Τετάρτη, Ιανουαρίου 28, 2009

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ, "ΚΑΤΑΣΚΟΠΙΑ" ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ


Πώς η προσωπική ζωή μπλέκεται αξεδιάλυτα με την επιστημονική έρευνα; Πόσο ηθική επικρατεί στην τελευταία και πόσο ακέραιοι είναι οι πιο προχωρημένοι ερευνητές - επιστήμονες; Και πώς λειτουργούν όλα αυτά κάτω από τη σκιά της τρέχουσας παράνοιας σχετικά με την τρομοκρατία σε μια δημοκρατική, δυτική κοινωνία; Πολύ ενδιαφέροντα ερωτήματα, που προσπαθεί να διερευνήσει ο Benjamin Heisenberg στον "Κατάσκοπο υπό αίρεση" (Schlafer) του 2005 και άλλο ένα δείγμα σύγχρονου γερμανικού σινεμά.
Η ταινία ψυχογραφεί έναν νεαρό, ταλαντούχο επιστήμονα - ερευνητή, που δέχεται να γίνει χαφιές της αστυνομίας καρφώνοντάς τους όσα ξέρει για έναν συνάδελφο και φίλο ιρανικής καταγωγής. Η αρχική απέχθεια για τους μπάτσους και το ρόλο που θέλουν να του ετοιμάσουν δίνει τη θέση της στην αποδοχή όταν εμπλέκεται το προσωπικό (ερωτικό για την ακρίβεια) στοιχείο. Όταν δηλαδή ο ιρανος φίλος κερδίζει την κοπέλα που ποθεί ο ήρωας και, σα να μην έφτανε αυτό, διαπρέπει περισσότερο απ' αυτόν στην έρευνα. Από εκεί και πέρα ο ηθικός κατήφορος του πρωταγωνιστή γίνεται ολισθηρότερος.
Ταινία που παίζει με τις ψυχολογίες των χαρακτήρων, δίχως όμως να αγιοποιεί κάποιον απ' αυτούς. Ταυτόχρονα μιλά για έναν υπόγειο φασισμό που έρπει στα θεμέλια μιας δημοκρατικής κατά τα άλλα κοινωνίας, αλλά και για τα ηθικά όρια και τα συναδελφικά μαχαιρώματα σε έναν υπεράνω, υποτίθεται, όλων αυτών χώρο: Αυτόν της προωθημένης επιστημονικής έρευνας. Και, τελικά, για την σχέση προσωπικού - κοινωνικού.
Ενδιαφέρον σαν θέμα, αλλά το βρήκα αρκετά αργό, κάπως κουραστικό και σε καμιά περίπτωση αριστούργημα, δίχως όμως να είναι και αδιάφορο. Ωστόσο πιστοποιεί για μια ακόμα φορά ότι το νέο γερμανικό σινεμά αν μη τι άλλο ασχολείται με καυτά θέματα, έστω κι αν τα αποτελέσματα δεν είναι πάντοτε εφάμιλλα των "Ζωών των Άλλων" (για να θυμηθούμε ένα λαμπρό παράδειγμα).

Τρίτη, Ιανουαρίου 27, 2009

ΟΛΑ ΠΑΝΕ ΣΤΡΑΒΑ ΣΤΟ "ΓΑΛΑΚΤΟΔΑΣΟΣ"


Το "Γαλακτόδασος" (Milchwald, 2003) είναι η πρώτη ταινία του Christoph Hochhäusler και αποτελεί ένα από τα δείγματα του νέου γερμανικού σινεμά. Η πρόθεση του νέου σκηνοθέτη είναι ενδιαφέρουσα. Αφηγείται τις περιπέτειες και τις περιπλανήσεις δύο παιδιών (που είναι αδέλφια) που εγκαταλείπονται για λίγο από τη θετή μητέρα τους στην Πολωνία. Όταν όμως εκείνη επιστρέφει για να τα πάρει, αυτά έχουν ήδη χαθεί. Η πλοκή στη συνέχεια γίνεται όλο και πιο αγχωτική - παρά το ότι δεν τη βρήκα γυρισμένη με ιδιαίτερο νεύρο, ώστε να κορυφώσει αυτή την αγχωτική ατμόσφαιρα.
Ο δημιουργός θέλει να μεταφέρει (όπως ο ίδιος δηλώνει) την ιστορία του Χανς και της Γκρέτελ, που χάνονται στο δάσος, στη σύγχρονη εποχή, δίχως όμως όπως στο παραμύθι (και σε κάθε παραμύθι) να υπεισέρχεται το φανταστικό στοιχείο. Αντίθετα, όσα συμβαίνουν εδώ είναι απόλυτα ρεαλιστικά.
Η ταινία λειτουργεί σαν παραβολή πάνω στη βίαιη ενηλικίωση, την άγρια δηλαδή είσοδο των δυο παιδιών στον κόσμο των μεγάλων. Ταυτόχρονα μια σειρά συμπτώσεων και όχι μόνο (τόσο η "μοίρα" όσο και η ανθρώπινη παρέμβαση) συντελούν στη διαρκή απομάκρυνση της δυνατότητας επιστροφής στους γονείς, ενώ το διφορούμενο τέλος παραμένει ανοιχτό σε αναγνώσεις - αν και εγώ το ερμήνευσα ως απαισιόδοξο. Το ενδιαφέρον στο φιλμ είναι ότι δεν υπάρχουν ξεκάθαροι "καλοί" και "κακοί". Όλοι οι ήρωες είναι διφορούμενες προσωπικότητες, που ταλαντεύονται ανάμεσα στους δύο αυτούς μονοδιάστατους χαρακτηρισμούς. Ακόμα και τα ίδια τα παιδιά-θύματα δεν έχουν ξεκάθαρο θετικό ή αρνητικό χαρακτήρα - και κυρίως το κορίτσι, που είναι και μεγαλύτερο και που δεν μοιάζει αθώο ούτε δίνει στο θεατή την βολική ευκολία να το συμπαθήσει ιδιαίτερα. Πάντως βρήκα και κάποιες σεναριακές απιθανότητες σε μια ταινία που η γραφή της είναι απόλυτα ρεαλιστική - παρά το ότι πολλοί θα αντικρούσουν ότι δεν είναι ο ρεαλισμός της πλοκής αυτό που προέχει και κατά βάθος θα έχουν δίκιο.
Αρκετά ενδιαφέρον, αν μάλιστα θυμηθεί κανείς ότι πρόκειται όχι απλώς για ντεμπούτο αλλά για πτυχιακή εργασία, χωρίς όμως να μου φανεί και κάτι ιδιαίτερο. Αν δω άλλη ταινία του σκηνοθέτη ίσως αποκτήσω πληρέστερη άποψη.

Σάββατο, Ιανουαρίου 24, 2009

ΤΟ ΚΑΦΕ ΤΩΝ ΤΑΝΓΚΟΣ ΚΑΙ Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ BUENA VISTA


Λυπάμαι που το λέω τόσο καθαρά, αλλά νομιζω ότι το Cafe de los Maestros (2008) του Miguel Kohan προσπαθεί δίχως επιτυχία να μιμηθεί το Buena Vista Social Club του Βέντερς. Εκεί ήταν ο Ry Cooder που πήγαινε στην Αβάνα να μαζέψει ηλικιωμένους κουβανούς μουσικούς. Εδώ είναι ο Gustavo Santaolalla που πηγαίνει στο Μπουένος Άιρες να μαζέψει ηλικιωμένους αργεντίνους μουσικούς του τάνγκο. Εκεί είχαμε υπάροχες στιγμές από τη συναυλία τους στο Buena Vista. Εδώ καταλήγουμε επίσης με τη συναυλία τους στο θέατρο Colon. Στο ενδιάμεσο παρακολουθούμε συνεντεύξεις, αναμνήσεις, συναντήσεις... Όλοι μιλάνε για τα τάνγκος, την ψυχή της Αργεντινής, θυμούνται μεγάλους μουσικούς του παρελθόντος, θυμούνται χαρακτηριστικές στιγμές... Αλλά νομίζω ότι η συγκίνηση διαφεύγει. Ενώ στο Buena Vista (συγνώμη για τις συνεχείς συγκρίσεις, αλλά μου φαίνονται αναπόφευκτες για ένα τόσο κοντινό εγχείρημα) δεν μπορούσες παρά να βουρκώσεις σε κάποια σημεία, εδώ διάφορες τέτοιες απόπειρες πέρασαν (από μένα τουλάχιστον) ξώφαλτσα. Ο Santaolalla περιφέρεται μάλλον άσκοπα, δίχως να καταλαβαίνουμε τι ακριβώς κάνει, ενώ το Μπουένος Άιρες σαν περιβάλλον όπου γεννήθηκαν τα τάνγκος εμφανίζεται ελάχιστα - κια αυτό το θεωρώ βασικό μειονέκτημα της ταινίας. Καμιά σχέση με τον καθοριστικό ρόλο που έπαιζε η ίδια η Αβάνα στο άλλο φιλμ.
Μένει βέβαια η μουσική. Αν είστε φίλοι των τάνγκος θα βρεθείτε στον παράδεισο, καθώς η ταινία είναι πλημμυρισμένη απ' αυτά. Το ακορντεόν έχει τον πρώτο λόγο, τα βιολιά σιγοντάρουν και οι μελωδίες διαδέχονται η μια την άλλη - αν και εδώ, όπως και γενικότερα, νομίζω ότι διακρίνω αρκετή αποσπασματικότητα. Η κορύφωση βέβαια έρχεται με την τελική συναυλία στο Colon. Εκεί οι λάτρεις θα απολαύσουν μερικά από τα ιερά τέρατα του είδους (κάποιοι απ' αυτούς έχουν ήδη πεθάνει, όπως πληροφορηθήκαμε στο τέλος). Αν βέβαια δεν σας ενδιαφέρουν μουσικά τα τάνγκος, αλλάξτε καλύτερα αίθουσα.
Συνίσταται λοιπόν στους φίλους τους για καθαρά μουσικούς λόγους. Όχι όμως και για κινηματογραφικούς.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 22, 2009

Η "ΩΡΑΙΑ ΚΥΡΙΑ" ΚΑΙ Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΠΥΓΜΑΛΙΩΝΑ


Ξέρω. Πολύς κοσμος σιχαίνεται τα μιούζικαλ. Πρόκειται, άλλωστε, για ένα είδος που ουσιαστικά έχει τελειώσει και οι σποραδικές αναβιώσεις του, ακόμα και πετυχημένες αν είναι, αποτελούν τις εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Υπάρχουν ωστόσο και οι φανατικοί φίλοι. Γι' αυτούς, νομίζω, το "Ωραία μου Κυρία" (My Fair Lady) του 1964 του George Cukor (1899-1983) είναι από τα κορυφαία όλων των εποχών.
Η ταινία διηγείται μια παραλλαγή της ιστορίας του Πυγμαλίωνα: Ένας αριστοκράτης καθηγητής της αγγλικής γλώσσας παίρνει σπίτι του μια μικρή, παντελώς αμόρφωτη ανθοπώλη και βάζει στοίχημα με έναν φίλο του ότι σε 6 μήνες θα τη διδάξει τόσο καλά ώστε όλη η αριστοκρατία του Λονδίνου θα πιστέψει ότι είναι αριστοκράτισα - ίσως και γαλαζοαίματη. Ο καθηγητής βέβαια είναι μισογύνης, ορκισμένος εργένης, εγωιστής και δίχως αισθήματα. Σιγά - σιγά όμως...
Με τη μπαρόκ ατμόσφαιρα, τα χορευτικά νούμερα και τα τραγούδια, τα απίστευτα φορέματα, τα καπρίτσια των ηρώων, ο Cukor, από τους μεγαλύτερους χολιγουντιανούς σκηνοθέτες, δημιουργεί μια τρίωρη εκθαμβωτική πανδαισία χρωμάτων που σαφώς είναι σημαντικότερη από την ιστορία - συχνά αφελή - που διηγείται. Και βέβαια, στο κέντρο όλων αυτών λάμπει κυριολεκτικά η Ώντρεϊ Χέπμπορν στον γνωστότερο ίσως ρόλο της καριέρας της. Τελικά η ηθοποιός αυτή υπήρξε όντως η επιτομή της κομψότητας.
Και η ιστορία; θα μου πείτε. Είπαμε, συχνά είναι αφελής, συχνά θέλεις να σπάσεις τα μούτρα του αλλαζόνα αριστοκράτη Ρεξ Χάρισον... αλλά προσέξτε: Σε ταινίες σαν κι αυτή το στόρι περνά σε δεύτερη μοίρα. Προέχει το θέαμα, τα νούμερα, τα τραγούδια, οι σταρς. Και, σαν μπόνους, υπάρχει και ο ρόλος του μπεκρή και αλήτη - καλόκαρδου όμως - πατέρα της Ελάιζα, που σ' όλη την ταινία, και ιδιαίτερα προς το τέλος, κάνει "κήρυγμα" υπέρ της ανεμελιάς και της αδέσμευτης ζωής και, όταν γίνεται πλούσιος, ασφυκτιά στην καθώς πρέπει μικροαστική ηθική: Πρέπει να φορά καλά ρούχα, να μην πίνει πολύ, ακόμα - φευ - και να πάψει να ξενοπηδά και να πάει στην εκκλησία να παντρευτεί αυτή με την οποία τόσα χρόνια χρόνια συζεί... Και τελικά, καταριέται τη στιγμή που απέκτησε λεφτά. "Και γιατί δεν τα δίνεις αλλούν να γίνεις όπως πριν;" τον ρωτάνε οι φίλοι του. "Μα αυτή είναι η παγίδα (ή η κατάρα τους)", απαντά εκείνος. "Όταν τα έχεις είναι αδύνατο να το κάνεις αυτό"... και οδεύει προς το γάμο σαν πτώμα σε κηδεία. Βρίσκω αρκετά ανατρεπτική όλη αυτή τη σκηνή, μέσα στην καρδιά και την αποθέωση του συντηρητικού Χόλιγουντ.
Τελικά, αν απεχθάνεστε ή βρίσκετε ξεπερασμένα τα μιούζικαλ, αφείστε το. Αν είστε όμως φίλος η ταινία παραμένει must και ένα από τα κλύτερα δείγματα του είδους. Και σου κολλάνε και σιγοτραγουδάς δίχως να το θέλεις και κάποια από τα ρεφρέν των τραγουδιών της...

