτικού παρελθόντος, όπως αυτή εδώ.
Το μελαγχολικό στοιχείο διαπερνά απ' ακρη σ' άκρη το φιλμ. Τρία παιδιά, δυο κορίτσια και ένα αγόρι, μεγαλώνουν εσώκλειστα σε ένα σχολείο κάπου στην εξοχή. Κάποια στιγμή, στις αρχές της εφηβείας τους, θα μάθουν την φοβερή αλήθεια: Το γιατί ακριβώς βρίσκονται εκεί και ποιος είναι ο αληθινός προορισμός τους. Τι γίνεται τότε; Τίποτα. Απλώς μαθαίνουν να ζουν μ' αυτό. Να ζουν σ' έναν κόσμο με ελάχιστο μέλλον.
Η ταινία είναι χαμηλότονη, δίχως δραματικές εξάρσεις (σίγουρα από σκηνοθετική άποψη). Δομείται σαν ερωτική ιστορία, σαν ένα ερωτικό τρίγωνο δηλαδή, όπου το ένα από τα τρία σκέλη είναι καταδικασμένο να ζήσει στη μοναξιά. Όμως πίσω από την ερωτική ιστορία διαγράφεται σκοτεινό το φοβερό φόντο που λέγαμε. Αυτό που κάνει εντύπωση είναι ότι οι ήρωες δεν εξεγείρονται όταν μαθαίνουν την αλήθεια. Όπως είπαμε, απλώς μαθαίνουν να ζουν μ' αυτή. Η στωικότητα αυτή μπορεί να ερμηνευτεί ως ανημποριά, αδυναμία να πράξουν οτιδήποτε (μάλλον δεν θα μπορούσαν έτσι κι αλλιώς) ή ως φιλοσοφική άποψη (καλβινική; βουδιστική; δεν ξέρω), που ζητά από τους ανθρώπους να παίρνουν τη ζωή όπως είναι, αγόγγυστα. Από τη άλλη όμως μπορεί να ερμηνευτεί και σαν ένα είδος αλληγορίας της πραγματικής ζωής, όπου ουσιαστικά συμβαίνει ό,τι ακριβώς στην ταινία, σε άλλη κλίμακα όμως: Ενώ όλοι ξέρουμε πολύ καλά ότι η ζωή μας είναι πεπερασμένη, θα έχει σίγουρα ένα τέλος, ωστόσο συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε, να αγωνιούμε, να ερωτευόμαστε και να απογοητευόμαστε, λες και όλα αυτά θα κρατήσουν για πάντα. Δεν ξέρω τι απ' όλα θέλει να μας πει το φιλμ. Διαλέγετε και παίρνετε. Ή επινοείτε άλλες, διαφορετικές ερμηνείες.
Πέραν αυτών όμως προσωπικά τη βρήκα καλή ταινία και σε πολλά σημεία κατάφερε να με συγκινήσει πραγματικά. Αυτή η τρυφερότητα και η συγκίνηση είναι άλλωστε που κυριαρχούν παρά το εφιαλτικό θέμα (ενώ, ας πούμε, σε μια εξ ίσου απελπισμένη πρόσφατη ταινία όπως "Ο Δρόμος" κυριαρχεί αυτή ακριβώς η ζοφερότητα και το απόλυτο αδιέξοδο, δίχως ίχνος διαφυγής). Το ενδιαφέρον μάλιστα είναι ότι παρά την δεδομένη του ζοφερότητα και παρά το ότι απ' την αρχή είναι σαφές ότι δεν υπάρχει σωτηρία, μπορεί κανείς να τη χαρακτηρίσει ακόμα και αισιόδοξη. Αν τη δει δηλαδή κάτω από μια άλλη σκοπιά (όπως καταλάβατε μπορεί να ειδωθεί από πολλές και εντελώς διαφορετικές γωνίες): Αυτή που λέει "απόλαυσε όσο μπορείς ακόμα και τα ελάχιστα που έχεις. Ακόμα και γι' αυτά τα ελάχιστα ή ακόμα κι αν η ίδια είναι ελάχιστη, η ζωή αξίζει".

