Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2010

ΤΑ... EXTENSIONS ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ


Είναι γνωστό ότι όταν οι γιαπωνέζοι κάνουν τρόμο, δημιουργούν ταινίες πιο άρρωστες από κάθε τι δυτικό. Εξέχουσα θέση στον χώρο κατέχει ο Shion Sono, ένας παράξενος σκηνοθέτης που κινείται ανάμεσα στον τρόμο και τη φρίκη και το παράλογο. Το 2007 γυρίζει το "Exte: Hair Extensions" (Ekusute), ένα κράμα φρίκης και εφιαλτικής κωμωδίας (αν και είμαι σίγουρος ότι πολλοί δεν θα βρείτε καθόλου κωμωδία σε ένα φιλμ σαν αυτό, αλλά πιστεύω ότι κατά βάθος έχει κάποιο κατάμαυρο, άρρωστο χιούμορ, όπως θα διαπιστώσετε (;) στην τελευταία σκηνή).
Όπου, ούτε λίγο ούτε πολύ, όλος ο τρόμος προέρχεται από τα μαλλιά! Νεκρές, κακοποιημένες κοπέλες, μακριά μαύρα μαλλιά που φυτρώνουν από παντού (κυριολεκτικά από παντού) και σκοτώνουν, μερικές εφιαλτικές σκηνές, παράνοια και σαλταρισμένοι τύποι και ελάχιστες εξηγήσεις για το γιατί συμβαίνουν όλα αυτά (το τελευταίο στοιχείο είναι φαίνεται χαρακτηριστικό του Sono, αφού και άλλες ταινίες του είναι είτε παντελώς ακατανόητες είτε δεν εξηγούν και πολλά πράγματα).
Σίγουρα, αν μη τι άλλο, πρόκειται για ευρηματική ταινία (στο χώρο της φρίκης πάντοτε), αφού μάλλον μιλάμε για το πρώτο "μαλλιοκεντρικό" φιλμ τρόμου (ή, αν προτιμάτε, φιλμ που εγκαινιάζει νομίζω το υποείδος του "κομμωτικού τρόμου"). Σημειώστε, πέραν της πλάκας, ότι μερικές σκηνές και εφφέ είναι όντως και ατμοσφαιρικά και εντυπωσιακά. Έτσι, νομίζω ότι τουλάχιστον οι φίλοι του τρόμου θα θαυμάσουν αν μη τι άλλο τη φαντασία του δημιουργού αυτού. Όσο για το μαύρο χιούμορ, ε... μαλλιά που αυτονομούνται και σκοτώνουν... νομίζω ότι είναι από μόνο του αστείο (αν και εδώ δεν μιλάμε ακριβώς για κλασικό b-movie, όπως ίσως θα περίμενε κανείς. Είναι μάλλον πιο προσεγμένο σαν παραγωγή).
Δείτε το - οι φίλοι του είδους μόνο φυσικά - σαν ένα κινηματογραφικό αξιοπερίεργο απο έναν από τους πιο σκοτεινούς σύγχρονους σκηνοθέτες, που σε άλλα φιλμς του μπορεί να σοκάρει ακόμα και πολύ ψύχραιμους θεατές.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 07, 2010

Η "ΑΓΟΡΑ" ΚΑΙ Η ΦΡΙΚΗ ΤΟΥ ΟΧΛΟΥ


Ο ισπανός Alejandro Amenábar είναι σίγουρα ικανότατος σκηνοθέτης. Η ιδέα να καταπιαστεί στο "Agora" (2009) με την κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια του 4ου μ.Χ. αιώνα και τη φιλόσοφο και αστρονόμο Υπατία είναι, αν μη τι άλλο, πρωτότυπη. Η θέση του - με "κακούς" τους χριστιανούς, που μόλις έχουν καταλάβει την εξουσία και επιδίδονται σ' ένα όργιο εκδίκησης, σκοταδισμού και μισαλλοδοξίας, το οποίο, βέβαια, οδήγησε στον μεσαίωνα - ασυνήθιστη για τα κινηματογραφικά δεδομένα. Παρ' όλα αυτά τα θετικά ωστόσο, δεν νομίζω ότι η ταινία δεν αποτελεί κάτι ιδιαίτερα σημαντικό.
Παρά την τολμηρή θέση της (μάλλον δεν την πήρε ακόμα χαμπάρι η εκκλησία να κινητοποιήσει τις ορδές των "πιστών"), βρήκα ότι και τα κλισέ είναι αρκετά και η πλοκή σχετικά προβλεπόμενη και ο χαρακτήρας της Υπατίας μονοδιάστατος, σαν αγιογραφία. Μερικές εντυπωσιακές εικόνες και αναπαραστάσεις της αρχαίας Αλεξάνδρειας (με υπολογιστή υποθέτω) και ένα σχετικό σασπένς δεν μου αρκούν για να τη θεωρήσω σημαντική.
Αρκετή συζήτηση σηκώνουν όμως οι τολμηρές ιστορικές θέσεις της. Να λοιπόν που στις μέρες μας ακόμα και οι υπερπαραγωγές μπορούν να τα βάζουν με τον παντοδύναμο χριστιανισμό, έστω κι αν αναφέρονται 16 αιώνες πριν. Αυτό που βλέπουμε είναι τον χριστιανικό όχλο να μη διαθέτει τίποτα απολύτως χριστιανικό. Απλώς να εκδικείται μετά μανίας αθώους και ένοχους, να εξοντώνει κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο (η Υπατία αρνήθηκε να γίνει χριστιανή παρά την επικράτηση του χριστιανισμού και γι' αυτό πέθανε), να καταστρέφει κάθε πηγή γνώσης ή σκέψης (σύμβολο των οποίων αποτέλεσε βέβαια η θρυλική βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, που καταστρέφεται ολοσχερώς με την επικράτησή τους). Και, όπως έγραψα στην αρχή, δεν είναι τυχαίο ότι κάπου εκεί γύρω ξεκινά ο μεσαίωνας. Αν εξετάσουμε γενικότερα την εικόνα πάντως και ξεχάσουμε προς στιγμή τη διαμάχη χριστιανών - εθνικών που εκείνα τα ταραγμένα χρόνια βρισκόταν στο τέλος της, θα δούμε μια μελέτη για την τυφλή βία του όχλου, όταν αυτός αποκτά δύναμη. Ο όχλος δεν σκέπτεται, απλώς εκδικείται για την καταπίεσή του με απόλυτα βίαιο τρόπο. Οι εθνικοί έκαναν τα ίδια στους πρώτους χριστιανούς, όταν αυτοί ήταν ακόμη αδύναμοι, και οι τελευταίοι το ανατποδίδουν και με το παραπάνω όταν παίρνουν την εξουσία. Η ιστορία επαναλαμβάνεται μέχρι τις μέρες μας, όχι πια με χριστιανούς και εθνικούς, αλλά με κάθε λογής πολιτικές, θρησκευτικές ή εθνικές συγκρούσεις.
Εδώ βέβαια πρέπει να επισημάνουμε και την ταξική διάσταση του θέματος. Οι χριστιανοί αποτελούνται κυρίως από τα κατώτερα στρώματα, σκλάβους, εξαθλιωμένους πολίτες, παρίες κάθε είδους. Η συσπείρωσή τους γύρω από μια νέα θρησκεία που υπόσχεται ισότητα και αιώνια ζωή είναι απόλυτα κατανοητή. Η βία και η εκδικητικότητά τους σαφώς οφείλονται σε αιώνες καταπίεσης και δεν έχει τίποτα το θρησκευτικό (αν και μέσα στον τυφλό φανατισμό και την αμορφωσιά τους αυτό επικαλούνται). Ωστόσο, παρά το ότι όλα αυτά είναι κατανοητά, τα γεγονότα δεν παύουν και εφιαλτικά να είναι και σε μια από τις χειρότερες περιόδους της ανθρωπότητας να οδηγούν.
Κάτω απ' αυτό το πρίσμα, ίσως ο Amenábar να δικαιολογείται για το μονοδιάστατο του χαρακτήρα της Υπατίας και τη μη εμβάθυνση στη φιλοσοφία της. Ίσως η φιλόσοφος να ήταν απλώς το πρόσχημα για να δείξει την εποχή, να τονίσει τις πιθανές αναλογίες της με τη σημερινή και να υποστηρίξει τις τολμηρές θέσεις του για το ρόλο του χριστιανισμού. Και, για να το ξεκαθαρίσω, όταν μιλάμε συνεχώς για χριστιανισμό, δεν εννοούμε τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές θέσεις του, το τι βρίσκει δηλαδή σ' αυτόν ένας αληθινός πιστός ή διανοούμενος, αλλά για τη μαζικοποίησή του, τη μετατροπή του σε κρατική εξουσία, τον κοσμικό του ρόλο και όλα τα βρώμικα πολιτικά παιχνίδια, ίντριγκες και συμβιβασμούς που όλα αυτά συνεπάγονται.
Ενδιαφέρον λοιπόν και τολμηρό ως τροφή για σκέψη και συζήτηση, τίποτα σπουδαίο όμως κινηματογραφικά κατά τη γνώμη μου. Αντιρρήσεις δεκτές.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 04, 2010

PATLABOR 2: ΙΝΤΡΙΓΓΕΣ, ΜΠΑΤΣΟΙ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΣ


Το Patlabor είναι μια γιαπωνέζικη σειρά κινουμένων σχεδίων (anime). Στα τέλη της δεκαετίας του 80 γυρίζεται η πρώτη ταινία, ενώ το 1993 ο σημαντικός σκηνοθέτης του είδους Mamoru Oshii γυρίζει το Patlabor 2 (αργότερα θα κάνει το Ghost in the Shell και άλλα).
Αρχικά το Patlabor 2 εντυπωσιάζει για μια ακόμα φορά για το απόλυτα ενήλικο σενάριο, τόσο ενήλικο που είναι αδιανόητο σχεδόν για δυτικά κινούμενα σχέδια, που συνήθως προσπαθούν να πιάσουν και το παιδικό κοινό, αν δεν γίνονται αποκλειστικά γι' αυτό. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μπερδεμένες ίντριγγες ανάμεσα στα διάφορα σώματα της αστυνομίας, σε τρομοκράτες και ανθρώπους που προσπαθούν να φέρουν τον πόλεμο στην "εφησυχασμένη" κοινωνία. Κι όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα μάλλον εναλλακτικό παρόν, σε ένα Τόκιο όπου η εγκληματικότητα έχει φτάσει στο κόκκινο, ενώ η αστυνομία κατηγορείται για κατάχρηση εξουσίας (το κοινωνικό background είναι ίδιο περίπου μ' αυτό του Jin-Roh, το οποίο σημειωτέον μου άρεσε περισσότερο). Κατά βάση πρόκειται για μια πολιτική ταινία, αφού κυρίαρχο ρόλο παίζουν τα παιχνίδια εξουσίας. Καμία ελπίδα κατανόησης από παιδιά δηλαδή.
Να σας πω τώρα την αμαρτία μου: Ενώ το φιλμ θεωρείται εξαιρετικό από τους φίλους των anime, προσωπικά με κούρασε. Κατά τη γνώμη μου φταίει το αδιάκοπο μπλα μπλα των ηρώων και η εξαιρετικά μπερδεμένη ίντριγκα με τα πολλά σώματα αστυνομίας και στρατού να βρίσκονται σε αέναη διαμάχη. Κι όλα αυτά να αποκαλούνται με μια σειρά αρχικών γραμμάτων (σα να λέμε: ΑΔΕΔΥ εναντίον ΤΕΑΔΕ, σε προσωρινή συμμαχία με το ΤΕΒΕ για να εκμηδενίσουμε την ΠΑΣΕΓΕΣ, ένα πράγμα). Κάνω πλάκα βέβαια, γιατί τα πράγματα στην ταινία είναι πολύ πιο σοβαρά, αλλά κάποια στιγμή άρχισα να χάνω επαφή και, για να πω την αλήθεια, δεν με πολυενδιέφερε να την ξαναβρώ. Συνδυάστε αυτό με μάλλον αργούς ρυθμούς και ατέλειωτους διαλόγους (όπως είπαμε), οπότε θα καταλάβετε γιατί κουράστηκα. Επίσης το σχέδιο, η εικόνα, ήταν μάλλον απρόσωπο και κοινό. Καλό μεν και εκφραστικό, αλλά από αυτά που έχουμε δει πολλές φορές.
Σας είπα ότι αυτά είναι υποκειμενικές κρίσεις, γιατί η ταινία θεωρείται από τις καλές του είδους (μια ματιά στα σχόλια στην IMDB θα σας πείσει για του λόγου το αληθές). Τι να κάνουμε; Συμβαίνουν κι αυτά. Το στόρι πάντως παραμένει ενδιαφέρον. Και για πολλοστή φορά θα διαπιστώσω με θαυνμασμό πόσο ενήλικα είναι - από τα 90ς τουλάχιστον - τα anime.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 03, 2010

ALL THAT JAZZ : ΧΟΡΟΓΡΑΦΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ


Πιστεύω ότι το «All that Jazz", που γύρισε ο Bob Fosse (1927-1987) το 1979 δεν είναι μόνο το τελευταίο σημαντικό μιούζικαλ που γυρίστηκε μέχρι σήμερα, αλλά και ένα από τα καλύτερα όλων των εποχών. Υπενθυμίζω ότι την εποχή αυτή (τέλη 70ς) το είδος έχει ήδη παρακμάσει ή μάλλον, για να είμαστε πιο ακριβείς, στην ουσία έχουν πάψει να γυρίζονται μιούζικαλ (οι εξαιρέσεις βέβαια υπάρχουν πάντα). Και ξαφνικά «σκάει» αυτή εδώ η ταινία και γίνεται ένα από τα ελάχιστα απόλυτα ενήλικα δείγματα του είδους.
Σίγουρα ένα μέρος της επιτυχίας οφείλεται στο ότι πρόκειται ουσιαστικά για ένα αυτοβιογραφικό φιλμ. Γυρίζεται από έναν άνθρωπο που γνωρίζει πάρα πολύ καλά, από τα μέσα, το είδος, αφού ο Fosse υπήρξε και διάσημος άνθρωπος της show business με πετυχημένα θεατρικά μιούζικαλ στο ενεργητικό του. Ηθοποιός, περίφημος χορογράφος, σεναριογράφος και σκηνοθέτης, πολύ απλά καταγράφει τη ζωή του και τις εμπειρίες του από έναν λαμπερό αλλά και σκληρό κόσμο, αυτόν της show business.
Ο ήρωας - ο ίδιος δηλαδή κι ας μην αναφέρεται το όνομά του - είναι διάσημος και ακριβοπληρωμένος όλα-αυτά-που-είπαμε-παραπάνω, είναι αθεράπευτος γυναικάς (έχει συνεχώς το σεξ στο μυαλό του, του λένε όλοι) και πέρα για πέρα αυτοκαταστροφικός: Ποτό, αμφεταμίνες, μανιώδες κάπνισμα, εξαντλητική δουλειά. Με έναν αποτυχημένο γάμο και μια κόρη, "τα έχει κάνει σκατά στη ζωή του", όπως λέει ο ίδιος. Ζει όμως για τη δουλειά που υπεραγαπά. Και βλέπει τον κόσμο γύρω του σαν ένα διαρκές μιούζικαλ, φανταζόμενος ότι χορογραφεί τα πάντα. Κι όταν, μετά από οξύτατη καρδιακή προσβολή, νοιώθει ότι το τέλος πλησιάζει, τι κάνει; Χορογραφεί τον ίδιο του το θάνατο.
Η ταινία λειτουργεί σε πολλά επίπεδα: Σαν ένα θαυμάσιο μιούζικαλ, με εξαιρετικά χορευτικά και πολύ καλή μουσική (κυρίως πάνω σε προϋπάρχοντα τραγούδια) με αποκορύφωμα το "Bye bye love", την κλασική επιτυχία των Everly Brothers σε μια απίστευτη διασκευή και χορογραφία, που κλείνει το φιλμ. Σαν μια πιστή καταγραφή του χώρου των show business, με τη δημιουργικότητα και την χαρά που μπορεί να προσφέρει στους "εργάτες" της, αλλά και τη σκληρότητα, την υποκρισία, τις λυκοφιλίες που τη διακρίνουν (μη ξεχνάμε ότι πρόκειται πάντοτε για επένδυση χρημάτων από κάποιους, οι οποίοι ενδιαφέρονται μόνο για το οικονομικό αποτέλεσμα). Σαν μια μελέτη για τον αναπότρεπτα επερχόμενο θάνατο και την αυτοκαταστροφικότητα. Και τέλος, σαν μια ενδιαφέρουσα αυτοβιογραφία.
Όλα αυτά δίνονται άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε με συγκίνηση και τρυφερότητα, πάντοτε όμως με πολλή φαντασία. Ξαναβλέποντάς το μετά από πολλά χρόνια, το απόλαυσα όπως και την πρώτη φορά. Και θαύμασα ένα από τα ελάχιστα ενήλικα μιούζικαλ, που αν και μιούζικαλ, αφηγείται όσα θέλει να αφηγηθεί με απόλυτο ρεαλισμό και αλήθεια.
Ο Fosse πέθανε από καρδιακή προσβολή 8 χρόνια μετά. Ήταν μόνο 60 χρονών.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 01, 2010