Τρίτη, Ιανουαρίου 20, 2009

"Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ" ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΘΟΣΠΑΡΤΟΣ


"Ο Δρόμος της Επανάστασης" (2008) του Sam Mendes είναι ένα βαρύ δράμα, απ' αυτά που πολλοί θα χαρακτήριζαν "κοψοφλέβικο". Το λέω από την αρχή για να ξέρετε με τι έχετε να κάνετε. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν το κάνει κακή ταινία. Εγώ τουλάχιστον τη βρήκα πολύ δυνατή και εύστοχη.
Στη δεκαετία του 50 το περίφημο αμερικάνικο όνειρο γνώρισε το απώγειο της δόξας του και ελάχιστη αμφισβήτηση, όπως κατά κόρον έγινε από την επόμενη δεκαετία και μετά. Η ταινία του Mendes λοιπόν έχει βαλθεί να το ανατρέψει για τα καλά ακόμα και τότε, στη "χρυσή" του δεκαετία, μέσα από την ιστορία ενός νεαρού, ωραίου και προικισμένου ζευγαριού, πρότυπο υγειών, "τέλειων" αμερικάνων, που η καθημερινότητα το ρίχνει στη ρουτίνα και τη μιζέρια. Κι όταν αποφασίζει να επαναστατήσει, να αλλάξει τα πράγματα, τίποτα δεν είναι τόσο εύκολο και απλό όσο φαίνεται αρχικά. Πολύ ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως ό,τι εμποδίζει την "επανάσταση" ενάντια στη μικροαστική πνιγηρότητα ("ευτυχία" για πάρα πολλούς) δεν προέρχεται από ένα εξωτερικό, εχθρικό περιβάλλον, αλλά από τους κόλπους του ίδιου του ζευγαριού, τους φόβους του, την κατά βάθος συντηρητική σκέψη, όσο κι αν σε πρώτη φάση φαίνονται ως το άκρο άωτο της προοδευτικότητας - τουλάχιστον αυτά ισχύουν για το ένα μέλος του ζεύγους. Το θέμα λοιπόν είναι η πάλη με τις συμβάσεις και οι τραγικές της συνέπειες.
Μίλησα βέβαια για "αμερικάνικο όνειρο" που γίνεται εφιάλτης, πλην όμως νομίζω ότι σήμερα αυτό το "αμερικάνικο" έχει πάψει να ισχύει ή μάλλον έχει γίνει ένα κοινό όνειρο κάθε (σχεδόν) δυτικού ανθρώπου, από την Αμερική και την Ευρώπη μέχρι την Ιαπωνία (όπως καταλάβατε δεν εννοώ τη λέξη δυτικός με γεωγραφικό, αλλά με πολιτιστικό προσδιορισμό, ανεξαρτήτως χώρας). Όλοι έχουν να πολεμήσουν τις ίδιες πάνω - κάτω συμβάσεις, τις ίδιες αγκυλώσεις, να αντιμετωπίσουν τα ίδια διλήμματα, που ενίοτε μπορεί να οδηγήσουν σε καταστάσεις που δεν φανταζόμαστε.
Μην τρομάξετε διαβάζοντας για συζυγικές σχέσεις και προβλήματα ζευγαριών και τέτοια. Δεν πρόκειται για αισθηματικό φιλμ. Εμένα τουλάχιστον μου κράτησε απόλυτα το ενδιαφέρον και είναι και οι πρωταγωνιστές του (Γουίνσλετ - Ντι Κάπριο) πολύ καλοί. Άλλωστε το φιλμ κινείται ιδεολογικά σε παρόμοιο χώρο με την άλλη μεγάλη ταινία του Mendes, το American Beauty: Βαρύ; Ναι. Βαρετό; Καθόλου.

Κυριακή, Ιανουαρίου 18, 2009

ΠΑΤ ΓΚΑΡΕΤ - ΜΠΙΛΙ ΔΕ ΚΙΝΤ Ή ΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ ΑΝΤΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΙ


Ο Sam Peckinpah (1925-1984) είναι γνωστός για τις βίαιες ταινίες του, αλλά και για την ανατρεπτική ματιά του τόσο στο γουέστερν όσο και σε άλλα είδη. Το "Pat Garrett and Billy the Kid" του 1973 δεν αποτελεί εξαίρεση. Η ανθρώπινη ζωή είναι φτηνή σ' ένα άγριο Φαρ Ουέστ, τα πτώματα συσσωρεύονται, στον πυρήνα της ιστορίας όμως κρύβεται ο προβληματισμός για το ποιοί είναι οι "καλοί" και ποιοί οι "κακοί".
Η ιστορία αυτή έχει κι άλλες φορές μεταφερθεί στο σινεμά: Ο Billy the Kid ήταν ένας θρυλικός παράνομος της Δύσης και, μετά από πολλούς φόνους και ληστείες, σκοτώνεται από τον σερίφη Πατ Γκάρετ, πρώην φίλο και μέλος της συμμορίας του.
Οι φόνοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον, το πιστολίδι δίνει και παίρνει καθώς ο πρώην παράνομος και νυν σερίφης Γκάρετ καθαρίζει έναν - έναν τους παλιούς του συντρόφους και πλησιάζει όλο και πιο κοντά στον κάποτε καλύτερο φίλο του Μπίλι. Όμως η περιπέτεια από μόνη της δεν φαίνεται να ικανοποιεί τον Peckinpah. Πολύ σύντομα αντιλαμβανόμαστε την αντιστροφή των ρόλων: Ο Μπίλι είναι ο ρομαντικός παράνομος, αγαπητός στους συντρόφους του, θρύλος στους κάτοικους του Ουέστ, που πασχίζει - αν και βλέπει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια επιτυχίας - να κρατήσει ανοιχτές τις αχανείς, σχεδόν παρθένες εκτάσεις της αμερικάνικης δύσης και αγωνίζεται ενάντια στους μεγαλοκτηματίες που αποκτούν τεράστιες ιδιοκτησίες και τις περιχαρακώνουν με συρματοπλέγματα, εμποδίζοντας την πρόσβαση και μετατρέποντας χιλιάδες κάτοικους σε πάμφτωχους υποτακτικούς τους. Ο εκπρόσωπος του νόμου Γκάρετ είναι αυτός που ξεπουλήθηκε στους κτηματίες για να εξασφαλίσει τη βολή του. Ο νόμος φτιάχνεται από και είναι με το μέρος των ισχυρών. Η αρχή του αμερικάνικου κράτους, η επιβολή του νόμου και της ιδιοκτησίας, είναι για τον Πέκινπα συνώνυμες με τη στέρηση της ελευθερίας και το τέλος του ονείρου για μια "κοινόχρηστη" αχανή γη.
Πέρα απ' όλα αυτά όμως το "Πατ Γκάρετ..." μένει στην ιστορία σαν η πρώτη - και μια από τις ελάχιστες - ταινίες στις οποίες έναν χαρακτηριστικό ρόλο παίζει ο Μπομπ Ντίλαν, ο οποίος βέβαια έχει γράψει και την πολύ καλή μουσική. Ανάμεσα στα τραγούδια μάλιστα πρωτοακούγεται εδώ το θρυλικό "Knocking on heaven's door" σε μια πραγματικά πολύ δυνατή στιγμή του φιλμ. Ίσως και για τον Ντίλαν και μόνο θα άξιζε να δει κανείς ένα από τα τελευταία κλασικά γουέστερν, πριν το είδος παρακμάσει οριστικά (με σποραδικές και μόνο αναβιώσεις - εξαιρέσεις).

Σάββατο, Ιανουαρίου 17, 2009

ΑΝΕΙΠΩΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΣΦΡΑΓΙΣΜΕΝΑ ΧΕΙΛΗ


Να λοιπόν που ο βρετανός Stephen Daldry βάζει με την τρίτη του ταινία υποψηφιότητα σαν ένα από τα σημαντικότερα ονόματα της εποχής μας, αφού έχει πετύχει το 3 στα 3 (Μπίλι Έλλιοτ, Οι Ώρες τα προηγούμενα). Με τα "Σφραγισμένα Χείλη" (The Reader, 2008) διασκευάζει με πολύ καλό τρόπο το βιβλίο "Διαβάζοντας στη Χάνα" του Μπέρναρντ Σλικ (το οποίο δεν έχω διαβάσει, οπότε οποιαδήποτε σύγκριση είναι εκ των προτέρων ανέφικτη). Και ταυτόχρονα αναδεικνύει την Κέιτ Γουίνσλετ σε μια από τις κορυφαίες σύγχρονες ηθοποιούς.
Η ταινία διαθέτει στέρεη αφήγηση, αρκετές εκπλήξεις, αλλά και πολλή ανθρωπιά. Πάνω απ' όλα όμως διαθέτει πολύ ενδιαφέροντες χαρακτήρες - κυρίως βεβαίως αυτόν της Χάνα -που, όπως συμβαίνει στην αληθινή ζωή, δεν είναι μονοδιάστατοι, αλλά έχουν προσωπικότητες με πολλές πλευρές και, αυτό είναι το σημαντικότερο, συχνά αντιφατικές. Αυτή ακριβώς η αντιφατικότητα, η ισορροπία ανάμεσα σε άκρα, είναι το βασικό χαρακτηριστικό της ηρωίδας. Και μην περιμένετε εξήγηση γι' αυτό. Δεν θα δοθεί καμιά. Στον άνθρωπο, μοιάζει να λέει η ταινία, οι φωτεινές και οι σκοτεινές πλευρές συνυπάρχουν (άσχετα αν συχνά κατορθώνουμε να τιθασεύουμε τις τελευταίες). Και είναι δύσκολη οποιαδήποτε προσπάθεια ανάλυσης αν δεν κατανοήσουμε αυτή τη βάση.
Όλα αυτά δίνονται με ανθρωπιά και συγκίνηση (μη μπερδεύετε το μελό με τη συγκίνηση, καμία σχέση), καθώς παρακολουθούμε με αυξανόμενο ενδιαφέρον την αποκάλυψη των σκοτεινών μυστικών της Χάνα, που δεν είναι μόνο ένα. Συγχρόνως το φιλμ επαναφέρει και ένα πολυσυζητημένο θέμα: Αυτό της ευθύνης ενός ολόκληρου λαού για τις ναζιστικές θηριωδίες ή - για να το πούμε πιο καθαρά - το κατά πόσο ήξερε και κατά πόσο έφταιγε ο μέσος γερμανός για όσα συνέβησαν στα στρατόπεδα. Αν και εδώ βέβαια στο επίκεντρο βρίσκεται ένας κανονικός θύτης και όχι ένας απλός, μέσος άνθρωπος. Είναι σίγουρο ότι στο τέλος, εκτός από συγκινημένοι, θα φύγετε και προβληματισμένοι. Θετικά πιστεύω.
Όπως καταλάβατε, τη θεωρώ μια από τις πιο δυνατές φετινές ταινίες.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 16, 2009

Η ΙΟΥΛΙΕΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ


Το 1965 ο Federico Fellini (1920-1993) γυρίζει την τρίτη του ταινία με πρωταγωνίστρια τη γυναίκα του Τζουλιέτα Μασίνα. Η «Ιουλιέτα των Πνευμάτων» (Giulietta degli Spiriti) όμως βρίσκεται πολύ μακριά από τον συγκινητικό ρεαλισμό των 2 άλλων (La Strada, Νύχτες της Καμπίρια). Με την πρώτη του αυτή έγχρωμη ταινία (έχει ιδιαίτερη σημασία το «έγχρωμη») ο Φελίνι περνά στον ονειρικό, ποιητικό, μπαρόκ και σουρεαλιστικό κόσμο που θα τον χαρακτήριζε μέχρι το τέλος του.
Η Ιουλιέτα, μια μεσήλικας πλούσια, παντρεμένη γυναίκα, αγαπά τον άντρα της, αλλά αυτός της λέει ψέματα και την απατά. Στο φιλμ παρακολουθούμε το πέρασμά της από διάφορες ψυχολογικές «δοκιμασίες» και πειρασμούς, τη μάχη της με τις τύψεις και τις ενοχές που από παιδί κουβαλά λόγω της καθολικής της εκπαίδευσης και την τελική απελευθέρωσή της από τη σκιά του συζύγου, την κατάκτηση της ελευθερίας και τη νίκη της πάνω στο φόβο μιας πιθανής επικείμενης μοναξιάς.
Σύμφωνοι. Αυτό όμως που δεν φαίνεται σε οποιαδήποτε περίληψη είναι ο καθαρά φελινικός τρόπος χειρισμού του θέματος. Διότι ο μετρ επιλέγει να κάνει την ηρωίδα του κάπως (;) ελαφροϊσκιωτη, ονειροπαρμένη. Την κάνει να βλέπει οράματα, παρουσίες που δεν υπάρχουν ή, τέλος πάντων, δεν γίνονται αντιληπτές από τους άλλους. Έτσι η ταινία κυλά ανάμεσα στον πραγματικό κόσμο κι αυτόν της φαντασίας της Ιουλιέτας. Ταυτόχρονα δεν μπορούμε να μη χαμογελάσουμε με την σαρκαστική και καυστική ματιά του πάνω στον απίστευτα κενό, μοδάτο και χαζοχαρούμενο κόσμο των αριστοκρατών της εποχής, που αγωνιούν να είναι και μοντέρνοι. Ο ίδιος ο Φελίνι έχει πει ότι δεν είχε σταθερό, προκαθορισμένο σενάριο, αλλά αυτοσχεδίαζε στα γυρίσματα, τακτική που έχει ακολουθήσει και σε άλλε κλασικές του ταινίες και που γίνεται αντιληπτή χάρη στη «ρευστή» πλοκή. Ο θεατής αντιλαμβάνεται όντως ότι θα μπορούσε να προστεθεί ή να τροποποιηθεί μια σκηνή την τελευταία στιγμή, δίχως αυτό να έχει επίπτωση στο σύνολο.
Αυτό όμως στο οποίο πρέπει ιδιαίτερα να σταθούμε είναι ο φελινικός χειρισμός του χρώματος και της εικόνας γενικότερα. Σαν να μην τα χορταίνει, σα να τα ανακαλύπτει για πρώτη φορά, σα να βρίσκεται σε ένα διαρκές τριπ, ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί συνεχώς τα πιο εκτυφλωτικά και έντονα χρώματα που μπορείτε να φανταστείτε (είχε δηλώσει ότι την εποχή εκείνη δοκίμασε LSD, αν και αυτό, πάντα σύμφωνα με τα λεγόμενά του, δεν τον επηρέασε τόσο). Η ακραία αυτή χρήση της εικόνας τονίζεται ακόμα περισσότερο από τα εξωφρενικά φορέματα – γυναικεία κυρίως - και τις σουρεαλιστικές εικόνες των παραισθήσεων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια ολοκληρωτικά μπαρόκ, φορτωμένη ατμόσφαιρα, που σίγουρα μερικοί θα θεωρούσαν ότι έχει περάσει στο χώρο του κιτς. Δεν ξέρω για το κιτς, σίγουρα όμως ο όλος χειρισμός φέρνει έντονα στο νου εικόνες ρωμαϊκής παρακμής, ντυμένης μάλιστα με την ανυπέρβλητη, νοσταλγική μουσική του Νίνο Ρότα.
Όλο αυτό το εξεζητημένο πείραμα, τόσο στο σενάριο όσο και στην μπαρόκ εικόνα, σίγουρα θα κουράσει κάποιους. Κατανοητό. Οι υπόλοιποι ας αφεθούν σε κάτι που παραπέμπει περισσότερο σε ταξίδι ή, αν προτιμάτε, σε παραίσθηση.

