Πέμπτη, Φεβρουαρίου 28, 2008

ΟΤΑΝ Η ΑΠΛΗΣΤΙΑ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ... ΧΥΝΕΤΑΙ ΑΙΜΑ


Στο "Θα χυθεί αίμα" (Τhere will be blood) ο Paul Thomas Anderson, από τους σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες, στήνει ένα πυκνό δράμα με πολλαπλά θέματα: Την απληστία που οδηγεί στην τρέλα, την γέννηση του αμερικάνικου έθνους και της οικονομίας του, τον θρησκευτικό φανατισμό και την κρυφή σχέση των εκκλησιών ή "εκκλησιών" με το χρήμα... για να αναφέρουμε μερικά μόνο απ' αυτά.
Ένας φτωχός χρυσοθήρας στα τέλη του 19ου αιώνα βρίσκει πετρέλαιο και σύντομα μετατρέπεται σε πολυεκατομμυριούχο. Με μια διαφορά: Είναι πλέον μαθηματικά βέβαιο ότι, ακόμα κι αν βρεις πετρέλαιο στην αυλή σου, για να γίνεις πολυεκατομμυριούχος και πανίσχυρος σε όλα τα επίπεδα, πρέπει να κάνεις και πολλά άλλα, όχι τόσο τίμια πράγματα. Απάτες, κλοπές, ίσως και φόνους. Στο επίπεδο αυτό η ταινία λειτουργεί σαν αλληγορία του καπιταλισμού ή, ειδικότερα, σαν αλληγορία της γέννησης του αμερικάνικου έθνους. Και εδώ μπαίνει και ένας ακόμα βασικός, βασικότατος παράγοντας, ψυχολογικός αυτή τη φορά: Η απληστία. Δίχως αυτή, ίσως κάποιος να γίνει με τυχαίο τρόπο πλούσιος (γιατί κέρδισε το Λόττο ας πούμε), δεν πρόκειται όμως ποτέ να γίνει πανίσχυρος και πολυεκατομμυριούχος, να φτάσει να διοικεί μια αυτοκρατορία.
Το πορτρέτο ενός τέτοιου ανθρώπου λοιπόν και την πορεία του σκιαγραφεί η ταινία. Μόνο που η απληστία, η μονομανία της απόκτησης δύναμης, οδηγεί μοιραία στην τρέλα. Η οποία, όσο διαρκεί το φιλμ, μεγαλώνει όλο και περισσότερο, για να πνίξει τον ήρωα. Είναι φυσικό η ιστορία αυτή να φέρνει στο νου τον "Πολίτη Κέιν" ή την αληθινή ιστορία του Χάουαρντ Χιουζ, κι άλλες ταινίες ή περιπτώσεις. Νομίζω ότι κάτι τέτοιο είναι ηθελημένο. Όσο για τη θρησκεία, καιρός ήταν να δούμε κάποιο σχόλιο για τη θρησκοληψία και τους εκατοντάδες ψευδοπροφήτες και έξαλλους τηλεπαπάδες που κατακλύζουν τη σύγχρονη Αμερική. Τέλος οι εικόνες της, με τις γιγάντιες πετρελαιοπηγές, τα έρημα τοπία και τον ανθρώπινο μόχθο, αποζημιώνουν τον θεατή.
Ο Ντάνι Ντέι Λιούις είναι εκπληκτικός και νομίζω ότι δίκαια κέρδισε το Όσκαρ. Όσο για την επική αυτή ταινία (γιατί για έπος της ανθρώπινης απληστίας και αχαλίνωτης φιλοδοξίας πρόκειται) μπορεί να είναι λίγο αργή και μεγάλη σε διάρκεια, προσωπικά όμως δεν με κούρασε. Αντίθετα απόλαυσα μια από τις μεγάλες φετινές ταινίες, που κατεβαίνει στη σκοτεινή άβυσο της ανθρώπινης ψυχής και τη "ζωγραφίζει" πιο εύγλωττα από πολλές άλλες.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 25, 2008

"ΔΑΓΚΩΜΑΤΙΕΣ" ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΑΣ ΦΟΒΙΣΑΝ ΟΥΤΕ ΜΑΣ ΕΚΑΝΑΝ ΝΑ ΓΕΛΑΣΟΥΜΕ


Το "Les Morsures de l'aube" (2001), γαλική ταινία του Antoine de Caunes, διαθέτει (για τους φανς) την Άζια Αρτζέντο στον πρωταγωνιστικό ρόλο... και όχι πολλά άλλα πράγματα. Βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Tonino Banaquista ("Τα δόντια της Αυγής" στα ελληνικά) και, επειδή το έχω διαβάσει και το βρήκα αρκετά διασκεδαστικό, είδα από περιέργεια και το φιλμ.
Το στόρι και η όλη ατμόσφαιρα είναι αρκετά ελκυστικά - ή μάλλον θα μπορούσαν να είναι, γιατί, για να το πω από την αρχή, βρήκα την ταινία αποτυχημένη. Πρόκειται για μια περιπλάνηση στο νυχτερινό Παρίσι όπως δεν το ξέρουμε, με τα κλαμπ του (γνωστά ή "μυστικά", δηλαδή απόλυτα πριβέ), τα πάρτι, τις διαστροφές και πολλά και ποικίλα άλλα. Ο ήρωας, ένας "επαγγελματίας - παράσιτο", ζει με σχεδόν μηδέν χρήματα, δίχως σπίτι ή οποιαδήποτε ιδιοκτησία εκτός από το κυριλέ σμόκιν του. Κοιμάται τη μέρα σε κολυμβητήρια, βγαίνει τη νύχτα για να τραφεί και να πιει δωρεάν στις εν λόγω "εκδηλώσεις" και περιπλανιέται σε μπαρ, πάρτ, κλαμπ ή ό,τι άλλο μέχρι την επόμενη αυγή. Κάποια στιγμή η ζωή αυτή θα "σοβαρέψει" απότομα, καθώς μπλέκεται άθελά του σε μια ιστορία με βρικόλακες, οι οποίοι φυσικά κυκλοφορούν τις ίδιες ακριβώς ώρες μ' αυτόν. Το σασπένς και οι ανατροπές επικεντρώνονται στο αν το gothic ζεύγος είναι όντως βρικόλακες ή κανονικοί άνθρωποι που πάσχουν από βαμπιρισμό ή, τέλος, το παίζουν έτσι.
Συγνώμη που θα κάνω συγκρίσεις με το βιβλίο (πράγμα που γενικά δεν μου αρέσει), αλλά όλα αυτά δίνονται καθαρά, με σασπένς και χιούμορ σ' αυτό, ενώ στην ταινία (που αν εξαιρέσει κανείς το τέλος, όπου κυριολεκτικά του "άλλαξαν τα φώτα", παραμένει αρκετά πιστή στο κείμενο) και κοιλιές υπάρχουν και πράγματα δεν ξεκαθαρίζονται... και γενικά, παρά το κάποιο χιούμορ, δύσκολα αποφασίζει κανείς αν ο σκηνοθέτης ήθελε να κάνει μια μαύρη κωμωδία ή μια ταινία τρόμου, αφού το αποτέλεσμα ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι. Απογοητευτικό είναι και το ότι ελάχιστο βάρος πέφτει (μάλλον τυχαία και από σπόντα το καταλαβαίνει κανείς) στο ότι ο ήρωας είναι συνειδητά και σχεδόν ιδεολογικά ένα κοινωνικό παράσιτο - και στα όσα κάνει για να επιβιώσει όντας τέτοιο. Κρίμα, γιατί θα μπορούσε να είναι μια διασκεδαστική ταινία.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 24, 2008

ΕΡΩΤΑΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ


Με την "Άκρη του Ουρανού" (Auf der anderen Seite, 2007) ο τουρκογερμανός Fatih Akin επιβεβαιώνει τις προσδοκίες μας από το "Μαζί ποτέ" πριν μερικά χρόνια - και πολύ χαίρομαι γι' αυτό. Και πάλι όλα συμβαίνουν ανάμεσα στις δύο πατρίδες του: Τη Γερμανία και την Τουρκία. Και πάλι οι πολιτισμοί αλληλοεπιδρούν, συγκρούονται, αναμειγνύονται. Και οι ήρωες, τούρκοι και γερμανοί, κάποια στιγμή αλλάζουν ταυτότητα, περνώντας από τον έναν στον άλλον.
Με ένα έξυπνο σενάριο, που παρακολουθεί τις ιστορίες 6 ανθρώπων, που κινούνται παράλληλα και άλλοτε τέμνονται άλλοτε όχι, ο Akin καταφέρνει να μας πει πολλά. Για τις βαθιές διαφορές των δύο πολιτισμών, για το πάθος του έρωτα (που βέβαια μπορει να γεννηθεί ανάμεσα σε διαφορετικής προέλευσης ανθρώπους), για την πολιτική κατάσταση, στην Τουρκία κυρίως, και τον αγώνα κάποιων ανθρώπων εκεί, για την ανάγκη ή τον εξαναγκασμό πολλών ανθρώπων να πετάξουν από πάνω τους το παρελθόν και ν' αλλάξουν ζωή ή / και ταυτότητα ψάχνοντας απεγνωσμένα για έναν σκοπό.
Χαρακτήρισα έξυπνο το σενάριο επειδή, ενώ βασίζεται σε συμπτώσεις (πράγμα που γενικά θεωρώ σεναριακή αδυναμία), οι συμπτώσεις αυτές δεν παίζουν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη. Εννοώ ότι οι ήρωες δένονται με πολλαπλούς δεσμούς, αναζητούν μερικές φορές το ίδιο ή σχετικά πρόσωπα για διαφορετικούς λόγους, συναντώνται σε κοινούς χώρους ή διασταυρώνουν τις πορείες τους καθώς ταξιδεύουν με ποικίλα μέσα μεταφοράς... πλην όμως συνήθως δεν αντιλαμβάνονται αυτές τις συμπτώσεις, αγνοούν ότι συμπτωματικά βρίσκονται ακριβώς δίπλα σ' αυτό ακριβώς που αναζητούν. Από την άλλη, η πολιτική και ο ακτιβισμός μπλέκονται με το πάθος, το τραγικό στοιχείο αναμειγνύεται με το συγκινητικό και το ανθρώπινο, οι αρνητικές πλευρές και των δύο διαφορετικών πολιτισμών διαγράφονται αδρά και το σύγχρονο πρόσωπο της Τουρκίας, με το ένα πόδι στην Ευρώπη και τη Δύση και το άλλο στον Τρίτο Κόσμο, σχεδιάζεται καθαρά.
Με την "Άκρη του Ουρανού" ο Akin νομίζω ότι κατακτά περίοπτη θέση ανάμεσα στους σημαντικούς σύγχρονους δημιουργούς. Περιμένω τη συνέχεια.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 21, 2008

Ο ΝΤΙΛΑΝ ΣΕ ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ


To "I'm not there" του Todd Heynes είναι μια σχεδόν πειραματική ταινία. Δεν είναι ακριβώς μια ταινία για τον Bob Dylan, αλλά μια ταινία εμπνευσμένη από τον Bob Dylan. Τι σημαίνει αυτό; Ότι δεν πρόκειται για βιογραφία ενός από τους πολύ μεγάλους του 20ού αιώνα, ούτε για ντοκιμαντέρ γύρω απ' αυτόν, ούτε καν για "εικονογράφηση" ιστοριών που διηγείται στα τραγούδια του, ενώ ο ίδιος δεν εμφανίζεται ποτέ. Πρόκειται για ένα χαλαρά δομημένο (άτακτα θα έλεγαν πολλοί) κράμα όλων αυτών και διάφορων άλλων στοιχείων. Φάσεις της ζωής και των ιδεολογικών του περιόδων, ήρωες των τραγουδιών του, άνθρωποι και καταστάσεις που τον επηρέασαν, όλα μπερδεύονται άναρχα, δίχως αρχή, μέση και τέλος, σε ένα πολύπλοκο παζλ "για δυνατούς λύτες". Η μία ιστορία μπαίνει μέσα στην άλλη, διακόπτεται απότομα και (ίσως) ξαναρχίζει σε κάποια εντελώς αυθαίρετη στιγμή, οι ηθοποιοί που υποτίθεται ότι τον ενσαρκώνουν αλλάζουν κι αυτοί (ακόμα και η Κέιτ Μπλάνσετ υποδύεται τον Ντίλαν των '60ς), ο Ντίλαν δεν λέγεται καν Ντίλαν σε ορισμένα βιογραφικά του κομμάτια (αλλά είναι σαφές πως πρόκειται γ' αυτόν) και μόνο τα μεγάλα τραγούδια του πλημμυρίζουν από την αρχή ως το τέλος το φιλμ (κι αυτά όχι πάντα εκτελεσμένα από τον ίδιο, αλλά πολύ συχνά από άλλα, ενίοτε πολύ σημαντικά ονόματα, που τα διασκευάζουν).
Ο Heynes, από τους πλέον ενδιαφέροντες και ανήσυχους σύγχρονους δημιουργούς, κινήθηκε κι εδώ κάθε άλλο παρά ορθόδοξα. Το αποτέλεσμα όλου αυτού του σχεδόν χάους έχει για μένα θετικές και αρνητικές πλευρές. Μου άφησε γενικά μια όμορφη, ερεθιστική γεύση. Μπορεί όμως εύκολα να κατηγορηθεί για πολλά. Προφανώς για το χάος που προαναφέραμε πρώτα - πρώτα. Αλλά και - κυρίως - για το ότι απευθύνεται σε ένα πολύ κλειστό κλαμπ φανατικών του Ντίλαν, που ξέρουν όχι μόνο τη μουσική, αλλά και λεπτομέρειες της ζωής του, τις επιροές του κλπ. Αν κάποιος δεν γνωρίζει κάτι απ' αυτά, παρακολουθεί μια παντελώς ακατάληπτη ταινία. Άντε να ξέρει τώρα ένας 20άρης ποιος ήταν ο Γούντι Γκάθρι και γιατί η κιθάρα του μικρού μαυρού γράφει πάνω της "This kills fascists", τι σήμαινε για κείνη την εποχή η ηλεκτρική στροφή του μέχρι τότε "τροβαδούρου" Ντίλαν στα μέσα των 60ς και γιατί αυτό στοίχισε τόσο στους φανατικούς οπαδούς του που τον γιουχάισαν άγρια, ποιά η σχέση και οι επιροές του από τον Ρεμπό ή τον Γκίνσμπεργκ, γιατί μια από τις ιστορίες έχει σαν ήρωα τον παράνομο του Ουέστ Μπίλι δε Κιντ κλπ. κλπ. (εννοείται ότι ούτε και γω τα έζησα όλα αυτά, έτυχε όμως να τα ψάξω αργότερα επειδή μ' αρέσει ο Ντίλαν).
Εν κατακλείδι, παρά το ότι βρήκα το τολμηρό αυτό εγχείρημα ενδιαφέρον, δεν θα το συνιστούσα έξω από τον κύκλο των "οπαδών" που λέγαμε.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 18, 2008

ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΣΤΟ "COBRA VERDE"