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟΣ "ΛΙΒΑΝΟΣ"


Στην ιστορία του σινεμά έχουν γίνει πολλές αληθινά συγκλονιστικές αντιπολεμικές ταινίες, που περιγράφουν δηλαδή τον πόλεμο ως αυτό που πραγματικά είναι: Μια διαρκής φρίκη. Δεν ξέρω αν φανώ υπερβολικός, αλλά νομίζω ότι ο "Λίβανος" (2009) του ισραηλινού Samuel Maoz είναι μια από τις καλύτερες.
Ο σκηνοθέτης έχει βιώσει τη φρίκη αυτή, καθώς έχει ο ίδιος πολεμήσει σαν πλήρωμα τανκ στον πόλεμο που περιγράφει: Τον πρώτο εμφύλιο του Λιβάνου (στον οποίο αναμείχτηκαν και ισραηλινοί και σύριοι) το 1982. Φυσικά πολύ γρήγορα παύει να μας ενδιαφέρει για ποιον ακριβώς πόλεμο πρόκειται. Θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε. Αυτό που απομένει είναι η καθαρή φρίκη.
Θα το πω από την αρχή: Η ταινία βλέπεται - ή μάλλον αντέχεται - δύσκολα. Αυτό που την κάνει τόσο αγχωτική είναι το ότι ο δημιουργός επέλεξε να δείξει την κτηνωδία μέσα από τα μάτια του πληρώματος ενός ισραηλινού τανκ. Η κάμερα μένει σχεδόν συνεχώς στο ασφυκτικό εσωτερικό του και κεντράρει διαρκώς στα βρώμικα, ταλαιπωρημένα και φοβισμένα πρόσωπα του πληρώματος. Και τι σημαίνει εσωτερικό τανκ σε καιρό πολέμου; Πέντε άνθρωποι στριμωγμένοι σε έναν ελάχιστο μεταλλικό χώρο, πανβρώμικο, αποκρουστικό, με ελάχιστο οξυγόνο και 40 βαθμούς. Άμεση επαφή με τον έξω κόσμο δεν υπάρχει. Μόνο μέσω της διόπτρας. Αυτός ο εγκλωβισμός μπορεί από μόνος να τσακίσει τα νεύρα, πολύ περισσότερο αν συνδυαστεί με τις τερατωδίες του πολέμου. Αν αυτό δεν είναι κόλαση, τότε τι είναι;
Πέραν αυτών όμως η ταινία με κράτησε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, δίχως να με κάνει καθόλου να βαρεθώ, αφού διαθέτει και πολύ δυνατό σασπένς, το οποίο μάλιστα κλιμακώνεται συνεχώς: Το τανκ πρέπει να διασχίσει μια εχθρική περιοχή σχεδόν στα τυφλά. Κανείς δεν ξέρει αν θα επιβιώσει.
Με ντοκιμαντερίστικη αισθητική και βρώμικο ρεαλισμό, ο Maoz καταγράφει ό,τι πραγματικά συμβαίνει σε τέτοιες εφιαλτικές καταστάσεις. Ταυτιζόμαστε απόλυτα με το πλήρωμα, αφού η γύρω φρίκη και το τοπίο βιβλικής καταστροφής που απλώνεται παντού δείχνεται μέσα από τα μάτια τους - μέσα από τη διόπτρα για την ακρίβεια, που αποτελεί το μοναδικό μάτι για τον έξω κόσμο. Αυτό όμως που εκτίμησα περισσότερο είναι ότι σ' όλη αυτή την κόλαση δεν υπάρχει κανένα απολύτως ίχνος ηρωισμού. Οι στρατιώτες, πολύ απλά, είναι χεσμένοι πάνω τους. Το μόνο που θέλουν είναι να ξεμπερδεύουν όσο πιο γρήγορα γίνεται, να φύγουν απ' αυτή την κόλαση και να γυρίσουν σπίτια τους. Γι' αυτό τους βλέπουμε να φοβούνται, να πανικοβάλλονται μερικές φορές, να σοκάρονται, να κλαίνε. Βλέπετε, πρόκειται για απλούς φαντάρους, εμένα κι εσένα δηλαδή, που κάνουν τη θητεία τους και ξαφνικά βρίσκονται στην κόλαση. Ούτε ίχνος λοιπόν στρατοκαυλίασης. Μόνο κόλαση. Μέσα σ' αυτόν τον εφιάλτη, ακόμα και οι διοικητές, τα αξιώματα, μικρή αξία έχουν. Ο φόβος είναι πολύ δυνατός και η εραρχία στο εσωτερικό του τανκ σχεδόν καταρρέει.
Αν μπορέσετε δείτε αυτό το πολύ δυνατό φιλμ. Σας προειδοποίησα όμως ότι αντέχεται δύσκολα. Δεν είναι μόνο ο πόλεμος, είναι και η έντονη κλειστοφοβικότητα. Αν τα καταφέρετε όμως, νομίζω ότι θα συμφωνήσετε για την τρομερή του δύναμη.

Κυριακή, Ιανουαρίου 31, 2010

"JIN-RO" ΚΑΙ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΑ ΓΙΑΠΩΝΕΖΙΚΑ ΚΙΝΟΥΜΕΝΑ ΣΧΕΔΙΑ


Το "Jin-Ro" (Wolf Brigate στα αγγλικά) είναι ένα γιαπωνέζικό anime που γύρισε το 1998 ο Hiroyuki Okiura. Και μόνο απ' αυτό το φιλμ, θα μπορούσε κανείς να διαπιστώσει την απόλυτη ενηλικίωση ενος είδους που, εκτός από έναν κύκλο φανς (φανατικών συνήθως), είναι ουσιαστικά άγνωστο στη δύση.
Η ταινία διαδραματίζεται σε ένα πιθανόν εναλλακτικό μέλλον. Η Ιαπωνία μετά το τέλος του πολέμου (του οποίου μάλιστα το αποτέλεσμα δεν ξεκαθαρίζεται απόλυτα) έχει ακολουθήσει έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο απ' αυτόν που ξέρουμε. Έτσι σήμερα διάφορες πανίσχυρες και αντιμαχόμενες μεταξύ τους αστυνομίες (τμήματα της αστυνομίας δηλαδή που, με τα χρόνια, έγιναν σχεδόν αυτόνομα, με διαφορετικές αρμοδιότητες), πολεμούν συχνά μέχρι θανάτου ενάντια σε χιλιάδες διαδηλωτές - καθώς τα προβλήματα της χώρας οξύνονται - αλλά και ενάντια σε φανατικούς τρομοκράτες. Η ιστορία είναι αρκετά πολύπλοκη, καθώς παρακολουθεί τις μπερδεμένες ίντριγκες και εσωτερικές διαμάχες (επίσης συχνά μέχρι θανάτου) στους κόλπους της αστυνομίας. Ο ήρωας, ένας μπάτσος που αρνήθηκε να πυροβολήσει ένα κοριτσάκι - τρομοκράτη που κουβαλούσε μια βόμβα, διχάζεται ανάμεσα στην αποστολή και τα πιστεύω του και στα συναισθήματά του. Κι έτσι, μέσα από πολλές ανατροπές και εκπλήξεις, οδηγούμαστε στο πολύ δυνατο - και ίσως αμφιλεγόμενο - φινάλε.
Η σύγκρουση καθήκοντας και προσωπικής επιθυμίας, η απληστία της εξουσίας, η τρομοκρατία και η κατάχρηση εξουσίας, είναι μερικά από τα θέματα που θίγει η ταινία. Και μάλιστα κρατά σχεδόν ίσες αποστάσεις από τις "δυνάμεις της τάξης" και τους διαδηλωτές / τρομοκράτες, εστιάζοντας στις ανθρώπινες πλευρές σύνθετων προβλημάτων. Γενικά βρήκα πολύ καλό το φιλμ, και παρά κάποια σκοτεινά ή / και ακατανόητα σεναριακά σημεία, παρακολούθησα με ενδιαφέρον τη σύνθετη προβληματική του.
Μια μικρή γκρίνια: Το σχέδιο είναι απόλυτα κλασικό και κοινότοπο, δίχως "προσωπικότητα" ή δίχως να διαθέτει κάτι πρωτότυπο ή χαρακτηριστικό, εκτός ίσως από κάποιες σχετικά ατμοσφαιρικές σκηνές στους υπόνομους της πόλης. Δεν θα το ξεχώριζα από πολλές άλλες ταινίες του είδους. Κρίμα, γιατί θεωρώ την ταινία αρκετά ιδιόρυθμη και ξεχωριστή. Αν ήταν το ίδιο ξεχωριστή και η εικόνα της, σίγουρα οι "πόντοι" που θα κέρδιζε θα ήταν πολύ περισσότεροι.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 29, 2010

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΕΠΑΙΖΕ ΜΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ


Μετά το πολύ ενδιαφέρον "Κορίτσι με το τατουάζ", το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Στιγκ Λάρσον, "Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά" (Flickan som lekte med elden, 2009) μεταφέρεται κι αυτό στην οθόνη από τον σουηδό Daniel Alfredson. Το βρήκα κάπως κατώτερο του πρώτου μέρους, σε καμία περίπτωση όμως απογοητευτικό.
Οι ήρωες είναι οι ίδιοι: Η ιδιόρυθμη, περιθωριακή ερευνήτρια και ο επίμονος δημοσιογράφος. Αμφότεροι καταπιάνονται με καυτά θέματα, που συχνά είναι θέματα ζωής και θανάτου για όσους ανακατεύονται. Αυτή τη φορά έχουμε να κάνουμε με το τράφικινγκ γυναικών (την εισαγόμενη πορνεία δηλαδή). Το κλίμα είναι το ίδιο "βρώμικο" και σκοτεινό με το πρώτο φιλμ, τα εφιαλτικά μυστικά αποκαλύπτονται το ένα μετά το άλλο, η δομή είναι σφιχτή και το κλίμα καταγγελίας για την κοινωνική διαφθορά (ακόμα και σε ευνομούμενες κοινωνίες όπως οι σκανδιναυικές) εξ ίσου οξύ. Μόνο που εδώ η παράδοξη ηρωίδα εμπλέκεται όλο και περισσότερο προσωπικά και τελικά, παράλληλα με τα μυστικά που αφορούν διάφορους υψηλά ιστάμενους, έχουμε και απρόσμενες αποκαλύψεις για το ίδιο της το παρελθόν.
Όπως καταλάβατε, παρακολούθησα κι αυτό το φιλμ (που έχει αρκετά σύνθετη δομή και σχετικά πολύπλοκο σενάριο) με ενδιαφέρον. Θεωρώ όμως το πρώτο μάλλον καλύτερο, πιο σφιχτό και πιο καταγγελτικό ίσως. Είναι και διαφορετικοί οι σκηνοθέτες, βλέπετε. Ίσως πάντως - και αυτό είναι γενικότερη παρατήρηση - αυτή μου η αίσθηση να οφείλεται στο ότι, όπως και να το κάνουμε, πρόκειται για ένα "νο 2", και πάντοτε θεωρώ την πρώτη φορά, όταν μπαίνεις σε ένα άγνωστο σύμπαν και δεν ξέρεις τι να περιμένεις, εξ ορισμού σχεδόν καλύτερη. Αν και, το λέω από τώρα, θα δω και το τρίτο και τελευταίο μέρος, που όπως διαβάζω είναι ήδη έτοιμο.
Συνολικά πάντως δεν το βρήκα κακό (ίσως λίγο περισσότερο "action movie" σε σχέση με το πρώτο). Θα σας δώσω όμως μια συμβουλή: Παρά το ότι το δεύτερο αυτό μέρος είναι αυτόνομο και οι ήρωές μας ερευνούν μια εντελώς διαφορετική υπόθεση, πρόσωπα από το πρώτο μέρος, σκηνές και σχέσεις από το παρελθόν επανεμφανίζονται και γενικά καλό είναι να έχει κανείς υπ' όψιν τι έχει συμβεί στο πρώτο φιλμ. Γι' αυτό καλύτερα να δείτε το "Κορίτσι με το τατουάζ" πρώτα, και μετά περάστε σ' αυτό εδώ. Όπως και να το κάνουμε πάντως, τα σκανδιναυικά θρίλερ παραμένουν ενδιαφέροντα και ιδιαζόντως σκοτεινά.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 27, 2010

ΤΑ "ΑΓΡΙΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ" ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ Η ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ


Το "Where the Wild Things are" είναι ένα διάσημο παιδικό (και σαφώς όχι μόνο) βιβλίο του Πίτερ Σέντακ των αρχών της δεκαετίας του 60. Ο Spike Jonze αναλαμβάνει να το μεταφέρει στην οθόνη το 2009 (διάβασα ότι ήταν παλιό του όνειρο) και βρίσκω το αποτέλεσμα πολύ ικανοποιητικό.

Φυσικά θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς παιδική ταινία. Αυτό που την κάνει όμως να διαφέρει από τις περισσότερες άλλες του είδους είναι η καταγραφή της πολυπλοκότητας της παιδικής ψυχοσύνθεσης, ο αληθινός τρόπος με τον οποίο την προσεγγίζει. Συνήθως τα παιδιά παρουσιάζονται ως αθώα, αγγελικά (άντε και λίγο σκανταλιάρικα) πλάσματα - αν φυσικά δεν πρόκειται για ταινία τρόμου, αλλά και σ' αυτές ακόμα είναι μονοδιάστατα κακά. Εδώ αντίθετα έχουμε ένα παιδί με ζωηρή φαντασία, αλλά και μοναχικό, με συχνές εκρήξεις θυμού και συχνά αυτό που θα αποκαλούσαμε "σπαστική" συμπεριφορά, που μπορεί να σπάσει τα νεύρα ενός ενήλικου. Φυσικά καταφεύγει πολύ συχνά στον κόσμο της φαντασίας ή μάλλον σε ένα συγκεκριμένο κόσμο που έχει πλάσει με τη φαντασία του, κατοικημένο από αλλόκοτα, πελώρια, συμπαθέστατα και τρομαχτικά ταυτόχρονα, χνουδωτά πλάσματα.

