Δευτέρα, Αυγούστου 24, 2009

ΔΥΟ ΑΓΑΠΕΣ ΚΙ ΕΝΑ "ΕΠΙΠΕΔΟ" ΦΙΛΜ


Ο James Gray είναι ενδιαφέρων σκηνοθέτης. Διαθέτει μια πειστικότητα, έναν ρεαλισμό, ξέρει να φτιάχνει χαρακτήρες. Στο "Two Lovers" ωστόσο του 2008 κάνει ένα ερωτικό / δραματικό φιλμ που, ενώ διαθέτει κατά τη γνώμη μου αρετές, μου φάνηκε συνολικά "επίπεδο", δίχως κορυφώσεις, αλλά και δίχως τον ωμό ρεαλισμό που θα μας έκανε να το χαρακτηρίσουμε "φέτα ζωής".
Ο διπολικός (= κάτι σαν σχιζοφρενικός) ήρωας, με απόπειρες αυτοκτονίας στην πλάτη του, διχάζεται ερωτικά ανάμεσα σε δύο γυναίκες, μία που θα ήθελε πολύ και η οικογένειά του και μία που πραγματικά θέλει ο ίδιος. Στις αρετές του φιλμ συγκαταλέγονται το ότι όλα αυτά συμβαίνουν όπως ακριβώς και στη ζωή: Κανένας από τους πειστικότατους χαρακτήρες δεν είναι "κακός" ή "καλός", τουτέστιν σχηματικά συμπαθής ή αντιπαθής. Ο καθένας κουβαλά τη δική του αλήθεια, τον δικό του κόσμο, στιλ και άποψη για τα πράγματα. Το δίλημμα του ήρωα είναι ένα δίλημμα που θα μπορούσε να απασχολήσει οποιονδήποτε. Οι σχέσεις με το περιβάλλον, με την οικογένειά του, που είναι κάπως πιεστική, δίχως όμως τίποτα ιδιαίτερο (έτσι ακριβώς είναι νομίζω οι περισσότερες οικογένειες), δίνονται κι αυτές πειστικά. Αυτό που θα δημιουργήσει τις περισσότερες συζητήσεις είναι το τέλος, κάπως απρόβλεπτο και ιδιαιτέρως προσγειωμένο. Πολλοί ενοχλήθηκαν από την απόλυτη έλλειψη κορύφωσης και ρομαντισμού σε μια κατά τα άλλα ρομαντική ταινία, από ένα είδος "δειλίας" (δεν θα σας πω περισσότερα, αλλά ένα μικρό spoiler θα το κάνω: Προσωπικά νομίζω ότι ο Gray ήθελε ακριβώς να μας μιλήσει για τον συμβιβασμό, για την ανάγκη των περισσότερων για σιγουριά και ασφάλεια, για τον φόβο της μοναξιάς. Δεν φαίνεται να παίρνει θέση, αλλά επιλέγοντας αυτό το τέλος είναι σα να μας λέει: "Να, έτσι γίνονται τα πράγματα, συνήθως τελειώνουν δίχως εξάρσεις, με συμβιβασμούς, με αποδοχή αυτού που ίσως δεν θέλουμε, θα προσπαθήσουμε όμως να το δεχτούμε και να το αγαπήσουμε".

Η ταινία διαθέτει και τρυφερότητα και αρκετό ρομαντισμό, σε καμία περίπτωση όμως δεν στοχεύει σε όσους λατρεύουν τις αισθηματικές ροζ ιστορίες. Είναι πιο προσγειωμένη, πιο ρεαλιστική απ' αυτές. Ωστόσο ισχύει αυτό που έγραψα στην αρχή: Είναι επίπεδη, δίχως κορυφώσεις. Την παρακολούθησα με σχετικό ενδιαφέρον και μετά σκέφτηκα ότι και να μην την έβλεπα δεν θα έχανα και τίποτα σπουδαίο. Εκτός από τις καλές ηθοποιίες, κυρίως του Γιοακίμ Φίνιξ.

Κυριακή, Αυγούστου 23, 2009

OI TRANSFORMERS ΚΑΙ Η ΒΑΒΟΥΡΑ ΑΠΟ ΜΕΤΑΛΛΑ ΠΟΥ ΣΥΓΚΡΟΥΟΝΤΑΙ


Γιατί κάποιος άνω των 15 πάει να δει τους Transformers και μάλιστα το νο 2 (Transformers: Revenge of the Fallen); Επειδή βρίσκεται σε χαλαρές διακοπές και η ώρα 9.30-11 είναι κενή και το θερινό σινεμαδάκι δίχως πολλές - πολλές απαιτήσεις είναι ό, τι πρέπει. Και παρ’ όλες αυτές τις θετικές συγκυρίες βγαίνει βρίζοντας για την ώρα που έχασε.
Τι να πρωτοθάψω σε μια ταινία σαν κι αυτή; Το ότι ο Michael Bay (γνωστός και σεσημασμένος άλλωστε και για κάμποσες άλλες υπερπαραγωγές όπως ο “Armagedon” ή το “The Rock”, που βρήκα συμπαθητικό για το είδος του) επί δύο ολόκληρες ώρες κάνει μια απίστευτη βαβούρα από παλιοσίδερα που συγκρούονται μέχρις τελικής πτώσης; Για την επιεικώς γελοία ιστορία, η οποία σε μένα τουλάχιστον δεν κίνησε ούτε σε ένα σημείο το ενδιαφέρον; Ή για το ότι, παρά τη διαρκή φασαρία και την ταχύτατη, σε στιλ βιντεοκλίπ (ο Bay υπήρξε άλλωστε πρώην βιντεοκλιπάς), σκηνοθεσία, κόντεψε σε μερικά σημεία να με πάρει ο ύπνος (κυριολεκτικά, αφού κάπου – κάπου τα βλέφαρά μου βάραιναν);
Και έχω και άλλη μια ένσταση: Επιτρέψτε μου, πριν δω το φιλμ, να αγνοώ πλήρως τη μυθολογία και το όλο κόνσεπτ των Transformers. Ε, λοιπόν, για κάμποση ώρα (ίσως και μισή) δεν καταλάβαινα τίποτα σχεδόν απ’ ό, τι συνέβαινε στην οθόνη. Έπειτα συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν καλά και κακά ρομπότ (ή τέλος πάντων ρομποτοειδείς κάτοικοι κάποιου πλανήτη που έχουν εισβάλλει στη γη), αλλά μου πήρε άλλο τόσο να ξεχωρίσω τις μορφές τους (ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί δηλαδή).
Όλα τα λεφτά όμως είναι νομίζω η ηθοποιία της σούπερ γκόμενας πρωταγωνίστριας Megan Fox. Δεν θυμάμαι ποτέ να έχω ξαναδεί κάτι πιο ψεύτικο και πλαστικό στην οθόνη. Και θυμήθηκα το παλιό αστείο, που εδώ ισχύει απόλυτα, ότι τα ποικίλα ρομπότ έπαιζαν πολύ καλύτερα απ’ αυτήν (ή, τουλάχιστον, τα πρόσωπά τους ήταν πολύ πιο εκφραστικά από το δικό της). Θα την ξανάβλεπα πολύ ευχαρίστως στις σελίδες του Playboy ή κάποιου συναφούς (μακάρι και τολμηρότερου) περιοδικού, στο σινεμά όμως…
Θα τονίσω (το έχω ξαναγράψει άλλωστε και στο παρελθόν) ότι δεν έχω τίποτα με τις ταινίες που στόχος τους είναι η απλή ψυχαγωγία και απολύτως τίποτε παραπάνω. Ίσα – ίσα που πολλές φορές είναι ευπρόσδεκτες και κάποιες άλλες αληθινά καλά φιλμ (κενά περιεχομένου μεν, αλλά αληθινά καλά). Και μ’ αρέσει και η επιστημονική φαντασία. Μ’ αυτούς εδώ όμως τους τραγικούς κατά τη γνώμη μου Transformers δεν ψυχαγωγήθηκα καθόλου. Απλώς σκυλοβαρέθηκα.

Δευτέρα, Αυγούστου 03, 2009

ΚΑΛΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ


Το blog... κολυμπά. Ίσως δει και καμιά ταινία εκεί που θα βρίσκεται, ίσως όχι. Προέχει η θάλασσα.
Καλή αντάμωση λοιπόν στα τέλη Αυγούστου και καλές διακοπές σε όσους δεν πήγαν ακόμα.

"ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΚΙΤΡΙΝΗ" ΚΑΙ... ΓΕΡΑΣΜΕΝΗ


Ίσως το σουηδικό φιλμ "Ειμαι περίεργη: Κίτρινη" (Jag ar nyfiken) που γύρισε το 1967 ο Vilgot Sjöman (1924-2006) να θεωρείται χαρακτηριστικό του αντεργκράουντ / πειραματικού / πολιτικοποιημένου σινεμά των 60ς (όπως και η συνέχειά του "Είμαι περίεργη: Μπλε"), σήμερα όμως φοβάμαι ότι μάλλον κουράζει και φαίνεται αρκετά γερασμένο.
Πρόκειται για μια μίξη fiction και ντοκιμαντέρ, με χαλαρή πλοκή, που επιχερεί να καταπιαστεί με όλα τα καυτά προβλήματα της εποχής. Η εικοσάχρονη Λένα (πολύ καλή η Λένα Νίμαν) είναι περίεργη σχετικά με τα πάντα: Με τον καπιταλισμό και την πιθανότητα αλλαγής - ανατροπής του, με το σεξ και τον έρωτα, με τη σοσιαλδημοκρατία που κυβερνά και έχει επιτύχει το σουηδικό οικονομικό και κοινωνικό "θαύμα", με τις ανατολικές φιλοσοφίες και θρησκείες, με τον πόλεμο (του Βιετνάμ και όχι μόνο) και τα κινήματα ειρήνης κλπ. Παίρνει συνεντεύξεις από ανώνυμους και επώνυμους, μετατρέπει το δωμάτιό της σε "ινστιτούτο" ερευνών διατηρώντας τεράστια αρχεία και αποκόμματα από τα πάντα, ερωτεύεται και κάνει σεξ, διατηρεί σχέση αγάπης / μίσους με τον πατέρα της, πειραματίζεται με ανατολικές πρακτικές (γιόγκα κλπ.) και γενικά κάνει ό,τι και πολλές άλλες κοπέλες των 60ς, που συνδύασαν έντονη πολιτικοποίηση, ερωτικούς πειραματισμούς, χίπικα ιδεώδη και άλλα.
Όλα αυτά δίνονται άλλοτε ντοκιμαντερίστικα (υπάρχουν λόγοι του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και αυθεντική συνένετυξη με τον νεαρό τότε υπουργό Ούλαφ Πάλμε, ο οποίος εκφράζει όντως πολύ προχωρημένες πολιτικά θέσεις) κι άλλοτε περισσότερο αφηγηματικά (ο έρωτας της με τον άστατο φίλο της, οι σχέσεις με τον πατέρα της), με μια μουντή ασπρόμαυρη φωτογραφία και κάποιες πινελιές χιούμορ. Και υπάρχει και το α λα Γκοντάρ κλείσιμο του ματιού στο ίδιο το σινεμά (εμφανίζεται σαν χαρακτήρας ο ίδιος ο σκηνοθέτης με την πραγματική του ιδιότητα, το κινηματογραφικό συνεργείο διακόπτει μερικές φορές την πλοκή κλπ.)
Όλα αυτά ήταν πολύ προχωρημένα και πειραματικά για την εποχή τους και η ταινία θεωρήθηκε εξαιρετικά τολμηρή λόγω του αρκετού γυμνού της και κάποιων ερωτικών σκηνών, σήμερα όμως προσωπικά μάλλον με κούρασε και... πώς να το πω, ένοιωσα ότι τα ήξερα όλα αυτά, τα είχα ξαναδεί. Άλλωστε ο Sjöman δεν είναι Γκοντάρ (της καλής του εποχής) για να δώσει αυτό κάτι διαφορετικό που διέθεταν οι ταινίες του τελευταίου. Γενικά μου φάνηκε μια μάλλον παρωχημένη σήμερα, τολμηρή για την εποχή της προσπάθεια, που θα συνιστούσα να τη δει κανείς για καθαρά ιστορικούς λόγους.

Κυριακή, Αυγούστου 02, 2009

ΠΕΡΙ ΓΥΝΑΙΚΑΣ Ή Ο ΠΑΙΓΝΙΩΔΗΣ ΓΚΟΝΤΑΡ


Ποιος είπε ότι ο Jean-Luc Godard δεν είχε χιούμορ; Επικρατεί γι' αυτόν η άποψη του στριφνού και αυστηρού σκηνοθέτη, αγέλαστου και διανοούμενου. Και ίσως έτσι να είναι από τις αρχές των 70ς και μετά. Το 1961 όμως γύριζε τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του "Η Γυναίκα είναι Γυναίκα" (Une Femme est une Femme) με την πανέμορφη Άννα Καρίνα και πάλι, φυσικά. Κι εδώ βλέπουμε έναν παιχνιδιάρη, αστείο, ανάλαφρο Γκοντάρ - πάντοτε όμως ανατρεπτικό.
Τι είναι τελικά αυτό που κάνει τον Γκοντάρ τόσο σημαντικό, πρωτοπόρο, ανανεωτικό; Είναι, νομίζω, αυτό το διαρκές παιχνίδι που κάνει με τους ίδιους τους κώδικες και τις αρχές του σινεμά - ή της αφήγησης, αν θέλετε. Το ότι κρατά διαρκώς τον θεατή αποστασιοποιημένο υπενθυμίζοντάς του με πλήθος διαφορετικών τρόπων ότι αυτό που βλέπει δεν είναι παρά σινεμά, μια ταινία μόνο, όχι η αληθινή ζωή. "Μην πιστεύετε όσα βλέπετε" μοιάζει να λέει. "Δεν είναι αλήθεια. Εγώ τα επινόησα!"
Πώς το κάνει αυτό; Αφηγείται μια απλή ιστορία μιας στριπτιζέζ που ζει με τον φίλο της και προσπαθεί να τον πείσει να κάνουν παιδί ενώ αυτός διστάζει, και ταυτόχρονα φλερτάρει με τον καλύτερό του φίλο που είναι ερωτευμένος μαζί της. Αυτή η αφήγηση όμως κάνει το παν για να μας υπενθυμίσει ότι ακριβώς πρόκειται για αφήγηση, fiction, κάτι που κάποιος σκέφτηκε και έφτιαξε. Έτσι οι ηθοποιοί παίζουν συχνά αφύσικα, μερικές φορές στρέφονται στην κάμερα, σα να μιλούν με το θεατή και όχι με τον εκάστοτε συνομιλητή τους. Άλλες φορές στα καλά καθούμενα η μέχρι τότε "πεζή" αφήγηση μετατρέπεται σε μιούζικαλ, άλλοτε πάλι οι καταστάσεις είναι αφύσικες, σχεδόν σουρεαλιστικές. Ταυτόχρονα οι ενδοκινηματογραφικές αναφορές είναι πανταχού παρούσες. Οι ήρωες μιλάν για παλιές ταινίες, συχνά αμερικάνικες, ή φέρονται όπως οι πρωταγωνιστές τους, αναφέρονται όμως και στο ίδιο το "Με κομένη την ανάσα", το προηγούμενο φιλμ του Γκοντάρ. Η συμπεριφορά τους γίνεται συχνά παράξενη, καθόλου ρεαλιστική, άλλοτε συνενοούνται μόνο με λέξεις από εξώφυλλα βιβλίων, δίχως να μιλάνε - κι αυτά είναι ένα μόνο μέρος από το ανατρεπτικό οπλοστάσιο του Γκοντάρ. Κι όσο για το τέλος, είναι κι αυτό αστείο και "κουφό". Κι όλα αυτά με έντονα χρώματα, που μερικές φορές βγάζουν μάτι, και με χαρακτηριστική ποπ (για την εποχή) αισθητική - το ποπ στοιχείο είναι άλλο ένα χαρακτηριστικό του πρώιμου Γκοντάρ.
Σίγουρα, το καταλάβατε, δεν θα δείτε ένα φιλμ με στρωτή αφήγηση. Συχνά θα αναρωτιέστε γιατί ο Γκοντάρ κάνει ό,τι βλέπετε, γιατί δεν αφήνει την ιστορία να κυλήσει. Ακριβώς για να μας ξεβολεύει, είναι μια πιθανή απάντηση, να μας κάνει να νοιώθουμε διαρκώς ότι βλέπουμε σινεμά κι όχι πραγματικούς ανθρώπους και καταστάσεις, με σάρκα και οστά. Ίσως. Αυτό όμως που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι η φρεσκάδα και η ιδιομορφία ταινιών σαν κι αυτή. Και η επίδραση του σκηνοθέτη αυτού στο μετέπειτα σινεμά.
Εμένα τώρα, περισσότερο απ' αυτήν εδώ, μ' αρέσουν μεταγενέστερες ταινίες του, όπως ο "Τρελλός Πιερό" ή το "Weekend". Αυτό όμως είναι προσωπικό. Εσείς θα απολαύσετε (ή θα μισήσετε βαθύτατα) μια από τις πιο χαρακτηριστικές του δημιουργίες. Τότε που ακόμα ήταν φρέσκος και άλλαζε τον τρόπο που βλέπουμε σινεμά.

