Τετάρτη, Μαΐου 19, 2010

ΕΡΩΤΑΣ, ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΞΕΚΑΡΔΙΣΤΙΚΟ ΧΙΟΥΜΟΡ


Το έργο του Woody Allen μπορεί εύκολα να χωριστεί σε δύο περιόδους: Την πριν και τη μετά τον "Νευρικό Εραστή" του 1977. Στην πρώτη έχουμε ξεκαρδιστικές κωμωδίες. Στη δεύτερη, δίχως το χιούμορ να λείπει ποτέ, επίσης ξεκαρδιστικό μερικές φορές, τα πράγματα γίνονται σοβαρότερα. Μπαίνουμε στη διερεύνηση του μικρόκοσμου των διανοούμενων της Νέας Υόρκης, στον χώρο των ερωτικών κομεντί με έναν τρόπο που μόνο εκείνος μπορεί να φτιάχνει, στους βαθύτερους προβληματισμούς, ακόμα και σε μερικά δράματα.
Το "Love and Death" του 1975 ("Ο Ειρηνοποιός" στα ελληνικά) ανήκει προφανώς στην πρώτη περίοδο και κατά τη γνώμη μου είναι η πιο αστεία από τις πρώτες του κωμωδίες. Εδώ ο δαιμόνιος δημιουργός παρωδεί το "Πόλεμος και Ειρήνη" του Τολστόι με το χαρακτηριστικό πανέξυπνο, σουρεαλιστικό, ανατρεπτικό και εγκεφαλικό χιούμορ του. Και όταν λέμε παρωδεί, εννοούμε ότι δεν αφήνει τίποτα απ' έξω. Στο στόχαστρό του μπαίνουν ο στρατιωτικός ηρωισμός και η αγάπη για την πατρίδα, ο θεός και οι προβληματισμοί γύρω από την ύπαρξή του, ο έρωτας και το σεξ, ο θάνατος και το άγχος που προκαλεί στον άνθρωπο, η αντιπαράθεση εξυπνάδας και κτηνώδους δύναμης, ο ρατσισμός κατά των εβραίων, ο ίδιος ο Γούντι Άλλεν και ο χαρακτήρας του... για να αναφέρω μερικά μόνο. Και κάπου - κάπου παρωδεί και κάποιες κλασικές στιγμές του σινεμά (π.χ. "Θωρηκτό Ποτέμκιν").
Η ταινία διαδραματίζεται στην τσαρική Ρωσία και ο ήρωας (ο ίδιος ο Άλλεν φυσικά) είναι ένας διανοούμενος ρώσος, που το κύριο χαρακτηριστικό του είναι η δειλία. Δεν έχει καμιά όρεξη να πάει στον πόλεμο για να υπερασπίσει την πατρίδα από τον Ναπολέοντα που εισβάλλει σ' αυτήν, ούτε να μονομαχήσει για την τιμή του και για τα μάτια μιας όμορφης γυναίκας, ούτε να υπερασπιστεί τις παραδόσεις και τις πατροπαράδοτες αξίες. Κι όταν αναγκάζεται να τα κάνει όλα αυτά... ακόμα γελάω.
Μπορεί κανείς να κατηγορήσει το φιλμ ως κάπως αποσπασματικό και ανεκδοτολικό. Όντως. Όμως τα όσα συμβαίνουν και οι απίστευτες ατάκες που ξεστομίζει ο ήρωας με ρυθμό πολυβόλου είναι τόσο αστείες, που νομίζω ότι αποζημειώνουν απόλυτα τον θεατή (από τις αγαπημένες μου στιγμές είναι όταν ο πατέρας εξηγεί στο μικρό γιο για το "πώς είναι οι εβραιοι" και όταν το ζεύγος των πρωταγωνιστών αφήνει έναν φίλο τους στο... Συνέδριο Τρελών Χωριού). Όσο για την ποιότητα του χιούμορ... όπως καταλάβατε, κατά την προσωπική μου τουλάχιστον γνώμη, δεν έχει χάσει τίποτα όλα αυτά τα χρόνια.
Πλάκα - πλάκα, αλλά βέβαια ο Allen περνά μέσα από το φοβερό του χιούμορ τους μόνιμους προβληματισμούς του: Φιλοσοφικούς, περί θεού, περί έρωτα, περί της φύσης του ηρωισμού, περί θανάτου κλπ. Και βέβαια καταλαβαίνει κανείς από τα πρώτα λεπτά ότι δεν έχει να κάνει με έναν συνηθισμένο κωμικό, αλλά με έναν σκεπτόμενο και βαθιά καλλιεργημένο δημιουργό. Προσωπικά πάντοτε τη θεωρώ την καλύτερη ταινία της πρώτης περιόδου του.
ΥΓ: Στο ρόλο της μητέρας του ήρωα θα δείτε τη δικιά μας Δέσπω Διαμαντίδου, που την εποχή αυτή βρισκόταν στην Αμερική.

Δευτέρα, Μαΐου 17, 2010

ΣΤΗΝ ΚΛΕΙΣΤΟΦΟΒΙΚΗ ΑΝΤΑΡΚΤΙΚΗ ΤΟΥ "THE THING"


Ξαναβλέποντας μετά από πολλά χρόνια το "The Thing" του 1982, επιβεβαίωσα τη γνώμη μου ότι μάλλον πρόκειται για την καλύτερη ταινία του John Carpenter. Πρόκειται βέβαια για ένα φιλμ που συνδυάζει άψογα τον καθαρό τρόμο με την επιστημονική φαντασία και είναι, νομίζω, το δεύτερο που πετυχαίνει τον συνδυασμό αυτόν τόσο καλά μετά το πρώτο Alien του Ρίντλεϊ Σκοτ (χρονικά εννοώ, όχι αξιολογικά).
Βασισμένο στο κλασικό διήγημα του John Campbell "Who goes there?" της δεκαετίας του 40 νομίζω, παραμένει πολύ πιο πιστό σ' αυτό απ' όσο η πρώτη ομώνυμη, ψυχροπολεμική ταινία του Howard Hawks του 1951. Παγιδευμένοι στον σταθμό τους στην Ανταρκτική, εκατοντάδες μίλα μακριά από άλλους ανθρώπους, μια χούφτα άντρες έρχονται αντιμέτωποι με την υπέρτατη απειλή: Ένα ον που μπορεί να μεταλλάσεται, παίρνοντας τη μορφή οποιουδήποτε ζωντανού οργανισμού "αφομοιώσει". Επιτυγχάνεται έτσι ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα: Δεν φοβάσαι μόνο το τέρας, που μπορεί να κρύβεται οπουδήποτε, αλλά και τον διπλανό σου, που μπορεί να έχει ήδη "καταληφτεί", διατηρώντας φυσικά την γνωστή, ανθρώπινη μορφή του. Ταυτόχρονα η απομόνωση της ομάδας σε μια βάση, με περιβάλλον -100 βαθμών και αδύνατη επικοινωνία με τον έξω κόσμο, κάνει την ατμόσφαιρα αφόρητα κλειστοφοβική. Καμιά διέξοδος. Έτσι στο νου έρχονται αυθόρμητα σκέψεις για μια αλληγορία για τον φόβο προς τον συνάνθρωπο, που όσο γνωστός και φίλος να είναι, αγνοούμε το τι κρύβει μέσα του. Το πράγμα γίνεται πολυπλοκότερο από το Alien, ας πούμε: Δεν φοβάσαι απλώς ένα τέρας. Φοβάσαι τον διπλανό σου, τον φίλο σου.
Άψογα γυρισμένη η ταινία, κατορθώνει να καθηλώνει τον θεατή (ή τουλάχιστον εμένα) από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό. Αλλά προειδοποιώ: Πρόκειται για φιλμ για γερά στομάχια. Τα εφφέ, εκτός από πολύ εντυπωσιακά, είναι ταυτόχρονα και εξόχως αηδιαστικά. Το σπλάτερ στοιχείο έχει την τιμητική του. Αυτό όμως που θαυμάζω στο "The Thing" είναι ότι ο τρόμος και το σασπένς δεν βασίζονται σ' αυτά, αλλά στο ευρηματικό σενάριο και την όλη ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο σκηνοθέτης, που, βέβαια, την εποχή αυτή βρίσκεται στη μεγαλύτερη ακμή του. Και κάτι ακόμα: Η αληθινή μορφή του τέρατος δεν δείχνεται ποτέ. Βλέπουμε μόνο έντρομοι τις μεταλλάξεις του. Άλλη μια έξυπνη ιδέα που αποδεικνύει ότι δεν χρειάζεται να δείξεις αυτόν καθ' εαυτόν τον εφιάλτη. Αρκεί να τον υπαινιχτείς με τον σωστο τρόπο.
Και κάτι τελευταίο: Τόσες δεκαετίες μετά, η ταινία δεν έχει χάσει το παραμικρό από τη δύναμή της. Καθώς μάλιστα βοηθά το απομονωμένο περιβάλλον, οπότε δεν έχουμε εξωτερικές λήψεις, κοστούμια κλπ., θα μπορούσε κάλλιστα να έχει γυριστεί φέτος. Αλλά πού τέτοια τύχη... Δεν νομίζω ότι τα τελευταία χρόνια έχει γυριστεί μια τόσο καλή ταινία τρόμου. Αν λοιπόν είστε φίλος του είδους δείτε το για να το πιστέψετε. Και, βέβαια, δείτε το επειδή αποτελεί must. Αν πάλι δεν είστε, καλύτερα αλλάξετε dvd ή κινηματογράφο...

Κυριακή, Μαΐου 16, 2010

ΒΙΑΙΟΣ ΚΑΙ ΑΙΜΑΤΗΡΟΣ "ΣΙΩΠΗΛΟΣ ΕΧΘΡΟΣ"


Ο Neil Marshall είναι ένας ενδιαφέρων βρετανός δημιουργός. Κινείται κυρίως στο χώρο του τρόμου, αλλά και αν ακόμα δεν κάνει μια ταινία του είδους, είναι - εκτός από καλός σκηνοθέτης - πάντοτε βίαιος, ίσως και αιμοσταγής. Ο "Σιωπηλός εχθρός" (Centurion, 2010) είναι μια ταινία "χλαμύδας", τουτέστιν ρωμαίοι, σπαθιά, μάχες και τα σχετικά. Μπορώ να σας πω όμως ότι μάλλον δεν μοιάζει με άλλες τέτοιες ταινίες που έχετε δει.
Αναφέρεται στη ρωμαϊκή εισβολή στη Βρετανία και στις απίστευτες δυσκολίες που συνάντησαν οι ρωμαίοι στη Σκωτία, κυρίως από τους Πίκτους, έναν άγριο λαό που ζούσε εκεί. Το αποκορύφωμα ήταν η ολοσχερής σχεδόν εξόντωση μιας ολόκληρης λεγεώνας. Το φιλμ παρακολουθεί τον άγριο αγώνα για επιβίωση των επτά μόνο που επέζησαν. Αλλά, σας είπα, μη φανταστείτε ηρωισμούς (εντάξει, υπάρχουν κι αυτοί) και μονομαχίες και τέτοια. Εδώ όλα είναι αιματοβαμένα, οι σφαγές διαθέτουν έναν άγριο ρεαλισμό, η βία κυριαρχεί από την πρώτη μέχρι την τελευταία σκηνή και αγγίζει σχεδόν τα όρια του σπλάτερ. Ακόμα κι αν υπάρχουν μερικές σεναριακές ευκολίες, ο ρεαλισμός που σας έλεγα σε κάνει να νοιώθεις τα χτυπήματα, να πονάς σχεδόν με τους στρατιώτες.
Νομίζω ομως ότι ο αληθινός πρωταγωνιστής είναι το άγριο, σχεδόν τρομαχτικό τοπίο. Αφιλόξενο, κρύο, συχνά χιονισμένο, απόκρημνο, κόβει την ανάσα με την άγρια ομορφιά του και, βέβαια, συντελεί στην εκμηδένιση και την ψυχική καταρράκωση των εισβολέων. Η φωτογραφία είναι μουντή, ψυχρή, γκριζοπράσινη, και συμβάλλει κι αυτή στη ζοφερότητα του κλίματος. Διαβάζοντας τη φιλμογραφία του Marshall άλλωστε (γιατί έχω δει μόνο την "Κάθοδο") διαπίστωσα ότι οι περισσότερες ταινίες του διαδραματίζονται στα άγρια Highlands της Σκωτίας.
Όσοι όμως γνωρίζουν αυτό το "βίτσιο" μου, θα καταλάβουν ότι εκτίμησα το φιλμ κυρίως για έναν άλλο λόγο: Το ότι δεν υπάρχουν οι συνήθεις σχηματικοί "καλοί" και "κακοί". Υπάρχει βέβαια ο ήρωας πρωταγωνιστής που είναι σαφώς "καλός" (και λέει και ατάκες του στιλ "θα πολεμήσουμε ή θα πεθάνουμε - δεν θυμάμαι - για τη Ρώμη", λες και δεν έχουν εισβάλλει άνευ λόγου οι ρωμαίοι στου διαόλου τη μάνα), αλλά όλα τα άλλα δείχνονται απόλυτα ισορροπημένα. Οι βάρβαροι Πίκτες δεν είναι σε καμιά περίπτωση οι κλασικοί "κακοί". Υπερασπίζονται τη χώρα τους και εκδικούνται τις βαρβαρότητες που έχουν υποστεί από τους εισβολείς, κι αυτό γίνεται σαφές σε πολλά σημεία. Γενικά δεν δείχνονται απρόσωποι και διαθέτουν μια ανθρώπινη διάσταση. Οι ρωμαίοι πάλι, πολύ μακριά από ηρωισμούς, αυτό που κυρίως επιθυμούν είναι να ξεμπερδεύουν απ' αυτόν τον καταραμένο τόπο και να γυρίσουν το γρηγορότερο στην πατρίδα τους. Το τέλος, με την ξεκάθαρη απόρριψη και των δύο πλευρών, επιβεβαιώνει τα παραπάνω. Έτσι, μέσα στο όργιο της βίας που κυριαρχεί, στην ταινία μπορεί να ανιχνευτεί ακόμα και μια αντιπολεμική διάσταση.
Δεν είναι και κανένα αριστούργημα και σας είπα ότι σεναριακές αφέλειες υπάρχουν, αλλά εκτός του ότι με καθήλωσε για δύο ώρες, τη βρήκα μια πολύ ενδιαφέρουσα και αρκετά διαφορετική από τις άλλες ταινία του χιλιοειδωμένου αυτού είδους. Θα παρακολουθώ από κοντά τον Neil Marshall.