Τρίτη, Μαΐου 10, 2011

"ΥΠΟ ΤΗΝ ΠΙΕΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ" ΣΤΟ ΧΟΝΓΚ ΚΟΝΓΚ



Ο Johnnie To είναι ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του σινεμά του Χονγκ Κονγκ και, όπως έμαθα από φίλους, αφού αυτή εδώ είναι η πρώτη του ταινία που βλέπω, "εγγύηση" για κάτι καλό. Το "Running Out of Time" (Am Zin για τους κινεζομαθείς) γυρίστηκε το 1999 και επιβεβαίωσε την φήμη αυτή.
Πρόκειται για τυπικό αστυνομικό φιλμ, με μπάτσους και ληστές, με κυνηγητά, με τέλεια οργανωμένες ληστείες και όλα τα στάνταρς του είδους, πλην όμως για μένα αποτέλεσε ένα από τα πολύ καλά δείγματά του, που σίγουρα θα ζήλευαν πάμπολλοι αμερικάνοι δημιουργοί που ειδικεύονται σ' αυτό.
Η ταινία παρακολουθεί το παιχνίδι γάτας και ποντικού (μόνο που δεν ξέρουμε ακριβώς ποιος είναι γάτα και ποιος ποντίκι) ενός ιδιόρυθμου και πανέξυπνου μπάτσου και ενός ιδιοφυούς ληστή. Μόνο που το παιχνίδι αυτό έχει ιδιαιτερότητες: Ο ληστής έχει μπροστά του μόνο λίγες μέρες ζωής, καθώς πάσχει από καρκίνο. Γιατί λοιπόν καταστρώνει όλα αυτά τα ιδιοφυή σχέδια και γιατί μοιάζει να αποζητά να αναλάβει την υπόθεση ο συγκεκριμένος μπάτσος και όχι οποιοσδήποτε άλλος;
Πολύ σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι η όλη ιστορία δεν είναι παρά ένα διανοητικό παιχνίδι και για τους δύο, ένα είδος παρτίδας σκακιού, κάτι που, πέρα από ρόλους καλού και κακού, πέρα από καθήκον και παραβατικότητα, πέρα από εφαρμογή ή παραβίαση του νόμου, πολύ απλά απολαμβάνουν και οι δύο. Και αυτό το παιχνίδι είναι η ουσία. Κι ας βρίσκονται σχεδόν κάθε στιγμή και οι δύο στα όρια του θανάτου. Μπορούμε να το δούμε όμως και σαν έναν ύμνο στην αντρική φιλία. Διότι, παρά το ότι προφανώς ανήκουν σε διαφορετικά στρατόπεδα, μια υπόγεια φιλία δένει τους δύο "εχθρούς", μια φιλία που πηγάζει από έναν ανομολόγητο αμοιβαίο θαυμασμό.
Στο μεταξύ, εγώ παρακολούθησα με κομμένη την ανάσα μια ταινία βίαιη και τρυφερή ταυτόχρονα, δίχως κοιλιές, με διαρκείς ανατροπές, με σασπένς, με το χιούμορ και την συγκίνηση να εναλλάσσονται, με "κατάμαυρα" σημεία και, βέβαια, με κάποιες σεναριακές "ταρζανιές" (εκεί που λες "ε, αυτό μάλλον δεν γίνεται"). Αλλά αυτό το τελευταίο λίγο με πείραξε, αφού βρήκα το όλο πράγμα απολαυστικότατο.