Παρασκευή, Ιουλίου 24, 2009

ΡΟΥΜΠΑ: ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΛΑΠΣΤΙΚ ΚΑΙ ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΚΩΜΩΔΙΑ


Οι Dominique Abel, Fiona Gordon και Bruno Romy είναι ένα τρίο από το Βέλγιο που δουλεύουν μαζί: Σκηνοθετούν τα φιλμ τους και οι δύο πρώτοι πρωταγωνιστούν κιόλας. Πριν λίγα χρόνια είχα βρει απολαυστικότατο το Iceberg τους. Τώρα επανέρχονται με τη Rumba (2008) και βαδίζουν στα ίδια χνάρια.
Αυτό που χαρακτηρίζει το στιλ τους είναι η ομοιότητά του με το βουβό σινεμά. Βασίζεται περισσότερο σe οπτικά γκαγκς, ενώ ο λόγος είναι ελάχιστος και σε μεγάλες σκηνές απουσιάζει εντελώς. Βοηθούν και οι φάτσες των (ίδιων στις δύο ταινίες) 3 πρωταγωνιστών, οπότε η όλη κατάσταση θυμίζει κλόουν.
Η Rumba έχει αρκετά "μαύρα" στοιχεία. Το αγαπημένο και σαν καρτούν ζεύγος που τρέφει πάθος για τους λάτιν χορούς (και έχει μαζέψει όλα τα βραβεία στους σχετικούς διαγωνισμούς), χάνει τα πάντα μετά από ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Εκείνη χάνει το πόδι της, εκείνος τη μνήμη του και από εκεί και πέρα ξεκινά ένας κατήφορος. Μόνο που όλα αυτά, ακόμα και οι πιο τραγικές καταστάσεις, που κανονικά θα έφτιαχναν ένα δράμα, δίνονται μέσα από χιουμοριστικά, οπτικά κυρίως γκαγκς, και η ίδια η ιστορία είναι κι αυτή απίθανη, αστεία, βασισμένη σε συμπτώσεις, επίτηδες σχηματική και μινιμαλιστική, όπως ακριβώς και η εικόνα. Ο μινιμαλισμός είναι γενικότερα ένα άλλο βασικό στοιχείο που τους χαρακτηρίζει.
Το πρόβλημα για μένα είναι ότι σ' αυτόν τον αθώο, αστείο και αισιόδοξο, ακόμα και στις δυσκολότερες φάσεις, κόσμο, το χιούμορ είναι περιορισμένο και συχνά επαναλαμβανόμενο. Ή, να το πω πιο απλά, γέλασα λιγότερο απ' όσο, φαντάζομαι, θα ήθελαν οι ιδιόρυθμοι δημιουργοί. Γενικά το βρήκα κατώτερο από το Iceberg, που με είχε ιδιαιτέρως διασκεδάσει. Γενικά πάντως, αν δεν τους έχετε υπ' όψιν σας, είναι ευκαιρία να γνωρίσετε το, αν μη τι άλλο, πολύ πρωτότυπο αυτό δημιουργικό τρίο, που, όπως όλα δείχνουν, δημιουργεί μια δική του σχολή με το προσωπικό στιλ και χιούμορ του (τώρα πώς μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει "προσωπικό" το στιλ 3 ανθρώπων, αυτό είναι άλλη ιστορία. Μη ξεχνάτε ότι απίστευτα προσωπικό - δηλαδή δεν έμοιαζε με κανένα άλλο - ήταν και το στιλ των 6 Monty Python).

Τετάρτη, Ιουλίου 22, 2009

Η ΡΩΜΗ, Η ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΑ ΚΑΙ Η ΚΟΜΨΟΤΗΤΑ ΑΛΛΩΝ ΕΠΟΧΩΝ



Το 1953 ο William Wyler (1902-1981) γυρίζει την κλασική ρομαντική κωμωδία "Διακοπές στη Ρώμη", πρώτη ταινία της υπέροχης Όντρεϊ Χέπμπορν, και σχεδόν καθορίζει για πάντα την έννοια αυτού που σήμερα αποκαλούμε κομεντί, στο όνομα της οποίας έχουν γίνει ουκ ολίγα παντελώς ξενέρωτα φιλμ. Δεν ξέρω αν θα με αποκαλέσετε παλιομοδίτη ή... αρχαιολάτρη, αλλά βρήκα αυτές τις "Διακοπές" πολύ καλύτερες από δεκάδες σύγχρονες αντίστοιχες (που μπορεί να πάρουν τη μορφή ρομαντικού, κατασκοπικού, αστυνομικού, ερωτικού ή ό,τι άλλου είδους, πλην όμως διατηρούν τη βασική φόρμα της κομεντί).
Στην ταινία του Wyler πάντως δεν ξέρεις τι να πρωτοθαυμάσεις. Την κομψότητα και το πνεύμα της, την άψογη μείξη κωμικού και ρομαντικού στοιχείου, γέλιου και συγκίνησης, την υπέροχη Ρώμη του 53 (έστω και ασπρόμαυρα φωτογραφημένη), που δεν είναι απλό σκηνικό, αλλά ίσως η ουσιαστική πρωταγωνίστρια του φιλμ, την Όντρεϊ Χέπμπορν στην πρώτη της εμφάνιση, ως θλιμένη πριγκήπισα, να σφύζει από νιάτα κι από εκείνη τη μοναδική χάρη που υπήρξε πάντα το σήμα κατατεθέν της...
Σαφώς το στόρι είναι αφελές και απλό. Μην ψάχνετε για βαθιά νοήματα και συμβολισμούς. Και, μέσα στην αφέλειά του, μας λέει απλώς ότι και οι πριγκήπισες (κι ας είναι και όμορφες) μπορεί να είναι δυστυχισμένες και να χρειάζονται απεγνωσμένα "αληθινή" ζωή (τουτέστιν να έρθουν σε επαφή με τον λαό, να ερωτευτούν, να ξεσκάσουν...) Τίποτα το σπουδαίο δηλαδή. Η ουσία όμως δεν βρίσκεται στο θέμα, αλλά στο πώς δίνεται αυτό, ώστε το φιλμ να παραμένει τόσο ευχάριστο και έξυπνο διαχρονικά. Αυτή είναι άλλωστε και η τέχνη του κλασικού αμερικάνικου σινεμά, που εδώ βρίσκεται στα καλύτερά του. Αφέλεια, αλλά τόσο τέλεια σερβιρισμένη... Μη φοβάστε. Δεν πρόκειται να μειωθεί το IQ κανενός βλέποντας μια τέτοια ταινία. Αρκεί να ξέρεις από την αρχή ότι θα δεις μια απλοϊκή ιστορία. Αν το έχεις χωνέψει αυτό και δεν παραμυθιάζεσαι (μόνο βλάκες θα πίστευαν όσα βλέπουν), ε, τότε αυτό που μένει είναι καθαρή κινηματογραφική απόλαυση.
ΥΓ και Spoiler Spoiler Spoiler: Αυτό που θαυμάζω ακόμα περισσότερο στην ταινία αυτή είναι η καθαρή συγκίνηση του τέλους. Πέστε μου, πόσες χαριτωμένες σύγχρονες αισθηματικές κομεντί έχετε δει ΧΩΡΙΣ χάπι εντ; Με μια πρόχειρη σκέψη δεν θυμάμαι καμιά απολύτως. Κι όμως το 1953 ο Wyler τολμούσε να τελειώσει το φιλμ του δείχνοντας το αδύνατο μιας τέτοιας σχέσης και κάνοντας ίσως, μετά την τόση ευφορία, ένα δάκρυ να τρέξει από το μάτι των πιο ευαίσθητων θεατών. Πόσοι τολμούν κάτι τέτοιο στις μέρες μας;

Κυριακή, Ιουλίου 19, 2009

Ο ΞΕΚΑΡΔΙΣΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΕΞΟΡΓΙΣΤΙΚΟΣ BRUNO


Εδώ είναι που σηκώνω τα χέρια ψηλά. Διότι τι άλλο να κάνεις, αν βγαίνοντας από μια ταινία νοιώθεις ταυτόχρονα ευχαρίστηση και απώθηση; Ο λόγος φυσικά για το Bruno του Larry Charles (δε ξέρω αν το προσέξατε, αλλά είναι ο ίδιος που έκανε και το Borat και το Religoulous) με τον απίστευτο Sacha Baron Cohen βέβαια, που αυτή τη φορά ενσαρκώνει την περσόνα ενός gay (στην υπέρτατη δυνατή μορφή του) αυστριακού παρουσιαστή σόου, που μετά τον εξοστρακισμό του από την πατρίδα του πάει στην Αμερική με μοναδικό στόχο - τι άλλο; - να γίνει διάσημος με κάθε κόστος. Ακολουθούν αμίμητες φάσεις, που πραγματικά δεν πιστεύεις ότι τις βλέπεις στην οθόνη ενός mainstream κινηματογράφου, που γίνονται ακόμα εντονότερες αφού το φιλμ έχει τη μορφή (όπως και στο Borat) ψευδοντοκιμαντέρ.
Πρόκειται σαφέστατα για κωμωδία κακού γούστου. Ο Cohen κάνει απίστευτες χοντράδες (πότε έχετε δει σε mainstream, ξαναλέω, ταινία να κουνά κάποιος επί ώρα το πουλί του σε γκρο πλαν;) και αρνείται πεισματικά να τηρήσει οποιαδήποτε κινηματογραφική σύμβαση. Μα τότε γιατί τελικά εκτιμάμε αυτή την ταινία; Γιατί ο "Bruno" δεν αφήνει πραγματικά τίποτα όρθιο. Γιατί σατιρίζει ανελέητα τους πάντες και τα πάντα και μάλιστα αυτά που είναι "ιερά και όσια" για τους αμερικάνους (και όχι μόνο φυσικά). Γιατί δείχνει όσο κανένας άλλος και με τον πιο άμεσο (και χοντρό και χυδαίο μπορείτε αν θέλετε να προσθέσετε) τρόπο την απύθμενη ηλιθιότητα, κενότητα και υπό το μηδέν πολιτική συνείδηση της σόου μπίζνες, του κόσμου της μόδας, της τηλεόρασης και των σόου. Γιατί καυτηριάζει όσο κανείς άλλος τη μανία τού να γίνεις ντε και καλά διάσημος (έστω και πατώντας επί πτωμάτων), τον ρατσισμό (και άσπρο και μαύρο), τη θρησκεία και τους διάφορους χριστιανοειδείς σύγχρονους απατεώνες, τον φαλλοκρατισμό και το αντριλίκι (σε φασιστοειδείς μάλιστα εκδοχές τους όπως ο στρατός, οι κυνηγοί, το κατς κλπ.), αλλά, ταυτόχρονα, και την gay υπερβολή ή "μόδα", και την gay κακογουστιά. Και, βέβαια, την συχνή κενότητα των σταρς (που δεν διστάζει πολλούς απ' αυτούς να τους λέει με τα ονόματά τους κάνοντας χοντρά σχόλια) και την σύγχρονη φιλανθρωπική μόδα, όπου ο καθένας "υιοθετεί" μια χώρα, μια ασθένεια, ένα υπό εξαφάνιση ζώο, ένα παιδάκι και τα προστατεύει. Και πολλά, πολλά άλλα.
Αυτοί οι απόλυτα θετικοί (για μένα τουλάχιστον) στόχοι είναι που ανεβάζουν την εκτίμησή μου στο φαινόμενο Cohen. Οι πιθανές αντιρρήσεις βρίσκονται στον τρόπο που το κάνει. Είναι σα να πολεμά τους "κακούς" με τους πλέον χοντρούς, χυδαίους, κακόγουστους τρόπους. Αλλά, ό,τι κι αν κάνει, δεν μπορώ παρά να του βγάλω το καπέλο αν μη τι άλλο για την απίστευτη τόλμη του.
Είπαμε: Ο Cohen είναι μια κατηγορία από μόνος του. Δεν μοιάζει με κανέναν άλλο κωμικό και κάνει πράγματα που ουδείς άλλος τόλμησε στο σινεμά. Και δεν κολώνει μπροστά σε τίποτα. Ή τον αγαπάτε ή τον μισείτε και νοιώθετε βαθύτατα προσβεβλημένοι γι' αυτό που είδατε ή, ακόμα συχνότερα, και τα δύο μαζί.

Σάββατο, Ιουλίου 18, 2009

ΟΙ ΒΛΑΒΕΡΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ HANGOVER


Υπάρχει μια φρέσκια σχολή αμερικάνικης κωμωδίας η οποία, ενώ βασίζεται σε χοντρές πλάκες, παίζει με την έννοια της καφρίλας, δεν είναι καθόλου "πολιτικά ορθή", ωστόσο είναι εξόχως διασκεδαστική, έχει αληθινή πλάκα αν θέλετε να το πω αλλιώς και, παραδόξως, ενώ σε πρώτη φάση μοιάζει να απαρτίζεται από τα ίδια ουσιαστικά συστατικά, δεν έχει καμιά σχέση με τα διάφορα "American Pie" ή τους καθ' ημάς Σεφερλήδες. Φοβάμαι ότι δεν μπορώ να σας εξηγήσω λογικά πώς ακριβώς συμβαίνει αυτό, νομίζω όμως ότι θα το καταλάβετε βλέποντας ταινίες της "σχολής" Apatow ή το "The Hangover" (2009) του Todd Phillips.
Όπου τρεις φίλοι πάνε στο κλασικό Λας Βέγκας (απόλυτα κιτς και τυπική "πόλη ακολασίας" για τους αμερικάνους) για το κλασικό μπάτσελορ πάρτι, αφού ο ένας τους παντρεύεται σε δύο μέρες. Μόνο που παίρνουν μαζί τους και τον αδελφό της νύφης, που κανείς τους δεν τον ξέρει καλά, ο οποίος είναι... κάπως. Και το μπάχαλο αρχίζει το επόμενο μεσημέρι, όταν ξυπνάνε στην πολυτελέστατη σουίτα τους σε ένα απόλυτα σουρεαλιστικό σκηνικό: η σουίτα είναι κατεστραμένη, ένα άγνωστο βρέφος κλαίει σε ένα καλάθι, μια κότα περιφέρεται, μια... τίγρη βρίσκεται κλεισμένη στο μπάνιο και, το σπουδαιότερο, ο μέλλων γαμπρός έχει εξαφανιστεί. Αλλά το ακόμα σπουδαιότερο είναι ότι ουδείς από τους τρεις εναπομείναντες θυμάται το παραμικρό για την προηγούμενη νύχτα!
Το είπα: Πολλές από τις πλάκες είναι χοντρές, ορισμένες λεπτομέρειες μπορεί να ενοχλήσουν κάποιους (ή κάποιες), ίσως το φιλμ να κατηγορηθεί ότι απευθύνεται μόνο σε άντρες, αφού ουσιαστικά ασχολείται με την αντρική καφρίλα ή/και ανωριμότητα ή/και παλιμπαιδισμό, αλλά, διάβολε, διασκέδασα πολύ. Και επιπλέον διαθέτει και γερό σενάριο που δημιουργεί αναμφισβήτητο σασπένς. Αφείστε που τολμά να ισχυριστεί ότι σε ορισμένες περιπτώσεις - προσοχή, όχι σε όλες - όλη αυτή η καφρίλα μπορεί να είναι απόλυτα απελευθερωτική και να αλλάξει (προς το θετικό βάβαια) τη ζωή κάποιου.
Όλα τα λεφτά νομίζω ότι είναι ο αδελφός (ο ελληνικής καταγωγής Ζακ Γαλιφιανάκης, τον οποίο προσωπικά αγνοούσα). Δεν είναι ακριβώς καθυστερημένος ή ηλίθιος ή απλώς βλάκας, αλλά είναι... πώς να το πω, αλλού. Σα να ζει σε ένα δικό του κόσμο, που δεν έχει πάντα επαφή με όσα κωμικοτραγικά συμβαίνουν γύρω του. Κι αυτό το "αλλού" είναι που προσωπικά με έκανε να γελάσω περισσότερο στην ταινία.
Καλή διασκέδαση, λοιπόν, αλλά... εγώ σας προειδοποίησα.