Παρασκευή, Μαΐου 14, 2010

ΣΠΑΡΑΚΤΙΚΗ "ΣΙΩΠΗ"


Με τη "Σιωπή" (Tystnaden) του 1963 ο Ingmar Bergman (1918-2007) κάνει μια από τις σπαρακτικότερες ταινίες του. Δράμα δωματίου (το μεγαλύτερο μέρος διαδραματίζεται στα δωμάτια ή στους έρημους διαδρόμους ενός ξενοδοχείου), το φιλμ αυτό με την πολύ καλή, σχεδόν εξπρεσιονιστική φωτογραφία, κυλά αργά και βλέπεται δύσκολα από μη υποψιασμένους θεατές.
Μιλά για τη "άρρωστη" σχέση μίσους ανάμεσα σε δυο αδελφές, μία που αργοπεθαίνει και μία άλλη που απολαμβάνει υλικά μόνο και δίχως συναισθήματα τη ζωή - το σεξ για να είμαστε ακριβέστεροι. Με ελάχιστα πρόσωπα και λίγους, αραιούς διαλόγους, καταφέρνει να δημιουργήσει μια κλειστοφοβική, αποπνικτική ατμόσφαιρα, ενώ το βασικό στοιχείο που κυριαρχεί είναι η αποξένωση ανάμεσα στους ανθρώπους και η μοναξιά. Οι αδελφές μισούν η μία την άλλη, κανείς δεν μπορεί να επικοινωνήσει με άλλους ανθρώπους αφού (συμβολικό αυτό) βρίσκονται σε μια ξένη χώρα της οποίας τη γλώσσα δεν ξέρουν, το σεξ γίνεται μόνο μηχανικά, δίχως έρωτα, η αγάπη απουσιάζει παντελώς. Η κόλαση είναι σ' αυτήν εδώ τη ζωή, μοιάζει να μας λέει ο μεγάλος δημιουργός ή, αν προτιμάτε τη γνωστή ρήση του Σαρτρ, "η κόλαση είναι η άλλοι". Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ένα άλλο στοιχείο που κυριαρχεί στην ταινία είναι η διαρκής ζέστη, που κάνει ακόμα πιο αποπνικτική την ατμόσφαιρα και την πλησιάζει σ' αυτήν της κόλασης που ο μέσος άνθρωπος έχει στο μυαλό του.
Όπως καταλαβαίνετε όλα εδώ λειτουργούν συμβολικά. Το μεγάλο, έρημο ξενοδοχείο, ο γέρος θαλαμηπόλος που, όπως έχει γραφτεί, "θα μπορούσε να είναι κλειδοκράτορας του κάτω κόσμου", η ξένη χώρα και η έλλειψη επικοινωνίας λόγω άγνοιας της γλώσσας, οι γκροτέσκοι νάνοι που κατοικούν στο ξενοδοχείο, ακόμα και η εξωτερική απειλή, καθώς σε μία από τις σπάνιες εξωτερικές σκηνές, βλέπουμε ένα τανκς να διασχίζει τους έρημους νυχτερινούς δρόμους, παραπέμποντας έτσι σε δικτατορία ή πόλεμο που σοβεί στην ανώνυμη χώρα και εντείνοντας το κλίμα της απειλής.
Ο Μπέργκμαν είχε δηλώσει λίγο καιρό πριν την ταινία ότι δεν πιστεύει πια στην ύπαρξη του θεού "και από τότε που το αποδέχτηκε αυτό νοιώθει πολύ καλύτερα" (ας μη ξεχνάμε ότι είχε ανατραφεί σε καταπιεστικό, θρησκευτικό περιβάλλον από πάστορα πατέρα). Έτσι, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, η ταινία μιλά ουσιαστικά για τον "θάνατο του θεού". Το θέμα είναι (το πρόβλημα για πολλούς) ότι όταν αποδεχτείς τη μη ύπαρξη θεού, τότε συνειδητοποιείς την ανθρώπινη μοναξιά και αντιλαμβάνεσαι ότι ο θάνατος είναι απλώς το τέλος και τίποτα παραπάνω και ότι όλα αυτά περί αιωνιότητας δεν ισχύουν. Όπως τα περισσότερα πράγματα, ο θάνατος της πίστης έχει διττά αποτελέσματα: Την απελευθέρωση από μια σειρά από δεσμά και την ελευθερία του ανθρώπου από έναν "ουράνιο μπαμπούλα", αλλά και αυτά που μόλις περιγράψαμε προηγουμένως. Τη ζοφερή πλευρά του θέματος, την κυριαρχία της μοναξιάς και την έλλειψη ανθρώπινης επαφής εικονογραφεί λοιπόν το κλασικό αυτό φιλμ.
Στην εποχή του είχε προκαλέσει σκάνδαλο και είχε λογοκριθεί σε πολλές χώρες λόγω κάποιων σεξουαλικών σκηνών που περιέχει. Σήμερα αυτό μας φαίνεται αστείο. Ήταν όμως η πρώτη φορά σε μη πορνογραφικό φιλμ που δειχνόταν όχι κάτι τολμηρό με τα σημερινά δεδομένα, αλλά απλώς η διαδικασία του σεξ, πέρα από το αρχικό φιλί όπου έμεναν όλα στις παλιότερες ταινίες, καθώς και το ωμό, σκέτο σεξ δίχως έρωτα και συναισθήματα. Αλλά αυτό δεν είναι η ουσία της ταινίας.
Θα μπορούσε να είναι θεατρικό, η υπέροχη φωτογραφία όμως και η υποβλητική σκηνοθεσία το κάνουν πέρα για πέρα σινεμά. Και υπάρχουν και οι πολύ δυνατές ερμηνείες των δύο γυναικών. Έτσι μπορούμε να μιλάμε για ένα αποπνικτικό (αυτή κατά τη γνώμη μου είναι η λέξη που το χαρακτηρίζει περισότερο) και ζοφερό αριστούργημα. Μάλλον για λίγους όμως.

Τετάρτη, Μαΐου 12, 2010

Ο ΜΠΟΥΦΑΛΟ ΜΠΙΛ Ή ΠΏΣ ΓΡΑΦΕΤΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ


Ο Robert Altman (1925-2006) είναι ένας σημαντικός αμερικανός σκηνοθέτης, πάντοτε όμως έβρισκα το έργο του άνισο. Έτσι υπάρχουν ταινίες του που αγαπώ και άλλες που βαριέμαι. Στη δεύτερη, φοβάμαι, κατηγορία ανήκει το "Buffalo Bill and the Indians" του 1976.
Το περίεργο είναι ότι αυτό που θέλει να κάνει εδώ ο Altman είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον και προσωπικά συμφωνώ απόλυτα με την οπτική του. Παρ' όλα αυτά είδα την ταινία δύσκολα. Ήταν σα να "μην τραβούσε", κοινώς με κούρασε αρκετά.
Ας δούμε όμως το ενδιαφέρον σημείο της: Όπως καταλάβατε από τον τίτλο, κύριο πρόσωπο είναι ο Μπούφαλο Μπιλ, ένας από τους ήρωες του Φαρ Ουέστ. Αυτό που ίσως δεν ξέρετε είναι ότι στην πραγματικότητα ο Μπιλ Κόντι, όπως ήταν το αληθινό του όνομα, καθόλου ήρωας δεν ήταν. Υπήρξε απλώς ένας καλός κυνηγός, που είχε εξοντώσει εκατοντάδες βίσωνες, και κάποια στιγμή σκέφτηκε (αφού βοηθούσε και η ωραία του εμφάνιση) να κάνει τον εαυτό του - και ολόκληρο τον μύθο της Άγριας Δύσης - ένα μεγάλο σόου. Και αυτό ακριβώς έκανε. Δημιούργησε έναν θίασο από καουμπόιδες, ινδιάνους, παλιούς στρατιώτες, βίσωνες και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε που να σχετίζεται με το Ουέστ, περιόδευε μ' αυτόν την Αμερική αναπαριστώντας σκηνές από τη ζωή και τις περιπέτειες των μυθικών πιονιέρων, και πολύ σύντομα έγινε πλούσιος και διάσημος. Η μεγάλη στιγμή στην καριέρα του φτάνει όταν προσλαμβάνει τον ινδιάνο αρχηγό μιας φυλής των Σιου Καθιστό Ταύρο, διάσημο ήδη αφού ήταν ο άνθρωπος που σκότωσε τον θρυλικό στρατηγό Κάστερ, ο οποίος εμφανίζεται στις παραστάσεις του (ο ινδιάνος, όχι ο μακαρίτης Κάστερ) παίζοντας τον εαυτό του.
Με όλα αυτά τα πραγματικά γεγονότα στα χέρια του, ο Altman βρίσκει την ευκαιρία να σαρκάσει όλη την ιστορία της χώρας του, να δείξει πόσο ψεύτικοι και κούφιοι είναι οι μύθοι που την έθρεψαν, να υπενθυμίσει για μια ακόμα φορά ότι η ιστορία γράφεται από τους νικητές, αλλά και να καταδείξει τη δύναμη του θεάματος να δημιουργεί μύθους, οι οποίοι συνήθως είναι ψευδείς. Ταυτόχρονα ενδιαφέρεται για την κατάντια πρώην σημαντικών ανθρώπων, και κυρίως των ινδιάνων, που "ξεπουλιούνται" για τα λεφτά, δεχόμενοι να γίνουν μέρος ενός φτηνού θεάματος. Κυρίως όμως ενδιαφέρεται για την τραγική μοίρα των ινδιάνων και υπενθυμίζει την φριχτή τους εξόντωση από τους αδίστακτους λευκούς άποικους - των οποίων φυσικά δεν παραλείπει να τονίσει το ρατσισμό και την άνευ όρων παράδοση στο πάσει θυσία κέρδος. Και δεν διστάζει να δείξει σαν αλαζόνα, ανόητο και σκληρό τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Κλίβελαντ. Έτσι, με τολμηρό τρόπο, τινάζει στον αέρα τα θεμέλια της ιστορίας της χώρα του, θυμίζοντας με κάθε τρόπο πόσο κατασκευασμένα είναι αυτά και πόσο στηρίζονται στην πραγματικότητα σε ένα μαζικό έγκλημα και στο σφετερισμό της γης από τους αρχικούς κατοίκους της. Οι ινδιάνοι εξ άλλου, στην τελευταί καλή σκηνή της ταινίας, παρουσιάζονται ως οι τύψεις της Αμερικής, αυτοί που για πάντα θα στοιχειώνουν τον ύπνο των περισσότερο βάρβαρων σε τελική ανάλυση νικητών.
Κρίμα που όλα αυτά τα εξαιρετικά ενδιαφέροντα συμβαίνουν με τόσο αργό, στατικό θα έλεγα και, τελικά, βαρετό για μένα τουλάχιστον τρόπο. Νομίζω ότι βρισκόμαστε μπροστά σε κλασική περίπτωση καλών, ανατρεπτικών και πολύ τολμηρών προθέσεων και μέτριου αποτελέσματος. Και να σκεφτείτε ότι παίζει και ένα πλούσιο καστ: Από τον Πολ Νιούμαν και τον Μπαρτ Λάνκαστερ μέχρι τη Τζεραλντίν Τσάπλιν και τον νεαρό τότε Χάρβεϊ Καϊτέλ...

Τρίτη, Μαΐου 11, 2010

ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΙ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΣΤΙΣ ΑΓΡΙΕΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ


Από τις πρώτες ταινίες του στυλίστα Wong Kar Wai "Οι Άγριες μέρες μας" (A Fei zheng chuan ή Days of being Wild στα αγγλικά), γυρίστηκε το 1990, συναντούμε όμως σ' αυτή πολλά από τα χαρακτηριστικά τού τόσο ιδιαίτερου αυτού δημιουργού.
Οι σχέσεις των ανθρώπων (ερωτικές κυρίως, αλλά και άλλες) κυριαρχούν και πάλι στο όμορφο αυτό φιλμ. Δύο άντρες, ο ένας "κακομαθημένος", που φέρεται άκαρδα στις γυναίκες που τον ερωτεύονται, δύο γυναίκες, πρώην ερωμένες του πρώτου, άλλα πρόσωπα που κινούνται γύρω απ' αυτούς, τυχαίες συναντήσεις, χαρούμενες και δύσκολες στιγμές, συνθέτουν ένα "κάδρο" που κυριαρχείται από μια σκοτεινή ατμόσφαιρα και τη χαρακτηριστική μελαγχολία που συναντάμε σε πολλές ταινίες του σκηνοθέτη. Κάτω από τις σχέσεις των ανθρώπων υποβόσκει μια υποτυπώδης αστυνομική πλοκή, που είναι σαφές ότι δεν ενδιαφέρει τον δημιουργό. Είναι μόνο ένα πρόσχημα για να κινηθεί η ιστορία. Άλλωστε δεν είναι τυχαία η χρήση συμπτώσεων (της μοίρας, ίσως θα έλεγε κανείς), που δείχνει την αδιαφορία του για την αληθοφάνεια της ιστορίας καθ' εαυτής.
Ο βασικός ήρωας ψάχνει την αληθινή του μητέρα (υιοθετημένος γαρ), ταυτόχρονα όμως είναι αδιάφορος για τα πάντα - όχι μόνο για τον έρωτα - σα να μην ενδιαφέρεται για το πώς θα κυλήσει η ζωή του, ούτε καν για το αν θα ζήσει ή θα πεθάνει. Τυχοδιώκτης τόσο στη ζωή όσο και στον έρωτα, αφήνεται να παρασυρθεί από τις εκάστοτε συγκυρίες. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες, άντρες και γυναίκες, είναι πολύ διαφορετικοί απ' αυτόν. Έτσι έχουμε εδώ αναφορές τόσο στο ερωτικό πάθος, όσο και στον μονόπλευρο, δίχως ανταπόκριση έρωτα, άλλο ένα κυρίαρχο στοιχείο του φιλμ.
Στον Kar Wai βέβαια, το είπαμε, δεν έχει ποτέ σημασία η ίδια η ιστορία. Ο σκηνοθέτης αυτός είναι μάστορας στη δημιουργία ατμόσφαιρας. Εδώ η ατμόσφαιρα είναι παρακμιακή, σκοτεινή, γεμάτη βροχή και, πάνω απ' όλα, νοσταλγική. Η ιστορία διαδραματίζεται στις αρχές των 60ς (60-61 για την ακρίβεια) σ' ένα διαφορετικό απ' αυτό που ξέρουμε σήμερα Χονγκ Κονγκ και, εκτός από τα παλιά αντικείμενα που συνθέτουν τις εικόνες της, είναι πλημμυρισμένη από ηθελημένα παλιομοδίτικη, πλην όμως όμορφη μουσική, που συμβάλλει τα μέγιστα στη δημιουργία του νοσταλγικού κλίματος που λέγαμε. Οι έρωτες έχουν εντελώς διαφορετικό αντίκτυπο στην κάθε πλευρά, η ζωή καλπάζει προς το τέλος της "δίχως να κοιτάζει τη δική μας μελαγχολία". Γι' αυτό και ο χρόνος είναι πανταχού παρόν, με τη συνεχή σχεδον παρουσία ρολογιών, ενός ακόμα χαρακτηριστικού του φιλμ.
Αν και ομολογώ ότι δεν κατάλαβα την τελική σκηνή και το νόημά της, η ταινία μου άρεσε και με συγκίνησε. Διαθέτει, νομίζω, αυτή την τρυφερότητα, τη γλυκειά παρακμή, τη νοσταλγία, που συχνά συγκινούν, ακόμα κι αν δεν ξέρουμε ακριβώς το λόγο. Ήταν άλλωστε η πρώτης ταινία του Kar Wai που τον ξεχώρισε από το υπόλοιπο σινεμά του Χονγκ Κονγκ, λίγο πριν γίνει παγκόσμια γνωστός με το "Σανγκάι Εξπρές". Αν λοιπόν ενδιαφέρεστε για ένα διαφορετικό, ευαίσθητο σινεμά, έχετε μπροστά σας ένα θαυμάσιο παράδειγμα.

Κυριακή, Μαΐου 09, 2010

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ


"Το Μυστικό στα μάτια της" (El Secreto de sus Ojos, 2009) του Juan José Campanella είναι η αργεντίνικη ταινία που κέρδισε το ξενόγλωσσο Όσκαρ του 2010. Νομίζω ότι ήταν καλή επιλογή, όχι συγκριτικά με τις υπόλοιπες υποψηφιότητες, αλλά αν το δει κανείς μεμονωμένα, με την έννοια ότι τη βρήκα καλή ταινία.
Παρακολουθούμε ένα φιλμ που συνδυάζει με ενδιαφέροντα τρόπο μια αστυνομική ιστορία με ένα ανείπωτο, ανομολόγητο love story. Έτσι νομίζω ότι κρατά τον θεατή όχι μόνο με τις ανατροπές και με το σασπένς που σχετίζεται με τον αρχικό βιασμό και φόνο. Διαθέτει μάλιστα την ιδιομορφία να μαθαίνουμε σχετικά σύντομα το δράστη, αλλά το ενδιαφέρον συνεχίζεται αμείωτο. Όλα αυτά είναι ποτισμένα με μια πανταχού παρούσα μελαγχολική διάσταση, που κάποιες στιγμές αγγίζει τα όρια της συγκίνησης - αν και συχνά έχουμε με μικρές δόσεις χιούμορ που πλουτίζουν την ατμόσφαιρα, μερικές από τις οποίες μάλιστα αναφέρονται στο μπάχαλο κάποιων δικαστικών υπηρεσιών της χώρας, για να καταλήξουμε στο δυνατό φινάλε και τη λύση της υπόθεσης, που έρχεται 25 χρόνια μετά. Άλλωστε όλη η ταινία αποτελείται από ένα διαρκές μπρος - πίσω ανάμεσα στο τώρα και το τότε.
Αυτό που βρήκα σημαντικό και όχι πολύ συχνό στο σινεμά τέτοιου είδους, είναι ότι ενώ ξεκινά με την κλασική περίπτωση ενός φόνου, δεν μένει στην αναζήτηση του ενόχου με τη σχετική αγωνία και τις ανατροπές, αλλά διερευνά και τις επιπτώσεις, συχνά μακροχρόνιες, της απεχθούς αυτής πράξης στις ζωές κάποιων ανθρώπων που σχετίζονται με το θύμα, αλλά και αυτών που αγωνίζονται για τη διελεύκανση της ιστορίας. Το άλλο θετικό σημείο είναι ότι, συγχρόνως, ρίχνει διακριτικές ματιές στην ιστορία της Αργεντινής, από τα μέσα της δεκαετίας του 70 μέχρι σήμερα, τονίζοντας έτσι με πολύ έξυπνο και έμμεσο τρόπο τις επιπτώσεις της Ιστορίας και των πολιτικών γεγονότων στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Και λέει, έμμεσα και πάλι, ότι ένα μέρος των ευθυνών της τραγικής αυτής ιστορίας βαρύνει πολιτικές καταστάσεις και πρόσωπα.
Ίσως σε κάποια σημεία να αγγίζει κάπως το μελό, αυτό όμως δεν με εμπόδισε καθόλου να ευχαριστηθώ την ταινία, αφού δεν βρίσκεται εκεί η ουσία της. Έτσι συνολικά τη βρήκα αξιόλογη και την προτείνω σε όσους ενδιαφέρονται για μια διαφορετική, πιο σύνθετη και πολυεπίπεδη αντιμετώπιση μιας ιστορίας που ξεκινά από αστυνομική. Το έχουμε άλλωστε πει πάμπολλες φορές: Καλό σινεμά υπάρχει και σε άγνωστες κινηματογραφικά χώρες.