Το ενδιαφέρον είναι ότι στον κόσμο αυτόν ακολουθεί - ξαναζεί αν θέλετε - τα καθημερινά του συναισθήματα ή συχνά τα μεταφέρει στα πλάσματα. Έτσι τα τελευταία δεν είναι ούτε καλά ούτε κακά. Συχνά είναι συμπαθητικά, αστεία, φιλικά και παιχνιδιάρικα, άλλοτε ξεσπούν σε εκρήξεις θυμού και ζήλιας, γίνονται κακά και σκοτεινά, απειλούν να τον φάνε. Παράλληλα παρακολουθούμε, μέσα από τίς περιπέτειες στον φανταστικό κόσμο, μια σαφή αλληγορία ενηλικίωσης. Όλα ξεκινάνε υπέροχα, τέλεια, όπως φαντάζεται κανείς τη ζωή του όταν είναι παιδί, και βαθμιαία σκοτεινιάζουν. Ο "βασιλιάς", το παιδί δηλαδή που έχει διαλέξει - φυσικά - αυτόν τον ρόλο για τον εαυτό του, παύει να είναι παντοδύναμος και συνειδητοποιεί (μαζί με τα πλάσματα - υπηκόους του) ότι οι ικανότητές του είναι περιορισμένες, ότι οι ιδανικές μέρες έχουν τελειώσει και οι σκοτεινές βρίσκονται μπροστά. Και τι κάνει; Αυτό που κάνουμε όλοι μας: Το αποδέχεται, παραιτείται από το "αξίωμά" του και αποχωρεί επιστρέφοντας στο αληθινό κόσμο. Όπως ακριβώς συμβαίνει στην αληθινή ζωή. Αν αυτό δεν είναι ιστορία ενηλικίωσης, τότε τι είναι;

Παράξενη ταινία, που δύσκολα κατατάσεται, ίσως απογοητεύσει όσους ψάχνουν για εντυπωσιακά εφφέ (ελάχιστα ψηφιακά υπάρχουν, ίσως και καθόλου), προσωπικά όμως τη βρήκα γοητευτική, συγκινητική και τρυφερή. Και ιδιαίτερα ενήλικη για "παιδική" (;).

Κυριακή, Ιανουαρίου 24, 2010

ΟΤΑΝ Ο ΣΕΡΛΟΚ ΧΟΛΜΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ACTION HERO


Ο διασημότερος ντετέκτιβ όλων των εποχών, ο Σέρλοκ Χολμς του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ έχει επισκεφτεί πολλές φορές την οθόνη. Στην συγκεκριμένη περίπτωση (2009) τον "αναλαμβάνει" ο Guy Ritchie και τον "εκμοντερνίζει" με, κατά τη γνώμη μου, θετικά και αρνητικά αποτελέσματα.
Για το ότι η ταινία βλέπεται ευχάριστα, είναι μάλλον σίγουρο. Γρήγοροι ρυθμοί (αν και όχι τόσο γρήγοροι και με "κόλπα", όπως μας έχει συνηθίσει ο Ritchie), μυστήρια που ανακύπτουν διαρκώς, χιούμορ και κάμποσο θέαμα. ΟΚ, ήμουν σίγουρος ότι θα τα είχε όλα αυτά. Και σιγά μη δεν ήταν καλγυρισμένο. Είπαμε πολλές φορές ότι το αμερικάνικο σινεμά - και δη αυτό των μπλογκμπάστερς - έχει κατακτήσει μια αφηγηματική δεινότητα. Επειδή όμως αυτό είναι πλέον δεδομένο, έχει πάψει εδώ και χρόνια να αποτελεί αρετή, έχει γίνει κοινός τόπος. Θα μας εξέπληττε πολύ περισσότερο ένα κακογυρισμένο μπλογκμπάστερ...
Το θέμα είναι ότι αν έχει κανείς διαβάσει Σ.Χ. και έχει αγαπήσει τον ήρωα, δύσκολα θα δεχτεί τη νέα προσωπικότητα που του δίνει το φιλμ και ο πάντα καλός Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, αφού εν ονόματι του τρέχοντος στιλ (της μόδας, τέλος πάντων) και, κατά συνέπεια, της σίγουρης επιτυχίας στα ταμεία, τον έχει μετατρέψει σε action hero, ή τουλάχιστον ΚΑΙ σε action hero (τονίζω το "και" διότι σαφώς η διανοούμενη, εγκεφαλική του πλευρά παραμένει). Ένας Σ.Χ. λοιπόν που στις μισές σκηνές παίζει ξύλο, αντιμετωπίζει πολύ ογκωδέστερους εχθρούς, γλυτώνει από εκρήξεις, κυνηγά και κυνηγιέται στη γέφυρα του Λονδίνου και γενικά διαθέτει και μια πλευρά Σβαρτσενέγκερ, εμένα τουλάχιστον με ξενίζει - για να μην πω με ενοχλεί.
Κατά τα άλλα, βρήκα την όλο γκρίνια, ζήλια και "φιλικούς" καυγάδες σχέση του με τον Γουότσον ευπρόσδεκτη και διασκέδασα αρκετά μ' αυτήν, όπως επίσης και με την απόλυτη "ρεμαλοποίηση" του ήρωα όταν δεν έχει κάποια υπόθεση να ασχολείται (το στοιχείο αυτό υπάρχει και στα βιβλία), ενώ η ατμόσφαιρα είναι γκρίζα, βαριά και πειστική για Λονδίνο του 19ου αιώνα. Ενδιαφέρον είχε επίσης και ο ναζιστοειδής κακός, που έβαζε στο φιλμ μελλοντικά στοιχεία (πράγμα που γινόταν και με κάποια στοιχεία μελλοντικής τεχνολογίας). Στα συν και κάποια σχόλια για την βρετανική αυτοκρατορία και τον ιμπεριαλισμό των μεγάλων αυτοκρατοριών γενικότερα. Τέλος η ταινία βασιζόταν σ' ένα συνεχές παιχνίδι ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το φανταστικό (καθώς έβαζε στοιχεία αποκρυφισμού, μαγείας κλπ.). [SPOILER SPOILER Ευτυχώς όμως όλα είχαν λογική εξήγηση. Το ευτυχώς το λέω επειδή ολόκληρη η προσωπικότητα και οι ιστορίες του Σ.Χ. βασίζονται στον απίστευτο, τετράγωνο ορθολογισμό και στην "υπερφυσική" εξυπνάδα του, οπότε αν η ταινία προχωρούσε σε υπερφυσικές λύσεις, θα ήταν πιά εντελώς, μα εντελώς εκτός πνεύματος]

Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα, το είδα πάντως σχετικά ευχάριστα. Το κακό είναι ότι το νο 2 ετοιμάζεται ολοταχώς (μπαμ έκανε), οπότε μου φαίνεται ότι θα έχουμε ένα ακόμα κινηματογραφιό σίριαλ.

Σάββατο, Ιανουαρίου 23, 2010

Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΟΝΗΡΙΑ ΚΑΙ Η ΑΘΩΩΤΗΤΑ ΣΤΟ "ΜΙΚΡΟ ΝΙΚΟΛΑ"


Ο Rene Gosciny (1926-1977) υπήρξε αναμφισβήτητα μια κωμική ιδιοφυϊα. Παραγωγικότατος σεναριογράφος, σφράγισε κυριολεκτικά τα γαλλικά κόμικς δημιουργώντας πλήθος από ήρωες, με πασίγνωστους ανάμεσά τους τους Αστερίξ και Λούκι Λουκ. Ο Μικρός Νικόλας είναι μια σειρά ξεκαρδιστικών βιβλίων με ήρωα το ομώνυμο πιτσιρίκι και τους ανεκδιήγητους συμμαθητές του. Την εικονογράφησή τους έχει κάνει ο πολύ γνωστός Sempe, με το χαρακτηριστικό μινιμαλιστικό αλλά πολύ εκφραστικό σχέδιο. Στη Γαλλία ο Μ.Ν. είναι πασίγνωστος σε όλους, ανεξάρτητα από το αν ασχολούνται με κόμικς ή βιβλία.
Ήταν λοιπόν ήδη άξιο απορίας πώς ο διάσημος αυτός ήρωας δεν είχε μεταφερθεί ακόμα στην οθόνη. Να λοιπόν που ο Laurent Tirard ανέλαβε το έργο αυτό. Με τον "Μικρό Νικόλα" έδωσε σάρκα και οστά στο διαβολικό και ταυτόχρονα αθώο αυτό πιτσιρίκι και στην σκανταλιάρικη παρέα του.
Η ταινία είναι βασικά παιδική, νομίζω όμως ότι και οι μεγάλοι θα γελάσουν σε αρκετά σημεία, αφού το χιούμορ του Γκοσινί και διαχρονικό είναι και καταφέρνει να πιάσει όλες τις ηλικίες. Επί πλέον διαθέτει και ένα στοιχείο νοσταλγίας (για τους μεγάλους φυσικά), αφού αναπαράγει αυτούσιο το κλίμα μιας μικροαστικής οικογένειας στις αρχές των 60ς, μιας εποχής βέβαια δίχως υπολογιστές, κινητά, cd και έγχρωμες τηλεοράσεις και με ένα πολύ πιο αυστηρό σχολείο απ' ότι σήμερα (δεν το λέω αυτό σαν κάτι ντε και καλά καλό, αλλά αναμφισβήτητα η αυστηρότητα αυτή και η αρτηρισκλήρωση δίνουν έναυσμα για πολλές πλάκες). Διαθέτει επίσης η ταινία κι αυτή την παλιομοδίτικη αθωότητα, που σπάνια απαντάται πια σήμερα, κι έτσι, εκτός από αστεία, γίνεται και γλυκιά. Γενικά το γέλιο βγαίνει από τις απίστευτες ιδέες των παιδιών και την συνήθως "λοξή" πρόσληψη της πραγματικότητας απ' αυτά, με αποτέλεσμα καταστάσεις παντελώς παράλογες και γι' αυτό αστείες. Δεν νομίζω φυσικά ότι πρόκειται για κάποα σπουδαία ταινία, αν όμως πάτε με τα παιδιά σας νομίζω ότι δεν θα περάσετε άσχημα.
ΥΓ: Έκανα το τεράστιο λάθος να τη δω μεταγλωτισμένη στα ελληνικά (από δική μου απροσεξία) και έτσι το απόλαυσα λιγότερο. Δεν κάνω καμιά κριτική στην ποιότητα της μεταγλώτισης και στην ηθοποιία των φωνών. Απλώς θεωρώ τη μεταγλώτιση κάτι εξ ορισμού απαράδεκτο, είτε γίνεται από σεξπηρικούς ηθοποιούς είτε από τον Σεφερλή.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 21, 2010

Η ΓΟΥΕΝΤΙ, Η ΛΟΥΣΙ ΚΑΙ ΤΟ ΛΙΤΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ


Με το "Wendy and Lucy" του 2008 της Kelly Reichardt βρισκόμαστε στην καρδιά του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά. Γι' αυτό και πρόκειται για ταινία μάλλον για λίγους. Μινιμαλισμός και λιτότητα, "ακατέργαστη" φωτογραφία με κόκκο, ελάχιστη "υπόθεση", εικόνες άχαρης καθημερινότητας, πλην όμως ανθρωπιά, τρυφερότητα, συγκίνηση - και μια έντονα πολιτική ματιά, δίχως όμως μεγαλοστομίες, διδακτισμούς και καταγγελίες κάθε είδους.
Μια κοπέλα με το σκύλο της ταξιδεύει με ένα παλιό αυτοκίνητο προς την Αλάσκα, όπου ελπίζει να βρει δουλειά - ή μάλλον ελπίζει στο αόριστο "εκεί τα πράγματα θα είναι καλύτερα". Με ελάχιστα χρήματα, κολλά οδυνηρά σε μια απρόσωπη αμερικάνικη μικρή πόλη στο πουθενά, όταν όλα αρχίζουν να πηγαίνουν στραβά: Χάνει τον αγαπημένο της σκύλο, χαλάει το αυτοκίνητό της... και αναγκάζεται να μετατραπεί σε ένα είδος κλοσάρ.
Δεν πρόκειται ακριβώς για ταινία δρόμου, αφού η ηρωίδα είναι παρά τη θέλησή της ακινητοποιημένη στην άχρωμη πόλη. Πολύ λίγα πράγματα συμβαίνουν: Συναντήσεις με κάποιους ανθρώπους, κάποια τηλεφωνήματα που τονίζουν τη μοναξιά και την αποξένωσή της, μια μικροκλοπή... Κι όλα αυτά με "γυμνές", καθημερινές εικόνες, δίχως οποιονδήποτε καλλωπισμό. Κι όμως, μέσα από όλα αυτά τα μικροπράγματα διαγράφεται το αμείλικτο πρόσωπο ενός στυγνού καπιταλισμού / νεοφιλελευθερισμού, με την εφιαλτική ανεργία, τις στρατιές νεόπτωχων και τις εντάσεις, την εγκληματικότητα, την κοινωνική απομόνωση που όλα αυτά δημιουργούν. Ακόμα και ο φύλακας που μιλά με την ηρωίδα, λέει κάποια στιγμή ότι δουλεύει 12 ώρες (!) και είναι και τυχερός που έχει δουλειά...
Η ταινία στηρίζεται στην πολύ καλή και εκφραστική Μισέλ Γουίλιαμς, που αναγκάζεται να στερηθεί ακόμα κι απ' αυτό που αγαπά περισσότερο σε μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές του φιλμ. Γενικά η συγκίνηση και η τρυφερότητα κυριαρχούν, όλα όμως σε πολύ χαμηλούς τόνους. Μπορεί να κουράσει αρκετούς ο μινιμαλισμός και η έλλειψη δράσης της, προσωπικά πάντως, δίχως να τη θεωρώ και κανένα αριστούργημα, τη βρήκα αρκετά συμπαθητική.

Τρίτη, Ιανουαρίου 19, 2010

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΙΒΑΝ, Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ


"Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν" (Ivanovo destvo) είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που γυρίζει ο Andrei Tarkovsky (1932-1986) το 1962. Έχει κάποιες διαφορές από το υπόλοιπο έργο του, συγχρόνως όμως συναντούμε και πολλά χαρακτηριστικά γνωρίσματα, που θα αναπτυχθούν αργότερα.
Κατά τη διάρκεια της ναζιστικής εισβολής στη Ρωσία, ο μικρός, ορφανός Ιβάν ρισκάρει διαρκώς τη ζωή του περνώντας στην απέναντι όχθη ενός ποταμού, που είναι κατειλημένη από τους γερμανούς, μεταφέροντας πολύτιμες πληροφορίες στο ρωσικό στρατό, οι αξιωματικοί του οποίου τον υπεραγαπούν, έχοντάς τον κάτι σαν μασκότ.
Μ' αυτή την απλή υπόθεση, ο Ταρκόφσκι κάνει το πρώτο του ποιητικό φιλμ, καταφέρνοντας να απογειώσει θαρρείς τις εικόνες του από τα εγκόσμια, και ταυτόχρονα να κάνει μια από τις πλέον αντιπολεμικές ταινίες του σινεμά. Δίχως να έχει τους τόσο αργούς ρυθμούς που χαρακτηρίζουν τις επόμενες δουλειές του, δημιουργεί πανέμορφες, ποιητικές, ασπρόμαυρες εικόνες, που έχουν να κάνουν τόσο με τα όνειρα του μικρού (στα οποία κυρίως εμφανίζεται η σκοτωμένη μάνα του) όσο και, παραδόξως, με τις εφιαλτικές, συχνά αποκαλυπτικές εικόνες του πολέμου. Και εδώ βρίσκεται και η άλλη διάσταση του φιλμ. Ακόμα και μ' αυτόν τον τόσο ποιητικό τρόπο, δεν μπορούμε παρά να αισθανθούμε φρίκη για τόση καταστροφή, τόση δυστυχία, τόσες χαμένες, κακοξοδεμένες ζωές. Και πρώτη και καλύτερη βέβαια του ίδιου του Ιβάν, που αντί να περνά την ευτυχισμένη παιδική ηλικία που θα του άξιζε, ζει μέσα στα ερείπια, τις λάσπες, το κρύο, τον θάνατο. Η ίδια η ψυχή του, πλημμυρισμένη από μίσος για τους ναζί, με μόνο στόχο να εκδικηθεί τη σφαγή των δικών του, δίνει μια πολύ δυνατή εικόνα της ψυχικής "διαστροφής" που προκαλεί ο πόλεμος. Γιατί είναι όντως συγκλονιστικό να βλέπεις ένα δεκάχρονο ή δωδεκάχρονο αγοράκι να έχει σα μόνο στόχο στη ζωή του την τυφλή εκδίκηση. Ο Ταρκόφσκι, πράτοντας έξυπνα και διαλεκτικά, δείχνει εκτός από τον ηρωισμό του μικρού και την αλλοτρίωση, την "απανθρωποποίησή" του, για την οποία βέβαια μόνο αυτός δεν φταίει (είναι χαρακτηριστικές οι σκηνές όπου ο μικρός λεει με βεβαιότητα που παγώνει "Μα δεν υπάρχουν καλοί γερμανοί" και, βλέποντας τις γκραβούρες του Ντίρερ με θέμα την Αποκάλυψη και τους καβαλάρηδες από την κόλαση να θερίζουν ανθρώπους αναφωνεί: "Να, βλεπεις; Από τότε οι γερμανοί σκότωναν!")
Στο φιλμ νομίζω ότι δεν υπάρχει - τουλάχιστον τόσο ανεπτυγμένη - η μεταφυσική διάσταση που χαρακτηρίζει το έργο του δημιουργού. Υπάρχει όμως ήδη η εμμονή του με το νερό και τις υδάτινες επιφάνειες (είναι πανέμορφες οι νυχτερινές εικόνες στο βάλτο, με τη βάρκα και τις φωτοβολίδες). Και υπάρχει - το είπα ήδη - και μια αλλόκοτη, άγρια ομορφιά ακόμα και στις εικόνες καταστροφής.
Θεωρώ "Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν" ίσως όχι ακόμα μια χαρακτηριστική ταινία του Ταρκόφσκι, πλην όμως μια θαυμάσια ταινία, έστω και με λιγότερα ταρκοφσκικά γνωρίσματα.