Πέμπτη, Ιουλίου 16, 2009

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ, Ο ΓΙΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΑ ΨΑΡΙΑ


Ένας αμερικανός που ζει στο Παρίσι έχει αποξενωθεί από τον αθεράπευτα παραμυθά πατέρα του. Όταν όμως μαθαίνει ότι αυτός είναι στα τελευταία του αναγκάζεται να γυρίσει στην πόλη του με τη γαλίδα γυναίκα του. Πατέρας και γιος συναντιούνται, μιλάνε για πρώτη φορά μετά από χρόνια και σιγά – σιγά αρχίζει ένα είδος προσέγγισης.
Θα μπορούσε να είναι το στόρι ενός φιλμ του Μπέργκμαν ή κάτι τέτοιο. Είναι όμως το Big Fish του 2003 του Τim Βurton, ενός δημιουργού που διαθέτει από τις οργιαστικότερες φαντασίες που «κυκλοφορούν» στο σύγχρονο σινεμά. Και είναι ίσως η τρυφερότερη και πιο συγκινητική του ταινία.
Και η οργιαστική φαντασία; Το παραμύθι; Οι φευγάτες εικόνες, που αποτελούν το σήμα κατατεθέν του Burton; Μην ανησυχείτε. Βρίσκονται όλες (και) εδώ. Είπαμε. Ο πατέρας υπήρξε σ΄όλη του τη ζωή ένας απίστευτος παραμυθάς. Αυτές ακριβώς οι απίθανες ιστορίες του, που αφορούν πάντοτε "περιπέτειες που έζησε", δείχνονται στο φιλμ. Κι αυτές μπλέκονται αξεδιάλυτα με την πραγματικότητα, κάνοντας έτσι ένα διαρκές μπρος - πίσω στο παρόν και στο παρελθόν, στο πραγματικό και στο φανταστικό, στην αλήθεια και στο ψέμα. Κι έτσι, όσο προχωρά το φιλμ, τα όρια ανάμεσα στο παραμύθι και στα γεγονότα γίνονται όλο και περισσότερο δισδιάκριτα. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται κατά τη γνώμη μου και η γοητεία της ταινίας.
Εκει όμως βρίσκεται νομίζω κι αυτό που θέλει να πει: Τελικά η "πραγματικότητα", αυτό που βιώνουμε, είναι μια σύνθεση του "αντικειμενικού" εξωτερικού περιβάλλοντος κι αυτού που έχουμε στο μυαλό μας. Η φαντασία μας αλληλεπιδρά με τα γεγονότα και δημιουργεί αυτό που εκλαμβάνουμε σαν πραγματικό. Κι ότι η αλήθεια, μας λέει επίσης το φιλμ, είναι λίγο διαφορετική για τον κάθε άνθρωπο. Αυτά όλα είναι που αρνείται να δεχτεί ο γιος, κι αυτό τον κάνει να αποξενωθεί απ' τον πατέρα. Κι όταν σιγά - σιγά τα αποδεχτεί θα δει τη ζωή γενικότερα και τον πατέρα του ειδικότερα με άλλο μάτι και θα τον πλησιάσει πραγματικά σε ένα από τα συγκινητικότερα φινάλε των τελευταίων χρόνων.
Αλλά μέχρι να φτάσουμε εκεί θε έχετε νομίζω διασκεδάσει με το χιούμορ, την παράδοξη ροή των όσων συμβαίνουν, τις αλλόκοτες ιστορίες που μπλέκονται η μια με την άλλη. Θα έχετε δηλαδή απολάυσει μια από τις καλύτερες,νομίζω, στιγμές στην καριέρα του Burton.

Κυριακή, Ιουλίου 12, 2009

Ο ΜΑΜΠΟΥΖΕ ΞΑΝΑ


11 ολόκληρα χρόνια μετά την πρώτη ταινία για τον Μαμπούζε (Dr Mambuse, der spieler), το 1933 δηλαδή, ο Fritz Lang επιστρέφει στον εφιαλτικό του ήρωα με το Das Testament des Dr. Mabuse (Η Διαθήκη του Δρ Μαμπούζε). Τη φορά αυτή η ταινία είναι ομιλούσα, ο ιδιοφυής εγκληματίας είναι τρομακτικότερος ίσως από την προηγούμενη φορά... και το στοιχείο του φανταστικού μπαίνει για τα καλά στην ιστορία.
Ο Μαμπούζε είναι κλεισμένος στο κελί του στο άσυλο (όπου τον είχαμε αφήσει στο τέλος του πρώτου φιλμ) και το μόνο που κάνει είναι να γράφει μανιακά, γεμίζοντας πλήθος σελίδων αρχικά με ασυναρτησίες, βαθμιαία όμως με... Ας μη σας χαλάσω όμως το σασπένς. Ο εξαιρετικός Rudolf Klein-Rogge, από τις πλέον αξέχαστες φιγούρες που έχεουν στοιχειώσει ποτέ την οθόνη ως Μαμπούζε, έχει εδώ δευτερεύοντα ρόλο και δεν κυριαρχεί όπως στο πρώτο φιλμ. Ωστόσο η παρουσία του, άυλη έστω, είναι πανταχού παρούσα. Γιατί από το κελί του το εγκληματικό πνεύμα του μπορεί να "καταλαμβάνει" πλέον σώματα άλλων ανθρώπων... Στα συν της ταινίας και η αξέχαστη φιγούρα του επιθεωρητή - αντίπαλου του δόκτορα: Είναι ένας μάλλον κτηνώδης, άξεστος τύπος, δίχως προσωπική ζωή (τον βλέπουμε να κοιμάται στο γραφείο του), που καπνίζει ασταμάτητα και προκαλεί φόβο στους πάντες (όχι μόνο στους εγκληματίες). Νομίζω ότι κι αυτή η αντιπαράθεση νόμου - εγκλήματος, όπου καμιά από τις δύο πλευρές δεν δείχνεται ιδιαίτερα κολακευτική (άσχετα αν ταυτιζόμαστε με τον επιθεωρητή μπροστά στην αντίπαλη φρίκη), έχει κι αυτή το ενδιαφέρον της.
Στην ταινία αυτή, που περιστρέφεται όλη γύρω από το άσυλο, διαθέτει ένα όλο και αυξανόμενο σασπένς και αρκετές αξέχαστες σκηνές (ο Μαμπούζε στο κελί του, η κατάληψη ενός σώματος από τη φασματική του παρουσία, ο τρελός πρώην συνεργάτης της αστυνομίας κ.ά.), ξετυλίγεται όλη η εγκληματική φιλοσοφία του βασικού ήρωα. Ο Μαμπούζε είναι, ρητά πλέον, υπεράνω κάθε χρηματικού κέρδους. Αυτό που θέλει (το γράφει ο ίδιος) είναι να εγκαθιδρύσει μια παγκόσμια αυτοκρατορία τρόμου και εγκλήματος, να εγκαταστήσει τον φόβο στην ψυχή κάθε ανθρώπου και να σπείρει το χάος στην υφήλιο. Γι' αυτό και τα χτυπήματα που σχεδιάζει δεν έχουν καμιά σχέση με κέρδος: Θέλει να προκαλέσει κατάρρευση του χρηματιστηρίου, να ανατινάξει επικίνδυνα χημικά εργοστάσια, να δηλητηριάσει το νερό... Το κέρδος παύει πλέον να είναι υλικό. Ο στόχος του είναι πια μόνο η απόκτηση απόλυτης δύναμης, ο πόθος του να εξουσιάζει μια παγκόσμια αυτοκρατορία τρόμου!
Η ναζιστική κυβέρνηση απαγόρευσε το φιλμ, όπως ο διαβόητος Γκέμπελς, θαυμαστής ο ίδιος του έργου του Λανγκ, του ανακοίνωσε. Ίσως η ομοιότητα του τρελού Μαμπούζε να γράφει τις ολέθριες οδηγίες του στο κελί του στο άσυλο με τον Χίτλερ να γράφει το "Ο Αγών μου" από το δικό του κελί όταν ήταν φυλακισμένος, να παραήταν εμφανείς...
Προσωπικά βρίσκω την "Διαθήκη" πιο σφιχτή ταινία από τον πρώτο, πάνω από τετράωρο, δόκτορα. Την συμπαθώ περισσότερο. Και νομίζω ότι διαθέτει ακόμα περισσότερες δυνατές σκηνές από την προηγούμενη.
Λίγο μετά την ολοκλήρωσή της ο Λανγκ εγκατέλειψε κρυφά τη Γερμανία και δεν επέστρεψε παρά αρκετά μετά την πτώση των ναζί.

Σάββατο, Ιουλίου 11, 2009

Ο ΜΑΜΠΟΥΖΕ ΩΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΛΥΤΟΥ ΚΑΚΟΥ


Το 1922 ο Fritz Lang (1890-1976) γυρίζει τον θρυλικό "Dr Mabuse, der Spieler" (Δρ Μαμπούζε, ο Παίκτης) και πετυχαίνει ταυτόχρονα αρκετά πράγματα. Πρώτα όμως μια προειδοποίηση: Η ταινία, εκτός από βουβή φυσικά, διαρκεί ούτε λίγο ούτε πολύ 4,5 (τέσσερεις και μισή) ώρες! Πρόκειται για ένα αληθινό έπος, έπος για το Κακό θα λέγαμε.
Σίγουρα το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον έχει παίξει σημαντικό ρόλο στη σύλληψη ενός τέτοιου φιλμ: Η Γερμανία είναι διαλυμένη από την πρόσφατη ήττα της στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Παντού επικρατεί ηττοπάθεια, απελπισία και κυρίως φτώχεια και ανεργία. Οι άνθρωποι θρηνούν ακόμα τους χιλιάδες νεκρούς τους, ενώ πολλά μέρη ή υποδομές είναι ακόμα κατεστραμένα. Ο φόβος για το μέλλον είναι διάχυτος (και, φυσικά, όπως έδειξε η ιστορία και ο επερχόμενος ναζισμός, απόλυτα δικαιολογημένος). Μέσα σ' αυτό το ζοφερό κλίμα, είναι πολύ φυσικό ο μεγάλος σκηνοθέτης να συλλάβει έναν εκπρόσωπο του απόλυτου κακού, κάποιον που επιθυμεί το απόλυτο χάος και τη διάλυση των πάντων (την ατμόσφαιρα δηλαδή που σχεδόν επικρατεί στην πραγματικότητα). Και συγχρόνως να δώσει μια εμβληματική φιγούρα κακού, από τις πρώτες και συγχρόνως από τις χαρακτηριστικότερες στην ιστορία του παγκόσμιου σινεμά.
Ο Δρ Μαμπούζε στην καθημερινότητά του είναι διάσημος ψυχίατρος του Βερολίνου. Κουράρει πλούσιους και δίνει πετυχημένες διαλέξεις. Στην κρυφή ζωή του όμως είναι ο άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα, ο άσσος στις μεταμφιέσεις, ο ιδιοφυής εγκληματίας. Μπορεί να μεταμφιεστεί σε οτιδήποτε θέλει, από σεβάσμιο γέρο αριστοκράτη μέχρι μέθυσο εργάτη, να βρίσκεται όπου επιθυμεί, ακόμα και μπροστά στους διώκτες του, που φυσικά είναι αδύνατο να τον αναγωρίσουν (ακόμα και εμείς οι θεατές δυσκολευόμαστε αρκετές φορές να καταλάβουμε ποιος απ' όλους είναι αυτή τη φορά ο Μαμπούζε καθώς το μακιγιάζ και οι προσθετικές κάνουν θαύματα). Κι έτσι μπορεί να υλοποιεί τα ιδιοφυή του σχέδια, που μπορεί να έχουν σα στόχο από την κατάρρευση του χρηματιστηρίου μέχρι την απαγωγή μιας όμορφης αριστοκράτισας που έχει ερωτευτεί. Συγχρόνως (κι εδώ μπαίνει κάπως και το φανταστικό στοιχείο) ο Μ. είναι πανίσχυρος υπνωτιστής και μπορεί να συντρίψει τη βούληση οποιουδήποτε, αναγκάζοντάν τον να κάνει ό,τι εκείνος (ο Μαμπούζε) θέλει. Έτσι, πρακτικά είναι πανίσχυρος. Και αρέσκεται να παίζει κυρίως με τις ζωές, τις ψυχές, τις πίστεις των ανθρώπων, να τους κατευθύνει σα μαριονέτες. Εξ ου και ο "παίκτης" του τίτλου. Μόνος εχθρός που μπορεί να τον απειλήσει είναι η ίδια του η μεγαλομανία, η τρέλα του (οι σκηνές όπου αντικρίζει τα φαντάσματα των θυμάτων του είναι πολύ δυνατές). Κι εδώ γίνεται ένα ακόμα πρώιμο σχόλιο για την πολύ κοντινή συγγένεια μεγαλοφυίας και τρέλας.
Στην ταινία ξέρουμε από την αρχή τον εγκέφαλο του κακού, δεν ψάχνουμε να "βρούμε τον δολοφόνο", πράγμα πρωτοποριακό για την εποχή του. Απλώς παρακολουθούμε την σχεδόν υπερανθρώπινη αυτή ευφυία να καταστρώνει και να εκτελεί τα σατανικά του σχέδια. Έχουν ειπωθεί πολλά για τους πιθανούς συμβολισμούς που μπορεί να κρύβει ένα τέτοιο πρόσωπο: Πολλοί έγραψαν ότι μέσα απ' αυτόν ο Λανγκ πρόβλεψε την έλευση του Χίτλερ (την κατάλυση δηλ. κάθε ελευθερίας και την επικράτηση του απόλυτου κακού), αν και ο ίδιος ο σκηνοθέτης αρνήθηκε κάτι τέτοιο. Έχει ακόμα ειπωθεί πως το ότι ακριβώς ο Μαμπούζε μπορεί να είναι οποιοσδήποτε δίπλα μας, δείχνει την πανταχού παρουσία του κακού, που μπορεί να βρίσκεται μέσσα σε κάθε άνθρωπο, κάθε κοινωνικής τάξης. Εσείς μπορείτε να επινοήσετε και όποια άλλη ερμηνεία νομίζετε, αν πιστεύετε ότι οι ερμηνείες είναι απαραίτητες.
Ο Λανγκ είναι εδώ λιγότερο εξπρεσιονιστής από τον Μουρνάου ή τον Βίνε (Καλιγκάρι) ας πούμε. Χρησιμοποιεί συχνά δυνατές εξπρεσιονιστικές εικόνες (παραμόρφωση χώρων, σκιές κλπ.), αλλά όχι πάντοτε. Πάντως ο χώρος (τα τεράστια, ψηλοτάβανα δωμάτια, που μπορεί να εκμηδενίσουν τον άνθρωπο, οι εκκεντρικές διακοσμήσεις) παίζει συχνά κεντρικό ρόλο.
Σήμερα ίσως ολόκληρη η παρακολούθηση του έπους κουράζει και κάποια σημεία του φαίνονται πιθανόν ξεπερασμένα. Επισημαίνω και το θεατρικό, υπερβολικό παίξιμο των ηθοποιών, χαρακτηριστικό στοιχείο του βωβού και δη του εξπρεσιονιστικού σινεμά. Ωστόσο το επικό αυτό φιλμ παραμένει μια σημαντική στιγμή του παγκόσμιου κινηματογράφου. Ο Λανγκ θα επανέλθει, αρκετά χρόνια αργότερα, άλλες δύο φορές στον σκοτεινό του ήρωα. Ίσως αυτό δείχνει και την κεντρική σημασία που έπαιξε ο Μαμπούζε στο έργο του.