Κυριακή, Μαΐου 08, 2011

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΠΙΝΑ ΜΠΑΟΥΣ


Τελικά φαίνεται ότι ο απόλυτα παρακμασμένος εδώ και δεκαετίες Wim Wenders εξακολουθεί να κάνει καλό σινεμά μόνο όταν γυρίζει ντοκιμαντέρ. Θυμόμαστε βέβαια το "Buena Vista...". Να λοιπόν τώρα που καταπιάνεται με τη συμπατριώτισα και φίλη του (όπως διάβασα) όσο ζούσε Pina Bausch.
Η Πίνα Μπάους (1940-2009) είναι φυσικά μια από τις κορυφαίες χορογράφους του μοντέρνου χορού. Για όσους δεν την ξέρετε, δημιούργησε ένα είδος χοροθεάτρου, που πολύ μακριά βρίσκεται από την τυπική εικόνα της μπαλαρίνας και του χορευτή στο κλασικό μπαλέτο. Οι χορευτές της φοράνε σύγχρονα ρούχα, χρησιμοποιούν καθημερινά, σύγχρονα χρηστικά αντικείμενα, πολλές φορές δεν χορεύουν ακριβώς αλλά κινούνται στο χώρο, άλλες φορές πάλι το αποτέλεσμα αγγίζει τα όρια του ακροβατικού... αλλά η υψηλή ποίηση είναι πάντοτε παρούσα, ενώ σχεδόν πάντοτε τα έργα της μιλάν για τον ανθρώπινο πόνο, τη μοναξιά, την σκοτεινή πλευρά της ζωής.
Στο ντοκιμαντέρ Pina (2011) μην περιμένετε να δείτε ένα βιογραφικό της μεγάλης χορογράφου, ούτε την ίδια να μιλά για το έργο της (ελάχιστα μόνο). Η ταινία άλλωστε γυρίστηκε κυρίως μετά τον ξαφνικό της θάνατο, παρά το ότι είχε προγραμματιστεί λίγα χρόνια πριν. Εδώ λοιπόν τον λόγο έχει ο καθαρός χορός. Οι χορευτές της ξαναχορεύουν αποσπάσματα από 4 από τα γνωστότερα έργα της (ανάμεσά τους και το πιο γνωστό ίσως Cafe Miller), αλλά χορεύουν και στους δρόμους ή στην εξοχή της πόλης τους, του Βούπερταλ. Ανάμεσα στα επί σκηνής ή υπαίθρια κομμάτια, ένας - ένας απ' αυτούς μιλά σύντομα για κάτι που τον/την συγκλόνισε ή άλλαξε ή θυμάται έντονα από τη συνεργασία του/της μαζί της, αποδεικνύοντας έμμεσα και με λιτό και καθόλου κουραστικό τρόπο πόσο μεγάλη δασκάλα ήταν, αλλά και τον τρόπο που δούλευαν σαν όλοι μαζί ομάδα, το πόσο δεμένοι ήταν, το πώς ένοιωθαν την ομάδα σαν οικογένεια.
Το 3D που επιλέγει ο Wenders αποδίδει κατά τη γνώμη μου, καθώς σε βάζει μέσα στη σκηνή, στο χορό, στις συχνά εκπληκτικές κινήσεις των μελών της ομάδας. Να σημειώσω εδώ και τις θαυμάσιες μουσικές που ντύνουν το χορό, με την εκπληκτική ποικιλία που τις διακρίνει. Κινούνται σε μια ευρύτατη γκάμα, από κλασική μέχρι Gaetano Veloso και παλιά τραγούδια των 30ς ή 40ς.
Γενικά λοιπόν αν δεν σας ενδιαφέρει ο χορός δεν σας ενδιαφέρει και το τόσο εξειδικευμένο αυτό φιλμ. Αλλά ούτε αν πάτε για εγκυκλοπαιδικούς λόγους, για να μάθετε για την Pina Bausch, σας ενδιαφέρει ακριβώς. Η πρότασή μου; Ξεχάστε ότι πήγατε σινεμά. Αφεθείτε στη μαγεία των σωμάτων, των κινήσεων, των μουσικών, σα να παρακολουθείτε αποσπάσματα από χορευτικές παραστάσεις. Συγκινηθείτε, νοιώστε το, απολαύστε το. Ή, αν θέλετε να το θέσουμε αλλιώς, μέσω του σινεμά μυηθείτε σε μια άλλη, διαφορετική τέχνη.