Πέμπτη, Μαΐου 06, 2010

Η ΤΡΙΣΤΑΝΑ ΚΑΙ Η ΑΣΤΙΚΗ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ


Ο Luis Buñuel (1900-1983) είναι ήδη 70 χρόνων όταν γυρίζει την "Τριστάνα" το 1970. Παρά την ηλικία του όμως δεν έχει χάσει τίποτα από τον σαρκασμό και τη "βλάσφημη" ματιά του σε κάθε καθιερωμένο θεσμό της κοινωνίας. Ο βαθύτερα αναρχικός και αντισυμβατικός μεγάλος του σινεμά μπορεί να δείχνει ακόμα τα δόντια του.
Στην "Τριστάνα" βάζει σα στόχο έναν ηλικιωμένο αριστοκράτη, ξεπεσμένο αρχικά και πλούσιο στη συνέχεια χάρη σε μια κληρονομιά, και τον "ξεγυμνώνει" ανελέητα (και, φυσικά, μαζί μ' αυτόν και την τάξη του). Για να μην απλοποιήσει τα πράγματα όμως, δεν τον παρουσιάζει ως τυπικό συντηρητικό. Αντίθετα, ο ήρωας είναι αυτό που θα λέγαμε προοδευτικός: Σοσιαλιστής, απεχθάνεται τον κλήρο και την εκκλησία, έχει κόψει τους δεσμούς με τη συντηρητική αδελφή του και τάσσεται υπέρ μιας σεξουαλικής ελευθεριότητας. Παρ΄ όλα αυτά παραμένει δέσμιος των συμβάσεων της τάξης του, συχνά υποκριτής και ο ορισμός του "μόνο λόγια". Σοσιαλιστής, είπαμε, αλλά δεν έχει δουλέψει ποτέ στη ζωή του και καυχιέται γι' αυτό. Έχει μάλιστα ιδεολογικοποιήσει το θέμα, κάνοντας μια σωστή αλλά παντελώς ανέφικτη κριτική στο θέμα της εργασίας. Άλλωστε, αν και σοσιαλιστής, εξαρτάται σχεδόν στα πάντα από την πιστή υπηρέτριά του. Έτσι η ιδεολογία μένει στα λόγια, ενώ η ταξική δομή της κοινωνίας μένει ανέπαφη, ενώ, όταν πια γερνάει πολύ, έρχεται κοντά και στους παπάδες που πάντοτε απεχθανόταν και σε διάφορους άλλους θεσμούς που σάρκαζε. Ζηλότυπος από την άλλη, δεν διστάζει να ξεπαρθενέψει τη νεαρή ανιψιά του και στη συνέχεια να κάνει τα πάντα για να την κρατήσει κοντά του. Έτσι ο Μπουνουέλ ρίχνει μια ματιά και σε ένα άλλο προσφιλές θέμα του: Τον γεροντικό έρωτα και τα αδιέξοδά του.
Η Τριστάνα πάλι, αθώα αρχικά, μετατρέπεται σιγά - σιγά σε ένα στριφνό και κυνικό πλάσμα (κυρίως μετά το ατύχημά της). Νομίζω ότι είναι σα να θέλει να μας πει ο σκηνοθέτης ότι η κοινωνία διαφθείρει κι ότι είναι αδύνατο να διατηρήσει κανείς την αθωότητά του σε ένα τέτοιο κόσμο. Παράλληλα ο Μπουνουέλ παίζει με τα φετίχ του σαν καλός σουρεαλιστής: Τους εφιάλτες ή ένα ξύλινο πόδι ας πούμε, ενώ ο μόνιμος στόχος του, η καθολική εκκλησία, είναι και πάλι παρούσα. Και, για να το πούμε κι αυτό, ποιος άλλος θα τολμούσε να δείξει την νεαρή, πανέμορφη και στις δόξες της την εποχή αυτή Κατρίν Ντενέβ... μονοπόδαρη;
Έτσι ο γερο Μπουνουέλ καταφέρνει και πάλι να σαρκάσει θεσμούς και καθιερωμένες αξίες και να κάνει μια από τις πιο γνωστές του ταινίες. Προσωπικά η "Τριστάνα" δεν είναι από τα αγαπημένα φιλμ ενός από τους πολύ αγαπημένους μου δημιουργούς, παραμένει όμως, νομίζω, σημαντική και χαρακτηριστική του έργου του.

Τετάρτη, Μαΐου 05, 2010

ΟΙ ΤΖΕΝΤΑΪ ΚΑΙ Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ


Το 1983 ο πρόωρα χαμένος Richard Marquand (1938-1987) γυρίζει την "Επιστροφή των Τζεντάι" (το "επεισόδιο VI" όπως το ήθελε ο Λούκας) κλείνοντας τον αυθεντικό κύκλο των Star Wars. Εδώ όλα ξεκαθαρίζονται, παλιά μυστικά αποκαλύπτονται, ενώ οδηγούμαστε σ' ένα ενδιαφέρον τέλος. Κυρίαρχη μορφή γίνεται πλέον ο φοβερός Νταρθ Βέιντερ (είχε φανεί από το δεύτερο μέρος), μια από τις πλέον αρχετυπικές φιγούρες "κακών" που επινόησε το παγκόσμιο σινεμά. Και αυτό που είχε ξεκινήσει το 1977 σαν απόλυτα διασκεδαστικό παραμύθι αγγίζει σχεδόν τώρα τα όρια της τραγωδίας.
Φυσικά, μετά την τεράστια επιτυχία, το τρίτο αυτό μέρος είναι πιο προσεγμένο σε εφφέ, σκηνικά και τα άλλα σχετικά που φτιάχνουν ένα χορταστικό θέαμα. Χαρακτηριστικό είναι το πλήθος των εξωγήινων έλλογων μορφών ζωής που εμφανίζονται εδώ, προσθέτοντας μια ακόμα πινελιά στο όλο πράγμα. Και βέβαια ο "προβληματισμός" για τη φύση του καλού και του κακού και η φιλοσοφία των ιπποτών Τζεντάι παίρνουν το πάνω χέρι.
Όλα αυτά δεν εμποδίζουν τις σεναριακές αφέλειες που χαρακτηρίζουν όλο τον κύκλο. Εννοώ στις επί μέρους σκηνές. Στις αποδράσεις που είναι πολύ εύκολες, στους κακούς που δεν πετυχαίνουν ποτέ τους καλούς όταν πυροβολούν, στους "από μηχανής θεούς" που σκάνε την τελευταία στιγμή κλπ. Αλλά, το έγραψα και στο προηγούμενο ποστ, όλα αυτά είναι αναμενόμενα και οι συμάβάσεις αποδεκτές όταν ο βασικός στόχος, παρά τους προβληματισμούς που παρεισφρίουν, παραμένει η διασκέδαση στην πιο καθαρή της μορφή. Επίσης και σ' αυτό το φιλμ η επεισοδιακή δομή παραμένει, με παράλληλες δράσεις των ηρώων (χαρακτηριστικό όλης της τριλογίας) και κάποια συμπληρωματικά επεισόδια να κινούνται γύρω από τα βασικά.
Είπα και στην αρχή ότι ποτέ δεν υπήρξα φανατικός της τριλογίας, όπως εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο. Ωστόσο αυτό δεν με εμποδίζει να διασκεδάζω με τη σειρά και να την παρακολουθώ με ενδιαφέρον. Από την απόσταση τόσων χρόνων, μπορώ να πω ότι αυτό που ξεκίνησε σαν απλό παιχνίδι στο μυαλό του Λούκας, όσο προχωρούσε "σοβάρευε", πρόσθετε βάθος στους ήρωες, αποκάλυπτε στοιχεία του παρελθόντος. Φαντάζομαι ότι συνέβει ό,τι και στον Τόλκιν, που ξεκίνησε το Χόμπιτ σαν ένα παραμύθι για μεγάλα παιδιά και κατέληξε να γράψει στο επικό Lord of the Rings, προσθέτοντας όλο και περισσότερο βάθος και αληθοφάνεια στον κόσμο που είχε επινοήσει (τηρουμένων των αναλογιών πάντοτε ανάμεσα στα δύο έπη).
Έχοντας αυτά υπ' όψη, και προσπαθώντας να φανεί ψύχραιμος απέναντι στο μύθο που δημιούργησε η σειρά, νομίζω ότι αξίζει να δει κανείς σήμερα την πρώτη τριλογία, όχι τόσο για να προβληματιστεί (έλεος πια με τη Τζεντάι φιλοσοφία / θρησκεία), αλλά κυρίως για να διασκεδάσει, και μάλιστα με κλιμακούμενο ανά ταινία ενδιαφέρον. Όσο για τη δεύτερη πρίκουελ τριλογία που έφτιαξε ο Λούκας σαν σκηνοθέτης πλέον στα '00ς... αφείστε καλύτερα. Ας μείνουμε στην πρώτη, για να μείνουμε και φίλοι.

Τρίτη, Μαΐου 04, 2010

Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ - ΚΑΙ ΤΟ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ - ΑΝΤΕΠΙΤΙΘΕΤΑΙ


Το 1980 έρχεται το δεύτερο μέρος της αυθεντικής τριλογίας του "Πολέμου των Άστρων", "Η Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται" (The Empire strikes back), του όχι και τόσο σημαντικού σκηνοθέτη Irvin Kershner. Ο Λούκας έχει πλέον αποσυρθεί από τη σκηνοθεσία και, ακολουθώντας τα χνάρια του Ντίσνεϊ, έχει γίνει πια μεγαλοπαραγωγός, πράγμα που παραμένει η βασική του ιδιότητα μέχρι σήμερα.
Διατηρώντας όλα τα χαρακτηριστικά του πρώτου φιλμ, με βασικό την "επεισοδιακή" δομή, νομίζω ότι η ταινία αυτή είναι βελτιωμένη σε σχέση με την πρώτη. Τα εφφέ είναι πιο πειστικά (αλλοίμονο, τόσα εκατομμύρια είχαν βγάλει με το πρώτο φιλμ), οι σεναριακές αφέλειες κάπως λιγότερες και, κυρίως, το ίδιο το σενάριο είναι πιο ενδιαφέρον. Εδώ σκάει αναπάντεχα το φοβερό μυστικό της ταυτότητας του εφιαλτικού Νταρθ Βέντερ αλλάζοντας τα πάντα (δεν θα σας το αποκαλύψω, γιατί ίσως υπάρχουν ακόμα ένας - δύο εκεί έξω που δεν έχουν δει την αρχική τριλογία). Επίσης εισάγεται ο πετυχημένος χαρακτήρας του σοφού Γιόντα και αναλύεται κάπως βαθύτερα η φιλοσοφία γύρω από την περίφημη Δύναμη, οπότε το πάντρεμα επιστημονικής φαντασίας και μεταφυσικής είναι εδώ ακόμα πιο εμφανές.
Η "σιριαλοειδής" δομή είναι στην "Αυτοκρατορία" ακόμα περισσότερο φανερή απ' όσο στο πρώτο μέρος. Είναι χαρακτηριστικό ότι το τέλος σ' αφήνει στα κρύα του λουτρού να περιμένεις οπωσδήποτε το τρίτο επεισόδιο. Τα δύο αυτά μέρη (2ο και 3ο) είναι απόλυτα συνεχή. Εξ άλλου αυτό γίνεται ακόμα πιο φανερό με την περιπέτεια του Λουκ στους πάγους, τη σεκάνς δηλαδή που ανοίγει την ταινία. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, το φιλμ δεν θα άλλαζε στο παραμικρό αν έλειπε ολόκληρη αυτή η υποϊστορία των 15 περίπου λεπτών.
Φυσικά οι σεναριακές ευκολίες υπάρχουν και πάλι (οι κακοί ποτέ δεν πετυχαίνουν τους καλούς όταν πυροβολούν, οι ποικίλες αποδράσεις γίνονται πολύ εύκολα κλπ.), αλλά είπαμε: Όλα αυτά είναι αποδεκτές συμβάσεις σε μια μεγάλη περιπέτεια σαν κι αυτή.
Γενικά μπορώ να πω ότι μάλλον απόλαυσα περισσότερο το δεύτερο αυτό μέρος από το πρώτο (δίχως φυσικά να παραβλέπω το γεγονός ότι το πρώτο Star Wars είναι αυτό που έσκασε σαν κεραυνός και σημάδεψε για πάντα την ποπ κουλτούρα). Και ετοιμάστηκα ψυχολογικά για το τρίτο και τελευταίο μέρος.

Κυριακή, Μαΐου 02, 2010

Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ STAR WARS ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΜΕΤΑ Ι