Τρίτη, Ιανουαρίου 13, 2009

Ο ΚΙΡΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ


Αρκετά πριν το θαυμάσιο "Αζούρ και Ασμάρ" (2006), το 1998 συγκεκριμένα, ο γάλλος δημιουργός κινουμένων σχεδίων Michel Ocelot έκανε το "Ο Κιρίκου και η Μάγισα". Η ταινία διαδραματίζεται σε ένα πρωτόγονο αφρικάνικο χωριό και βασίζεται σε ένα αφρικάνικο παραμύθι.
Ο μικρός Κιρίκου, που αν και νεογέννητος και μικροσκοπικός, διαθέτει εξυπνάδα και σωφροσύνη, προσπαθεί να σώσει το χωριό του από την κατάρα μιας μάγισας που ζει εκεί κοντά. Κι εμείς παρακολουθούμε τις περιπέτειές του πάνω και κάτω από τη γη, σε βουνά, σπηλιές και μυρμηκοφωλιές και τις συναντήσεις του με ζώα, πουλιά, καλούς μάγους και, φυσικά, με την περίφημη - και εντυπωσιακή - μάγισα. Με μια σχεδόν ψυαχαναλυτική διάθεση η ιστορία προσπαθεί να αναλύσει και να κατανοήσει γιατί κάποιοι άνθρωποι είναι κακοί και καταλήγει ότι γι' αυτό συντρέχουν πάντοτε κάποιοι λόγοι. Ταυτόχρονα προτείνει στους θεατές να σκέφτονται ανεξάρτητα, να θέτουν κάθε τι, παραδοσιακό ή μη, υπό αμφισβήτηση, να ρωτάνε. Είναι οι συνεχείς ερωτήσεις που θέτει ο μικρός Κιρίκου στον εαυτό του και στους άλλους που θα τον βοηθήσουν κι όχι οι ελάχιστες σωματικές του δυνάμεις.
Όλα αυτά όμως θα μπορούσαν να ακούγονται τετριμμένα αν η ταινία δεν διέθετε την πανέμορφη εικόνα της. Ο Ocelot χρησιμοποιεί πάντοτε σαν βασικό μέσο έκφρασης - και αναγνωρίσιμο στιλ - το εκθαμβωτικό χρώμα. Έτσι, όπως και στο μεταγενέστερο "Αζούρ και Ασμάρ", οι περιπέτειες του Κιρίκου είναι βουτηγμένες σε μαγευτικά χρώματα, τόσο ώστε να να νοιώθω σαν να βρίσκομαι σε διαρκές τριπ. Γι' αυτό και μόνο το αισθητικό μέρος, θα άξιζε να δει κανείς την ταινία.
ΥΓ1: Προκαλεί εντύπωση το πόσο μοιάζουν τελικά τα παραμύθια σ' όλο τον κόσμο. Όχι φυσικά στο εξωτερικό περιβάλλον, που εδώ είναι προφανώς καθαρά αφρικάνικο, αλλά στη δομή και στον τρόπο αφήγησης. Τελικά η λαϊκή έκφραση διαθέτει από μόνη της παγκοσμιότητα.
ΥΓ2: Σε μια μεγαλειώδη επίδειξη ηλιθιότητας και υποκρισίας, οι αμερκάνοι και οι άγγλοι χαρακτήρισαν το φιλμ ακατάλληλο, επειδή ο μικρός ήρωας και τα άλλα παιδιά του χωριού περιφέρονται ολόγυμνα, ενώ οι γυναίκες ημίγυμνες. Νομίζω ότι θα έπρεπε να προβληματίσει βαθύτατα όλους μας το γεγονός ότι ζούμε σε μια κοινωνία που επιτρέπει ανενδοίαστα τη θέαση εξαιρετικά βίαιων σκηνών, απαγορεύει όμως τη θέαση βυζιών...

Δευτέρα, Ιανουαρίου 12, 2009

ΝΕΚΡΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΣΕ ΗΣΥΧΕΣ ΛΙΜΝΕΣ


"Το Κορίτσι της Λίμνης" (2007) του Andrea Molaioli είναι μια ιταλική αστυνομική ταινία που διαδραματίζεται σε ένα μικρό, ήσυχο και όμορφο χωριό της βόρειας Ιταλίας. Η ήρεμη επιφάνεια των πραγμάτων όμως θα ταραχτεί όταν ένα όμορφο ντόπιο κορίτσι θα βρεθεί νεκρό στις όχθες της λίμνης.
Η ταινία είναι κι αυτή "ήσυχη" και χαμηλότονη, σαν το μικρό χωριό. Στόχος του σκηνοθέτη (που, όπως διαβάζω, είναι πρωτοεμφανιζόμενος) είναι να εμβαθύνει στην ψυχολογία των ηρώων και να αποκαλύψει τα σκοτεινά μυστικά που κρύβονται κάτω από τη στιλπνή επιφάνεια. Ο βασικός ήρωας, ο μεσήλικας επιθεωρητής που ερευνά την υπόθεση, ερμηνεύεται και πάλι πολύ καλά από τον Τόνι Σερβίλο, που θαυμάσαμε στο Il Divo. Η δομή ακολουθεί ένα τυπικό αστυνομικό στιλ, όπου, μέσα από τα πορτρέτα πολλών κατοίκων του μικρού χωριού και τις σχέσεις του καθενός με το θύμα, οδηγούμαστε σε ένα πλήθος υπόπτων. Ο καθένας θα μπορούσε να είναι ένοχος, αφού όλοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σχετίζονται με τη νεκρή. Αυτό που ενδιαφέρει όμως είναι να αποκαλυφτούν μικρά μυστικά και δράματα του καθενός, συνηθισμένα, που θα μπορούσαν να κρύβονται σε κάθε διπλανή πόρτα, για να καταδειχτεί έτσι η σκοτεινή πλευρά του συνηθισμένου και της απόλυτης καθημερινότητας. Όπως αντιλαμβάνεστε δεν υπάρχουν σκηνές έντονης δράσης, πιστολίδι, μονομαχίες, καλοί και κακοί ή ό,τι άλλο συνηθίζουμε όταν σκεφτόμαστε ένα χολιγουντιανό αστυνομικό. Αυτό που προέχει εδώ είναι ο ρεαλισμός.
Συμπαθητική ταινία, καλογυρισμένη, που την είδα με ενδιαφέρον, χωρίς όμως να τη θεωρήσω σαν κάτι εξαιρετικό. Αυτό όμως δεν την εμπόδισε να κάνει εντύπωση στην Ιταλία και να αποσπάσει βραβεία. Μ' αυτά και μ' αυτά πάντως, πότε με το Il Divo, πότε με τα Γόμορρα, μπορούμε σίγουρα να μιλήσουμε για μια αναγέννηση και επανεμφάνιση στο προσκήνιο του ιταλικού σινεμά.

Σάββατο, Ιανουαρίου 10, 2009

ΕΝΑ ΒΑΛΣ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΖΕΙ


Το ισραηλινό "Βαλς με τον Μπασίρ" (2008) του Ari Folman, πέραν από συγκλονιστικό, έχει και μια πρωτοτυπία: Είναι το μοναδικό (που γνωρίζω εγώ τουλάχιστον) ντοκιμαντέρ - κινούμενο σχέδιο. Από την άλλη βέβαια, αμφισβητεί έντονα και τον όρο "ντοκιμαντέρ", αφού τίθεται το ερώτημα: Πόσο ντοκιμαντέρ είναι κάτι που εικονογραφεί, εκτός από γεγονότα, και τα όνειρα, τους εφιάλτες, τις φαντασιώσεις των ηρώων; Ή πόσο ντοκιμαντέρ είναι κάτι που αναπαριστά παλιότερα γεγονότα, δίχως να τα κινηματογραφεί τη στιγμή που συμβαίνουν; Πέρα από τις πολλές πρωτοτυπίες του όμως, ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.
Το 1982 σε έναν ακόμα αραβοϊσραηλινό πόλεμο (από τους τόσο συχνούς στην περιοχή), οι ισραηλινοί εισβάλλουν στο Λίβανο. Η Βυρηττός βομβαρδίζεται και σχεδόν καταστρέφεται. Στο Λίβανο μαίνεται ταυτόχρονα και εμφύλιος πόλεμος: Χριστιανοί, υποστηριζόμενοι από το Ισραήλ, εναντίον μουσουλμάνων, που υποστηρίζουν τους Παλαιστίνιους. Οι Φαλαγγίτες είναι ένα παραστρατιωτικό ένοπλο χριστιανικό σώμα. Όταν ο ηγέτης τους Μπασίρ δολοφονείται ορδές απ' αυτούς εισβάλλουν στα προσφυγικά στρατόπεδα Παλαιστινίων Σάμπρα και Σατίλα, που από χρόνια βρίσκονται στο λιβανικό έδαφος, και προβαίνουν σε κανονική γενοκτονία κατασφάζοντας αδιάκριτα άντρες, γυναίκες, γέρους και μικρά παιδιά, κάτω από τα βλέμματα του πάνοπλου ισραηλινού στρατού που βρισκόταν εκεί δίπλα και παρακολουθούσε δίχως να κάνει το παραμικρό για να σταματήσει τη σφαγή. Υπουργός Άμυνας το Ισραήλ, που έδωσε τη διαταγή στα στρατεύματά του να μην επέμβουν, ήταν ο μετέπειτα και μέχρι πρόσφατα πρωθυπουργός Αριέλ Σαρόν.
Ο σκηνοθέτης Φόλμαν, 19 χρονών τότε, υπηρετούσε τη θητεία του στον ισραηλινό στρατό και είδε - δίχως φυσικά να επέμβει - τη σφαγή. 20 χρόνια μετά έχει απωθήσει εντελώς από τη μνήμη του τα φρικτά γεγονότα. Καθώς όμως κομμάτια, αποσπάσματα, εφιάλτες ενός φίλου συμπολεμιστή, του ξανάρχονται σποραδικά στη μνήμη, ξεκινά έναν αγώνα να ξαναβρεί τους παλιούς συμπολεμιστές του με σκοπό να ξαναβρεί και τη μνήμη του και να λυτρωθεί έτσι από τους εφιάλτες.
Στην ταινία παρακολουθούμε αποσπασματικά συνεντεύξεις και διηγήσεις από τις μέρες της φρίκης των σαραντάρηδων πια συμπολεμιστών του. Ο καθένας αφηγείται με τον δικό του τρόπο τη δική του ιστορία, τα περιστατικά που θυμάται, σε πολλά από τα οποία συμμετέχει και ο ίδιος ο σκηνοθέτης, εκφράζει τις δικές του απόψεις για τα τραγικά συμβάντα. Παράλληλα βλέπουμε τα συγκεκριμένα περιστατικά, γυρισμένα φυσικά στη σύγχρονη εποχή, πλημμυρισμένα όμως από συγκλονιστικές εικόνες. Πέραν της ανασύστασης των γεγονότων, η ταινία αποκτά και μια ποιητική διάσταση καθώς εικονογραφούνται οι εφιάλτες, οι παραισθήσεις ή οι φαντασιώσεις πολλών από τους αφηγητές. Και ταυτόχρονα, μέσα από συζητήσεις και αναλύσεις, λειτουργεί και σαν σχόλιο πάνω στη μνήμη και τα παιχνίδια της, αλλά και σαν συμβολική ιστορία πάνω στην απωθημένη μνήμη ενός ολόκληρου λαού, του ισραηλινού, που ξεχνά συστηματικά ένα από τα πιο ειδεχθή εγκλήματα της σύγχρονης ιστορίας, που ο ίδιος διέπραξε. Μπρος - πίσω λοιπόν στο χρόνο και τις μνήμες, κομμάτια ενός παζλ που σιγά - σιγά συνενώνεται για να αποκαλυφτεί η φρίκη σε όλο της το μεγαλείο και πολύ καλή μουσική του Μαξ Ρίχτερ, για να καταλήξουμε στο συγκλονιστικό φινάλε, με τις αληθινές, κινηματογραφημένες εικόνες από τα στρατόπεδα.
Φυσικά και πρόκειται για μια από τις πιο δυνατές αντιπολεμικές ταινίες που έγιναν ποτέ. Αποκτά όμως πολύ μεγαλύτερη αξία, καθώς προχωρά πολύ παρά πέρα από το αντιπολεμικό στοιχείο. Από τώρα ήδη έχει πάρει θέση ανάμεσα στις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 09, 2009

ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΙ ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ ΣΤΟ ΛΥΚΟΦΩΣ


Να που το είδαμε κι αυτό: Το "Λυκόφως" (2008) της Catherine Hardwicke είναι μια ταινία που συνδυάζει τον τρόμο με τον εφηβικό ρομαντισμό. Είναι φυσικό, βέβαια, αφού πρόκειται για μια ακόμα παραλλαγή του Ρωμαίου και της Ιουλιέττας, μόνο που εκείνη είναι ένα κοινό κορίτσι κι αυτός ένας βρικόλακας.
Είναι σίγουρο ότι πολλοί θα τη βρουν αφελή και λιγωτική. Και ως ένα βαθμό είναι. Ωστόσο η σκηνοθέτης έχει μια παράξενη δική της ματιά που, τελικά, με έκανε να βρω το φιλμ μάλλον ενδιαφέρον. Η πολύ όμορφη εικόνα της, τα χρώματα, η βροχερή ή χιονισμένη ατμόσφαιρα της πολιτείας της Ουάσιγκτον, το παράξενο, διστακτικό παίξιμο των ηθοποιών, η "γλυκειά" γεύση της νεανικής, αισθηματικής ιστορίας που όμως διαβρώνεται από μια συνεχώς επικρεμάμενη απειλή, όλα συντείνουν στη δημιουργία μιας πολύ ασυνήθιστης ατμόσφαιρας, που τελικά κράτησαν το ενδιαφέρον μου. Βέβαια συντηρητισμός και ατολμία υπάρχουν, κυρίως στο θέμα του σεξ. Έτσι, σε μια ταινία που περιστρέφεται κυρίως γύρω από έναν αδύνατο εκ πρώτης όψεως εφηβικό έρωτα, ποτέ δεν συζητιέται ανοιχτά το φλέγον θέμα: Μπορούν τελικά οι δύο τρελά ερωτευμένοι να το κάνουν ή είναι καταδικασμένοι απλώς να είναι μαζί, να αγαπιούνται, αλλά μόλις και μετά βίας να αγγίζονται, αλλιώς θα επέλθει ανεπανόρθωτη καταστροφή λόγω των ανεξέλεγκτων ενστίκτων του βρικόλακα; Γι' αυτό και οι ελάχιστες και διστακτικότατες ερωτικές σκηνές έβγαζαν γέλιο (δίχως φυσικά τη θέληση των δημιουργών) στην αίθουσα, ενώ μια ξεκάθαρη αντιμετώπιση του θέματος θα εξαφάνιζε την τάση για χαβαλέ του κοινού.
Γενικά πάντως βρήκα την ταινία σχετικά ενδιαφέρουσα και ιδιόρυθμη. Αν βέβαια συνηθίσετε στην ιδέα της ύπαρξης "καλών" και "κακών" βρικολάκων. Και αν φυσικά μπορείτε να αντέξετε τον overdose ρομαντισμό της.

Τρίτη, Ιανουαρίου 06, 2009

ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΣΤΗ SUNSET BLVD.