Το 1987 ο Werner Herzog δουλεύει για 5η και τελευταία φορά με τον ηθοποιό - φετίχ του Κλάους Κίνσκι στο "Cobra Verde", μια ακόμα ιστορία τρέλλας που διαδραματίζεται στους τροπικούς. Οι σχέσεις τους είχαν φτάσει σε οριακό σημείο, ο ένας κατηγορούσε τον άλλον για παράνοια και τυραννικότητα, αρκετές φορές λίγο έλλειψε να αλληλοσκοτωθούν... κι όταν το φιλμ τελείωσε ήξεραν και οι δύο ότι δεν επρόκειτο να συνεργαστούν ξανά (ο Κίνσκι πέθανε 4 χρόνια αργότερα).
Ο Cobra Verde είναι ένας διάσημος παράνομος της Νότιας Αμερικής (έχει οδηγηθεί στην παρανομία λόγω του λιμού στη φτωχή περιοχή του), που γίνεται αρχικά επιστάτης των σκλάβων σε μια φυτεία ζάχαρης και στη συνέχεια στέλνεται στην άγρια Αφρική, στη Δαχομέη, με αποστολή να ξαναστήσει το εμπόριο σκλάβων που έχει διακοπεί εξ αιτίας της τρέλας του ντόπιου βασιλιά. Στην πραγματικότητα η αποστολή του είναι μια άτυπη καταδίκη σε θάνατο, αφού όλοι την θεωρούν αδύνατη. Όμως...
Γυρισμένη σε Νότια Αμερική και Αφρική, η ταινία είναι μία ακόμη παραληρηματική ματιά του Χέρτσογκ πάνω στη μεγαλομανία που οδηγεί στην τρέλα, όπως ακριβώς τα προγενέστερα "Αγκίρε" και "Φιτζγκαράλντο". Η ιστορία δεν έχει τόση σημασία εδώ. Άυτό που μετρά κυρίως είναι το βαθμιαίο γλίστριμα στην παρακμή και στην τρέλλα και οι απίστευτες, σουρεαλιστικές ενίοτε, εικόνες, κυρίως στο αφρικάνικο μέρος του φιλμ. Και φυσικά ο Κίνσκι, που για μια ακόμα φορά τα δίνει όλα σε έναν ημιπαρανοϊκό ρόλο, που ούτως ή άλλως βρισκόταν πολύ κοντά στην ιδιασυγκρασία του.
Δεν μπορεί κανείς να συστήσει σε όλους τις ταινίες του Χέρτσογκ, που αυτό που επιδιώκουν, όπως επανειλημμένα λέει ο ίδιος, είναι η έκσταση. Η αφήγησή τους δεν είναι στρωτή, υπάρχουν κενά κλπ. Ο θεατής ή θα "μπει μέσα τους", θα βιώσει ένα μέρος της έκστασης αυτής, αφήνοντας τον εαυτό του σε εικόνες από απομακρυσμένες γωνιές του κόσμου που δεν έχει ξαναδεί ή, πιθανόν, θα βαρεθεί. Μόνο αν είστε "μυημένοι" στο σινεμά του Χέρτσογκ λοιπόν, ψάξτε για το Cobra Verde, άλλη μια μεγάλη ταινία του.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 17, 2008

Η "ΠΑΓΙΔΑ" ΚΑΙ ΟΙ ΤΥΨΕΙΣ


"Η Παγίδα" (Klopka, 2007) του σέρβου Srdjan Golubovic είναι ένα δυνατό δράμα, αρκετά βαρύ και καταθλιπτικό, αλλά και αρκετά ενδιαφέρον. Δοκιμάζει τα όρια της ηθικής ενός συνηθισμένου, απόλυτα τίμιου όμως ανθρώπου, και εξερευνά για μια ακόμα φορά το θέμα του αν όλοι μας έχουμε κάποια τιμή στην οποία μπορούμε να εξαγοραστούμε.
Ένας πατέρας με οικονομικά προβλήματα, του οποίου ο μικρός γιος θα πεθάνει σύντομα αν δεν εγχειριστεί, δέχεται την πρόταση να σκοτώσει έναν άγνωστο με αντάλλαγμα την εγχείρηση του γιου του. Τι θα έκανε οποιοσδήποτε μπροστά στο εφιαλτικό αυτό δίλημμα;
Η ταινία του Golubovic δεν μένει μόνο στο αμιγώς ηθικό επίπεδο. Δείχνει καθαρά το γιατί ένας καθ' όλα τίμιος άνθρωπος σκέφτεται σοβαρά να ενδώσει στην "προσφορά". Είναι λοιπόν το αμείλικτο οικονομικό σύστημα που ωθεί με μαθηματική βεβαιότητα στη διαφθορά και την επακόλουθη οδύνη, το σύστημα που, πολύ απλά, λέει "αφού δεν έχεις λεφτά, ας πεθάνει ο γιος σου" . Σε έναν κόσμο όπου το χρήμα κυριαρχεί και όσοι δεν το έχουν δεν έχουν και στον ήλιο μοίρα, τα δράματα θα γίνονται όλο και πιο ζοφερά και οι επιπτώσεις ανεξέλεγκτες. Ενδιαφέρον στοιχείο είναι και η κατάδειξη του μηχανισμού διάλυσης μιας ευτυχισμένης (πριν) οικογένειας εξ αιτίας οικονομικών κατά βάση παραγόντων και οι έμμεσες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των τελευταίων ακόμα και στις προσωπικές σχέσεις.
Το άλλο στοιχείο που θίγεται είναι αυτό των τύψεων. Που, όπως βλέπουμε στο φιλμ, δεν είναι καθόλου "πολυτέλεια", αλλά μπορούν να αποβούν ο καταλύτης της ιστορίας. Φαίνεται ότι αυτές δεν έχουν ακόμα εξαφανιστεί παντελώς από την στυγνή κοινωνία που παγκόσμια διαμορφώνεται τα αρκετά τελευταία χρόνια.
Ενδιαφέρουσα ταινία λοιπόν, με κάποια σεναριακή αντίρρησή μου στο ότι το δράμα πυροδοτείται ουσιαστικά από κάποια σύμπτωση, δίχως την οποία ίσως όλα ίσως θα ήταν πιο ανώδυνα (το κακό όμως ούτως ή άλλως θα είχε γίνει). Το βρίσκω κάπως εύκολο σαν λύση. Πάντως αν δεν θέλετε πολύ "βαριές" ταινίες, αλλάξτε αίθουσα. Αλλιώς νομίζω ότι είναι ένα αρκετό καλό δράμα με έντονο πολιτικοκοινωνικό background.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 15, 2008

Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΚΑΙ ΑΙΜΑΤΟΒΑΜΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ SWEENEY TODD


Δεν είναι καθόλου πρωτότυπο, βέβαια, να πω ότι και εγώ (μαζί με μερικά άλλα εκατομμύρια) θεωρώ τον Tim Burton ως έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους δημιουργούς. Ο σκοτεινός, συχνά νοσηρός κόσμος του, είναι ένας καθαρά δικός του κόσμος, βγαλμένος κατευθείαν από την καλπάζουσα φαντασία του. Το ενδιαφέρον με τον Burton είναι ότι, αν και απόλυτα προσωπικός, παραμένει ένας εμπορικός σκηνοθέτης, που κάθε ταινία του αποφέρει εκατομμύρια και διακρίνεται στο box office. Είναι η περίπτωση όπου τα όρια ανάμεσα στην προσωπική δημιουργία και το blockbuster καταρρέουν. Και είμαι ένας από τα εκατομμύρια και πάλι που απολαμβάνουν απόλυτα αυτή την κατάρρευση.
Δεν έχω να πω κάτι πρωτότυπο για τον Sweeney Todd (2007), το τελευταίο πόνημα του Μπάρτον, με τον αγαπημένο του ηθοποιό, τον Τζόνι Ντεπ φυσικά, στον βασικό ρόλο (αλλά και τη σύζυγό του σκηνοθέτη, την Έλενα Μπόναμ Κάρτερ). Τα έχουν ήδη επισημάνει όλα. Αυτό που θεωρώ πρωτότυπο είναι η πλήρης αποδόμηση του μιούζικαλ, ενός είδους που οι περισσότεροι θεωρούν από "γλυκούλι" έως ξενέρωτο. Ε, λοιπόν, καμία σχέση. Ο Μπάρτον κάνει ένα απόλυτα μαύρο, ματοβαμμένο και νοσηρό μιούζικαλ (γιατί, βέβαια, μιούζικαλ είναι ο Sweeney Todd), δίχως ίχνος φωτός και ελπίδας, με τον άσβεστο πόθο για εκδίκηση να κυριαρχεί από το πρώτο έως το τελευταίο λεπτό. Το μιούζικαλ προϋπήρχε ως θεατρικό, αυτό που βλέπουμε όμως στην οθόνη είναι καθαρός Μπάρτον. Και, επιπλέον, με μια πολιτική διάσταση, καθώς ο δαιμονικός και άδικα καταδικασμένος κουρέας της βικτωριανής Αγγλίας εκδικείται (σφάζοντας) δίχως ίχνος ελέους την άρχουσα τάξη: Πλούσιους, δικαστές, προύχοντες κάθε είδους, σα να λέει ότι αυτός είναι ο μόνος δρόμος σε μια απόλυτα άδικη κοινωνία.
Η εντυπωσιακή φωτογραφία εξαλείφει σχεδόν κάθε χρώμα, κάνοντας στο γκριζόμαυρο να κυριαρχεί ώστε να επιτείνει τη ζοφερή ατμόσφαιρα. Αλλά όχι μόνο γκριζόμαυρο. Υπάρχει και το κόκκινο, που σχεδόν ρέει σε κάθε σκηνή, καθώς οι πίδακες του αίματος ξεπηδούν όλο και πιο συχνά αγγίζοντας τα όρια του σπλάτερ. Και το χιούμορ του Μπάρτον; Φυσικά και υπάρχει. Είναι όμως τόσο μαύρο και σαρδόνιο, που δύσκολα το διακρίνει ο αμύητος θεατής.
Απολαύστε το. Σας προειδοποιώ όμως: Είναι πιο μαύρο απ' όσο νομίζετε. Είναι μάλλον ο πιο "μαύρος" Μπάρτον μέχρι σήμερα.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 13, 2008

CLOVERFIELD: ΟΤΑΝ ΤΟ "BLAIR WITCH" ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΙΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ


Φαίνεται ότι κάθε 10 περίπου χρόνια, όταν ο θόρυβος από το προηγούμενη προσπάθεια έχει καταλαγιάσει, θα σκάει μύτη μια αντίστοιχη (όμοια θα έλεγαν πολλοί) απόπειρα. Μιλώ φυσικά για το απροσδόκητο Cloverfield (2008) του Matt Reeves, που ήρθε από το πουθενά (για μένα τουλάχιστον, που μια εβδομάδα πριν αγνοούσα την ύπαρξή του) για να με ξαφνιάσει μάλλον ευχάριστα.
Πρόκειται για τυπική ταινία τρόμου - καταστροφής. Το στόρι μπορεί να συνοψιστεί σε δύο σειρές: Ένα αγνώστου ταυτότητας και προέλευσης γιγάντιο και εφιαλτικό τέρας σκάει από το πουθενά (σαν την ταινία) και καταστρέφει με μανία τη Νέα Υόρκη. Αυτά. Και γιατί είναι ενδιαφέρον αυτό μετά τόσους Γκοντζίλες (ο συνειρμός με τον γιαπωνέζο ξάδελφό του είναι φυσικά προφανής) και άλλα συναφή τέρατα; Εδώ είναι που μπαίνει το Blair Witch Project που λέγαμε. Υποτίθεται (όπως ακριβώς σ' αυτό) πως ό,τι βλέπουμε δεν είναι ταινία, αλλά μια τυχαία καταγραφή σε ερασιτεχνικό βίντεο από έναν νεοϋορκέζο που έτυχε να έχει ανοιχτή την κάμερά του και να κινηματογραφεί τα συγκλονιστικά συμβάντα ως το τέλος. Που, παρεπιπτόντως, δεν είναι καθόλου "τέλος", μια που τα πάντα μένουν μετέωρα και αναπάντητα, όπως ακριβώς θα συνέβαινε αν όντως επρόκειτο για μια ερασιτεχνική καταγραφή. Αφήστε το ότι πολλές σκηνές δεν μπορούν παρά να σου φέρουν στο μυαλό την 11η Σεπτέμβρη...
Τα θετικά είναι ότι η ταινία κατάφερε να με κρατήσει σ' όλη της τη διάρκεια. Η ενταση ανεβαίνει διαρκώς, η κουνημένη φωτογραφία και η κάμερα στο χέρι, οι ενίοτε θαμπές εικόνες, τα απότομα κοψίματα, όλα συμβάλλουν στην πειστικότητα του εγχειρήματος, ενώ η σχετικά low-budget αίσθηση μοιάζει να ανατρέπει τα κλισέ των ταινιών καταστροφής, που πάντοτε είναι υπερπαραγωγές. Τα αρνητικά είναι όλα, τόσο δηλαδή το σκέλος "Γκοτζίλα" όσο και αυτό του "Blair Witch", τα έχουμε ξαναδεί και εμπεδώσει, οπότε η πρωτοτυπία περιορίζεται στο πάντρεμά τους και μόνο. Και υπάχουν βέβαια και αρκετά κλισέ (οι ξενέρωτες ατάκες, ο ερωτευμένος ήρωας που πάει με τα δυο του χέρια στο "στόμα" του τέρατος και τον ακολουθεί και η παρέα του από πάνω) κλπ. Διαλέγετε και παίρνετε. Ωστόσο, ξαναλέω, είναι καλογυρισμένη, πειστική σ' αυτό που θελει να μας πείσει και κρατά τον θεατή.
ΥΓ: Σημειωτέον ότι το τέρας καθόλου δεν θυμίζει Γκοτζίλα. Είναι πολύ πιο εντυπωσιακό και "εξωγήινο".

Κυριακή, Φεβρουαρίου 10, 2008

Ο ΚΥΡΙΟΣ VERDOUX: ΕΝΑΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ CHAPLIN


Το 1947, εφτά χρόνια μετά τον "Δικτάτορα", ο Charlie Chaplin (1889-1977) γυρίζει τον "Κύριο Βερντού" (Monsieur Verdoux). Το σενάριο είναι δικό του, βασίζεται όμως σε μια ιδέα του Όρσον Ουέλες. Η ταινία αποκτά αμέσως μια ξεχωριστή θέση στη φιλμογραφία του για έναν απλό λόγο: Παρουσιάζει έναν πολύ διαφορετικό Τσάπλιν απ' αυτόν που όλοι είχαν συνηθίσει μέχρι τότε (και που κι εμείς σήμερα ξέρουμε). Ο πάμφτωχος, χαριτωμένος, καλόκαρδος ανθρωπάκος, ο Σαρλώ, εξαφανίζεται για να δώσει τη θέση του σε έναν πικρόχολο και κυνικό Τσάπλιν, που δείχνει να έχει χάσει κάθε πίστη στους ανθρώπους, στην ηθική τους και στην πρόθεσή τους να κάνουν το καλό.
Στον "κ. Βερντού" ο Τσάπλιν ενσαρκώνει ούτε λίγο ούτε πολύ έναν σύγχρονο Κυανοπώγωνα, έναν σχετικά ηλικιωμένο, γοητευτικό τύπο, με άψογους, αριστοκρατικούς τρόπους, που παντρεύεται ηλικιωμένες μοναχικές γυναίκες, τις σκοτώνει και κληρονομεί την περιουσία τους. "Ο γλυκούλης Σαρλώ είναι αυτός;", θα πείτε έκπληκτοι. Το ίδιο, φαντάζομαι, θα είπε και το κοινό της εποχής που έκπληκτο παρακολούθησε την απροσδόκητη μεταστροφή μιας αγαπημένης φιγούρας. Το ενδιαφέρον είναι ότι ότι ο ήρωας παρουσιάζεται εδώ γοητευτικός, όπως είπαμε, αστείος και συμπαθητικός, παρά τις απεχθείς του δραστηριότητες. Και, ακόμα περισσότερο, παρά την πληθώρα γάμων που έχει κάνει, είναι στην πραγματικότητα παντρεμένος με τη γυναίκα που αγαπά και είναι απόλυτα αφοσιωμένος σ' αυτήν και το παιδί του. Για να είμαστε ακριβέστεροι, κάνει ό,τι κάνει για το δικό τους καλό, για να τους εξασφαλίσει ένα άνετο μέλλον σ' έναν αβέβαιο, ταραγμένο και συχνά εφιαλτικό κόσμο. Κι όταν αυτό που αγαπά χάνεται, αφήνεται ουσιαστικά να αντιμετωπίσει τη μοίρα που του επιφυλάσσει μια παράλογη κοινωνία.
Η μεταστροφή του Chaplin μπορεί να εξηγηθεί με μια ματιά στην εποχή: Ο κόσμος έχει μόλις βγει από τον φριχτό Β' Παγκόσμιο και είναι μισοκατεστραμένος. Κάθε αξία έχει καταρρεύσει μέσα στις εκατόμβες των νεκρών. Η βόμβα της Χιροσίμα έχει ολοκληρώσει τη φρίκη, αποδεικνύοντας με περίτρανο τρόπο την τρομαχτική εφευρετικότητα του ανθρώπου όταν πρόκειται να σκοτώσει. Η αγωνία και η αβεβαιότητα είναι διάχυτες παντού. Μέσα σ' αυτό το εφιαλτικό περιβάλλον, ο κάθε Βερντού κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα για να περιφρουρήσει την όποια ευτυχία του. Αν αυτό που ξέρει είναι να σκοτώνει, αυτό θα κάνει. Στο τέλος, στη δίκη, ο Βερντού / Τσάπλιν δηλώνει κάτι αυτονόητο και προφανές, που όμως όλοι ξεχνάμε: Όταν κάποιος σκοτώσει δέκα αθώους είναι απεχθές κτήνος και καταδικάζεται σε θάνατο. Όταν, σ' έναν πόλεμο, σκοτώσει εκατοντάδες ή χιλιάδες (βλ. Χιροσίμα), είναι ήρωας και παρασημοφορείται. "Μα αυτός εκτελεί διαταγές", θα μου πείτε. Ε, τότε, ας εκτελέσουν αυτούς που δίνουν τις διαταγές. Τους στρατηγούς ή τους κυβενήτες των χωρών. Όλα αυτά δεν σημαίνουν βέβαια ότι ένας κατά συρροήν δολοφόνος είναι αθώος. Καλό είναι όμως να μη ξεχνάμε πως, όσο απεχθής κι αν είναι αυτός, είναι ο "τελευταίος τροχός της άμαξας", πως υπάρχουν πολύ χειρότεροι δολοφόνοι εκεί έξω.
Η ταινία παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον και ο φινετσάτος Τσάπλιν δίνει ρεσιτάλ. Δεν στερείται χιούμορ (κάθε άλλο), αλλά δεν είναι και ο ξεκαρδιστικός Τσάπλιν που είχαμε συνηθίσει παλιότερα. Όπως και να το κάνουμε πάντως, και μόνο για τις ιδιαιτερότητές της και το μαύρο, κυνικό πνεύμα της, αξίζει να τη δει κανείς.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 08, 2008

ΟΣΚΑΡΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΗΣ "ΕΞΙΛΕΩΣΗ"


Είχα ξεχωρίσει τον μέχρι πρότινος τηλεοπτικό Joe Wright από την πρώτη μόλις ταινία του. Το "Περηφάνεια και προκατάληψη", ενώ δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, διέθετε εντυπωσιακή σκηνοθεσία. Αυτό επιβεβαιώνεται και με το παραπάνω από την τωρινή "Εξιλέωση" (Atonement, 2007), δεύτερη μόλις ταινία του, από το γνωστό βιβλίο του Ian McEwan.
Πρόκειται για ένα δυνατό δράμα, απόλυτα οσκαρικών προδιαγραφών, που ξεκινά ανάλαφρα για να καταλήξει τραγικά. Αγγλία, μεσοπόλεμος (και λίγο μετά πόλεμος), πλούσιες οικογένειες, ανέμελες και πληκτικές μέρες... και μετά έρχεται η σκοτεινιά. Είναι βέβαια αδύνατο με όλα αυτά να μη σου έρθει στο μυαλό ο Ivory, πλην όμως νομίζω ότι ο Wright, με τη συγκεκριμένη ταινία, στέκεται άξια δίπλα του.
Το όλο νόημα της ταινίας είναι το πώς μια επιπόλαια, πεισματάρικη και απερίσκεπτη παιδική πράξη μπορεί να καταστρέψει για πάντα τις ζωές των γύρω. Παράλληλα όμως, θίγονται και θέματα όπως η μεγάλες ταξικές διαφορές της εποχής, τα "δύο μέτρα και δύο σταθμά" και η κοινωνική αδικία γενικότερα, αλλά και, κυρίως, η φρίκη του πολέμου. Ο πόλεμος (ο Β' Παγκόσμιος στο συγκεκριμένο φιλμ) δείχνεται απόλυτα ζοφερά, δίχως τίποτα μεγαλόπνοο και ηρωικό, σαν μια κατάρα που πέφτει επί δικαίων και αδίκων και μόνο κακό μπορεί να προκαλέσει. Αν ακόμα πιστεύετε σε πολεμικούς ηρωισμούς και "αναγκαιότητες" και άλλες τέτοιες μπούρδες, φοβάμαι πως θα απογοητευτείτε.
Πάντως, όπως είπα και στην αρχή, μετρά κυρίως η εντυπωσιακή σκηνοθεσία, με ενδιαφέροντα πήγαιν'-έλα στο χρόνο, με έξυπνες κινήσεις της κάμερας και με ένα πολύ εντυπωσιακό τράβελινγκ στη σκηνή της παραλίας με τους στρατιώτες, που από μόνη της θα ήταν ικανή να εδραιώσει το αντιπολεμικό κλίμα που λέγαμε. Ενδιαφέρουσα και η ανατροπή στο τέλος, όπου τονίζεται η συγκίνηση και η απώλεια, παίζει έξυπνα με την λογοτεχνική προέλευση του φιλμ και για λίγο - αλλά συγκλονιστική - εμφανίζεται η Βανέσα Ρέντγρέιβ. Φωτογραφία, κοστούμια κλπ. άψογα όπως αναμενόταν. Είπαμε. Πρόκειται για "οσκαρικό" φιλμ, ασχέτως αν τελικά θα το πάρει ή όχι.
Όσοι δεν αντέχετε τα δράματα εποχής κρατηθείτε μακριά. Οι υπόλοιποι θα απολάυσετε ένα από τα καλά δείγματα του είδους.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 07, 2008

ΟΙ ΣΚΟΤΕΙΝΟΙ ΝΟΜΟΙ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ


Το 1987 ο Pedro Almodovar γυρίζει τον "Νόμο του Πόθου", μια από τις σχετικά άγνωστες ταινίες του. Σχετικά άγνωστος εκτός Ισπανίας ήταν βέβαια και ο ίδιος την εποχή εκείνη. Ωστόσο και στο φιλμ αυτό διαγράφονται σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά του σκηνοθέτη.
Πρόκειται για ένα απόλυτα gay δράμα (είναι χαρακτηριστικό ότι η βασική γυναικεία παρουσία, η Κάρμεν Μάουρα, ερμηνεύει όχι μια γυναίκα, αλλά μια τρανσέξουαλ). Πάθη, μοιραία ενίοτε, φόνοι, ίντριγκες, ερωτευμένοι (με αγόρια φυσικά) σκηνοθέτες - ένα alter ego του ίδιου του Almodovar; - συνθέτουν μια ταινία που, ενώ ξεκινά σαν έντονα ερωτική, εξελίσσεται βαθμιαία σε ένα είδος ιδιόρυθμου αστυνομικού φιλμ, με μια α λα Χίτσκοκ πλοκή, με τον ήρωα - σκηνοθέτη να κατηγορείται άδικα και να πασχίζει να αποδείξει την αθωότητά του.
Είπα στην αρχή ότι "διαγράφονται σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά του σκηνοθέτη". Το "σχεδόν" το έβαλα επειδή, ενώ πρόκειται για μία τυπικά αλμοδοβαρική ταινία, διαφέρει από τις περισσότερες άλλες του αφού λείπει το χιούμορ. Πράγματι, τα πάντα εδώ αντιμετωπίζονται σοβαρά. Σε άλλα του φιλμ, ακόμα κι αν δεν ξεκαρδίζεται κανείς στα γέλια, υπάρχει όλη αυτή η υπερβολή, το πανταχού παρόν κιτς, οι τόσο τραβηγμένες καταστάσεις, που προκαλούν γέλιο μέσα στα δράματα που περιγράφουν. Στον "Νόμο του Πόθου" (όπως και στο κοντικό χρονικά "Matador") το στοιχείο αυτό λείπει εντελώς.
Προσωπικά δεν τη θεωρώ κακή ταινία, ούτε όμως και μία από τις σημαντικές ενός μεγάλου δημιουργού. Πιστεύω ότι ο Almodovar "απογειώνεται" πραγματικά από τις "Γυνάικες στα πρόθυρα..." και μετά. Ωστόσο, ξαναλέω, δεν είναι και κάτι που δεν βλέπεται. Και, ως κερασάκι στην τούρτα, διαθέτει και τον προ Χόλιγουντ Αντόνιο Μπαντέρας σε ρόλο ψυχωτικού gay δολοφόνου...

Κυριακή, Φεβρουαρίου 03, 2008

Ο ΚΡΥΟΣ ΑΣΤΕΡΙΞ ΚΑΙ ΟΙ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ


Ποτέ δεν μου άρεσαν οι ταινίες του Αστερίξ (μιλώ για τις 3 ταινίες με ηθοποιούς, όχι για τα κινούμενα σχέδια). Πιο συμπαθητική βρήκα τη δεύτερη, αυτή με την Κλεοπάτρα, από κει και πέρα όμως... Θεωρώ λοιπόν αυτή εδώ την τρίτη περιπέτεια του τρομερού Γαλάτη και των συγχωριανών του (2018) ως μία από τις χειρότερες.
Αυτή τη φορά ο Αστερίξ και ο Οβελίξ έρχονται στους Ολυμπιακούς, στη χώρα μας δηλαδή, και οι σκηνοθέτες Frédéric Forestier και Thomas Langmann (ή μάλλον οι παραγωγοί τους) σκέφτονται προφανώς ότι είναι ευκαιρία για μια αρπαχτή, αφού Ολυμπιακοί έρχονται, όλο και κάποιοι θα τσιμπήσουν. Το θέμα είναι όμως η τεράστια απόσταση της ταινίας από το κόμικς (και γενικότερα των ταινιών Αστερίξ από τα κόμικς Αστερίξ). Το λεπτό, πανέξυπνο, ξεκαρδιστικό χιούμορ των κόμικς έχει αντικατασταθεί με χοντράδες, ηλίθια αστεία και τόννους ψηφιακών εφφέ, από την αναπαράσταση της αρχαίας Ολυμπίας (που φωνάζει από μακριά ότι είναι ψηφιακή) έως τις λεγεώνες και τους κλασσικούς Ρωμαίους που απογειώνονται μετά τις γροθιές του Οβελίξ. Και, σαν κερασάκι στην τούρτα, έρχονται οι άνευ κανενός σεναριακού λόγου εμφανίσεις των Ζιντάν και κάποιων άλλων διάσημων άθλητών, που παίζουν με την μπάλα (και με τα νεύρα μας) κάνοντας ακόμα χειρότερα τα πράγματα - δείγμα κι αυτό της αρπαχτής που λέγαμε, αφού "ε, κοτζάμ Ζιντάν εμφανίζεται, όλο και κάποιοι θάρθουν να τον δουν". Η εμφάνιση του Σουμάχερ ως αρματηλάτη είναι κάπως πιο ενσωματωμένη στο στόρι και δικαιολογημένη - αν και αναρωτιέμαι πόσα εκατομμύρια πλήρωσε η Ferrari για να βάλουν το κατακόκκινο άρμα της στον αγώνα ως (καθόλου γκρίζα) διαφήμηση... Όσο για τον καινούριο Αστερίξ, τον Κλοβίς Κορνιγιάκ δηλαδή, είναι επιεικώς αχώνευτος.
Τίποτα καλό δηλαδή στο φιλμ; Προσωπικά το μόνο που μου άρεσε (εκτός του σταθερού και ταιριαστού Ντεπερντιέ ως Οβελίξ) είναι ο πολύ καλός Αλέν Ντελόν στο ρόλο του Καίσαρα. Ήταν το μόνο στοιχείο που βρήκα απολαυστικό και με έκανε να γελάσω κάπως. Αυτά από έναν φανατικό των κόμικς του Αστερίξ και του ιδιοφυούς χιούμορ του ανεπανάληπτου Rene Gosciny (που εδώ βέβαια έχει κάνει φτερά σαν αυτά που φορά ο Γαλάτης στο κράνος του). Κρίμα.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 01, 2008

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΟΠΤΙΚΑ ANTENA ΑΠΟ ΤΑ '20ς (ΑΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΚΡΙΒΩΣ)


"La Antena", δεύτερη μόλις fiction ταινία του αργεντινού Esteban Sapir, είναι ένα από τα πιο παράδοξα και εντυπωσιακά φετινά φιλμ. Τι έχει κάνει ο Sapir; Πρώτα - πρώτα μια βουβή, ασπρόμαυρη ταινία. Έπειτα, μια ταινία του φανταστικού που παραπέμπει άμεσα στη Metropolis του Lang, αλλά και σε άλλες κλασικές ταινίες του γερμανικού εξπρεσιονισμού και του φανταστικού της βωβής εποχής. Και τέλος μια ταινία με αρκετά "μηνύματα" και αλληγορίες, που στοχεύουν βέβαια στο σήμερα.
Θα το πω καθαρά από την αρχή: Σεναριακά, το όλο πράγμα μπάζει σε αρκετά σημεία. Υπάρχουν κενά, υπάρχουν σύμβολα που η χρήση τους δημιουργεί ερωτηματικά, υπάρχουν στοιχεία που μένουν μετέωρα, σα να εμφανίζονται κάποια στιγμή δίχως να αξιοποιούνται στη συνέχεια. Αυτό όμως που είναι εκπληκτικό και αποζημιώνει τον θεατή είναι το οπτικό μέρος, η σκηνοθεσία, το συνεχές ποτάμι οπτικών ιδεών που δεν σταματά από την αρχή ως το τέλος. Το φιλμ είναι πειραγμένο, λίγο θαμπό, λίγο γρήγορο, ώστε να σε πείθει ότι πρόκειται για ταινία της δεκαετίας του 20 ή κάπου εκεί. Έπειτα, παρά το ότι είναι βουβό, διαθέτει ένα θαυμάσιο σάουντρακ, που είναι μια σπάνια περίπτωση "real time", διαρκεί δηλαδή δίχως διακοπή από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό (όπως στο Koyanisqatsi ας πούμε). Οι τερατώδεις φιγούρες, η παράξενη αρχιτεκτονική, όλα συμβάλλουν στο κλίμα του φανταστικού που δημιουργείται από τις πρώτες κιόλας εικόνες. Αυτό όμως που εντυπωσιάζει περισσότερο είναι η ευρηματικόταη χρήση των λέξεων. Δεν υπάρχουν υπότιτλοι, όπως δεν υπάρχουν και οι φράσεις που έβγαιναν ανάμεσα στα πλάνα στο παλιό βουβό σινεμά. Οι φράσεις βγαίνουν με διάφορους τρόπους από τα στόματα των ηρώων και αποτελούς αναπόσπαστο μέρος του εικαστικού σύμπαντος της ταινίας, είναι ενσωματωμένες στην εικόνα. Αδύνατο να καταλάβετε τι ακριβώς εννοώ αν δεν το δείτε. Όσο για το βουβό, έχει σχέση και με την ιστορία, που αναφέρεται σε μια πόλη όπου έχουν κλεψει τη φωνή των κατοίκων καταδικάζοντάς τους σε απόλυτη βουβαμάρα. Αν σκεφτείτε μάλιστα ότι αυτός που τους την έκλεψε είναι ο παντοδύναμος "Mr. TV", καταλαβαίνετε ότι η αλληγορία είναι κάτι παραπάνω από σαφής και ότι οι πολιτικές θέσεις δεν λείπουν.
Όλα αυτά παντρεύονται έξυπνα με μια παραμυθένια ατμόσφαιρα, με ποίηση και λυρισμό, και οδηγούν στο τελικό εικαστικό παραλήρημα. Δείτε την για το οπτικό της μέρος. Πιστεύω ότι είναι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που τα σεναριακά κενά περνούν σε δεύτερη μοίρα και παύουν να ενοχλούν.
ΥΓ: Με την ευκαιρία δείτε και την ενδιαφέρουσα έκθεση κόμικς από γνωστούς δημιουργούς που εμπνέυστηκαν από την ταινία, οργανώθηκε από το "9" της Ελευθεροτυπίας και λειτουργεί στο φουαγιέ του "Μικρόκοσμου".