Μετά πολλά πολλά χρόνια βρήκα χρόνο (και κέφι) να ξαναδώ και τις τρεις ταινίες της αυθεντικής τριλογίας των "Star Wars". Ήμουν περίεργος για την εντύπωση που θα μου έκαναν σήμερα. Πριν απ' αυτό όμως οφείλω να ομολογήσω ότι ποτέ δεν υπήρξα φανατικός της θρυλικής σειράς. Με διασκέδασε σαφέστατα, αλλά μέχρι εκεί. Ευχαρίστως την ξαναείδα, αλλά, και πάλι, μέχρι εκεί. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.
Βρισκόμαστε στα 1977 όταν ο νέος τότε George Lucas, με δυο - τρεις συμπαθητικές ταινίες στο ενεργητικό του, γυρίζει το Star Wars. Φυσικά ούτε κι ο ίδιος φανταζόταν τι έμελλε να ακολουθήσει.
Βλέποντάς τη σήμερα μπορώ να πω ότι τη βρίσκω μάλλον αφελή. Αυτό όμως δεν της στερεί την μεγάλη σημασία: Το φιλμ συνδυάζει έξυπνα την επιστημονική φαντασία με το υπερφυσικό, μαγικό στοιχείο (τη "Δύναμη" φυσικά, που είναι κάτι μεταξύ θρησκείας και παραψυχολογικών δυνάμεων). Συγχρόνως διαθέτει όλη την ευχάριστη αφέλεια και αφηγηματική δεινότητα των παραμυθιών, τη συνεχή δράση, αλλά και το μεγάλο θέαμα, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν κομπιούτερ και τα blockbuster δεν ήταν αυτά που ξέρουμε (και έχουμε βαρεθεί) σήμερα. Νομίζω ότι το μυστικό της επιτυχίας βρίσκεται ακριβώς εκεί: Στην εποχή.
Η αληθινή καινοτομία του Lucas βρίσκεται στο ότι, σε μια πολιτικοποιημένη εποχή, με νωπές ακόμα τις ανατροπές της δεκαετίας του 60, αποφασίζει να κάνει αυτό που για τότε ήταν το άκρο άωτο της καθαρής ψυχαγωγίας και τίποτα παραπάνω ή, αν θέλετε, να απενοχοποιήσει την καθαρή διασκέδαση. Σήμερα αυτό είναι κανόνας. Είναι το πρώτο που κυνηγάνε τα μεγάλα στούντιο. Τότε όμως δεν ήταν καθόλου αυτονόητο. Και, για να περάσει ακόμα περισσότερο το μήνυμα "ξεχάστε κάθε προβληματισμό. Εδώ έρχεστε να το ευχαριστηθείτε και μόνο" διαλέγει την ξεχασμένη δομή των παλιών κινηματογραφικών σίριαλ, που για να τα παρακολουθήσεις έπρεπε να ξέρεις τι είχε συμβεί στα προηγούμενα επεισόδια και στο τέλος σε άφηναν σε κρίσιμο σημείο, ώστε να περιμένεις με αγωνία το επόμενο. Έτσι ξεκινάμε ξαφνικά από το "Επεισόδιο IV" (δίχως φυσικά να έχει προηγηθεί κάτι άλλο), πράγμα που αποτελεί ένα πανέξυπνο κλείσιμο του ματιού τόσο στις νέες τότε γενιές, όσο και σε παλαιότερους σινεφίλ. Βεβαίως ο Λούκας ήταν και ικανός σκηνοθέτης για να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον με τη συνεχή δράση, τα κυνηγητά των διαστημοπλοίων και τα εντυπωσιακά εξωγήινα περιβάλλοντα, κατασκευές και πλάσματα. Και υπήρχαν και δύο πασίγνωστοι "κλασικοί" ηθοποιοί, ο Άλεκ Γκίνες και ο Πίτερ Κάσινγκ σαν κερασάκι στην τούρτα.
Έτσι μια απλή ταινία, στην οποία, αν τη δούμε ψύχραιμα, μπορούμε να εντοπίσουμε πλήθος από σεναριακές ευκολίες (που λύνονται με το εύκολο εύρημα των τερατωδών συμπτώσεων) και αφέλειες, μέτριες ηθοποιίες και αρκετά κενά, μετατρέπεται σε ένα σημείο αναφοράς της σύγχρονης ποπ κουλτούρας, δημιουργεί μια αληθινή "δυναστεία" (όχι μόνο κινηματογραφική, αν αναλογιστούμε τα εκατοντάδες προϊόντα που σχετίζονται με τους "Πολέμους των Άστρων") και εκατομμύρια φανατικών πιστών ανά τον κόσμο, ενώ η λάμψη της δεν έχει ξεθωριάσει μέχρι σήμερα. Δεν είναι τυχαίο ότι λίγα χρόνια μετά - και ενώ ακόμα η εποχή είναι σχετικά "παρθένα" από τέτοιες απόπειρες - ο Σπίλμπεργκ δημιουργεί άλλη μια φοβερά πετυχημένη saga (που προσωπικά μ' αρέσει περισσότερο), με τις ίδιες ακριβώς "ιδεολογικές" προδιαγραφές, αυτή του Ιντιάνα Τζόουνς.
Μη εκλάβετε όλα τα παραπάνω σαν γκρίνια. Ξαναβλέποντας το πρώτο Star Wars δεν βαρέθηκα. Απλώς έκανα κάποιες πιο ψύχραιμες παρατηρήσεις. Εξ άλλου είναι πολύ δύσκολο σήμερα να εκτιμηθεί η σημασία του αν δεν έχει ζήσει κάποιος στην εποχή του και μάλιστα αν δεν έτυχε να είναι έφηβος στην εποχή του. Πολλούς τότε έφηβους, βλέπετε, τους σημάδεψε για όλη τους τη ζωή.

Σάββατο, Μαΐου 01, 2010

"Η ΦΩΛΙΑ ΤΗΣ ΣΦΙΓΓΑΣ" ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ


Να λοιπόν που φτάσαμε στο τέλος της τριλογίας του "Millenium", της σειράς ταινιών δηλαδή που βασίζονται στα τρία ομώνυμα σουηδικά μπεστ σέλλερ του Στιγκ Λάρσον. Το τρίτο και τελευταίο μέρος λέγεται "Το Κορίτσι στη Φωλιά της σφίγγας" (Luftslottet som sprängdes) και γυρίστηκε από τον Daniel Alfredson (όπως και το προηγούμενο μέρος) το 2009.
Ο κύκλος κλείνει εδώ, τα πάντα ξεκαθαρίζονται και... αλλά βέβαια δεν θα σας αποκαλύψω τι γίνεται στο τέλος. Η ταινία διατηρεί αυτόν τον "βρώμικο" ρεαλισμό των προηγουμένων μερών, με κράτησε σε σχετική αγωνία παρά τις δυόμιση ώρες της και βέβαια διαθέτει όπως και οι προκάτοχοί της το σημαντικότατο ατού της απόλυτα αντισυμβατικής ηρωίδας, που βρίσκεται κυριολεκτικά στον αντίποδα των συνηθισμένων (χολυγουντιανών κυρίως) αντίστοιχων ηρωίδων. Και μόνο η εμφάνισή της αρκεί για να πειστείτε για του λόγου το αληθές και, πιστέψτε με, δεν είναι μόνο η εμφάνιση.
Παρ' όλα τα ατού που κάνουν τη σειρά - κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον - πολύ ενδιαφέρουσα, αυτό το τελευταίο μέρος είναι το πλέον συμβατικό και προβλέψιμο, τόσο σαν εξέλιξη όσο και στο φινάλε του. Φταίει σίγουρα το ότι μιλάμε για ένα Νο 3, πράγμα εξ ορισμού σχεδόν βαρετό, αλλά και το ότι του λείπουν οι πολλαπλές ανατροπές και εκπλήξεις των δύο προηγούμενων. Επίσης αυτό το τρίτο μέρος έχει λιγότερη δράση από τα προηγούμενα (αυτό δεν το λέω υποχρεωτικά ως κακό, απλώς προειδοποιώ τους ρέκτες του είδους), αφού η ηρωίδα είναι στο μεγαλύτερο μέρος του καθηλωμένη στο νοσοκομείο ή στην αίθουσα του δικαστηρίου. Παρ' όλα αυτά, συνιστώ ανεπιφύλακτα την τριλογία, όχι μόνο για το πρωτότυπο στόρι της, που πολύ λίγο μοιάζει με άλλα αστυνομικά θρίλερ, ούτε μόνο για τα πολύ ιδιαίτερα στοιχεία που διαθέτει (την ηρωίδα, τον ρεαλισμό που γίνεται ωμότητα μερικές φορές, την πολυπλοκότητα, τους αληθινούς χαρακτήρες), αλλά και για το ότι εξερευνά με τόλμη τη σκοτεινή πλευρά της προοδευμένης και ευνομούμενης Σουηδίας και τα βρώμικα μυστικά που μπορεί να κρύβονται κάτω από τη άψογη επιφάνεια.
Προσέξατε ότι μιλώ συνεχώς για τριλογία και όχι για το συγκεκριμένο μέρος. Δεν είναι τυχαίο. Οι ταινίες αποτελούν συνέχεια η μία της άλλης και πρέπει να ειδωθούν με τη συγκεκριμένη σειρά που γυρίστηκαν (κάτι σαν το Lord of the Rings δηλαδή). Ειδικά αυτό το τρίτο μέρος είναι απόλυτη συνέχεια του προηγούμενου και ίσως πολλοί θεατές που αγνοούν το γεγονός αυτό να μείνουν ξεκάρφωτοι.

Πέμπτη, Απριλίου 29, 2010

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ, Η ΚΟΡΗ ΚΑΙ Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ


Το 1994 ο Roman Polanski γυρίζει το "Death and the Maiden" (O Θάνατος και η κόρη), τίτλος που παραπέμπει σε μεσαιωνικούς, αλλά και μεταγενέστερους πίνακες ή χαρακτικά, που απεικόνιζαν μια όμορφη γυναίκα, συχνά γυμνή, με τον θάνατο δίπλα της, συνήθως με τη μορφή ενός σκελετού. Η πρωταγωνίστρια της ταινίας Σιγκούρνι Γουίβερ δεν έχει πεθάνει βέβαια, αλλά έχει βιώσει στο παρελθόν εφιαλτικές καταστάσεις, πολύ κοντά (ή για μερικούς χειρότερες) από το θάνατο.
Η ταινία θέτει το ερώτημα: Τι θα έκανε κάποιος αν ξαφνικά έπεφτε στα χέρια του ανήμπορος ο άνθρωπος που μισεί περισσότερο, που ουσιαστικά του έχει καταστρέψει τη ζωή; Ή, αν θέλετε να το διατυπώσουμε αλλιώς, πόσο επιτρεπτή είναι η αυτοδικία ή/και η εκδίκηση; Τοποθετημένο σε μια νοτιοαμερικάνικη χώρα που δεν κατονομάζεται μερικά χρόνια μετά την πτώση μιας φρικτής δικτατορίας (της οποίας οι υποστηρικτές και οι βασανιστές δεν τιμωρήθηκαν ποτέ, πράγμα που κάτι μας θυμίζει), γυρισμένη κυρίως στο εσωτερικό ενός απομονωμένου σπιτιού, διαθέτει κλιμακούμενη ένταση και κατάφερε να με κρατήσει σε αγωνία και τώρα, όπως την πρώτη φορά που την είχα δει.
Φυσικά τον πρώτο λόγο εδώ έχουν τα ηθικής φύσης ερωτήματα. Σ΄ αυτά, νομίζω, καλείται να απαντήσει κάθε θεατής. Να σας πω την αλήθεια; Εγώ προσωπικά δεν κατόρθωσα να δώσω μια ξεκάθαρη απάντηση. Ειλικρινά δεν ξέρω τι θα έκανα και πώς θα αντιδρούσα αν βρισκόμουν στη θέση της ηρωίδας. Δεν είμαι καν σίγουρος ότι αυτό που επέλεξε στο τέλος (το οποίο δεν θα σας αποκαλύψω βέβαια) είναι σωστό, αν αναλογιστεί κανείς την τελική σκηνή. Αλλά και να απαντούσα κατηγορηματικά, δεν νομίζω ότι έχει και πολύ νόημα. Εδώ ισχύει απόλυτα η παροιμία "έξω απ' το χορό πολλά τραγούδια". Μου φαίνεται αδύνατο να ξέρω τι θα έκανα αν είχα βιώσει την κόλαση που είχε βιώσει η ηρωίδα. Μου φαίνεται αδύνατο να το ξέρει οποιοσδήποτε, όσο καθαρές φιλοσοφικές θέσεις και ηθικές αρχές και να έχει.
Το φιλμ θέτει επίσης ερωτήματα σε σχέση με τη σχέση του νόμου με την αυθόρμητη πράξη, της νομιμότητας με αυτό που αρχικά φαίνεται ηθικά προφανές. Αλλά σκαλίζει και λίγο τα σαθρά θεμέλια στα οποία χτίζουν τη ζωή τους πολλά ζευγάρια, την υποκρισία που επικρατεί συχνά στους κόλπους τους.
Συνολικά το βρήκα πολύ ενδιαφέρον, με μόνο ίσως ψεγάδι τη φανερή του θεατρικότητα. Βασίζεται σε θεατρικό έργο και μου φαίνεται ότι το δείχνει. Αυτό όμως δεν νομίζω ότι πρέπει να εμποδίσει κάποιον να το δει και, κυρίως, να προβληματιστεί με την αμφιλεγόμενη λύση. Και βέβαια υπάρχουν και οι πολύ καλές ηθοποιίες της Σιγκούρνι Γουίβερ και του Μπεν Κίνγκσλεϊ.
Τελικά ο Polanski έχει κάνει κάμποσα διαφορετικά πράγματα στην καριέρα του.

Τετάρτη, Απριλίου 28, 2010

ΤΟ ΠΟΡΦΥΡΟ ΡΟΔΟ ΚΑΙ ΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ


Το 1985 ο Woody Allen γυρίζει το "Πορφυρό Ρόδο του Καϊρου" (The Purple Rose of Cairo), φτιάχνοντας έτσι μια από τις πιο έξυπνες και ευφάνταστες ταινίες του. Εδώ παίζει τόσο με το φανταστικό, όσο και με τη φύση του ίδιου του σινεμά, τη μαγεία του, τη σαγήνη που εξασκεί σε πλήθη ανθρώπων. Ταυτόχρονα βέβαια το φιλμ διαθέτει, όπως πάντοτε σχεδόν, και το αμίμητο χιούμορ του.
Μακριά από τα σύγχρονα προβλήματα των νεοϋορκέζων διανοούμενων αυτή τη φορά, μας μεταφέρει στην εποχή του μεγάλου κραχ, γύρω στα 1929 και ασχολείται με φτωχούς, καθημερινούς ανθρώπους. Αυτό όμως είναι μόνο το φόντο. Γιατί αυτό που συμβαίνει είναι ότι ένας νεαρός ηθοποιός... το σκάει από την οθόνη και από την ταινία όπου παίζει και βγαίνει στην πραγματική ζωή επειδή ερωτεύτηκε μiα γυναίκα που παρακολουθούσε το φιλμ. Από εκεί και πέρα συμβαίνουν διάφορα ευτράπελα και μη. Η όλη κατάσταση θυμίζει κάποια από τα χιουμοριστικά διηγήματα του Γούντι Άλλεν στα βιβλία που είχει γράψει παλιότερα.
Ο Allen βρίσκει κυρίως την ευκαιρία να σχολιάσει τη μαγική δύναμη του κινηματογράφου, την έλξη που ασκεί σε εκατομμύρια ανθρώπους, τις φαντασιώσεις που προκαλεί, την ικανότητα που έχει να κάνει τον κόσμο να ονειρεύεται, να φαντάζεται, να ξεφεύγει από τη συχνά μίζερη καθημερινότητα. Του κινηματογράφου κυρίως, αλλά και οποιουδήποτε άλλου μυθοπλαστικού μέσου κατά προέκταση. Αλλά νομίζω ότι η ματιά του είναι μέλλον κριτική γι' αυτή την "μαγική" ικανότητα. Διότι πέραν από την ηδονή του ονείρου και της καταφυγής στη φαντασία, όλο αυτό το παιχνίδι λειτουργεί και αποξενωτικά για τον άνθρωπο, τον απομακρύνει από καυτά προβλήματα, άρα απομακρύνει και την προσπάθεια για λύσεις. Spoiler Το πολύ πικρό τέλος και η ανώμαλη προσγείωση της αφελούς ηρωίδας (της Μία Φάροου φυσικά) στη σκληρή πραγματικότητα μετά τα τόσα όνειρα, αποδεικνύουν του λόγου το αληθές. Το τέλος αυτό είναι που ανατρέπει όλη τη γλυκειά, ανάλαφρη ατμόσφαιρα του φιλμ. Τέλος spoi;er.
Συγχρόνως ο δαιμόνιος σκηνοθέτης προλαβαίνει να ρίξει μια σύντομη ματιά και στο εσωτερικό της κινηματογραφικής βιομηχανίας, στην ψευτιά που συχνά βασιλεύει εκεί, στη διαπίστωση ότι τις περισσότερες φορές όλα γίνονται για τα λεφτά, στον τρόπο που χτίζονται (ή προφυλάσσονται) οι καριέρες. Ενώ μια ιδιαίτερα αστεία και ευφάνταστη νότα αποτελεί το ότι, μετά τη "δραπέτευση" του ήρωα, εμείς παρακολουθούμε τι συμβαίνει επί της οθόνης στους εναπομείναντες ηθοποιούς της ταινίας, οι οποίοι δεν ξέρουν πώς να αντιδράσουν αφού το σενάριο άλλαξε δραματικά με την εξαφάνιση ενός από τους βασικούς χαρακτήρες.
Δείτε το, αν όχι επειδή είναι - παρά τα όσα είπαμε πριν - μια γλυκιά και έξυπνη ταινία, που παίζει και με το ρομαντικό στοιχεία, αλλά και επειδή αποτελεί μια από τις σπάνιες επισκέψεις του Woody Allen στο χώρο του φανταστικού.

