Τρίτη, Ιουλίου 29, 2008

"ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΙΣΤΕΨΩ" ΣΤΑ X-FILES, ΑΛΛΑ...


Έχει ενδιαφέρον το ότι έτυχε να δω σχεδόν δίπλα - δίπλα δύο χολιγουντιανά (wanabee) μπλαγκμπάστερ, τον Batman του Νόλαν και το X-Files: I want to believe (2008) (αλήθεια, έτσι λέγεται) του τηλεοπτικού μέχρι πρόσφατα Chris Carter, για να πειστώ για μια ακόμα φορά ότι ούτε η πεμπτουσία του σινεμά είναι το Χόλιγουντ, αλλά ούτε και κάτι που παράγει 100% σαβούρες. Όπως κάθε είδος, σχολή, στιλ, χώρα ή ό,τι άλλο, δημιουργεί εξαιρετικ2008)ά πράγματα και σκουπίδια. Απλώς τα χολιγουντιανά (είτε στη μια κατηγορία ανήκουν είτε στην άλλη) διαφημίζονται και ακούγονται πολύ περισσότερο από τα σκανδιναβικά ή τα κορεάτικα π.χ. αντίστοιχα προϊόντα. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο.
Όπως θα καταλάβατε, μετά τον ενθουσιασμό μου για τον Μπάτμαν ήρθε η σειρά της απογοήτευσης από τα τελευταία X-Files (και από τα προηγούμενα δηλαδή). Η ταινία ξεκινά με κάποιο ενδιαφέρον, το οποίο όμως γρήγορα εξατμίστηκε για να δώσει τη θέση του σε μια ρουτινιάρικη παραγωγή, σκηνοθεσία και όλα τα άλλα, με πλήθος κλισέ και πράγματα που όσοι έβλεπαν τη σειρά τα ψιλοξέρουν: Εκείνος πιστεύει στα διάφορα παρα- ή μετα- φυσικά, εκείνη είναι επιστήμονας, θέλει αλλά δεν μπορεί κλπ. Μάλλον ανέμπνευστο σενάριο με αχταρμά από παραψυχολογία με οράματα, α λα Φρανκενστάιν πειράματα και ιατρικές ανακαλύψεις (που βρίσκονται εν μιά νυκτί μέσω Google), με απαραίτητο ολίγο Θεό στο τέλος και συζητήσεις περί πίστης και συγχώρεσής Του προς κάθε είδους απολωλότα πρόβατα. Ο Θεός, βλέπετε, συχνά εμπλέκεται σε παρόμοια (αμερικάνικα κυρίως) θέματα και αποτελεί ασφαλές κερασάκι στην τούρτα.
Ίσως να μη βαρεθείτε απόλυτα, να το δείτε με κάποιο ενδιαφέρον μέχρι τέλους, αυτό όμως δεν αρκεί για να το κάνει καλή ή έστω αξιομνημόνευτη ταινία. Θα σκεφτώ πολύ να δω το τρίτο...
ΥΓ: Πόσες φορές σε παρόμοια φιλμ το αυτοκίνητο θα τρακάρει, θα κάνει καμιά δεκαριά τούμπες, θα γίνει περίπου λιώμα, αλλά ο ήρωας θα βγει σώος και αβλαβής απ' αυτό (ψέματα, με λίγο αιματάκι στο μέτωπο) και μάλιστα έτοιμος για δράση και περαιτέρω περιπέτειες; Τι διάολο, μόνο εμείς οι υπόλοιποι σκοτωνόμαστε με κάθε στούκα στην άσφαλτο;

Παρασκευή, Ιουλίου 25, 2008

ΑΝΘΡΩΠΟΙ, ΠΟΝΤΙΚΙΑ ΚΑΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΘΕΙΟΙ


Ο Alain Resnais είναι από τους σημαντικότερους και πιο πρωτότυπους δημιουργούς που πέρασαν ποτέ από το σινεμά, όχι όμως και ο πιο εύκολος. Το 1980 κάνει μια από τις πιο παράξενες ταινίες του, τον "Θείο μου από την Αμερική" (Mon oncle d' Amerique). Πρόκειται για μια από τις ελάχιστες στιγμές στην ιστορία του που ο κινηματογράφος προσπαθεί μέσα από τη μυθοπλασία να "αποδείξει" μια καθαρά επιστημονική θεωρία.
Ο γάλλος βιολόγος Ανρί Λαμπορί πιστεύει ότι στην πραγματικότητα οι άνθρωποι διαφέρουν από τα ζώα πολύ λιγότερο απ' όσο νομίζουμε. Θεωρεί ότι διαθέτουμε 3"στρώματα" εγκεφάλου, από τα οποία μόνο το 3ο είναι καθαρά ανθρώπινο (λογική κλπ.) Η συμπεριφορά μας καθορίζεται από πολύπλοκους συνδυασμούς των 3 αυτών φλοιών και, τελικά, σε παρόμοια ερεθίσματα αντιδρούμε με παρόμοιους τρόπους, όπως δηλαδή τα (πειραματόζωα) ποντίκια.
Τι σχέση έχουν όλα αυτά με το σινεμά; Στην ταινία του Ρενέ ο ίδιος ο βιολόγος αναλύει τις θεωρίες του (στο μικρό ντοκιμαντερίστικο δηλαδή μέρος), ενώ σε μια κανονική, ρεαλιστική μυθοποπλασία επινοούνται καθημερινές ανθρώπινες καταστάσεις κατά τις οποίες οι ήρωες αντιδρούν ακριβώς με τον τρόπο που η θεωρία περιγράφει. Για τον λόγο αυτόν ο Ρενέ μελετά τις ζωές 3 διαφορετικών ανθρώπων: Ενός διανοούμενου - συγγραφέα, μιας ηθοποιού από αριστερή οικογένεια και με αριστερές πεποιθήσεις και ενός επαρχιώτη, συντηρητικού οικογενειάρχη, στελέχους επιχείρησης. Επαγγελματικές και αισθηματικές περιπέτειες και συγκρούσεις και, σε τακτά διαστήματα, ο Λαμπορί να μιλά για τις θεωρίες του.
Το αποτέλεσμα, μίξη ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας, αν και κάπως στρυφνό και απευθυνόμενο κυρίως σε σινεφίλ, είναι ενδιαφέρον και εξαιρετικά πρωτότυπο, ενώ εμείς μένουμε να αναρωτιόμαστε: Τελικά είμαστε τόσο σπουδαίοι ως είδος όσο νομίζουμε (ή θα θέλαμε) ή μόνο ένα κάπως πιο εξελιγμένο ζώο, που καθορίζεται κυρίως από προϋπάρχουσες μνήμες και ένστικτα;

Πέμπτη, Ιουλίου 24, 2008

ΑΡΓΟΙ ΦΥΓΑΔΕΣ, ΝΩΘΡΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ


Ο Arthur Penn είναι από τους πιο αξιόλογους αμερικανούς σκηνοθέτες των 60ς και 70ς, που τα πολλά ταελευταία χρόνια έχει αποσυρθεί. Ωστόσο βρίσκω τους "Φυγάδες του Μισούρι" (The Missouri Breaks) του 1976 από τις πλέον βαρετές ταινίες του. Ή μάλλον, σύμφωνα με την προσωπική μου αντίληψη τουλάχιστον, από αυτές που λέμε "άνευ λόγου".
Η ταινία βέβαια περιέχει ορισμένα στοιχεία που την κάνουν να κατέχει μια θέση στην κινηματογραφική ιστορία. Το βασικότερο απ' αυτά είναι η μοναδική επί οθόνης συνύπαρξη δύο ιερών τεράτων: Του Μάρλον Μπράντο και του Τζακ Νίκολσον. Υπάρχει επίσης και μια σαφώς απομυθοποιητική και σαρκαστική ματιά του σκηνοθέτη πάνω στο γουέστερν, που ίσως το 1976 ήταν κάτι σχετικά σπάνιο σε σχέση με σήμερα. Αυτά τα στοιχεία όμως δεν με εμπόδισαν να βαρεθώ αρκετά κάτά την προβολή. Οι ρυθμοί είναι αργοί, η αφήγηση κάπως "ατσούμπαλη" και ήταν αδύνατο να αποφασίσω αν πρόκειται για ένα είδος σάτιρας (με πολύ λίγο χιούμορ) ή μια ρεαλιστική ματιά στην πραγματικότητα της "ηρωικής Δύσης".
Ο πλέον παράξενος είναι ο ρόλος του Μπράντο, που είναι ένας αδίστακτος πληρωμένος δολοφόνος, αλλά με μιά απροσδόκητη... θηλυκή πλευρά στην προσωπικότητά του. Αλλά η αφήγηση είναι τόσο άκομψη (πιθανόν επίτηδες, αφού ίσως ο Πεν ήθελε να απομηθοποιήσει κι αυτήν την ίδια), που, επαναλαμβάνω, δεν κατάφερε να με κρατήσει. Οι χαρακτήρες έχουν παράδοξη και άγαρμπη εξέλιξη, που συχνά δεν κατάφερα να δικαιολογήσω, ενώ η τελική λύση με κάποιον θάνατο έρχεται εντελώς απροειδοποίητα, στα καλά καθούμενα και μένεις να αναρωτιέσαι αν είδες καλά. Αν όλα αυτά γίνονται όπως είπα ηθελημένα, πράγμα πιθανότατο, είναι ίσως ανατρεπτικά, πλην όμως βαρετά.
Εξακολουθώ να αγαπώ τον Arthur Penn, αλλά επιτρέψτε μου να προτιμήσω (πολλές) άλλες ταινίες του.

Τρίτη, Ιουλίου 22, 2008

Ο ΠΙΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ BATMAN


Πιστεύω ότι "Ο Σκοτεινός Ιππότης" του Christopher Nolan είναι με διαφορά ο σκοτεινότερος και ίσως και ο καλύτερος Μπάτμαν από τους 6 μέχρι στιγμής (από τότε δηλαδή που ο ιδιοφυής Τιμ Μπάρτον ανέλαβε να ανανεώσει και να ενηλικιώσει τη μυθολογία του πιο ενδιαφέροντα, τελικά, υπερήρωα). Αν πάτε να δείτε ένα "ελαφρό", εφηβικό υπερθέαμα, ξεχάστε το. Τα πράγματα εδώ είναι πολύ σοβαρά. Τα πάντα γύρω από τον ήρωα τίθενται υπό αμφισβήτηση, ενώ η ίδια η κόμικς αισθητική πάει περίπατο.
Ναι, το φιλμ είναι ένα χορταστικό υπερθέαμα, και μάλιστα πολύ μεγάλης διάρκειας (145΄) και τηρεί όλες τις προδιαγραφές ενός χολιγουντιανού blogbuster. Επίσης διαθέτει πλήθος συνεχών ανατροπών (από τις απροσδόκητες συμμαχίες και τους ρόλους καλών - κακών που εναλλάσσονται, μέχρι το ποιοι θα πεθάνουν και ποιοι όχι). Ίσως μάλιστα οι ανατροπές αυτές να είναι πάρα πολλές για μια ταινία. Δεν πρόκειται λοιπόν να βαρεθείτε καθόλου.
Από εκεί και πέρα όμως, αρχίζουν οι αληθινές ανατροπές. Η όλη ιστορία του πολυεκατομμυριούχου που το βράδυ ντύνεται νυχτερίδα και πολεμά το έγκλημα τίθεται υπό αμφισβήτηση. Τι τύπος πρέπει να είναι κάποιος για να κάνει με τέτοια εμμονή κάτι τέτοιο; Μήπως, τελικά, είναι ο ίδιος τόσο psycho όσο και οι κακοί που κυνηγά; Και, τελικά, όλη αυτή η ολομέτωπη επίθεση στο κακό, μήπως συσπειρώνει τους εγκληματίες και συνολικά δημιουργεί περισότερο κακό απ' όσο εξαλείφει; Τα πτώματα, βλέπετε, γύρω από τον Μπάτμαν - ή μάλλον εξ αιτίας της δράσης του, έστω κι αν ο ίδιος δεν το θέλει - είναι σχεδόν ίσα με αυτά που αφήνει πίσω του ο ειδεχθής Τζόκερ. Υπάρχει ο προβληματισμός πάνω στις έννοιες της τάξης και του χάους και, κυρίως, ο έντονος προβληματισμός πάνω στις έννοιες καλού - κακού και πόσο αλληλένδετες είναι τελικά (η μία δεν θα υπήρχε δίχως την άλλη). Μπορεί να ζήσει ο Μπάτμαν χωρίς Τζόκερ κι ο Τζόκερ χωρίς Μπάτμαν;
Ο ίδιος ο ήρωας παρουσιάζεται τρωτός, σαφώς προβληματικός, με σκοτεινές πτυχές. Πολύ πιο σκοτεινός όμως είναι ο κόσμος γύρω του. Η διαφθορά έχει εισχωρήσει βαθύτατα, σε κάθε κοινωνικό στρώμα, τάξη ή θεσμό. Οι πολιτικοκοινωνικές αναφορές είναι σαφείς, ενώ το χιούμορ των ταινιών του Μπάρτον έχει εκλείψει σχεδόν ολοσχερώς. Και στο τέλος... ε... με όλα όσα σας είπα μην περιμένετε κανένα φοβερό χάπι-εντ...
Πλειάδα γνωστών και καλών ηθοποιών παρελαύνει από την ταινία, με τον Χιθ Λέτζερ - Τζόκερ να κλέβει την παράσταση. Εκεί που ο Τζόκερ του Νίκολσον ήταν ένα μείγμα τρελού χιούμορ και παράνοιας, εδώ είναι μόνο ένας ζοφερός παρανοϊκός. Και η κόμικς αισθητική του Μπάρτον έχει εξαφανιστεί για να αντικατασταθεί από ένα βρώμικο, ρεαλιστικό Γκόθαμ Σίτι, που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε σύγχρονη μεγαλούπολη. Αυτά δεν σημαίνουν ότι απορρίπτω τους 2 Μπάτμαν του Μπάρτον. Κάθε άλλο. Μ' αρέσουν πολύ (ιδιαίτερα ο δεύτερος). Απλώς εδώ μιλάμε για εντελώς διαφορετική προσέγγιση.
Ένας φίλος παρατήρησε ότι η ταινία έχει τόσο πολλές πρωτότυπες και καλές ιδέες, που θα μπορούσαν να γίνουν πολλά φιλμ, το καθένα βασισμένο σε μια απ΄ αυτές. Όντως. Συνολικά πάντως, παρά το κάπως too much του όλου πράγματος, το απόλαυσα πραγματικά. Απλώς μην περιμένετε ανώδυνη διασκέδαση.