Αν θέλετε μία και μόνο απόδειξη για το πόσο μεγάλος δημιουργός υπήρξε ο Billy Wilder (1906-2002) δεν έχετε παρά να δείτε το υπέροχο Sunset Blvd. του 1950. Ίσως τον Wilder τον ξέρουμε κυρίως για τις καυστικές του κωμωδίες και τη σαρκαστική ματιά του στην Αμερική. Παρά το ότι είμαι θαυμαστής και αυτών του των ταινιών, νομίζω ότι αυτό εδώ είναι το αριστούργημά του - και μια από τις καλύτερες ταινίες στην ιστορία του σινεμά.
Το φιλμ διαθέτει πολλά επίπεδα ανάγνωσης. Αρχικά - κι αυτό είναι που συγκινεί και θα συγκινεί για πάντα κάθε σινεφίλ - είναι μια ταινία (η πρώτη ίσως) που αναφέρεται στο ίδιο το σινεμά και ιδιαίτερα στο Χόλιγουντ και τους ανελέητους μηχανισμούς του σταρ σύστεμ. Μέσα από τη σπαρακτική ιστορία της παλιάς, ξεχασμένης πια ντίβας του βωβού σινεμά, που ζει ολομόναχη με τον πιστό υπηρέτη της στην τεράστια, παρακμασμένη βίλα της νομίζοντας ότι παραμένει σούπερ σταρ, ενώ στην πραγματικότητα όλοι την έχουν ξεχάσει, μιλά για την άνοδο και την μοιραία πτώση σχεδόν κάθε αστεριού, μουσικού, κινηματογραφικού ή ό,τι άλλο. Μέσα απο τη ιστορία του ήρωα - επίδοξου σεναριογράφου του Χόλιγουντ, που ξεπουλά όλα του τα όνειρα για να καταντήσει ζιγκολό, μιλά για τη μοίρα πάμπολλων ανθρώπων που ξεκινούν με φιλοδοξίες και όνειρα, αλλά όλα τους έρχονται αλλιώς. Μέσα από την ιστορία του πιστού υπηρέτη, σκλάβου σχεδόν της σταρ, εξερευνά τα πάθη και τις εμμονές ανθρώπων που μπορούν, υποταγμένοι σ' αυτά, να εγκαταλείψουν όλα τα άλλα. Ταυτόχρονα σχολιάζει τους μηχανισμούς και τον ψεύτικο, επίχρυσο κόσμο του Χόλιγουντ, το ρόλο του χρήματος, την άνοδο και την πτώση των ονομάτων του, τις παραχωρήσεις που απαιτούνται για να γίνεις κάποιος. Για όλα αυτά ο Wilder, πολύ πριν τον Altman και τον "Παίκτη" του, δείχνει τα ίδια τα στούντιο, χρησιμοποιεί τους ίδιους τους παλιούς σταρ που παίζουν τον εαυτό τους. Έτσι, εκτός από την πρωταγωνίστρια και παλιά ντίβα Γκλόρια Σβάνσον στον συγκλονιστικό ρόλο της, εμφανίζονται παίζοντας, όπως είπαμε, τον εαυτό τους, ο Warner, ο Cecil DeMille, o Buster Keaton και άλλοι, ενώ τον βασικό ρόλο του υπηρέτη κρατά ο ίδιος ο μεγάλος σκηνοθετης Eric von Strohaim. Η όλη ιστορία είναι ειπωμένη με τυπικούς νουάρ τόνους - δίχως από τις ατάκες να λείπει ο σαρκασμός του Wilder και οι σινεφίλ αναφορές (ήδη από το 1950).
Εκτός όλων αυτών πάντως, το Sunset Blvd. μιλά για την αναπόφευκτη μελαγχολία όλων των πραγμάτων που τελειώνουν και την εξ ίσου αναπόφευκτη νοσταλγία παλιότερων εποχών, ανεξάρτητα του αν πρόκειται για καριέρα και δόξα, για έρωτες, ή για τα ίδια τα νιάτα που μοιραία δίνουν τη θέση τους στη νοσταλγία και τη μελαγχολία του λυκόφωτος κάθε ανθρώπινης ζωής. Γι΄αυτό και η ταινία παραμένει αγέραστη όσα χρόνια κι αν περάσουν.
Αν δεν την έχετε δει ψάξτε την Ανήκει στα κλασικά αριστουργήματα του παγκόσμιου σινεμά.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 05, 2009

Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΒΑΡΕΜΑΡΑ ΤΟΥ SPIRIT


Θα το πω από την αρχή: Σπάνια έχω δει χολιγουντιανή υπερπαραγωγή που όχι απλώς να μη μου αρέσει (αυτό συμβαίνει πολλές φορές), αλλά και να με κάνει να βαριέμαι αφόρητα. Όσο έβλεπα το Spirit του Frank Miller έπιασα τον εαυτό μου να κοιτά 2-3 φορές το ρολόι. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Το Spirit υπήρξε μία από τις διασημότερες αμερικάνικες σειρές κόμικς. Δημιουργήθηκε το 1940 από έναν από τους μεγαλύτερους δημιουργούς του χώρου, τον Will Eisner, και συνεχίστηκε για πολλά χρόνια. Παρά το ότι ο ομώνυμος ήρωας έχει επιστρέψει από τους νεκρούς, το κόμικς κατά βάθος είναι νουάρ, με βία, κυνικότητα, χιούμορ και πολλές μοιραίες γυναίκες. Το παράξενο είναι ότι ο Miller διατηρεί (προσπαθεί τέλος πάντων) όλα αυτά τα στοιχεία, αλλά το αποτέλεσμα ούτε προσωπικότητα μου φάνηκε ότι διαθέτει ούτε ενδιαφέρον. Η εικόνα του είναι και πάλι εντυπωσιακή, σαν να βλέπεις κόμικς σε οθόνη, με αληθινούς ηθοποιούς. Είναι όμως η ίδια τεχνική που χρησιμοποιήθηκε στο Sin City (πολύ καλύτερο κατά τη γνώμη μου) και, ως ένα βαθμό, και στους 300. Η ίδια πειραγμένη εικόνα, τα ίδια πλακάτα, ασπρόμαυρα συνήθως, χρώματα, τα ίδια ξαφνικά περάσματα από την "αληθινή" δράση στο κινούμενο σχέδιο. Αυτό όμως που στο Sin City λειτούργησε ως έκπληξη, που με άφησε με το στόμα ανοιχτό ως τεχνικό επίτευγμα τουλάχιστον, εδώ, στην τρίτη του επανάληψη, είναι πλέον ξαναζεσταμένο φαγητό. Από την άλλη οι ήρωες μου φάνηκαν εντελώς γελοίοι και άνευ βάθους. Ιδιαίτερα ο κακός Σάμιουελ Τζάκσον (που γενικά εκτιμώ) ήταν πραγματικά κακός στο ρόλο του, ενώ η εντυπωσιακή σε όλες τις άλλες εμφανίσεις της Σκάρλετ Γιόχανσον θα μπορούσε κάλλιστα να μην υπάρχει. Ήταν κι αυτή η αδιάκοπη φλυαρία, με το Σπίριτ να σκέφτεται συνεχώς φωναχτά και να λέει αν μη τι άλλο περιττά πράγματα, που εμένα τουλάχιστον με ενόχλησε αρκετά, ενώ νομίζω ότι έπασχε και από έλλειψη ρυθμού.
Έχω ξαναπεί ότι δεν με ενδιαφέρει η σύγκριση με το πρωτότυπο (βιβλίο, κόμικς, ιστορικό γεγονός ή ό,τι άλλο) και προσπαθώ πάντα να βλέπω κάθε ταινία αυτόνομα, ως τέτοια. Εννοείται ότι κι αυτή εδώ δεν αντέχει σε σύγκριση, όπως πολύ συχνά συμβαίνει με μεταφορές κόμικς στο σινεμά. Επί πλέον όμως μου φάνηκε και παντελώς αδιάφορη ταινία.
ΥΓ: Παρά το ότι αντιπαθώ σφόδρα και τους 300, μη νομίζετε ότι έχω τίποτα με τον Μίλερ. Ίσα - ίσα, που θεωρώ τόσο τον Batman του όσο και τα Sin City του εξαιρετικά κόμικς.

Σάββατο, Ιανουαρίου 03, 2009

Ο ΠΟΡΤΟΦΟΛΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΗΘΙΚΗΣ


Ο Robert Bresson (1901-1999) είναι ένας δύσκολος, ίσως και στριφνός σκηνοθέτης. Διαθέτει ένα πολύ προσωπικό στιλ, ωστόσο πολύ δύσκολα θα μπορούσε να είναι πολύ δημοφιλής λόγω ακριβώς των σκηνοθετικών ιδιαιτεροτήτων του. Το σινεμά του είναι φιλοσοφικό, καταπιάνεται με προβλήματα ηθικής και γενικά δίνει τροφή για σκέψη, αν και συχνά τα νοήματά του είναι δυσνόητα.
Ο "Πορτοφολάς" (Pickpocket) του 1959 θεωρείται από πολλούς το αριστούργημά του. Αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού που βρίσκεται σε σύγκρουση με την κοινωνία (και θεωρεί μάλλον ότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να υπάρξει στους κόλπους της) και σαν μέσον αυτής της σύγκρουσης επιλέγει να γίνει πορτοφολάς, αν και του δίνονται ευκαιρίες για άλλες δουλειές. Το "επάγγελμα" αυτό του γίνεται σχεδόν εθισμός. Η σύλληψη είναι αναπόφευκτη. Τελικά ο δρόμος για τη λύτρωση μέσω της αγάπης (που βρίσκεται διαρκώς μπροστά του) είναι δαιδαλώδης και πολύπλοκος, αφού αρνείται να ακολουθήσει τον εύκολο, ευθύ δρόμο προς αυτή.
Όλα αυτά δίνονται με την ασπρόμαυρη φωτογραφία και το προσωπικό στιλ του Μπρεσόν, που, αν μου ζητούσαν να το χαρακτηρίσω με δυο λέξεις, θα επέλεγα τις "μινιμαλισμός" και "αυστηρότητα". Οι κινήσεις της κάμερας είναι λιγοστές, οι εικόνες απλές, όπως και τα σκηνικά. Ακόμα απλούστερες είναι οι κινήσεις και το παίξιμο των ερασιτεχνών ηθοποιών, που αντιδρούν ήσυχα, μόνο με τις απόλυτα απαραίτητες, ελάχιστες κινήσεις ή εκφράσεις, όσο σημαντικά κι αν είναι αυτά που τους συμβαίνουν. Όλη αυτή η αυστηρότητα είναι σα να δίνει ένα ιδιαίτερο βάρος σε κάθε λέξη, σε κάθε κίνηση, βλέμμα ή αντικείμενο. Νοιώθεις ότι κάθε τι που βλέπεις ή ακούς έχει ένα ιδιαίτερο βάρος και είναι το ελάχιστο δυνατό. Όταν όμως περιγράφει τον τρόπο που η ομάδα των πορτοφολάδων ξαφρίζει ανύποπτους ανθρώπους σε μέρη όπου συνωστίζονται, τότε τα πάντα γίνονται ρευστά και είναι σκηνοθετημένα αριστοτεχνικά, σα να παρακολουθούμε μια εξαιρετική χορογραφία. Είναι σαφές ότι ο Μπρεσόν γοητεύεται από την ευρηματικότητα, την ομορφιά θα έλεγε κανείς όλης αυτής της απάτης.
Γίνεται νομίζω σαφές ότι πρόκειται για σινεμά για λίγους. Κάποιους τους γοητεύει αφάνταστα, πολλούς τους κουράζει. Ούτως ή άλλως αποτελεί μια κινηματογραφική ιδιαιτερότητα.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 27, 2008

ΛΗΣΤΕΣ ΤΡΑΠΕΖΩΝ, ΜΠΑΤΣΟΙ ΚΑΙ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΕΣ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ BANG


Ε, λοιπόν, τελικά το Bank Bang (2008) του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου είναι συμπαθητικό. Ομολογώ ότι δεν το κατάλαβα από το τρέιλερ, όπου νόμιζα ότι πρόκειται για μια απ' αυτές τις τηλεοπτικής υφής κωμωδίες. Όχι. Εδώ και κινηματογραφική γλώσσα υπάρχει, και σχετικά σφιχτό σενάριο και πλάκα.
Θα πω απ' την αρχή ότι δεν το βρήκα κανένα αριστούργημα, αλλά κάνει μια χαρά τη δουλειά του σαν μια διασκεδαστική ταινία, με την καλή έννοια του όρου. Έκπληξη ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, που εκτός από πρωταγωνιστής έχει γράψει και το σενάριο. Πέραν αυτού όμως υπάρχει και η νευρώδης, αρκετά ευρηματική σκηνοθεσία, που έχει πετύχει το (σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα) επίτευγμα να μην κάνει κοιλιά η ταινία και να παρακολουθείται ευχάριστα από την αρχή μέχρι το τέλος. Στα συν επίσης η φυσική γλώσσα των διαλόγων και οι καλές, φυσικές ηθοποιίες από όλους σχεδόν τους χαρακτήρες. Υπάρχουν και τα κοινωνικά, πολιτικά και άλλα σχόλια (διεφθαρμένοι μπάτσοι, άχρηστοι και γελοίοι βουλευτές, φτωχοί λόγω απόλυσης νέοι άνθρωποι κλπ.), υπάρχουν και κάμποσες σινεφίλ αναφορές, οπότε το πράγμα κυλά πολύ ευχάριστα. Στις θετικές εκπλήξεις τέλος και η παρουσία του Βουτσά, κυρίως όμως το "αταίριαστο" δίδυμο των μπάτσων - νονών, που είναι όλα τα λεφτά.
Είπαμε: Και προβλέψιμα στοιχεία υπάρχουν και κάποιες συμβάσεις. Ανήκουν όμως στο είδος που μπορώ να συγχωρήσω σε μια κωμωδία που βασικό της στόχος είναι να διασκεδάσει. Αυτό το τελευταίο νομίζω ότι το καταφέρνει μια χαρά. Μην τη φοβηθείτε λοιπόν, λέγοντας "ουφ, μια ακόμα ελληνική κωμωδία της σειράς". Πρόκειται για κάτι καλύτερο απ' αυτό.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 25, 2008

Ο ΜΕΛ ΜΠΡΟΥΚΣ ΚΑΙ Η ΒΟΥΒΗ ΤΟΥ ΤΡΕΛΑ


Το 1976 ο Mel Brooks βρισκόταν ακόμα σε φόρμα. Είχε ήδη γυρίσει ταινίες όπως "Οι Παραγωγοί", οι "Καυτές σέλλες" και το θρυλικό "Φρανκενστάιν Τζούνιορ", οπότε κάθε καινούριο φιλμ του αναμενόταν με αγωνία. Έτσι το "Silent Movie" (που στην Ελλάδα προβλήθηκε ως... "Η τελευταία τρέλα του Μελ Μπρουκς"!) είχε συγκεντρώσει το ενδιαφέρον όλων.
Θυμάμαι ότι όταν το είχα δει μικρός είχα ενθουσιαστεί. Ξαναβλέποντάς το σήμερα, μετά από χρόνια, ο ενθουσιασμός σαφώς μετριάζεται (ίσως και εξαφανίζεται), πιστεύω όμως ότι ακόμα έχει τις στιγμές του. Στα συν βρίσκεται, κατ' αρχήν, η ιδέα: Ο Μπρουκς αποφασίζει να γυρίσει, εν έτει 1976, μια βουβή ταινία, αποδίδοντας φόρο τιμής στις παλιές κωμωδίες του βωβού σινεμά, τις λεγόμενες σλάπστικ, αυτές δηλαδή που βασίζονται περισσότερο σε οπτικά γκαγκς παρά σε σεναριακά ή λεκτικά ευρήματα! Και ποια είναι η υπόθεση της ταινίας; Μα... ακριβώς αυτή: Ένας ξεπεσμένος, πρώην αλκοολικός σκηνοθέτης αποφασίζει το 1976 να κάνει μια βουβή ταινία. Και φυσικά, βρίσκει έντονη αντίδραση από το μεγάλο στούντιο στο οποίο απευθύνεται. Ο μόνος τρόπος να τους πείσει είναι να βρεί ένα all stars καστ, που θα εξασφαλίσει την επιτυχία. Έτσι, αυτός και οι δύο ανεκδιήγητοι συνεργάτες του ξεκινούν μια αναζήτηση για να κλείσουν διάσημους αστέρες.
Βρίσκω την ιδέα πανέξυπνη, τόσο της βουβής κωμωδίας στη δεκαετία του 70 όσο και της ιστορίας, που ταυτίζεται με την ίδια τη ταινία. Έτσι ο Μπρουκς βρίσκει την ευκαιρία να σατιρίσει τα μεγάλα στούντιο, το Χόλιγουντ δηλαδή γενικότερα, που φυσικά πιστεύουν μόνο στα λεφτά και όχι στην τέχνη, τον πόλεμο ανάμεσα στις μεγάλες εταιρίες, το ότι τα μεγάλα ονόματα είναι σημαντικότερα για την επιτυχία μιας ταινίας απ' ό,τι η ίδια η ταινία κλπ. Ταυτόχρονα, κι εδώ είναι ένα άλλο έξυπνο σημείο, βάζει μια σειρά από σούπερ σταρς της εποχής να παίξουν τον εαυτό τους σε μικρές, χαρακτηριστικές εμφανίσεις, ακόμα και να αυτοπαρωδηθούν. Έτσι βλέπουμε να παρελαύνουν ο Μπαρτ Ρέινολντς, η Λίζα Μινέλι, ο Τζέιμς Κάαν, η Αν Μπάνκροφτ (σύζυγος του Μπρουκς), ο Πολ Νιούμαν, ακόμα και ο περίφημος μίμος Μαρσέλ Μαρσό. Και βέβαια υπάρχει και το φοβερό πρωταγωνιστικό τρίο: Ο ίδιος ο Μελ Μπρουκς, ο αξέχαστος Μάρτι Φέλντμαν και ο Ντον ντε Λουίζ.
Το κακό είναι ότι θεωρώ πολλά από τα αστεία του φιλμ αρκετά κρύα ή χοντρά, πράγμα που συνηθίζει ούτως ή άλλως ο Μπρουκς. Έτσι δεν νομίζω ότι βγαίνει συνολικά το γέλιο που θα μπορούσε να βγει. Ωστόσο υπάρχουν αρκετές αστείες στιγμές και πιστή στο πνεύμα του παλιού σλάπστικ ατμόσφαιρα, καθώς και οι έξυπνες ιδέες που είπαμε, οπότε δεν θεωρώ το φιλμ και για πέταμα. Άλλωστε αυτή (άντε και η επόμενη, το High Anxiety), είναι οι τελευταίες δουλειές του που βλέπονται. Μετά βρίσκω ότι βυθίζεται ανεπανόρθωτα στην παρακμή και τη χοντράδα.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 24, 2008