Τρίτη, Απριλίου 27, 2010

"ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ" ΑΓΓΛΟΙ ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ


Το "An Englishman in New York" (2009) του τηλεοπτικού κυρίως Richard Laxton είναι μια ταινία που αναφέρεται στα τελευταία χρόνια της ζωής του βρετανού Quentin Crisp στη Νέα Υόρκη. Ποιος ήταν ο Q.C.; Ένας ομοφυλόφιλος, ο οποίος πίσω στη δεκαετία του 30 τόλμησε να δηλώσει ανοιχτά τη σεξουαλική του ταυτότητα, καλλιέργησε μια εντελώς θηλυπρεπή εμφάνιση και έτσι κυκλοφορούσε στους δρόμους του Λονδίνου. Είχε φάει πολλές φορές ξύλο από ομοφοβικούς ρατσιστές, είχε γινει συχνός στόχος ύβρεων στο δρόμο, αλλά αυτός συνέχισε απτόητος. Έτσι έγινε ένα σύμβολο για τους γκέι της εποχής και πρωτοπόρος στο κίνημα για την απελευθέρωση των ομοφυλοφίλων.
Στα τέλη των 70ς (ή ίσως αρχές 80ς) ο άνθρωπος αυτός, ηλικιωμένος πια και ήδη μύθος για την γκέι κοινότητα, μετακόμισε στη Ν. Υόρκη, όπου έζησε ως τον θάνατό του στα 90ς. Τα τελευταία 15 περίπου χρόνια της ζωής του παρακολουθεί το φιλμ. Όντας εξαιρετικά πνευματώδης, καλλιεργημένος και έξυπνος, ο Κουεντίν έζησε μέχρι το τέλος του σαν ένα είδος τηλεοπτικής περσόνας, ενώ συχνότατα τον καλούσαν για διαλέξεις σε πλήθος διαφορετικών events. Έφτασε μάλιστα να εμφανίζεται με επιτυχία και σε ένα θέατρο, όπου ουσιαστικά αυτοσχεδίαζε με μια άλλη ηθοποιό και απαντούσε σε ερωτήσεις του κοινού. Το ίδιο άλλωστε έκανε και σε όλες του τις εμφανίσεις. Τα λόγια του, ένα κράμα ευαισθησίας, ανατρεπτικότητας, τόλμης και κυνισμού, ενθουσίαζαν το κοινό και ενθάρρυναν τους γκέι να αποδεχτούν τη διαφορετικότητά τους και να απαιτήσουν τα δικαίωμά τους για ίση μεταχείρηση. Κάποια στιγμή, εξ αιτίας μιας ανόητης ατάκας που ξεστόμισε για το πρωτοεμφανιζόμενο τότε AIDS, συγκέντρωσε στο πρόσωπό του το μίσος της ίδιας της γκέι κοινότητας, με τα χρόνια όμως, όταν αυτό ξεχάστηκε, ξαναζωντάνεψε την ιδιόρυθμη "καριέρα" του.
Το φιλμ στηρίζεται αποκλειστικά στην εξαιρετική ερμηνεία ενός από τους μεγαλύτερους εν ζωή ηθοποιούς, του Τζον Χαρτ. Είναι πραγματικά απολαυστικό να τον παρακολουθείς σ' αυτόν το ρόλο. Επιπλέον όμως απόλαυσα μερικές πανέξυπνες ή/και ανατρεπτικές ή/και σοφές ατάκες που ξεστόμιζε, αυτοσχεδιάζοντας πάντοτε και ανάλογα με τις ερωτήσεις που του έθεταν. Ο άνθρωπος αυτός, τελικά, έμοιαζε με ένα είδος σύγχρονου Όσκαρ Ουάιλντ, με το βρετανικό φλέγμα και κυνικότητα να εναλλάσσονται με τη λαμπρότητα του πνεύματος. Συγχρόνως όμως η ταινία διαθέτει και έντονη τραγικότητα, καθώς παρακολουθούμε τη βαθμιαία σωματική παρακμή του - απόλυτη ενσάρκωση του "το μεν πνεύμα πρόθυμο, η δε σαρξ ασθενής". Έτσι, χάρη σ' αυτό το στοιχείο που διαποτίζει το φιλμ, η καταγραφή αυτή γίνεται απόλυτα συγκινητική, έως και, ενίοτε, σπαραχτική. Όσο για τη μοναξιά του, αυτή ήταν μάλλον ηθελημένη, μέρος της φιλοσοφίας του θα έλεγα, και δεν έμοιαζε να τον πειράζει και πολύ.
Ωραία ταινία, που, ωστόσο, βασίζεται κυρίως στο λόγο, θαυμάσια ερμηνεία (το είπαμε) και γενικά, δίχως να το θεωρώ αριστούργημα, νομίζω ότι παρακολουθείται με μεγάλο ενδιαφέρον, αλλά και συγκινεί.

Κυριακή, Απριλίου 25, 2010

ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ GAINSBOURG


Κατ' αρχάς πρέπει να σας συγκινεί ο Serge Gainsbourg. Εγώ τον θεωρώ από τους σημαντικότερους τραγουδοποιούς διεθνώς, οπότε είχα έναν καλό πρώτο λόγο να δω την ταινία Gainsbourg (Vie Heroique, 2010) του Joann Sfar. O Sfar τώρα είναι ένας γνωστός γάλλος δημιουργός κόμικς (κάπως στο στιλ του Sempe) και αυτή είναι η πρώτη του ταινία, που αναφέρεται σε κάποιον που ο ίδιος θαυμάζει. Ο συνδυασμός μου φάνηκε εξαιρετικά ενδιαφέρων και τελικά δεν απογοητεύτηκα.
Το φιλμ απέχει πολύ από μια συνηθισμένη, ακαδημαϊκή κινηματογραφική βιογραφία, είδος που μάλλον βαριέμαι. Ο Sfar του δίνει μια πολύ προσωπική άποψη, με μπόλικες "αυθαιρεσίες", κόμικς διάθεση και ατμόσφαιρα, χιούμορ και πανταχού παρόντα σουρεαλισμό. Τι προβλήματα έχει αυτή η αντιμετώπιση; Ότι αν δεν ξέρεις πολλά για τη ζωή του Gainsbourg, μπορεί να φύγεις με πολλές απορίες. Η αφήγηση περνά σε διαφορές εποχές και χρόνους δίχως προειδοποίηση. Ξαφνικά, ας πούμε, βλέποντας μια σκηνή, συνειδητοποιείς ότι διαδραματίζεται χρόνια μετά το τέλος της προηγούμενης. Η αφήγηση είναι ρευστή και επιλέγει συγκεκριμένες καταστάσεις και φάσεις της αυτοκαταστροφικής και κάθε άλλο παρά συμβατικής ζωής του ήρωα, παραλείποντας αρκετά μεσοδιαστήματα. Και, κυρίως, υπάρχει η σουρεαλιστική αντιμετώπιση. Σε μεγάλο μέρος του φιλμ για παράδειγμα, ο ήρωας συνοδεύεται από ένα alter ego, μια τερατώδη καρικατούρα της ιδιότυπης φάτσας του Gainsbourg, που ίσως είναι κάτι σαν τον "κακό του εαυτό", που τον σπρώχνει σε κυνικές παραδοχές και ακραίες πράξεις, με την οποία άλλοτε συνομιλεί φιλικά, άλλοτε διαφωνεί και άλλοτε διώχνει εντελώς. Αλλά και κάμποσα άλλα σουρεαλιστικά ή κόμικς στοιχεία παρισφρύουν διαρκώς στην αφήγηση κάνοντάς την, κατά τη γνώμη μου, πολύ πιο ενδιαφέρουσα απ' όσο αν ήταν μια ξερή καταγραφή της ταραγμένης ζωής του Gainsbourg.
Φυσικά και μαθαίνουμε πολλά και για την ερωτική του ζωή. Αλλοίμονο τώρα. Ο άσχημος σε εμφάνιση αυτός καλλιτέχνης - και συχνά αφόρητος για τους γύρω του εξ αιτίας της συμπεριφοράς του - είχε σχέση με μερικές από τις γοητευτικότερες γυναίκες της εποχής του: Τη Ζιλιέτ Γκρεκό, τη Μπριζίτ Μπαρντό, τη Τζέιν Μπίρκιν μεταξύ άλλων. Αλλά ο σκηνοθέτης επιμένει και σε άλλες πτυχές, όπως οι σχέσεις του με τους γονείς του, η εβραϊκή του καταγωγή, η ακραία του προσωπικότητα, η ατημέλητη έως και άθλια) εμφάνισή του με το μόνιμο τσιγάρο στο στόμα (πράγμα που πιθανόν τον σκότωσε) κλπ.
Μ' όλα αυτά, με τις όμορφες και απροσδόκητες εικόνες, με την ποιητικότητα και τον σουρεαλισμό που τη διακρίνουν, προσωπικά απόλαυσα την ταινία και γνώρισα έναν διαφορετικό τρόπο να κάνει κανείς βιογραφίες. Όχι τόσο στριφνό και ερμητικό όπως το "I'm not there" του Todd Haynes για τον Ντίλαν, αλλά εξ ίσου ενδιαφέροντα.

Σάββατο, Απριλίου 24, 2010

KICK-ASS: ΑΜΦΙΣΒΗΤΩΝΤΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΣΟΥΠΕΡ-ΗΡΩΕΣ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ


Κάθε άλλο παρά φανατικός είμαι του σούπερ-ηρωικού είδους. Δεν διαβάζω καθόλου τέτοια κόμικς και τις σχετικές ταινίες τις βλέπω (κάποιες λίγες με ευχαρίστηση μόνο όσο κρατάνε) και μετά λέω: "Α, άλλη μια τέτοια" και μετά τις ξεχνώ. Δεν συνέβει καθόλου το ίδιο με το Kick-Ass (2010) του Matthew Vaughn. Για να είμαι σαφής, το θεωρώ την καλύτερη ταινία του είδους μαζί με τους 3 Batman (τους 2 πρώτους του Μπάρτον και τον τελευταίο του Νόλαν).
Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι το φιλμ αυτό το απόλαυσα από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό με κομμένη την ανάσα. Είναι τόσο το πρωτότυπο σενάριο (εξαιρετικά δύσκολο για ένα τόσο κορεσμένο είδος) όσο, κυρίως, και η καταλυτικότατη αμφισβήτηση "εκ των έσω" όλων των στερεοτύπων του είδους αυτού. Κι αυτό - πράγμα ακόμα πιο δύσκολο - δεν γίνεται με τη συνηθισμένη μέθοδο της απλής παρωδίας, που προσπαθεί να βγάλει γέλιο και τίποτα άλλο, αλλά με μία βαθύτερη απομυθοποίηση των κλισέ. Αυτό που είναι ακόμα πιο παράξενο είναι ότι το Kick-Ass ΕΙΝΑΙ ένα σουπερ-ηρωικό φιλμ. Έτσι, από τη μία παρακολουθείς μια εξαιρετικά καλογυρισμένη και ευφάνταστη (επιτέλους) ταινία του είδους και από την άλλη την απόλυτη αμφισβήτησή της. Βλέπεις όλες τις κλασικές υπερβολές (ένας που δέρνει δέκα ας πούμε) και συγχρόνως έναν πρωτοφανή ρεαλισμό που σε προσγειώνει συνεχώς στην πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα του στιλ "τι θα γινόταν αν στ΄ αλήθεια ένας συνηθισμένος, ψωνισμένος πιτσιρικάς που πάει σχολείο, φόραγε στα καλά καθούμενα ένα κακόγουστο κολάν και, δίχως καμιά υπερδύναμη, το έπαιζε τιμωρός του κακού;" Πώς συμβαίνει αυτή η πρωτοφανής αντίφαση; Δείτε το και θα καταλάβετε.
Βασισμένο στο ομώνυμο κόμικς των Millar / Romita, διατηρεί μεγάλο μέρος τόσο από την σκωπτική, ανατρεπτική ματιά του, όσο και από την βία του. Για τον δεύτερο λόγο άλλωστε (και για άλλα "ακατάλληλα" που περιέχει, κυρίως στο λεξιλόγιο) η ταινία χαρακτηρίστηκε "ακατάλληλη" στην Αμερική, πράγμα που απέβει καταστροφικό για την εισπρακτική της καριέρα (αντίθετα με την πληθώρα καρμπόν παραλλαγών του είδους, που συνήθως σπάνε ταμεία). Και σίγουρα πρόκειται για ένα καθόλου εύπεπτο προϊόν για τους μέσους αμερικάνους που βουλιμικά και δίχως ποτέ να βαριούνται καταναλώνουν τέτοια προϊόντα. Οπότε του βγάζω το καπέλο και για την τόλμη και την "αυτοκαταστροφικότητά" του.
Συγχρόνως η ταινία μου πρόσφερε ένα πλήθος από απολαυστικότατες αναφορές όχι μόνο στην ποπ, αλλά και στην ευρύτερη κουλτούρα (θα θυμηθώ, ας πούμε, αναφορές σε φιλμς όπως το Sunset Blv. του Wilder ή το American Beauty). Κι αυτό αποτελεί άλλο ένα εσωτερικό παιχνίδι μέσα στο ευρύτερο παιχνίδι που προσφέρει συνολικά. Κατά τα άλλα η βία της είναι πραγματικά "ακατάλληλη", πολύ περισσότερο μάλιστα αφού προέρχεται κυρίως από ένα 11χρονο κοριτσάκι (μεταξύ μας στο φιλμ μου φαίνεται πολύ μικρότερο), που σφάζει αδίστακτα και βρίζει σα φορτηγατζής. Καθόλου πολιτικά ορθό λοιπόν, αλλά αυτό είναι και άλλο ένα από τα ρίσκα του.
Τέλος πάντων, παρά τις κλασικές υπερβολές και τις πολλές ιδεολογικές αντιρρήσεις και που μπορεί να έχει κανείς - για ολόκληρο το σουπερ ηρωικό είδος άλλωστε και το καυτό θέμα της αυτοδικίας στην οποία βασίζεται η έννοια του σούπερ ήρωα - εγώ το ευχαριστήθηκα πολύ και, επιτέλους, το βρήκα πολύ έξυπνο για τέτοια ταινία. Εξ άλλου μην ξεχνάμε ότι, όπως ήδη είπα, η αμφισβήτηση όλων των κανόνων και της έννοιας "καλού - κακού" πάει σύννεφο. Και περιέχει και την απόλυτη ατάκα, που αποτελεί νομίζω την ουσία του είδους: Όταν ο ήρωας ερωτεύεται - κάπου στα μισά της ταινίας, ανίθετα με τα όσα συμβαίνουν σε άλλα τέτοια φιλμ - σιχαίνεται την ιδιότητά του και λέει: "Μέχρι τώρα ήμουν μόνος και ήθελα να είμαι σούπερ ήρωας. Τώρα έχω κάποιον να νοιαστώ, οπότε δεν μ' ενδιαφέρει πια κάτι τέτοιο".

Πέμπτη, Απριλίου 22, 2010

ΞΕΝΕΣ, ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΑΛΛΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ


Να λοιπόν που το ελληνικό σινεμά αρχίζει να ψάχνει τον εαυτό του, να κάνει δηλαδή ερευνητική δουλειά που αφορά την ιστορία του - και όχι μόνο την επίσημη. Το "Ξένες σε Ξένη Χώρα" (2010) του Δημήτρη Παναγιωτάτου είναι ένα ντοκιμαντέρ που αναφέρεται στις σχετικά λίγες ταινίες "είδους" (εκτος της κωμωδίας φυσικά) που έχουν γυριστεί στην Ελλάδα. Εξετάζει λοιπόν τέσσερεις κατηγορίες: Θρίλερ, νουάρ, επιστημονική φαντασία, fantasy.
Μέσα απο συνεντεύξεις και κυρίως αποσπάσματα ταινιών των ειδών αυτών αποκαλύπτεται ένας κόσμος που πιθανόν πολλοί να αγνοούν. Τελικά έχουν γυριστεί κάμποσες τέτοιες ταινίες. Ο Παναγιωτάτος πάντως ανθολογεί 50! Πολλές απ' αυτές βέβαια είναι επιεικώς κακές, αλλά σε μια ερευνητική δουλειά όπως αυτή το γεγονός αυτό δεν έχει σημασία: Εδώ μελετάται η παραγωγή κάποιων ειδών, δεν γίνεται αξιολόγηση των ταινιών. Έτσι βγαίνουν στο φως πολλές άγνωστες πτυχές του κινηματογράφου μας, μερικές απ' τις οποίες ίσως θα σας αφήσουν με το στόμα ανοιχτό. Ξέρατε, ας πούμε, ότι ο γνωστός Κώστας Καραγιάννης έχει γυρίσει αρχές 70ς ταινία τρόμου στην Κρήτη με κυρίως ελληνικό καστ, αλλά πρωταγωνιστές τους Ντόναλντ Πλέζανς (!) και Πίτερ Κάσινγκ (!!), ενώ τη μουσική (κρατιέστε;) έχει γράψει ο Brian Eno; (!!!). Η ταινία βέβαια, που έχει τύχει να δω παλιά, δεν βλέπεται, αλλά δεν παύει να αποτελεί ένα ενδιαφέρον αξιοπερίεργο.
Αυτό που αρχικά με ξένισε είναι η επιλογή του νουάρ, που δεν ανήκει στο χώρο του φανταστικού όπως οι υπόλοιπες τρεις κατηγορίες (αν και δεν ανήκουν εκεί ούτε όλα τα θρίλερ). Ωστόσο αυτό είναι δικαίωμα του σκηνοθέτη και μάλλον δεν μας πέφτει λόγος. Το κακό όμως, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, είναι ότι ο Παναγιωτάτος επέλεξε να ενσωματώσει στο φιλμ του και ένα κομμάτι fiction. Τουτέστιν έντυσε 4 κοπέλες, που υποτίθεται ότι ενσαρκώνουν τα είδη που εξετάζονται, με ανάλογα ρούχα (κόκκινα για το θρίλερ, μπλε για την ε.φ. κλπ.) και γύρισε μια μικρή σκηνή με την κάθε μία απ' αυτές, καθώς και μια τελική με όλες μαζί. Με συγχωρείτε, αλλά αυτές οι σκηνές μου φάνηκαν εξαιρετικά αδύναμες ή, για να είμαι ακριβέστερος, άνευ ουδενός λόγου. Αφείστε που στην τελική σκηνή φορούν διαφορετικού χρώματος ρούχα απ' αυτά που ρητά αναφέρθηκαν πριν.
Τέλος πάντων, αν κάνουμε μερικά στραβά μάτια, νομίζω ότι συνολικά η ταινία είναι πολύ χρήσιμη για όσους ενδιαφέρονται για την ιστορία και μερικά από τα αξιοπερίεργα του ελληνικού σινεμά, και σαν τέτοια αξίζει να τη δει κανείς.