Σάββατο, Ιουλίου 19, 2008

Η ΑΛΙΚΗ ΚΑΙ Η ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ


Οι καλύτερες εποχές του Wim Wenders είναι σίγουρα οι δεκαετίες του 70 και του 80. "Η Αλίκη στις πόλεις" του 1974 το επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο. Και χαρίζει στο ευρωπαϊκό σινεμά ένα από τα σημαντικότερα road movies του.
Ασπρόμαυρη, λιτή, δίχως "περιπέτειες" με τη χολιγουντιανή έννοια του όρου, η ταινία αφηγείται τις περιπλανήσεις ενός δημοσιογράφου που έχει "μπλοκάρει" και δεν μπορεί να γράψει το άρθρο που περιμένουν απ' αυτόν για την Αμερική και της ενιάχρονης Αλίκης, που ο πρώτος αναλαμβάνει να παραδώσει στη γιαγιά της μετά την εγκατάλειψή της από τη μητέρα της. Νέα Υόρκη, Άμστερνταμ και μετά μια σειρά γερμανικών πόλεων συνθέτουν το ταξίδι αυτό στο άγνωστο και την βαθμιαία επαφή του ήρωα με τη ζωή. Ο κόσμος είναι αρχικά κενός για τον δημοσιογράφο, αφού προσπαθεί να τον γνωρίσει δίχως να συμμετάσχει, απ' έξω. Αρκείται να τον φωτογραφίζει με Πολαρόιντ και του είναι αδύνατο να τον περιγράψει με λόγια. Ηλίθιες εκπομπές στην τηλεόραση, πανομοιότυπα δωμάτια ξενοδοχείων, ψηλά, απρόσωπα κτίρια... Η ανεπιθύμητη (αρχικά τουλάχιστον)εισβολή της μικρής Αλίκης, που βιώνει ξένοιαστα την παιδική της ηλικία, τον φέρνει σε επαφή με τη ζωή, του δίνει ένα σκοπό, έστω κι αν αυτός είναι ουσιαστικά ένα βάρος, μια ευθύνη.
Ο τρόπος που πραγματεύεται τη σχέση τους ο Βέντερς είναι λεπτός, οι αλλαγές ανεπαίσθητες, όμως συμβαίνουν. Δίχως τίποτα κραυγαλέο και "συγκλονιστικό" παρακολουθούμε την βαθμιαία εξέλιξη του ήρωα και ταυτόχρονα αγωνιούμε για την έκβαση της αναζήτησης της "Ιθάκης", της άγνωστης γιαγιάς δηλαδή όπου η εγκαταλειμένη μικρή θα βρει καταφύγιο. Οι πόλεις που αλλάζουν δείχνονται γυμνές, δίχως γνωστά αξιοθέατα ή τουριστικές ατραξιόν. Περιπλανήσεις σε άγνωστους, συνηθισμένους δρόμους, καφέ, σπίτια και ξενοδοχεία. Η καρδιά της πόλης, βλέπετε, δεν είναι η Ακρόπολη ή το Μέγαρο, αλλά ο συνηθισμένος δρόμος (άσχετο αν είναι όμορφος ή άσχημος) στο Παγκράτι ή στα Πατήσια. Ενώ, ταυτόχρονα, οι εμμονές του Βέντερς με την Αμερική, το ροκ και, φυσικά, τις πόλεις, είναι παρούσες.
Ίσως πρόκειται για μια σινεφίλ ταινία, αφού, ξαναλέω, τίποτα εντυπωσιακό, καμιά ανατροπή δεν συμβαίνει. Τη βρίσκω όμως, μέσα στη λιτότητα και τη χαλαρότητά της, μια από τις ωραιότερες και τρυφερότερες του ευρωπαϊκού σινεμά.

Παρασκευή, Ιουλίου 18, 2008

ΑΝ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΡΧΟΤΑΝ...


Βρισκόμαστε στα 1957 και ο Jules Dassin (1911-2008) κάνει την πρώτη του «ελληνική» ταινία. Μπορεί να μιλά γαλλικά και οι περισσότεροι ηθοποιοί να είναι ξένοι, τόσο η ιστορία όμως (μεταφορά του περίφημου και αιρετικού «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Καζαντζάκη), όσο και το τοπίο (γυρίστηκε ολόκληρο σε ένα χωριό της Κρήτης) είναι πέρα για πέρα ελληνικά. Πρωταγωνιστεί βέβαια και η Μελίνα (νομίζω ότι ήταν ήδη η αγαπημένη του σκηνοθέτη την εποχή αυτή), οπότε μπορούμε άνετα να τη χαρακτηρίσουμε έτσι.
Ο Dassin μένει αρκετά πιστός στο βιβλίο του Καζαντζάκη και ακολουθεί την προβληματική του, μεταφέροντας το δράμα του Ιησού στη σύγχρονη εποχή (στο 1922 τέλος πάντων, όπου διαδραματίζεται η ιστορία). Ο πρωτότυπος τίτλος είναι χαρακτηριστικός: «Celui qui doit mourir» (Αυτός που πρέπει να πεθάνει). Οι βασικοί άξονες βιβλίου και ταινίας είναι οι ακόλουθοι: Οι αδίστακτοι ισχυροί είναι πάντοτε έτοιμοι να συντρίψουν τους φτωχούς και αδύναμους όταν αυτό τους συμφέρει. Η εξουσία πάντοτε δρα υπέρ της διατήρησης του status quo (δηλαδή της διατήρησης ακριβώς της εξουσίας της πάνω στους άλλους), αφού απ’ αυτήν πηγάζουν μεγάλα συμφέροντα. Ο χριστιανισμός και η φιλοσοφία του έχουν διπλή όψη: Την ουσιαστική, αυτά που δίδαξε δηλαδή ο ίδιος ο Ιησούς, («αγαπάτε αλλήλους», «μοιράζετε τα υπάρχοντά σας στους φτωχούς» κλπ.), που εκπροσωπείται από τον παπά των προσφύγων, και αυτήν της επίσημης, οργανωμένης εκκλησίας, που πάντοτε συμμαχεί με τους εκάστοτε ισχυρούς – εδώ με τους κατακτητές Τούρκους και τους ευημερούντες προύχοντες – και αντιπροσωπεύει το άκρον άωτον της υποκρισίας και της ψευτιάς, διαστρεβλώνοντας αδίστακτα αυτά που υποτίθεται ότι πρεσβεύει, προκειμένου να διατηρήσει με νύχια και με δόντια τα συμφέροντά της (ο βασικός «κακός» της ταινίας είναι ο παπάς του πλούσιου χωριού). Όλα αυτά συνυπάρχουν με μια ουμανιστική και αριστερή λογική και, τελικά, ο Ντασέν μοιάζει να μας λέει ότι στην ουσία η φιλοσοφία του χριστιανισμού (όχι της εκκλησίας) βρίσκεται πολύ κοντά σε αριστερές οπτικές. Το τελικό συμπέρασμα πάντως είναι ότι και σήμερα αν ερχόταν ο Χριστός, πάλι θα σταυρωνόταν, αφού τίποτα στη δομή του κόσμου δεν έχει αλλάξει.
Καλά και ενδιαφέροντα όλα αυτά, αλλά σήμερα η ταινία δείχνει τα χρόνια της. Βασικό μειονέκτημα για μένα είναι το τυπικό υπερβολικό παίξιμο (όπως της Μερκούρη, την οποία ποτέ δεν συμπάθησα σαν ηθοποιό), χαρακτηριστικό πολλών ταινιών της εποχής, και το επίσης υπερβολικό «στήσιμο» στη σκηνοθεσία, κυρίως στα σκηνές πλήθους. Αυτό που σήμερα αποκαλούμε «φυσική ροή» μάλλον δεν αποτελούσε αρετή τότε. Αν πάντως ο σημερινός θεατής ξεπεράσει αυτά τα σημεία, πιστεύω ότι θα απολαύσει ένα βαθιά αλληγορικό, τολμηρό φιλμ, που θίγει καίρια και επίκαιρα μέχρι τώρα προβλήματα.

Δευτέρα, Ιουλίου 14, 2008

ΣΙΩΠΗΛΟΣ ΘΕΑΤΗΣ (ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ;)


Να λοιπόν που συμπτωματικά έτυχε να δω τόσο κοντά τη μια στην άλλη τις δύο ταινίες που θεωρείται ότι μιλάνε έμμεσα για το ίδιο το σινεμά, την ηδονοβλεπτική του διάσταση, την παθητικότητα του θεατή. Έγραφα πρόσφατα για τον "Ηδονοβλεψία" του Powell και ιδού τώρα ο περίφημος "Σιωπηλός Μάρτυρας" (Rear Window) του 1954 του Alfred Hitchcock (1899-1980). Κλασική ταινία, για την οποία έχουν γραφτεί πολλά, παρακολουθείται μέχρι σήμερα με αμείωτο ενδιαφέρον, καθώς ο φωτογράφος Τζέιμς Στιούαρτ, καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι με σπασμένο πόδι, παρακολουθεί τους γείτονές του για να σκοτώσει την ώρα του (μάλλον του αρέσει όμως). Ώσπου γίνεται μάρτυρας ενός πιθανού φόνου και τότε τα πράγματα αρχίζουν να σοβαρεύουν...
Και πάλι παραβολή για τον κινηματογράφο λοιπόν. Όταν ο ήρωας παρακολυθεί τα τεκταινόμενα στην απέναντι πολυκατοικία (όταν ο θεατής παρακολουθεί μια ταινία) είναι καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι (είναι κλεισμένος σε μια σκοτεινή αίθουσα), άρα και στις δύο περιπτώσεις μακριά από την αληθινή ζωή. Η δράση, η ζωή, υποκαθίστανται από την παρακολούθηση των ζωών των άλλων (ή μιας ταινίας). "Είμαστε όλοι κατά βάθος ηδονοβλεψίες" μοιάζει να λέει ο Χίτσκοκ και το δείχνει αυτό βάζοντας τόσο τη μνηστή του ήρωα (Γκρέις Κέλι) όσο και την ηλικιωμένη νοσοκόμα να "κολλάνε" άμεσα τον ηδονοβλεπτισμό του πρωταγωνιστή και μάλιστα να γίνονται φανατικότερες από αυτόν στην έρευνα για τη λύση του μυστηρίου (ή, αν θέλετε, στο να χώνονται στις ζωές των άλλων). Και μάλιστα ο προσωρινά ανάπηρος ήρωας είναι, όπως είπαμε, φωτογράφος και διαθέτει σύγχρονες για την εποχή κάμερες, σαν για να τονιστεί η σχέση του με το σινεμά. Ωστόσο ο Χίτσκοκ μοιάζει να μας λέει ότι δεν μπορείς να παίζεις ακίνδυνα μ' όλα αυτά. Είπαμε, κάποια στιγμή τα πράγματα σοβαρεύουν.
Δεν είναι δικές μου αναλύσεις όλα τα παραπάνω. Η διάσταση αυτή της ταινίας έχει πολλές φορές επισημανθεί σε κείμενα εδώ και πολλά χρόνια. Το ερώτημα που ίσως παραμένει είναι αν ο Χίτσκοκ, ένας διασκεδαστής στην ουσία, που δούλευε στο Χόλιγουντ, τα έκανε συνειδητά όλα αυτά. Δεν νομίζω ότι έχει σημασία η απάντηση. Να θυμάστε ότι στην τέχνη (σε όλες τις τέχνες) ο θεατής / ακροατής / αναγνώστης ή ό,τι άλλο πολύ συχνά εντοπίζει διαστάσεις και νοήματα που ο ίδιος ο δημιουργός δεν είχε σκεφτεί. Αυτό το παιχνίδι άλλωστε με το ενίοτε ασαφές νόημα του έργου τέχνης είναι ακριβώς μια από τις γοητευτικότερες πλευρές της.
Πέραν των αναλύσεων όμως, η ταινία παραμένει και σε πρώτο επίπεδο γοητευτικότατη. Εξαιρετικό χιούμορ, έξυπνες ατάκες, κλασικό χιτσκοκικό σασπένς που όσο προχωρά κορυφώνεται, συν την ενδιαφέρουσα σκιαγράφηση του μικρόκοσμου της πολυκατοικίας (ένα είδος μικρογραφίας της κοινωνίας), την κάνουν μια από τις καλύτερες του δημιουργού της. Αν δεν την έχετε δει σπεύσατε.

Πέμπτη, Ιουλίου 10, 2008

REC Ή ΤΙ ΚΡΥΒΟΥΝ ΟΙ ΙΣΠΑΝΙΚΕΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΕΣ


Ας ξεκινήσουμε λέγοντας ότι το ισπανικό Rec (2007) των Jaume Balagueró και Paco Plazaείναι μια καθαρή ταινία τρόμου, και μάλιστα με αρκετές δόσεις σπλάτερ. Οπότε όσοι από σας δεν είσαστε φίλοι του είδους, αλλάξτε καλύτερα σινεμά. Ας πούμε επίσης ότι είναι μια ακόμα ταινία της «μόδας» που ξεκίνησε από το Blair Witch Project, τα δήθεν ντοκιμαντέρ δηλαδή, με την ανοιχτή, ανεξέλεγκτη κάμερα που υποτίθεται ότι καταγράφει τα πάντα (κουνημένη εικόνα, κόκκος στο φιλμ, περίεργες λήψεις και ό,τι άλλο αυτό συνεπάγεται). Και μπορώ να γκρινιάξω και λίγο, γιατί η μόδα αυτή έχει παραγίνει τελευταία και δεν ξέρω πόσο ακόμα μπορεί να κρατήσει δίνοντας ενδιαφέροντα αποτελέσματα.
Πέραν αυτών όμως, νομίζω ότι το Rec είναι μια καλή ταινία του είδους, που, αν και χρησιμοποιεί κάποια κλισέ, εκμεταλλεύεται στο έπακρο το απόλυτα κλειστοφοβικό της υπόθεσης (ένοικοι, πυροσβέστες, αστυνομικοί και… κάτι άλλο, παγιδευμένοι σε μια πολυκατοικία από την οποία δεν μπορούν να βγουν). Υπάρχουν αρκετές τρομακτικές σκηνές, ενίοτε σοκαριστικές, υπάρχει η «βρώμικη», αρρωστημένη ατμόσφαιρα, το διαρκώς κορυφούμενο σασπένς… οπότε νομίζω ότι οι φίλοι του είδους θα ικανοποιηθούν απόλυτα. Ακόμα πάντως κι αν κάποιοι γκρινιάξουν ότι «τα έχουμε ξαναδεί όλα αυτά», παραμένει ο θαυμασμός μου για το ισπανικό σινεμά, που δίνει συνεχώς από πολύ καλές έως απλώς αξιοπρόσεχτες ταινίες από άγνωστους, νέους και συχνά πρωτοεμφανιζόμενους δημιουργούς (οι συγκεκριμένοι πάντως δεν είναι πρωτοεμφανιζόμενοι).