Κυριακή, Ιανουαρίου 17, 2010

ΕΝΑ "ΠΕΙΡΑΜΑ" ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΖΕΙ


Το 2001 ο γερμανός Oliver Hirschbiegel γυρίζει "Το Πείραμα" (Das Experiment), προκαλώντας σοκ στο κοινό. Η ταινία αφηγείται ένα "κοινωνικό" πείραμα που γίνεται σε μια σχολή: 20 άνθρωποι δέχονται εθελοντικά (έναντι αμοιβής) να παίξουν για 15 μέρες τους ρόλους δεσμοφυλάκων και φυλακισμένων, υπακούοντας σε ορισμένους κανόνες. Οδηγούνται σε μια κανονικά προσομοιωμένη φυλακή, χωρίζονται στους μεν και στους δε... και η κόλαση αρχίζε. Στις 5 μόλις μέρες η κατάσταση έχει εκτροχιαστεί πλήρως.
Το φιλμ καταφέρνει με κοφτό ρυθμό να κρατά ένα διαρκές σασπένς. Συγρόνως, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό η ένταση κλιμακώνεται αδιάκοπα, μέχρι το πολύ δυνατό φινάλε. Η κατάσταση ξεφεύγει πολύ σύντομα από το απλό παιχνίδι, γίνεται όλο και περισότερο δυσάρεστη (και για τον θεατή, πόσο μάλλον για τους έγκλειστους) και, τελικά, η ωμή βία είναι αναπόφευκτη - και το τέντωμα των νεύρων των θεατών εγγυημένο. Προφανώς ο σκηνοθέτης θέλει να μας δείξει ότι η βία, τα άγρια ένστικτα, η "ανάγκη" για δύναμη και εξουσία είναι ριζωμένα μέσα μας, ότι μια χούφτα ανθρώπων δίχως καμιά έξωθεν καθοδήγηση θα οδηγηθεί αναπόφευκτα στον πρωτογονισμό και τη βία (σ' αυτό το συμπέρασμα θυμίζει πολύ το παλιό "Lord of the Flies" για το οποίο έγραψα πρόσφατα).
Παρά το ότι λοιπόν είναι ένα αναμφισβήτητα δυνατό φιλμ, οι αντιρρήσεις μου είναι αρκετές. Ο βασικός λόγος είναι ότι δεν το βρήκα αρκετά πειστικό. Δεν νομίζω ότι τέτοιες ανεξέλεγκτες καταστάσεις μπορούν να προκύψουν σε 5 μόλις μέρες. Κι έπειτα μου φάνηκε αρκετά ψεύτικη η μη συμμετοχή (η ελάχιστη συμμετοχή τέλος πάντων) των "άνωθεν", αυτών δηλαδή - καθηγητών πανεπιστημίου κυρίως - που παρακολουθούν το πείραμα. Πιστεύω ότι στην πραγματικότητα θα το σταματούσαν ή θα έκαναν αυστηρες συστάσεις πολύ συντομότερα. Και δεν είμαι σίγουρος ότι ένας άνθρωπος φασιστικής νοοτροπίας (ο "κακός" της ταινίας) μπορεί να παρασύρει τόσο εύκολα όλους τους υπόλοιπους (ναι, ασφαλώς και συνέβει με τον Χίτλερ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι συμβαίνει καθημερινά. Γι' αυτό άλλωστε το ναζιστικό φαινόμενο είναι τόσο ιδιαίτερο και μελετάται ακόμα τόσο πολύ). Στο νου βέβαια με όλα αυτά μας έρχεται το μεταγενέστερο "Κύμα", που κι αυτό επίσης δεν με είχε πείσει. Ίσως οι γερμανοί κουβαλούν τις ενοχές του παρελθόντος τους και προσπαθούν απεγνωσμένα να διερευνήσουν τα βαθύτερα αίτια γι' αυτό, να αποδείξουν ότι η γοητεία του φασισμού είναι (σε λανθάνουσα κατάσταση) ριζωμένη στην ανθρώπινη ψυχή και περιμένει τις κατάλληλες συνθήκες για να ξυπνήσει. Πάντως και οι δύο αυτές κινηματογραφικές απόπειρες, παρά το ότι είναι πολύ δυνατές σαν ταινίες, δεν με έπεισαν.

Σάββατο, Ιανουαρίου 16, 2010

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΣΙΕΡΑ ΜΑΝΤΡΕ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΠΛΗΣΤΙΑ


O Huston Huston (1906-1987) γυρίζει το 1948 τον "Θησαυρό της Σιέρα Μάντρε", που θεωρώ από τις καλύτερες ταινίες του. Σπάνια ο κινηματογράφος έχει καταγράψει με τόση ένταση την ανθρώπινη απληστία και την τρέλα που τη συνοδεύει, μια τρέλα που δεν υποχωρεί μπροστά σε τίποτα, που δεν έχει ιερό ή όσιο, που δεν διστάζει να φτάσει στον φόνο. Και βέβαια είναι το καλύτερο φιλμ (νομίζω) που μιλά για τον πυρετό του χρυσού.
Η απόλυτη φτώχια και η αθλιότητα της καθημερινότητάς τους θα οδηγήσουν τρεις αμερικάνους που έχουν ξεμείνει πάμφτωχοι σε ένα μεξικάνικο χωριό να γίνουν χρυσοθήρες και να ψάξουν για χρυσό σε μια μακρινή περιοχή στα βουνά. Αλλά το γεγονός ότι τους δένουν πλέον δεσμοί ζωής και θανάτου (ο ένας έχει σώσει τη ζωή του άλλου) δεν εμποδίζει το μικρόβιο της απληστίας να αναπτυχθεί και η παράνοια που δημιουργεί καταλαμβάνει τον έναν απ' αυτούς με τραγικές συνέπειες.
Δεν είναι μόνο η μελέτη της ανθρώπινης απληστίας ούτε η εξαιρετική παρουσία του Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ (σε έναν από τους καλύτερους ρόλους του) που κάνουν καλή την ταινία. Είναι και το ότι ο Χιούστον, από τους μεγάλους κλασικούς αμερικανούς σκηνοθέτες, ξέρει να αφηγείται με άψογο τρόπο και με το σφιχτό και δυνατό σενάριο καταφέρνει να κρατά από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό τον θεατή και μάλιστα μέχρι σήμερα. Οι περιπέτειες των τριών φίλων, η εμφάνιση αδίστακτων ληστών, οι φτωχοί μεξικάνοι ενός χωριού, ο παρείσακτος τέταρτος που θα εμφανιστεί ξαφνικά, είναι μερικά από τα στοιχεία που εμπλουτίζουν την πλοκή και καθηλώνουν.
Η απληστία και ο πυρετός που δημιουργεί ο πλούτος μπορούν να προσβάλλουν κάποιους ανθρώπους και να τους οδηγήσουν στην παράνοια, λέει ο σκηνοθέτης. Κι αυτό είναι μια διαπίστωση που εξηγεί κάμποσες ανθρώπινες συμπεριφορές (έχετε σκεφτεί ποτέ γιατί κάποιος εκατομμυριούχος που κυριολεκτικά δεν ξέρει τι έχει εξακολουθεί να αγωνίζεται για να αυξήσει τα κέρδη του και μάλιστα πολύ συχνά πατά επί πτωμάτων, παραβιάζει νόμους, πολεμά λυσασμένα αντιπάλους του, τη στιγμή που όσα παραπάνω εκατομμύρια να βγάλει δεν θα προσθέσεουν τίποτα στην ευημερία του, αφού πρακτικά μπορεί να ικανοποιήσει κυριολεκτικά οποιαδήποτε υλική του επιθυμία); Και βέβαια ένα είδος μοίρας στο τέλος του φιλμ θα δείξει με συντριπτικό (και ιδιοφυή) τρόπο τη ματαιότητα και το παράλογο της όλης κατάστασης, τη γελοιότητα της ανθρώινης μεγαλομανίας και της συνεχώς μεγαλύτερης επιδίωξης κέρδους.
Αρχετυπική ταινία, παραλλαγές του θέματος της οποίας συναντούμε σε κάθε είδους αφηγηματικής τέχνης (ούτε κι αυτή βέβαια ήταν η πρώτη που ασχολήθηκε μ' αυτό), συνίσταται ανεπιφύλακτα ως κλασική.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 14, 2010

ΟΤΑΝ ΟΙ ΚΟΕΝ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΚΑΤΑΜΑΥΡΟΙ ΚΑΙ ΙΔΙΑΖΟΝΤΩΣ "ΣΟΒΑΡΟΙ"


Είμαι ορκισμένος φαν των δαιμόνιων αδελφών Ethan και Joel Coen, που τους θεωρώ από τους σημαντικότερους σύγχρονους δημιουργούς. Μ' αρέσουν και οι σοβαρές πλευρές τους (Το Πέρασμα του Μίλερ, Μόνο Αίμα) και οι πολλές πιο "ανάλαφρες", πλην όμως πάντοτε κοφτερές σαν ξυράφι. Ωστόσο το "Ένας Σοβαρός Άνθρωπος" (A Serious Man) μάλλον με απογοήτευσε λιγάκι. Έχει σποραδικά το σατανικό κοενικό χιούμορ και κριτικάρει για μια ακόμα φορά την ανθρώπινη - και ιδιαίτερα την αμερικάνικη - ηλιθιότητα, αλλά όλα γίνονται πολύ αργόσυρτα και βασανιστικά και τελικά αυτό που μου έμεινε - παρά τις πολύ αστείες στιγμές, ξαναλέω - ήταν μια βαθιά αίσθηση μαυρίλας.
Η ιστορία, που διαδραματίζεται στη δεκαετία του 60, πάρα πολύ απλά περιγράφει τη ζωή ενός "σοβαρού", συμβατικού εβραίου οικογενειάρχη, όπου ξαφνικά όλα, μα όλα, του πάνε από στραβά έως απόλυτα καταστροφικά. Κι αυτό είναι όλο μέχρι τέλους - ή μέχρι τελευταίας ρανίδας αν προτιμάτε, δίχως την παραμικρή χαραμάδα ελπίδας. Σα να μας λένε "ξεχάστε όσα συνήθως βλέπετε στο σινεμά. Η ζωή είναι σκληρή και παράλογη, δίχως ίχνος δικαιοσύνης, και στο τέλος πεθαίνεις κιόλας".
Το ενδιαφέρον είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν μέσα στους κόλπους μιας πραγματικά ασφυκτικής εβραϊκής κοινότητας στην Αμερική, ενός αληθινού πολιτισμικού "γκέτο", που ελάχιστα πράγματα αντιλαμβάνεται από το χαμό των δεύτερων μισών των 60ς που συμβαίνει γύρω τους. Όλα αναφέρονται στον ιουδαϊσμό. Τα σχολεία είναι θησκευτικά, οι ραβίνοι είναι οι μόνοι άνθρωποι που δίνουν καθημερινές συμβουλές επί παντός επιστητού, οι τελετές και τα έθιμα τηρούνται σχολαστικά κλπ. Φυσικά οι Κοέν σατιρίζουν όλον αυτό τον εγκλωβισμό - και ίσως στο συγκεκριμένο φιλμ αυτός να είναι ο στόχος τους στη μόνιμη μελέτη της ανθρώπινης βλακείας που αποτελεί βασική συνιστώσα του έργου τους. Δεν νομίζω πάντως ότι ο στόχος είναι οι εβραίοι. Αυτοί αποτελούν απλώς ένα σύμβολο. Νομίζω ότι με τον ίδιο τρόπο θα αντιμετώπιζαν οποιαδήποτε κλειστή, φανατική σχεδόν, κοινότητα. Σατιρίζουν επίσης βαθιά ριζωμένα αμερικάνικα κλισέ και "πιστεύω", όπως το τακτοποιημένο, συντηρητικό αμερικάνικο όνειρο από το οποίο σχεδόν κανείς δεν ξεφεύγει (και τη διάψευσή του, αφού όλη η στιλπνή, καθώς πρέπει εξωτερική επιφάνεια κρύβει από κάτω οτιδήποτε μπορείτε να φανταστείτε), ή τα "όμορφα" υποτίθεται, πλην όμως απόλυτα νεκρά, κομφορμιστικά και αποστειρωμένα αμερικάνικα προάστια. Ωστόσο, σας το εξομολογήθηκα ήδη, κουράστηκα αρκετά, πράγμα στο οποίο συνέβαλλαν και οι ασυνήθιστοι για Κοέν αργοί ρυθμοί.
Μένουν για μένα λίγες ανατρεπτικές, ξεκαρδιστικές στιγμές, απόλυτα στο πνεύμα τους. Προσωπικά την καταβρήκα κυρίως με τις σκηνές με τους 3 ραβίνους, που διαδοχικά επισκέπτεται ο ταλαίπωρος ήρωας - με αποκορύφωμα την σουρεαλιστική απαγελία από τον γεροντότερο και σοφότερο απ' αυτούς των στίχων του κλασικού White Rabbit των Jefferson Airplane, ενός τραγουδιού που παίζει καθοριστικό ρόλο στο φιλμ.
Παρά το μούδιασμα πάντως, περιμένω από τώρα εναγωνίως το επόμενο φιλμ τους. Είναι τόσο ελάχιστα αυτά που με έχουν απογοητεύσει και τόσο πολλά τα διαμάντια τους, που δεν τους φοβάμαι.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 13, 2010

"Ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΜΥΓΩΝ" ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ


"Ο Άρχοντας των Μυγών" είναι ένα αριστουργηματικό βιβλίο του νομπελίστα William Golding. Έχει μεταφερθεί μερικές φορές στο σινεμά, με γνωστότερη την ασπρόμαυρη ταινία του 1963 του Peter Brook.
Μια ομάδα παιδιών ναυαγεί σ' ένα ακατοίκητο νησί. Δίχως κανένα μεγάλο παρόντα, θα προσπαθήσουν να επιβιώσουν και, ουσιαστικά, να φτιάξουν απ' την αρχή τον ανθρώπινο πολιτισμό, την κοινωνική δομή και ό,τι άλλο τον χαρακτηρίζει. Αλλά η πτώση στη βαρβαρότητα παραμονεύει κάθε στιγμή και απειλεί τη λογική και την ανθρωπιά.
Ενώ βρήκα ενδιαφέρουσα την ταινία, δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε κιόλας. Λίγο μου έφταιγαν οι ηθοποιίες των παιδιών, λίγο κάποια έλλειψη νεύρου που διέκρινα. Ίσως όμως όλα αυτά να είναι υποκειμενικά. Κατά βάθος πιστεύω ότι φταίει η πολύ δυνατή εντύπωση που μου είχε κάνει το βιβλίο, το οποίο είχα βρει συγκλονιστικό, οπότε το φιλμ μου φάνηκε κάπως "λίγο". Ξέρω ωστόσο πολύ καλά ότι αυτό δεν μπορεί να είναι κριτήριο για μια ταινία. Οπότε, ειδικά αν δεν έχετε διαβάσει το βιβλίο, τη συνιστώ.
Το μήνυμα, ίδιο μ' αυτό του μυθιστορήματος, μοιάζει να είναι απαισιόδοξο, ακόμα και απελπισμένο: Το κακό, το παράλογο, η δίψα για εξουσία και επιβολή, μας λέει, είναι έμφυτα στον άνθρωπο. Όχι βέβαια σε όλους τους ανθρώπους, αλλά στους περισσότερους. Αν λοιπόν ξαναφτιάχναμε από την αρχή την κοινωνία, από το απόλυτο μηδέν (γιατί αυτό ακριβώς κάνουν τα παιδιά στο έρημο νησί), θα την κάναμε τα ίδια χάλια μ' αυτή που ζούμε σήμερα. Οι φωνές της δημοκρατίας, της λογικής, της ισότητας, θα συντριβούν κάτω από το βάρος των δυνατών και την εξουσιαστική τους μανία, κάτω από τις δυσειδαιμονίες και τον φόβο για το άγνωστο, που γεννά τέρατα ("ο ύπνος της λογικής γεννά τέρατα", όπως λέει ο Γκόγια).
Οπότε, και μόνο για την "απόδειξη" αυτής της στενόχωρης θέσης, αξίζει να δει κανείς το φιλμ αυτό (και να ξεχάσει την αρχική μου γκρίνια), αφού, παρά τα όσα είπα στην αρχή, έχει αρκετές δυνατές και ενδιαφέρουσες σκηνές και, τελικά, λέει αυτό που θέλει να πει.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 11, 2010

ΟΝΙΒΑΒΑ: ΚΑΤΑΡΕΣ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΣΤΗ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΙΑΠΩΝΙΑ


Οι γιαπωνέζικοι θρύλοι είναι γεμάτοι από φαντάσματα και δαίμονες, που μπορούν να πάρουν ποικίλες μορφές. Έτσι και το γιαπωνέζικο σινεμά βρίθεια από τέτοια υπερφυσικά όντα ή καταστάσεις. Μια κλασική ταινία του είδους είναι και το "Onibaba" του Kaneto Shindô, που γυρίστηκε το 1964.
Βρισκόμαστε στη μεσαιωνική Ιαπωνία, την εποχή των σαμουράι, και η χώρα σπαράσεται από εμφύλιο. Η πείνα που απλώνεται παντού παίρνει εφιαλτικές διαστάσεις. Το ζητούμενο των απλών ανθρώπων είναι μόνο ένα πιάτο φαί. Κανείς δεν ξέρει αν θα επιβιώσει την επόμενη μέρα. Μια ηλικιωμένη και η νύφη της, που ζουν απομονωμένες και μόνες αφού ο γιός της μιας και σύζυγος της άλλης λείπει στον πόλεμο, επιβιώνουν σκοτώνοντας ύπουλα τραυματισμένους σαμουράι που ξεπέφτουν στην περιοχή τους και πουλώντας τον οπλισμό τους. Ώσπου από τον πόλεμο γυρίζει μόνος ένας γείτονας, που ανακοινώνει ότι ο γιος και σύζυγος που περιμένουν έχει σκοτωθεί. Από εκεί και πέρα όλα αλλάζουν.
Η ταινία, με την ασπρόμαυρη, υποβλητική της φωτογραφία, προξενεί εντύπωση κυρίως λόγω της ιδιαίτερης ατμόσφαιράς της. Δεν πρόκειται ακριβώς για ένα φιλμ τρόμου, αλλά το υπερφυσικό στοιχείο υπάρχει. Αυτό που κυρίως με καθήλωσε είναι τα εξαιρετικά κινηματογραφημένα απέραντα λιβάδια με τις χιλιάδες καλαμιές και άλλα πανύψηλα φυτά, που συνεχώς κινούνται από τον άνεμο (και η τρομαχτική τρύπα που χάσκει ύπουλα ανάμεσά τους και αποτελεί καταλύτη της ιστορίας). Σπάνια έχουμε δει το τοπίο, τη φύση, να κυριαρχεί τόσο έντονα πάνω στο καθε τί. Οι δύο καλύβες και οι λίγοι άνθρωποι που ζουν στην περιοχή πνίγονται κυριολεκτικά από την οργιώδη, σχεδόν τερατώδη, αέναα κινούμενη αυτή βλάστηση, που καλύπτει κάθε σπιθαμή γης όσο πιάνει το μάτι. Όλα κυριαρχούνται απ' αυτή, ακόμα και οι μοίρες (συμβολικά) των ανθρώπων, και μέσα σ' αυτή αναπτύσεται αυτό το ιδαίτερο κλίμα που συνδυάζει έντονο ερωτισμό, αγώνα για επιβίωση, ταραγμένες σχέσεις, κατάρες, ίντριγγες και άλλα. Και ταυτόχρονα το φιλμ, υπόγεια, διαθέτει ένα έντονο αντιπολεμικό (αλλά και φεμινιστικό) κλίμα, αφού και ρητά λέγεται, αλλά και από την ιστορία συνάγεται, ότι για όσα δεινά βλέπουμε υπεύθυνος είναι ο πόλεμος (και οι άντρες, όπως λέει μια από τις γυναίκες), που όπως γρήγορα θα καταλάβουμε από τις αφηγήσεις του επιζήσαντα πολεμιστή, μάλλον δεν διαθέτει τίποτα το ηρωικό (ο πόλεμος εννοώ). Και βέβαια σε ταινίες σαν αυτή ιδιαίτερο ρόλο παίζει η μοίρα, που με τη μορφή κατάρας εκδικείται με φριχτό τρόπο εκείνη που προκάλεσε κακό για προσωπικό της όφελος. Έχει επίσης ενδιαφέρον ότι η εγκληματική δράση των δύο γυναικών δεν καταδικάζεται ουσιαστικά, αφού έγινε με μοναδικό στόχο την επιβίωσή τους (και, όπως είπαμε, εξ αιτίας του πολέμου). Για άλλο έγκλημα τιμωρείται αυτή που τιμωρείται.
Αν σας αρέσει το γιαπωνέζικο σινεμά, το "Ονιμπάμπα" είναι ένα must, αφού αποτελεί κατά τη γνώμη μου μια από τις πιο χαρακτηριστικές και υποβλητικές στιγμές του.

Κυριακή, Ιανουαρίου 10, 2010

ΚΥΝΗΓΟΙ ΕΠΙΚΗΡΥΓΜΕΝΩΝ, ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟΙ ΙΟΙ ΚΑΙ ANIME


Δεν είμαι βαθύς γνώστης των anime, της αχανούς "αυτοκρατορίας" δηλαδή των γιαπωνέζικων κινουμένων σχεδίων. Έχω δει μερικά, έχω εντυπωσιαστεί από ορισμένα... και εξακολουθώ να βλέπω κατά καιρούς. Μην περιμένετε λοιπόν να κάνω συγκρίσεις ή να μιλήσω για επιροές (εντός του είδους αυτού εννοώ) σε όσα θα γράψω για το "Cowboy Bebop: The Movie" του Shinichirô Watanabe (2001). Ξέρω πάντως ότι υπήρξε πετυχημένη anime σειρά της δεκαετίας του 90 και, φυσικά, ήρθε η σειρά της να γίνει και ταινία μεγάλου μήκους (anime φυσικά).
Το φιλμ παρακολουθεί μια ετερόκλητη ομάδα κυνηγών επικηρυγμένων, που ξαφνικά βρίσκεται αντιμέτωπη με κάτι πολύ μεγαλύτερο από τις μικροσυλλήψεις που είχε συνηθίσει μέχρι τώρα: Εδώ παίζεται κορώνα γράμματα το ίδιο το μέλλον του κόσμου, καθώς κάποιος απειλεί να ελευθερώσει έναν θανατηφόρο ιό (περίπου) που κατέχει. Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια ακαθόριστη μεγαλούπολη του μέλλοντος.
Η ταινία πρακολουθείται ευχάριστα, έχει σφιχτή πλοκή, αρκετή δράση και μικρές χιουμοριστικές πινελιές. Αυτό που βρίσκω ενδιαφέρον είναι ότι βρισκόμαστε πολύ μακριά από τον τύπο του αδίστακτου "κακού που θέλει να καταστρέψει τον κόσμο μόνο και μόνο επειδή είναι κακός άνθρωπος" ή τον άλλο τύπο του αδίστακτου κακού που είναι έτοιμος να σκοτώσει τη μάνα του για τα λεφτά. Οι μονοδιάστατοι, σαδιστικοί κυρίως, αυτοί χαρακτήρες συναντώνται ακόμα στις περιπέτειες του Χόλιγουντ, φαίνεται όμως ότι δεν υπάρχουν πια στα anime. Εδώ ο Κακός είναι ένας ενδιαφέρων χαρακτήρας και οι λόγοι που κάνει ό,τι κάνει αναλύονται δεόντως. Το άλλο θετικό είναι ότι σε μια ταινία επιστημονικής φαντασίας και αρκετής δράσης υπάρχει χώρος για ποίηση. Μια σειρά από συγκεκριμένες εικόνες, οι σκηνές με τις φωτεινές πεταλούδες, κάποιες ατάκες είναι μερικά μόνο από τα ποιητικά στοιχεία του φιλμ. Παρά το ότι στις σκηνές δράσης που προαναφέραμε όλα είναι προβλέψιμα, συνολικά τα anime δείχνουν για μια ακόμα φορά ότι έχουν προ πολλού απόλυτα ενηλικιωθεί.
Η εικόνα είναι η κλασική των γιαπωνέζικων κινουμένων σχεδίων, με τις γνωστές ψιλόλιγνες φιγούρες (ευτυχώς όχι με τεράστια μάτια), αλλά εδώ γίνεται ιδιαίτερη προσπάθεια τα πάντα να φαίνονται όσο πιο ρεαλιστικά γίνεται. Αυτό γίνεται φανερό κυρίως στις εικόνες της πολυεθνικής πόλης (που διαθέτει μαροκινή συνοικία, έναν πύργο του Άιφελ, πελώριες γέφυρες κλπ.) και ιδιαίτερα των κτιρίων, οι υφές των οποίων είναι ιδιάιτερα προσεγμένες και πειστικές. Τα χρώματα, οι καταπληκτικοί φωτισμοί, οι σκηνές στη μαροκινή συνοικία, οι λήψεις από ψηλά και άλλα στοιχεία συμβάλλουν στην ποιητικότητα που λέγαμε.
Όπως καταλάβατε βρήκα το φιλμ συνολικά ενδιαφέρον, παρά τα κάποια κλισέ. Και δεν ξέρω αν θα βρω ποτέ καιρό να ασχοληθώ με τα anime όπως τους αξίζει.

Σάββατο, Ιανουαρίου 09, 2010

"ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ" ΧΟΡΕΥΟΥΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΕΥΟΝΤΑΙ


Ο George Cukor (1899-1983) είναι βέβαια ένας από τους κλασικούς αμερικανούς σκηνοθέτες, με πολλές και γνωστές ταινίες στο ενεργητικό του. Ο Cole Porter από την άλλη είναι ένας από τους μεγαλύτερους αμερικανούς συνθέτες, τα τραγούδια του οποίου όλοι έχουμε σιγοτραγουδήσει (ακόμα κι αν δεν ξέρουμε ότι είναι δικά του). Ο Gene Kelly φυσικά είναι από τους διασημότερους χορευτές. Να όμως που η συνάντηση των 3 αυτών μεγάλων δεν έδωσε κατά τη γνώμη μου τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Το Les Girls (έτσι, με γαλικό άρθρο και αγγλικό τίτλο) του 1957 είναι ένα ακόμα μιούζικαλ με πρωταγωνιστή τον Kelly. Όπως πολλές άλλες ταινίες του ιδιαίτερου, αμερικάνικου κυρίως, αυτού είδους, χαρακτηρίζεται από αυτοαναφορικότητα. Εννοώ ότι μιλά για μια ομάδα (ο Κέλι και τρεις κοπέλες χορεύτριες) που ζουν στο Παρίσι και ανεβάζουν μιούζικαλ σε σκηνές της Γαλλίας κυρίως. Έτσι έχουμε την ευκαιρία να δούμε νούμερα από διάφορες παραστάσεις τους, άσχετα μεταξύ τους, όπως συχνά συμβαίνει στα κλασικά μιούζικαλ, αλλά κυρίως να διασκεδάσουμε με τα ερωτικά μπερδέματα των ηρώων.
Καλά όλα αυτά (αν βεβαίως είστε φίλος του είδους), αλλά νομίζω ότι στο συγκεκριμένο φιλμ ούτε ο Porter βρίσκεται στην καλύτερη φόρμα του ούτε τα χορευτικά νούμερα είναι ιδιαίτερα ευφάνταστα ή/και εντυπωσιακά (πράγμα που αποτελεί ζητούμενο και πολλές φορές αυτοσκοπό στα μιούζικαλ).
Αυτό που μου άρεσε σχετικά περισσότερο είναι η αρκετά πρωτότυπη υπόθεση, όπου σε μια δίκη παρακολουθούμε την ίδια ιστορία να λέγεται από τρεις διαφορετικές σκοπιές - και μάλιστα στο τέλος δεν μου φαίνεται και πολύ ξεκάθαρο ποια απ' όλες είναι η αληθινή, αν υποθέσουμε ότι είναι κάποια απ' αυτές. Κάποια σεναριακά κενά υπάρχουν, αλλά μικρό το κακό, αφού το όλο αποτέλεσμα είναι σχετικά διασκεδαστικό. Όσο για το Παρίσι, είναι γνωστό ότι αποτελεί αληθινό φετίχ και κρυφό ή φανερό πόθο για του αμερικάνους, τουλάχιστον λίγο παλιότερων εποχών, οπότε καθόλου παράξενο που η συγκεκριμένη πόλη επιλέγεται για το φιλμ.
Όπως καταλάβατε νομίζω ότι θα διασκεδάσετε αρκετά (αν φυσικά είστε φίλος των μιούζικαλ, γιατί ξέρω πολύ καλά ότι πολλοί τα σιχαίνονται), αλλά προσωπικά δεν το θεωρώ από τα καλύτερα του είδους.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 08, 2010

ΤΑ "ΑΓΡΙΟΧΟΡΤΑ" ΚΑΙ Ο ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟΣ ΡΕΝΕ