ΟΤΑΝ ΕΚΛΑΨΕ Η ΠΕΤΡΑ ΦΟΝ ΚΑΝΤ


Αναμφισβήτητα ο Rainer Werner Fassbinder (1945-1982) υπήρξε μια σημαντική όσο και ιδιόμορφη περίπτωση στο κινηματογραφικό σύμπαν. Και μόνο το γεγονός ότι πέθανε μόλις 37 χρονών αφήνοντας πίσω του πάνω από 40 (!!!) ταινίες είναι ικανό να προκαλέσει δέος. Απόλυτα παρακμιακός, αλκοολικός, δύσκολος χαρακτήρας, ώθησε τη ζωή του στα άκρα και την έκαψε.
Παρά τον σεβασμό που τρέφω για την περίπτωσή του, θα μου επιτρέψετε να μην τον συγκαταλέγω στους αγαπημένους μου σκηνοθέτες, αφού αρκετές από τις ταινίες του μου προκαλούν πλήξη, παρά την σε βάθος εξερεύνηση των χαρακτήρων των ηρώων τους. Έτσι, "Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ" του 1972 με κούρασαν για αρκετούς λόγους.
Λίγα για τη ιστορία όμως: Η ομώνυμη ηρωίδα είναι διάσημη σχεδιάστρια μόδας. Σκληρή, άκαρδη, κυνική, με άθλιο φέρσιμο στην αμίλητη υπηρέτρια / γραμματέα / συνεργάτη της. Ώσπου γνωρίζει μια όμορφη νέα κοπέλα που θέλει να γίνει μοντέλο, την ερωτεύεται παράφορα και σύντομα χάνει κάθε έλεγχο, παραπαίοντας από την αυτοταπείνωση στην υστερία.
Για τον Fassbinder ο πόθος είναι το υπέρτατο κίνητρο των ανθρώπινων πράξεων. Και ο έρωτας είναι ικανός να αντιστρέψει τους ρόλους, κάνοντας τον κυνηγό θήραμα, τον εξουσιαστή εξουσιαζόμενο, τον εγωμανή ταπεινωμένο. Καλά και ενδιαφέροντα όλα αυτά. Ωστόσο στα "Δάκρυα..." με ενοχλούν αρκετά πράγματα: Το βαθύ μελοδραματικό στοιχείο, που δεν είναι και το καλύτερό μου. Ο εγκλεισμός σ' ένα και μόνο δωμάτιο (ούτε καν σπίτι, δωμάτιο), στο οποίο διαδραματίζεται ολόκληρη η ταινία. Πάνω απ' όλα όμως με ενοχλεί η αφόρητη (και ηθελημένη βεβαίως) θεατρικότητα, που είναι στοιχείο που πάντοτε με κουράζει στο σινεμά. Ο εγκλεισμός που είπαμε, ο σαφής χωρισμός σε πράξεις περισσότερο παρά σε σεκάνς, το απόλυτα θεατρικό, "ψεύτικο" (ηθελημένα, το ξαναλέω) παίξιμο των ηθοποιών, που είναι αποκλειστικά γυναίκες. Δεν κατηγορώ τον Fassbinder. Σέβομαι τις αισθητικές επιλογές του (μπαρόκ ενίοτε, από τα σκηνικά μέχρι την επιλογή της μουσικής), απλώς δεν μου ταιριάζουν καθόλου. Ξέρω ότι πολλοί είναι αφοσιωμένοι οπαδοί του. Κανένα πρόβλημα. Είναι καθαρά θέμα γούστου. Εγώ πάντως με δυσκολία παρακολούθησα το φιλμ.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 22, 2008

ΕΝΑΣ "ΔΡΟΜΟΣ" ΠΟΥ ΘΑ ΣΥΓΚΙΝΕΙ ΠΑΝΤΑ


Το "La Strada" (Ο Δρόμος, 1954) του Federico Fellini (1920-1993) μπορεί να θεωρηθεί το πρώτο του αριστούργημα ή, αν θέλετε, η πρώτη ταινία που μας βάζει για τα καλά στο σύμπαν του. Ενώ σ' αυτή υπάρχουν έντονα στοιχεία νεορεαλισμού, που κυριαρχούσε τότε στο ιταλικό σινεμά, τα συναισθήματα, η συγκίνηση, η αγάπη για το τσίρκο, τους πλανόδιους "καλλιτέχνες" και άλλα συναφή λαϊκά θεάματα, οι χαρακτήρες, όλα μας βάζουν στην ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του μεγάλου δημιουργού.
Μια πάμφτωχη, αφελής - ίσως και λιγάκι καθυστερημένη - κοπέλα "πουλιέται" από την μητέρα της στον βάναυσο, δίχως ευαισθησίες και συναισθήματα Ζαμπανό, έναν περιπλανώμενο σαλτιμπάγκο, που σπάει αλυσίδες με το στήθος σε κάθε παράστασή του σε πλατείες και δρόμους χωριών και πόλεων. Από τη μία η απόλυτη καλοσύνη, η θυσία, η ανιδιοτελής αγάπη, από την άλλη η βαρβαρότητα, η προσπάθεια ικανοποίησης ατομικών επιθυμιών και μόνο, δίχως την παραμικρή σκέψη για τους άλλους. Ωστόσο η αθώα Τζελσομίνα αγαπά με τον δικό της τρόπο τον κτηνώδη Ζαμπανό και, όσο η ταινία προχωρά, η συγκίνηση ανεβαίνει στα ύψη με τη συνύπαρξη των δύο αυτών τόσο διαφορετικών χαρακτήρων, μέχρι το σπαρακτικό φινάλε, όταν θα δούμε τον Ζαμπανό να σπάει για πρώτη φορά (αλλά θα είναι πια πολύ αργά).
Είναι δύσκολο να πει κανείς τι μένει περισσότερο στο θεατή από μια τέτοια ταινία: Η εκπληκτική Τζουλιέτα Μασίνα, πλασμένη θαρρείς γι' αυτό το ρόλο, ο "βάρβαρος" Άντονι Κουίν, επίσης σε έναν απ' τους καλύτερους ρόλους του, η αξέχαστη, νοσταλγική μουσική του Νίνο Ρότα, η θαυμάσια ασπρόμαυρη φωτογραφία... Επίσης, πέραν όλων αυτών, ο Φελίνι κάνει μια ιδιόρυθμη ταινία δρόμου, πριν ακόμα "εφευρεθεί" ο όρος αυτός. Κι όσο για τον νεορεαλισμό που είπαμε στην αρχή, ελλοχεύει στην κινηματογράφηση μιας πάμφτωχης - όπως οι χαρακτήρες του φιλμ - Ιταλίας, που προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές του πολέμου και της ήττας της και βιώνει τη πρώτη ανοικοδόμηση και το αβέβαιο ακόμα πέρασμα στη σύγχρονη εποχή, μιας Ιταλίας που θυμίζει πολύ την Ελλάδα του 50, όπως τη βλέπουμε μέσα από ελληνικά φιλμ της εποχής.
Νομίζω ότι η Strada ανήκει ανεπιφύλακτα σ' αυτό που λέμε "κλασική ταινία", αφού η δύναμή της κρατά μέχρι σήμερα. Εμένα τουλάχιστον καταφέρνει να με συγκνεί ακόμα - και την πλειοψηφία των θεατών νομίζω.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 21, 2008

ΑΡΣΕΝΙΚΟ, ΔΑΝΤΕΛΕΣ ΚΑΙ ΓΛΥΚΥΤΑΤΕΣ ΓΡΙΟΥΛΕΣ - ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ


Ο Frank Capra (1897-1991) είναι δημιουργός αρκετών ταινιών που χαρακτηρίζονται κλασικές. Όχι με βαρύγδουπους, πολύπλοκους ορισμούς, αλλά επειδή, απλούστατα, τόσα χρόνια μετά την εποχή τους βλέπονται εξ ίσου ευχάριστα και διατηρούν τη φρεσκάδα τους. Και βέβαια, χρησιμοποιώ τη λέξη ευχάριστα επειδή ο Capra γύρισε κυρίως κωμωδίες, είδος που κατά γενική ομολογία σήμερα περνά μεγάλη κρίση.
Από τις πιο αστείες και έξυπνες ταινίες του είναι το "Αρσενικό και Παλιά Δαντέλα" του 1944, όπου, εκτός από το κλασικό οπτικό και λεκτικό χιούμορ, υπάρχει και το στοιχείο του "μαύρου". Και πώς να μην υπάρχει, αφού εδώ συναντάμε δύο γλυκύτατες γριούλες που μένουν μαζί, θείες του ήρωα, οι οποίες... δολοφονούν κατά συροήν (και από συμπόνοια) τους υποψήφιους νοικάρηδες ενός δωματίου και τους θάβουν στο υπόγειο. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν το όλο σκηνικό ανακαλύπτεται τυχαία από τον ανιψιό τη μέρα ακριβώς που ο τελευταίος παντρεύεται, ενώ στη φάση μπαίνει και ένας ψυχωτικός γκάνγκστερ που μοιάζει με τον Μπόρις Καρλόφ με τον αλκοολικό βοηθό - γιατρό του. Καταλαβαίνετε τι γίνεται στη συνέχεια.
Ο Capra σκηνοθετεί όπως πάντα με κομψότητα, μαεστρία και στιλ, τα κωμικά ευρήματα διαδέχονται το ένα το άλλο και την παράσταση κλέβει ο Κάρι Γκραντ σε έναν από τους χαρακτηριστικότερους ρόλους του, με παίξιμο και γκριμάτσες που βγάζουν ακόμα περισσότερο γέλιο. Η ταινία προδίδει βέβαια τη θεατρική καταγωγή της, αφού μιλάμε περίπου για μια "κωμωδία δωματίου", είναι όμως όλα τόσο αστεία και ευχάριστα μέσα στο μαύρο χιούμορ τους, που το - συνήθως μειονέκτικό αυτό χαρακτηριστικό για τον κινηματογράφο - συγχωρείται και ξεχνιέται, καθώς ο θεατής απορροφάται στην παρακολούθηση της έξυπνης υπόθεσης. Γι' αυτούς τους λόγους (και όσους άλλους ανακαλύψετε) δεν διστάζω κι εγώ να χαρακτηρίσω την ταινία κλασική.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 20, 2008

ΟΤΑΝ Η ΓΗ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΞΑΝΑ... ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΙΔΙΟ


Ίσως θα έπρεπε να υπάρχει μια αστυνομία (μετά συγχωρήσεως) κινηματογράφου που να απαγορεύει τα ριμέικ. Η οποία να μη δωροδοκείται, να μην κάνει τα στραβά μάτια όταν της συμφέρει, να μη πουλά παράνομα ριμέικ και τα λοιπά. Φυσικά, αν υπήρχε θα ήμουν ο πρώτος που θα έκανε αγώνα για την κατάργησή της... αλλά να μην πούμε και κάτι για πλάκα;
Τέτοιες σκέψεις μου γεννήθηκαν όταν είδα το "Όταν η γη σταμάτησε" του Scott Derrickson, που "διασκευάζει" το κλασικό πρωτότυπο του Robert Wise του 1951. Ή μάλλον του αλλάζει τα φώτα. Η παλιά ταινία ήταν τολμηρή και ερχόταν σε έντονη αντίθεση με το ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής. Διότι θέλει τόλμη εν μέσω μακαρθισμού και "κακών ρώσων παντού", να καταγγέλεις την ηλιθιότητα του αθρώπινου είδους εν γένει και να προειδοποιείς ότι βαδίζει προς την καταστροφή. Στη σύγχρονη ταινία ο φόβος της βόμβας έχει αντικατασταθεί από τον φόβο της οικολογικής καταστροφής. Δεν είναι κακό αυτό. Αυτό που με χαλάει είναι η έλλειψη εξηγήσεων για τη δράση του "καλού" εξωγήινου στον κόσμο μας, για τη σχέση του με το παντοδύναμο ρομπότ κλπ. Αυτό που με χαλάει όμως κυρίως είναι η κυριολεκτικά αφόρητη και αφελέστατη συναισθηματικότητα του τελευταίου τρίτου περίπου της ταινίας, οι τόννοι σιροπιών για τον πατέρα που χάσαμε και τη θετή μάνα που αγαπά το παιδί της, το οποίο δεν είναι ως εκ τούτου μόνο στον κόσμο, όπως νόμιζε, και γι' αυτό το παιδί μετανοιώνει και γίνεται καλό, η με το ζόρι συγκίνηση, το φριχτά προβλέψιμο και αναμενόμενο όλων αυτών, ο εξωγήινος που συγκινείται ακούγοντας Μπαχ (λες και έχουν ίδια μουσικά γούστα οι εξωγήινοι, οι οποίοι στην πραγματικότηα έχουν και εντελώς διαφορετική φυσική κατασκευή από τους ανθρώπους, όπως σαφώς λέγεται), και οι διαπιστώσεις του στιλ "τώρα βλέπω ότι οι άνθρωποι έχουν και μια φωτεινή πλευρά" και άλλα τέτοια νερόβραστα. Αφείστε που "έρχεται να σώσει τη γη απ' τους ανθρώπους", αλλά όπως όλα δείχνουν θα καταστρέψει και τα ζώα και όλο το φυσικό περιβάλλον, γι' αυτό άλλωστε φτιάχνει κάτι σαν κιβωτό. Καλά, τα ζώα και τα φυτά τι φταίνε; Διαπιστώνω λοιπόν για μια ακόμα φορά ότι το μέσο Χόλιγουντ - ή, αν επιθυμείτε, ο μέσος αμερικάνος ή/και ο μέσος παγκόσμιος άνθρωπος - παραμένει εξαιρετικά αφελής, για να μη χρησιμοποιήσω βαρύτερες έκφράσεις. Μα καλά, δεν σκυλοβαρέθηκαν ακόμα με όλα αυτά τα ηλίθια ηθικοπλαστικά;
Μένουν κάποια καλά εφφέ, μερικές σκηνές έντασης (λίγες) και ο ανέκφραστος Κιάνου Ριβς, που λόγω ακριβώς αυτού του ανέκφραστου είναι πολύ πειστικός στο ρόλο του. Μικρή συγκομιδή. Αν μπορείτε δείτε την παλιά ταινία και ξεχάστε ότι ξαναγυρίστηκε.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 19, 2008