Τετάρτη, Απριλίου 21, 2010

Ο ΕΝΗΛΙΚΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΦΟΞ


Το έχω ξαναπεί: Πιστεύω ότι στις μέρες μας τη μεγαλύτερη πρόοδο από κάθε άποψη στο σινεμά την έχουν τα κάθε λογής animation. "Ο Απίθανος κύριος Φοξ" (Fantastic Mr Fox, 2009) του Wes Anderson, που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του σκοτεινού παραμυθά Roald Dahl, έρχεται να επιβεβαιώσει την άποψή μου.
Κατ΄ αρχήν η ταινία, όπως συχνά συμβαίνει στα σύγχρονα animation, απευθύνεται σε ενήλικους ή τουλάχιστον και σε ενήλικους. Το σίγουρο πάντως είναι ότι μικρά παιδιά θα διασκεδάσουν με τα κυνηγητά και την περιπέτεια, δεν θα πιάσουν όμως πολλά από τα θέματα που θίγονται. Ποια είναι αυτά; Από δύσκολες οικογενειακές σχέσεις (πατέρα - γιου κυρίως) έως κοινωνικοί διαχωρισμοί και από προβλήματα της εφηβείας έως τη σύγκρουση ανάμεσα στο ένστικτο, που συνήθως οδηγεί σε επικίνδυνες καταστάσεις, και την κατάπνιξή του, που προσφέρει ασφάλεια μεν, αλλά και κοινωνικό εφησυχασμό και συχνά δυσάρεστο βάλτωμα στην καθημερινότητα. Οι ήρωες της ταινίας (διάφορα ζώα δηλαδή) έχουν εντελώς ρεαλιστικές συμπεριφορές, ενσαρκώνουν απόλυτα πραγματικούς τύπους. Αλλά και οι άνθρωποι διατηρούν τις ταξικές τους διαφορές. Γι' αυτό και οι εργάτες, ενώ έχουν κληθεί να σκοτώσουν τα επικίνδυνα ζώα - τις αλεπούδες κυρίως - δεν χάνουν την ευκαιρία να σατιρίσουν με σκωπτικά τραγούδια τα αφεντικά τους. Συχνά επίσης το λεξιλόγιο είναι εντελώς καθημερινό και μερικές φορές ωμό, κάθε άλλο παρά παιδικό δηλαδή, ενώ ο περίεργος αυτός ρεαλισμός σε ένα καρτούν με ήρωες ζώα επιτείνεται και με το γεγονός ότι οι αλεπούδες ήρωές μας καταβροχθίζουν κοτόπουλα, χήνες και άλλα πουλιά αφού πρώτα τα σκοτώσουν, όπως ακριβώς κάνουν οι πραγματικές αλεπούδες. Σας υπενθυμίζω ότι το θέμα του πώς τρέφονται τα σαρκοφάγα ζώα που πρωταγωνιστούν σε ανάλογες ταινίες παραμένει πάντοτε ταμπού.
Ενδιαφέρον έχει και το πολυεπίπεδο των χαρακτήρων. Είναι πολύ δύσκολο να τους χαρακτηρίσεις μονοδιάστατα "καλούς" ή "κακούς". Ο κ. Φοξ είναι πανέξυπνος, ανατρεπτικός, γοητευτικός, δεν παύει όμως να είναι και εξαιρετικά αυτάρεσκος και με τις παρορμητικές πράξεις του να βάζει σε θανάσιμο κίνδυνο όχι μόνο την οικογένειά του, αλλά και ολόκληρη την κοινότητα. Κάπως έτσι, πολύπλοκοι χαρακτήρες, είναι τα υπόλοιπα ζώα - πρωταγωνιστές.
Ταυτόχρονα με όλα τα παραπάνω, το φιλμ βλέπεται πολύ ευχάριστα αφού και έξυπνα ευρήματα διαθέτει, και κυνηγητά και σασπένς και, βέβαια, πολύ χιούμορ. Βρίσκουμε και πάλι εδώ το πολύ ιδιόρυθμο χιούμορ του Wes Anderson, αλλά και το προσωπικό στιλ του, που αρέσκεται να "μπερδεύει" κάπως τις ιστορίες του, εισάγοντας σ' αυτές διάφορες "υποϋποθέσεις" και πάντοτε διφορούμενους χαρακτήρες. Και όλα αυτά δίνονται με τον παλιομοδίτικο τρόπο του στοπ - καρέ, που δίνει μια κάπως "σπαστική" κίνηση στους ήρωες και βρίσκεται βέβαια πολύ μακριά από το συνηθισμένο ψηφιακό λουστράρισμα της πλειοψηφίας των σύγχρονων animation.
Όπως καταλαβαίνετε, τη βρήκα συνολικά πολύ ενδιαφέρουσα ταινία. Να το σκεφτείτε όμως πριν πάρετε μαζί και τα παιδιά σας. Όχι μόνο δεν θα πιάσουν κάποια από όσα λέγονται, αλλά πιθανόν να σας κάνουν και κάποιες παράξενες ερωτήσεις μετά...

Κυριακή, Απριλίου 18, 2010

"ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΑΓΑΠΗ" ΣΕ ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΣΥΜΠΑΝΤΑ


Το "Quest for love" είναι μια βρετανική ταινία του 1971 του Ralph Thomas (1915-2001), που αποτελεί έναν ασυνήθιστο συνδυασμό ρομαντικού, ερωτικού φιλμ και επιστημονικής φαντασίας. Και, επιπλέον, διαθέτει και μια πανέμορφη Τζόαν Κόλλινς (πριν τις διάφορες Δυναστείες). Βασίζεται σε διήγημα του καλού συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας John Wyndham και είναι μία από τις πρώτες εμφανίσεις στο σινεμά της έννοιας των "παράλληλων συμπάντων", αν και τότε δεν λέγονταν ακόμα έτσι.
Ο επιστήμονας (και εργένης) ήρωας μεταφέρεται από ένα ατύχημα σε έναν εναλλακτικό σήμερα, ελαφρά πιο καθυστερημένο τεχνολογικά, όπου ο Β' Παγκόσμιος δεν έχει συμβεί ποτέ και όπου ο ίδιος είναι διάσημος θεατρικός σκηνοθέτης, παντρεμένος με μια πανέμορφη γυναίκα, την οποία απατά ασύστολα. Όλοι οι φίλοι του βρίσκονται εκεί, με διαφορετικές όμως προσωπικότητες και προσωπικές ιστορίες.
Η ταινία είναι κυρίως αισθηματική και μιλά για τον έρωτα του ήρωα για την "άγνωστη" σύζυγό του και τα όσο δραματικά συμβαίνουν μεταξύ τους σε αμφότερους τους κόσμους. Παρά το ότι πρόκειται βέβαια για καθαρή επιστημονική φαντασία, δεν υπάρχουν καθόλου εφέ, ενώ το σασπένς (πάντοτε σε ρομαντικό πλαίσιο) αυξάνεται όσο προχωράμε προς το τέλος. Το ενδιαφέρον - και παρακινδυνευμένο - είναι ότι το φιλμ ακροβατεί επικίνδυνα ανάμεσα στο μελό και την ευαισθησία (αν και διανθίζεται και με αρκετό χιούμορ), το δακρύβρεκτο love story και τη μελέτη του έρωτα, αλλά το όλο φανταστικό πλαίσιο και η αγωνία των τελικών σκηνών με κέρδισαν τελικά. Η εικόνα βέβαια είναι αρκετά ξεπερασμένη - απ' αυτές που φωνάζουν από μακριά ότι βρισκόμαστε στις αρχές των 70ς - ωστόσο η ταινία κατάφερε να δώσει αρκετή τροφή για σκέψη πάνω στην παράδοξη κατάσταση που προτείνει. Την βρήκα επίσης σχετικά ενδιαφέρουσα και για τον παράξενο συνδυασμό ρομαντισμού και επιστημονικής φαντασίας, που αποτελεί το βασικό της γνώρισμα. Ε, και αν σας ξεφύγει και κανένα δάκρυ σε κάποιες στιγμές, δεν πειράζει... Μικρό το κακό.

Παρασκευή, Απριλίου 16, 2010

ΕΡΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ "ΥΠΟΨΙΑ"


Η "Chloe" ("Υποψία" στα ελληνικά) του 2009 γυρίστηκε από τον αξιόλογο καναδό (αρμενικής καταγωγής) Atom Egoyan και είναι αυτό που θα αποκαλούσαμε ερωτικό θρίλερ. Με μια ιστορία που φέρνει στο νου φιλμς όπως η "Ολέθρια Σχέση" ή ακόμα και οι "Υποψίες" του Χίτσκοκ, διαθέτει μια γερή δόση ερωτισμού, που είναι πανταχού παρόν στην ατμόσφαιρα, αλλά και κλιμακούμενη αγωνία.
Η ταινία περιγράφει ένα ασυνήθιστο ερωτικό τρίγωνο, με έντονο το λεσβιακό στοιχείο, ενώ το στοιχείο του θρίλερ - μιας όλο και πιο αγχώδους κατάστασης δηλαδή - εμφανίζεται σχετικά αργά και κυρίως προς το τέλος. Ο Egoyan πάντοτε ενδιαφερόταν για τον ερωτισμό, οπότε νομίζω ότι το όλο κλίμα του ταιριάζει.
Συγχρόνως το φιλμ μιλά για την παρακμή και την αλλοτρίωση μιας μεγαλοαστικής οικογένειας, την κατάρρευση των μεταξύ τους σχέσεων (τόσο του ζευγαριού, όσο και των σχέσεων μητέρας - γιού), τις απαγορευμένες επιθυμίες και την αναπόφευκτη υποκρισία. Και επειδή ο Egoyan είναι ένας "κομψός" σκηνοθέτης, το φιλμ του δεν διαθέτει παροξυσμούς, δεν κραυγάζει (όπως η προαναφερθείσα "Ολέθρια Σχέση"), αλλά είναι σχετικά χαμηλότονο. Όλα γίνονται υπόγεια, σχεδον ανεπαίσθητα, και έτσι ανεπαίσθητα οι ήρωες πέφτουν στην παγίδα - ή, αν θέλετε, υποκύπτουν στα καταπιεσμένα πάθη τους με τραγικές συνέπειες. Αυτό νομίζω είναι και το βασικό θέμα (το οποίο βεβαίως έχουμε ξαναδεί): Όταν οι προσποιήσεις εξαφανιστούν, όταν τα πάθη αφεθούν ελεύθερα, η καθώς πρέπει αστική οικογένεια φτάνει στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Ίσως το συμπέρασμα που προκύπτει απ' αυτό να είναι ότι ο θεσμός αυτός βασίζεται στην υποκρισία.
Η ταινία μου άρεσε αρκετά - αν και οι κριτικές που πήρε είναι μάλλον χλιαρές - δίχως βεβαίως να τη θεωρώ και αριστούργημα. Οπωσδήποτε τη στηρίζουν η καταπληκτική Τζούλιαν Μουρ, αλλά και ο Λίαμ Νίσον. Παρά το ότι τη βρήκα αρκετά καλή πάντως, νομίζω ότι ο Egoyan έχει χάσει αυτή την ιδιαιτερότητα που είχε σε παλιότερες ταινίες του (η αγαπημένη μου απ' αυτές είναι το "Exotica").

Πέμπτη, Απριλίου 15, 2010

ΘΑΥΜΑΤΑ (;) ΣΤΗ ΛΟΥΡΔΗ


Θα πω από την αρχή ότι το "Προσκύνημα στη Λούρδη" (Lourdes, 2009) της αυστριακής Jessica Hausner μάλλον σε λίγους θα αρέσει. Λόγω των πολύ αργών ρυθμών του, λόγω του ντοκιμαντερίστικου στιλ του (στο οποίο όμως παρεισφρύει ένα υπό συζήτηση θαύμα), λόγω του όλου θέματος. Βρίσκω παρ' όλα αυτά ότι είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία, που έχει την ικανότητα να προβληματίζει.
Η Λούρδη στη Γαλλία είναι ό,τι ακριβώς για μας η Παναγία της Τήνου. Τόπος συρροής χιλιάδων πιστών, αλλά και ένα τεράστιο εμπορικό οικοδόμημα, που αφήνει εκατομμύρια στην καθολική εκκλησία. Μέρος προσευχής, αλλά και τεράστιας εμπορικής εκμετάλλευσης ταυτόχρονα. Χιλιάδες άρρωστοι, ανάπηροι και γενικά άνθρωποι με προβλήματα υγείας μαζεύονται κάθε χρόνο εκεί περιμένοντας το θαύμα και εναποθέτοντας τις ελπίδες τους στην Παναγία.
Η ταινία παρακολουθεί την θρησκευτική εκδρομή ενός τέτοιου γκρουπ. Ανάμεσα στους άρρωστους και μια νεαρή ανάπηρη κοπέλα, που ωστόσο δεν δείχνει να είναι ιδιαίτερα θρήσκα. Ωστόσο το "θαύμα" θα συμβεί σ' αυτή και ξαφνικά θα νοιώσει ότι μπορεί να περπατήσει. Η ζωή της θα αλλάξει από τη μια στιγμή στην άλλη έως... Με αργούς, όπως σας έλεγα στην αρχή, ρυθμούς, παρακολουθούμε τις καθημερινές δραστηριότητες του γκρουπ, τις θρησκευτικές τελετές και όχι μόνο στις οποίες παίρνουν μέρος κλπ. Αλλά και τις ποικίλες αντιδράσεις μετά το θαύμα (;), που κυμαίνονται από χαρά και δέος μέχρι ζήλεια και φθόνο.
Νομίζω ότι αυτό που θέλει να τονίσει το φιλμ είναι η τυχαιότητα και - γιατί όχι - η τυφλή σκληρότητα της ζωής. Η οποία ζωή δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε "καλούς" και "κακούς", πιστούς ή μη, πλούσιους ή φτωχούς. Η μοίρα (όχι με την έννοια του προδιαγεγραμμένου, αλλά μ' αυτήν της τυχαιότητας) δεν κάνει καμιά απολύτως διάκριση. Κάτω από την ευαισθησία στην καταγραφή των όσων συμβαίνουν, διακρίνουμε μια βαθύτατη ειρωνεία: Τη βρίσκουμε στην κατάδειξη του εμπορικού στοιχείου του όλου πράγματος, στην αμηχανία των στερεότυπων απαντήσεων των παπάδων στις "δύσκολες" και γεμάτες αγωνία ερωτήσεις των πιστών ("γιατί αυτή κι όχι κάποια άλλη" είναι μια από τις πιο βασικές, και αφορά και στις καλές και στις αρνητικές καταστάσεις), ακόμα και στα "βλάσφημα" θρησκευτικά ανέκδοτα που λένε κάποιοι. Όπως επίσης μπορούμε και να διακρίνουμε, όπως ακριβώς και σε ταινίες του Μπουνιουέλ σαν τη "Βιριδιάνα", την κοινωνική "αχρηστία" ενός θαύματος (αν δεχτούμε πως συμβαίνει κάτι τέτοιο), που ευεργετεί κάποιον αφήνοντας ανέγγιχτη τη βαθιά δυστυχία χιλιάδων άλλων γύρω του. Όπως λέει και ένας ηλικιωμένος ανάπηρος πιστός με ανατριχιατική ειλικρίνεια "όταν τελειώσει όλη αυτή η όμορφη εκδρομή, θα είμαι πάλι ολομόναχος". Κι όλα αυτά για να καταλήξουμε σ' ένα φινάλε που πραγματικά παγώνει το αίμα, καταδεικνύοντας για μια ακόμα φορά την τυφλότητα της μοίρας.
Ταινία διφορούμενη, που βλέπεται μάλλον δύσκολα (εκτός αν σας ενδιαφέρει η ντοκιμαντερίστικη καταγραφή των όσων συμβαίνουν κάθε χρόνο στη Λούρδη), που ωστόσο με άγγιξε και με έκανε να σκεφτώ (και μάλλον να επιβεβαιώσω) πράγματα που ήδη πίστευα. Αυτό όμως είναι προσωπικό. Πιστεύω ότι, αφαιρώντας το τελευταίο μέρος της πρότασης, σίγουρα θα σας κάνει να σκεφτείτε.