O Alain Resnais είναι 87 χρονών και εξακολουθεί να κάνει ταινίες, κι αυτό είναι από μόνο του αξιοθαύμαστο. Και μάλιστα, τον τελευταίο καιρό, κάνει ένα είδος ανάλαφρων (εκ πρώτης όψεως) κομεντί, που δεν μοιάζουν με τις άλλες. Τα "Αγριόχορτα" ανήκουν σ' αυτή την κατηγορία, δεν μπορώ να πω όμως ότι με ενθουσίασαν.
Ο Ρενέ ήταν πάντα ένας δύσκολος, εγκεφαλικός σκηνοθέτης. Ακόμα και στις κομεντί του λοιπόν, στις οποίες αρέσκεται να τονίζει τον ρόλο της τύχης στις ανθρώπινες σχέσεις και στα πάθη τους, είχε κάτι στριφνό και δυσνόητο. Στα "Αγριόχορτα" οι απορίες μου νομίζω ότι πολλαπλασιάστηκαν. Το φιλμ περιγράφει τη σχέση (πάθους, όπως εξελίσσεται) δύο μεσήλικων, που γνωρίζονται τυχαία όταν ο ευκατάστατος άντρας βρίσκει το χαμένο πορτοφόλι της γυναίκας. Υπάρχουν σκηνές χιούμορ κι άλλες περισσότερο δραματικές, υπάρχουν διάφορες αναφορές (κινηματογραφικές και άλλες) και διαφορετικά στιλ που εναλλάσσονται.
Δεν ξέρω αν αυτά ακούγονται εντυπωσιακά, αλλά εμένα δεν με έπεισαν. Ή μάλλον, για να σας εξομολογηθώ τα πάντα, δεν κατάλαβα τι ακριβώς θέλει να πει ο δημιουργός και γιατί το παρουσιάζει όπως το παρουσιάζει. Να ξεκαθαρίσω ότι το στόρι δεν έχει τίποτα το δυσνόητο. Οι χαρακτήρες και οι συμπεριφορές τους είναι που με προβλημάτισαν. Όταν μάλιστα δεν εξηγείται πουθενά ποιο είναι το background τους και γιατί συμπεριφέρονται με τον κουφό και αλλοπρόσαλλο τρόπο που συμπεριφέρονται.
Γιατί ο άντρας έχει ξαφνικές κρίσεις θυμού και κάνει τραβηγμένες πράξεις; Γιατί μοιάζει να κρύβει κάτι στο παρελθόν του, το οποίο δεν λέγεται ποτέ; Γιατί, σε μια περίεργη σκηνή, την πέφτει στη φίλη της γυναίκας; Γιατί αντιδρά μ' αυτόν τον μειλίχιο, σχεδόν αδιάφορο τρόπο η σύζυγός του (ναι, υπάρχει και σύζυγος); Και υπάρχουν και πολλέςς άλλες απορίες. Για να επαναλάβω αυτό που έγραψα και πριν, βρήκα τις συμπεριφορές και τις μεμονωμένες πράξεις των ηρώων ακατανόητες, άνευ λόγου. Και φυσικά δεν κατάλαβα γιατί επέλεξε ο Ρενέ το ξαφνικό τέλος που επέλεξε και που, φυσικά, δεν θα σας αποκαλύψω.
Ο Ρενέ μπορεί να είναι (ή να υπήρξε) μεγάλος σκηνοθέτης και το ανάλαφρο τωρινό του στιλ, σ' αυτή την ηλικία, αξιοθαύμαστο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μ' αρέσουν όλα όσα κάνει. Ή, τουλάχιστον, ότι καταλαβαίνω όλα όσα κάνει. Κι αν αυτά τα ακατανόητα συμβαίνουν, κατά τη γνώμη μου, άνευ λόγου, συγχωρείστε με, αλλά δεν θα πάρω.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 06, 2010

ΤΑ ΚΕΛΤΙΚΑ ΕΠΗ ΚΑΙ ΤΟ "ΕΞΚΑΛΙΜΠΕΡ"


Τα έπη του βασιλιά Αρθούρου είναι ό,τι η αρχαία ελληνική μυθολογία για τους βρετανούς. Και, βέβαια, όπως οι περισσότερες ιστορίες που περιλαμβάνονται στις μυθολογίες, κρύβουν και κάποιο βαθύτερο νόημα ή "καμουφλαρισμένα" ιστορικά γεγονότα. Τα έπη του Αρθούρου έχουν μεταφερθεί στην οθόνη μερικές φορές. Δεν έχω δει άλλες μεταφορές τους, εμπιστεύομαι όμως μια γενική παραδοχή: Ότι η καλύτερη απ' αυτές έγινε το 1981 από τον John Boorman και είναι το περίφημο "Excalibur".
Πριν σχολιάσουμε την ταινία, καλό είναι να υπογραμμιστεί ότι η συγκεκριμένη μεταφορά είναι πολύ πιστή στο βασικό βιβλίο που κατέγραψε τα έπη, αυτό του Thomas Malory του 15ου αιώνα. Το φιλμ του Μπούρμαν καλύπτει και τους δύο βασικούς κύκλους: Την εύρεση του μαγικού σπαθιού Εξκάλιμπερ, την στέψη του Αρθούρου, την ένωση της χώρας και τη δημιουργία του κάστρου του Κάμελοτ και των Ιπποτών της Στρογγυλής Τράπεζας αφ' ενός και την αναζήτηση του Ιερού Γκράαλ (του Ιερού Δισκοπότηρου) από τους Ιππότες αρκετά χρόνια μετά αφ' ετέρου.
Η ταινία είναι πολύ δυνατή σε εικόνες, απόλυτα ενήλικη, αρκετά σκοτεινή και δεν κάνει καμιά παραχώρηση σε εύκολες λύσεις και απλές ψυχαγωγικές περιπετειούλες. Είναι στιβαρή και συχνά έντονα δραματική ή σκληρή, όπως το έπος. Μ' αυτό ο Μπούρμαν έκανε νομίζω τη θεαματικότερη ταινία του. Κεντρικό πρόσωπο είναι, ίσως περισσότερο από τον ίδιο τον Αρθούρο, ο μάγος Μέρλιν, που λειτουργεί σαν καταλύτης σε όσα συμβαίνουν. Και βέβαια, στο δεύτερο μισό, το "πάνω χέρι" παίρνει η σατανική Μοργκάνα, που ερμηνεύεται από την Έλεν Μίρεν.
Πίσω από το φανταστικό μέρος (τους καλούς και κακούς μάγους, το μαγικό σπαθί, την Κύρία της Λίμνης, το Γκράαλ κλπ.) κρύβεται το τέλος μιας εποχής για την ανθρωπότητα και το ξεκίνημα μιας άλλης: Το πέρασμα από τη φεουδαρχία στη βασιλεία, τη δημιουργία δηλαδή των κρατών με κεντρική εξουσία αντί της πολυδιασπασμένης εξουσίας των φεουδαρχών και της ύπαρξης πόλεων - κρατών. Από την κεντρική εξουσία, μερικούς αιώνες αργότερα, θα περάσουμε στη δημοκρατία (και στον καπιταλισμό). Γι' αυτό και στο συγκινητικό τέλος του έπους υπάρχει το ίδιο ακριβώς μοτίβο που υπάρχει και σε ένα άλλο, μεταγενέστερο, πασίγνωστο έπος, το "Lord of the Rings" του Τόλκιν: Καθώς όλα τελειώνουν ο Μέρλιν λέει: "Η εποχή μας έχει πια τελειώσει. Τώρα αρχίζει η εποχή των Ανθρώπων". Κοινώς το μαγικό στοιχείο φεύγει από την καθημερινότητα και αντικαθίσταται με έναν όλο και εντονότερο ορθολογισμό. Ο παγανισμός δίνει τη θέση του στον χριστιανισμό, κι αυτός με τη σειρά του στην επιστήμη. Το σύμπαν παύει να είναι μαγικό και γίνεται κάτι που πασχίζουμε να εξηγήσουμε (και το έχουμε πετύχει μέχρι κάποιο σημείο). Ενδιαφέρον έχει και η πρώτη, πρωτόγονη αντίληψη για την εξουσία: Ο βασιλιάς, αυτός που την κατέχει δηλαδή, δεν είναι μόνο κυρίαρχος, αλλά και υπεύθυνος, ακόμα και θύμα πολλές φορές. Η χώρα, το καθήκον δηλαδή, βρίσκονται πολύ πάνω από την προσωπική του ευτυχία και όλες οι αντιδράσεις, οι πράξεις και το τέλος του Αρθούρου το επιβεβαιώνουν (φυσικά τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει σήμερα).
Γι' αυτό έγραψα στην αρχή για τά κοσμοϊστορικά γεγονότα που πολλές φορές κρύβονται κάτω από "παραμύθια". Πέραν απ' αυτά όμως, τα σύμβολα και τις αναλύσεις, το "Εξκάλιμπερ" παραμένει μια θεαματική, όμορφη και καθόλου παιδική ταινία, που αξίζει να δείτε.

Τρίτη, Ιανουαρίου 05, 2010

ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟΣ "ΟΡΦΕΑΣ"


Ο Jean Cocteau (1889-1963) υπήρξε ένας πολυτάλαντος καλλιτέχνης, ένα είδος Ντα Βίντσι της εποχής του: Συγγραφέας, ποιητής, σκηνοθέτης, ζωγράφος, σκηνογράφος, είναι μερικές μόνο από τις ιδιότητές του. Επηρεασμένος από το σουρεαλισμό (αν και δεν υπήρξε κανονικό μέλος της ομάδας), ιδιαίτερα ευαίσθητος και ρομαντικός, με μια εστέτ άποψη περί "τέχνης για την τέχνη", έκανε πάντοτε βαθιά προσωπικές και ποιητικές ταινίες - που δεν είναι και πάρα πολλές βέβαια.
Ο "Ορφέας" του 1950 φέρει όλα τα χαρακτηριστικά που είπαμε παραπάνω. Εμπνέεται από τον αρχαίο ελληνικό μύθο του Ορφέα και της Ευριδίκης, που ήταν μια από τις εμμονές του Κοκτό (έχει γυρίσει μια τριλογία για τον Ορφέα). Στο συγκεκριμένο φιλμ μεταφέρει τον μύθο στη σύγχρονη εποχή, "ντύνοντάς" τον με μερικές πολύ όμορφες, ασπρόμαυρες εικόνες. Φυσικά από τον μύθο έχει κρατήσει μόνο όσα εκείνος επιθυμεί και έχει προσθέσει πολλά άλλα. Αυτό που βλέπουμε είναι 100% Κοκτό και όχι μια απλή μεταφορά αυτούσιας της ιστορίας του Ορφέα.
Ο Ορφέας είναι ένας σύγχρονος ποιητής, διάσημος, αγαπητός στον κόσμο, αλλά μισητός στους δικούς του ποιητικούς κύκλους. Αγαπά τη γυναίκα του Ευριδίκη, αλλά πολύ πάνω απ' αυτή - όπως και πάνω από οποιονδήποτε άλλον - βάζει την ποίηση. Μέχρι που ερωτεύεται μια σκοτεινή πριγκήπισα, που δεν είναι άλλη από τον Θάνατο "σε μια από τις ενσαρκώσεις του", όπως αναφέρεται κάπου. Υπάρχει ο θάνατος της Ευριδίκης, το πέρασμα του ποιητή στον Άλλο Κόσμο, αλλά και πολλά άλλα στοιχεία που δεν υπάρχουν στον αρχαίο μύθο. Ο βασικός ρόλος της Γυναίκας - Θάνατου είναι φυσικά προσθήκη του Κοκτό. Όπως και η ιδέα του ποιητή που, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι τελικά ερωτευμένος με το Θάνατο.
Η ταινία διαθέτει ορισμένες αξέχαστες εικόνες και σκηνές: Οι μοτοσυκλετιστές που σκοτώνουν κατ' εντολή του Θανάτου, το πέρασμα στον Άλλο Κόσμο μέσα από καθρέφτες (οι καθρέφτες και το μυστήριό τους είναι μια ακόμα εμμονή του σκηνοθέτη που συναντάμε και σε άλλες ταινίες του), το κατεστραμένο τοπίο του Άλλου Κόσμου με τον άνεμο που φυσά διαρκώς, το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου που μεταδίδει ακατανόητα, ποιητικά μηνύματα, είναι μερικές μόνο απ' αυτές. Γενικά στο φιλμ κυριαρχούν ιδέες όπως ότι η τέχνη έχει μεγαλύτερη αξία απ' ό,τι άλλο στη ζωή, ότι ο ποιητής (με την ευρύτερη έννοια του όρου) είναι ένα σχεδόν μη ανθρώπινο πλάσμα, που ζει σε ένα δικό του κόσμο και έχει ιδιαίτερα προνόμια (και βάσανα) σε σχέση με τους "κοινούς ανθρώπους", ότι η φαντασία οδηγεί σε μέρη που κανείς δεν έχει πάει ποτέ. Κι ότι μόνο ο Ποιητής μπορεί να κερδίσει την αθανασία.
Ίσως πολλοί να διαφωνούν μ' όλα αυτά ή και να τα θεωρούν ξεπερασμένες, ρομαντικές απόψεις. Σίγουρα ο Κοκτό υπήρξε μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση. Νομίζω όμως ότι αξίζει να δει κανείς τις ταινίες του, που και πολύ όμορφες εικαστικά είναι και ξεχωριστή φαντασία και ευαισθησία διαθέτουν.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 04, 2010

Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΗΣ "ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ"


Το 1971 ο νεαρός τότε και ανερχόμενος σκηνοθέτης Peter Bogdanovich γυρίζει το "The Last Picture Show" (νομίζω ότι ο ελληνικός τίτλος ήταν "Η Τελευταία Παράσταση"), μια από τις πιο μελαγχολικές, τίμιες και, τελικά, συγκινητικές αμερικάνικες ταινίες. Ασπρόμαυρη, χαμηλότονη, δίχως εξάρσεις και ανατροπές, καταφέρνει όσο ελάχιστες άλλες να συλλάβει την μελαγχολία, το αδιέξοδο των νέων, την απαγορευμένη σεξουαλικότητα της αμερικάνικης (και όχι μόνο, πιστεύω) επαρχίας των αρχών της δεκαετίας του 50.
Στην αρχή η ταινία με κούρασε κάπως και την παρακολουθούσα σχετικά δύσκολα. Όσο όμως περνούσε η ώρα με έβαζε όλο και πιο μέσα στην ατμόσφαιρά της, με αιχμαλώτισε πραγματικά και με έκανε να συμπάσχω και να συγκινηθώ με τους ήρωες, που υποφέρουν τη μίζερη καθημερινότητά τους που δεν έχει τίποτα το ηρωικό.
Σε μια μικρή, ξεχασμένη πόλη δύο κολλητοί φίλοι στην τελευταία τάξη του σχολείου προσπαθούν να βρουν διέξοδο στις σεξουαλικές τους ορμές, στην ανάγκη τους για αλλαγή, στη νεανική, εφηβική σχεδόν ορμητικότητά τους. Το περιβάλλον όμως είναι συντηρητικό, πνιγηρό, ασφυκτικό θα λέγαμε. Το σεξ με τις φιλενάδες τους απόλυτο ταμπού πριν το γάμο (ένα από τα πράγματα που άλλαξε ριζικά η δεκαετία του 60), οι τρόποι για να ξεδώσει κανείς ελάχιστοι. Οι χαρακτήρες αρκετών από τους κατοίκους της πόλης σκιαγραφούνται θαυμάσια, άλλοι ευχάριστοι, άλλοι μίζεροι, όλοι με τα δικά τους προσωπικά προβλήματα και αδιέξοδα. Η καθημερινότητα κυλά μέσα στη ρουτίνα. Οι λίγες "ολοκληρωμένες" ερωτικές σχέσεις είναι παράνομες, γίνονται όσο πιο κρυφά γίνεται. Όνειρα συντρίβονται καθημερινά κάτω από το βάρος της ρουτίνας. Όταν κάποια "σκάνδαλα" ξεσπάσουν, οι φίλοι θα συγκρουστούν, θα ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους, μέχρι το βαθιά συγκινητικό φινάλε.
Εκτός από τον Τίμοθι Μπότομς και την Έλεν Μπέρνστιν, η ταινία μας συστήνει την πρωτοεμφανιζόμενη τότε νεαρή Σίμπιλ Σέφερντ στο ρόλο της όμορφης, πλούσιας και υποκρίτριας "σκύλας", που κάνει τα πάντα μετά από υπολογισμό και έναν νεαρότατο Τζεφ Μπρίτζες σε έναν από τους πρώτους του ρόλους. Γενικά όλο το καστ είναι θαυμάσιο.
Ίσως να πλήξατε από όσα σας είπα. Μελαγχολία, ρουτίνα, αδιέξοδα... Κι όμως, πρόκειται για θαυμάσιο φιλμ (κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον), που νομίζω ότι θα σας παρασύρει απόλυτα στο κλίμα του και θα σας συγκινήσει βαθιά, δίχως μεγαλόφωνα δράματα, αυτοκτονίες ή βίαιες κλιμακώσεις. Δοκιμάστε το.
ΥΓ: Κρίμα που η μετέπειτα πορεία του Bogdanovich δεν έκπλήρωσε τις υποσχέσεις των πρώτων του ταινιών. Με λίγες εξαιρέσεις η υπόλοιπη καριέρα του υπήρξε άνιση.