Παρασκευή, Ιουλίου 10, 2009

ΝΤΙΛΙΝΤΖΕΡ, ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ


Ο "Δημοσιος Κίνδυνος" (Public Enemies) του Michael Mann είναι μια ακόμα κλασική γκαγκστερική ταινία, που διαδραματίζεται στο Σικάγο της δεκαετίας του 30 και βασίζεται στην αληθινή ιστορία του περιβόητου ληστή τραπεζών Ντίλιντζερ. Και, αφού πρόκειται για ταινία του Mann, είναι εξ ορισμού καλογυρισμένη, στιβαρή και χορταστική.
Η εποχή δίνεται ανάγλυφα και σωστά σκηνογραφικά, ο Ντίλιντζερ παρουσιάζεται ως ένα είδος ρομαντικού εγκληματία (θα το αναλύσουμε λίγο πιο κάτω αυτό) και η δράση είναι συχνά καταιγιστική. Α, και η επιλογή της μουσικής μου άρεσε ιδιαίτερα, καθώς έπιανε απόλυτα το κλίμα της εποχής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μένα είχε όχι μόνο ο "ρομαντισμός" του ήρωα, αλλά και η αντιπαράθεσή του με τις νέες μορφές του οργανωμένου εγκλήματος, που μόλις τότε αναδύονταν: Πρόκειται για την πολύ απλή σκέψη ενός κακοποιού ότι "έτσι κι αλλιώς για τα λεφτά πάω, οπότε γιατί να μη το κάνω με λιγότερο ρίσκο και όσο πιο νόμιμα γίνεται;". Έτσι ένας άλλος πρώην γκάγκστερ έχει στήσει μια ολόκληρη επιχείρηση με τηλεφωνικές παρακολουθήσεις που σχετίζονται με ιππόδρομο και βγάζει πολύ περισσότερα εκατομμύρια από τον ήρωά μας, παράνομα μεν αλλά αναίμακτα, δίχως να ρισκάρει, "πολιτισμένα". Ενώ ο Ντίλιντζερ επιμένει στη "χειρωνακτική" δράση, κοινώς ληστείες τραπεζών, όπου όλα παίζονται κάθε φορά κορώνα - γράμματα κι όπου τα παίρνει από το σύστημα (από τις τράπεζες δηλαδή), δίχως μάλιστα να ληστεύει τους πελάτες που βρίσκονται τη στιγμή αυτή στο κατάστημα. Γι' αυτό άλλωστε γίνεται και ένα είδος λαϊκού ήρωα. Από την άλλη ο μπάτσος που τον κυνηγά είναι κι αυτός τίμιος (και οι δύο βασικοί ήρωες διαθέτουν ένα είδος αδιαπραγμάτευτης προσωπικής ηθικής), αναγκάζεται όμως κι αυτός να παραβεί ορισμένους κανόνες για να συλλάβει τον αντίπαλό του.
Το πρόβλημά μου με το φιλμ είναι ότι όλα αυτά τα έχουμε ξαναδεί πολλές φορές, από το "Μπόνι και Κλάιντ" μέχρι τον άλλο "Δημόσιο Κίνδυνο", το πρόσφατο "Μεσρίν" δηλαδή, το οποίο σημειωτέον βρήκα πιο ενδιαφέρον, αφού καταπιανόταν με έναν πολύ πιο πολύπλευρο και αντιφατικό χαρακτήρα. Όσο λοιπόν καλογυρισμένη και να βρήκα την ταινία, ατμοσφαιρική σε μερικές στιγμές της, δεν μου ήταν αρκετό για να μ' αρέσει πραγματικά. Εννοώ ότι σχεδόν κάθε μέση χολιγουντιανή ταινία έχει πλέον φτάσει τεχνικά σε ένα υψηλό επίπεδο, είναι δηλαδή καλογυρισμένη, οπότε αυτό το - θετικό σίγουρα - στοιχείο δεν είναι για μένα αρκετό από μόνο του. Φοβάμαι ότι ο Michael Mann, όσο καλός σκηνοθέτης και να είναι, παγιδεύεται σε ευπρόσωπα μεν φιλμ, τα οποία όμως πολύ λίγα προσθέτουν σε όσα ήδη ξέρουμε. Και δεν νομίζω ότι η στιβαρότητα της σκηνοθεσίας είναι πλέον ικανή από μόνη της να κάνει την (σημαντική) διαφορά. Έτσι συνολικά τη βρήκα καλή ταινία, όχι όμως και κάτι ιδιαίτερο.

Τρίτη, Ιουλίου 07, 2009

ICE AGE 3: ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΜΕ ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΟΥΣ


Ξέρετε ίσως ότι έχω μια κάποια απέχθεια στα κινηματογραφικά νο 2, 3 και δεν συμμαζεύεται. Αν μη τι άλλο προδίδουν κατά τη γνώμη μου έλλειψη πρωτότυπων ιδεών ή, πολύ απλά, γίνονται μόνο για τα λεφτά, αφού το πρωτότυπο υπήρξε προφανώς πετυχημένο.
Στο Ice Age 3 : Dawn of the Dinosaurs ωστόσο του Carlos Saldanha θα κάνω μια εξαίρεση. Το διασκέδασα όσο και τα προηγούμενα - και πιθανόν ακόμα περισσότερο.
Πώς να αντισταθείς στους ξέφρενους ρυθμούς, που με κράτησαν από την αρχή ως το τέλος, στις φοβερές εικόνες, άλλοτε με πάγους κι άλλοτε με ηφαίστεια, που ενίοτε προκαλούν ακόμα και δέος, στο πανταχού παρόν χιούμορ, στις πολλές κινηματογραφικές και φιλολογικές αναφορές (στο Moby Dick ή στον "Χαμένο Κόσμο" του Έντγκαρ Ράις Μπάροους για παράδειγμα), στην εισαγωγή δεινοσαύρων στο στόρι και, στο κάτω - κάτω, και στο 3-D, που μπορεί να μη "βγάζει μάτι", αλλά προσθέτει όπως και να το κάνουμε μια παραπάνω διάσταση στο φιλμ (στην προκειμένη περίπτωση κυριολεκτικά).
Αλλά και τα νέα σεναριακά ευρήματα μου άρεσαν αρκετά, όπως ο ερωτευμένος αυτή τη φορά σκίουρος, που διχάζεται ανάμεσα στο γνωστό βελανίδι του και σε μια νεαρή και πονηρή σκιουρίνα ή η εισαγωγή του μονόφθαλμου λίγο-Ταρζάν-λίγο-Αχάμπ κουναβιού με την παλαβή συμπεριφορά και τον αιώνιο αντίπαλο. Και, φυσικά, ο χαμένος κόσμος που ανακαλύπτουν οι γνωστοί ήρωες δίνει την ευκαιρία για εντυπωσιακές εικόνες και ακόμα πιο εντυπωσιακές και ιλιγγιώδεις πτώσεις (ή παραλίγο πτώσεις) από δυσθεώρητα ύψη. Όπως καταλαβαίνετε το διασκέδασα αρκετά και πιστεύω ότι μάλλον το ίδιο θα "πάθετε" κι εσείς.
Τελικά τα κινούμενα σχέδια, είτε τα πιο "σκεπτόμενα" της Pixar είτε τα καθαρά διασκεδαστικά άλλων εταιριών, καταφέρνουν να έχουν στις μέρες μας μια σχεδόν σταθερή ποιότητα και να τη συνδυάζουν με μια καλοδεχούμενη εμπορικότητα. Μπράβο τους.

Κυριακή, Ιουλίου 05, 2009

ΛΥΣΣΑΣΜΕΝΕΣ ΓΑΤΕΣ ΚΑΙ ΑΣΦΥΚΤΙΚΑ ΝΟΤΙΑ ΔΡΑΜΑΤΑ


Η "Λυσσασμένη Γάτα" (Cat on a hot tin roof, 1958) του Richard Brooks (1912-1992) βασίζεται στο γνωστό θεατρικό του Τενεσί Ουίλιαμς και, βέβαια, δείχνει τις θεατρικές της καταβολές. Ανεξάρτητα απ' αυτό, πάντως, είναι μια ταινία βουτηγμένη στο δράμα, βαρύ, σπαρακτικό, ασφυκτικό. Στο πρώτο μέρος κυρίως έφτασα να δυσανασχετώ από τα αδιέξοδα πάθη, την δυσλειτουργικότητα και τη μιζέρια όλων ανεξαιρέτως των χαρακτήρων.
Αυτό που κάνει βέβαια η ταινία είναι να επιτίθεται με κάθε τρόπο, να καταλύει τον μύθο, να σπάζει την όμορφη και ψεύτικη βιτρίνα της μεγάλης αμερικάνικης οικογένειας - και μάλιστα νότιας, όπου τα πράγματα είναι ως γνωστόν πιο συντηρητικά (αμερικάνικη, νότια είναι η οικογένεια που βλέπουμε, φαντάζομαι όμως ότι όλα αυτά ισχύουν για κάθε δυτική οικογένεια). Επίτηδες η οικογένεια που επιλέγει ο Ουίλιαμς (και ο Brooks) είναι πολύ πλούσια, διάσημη στα μέρη της, με πάτερ-φαμίλια γαιοκτήμονα και γερουσιαστή, ώστε η βιτρίνα, που από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή θα τσακίζει μεθοδικά, να είναι όσο πιο αστραφτερή γίνεται. Ε, λοιπόν, όλα μα όλα τα μέλη (έξη βασικά) κρύβουν σκοτεινά μυστικά, ανομολόγητους πόθους, κρυφές βλέψεις, βρώμικα σχέδια... και στο παρόν που βλέπουμε δεν λειτουργεί τίποτα απολύτως: Βαθύτατα μίση καλυμμένα κάτω από ψεύτικες στρώσεις αγάπης και καθωσπρεπισμού, υποκρισία, αλληλοσπαραγμοί φανεροί ή κρυφοί, συμφέροντα, σεξουαλικές δυσλειτουργίες, αλκοολισμός - οι πάντες μοιάζουν να μισούν και να είναι αηδιασμένοι με τους πάντες, άλλοτε φανερά κι άλλοτε κρυφά.
Κάτω απ' όλα αυτά όμως υποβόσκει η πίστη στην κλασική φροϊδική ψυχανάλυση: Πολλά από τα τραύματα μπορούν να θεραπευτούν, φτάνει να ειπωθούν, να βγουν στο φως - αφού βέβαια βρεθεί η ρίζα του κακού, η πρωταρχική αιτία που τα δημιούργησε. Ίσως σήμερα αυτή η πίστη να μοιάζει κάπως απλοϊκή, ωστόσο, ανεξάρτητα απ' αυτό, η καταγγελία της ψευτιάς της οικογένειας και των σκοτεινών και μυστικών σχέσεων των μελών της παραμένει. Αν σ' αυτά προσθέσετε και τις αστραφτερές παρουσίες των Πολ Νιούμαν και Ελίζαμπεθ Τέιλορ, έχουμε μια από αυτό που θα αποκαλούσαμε "κλασική δραματική ταινία".
ΥΓ: Νομίζω ότι εδώ εμφανίζεται η απεχθέστερη οικογένεια που έχετε δει ποτέ. Δεν μιλώ για τη συνολική, αλλά συγκεκριμένα για την οικογένεια του αδελφού του Νιούμαν, με την αντιπαθέστατη σύζυγο (πρότυπο κακίας) και τα εφιαλτικότερα 5 παιδιά που έχετε δει ποτέ (και τα οποία η Τέιλορ αποκαλεί σ' όλο το φιλμ "άλαιμα τέρατα"). Τόσο, που κινδυνεύετε να μισήσετε τα παιδιά για πάντα. Και όλα αυτά ενώ, όπως είπαμε, πρόκειται για εύπορη οικογένεια και, κυρίως, όσο πιο "αμερικάνικη" γίνεται, με όλα ανεξαιρέτως τα σχετικά στερεότυπα.

Πέμπτη, Ιουλίου 02, 2009

Η ΟΝΕΙΡΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ ΤΟΥ VAMPYR


Το 1932 ο δανός Carl Theodor Dreyer (1889-1968), που θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες του κινηματογράφου, γυρίζει το Vampyr, τη μοναδική του ταινία τρόμου. Βασισμένο χαλαρά σ' ένα διήγημα του ιρλανδού Σεριντάν Λε Φανού, με πολυεθνικό καστ και συντελεστές, γυρισμένο στη Γαλλία, αφηγείται τις περιπέτειες ενός νέου που περνά μια νύχτα σ' ένα παράξενο, απομάκρυσμένο πανδοχείο και όσα αλλόκοτα συμβαίνουν εκεί - που σχετίζονται βέβαια με ένα βαμπίρ.
Μην περιμένετε ωστόσο μια κανονική ιστορία με στρωτή αφήγηση. Σας λέω από τώρα ότι είναι δύσκολο να παρακολουθήσει ο θεατής τα όσα συμβαίνουν στο φιλμ. Κι αυτό επειδή το τελευταίο διαθέτει μια απόλυτα ονειρική ποιότητα, μοιάζει σε ορισμένα σημεία σαν ένα σουρεαλιστικό πείραμα. Συχνά δεν κατανοούμε γιατί συμβαίνει κάτι ή, ακόμα περισσότερο, αν συμβαίνει στ' αλήθεια ή πρόκειται για όνειρο, φαντασίωση ή κάτι άλλο. Παραιτηθείτε λοιπόν από την (πλήρη) κατανόηση των τεκταινόμενων. Τότε;
Αυτό που μένει είναι η ποιότητα των ασπρόμαυρων εικόνων, η φοβερή ατμόσφαιρα, το ονειρικό κλίμα. Είναι από τις περιπτώσεις που το στόρι υποχωρεί μπροστά στην εικόνα. Και είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις μερικές μόνο απ' αυτές.
Πώς να το κάνεις σε μια ταινία όπου οι σκιές αυτονομούνται από τους "ιδιοκτήτες" τους και δρουν μόνες τους, κάνοντας ακόμα και εγκλήματα; Όπου ένας άνθρωπος παρακολουθεί την ίδια του την κηδεία (μερικά υπέροχα υποκειμενικά πλάνα υπάρχουν εδώ) δίχως ποτέ να εξηγηθεί αν η σκηνή αυτή είναι όνειρο ή πραγματικότητα; Όπου ο γιατρός συνεργάτης του βρικόλακα θάβεται σε μια ατμοσφαιρική σκηνή κάτω από τόννους από αλεύρι ανάμεσα στους τροχούς ενός νερόμυλου; Ή όπου το βαμπίρ εμφανίζεται σε μια αλλόκοτη σκηνή και σε έναν ακαθόριστο χώρο με γρανάζια και τροχούς να κινούνται ψηλά πάνω από το κεφάλι του; Κι υπάρχουν και πολλές άλλες ακόμα. Αλλά και η ηθοποιία, οι κινήσεις των ηρώων που μοιάζουν να υπνοβατούν, τα νυχτερινά εξωτερικά πλάνα με το θαμπό, ομιχλώδες φως (που υποτίθεται ότι είναι το σεληνόφως, στο φιλμ όμως διαθέτει μια πολύ διαφορετική, παράξενη ποιότητα), μαζί με το "αφηρημένο" σενάριο, όλα συντελούν στη δημιουργία της απόλυτα ονειρικής ατμόσφαιρας.
Φυσικά θα καταλάβατε ότι μια τέτοια ταινία (και μόνο το ότι είναι του 32 αρκεί, πολύ περισσότερο που έχει τόσες ιδιορυθμίες) δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί από τον σύγχρονο θεατή σα μια ταινία τρόμου. Μην περιμένετε να τρομάξετε ή να νοιώσετε σασπένς. Εδώ τον βασικό ρόλο παίζουν οι εικόνες και η ατμόσφαιρα. Και αυτές την κάνουν ένα κλασικό αριστούργημα. Ας τη δουν λοιπόν όσοι αγαπάνε το σινεμά σαν τέχνη και όχι όσοι βλέπουν ένα φιλμ τρόμου (μόνο) για να τρομάξουν.