Τετάρτη, Ιουλίου 09, 2008

ΟΙ ΑΜΜΟΛΟΦΟΙ ΚΑΙ Ο ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΣ


Θα πω από την αρχή ότι η "Γυναίκα στους Αμμόλοφους" (Suna no onna) του Hiroshi Teshigahara (1927-2001) του 1964 είναι μια ταινία που βλέπεται δύσκολα, σχεδόν βασανιστικά. Ασπρόμαυρη, με μεγάλη διάρκεια (146') και περιορισμένη (πόσο υποβλητική όμως) "ποικιλία" εικόνων. Όλα αυτά όμως δεν την εμποδίζουν να είναι εξαιρετική, ίσως και αριστουργηματική. Δεν θα σας πω πολλά για την ιστορία, αφού ακόμα και αυτό που αποκαλύπτεται στο πρώτο μόλις εικοσάλεπτο είναι σοκαριστικό και οποιαδήποτε περιγραφή θα ισοδυναμούσε με spoiler. Μόνο ότι ένας ερασιτέχνης εντομολόγος, ψάχνοντας για σπάνια έντομα σε μια περιοχή γεμάτη αμμόλοφους, αναγκάζεται να περάσει τη νύχτα του σε ένα σπίτι χτισμένο (θαμμένο σχεδόν) στον πάτο μιας τρύπας στην άμμο, όπου κατοικεί μια γυναίκα που χρειάζεται να δουλεύει καθημερινά πολύ σκληρά για να μη θαφτεί κυριολεκτικά κάτω από τόννους ύπουλης άμμου.
Βασισμένο στο πολύ δυνατό βιβλίο του Κόμπο Άμπε και πολύ πιστό σ' αυτό, το φιλμ σε στοιχειώνει με τις εικόνες του μισοερειπωμένου σπιτιού και, κυρίως, της πανταχού παρούσας άμμου, ύπουλης, ασυγκράτητης, που τρυπώνει παντού, που κυλά σα νερό και καταστρέφει, σαπίζει τα πάντα στο διάβα της. Η ερωτική ιστορία μυρίζει ιδρώτα, αποπνέει ζέστη, μοιάζει να πνίγει τον θεατή, όπως και τους ήρωες. Απόλυτα κλειστοφοβική, πνιγηρή ατμόσφαιρα, γεμάτη εικόνες που χαράσονται στη μνήμη, θέτει ταυτόχρονα μια μακρά σειρά από ερωτήματα για την ανθρώπινη κατάσταση: Αρκεί η ικανοποίηση των πολύ βασικών και μόνο ενστίκτων για να ζήσει ο άνθρωπος; Πόσο δυνατή είναι η ρουτίνα της καθημερινότητας (το βόλεμα, αν θέλετε να το πείτε αλλιώς) και πόσο είμαστε στ' αλήθεια διατεθειμένοι να ξεφύγουμε απ' αυτήν; Πόσο πραγματικά θέλουμε την ελευθερία και, κυρίως, τι κάνουμε αν φτάσει η κρίσιμη στιγμή να επιλέξουμε; Είναι τελικά, τόσο δυστυχισμένοι όσο φαίνονται οι παγιδευμένοι ήρωες; Ο Teshigahara, από τους μεγαλύτερους, πλην όμως άγνωστους στη Δύση γιαπωνέζους σκηνοθέτες, θέτει τα ερωτήματα και αφήνει ανοιχτές τις απαντήσεις. Δεν παραλείπει όμως να τονίσει τον βασικό ρόλο του κοινωνικού περίγυρου στη δύναμη της ρουτίνας, του ασφυκτικού (συμβολικού) εγκλεισμού.
Εξαιρετικά δυνατή, κλασική ταινία, υποψήφια για Όσκαρ στην εποχή της, βλέπεται δύσκολα όπως είπα στην αρχή, αφού έχει τη φοβερή δύναμη να μεταδίδει την ασφυκτική της ατμόσφαιρα στον θεατή, πλην όμως πιστεύω ότι πραγματικά αξίζει τον κόπο.

Δευτέρα, Ιουλίου 07, 2008

ΛΕΜΟΝΙΕΣ ΠΟΥ ΧΩΡΙΖΟΥΝ ΚΑΙ ΕΝΩΝΟΥΝ


Το ισραηλινό σινεμά, αρκετά αξιόλογο και ενδιαφέρον, συχνά παρουσιάζει ταινίες που υιοθετούν την οπτική της άλλης πλευράς, του "εχθρού", πράγμα που είναι, βέβαια, προς τιμήν του. Έτσι και η "Λεμονιά" (008) του ισραηλινού Eran Riklis αφηγείται ένα μύθο "Δαβίδ εναντίον Γολιάθ", μόνο που εδώ οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί σε σχέση με την ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης: Ο Γολιάθ είναι το πανίσχυρο ισραηλινό κράτος, ο Δαβίδ μια αγέρωχη και αποφασιστική παλαιστίνια, που αποφασίζει να τα βάλει μαζί του και να τραβήξει τη διαμάχη της μ' αυτό ως τα (δικαστικά) άκρα.
Η υπόθεση είναι σχεδόν κωμική μέσα στο παράλογό της, καθώς ο ισραηλινός υπουργός Άμυνας νοιώθει να απειλείται από έναν μεγάλο και όμορφο λεμονόκηπο που ανήκει στη γειτόνισα παλαιστίνια, διότι από εκεί μπορούν να μπουν... τρομοκράτες, και αποφασίζει να τον καταστρέψει. Πλην όμως... Ωστόσο η ταινία δεν είναι κωμικά, αλλά δραματικά διαπραγματευμένη και με έξυπνο, συμβολικό τρόπο καταφέρνει να δείξει μέσα από μια παραβολή το δράμα που παίζεται εδώ και πολλές δεκαετίες στην πολύπαθη αυτή περιοχή. Συναίσθημα εναντίον άτεγκτου νόμου, φτωχοί και αδύναμοι εναντίον ισχυρών και, φυσικά, πείσμα και αντίσταση ενάντια σε στρατοκρατικές λογικές. Εκτός από την αυθαιρεσία - που αγγίζει τα όρια του παράλογου - της ισραηλινής πλευράς, το φιλμ προλαβαίνει να ρίξει και τις σπόντες του για την παλαιστινιακή (βασικά λόγω ισλαμισμού) αρτηριοσκλήρωση σε θέματα καθημερινότητας (κυρίως σε ό,τι αφορά τον ερωτικό τομέα).
Δεν είναι αριστούργημα, ωστόσο παρακολουθείται ευχάριστα και με αδιάλειπτο ενδιαφέρον και, για όσους ενδιαφέρουν αυτά τα πράγματα, φωτίζει λίγο ακόμα, μέσα από μια ιστορία καθημερινότητας, το δράμα της Μέσης Ανατολής.

Τετάρτη, Ιουλίου 02, 2008

ΑΠΟ ΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ ΣΤΟ ΜΠΡΑΪΤΟΝ ΣΚΛΗΡΑ ΚΑΙ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΑ


Αν και πρωτοεμφανιζόμενος ο Paul Andrew Williams, κατάφερε να με εκπλήξει με δυνατή, ρεαλιστική (σοκαριστική ενίοτε) γραφή και πολλές επί μέρους αρετές. Το "Λονδίνο - Μπράιτον" (2006) είναι τυπικά βρετανική ταινία, με τον ωμό ρεαλισμό, την διάχυτη μιζέρια, τις πολύ καλές ηθοποιίες, τη σχεδόν ντοκιμαντερίστικη καταγραφή του (μάλλον αποκρουστικού) περιβάλλοντος. Με μια βασική διαφορά: Ενώ πολλά παρόμοια αγγλικά φιλμ αρκούνται σ' αυτήν ακριβώς την ντοκιμαντερίστικη καταγραφή μιας "φέτας ζωής", αυτό εδώ, χρησιμοποιώντας τις ίδιες ακριβώς μεθόδους, διαθέτει δυνατό σενάριο, στέρεη αφήγηση, έντονο σασπένς και κρατά τον θεατή ως το τέλος - και μάλιστα με μια έξυπνη ανατροπή.
Τολμηρό στο θέμα του, αφηγείται μια ιστορία πορνείας και παιδεραστίας. Καυτηριάζοντας ανελέητα τα πάντα, παρουσιάζει ένα βρώμικο, διεφθαρμένο περιβάλλον, δίχως "καλούς" και "κακούς" (όλοι μάλλον προς το κακό τείνουν), όπου οι ισχυροί, στηριζόμενοι στη δύναμη του πλούτου τους και στην επικρατούσα αβάσταχτη μιζέρια στον κοινωνικό περίγυρο, μπορούν να αγοράσουν τα πάντα (ακόμα και δωδεκάχρονες παρθένες). Από την άλλη μεριά, ο "πάτος του πηγαδιού" κάθε άλλο παρά εξωραϊσμένα δείχνεται, οπότε η εικόνα είναι σφαιρικά αρνητική. Ενδιαφέρον έχει και το θέμα της αυτοδικίας, βασικό στην ταινία, αφού ο "κακός" κυνηγά τις δυο ηρωίδες - πόρνες που έβλαψαν τον πατέρα του. Ενώ δεκάδες χολιγουντιανές ταινίες περνούν το θέμα ξώφαλτσα, σαν κάτι αυτονόητο, που υπάρχει κυρίως για χάρη της περιπέτειας (θυμηθείτε από παλιούς Κλιντ Ίστγουντ και Τσαρλς Μπρόνσον μέχρι νεότερους Μελ Γκίμπσον), εδώ μας δίνεται σχεδόν βασανιστικά, προκαλώντας τον προβληματισμό μας. Το απρόσμενο τέλος (που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά), μας βάζει σε ακόμα βαθύτερες σκέψεις για το θέμα με την διφορούμενη ματιά του (προσέξτε το τσιγάρο που ανάβει ο κακός, σαφές σημάδι απελευθέρωσης). Κρίμα που δεν μπορώ να γράψω περισσότερα. Θα ήταν ανεπίτρεπτο σπόιλερ. Τελικά μένει στο θεατή να αποφασίσει αν όλο αυτό που συμβαίνει είναι θετικό ή αρνητικό...
Σκληρή και ωμή πολλές φορές στον ρεαλισμό της, η ταινία αποτέλεσε για μένα ένα πολύ ελπιδοφόρο ξεκίνημα. Περιμένω συνέχεια.

Δευτέρα, Ιουνίου 30, 2008

ΑΡΓΟ ΚΑΙ ΣΚΟΤΕΙΝΟ KLUTE


Όταν ο Alan Pakula (1928-1998) γυρίζει το Klute (Η Εξαφάνιση) το 1971, η αισιοδοξία και οι ελπίδες της δεκαετίας του 60 έχουν σχεδόν χαθεί στην Αμερική τουλάχιστον. Όλο και περισσότεροι αντιλαμβάνονται πόσο αφελές ήταν το όνειρο των χίπις, ο πόλεμος του Βιετνάμ παρά τις καθολικές σχεδόν αντιδράσεις συνεχίζεται (θα περνούσαν 2-3 ακόμα χρόνια μέχρι να τελειώσει), ενώ ο συντηρητικός Νίξον (ο πιο μισητός πρόεδρος των ΗΠΑ μαζί με τον Μπους σύμφωνα με πρόσφατο γκάλοπ) ετοιμάζεται να εκλεγεί για δεύτερη φορά. Κάτω από αυτές τις συνθήκες είναι φυσικό ένα κοινό θρίλερ, που πραγματεύεται την εξαφάνιση ενός τύπου και τις προσπάθειες ενός ντετέκτιβ με τη βοήθεια ενός κολ-γκερλ να τον βρει, να είναι τόσο σκοτεινό.
Πολιτικοποιημένος και ευαίσθητος στην ατμόσφαιρα της εποχής ο Pakula κάνει μια κλειστοφοβική, σκοτεινή ταινία, που κινείται σε ασφυκτικούς κλειστούς χώρους και μιλά για τη διαφθορά των υψηλά ιστάμενων, πολιτικών και μη, ενώ εμβαθύνει στους χαρακτήρες των ηρώων, βάζοντας και λίγη ψυχανάλυση. Στα συν οι Ντόναλντ Σάντερλαντ, ψυχρός και αμίλητος, και η Τζέιν Φόντα στο ρόλο του ασταθούς ψυχολογικά κολ-γκερλ.
Το πρόβλημα με μένα είναι ότι ο αργόσυρτος ρυθμός, η μακρά διάρκεια, το μάλλον χαλαρό σενάριο και η έλλειψη σασπένς με κούρασαν αρκετά και με έκαναν να βαρεθώ, πράγμα που συμβαίνει και με άλλες παρόμοιες ταινίες της εποχής με προοδευτική σκοπιά των πραγμάτων (Τρεις μέρες του Κόνδορα, Υπόθεση Πάραλλαξ, Όλοι οι άνθρωποι του προέδρου κλπ.). Τυχαίνει καμιά φορά ταινίες με τις οποίες συμφωνώ ιδεολογικά και θαυμάζω την οξυδέρκεια και την ευαισθησία των δημιουργών τους στα μηνύματα της εποχής, να με κουράζουν κινηματογραφικά. Προσωπική άποψη. Για αρκετούς η ταινία θεωρείται εξαιρετική. Συμβαίνουν αυτά…

Πέμπτη, Ιουνίου 26, 2008

"ΠΡΟΓΕΥΜΑ ΣΤΟ ΤΙΦΑΝΥΣ" ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ


Το 1961 ο Blake Edwards (1922-2010) γυρίζει την ταινία που αποτελεί αρχέτυπο του είδους που ονομάζεται "κομεντί". Το "Breakfast at Tiffany's" αγαπήθηκε όσο λίγες ταινίες στην ιστορία του σινεμά και μέχρι σήμερα η παρακολούθησή του είναι συνώνυμη αυτού που λέμε κινηματογραφική απόλαυση.
Φυσικά δεν πρόκειται να προβληματιστείτε ούτε να αναζητήσετε βαθύτερα νοήματα. Απλώς στην ταινία (που βασίστκε σε βιβλίο του Τρούμαν Καπότε), όλα λειτουργούν τέλεια και είναι δοσμένα με σωστές δόσεις. Το χιούμορ, το δράμα, η συγκίνηση, ο έρωτας, όλα αναμειγνύονται άψογα για να δώσουν το τελικό γλυκόπικρο αποτέλεσμα. Αλλά και οι άλλοι, οι "εξωτερικοί" παράγοντες: Η Όντρει Χέπμπορν στον διασημότερο ρόλο της είναι η επιτομή της κομψότητας, η μουσική του Χένρι Μαντσίνι με το πασίγνωστο Moon River είναι αξέχαστη και γενικά όλα τα επιμέρους στοιχεία ισορροπούν θαυμάσια. Γι' αυτό η ιστορία αυτή του ανέμελου και "έξω καρδιά" parti girl, που προσπαθεί να πιάσει την καλή (και) στον έρωτα, πλην όμως κρύβει ένα όχι τόσο ευχάριστο για την εικόνα της μυστικό, έχει εμπνεύσει δεκάδες άλλες παραλλαγές μέχρι σήμερα.
Και είναι κι αυτός ο ανάλαφρος τρόπος που ο Edwards χειρίζεται το όλο θέμα, κομψός κι αυτός όπως η πρωταγωνίστριά του, που δίνει το όλο αέρινο αποτέλεσμα. Θα το ξαναπώ: Δεν θα βρείτε κρυμένα νοήματα και κάθε λογής "μηνύματα". Ίσα - ίσα που η ταινία μοιάζει να πιστεύει απόλυτα στο αμερικάνικο όνειρο (σε μια εποχή "αθωότητας" για να πούμε την αλήθεια) κι ίσως όλη αυτή η απροβλημάτιστη ατμόσφαιρα ενοχλήσει κάποιους. Όμως, διάβολε, περνάς πολύ καλά και βγαίνεις ανεβασμένος και αυτό, όπως όλα δείχνουν, δεν φθείρεται καθόλου με τα χρόνια. Αν αυτό δεν είναι κινηματογραφική αρετή, τότε τι είναι;