Κυριακή, Ιανουαρίου 03, 2010

ΑΝΙΣΟ (ΚΑΙ ΑΝΟΣΤΟ) "ΕΝΝΕΑ"


Όσοι διαβάζουν αυτό το μπλογκ ξέρουν ότι δεν έχω τίποτα εναντίον των μιούζικαλ. Αντίθετα πολλά απ' αυτά μ' αρέσουν. Φοβάμαι ότι το "Εννέα" του Rob Marshall δεν συγκαταλέγεται σ' αυτά.
Το "Εννέα" εμπνέεται από το υπέροχο "8 1/2" του Φελίνι και το μεταφέρει σε μιούζικαλ. Ένας διάσημος ιταλός σκηνοθέτης στη δεκαετία του 60 έχει χάσει την έμπνευσή του, δεν μπορεί να γράψει σενάριο για την καινούρια του ταινία και, ταυτόχρονα, βλέπει τη ζωή του (τις σχέσεις του με τις γυναίκες δηλαδή κυρίως) να καταρέει. Εμείς βλέπουμε αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια, ιστορίες με γυναίκες και τη σύζυγό του (που αγαπά, αλλά απατά ασύστολα, ξέρετε τώρα), τον πανικό του μπροστά στην έμπνευση που δεν λέει να τον επισκεφτεί και τη Ρώμη, νυχτερινή και κινηματογραφημένη με όμορφο και μάλλον καρτποσταλικό τρόπο.
Η παραγωγή είναι πλούσια, υπάρχουν λίγα ενδιαφέροντα νούμερα και κάποια όμορφα κομάτια, τα πάντα είναι άψογα γυρισμένα, αλλά... Το πρόβλημα είναι νομίζω ότι όλα αυτά δεν δένουν και τόσο μεταξύ τους και γενικότερα δεν υπάρχει το απαιτούμενο νεύρο στο φιλμ. Έτσι για μένα όλα κύλησαν προβλέψιμα και αρκετά βαρετά. Τα προβλήματα του σκηνοθέτη με τις γυναίκες (σύζυγο, ερωμένη, περαστικές σχέσεις και... τη μητέρα του) με άφησαν μάλλον αδιάφορο. Και όλη αυτή η εικόνα του "μεγάλου δημιουργού που έχει κάνει κάθε μαλακία στη ζωή του και τώρα περνά κρίση" δεν με έπεισε και πολύ. Επίσης δεν βρήκα πειστική την ατμόσφαιρα της Ιταλίας της δεκαετίας του 60, των μεγάλων στούντιο της Τσινετιτά και γενικά του σινεμά της εποχής, στο οποίο διαρκώς αναφέρεται η ταινία του Marshall. Είναι όλα πολύ επιδερμικά σε σχέση μ' αυτή την εποχή κι αυτό το σινεμά, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα όλων των εποχών κατά τη γνώμη μου. Και θεωρώ και υποκριτικό το γκλαμουράτο Χόλιγουντ να νοσταλγεί το παλιό, ασπρόμαυρο, νεορεαλιστικό ιταλικό σινεμά, όπως αναφέρεται επί λέξει σε ένα από τα τραγούδια του φιλμ. Τελικά το "Chicago", το ντεμπούτο του σκηνοθέτη, μου άρεσε πολύ περισσότερο. Και φαίνεται επίσης ότι το να έχει ένα μιούζικαλ μεγάλη επιτυχία ως θεατρικό στο Μπρόντγουέι δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα γίνει και καλή ταινία.
Μένει η μεγάλη παραγωγή (αλοίμονο τώρα), μερικές όμορφες εικόνες και τραγούδια και το all star καστ, με τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις επί κεφαλής και (κρατιέστε;) την Νικόλ Κίντμαν, την Πενέλοπε Κρουζ, τη Σοφία Λόρεν, τη Τζούντι Ντεντς, την Φέργκι, την Μαριόν Κοτιγιάρ (διαρκώς ανερχόμενη) και άλλες. Ατού μεν, όχι ικανά να με κρατήσουν όμως.

Σάββατο, Ιανουαρίου 02, 2010

ΑΡΓΟ ΑΛΛΑ ΣΑΓΗΝΕΥΤΙΚΟ "ΣΤΑΛΚΕΡ"


Είμαι από τους λίγους ανθρώπους που γνωρίζω που τους αρέσει το "Stalker" του Andrei Tarkovsky (1932-1986), που γύρισε ο μεγάλος ρώσος δημιουργός το 1979. Μπορώ να καταλάβω τον βασικό λόγο γι' αυτό: Το "Στάλκερ", όπως και όλες οι ταινίες του Ταρκόφσκι, είναι μια εξαιρετικά αργή ταινία. Που αποτελείται βέβαια από πανέμορφες εικόνες, αλλά οι περισσότεροι θεατές, οι σύγχρονοι τουλάχιστον, δεν μπορούν να αντέξουν αυτούς τους ρυθμούς.
Το φιλμ βασίζεται σε ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας των εξαίρετων σοβιετικών συγγραφέων του είδους αδελφών Στρουγκάτσκι. Στάλκερ σημαίνει οδηγός. Ο στάλκερ λοιπόν που προταγωνιστεί οδηγεί παράνομα ανθρώπους στην απαγορευμένη "Ζώνη", μια μυστηριώδη, κατεστραμένη περιοχή όπου δεν ισχύουν οι φυσικοί νόμοι και όπου διάφορα παράδοξα, συχνά επικίνδυνα, συμβαίνουν. Δεν ξέρουμε πώς δημιουργήθηκε η "Ζώνη" (στο βιβλίο αυτό είναι σαφές, ο Τ. όμως το αφήνει αδιευκρίνιστο). Ίσως επειδή εκεί προσεδαφίστηκε κάποιο εξωγήινο σκάφος, ίσως για κάποιον άλλον άγνωστο λόγο. Στο κέντρο της υπάρχει το "Δωμάτιο", όπου υποτίθεται ότι γίνεται αληθινή η πιο κρυφή σου επιθυμία. Οι συγκεκριμένοι άνθρωποι, ένας επιστήμονας κι ένας συγγραφέας, οδηγούνται προς αυτό από τον Στάλκερ ανάμεσα στους κινδύνους και τα μυστηρια της Ζώνης.
Φυσικά καταλαβαίνουμε από τη αρχή ότι τον Τ. τον ενδιαφέρουν φιλοσοφικά πρβλήματα και όχι ξεκάθαρες λύσεις ή απαντήσεις στα ερωτήματα που προκύπτουν. Γι' αυτό μην περιμένετε εξηγήσεις. Το ίδιο το ταξίδι είναι αυτό που μετρά. Ξέρουν όμως όλοι τι ακριβώς θέλουν; Είναι έτοιμοι να μπουν σο Δωμάτιο και να το πραγματοποιήσουν ή μήπως αυτό μπορεί ακόμα και να τους σκοτώσει; Γιατί ο Στάλκερ κάνει την παράνομη και επικίνδυνη δουλειά που κάνει ενώ ο ίδιος δεν μπαίνει ποτέ στο Δωμάτιο όπου οδηγεί τους άλλους; Υπάρχει ακόμα πίστη ή αυτή έχει πια εξαφανιστεί και ποιες είναι οι επιπτώσεις απ' αυτό; Πώς προσεγγίζουν τα μεγάλα μυστήρια της ύπαρξης ένας επιστήμονας και ένας καλλιτέχνης; Μήπως η αντιμετώπιση και των δύο είναι λειψή;
Αυτά και άλλα θέματα συζητά το φιλμ, που είναι πνιγμένο σε υπέροχες εικαστικά, ποιητικές εικόνες. Ασπρόμαυρο (ή μάλλον σέπια) στην αρχή και στο τέλος, γίνεται έγχρωμο στο μεγαλύτερο μέρος του, όταν δηλαδή οι ήρωες βρίσκονται στη Ζώνη. Εκεί, ανάμεσα σε ερείπια, απομεινάρια ζωής, πεταμένα και σκουριασμένα αντικείμενα κάθε λογής, κυριαρχεί το αγαπημένο στον Τ. υγρό στοιχείο, που είναι πανταχού παρόν. Το νερό, σε κάθε μορφή, μοιάζει να βρίσκεται παντού, να καλύπτει σχεδόν κάθε επιφάνεια. Το πράσινο χρώμα βρίσκεται κυριαρχεί επίσης.
Όλο αυτό το κατεστραμένο, υγρό τοπίο της Ζώνης, που διασχίζουν αργά και βασανιστικά οι τρεις ήρωες, κάνοντας συνεχείς φιλοσοφικές και άλλες συζητήσεις, ασκεί μια ιδιαίτερη γοητεία σε μένα τουλάχιστον. Γι' αυτό κυρίως αγαπώ τόσο αυτή την ταινία. Την θεωρώ ένα είδος παράξενου τριπ, ένα ταξιδι στο άγνωστο, που αποτελείται όμως από τόσο οικεία τοπία και αντικείμενα... Αν νομίζετε ότι μπορείτε να αντέξετε τους ρυθμούς της, το συνιστώ ανεπιφύλακτα.
ΥΓ: Το "Στάλκερ" είναι η μία από τις δύο ταινίες επιστημονικής φαντασίας που έκανε στο πολύ μικρό σε όγκο έργο του ο Ταρκόφσκι. Η άλλη είναι βέβαια το "Σολάρις".

Παρασκευή, Ιανουαρίου 01, 2010

Η "ΚΡΙΣΤΙΝ" ΚΑΙ ΤΟ ROCK & ROLL


Το 1983 o John Carpenter γυρίζει πιθανόν την τελευταία αξιόλογη ταινία του (με μερικές σποραδικές εξαιρέσεις στο μέλλον). Η "Christine" βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Steven King και αφηγείται την πολύ ιδιαίτερη σχέση ενός παλιού αυτοκινήτου με τον τινέιτζερ ιδιοκτήτη του. Φυσικά είναι μια ταινία τρόμου, αλλά σ' αυτόν τον τομέα δεν νομίζω ότι τα καταφέρνει και πολύ καλά.
Δεν θεωρώ ότι πρόκειται για σπουδαίο φιλμ. Σαν ταινία τρόμου, όπως είπα, μάλλον δεν μπορεί να τρομάξει κανένα, ενώ υπάρχουν και κάμποσες εύκολες λύσεις (όπως το αυτοκίνητο που φτιάχνεται μόνο του μετά από κάθε "ατύχημα"). Την είδα ευχάριστα μεν, δεν πιστεύω όμως ότι διαθέτει φοβερό σασπένς ή κάποια άλλη μεγάλη αρετή.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της, για μένα τουλάχιστον, είναι η επιχειρούμενη διερεύνηση της φύσης και της ουσίας του ροκ. Πολλά στοιχεία παραπέμπουν σ' αυτό: Το ραδιόφωνο του "στοιχειωμένου" αυτοκινήτου, που παίζει από μόνο του παλιά ροκ εντ ρολ κομμάτια. Η σαφής ομοιότητα του βασικού ήρωα με τον Buddy Holy. Η γενική επιστροφή στα 50ς, όπου ξεκίνησε το ροκ εντ ρολ σηματοδοτώντας τη νεανική επαναστατικότητα και προμηθεύοντας με μια σαφή, χειροπιαστή ταυτότητα το χάσμα των γενεών, που τότε γίνεται για πρώτη φορά τόσο ξεκάθαρο... Κια κάμποσα άλλα.
Το ροκ, ο ροκ τρόπος ζωής τέλος πάντων, παρουσιάζεται εδώ όπως ακριβώς το απαιτεί η μυθολογία του, με τις θετικές και τις αρνητικές πλευρές του: Ο τυπικός loser μεταμορφώνεται ξαφνικά σε γοητευτικό άντρα, που κατακτά την ομορφότερη κοπελα του σχολείου. Κάνει την επανάστασή του - συχνά με ακραίους τρόπους - απέναντι στο ασφυκτικό και ευνουχιστικό οικογενειακό περιβάλλον. Αμφισβητεί κάθε κοινωνική σύμβαση. Γενικά ενηλικιώνεται με άγριο τρόπο. Ταυτόχρονα απομονώνεται ακόμα περισσότερο από τον κοινωνικό περίγυρο και τους λίγους πραγματικούς φίλους του, αποκτά μια αλλόκοτη, συχνά εγωπαθή συμπεριφορά, νοιάζεται περισσότερο για το αυτοκίνητο παρά για οτιδήποτε και οποιονδήποτε άλλον. Ας σημειωθεί εδώ ότι και στις δύο εκδοχές του, του loser και του macho, ο ήρωας παραμένει στο κοινωνικό περιθώριο, με διαφορετικό κάθε φορά τρόπο.
Ενδιαφέρον είναι και το γενικότερο σχόλιο, για τη σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με το αυτοκίνητο, που αποτελεί το απόλυτο φετίχ του και πιστοποιεί το κοινωνικό του στάτους. Η αγάπη που στρέφεται περισσότερο σε κάτι άψυχο παρά σε άλλους ανθρώπους, ίσως κάτι να λέει για την εποχή μας.
Αυτά τα κοινωνικά σχόλια για μια ταινία που μπορεί να συζητηθεί περισσότερο γι' αυτά που θέλει να πει παρά γι' αυτό που είναι. Και μην τα πάρετε και πολύ σοβαρά όλα αυτά. Ουσιαστικά το "Κριστίν" δεν είναι παρά άλλη μια νεανική ταινία τρόμου, και μάλιστα όχι από τις καλύτερες. Απλώς σηκώνει και κάποιες παρά πάνω αναλύσεις, όπως συχνά συμβαίνει σε φιλμ του Carpenter.
ΥΓ: Πολύ καλή η μουσική που έχει γράψει (όπως κάνει πολλές φορές) ο σκηνοθέτης.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 30, 2009