Τρίτη, Ιουνίου 30, 2009

Η ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΕΝΟΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΜΦΙΣΗΜΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ


"Η Ανατομία ενός εγκλήματος" (1959) του Otto Preminger (1906-1986) είναι από τα κλασικότερα δικαστικά δράματα της ιστορίας του κινηματογράφου. Με εξαιρετικό καστ (Τζέιμς Στιούαρτ, Λι Ρέμικ, Μπεν Γκαζάρα, Τζορτζ Σκοτ) αναλύει την περίπτωση του φόνου ενός μπάρμαν που μόλις έχει βιάσει μια γυναίκα από τον σύζυγο της τελευταίας. Αυτό όμως είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου, γιατί πολλά πράγματα κρύβονται κάτω από αυτή την ιστορία.
Θα πω από τώρα ότι, μιας και δεν είμαι πολύ φανατικός φίλος των δικαστικών δραμάτων, η ταινία μάλλον με κούρασε συνολικά με την ατέλειωτη διάρκειά της (γύρω στις 2,5 ώρες). Είναι αναμφισβήτητα καλογυρισμένη, αναλύει άψογα και σε βάθος τους χαρακτήρες και θεωρείται κλασική, αλλά... συμβαίνουν αυτά. Ίσως όμως να είναι κάτι προσωπικό. Γιατί σίγουρα τα προτερήματά της είναι πολλά. Όπως οι αποκαλύψεις για τους χαρακτήρες των ηρώων και τα μπακγκράουντ τους, οι συμπαθητικoί αντιήρωες πρωταγωνιστές (ο Στιούαρτ είναι σχεδόν παρατημένος από τη ζωή δικηγόρος και στα πρόθυρα του αλκοολισμού, ο γέρος φίλος του είναι κανονικά παρατημένος δικηγόρος και κανονικός αλκοολικός), η σκιαγράφηση σε δεύτερο επίπεδο της επαρχιακής πλήξης και της κατάστασης όλοι-ξέρουν-τα-πάντα-για-όλους. Αλλά το σημαντικότερο για μένα σημείο (και προτέρημα) του φιλμ είναι η διφορούμενη ματιά που ρίχνει στη δικαιοσύνη. Και λέει κάτι πολύ απλό, που σπάνια έχει ειπωθεί με τόσο σχετικά χαμηλούς τόνους (εννοώ δίχως εντυπωσιακές δικαστικές πλάνες, από μηχανής θεούς που εμφανίζονται ξαφνικά στην αίθουσα του δικαστηρίου, αποδράσεις και άλλα τέτοια): Λέει ότι όσο κι αν η δικαιοσύνη κάνει τυπικά σωστά τη δουλειά της, η αλήθεια μπορεί πάντοτε να παραμένει κάτι άπιαστο ή ανεξιχνίαστο. Κι αυτό γιατί η κρίση γίνεται πολύ απλά από ανθρώπους (ένορκους, δικαστές, δεν έχει σημασία) και οι άνθρωποι εξ ορισμού και υποκειμενικοί είναι και επιρρεπείς στα συναισθήματά τους. Και έχει ενδιαφέρον ότι δεν πρόκειται για μια εντυπωσιακή καταγγελία του δικαστικού συστήματος. Κάθε άλλο. Αυτό αντιμετωπίζεται μάλλον με συμπάθεια. Όλα γίνονται τυπικά σωστά κι όχι μόνο αυτό, αλλά οι πάντες (δικαστές, εισαγγελείς, υπεράσπιση, ένορκοι) έχουν τις καλύτερες προθέσεις: Να αποκαλύψουν την αλήθεια. Καμιά "πουστιά", καμιά συναλλαγή κάτω από το τραπέζι, κανένα ανώτερο συμφέρον. Μια καθημερινή επαρχιακή ιστορία μόνο, με καθημερινούς πρωταγωνιστές. Κι όμως SPOILER SPOILER η αλήθεια ακόμα και μετά το τέλος της δίκης είναι, τουλάχιστον, διφορούμενη. Δεν έχει καμιά σημασία αν κέρδιασαν οι "καλοί" (η συμπαθής υπεράσπιση) ή οι "κακοί" (ο πρωτευουσιάνος μεγαλοδικηγόρος κατήγορος). Σημασία έχει ότι στο τέλος, ανεξαρτήτως απόφασης, δεν είμαστε και πολύ σίγουροι για το τι ακριβώς συνέβει και για το αν η απόφαση ήταν τελικά σωστή ΤΕΛΟΣ SPOILER. Άλλωστε ο κατηγορούμενος που υπερασπίζεται ο συμπαθής ήρωας κάθε άλλο παρά συμπαθής είναι.
Έτσι λοιπόν βρίσκω πολλές αρετές στην κλασική αυτή ταινία και οι αντιρρήσεις μου (για τη διάρκειά της κυρίως) είναι μάλλον υποκειμενικές. Κατά βάθος σας τη συνιστώ.

Δευτέρα, Ιουνίου 29, 2009

ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΕΣ (ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΜΕΛΟ) "ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΙΣ"


Οι "Αναχωρήσεις" (Οkuribito, 2008), γιαπωνέζικη ταινία του Yôjirô Takita, είναι το φιλμ που πήρε το Ξενόγλωσσο Όσκαρ του 2008. Πρόκειται για την τρυφερή και συγκινητική ιστορία ενός παντρεμένου νέου που, όταν μένει άνεργος, αποτυγχάνοντας να σταδιοδρομήσει ως τσελίστας, επιστρέφει στην ιδιαίτερη πατρίδα του και αναγκάζεται να βρει δουλειά σε ένα γραφείο που περιποιείται (καθαρίζει, μακιγιάρει, ντύνει)νεκρούς πριν τους αποτεφρώσουν. Το επάγγελμα αυτό δεν είναι ευπρόσδεκτο από τους οικείους του, η αφοσίωση του ήρωα όμως θα αρχίσει βαθμιαία να τους μεταπείθει.
Η ταινία επικεντρώνεται στη φυσική (;) απέχθεια που έχει ο άνθρωπος για τους νεκρούς που, αν το αναλύσει κανείς, είναι ένα κράμα φόβου, αηδίας, στρυθοκαμηλικής άρνησης αυτού που μας περιμένει όλους και ίσως και άλλων στοιχείων. Το φιλμ λοιπόν προσπαθεί - και σε μεγάλο βαθμό το καταφέρνει νομίζω - να μας συμφιλιώσει με την ιδέα του θανάτου και να καταδείξει το συμβολισμό που κρύβει η τελευταία, τρυφερή περιποίηση προς το νεκρό σαν δείγμα αγάπης, συγχώρεσης και κατανόησης γι' αυτόν. Και, επί πλέον, βλέπεται και σαν ένα είδος "ντοκιμαντέρ" για τα παράξενα για μας γιαπωνέζικα ταφικά έθιμα από τους φιλοπερίεργους θεατές.
Ναι, η ταινία είναι γεμάτη θανάτους, νεκρούς, νεκρικές τελετές και θλίψη (που όμως είναι απόλυτα κατανοητή και φυσική και όχι, στις περισότερες περιπτώσεις, μόνιμη). Γι' αυτό ίσως "τρομάξετε" και δεν έχετε καμιά όρεξη να δείτε ένα τέτοιο φιλμ. Ωστόσο ο Takita σπάει την αφήγησή του με λίγο χιούμορ, αν και αυτό που κυριαρχεί βέβαια είναι η συγκίνηση. Που αποτελεί και την αντίρρησή μου, καθώς βρήκα το τέλος ιδιαίτερα υπέρ του δέοντος συναισθηματικό, φτιαχτό, προορισμένο να βρέξει τα μαντήλια κάθε θεατή, δηλαδή σχεδόν μελό. Πράγμα που δεν με εξέπληξε ιδιαίτερα βέβαια, διότι δίχως το (έντονο) στοιχείο της συγκίνησης πολύ σπάνια μια ταινία κατακτά το ξενόγλωσσο Όσκαρ.
Τέλος πάντων, πέρα από τις επί μέρους αντιρρήσεις μου, νομίζω ότι πρόκειται για τρυφερή, ευαίσθητη και καλογυρισμένη ταινία, που θα συγκινήσει τους θεατές.
ΥΓ: Δεν έχω δει άλλη ταινία του Takita, βλέποντας όμως την πλούσια φιλμογραφία του είδα ότι περιλαμβάνει απόλυτα βίαια, ίσως και "άρρωστα" φιλμ. Πώς τώρα από κει φτάνει να κάνει μια τόσο ευαίσθητη ταινία... τι να σας πω. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Ή, αν προτιμάτε, είναι τρελοί αυτοί οι γιαπωνέζοι.

Κυριακή, Ιουνίου 28, 2009

ΟΤΑΝ Η ΜΥΘΙΚΗ ΜΕΔΟΥΣΑ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΓΕΛΙΟ...


Είναι αλήθεια ότι το φανταστικό είναι πολύ σπάνιο στο ελληνικό σινεμά. Δυστυχώς οι λίγες εξαιρέσεις στον παραπάνω κανόνα δεν είναι πάντοτε ευπρόσδεκτες. Έτσι το 1998 ο Γιώργος Λαζόπουλος (δεν έχω ιδέα αν έχει κάποια σχέση με τον γνωστό) επιχείρησε να αντλήσει έμπνευση από την ελληνική μυθολογία φτιάχνοντας ένα σύγχρονο θρίλερ, τη "Μέδουσα". Η ιδέα είναι καλή, γιατί η μυθολογία εμπεριέχει άπειρα παντελώς αναξιοποίητα στοιχεία, που θα μπορούσαν κάλλιστα να χρησιμοποιηθούν σε σύγχρονες ταινίες του φανταστικού. Φοβάμαι ότι η καλή ιδέα είναι και το μόνο καλό που υπάρχει στη "Μέδουσα".
Δεν ξέρω από πού να αρχίσω. Πρόχειρο σενάριο με μεγάλα κενά, κακές ηθοποιίες, παντελώς μη πειστικές αντιδράσεις από τους ήρωες, ψυχολογική αληθοφάνεια μηδέν... είναι τα πρώτα που μου έρχονται στο νου. Και η Ελένη Φιλίνη ως κράχτης σε μικρό σχετικά ρόλο, μπας και πείσουμε κανέναν να δει την ταινία.
Φυσικά πρόκειται για παραλλαγή του μύθου της Μέδουσας, που το πρόσωπό της πετρώνει όποιον το αντικρύζει, όπου διάφορα αγάλματα αντρών, ντυμένα με κανονικά ρούχα, αρχίζουν να κάνουν την εμφάνισή τους στη σύγχρονη Αθήνα. Την υπόθεση αναλαμβάνει ένας ανεκδιήγητος μπάτσος με το ακόμα πιο ανεκδιήγητο τρίο των βοηθών του που τον συνοδεύουν παντού και το γλέντι... συγνώμη, το κυνήγι, ξεκινά. Φυσικά τη λύση θα δώσει ένας αρχηγός συμμορίας που (σύμπτωση) ονομάζεται Περσέας, με αποτέλεσμα το γέλιο να μεταφερθεί και στην ελληνική επαρχία, όπου συνεχίζεται η δράση. Ακόμα και μια σεναριακή ιδέα που βρήκα ενδιαφέρουσα, το ότι το βλέμμα της Μέδουσας πετρώνει μόνο άντρες, ενώ έχει διαφορετική επίδραση σε γυναίκες, μένει μετέωρη και ανολοκλήρωτη.
Νομίζω ότι το φιλμ είναι καλό (άθελά του φυσικά) μόνο για να γελάσουμε λιγάκι σε χαβαλετζίδικη ατμόσφαιρα με φίλους, αν και καλά θα κάνετε να ρίξετε βάρος στο "λιγάκι". Ούτε κανονικό χαβαλέ σου επιτρέπει να κάνεις η διαρκής σοβαροφάνειά του.
Α, και μια απορία: Αφού η Μέδουσα, όπως θα δείτε, υπήρχε και θα υπάρχει ανέκαθεν, τότε πώς η σειρά των "αγαλμάτων" εμφανίζεται στα καλά καθούμενα στη συγκεκριμένη φάση, σα να πρόκειται για έναν σίριαλ κίλερ που ξαφνικά άρχισε τη δράση του; Τα προηγούμενα χρόνια (και τους προηγούμενους αιώνες) δεν υπήρχαν πετρωμένα πτώματα;
Καλή πηγή έμπνευσης η ελληνική μυθολογία για σύγχρονα θρίλερ, ακόμα καλύτερο όμως είναι να ξέρουμε λίγο περισσότερο κινηματογράφο.

Παρασκευή, Ιουνίου 26, 2009

Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ "ΔΕΣΜΩΤΗ ΤΟΥ ΙΛΙΓΓΟΥ"


Δεν νομίζω ότι έχω να προσθέσω πολλά σε ένα αριστούργημα του σινεμά όπως το "Vertigo" ("Δεσμώτης του Ιλίγγου"), που γύρισε το 1958 ο Alfred Hitchcock (1899-1980). Τα πάντα γι' αυτό το φιλμ έχουν, νομίζω, ειπωθεί. Σαν προσωπική μαρτυρία μπορώ μόνο να πω ότι ξαναβλέποντάς το βρήκα ότι κρατά ατόφια τη γοητεία του. Είναι φυσικό κάτι τέτοιο για μια ταινία που συνδυάζει με άψογο τρόπο μια πολύ δυνατή, σπαρακτική ερωτική ιστορία, αμείωτο σασπένς, συνεχείς ανατροπές, ονειρικό κλίμα, πινελιές μεταφυσικής, μια μοιραία γυναίκα, ένα φόνο και δεν ξέρω τι άλλο. Και πίσω απ' όλα αυτά υπάρχει η ψυχαναλυτική ματιά του Χίτσκοκ, που παίζει με τα φετίχ, την ερωτική επιθυμία, τα ψυχικά τραύματα και πλήθος άλλων ψυχαναλυτικών αναφορών.
Όλα αυτά συμβαίνουν στο πανέμορφο σκηνικό του Σαν Φρανσίσκο, όπου ένας αστυνομικός που παραιτείται επειδή πάσχει από υψοφοβία και νοιώθει υπεύθυνος για το θάνατο ενός συναδέλφου του καλείται από έναν παλιό συμμαθητή του να παρακολουθήσει τη γυναίκα του, που μοιάζει να έχει καταληφθεί από το πνεύμα μιας νεκρής. Η αγωνία αρχίζει και η παγίδα κλείνει αριστοτεχνικά γύρω από τον ήρωα.
Έχουν γραφτεί πάρα πολλά για το ψυχολογικό μέρος, όπου ο Χίτσκοκ φαίνεται ότι μιλά για έννοιες όπως ο φετιχισμός, η ψεύτικη εικόνα που πλάθουμε γι΄αυτόν/ην που αγαπάμε, η ανάγκη μας να "φτιάξουμε" το αντικείμενο του πόθου μας όπως ακριβώς το θέλουμε εμείς - αγνοώντας συχνά τις δικές του ανάγκες και επιθυμίες - που δείχνει και μια μανία εξουσίας και επιβολής πάνω στο αγαπημένο πρόσωπο, οι ρόλοι που παίζουμε στη ζωή μας (εδώ πρόκειται κυριολεκτικά για ρόλους που ενσαρκώνει η ηρωίδα) κλπ. Νομίζω ότι είναι εύκολο να βρείτε πλήθος αναλύσεων για όλα αυτά. Εγώ θα περιοριστώ εδώ να επισημάνω την πρωτοτυπία της δομής της ταινίας, καθώς η αριστοτεχνικά στημένη πλεκτάνη αποκαλύπτεται λίγο μετά τη μέση της ταινίας. Και μετά; Τι άλλο μπορεί να γίνει αφού ξέρουμε το δολοφόνο και το τι συνέβει πραγματικά; Εδώ το πάνω χέρι παίρνει η ψυχολογία και η αρρωστημένη και ανατριχιαστική εμμονή του ήρωα να "ξαναφτιάξει" τη γυναίκα των ονείρων του, που γι' αυτόν είναι νεκρή, μέχρι την τελική δυνατή κατάληξη με την απόλυτη επανάληψη ενός σκηνικού που έχουμε ξαναδεί...
Συμφωνώ κι εγώ μαζί με χιλιάδες άλλους ότι πρόκειται για μια απ' τις σημαντικότερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου. Αν δεν το έχετε δει, σπεύσατε.
ΥΓ: Σε ένα από τα θερινά που αγαπώ ιδαίτερα, όπου το είδα, η κόπια ήταν άθλια. Μισοσβησμένα χρώματα, μεγάλες μαύρες περιοχές που δεν διακρίνεις τι περιέχουν, μέχρι που σχεδόν δεν καταλαβαίνεις τι γίνεται στην τελική, αρκετά σκοτεινή σκηνή. Κρίμα.