Τρίτη, Απριλίου 13, 2010

ΤΟ (ΕΛΛΗΝΙΚΟ) ΣΙΝΕΜΑ ΓΥΜΝΟ


Ο χώρος του ελληνικού ερωτικού σινεμά (είτε για σοφτ πορνό μιλάμε είτε για χαρντ) παρέμενε μέχρι σήμερα ανεξερεύνητος, με διάφορους μύθους να κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα. Το ντοκιμαντέρ του Βάσου Γεώργα (σε συνεργασία με τον Δημήτρη Κολλιοδήμο) "Το Σινεμά Γυμνό" έρχεται να καλύψει αυτό το κενό.
Η δομή που επιλέγει ο σκηνοθέτης δεν είναι μια γραμμική ιστορική προσέγγιση του στιλ "το 1973 έγινε η τάδε ταινία, το 1974 η δείνα", αλλά ένα συνεχές πηγαινέλα ανάμεσα σε ανθρώπους που μιλάνε, είτε αναλύοντας θεωρητικά το φαινόμενο, είτε παραθέτοντας τις εμπειρίες και τις αναμνήσεις τους και σκηνές από ταινίες του είδους, πολλές απ' αυτές σπάνιες. Άγνωστες πτυχές αποκαλύπτονται, ακόμα πιο άγνωστες ταινίες έρχονται στο φως, σε πολλά σημεία βγαίνει γέλιο, ηθελημένα ή μη, ο Γκουσγκούνης, η Τίνα Σπάθη και άλλοι "θρύλοι" εχουν την τιμητική τους και πιθανόν κάποιοι νέοι θεατές θα μείνουν έκπληκτοι από τα όσα θα μάθουν, ενώ κάποιοι μεγαλύτεροι θα νοσταλγήσουν ίσως κάποιες άλλες εποχές...
Το φαινόμενο του ελληνικού ερωτικού σινεμά ξεκινά από τα τέλη της δεκαετίας του 60, κορυφώνεται στη δεκαετία του 70 και σβήνει στις αρχές (ή ίσως στα μισά) των 80ς, με την εισβολή του βίντεο και αργότερα του dvd και το σταδιακό κλείσιμο της συντριπτικής πλειοψηφίας των "ειδικών" κινηματογράφων. Αρχικά ξεκινά ως ερωτικό σινεμά, με άλλοτε λίγο και άλλοτε περισσότερο γυμνό, και βαθμιαία στα 70ς μεταλλάσσεται σε κανονικό σκληρό πορνό. Απο τα μέσα των 80ς και για 20 περίπου χρόνια δεν υπάρχει ελληνικό πορνό, ενώ έκπληκτος έμαθα ότι τα τελευταία 3-4 χρόνια άρχισαν και πάλι να γυρίζονται στη χώρα μας και μάλιστα από δύο εταιρίες.
Στο φιλμ παρελαύνουν πάρα πολλοί άνθρωποι του σινεμά όλων των πιθανών ιδιοτήτων, άλλοι του "κανονικού" κι άλλοι του συγκεκριμένου χώρου, από τον βασικό ομιλητή Κολλιοδήμο (άνθρωπο με μεγάλες κινηματογραφικές γνώσεις), τον Μικελίδη, το Ζερβό ή τον Ρεντζή μέχρι την Τίνα Σπάθη και τον Όμηρο Ευστρατιάδη. Όλοι αυτοί λένε μερικές φορές αντικρουόμενα πράγματα, βρίσκω όμως ότι αυτό αποτελεί και τη γοητεία του όλου πράγματος: Τα συμπεράσματα πρέπει να είναι δικά σας. Οι ίδιοι οι δημιουργοί άλλωστε δεν παίρνουν θέση. Απλώς καταγράφουν. Ενδιαφέρον είναι και ο συσχετισμός που κάνουν αρκετοί ομιλητές ανάμεσα στο φαινόμενο που εξετάζουμε και τη χούντα, καθώς και η περιγραφή της ατμόσφαιρας των χρόνων αυτών.
Πρέπει να πούμε ότι οι περισσότερες ταινίες των οποίων αποσπάσματα βλέπουμε (μερικά με γνωστούς ηθοποιούς) είναι εξαιρετικά κακές. Σίγουρα η ποιότητα τόσο των σοφτ όσο και των σκληρών ελληνικών ερωτικών ταινιών δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερα υψηλή. Γι' αυτό σας είπα στην αρχή ότι μερικές προκαλούν άθελά τους γέλιο. Και μη μου πείτε εδώ "τι σημαίνει καλό και κακό σκληρό πορνό". Ακόμα και εκεί οι ποιοτικές διαφοροποιήσεις είναι έντονες. Πολύ απλά, αν αποκλειστικός στόχος των πορνό είναι να μας ερεθίσουν, πιστέψτε με, πολλά απ' αυτά είναι τόσο κακογυρισμένα σε όλα τα επίπεδα που δεν το καταφέρνουν.
Συνολικά βρήκα το φιλμ ενδιαφέρον, που πετυχαίνει αρκετά τον στόχο του: Να πληροφορήσει για μια εν πολλοίς άγνωστη πτυχή του ελληνικού σινεμά. Και αποκτά μεγαλύτερη αξία αν σκεφτούμε ότι πρόκειται για την πρώτη προσπάθεια στο είδος της.
ΥΓ 1: Η ταινία αποτελεί "συμπυκνωμένη" έκδοση μιας σειράς 12 επεισοδίων που καλύπτουν πολύ ευρύτερο φάσμα στο ελληνικό σινεμά: Από απλές γυμνές εμφανίσεις μέχρι χαρντ κορ και από τα χρόνια του βωβού μέχρι σήμερα. Απλώς εδώ επικεντρώθηκε (περίπου) στην περίοδο 1965-1985.
ΥΓ 2: Μην περιμένετε να δείτε σκληρό πορνό στα αποσπάσματα, ειτε από τους γκουσγκουνοειδείς είτε από γνωστούς ηθοποιούς του εμπορικού σινεμά που πήραν μέρος σε φιλμ του είδους (σοφτ, να εξηγούμαστε). Μόνο γυμνό, κάποιες περιπτύξεις και σπαρταριστές ατάκες. Για να μην πάτε με άλλου είδους προσδοκίες...

Δευτέρα, Απριλίου 12, 2010

ΥΠΟΠΤΟΣ ΜΕ ΒΡΩΜΙΚΑ ΜΥΣΤΙΚΑ


Το "Under Suspicion" (δεν ξέρω τον ελληνικό τίτλο) είναι ένα αστυνομικό δράμα του όχι πολύ αξιόλογου Stephen Hopkins, που γυρίστηκε το 2000. Πρόκειται για μια μάλλον ασυνήθιστη ταινία, που βασίζεται σε δύο εξαιρετικούς ηθοποιούς: Τον Τζιν Χάκμαν και τον Μόργκαν Φρίμαν, ενώ η Μόνικα Μπελούτσι είναι απλώς χάρμα οφθαλμών.
Όλη η ιστορία περιστρέφεται γύρω από μια ανάκριση: Ένας πλούσιος μεγαλοδικηγόρος κατηγορείται για βιασμό και φόνο δύο 12χρονων κοριτσιών και ανακρίνεται από τον αστυνόμο και παιδικό του φίλο (όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα νησί της Καραϊβικής, οπότε δικαολογείται το ότι όλοι είναι λίγο - πολύ γνωστοί). Καθώς η ανάκριση προχωρά, όλο και πιο πολλά προσωπικά ή/και βρώμικα μυστικά αποκαλύπτονται και οδηγούν σε απόλυτο εξευτελισμό και ψυχικό ξεγύμνωμα του ύποπτου - πράγμα που δεν είναι πάντοτε σχετικό με την κατηγορία που τον βαραίνει. Το τέλος, κατά τη γνώμη μου, είναι κάπως ξεκάρφωτο και μάλλον απογοητευτικό.
Νομίζω ότι το φιλμ έχει κάποιες αρετές και παρακολουθείται με σχετικό ενδιαφέρον, δεν μπορώ να πω πάντως ότι με ενθουσίασε ιδιαίτερα. Αφήνει πολλά σκοτεινά σημεία, πράγμα όχι υποχρεωτικά κακό, αλλά εδώ δεν κατάλαβα πού το πήγαινε. Γενικά δεν κατάλαβα πού το πήγαινε και ποιος ήταν συνολικά ο σκοπός του. Σίγουρα ήθελε, υποθέτω, να καταδείξει τη βρωμιά που κρύβεται κάτω από τον πλούτο και πίσω από καθ' όλα ευϋπόληπτους πολίτες που αποτελούν εξέχοντα μέλη της κοινωνίας - αν και αυτό το θέμα το έχουμε δει αρκετές φορές. Ίσως και να στηλιτεύει τον εξευτελισμό που μπορεί να υποστεί κάποιος από την εξουσία, απλώς επειδή είναι ύποπτος, δίχως (ακόμα) να έχει αποδειχτεί τίποτα εναντίον του. Ή, τέλος, μπορεί να επιχειρεί να σκιαγραφήσει τα ψυχολογικά πορτρέτα των δύο ηρώων. Δεν ξέρω, ενδιαφέροντα όλα αυτά, αλλά ξαναλέω ότι δεν πολυενθουσιάστηκα.
Ο Hopkins επινοεί και διάφορα σκηνοθετικά "κόλπα" (όπως, ποιητική αδεία, το να βρίσκεται ο ανακριτής παρόν στις επίμαχες σκηνές του παρελθόντος που αφηγείται ο ύποπτος και να συνεχίζει εκεί την ανάκριση), αλλά προσωπικά μου φάνηκαν μάλλον φούσκες προς εντυπωσιασμό, τουτέστιν άνευ ουσίας. Μένουν κάποια ενδιαφέροντα σημεία, το γεγονός ότι το φιλμ κατάφερε να με κρατήσει μέχρι τέλους σε σχετικό ενδιαφέρον και οι καλές ηθοποιίες των δύο πρωταγωνιστών. Μικρή, κατά τη γφνώμη μου πάντα, συγκομιδή.

Κυριακή, Απριλίου 11, 2010

ΟΛΕΣ ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


Ο γάλλος Alain Corneau γυρίζει το 1991 τα συγκινητικά "Όλα τα Πρωινά του Κόσμου" (Tous les matins du monde) και μας μεταφέρει στον 17ο αιώνα, πλημμυρίζοντάς μας με πολύ όμορφη μουσική της εποχής. Η μουσική, άλλωστε, και οι μουσικοί είναι το βασικό θέμα της ταινίας.
Αφηγείται την ιστορία δύο συνθετών και εκτελεστών της βιόλας. Και οι δύο είναι υπαρκτά πρόσωπα και οι μουσικές τους ακούγονται στο φιλμ. Η σχέση τους είναι αυτή του δάσκαλου και του μαθητή. Ο πιο ηλικιωμένος, ο δάσκαλος, είναι εσωστρεφής, μοναχικός, λιγομίλητος, βαθύς, σε αιώνιο πένθος για τον πρόωρο θάνατο της γυναίκας του. Ο νεότερος, που αφηγείται την ιστορία, είναι εξωστρεφής, κοσμικός, φιλόδοξος και θέλει να ανέβει κοινωνικά.
Έτσι αντιπαραβάλλονται δυο απόψεις για την τέχνη, αφού βασικά το φιλμ μιλά γι' αυτή: Η τέχνη σαν βαθύτατη εσωτερική ανάγκη από τη μία, που δεν νοιάζεται για την προβολή και τη διασημότητα, η τέχνη σαν μέσο κατάκτησης της δόξας (και του χρήματος) από την άλλη, που ενδιαφέρεται αν θα αρέσει στο κοινό ή όχι. Μιλά όμως και για τη νεότητα που χάνεται, τη μοναξιά της ώριμης ηλικίας, τους χαμένους έρωτες και τα ξεχασμένα όνειρα και, στο δεύτερο μέρος, διαπνέεται από μια ατμόσφαιρα νοσταλγίας για όσα έχουν χαθεί.
Όλα αυτά δίνονται με μια συγκινητική (δίχως ίχνος μελό), τραγική και δραματική ιστορία, που καλύπτει πολλά χρόνια από τις ζωές των δύο μουσικών και τις όχι πάντοτε ομαλές σχέσεις τους. Αρκετές φορές έπιασα τον εαυτό μου να είναι έτοιμος να βουρκώσει και γενικά με καθήλωσε η ευαισθησία και η εσωτερικότητα της ταινίας.
Αυτό πάντως που κυρίως προκαλεί εντύπωση είναι η εξαιρετική εικόνα της. Ο Corneau χρησιμοποιεί μια ασυνήθιστη τεχνική: Ολόκληρο το φιλμ αποτελείται μόνο από ακίνητα πλάνα, δηλαδή η κάμερα δεν κινείται σχεδόν ποτέ. Οι ηθοποιοί ή η φύση είναι αυτά που κινούνται μέσα στα ακίνητα κάδρα. Έτσι όλο το βάρος πέφτει στο εικαστικό μέρος. Δεν είναι τυχαίο ότι κάθε σχεδόν πλάνο θα μπορούσε να είναι ένας πίνακας. Άλλωστε ο σκηνοθέτης παραπέμπει άμεσα σε πίνακες της εποχής, φτιάχνοντας έτσι μια σειρά από υπέροχες εικόνες σπάνιας εικαστικότητας. Η μουσική πλημμυρίζει κάθε σχεδόν λεπτό του φιλμ (κάνοντας πολλούς στην εποχή του να ενδιαφερθούν για τη μουσική του 17ου αιώνα), καθιστώντας έτσι τη θέαση της ταινίας μια οπτικοακουστική πανδαισία.
Στο φιλμ, τέλος, παίζουν οι Ζεράρ και Γκιγιόμ Ντεπαρντιέ, πατέρας και γιος. Ο τελευταίος, ως γνωστόν, πέθανε πρόωρα.