Κυριακή, Ιουνίου 22, 2008

Ο ΗΔΟΝΟΒΛΕΨΙΑΣ Ή ΜΕΛΕΤΗ ΣΤΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ


Το 1960 ο πιο γνωστός ίσως βρετανός σκηνοθέτης, ο Michael Powell (1905-1990), τολμά να γυρίσει το Peeping Tom (Ο Ηδονοβλεψίας), προκαλώντας σάλο στην εποχή του. Ίσως σήμερα η ιστορία ενός serial killer που σκοτώνει γυναίκες ακούγεται συνηθισμένη, τότε όμως - και μάλιστα με τις ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου φιλμ - υπήρξε μια πολύ τολμηρή κίνηση, που ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών στη συντηρητική Αγγλία.
Είναι λοιπόν η ιστορία ενός κατά συροήν δολοφόνου, με πολλή ψυχανάλυση και τραύματα παιδικής ηλικίας που δικαιολογούν τις εμμονές του. Συγχρόνως όμως - κι αυτό είναι μάλλον το πιο ενδιαφέρον κομμάτι - είναι μια μελέτη πάνω στο ίδιο το σινεμά και τη λειτουργία του. Βλέπετε, ο ήρωας - δολοφόνος έχει μια απόλυτη εξάρτηση από την κάμερά του, την οποία κουβαλά παντού μαζί του, ακόμα κι όταν βγαίνει το βράδι για ποτό, και δουλεύει σαν φωτογράφος σε κινηματογραφικό στούντιο (οπότε υπάρχουν και σκηνές γυρισμάτων μέσα στην ταινία). Η εμμονή του είναι να κινηματογραφεί τα θύματά του την ώρα που πεθαίνουν. Και συγχρόνως, ως καλός ηδονοβλεψίας, κινηματογραφεί τα πάντα στο δρόμο, στη δουλειά, παντού, από αθώα φιλιά σε παγκάκια μέχρι φάσεις της αστυνομικής έρευνας ή τις στιγμές της ανακάλυψης των πτωμάτων που ο ίδιος αφήνει πίσω του. Η προσωπική του ζωή είναι προβληματική. Μοναχικός, δειλός, με ανύπαρκτες σχέσεις με γυναίκες, το μόνο που θέλει είναι να κλειστεί σπίτι του τη νύχτα για να δει και να ξαναδεί τα πρωτόγονα snuff movies που ο ίδιος έχει γυρίσει.
Η παραβολή με την ίδια τη φύση του σινεμά είναι σαφής: Όταν βλέπουμε μια ταινία είμαστε κλεισμένοι σε μια σκοτεινή αίθουσα, άρα μακριά από την αληθινή ζωή. Εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο λατρεύουν τους σταρς της οθόνης, ξέροντας ότι ουσιαστικά είναι ανύπαρκτα όντα - με την έννοια ότι δεν πρόκειται ποτέ στην πραγματικότητα να τους συναντήσουν, άρα άλλη μια απομάκρυνση από την αληθινή ζωή. Ενώ όμως τα ξέρουμε όλα αυτά, εξακολουθούμε εμμονοληπτικά να βλέπουμε ταινίες - άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο - με μια εμμονή που θυμίζει αυτή του διαταραγμένου ήρωα, "ζώντας" ηθελημένα ψευδαισθήσεις. Ξέρουμε ότι αυτό δεν είναι
η ζωή, όμως το κάνουμε με απόλαυση. Με λίγα λόγια, ναι, ας το ομολογήσουμε, το σινεμά είναι ένα είδος ηδονοβλεπτισμού.
Παρακολούθησα το φιλμ με μεγάλο ενδιαφέρον, παρά τα τόσα χρόνια από το γύρισμά του. Και, μη φοβάστε, δεν σας αποκάλυψα τίποτα. Ο δολοφόνος είναι γνωστός από την πρώτη σκηνή. Εμείς απλώς παρακολουθούμε το πορτρέτο του που χτίζεται σιγά - σιγά. Όντως πρόκειται για ταινία μπροστά από την εποχή της, όπως συχνά έχει χαρακτηριστεί. Κι όχι μόνο στο σύνολό της, αλλά και σε επι μέρους λεπτομέρειες (δείτε, ας πούμε, τη σκηνή μιας τυφλής ως αντικείμενο φωτογράφησης - ηδονοβλεπτικής παρακολούθησης του δολοφόνου και θυμηθείτε πόσες φορές έκτοτε έχετε δει τυφλές σε χέρια σίριαλ κίλερς).

Πέμπτη, Ιουνίου 19, 2008

ΤΑ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΚΡΕΜΑΣΤOΥ ΒΡΑΧΟΥ


Θα το πω από την αρχή (δεν είναι ακριβώς spoiler, αν θέλετε όμως να το εκλάβετε ως τέτοιο μην το διαβάσετε): Η ταινία του Peter Weir του 1975, που τον έκανε γνωστό εκτός Αυστραλίας, "Picnic at Hanging Rock" (Το Μυστικό του Βράχου των Κρεμασμένων) δεν δίνει καμιά απολύτως εξήγηση στο μυστήριο που πραγματεύεται. Παραθέτει το πώς συνέβησαν (υποτίθεται) τα ανεξήγητα συμβάντα... και τίποτα άλλο. Ούτε "λογική", ούτε μεταφυσική εξήγηση, ούτε τίποτα. Παρ' όλα αυτά είναι μια γοητευτική ταινία, βουτηγμένη στο μυστήριο και τον ρομαντισμό, που σε δεύτερο επίπεδο μιλά για τη σεξουαλική καταπίεση των έφηβων κοριτσιών ενός οικοτροφείου των αρχών του αιώνα και, ίσως, να αποτελεί και μια παραβολή.Ξεκινά αργά, νωχελικά, ρομαντικά, με τα κορίτσια ταυτισμένα σχεδόν με την έννοια της αγνότητας, που ξεκινούν την εκδρομή τους στον Κρεμαστό Βράχο, στην άγρια, σχεδόν ανεξερεύνητη φύση δηλαδή, με τα γοητευτικά και συγχρόνως επικίνδυνα στοιχεία της. Η ατμόσφαιρα είναι από την αρχή μυστηριώδης, κάτι αιωρείται στον αέρα, ίσως και να διαθέτει κάποια στοιχεία από ταινία τρόμου. Κι έπειτα το μυστήριο κλιμακώνεται και καθώς οι έρευνες προχωρούν ο θεατής εμπλέκεται σε μια σχεδόν αστυνομική πλοκή (πάντα όμως διανθισμένη με το μεταφυσικό στοιχείο)... που δεν οδηγεί πουθενά. Στο μεταξύ όμως τα όσα συμβαίνουν (έστω και με σχετικά αργούς ρυθμούς και χωρίς κορυφώσεις) με είχαν αιχμαλωτίσει.
Υπάρχουν και κάποια κοινωνικά στοιχεία (η αυταρχική και άτεγκτη οικονομικά διαυθύντρια, η αποπομπή μιας όικότροφου επειδή δε έχει να πληρώσει δίδακτρα κλπ.), σίγουρα όμως ο Weir δεν επικεντρώνει εκεί τον προβληματισμό του. Θα μπορούσα ίσως να αποτολμήσω μια παντελώς αυθαίρετη ερμηνεία: Ίσως ο Βράχος να αποτελεί κάτι σαν τελείωση, ευτυχία, προορισμό (οι κοπέλες προχωρούν προς αυτόν οικειοθελώς, σαν μαγεμένες), ο οποίος όμως δέχεται μόνο λίγους και εκλεκτούς. Άλλους τους απορρίπτει, άλλοι πάλι δεν μπορούν να εισχωρήσουν στα μυστικά του και μένουν συντετριμμένοι ή και πεθαίνουν στο κατώφλι του. Μπορεί η συντριβή τους αυτή (βλέπε την περίπτωση του νεαρού άγγλου) να οφείλεται στο ότι γνώρισε ελάχιστα, έπιασε με την "άκρη του ματιού του" κάτι από την έκσταση, δεν κατάφερε όμως να προχωρήσει βαθύτερα. Ίσως πάλι... Όλα αυτά όμως είναι, ξαναλέω, εντελώς αυθαίρετα.
Όσοι περιμένουν δράση, τρόμο, λύσεις θα απογοητευτούν. Οι υπόλοιποι ας αφεθούν στην μυστηριώδη και ανεξήγητη γοητεία της ταινίας, της πρώτης μεγάλης από τις πολλές καλές που έχει γυρίσει ο σημαντικός αυστραλός σκηνοθέτης.

Κυριακή, Ιουνίου 15, 2008

ΤΡΟΜΑΖΕΙ ΑΚΟΜΑ Η "ΟΜΙΧΛΗ";


Το 1980 ο John Carpenter ήταν στις δόξες του. Είχε ήδη γυρίσει τη "Νύχτα με τις μάσκες" και τον "Σταθμό 13..." και επρόκειτο να κάνει 2-3 ακόμα καλές ταινίες πριν παρακμάσει οριστικά (εξακολουθεί μέχρι σήμερα να γυρίζει ταινίες ως καρικατούρα του παλιού καλού εαυτού του). Τότε όμως, το 1980, γύρισε την "Ομίχλη", ένα καθόλου πιστό, πλην όμως καλό, ριμέικ της οποίας είδαμε πρόσφατα.
Δεν βρίσκω την "Ομίχλη" πολύ σπουδαία ταινία. Στην εποχή της σίγουρα τρόμαζε περισσότερο απ' όσο σήμερα, που πλέον είμαστε εθισμένοι σε κάθε λογής ακραία βία ή/και τρόμο. Είναι βέβαια αρκετά καλογυρισμένη, με "χτίσιμο" της ανησυχητικής ατμόσφαιρας στην αρχή και βαθμιαίο ξέσπασμα του τρόμου. Ωστόσο η ιστορία αυτή της καταραμένης παραθαλάσσιας αμερικάνικης κωμόπολης, που τη νύχτα της 100ης επετίου από την ίδρυσή της δέχεται την τρομακτική επίθεση των προγόνων της - και προ εκατονταετίας θυμάτων - που βγαίνουν μέσα από μια απόκοσμη ομίχλη, χωλαίνει αρκετά σεναριακά. Εκτός από άλλες λεπτομέρειες που δεν δικαιολογούνται, η τελευταία σκηνή (που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά) δεν δένει. Έχει γυριστεί βεβαίως για καθαρούς λόγους σασπένς και μιας τελικής πινελιάς τρόμου, ωστόσο δεν δικαιολογείται το γιατί ό,τι συμβαίνει εκεί δεν συνέβει στην προηγούμενη σκηνή - κρεσέντο. Ο ρόλος της Τζέμι Λι Κέρτις είναι καθαρά διακοσμητικός (φανταστείτε το φιλμ δίχως αυτόν και θα δείτε ότι δεν θα του έλειπε απολύτως τίποτα). Και βέβαια, υπάρχει και η ξενερωτική εμφάνιση προς το τέλος των νεκρών που επιστρέφουν με γελοία κόκκινα μάτια - φωτάκια, λες και γιορτάζουμε το Halloween.
Παρ' όλα αυτά η "Ομίχλη" διαθέτει αρκετή ατμόσφαιρα, μερικές τρομακτικές σκηνές και, τέλος πάντων, βλέπεται παρά τα προβλήματά της. Δεν είναι πάντως από τις αγαπημένες μου της καλής εποχής του Κάρπεντερ. Προτιμώ το "The Thing" ή την "Απόδραση από τη Νέα Υόρκη".

Σάββατο, Ιουνίου 14, 2008

ΕΝΑ "ΣΥΜΒΑΝ" ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ


Φαίνεται ότι είναι οριστικό: Ποτέ δεν θα ξαναδούμε "Έκτη Αίσθηση". Ο M. Night Shyamalan με το "Συμβάν" (The Happening, 2008) παραμένει στο χώρο του φανταστικού και του μυστηριώδους, αλλά και μακριά από τον πάλαι ποτέ καλό του εαυτό. Το κακό με το "Συμβάν" αυτό είναι ότι είναι καλογυρισμένη και με στιγμές έντασης ταινία, πλην όμως προδίδεται παντελώς σεναριακά. Πράγματι, η αρχή με τις ομαδικές αυτοκτονίες στη Νέα Υόρκη με "έβαλαν στο λούκι" (με την καλή έννοια), σύντομα όμως οι σεναριακές αυθαιρεσίες με προσγείωσαν και το ενδιαφέρον παρέμεινε σε μεμονωμένες μόνο στιγμές και στη γενική ανησυχητική ατμόσφαιρα. Σίγουρα βρισκόμαστε μπροστά σε καλύτερη ταινία από τον γελοίο "Οιωνό" και το αφελέστατο "Lady in the Water", και πάλι όμως...
Καθώς η SPOILER - SPOILER: εκδίκηση της φύσης ενάντια στον βιαστή της άνθρωπο κλιμακώνεται, εμείς μένουμε ν' αναρωτιόμαστε: Γιατί συνέβει μόνο στη συγκεκριμένη περιοχή του πλανήτη; Γιατί άρχισε και τέλειωσε τόσο απότομα (από τις 8.23' μέχρι τις 9.15' της άλλης μέρας - ή κάτι τέτοιο, δεν θυμάμαι τις ώρες) λες και ανοιγόκλεινες διακόπτη; Γιατί ξανάρχισε; Γιατί στην αρχή χτυπούσε μεγάλους πληθυσμούς, αλλά στη συνέχεια πέρασε και σε μεμονωμένα άτομα (όπως η μισότρελη γριά); Και πολλά άλλα γιατί. ΤΕΛΟΣ SPOILER.
Βέβαια όλες αυτές οι μη εξηγήσεις μπορεί να φέρουν στο νου τα "Πουλιά" του Χίτσκοκ, όπου τα όσα διαδραματίζονται είναι εντελώς δίχως ερμηνεία, εκεί όμως αυτή ακριβώς η παντελής έλλειψη εξηγήσεων είναι, τελικά, περισσότερο αποδεκτή από μισές εξηγήσεις, που όλο και προσπαθούν να στηρίξουν κάτι λογικά, μένουν όμως στη μέση. Έτσι λοιπόν το οικολογικό αυτό θρίλερ, ένα είδος προειδοποίησης για την καταστροφή της φύσης από τον άνθρωπο, διαθέτει ατμόσφαιρα για το τίποτα.
Δεν πιστεύω ότι ο Shyamalan μπορεί να συνέλθει από τον δρόμο που έχει πάρει. Του το εύχομαι πάντως ολόψυχα, γιατί οι αρχικές τουλάχιστον σεναριακές ιδέες του παραμένουν για μένα πρωτότυπες και ενδιαφέρουσες

Τετάρτη, Ιουνίου 11, 2008

Η ΝΥΧΤΑ, Η ΠΟΛΗ ΚΑΙ Η ΑΠΟΘΕΩΣΗ ΤΟΥ ΝΟΥΑΡ


Ο Jules Dassin (1911-2008), πριν καταλήξει στην Ελλάδα, είχε γυρίσει μερικά από τα ωραιότερα νουάρ τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη. Βρίσκω το "Η Νύχτα και η Πόλη" του 1950 ένα από τα καλύτερά του.
Στο φιλμ αυτό καταπιάνεται με έναν εξ αρχής "καταραμένο" ήρωα. Μικροαπατεώνας, τσιράκι για άλλους "μεγάλους", ονειρεύεται διαρκώς να πιάσει την καλή, κατεβάζει πανέξυπνες ενίοτε ιδέες... αλλά μένει πάντα στα χαμηλά. Τα πράγματα είναι αυστηρά περιχαρακωμένα και δεν υπάρχει θέση για παρείσακτους. Κι όταν κάποτε συλλαμβάνει το αληθινά μεγάλο κόλπο, μπαίνει υποχρεωτικά στα χωράφια πολύ μεγάλων, όπου τα λεφτά που παίζονται είναι πολλά και είναι πλέον μαθηματικά βέβαιο ότι τα φτερά που τόσο απερίσπκεπτα άνοιξε πρέπει να κοπούν... Εννοείται ότι όλα αυτά συμβαίνουν στον χώρο του υποκόσμου και της νύχτας.
Έξυπνο σενάριο, ίντριγγες, μοιραία γυναίκα και κυρίως ατμοσφαιρικότατη ασπρόμαυρη φωτογραφία, με τις σκιές και τις ύποβλητικές γωνίες λήψης, συνιστούν ένα νουάρ που με συνεπήρε και που θεωρώ αρχετυπικό του είδους.
Όσο για το τι ακριβώς λέει μ' όλα αυτά ο Ντασέν... ίσως να υπάρχουν δύο αναγνώσεις: Από τη μία μπορεί κανείς να το δει σαν μια καταδίκη της απληστίας και του κυνηγιού της κορυφής, τα οποία, βεβαίως, κάθε άλλο παρά ευτυχία φέρνουν. Ο ήρωας, ανήσυχος, αεικίνητος, μονίμως στο τρέξιμο για να πιάσει την καλή, αρνείται να συμβιβαστεί με την ευτυχία που βρίσκεται δίπλα του και που, προφανώς, θεωρεί κοινότοπη (αν μπορεί κανείς να θεωρεί "κοινότοπη" την Τζιν Τίρνεϊ). Έτσι το ασταμάτητο αυτό κυνήγι δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην καταστροφή. Από την άλλη, μπορεί να το δει κανείς και σαν σχόλιο και στηλίτευση μιας άκαμπτης ιεραρχίας, ενός "κακού" που ελέγχει τα πάντα και κινεί τα νήματα και το οποίο συντρίβει όποιον τολμήσει να σηκώσει κεφάλι και να αμφισβητήσει την σκοτεινή του εξουσία.
Αν σας αρέσει το νουάρ, δείτε το. Και προσέξτε ακόμα ότι, πολύ πριν ο Ντασέν γνωρίσει τη Μελίνα και εγκατασταθεί στην Ελλάδα, φαίνεται ότι έτρεφε μέσα του μια ιδιαίτερη αγάπη για τη χώρα μας. Μάλλον δεν είναι τυχαίο το ότι επιλέγει ο φοβερός γέρος παλαιστής, που εκπροσωπεί την τιμιότητα, το "ευ αγωνίζεσθαι", να είναι έλληνας.