Πέμπτη, Μαΐου 05, 2011

Ο ΜΥΛΟΣ, Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΜΠΡΙΓΚΕΛ


Μερικές ταινίες πριν, είχα θεωρήσει το "Exam" ως παράδειγμα ταινίας όπου πάνω από το 80% της αποτελεσματικότητάς της οφείλεται στο σενάριο και ελάχιστα στην εικόνα ή τη σκηνοθεσία. Η τύχη το έφερε να δω σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα την ακριβώς αντίθετη περίπτωση: "Ο Μύλος και ο Σταυρός" (The Mill and the Cross, 2011) του πολωνού Lech Majewski ρίχνει όλο το βάρος στην εικόνα, ενώ η όποια αφήγηση περνά εμφανώς σε δεύτερη μοίρα.
Ο Pieter Bruegel (1525-1569) είναι βέβαια ο μεγάλος φλαμανδός ζωγράφος, γνωστός τόσο για τις καθημερινές σκηνές που ζωγράφισε, όσο και για τις "μεταφυσικές" (π.χ. "Ο Θρίαμβος του Θανάτου", εμπνευσμένος από την επιδημία πανούκλας και τα άλλα δεινά της εποχής). Και στις δύο περιπτώσεις τα έργα του είναι πάντοτε σχεδον πολυπρόσωπα, τόσο που μερικές φορές χρειάζεται κανείς μεγενθυτικό φακό για να δει όλες τις λεπτομέρειες. Ο Majewski (καθόλου τυχαίο ότι έχει αποφοιτήσει από σχολή Καλών Τεχνών) εμπνέεται από τον πίνακα του Μπρίγκελ "Ο Χριστός φέρων τον Σταυρό" ή "Ο δρόμος για τον Γολγοθά" και κάνει μια παράξενη ταινία όπου η πραγματικότητα της εποχής, ο ίδιος ο Μπρίγκελ και η ιστορία του Χριστού γίνονται ένα με τη δημιουργία και τελικά τον ίδιο τον πίνακα. Ο Μπρίγκελ που συζητά με έναν φίλο του συλλέκτη για τον τρόπο που δουλεύει, ο γνωστή ιστορία της στάυρωσης του Χριστου και διάφορες αποσπασματικές ιστορίες της Φλάνδρας της εποχής μπερδεύονται σε ένα τελικά εντυπωσιακό εικαστικό αποτέλεσμα. Το πολιτικό φόντο της εποχής δεν μένει έξω από τον καμβά: Η Φλάνδρα ήταν τότε υπό την κατοχή των Ισπανών, οι οποίοι, ως φανατικοί καθολικοί, βασάνιζαν και εκτελούσαν τους "αιρετικούς" (βλέπε προτεστάντες) με την αγριότητα που πάντα χαρακτηρίζει τους θρησκευτικούς πολέμους (από τις μεγαλύτερες ηλιθιότητες της ανθρώπινης ιστορίας κατά τη γνώμη μου). Έτσι ο ζωγράφος βίωνε τη φρίκη και την καταπίεση, οι οποίες μπλέκονταν αναπόφευκτα με τις καθημερινές σκηνές (γιορτές, φαγοπότια, παιδικά παιχνίδια κλπ.) Όλα αυτά συνυπάρχουν στο έργο του.
Έχει σημασία να τονίσουμε ότι ο Majewski κάνει αυτό το "συνοθύλευμα" από καταστάσεις ακολουθώντας ακριβώς τον τρόπο του ζωγράφου: Μπορεί το θέμα του πίνακα να είναι ο Γολγοθάς, το πλήθος όμως είναι ντυμένο με σύγχρονα ρούχα (του 1500 εννοώ) και γύρω συμβαίνουν πλήθος καθημερινών σκηνών. Όπως λέει χαρακτηριστικά σε μια σκηνή ο καλλιτέχνης, αυτό που θέλει να δείξει στον πίνακά του είναι ότι ενώ δίπλα μας συμβαίνουν κοσμοϊστορικά, συγκλονιστικά γεγονότα, οι άνθρωποι συχνά δεν τα αντιλαμβάνονται και εξακολουθούν να ζουν τις κανονικές, ευχάριστες ή δυσάρεστες, ζωές τους, ασχολούμενοι με τα προσωπικά τους προβλήματα. Αυτό ακριβώς κάνει στο έργο: Η σκηνή με το Χριστό είναι κάπου χαμένη στο πλήθος, καθόλου κεντρική, ενώ δεκάδες άλλα πρόσωπα γύρω ασχολούνται με καθημερινές ενασχολήσεις. Οπότε, λαμβάνοντας αυτό υπ' όψη, κατανοούμε γιατί ο Majewski μπερδεύει κι αυτός τόσα πράγματα στη ταινία του, ακολουθώντας την ίδια τεχνική.
Είπα όμως από την αρχή ότι το βάρος του φιλμ πέφτει στο εικαστικό μέρος. Ο σκηνοθέτης έχει καταφέρει να αναπλάσει μια τέλεια μπριγκελική ατμόσφαιρα. Αν μάλιστα ξέρετε κι άλλους πίνακες του ζωγράφου, θα δείτε ότι σχεδόν κάθε σκηνή είναι και ένας Μπρίγκελ. Οδηγώντας μάλιστα στα άκρα τη λογική του και χρησιμοποιώντας ψηφιακές τεχνικές, χρησιμοποιεί σαν φόντο σε κάθε εξωτερική σκηνή (ακόμα κι αυτές που φαίνονται λιγάκι έξω από παράθυρα) όχι κινηματογραφημένα τοπία ή σκηνικά, αλλά αυτούσια τα φόντα και τα τοπία από πίνακες του Μπρίγκελ. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό και εικαστικότατο.
Αν λοιπόν ενδιαφέρεστε για το εικαστικό μέρος του σινεμά, η ταινία είναι κατά τη γνώμη μου εξαιρετική. Αν πάτε να παρακολουθήσετε όμως μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, μάλλον ατυχήσατε. Χωρίς αυτή η έλλειψη - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - να είναι αρνητική. Κάθε άλλο.
ΥΓ: Το φιλμ μπορεί να είναι αρκετά "πειραματικό", το πολυεθνικό καστ όμως είναι εντυπωσιακό: Ρούντγκερ Χάουερ ως Μπρίγκελ, Σαρλότ Ράμπλινγκ, Μάικλ Γιορκ!