Δευτέρα, Ιανουαρίου 28, 2008

ΑΠΟΑΛΥΣΤΙΚΟΤΑΤΗ ΚΑΙ ΣΠΙΝΘΗΡΟΒΟΛΑ JUNO


Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμα, μπορώ σχεδόν με σιγουριά να προβλέψω ότι η Juno (2007), δεύτερη μόλις μεγάλου μήκους ταινία του Jason Reitman, θα έχει μια θέση στα 10 καλύτερα της σεζόν. Εξαιρετικό χιούμορ, φοβερή πρωταγωνίστρια, ανατρεπτικές καταστάσεις - πολύ έξω από την mainstream αμερικάνικη ματιά σε παρόμοια θέματα - και πέρα για πέρα feel good φάση, συνθέτουν μια ταινία που δεν αρκείται μόνο στην πλάκα.
Το θέμα είναι απλό: Μια 16χρονη έφηβη μένει έγκυος την πρώτη φορά που κάνει σεξ με έναν συνομήλικο συμμαθητή της. Θα πιστεύατε λοιπόν (κι εγώ το ίδιο) ότι από εδώ θα άρχιζε ένα ζοφερό δράμα με εκτρώσεις ή μη, με κοινωνικές κατακραυγές, οικογενειακά προβλήματα, καταστροφή της ερωτικής σχέσης και τέτοια. Ε, λοιπόν, καμία σχέση. Το δύσκολο αυτό θέμα αντιμετωπίζεται με χιούμορ, με εστίαση στην πολυπλοκότητα φιλικών και άλλων σχέσεων, με απρόβλεπτους χαρακτήρες που, όπως στην πραγματικότητα, συνδυάζουν θετικά και αρνητικά στοιχεία και βρίσκονται πολύ μακριά από τη μονολιθικότητα του "καλού" και του "κακού" και, τελικά, καταλήγει σε εξ ίσου απρόβλεπτο φινάλε.
Η πανέξυπνη και κάθε άλλο παρά συνηθισμένη νεαρή ηρωίδα (Έλεν Πέιτζ) κυριαρχεί βέβαια σε έναν από τους καλύτερους φετινούς γυναικείους ρόλους. Αυτό όμως που μέτρησε ιδιαίτερα για μένα είναι η απόλυτη ανατρεπτικότητα της όλης κατάστασης. Πολύ μακριά από κάθε μορφή πολιτικής ορθότητας, πολύ πέρα από κάθε στερεότυπο οικογένειας (η οικογένεια της μικρής και ιδιαίτερα ο πατέρας είναι όλα τα λεφτά), πολύ μακριά από κάθε σεμνοτυφία και - επιτέλους - πολύ μακριά από τις συνήθεις έννοιες της πατρότητας και της μητρότητας (που είναι "θαύματα της φύσης" και "ιερά" και άλλα τέτοια βαρύγδουπα), απόλυτα απενοχοποιημένη σε σχέση με το σεξ και την κατά λάθος εγκυμοσύνη, γράφοντας κυριολεκτικά στα παλιά της τα παπούτσια τον κοινωνικό περίγυρο και το "τι θα πει ο κόσμος", βλέπεται με απόλαυση από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό. Δεν νομίζω ότι θα πάρει τα μεγάλα Όσκαρ για τα οποία έχει προταθεί, αυτό όμως είναι το τελευταίο πράγμα που με νοιάζει.
Όπως καταλάβατε, τη βρήκα μία από τις δροσερότερες ταινίες των τελευταίων χρόνων. Κι όσο για τον Jason Reitman, εκτός από το ότι είναι η μοναδική περίπτωση (απ' όσο θυμάμαι τουλάχιστον) γιου που βγαίνει καλύτερος σκηνοθέτης από τον πατέρα (είναι γιος του Ivan Reitman και έχει κάνει και το "Thank you for smoking"), καθιερώνεται ως ένας εξαιρετικά ελπιδοφόρος νέος δημιουργός. Θα περιμένω με αγωνία τις επόμενες δουλειές του.

Κυριακή, Ιανουαρίου 27, 2008

ΜΙΑ ΦΟΡΑ... ΔΥΟ ΜΟΥΣΙΚΟΙ... ΚΙ ΕΝΑΣ ΣΧΕΔΟΝ ΕΡΩΤΑΣ


Το "Once" (Μια φορά, 2007) του Ιρλανδού John Carney είναι μια από τις πιο ιδιόρυθμες ταινίες της χρονιάς. Μια περίπου ερωτική ιστορία (αλλά όχι ακριβώς) και, αν έπρεπε να το κατατάξουμε κάπου, ένα μιούζικαλ (αλλά όχι με τη συνηθισμένη έννοια του όρου). Αυτό που σίγουρα είναι, είναι μια τρυφερή και ευαίσθητη ταινία, που βλέπει με συμπάθεια τους ήρωές της και, παρά την ευαισθησία της, δεν υποκύπτει σε εύκολους συναισθηματισμούς.
Μια Τσέχα μετανάστρια, που ξέρει μουσική αλλά πασχίζει να ζήσει πουλώντας λουλούδια, γνωρίζει έναν ταλαντούχο μουσικό του δρόμου, που θέλει να κάνει δικό του cd. Ανάμεσά τους γεννιέται αμοιβαία συμπάθεια, κάνουν παρέα, συνεργάζονται μουσικά, όλα οδεύουν προς ερωτική κατάληξη, αλλά... Αυτό που πρωταγωνιστεί στο φιλμ είναι η μουσική και η αγάπη των δύο πρωταγωνιστών γι' αυτήν. Ένα μεγάλο μέρος του καταλαμβάνεται από τα τραγούδια του ήρωα (που είναι γραμμένα από τον ίδιο τον ηθοποιό και μουσικό Γκλεν Χάνσαρντ), που παίζονται ζωντανά και ολόκληρα και λειτουργούν σαν μέρος της δράσης, έχουν βασική θέση στην αφήγηση. Γι΄αυτό σας είπα πριν για περίπου μιούζικαλ. Οι ηθοποιοί δεν τραγουδούν στα καλά καθούμενα, όπως στα κλασσικά δείγματα του είδους. Απλώς παρακολουθούμε συχνά (πολύ συχνά) τον Χάνσαρντ να παίζει στο δρόμο, στο σπίτι του, να ηχογραφεί κλπ., οπότε η μουσική ενσωματώνεται, γίνεται μέρος της δράσης.
Παράλληλα, τα σχόλια για την κατάσταση των μεταναστών του πρώην ανατολικού μπλογκ στη δύση, για τη σχέση ανδρών - γυναικών και την παλλινδρόμηση από τη φιλία στον έρωτα και αντιστρόφως ή για τη μουσική και τη δημιουργία της, δεν λείπουν.
Το πρόβλημα για κάποιους θεατές είναι ίσως το τι γίνεται αν δεν τους αρέσουν τα τραγούδια του συγκεκριμένου μουσικού - τροβαδούρου, που όπως είπα πολλάκις, κατέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Εδώ δεν μπορώ να βοηθήσω. Όσο για μένα, πρέπει να ομολογήσω ότι βαρέθηκα κάπως στο πρώτο μέρος, στη συνέχεια όμως η ταινία με κέρδισε απόλυτα και με γοήτευσε με το μελαγχολικό της τέλος. Σίγουρα πρόκειται για μια από τις πιο γλυκιές και τρυφερές εκπλήξεις της χρονιάς.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 24, 2008

DEEP END... ΠΟΥ ΘΑ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΘΡΙΛΕΡ


Παρά τον τίτλο του το Deep End (2008) είναι μια ελληνική ταινία του Θανάση Αντωνίου. Μια ερωτική, αλλά και βίαιη ιστορία που διαδραματίζεται σε μια ερημική παραλία ανάμεσα σε δύο ζευγάρια με πολύπλοκες ερωτικές σχέσεις. Η πρόθεση του σκηνοθέτη είναι δηλωμένη: Να κάνει ένα ελληνικό b-movie στα πρότυπα των παλιών 70ς ιταλικών αντίστοιχων, που θα βρίθει βεβαίως από σεξ και αίμα. Η πρόθεση είναι σεβαστή - και ένα καλό τέτοιο και διασκεδαστικό θα ήταν και από την ελληνική παραγωγή λείπει. Ωστόσο άλλες οι προθέσεις και άλλο το αποτέλεσμα.
Τα προβλήματα είναι πολλά. Το βασικότερο όμως κατά τη γνώμη μου είναι οι κακές ηθοποιίες από όλους σχεδόν τους πρωταγωνιστές. Τόσο, που δίχως να υπάρχει πρόθεση για κάτι τέτοιο, η ταινία βγάζει πολύ γέλιο. Γέλιο που γίνεται δυνατότερο αν συνυπολογίσει κανείς και τα κενά και τις απιθανότητες τοAntwniou Thanasisυ σεναρίου. Οπότε, από δραματικό, ψυχολογικό θρίλερ έχουμε μια ακούσια κωμωδία. Γιατί αν δεν το διασκεδάσεις και λίγο βλέποντάς το... τότε την πάτησες για τα καλά.
Ίσως κάποιοι πουν ότι αφού ήθελε να κάνει b-movie, όλα αυτά είναι δικαιολογημένα και ηθελημένα. Στο κάτω - κάτω τα b-movies και κακές ηθοποιίες έχουν συνήθως και κακό σενάριο. Χμμμ... δεν είμαι σίγουρος ότι ο σκηνοθέτης είναι τόσο "μπροστά" ώστε να βάλει τους ηθοποιούς να παίζουν όπως παίζουν. Αφείστε που το όλο πράγμα πάσχει και από τηλεοπτικίαση. Οι πόζες, οι ατάκες, οι κινήσεις θυμίζουν σίριαλ. Αν αυτό δεν είναι κακό, τότε τι είναι;
Κρίμα, γιατί θα μπορούσε να γίνει πολύ περισσότερο ενδιαφέρον και γνήσια (και όχι ακούσια) διασκεδαστικό. Προς το παρόν αρκεστείτε να απολαύσετε (;) το γυμνό που περιέχει και να διασκεδάσετε με τα σεναριακά κουφά και την ανατροπή του τέλους. Άλλωστε, οι καλές προθέσεις ποτέ δεν ήταν αρκετές...

Τρίτη, Ιανουαρίου 22, 2008

Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΕΛΑΦΡΟΤΗΤΑ (;) ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ


Τα "Παιχνίδια Εξουσίας" (Charlie Wilson's War) (2007) του βετεράνου Mike Nichols εντάσσονται στην κατηγορία "προοδευτικό Χόλιγουντ" (βλ. Syriana, 3 Heroes, Wag the dog κλπ.) και τα βάζουν με την αμερικάνικη εξωτερική πολιτική (εδώ βρισκόμαστε στην εποχή του Ρίγκαν). Η ταινία επιλέγει σα μέσον τη σάτιρα, η οποία ενίοτε διακόπτεται από δραματικές κορώνες. Οι ηθοποιοί είναι καλοί (όλα τα λεφτά ο ελληνικής καταγωγής Αβρακότος, ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν δηλαδή, που καπνίζει σα φουγάρο, βρίζει χυδαία και περηφανεύεται για τη στήριξη που πρόσφερε στη χούντα του Παπαδόπουλου...), η ταινία τσουλάει έως και ευχάριστα... αλλά κάποιες αντιρρήσεις τις έχω.
Υποτίθεται ότι βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Η απορία μου είναι αν όντως κοτζάμ πολιτική των ΗΠΑ - και έμμεσα, η τύχη ολόκληρου του πλανήτη - καθορίζεται από καπρίτσια, εμμονές ή αιφνίδιες αφυπνίσεις μεμονωμένων ατόμων. Εδώ ο γυναικάς και καλοπερασάκιας βουλευτής Wilson αποφασίζει ξαφνικά ότι δεν είναι καθόλου του γούστου του η παθητική αμερικάνικη πολιτική έναντι των σοβιετικών που έχουν εισβάλλει στο Αφγανιστάν, βάζει στόχο να την αλλάξει ("πρέπει να σκοτώσουμε σοβιετικούς" είναι το σύνθημά του) και, με διάφορες ίντριγκες και κόλπα, τελικά τα καταφέρνει. Ίσως όντως να είναι εφικτά τέτοια πράγματα. Ειλικρινά δεν ξέρω. Και μάλλον θα μείνω μ΄αυτή την απορία.
Από την άλλη δεν κατάφερα να ξεκαθαρίσω αν η ταινία βλέπει με συμπάθεια όλους αυτούς τους τύπους ή αν τους σαρκάζει. Διότι ό ήρωας, αλλά ακόμα και ο άξεστος Αβρακότος τελικά, παρουσιάζονται μάλλον συμπαθητικοί σαν τύποι. Ο Wilson μάλιστα είναι ένα μείγμα συμπαθούς περσόνας, που πάει συχνά κόντρα στο κατεστημένο και τη γραφειοκρατία, και "πατριώτη", που δεν ανέχεται τις σοβιετικές θηριωδίες στο Αφγανιστάν και επιθυμεί έναν σχεδόν κανονικό πόλεμο (και καλά κάνει και δεν τις ανέχεται, κατά τη γνώμη μου, αλλά πώς και δεν λέει λέξη για τις αντίστοιχες αμερικάνικες θηριωδίες στο Βιετνάμ, τον Παναμά κλπ. κλπ., όπου επίσης έγιναν εισβολές;) Τέλος πάντων, νομίζω ότι ο Nichols μάλλον σατιρίζει - ευπρεπώς βεβαίως - και δεν ασπάζεται αντίστοιχες απόψεις. Ενδιαφέρον πάντως έχει η κατάδειξη των σχέσεων των αμερικάνων με τους φανατικούς Ισλαμιστές: Ενώ λοιπόν πρώτα τους υποστήριξαν με νύχια και με δόντια όσο αυτοί πολεμούσαν εναντίον των κομμουνιστών, στη συνέχεια, που όλοι ζούμε βεβαίως σήμερα, όταν οι ισλαμιστές στράφηκαν εναντίον τους μετά την αθέτηση των αμερικάνικων υποσχέσεων, τους έκαναν υπ' αριθμόν ένα εχθρό τους. Σκιαγραφείται τέλος και ο ρόλος ζάμπλουτων, ακροδεξιών (ή και τα δύο) στη χάραξη της πολιτικής των ΗΠΑ.
Ωραία όλα αυτά, αλλά η ταινία παραμένει για μένα μέτρια. Απλώς βλέπεται σχετικά ευχάριστα. Τίποτα το σπουδαίο όμως κατά τη γνώμη μου.