Κυριακή, Ιουνίου 08, 2008

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ ΤΗ ΣΚΑΛΑ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΙΑΠΩΝΙΑ


Η Ιαπωνία έχει ξεπεράσει τον πόλεμο και την ήττα, η ανοικοδόμηση και το οικονομικό θαύμα καλπάζουν, η παράδοση χάνεται και τα πάντα δυτικοποιούνται (βλ. το διαμέρισμα της ηρωίδας). Το "Μια γυναίκα ανεβαίνει τη σκάλα" γυρίζεται το 1960 από τον Mikio Naruse (1905-1969), που θεωρείται μεγάλος πλην όμως άγνωστος στην Ελλάδα τουλάχιστον, και πιάνει αυτό ακριβώς το κλίμα. Και, συγχρόνως, τον αγώνα για ανεξαρτησία της γυναίκας στη χώρα αυτή.
Ο Naruse είναι ένας χαμηλότονος σκηνοθέτης. Βρίσκεται, ας πούμε, πιο κοντά στον Όζου παρά στον Κουροσάβα. Η ηρωίδα του είναι μια όμορφη χήρα που δουλεύει σε μπαρ της Γκίνζα, της μπαροπεριοχής του Τόκιο. Υπερήφανη, παραμένει ανένδοτη στις πιέσεις από πλούσιους και μη άντρες, αρνείται να "πέσει χαμηλά" προκειμένου να πραγματοποιήσει το όνειρό της, να ανοίξει δικό της μπαρ, και διατηρεί την τιμιότητα και την προσωπική της ηθική. Πλην όμως, όλα γύρω της οδηγούν μαθηματικά στην καταπάτηση των αρχών της. Πράγμα που κάνουν, άλλωστε, και οι περισσότερες συνάδελφοί της. Ωστόσο εκείνη θα υπομείνει μια σειρά από προσωπικά δράματα και διαψεύσεις και, διατηρώντας την αξιοπρέπειά της, θα συνεχίσει να κάνει τη δουλειά που μισεί.
Ο Naruze είναι χαμηλότονος, δίχως εξάρσεις και κορυφώσεις, με λιτό και ήρεμο στιλ, παρά τα, βουβά συνήθως, δράματα που συμβαίνουν στην ταινία. Αυτό, προειδοποιώ, μπορεί να κουράσει θεατές εθισμένους στη δράση ή στις έντονες εξάρσεις. Θα βρουν την ταινία αργή. Για τους υπόλοιπους, είναι, πιστεύω, ενδιαφέρουσα ακόμα και σαν καταγραφή της κατάστασης και της θέσης της γυναίκας στην Ιαπωνία - καθώς και το πώς λειτουργούν τα μπαρ εκεί (σε μια σκηνή, π.χ., γίνεται σαφής διαχωρισμός ανάμεσα σε πόρνη, γκέισα και γυναίκα που δουλεύει σε μπαρ). Και σκιαγραφείται και η δύναμη των ισχυρών να επιβάλλουν τις επιθυμίες τους πάνω στους κάθε λογής αδύναμους.

Σάββατο, Ιουνίου 07, 2008

ΠΑΝΤΟΤΕ ΥΠΕΡΟΧΗ "ΓΚΑΡΣΟΝΙΕΡΑ"


Τελικά δεν είναι το είδος που κάνει το καλό σινεμά. Οποιοδήποτε απ' αυτά (τα είδη εννοώ) διαθέτει τα αριστουργήματά του και τις κακές του στιγμές. Πώς λοιπόν να απορίψει κανείς συλλήβδην την "ξενέρωτη" (υποτίθεται) κομεντί, όταν σ' αυτή περιλαμβάνονται ταινίες όπως "Η Γκαρσονιέρα" (The apartment) του 1960; Πώς αλλιώς όμως θα μπορούσε να γίνει αφού η εν λόγω γκαρσονιέρα υπογράφεται από τον Billy Wilder (1906-2002), έναν από τους ευφυέστερους δημιουργούς που πέρασαν ποτέ από το Χόλιγουντ;
Πρώτα απ' όλα η "Γκαρσονιέρα" είναι απολαυστικότατη. Παρακολουθείται με ενδιαφέρον από την αρχή ως το τέλος, διαθέτει έξυπνο χιούμορ, μια επίσης έξυπνη ιστορία και, φυσικά, τους υπέροχους Σίρλεϊ Μακ Λέιν (στα καλύτερά της εδώ) και Τζακ Λέμον. Αν και δεν είναι μόνο κωμική. Σε αρκετές στιγμές υποβάσκει η θλίψη, η συγκίνηση, η κατάδειξη της μοναξιάς στη σύγχρονη μεγαλούπολη, ώστε να μου θυμίσει ενίοτε αυτό το μείγμα κωμικού - συγκινητικού που πάντοτε πετυχαίνει ο Τσάπλιν. Πέραν αυτών όμως, ο Wilder, κάτω από το "αθώο" καμουφλάζ της ανώδυνης, υποτίθεται, αισθηματικής κομεντί, βρίσκει για μια ακόμα φορά την ευκαιρία να σατιρίσει και να καυτηριάσει ανελέητα ένα σύστημα που βασίζεται σε μια αυστηρά άκαμπτη ιεραρχία κι όπου για να ανέβεις πρέπει να γλύψεις (στην πιο ανώδυνη περίπτωση) και γενικά να αφεθείς στις ορέξεις των αφεντικών - και, εν πάσει περιπτώσει, η ανέλιξη είναι άσχετη από τις ικανότητές σου. Και να γίνει, επίσης, και αρκετά τολμηρός (εν έτει 1960) για τα ερωτικά ήθη της εποχής και την υποκρισία που κυριαρχεί σ' αυτά.
Δεν ήταν η πρώτη φορά βέβαια που ο αυστριακής καταγωγής σκηνοθέτης έκανε ανελέητη κριτική. Ταινίες σαν το "Τελευταίο ατού" ας πούμε (δείτε το αν μπορείτε να το βρείτε) έδειχναν την απόλυτα κριτική του στάση προς τα πράγματα. Και μόνο οι εκπληκτικές αρχικές σκηνές στη "Γκαρσονιέρα" με το αχανές (εφιαλτικό μάλλον) γραφείο - μυρμηγκοφωλιά αρκούν για να πείσουν οποιονδήποτε ότι η ευτυχία δεν μπορεί να βρίσκεται εκεί μέσα.
Είπαμε όμως. Όλα αυτά είναι "παράλληλες" παρατηρήσεις. Γιατί πρώτα - πρώτα έχουμε ένα απόλυτα απολαυστικό κινηματογραφικό πιάτο, κι αυτό είναι που μετρά σε πρώτη φάση. Α, ναι, και την επιβεβαίωση ότι η Σίρλει ΜακΛέιν είναι μια από τις ωραιότερες γυναίκες που πέρασαν ποτέ από την οθόνη.

Τρίτη, Μαΐου 27, 2008

ΟΤΑΝ Ο ΙΝΤΙΑΝΑ ΞΕΘΥΜΑΙΝΕΙ


Ας πούμε από την αρχή ότι ακόμα και αριστούργημα να ήταν, ο νέος "Indiana Jones and the Kingdom of the Crystal Skull" (2008), του Steven Spielberg φυσικά, δεν θα μπορούσε να συγκινήσει το ίδιο όπως η πρώτη τριλογία. Όπως και να το κάνουμε ή εμείς έχουμε μεγαλώσει (κοντά 20 χρόνια έχουν περάσει από το τελευταίο φιλμ της σειράς) ή/και δεν υπάρχει το στοιχείο της έκπληξης, αφού μιλάμε για την 4η συνέχεια. Εκτός αν είναι κανείς γύρω στα 15, άντε 20, ΚΑΙ δεν έχει τύχει να δει τα πρώτα τρία. Όταν συμβαίνει αυτός ο σπάνιος συνδυασμός, ίσως κάποιος να εκστασιαστεί. Αλλιώς, φοβάμαι ότι το παιχνίδι είναι χαμένο από χέρι.
Αυτά όμως ήταν λίγο - πολύ γνωστά από την αρχή. Το θέμα είναι ότι, όσο κι αν προσπάθησα να τα ξεχάσω, βρήκα το φιλμ κατώτερο από τα αρχικά. Μπορώ να βρω συγκεκριμένους λόγους γι' αυτό: Νομίζω ότι σε αρκετά σημεία του λείπει ο αλάνθαστος ρυθμός των πρώτων. Ειδικά προς το τέλος, με την τελική κάθοδο στο άντρο των... ας μην πούμε ποιών, μάλλον βαρέθηκα και σκεφτόμουν: "Άντε πια, τι άλλο θα γίνει; Ας τελειώνουμε". Έπειτα, σίγουρα αυτός εδώ ο Ιντιάνα διαθέτει λιγότερο χιούμορ από τους άλλους, πράγμα παράξενο, αφού στο στοιχείο αυτό στηριζόταν μεγάλο μέρος της επιτυχίας του. Ευπρόσδεκτη η (αυτο)σάτιρα για την ηλικία του αρχαιολόγου (και του Χάρισον φυσικά), αλλά κι αυτή ήταν μάλλον λίγη. Έπειτα, στην εποχή των ανά τον κόσμο Λιακόπουλων, πολλοί είναι αυτοί που θα γελάσουν κοροϊδευτικά και μόνο με το όλο κόνσεπτ, πράγμα που δεν συνέβαινε στη δεκαετία του 80, όταν όλα αυτά ήταν φυσικά εξ ίσου γραφικά, όχι όμως επικίνδυνα, οπότε το όλο εγχείρημα ήταν πολύ περισσότερο ευπρόσδεκτο και αθώο. Και, κερασάκι στην τούρτα, ήρθε κι όλος αυτός ο αντικομμουνισμός και η αναβίωση του ψυχροπολεμικού κλίματος με τους πάνκακους Ρώσους κι έδεσε το πράγμα. Αυτό πάλι τι το ήθελαν; Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που θα εκτιμούσα τα "επιτεύγματα" του χασάπη Στάλιν, αλλά από εκεί μέχρις του ότι ΟΛΟΙ οι κομμουνιστές είναι κακοί εξ ορισμού, ενώ ανάμεσα στους αμερικάνους υπάρχουν πάρα πολλοί καλοί, τίμιοι, πατριώτες (μπλιαχ) και άλλα τέτοια επιεικώς ηλίθια, υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Νομίζετε ότι σας αποτρέπω να πάτε; Όχι. Συνολικά πέρασα μάλλον καλά, ευχαριστήθηκα πολλά καλά σημεία καταιγιστικής δράσης και θεάματος (παρά τα ενίοτε εμφανώς ψηφιακά εφφέ), στο πρώτο μέρος το "αστυνομικό" ξετύλιγμα του γρίφου με κράτησε, ήταν και η φοβερή Κέιτ Μπλάνσετ στο ρόλο κακής κομμουνίστριας... Αλλά να, το να λες "πέρασα ΜΑΛΛΟΝ καλά" για έναν Ιντιάνα Τζόουνς, λες και μιλάς για Χάρι Πόττερ, ε, είναι αυτό καθαρή παρακμή.

Κυριακή, Μαΐου 25, 2008

Ο ΣΚΥΛΟΣ ΚΑΙ Η ΟΥΡΑ ΤΟΥ


Το "Wag the Dog" (1997) του Barry Levinson είναι για μένα μια από τις πιο έξυπνες και καυστικές αμερικάνικες κωμωδίες. Ένας πρόεδρος των ΗΠΑ εμπλέκεται σε σεξουαλικό σκάνδαλο λίγο πριν τις εκλογές και, για να τις κερδίσει, ένας παμπόνηρος τύπος που "διορθώνει καταστάσεις" συμμαχεί με έναν ισχυρό χολιγουντιανό παραγωγό και επινοούν έναν... πόλεμο ενάντια στην άσχετη Αλβανία (!) για να ρίξουν στάχτη στα μάτια των αμερικανών, αλλά και ολόκληρου του πλανήτη. Πολύ καλοί οι Ρόμπερτ Ντε Νίρο και Ντάστιν Χόφμαν στους βασικούς ρόλους.
Σαφώς εμπνευσμένο από τη γνωστή υπόθεση Κλίντον - Μόνικα, ξεπερνά ωστόσο κατά πολύ την επικαιρική πλάκα και καυτηριάζει ανελέητα σχεδόν κάθε πτυχή της πολιτικής και της show business, δείχνοντάς μας με πάμπολλους τρόπους ότι, τελικά, αυτά τα δύο είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα, τουλάχιστον για τις ΗΠΑ. Έτσι, ακόμα κι αν χρόνια μετά ο θεατής αγνοεί πλήρως την υπόθεση "Μόνικα", μπορεί κάλλιστα να απολαύσει την ταινία.
Φυσικά πολλοί θα πουν ότι αποκλείεται να συμβούν στην πραγματικότητα αυτά που δείχνονται. Δεν μπορείς σήμερα να κάνεις έναν εικονικό πόλεμο, πείθοντας όλη την υδρόγειο, ενώ στην πραγματικότητα "δεν κουνιέται φύλλο". Όντως, αλλά νομίζω ότι η υπερβολή στο σενάριο είναι ηθελημένη και δεν ενοχλεί, αφού λειτουργεί σαν αλληγορία για να πει πλήθος άλλων πραγμάτων και να σατιρίσει δεκάδες κλισέ που οι περισσότεροι εξακολουθούμε να "καταπίνουμε". Και, βασικό αυτό, είναι μια καλογυρισμένη, πυκνή και γρήγορη κωμωδία που παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον.
Ο πόλεμος ως θέαμα στις τηλεοράσεις, η τεράστια δύναμη των media που μπορούν να κάνουν πιστευτή οποιαδήποτε ψευτιά και αποβλακώνουν εκατομμύρια θεατές, η άγνοια του μέσου αμερικάνου για πάμπολλά θέματα, η δύναμη των show business και του Χόλιγουντ ιδιαίτερα, το πλήρες ξεπούλημα της τέχνης στο χρήμα, τη δόξα ή τις "άνωθεν εντολές", η γελοιότητα της πολιτικής και τα βρώμικα μέσα που δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει, η αποκάλυψη μηχανισμών που κινούν τα νήματα μετατρέποντας τους εκλεγμένους άρχοντες σε μαριονέτες, η κατάδειξη των αθέατων μηχανισμών του χολιγουντιανού σινεμά αλλά και των show business γενικότερα, είναι μερικά μόνο από τα θέματα που θίγονται στο πυκνότατο αυτό φιλμ που, ξαναλέω, παραμένει παρ' όλα αυτά και απολαυστικό. Αν δεν το έχετε δει κάντε το, συγχωρώντας την υπερβολή του και ξεχνώντας την λογική αντίρρηση "μα δεν μπορεί να γίνουν όλα αυτά". Άλλος είναι ο στόχος.
ΥΓ: Και, φυσικά, για μια ακόμα φορά τίθεται το ερώτημα που έχω ξαναθέσει: Πώς το ίδιο το Χόλιγουντ, η πεμπτουσία της show business, γυρίζει τόσο αποκαλυπτικές και καυστικές για το ίδιο (και για πολλά άλλα θέματα) ταινίες;