Τετάρτη, Ιουνίου 24, 2009

ΜΟΝΑΞΙΑ ΚΑΙ ΠΑΘΗ ΓΥΝΑΙΚΩΝ


Ο μεξικανός Guillermo Arriaga είναι ο μόνιμος σεναριογράφος του συμπατριώτη του Ιναρίτου, αλλά και των πολύ καλών "Τριών Ταφών του Μελκιάδες Εστράδα". Τώρα γίνεται για πρώτη φορά και σκηνοθέτης (σε δικό του σενάριο φυσικά) και τα αποτελέσματα του "The Burning Plane" του 2008 ("Τα Σύνορα της Μοναξιάς" στα ελληνικά) με άφησαν απόλυτα ικανοποιημένο.
Όπως και στα άλλα του σενάρια χρησιμοποιεί το σήμα κατατεθέν του: Παράλληλες ιστορίες, άσχετες φαινομενικά, που τελικά όμως δένουν με πρωτότυπους τρόπους. Εδώ, εκτός από τις ιστορίες τριών γυναικών που έχουν πληγωθεί πολύ στη ζωή τους, χρησιμοποιεί και ένα συνεχές μπρος - πίσω στο χρόνο, που ο θεατής καλείται να καταλάβει μόνος του αν κάθε φορά πρόκειται για παρελθόν ή παρόν. Στο τέλος, όπως είπαμε και για τα άλλα φιλμ του, το παζλ δένει (με μια έκπληξη μάλιστα που, επίτηδες, διαφαίνεται από τα μισά περίπου της ταινίας) και τότε, με θαυμαστή ακρίβεια, οι συμπεριφορές, οι αντιδράσεις (ακατανόητες αρχικά μερικές φορές), τα ψυχολογικά τοπία των ηρώων, τα πάντα, εξηγούνται τέλεια. Η μαεστρία του Arriaga είναι δεδομένη και, προσωπικά τουλάχιστον, συγκινήθηκα αρκετά. Οπότε θεωρώ το ντεμπούτο του απόλυτα πετυχημένο. Όταν μάλιστα υποστηρίζεται από τις πολύ καλές ερμηνείες της Σαρλίζ Θερόν, της Κιμ Μπάσινγκερ και της Τζένιφερ Λόρενς.
Στο κέντρο βέβαια του προβληματισμού του βρίσκεται πάντοτε η μοίρα ή, αν θέλετε, "μοίρα", το πώς δηλαδή οι ζωές τυχαίων, παντελώς διαφορετικών μεταξύ τους ανθρώπων, συναντιούνται και αλληλεπιδρούν έντονα, σημαδεύοντάς τους πολλές φορές θετικά ή αρνητικά. Το ερωτικό πάθος είναι βασικός παράγοντας / καταλύτης σ' αυτό, σε καμία περίπτωση όμως δεν είναι ο μοναδικός. Το αρνητικό βέβαια, που πολλοί θα παρατηρήσουν, είναι η επανάληψη του στιλ του εξαιρετικού αυτού σεναριογράφου (τώρα και σκηνοθέτη). Όσοι έχουν δει τα φιλμ που προανέφερα, θα καταλάβουν ότι έχει βρει έναν ευφυέστατο τρόπο, τον οποίο επαναλαμβάνει - σε αρκετά διαφορετικές παραλλαγές ωστόσο. Όταν όμως βρίσκω τα αποτελέσματα τόσο καλά, προσωπικά αυτή η επανάληψη δεν με έχει καθόλου κουράσει (προς το παρόν τουλάχιστον). Όταν μάλιστα η ευαισθησία, η πρωτοτυπία της κάθε "παραλλαγής" και η ψυχολογική εμβάθυνση των ηρώων είναι δεδομένες.
Μη φοβηθείτε το δραματικό του πράγματος. Νομίζω ότι η ταινία θα σας κρατήσει κι ας μην είστε πιθανόν φίλοι των σπαρακτικών δραμάτων.
ΥΓ: Η παραγωγή είναι βέβαια αμερικάνικη, πολλοί συντελεστές όμως (και πολλά γυρίσματα) είναι μεξικανοί. Πράγμα που επιβεβαιώνει (το έχω ξαναγράψει) την μεγάλη ακμή του κινηματογράφου της χώρας αυτής.

Τρίτη, Ιουνίου 23, 2009

Η ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΗΣ BETTY BLUE


Ο γάλλος Jean-Jacques Beineix γύρισε στην καριέρα του μόλις δύο αξιόλογες ταινίες, 2-3 μέτριες και μετά... τον έφαγε η μαρμάγκα. Συμβαίνει καμιά φορά και μας αφήνει να αναρωτιόμαστε τι έγινε το ταλέντο που έδειξε στα δύο αυτά φιλμ, τη "Ντίβα" και το "Betty Blue" του 1986 (37*2 le matin ο πρωτότυπος γαλλικός τίτλος).
Η Betty Blue λοιπόν μας σύστησε την αβάσταχτη σεξουαλικότητα της Μπεατρίς Νταλ (κι αυτή εξαφανίστηκε εκτός από σπάνιες εμφανίσεις), μια σειρά από υπέροχες εικόνες και μουσικές (του Gabriel Υared οι τελευταίες) και μια από τις πιο δυνατές περιπτώσεις "τρελού έρωτα" που πέρασαν ποτέ από την οθόνη.
Αν το καλοσκεφτούμε, η ιστορία είναι πολύ απλή. Σ' όλη τη διάρκεια του φιλμ (είναι κοντά δυόμισι ώρες, σας προειδοποιώ), παρακολουθούμε τον παθιασμένο έρωτα των δύο πρωταγωνιστών, την (ασυνήθιστη, είναι αλήθεια) καθημερινότητά τους, τις δουλειές που αλλάζει εκείνος (που τις νυχτερινές ώρες γράφει επίσης), την υπέροχη τρέλα τους. Είναι σα να είναι και οι δύο μεθυσμένοι από αγάπη, σα να μην ανήκουν στον κόσμο αυτό, σα νά' ναι ο έρωτάς τους τόσο ολοκληρωτικός, ώστε να μη χρειάζονται και να μην τους νοιάζει τίποτα άλλο. Κι έπειτα έρχεται το τραγικο φινάλε - για το οποίο, βέβαια, ο Μπενέξ μας προετοιμάζει σ' όλη σχεδόν τη διάρκεια με μικρές, διακριτικές πινελιές.
Αυτό που θεωρώ σημαντικό είναι ότι παρά την απλή ιστορία και τη μεγάλη διάρκεια δεν βαρέθηκα καθόλου. Πώς το πετυχαίνει αυτό ο σκηνοθέτης; Μα τα μικρά, καθημερινά περιστατικά που φτιάχνουν τη ζωή των δυο τους είναι τόσο φευγάτα, αστεία πολλές φορές, έξυπνα και ασυνήθιστα (ναι, ακριβώς, και ασυνήθιστα και καθημερινά συγχρόνως), ώστε δεν με άφησαν να βαρεθώ. Γενικά η ταινία ισορροπεί ανάμεσα στο δράμα και το χιούμορ και είναι βουτηγμένη σε ένα ποιητικό κλίμα, μια μαγεία θα έλεγε κανείς, που δύσκολα αφήνει ασυγκίνητο τον θεατή.
Αυτο που είναι ξεχωριστό είναι η φωτογραφία και οι εικόνες της. Διαθέτουν μια κρυστάλινη αισθητική, είναι πανέμορφες, τόσο που θυμίζουν μια τεράστια σειρά από καρτ ποστάλ. Όντως πάρα πολλές φορές σκέφτεσαι ότι "αν πάγωνα αυτή την εικόνα, θα είχα μια θαυμάσια φωτογραφία, που θα μπορούσα να κρεμάσω στον τοίχο μου". Ίσως αυτή η "καρτποσταλική" αισθητική κουράσει ή ενοχλήσει μερικούς, που είναι λάτρεις μιας πιο "βρώμικης", "κουνημένης" και καθημερινής εικόνας, ωστόσο αυτή η καθαρότητα και η ομορφιά αποτελούν το σήμα κατατεθέν του φιλμ και την άποψη του σκηνοθέτη, ακόμα και στις μέτριες ταινίες του.
Πέραν όμως από τις τυχόν αντιρρήσεις, νομίζω ότι η Betty Blue θα αποτελεί πάντοτε μια από τις χαρακτηριστικότερες ερωτικές ταινίες, που μιλάνε αποκλειστικά σχεδόν για το πάθος, στην ιστορία του σινεμά.

Κυριακή, Ιουνίου 21, 2009

ΤΟ "BAND WAGON" ΩΣ ΣΥΡΡΑΦΗ ΑΠΟ ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΑ ΝΟΥΜΕΡΑ


To 1953 o Vincente Minelli (1903-1986) γυρίζει το Band Wagon, που θεωρείται ένα από τα κλασικότερα μιούζικαλ όλων των εποχών. Για μια ακόμα φορά η ιστορία περιστρέφεται γύρω από το ίδιο το μιούζικαλ σαν είδος - το θεατρικό όμως, όχι το κινηματογραφικό. Και για μια ακόμα φορά η "υπόθεση" είναι υποτυπώδης: Ο Φρεντ Αστέρ είναι διάσημος, αλλά κάπως παρακμασμένος χορευτής, η Σιντ Τσαρίς νέα και στις δόξες της, οι δυο τους συνεργάζονται σ' ένα καινούριο μιούζικαλ που ανεβαίνει στο Μπρόντγουέι, αρχικά αντιπαθιούνται σφόδρα, στη συνέχεια όμως... ξέρετε.
Ουσιαστικά αυτό που κάνει την ταινία σημαντική είναι ότι ακριβώς επειδή πολύ συχνά βλέπουμε αποσπάσματα από το μιούζικαλ που υποτίθεται ότι θα ανεβάσουν οι δυο σταρ, δίνεται η ευκαιρία να απολαύσουμε κλασικά χορευτικά νούμερα, άσχετα μεταξύ τους, οπότε το όλο πράγμα λειτουργεί κάπως και σαν επιθεώρηση - για να χρησιμοποιήσουμε έναν ελληνικό όρο που έχει κάποια συγγένεια. Έτσι θα θαυμάσουμε τον Αστέρ σε ένα έξαιρετικό νούμερο με έναν μαύρο λούστρο στο σταθμό, θα γελάσουμε με τον ίδιο και άλλο ένα ζεύγος πρωταγωνιστών να παριστάνουν τα... τρίδυμα μωρά και θα απολαύσουμε το περίφημο κομμάτι That's Entertaining στην πρώτη του εμφάνιση. Όσο για τον Minelli, εδώ είναι νομίζω πιο συγκρατημένος στα εκτυφλωτικά χρώματα που χρησιμοποιεί συνήθως και που φέρνουν άλλες ταινίες του στα όρια του κιτς.
Ενδιαφέρον έχει και η αθωότητα με την οποία αντιμετωπίζονται όλα: Οι ηθοποιοί / χορευτές των μιούζικαλ έχουν πλήρη συνείδηση του ότι είναι "απλοί διασκεδαστές", απευθύνονται στον πολύ κόσμο και δεν μπορούν να παίξουν, ας πούμε, Σέξπιρ ή να χορέψουν κλασικό μπαλέτο. Άλλωστε ένα από τα χαρακτηριστικά του φιλμ είναι η σάτιρα του "σοβαρού" θεάτρου, με το βαρύγδουπο ύφος και τις υπερβολές που συχνά το διακρίνει. Αντίθετα πολλές φορές εδώ τονίζεται (και αποτελεί και βασικό στοιχείο του στόρι) ότι "εμείς ανεβάζουμε απλώς μιούζικαλ και θέλουμε να γίνει όσο μεγαλύτερη επιτυχία γίνεται και να βγάλουμε λεφτά". Η ειλικρίνεια είναι αφοπλιστική και η αντιπαράθεση "υψηλής" και "χαμηλής" τέχνης βγάζει συχνά γέλιο.
Αν λοιπόν είστε φίλοι των παλιών μιούζικαλ, η ταινία είναι must. Αν σιχαίνεστε το είδος (και ξέρω πολλούς που το σιχαίνονται) μην περάσετε ούτε απ' έξω.

ΗΛΙΘΙΟΤΗΤΕΣ, ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΑ ΚΑΙ... MISS ΜΕ ΤΟ ΖΟΡΙ


Τυχαίνει καμιά φορά να βαριέσαι και να δεις την πρώτη ταινία που βρίσκεις μπροστά σου. Πέφτεις έτσι σε φιλμ όπως το "Miss με το Ζόρι" (Miss Congeniality) του 2000 του Donald Petrie και αντιλαμβάνεσαι ότι το mainstream Χόλιγουντ μπορεί, όταν το "θέλει", να γίνεται πραγματικά ηλίθιο. Και, πιθανόν, να βγάζει και εκατομμύρια από μπαράζ βλακείας.
Κωμωδία λοιπόν, με τη Σάντρα Μπούλοκ μπατσίνα και, πάνω απ' όλα, αντρογυναίκα με τα όλα της, με σεξουαλικότητα υπό το μηδέν (φαντάζομαι ότι το βράδυ σπίτι της θα βλέπει ματς πίνοντας μπύρα και θα ρεύεται ξύνοντας τ' αχαμνά της), που αναγκάζεται εντός ελάχιστων ημερών να μεταμορφωθεί σε υποψήφια Μις Αμερική και να πάρει μέρος στα καλλιστεία για να αποτρέψει έναν δολοφόνο που απειλεί να χτυπήσει σ' αυτά. Και φυσικά μεταμορφώνεται, φυσικά αποκτά τρόπους και στιλ Μις, φυσικά κατεβάζει το IQ της σε IQ αχινού, όσο δηλαδή διαθέτουν τα υπόλοιπα κορίτσια... και φυσικά η ταινία θέλει να είναι μια σάτιρα του θεσμού των καλλιστείων, αλλά προσωπικά βαρέθηκα του θανατά και ελάχιστα γέλασα.
Προβλέψιμη πλοκή, ακόμα πιο προβλέψιμο τέλος, συσσώρευση καταστάσεων που, πολύ απλά, δεν γίνονται, και κρίμα στον θαυμάσιο Μάικλ Κέιν που χαραμίζεται σε έναν δεύτερο ρόλο που μόνο κακό μπορεί να κάνει στην καριέρα του.
Όσο για το ιδεολογικό μέρος (πάντα κρύβεται κι ένα τέτοιο πίσω από οποιαδήποτε ηλιθιότητα)... άστα να πάνε. Τα στερεότυπα δίνουν και παίρνουν. Οι γυναίκες στο φιλμ χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: Σε αντρογυναίκες με σεξ απίλ τσιμεντοκολώνας (τότε μόνο, απ' όσο συμπέρανα, μπορούν να είναι και έξυπνες και δραστήριες) και σε κότες με πλούσια μεν σωματικά προσόντα, αλλά IQ της ίδιας τσιμεντοκολώνας που λέγαμε πριν. Μάλιστα. Και σα να μην έφταναν όλα, όταν η ηρωίδα θα ανακαλύψει τη γυναίκα που έκρυβε μέσα της όλα αυτά τα χρόνια (θα την ανακαλύψει λόγω της εισόδου της στον χώρο των καλλιστείων φυσικά), θα συμπαθήσει τις υπόλοιπες χαζές υποψήφιες, θα τις αγαπήσει και θα κάνει τα πάντα να τις σώσει (και φυσικά και όλο τον θεσμό μαζί), αφού, κατά βάθος, είναι καλές (και ο θεσμός μαζί τους, υποθέτω) και, τέλος πάντων, είναι κι αυτές άνθρωποι...
Τι να σας πω. Δεν ήξερα ότι μια έξυπνη γυναίκα πρέπει να περάσει τόσες δοκιμασίες για να καταλάβει ότι πρέπει πού και πού να ξυρίζει τα πόδια της...