"Η ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ" 'Η ΟΙ ΜΠΑΤΣΟΙ ΩΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΣ


Όσοι διαβάζουν αυτό το μπλογκ ξέρουν ότι αποφεύγω να συνδέω ταινίες με την άμεση επικαιρότητα / συγκυρία, ωστόσο δεν θα μπορούσα να μην κάνω τον αναπόφευκτο συνειρμό, αφού "Η Ανταλλαγή", η τελευταία ταινία του Clint Eastwood, αναφέρεται κυρίως στην απαράδεκτη αυταρχικότητα και διαφθορά των μπάτσων. Μιλάμε βέβαια για το Λος Άντζελες του 1928, αλλά κάτι δεν σας θυμίζει το θέμα;
Πίσω στο σινεμά λοιπόν. Ο Eastwood είναι αυτό που λέμε "κλασικός" σκηνοθέτης. Με την έννοια ότι οι ταινίες του έχουν πάντα μια γραμμική, στέρεα, δίχως "κόλπα" σκηνοθεσία, λίγο παλιομοδίτικη ίσως, αλλά πάντοτε στιβαρή, άψογη αφηγηματικά και με κάτι από τη γοητεία του παλιού, καλού κρασιού. "Η Ανταλλαγή" δεν ξεφεύγει απ' αυτές τις σταθερές κι έτσι, παρά την μεγάλη διάρκειά της (ίσως υπερβολικά μεγάλη), παρακολουθείται με κομμένη την ανάσα. Κι αν ακόμα σε κάποια σημεία είναι κάπως φλύαρη, βρήκα το συνολικό αποτέλεσμα απόλυτα ικανοποιητικό.
Βασισμένο σε αληθινή ιστορία, αναφέρεται στους απόλυτα διεφθαρμένους, εγκληματικούς θα ήταν η σωστότερη λέξη, μπάτσους του Λος Άντζελες της δεκαετίας του 20, που, προκειμένου να κάνουν μια επιτυχία και να κατευνάσουν το δικαιολογημένο μένος του κόσμου εναντίον τους, δεν διστάζουν να ανταλλάξουν τον εξαφανισμένο γιο μιας μόνης μητέρας με ένα άσχετο παιδί, κι όταν αυτή διαμαρτύρεται σθεναρά, να την κλείσουν σε τρελάδικο. Παράλληλα παρακολουθούμε την ανατριχιαστική ιστορία ενός σίριαλ κίλερ και μοιραία οι δύο ιστορίες μπλέκονται αξεδιάλυτα. Πάνω απ' όλα όμως παρακολουθούμε τον αγώνα μιας γυναίκας που τα βάζει με ολόκληρο το διεφθαρμένο σύστημα και δεν λυγίζει μέχρι τέλους.
Πολύ ενδιαφέροντα όλα αυτά, και σας είπα ότι σαν ταινία μου άρεσε, θα μου επιτρέψετε όμως να διαφωνήσω με την αλήθεια όλου αυτού του ηρωισμού που, τελικά, δικαιώνεται. Ένα και μόνο γενναίο άτομο τα βάζει με ένα ολόκληρο σύστημα και, χάρη στην επιμονή και τον ηρωισμό του, καταφέρνει να νικήσει (για να μη νομίζετε ότι κάνω spoiler, σας λέω ότι άλλο νίκη κι άλλο χάπι εντ, γιατί τα πράγματα είναι εδώ λίγο πιο πολύπλοκα). Πόσες φορές όμως το έχετε δει αυτό στην πραγματική ζωή; Πόσους διεφθαρμένους λειτουργούς κάθε είδους έχει τιμωρήσει παραδειγματικά το σύστημα; Ή, αν θέλετε να το πω διαφορετικά, είναι too good to be true. Πολύ δυνατή η καταγγελία και δίχως να μασάει τα λόγια της, αλλά δεν παύω να διακρίνω αρκετή αφέλεια. Προτιμώ το τέλος του "Σκοτεινού Ποταμιού", με το πλήθος να πανηγυρίζει πανευτυχές σε μια εθνική επέτειο, ενώ κάτω από την απαστράπτουσα αυτή επιφάνεια βρίσκονται θαμμένοι τόννοι βρωμιάς. Φοβάμαι ότι, δυστυχώς, αυτή είναι η αλήθεια. Χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι η σταθερή, γενναία στάση είναι κάτι που δεν πρέπει να τηρούμε.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 18, 2008

Η ΛΟΡΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΤΙΤΙΜΟ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ


Τον τελευταίο καιρό το ρεαλιστικό σινεμά, το σινεμά της "διπλανής πόρτας", μοιάζει να δίνει παντού εντυπωσιακά δείγματα γραφής και να μαζεύει από παντού βραβεία. Προσωπικά - το έχω ξαναγράψει αυτό - δεν είμαι φανατικός του σινεμά αυτού, αυτό όμως δεν έχει καμιά σχέση με την ποιότητα ή μη μιας ταινίας, είναι μόνο ένα προσωπικό βίτσιο και ως τέτοιο να το εκλάβετε. Και, φυσικά, δεν θα γκρινιάξω για ένα καλό φιλμ, άσχετα αν ανήκει στο "είδος" που αναφέραμε. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για φιλμ των βέλγων αδελφών Jean Pierre και Luc Dardenne, που είναι από τους κορυφαίους του ρεαλιστικού, σχεδόν ντοκιμαντερίστικου σινεμά.
"Η σιωπή της Λόρνα" δεν έχει το τόσο ωμό και "ακατέργαστο" νατουραλιστιό στιλ παλιότερων δουλειών τους, όπως, ας πούμε, η "Ροζέτα". Παραμένει όμως μια πολύ δυνατή ταινία και θίγει θέματα και προβλήματα που αγνοούμε επιδεικτικά, αν και βρίσκονται κυριολεκτικά δίπλα μας. Η αλβανίδα Λόρνα κατορθώνει να γίνει βελγίδα με έναν εικονικό γάμο με ένα πρεζόνι και να πλησιάσει στο όνειρό της ή, για κείνη, στην απόλυτη ευτυχία: Να ανοίξει ένα καφέ με τον φίλο της. Γι΄αυτή, όπως και για χιλιάδες άλλους μετανάστες από φτωχές χώρες, η Ευρώπη είναι ο παράδεισος. Με μια μικρή (;;;) διαφορά: Οι πύλες αυτού του παράδεισου ανοίγουν μόνο με απάτη, που σύντομα θα μετατραπεί σε κάτι πολύ πιο σοβαρό. Κι όταν πλέον βρίσκεται πολύ κοντά στην ευτυχία, τότε η κοιμισμένη, "σιωπηλή" συνείδησή της ξυπνά και πρέπει να πληρώσει το τίμημα, που είναι δυσβάστακτο.
Ατομικό δράμα της ηρωίδας, που τινάζει τα πάντα στον αέρα κάνοντας τη δική της επανάσταση όταν σπάζει την επιβεβλημένη "σιωπή" της, που όμως μπλέκεται αξεδιάλυτα με την καταγραφή της κοινωνικής κατάστασης που είναι σαφέστατα υπεύθυνη για το δράμα. Ανελέητη κριτική της σαπίλας που κρύβεται κάτω από την "λουστραρισμένη" επιφάνεια της ευημερούσας Ευρώπης και ταυτόχρονα μια συγκηνιτική, ευαίσθητη ταινία. Το ατομικό και το κοινωνικό στοιχείο σπάνια παντρεύονται τόσο αρμονικά, ενώ σαν ταινία τη βρήκα χωρίς καθόλου κοιλιές και την παρακολούθησα με μεγάλο ενδιαφέρον. Προσωπικά την προτιμώ απ' όλες τις ταινίες των Dardenne.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 17, 2008

ΤΡΕΙΣ ΠΙΘΗΚΟΙ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΤΟΥΡΚΙΑ


Οι "Τρεις Πίθηκοι" του Nuri Bilge Ceylan, ενός από τους ανερχόμενους σύγχρονους τούρκους σκηνοθέτες, είναι, αρχικά, μια καλή ταινία. Ωστόσο υπάρχουν και κάποιες προσωπικές αντιρήσεις. Τα καλά όμως πρώτα.
Πρόκειται για ένα πυκνό, βαρύ δράμα, που μελετά μια τριμελή οικογένεια και την πορεία της προς τη διάλυση. Ωστόσο, ενώ υπάρχει η νεανική εγκληματικότητα, η απουσία του πατέρα, μια παλιά οικογενειακή "πληγή", η απιστία και άλλα τέτοια στοιχεία, αυτό που βρίσκω ενδιαφέρον είναι ότι τα περισσότερα δεινά πηγάζουν από καθαρά κοινωνικοπολιτικά αίτια. Η εξουσία και ο ψυχολογικός εκβιασμός ενός πλούσιου βουλευτή, που πείθει τον πατέρα να μπει φυλακή αντ' αυτού, ανοίγει τους ασκούς του Αιόλου και τα πάντα παίρνουν τον κατήφορο. Η διεφθαρμένη εξουσία και οι τεράστιες οικονομικές ανισότητες λοιπόν βρίσκονται στις ρίζες του οικογενειακού δράματος. Και είναι και εξαιρετιά ενδιαφέρουσα η κατάληξη, που δείχνει ότι η διαφθορά, η απάτη, η μετάθεση ευθυνών, έχουν διαβρώσει και τις χαμηλότερες τάξεις και το κακό διαιωνίζεται, όλα κινούνται σ' έναν αέναο φαύλο κύκλο.
Όλα αυτά, μαζί με σχόλια πάνω στη στάση των σύγχρονων τούρκων σε ερωτικά θέματα, είναι δοσμένα με εξαιρετική σκηνοθετικά άποψη, με χαρακτηριστικά, "πειραγμένα" χρώματα, συχνά με πολύ όμορφες εικόνες. Ίσως όλη αυτή η εικαστική τελειότητα αποπνέει μια ψυχρότητα, ηθελημένη βέβαια. Το κακό όμως, κατά τη γνώμη μου, αυτό που τελικά με κούρασε, είναι οι υπερβολικά αργοί ρυθμοί. Ηθελημένοι και πάλι, για να τονιστεί ίσως η εικαστικότητα των πλάνων, αλλά ομολογώ ότι κουράστηκα αρκετά. Ο Ceylan έχει σίγουρα δυνατή προσωπική ματιά, σκηνοθετική άποψη και συνδυάζει το κοινωνικό με το ατομικό, αλλά θα προτιμούσα λίγο λιγότερο "στυλ", αν αυτό τείνει να προκαλέσει πλήξη.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 16, 2008

Η "ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΑΣ" ΚΑΙ Ο ΒΑΡΕΤΟΣ ΠΛΕΟΝ ΓΚΟΝΤΑΡ


Ο Jean-Luc Godard γυρίζει το "Notre musique" (Η δική μας μουσική) το 2004. Είναι ακόμα πειραματιστής, θέλει διακαώς να σπάσει κάθε αφηγηματική φόρμα και να ανατρέψει τα δεδομένα του "mainstream" σινεμά. Ό,τι όμως στη δεκαετία του 60 φαινόταν ανατρεπτικό, φρέσκο, γεμάτο ζωντάνια και έμπνευση, εδώ μου φαίνεται αρτηριοσκληρωτικό, πειραματικό με ακαδημαϊκό τρόπο (αν μπορεί να σταθεί η φράση αυτή), γερασμένο και, κυρίως, απίστευτα βαρετό.
Ο Γκοντάρ χωρίζει σέ τρία άνισα χρονικά μέρη την ταινία: Κόλαση, Καθαρτήριο, Παράδεισος. Το πρώτο αποτελείται από μια συρραφή σκηνών διαφόρων πολέμων από ντοκιμαντέρ. Πτώματα, βομβαρδισμοί, ερείπια, αγριότητες. Στο δεύτερο βρισκόμαστε στο Σεράγεβο (με τα ερείπια να μένουν ακόμα μετά τον βομβαρδισμό), όπου γίνεται κάποιο συνέδριο, στο οποίο παίρνουν μέρος εβραίοι, παλαιστίνιοι, ινδιάνοι και διάφοροι άλλοι. Ατέλειωτες, ασύνδετες και αποσπασματικές συζητήσεις, ο ίδιος ο Γκοντάρ να δίνει διάλεξη μιλώντας στριφνά και δυσνόητα και σκόρπια πλάνα της πόλης. Σε όλα κυριαρχεί η απόλυτη έλλειψη μυθοπλασίας, χωρίς όμως να σημαίνει ότι μιλάμε για ντοκιμαντέρ. Στο τρίτο μέρος μια κοπέλα (έχοντας, υποθέτω, πετάξει από πάνω της την "κατάρα" του πολιτισμού), περιφέρεται σε μια ειδυλιακή, καταπράσινη φύση, στην οποία της έχουν επιτρέψει να μπει αμερικανοί πεζοναυτες. Αυτά. Το νοήματα δικά σας.
Μπαράζ αποσπασματικών φιλοσοφικών συζητήσεων, παντελής έλλειψη δράσης και το όποιο νόημα (που είμαι σίγουρος ότι υπάρχει) να παραμένει ερμητικά κλειστό στο μυαλό του δημιουργού (ίσως και λίγων φίλων του). Η λέξη που θα χαρακτήριζε για μένα την ταινία είναι "πλήξη".
Δεν είναι μόνο αυτή η ταινία του Γκοντάρ έτσι. Κάνει παρόμοια φιλοσοφικά κινηματογραφικά δοκίμια από τα μέσα της δεκαετίας του 70 και από αυτή του την περίοδο έχω προσωπικά χάσει κάθε ενδιαφέρον για έναν πάλαι ποτέ μεγάλο ανανεωτή του σινεμά. "Η δική μας μουσική" απλώς επιβεβαίωσε τη γνώμη μου. Έχει πάντως ενδιαφέρον το ότι τα ίδια πρωτοποριακά στοιχεία του γκονταρικού σινεμά των 60ς παραμένουν και στις επόμενες ταινίες του. Πόσο διαφορετικά όμως, πόσο ακαδημαϊκά, πόσο βαρετά ή/και δυσνόητα... Αν μη τι άλλο, ο Γκοντάρ έχει για μένα ενδιαφέρον ως μια απίστευτη περίπτωση κινηματογραφικής μετάλλαξης: Από το εξαιρετικά ενδιαφέρον στην καταβύθιση στην αφόρητη πλήξη.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 14, 2008