Κυριακή, Ιανουαρίου 20, 2008

Η YELLA ΚΑΙ Η ΨΥΧΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ


Η "Yella" (2007) είναι η πρώτη ταινία που βλέπω του αξιόλογου, όπως διαβάζω, γερμανού Christian Petzold και επιβεβαιώνει την πρόσφατη άνοδο του νέου γερμανικού κινηματογράφου. Πρόκειται για μια παράξενη ταινία, απόλυτα ρεαλιστικά γυρισμένη, όπου όμως το μεταφυσικό στοιχείο και το θρίλερ καραδοκούν κρυμμένα "στις γωνίες". Αυτή είναι και η ιδιομορφία του Petzold. Ενώ κινηματογραφεί εντελώς ψυχρά, απόμακρα και ρεαλιστικά τα τεκταινόμενα, ταυτόχρονα καταφέρνει να δημιουργήσει μια ανησυχητική ατμόσφαιρα, με το μυστήριο να υποβόσκει, κάνοντάς με να διαισθάνομαι διαρκώς ότι "κάτι δεν πάει καλά", δίχως να μπορώ να προσδιορίσω τι ακριβώς. Θεωρώ το στοιχείο αυτό αρετή.
Παράλληλα, μπορούμε να μιλήσουμε για μια πολύ έμμεση αλληγορία του στυγνού καπιταλισμού των ημερών μας και μάλιστα σε μια από τις πιο "προοδευμένες" χώρες και στυλοβάτες του, τη Γερμανία. Όλη αυτή η αφόρητη ψυχρότητα, που επικεντρώνεται στις επαγγελματικές σχέσεις των ανθρώπων αλλά, όπως είναι φυσικό, τρυπώνει και διαβρώνει και τις ερωτικές, τις καθημερινές γενικότερα, αποτελεί κατά τη γνώμη μου μια πολύ πετυχημένη μεταφορά του κλίματος αυτού. Κυρίαρχες στο φιλμ είναι οι επαγγελματικές σχέσεις, οι συμφωνίες που κλείνονται ή δεν κλείνονται, οι ατέλειωτες διαπραγματεύσεις, οι μετοχές που αλλάζουν χέρια, οι χρηματοδοτήσεις, τα κεφάλαια, τα λογιστικά κόλπα... και κυρίως η απάτη - ή η πρόθεση απάτης - και οι εκβιασμοί που έχουν το πάνω χέρι σ' όλον αυτόν τον υποτιθέμενο καθωσπρέπει, απόλυτα κυριλέ, φαινομενικά άψογο και αποστειρωμένο κόσμο, που αποτελείται από κοστουμάτους (και απρόσωπους) επιχειρηματίες, πολυτελή (και εξίσου απρόσωπα) γραφεία και ξενοδοχεία και χρήματα - αληθινά ή εικονικά - που αλλάζουν συνεχώς χέρια ή υπόσχονται για κάτι τέτοιο (σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά;). Σ' αυτόν τον κόσμο λοιπόν δεν υπάρχει περιθώριο για συναίσθημα, για έρωτα, για αληθινή ζωή. Υπάρχουν μόνο αληθινές ή ψευτικες συμφωνίες. Όλα, μέχρι και η παραμικρή χειρονομία ή ψίθυρος, είναι προσχεδιασμένα και αποσκοπούν στο οικονομικό κέρδος και μόνο.
Γι' αυτό, σ΄έναν τέτοιο κόσμο απόλυτης διαστροφής που έχουμε φτιάξει, η μεταφυσική αλληγορία του Petzold ταιριάζει γάντι. Ποια αλληγορία; Δεν μπορώ να σας πω λέξη γι' αυτό, διότι και ο παραμικρός υπαινιγμός για το τι ακριβώς συμβαίνει μπορεί να αποτελέσει ανεπίτρεπτο σπόιλερ. Πάντως όλη αυτή η ψυχρότητα και τα οικονομικά (ακαταλαβίστικα συχνά, σε μένα τουλάχιστον) που αναφέρονται, δεν με κούρασαν, αφού συνεχώς παραμονεύει, όπως είπαμε, το "άλλο" στοιχείο, που υπονομεύει τα πάντα.
Θα προσπαθήσω να δω κι άλλες ταινιες του Petzold, μια που βρήκα θετική την πρώτη επαφή μου με το έργο του.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 18, 2008

"ΔΙΑΒΟΛΟΓΥΝΑΙΚΕΣ" ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΝΟΥΑΡ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ ΤΡΟΜΟΥ


Το 1955 ο Henri-Georges Clouzot γυρίζει την άλλη (εκτος από το "Μεροκάματο του φόβου") μεγάλη ταινία του, τις "Διαβολογυναίκες" (Les Diaboliques). Πιστεύω ότι μέχρι σήμερα η ταινία διατηρεί αναλλοίωτη τη γοητεία, το μυστήριο και τα διφορούμενα στοιχεία της. Ξεκινά σαν ένα σκοτεινό και παράδοξο φιλμ νουάρ. Παράδοξο, αφού σύζυγος και ερωμένη αποφασίζουν από κοινού να σκοτώσουν τον καταπιεστικό, βάναυσο σύζυγο / εραστή. Από ένα σημείο και πέρα όμως μεταλάσσεται σε σχεδόν ταινία τρόμου, μεlταφυσικό στοιχείο να έχει κυρίαρχη θέση στην ιστορία. Κι όλα αυτά ενώ και το σασπένς, μάστορας του οποίου αναδεικνύεται και πάλι ο Clouzot (αυτή τη φορά αστυνομικής υφής) ανεβαίνει με κάθε λεπτό που περνά.
Πάνω σ' αυτόν τον ασυνήθιστο καμβά πλέκονται, κάτω από το κυρίαρχο μοτίβο του "εγκλήματος και της τιμωρίας", κάμποσα ερωτήματα και διφορούμενα στοιχεία: Είναι αληθινό ή κατασκευασμένο το μεταφυσικό στοιχείο; Ποια είναι η πραγματική σχέση των δύο γυναικών; Μήπως ουσιαστικά πρόκειται για μια λεσβιακή ιστορία; Και βέβαια, διάφορα ηθικά ερωτήματα: Έχουν δικαίωμα να δολοφονήσουν τον καταπιεστικό γυμνασιάρχη, έστω κι αν πρόκειται σαφώς για κάθαρμα ή ο φόνος οποιουδήποτε, ακόμα και του χειρότερου ανθρώπου, είναι απαγορευμένος; Ή, αν θέλετε, μπορεί να κερδηθεί η πολυπόθητη ελευθερία μέσα από μια αποτρόπαιη πράξη; Και αν αυτή συμβεί ποιες είναι οι συνέπειες; Ποιός είναι ο ρόλος των τύψεων; Ταυτόχρονα σκιαγραφείται το κλειστό, άχαρο και υποκριτικό περιβάλλον τόσο του σχολείου όσο και της κοινωνίας που το περιβάλλει, στις λίγες σκηνές που συμβαίνουν έξω απ' αυτό.
Την ατμοσφαιρικότητα της ταινίας ανεβάζει η ασπρόμαυρη φωτογραφία και, κυρίως, η επιλογή των χώρων. Το αχανές, δαιδαλώδες σχολείο με τους εσώκλειστους μικρούς μαθητές αποτελεί ιδανικό χώρο για την ανάπτυξη των στοιχείων του θρίλερ, που κορυφώνεται με την τελική, ανοιχτή σε αναγνώσεις σκηνή. Γενικά νομίζω ότι δίκαια κατέχει τη θέση μιας από τις κλασικές ταινίες του γαλικού σινεμά.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 14, 2008

ΠΕΡΙ "ΔΕΙΛΩΝ" ΚΑΙ "ΗΡΩΩΝ"


Η ιστορία του περιβόητου ληστή του Φαρ Ουέστ Τζέσε Τζέιμς έχει μεταφερθεί πολλές φορές στο σινεμά και μάλιστα με πολλές διαφορετικές οπτικές και στιλ. Από απλή γουέστερν περιπέτεια μέχρι ψαγμένες ταινίες, πλην όμως ειδωμένες κάτω από διαφορετικές "γωνίες". Η πολυπλοκότερη ίσως είναι η τωρινή "The Assassination of Jesse James by the Coward Robert Ford" (2007) του Andrew Dominik, που ως ταινία είναι τόσο μακρά όσο και ο τίτλος της. Θα σας προειδοποιήσω από την αρχή: Δεν είναι μόνο τρίωρη, αλλά και αρκετά αργή. Όσοι λοιπόν είναι εθισμένοι στους καταιγιστικούς ρυθμούς της πλειοψηφίας του σύγχρονου mainstream μάλλον θα κουραστούν. Οι υπόλοιποι θα απολαύσουν μια ενδιαφέρουσα ματιά στον ήδη πολυχρησιμοποιημένο μύθο.
Ο Dominik επικεντρώνει περισσότερο στην ψυχολογία των ηρώων του δράματος - και όχι μόνο του θύτη και του θύματος (όροι που κι αυτοί είναι αμφισβητήσιμοι), αλλά και των δευτερευόντων χαρακτήρων που τους περιβάλλουν. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ιστορία ξεκινά μετά το τέλος της δράσης της συμμορίας των αδελφών James. Έτσι δεν βλέπουμε σχεδόν καμιά ληστεία, κανένα κυνηγητό ή μονομαχίες. Η εποχή της δράσης έχει παρέλθει, ο μεγάλος αδελφός αποσύρεται προς άγνωστη κατεύθυνση, ενώ ο Jesse James, παντρεμένος με παιδιά και ήδη θρύλος στα μάτια του κόσμου, που τον θαυμάζει θεωρώντας τον κάτι σαν Ρομπέν των Δασών, ζει με μυστικότητα και συνεχή υπερένταση, αλλάζοντας διαρκώς ταυτότητα και διαμονή. Ακριβώς αυτό το "μετά" είναι λοιπόν που αναλύεται εδώ.
Ο Jesse είναι ήρωας στα μάτια του λαού, στην πραγματικότητα όμως είναι φοβισμένος, βασανισμένος και διαρκώς καχύποπτος, μισότρελος σχεδόν από το συνεχές κυνηγητό, ένας ημιπαρανοϊκός που λαγοκοιμάται με το όπλο κάτω από το μαξιλάρι και στυγνός δολοφόνος όσων υποπτεύεται. Ο Ρόμπερτ Φορντ, ξάδελφος ή κάτι τέτοιο και απόλυτος θαυμαστής του, έχει μεγαλώσει με τις φυλλάδες που γράφουν για τα κατορθώματα του ινδάλματός του και το μόνο που ονειρεύεται είναι να του μοιάσει. Κάποτε όμως θα γίνει κι αυτός, όπως και ο αδελφός του, στόχος, ένα ακόμα υποψήφιο θύμα του ημιπαράφρονα Jesse. Και τότε...
Παρά τους αργούς ρυθμούς, η ταινία με κράτησε. Οι εξαιρετικές ηθοποιίες, η μουσική του Νικ Κέιβ (που κάνει κι ο ίδιος μια σύντομη εμφάνιση), η μουντή και ατμοσφαιρική φωτογραφία, συντέλεσαν σ' αυτό. Είναι όμως και η συνεχής ψυχολογική ένταση που δεν σ' αφήνει να ησυχάσεις. Ο ακαθόριστος φόβος, η ένταση και η ταραχή που σκορπά στους γύρω του, άσχετα με το τι κάνει, ο Jesse, το διαρκές παιχνίδι κυνηγού - θηράματος που μπορεί ανά πάσα στιγμή να αντιστραφεί. Και οι ρόλοι που μπερδεύονται και αλλάζουν συνεχώς. Ο θαυμαστής που γίνεται δολοφόνος του ινδάλματός του, ο ήρωας που φοβάται και κλαίει και δεν μπορεί να κρατήσει τα νεύρα του, η ρετσινιά του δειλού που συνοδεύει τον μόνο που κατάφερε να τα βάλει με τον τρομερό δολοφόνο... Και το τέλος, που δείχνε ότι όλα είναι μάταια, ότι το τίμημα της εκτός νόμου ζωής είναι βαρύ και σε σημαδεύει για πάντα.
Νομίζω ότι το φιλμ θα μείνει στην ιστορία σαν ένα από τα πιο ιδιόρυθμα γουέστερν που γυρίστηκαν ποτέ.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 09, 2008

ΜΑΥΡΟΙ ΚΑΙ ΛΕΥΚΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΓΚΑΝΓΚΣΤΕΡΣ


Το "American Gangster" του Ridley Scott δεν με τράβηξε αρχικά για τον απλό λόγο ότι έχω βαρεθεί τις ταινίες με γκάνγκστερς. Πόσες φορές, επιτέλους, το αμερικάνικο σινεμά θα μας δείξει ιστορίες Μαφίας, μαύρων, άσπρων ή κίτρινων "οικογενειών", ανόδους και πτώσεις εγκληματιών; Δεν φτάνουν ο Σκορτσέζε, ο Κόπολα, άντε και ο Ντε Πάλμα; Πρέπει όλοι, μα όλοι να μας πουν την ιστορία κάποιου γκάνγκστερ;
Παρ' όλα αυτά, πάντως, παρακολούθησα με αρκετό ενδιαφέρον το συγκεκριμένο φιλμ. Το οποίο, βασιζόμενο σε αληθινά γεγονότα, περιγράφει - τι άλλο; - την άνοδο και την πτώση του Φρανκ Λούκας, ενός μαύρου έμπορου ναρκωτικών που για μερικά χρόνια (τέλη 60 - αρχές 70) γίνεται ο υπ' αριθμόν ένα "επικίνδυνος" άνθρωπος στη Ν.Υόρκη. Δεν έχω, φυσικά, ιδέα για το αν τα όσα βλέπουμε ανταποκρίνονται στα αληθινά γεγονότα ούτε και με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Ο Scott πάντως επικεντρώνει την ταινία αποκλειστικά σχεδόν στα δύο βασικά πρόσωπα, τον εγκληματία και τον κύριο διώκτη του, τον αδιάφθορο μπάτσο Ρίκι Ρόμπερτς. Ο πρώτος, "αυτοδημιούργητος" και ανεξάρτητος από οποιοδήποτε αφεντικό ή οργάνωση, στήνει την αυτοκρατορία του χάρη στην τόλμη και την υπομονή του. Ο άλλος, αποτυχημένος και ρεμάλι στην προσωπική του ζωή, έχει ως μόνο προσόν την τιμιότητα.
Εδώ αρχίζει μια σειρά από αντιθέσεις και κοινωνικά σχόλια, που υποβόσκουν κάτω από την ιστορία και την κάνουν ενδιαφέρουσα: Το πρώτο το είπαμε ήδη. Ο "κακός" είναι ένας πολύ καλός οικογενειάρχης, πιστός στη γυναίκα του, αφοσιωμένος στην πολυμελή οικογένειά του (κάνει τα πάντα γι΄αυτήν), τακτικός θαμώνας της εκκλησίας, συντηρητικός, καλοντυμένος. Πρότυπο οικογενειάρχη. Ο "καλός" είναι γυναικάς, αποτυχημένος σύζυγος και πατέρας, κακοντυμένος, πότης, ρεμάλι γενικώς. Αλλά ο πρώτος, ο οικογενειάρχης, σκορπά αδίστακτα τον θάνατο, ενώ ο δεύτερος προσπαθεί να τον σταματήσει. Οι ρόλοι καλού - κακού μπερδεύονται.
Από την άλλη η καταγγελία των μπάτσων, των αρχών, του συστήματος γενικότερα είναι αδίστακτη. Σχεδόν όλοι οι μπάτσοι είναι διεφθαρμένοι, λαδώνονται ασύστολα, παίρνουν κάθε είδους προμήθειες, συνεργάζονται με το έγκλημα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά αν εμφανιστεί κάποιος αδιάφθορος ανάμεσά τους τον βάζουν σε ένα είδος μαύρης λίστας, αφού χαλάει την πιάτσα.
Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, ξέρετε γιατί κατορθώνει να φτάσει τόσο ψηλά ο Λούκας; Επειδή κανείς δεν τον υποψιάζεται. Γιατί; Μα επειδή είναι μαύρος. Σιγά μη δεν έχει κανένα αφεντικό ένας μαύρος, σιγά μην είναι αυτός η κεφαλή της επιχείρησής του, μην έχει μυαλό... Να το πούμε με άλλα λόγια; Ρατσισμός ακόμα και στους κόλπους του εγκλήματος.
Κι όλα αυτά μέσα σε ένα αδίστακτο σύστημα που θεωρεί το έγκλημα, την ηρωίνη, μια ακόμα μπίζνα και τους φόνους ένα απλό μέσο για να πετύχει κανείς επιχειρηματικά. Η φράση "Εδώ είναι Αμερική" ακούγεται κάμποσες φορές κι ο καθένας τη χρησιμοποιεί όπως του συμφέρει, πάντοτε όμως σαν συνώνυμο της ελεύθερης αγοράς και του "κάνουμε μπίζνες κι όλα τα άλλα βρίσκονται σε δεύτερη μοίρα"...
Βρήκα λοιπόν ενδιαφέρουσα, κοινωνικά κυρίως, την ταινία - αν και η διάρκειά της είναι κάπως μεγάλη και ίσως κουράσει μερικούς. Ο Ridley Scott πάντως, παρά τις ικανότητές του, δεν θυμίζει σε τίποτα τον παλιό, εντυπωσιακό σκηνοθέτη του φανταστικού. Φοβάμαι ότι οι εποχές του Alien ή του Blade Runners έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 07, 2008