Παρασκευή, Απριλίου 09, 2010

ΒΙΡΙΔΙΑΝΑ: ΕΝΑ ΠΑΝΤΟΤΕ ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ


Ο Luis Buñuel (1900-1983), πάντοτε ασεβής και προκλητικός, είναι ένας από τους 2-3 αγαπημένους μου σκηνοθέτες. Το 1961, σε μια από τις πιο δημιουργικές περιόδους της καριέρας του, γυρίζει τη "Βιριδιάνα", μια από τις καλύτερες - κατά τη γνώμη μου και όχι μόνο - ταινίες του.
Η "Βιριδιάνα" είναι πρώτα απ' όλα μια επίθεση στην καθολική εκκλησία, αλλά και σε μια σειρά από χριστιανικά σύμβολα και κλισέ γενικότερα (γι' αυτό άλλωστε είχε αφοριστεί στην εποχή της). Και μόνο για την τόλμη της αυτή έχει ιδιαίτερη αξία. Σκεφτείτε ότι βρισκόμαστε στο 1961 και στην Ισπανία σοβεί η στυγνή δικτατορία του Φράνκο - αν και νομίζω ότι ο Μπουνιουέλ τη γύρισε στο Μεξικό. Ταυτόχρονα, εξετάζοντάς την από οπτική άποψη, θα βρούμε μια σειρά από σουρεαλιστικά σύμβολα (αλοίμονο, μιλάμε για τον σημαντικότερο σουρεαλιστή σκηνοθέτη), μερικά από τα οποία ιδιαίτερα τολμηρά (ένας σταυρός - σουγιάς, ένα αγκάθινο στεφάνι που καίγεται κλπ.)
Αυτό που είναι σημαντικότερο όμως στην ιστορία της καλόγριας Βιριδιάνας που αποτυγχάνει παταγωδώς να εφαρμόσει τη χριστιανική φιλοσοφία και, τελικά, παραδίδεται στην ύλη, είναι τα νοήματα και οι ιδέες του φιλμ. Νομίζω ότι, δίχως να έχει τίποτα που εξωτερικά να θυμίζει κάτι τέτοιο, είναι μια βαθιά πολιτική ταινία. Κατ' αρχήν ο
δαιμόνιος Μπουνιουέλ επιτίθεται στην ιδέα τηυς ελεημοσύνης και της φιλανθρωπίας. Ή μάλλον όχι σ' αυτές καθ' εαυτές τις ιδέες, αλλά στην ουσιαστικά αχρηστία τους σε σχέση με το κοινωνικό σύνολο και στην παντελή αδυναμία τους να αλλάξουν τον κόσμο. Τι ακριβώς λέει; Ότι εφ' όσον η κοινωνία είναι απόλυτα ταξική και οι κοινωνικές διαφορές και ανισότητες βαθύτατες και απαράδεκτα άδικες, όσο φιλάνθρωπος ή ελεήμων κι αν είσαι, στην ουσία κάνεις μια τρύπα στο νερό. Τα πάντα παραμένουν τα ίδια. Η εκπληκτική σκηνή με τον δεμένο στο αμάξι σκύλο (ας μην την περιγράψω γιατί δεν θα τελειώσω ποτέ) συνοψίζει θαυμάσια, λειτουργώντας ως παραβολή, τις ιδέες αυτές. Το ίδιο ακριβώς θέμα άλλωστε έχει επεξεργαστεί ο Μ. και σε μαι άλλη μεγάλη ταινία του, το "Ναζαρέν".
Από την άλλη μιλά για την ανθρώπινη φύση και τα βαθιά, υποσυνείδητα ανθρώπινα ένστικτα. Οι λούμπεν ζητιάνοι της ταινίας παραμένουν βίαιοι και ζωώδεις, ανταποδίδοντας με κτηνωδία την ελεημοσύνη που δέχτηκαν. Είναι "εκ φύσεως κακοί"; Μάλλον όχι. Αλλά όταν βρίσκεσαι σε όλη σου τη ζωή στο περιθώριο, στην απόλυτη εξαθλίωση και την αρρώστια, δίχως να ξέρεις αν θα φας αύριο ή όχι, και υπομένοντας μάλιστα τις κοροϊδίες και την αποστροφή των άλλων, ο χαρακτήρας σου έχει πλέον διαμορφωθεί απόλυτα και η ελεημοσύνη δεν μπορεί με τίποτα να τον αλλάξει. Το "κακό" δεν είναι εκ γενετής, αλλά μια κοινωνική διαστροφή, κάτι που δημιουργείται για κοινωνικούς λόγους.
Συγχρόνως η μαζοχιστική πλευρά του χριστιανισμού, αυτή της απόλυτης εγκατάλειψης της σάρκας και της λατρείας του πνεύματος και μόνο, καυτηριάζεται ώς είτε, πολύ απλά, ανεφάρμοστη, είτε απάνθρωπη, που απέχει πολύ από του να χαρίσει την ευτυχία - κι αν τη χαρίσει, θα το κάνει σε ελάχιστους που τυχαίνει να είναι έτσι από τη φύση τους και όχι στην ανθρωπότητα (αν και, εδώ που τα λέμε, κι αυτό ακόμα αμφισβητείται, αφού η ίδια η ηρωίδα υποκύπτει τελικά στην απόλυτα φυσιολογική ανάγκη της για απολαύσεις και υλικής φύσης - προσοχή στο "και" - πράγμα που δεν έχει τίποτα το κακό). Έτσι ο Μ. επιτίθεται όχι ακριβώς στη χριστιανική πίστη, αλλά στη χριστιανική φιλοσοφία, θεωρώντας την αν μη τι άλλο κοινωνικά άχρηστη, αλλά και ουσιαστικά ανεφάρμοστη.
Αυτές είναι μερικές μόνο από τις ιδέες που μπορεί να προκαλέσει στο θεατή το φιλμ. Υπάρχουν κι άλλες - ή πιθανόν διαφορετικές αναγνώσεις, αλλά σταματώ εδώ. Νομίζω ότι, τόσα χρόνια μετά, η ταινία δεν έχει χάσει τίποτα από το μεγαλείο της. Διαθέτει μάλιστα και φοβερή κορύφωση, που έρχεται στις εκπληκτικές σκηνές του συμποσίου των ζητιάνων (που αποτελούν μια απίστευτη "αυλή των θαυμάτων") και στη βλάσφημη παρωδία του Μυστικού Δείπνου.
Για μένα είναι μια από τις κορυφαίες ταινίες όλων των εποχών. Αν δεν την έχετε δει κάντε το. Μπορεί να τη λατρέψετε, μπορεί και να σας εξοργίσει, σίγουρα όμως θα σας κάνει να σκεφτείτε πολύ.

Παρασκευή, Απριλίου 02, 2010

ΣΕΡΛΟΚ ΧΟΛΜΣ ΚΑΙ Δρ. ΓΟΥΟΤΣΟΝ... ΟΧΙ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ Μ' ΑΥΤΗ ΤΗ ΣΕΙΡΑ


Ο Thom Eberhardt είναι ένας μάλλον μέτριος αμερικανός σκηνοθέτης, με σχετικά λίγες ταινίες στο ενεργητικό του. Το 1988 όμως γυρίζει την κωμωδία "Without a Clue" που, αν μη τι άλλο, εγώ τουλάχιστον τη βρήκα συμπαθέστατη.
Πρόκειται για μια παρωδία του Σέρλοκ Χολμς (για μια ακόμα παρωδία του Σ.Χ. θα ήταν καλύτερα να πω), η οποία ωστόσο βασίζεται σε ένα έξυπνο εύρημα: Ο διασημότερος ντετέκτιβ του κόσμου δεν είναι παρά ένας ηλίθιος, μέθυσος και γυναικάς ηθοποιός, που προσέλαβε σαν "βιτρίνα" ο δρ. Γουότσον, ο οποίος στην πραγματικότητα είναι η μοναδική μεγαλοφυία της υπόθεσης. Όταν προσπαθεί να απαλλαγεί απ' αυτόν είναι πλέον αργά, αφού οι πάντες, από τον απλό κόσμο μέχρι την κυβέρνηση, λατρεύουν τον "ντετέκτιβ" και αγνοούν τον γιατρό. Στις μεταξύ τους σχέσεις αγάπης - μίσους βασίζεται και ένα μεγάλο μέρος του χιούμορ της ταινίας (και για να μη νομίζετε βέβαια ότι ο πρόσφατος Σ.Χ. του Γκάι Ρίτσι πρόσφερε τίποτα καινούριο).
Βρήκα το σενάριο έξυπνο, αρκετές φάσεις είναι από διασκεδαστικές έως και ξεκαρδιστικές, ο φοβερός δρ. Μοριάρτι, ο αιώνιος εχθρός του Σ.Χ., κάνει κι αυτός την εμφάνισή του την κατάλληλη στιγμή, στην περιπέτεια χρησιμοποιείται (άλλο αστείο εύρημα) και η αφανής σπιτονοικοκυρά των ηρώων κ. Χάντσον και γενικά όλα έδεσαν στο να περάσω δύο πολύ ευχάριστες ώρες. Πολύ περισσότερο μάλιστα λόγω του ότι στους βασικούς ρόλους βρίσκονται δυο μεγάλοι ηθοποιοί: Ο Μάικλ Κέιν και ο Μπεν Κίνγκσλεϊ, ενώ η μουσική είναι του Χένρι Μαντσίνι. Και κάτι ακόμα: Βρήκα πολύ έξυπνο το βάρος που δίνει η ταινία στη διασημάτητα του ήρωα, με την εμπλοκή των τότε μίντια και του κοινού, ειδικά στις σκηνές που ο δημοφιλής ντετέκτιβ κάνει διάφορες βαρύγδουπες ανακοινώσεις σε κοινό και δημοσιογράφους λέγοντας στην ουσία μπούρδες, ενώ όλοι μονολογούν έκθαμβοι: "Τι μεγαλοφυϊα!". Κάτι σύγχρονο μου θυμίζει αυτό...
Μια παρατήρηση μόνο: Για να απολαύσετε πλήρως την ταινία καλό είναι να έχετε διαβάσει τις original περιπέτειες του ήρωα του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ ώστε να αναγνωρίζετε τις πολλές αναφορές στο πρωτότυπο και, κυρίως, τις ανατροπές τους. Δίχως αυτό, ΟΚ, δεν νομίζω ότι θα σας χαλάσει το φιλμ (αν αναζητάτε μια χαλαρή διασκέδαση), αλλά αρκετά από τα "εσωτερικά" αστεία θα περάσουν απαρατήρητα. Όπως και νά' χει πάντως, καλή διασκέδαση.

Πέμπτη, Απριλίου 01, 2010

Ο ΝΤΑΝΙ ΡΟΟΥΖ ΚΑΙ ΟΙ ΑΤΑΛΑΝΤΟΙ ΠΕΛΑΤΕΣ ΤΟΥ


Το ασπρόμαυρο "Broadway Danny Rose" (Ο ατσίδας του Μπρόντγουέι) του Woody Allen γυρίστηκε το 1984 και είναι νομίζω από τις σχετικά παραγνωρισμένες ταινίες του. Προσωπικά τη θεωρώ από τις πιο ευχάριστες και χαριτωμένες του, που παραμένει όμως σ' αυτό: Ευχάριστη και χαριτωμένη.
Ο Γούντι είναι ένας ιμπρεσάριος του Μπρόντγουέι, καλόκαρδος αλλά και άτυχος. Δένεται με τους πελάτες του, τους προωθεί όσο μπορεί, αλλά όταν αυτοί πετυχαίνουν τον εγκαταλείπουν για άλλους, πιο χάι ατζέντηδες. Έτσι του έχει μείνει ένα αστείο (και λίγο θλιβερό) "τσίρκο" από απίθανους, τελειωμένους και συνήθως γερασμένους τύπους που οι ατραξιόν τους είναι να παίζουν μουσική με γυάλινα ποτήρια, να φτιάχνουν φιγούρες με μπαλόνια και άλλα τέτοια ευτράπελα. Υπάρχει όμως και ένας παλιός ιταλοαμερικάνος τραγουδιστής, που λόγω επιστροφής του ρετρό ξανάρχεται στη μόδα, οπότε τα πράγματα μπλέκουν με τις ερωτικές του περιπέτειες, τις διάφορες παρεξηγήσεις, ακόμα και με την είσοδο στο προσκήνιο της... Μαφίας.
Ο Άλλεν παίζει και εδώ τον εαυτό του με άψογο τρόπο (θεωρείται από τις καλύτερες ερμηνείες του): Νευρωτικός, ανασφαλής, γεμάτος διάφορες φοβίες και ενοχές, κολλημένος με την πόλη και με έκδηλη απέχθεια για τη φύση, εβραίος φυσικά, κυρίως όμως γεμάτος απίστευτες, πανέξυπνες, πνευματώδεις ατάκες που εκτοξεύει με ταχείς ρυθμούς. Και μόνο γι' αυτές θα άξιζε τον κόπο η ταινία. Και για όσα, ξεκαρδιστικά ενίοτε, συμβαίνουν γενικότερα. Αλλά και γι' αυτή τη διάχυτη γλυκύτητα που υπάρχει σ' αυτήν και, τουλάχιστον εμένα, εξακολουθεί να με κερδίζει.
Ταυτόχρονα μας δίνει και μια σπάνια εικόνα των παρασκηνίων του Μπρόντγουέι, των άσημων καλλιτεχνών που κινούνται στις παρυφές του, της αγωνίας και του αγώνα τους για την καθημερινή επιβίωση. Εικόνα που ο Γούντι Άλλεν γνωρίζει πολύ καλά αφού, πριν κάνει σινεμά, υπήρξε ο ίδιος ηθοποιός της stand-up comedy. Τελικά, νομίζω ότι έκανε μια ταινία - φόρο τιμής στον χώρο αυτόν και σε όσα περίπου ο ίδιος είχε ζήσει, πράγμα που κάνει ακόμα πιο βιωματικό (αλλά καθόλου "κλειστό" για τους άλλους) το φιλμ. Σημειωτέον ότι, όπως διάβασα, όλοι οι κωμικοί που αφηγούνται στο εστιατόριο την ιστορία του Ντάνι Ρόουζ παίζουν κι αυτοί τους εαυτούς τους, αφού όλοι τους είναι όντως κωμικοί του άγνωστου ουσιαστικά στην Ελλάδα αυτού είδους.

Τετάρτη, Μαρτίου 31, 2010

ΕΝΑΣ "ΚΥΝΗΓΟΣ" ΠΟΥ ΑΞΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΑΣ


Το ξέραμε ότι τα τελευταία χρόνια ο κορεάτικος κινηματογράφος πάει όλο και καλύτερα. Και να που αυτό επιβεβαιώνεται για μια ακόμα φορά. "Ο Κυνηγός" του 2008 (Chugyeogja) είναι η πρώτη (!) ταινία του Hong-jin Na και βάζει τα γυαλιά σε πολλά θρίλερ με σίριαλ κίλερς απ' όλο τον κόσμο (συμπεριλαμβανομένωνκαι πάμπολλων αμερικάνικων φυσικά).
Οι ρυθμοί είναι άψογοι και μάλιστα η ένταση διαρκώς ανεβαίνει, οπότε η ταινία με κράτησε απόλυτα, παρά τα 124 λεπτά της, η τροπή γίνεται απρόβλεπτη και ξεφεύγει από κάθε (δυτική κυρίως) συνταγή, κάμποσα στερεότυπα του είδους ανατρέπονται... Ο ίδιος ο ήρωας κάθε άλλο παρά "καλός" είναι. Στην πραγματικότητα είναι ένα κάθαρμα, πρώην μπάτσος και νυν νταβατζής, που εμπλέκεται στην υπόθεση επειδή μερικές από τις πόρνες του έχουν εξαφανιστεί, οπότε το θέμα είναι οικονομικό γι' αυτόν. Ο κατ' εξακολούθησιν δολοφόνος είναι γνωστός από την πρώτη σχεδόν στιγμή κι αυτό που εμείς παρακολουθούμε είναι η αναμέτρησή τους, που παρά την εμπλοκή της αστυνομίας, γίνεται όλο και πιο προσωπική. Ταυτόχρονα καυτηριάζονται (και μερικές φορές σατιρίζονται κιόλας σε μερικές ασυνήθιστες για το είδος σκηνές που αφορούν κυρίως μπάτσους) το πολιτικό σύστημα και η δικαστική γραφειοκρατία (ο δολοφόνος έχει συλληφθεί, αλλά για νομικίστικους λόγους αφήνεται ελεύθερος), η υποκρισία και η πίεση από πολιτικούς, μίντια κλπ. για λουστραρισμένη επιφάνεια, ενώ όλοι αυτοί που πιέζουν αδιαφορούν για την ουσία. Η όλη δομή της ταινίας είναι ασυνήθιστη, συχνά γίνεται πολύ βίαιη με τον τρόπο που μόνο οι απωανατολίτικες ταινίες μπορούν, ενώ τουλάχιστον εμένα με έπεισε η πορεία του ήρωα προς την συνειδητοποίηση της αθλιότητάς του και οι αναπόφευκτες τύψεις που ακολουθούν. Ταυτόχρονα διαθέτει έναν έντονο ρεαλισμό και, όπως είπα στην αρχή, η καταδίωξη και ο αγώνας δρόμου των δύο αντιπάλων γίνονται όλο και πιο φρενήρεις.
Αν πέσει στα χέρια σας μη διστάσετε να το δείτε. Το ασιατικό σινεμά δίνει για μια ακόμα φορά ένα δυναμικό παρόν και όλα δείχνουν, μετά από κάμποσα πλέον χρόνια, ότι δεν πρόκειται για προσωρινή φούσκα. Εγώ πάντως περιμένω εναγωνίως και τις επόμενες δουλειές του ικανού αυτού δημιουργού.