Τετάρτη, Μαΐου 04, 2011

ΑΣΤΕΙΟ, ΓΑΣΤΡΙΜΑΡΓΙΚΟ "ΤΑΞΙΔΙ"


Ο παραγωγικότατος Michael Winterbottom παραμένει πιστός στο concept του: Την απόλυτη απουσία concept. Πρόκειται για έναν από τους σύγχρονους δημιουργούς των οποίων οι ταινίες δεν έχουν καμία σχεδόν σχέση μεταξύ τους. "Το Ταξίδι" (The Trip, 2010) είναι ένα είδος κωμωδίας (σκεφτείτε ότι η προηγούμενή του ήταν ο βιαιότατος "Δολοφόνος Μέσα μου"). Σαν γενικό κλίμα και χιούμορ αυτό το "Ταξίδι" θυμίζει το "Τρίσταμ Σάντι" (A cock and bull story), που ο W. είχε γυρίσει μερικά χρόνια πριν. Πρωταγωνιστεί άλλωστε και το ίδιο δίδυμο, οι Στιβ Κούγκαν και Ρομπ Μπράντον. Αρχικά γυρίστηκε σαν σίριαλ του BBC σε 6 επεισόδια και στη συνέχεια συμπτύχθηκε για να γίνει ταινία.
Στην ταινία λοιπόν, ένα μεγάλο περιοδικό προτείνει σε έναν ηθοποιό να κάνει ένα ταξίδι στη Βόρεια Αγγλία, με σκοπό να γράψει τις τις γευστικές του εμπειρίες για 6 εστιατόρια. Επειδή όμως βαριέται να το κάνει μόνος, καλεί και έναν φίλο του κωμικό για παρέα.
Ουσιαστικά το φιλμ κινείται κάπως αυτοσχεδιαστικά (υποθέτω), με μίνιμαλ σενάριο και δίχως ιδιαίτερη πλοκή. Οι δυο τους ταξιδεύουν από πόλη σε πόλη (ή χωριό), τρώνε, συζητάν ατελείωτα, κάνουν πλήθος μιμήσεων γνωστών ηθοποιών (συχνά πολύ αστείων), ανταλλάσουν σινεφίλ ατάκες, βλέπουν σινεφίλ όνειρα, ενίοτε ο ένας πηδά και καμιά κοπέλα (ο άλλος είναι καλός και πιστός οικογενειάρχης)... Αυτό που αποκαλύπτεται είναι η μεταξύ τους σχέση αγάπης - μίσους. Άλλωστε οι δυο τους είναι και εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες, που αποκαλύπτονται κι αυτοί βαθμιαία, μαζί με τα κοινωνικά και οικογενειακά τους background: Ο ένας είναι ματαιόδοξος, λίγο καβαλημένος, αγχώδης, αγωνιά για το καλλιτεχνικό του μέλλον και θέλει να γίνει διάσημος. Ο άλλος πιο προσγειωμένος, συμφιλιωμένος με τη ζωή και την οικογένειά του, πετά συνεχώς κωμικές ατάκες και κάνει ατέλειωτες μιμήσεις, λες και δεν μπορεί να μιλήσει διαφορετικά. Στην τελευταία σκηνή, ίσως ο θεατής συγκινηθεί και κάπως, αφού ο καθένας δείχνεται πια ξεχωριστά, στο προσωπικό του περιβάλλον. Στο μεταξύ μάλλον θα του έχει ανοίξει η όρεξη με τα διάφορα - συχνά ασυνήθιστα και γκουρμέ - που δοκιμάζουν οι ήρωές μας.
Πολλές από τις ατάκες, τις συνομιλίες, τις καταστάσεις και τις μιμήσεις έχουν αρκετή πλάκα και το όλο φιλμ κυλά σ' ένα χαλαρωτικό και ευχάριστο κλίμα. Συχνά βέβαια δεν έπιανα όσα σχολίαζαν την εκπομπή του Μπράντον (αφού δεν την ξέρω), κάπου βρήκα ότι υπάρχουν πολλές μιμήσεις και αρκετό μπλα μπλα, συνολικά όμως διασκέδασα και βγήκα με ευχάριστη διάθεση. Μέχρις εκεί όμως. Δεν θα το χαρακτήριζα κάτι παραπάνω, αν και είδα αρκετές πολύ εγκωμιαστικές κριτικές. Για μένα η λέξη που θα το χαρακτήριζε είναι "χαριτωμένο". Με την καλή έννοια.