ΕΚΡΗΚΤΙΚΟ, ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΟ ΚΑΙ ΚΛΑΣΣΙΚΟ "ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ"


Το "Μεροκάματο του Τρόμου" (Le Salaire de la peur) του 1953 του Henri-Georges Clouzot (1907-1977) είναι αυτό που λέμε "κλασσικό", δίχως, κατά τη γνώμη μου, η έννοια του όρου αυτού, σε όποιο επίπεδο κι αν την εξετάσεις, να μπορεί να αμφισβητηθεί. Γιατί το λέω αυτό; Η ταινία διαθέτει πολλές αρετές, πέραν αυτών όμως θα μείνω σε ένα και μόνο στοιχείο, το βασικότερο όλων για μένα: Πάνω από 50 χρόνια από τη δημιουργία της, με κράτησε κυριολεκτικά με κομμάνη ανάσα από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Ναι, έβλεπες από την αρχή ότι πρόκειται για μια πολύ παλιά ταινία, έλα ντε όμως που δεν μπορούσες να σηκωθείς από τη θέση σου... Και να σκεφτείτε ότι η διάρκειά του ασπρόμαυρου αυτού έπους είναι πάνω από δύο ώρες.
Σε μια απόλυτα εξαθλιωμένη τριτοκοσμική πόλη, κάπου στο Μεξικό ή στη Νότια Αμερική, οι πάμφτωχοι κάτοικοι ζουν δουλεύοντας στην πετρελαιοπηγή που υπάρχει εκεί κοντά και που ανήκει σε αμερικάνικη εταιρία. Οι υπόλοιποι είναι άνεργοι. Στην πόλη παρασιτούν και αρκετοί δυτικοί (εκτός των αμερικάνων της εταιρίας), άνεργοι κι αυτοί, κάθε καρυδιάς καρύδι, κοινωνικά κατακάθια κυρίως, που έχουν ξεμείνει εκεί και, λόγω φτώχιας, αδυνατούν να φύγουν αν και αυτό είναι το μοναδικό τους όνειρο. Τέσσερις απ' αυτούς θα αρπάξουν από τα μαλιά την ευκαιρία που τους δίνεται, παίζοντας κορώνα - γράμματα τη ζωή τους και αποδεχόμενοι έναντι υψηλής αμοιβής να μεταφέρουν δύο τεράστια φορτηγά φορτωμένα με νιτρογλυκερίνη κάπου 300 χιλιόμετρα μακριά - και μέσα από φοβερούς κωλόδρομους, επικίνδυνους ακόμα και για κοινά, ελαφρά αυτοκίνητα. Όπως ίσως ξέρετε, η νιτρογλυκερίνη είναι ένα εξαιρετικά εκρηκτικό υλικό, που μπορεί να τιναχτεί στον αέρα με το παραμικρό τράνταγμα...
Ο Clouzot περιγράφει στην αρχή με δυνατό τρόπο τις συνθήκες ζωής στην μικρή εξαθλιωμένη πόλη, το απόλυτο κενό όσων έχουν ξεμείνει εκεί, κενό που πασχίζουν να γεμίσουν με αλκοόλ, ενώ η ζέστη κάνει κάθε προσπάθεια αδύνατη. Αποπνικτική ατμόσφαιρα, κυριολεκτικά και μεταφορικά, και υπαινικτικές πολιτικές νύξεις για το ρόλο της εταιρίας, την αλλοτρίωση ανθρώπων και περιβάλλοντος, τις σχέσεις εξουσιαστών και καταπιεσμένων. Κι έπειτα ξεκινά το σασπένς του φοβερού ταξιδιού. Και από εδώ και πέρα η ταινία γίνεται ένα αρχετυπικό πραγματικά θρίλερ, που θα επηρεάσει άλλα φιλμ στο μέλλον και θα κρατήσει, όπως είπα στην αρχή, καθηλωμένο τον θεατή - αφού βέβαια περάσει από ανατροπές, χαρακτήρες που μεταμορφώνονται και δείχνουν έναν άλλον εαυτό κάτω από την επιφάνεια και μια κορυφούμενη ένταση καθώς οι ήρωες σιγά - σιγά καταρέουν εξαντλημένοι κάτω από την υπερπροσπάθεια, το άγχος και τον φόβο.
Ίσως να μπορεί να διαβαστεί σαν αλληγορία όσων αναγκαζόμαστε να κάνουμε στη ζωή, της αλλοτρίωσης που επιβάλλουν οι δυσβάστακτες κοινωνικές συνθήκες, ίσως πάλι κάποιοι μιλήσουν για το μάταιο, το ανέφικτο των ονείρων, την ματαιότητα του κόσμου γενικότερα. Άλλοι θα θαυμάσουν την ασπρόμαυρη, ατμοσφαιρική φωτογραφία ή θα μείνουν στην απλή περιπέτεια. Όλοι όμως θα συμφωνήσουν, νομίζω, ότι πρόκειται για μεγάλη ταινία, που δεν έχει γεράσει. Κι ότι ο Clouzot είναι μια από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις μεγάλων, αλλά σχετικά άγνωστων δημιουργών.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 03, 2008

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (;) ΚΑΙ ΤΑ ΖΟΜΠΙ


To "I am Legend" είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο του 1954 του Richard Matheson, από τα πιο σκοτεινά και παράξενα της φανταστικής λογοτεχνίας. Το "I am Legend" του Francis Lawrence είναι η τρίτη απόπειρα μεταφοράς του στην οθόνη και, όπως και οι προηγούμενες, αποκλείνει αρκετά από το βιβλίο, χάνοντας όλη σχεδόν την αρχική του ζοφερότητα. Τέρμα όμως οι συγκρίσεις με το βιβλίο. Είμαι της γνώμης ότι πρέπει να (προσπαθούμε να) ξεχνάμε τα πρωτότυπα, και να βλέπυμε τις ταινίες αυτόνομα, σαν τέτοιες. Τώρα πόσο εφικτό είναι αυτό αν αγαπάς το βιβλίο, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Θεωρητικά πάντως, είμαι εναντίον τέτοιων συγκρίσεων.
Το τωρινό "I am Legend" λοιπόν είναι εντυπωσιακά γυρισμένο, όπως εντυπωσιακά και επιβλητικά είναι και τα σκηνικά της μισοκατεστραμένης, εγκατελειμένης Νέας Υόρκης, στα οποία περιφέρεται ο Will Smith ως τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο. Κάποιες σκηνές "σε πιάνουν", τρομάζουν... και όλα κυλάνε ομαλά όσον αφορά το μέρος της εικόνας. Τα προβλήματά μου με το φιλμ είναι περισσότερο σεναριακής φύσης. Υπάρχουν κάποια κενά, δεν υπάρχει η αναμενόμενη κλιμάκωση, ενώ ο κεντρικός χαρακτήρας, τουλάχιστον μέχρι να του συμβεί το πρώτο κακό κάπου στα μισά της ταινίας, μοιάζει υπερβολικά cool και ελάχιστα σαλταρισμένος, όπως θα έπρεπε να είναι μετά κάποια χρόνια απόλυτης μοναξιάς. Κι έπειτα έρχεται και το ξενέρωτο φινάλε, για να τα τινάξει όλα στον αέρα. Δεν είναι μόνο το "ξενέρωτο" που ανέφερα, με τις αμπελοφιλοσοφίες περί "σχεδίου του Θεού" και άλλα τέτοια, είναι και spoiler spoilerη σπουδή με την οποία όλα αλλάζουν στα τελευταία κυριολεκτικά λεπτά, για να μας δώσουν το απαραίτητο "μήνυμα ελπίδας". Αφείστε που με την απόλυτα ειδυλιακή, καταπράσινη κλπ. κλπ. τελική εικόνα της αποικίας των επιζώντων (με την εξ ίσου απαραίτητη αμερικάνικη σημαία να δεσπόζει κι ας έχουν μείνει όλοι κι όλοι λίγες χιλιάδες άνθρωποι σ' ολόκληρο τον κόσμο, δεν μπόρεσαν να μη μου περάσουν από το μυαλό σκέψεις του στυλ "τέτοιος που είναι ο κόσμος, κάψιμο και αφανισμό χρειάζεται, για να ξαναγεννηθεί αγνός και άσπιλος και, προφανώς, πιο κοντά στο Θεό" και άλλα παρόμοια. Τέλος spoiler

Αν καταφέρετε να τα ξεπεράσετε όλα αυτά πάντως, ίσως να το ευχαριστηθείτε. Σαν περιπέτεια και σαν φιλμ επιστημονικής φαντασίας είναι μάλλον συμπαθητικό.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 31, 2007

Ο ΚΑΤΑ HERZOG "ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ"


To 1979 προστίθεται ένας ακόμα κρίκος (από τους λαμπρότερους) στην σλυσσίδα των συνεργασιών Werner Herzog - Κλάους Κίνσκι: Το "Νοσφεράτου" (Nosferatu: Phantom der Nacht). Πρόκειται για μια ακόμα μεταφορά στην οθόνη του κλασικού "Δράκουλα", του περίφημου μυθιστορήματος του Μπραμ Στόουκερ. Είχαν προηγηθεί ο Μπέλα Λουγκόζι, ο Κρίστοφερ Λι και άλλοι ακόμα. Ο Herzog όμως επιλέγει να "πατήσει" πάνω στον βουβό "Νοσφεράτου" του 1922 του F.W. Murnau, προφανώς λόγω συγγενούς γερμανικότητας και αγάπης για τον εξπρεσιονισμό. Αυτό όμως που διακρίνεται άμεσα στο αποτέλεσμα είναι η ιδιαιτερότητα του ίδιου του Herzog, άσχετα αν η "υπόθεση" της ταινίας μοιάζει αρκετά τόσο στο παλιό "Νοσφεράτου" όσο και στο πρωτότυπο βιβλίο.
Το έργο του Herzog βρίθει βέβαια από κάθε λογής καταραμένους χαρακτήρες: Ο Αγκίρε, ο Φιτζγκαράλντο, ο Βόιτσεκ, είναι μερικοί απ' αυτούς. Δεν θα μπορούσε λοιπόν να αντισταθεί στον πειρασμό να προσθέσει δύο ακόμα: Τον ίδιο τον Νοσφεράτου προφανώς(τον κόμη Δράκουλα δηλαδή), αλλά και τον Τζόναθαν, τον νεαρό που επισκέπτεται τον φρικτό πύργο στα Καρπάθια, απεσταλμένος του μεσίτη στον οποίο δουλεύει, για να πουλήσει στον κόμη ένα σπίτι στην γερμανική πόλη όπου ζει ο ίδιος και η όμορφη Λούσι, η γυναίκα του. Ο Νοσφεράτου κατά τον Herzog δεν είναι απλώς ο φορέας, η προσωποποίηση του κακού. Είναι και ο ίδιος μια βαθύτατα δυστυχισμένη ύπαρξη. Θέλει, αλλά δεν μπορεί να πεθάνει. Η υπέρτατη καταδίκη, όπως λέει ο ίδιος. Όσο για τον Τζόναθαν, εκπρόσωπο του καλού στο βιβλίο, ο Herzog του επιφυλάσσει κι αυτού μια ζοφερή μοίρα: Να διαδεχτεί τον Δράκουλα, σπείροντας ο ίδιος το κακό. Έχει ετσι δραστικά απομακρυνθεί τόσο από το βιβλίο όσο και από τις προηγούμενες βερσιόν, επιβάλλοντας μια πολύ σκοτεινότερη δική του εκδοχή. Θυμηθείτε πώς τελειώνουν οι υπόλοιπες ταινίες του Herzog. Δεν θα μπορούσε λοιπόν κι εδώ να δεχτεί καθησυχαστικό τέλος: Άρα; Το Κακό θριαμβεύει!
Όλα αυτά βέβαια δεν είναι παρά αναλύσεις επί αναλύσεων και απλώς λόγια. Αυτό που κυρίως καθηλώνει στην ταινία είναι οι υπέροχες εικόνες που στήνει ο σκηνοθέτης. Η αλησμόνητη φιγούρα του Κίνσκι - Νοσφεράτου, τα χιλιάδες ποντίκια να κατακλύζουν την πόλη, οι αποκαλυπτικές, σουρεαλιστικές εικόνες που σηματοδοτούν το ξέσπασμα της πανούκλας και την επακόλουθη τρέλα, η εξαϋλωμένη μορφή της Ιζαμπέλ Αντζανί... είναι λίγες μόνο απ' όσες μπορώ να θυμηθώ.
Αν λοιπόν πέσει στα χέρια σας, μην διστάσετε: Δείτε πώς "ξαναδιαβάζεται" ένας πασίγνωστος μύθος από ένα μεγάλο δημιουργό.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 30, 2007

ΤΟ ΚΛΑΣΣΙΚΟ "ΓΕΡΑΚΙ ΤΗΣ ΜΑΛΤΑΣ" ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΥΑΡ


Η πρώτη ταινία του John Huston (1906-1987) το 1941 έμελλε να είναι και μια από τις πιο κλασσικές του: "Το Γεράκι της Μάλτας" θεωρείται μέχρι σήμερα ένα από τα σημαντικότερα φιλμ νουάρ στην ιστορία του σινεμά - και ένας από τους καλύτερους ρόλους του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Βλέποντάς το σήμερα, δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε ότι πρόκειται για μια αρχετυπική ταινία του είδους ή, για πολλούς, για την ταινία που καθόρισε το είδος.
Στο "Γεράκι" υπάρχει ο σκληρός ντετέκτιβ, η μοιραία γυναίκα, η μπερδεμένη, γεμάτη ανατροπές και "γυρίσματα" πλοκή, οι φόνοι, οι μοναχικοί χαρακτήρες, το αντικείμενο του πόθου (δεν μιλώ εδώ για τη γυναίκα, αλλά για το χρήμα, δηλαδή για το πολύτιμο αντικείμενο που όλοι κυνηγάνε στο συγκεκριμένο φιλμ).
Η πλοκή, που αναφέραμε και παραπάνω ότι είναι καταιγιστική (στο πρώτο δεκάλεπτο έχουν συμβεί τόσα που στα χέρια άλλων θα μπορούσαν να έχουν αποτελέσει υλικό για μια ολόκληρη ταινία) και μπερδεμένη, από ένα σημείο και πέρα αποκτά μάλλον δευτερεύουσα σημασία μπροστά στους χαρακτήρες των ηρώων και τις αντιδράσεις τους. Ο ίδιος ο πρωταγωνιστής είναι ένα παράξενο κράμα καλού και κακού που σπάνια συνατάμε στο σημερινό σινεμά: Σκληρός, κυνικός και ρεαλιστής, αρκετά "κάθαρμα", αλλά και με έναν δικό του κώδικα τιμής, που είναι ικανός να παρακάμψει τους πειρασμούς. Ίσως αγαπά την γυναίκα (ποτέ αυτό δεν γίνεται ξεκάθαρο), αλλά οι εσωτερικές του ιεραρχήσεις αξιών εμποδίζουν τον θρίαμβο του ρομαντισμού. Αυτό όμως που κυρίως έμεινε σε μένα τουλάχιστον είναι η μάταιη αναζήτηση του πλούτου και των υλικών αγαθών γενικότερα. Αυτό που νομίζω ότι τονίζεται κατά βάση είναι η ματαιότητά τους, η ανικανότητά τους να φέρουν την ευτυχία - και η ικανότητά τους να ξεγλιστρούν μέσα από τα χέρια μας, αφήνοντας όσους επένδυσαν τα πάντα σ' αυτά ακόμα πιο κενούς και αποτυχημένους από πριν. Και, βέβαια, θα μπορούσε η διαπίστωση αυτή να αφορά πολύ ευρύτερα πράγματα: Το μάταιο κυνήγι της ευτυχίας στη ζωή αυτή, ας πούμε. Θυμηθείτε: Όταν κάποιος ρωτά από τι είναι κατασκευασμένο το περίφημο Γεράκι, η απάντηση είναι "Από το υλικό που είναι φτιαγμένα τα όνειρα".
Ακούγονται τετριμμένα αυτά; Διάβολε, βρισκόμαστε στα 1941 (και μάλιστα στην ταινία ενός πρωτοεμφανιζόμενου) και το σινεμά σχετικά στην αρχή του. Πολλά από αυτά που σήμερα θεωρούμε δεδομένα δεν έχουν ακόμα ειπωθεί. Θα πρότεινα να αφεθείτε στη γοητεία της ασπρόμαυρης εικόνας... κι αν ακόμα θεωρήσετε κάποια στοιχεία ξεπερασμένα, οι περσόνες του Μπόγκαρτ, του Πίτερ Λόρε ή του "Χοντρού" μπορούν να σας αποζημειώσουν.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 27, 2007

ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ "ΟΡΦΑΝΟΤΡΟΦΕΙΟΥ" ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ


Να λοιπόν που μπορούμε πλέον να μιλάμε για ένα νέο φαινόμενο στο σινεμά: Τον ισπανόφωνο τρόμο. "Η ραχοκοκαλιά του διαβόλου", "Οι άλλοι", "Ο λαβύρινθος του Πάνα" και τώρα "Το Ορφανοτροφείο", το επιβεβαιώνουν. Κοινά χαρακτηριστικά; Η κλασσική αντίληψη του θρίλερ, που ενδιαφέρεται κυρίως για την ανησυχητική / τρομακτική ατμόσφαιρα, τα υποβλητικά σκηνικά, το διάχυτο κλίμα ανησυχίας και απειλής, η σταθερά κορυφούμενη ένταση. Χαρακτηριστικά που τοποθετούν τη "σχολή" αυτή μακριά από τα σύγχρονα αμερικάνικα στάνταρς του είδους (της πλειοψηφίας, εννοείται, του είδους, για να είμαστε ακριβείς), που βασίζονται στα εντυπωσιακά, ψηφιακά κυρίως εφφέ, στα αλλεπάλληλα "μπου" για να τρομάξει πάσει θυσία ο θεατής, στη βινεοκλιπάδικη αισθητική και, όλο και συχνότερα, στο σπλάτερ.
Η ικανοποίηση είναι ακόμα μεγαλύτερη αν σκεφτεί κανείς ότι ο Juan Antonio Bayona
είναι πρωτοεμφανιζόμενος, κι όμως δείχνει να κατέχει τόσο βαθειά τα μυστικά του καλού θρίλερ. Στο υποβλητικό "Ορφανοτροφείο" ο τρόμος υπονοείται, δεν δείχνεται φάτσα - κάρτα, το παιχνίδι γίνεται περισσότερο με τις σκιές, τους ανησυχητικούς ήχους, το διφορούμενο φανταστικό, που δεν είσαι σίγουρος αν υφίσταται στην πραγματικότητα ή μόνο στη φαντασία των ηρώων. Ταυτόχρονα μιλά με έμμεσο τρόπο για την παιδική ηλικία και την την δυσκολία της ενηλικίωσης, δυσκολία που ενίοτε γίνεται τραυματική, για την απόφαση κάποιου να γυρίσει πίσω, στα ευτυχισμένα χρόνια, με τους μόνους φίλους που πραγματικά αγάπησε και που σημάδεψαν τη ζωή του. Είναι πολύ ενδιαφέρον το πώς κάτω από τον τρόμο και την ανατριχιαστική ατμόσφαιρα κρύβεται η τρυφερότητα. Στις αρετές και το ότι το φιλμ δεν κάνει κατά τη γνώμη μου πουθενά "κοιλιά". Παρακολουθείται "μονορούφι" με αμείωτη ένταση - και συχνά με κομμένη την ανάσα.
Ας καλωσορίσουμε λοιπόν ένα νέο σκηνοθέτη με αναμφισβήτητο ταλέντο. Όσο για μένα, επιτρέψτε μου να περιμένω πολλά ακόμα από το ισπανόφωνο σινεμά (όχι μόνο τρόμου), που περιλαμβάνει τόσο την Ισπανία όσο και τη Λατινική Αμερική.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 26, 2007

"ΝΥΧΤΕΣ ΜΑΚΡΙΑ ΣΟΥ" ΜΕ ΥΨΗΛΗ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ, ΑΛΛΑ...


Αναμφισβήτητα από τους σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες ο Wong Kar-Wai, πάντοτε ξετυλίγει μπροστά μας μια σειρά από πανέμορφες εικόνες, πλημμυρισμένες από ιδιαίτερη ευαισθησία. Μόνο που, φοβάμαι, αυτό το προσωπικό στυλ τείνει τελευταία να γίνει ένα είδος μανιέρας, που έχει αρχίσει να με κουράζει.
Το "My blueberry nights" (Οι νύχτες μου μακριά σου, 2007), η πρώτη αμερικάνικη ταινία του, διαθέτει όλες αυτές τις αρετές και, συγχρόνως, μέσα του καραδοκούν οι κίνδυνοι που ανέφερα. Η ιστορία της ερωτικά πληγωμένης Ελίζαμπεθ, που κάνει ένα δίχως προορισμό ταξίδι αυτογνωσίας, λήθης και αναζήτησης, είναι μια τρυφερή ιστορία, γεμάτη συγκίνηση. Η ηρωίδα συναντά στην περιπλάνησή της διάφορους χαρακτήρες, πληγωμένους κι αυτούς, δίνει και παίρνει απ' αυτούς και τελικά, όταν επιστρέφει εκεί απ' όπου ξεκίνησε, στο μικρό νεοϋορκέζικο καφέ και στον ιδιοκτήτη του που την περιμένει, μοιάζει θεραπευμένη από τις πληγές της. Για μια ακόμα φορά το ταξίδι είναι αυτό που έχει σημασία, όχι ο προορισμός.
Ωστόσο βρήκα το φιλμ λίγο "ξεχειλωμένο", δίχως κέντρο, κάτι ανάμεσα σε σπονδυλωτό και ενιαίο. Γενικά έχω την αίσθηση ότι το πρόβλημα στον Kar-Wai είναι περισσότερο σεναριακό, καθώς οι ταινίες του δεν είναι συμπαγείς αλλά κάπως "σκόρπιες", με αποκορύφωμα το "χαμένο" "2046". Αυτό βέβαια ίσως για κάποιους να αποτελεί αρετή, προσωπικά όμως συνήθως με κουράζει.
Ανεξαρτήτως αυτών όμως οι εικόνες είναι και πάλι όμορφες, όπως και η Νόρα Τζόουνς στον πρώτο της ρόλο, με τα νυχτερινά να κυριαρχούν, με τους φωτισμούς των νέον και τα έντονα χρώματα να είναι πανταχού παρόντα και να τονίζουν την ατμοσφαιρικότητα του όλου εγχειρήματος, με τα εξ ίσου όμορφα τραγούδια να υπογραμμίζουν τις καταστάσεις. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα απόλυτα συναισθηματικό σινεμά. Αυτό που πάντοτε κάνει ο Kar-Wai. Ωστόσο, θα μου επιτρέψετε να περιμένω περισσότερα από την επόμενη ταινία του. Τελικά για μένα η "Ερωτική επιθυμία" παραμένει το αριστούργημά του.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 25, 2007

ΑΣΤΕΡΙΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΚΕΣ ΑΡΚΟΥΔΕΣ


Ε, ναι, μετά τα Lord of the Rings, τους Harry Potter, το Lemony Snicket και πλήθος άλλων τέτοιων, σιγά μη δεν γινόταν ταινία (τριλογία για την ακρίβεια) και η "Τριλογία του Κόσμου", μεγάλη επιτυχία ως βιβλίο του Φίλιπ Πούλμαν. Μόνο που το πρώτο μέρος της, το "Αστέρι του Βορρά" (The Golden Compass), δεν διαθέτει ένα σκηνοθέτη του επιπέδου του Peter Jackson ας πούμε, για να κάνει τη διαφορά. Ο Chris Weitz όσο κι αν προσπαθεί, απλώς εικονογραφεί (με εντυπωσιακό μερικές φορές τρόπο, αλλά αυτό δεν αρκεί) την ιστορία. Είναι και κάπως μπερδεμένο σεναριακά το όλο εγχείρημα, κάπου δεν ξεκαθαρίζονται οι σχέσεις, οι χαρακτήρες, οι στόχοι κλπ. οπότε, όχι, δεν μου φάνηκε και καμιά φοβερή ταινία (έστω και στα πλαίσια του είδους).
Όμορφες εικόνες, όπως είπα και πιο πάνω, υπάρχουν αρκετές. Οι αρκούδες είναι εντυπωσιακές, οι πτήσεις με το σαν Ζέπελιν σκάφος όμορφες και η Νικόλ Κίντμαν ακόμα πιο όμορφη. Είναι όμως σίγουρο νομίζω ότι τέτοιου είδους ομορφιά δεν είναι αρκετή για να απογειώσει ένα φιλμ. Δεν έχω διαβάσει τα βιβλία, αλλά υποψιάζομαι ότι πρέπει να είναι καλύτερα από την κινηματογραφική τους μεταφορά (χωρίς αυτό να είναι υποχρεωτικά κακό σε άλλες περιπτώσεις). Γενικότερα μου φάνηκε ότι το όλο εγχείρημα προορίζεται κυρίως για παιδικό κοινό και δεν καταφέρνει να προσελκύσει το ενδιαφέρον των μεγάλων (όπως, για παράδειγμα, το Lord of the Rings ή οι αντίστοιχες ταινίες φαντασίας του Tim Burton). Συνολικά, νομίζω ότι ακόμα κι αν περάσεις σχετικά ευχάριστα το δίωρο, το "Αστέρι του Βορρά" προορίζεται να περάσει ως κομήτης και σύντομα να εξαφανιστεί από τη μνήμη σου.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 22, 2007

Ο ΑΛΛΟΠΑΡΜΕΝΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ WOYZECK


Το 1979 ο Werner Herzog συνεργάζεται και πάλι με τον ηθοποιό - φετίχ του, τον Κλάους Κίνσκι, για τη μεταφορά στην οθόνη του γνωστού θεατρικού έργου του Georg Buchner "Woyzeck".
Ακόμα μια "στοιχειωμένη" περίπτωση ανθρώπου, ο ομώνυμος ήρωας είναι ένας φτωχός στρατιώτης με άχαρη ζωή, που ζει σε μια όμορφη και ήσυχη μικρή πόλη και έχει μια νέα γυναίκα και μικρό παιδί. Όλη αυτή όμως η φαινομενική ηρεμία μόνο πρόχειρα μπορεί να καλύψει τα "φαντάσματα" που στοιχειώνουν τον ήρωα και ό,τι άλλο υποβόσκει. Ο Βόιτσεκ είναι αυτό που λέμε "ασταθής", ονειροπαρμένος, κάπως "στα όρια". Ακούει φωνές και φαντάζεται πράγματα, κρύβει μέσα του φόβους για διάφορα κοινά πράγματα... Αυτό που δεν ξέρουμε είναι αν όλα αυτά είναι "εκ γενετής" ή αν προέρχονται από το καταπιεστικό και πνιγηρό περιβάλλον της καθημερινότητάς του. Πράγματι ο αξιωματικός τον οποίο υπηρετεί, ασυνήθιστη προσωπικότητα και ο ίδιος, τον καταπιέζει ασκώντας - σε σχεδόν σαδιστικό βαθμό - όσο περισσότερη εξουσία μπορεί πάνω του, στην οποία βέβαια ο Βόιτσεκ είναι αδύνατο να αντιδράσει. Από την άλλη ένας γιατρός τον θεωρεί κάτι σαν πειραματόζωο και τον μελετά ή τον υποβάλλει σε διάφορα τεστ, ταπεινώνοντάς τον κι αυτός συχνά. Η δε γυναίκα του τον απατά με νέους και όμορφους αξιωματικούς. Έτσι, σωματικά και ψυχικά τσακισμένος, ο Βόιτσεκ, έρμαιο ήδη των "ανωτέρων" του καιμιάς άκαμπτης κοινωνικής ιεραρχίας, γίνεται βαθμιαία και έρμαιο της τρέλας του που μεγαλώνει, έως την τραγική κατάληξη.
Αυτό που νομίζω ότι κυρίως μένει στον θεατή είναι η αληθινά στοιχειωμένη ερμηνεία του Κίνσκι, που είναι ιδανικός για τον ρόλο. Συνολικά όμως η ταινία μου αρέσει λιγότερο από άλλες του Herzog, καθώς οι θεατρικές της καταβολές είναι πασιφανείς: Δράση που περιορίζεται σε λίγους χώρους (όχι βέβαια ότι είναι υποχρεωτικά κακό αυτό), συχνοί μονόλογοι και "θεατρικοί" διάλογοι. Πρόκειται για προσωπική γνώμη βέβαια, καθώς πολλοί την θεωρούν μεγάλη ταινία. Πέραν της δικής σας γνώμης όμως, αξίζει να το δει κανείς λόγω του Κίνσκι.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 19, 2007

ΚΑΤΑΜΑΥΡΗ "ΟΜΙΧΛΗ"