Παρασκευή, Ιουνίου 19, 2009

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΠΙΤΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ


Φυσικά και είμαστε περίεργοι για το πώς θα τα πάει στην Αμερική ο δικός μας Ντένης Ηλιάδης, που μετά το ελληνικό "Hardcore" που γύρισε, εκληθη από τον Wes Craven να κάνει το ριμέικ της ταινίας του (του 1972) "Last House on the left". Ε, λοιπόν, τα κατάφερε μια χαρά νομίζω. Η ταινία δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις αντίστοιχες αμερικανών σκηνοθετών και μάλιστα είναι νομίζω καλύτερη από πολλά "σπλάτερ για το σπλάτερ" που κυκλοφορούν τα τελευταία χρόνια.
Θα πω αρχικά ότι το φιλμ ανήκει σ' ένα είδος που δεν με ενθουσιάζει ιδιαίτερα: Στο είδος του "ρεαλιστικού" τρόμου που ποντάρει στη βία και την αιματοβαμμένη φρίκη και όχι στην ατμόσφαιρα ή στο αληθινά τρομαχτικό. Εκτός από μερικές εξαιρέσεις (όπως οι δύο πρώτοι αξεπέραστοι "Σχιζοφρενείς Δολοφόνοι με το Πριόνι"), ανήκω κι εγώ στην ομάδα όσων χαρακτηρίζουν τις ταινίες αυτές "gore πορνό". Εδώ ωστόσο βρήκα ότι τα πράγματα είναι αισθητά καλύτερα. Η ιστορία της συμμορίας των κτηνωδών δολοφόνων που βρίσκει κατά λάθος καταφύγιο στο σπίτι των γονιών του πρόσφατου θύματός τους (που αποτελεί μια σπλάτερ διασκευή της "Πηγής των Παρθένων" του Μπέργκμαν) και σχετικά ενδιαφέρον σενάριο έχει και - από ένα σημείο και πέρα - δικαιολογημένη βία διαθέτει. Και έχει και έναν ενδιαφέροντα προβληματισμό πάνω στο θέμα της εκδίκησης και της εναλλαγής των ρόλων θύτη - θύματος. Αν και εδώ βέβαια το σενάριο είναι τέτοιο ώστε ο προβληματισμός πάνω στην εκδίκηση και την αυτοδικία μάλλον ακυρώνονται, με την έννοια ότι οι "φιλήσυχοι" γονείς είναι σχεδόν υποχρεωμένοι να φερθούν όπως φέρονται (παίζεται και η δική τους ζωή). Αφείστε που η ιστορία είναι τόσο ακραία, που μάλλον οποιοσδήποτε στη θέση τους το ίδιο θα έκανε αν μπορούσε. Και μένει μονάχα η τελευταία σκηνή για αληθινό προβληματισμό πάνω στο τι κρύβεται πίσω από τις ήσυχες επιφάνειες της καθημερινότητας...
Αυτό που έχει όμως σημασία είναι ότι το φιλμ είναι καλογυρισμένο και με κράτησε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Ο Ηλιάδης φαίνεται ότι εγκλιματίστηκε αμέσως στο χολιγουντιανό περιβάλλον και τις (τεχνικές κυρίως) απαιτήσεις του και όλα δείχνουν ότι θα πιάσει εκεί. Περιμένω με ενδιαφέρον το επόμενο βήμα του.

Πέμπτη, Ιουνίου 18, 2009

BELISSIMA: ΤΑ ΑΠΑΤΗΛΑ ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΙ Η ΛΑΜΨΗ ΤΟΥ ΣΙΝΕΜΑ


Το "Belissima", που ο Luchino Visconti (1906-1976) γυρίζει το 1951, προσθέτει μια από τις πρώτες (μετά το "Ossessione" και το "Η γη τρέμει") σημαντικές στιγμές στο έργο του. Στα πλαίσια του νεορεαλισμού πάντοτε, πριν βυθιστεί στη χαρακτηριστική μπαρόκ ατμόσφαιρά του, κάνει ένα τρυφερό δράμα που ισορροπεί ανάμεσα στην τραγωδία και το χιούμορ, την καθημερινότητα και το όνειρο, τον κόσμο των φτωχών και τη λαμπερή Τσινετσιτά, τη μεγάλη δηλαδή ιταλική κινηματογραφική βιομηχανία της εποχής. Ταυτόχρονα κάνει μια από τις πρώιμες ταινίες που αναφέρονται στο ίδιο το σινεμά και την απατηλή λάμψη του. Και επίσης δίνει την ευκαιρία στην Άννα Μανιάνι να μας χαρίσει μια από τις χαρακτηριστικότερες ερμηνείες της.
Μια φτωχή μάνα, μαγεμένη από τη λάμψη του κόσμου του κινηματογράφου, θέλει πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο να δει την πεντάχρονη κόρη της σταρ του σινεμά, καθώς ένας γνωστός σκηνοθέτης ψάχνει το κατάλληλο κοριτσάκι για την καινούρια ταινία του. Η επιθυμία της γίνεται σχεδόν εμμονή και αρχίζει να θυσιάζει τα πάντα, ακόμα και την οικογενειακή της ευτυχία, για να πετύχει τον στόχο της. Τελικά, όταν καταλαβαίνει την ψευτιά που τη περιβάλλει, καταλήγει να κάνει την δική της επανάσταση.
Η ταινία, σπαρακτική σε πολλά σημεία της (αν και σπάει από πινελιές χιούμορ), μας δίνει ανάγλυφα το ψέμα που κυριαρχεί στο σινεμά, τους ανταγωνισμούς, την εκμετάλλευση, τις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους του. Κυρίως όμως δείχνει την καταστροφική συχνά επίδραση πάνω σε απλοϊκούς ανθρώπους, που σχεδόν πιστεύουν όσα βλέπουν στο πανί και (ακόμα χειρότερα) θέλουν πάσει θυσία να μπουν οι ίδιοι σ' αυτόν το λαμπερό κόσμο, που, μέσα στην αφέλειά τους, θεωρούν κάτι σαν επίγειο παράδεισο.
Ταυτόχρονα βλέπουμε (όπως σε όλα τα νεορεαλιστικά φιλμ) μια μεταπολεμική Ιταλία (που θυμίζει και την Ελλάδα της εποχής) βυθισμένη στη φτώχεια και την ανέχεια, με οικογενειακές και άλλες σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους πολύ διαφορετικές από τις σημερινές. Και βέβαια, για μια ακόμα φορά, οι ομοιότητες ιταλών και ελλήνων είναι εμφανείς. Όσο για τον βασικό χαρακτήρα, αυτόν της Μανιάνι, είναι αντιφατικός: Συμπαθητικός και απωθητικός ταυτόχρονα, αφελής και καταπιεστικός, κουτοπόνηρος αλλά και ανθρώπινος, σε κάθε περίπτωση όμως γεμάτος πάθος.
Ασπρόμαυρο σινεμά άλλων εποχών, που πάλλεται από ζωή, ενδιαφέρει όμως κυρίως ένα σινεφίλ κοινό. Δύσκολα θα το έβλεπε κάποιος εθισμένος στο σύγχρονο (αμερικάνικο κυρίως) σινεμά. Κρίμα.

Κυριακή, Ιουνίου 14, 2009

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΤΩΝ ΓΙΑ 4η ΦΟΡΑ


Το ότι γυρίστηκε και 4ος "Εξολοθρευτής" δείχνει εξ ορισμού την έλλειψη έμπνευσης και πρωτοτυπίας που μαστίζει το Χόλιγουντ. Το να καταφεύγουμε σε "σειρές" είναι φυσικά η εύκολη λύση.
Το "Terminator: Salvation" ("Εξολοθρευτής: Η Σωτηρία") τώρα του McG (αλήθεια, έτσι υπογράφει, δεν φταίω εγώ, και έχει στο ενεργητικό του τους 2 ανεκδιήγητους "Άγγελους του Τσάρλι"), αν μη τι άλλο είναι χορταστικότατο. Ως μια πολεμική περιπέτεια του μέλλοντος δηλαδή, όπου από την αρχή μέχρι το τέλος γίνεται χαμός. Κυνηγητά, εκρήξεις, μάχες σώμα με σώμα και όχι μόνο, αεροπλάνα, μοτοσικλέτες, απ' όλα έχει ο μπαχτσές και ο πόλεμος ανθρώπων - μηχανών καλά κρατεί. Έχει και νευρική σκηνοθεσία, οπότε, αν μπορεί κανείς να αντέξει τόση βαβούρα, νομίζω ότι κρατά άνετα τον θεατή. Και έχει επίσης και κάποια σεναριακή πλοκή. Στο πρώτο μισάωρο ήμουν έξαλλος με τις ταρζανιές του ήρωα που τα κάνει όλα και συμφέρει (δεν θα σας πω ακριβώς ποιου ήρωα), στη συνέχεια όμως αυτό εξηγήθηκε και μάλιστα πάνω σ' αυτή την εξήγηση (προβλέψιμη βεβαίως) βασίστηκε όλο το φιλμ, οπότε όλα καλά. Στο τέλος βέβαια το βρήκα αφόρητα μελό, αλλά τι να κάνουμε; Ξέρουμε υποθέτω τι πάμε να δούμε, δεν θα κολλήσουμε εκεί.
Εξ άλλου βρήκα το ζοφερό, μετακαταστροφικό κλίμα πετυχημένο, είπαμε για τη νευρική, βιντεοκλιπάδικη και επιδεικτική σκηνοθεσία (η οποία, ξαναλέω, κρατά τον θεατή), συν την ιδέα των δύο ουσιαστικά πρωταγωνιστών, οπότε έχουμε ένα εξασφαλισμένο ψυχαγωγικό δίωρο. Αν φυσικά ψυχαγωγείστε με μια non-stop δράση από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Στη συνέχεια, υποθέτω, θα το ξεχάσουμε και θα περιμένουμε να βγει ο επόμενος, που πιθανόν θα έχει ακόμα καλύτερα εφφέ.
Περιττό να σας πω βέβαια ότι σαφώς προτιμώ πάντα τον πρώτο "Εξολοθρευτή" του Κάμερον, με τον συνδυασμό δράσης και εξαιρετικής σεναριακής ιδέας. Τα υπόλοιπα, όσο καλοφτιαγμένα και να'ναι, δεν παύουν να είναι το νο 3, 4 κ.ο.κ.

Παρασκευή, Ιουνίου 12, 2009

ΤΟΜΑΣ ΚΡΑΟΥΝ: ΛΗΣΤΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΣΤΙΛ


Πολλοί μπορεί να θεωρήσουν την "Υπόθεση Τόμας Κράουν" (1968) του Norman Jewison ξεπερασμένη ή/και κάπως βαρετή σήμερα. Κανείς όμως δεν μπορεί νομίζω να αρνηθεί το άψογο στιλ της. Δηλαδή, για να είμαστε ακριβείς, πιστεύω ότι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, πρόκειται για μια ταινία που αποθεώνει το στιλ.
Ο Τόμας Κράουν είναι εκατομμυριούχος, αλλά το "χόμπι" του είναι να οργανώνει πανέξυπνες, άπιαστες ληστείες τραπεζών. Γιατί το κάνει αφού είναι ήδη εκατομμυριούχος από άλλες, νόμιμες μπίζνες; Η Βίκι είναι ερευνήτρια ασφαλιστικής εταιρίας. Αντιλαμβάνεται ότι εκείνος κρύβεται πίσω από μια εντυπωσιακή ληστεία, τον πλησιάζει, προσπαθεί να τον παγιδεύσει, ταυτόχρονα όμως έλκεται απ' αυτόν. Ο Στιβ Μακ Κουίν και η Φέι Ντάναγουέι βρίσκονται στην ακμή τους και κάνουν ένα από τα διασημότερα ζευγάρια της ιστορίας του σινεμά. Και γύρω τους τα ρούχα, τα ακριβά αυτοκίνητα, τα ακριβά πούρα, τα εσωτερικά των πολυτελών σπιτιών, τα "extreme σπορ" του εκκεντρικού εκατομμυριούχου, όλα συνεισφέρουν στη δημιουργία του χλιδάτου κλίματος που επικρατεί από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή.
Σήμερα βέβαια έχουμε δει στην οθόνη χιλιάδες ληστείες, με όλους τους πιθανούς και απίθανους τρόπους και όλα αυτά ίσως κάτι να μας θυμίζουν. Υπάρχει όμως η μοντέρνα (για την εποχή τουλάχιστον) σκηνοθεσία του Τζούισον, με τη συχνή χρήση της χωρισμένης σε μέρη οθόνης ώστε να παρακολουθούμε ταυτόχρονες δράσεις και υπάρχουν και δύο κλασικές σκηνές: Η αρχική της ληστείας και αυτή όπου οι δύο πρωταγωνιστές παίζουν μια παρτίδα σκάκι γεμάτη σεξουαλικά υπονοούμενα, καθώς και το περίφημο τραγούδι των τίτλων "The Windmills o your mind" του Μισέλ Λεγκράν. Επισημαίνω πάντως ότι για να απολαύσουμε σήμερα το φιλμ πρέπει να θυμόμαστε συχνά και την ηλικία του.
Και να έχουμε υπ' όψη μας ότι ουσιαστικά πρόκειται για ένα φιλμ που περιγράφει τον παράδοξο χαρακτήρα του ομώνυμου ήρωα. Που για να τον κατανοήσουμε πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας την ατάκα που λέει κάποια στιγμη: "Δεν είναι θέμα χρημάτων. Έχει να κάνει μ' εμένα και το σύστημα".
Πώς και γιατί τώρα εναντιώνεται στο σύστημα ένας ήδη εκατομμυριούχος μπίζνεσμαν, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Αλλά είπαμε: Πρόκειται για ένα πέρα για πέρα εκκεντρικό χαρακτήρα.