AVATAR: ΟΠΤΙΚΗ ΜΑΓΕΙΑ, ΣΕΝΑΡΙΑΚΑ ΚΛΙΣΕ


Να λοιπόν που, επιτέλους, είδαμε την ταινία που έφτιαχνε τόσα χρόνια ο James Cameron, την πρώτη του μετά τον "Τιτανικό" των 90ς. Το πολυδιαφημισμένο και πολυαναμενόμενο Avatar δεν με απογοήτευσε καθόλου, αλλά έχω και τις αντιρρήσεις μου.
Κατ' αρχάς δεν έχω ιδέα αν θα αλλάξει την ιστορία του σινεμά (σε τεχνολογικό επίπεδο φυσικά, όχι σε κάποιο άλλο). Θα το δείξει ο χρόνος. Αυτό που έχω να πω όμως είναι ότι, βλέποντάς το σε 3D, στα πρώτα δύο τρίτα πραγματικά μαγεύτηκα. Εξ αιτίας της εικόνας, να εξηγούμαι. Το σενάριο... θα τα πούμε παρακάτω γι' αυτό. Σε οπτικό επίπεδο λοιπόν, ένοιωσα σα να βρισκόμουν σε κάποιο απίστευτο τριπ, σα να είχα φύγει όντως από αυτόν τον κόσμο. Η περιγραφή του εξωγήινου κόσμου - παράδεισου κόβει πραγματικά την ανάσα. Νομίζω ότι πρόκειται για πραγματικό μεγαλείο. Τα κολοσιαία δέντρα, τα αιωρούμενα βουνά, οι καταρράχτες, τα απίστευτα λουλούδια και φυτά, οι πανταχού παρόντες νυχτερινοί φωσφορισμοί, οι πτήσεις των δράκων, αποτελούν μια οπτική πανδαισία που πιστεύω ότι θα ικανοποιήσει κάθε φίλο της επιστημονικής φαντασίας και όχι μόνο. Σε 3D μάλιστα ακόμα περισσότερο.
Στο τελευταίο τρίτο του φιλμ έχασα το ενδιαφέρον μου όταν τα πάντα - μοιραία - μετατράπηκαν σε ένα απέραντο πεδίο μάχης, με τους αναμενόμενους ηρωισμούς, τις αναμενόμενες ταρζανιές, την αναμενόμενη τελική σύγκρουση, τα α λα Terminator ρομπότ (για Κάμερον μιλάμε, αλλοίμονο τώρα) και πολλά άλλα τέτοια χιλιοφορεμένα. Γενικά δεν ήταν παρά μια (έξαιρετικά καλογυρισμένη φυσικά) τεράστια σκηνή μάχης, απ' αυτές που έχω μπουχτίσει στις σχετικές ταινίες. Αλλά όλο το υπόλοιπο φιλμ οπτικά, όπως είπα, με είχε ήδη αποζημιώσει.
Κι ας έρθουμε στο σενάριο. Όσο εντυπωσιακό βρήκα το οπτικό μέρος, άλλο τόσο κλισέ, προβλέψιμο, αφελές, τετριμένο βρήκα το σενάριο. Έχει βεβαίως ευπρόσδεκτο και εμφανέστατο οικολογικό μήνυμα και εξ ίσου οφθαλμοφανείς αναφορές στη μεταχείρηση που επιφύλαξαν οι "πολιτισμένοι" λευκοί στους κάθε λογής ιθαγενείς που κατακτούσαν και συχνά εξολόθρευαν, αλλά... όλα, μα όλα, τα επιμέρους στοιχεία τα έχουμε ξαναδεί. Από τον πεζοναύτη που γίνεται καλός, από την ως μεσία έλευσή του στον ξένο πλανήτη, από τον κακό, στρατόκαυλο αξιωματικό και τους στυγνούς επιχειρηματίες, από την "καλή" αλλά απότομη επιστήμονα, από το ότι ο ήρωας σώζεται από μια κοπέλα που τυχαίνει να είναι η κόρη του αρχηγού, από... από... από. Με αποκορύφωμα, το ξαναείπα, την τελική μάχη, όπου όλα συμβαίνουν όπως ακριβώς ξέραμε ότι θα συμβούν κι όπως έχουν συμβεί μερικές χιλιάδες φορές στο παρελθόν. Και βέβαια όλες οι ιδέες είναι παρμένες από τη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας και φάνταζι, από την Ούρσουλα Λε Γκεν μέχρι την Αν ΜακΚάφρεϊ και πάμπολλους άλλους.
Σημειωτέον ότι και οι μαγευτικές εικόνες είναι παρμένες, αν τις προσέξει κανείς, από έργα γνωστών εικονογράφων του είδους. Ο Ρότζερ Ντιν με τα ιπτάμενα βουνά (θυμηθείτε τα εξώφυλλα των Yes) είναι ένας μόνο απ' αυτούς, αλλά εντόπισα και πολλούς άλλους. Ο Κάμερον έκανε ένα ιδιοφυές συνοθύλευμα απ' όλα αυτά και, τελικά, ζωντάνεψε νομίζω όλες τις φαντασιώσεις των φίλων της επιστημονικής φαντασίας. Ενώ στο σενάριο έκανε απλώς ένα συνοθύλευμα (δίχως το "ιδιοφυές") για να το κάνει όσο πιο κλισέ και σίγουρο για τα ταμεία γίνεται. Αν πρόσεχε και σ' αυτό το επίπεδο, σίγουρα θα μιλούσαμε για αριστούργημα. Και τώρα πάντως, είναι τόση η δύναμη των εικόνων, που συνιστώ το φιλμ ανεπιφύλακτα. Αν τουλάχιστον μπορείτε να αφήνεστε στη μαγεία.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 29, 2009

ΤΟ ΜΕΛΙΣΣΙ ΚΑΙ Ο ΦΡΑΝΚΕΝΣΤΑΪΝ


Ο ισπανός Victor Erice έχει γυρίσει ελάχιστες (νομίζω μόλις 2 ή τρεις)μεγάλου μήκους ταινίες στην καριέρα του. Το αριστούργημά του είναι σίγουρα το "El espíritu de la colmena" (Το πνεύμα του μελισιού) του 1973.
Ήρωες είναι δύο μικρά κοριτσάκια, αδελφές, που ζουν σ' ένα ισπανικό χωριό στα 1940. Οι σχέση των γονιών τους είναι "κουρασμένη", η ύπαιθρος γύρω από το χωριό γυμνή και αυστηρή, όπως και η αρχιτεκτονική και η εν γένει ατμόσφαιρά του. Η ζωή των κοριτσιών - και ιδιαίτερα της ευφάνταστης μικρής Άννας - θα αλλάξει όταν περιοδεύων κινηματογράφος θα προβάλλει στο χωριό το κλασικό "Φρανκενστάιν" του James Whale της δεκαετίας του 30. Και η ταραγμένη της φαντασία θα πάρει φωτιά όταν θα συναντήσει ένα φυγάδα αντάρτη (ο ισπανικός εμφύλιος μόλις έχει τελειώσει) που κρύβεται τραυματισμένος σε έναν ερημικό αχυρώνα.
Σπάνια ο κινηματογράφος έχει πιάσει τόσο καλά το θέμα της παιδικής ηλικίας. Και το πιάνει απ' όλες τις μερικές φορές αλληλοσυγκρουόμενες πλευρές του: Φαντασία που οργιάζει, παιχνίδι, ξενοιασιά και ταυτόχρονα δυσάρεστη μερικές φορές κοινωνικοποίηση μέσω οικογένειας και σχολείου και, προπάντων, φόβοι που στοιχειώνουν το παιδί και μερικές φορές μεταμορφώνουν την καθημερινότητα σε μια σειρά από μικρά τρομακτικά συμβάντα. Ανάμεσα στο παιχνίδι, τη φαντασία και τους φόβους της παιδικής ηλικίας κινείται και η ταινία. Η οποία, σημειωτέον, έχει ερμηνευτεί από μερικούς και σαν μια αλληγορία πάνω στην Ισπανία, τον εμφύλιο και τη μακρόχρονη δικτατορία που ακολούθησε.
Όμορφες λιτές, δωρικές και στέρεες εικόνες, κινηματογραφοφιλία (ο Φρανκενστάιν παίζει εδώ καθοριστικό ρόλο), με τη χαρά και τον φόβο να εναλλάσονται, πλην όμως να κυριαρχεί διαρκώς ένα μονίμως ανησυχητικό, "υπόγειο" πνεύμα, όπως ακριβώς ήταν το κλίμα στην Ισπανία την εποχή αυτή. Ακόμα και τα παιχνίδια των δυο αδελφών φλερτάρουν συχνά με το μακάβριο, όπως η μίμηση θανάτου από τη μεγαλύτερη.
Στην ουσία λίγα πράγματα συμβαίνουν πραγματικά στο φιλμ. Είναι όμως το γενικό ανησυχητικό κλίμα, η ατμόσφαιρα, η καταγραφή της δύσκολης παιδικής ηλικίας με τους φόβους της και το παιχνίδι ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό που την κάνουν τόσο ενδιαφέρουσα. Κρίμα που ο Erice δεν είχε ποτέ μια ομαλή σκηνοθετική καριέρα.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 27, 2009

Η ΚΟΥΖΙΝΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟ... ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΑΙΜΟΝΙΟ


Να λοιπόν που μετά από μερικές καλές, αλλά σε άλλο κλίμα, ταινίες, ο τουρκογερμανός Fatih Akin δοκιμάζεται με επιτυχία και στην κωμωδία. Διότι το "Soul Kitchen" είναι κωμωδία και μάλιστα πολύ διασκεδαστική. Και - αν ψάχνετε ντε και καλά για κάτι τέτοιο - έχει και ελληνικό ενδιαφέρον, αφού ο πρωταγωνιστής της είναι ένας έλληνας που έχει εστιατόριο στη Γερμανία και ερμηνεύεται και από έναν ελληνικής καταγωγής ηθοποιό, τον Adam Bousdoukos.
Ίσως το όλο concept να φαίνεται απλοϊκό και πολλάκις διατυπωμένο: Η ελληνική στο συγκεκριμένο παράδειγμα, γενικά όμως η μεσογειακή, η νότια, η τριτοκοσμική ακόμα (χρησιμοποιείστε όποιον όρο προτιμάτε) ζεστή και περισσότερο ανθρώπινη ιδιοσυγκρασία απέναντι στην πιο ψυχρή, ορθολογιστική, βόρεια οργάνωση και θεώρηση των πραγμάτων. Είναι όμως τόσο καλά και συμπαθητικά δοσμένο όλο αυτό, που πραγματικά ξεχνάς το μπανάλ της υπόθεσης αυτής και αφήνεσαι να απολαύσεις το φιλμ.
Στον κακόμοιρο ιδιοκτήτη του μάλλον άθλιου (αρχικά) εστιατορίου όλα πάνε στραβά: Η κοπέλα του φεύγει για την Κίνα, ο ίδιος υποφέρει από λουμπάγκο που όλο και χειροτερεύει, η εφορία και το υγειονομικό τον κυνηγούν, ο αδελφός του, που βγαίνει με αναστολή από τη φυλακή, τινάζει τα πάντα στον αέρα, ο νέος (φοβερός χαρακτήρας και ξεκαρδιστικός) σεφ διώχνει τους πιστούς του πελάτες... Όμως αυτός προσπαθεί να επιβιώσει με καλή καρδιά, φίλους, επιμονή, πονηριά, κομπίνες κι ό,τι άλλο φανταστείτε. Το ελληνικό δαιμόνιο σε όλο του το μεγαλείο... δοσμένο από έναν τούρκο δημιουργό.
Η ταινία αφήνει μια όμορφη, αισιόδοξη, γλυκειά γεύση, με ένα θρίαμβο της ανθρωπιάς πάνω σε ένα άψογα οργανωμένο, πλην όμως απρόσωπο σύστημα και μας θυμίζει ότι η χαρά της ζωής βρίσκονται ενίοτε στο ρίσκο και στην περιπέτεια και όχι στον τέλειο προγραμματισμό. Θα επαναλάβω εδώ αυτό που έγραψα και πριν: Ίσως όλα αυτά να ακούγονται απλοϊκά, όταν όμως δίνονται με έξυπνο και καλό τρόπο, δεν μπορείς παρά να το ευχαριστηθείς.
Ιδιαίτερη μνεία στους φοβερούς δεύτερους χαρακτήρες (ο αδελφός, ο γέρος έλληνας που μένει στο εστιατόριο, ο σεφ (όλα τα λεφτά), η γερμανίδα εφοριακός κλπ.), αλλά και στην εξαιρετική μουσική (με πολλές ελληνικές συμμετοχές και ακούσματα). Άλλωστε ο Akin τρέφει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μουσική, έχει γυρίσει μουσικά ντοκιμαντέρ, έχει επιμεληθεί συλλογές και ενίοτε παίζει κι ίδιος σαν d.j.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 26, 2009

Η ΠΟΛΛΑΠΛΗ ΤΟΛΜΗΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ "ΣΤΡΕΛΛΑΣ"


Να λοιπόν που η καλή για το ελληνικό σινεμά σεζόν επιβεβαιώνεται και με τη "Στρέλλα" του Πάνου Κούτρα. Φυσικά πρόκειται για μια απόλυτα γκέι ταινία και φυσικά ίσως για μερικούς είναι σκάνδαλο και μόνο το θέμα της ή οι ηθοποιοί της: Ένας μόλις αποφυλακισμένος ερωτεύεται ένα τραβεστί. Η συνέχεια δεν θα είναι όμως αυτή που πιθανόν περιμένουμε. Στο βασικό ρόλο (και είναι και πολύ καλή) ένα αληθινό τραβεστί, που μέχρι πρότινος δεν είχε ιδέα από ηθοποιία, ενώ στο φιλμ εμφανίζονται και άλλα τραβεστί.
Αυτά περί "σκανδάλων", που είναι κάτι που δεν με αφορά καθόλου. Πάμε λοιπόν σε πιο ουσιαστικά θέματα: Πρώτα - πρώτα η ταινία είναι καλογυρισμένη και κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον μου. Στο μέσον περίπου υπάρχει μια ανατροπή, που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά. Και μόνο το γεγονός ότι, όπως είπα, αυτή εμφανίζεται στα μισά, ενώ το ενδιαφέρον παραμένει ως το τέλος, είναι ένα μικρό επίτευγμα. Το άλλο επίτευγμα είναι η αυθεντική καταγραφή ενός περιθωριακού χώρου (αυτού των τραβεστί), που δίνεται με ακρίβεια, χιούμορ μερικές φορές και σίγουρα με πολλή ζεστασιά και συμπάθεια από ένα σκηνοθέτη που προφανώς τον γνωρίζει καλά (άλλωστε ο Κούτρας είναι ακτιβιστής γκέι). Είναι μια από τις πολύ λίγες φορές (για το ελληνικό σινεμά η πρώτη) που ο χώρος αυτός δίνεται τόσο αυθεντικά.
Αυτό όμως που προσωπικά μου άρεσε περισσότερο είναι η όλη στάση του δημιουργού απέναντι σε ένα απόλυτα "σοκαριστικό" θέμα (και δεν μιλώ μόνο για το θέμα της ομοφυλοφιλίας, αυτό είναι δεδομένο και το γνωρίζουμε από το πρώτο λεπτό). Δυστυχώς δεν μπορώ να πω συγκεκριμένα πράγματα, επειδή αυτά σχετίζονται με την ανατροπή που λέγαμε. Αυτό που μπορώ να πω όμως είναι ότι ο Κούτρας αντιμετωπίζει με γλυκύτητα, ηπιότητα και συμπάθεια ένα απόλυτο ταμπού, που στα χέρια οποιοδήποτε ίσως άλλου σκηνοθέτη (έλληνα ή μη) θα αποτελούσε σίγουρα αφορμή για δακρύβρεκτα ή/και αιματοβαμμένα δράματα και κάθε λογής ακραίες σεναριακές καταστάσεις. Εδώ, αντίθετα, υπάρχει η αντιμετώπιση που ανέφερα παραπάνω: ΟΚ, κάτι κοινωνικά μη αποδεκτό συνέβει. Τι να κάνουμε τώρα; Να πεθάνουμε; Να τινάξουμε στον αέρα τις ζωές μας; Όχι βέβαια. Συνεχίζουμε κανονικά, κόντρα σε κάθε κοινωνική σύμβαση, και όπου πάει. Μια χαρά περνάμε και, στο κάτω - κάτω, δεν ενοχλούμε κανένα. Το θέμα αφορά εμάς και μόνο.
Σ' αυτήν ακριβώς την αισιόδοξη, ανεκτική αντιμετώπιση - που έχει να κάνει με τον θεσμό της οικογένειας και όχι μόνο - έγκειται για μένα η αληθινή τόλμη της ταινίας και όχι στα θέματα της ομοφυλοφιλίας και των τραβεστί (που, στο κάτω - κάτω, έχουμε δει πολλάκις στο σινεμά). Και γι' αυτή και μόνο την τόλμη αξίζει ένα μπράβο στον Κούτρα. Εκτός του ότι, όπως είπαμε, είναι και καλή ταινία, που στέκει διεθνώς και το έχει ήδη αποδείξει.