ΖΟΥΣΕ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ


Ας ξεκαθαρίσουμε από την αρχή ότι το να δεις σήμερα το "Ζούσε τη Ζωή της" (Vivre sa vie) του Jean-Luc Godard, του 1962, είναι μια δύσκολη (ή και αφόρητη) εμπειρία για ένα σύγχρονο θεατή εθισμένο στον τρόπο αφήγησης και τις ταχύτητες του σύγχρονου Χόλιγουντ. Και, βεβαίως, επειδή τόσα χρόνια μετά, η ταινία παραμένει προκλητική, μοντέρνα, πειραματική σε κάποια σημεία της... και πολλά άλλα αντισυμβατικά.
Ωστόσο είναι μια από τις καλύτερες του πρώιμου (και καλύτερου) Γκοντάρ - τον οποίο, σημειωτέον, προσωπικά δεν αντέχω από τα μέσα της δεκαετίας του 70 μέχρι σήμερα. Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας γυναίκας που εγκαταλείπει σύζυγο και παιδί και βαθμιαία καταλήγει να γίνει πόρνη.
Όμως, όπως και σε όλες τις ταινίες του Γκοντάρ της δεκαετίας του 60, η ιστορία είναι πρόσχημα, αφού προέχει ο τρόπος αφήγησης, η ρήξη με τους παραδοσιακούς τρόπους, αλλά και η σχεδόν ντοκιμαντερίστικη κινηματογράφηση του καθημερινού Παρισιού (οι δρόμοι, οι αφίσες, τα αυτοκίνητα, τα καφέ, τα ξενοδοχεία κλπ.) Αν με μια λέξη θα έπρεπε να χαρακτηρίσω τον τρόπο του Γκοντάρ, θα διάλεγα τη λέξη αποστασιοποίηση: Η ταινία είναι χωρισμένη σε 12 κεφάλαια, με τίτλους το καθένα, η σκηνοθετική ματιά είναι ψυχρή, σα να παρακολουθεί αντικειμενικά τα τεκταινόμενα δίχως να παίρνει θέση, η αφήγηση σε κάποια σημεία διακόπτεται από φιλοσοφικές συζητήσεις και σχόλια (όχι πολλά, μην τρομάξετε πολύ), κάνοντας έτσι τον θεατή να την παρακολουθεί σα να διαβάζει ένα δοκίμιο και όχι ένα μυθιστόρημα.
Παρ' όλα αυτά τα για πολλούς στριφνά, η ταινία για μένα διατηρεί μια αξεπέραστη γοητεία και φρεσκάδα. "Φταίει" η πανέμορφη Άννα Καρίνα (ίσως πιο όμορφη από ποτέ), την οποία ο φακός παρακολουθεί σχεδόν συνεχώς σαν ερωτευμένος (νομίζω ότι ο Γκοντάρ ήταν όντως ερωτευμένος μαζί της αυτή την εποχή), "φταίει" η πανέμορφη ασπρόμαυρη φωτογραφία που δείχνει ένα σύγχρονο (για τότε) Παρίσι αποφεύγοντας κάθε τουριστική γραφικότητα, η καταβύθιση σε μια ποπ κουλτούρα (τζουκ μποξ, αυτοκίνητα, φλιπεράκια, ποπ μουσική - το ροκ δεν είχε γίνει ακόμα τότε αυτό που ξέρουμε σήμερα - αφίσες κλπ.), η έντονη σινεφιλία που δεν κρύβεται (από την "Jan d'Arc" του Ντράγερ μέχρι σύγχρονους και φίλους του Γκοντάρ γάλους σκηνοθέτες της νουβέλ βαγκ, όπως η αφίσα του "Ζιλ και Τζιμ" του Τριφό που δεσπόζει έξω από ένα σινεμά)... κι ένα σωρό άλλες λεπτομέρειες που συνθέτουν την συνολική εικόνα. Κι αν η τελευταία δραματική σκηνή φαντάζει ξεκάρφωτη και κάπως ψεύτικη, μάλλον πρόκειται για έναν ακόμα τρόπο ανατροπής παραδοσιακών αφηγηματικών δομών, σύμφωνα με τις οποίες όλα θα έπρεπε να κορυφώνονται καθώς οδηγούμαστε στο κρεσέντο του φινάλε, εδώ όμως τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει...
Εξαιρετικό δείγμα της περίφημης γαλικής νουβέλ βαγκ, αλλά για λίγους. Για όσους ψάχνουν την ιστορία του σινεμά, για όσους αντέχουν παράδοξα δείγματα γραφής ή για τους αμετανόητους λάτρεις του μοντέρνου.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 13, 2008

MORE DRUGS, MORE SEX, MORE HOLIDAYS


Υπάρχουν πολλές ταινίες για τα 60ς, το έχουμε ξαναπεί. Και υπάρχουν και πολλές για τα ναρκωτικά (συχνά αυτά πάνε μαζί). Ξεχωριστή θέση ανάμεσά τους κατέχει βέβαια το More, πρώτη ταινία του Barbet Schroeder, ακόμα και λόγω της εποχής που γυρίστηκε (1969), όταν δηλαδή η φάση ακόμα ήταν κραταιά και "έβραζε". Θεωρώ βέβαια τον Schroeder άνισο σκηνοθέτη, που έχει κάνει πράγματα που αγαπώ κι άλλα που απεχθάνομαι. Το More ωστόσο είναι από τα καλά του, έστω και μόνο χάρη στην περίοπτη θέση που κατέχει σαν καταγραφή μιας εποχής.
Ένας νεαρός γερμανός, που μόλις τέλειωσε το κολλέγιο, κάνει ωτοστόπ για Παρίσι - αν και ουσιαστικά δεν έχει κανέναν βασικό προορισμό. Εκεί γνωρίζει και ερωτεύεται μια όμορφη αμερικάνα και την ακολουθεί στην Ίμπιζα, όπου θα εγκατασταθούν πειραματιζόμενοι με το σεξ και, κυρίως, με τα ναρκωτικά. Οι ιδυλλιακές σκηνές σύντομα θα δώσουν τη θέση τους σε τραγικές και όλα θα καταλήξουν όχι με τον καλύτερο δυνατό τρόπο...
Οι περισσότεροι βλέπουν το More σαν μια ταινία για τα ναρκωτικά και νομίζω ότι αυτό είναι το θέμα που δεσπόζει. Ο Schroeder από την άλλη έχει δηλώσει ότι τον ενδιέφερε κυρίως η σχέση των δύο ηρώων και οι διαφορετικές προσεγγίσεις τους στον έρωτα (εκείνος την αγαπά παθιασμένα, εκείνη είναι κάπως πιο απόμακρη και κρύβει μυστικά και εκπλήξεις) κι ότι τα ναρκωτικά χρησιμοποιήθηκαν απλώς για να διευκολύνουν το σενάριο. Ισχύει βέβαια κι αυτό, αλλά είναι τόσο δυνατό το θέμα των "ουσιών", που νομίζω ότι, έστω και παρά τη θέληση του σκηνοθέτη, καλύπτει όλα τα άλλα, όταν μάλιστα υπάρχουν σημεία που δεν διστάζει να μιλήσει ανοιχτά για τις μεγάλες διαφορές των ναρκωτικών και να πει ότι κακώς μπαίνουν όλα στο ίδιο τσουβάλι. Είπαμε ότι σημαντικό ρόλο παίζει και η καταγραφή του χίπικου κλίματος της εποχής (αν και εδώ δεν υπάρχουν νύξεις για επανάσταση και αλλαγή του κόσμου, οι ήρωες απλώς ζουν την εποχή δίχως να παίρνουν ουσιαστικές θέσεις), το κλίμα της Ίμπιζα, που υπήρξε τότε σημαντικό κέντρο του χιπισμού, και βέβαια υπάρχει και το εξαιρετικό, υποβλητικό σάουντρακ των Pink Floyd, που γράφτηκε ειδικά για το φιλμ (από τους καλύτερους πρώιμους δίσκους τους). Για όλα αυτά το More δικαίως θεωρείται ένα μικρό καλτ, χωρίς ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, να είναι πολύ μεγάλη ταινία.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 12, 2008

ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΑΓΓΕΛΟ


"Το Σημάδι ενός αγγέλου" (L'Empreinte de l'Ange) του Safy Nebbou είναι μια παράξενη γαλική ταινία που ακροβατεί ανάμεσα στο θρίλερ και την "αληθινή ιστορία". Μια ώριμη, χωρισμένη γυναίκα, μητέρα ενός αγοριού, που έχει χάσει στο παρελθόν μια νεογέννητη κόρη, νοιώθει μια ακαταμάχητη έλξη (όχι ερωτική, να το ξεκαθαρίσουμε) για το εφτάχρονο κοριτσάκι μιας ευκατάστατης οικογένειας, νοιώθοντας ότι είναι δικό της παιδί. Από εκεί και πέρα θα μπει σε μια εξαιρετιά δύσκολη φάση, που δίνεται σκηνοθετικά σαν ψυχολογικό θρίλερ.
Μέχρι ένα προχωρημένο μέρος της ταινίας ο θεατής αναρωτιέται αν η όλη φάση περιγράφει μια βαθύτατη ψυχολογική αρρώστεια, μια παράνοια, ή αν εμπλέκονται μεταφυσικά στοιχεία. Καθώς η ένταση κλιμακώνεται και η ευτυχία της καθημερινότητας χάνεται από την εύπορη οικογένεια, οδηγούμαστε στη "μονομαχία" δύο γυναικών (δύο μητέρων καλύτερα) για ένα παιδί και, ταυτόχρονα, απολαμβάνουμε τη μονομαχία δύο πολύ καλών ηθοποιών, της Κατρίν Φροτ και της Σαντρίν Μπονέρ. Και επειδή όλα αυτά συμβαίνουν σε γαλική ταινία, μην περιμένετε ακρότητες, βία, εφφέ ή απόλυτη βύθιση στην παράνοια. Αντίθετα, η ταινία είναι χαμηλότονη, δίχως ξεσπάσματα, με κάποια κλιμάκωση μετά το μέσο, όταν η κατάσταση γίνεται ασφυκτική. Παρά το χαμηλότονο ύφος της πάντως, την παρακολούθησα με ενδιαφέρον μέχρι τη μάλλον συγκινητική κατάληξη.
Ευαίσθητο αν και (κατά κάποιον τρόπο) θρίλερ, δεν συνίσταται στους εχθρούς του γαλικού σινεμά, που θα περίμεναν περισσότερες "εκρήξεις" και μια όχι τόσο διακριτική σκηνοθετική ματιά. Οι υπόλοιποι νομίζω ότι θα ικανοποιηθούν με την κορύφωση του ψυχολογικού παιχνιδιού και (χωρίς να το θεωρώ κι εγώ αριστούργημα) θα το θεωρήσουν μια αρκετά καλή ταινία.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 11, 2008

DRUGS, MONEY AND ROCKNROLLA


Ή, αν δεν το καταλάβατε, το "Rocknrolla" είναι η καινούρια ταινία του Guy Ritchie, που δεν ξέρω πόσο καινούρια είναι, αφού, από τα σέπια χρώματα που κυριαρχούν μέχρι τις coοl ατάκες και το σχετικά πολύπλοκο στόρι, θυμίζει έντονα τις "Καπνισμένες Κάνες" και την "Αρπαχτή".
Έτσι λοιπόν βρισκόμαστε και πάλι στον γραφικό (;) κόσμο της βρετανικής παρανομίας με μεγαλογκάνγκστερς, μικροαπατεώνες, πρεζόνια, εκτελεστές, τελειωμένους ροκ σταρς και μεγάλους ρώσους "επενδυτές" (βλέπε καραπαράνομους) να εμπλέκονται σε ένα μπερδεμένο κουβάρι με άλλοτε αλληλοσυγκρουόμενα και άλλοτε όχι συμφέροντα και βλέψεις. Και κατά λάθος (δεν πρόκειται για κλοπή, όπως σε πολλές αντίστοιχες ταινίες) χώνεται στο μέσο κι ένας πίνακας που όλοι θέλουν για διαφορετικούς λόγους και το πράγμα έρχεται και δένει.
Οι επιρροές από Ταραντίνο είναι εμφανείς, η βία εναλλάσσεται με την πλάκα, οι cool ατάκες, όπως είπαμε και πιο πάνω, υπάρχουν, τα διάφορα σκηνοθετικά κολπάκια δίνουν και παίρνουν, οι ταχύτητες όμως είναι σχετικά πεσμένες αν τις συγκρίνουμε με τις δύο ταινίες του Ritchie που αναφέραμε. Υπάρχει και η σύγκρουση παλιού - καινούριου, σε επίπεδο υποκόσμου πάντοτε, καθώς η νέα, νεοπλουτίστικη τάξη, εκπροσωπούμενη βέβαια κυρίως από ρώσους μεγιστάνες, έρχεται να πάρει τη θέση των "παλιών, καλών, παραδοσιακών" Άγγλων γκάνγκστερς, που σκότωναν με πιο γραφικούς τρόπους και ήταν πιο εμφανώς καθίκια σε σχέση με τους ψυχρούς και άψογους εξωτερικά ρώσους. Ααααχ οι παλιοί, καλοί καιροί... Τελικά φαίνεται ότι τους καίει πολύ τους βρετανούς ότι οι δικοί τους, ντόπιοι κακοποιοί χάνουν έδαφος από τους αλλοδαπούς. Προσωπικά βέβαια καρφί δεν μου καίγεται για το ποιος θα κάνει τις πουστιές και θα ελέγχει τη μαφία της κάθε χώρας, τέλος πάντων...
Η ταινία λοιπόν είναι διασκεδαστική, διαθέτει ηθελημένες απιθανότητες, έχει στιλ, πλην όμως ένοιωθα ότι όλα αυτά τα είχα ξαναδεί. Αν βλέπετε πρώτη φορά ταινία του Ritchie μάλλον θα κάνετε τον χαβαλέ σας και θα περάσετε καλά (και μετά θα την ξεχάσετε). Αν όμως τον έχετε ξαναδεί, πιθανόν θα συμφωνήσετε ότι το "κακό" τρίτωσε κι ότι καιρός είναι να αλλάξει πηγές έμπνευσης και να κάνει τίποτα πιο ουσιαστικό.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 09, 2008

"ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ" ΜΕ ΕΝΤΟΜΑ ΚΑΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΣ


Το 1985 ο Dario Argento γυρίζει τα "Φαινόμενα", μια ταινία τρόμου που συνδυάζει το μεταφυσικό στοιχείο με έναν σίριαλ κίλερ. Εδώ ο Argento "παντρεύει" τα δύο αυτά διαφορετικά είδη τρόμου: Το κλασσικό σπλάτερ με σειρά ειδεχθών δολοφονιών και το υπερφυσικό στοιχείο.
Μια νεαρή αμερικανίδα, κόρη διάσημου ηθοποιού, πηγαίνει έγκλειστη σε ελβετικό σχολείο θηλέων, όπου όμως δρα ένας κατά συρροήν δολοφόνος με θύματα - τι άλλο; - κοπέλες. Ωστόσο και η ηρωίδα διαθέτει υπερφυσικές δυνάμεις και συγκεκριμένα την ικανότητα να επικοινωνεί, να "ελέγχει" και να διαγείρει κατά βούλησιν τα έντομα. Υπάρχει φυσικά στο τέλος και η αποκάλυψη του δολοφόνου, καθώς και μερικές άλλες αποκαλύψεις.
Η ιστορία με την αμερικανίδα σε ένα σχολείο θηλέων θυμίζει φυσικά πολύ την αντίστοιχη στο Suspiria. Σε σχέση με άλλες του ταινίες η ηθοποιία είναι, νομίζω, βελτιωμένη, καθώς οι καλοί πρωταγωνιστές είναι η Τζένιφερ Κόνελι (σε μικρή και τρυφερή ηλικία) και ο Ντόναλντ Πλέζανς στο ρόλο ενός ανάπηρου εντομολόγου. Ωστόσο το σενάριο είναι, όπως πάντα, αρκετά πρόχειρο, σήμα κατατεθέν αυτό του Argento, (γιατί η πρώτη κοπελίτσα - θύμα φορούσε λεπτό κοντομάνικο πουκαμισάκι μέσα στον ψόφο, κάτω από τις χιονισμένες Άλπεις;) με κάμποσες αψυχολόγητες ενέργειες διαφόρων χαρακτήρων. Από την άλλη έχει πλάκα το ότι μεταφέρει την ζοφερή ατμόσφαιρα τρόμου στην "κυριλέ" και ειδυλιακή Ελβετία, κάτω από τις Άλπεις. Πάντως σαν θρίλερ τρόμου παρακολουθείται με ενδιαφέρον, δίχως αυτό να σημαίνει ότι το θεωρώ και αριστούργημα του είδους. Διαθέτει και μερικές εντυπωσιακές και ατμοσφαιρικές σκηνές σπλάτερ και όχι μόνο, με έμφαση σε έντομα και σκουλήκια, οπότε νομίζω ότι θα ικανοποιήσει τους φίλους του είδους (αποκλειστικά σ' αυτούς απευθύνεται άλλωστε). Με όλα τα τυπικά μείον του σινεμά του ιταλού δημιουργού βεβαίως.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 07, 2008