Πέμπτη, Ιουνίου 11, 2009

ΤΣΙΟΥ Ή ΟΙ ΕΘΙΣΜΟΙ ΕΧΟΥΝ ΚΑΙ ΕΥΘΥΜΕΣ ΠΛΕΥΡΕΣ


Η δεύτερη ταινία που βλέπει ένα τραγικό θέμα από την εύθυμη πλευρά του, εντελώς διαφορετική σίγουρα από την προηγούμενη, είναι το ελληνικό "Τσίου" του 2005 του Μάκη Παπαδημητράτου, η οποία είναι και μια από τις σχετικά λίγες πρόσφατες ελληνικές ταινίες που μ' αρέσουν.
Το θέμα - ταμπού εδώ είναι η ηρωίνη, ο εθισμός σ' αυτήν και η μίζερη ζωή των πρεζονιών. Φυσικά και πρόκειται για σοβαρότατο θέμα (δυστυχία, εγκληματικότητα. εξάρτηση), φυσικά και αποτελεί παγκόσμιο κοινωνικό πρόβλημα, φυσικά και οι άνθρωποι αυτοί είναι περισσότερο άρρωστοι παρά οτιδήποτε άλλο... Να όμως που μπορεί ένας δημιουργός με έμπνευση να χτυπήσει την αστεία φλέβα σ' όλα αυτά.
Ο Τσίου είναι ένα πρεζόνι που ξεμένει από ηρωίνη δεκαπενταύγουστο στην έρημη Αθήνα και κάνει τα πάντα για να βρει τη δόση του. Η μέρα όμως είναι κάτι παραπάνω από δύσκολη, όλες οι άκρες του την έχουν κάνει από την πόλη και η ανάγκη του αυξάνεται ώρα με την ώρα. Έτσι κινητοποιεί την αδελφή του, που με τη σειρά της "χώνει" τον σύζυγό της, αυτός πάλι τους... κλπ. κλπ. κι έτσι ένας ολόκληρος κύκλος (φαύλος μάλλον) υπόγειων τύπων αρχίζει να κινείται, έως ότου, μέσα από σπαρταριστές καταστάσεις, καταλήγει στον ίδιο τον Τσίου. Από το φιλμ, που διαθέτει το σπάνιο για ελληνική ταινία χάρισμα του ρυθμού, παρελαύνουν ένα πλήθος από απίστευτους, αλλοπρόσαλλους και ετερόκλητους τύπους, το μόνο κοινό των οποίων είναι η ενασχόλησή τους (με διάφορους τρόπους) με ουσίες. Καθώς επίσης παρελαύνουν και οι ίδιες οι διάφορες ουσίες, ή μάλλον οι διαφορετική ψυχοσύνθεση και στιλ των (εξαρτημένων) χρηστών της κάθε μιας. Και όλα αυτά σε ένα άκρως διασκεδαστικό "περιτύλιγμα", που διερευνά έναν άγνωστο στους περισσότερους μικρόκοσμο που περιστρέφεται αενάως γύρω απ' αυτές.
Και ερχόμαστε έτσι στις αρχικές αντιρρήσεις που "ενστικτωδώς" θα εκφράσουν οι περισσότεροι: "Μα καλά, είναι δυνατόν να κάνεις πλάκα με ένα τόσο σοβαρό, τραγικό μάλλον, θέμα;" Κι εδώ έρχεται αυτό που είχα γράψει κάπου αλλού: "Εξαρτάται από τον τρόπο που το κάνεις, από την ευσαισθησία σου, από την άποψή σου γι' αυτό". Αυτό που ελάχιστοι, φοβάμαι, κατανοούν είναι ότι όταν διακωμωδείς, σατιρίζεις, παρωδείς κάτι, δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι το απαξιώνεις, το μισείς. Μπορεί και να το κατανοείς απόλυτα, να είσαι ευαισθητοποιημένος σ' αυτό, να αγωνιάς κι εσύ για μια λύση. Τι εννοώ; Είδατε την ταινία. Διασκεδάσατε (πιστεύω), γιατί συν τοις άλλοις διαθέτει και έξυπνο και ευρηματικό σενάριο, πράγμα ακόμα πιο σπάνιο για ελληνικό φιλμ. ΟΚ. Κι έπειτα, μετά την πρώτη πλάκα, αρχίζετε να συνειδητοποιείτε τι είδατε, και, πολύ απλά, αντιλαμβάνεστε ότι σε όλη τη διάρκεια ο ήρωας περιφέρεται ιδρωμένος στους δρόμους με αυξανόμενη αγωνία, περιμένει με ις ώρες σε άθλια μέρη, και, τέλος πάντων, δεν κάνει τίποτα απολύτως άλλο στη ζωή του από να ψάχνει απεγνωσμένα τη δόση του. Τίποτα άλλο απολύτως. Από το πρωί μέχρι τη νύχτα. Δεν υπάρχει χρόνος για διασκέδαση, για έρωτα, για δημιουργικότητα, για φιλίες, για άραγμα (οι διακοπές ή τα ταξίδια είναι επιστημονική φαντασία). Ούτε καν για μπάνιο στο σπίτι. Και, παγωμένος, αναρωτιέσαι: "Μα είναι ζωή αυτό το πράγμα;" Και καταλαβαίνεις ότι όσα είδες είναι αστεία, αλλά περισσότερο από αστεία είναι τραγικά. Ή, αν θέλετε, ότι μέσα από μια εξαιρετικά διασκεδαστική καταγραφή της κατάστασης ο σκηνοθέτης κατάφερε να σου περάσει ύπουλα, δίχως καθόλου να μαυρίσει την ψυχή σου, όλη τη μιζέρια, τη μοναξιά, τη φρίκη του πράγματος. Αυτό, εγώ τουλάχιστον, το θεωρώ επίτευγμα.

Τετάρτη, Ιουνίου 10, 2009

ΤΙ ΕΚΑΝΑ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ; ΟΧΙ ΤΟΝ ΗΡΩΑ, ΠΑΝΤΩΣ...


Υπάρχουν ταινίες (και όχι μόνο), που βασικό τους χαρακτηριστικό είναι ότι παίρνουν ένα πολύ σοβαρό, ακόμα και τραγικό, θέμα και το βλέπουν από την εύθυμη πλευρά του, το μετατρέπουν δηλαδή σε κωμωδία. Σε πρώτη ματιά ακούγεται ιερόσυλο, στην πραγματικότητα όμως εξαρτάται από το πώς το κάνεις, τι ακριβώς κάνεις... από την ίδια την ταινία τέλος πάντων. Με δύο τέτοια φιλμ, εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, θα ασχοληθώ σ' αυτό και στο επόμενο post.
Το "Τι έκανες στον πόλεμο, μπαμπά;" του Blake Edwards (1922-2010) γυρίστηκε το 1966 και καλά θα κάνετε να έχετε διαρκώς στο μυαλό σας την ηλικία του όσο το βλέπετε. Εδώ το "ιερό" που θίγεται είναι ο πόλεμος και οι συνυφασμένες μ' αυτόν έννοιες του ηρωισμού, της στρατιωτικής πειθαρχίας και ιεραρχίας, της "πατριωτικής τιμής" και άλλα τέτοια που μέχρι σήμερα έχουν κοστίσει πάμπολλα εκατομμύρια ζωές στην ανθρωπότητα.
Μια αμερικάνικη μονάδα - μπάχαλο, που ο φαντάρος αποκαλεί τον διοικητή του "Sweet Heart", μπαίνει για να καταλάβει ένα ιταλικό χωριό. Στις τάξεις της ιταλικής μονάδας που το "υπερασπίζει" (ντόπιοι ως επί το πλείστον) επικρατεί το ίδιο ακριβώς μπάχαλο. Το τελευταίο πράγμα που θέλουν αμφότερες οι πλευρές είναι να πέσει έστω και μια σφαλιάρα και η παράδοση του χωριού κανονίζεται με ένα τρικούβερτο γλέντι ανάμεσα σε αμερικάνους και ιταλούς, όπου άπαντες γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια στρατιωτική τιμή, ιεραρχία και άλλες τέτοιες μπούρδες. Όλο το γέλιο βγαίνει από τον στρατόκαυλο νέο αμερικάνο διοικητή, τα πράγματα όμως σοβαρεύουν πραγματικά όταν καταφτάνουν οι γερμανοί και καταλαμβάνουν το τρισευτυχισμένο χωριό.
Απόλυτα αντιπολεμική ταινία, σαρκάζει όσο δεν παίρνει οτιδήποτε έχει να κάνει με το στρατό και τη λογική του και μοιάζει να υλοποιεί το γνωστό χίππικο σύνθημα των 60ς "Κάντε έρωτα, όχι πόλεμο". Όπως παρατηρεί μάλιστα το "Αθηνόραμα", αυτό γίνεται ακόμα πιο τολμηρό αν σκεφτεί κανείς ότι το Βιετνάμ μόλις άρχιζε για τους αμερικάνους την εποχή εκείνη και η ανοιχτή αμφισβήτηση προς αυτό δεν είχε ακόμα ξεσπάσει. Δεν θα με παραξένευε καθόλου μάλιστα αν το φιλμ αυτό ήταν μια από τις πηγές έμπνευσης του μεταγενέστερου και καυστικότερου "MASH" του Altman.
Αυτά όσον αφορά τις άριστες προθέσεις. Όσον αφορά την ίδια την ταινία όμως, μπορώ να πω ότι με ικανοποίησε μόνο μερικά. Συγκεκριμένα βρήκα απολαυστικότατο, θρασύτατο, τολμηρό και ανατρεπτικό το πρώτο μέρος, αυτό με τους ιταλούς, τους αμερικάνους και τον δυσκοίλιο διοικητή τους, όπου η πλάκα αποκορυφώνεται με την εικονική μάχη που δίνουν οι δύο πλευρές. Στο δεύτερο όμως, από την εμφάνιση των γερμανών και μετά, φοβάμαι ότι το χιούμορ χοντραίνει και η ταινία μετατρέπεται σε φαρσοκωμωδία με αλλοπρόσαλλο και χαοτικό σενάριο και η αληθινά ανατρεπτική διάθεση της αρχής γίνεται "χαβαλές για τον χαβαλέ". Ωστόσο και εκεί βρήκα μερικές πολύ αστείες στιγμές, μεμονωμένες όμως. Επίσης καλό είναι να προσέξετε πόσο το δεύτερο αυτό μέρος έχει αντιγραφεί ("εμπνεύσει" για να το πω πιο ευγενικά) διάφορες ελληνικές κωμωδίες της Φίνος Φιλμ, απ' αυτές που δείχνει και ξαναδείχνει η τηλεόραση.
Συνολικά πάντως, παρά το ότι το βρήκα άνισο, νομίζω ότι αξίζει να το δει κανείς. Ιδιαίτερα σε θερινό σινεμαδάκι, όπου είναι ό,τι πρέπει, και ακόμα πιο ιδιαίτερα αν έχει μπουχτίσει με τους "Ράμπους" και τους "Εξολοθρευτές" από 3 και πάνω, και την διάχυτη γύρω μας, κυριολεκτικά και μεταφορικά, στρατοκαυλίαση και "επιστροφή στις καλές, παλιές αξίες" που επικρατεί τον τελευταίο καιρό.

Δευτέρα, Ιουνίου 08, 2009

Η CORALINE ΚΑΙ Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ


H "Coraline" (2009), μια ταινία κινουμένων σχεδίων για μεγάλους του εξαιρετικού Henry Selick, βασίζεται σε βιβλίο του Νιλ Γκάιμαν (του δημιουργού του Sandman) και αυτό και μόνο θα ήταν λόγος να σπεύσω. Πολύ περισσότερο το ότι τη βρήκα μια θαυμάσια εικαστικά και πολύ ενδιαφέρουσα θεματικά δουλειά, που στην ουσία μιλά για την ενηλικίωση και τις αγωνίες της.
Οι γονείς της Κοραλάιν είναι βαρετοί και δεν της δίνουν τη δέουσα προσοχή. Όταν μετακομίζουν στο καινούριο τους σπίτι, οι γείτονες είναι αλλόκοτοι (τουλάχιστον). Ο καινούριος κόσμος που ανακαλύπτει μέσα από μια μυστική πόρτα είναι αντίγραφο του δικού της, αλλά πολύ πιο ενδιαφέρων. Πλην όμως έχει το τίμημά του...
Πριν απ' όλα να έχετε υπ' όψιν σας ότι, αν και κινούμενο σχέδιο, δεν είναι μια παιδική ταινία (όχι ακριβώς τουλάχιστον). Παίζει πολύ με τη σκοτεινή όψη των πραγμάτων, με το αλλόκοτο, με τον τρόμο πολλές φορές για να είναι παιδική (και μόνο η βασική ιδέα με τα ραμμένα στα μάτια κουμπιά είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Υπάρχει το θέμα της ενηλικίωσης, η αποδοχή του διαφορετικού (στο πρόσωπο του μικρού αγοριού - φίλου της ηρωίδας), η επισήμανση ότι "ό,τι γυαλίζει δεν είναι χρυσός" και διάφορες άλλες ιδέες που καλείστε να ανακαλύψετε. Κι όσο για την οικογένεια... Η ματιά της σ' αυτή είναι σαρκαστική. Από τη μια η καθημερινότητα και η βαρεμάρα (ίσως και η απόρριψη), από την άλλη ο υπερπροστατευτισμός και η υπερβολική αγάπη, αλλά με εφιαλτικό τίμημα. Διαλέγετε και παίρνετε. Στη δεύτερη περίπτωση, θέλει πιθανόν να μας πει το φιλμ, το χάσιμο της ανεξαρτησίας, το να γίνεις ένα άβουλο όργανο, ίσως είναι πολύ χειρότερο.
Όλα αυτά βέβαια είναι δικές μου εκτιμήσεις. Μπορείτε να τα ξεχάσετε αν θέλετε και να απολαύσετε απλώς ένα ενδιαφέρον, ιδιάιτερα σκοτεινό παραμύθι, πολύ όμορφο εικαστικά (αρκετά κοντά στο "Χριστουγεννιάτικο Εφιάλτη" ή τη "Νεκρή Νύφη"), που διαθέτει κατά τη γνώμη μου μια ιδιαίερη ποιότητα, αρκετά μακριά από τα απλώς γιαλιστερά καρτούν της Ντίσνεϊ. Ξανασκεφτείτε το όμως πριν πάρετε μαζί και τα παιδιά σας...

Κυριακή, Ιουνίου 07, 2009

"ΚΑΚΟ ΑΙΜΑ", ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΣΜΟΙ


Το "Mauvais Sang" ("The night is young" ο αγγλικός τίτλος - δεν αλλάζουμε μόνο εμείς τους τίτλους, βλέπετε) είναι η δέυτερη μεγάλου μήκους ταινία του Leos Carax του 1986. Αυτή τη φορά είναι έγχρωμη, τη θεωρώ καλύτερη από το "Boy meet girl", αλλά η αντιπάθειά μου για τον γάλλο δημιουργό φοβάμαι ότι παραμένει.
Ο Carax μπλέκει εδώ το νουάρ, τον έρωτα, την φρέσκια ακόμα τότε απειλή του AIDS, την ποίηση και κάποια στοιχεία επιστημονικής φαντασίας. Κι υπάρχει και μια νεότατη Ζιλιέτ Μπινός στις ομορφιές της: Δυο ηλικιωμένοι κακοποιοί προσλαμβάνουν ένα νεαρό με γρήγορα χέρια, που μόλις έχει εγκαταλείψει την ερωμένη του, για να κλέψει από μια εταιρία έναν ορό που θα θεραπεύσει μια νέα παγκοσμίων διαστάσεων ασθένεια, που έχει να κάνει με το αίμα (η αναφορά στο AIDS, αν και το τελευταίο δεν αναφέρεται, είναι σαφής). Όμως ο νεαρός ερωτεύεται τη νεαρή κοπέλα του ενός κακοποιού.
Πάνω από την ιστορία, το σενάριο, που αναπτύσεται εντελώς ελλειπτικά και σχηματικά, ο Carax βάζει την ποίηση, λεκτική και οπτική, τον πειραματισμό και τα παιχνίδια της εικόνας. Πράγματι υπάρχουν στην ταινία μερικές σκηνές ή πλάνα που τα βρήκα πολύ όμορφα, ορισμένες πολύ καλές ιδέες, κάποια έξυπνα παιχνίδια. Συνολικά όμως για μια ακόμα φορά κουράστηκα και βρήκα μάλλον ενοχλητικό όλο αυτό το ποιητικό στοιχείο, που ουκ ολίγες φορές θεώρησα ότι είναι βερμπαλιστικό και ότι κλίνει περισσότερο προς την αμπελοφιλοσοφία. Και για μια ακόμα φορά επίσης, ο πρώιμος Γκοντάρ της δεκαετίας του 60 είναι πανταχού παρόν - πρέπει να είναι η βασική επιροή του Carax - μόνο που αυτός (ο Γκοντάρ εννοώ) το έκανε κατά τη γνώμη μου πολύ καλύτερα. Σίγουρα η ευαισθησία περισσεύει, οι αλλόκοτες εικόνες και καταστάσεις είναι συχνές, πίσω όμως απ' όλα αυτά παραμονεύει επικίνδυνα η βαρεμάρα και το άνευ λόγου. Και ώρες ώρες βρήκα τον βαθύτατο ρομαντισμό του σκηνοθέτη αβάσταχτα κουραστικό και στριφνό.
Ξέρω ότι πολλοί σινεφίλ αγαπούν πολύ τον Carax και το ποιητικό σινεμά του. Το Mauvais Sang μάλιστα θεωρείται από αρκετούς η καλύτερη ταινία του (προανέφερα ότι κι εγω τη βρήκα καλύτερη από την πρώτη του). Ωστόσο φοβάμαι ότι δεν συγκαταλέγομαι στους θαυμαστές του. Πάνω από οτιδήποτε άλλο τον θεωρώ φλύαρο και επιδειξιομανή και προτιμώ σαφώς άλλους πειραματιστές σκηνοθέτες.
ΥΓ: Κι ένα απόλυτα cult στοιχείο της ταινίας: Σ' έναν χαρακτηριστικό ρόλο παίζει ο μεγάλος δημιουργός κόμικς Hugo Pratt, ο δημιουργός, μεταξύ άλλων, του Corto Maltese.