Πέμπτη, Μαΐου 22, 2008

ΝΟΣΗΡΟ JAR CITY, ΠΝΙΓΗΡΗ ΙΣΛΑΝΔΙΑ


Το Jar City (Myrin) του 2006 του Baltasar Kormákur είναι ένα αστυνομικό θρίλερ. πλην όμως είναι μια από τις νοσηρότερες ταινίες που έχω δει τελευταία. Όχι, δεν υπάρχει κάποιος serial killer που κάνει φριχτά πράγματα. Εδώ ένας ηλικιωμένος μπάτσος ερευνά μια δολοφονία και αναγκάζεται να γυρίσει πίσω, σε μια βρώμικη ιστορία της δεκαετίας του 70, για να βγάλει άκρη. Ωστόσο τα πάντα συντρέχουν στη δημιουργία μιας απίστευτα καταθλιπτικής ατμόσφαιρας. Τα ίδια τα εγκλήματα, οι άνθρωποι και οι συμπεριφορές τους, η παρακμή και η διαφθορά, τα κτίρια και οι χώροι, ο τρόπος κινηματογράφησης, η "παγωμένη" φωτογραφία, όλα δημιουργούν ένα αρρωστημένο κλίμα.
Η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα, με κράτησε ως το τέλος και, νομίζω, ότι μόνο στη μικρή, απομονωμένη Ισλανδία θα μπορούσε να συμβεί. Έχεις μια αίσθηση ότι όλοι γνωρίζουν όλους, τα ίδια πρόσωπα έρχονται και επανέρχονται, δημιουργούν έναν κύκλο, σα να πρόκειται για ένα μεγάλο χωριό (και ίσως αυτό ακριβώς να είναι αυτή η χώρα). Ο Kormákur είναι σα να κινηματογραφεί ηθελημένα ό,τι πιο άσχημο διαθέτει η πατρίδα του (δημιουργώντας σοκ στους λάτρεις της χώρας αυτής, που βασικά την αγάπησαν μέσω της εξαιρετικής μουσικής της και στους οποίους συγκαταλέγομαι κι εγώ). Βλέποντας την ταινία, με το διαρκές μουντό λυκόφως να κυριαρχεί, τα απρόσωπα κτίρια, την πνιγηρή καθημερινότητα, τις απέραντες γυμνές και έρημες εκτάσεις, η πρώτη αυθόρμητη αντίδραση είναι ότι "δεν θα ήθελα να ζω εκεί".
Ανακεφαλαιώνοντας θα έλεγα ότι παρά το ότι πρόκειται για ένα καλό θρίλερ, ο αληθινός πρωταγωνιστής είναι νομίζω η ίδια η Ισλανδία (η αρνητική πλευρά της δηλαδή).

Τετάρτη, Μαΐου 21, 2008

ΕΝΑ ΕΞΠΡΕΣ ΓΕΜΑΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ


Αν πρέπει να θυμόμαστε για έναν και μόνο λόγο το "Έγκλημα στο Οριάν Εξπρές" (1974) του Sidney Lumet, αυτός θα ήταν το απίστευτο καστ του. Νομίζω ότι ποτέ δεν μαζεύτηκαν τόσο πολλοί καλοί ηθοποιοί μαζί. Για την ιστορία αναφέρω τους διασημότερους απ' αυτούς: Λορίν Μπακόλ, Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Μάρτιν Μπάλσαμ, Ζακλίν Μπισέ, Σον Κόνερι, Βανέσα Ρέντγκρέιβ, Ζαν-Πιέρ Κασέλ, Μάικλ Γιορκ, Άντονι Πέρκινς, Τζον Γκίλγκουντ, Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ, Τζορτζ Κουλούρης και, φυσικά, ο εκπληκτικός και αγνώριστος Άλμπερτ Φίνεϊ στο ρόλο του διάσημου ντετέκτιβ Ηρακλή Πουαρό.
Βασισμένη στο βιβλίο της Άγκαθα Κρίστι, η ταινία δεν κρύβει πολλές κινηματογραφικές εκπλήξεις. Είναι η κλασική ιστορία με τον φόνο, που θα συμβεί αυτή τη φορά στο εξωτικό Οριάν Εξπρές στα βάθη της χιονισμένης Γιουγκοσλαβίας, και, φυσικά επίσης, όλοι οι ετερόκλητοι επιβάτες, ευγενείς ή/και πλούσιοι οι περισότεροι, είναι εξ ίσου ύποπτοι. Το τέλος βέβαια είναι αρκετά απροσδόκητο, και η σκηνή του φόνου σε φλας μπακ προκαλεί σχετική ανατριχίλα, το υπόλοιπο φιλμ όμως κυλά ομαλά, δίχως ανατροπές και ιδιαίτερες εντάσεις. Ένας - ένας οι σούπερ σταρ πρωταγωνιστές εμφανίζονται στην ανάκριση, εκθέτουν το άλοθί τους και... πάμε στον επόμενο.
Ιδιαίτερη μνεία ωστόσο πρέπει να γίνει στον Άλμπερτ Φίνεϊ, που ερμηνεύει σπαρταριστά έναν άκρως ιδιόρυθμο, στα όρια του γελοίου μερικές φορές, sui generis Πουαρό, κάνοντας την όλη ταινία απολαυστική.
SPOILER SPOILER: Και βέβαια, μένει και ο ηθικός προβληματισμός του τέλους: Τι γίνεται αν ένα έγκλημα είναι απόλυτα δικαιολογημένο και αποδίδει δικαιοσύνη; Καταδικάζουμε τον εγκληματία ή όχι; Και επίσης, θα ήταν ίδια η τελική απόφαση του Πουαρό αν το έγκλημα δεν είχε γίνει από τόσο high society άτομα; ΤΕΛΟΣ SPOILER.
Καλογυρισμένο, παρακολουθείται με ενδιαφέρον... αλλά μέχρις εκεί.

Δευτέρα, Μαΐου 19, 2008

ΞΥΠΝΩΝΤΑΣ ΣΕ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΕΦΙΑΛΤΗ

Το "Ξύπνημα στον Εφιάλτη" (Jacob's Ladder) του 1990 του Adrian Lyne είναι σαφώς η σκοτεινότερη ταινία ενός άνισου και με μικρή παραγωγή σκηνοθέτη. Και καταφέρνει, νομίζω, να είναι αληθινά εφιαλτική, πράγμα βεβαίως θετικό για τους φίλους του τρόμου και απωθητικό για τους υπόλοιπους. Το "Ξύπνημα" βέβαια είναι μια μάλλον ασυνήθιστη ταινία τρόμου. Μην περιμένετε να δείτε ζόμπι ή τέρατα ή κάτι τέτοιο. Αντίθετα ο τρόμος εδώ γεννιέται από τις μικρές, σποραδικές "εμφανίσεις" κάποιων όντων ή μια σειρά ανεξήγητων συμβάντων που συμβαίνουν όλο και συχνότερα στην "κανονική" ζωή ενός βετεράνου του Βιετνάμ, όταν δηλαδή αυτός επιστρέφει τραυματίας από τον πόλεμο και επιχειρεί να επανενταχθεί στην καθημερινότητα. Τα παράδοξα μερικές φορές αφορούν και χρονικά μπερδέματα στη ζωή του, καθώς ο ήρωας μερικές φορές βιώνει σαν τωρινά κομμάτια προηγούμενων φάσεών του (σα να ζει ακόμα με την πρώην γυναίκα του κλπ.) Οι εξηγήσεις και η αναπάντεχη ανατροπή που θα έρθουν στο τέλος ίσως να μην αρέσουν σε κάποιους, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλο το φιλμ δεν καταφέρνει να είναι σε πολλά σημεία τρομαχτικό, κυρίως από ψυχολογική άποψη, καθώς θα μπορούσαμε κάλλιστα να παρακολουθούμε την φριχτή και δίχως επιστροφή πορεία ενός ανθρώπου (που ερμηνεύει ο Τιμ Ρόμπινς με διαρκώς σαστισμένο βλέμμα) προς την τρέλλα. Χαρακτηριστική επίσης είναι και η περιρέουσα "θρησκευτική" ατμόσφαιρα (προσέξτε τα επαναλαμβανόμενα σύμβολα, τα ονόματα κλπ.) Ίσως να διαφωνήσετε σε επί μέρους σημεία, το φιλμ όμως δεν παύει να είναι πνιγηρό, ασφυκτικό θα έλεγα, και ατμοσφαιρικό, στοιχεία βέβαια που αποτελούν αρετές για μια αρκετά ιδιόρυθμη ταινία τρόμου, που δύσκολα ξεχνά κανείς.

Τρίτη, Μαΐου 13, 2008

ΠΑΡΩΧΗΜΕΝΟΣ "ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ"


Έτυχε πρόσφατα να ξαναδώ τον "Εξόριστο στην Κεντρική Λεωφόρο"(!) του 1979 του Νίκου Ζερβού, μια σχεδόν καλτ στην εποχή της ταινία. Αλλά πριν πούμε οτιδήποτε γι' αυτή, θα έπρεπε να προσδιοριστεί (πολιτικά κυρίως) η εποχή αυτή στην Ελλάδα. 5 μόλις χρόνια μετά την πτώση της χούντας, οι νέοι Έλληνες (φοιτητές κυρίως) πέφτουν με τα μούτρα στην πολιτική, που τις περισσότερες φορές συνεπάγεται απόλυτη προσύλωση σε κάποιο αριστερό κόμμα, πράγμα απόλυτα δικαιολογημένο βέβαια μετά από 7 χρόνια στυγνής καταπίεσης. Από την αρχή σχεδόν όμως της κατάστασης αυτής, τα μελανά (γελοία ίσως για τα σημερινά δεδομένα) στοιχεία της γίνονται εμφανή από μια άλλη ομάδα νέων και εξ ίσου πολιτικοποιημένων. Έτσι, στα πανεπιστήμια κυρίως, δημιουργούνται οι πρώτες αυτόνομες / ανένταχτες / ανεξάρτητες ή όπως άλλιώς θέλετε να τις ονομάσετε ομάδες και παρατάξεις, οι οποίες, όπως είπα και πριν, είναι συνήθως πολιτικοποιημένες, αντιδρούν όμως στην κομματική χειραγώγηση και τον μόλις συνειδητοποιημένο τότε αρτηριοσκληρωτισμό των "επίσημων" παρατάξεων. Ταυτόχρονα, πολλοί νέοι ανακαλύπτουν με καθυστέρηση αρκετών ετών την περίφημη δεκαετία του 60 και ό,τι αυτή συνεπάγεται (Μάης του 68, ροκ, χάσμα των γενεών, σεξουαλική απελευθερωση, ειρηνευτικά κινήματα κλπ.) Όλα αυτά ήταν αδύνατο να περάσουν στην εποχή τους στην στρατοκρατούμενη Ελλάδα, και μάλιστα σε μια εποχή παντελούς έλλειψης πληροφόρησης.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες λοιπόν, ο "Εξόριστος" εκφράζει ακριβώς αυτή την καινούρια για τη χώρα αμφισβήτηση προς κάθε κατεύθυνση. Γι' αυτό και έκανε αίσθηση στην εποχή της.
Η ταινία έχει ένα πολύ χαλαρό σενάριο. Ο ήρωας, που ερμηνεύεται από τον Κώστα Φέρρη, περιφέρεται απαγγέλοντας τσιτάτα, μερικές φορές σαν μονόλογο, που σχετίζονται με το ροκ (ιδιαίτερα με τους ροκ θανάτους - Morrison, Joplin κλπ.) και με τον Μάη του 68, ενώ η στη ζωή του έχει τρεις άξονες: Την επανάσταση, τον έρωτα και το ροκ - αν και αμφισβητεί ενίοτε ακόμα κι αυτά. Επίσης μαθαίνει κόρνο, συναντά έναν παλιό του έρωτα, σκέφτεται το θάνατο και άλλα τέτοια (να σημειώσουμε ότι την εποχή αυτή απλώς το να ακούς ροκ θεωρούνταν επαναστατικό, ενώ από κάποιες νεολαίες απαγορευμένο και αντιδραστικό). Οι ηθοποιίες είναι κακές, η εικόνα επίσης, οι τεχνικές ατέλειες πολλές και πολλοί δεν θα καταλάβουν καν τον λόγο ύπαρξης μιας τέτοιας ταινίας. Τόσο έχει αλλάξει το κλίμα από τότε.
Δεν νομίζω ότι το φιλμ αντέχει σήμερα. Δείτε το, αν θέλετε, μόνο σαν καταγραφή μιας μάλλον μίζερης εποχής. Α, και κάτι άλλο. Προσέξτε πόσο απαίσια είναι η Αθήνα των 70ς. Δεν ξέρω αν το ξέρετε, αλλά μετά τη δεκαετία του 90 η πόλη έχει ομορφήνει πολύ (συγκριτικά πάντοτε, γιατί αν το δούμε αντικειμενικά...)

Κυριακή, Μαΐου 11, 2008

ΣΤΗΝ "ΑΓΡΙΑ ΦΥΣΗ" ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΟΠΩΣ ΤΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ...


Στην 4η ταινία του ο Sean Penn επιβεβαιώνει ότι εκτός από καλός ηθοποιός είναι και αξιόλογος σκηνοθέτης. Το "Into the wild" (2007) (Ταξίδι στην άγρια φύση) καταγράφει την αληθινή ιστορία ενός ανθρώπου που αποφασίζει να αφήσει πίσω του κάθε μορφή πολιτισμού και κοινωνίας και να ζήσει ολομόναχος στην παρθένα φύση. Μόνο που εκεί τα πράγματα δεν είναι πάντοτε ρόδινα.
Η ταινία αφηγείται με συνεχή φλας - μπακ την πορεία του νεαρού, ευκατάστατου και φέρελπι ήρωα. Γόνος ασφυκτικής οικογένειας με καταπιεστικό πατέρα, με λαμπρό μέλλον μπροστά του, επιλέγει να εξαφανιστεί δίχως να αφήσει κανένα ίχνος πίσω του, να περιπλανηθεί στους αχανείς δρόμους της Αμερικής και, τελικά, να απομονωθεί στην άγρια φύση και να ζήσει ολομόναχος εκεί, ακολουθώντας διδάγματα των λογοτεχνικών του ηρώων και ζώντας αποκλειστικά από το κυνήγι. Σε μεγάλο μέρος του φιλμ παρακολουθούμε την πορεία του και τις συναντήσεις του στο δρόμο με διαφορετικούς, περιθωριακούς (αν και με διαφορετικό τρόπο ο καθένας) και αρκετά συμπαθείς ανθρώπους, με τους οποίους θα δεθεί στενά, αλλά κανείς δεν θα καταφέρει να τον κρατήσει μακριά από την αμετάκλητη απόφασή του να ζήσει μόνος στη φύση. Έτσι μπορούμε να μιλήσουμε για ένα road movie, αν και, όπως είπαμε, ο στόχος του ήρωα δεν είναι η εμπειρία του ταξιδιού καθ' εαυτή.
Ούτε και οικολογικοί λόγοι είναι όμως αυτοί που ωθούν τον απολύτως καλών προθέσεων πρωταγωνιστή. Το βασικό του κίνητρο είναι μια σπάνια ανάγκη για ακραία ελευθερία. Τόσο ακραία, που εκλαμβάνει ώς ένα είδος καταπίεσης ακόμα και το να ζει κανείς μέσα στους κόλπους μιας οποιασδήποτε κοινωνίας. Ενώ όμως αυτό είναι αλήθεια (και μόνο η ύπαρξη άλλων γύρω μας απαιτεί περιορισμούς της ελευθερίας μας), ωστόσο αλήθεια είναι και το ότι ο άνθρωπος είναι απίστευτα δύσκολο (σχεδόν αδύνατο μάλλον) να ζήσει ολομόναχος, εκτός κοινωνίας. Κι αυτό δείχνεται με τραγικό τρόπο στο φιλμ.
Η ταινία με κράτησε από την αρχή ως το τέλος. Ενδιαφέροντες οι ποικίλοι χαρακήρες που συναντά στις περιπλανήσεις του ο ήρωας, με αποκορύφωμα το ζεύγος και την ευρύτερη κοινότητα νεο-χίππιδων (μερικοί απ' αυτούς απομεινάρια των 60ς που εξακολουθούν να ζουν έτσι), πανέμορφες εικόνες άγριας ομορφιάς και σφιχτή σκηνοθεσία συνθέτουν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κατά τη γνώμη μου φετινά φιλμ.