Λίγο καιρό πριν γκρίνιαζα για την παρακμή των ταινιών τρόμου στις μέρες μας. Ευτυχώς οι διαψεύσεις αυτής μου της θέσης είναι συχνές τελευταία (και περιμένουμε και το "Ορφανοτροφείο"), πράγμα που με κάνει να χαίρομαι, χωρίς βεβαίως να ανατρέπεται ακόμα η γενική αρνητική εικόνα του είδους στην εποχή μας.
Άρχικά λοιπόν υπήρξε το διήγημα του Stephen King "Η Ομίχλη". Ο Τζον Κάρπεντερ, όταν ακόμα ήταν στις δόξες του, το μετέφερε στην οθόνη το 1980 αλλάζοντάς το σχεδόν ολοκληρωτικά. Με την τωρινή του "Ομίχλη" (The Mist, 2007), ο ικανός Frank Darabont, στην 4η μόλις μεγάλου μήκους ταινία του, βρίσκεται κοντύτερα στο κείμενο του Κινγκ (αν και όχι απόλυτα) και κάνει μια κατά τη γνώμη μου πιο ενδιαφέρουσα ταινία από αυτήν του Κάρπεντερ.
Φυσικά και αυτή εδώ έχει αρκετά στοιχεία που έχουμε ξαναδεί σε ταινίες του είδους. Από την πολιορκία μιας σχετικά μεγάλης ομάδας ανθρώπων σε ένα σούπερ μάρκετ από τα εφιαλτικά τέρατα που ξεπηδούν από μια πυκνή ομίχλη μέχρι τις γιγάντιες αράχνες και τις alienοειδείς σκηνές. Αυτά όμως δεν εμποδίζουν την "Ομίχλη" από το να είναι μια από τις πιο εντυπωσιακες ταινίες στο είδος της. Ο Darabont με έξυπνο τρόπο μετατοπίζει το ενδιαφέρον της δράσης από τα εξωτερικά στοιχεια (τα τέρατα που λέγαμε) στα εσωτερικά, στη συμπεριφορά δηλαδή και τη διαμάχη ανάμεσα στους παγιδευμένους ανθρώπους και στις αντιδράσεις τους απέναντι σε μια απρόβλεπτη κατάσταση "έκτακτης ανάγκης". Οι έγκλειστοι αποτελούν μια μικρογραφία της κοινωνίας και ανάμεσά τους συνυπάρχουν κάθε είδους στοιχεία. Ο σκηνοθέτης δείχνεται απόλυτα πεσιμιστής, δηλώνοντας, πολύ απλά, ότι σε τέτοιες ακραίες καταστάσεις ο άνθρωπος γίνεται κτήνος, έρμαιο των ενστίκτων του, ενώ η λογική εκλείπει σιγά - σιγά. Ταυτόχρονα κάνει και μια έντονη κριτική της σύγχρονης αμερικάνικης (και όχι μόνο, φοβάμαι) καινωνίας, καυτηριάζοντας τον θρησκευτικό φανατισμό και τις ολέθριες επιπτώσεις του, τη μισσαλοδοξία, τον μιλιταρισμό, αλλά και την απλή βλακεία του λεγόμενου "μέσου πολίτη", που παραδίδεται δίχως αντίσταση σε όλα τα παραπάνω.
Εκεί όμως που φαίνεται περισσότερο απαισιόδοξος από ποτέ είναι στο συγκλονιστικό και απρόβλεπτο τέλος, που κυριολεκτικά σε αφήνει άναυδο, παγωμένο, ακόμα και ενοχλημένο, με μια αίσθηση του στυλ "Ε, όχι! Αυτό πάει πάρα πολύ". Βλέπετε, έχει καταφέρει να επινοήσει ένα τέλος που, αφού κορυφώνει το συνεχές σασπένς, πάει πολύ πιο πέρα από το απλό "τελικά οι ήρωες πεθαίνουν" και γινεται κάτι πολύ χειρότερο, που δεν θα σας πω φυσικά. Ένοιωσα έκπληξη για το πώς μια χολιγουντιανή ταινία επέτρεψε στον εαυτό της ένα τέτοιο φινάλε, ίσως το σκοτεινότερο που έχω δει ποτέ σε τέτοιο φιλμ.
Για τους φίλους του είδους νομίζω ότι η ταινία είναι must. Οι υπόλοιποι και οι ανύποπτοι, ίσως αργήσουν να συνέλθουν.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 17, 2007

ΥΠΝΩΤΙΚΗ "ΚΑΡΔΙΑ ΑΠΟ ΓΥΑΛΙ"


Ο γερμανός Werner Herzog παραμένει για μένα ένας από τους πιο ενδιαφέροντες σκηνοθέτες, ήδη από το έργο του της δεκαετίας του 70, όταν έκανε και τις γνωστότερες ταινίες του. Το σινεμά του είναι μυστηριώδες, παραισθητικό, σα να αναζητά διαρκώς ένα είδος έκστασης, κυρίως σε απομονωμένες γωνιές της γης ή σε απίστευτα, ζεν θα μπορούσα να τα χαρακτηρίσω, τοπία. Ίσως να είναι ένας δημιουργός που περισσότερο από πολλούς άλλους του ταιριάζει ο χαρακτηρισμός του "φευγάτου" (αν αυτό είναι καλό ή κακό τώρα, ας το κρίνει ο καθένας. Ενδιαφέρον πάντως είναι σίγουρα).
Το 1976 ο Herzog γυρίζει μια από τις πιο παράξενες ταινίες του - από τις πιο παράξενες στην ιστορία του σινεμά, θα έλεγα - την "Καρδιά από γυαλί" (Herz aus Glas). Μια ιστορία δίχως πολύ σαφή ροή και στρωτή αφήγηση, ίσως περισσότερο μια καταγραφή εμμονών ή πραγμάτων που βίωσε ή αγάπησε ο δημιουργός της παρά οτιδήποτε άλλο. Στα τέλη του 17ου αιώνα ένα απομονωμένο βαυαρικό χωριό (από εκεί κατάγεται ο Herzog) ζει κυρίως από ένα εργοστάσιο που παράγει το θρυλικό και πολύτιμο κόκκινο γυαλί. Όταν ο αρχιτεχνίτης του πεθαίνει παίρνοντας το μυστικό του κόκκινου γυαλιού στον τάφο, ο "αφέντης" (= ευγενής, φεουδάρχης ή κάτι τέτοιο) του χωριού καταλαμβάνεται από μια έμμονη ιδέα - με μεταφυσικές προεκτάσεις - να βρει πάσει θυσία το χαμένο μυστικό. Συγχρόνως, ένα είδος προφήτη που ζει στα δασωμένα βουνά έξω από το χωριό, προλέγει τα μελλούμενα - που κυρίως είναι καταστροφικά.
Γιατί είναι μια από τις πιο παράξενες ταινίες όλων των εποχών; Επειδή οι ηθοποιοί είναι όλοι ερασιτέχνες, που βρέθηκαν από αγγελίες στις εφημερίδες. Έπρεπε να είναι έτσι, γιατί όλοι δέχτηκαν εθελοντικά να παίζουν στην ταινία υπνωτισμένοι. Υπνωτίζονταν κανονικά, ο σκηνοθέτης έδινε τις εντολές του για το τι έπρεπε να κάνουν και από εκεί και πέρα οι κινήσεις ή τα λόγια τους δεν ελέγχονταν απόλυτα. Όταν ο Herzog ρωτήθηκε γιατί το έκανε αυτό, απάντησε ότι "η ταινία έχει τόσο εκστατικό περιεχόμενο, ώστε αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος να αποδώσω αυτή την έκσταση" (με δικά μου λόγια). Το αποτέλεσμα είναι όντως παράδοξο - ανατριχιαστικό μερικές φορές. Όλοι σχεδόν οι ηθοποιοί (σχεδόν διότι σε ορισμένες σκηνές παίζουν "φυσιολογικά") παίζουν με έναν τρόπο που δεν μοιάζει με τίποτα που έχετε δει: Κάτι σαν σε slow motion, με ασυνήθιστες, αργές, αναιτιολόγητες μερικές φορές κινήσεις, συχνά με μισόκλειστα μάτια. Και όλο αυτό όντως συμβάλλει στο παράδοξο κλίμα του φιλμ, γεμάτο προφητείες, θρύλους και μυστηριώδεις, ανεξήγητες ενίοτε εικόνες.
Προειδοποιώ ότι η ταινία είναι αρκετά αργή, η αφήγηση παρουσιάζει μερικές φορές χάσματα, τα κίνητρα των πράξεων των ηρώων είναι συχνά ανεξήγητα. Οι εικόνες όμως είναι πανέμορφες. Κυρίως οι εικόνες από τοπία, που πολλές φορές κόβουν την ανάσα (άλλωστε ο Herzog λατρεύει τη φύση στις πιο απόκοσμες, αποκαλυπτικές εκφάνσεις της). Όλα αυτά όμως, σε συνδυασμό με το προαναφερθλεν παίξιμο, συμβάλλουν στην απόλυτα ονειρική ατμόσφαιρα του φιλμ και δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό "ενός από τα πιο παράξενα" που έγιναν ποτέ.
Θα ήταν κρίμα, τέλος, να μη γίνει ιδιαίτερη αναφορά στη μυσταγωγική μουσική των Popol Vuh, του συγκροτήματος που έντυσε μουσικά όλες σχεδόν τις γνωστές ταινίες του Herzog και συνέβαλλε κατά πολύ στην ιδιάιτερη ατμόσφαιρά τους. Αν δεν τους ξέρετε, ανακαλύψτε τους.
Είχα γράψει μια ακόμα φορά, για μια εντελώς διαφορετική ταινία, τη "Διπλή ζωή της Βερονίκ" του Κισλόφσκι, ότι ορισμένα πράγματα δεν χρειάζονται σαφείς εξηγήσεις. Απλώς αφήνεσαι στην ομορφιά τους (ή, τέλος πάντων, βρίσκεις τις δικές σου, προσωπικές ερμηνείες που δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι σύμφωνούν μ' αυτές του δημιουργού). Πολύ σπάνια γράφω κάτι τέτοιο για ένα φιλμ. Η "Καρδιά από γυαλί" όμως αποτελεί σίγουρα μια τέτοια περίπτωση.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 15, 2007

ΕΝΑ ΠΑΓΟΒΟΥΝΟ ΠΟΥ ΣΕ ΚΑΝΕΙ ΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣ


"L'Iceberg" ("Το Παγόβουνο") είναι μια βελγική ταινία του 2005 σε συνσκηνοθεσία των Dominique Abel, Fiona Gordon και Bruno Romy. Οι δύο πρώτοι είναι και οι πρωταγωνιστές και έχουν κάνει μαζί τρεις μικρού μήκους, ενώ αυτή είναι η πρώτη τους μεγάλη.
Μια παντρεμένη γυναίκα παγιδεύεται μια νύχτα στο ψυγείο του φαστφουντάδικου όπου δουλεύει και όταν τη σώζουν το άλλο πρωί έχει αμ φισβητήσει (με το δίκιο της, όπως θα δείτε) τις οικογενειακές αξίες, ενώ έχει καταληφθεί από μια παράξενη έλξη για τον πάγο και τα παγόβουνα. Θα φύγει λοιπόν με έναν απίστευτο ναυτικό και το μικρό του σκάφος, αλλά ο σύζυγος... Αρκετά όμως με το στόρι.
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να τονίσουμε γι' αυτό εδώ το "Παγόβουνο" είναι ότι πρόκειται για μια εντελώς feel good ταινία. Απόλυτα στυλιζαρισμένη, τόσο σκηνοθετικά όσο και σεναριακά, έχει σαν βασικό στόχο να διασκεδάσει τους θεατές της, πράγμα που κατά τη γνώμη μου πετυχαίνει, χάρη σ' ένα ιδιόρυθμο, ευαίσθητο και πανταχού παρόν χιούμορ, που παραπέμπει σ' αυτό του Jacques Tati. Ίσως ο Tati και σκηνοθετικά να είναι η βασική επιρροή, αλλά και ο Kaurismaki, δίχως όμως την χαρακτηριστική μελαγχολία του, καθώς και ολόκληρο το βουβό σινεμά βρίσκονται εδώ. Πράγματι, οι απόλυτα στυλιζαρισμένες κινήσεις των ηθοποιών, το ηθελημένα υπερβολικό του σεναρίου και οι ελάχιστοι διάλογοι θυμίζουν συνειδητά βουβή κωμωδία. Εδώ όμως έχουμε και μερικές πολύ όμορφες εικόνες - μινιμαλιστικές ενίοτε - και ορισμένα χρωματικά παιχνίδια, που ανεβάζουν τον αισθητικό πήχυ του φιλμ. Καθώς επίσης κι ένα παράξενο παιχνίδι με τους ήχους: Οι ομιλίες και οι ήχοι ακούγονται ετεροχρονισμένα, μερικά δευτερόλεπτα αφού έχει συμβεί ό,τι τους προκαλεί. Απόλυτα μέσα στο κλίμα και οι ηθοποιοί, με απολαυστικότερο κατά τη γνώμη μου τον μονίμως εκτός τόπου και χρόνο ναυτικό, τον δεύτερο έρωτα της ηρωίδας.
Για μένα ήταν μια ευχάριστη έκπληξη (αγνοούσα μέχρι πρότινος την ύπαρξη της ταινίας). Αν το πετύχετε κάπου και δεν υπάρχουν υπότιτλοι, μην πτοηθείτε. Ακόμα κι αν δεν ξέρετε λέξη γαλλικά, είναι τόσο ελάχιστοι οι διάλογοι που δεν θα δυσκολευτείτε να το παρακολουθήσετε με άνεση.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 14, 2007

2010: 9 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΞΕΘΩΡΙΑΖΟΥΝ


16 χρόνια μετά τη θρυλική "2001: Οδύσσσεια του Διαστήματος" του Κιούμπρικ, στα 1984, ο Peter Hyams γυρίζει το δεύτερο μέρος, με τον απλό τίτλο "2010" (και με την προσθήκη ενίοτε "The Year We Make Contact"). Και με μια απλή σκέψη πίσω από το όλο εγχείρημα: Αφού οι περισσότεροι δεν κατάλαβαν τι έγινε στην πρώτη ταινία, ας εξηγήσουμε τα πράγματα όσο καλύτερα μπορούμε. Είχε προηγηθεί το 1982 το ομώνυμο βιβλίου του Arthur Clarke.
Επειδή όμως τα αριστουργήματα σπάνια επαναλαμβάνονται, αυτή εδώ η δεύτερη Οδύσσεια φαντάζει λίγο σαν ξαναζεσταμένο φαγητό. Αν και, πρέπει να ομολογήσω, οι προθέσεις ήταν σχετικά καλές: Οι δύο τότε αντίπαλοι στην ηγεμονία του κόσμου στέλνουν εκεί πάνω, 9 χρόνια μετά, μια από κοινού αποστολή για να ερευνησει το τι απέγινε το προηγούμενο σκάφος, το πλήρωμα και ο HAL, ο υπερυπολογιστής του. Η αμερικάνικη κυβέρνηση είναι αντίθετη - γίνεται και έμμεση πλην σαφής κριτική στον τότε πρόεδρο Ρίγκαν - αλλά οι επιστήμονες είναι υπεράνω μικροπολιτικών και πείθουν τις κυβερνήσεις τους να ενώσουν τις προσπάθειές τους. Έτσι το μεικτό αμερικανοσοβιετικό πλήρωμα φτάνει στον Δία, όπου απερίγραπτα κοσμικά μυστήρια περιμένουν την αποκάλυψή τους.
Παρά το ότι η ταινία παρακολουθείται σχετικά ευχάριστα - σχετικά όμως - διάφορες καταφανείς "αμερικανιές" παραμονεύουν ύπουλα: Πολλοί ρώσοι του πληρώματος μιλάνε αγγλικά αλλά ουδείς αμερικάνος ρώσικα, μια όμορφη ρωσίδα βρίσκει σε μια κρίσιμη στιγμή καταφύγιο στην αγκαλιά του, αμερικανού φυσικά, Ρόι Σνάιντερ και όχι σ' αυτήν κάποιου από τους πολλούς συμπατριώτες της και γενικά οι σοβιετικοί είναι πιο ψυχροί και τετράγωνα λογικοί, ανίκανοι να δουν έξω από τα συνηθισμένα, ενώ οι αμερικάνοι πιο μεταφυσικοί, "ευαίσθητοι" και ευέλικτοι. Ενώ ο Bowman, ο αξέχαστος ήρωας - αστροναύτης της πρώτης ταινίας περιφέρεται ως φάντασμα μοιράζοντας χρησμούς και προειδοποιήσεις.
Γενικά μερικά από τα ερωτήματα που αιωρούνται στην πρώτη ταινία απαντώνται εδώ (σε ένα απ' αυτά μάλιστα για την αποτυχία της πρώτης αποστολής αποκαλύπτεται ότι φταίει η αμερικάνικη κυβέρνηση που, όπως είπαμε, από την αρχή παρουσιάζεται αρνητική και στενόμυαλη), ενώ ενδιαφέρον έχει το ότι κάτω στη γη είναι έτοιμος να ξεσπάσει ο Γ' Παγκόσμιος, πράγμα που δείχνεται (δικαίως) ως απόλυτα ηλίθιο, μηδαμηνό και γελοίο μπροστά στις ασύλληπτες αποκαλύψεις που περιμένουν εκεί πάνω - και που τείνουν να οδηγήσουν το σύμπαν προς τον "σωστό δρόμο" ξεπερνώντας κάθε λογής μικρόμυαλη σκέψη. Δεν παύουμε όμως να βρισκόμαστε μπροστά σε ένα "νο 2" και, φυσικά, ο Hyams κάθε άλλο παρά Κιούμπρικ είναι. Οπότε... καλύτρα να αποφύγουμε τις (αναπόφευκτες) συγκρίσεις...