POWAQQATSI Ή Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ


6 χρόνια μετά το Koyanisqaatsi, το 1988 δηλαδή, ο Godrey Reggio γυρίζει το δεύτερο μέρος, το Powaqqatsi. Φυσικά το στιλ, η "συνταγή" αν θέλετε, είναι ίδια: Εικόνες απ' όλο τον κόσμο, μερικές συγκλονιστικές, παρελαύνουν μπροστά μας, άλλες σε αργή κίνηση, άλλες σε γρήγορη, και τα πάντα πλημμυρίζουν από τη μουσική που έγραψε και πάλι για το φιλμ ο Philip Glass.
Εδώ η φύση, που έκανε αισθητή την παρουσία της στο Koyanisqaatsi, απουσιάζει εντελώς. Αποκλειστικό θέμα είναι οι άνθρωποι, κυρίως αυτοί του Τρίτου Κόσμου. Χωρίς σχόλια ή λόγια, τους βλέπουμε σε πλήθος από δραστηριότητες: Κυρίως να δουλεύουν, δουλειές σκληρές, γεμάτες κόπο, αλλά και να γιορτάζουν, να προσεύχονται, να πανηγυρίζουν, να περπατάνε στις πόλεις ή στην ύπαιθρο... Το βάρος επίσης πολλές φορές πέφτει στη συνύπαρξη του παλιού, του παραδοσιακού στοιχείου με το σύγχρονο, την τεχνολογία, την μεγαλούπολη με τους ουρανοξύστες κλπ.
Η ροή των εικόνων αφήνει στο θεατή πιθανώς αντικρουόμενες "γεύσεις". Από τη μία συμπάσχει αντικρύζοντας τον ανθρώπινο μόχθο, τον αδιάκοπο αγώνα για ζωή, πολύ συχνά σε περιβάλλοντα που θυμίζουν κόλαση (ορυχεία, άνυδρες ερήμους, σύγχρονες, άσχημες, τσιμεντένιες και απρόσωπες μεγαλουπόλεις κλπ.) Από την άλλη βιώνει την απόλυτη εξαφάνιση της φύσης, τον βιασμό της από τον άνθρωπο, την εξάντληση των πόρων της. Άλλωστε Powaqqatsi, στη γλώσσα των Ινδιάνων, σημαίνει "μια οντότητα που ζει σε βάρος των άλλων, που εξαντλεί τα πάντα γύρω του δίχως να σκέφτεται".
Ίσως εδώ το μοντάζ φαίνεται κάπως πιο "τυχαίο" σε σύγκριση με την πρώτη ταινία, με συχνά πισωγυρίσματα σε θέματα που έχουμε ήδη δει (μου φάνηκε μάλιστα ότι το δέσιμο μουσικής και εικόνας υστερούσε κάπως), η μουσική του Γκλας έχει περισσότερα έθνικ στοιχεία, ενώ συχνά οι εικόνες είναι πανέμορφες, δίνοντας έτσι την αίσθηση ενός πιο "καλλιγραφικού" φιλμ. Αυτό που μένει πάντως είναι ένας απίστευτος πλούτος, μια ποικιλία ανθρώπων, χρωμάτων, δραστηριοτήτων, τόπων, δείχνοντάς μας ποσο πλούσιος είναι ο πλανήτης και πόση διαφορετικότητα κρύβει. Ελπίζω να το ξέρετε ήδη: Όσα κάνουμε, πιστεύουμε, ο τρόπος ζωής μας γενικότερα, δεν είναι υποχρεωτικά ο σωστός (ή ο μόνος σωστός) και, κυρίως, δεν είναι ο μόνος. Γύρω μας υπάρχουν πολλές διαφορετικές καταστάσεις...
Αν το βλέπαμε ξεκομμένο, σίγουρα θα εντυπωσιαζόμαστε. Ωστόσο το Powaqqatsi φέρει υποχρεωτικά το βάρος του "νο 2", κάτι δηλαδή που έχουμε ξαναδεί. Αν το ξεχάσετε αυτό, σίγουρα πρόκειται για μια ακόμα εμπειρία.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 06, 2008

KOYAANISQATSI 'Η Η ΖΩΗ ΔΙΧΩΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ


Όταν το Koyaanisqatsi του Godfrey Reggio προβλήθηκε για πρώτη φορά το 1982 ήταν μια πέρα για πέρα διαφορετική εμπειρία. Και τέτοια παραμένει και σήμερα, παρά τα εκατομμύρια βιντεοκλίπ ή τις εικόνες από κομπιούτερ που έχουμε καταναλώσει έκτοτε.
Τι είναι το Koyaanisqatsi; Θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει ως ένα γιγάντιο, σχεδόν δίωρο βιντεοκλίπ. Ή, πάλι, μια οικολογική ταινία δίχως λόγια. Ή, απλώς μια συρραφή από πανέμορφες εικόνες που παρελαύνουν άλλοτε με φρενήρη ταχύτητα κι άλλοτε εντελώς νωχελικά μπροστά στα μάτια μας.
Για όσους δεν γνωρίζουν τίποτα γι' αυτό, θα πούμε ότι πρόκειται για ένα παράξενο είδος ντοκιμαντέρ (αν και ο όρος δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι τ1982)αιριάζει εδώ), όπου στο πρώτο μέρος παρελαύνουν εικόνες της παρθένας φύσης και στη συνέχεια εικόνες "πολιτισμού", σύγχρονων πόλεων για την ακρίβεια. Η αντιπαράθεση γεννά πάμπολλους συνειρμούς για την παράνοια του πολιτισμού μας, το άγχος της σύγχρονης ζωής, το διαρκές τρέξιμο των ανθρώπων, το πόσο μοιάζουν οι μεγαλουπόλεις με αχανείς μυρμηγκοφωλιές όπου εκατομμύρια έντομα (εμείς) τρέχουν ασταμάτητα και για ό,τι άλλο μπορεί να σκεφτεί ο κάθε θεατής. Το βασικό χαρακτηριστικό όμως του φιλμ είναι η μουσική. Ο γνωστός Philip Glass έγραψε γι' αυτό μια σειρά από μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια (δίχως λόγια φυσικά) που ακούγονται αδιάκοπα (η μουσική του έχει ακριβώς την ίδια διάρκεια με το φιλμ) "ντύνοντας" τις εικόνες - αν και πολλοί θα έλεγαν ότι οι εικόνες "ντύνουν" τη μουσική. Το σίγουρο πάντως είναι ότι ήχοι και εικόνες αλληλοσυμπληρώνονται, μπλέκονται αξεδιάλυτα, δημιουργώντας ένα απόλυτα αδιάσπαστο σύνολο. Θα ήταν πραγματικά αδιανόητο να σκεφτούμε την ταινία δίχως τη μουσική της. Γι' αυτό και στην αρχή μίλησα για ένα είδος γιγάντιου βιντεοκλίπ, δίχως ιστορία ή λόγια.
Η έλλειψη λόγου κάνει τη ταινία πανανθρώπινη. Μπορεί να προβληθεί οπουδήποτε δίχως το "φράγμα" της γλώσσας. Ο Reggio χησιμοποιεί άλλοτε slow motion και άλλοτε υπερεπιταχυμένες εικόνες, ανάλογα με το τι δείχνει και, φυσικά, ανάλογα με τη μουσική. Και νομίζω ότι με μαγικό τρόπο, τόσο τα πολύ αργά πλάνα όσο και τα ιλιγγιώδη λειτουργούν θαυμάσια.
Ίσως δεν είναι ταινία για όλους, αφού αγγίζει τα όρια του πειραματικού. Ίσως πολλοί κουραστούν ή βαρεθούν. Ωστόσο η ταινία λειτουργεί σαν ένα απόλυτο τριπ, στο οποίο συμμετέχουν κάμποσες αισθήσεις. Θα πρότεινα να αφεθείτε εντελώς στη γοητεία του, ακόμα και να μη σκέπτεστε όσο βλέπετε, αν αυτό είναι δυνατό. Αν ο συνδυασμός ήχου και εικόνας δεν καταφέρουν να σας "πάρουν", σταματείστε το. Δεν έχει νόημα.
ΥΓ: Koyaanisqatsi είναι μια ινδιάνικη λέξη που σημαίνει "τρελή ζωή", "ζωή δίχως ισορροπία" ή κάτι τέτοιο. Οι δημιουργοί, φαντάζομαι, εννοούν κυρίως το οικολογικό μέρος, το κομμάτι της ανισορροπίας με τη φύση και τη συστηματική καταστροφή της από τον άνθρωπο.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 01, 2008

ΤΥΦΛΑ ΠΟΝΤΙΚΙΑ ΚΑΙ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΕΜΒΑΘΥΝΣΗ


Το "Three Blind Mice" (Τρία τυφλά ποντίκια, 2008) του Matthew Newton είναι μια αυστραλέζικη ταινία που έχει κάνει τον γύρο πολλών φεστιβάλ και έχει μάλιστα βραβευτεί σε μερικά (και στη Θεσσαλονίκη). Περιγράφει την τελευταία νύχτα στο Σίντνεϊ τριών αξιωματικών του ναυτικού που το πρωί σαλπάρουν για το Ιράκ. Πολλά και διάφορα, αναπάντεχα κυρίως, συμβαίνουν την ατέλειωτη αυτή νύχτα καθώς οι τρεις τους, με εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες, στόχους και προτεραιότητες στη ζωή προσπαθούν να κάνουν όσο το δυνατόν περισσότερα, αφού δεν ξέρουν τι θα τους ξημερώσει.
Πρόκειται για ψυχολογική κατά βάση ταινία, καθώς οι ανατροπές συμβαίνουν όσον αφορά τα γεγονότα της νύχτας και τις αποκαλύψεις από το παρελθόν, κυρίως όμως συμβαίνουν στην αποκάλυψη των αληθινών χαρακτήρων τους, στο πέσιμο των μασκών, στο ξεγύμνωμα της ψυχής του καθενός. Η αρχική εικόνα που ο θεατής αποκομίζει από τη ψυχοσύνθεση των τριών φίλων δεν είναι υποχρεωτικά η αληθινή...
Όπως καταλάβατε το Ιράκ - θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε μακρινή αποστολή - λειτουργεί σαν πρόσχημα, προκειμένου να έχουμε μια "τελευταία νύχτα" για να πέσουν οι άμυνες και να ριχτεί περισσότερο φως στην προσωπικότητα του καθενός. Μην νομίζετε, λοιπόν, σε καμιά περίπτωση ότι θα δείτε μια ακόμα ταινία για τον βρώμικο πόλεμο του Ιράκ ή μια πολιτική ταινία - καταγγελία.
Ενδιαφέροντα όλα αυτά, καλές ηθοποιίες, προσοχή στη σκηνοθεσία, ωστόσο συνολικά η ταινία με έκανε μάλλον να βαρεθώ με το συνεχές μπλα μπλα και τα συνεχή κοντινά πλάνα στα πρόσωπα. Νομίζω ότι μάλλον της λείπει το νεύρο, αυτό το κάτι που θα καθηλώσει τον θεατή. Δεν την βρήκα για πέταμα, ούτε όμως με άγγιξε ιδιαίτερα.

Σάββατο, Νοεμβρίου 29, 2008

Η ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΛΛΟΝ ΑΣΤΕΙΟ ΣΠΛΑΤΕΡ


Προσωπικά το αγνοούσα, αλλά έμαθα ότι πρόκειται για μια σειρά βραζιλιάνικων ταινιών τρόμου (και σπλάτερ) με ήρωα τον φριχτό και σαδιστή Coffin Joe, που υπάρχει από τη δεκαετία του 60 από τον ίδιο πάντα σκηνοθέτη, τον José Mojica Marins. Το τελευταίο πόνημα της σειράς είναι η "Ενσάρκωση του Κακού" (Encarnacao do Demonio, 2008). Όπου ο εν λόγω Coffin Joe, ο οποίος είναι ένας σαδιστής σίριαλ κίλερ, αλλά με υπερφυσικές ικανότητες, κάτι σαν επί γης ενσάρκωση του Κακού, συνεχίζει την αναζήτησή του (προφανώς αυτό έκανε και στις άλλες ταινίες της σειράς): Να βρει την τέλεια γυναίκα που θα κάνει το παιδί του, ώστε να διαιωνιστεί το "είδος". Μόνο που τώρα, 40 χρόνια μετά την αρχή των περιπετειών του, αποφυλακίζεται (είχε κλειστεί μέσα ως κοινός σίριαλ κίλερ) και, γέρος ών, συνεχίζει ακάθεκτος. Ταυτόχρονα σκοτώνει με εφιαλτικούς (και ευρηματικούς) τρόπους γυναίκες που δεν κρίνει "τέλειες" (ομολογώ ότι δεν κατάλαβα ακριβώς τα κριτήριά του), ενώ υπάρχουν και "αφηρημένες" σκηνές από εφιάλτες, όπου ο ήρωας οδηγείται στην κόλαση, καθώς και ασπρόμαυρες σκηνές - φλας μπακ από... προηγούμενες ταινίες του.
Αυτά τα ωραία. Η ταινία διαθέτει μπόλικο κιτς, έντονο μπαρόκ στοιχείο (βαρυφορτωμένα σκηνικά, πομπώδη μουσική, βαρύ, στομφώδες παίξιμο από τον πρωταγωνιστή κλπ). Ο οποίος πρωταγωνιστής είναι ο ίδιος ο σκηνοθέτης, μια αλησμόνητη φιγούρα στα 68 του, κάτι σαν Όρσον Ουέλλες ντυμένος Δράκουλας. Η υπόθεση είναι παιδαριώδης, το αίμα (συνοδευόμενο με αρκετό σεξ) ρέει άφθονο, η σκηνοθεσία ατμοσφαιρική, μπαρόκ (όπως είπαμε), αλλά και αδέξια και γενικά γέλασα αρκετά - μιλάω για το είδος γέλιου που ρίχνει κανείς όταν βλέπει μέτριες ταινίες τρόμου. Όλα τα λεφτά η εμφάνιση στη συζήτηση του ίδιου του σκηνοθέτη (αυτός που βλέπετε στην αφίσα), ντυμένου όπως ακριβώς τον βλέπετε στην αφίσα (ναι, και με το νύχι), όπου έκανε επί σκηνής με τη βαριά, γεμάτη στόμφο φωνή του επικλήσεις στο κακό, υποθέτω (μιλούσε, βλέπετε, άπταιστα βραζιλιάνικα).
Συνίσταται αποκλειστικά και μόνο σε φίλους του είδους, που θα έχουν όμως και λίγη διάθεση για γέλιο.