Σάββατο, Μαΐου 10, 2008

IRON MAN ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΚΑΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ


Ό,τι ακριβώς συμβαίνει με τον ήρωα της ταινίας, το ίδιο μου φάνηκε ότι συμβαίνει και με την ίδια την ταινία. Μιλώ βέβαια για τον Iron Man (2008) του Jon Favreau, ενός ακόμα όχι πολύ γνωστού ήρωα της Marvel που ξέθαψε το Χόλιγουντ, μη και του ξεφύγει κανένας.
Αυτό που πρέπει σίγουρα να πούμε, είναι ότι ο Iron Man διαφέρει αρκετά σαν χαρακτήρας από τους συνηθισμένους σούπερ ήρωες. "Κακός" αρχικά, ιδιοφυής, πλέιμπόι και πολυεκατομμυριούχος κατασκευαστής και έμπορος όπλων, με προϊόντα που σκορπούν το θάνατο σε χιλιάδες, αθώους και μη, ανανίπτει όταν συλλαμβάνεται από άλλους, πιο κακούς απ' αυτόν και, αφού φτιάξει την ανίκητη στολή του, προσπαθεί να κάνει το καλό και να εξιλεωθεί για το παρελθόν του. Έτσι οι δύο περσόνες του ήρωα κινούνται ανάμεσα σε Τζέιμς Μποντ και Robocop. Υπάρχει επίσης το χιούμορ, διάχυτο στην ταινία, και ενίοτε αυτοσαρκαστικό, αφού ο ήρωας είναι και πνευματώδης. Στα συν τέλος και ο αγνώριστος "κακός" Τζεφ Μπρίτζες.
Παρ' όλα αυτά όμως ομολογώ ότι βαρέθηκα κάπως καθώς η ταινία είναι μάλλον άγαρμπη συνολικά, χωρίς να μπορεί να αποφασίσει αν θα είναι ταινία δράσης ή χαρακτήρων, με κάποια μάλιστα πολιτική διάσταση. Πολλές αναληθοφάνειες επίσης (πώς διάβολο κατασκεύασε κοτζάμ πανοπλία στη φυλακή, κάτω από τη διαρκή εποπτεία των δεσμοφυλάκων του, ενώ αυτοί του είχαν παραγγείλει... πύραυλο;), αλλά αυτό είναι το λιγότερο, αφού αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του είδους. Τελικά βρήκα το συνολικό αποτέλεσμα μέτριο.
Γενικά πάντως, όσες υπερβάσεις και ανατροπές και να επιχειρεί ενίοτε, το υπερηρωικό φιλμ είναι ένα είδος που πάντοτε βαριόμουν. Δυστυχώς για μένα όμως, με τη φόρα που έχουν πάρει, δεν θα μείνει ούτε ένας κόμικς ανθυποήρωας που να μην κάνει την κινηματογραφική του εμφάνιση.

Πέμπτη, Μαΐου 08, 2008

ΑΝΕΥΡΟ "ΜΥΣΤΙΚΟ"


"Το Μυστικό" (Un secret, 2007) του γάλλου Claude Miller είναι μια ακόμα τραγική ιστορία από το Ολοκαύτωμα. Αντιλαμβάνομαι την ανάγκη να γίνονται ακόμα ταινίες γι' αυτό, αφού αποτελεί (μαζί με το ναζιστικό φαινόμενο γενικότερα) το συγκλονιστικότερο και κτηνωδέστερο γεγονός του 20ού αιώνα. Από την άλλη όμως, μετά από τόσα που έχουμε δει, η ταινία πρέπει πλέον να είναι πολύ ιδιαίτερη και δυνατή για να συγκλονίσει. Πράγμα που, κατά τη γνώμη μου, η συγκεκριμένη δεν είναι.
Υπάρχει ένα συνεχές μπρος - πίσω στο χρόνο (κυρίως πίσω, αφού το μεγαλύτερο μέρος είναι φλας-μπακ) και μάλιστα με την ιδιομορφία το παρόν να δίνεται ασπρόμαυρα και το παρελθόν έγχρωμα. Συγχρόνως, η ταινία μοιράζεται ανάμεσα σε δύο άξονες: Τον ιστορικό (διωγμοί των Εβραίων, φυγή από τις πατρίδες τους κλπ.) και τον ερωτικό, αφού το "μυστικό" του τίτλου σχετίζεται με μια ιστορία πάθους. Ωστόσο ούτε η τελευταία διαθέτει τόσο (κινηματογραφικό) πάθος ούτε η πρώτη κατάφερε να με αγγίξει πραγματικά. Το μυστικό γύρω από την καταγωγή του ήρωα και τις σχέσεις της οικογένειας με άλλα πρόσωπα και καταστάσεις αποκαλύπτεται σχετικά νωρίς, κι εμείς απλώς παρακολουθούμε πώς, τελικά, έγιναν όλα μέχρι να φτάσουμε στο σήμερα (στα μέσα της δεκαετίας του 80 δηλαδή). Γενικά βρήκα το φιλμ κάπως επίπεδο, δίχως εξάρσεις και κορυφώσεις - και η ιστορία με τον φανταστικό αδελφό που πλάθει ο μικρός ήρωας περνάει, κατά τη γνώμη μου, σχετικά "στο ντούκου", ενώ θα μπορούσε να δώσει ακόμα και μια ταινία τρόμου. Πάντως ο Miller είναι γενικά καλός σκηνοθέτης (ίσως εδώ υπερβολικά διακριτικός).
Όχι, δεν τη βρήκα κακή ταινία. Μάλλον κάπως χλιαρή και, όπως είπα, επίπεδη θα τη χαρακτήριζα.

Δευτέρα, Μαΐου 05, 2008

ΠΕΡΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ


Μάλλον ελάχιστοι γνωρίζουν το "The Man from Earth" (2007) του Richard Schenkman, με μικρό και μάλλον αδιάφορο έργο μέχρι σήμερα. Πράγμα λογικό αφού στην Ελλάδα δεν έχει κυκλοφορήσει σε καμία μορφή. Βασισμένη σε διήγημα της δεκαετίας του 60 του καλού συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Jerome Bixby, η ταινία ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για μένα.
Ας το πω από την αρχή για να σας προετοιμάσω: Ολόκληρη διαδραματίζεται μέσα σε ένα δωμάτιο (και 2-3 σκηνές στην αυλή). Και, σα να μην έφτανε αυτό, δεν έχει καν δράση, ούτε σεξ ή βία. Σε όλη τη διάρκειά της 7-8 άνθρωποι απλώς συζητάνε. Πλήξατε κιόλας; Μέγα λάθος. Στοιχηματίζω ότι, αν όχι θα αρέσει, τουλάχιστον θα κρατήσει σε πλήρη επαγρύπνηση τη συντριπτική πλειοψηφία των θεατών (και δεν εννοώ μόνο τους φανατικούς σινεφίλ).
Τι ακριβώς συμβαίνει εκεί μέσα; Ένας καθηγητής πανεπιστημίου παραιτείται εντελώς στα καλά καθούμενα από τη δουλειά του, τα μαζεύει και ετοιμάζεται να φύγει προς άγνωστη κατεύθυνση. Μερικοί φίλοι και συνάδελφοί του, διαφορετικού επιστημονικού ή ανθρωπιστικού κλάδου ο καθένας, του κάνουν ξαφνική επίσκεψη θορυβημένοι από το απροσδόκητο της απόφασής του. Κι εκεί ο ήρωας τους αποκαλύπτει ότι αναγκάζεται να φύγει επειδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, είναι... αθάνατος (14000 ετών για την ακρίβεια) και είναι υποχρεωμένος να μετακινείται κάθε μερικά χρόνια για να μην παρατηρεί κανείς ότι ο χρόνος δεν τον αγγίζει. Μη φοβάστε, δεν κάνω σπόιλερ, όλα αυτά συμβαίνουν στα 5 πρώτα λεπτά. Και οι εκπληξεις δεν σταματούν εκεί.
Βασισμένη σε έξυπνους διαλόγους και ψυχολογικές μεταπτώσεις (δοσμένα όλα απόλυτα ρεαλιστικά καθώς οι άλλοι αμφισβητούν, όπως είναι φυσικό, τα λεγόμενά του), κρατά, όπως είπα και στην αρχή, τον θεατή χάρη στην ανάπτυξη επιχειρημάτων εκατέρωθεν, τις ανατροπές και το απροσδόκητο τέλος. Και, σαν κερασάκι στην τούρτα, θα ακούσετε και μερικές πρωτότυπες και πέρα για πέρα ανατρεπτικές εκδοχές για σημαντικότατες πτυχές της ανθρώπινης ιστορίας, καθώς και πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για την ψυχολογία ενός αθάνατου, που όπως θα δείτε, κάθε άλλο παρά πάνσοφος είναι.
Φυσικά θα μπορούσε να είναι ένα πολύ ενδιαφέρον θεατρικό μονόπρακτο. Αποτελεί επίσης την τέλεια απόδειξη ότι μερικές φορές (πολύ σπάνιες, τουλάχιστον απ' ό,τι έχω δει μέχρι σήμερα) μπορεί κανείς να κάνει πετυχημένο σινεμά με απόλυτα εξωκινηματογραφικά μέσα. Εννοώ ότι εδώ το σενάριο είναι το 90% και όλα τα άλλα το υπόλοιπο 10. Ωστόσο νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να το ψάξετε.
ΥΓ: Ισχύει βεβαίως και η αντίρρηση ότι "προτιμώ να διαβάσω το διήγημα". Σε γενικές γραμμές πιστεύω ότι το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο, δοσμένο απλώς με διαφορετικά εκφραστικά μέσα.

Πέμπτη, Απριλίου 24, 2008

ΠΑΣΧΑΛΙΝΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ

Το μπλογκ πάει διακοπές στα νησιά. Για 10 περίπου μέρες δεν θα βλέπει ταινίες (cine-αποτοξίνωση). Αρχές Μαϊου όμως και πάλι μαζί σας.
Καλό Πάσχα

Τετάρτη, Απριλίου 23, 2008

ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ ΤΟΥΣ ΓΑΜΟΥΣ ΣΑΣ. ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΕΞΩΓΗΙΝΟΙ


Κάτω από τον πολύ αστείο τίτλο "I married a monster from outer space" (1958) κρύβεται (τι κρύβεται δηλαδή, είναι προφανές) ένα τυπικό b-movie των 50ς του Gene Fowler Jr. (1917-1998), που γύρισε λίγες ταινίες και λίγα τηλεοπτικά στη δεκαετία αυτή πριν γίνει αποκλειστικά editor. Υπάρχουν φυσικά κακοί εξωγήινοι που αντικαθιστούν έναν - έναν τους κατοίκους μιας πόλης παίρνοντας τις μορφές τους. Από τα πρώτα θύματα ένας νιόπαντρος, του οποίου η όμορφη σύζυγος αντιλαμβάνεται από την πρώτη νύχτα γάμου ότι κάτι δεν πάει καλά κι ότι ο άντρας της συμπεριφέρεται πολύ διαφορετικά από τον άντρα που γνώριζε. Το κλου είναι ότι σύντομα αποκαλύπτεται ότι οι εξωγήινοι το κάνουν αυτό για... να μας πάρουν τις γυναίκες και να αναπαραχθούν, αφού οι δικές τους γυναίκες έχουν πεθάνει σε κάποια καταστροφή.
Περιττό να πούμε ότι τα εφφέ είναι αστεία, όπως και οι περισσότερες από τις ηθοποιίες. Υπάρχει κάποιο ενδιαφέρον προς το τέλος, με κάποια μεταστροφή του πρωταγωνιστή εξωγήινου, αλλά φοβάμαι ότι το υπόλοιπο φιλμ είναι μάλλον ξεπερασμένο σήμερα. Αν μάλιστα συνυπολογίσει κανείς και το πόσες φορές έχουμε δει το θέμα των εξωγήινων που παίρνουν τη μορφή των διπλανών μας ανθρώπων, ε, μάλλον είναι μία από τα ίδια. Τίποτα ιδιαίτερα σημαντικό κατά τη γνώμη μου, εκτός αν έχετε κέφι για πλάκα. Που, και πάλι, ούτε κι αυτή είναι αρκετή όπως συμβαίνει, ας πούμε, στις ταινίες του Ed Wood...

Κυριακή, Απριλίου 20, 2008

ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΙΜΑ ΣΤΗΝ ΜΠΡΙΖ


Η "Αποστολή στην Μπριζ" (In Bruges, 2008) του πρωτοεμφανιζόμενου βρετανού Martin McDonagh αποτέλεσε για μένα μια ευχάριστη έκπληξη, καθώς δεν ήξερα τίποτα για την ταινία και πήγα εντελώς απροετοίμαστος. Ωστόσο ο σκηνοθέτης καταφέρνει να φτιάξει ένα ομοιογενές αποτέλεσμα από ένα κράμα ετερόκλητων ειδών, δίχως να έχεις την αίσθηση ότι "κάτι δεν κολλάει εδώ". Πράγματι εδώ συνυπάρχουν το αστυνομικό φιλμ, η κωμωδία, το δράμα, η βία και οι πολλές κινηματογραφοφιλικές αναφορές. Έτσι στο τέλος ήμουν αναποφάσιστος για το αν είδα μια κωμωδία ή ένα βίαιο δράμα, αλλά αυτό δεν ήταν αρνητική αίσθηση, αφού όλα αυτά ήταν καλοχωνεμένα και τελικά έδεναν.
Άλλο ατού της ταινίας είναι οι διάφοροι ασυνήθιστοι ή/και εκκεντρικοί χαρακτήρες, που πολύ μακριά από κλισέ και τετριμμένα πρότυπα, επιδίδονται σε ένα όργιο μη πολιτικής ορθότητας, τινάζοντας στον αέρα καθωσπρεπισμούς, μασημένα λόγια και κανόνες. Ακόμα και όταν το φιλμ προσχωρά προς το τέλος του και το δράμα κορυφώνεται καθώς ο ανυποψίαστος θεατής αντιλαμβάνεται προς τα πού οδεύουν όλα αυτά, ακόμα και τότε λοιπόν δεν μπορεί να μη γελάσει με κάποιες ατάκες, κάποιες κουφές σκηνές ή αντιδράσεις. Ταυτόχρονα είναι ενδιαφέρουσα η κατάδειξη ενός αυστηρότατου κώδικα τιμής που διαθέτουν ακόμα και τα πιο καθάρματα από τους ήρωες, καθώς και η ανθρώπινη, κοινότοπη πλευρά τους (όχι ότι δεν το έχουμε δει πολλές φορές αυτό, αλλά αποτελεί ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο του φιλμ).
Όλα αυτά συμβαίνουν στην ειδυλλιακή, μεσαιωνική και άριστα διατηρημένη Μπριζ, όπου οι δύο επαγγελματίες δολοφόνοι με τον τόσο διαφορετικό χαρακτήρα περιφέρονται ως με το ζόρι τουρίστες, μπλέκοντας σε απίστευτες καταστάσεις. Με πολύ χιούμορ λοιπόν (και μάλιστα συχνά μαύρο), μακριά από κλισέ και χάπι εντ, αλλά και με έντονο δραματικό στοιχείο που κορυφώνεται όσο προχωρά, ο McDonagh με έκανε να περιμένω με ενδιαφέρον την επόμενη δουλειά του.

Παρασκευή, Απριλίου 18, 2008

ΘΕΑΤΡΙΝΕΣ, ΜΗΤΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΥΣΤΕΡΙΑ


Η Valeria Bruni Tedeschi είναι μια πολύ καλή ηθοποιός. Με τις "Θεατρίνες" (Actrices, 2007) όμως περνά και στη σκηνοθεσία, και μάλιστα για δεύτερη φορά. Πλην όμως το αποτέλεσμα δεν κατάφερε να με κρατήσει. Σ' όλη τη διάρκεια της ταινίας είχα την αίσθηση ότι το όλο εγχείρημα έγινε για ναρκισσιστικούς λόγους, για να δώσει δηλαδή στην ηθοποιό την ευκαιρία να ερμηνεύσει πολλαπλούς ρόλους.
Πράγματι, η ηρωίδα είναι διάσημη θεατρική ηθοποιός, αλλά μόνη. Με το θάνατο του πατέρα της συνειδητοποιεί ότι η ευκαιρία για μητρότητα έχει πλέον παρέλθει οριστικά και η ζωή της διαλύεται, όδηγώντας την προς την υστερία. Με το να υποδύεται μια ηθοποιό, η Τεντέσκι βρίσκει την ευκαιρία να ερμηνεύσει και την υστερία της καθημερινότητάς της και την ηρωίδα ενός έργου του Τουργκένιεφ που ανεβάζουν την περίοδο που διαδραματίζονται τα παραπάνω.
Συνήθως ο χαρακτηρισμός "γυναικεία ταινία" δεν είναι για μένα ούτε καλός ούτε κακός από μόνος του. Εξαρτάται από την εκάστοτε ταινία. Δυστυχώς εδώ θα τον χρησιμοποιήσω μάλλον αρνητικά. Ίσως κάποιες γυναίκες να συγκινηθούν και να συμπάσχουν με την ηρωίδα, αφού όντως θίγονται ορισμένα σημαντικά θέματα για μια γυναίκα. Εγώ πάντως μάλλον έπληξα. Ιδιαίτερα με το "κερασάκι στην τούρτα", την θρησκοληψία δηλαδή της πρωταγωνίστριας, που ζητά παιδί από τον θεό, αλλά και από έναν... παπά. Αναμφισβήτητα η Bruni Tedeschi είναι πολύ καλή ηθοποιός. Προσωπικά θα προτιμούσα να μείνει σ' αυτή της την ιδιότητα.

Τρίτη, Απριλίου 15, 2008

ΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΗς "ΙΣΤΟΡΙΑΣ 52"


Το να πω ότι η "Ιστορία 52" (2008) του πρωτοεμφανιζόμενου Αλέξη Αλεξίου είναι η καλύτερη μέχρι σήμερα ελληνική ταινία φανταστικού δεν λέει και πολλά πράγματα για τον απλούστατο λόγο ότι είναι ελάχιστες οι ελληνικές ταινίες φανταστικού. Μάλλον μεγαλύτερη σημασία έχει το ότι τη βρήκα μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία φανταστικού γενικότερα.
Κλειστοφοβική αλλά πολύ καλογυρισμένη, κατάφερε να μη με κουράσει, παρά το ότι διαδραματίζεται ολόκληρη σχεδόν σε ένα κοινό διαμέρισμα. Το επίτευγμα γίνεται ακόμα πιο σημαντικό με δεδομένο ότι η ιστορία που αφηγείται δεν έχει από μόνη της τίποτα συγκλονιστικό, είναι κοινότοπη: Η γνωριμία του ήρωα με μια κοπέλα, η ερωτική τους σχέση, ο χωρισμός τους... ή μήπως δεν έγιναν έτσι ακριβώς τα πράγματα; Κομμάτια της συνηθισμένης αυτής ιστορίας προβάλλονται συνεχώς μπροστά μας, με διαφορετική χρονική σειρά κάθε φορά. Θα νόμιζε κανείς ότι πρόκειται για την τυπική δομή - παζλ ορισμένων ταινιών, που δείχνουν τι ακριβώς συνέβει, απλώς το δείχνουν με "πειραγμένη" χρονική σειρά. Όμως όχι. Πολύ σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι βλέπουμε τα ίδια επεισόδια... αλλά όχι ακριβώς ίδια. Κάθε φορά οι παρόμοιοι διάλογοι και πράξεις επαναλαμβάνονται είτε ελάχιστα είτε ριζικά παραλλαγμένοι. Και βαθμιαία όλα οδεύουν προς έναν εφιάλτη (διαφορετικό κι αυτόν σε κάθε εκδοχή του). Κι επειδή όλα αυτά γίνονται με έξυπνο και δεξιοτεχνικό τρόπο, έπιασα πολύ γρήγορα τον εαυτό μου να προσπαθεί να συγκρατήσει κάθε λέξη, κάθε λεπτομέρεια, κάθε ελάχιστο σημάδι, αντικείμενο, χειρονομία, πασχίζοντας να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει.
Η κινηματογραφική παιδεία, αλλά και οι γνώση του φανταστικού γενικότερα είναι εμφανείς. Η "Αποστροφή" του Πολάνσκι, ο Λιντς, ο Φίλιπ Ντικ, το "Ρασομόν", είναι μερικά μόνο από τα πολλά στοιχεία που μπορεί να εντοπίσει ο θεατής, καλοχωνεμένα όμως και "συναρμολογημένα" σ' ένα σύνολο που, τελικά, φέρει τη σφραγίδα του δημιουργού του μόνο και όχι των προαναφερθέντων (κι άλλων τόσων πιθανόν). Βρισκόμαστε στο μυαλό ενός παρανοϊκού; Ποια είναι η αλήθεια και ποιες οι φαντασιώσεις; Υπάρχει, τελικά, μια μόνο αλήθεια; Μήπως είναι η μνήμη που παίζει παράξενα παιχνίδια και παραλάσσει κάθε φορά τα πράγματα;
Ίσως να μη βρείτε ποτέ ξεκάθαρες απαντήσεις, σίγουρα όμως θα σκέφτεστε για καιρό όσα είδατε και τι τελικά συνέβει. Αυτή η ικανότητα της ταινίας να σε "στοιχειώνει" και να σε κάνει να τη σκέφτεσαι για πολύ είναι μια από τις βασικές αρετές της. Προειδοποιώ: Δεν είναι ταινία για πολλούς, ίσως να παρακολουθείται κάπως δύσκολα, δεν δίνει σαφείς απαντήσεις και σηκώνει πολλές, πολλές ερμηνείες (ίσως ο κάθε θεατής να έχει τη δική του). Νομίζω όμως ότι αποτελεί μια από τις μεγάλες εκπλήξεις των τελευταίων χρόνων στη χώρα μας και ότι αξίζει τον κόπο να χαθείτε στους λαβύρινθούς της.

Δευτέρα, Απριλίου 14, 2008

ΓΗ ENANTION ΙΠΤΑΜΕΝΩΝ ΔΙΣΚΩΝ... ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΩΝ B-MOVIES


Αντίθετα με το "The day the Earth stood still", το "Earth vs Flying Saucers" (1956) του Fred F. Sears (1913-1957) είναι ένα τυπικό 50΄ς b-movie επιστημονικής φαντασίας όπου, όπως φυσικά καταλάβατε, κακοί εξωγήινοι επιτίθενται στη γη με σκοπό να την κατακτήσουν. Λογικό, βέβαια, αφού ο Sears ήταν ένας κλασικός "μπι-μουβάς", με καμιά πενηνταριά ταινίες στο ενεργητικό του παρά το ότι πέθανε πολύ νέος. Πώς τα κατάφερε; Μα... γύριζε 4-5 ταινίες το χρόνο (!!!) σ΄ όλη σχεδόν τη δεκαετία του 50, γουέστερν, τρόμου, ΕΦ κι ό,τι άλλο προκύψει.
Οπότε, όπως ίσως καταλαβαίνετε, η ταινία που συζητάμε προσφέρεται για την κλασική πλάκα που μπορεί να γίνει σε ταινίες του είδους. Κακή ηθοποιία, άγαρμποι, ανθρωποειδείς εξωγήινοι που περπατάν σα να έχουν καταπιεί μπαστούνι, όπλα που εφευρίσκονται σε χρόνο dt και, φυσικά, σώζουν τον πλανήτη και όλα τα άλλα κλισέ συσσωρεύονται για να μας προσφέρουν περισσότερο χαβαλέ παρά οτιδήποτε άλλο. Το ψυχροπολεμικό κλίμα, η φοβία του διαφορετικού, ο τρόμος μπροστά σε επερχόμενη εισβολή από την ανατολή μάλλον παρά από το διάστημα, όλα είναι παρόντα εδώ. Αφείστε που οι γήινοι είναι αυτοί που πρώτοι ανοίγουν πυρ απροειδοποίητα μόλις αντικρύζουν του εξωγήινους, πριν ακόμα μάθουν τις προθέσεις τους, κι αυτό περνά εντελώς στο ντούκου, δίχως κανένα σχόλιο, σαν κάτι απόλυτα φυσιολογικό...
Η τελική μάχη, που γίνεται στην Ουάσιγκτον, όπου μάλιστα γκρεμίζεται και ο Λευκός Οίκος, έχει σχετική πλάκα και κάποιο σασπένς, που δεν κατάφερε να μου το δημιουργήσει η υπόλοιπη ταινία, παρά το απειλητικό countdown, με τη διορία που δίνουν οι "ξένοι" στους γήινους. Ειδική μνεία πάντως πρέπει να γίνει στα εφφέ, που είναι του μεγάλου Ray Harryhauzen, πράγμα που ίσως είναι και η μοναδική της αξία. Σήμερα βέβαια φαίνονται πολύ ξεπερασμένα, φανταστείτε όμως το 1956!
Συνίσταται κυρίως σε παρέες που βαριούνται το βράδυ στο σπίτι, με συνοδεία πίτσας, μπύρας και άλλων σχετικών.

Κυριακή, Απριλίου 13, 2008

Η ΓΗ ΠΟΥ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟΤΗΤΑ


Το 1951 ο Robert Wise (1914-2005) γυρίζει ένα από τα ορόσημα του σινεμά επιστημονικής φαντασίας, το The Day the Earth Stood Still (Όταν η γη σταμάτησε). Βασισμένη σ' ένα διήγημα της δεκαετίας του 30 του Harry Bates, το "Αποχαιρετισμός στον Αφέντη", μιλά για ένα εξωγήινο σκάφος που προσγειώνεται στην Αμερική με επιβάτες έναν ανθρωπόμορφο εξωγήινο και ένα πανίσχυρο, γιγάντιο ρομπότ. Ο πρώτος είναι ο βασικός ήρωας του φιλμ, καθώς πασχίζει να πείσει την ανθρωπότητα ότι βαδίζει ολοταχώς προς την καταστροφή.
Μια σύντομη ματιά στην εποχή είναι απαραίτητη. Βρισκόμαστε στην καρδιά του ψυχρού πολέμου, ΗΠΑ και Σοβιετική Ένωση εξοπλίζονται ασύστολα με πυρηνικά και τα πάντα μπορεί να τιναχτούν στον αέρα από μια βλακεία ή ένα λάθος. Αντανάκλαση αυτού του κλίματος (σε συνδυασμό με την υστερική αμερικάνικη κομμουνιστοφοβία) είναι τα περίφημα b-movies επιστημονικής φαντασίας του '50, μέτρια συνήθως (και αστεία, αν και νοσταλγικά, σήμερα). Συνήθως παρουσιάζουν κακούς εξωγήινους που εισβάλλουν με ποικίλους, ύπουλους ή απροκάλυπτους τρόπους στη γη. Η σχέση με την φοβία των αμερικάνων για "κομμουνιστική εισβολή" είναι σαφής και ορισμένα υπονοούμενα σε αρκετές ταινίες του είδους την κάνουν ακόμα σαφέστερη.
Υπήρξαν ωστόσο και εξαιρέσεις σ' αυτό το γενικό κλίμα, η γνωστότερη από τις οποίες είναι το "The Day...". Εδώ, πολύ πριν τον ΕΤ, οι εξωγήινοι είναι "καλοί" και έρχονται να μας προειδοποιήσουν για την αυτοκαταστροφική πορεία του ανθρώπινου πολιτισμού με τους συνεχείς πολέμους και τους πυρηνικούς εξοπλισμούς. Προχωρώντας όμως περισσότερο, καυτηριάζει την ανθρώπινη βλακεία, επιθετικότητα, μισσαλοδοξία, (γιατί όχι και ξενοφοβία;) και μη ανοχή στο διαφορετικό, σκιαγραφόντας μια γενική τάση του στιλ "πρώτα πυροβόλησε και μετά κάνε ερωτήσεις". Όσο για τη ραγδαία εξάπλωση στον πληθυσμό της υστερικής φοβίας για τον "ανεξέλεγκτο" εξωγήινο, ε, εδώ οι αναφορές στο κλίμα που προαναφέραμε είναι ακόμα σαφέστερες. Έτσι, ο άτυχος ξένος που έρχεται με φιλικές διαθέσεις βρίσκεται, πολύ πριν τον "Άνθρωπο που έπεσε στη Γη" του Ρεγκ, κυνηγημένος και αποξενωμένος να πασχίζει να γλιτώσει από αυτούς που ήρθε να προειδοποιήσει.
Πέραν των "μηνυμάτων" όμως, η ταινία είναι καλογυρισμένη και κατάφερε να με κρατήσει μέχρι τέλους, τόσα χρόνια μετά την εμφάνισή της. Είναι βέβαια και αρκετά πάνω από τα συνηθισμένα b-movieς σαν παραγωγή, είναι και σημαντικός ο Wise, οπότε όλα δικαιολογούν το χαρακτηρισμό του κλασικού. Αν δεν το έχετε δει, ψάξτε το!
ΥΓ: Υπάρχει μια εκπληκτική σκηνή που, τόσα χρόνια πριν, μοιάζει τόσο επίκαιρη: Ένας ρεπόρτερ, με το μικρόφωνο προτεταμένο, ρωτά το πλήθος για το πώς νοιώθουν για τον εξωγήινο. Πανικός απ' όλους. "Είμαι έντρομος", "κινδυνεύουμε", "να τον σκοτώσουν γρήγορα", "είναι απειλή" κλπ. κλπ. Κάποιος όμως έχει διαφορετική γνώμη: "Ρε παιδιά, μήπως πρέπει να ψάξουμε περισσότερο για το τι θέλει, ποιοι είναι οι σκοποί του..." Πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση του, ο δημοσιογράφος λέει "Ευχαριστώ πολύ", παίρνει το μικρόφωνο και πάει στον επόμενο έντρομο και αγανακτισμένο πολίτη. Σας θυμίζει τίποτα; Ξαναλέω ότι όλα αυτά γίνονται το 1951!