Τετάρτη, Δεκεμβρίου 12, 2007

ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ ΜΕ 1000 ΜΙΛΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ


Πρόσφατα είχα αναφερθεί σε μερικές ταινίες της δεκαετίας του 60 που αποτύπωναν το πνεύμα της εποχής, με αφορμή το σχετικό αφιέρωμα στα πλαίσια του φεστιβάλ της Ελευθεροτυπίας. Να που, συμπτωματικά, άλλη μία ταινία, του 2007 αυτή τη φορά, αναφέρεται στη μυθική δεκαετία και στο πνεύμα της. Το "1000 μίλια έρωτα" (2007) του Achim Bornhak είναι ένα γερμανικό φιλμ που μεταφέρει στο σινεμά τα απομνημονεύματα της Ούσι Ομπερμάγιερ, πανέμορφου φωτομοντέλου, ακτιβίστριας του τέλους των 60ς, ερωμένης του Μικ Τζάγκερ και, κυρίως, του Κιθ Ρίτσαρντς και ελεύθερου πνεύματος εν γένει.
Η πρώτη επανάσταση της νεαρής Ούσι - τέλη 60ς - γίνεται ενάντια στους μικροαστούς γονείς και το ασφυκτικό, καταπιεστικό περιβάλλον της πόλης της. Αρχικά λοιπόν, μετά τη φυγή από το σπίτι, τη βρίσκουμε να συμμετέχει στο Κοινόβιο 1 του Βερολίνου, που τότε είχε απασχολήσει πολύ τα media με τις επαναστατικές πρακτικές και την πίστη στον ελεύθερο έρωτα που πρέσβευε. Στη συνέχεια, διάσημο μοντέλο ήδη, γίνεται γκρούπι των Rolling Stones, τολμά να αρνηθεί δεκαετές συμβόλαιο του μεγάλου τότε παραγωγού Κάρλο Πόντι, που υποσχόταν να την κάνει μια νέα Σοφία Λόρεν ή Μπριζίτ Μπαρντό και, αφού τίποτα απ' αυτά δεν την ικανοποιεί πραγματικά, καταλήγει να ζήσει για 10 και πλέον χρόνια μια νομαδική ζωή, γυρίζοντας τον κόσμο με τον μεγάλο της έρωτα και με ένα πούλμαν - τροχόσπιτο, που θυμίζει φάσεις από το θρυλικό Magic Bus, μέχρι το 1985 στο Μεξικό, όπου όλα θα τελειώσουν απότομα (ακούσια συμβολικό για τη νέα εποχή "επιστροφής στις παλιές αξίες" και στον καπιταλισμό που έρχεται;)
Η ταινία δεν είναι ιδιαίτερα σπουδαία και αν δεν σας ενδιαφέρουν όλα αυτά πιθανόν να βαρεθείτε. Η πρωταγωνίστρια όμως Νατάλια Άβελον, εκτός από όμορφη και ως επί το πλείστον γυμνή, είναι και καλή ηθοποιός, σκιαγραφώντας μια Ούσι που αρνείται να λειτουργήσει εγκεφαλικά και προτιμά να αφήνεται στα ένστικτά της κυνηγώντας ακούραστα τη χαρά της ζωής. Χαρακτηριστικές αυτής της παντελούς έλλειψης διανοουμενισμού και θριάμβου του "ζωώδους" ενστίκτου είναι οι αρχικές σκηνές στο κοινόβιο και η διαφωνία της με τα υπόλοιπα πολιτικοποιημένα μέλη του.
Είπαμε, δεν το βρήκα σπουδαίο. Απλώς με κάποια επί μέρους ενδιαφέροντα στοιχεία.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 10, 2007

RINGU 0 : ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΑΡΧΙΣΑΝ ΟΛΑ


Κι έτσι, το 2000, ήταν επόμενο να γυριστεί κι ένα τρίτο γιαπωνέζικο Ring, αφού η επιτυχία συνεχιζόταν. Μόνο που το "Ringu 0 : Basudei" είχε δύο ιδιομορφίες: 1. Δεν ήταν ένα ακόμα sequel, αλλά ένα prequel, γυρίζει δηλαδή πίσω στο χρόνο και μας διηγείται πώς ξεκίνησαν όλα και 2. Δεν ήταν γυρισμένο από τον Nakata, όπως τα δύο πρώτα, αλλά από τον Norio Tsuruta.
Αν και τρίτο και καταϊδρωμένο (κανονικά δεν θα το έβλεπα, αλλά το έκανα αφού έτυχε να έχω το πακέτο για λίγες μέρες στο σπίτι), ομολογώ ότι το βρήκα συμπαθητικό. Δεν είναι το ότι μας εξηγεί τα πάντα - πώς, τι και γιατί έγινε κλπ. κλπ. Είναι ότι είναι πιο στρωτό από τα άλλα, πιο σαφές. Τώρα, θα μου πείτε, αυτό δεν είναι πάντοτε αρετή. Συμφωνώ, αλλά η συγκεκριμένη περίπτωση μάλλον μου άρεσε.
Στο Ringu 0 λοιπόν, πάμε μερικές δεκαετίες πίσω και παρακολουθούμε την τραγική κατά βάθος ιστορία της φοβερής Sadako, μιας όμορφης κοπέλας που γεννιέται με υπερφυσικές δυνάμεις, τις οποίες συνήθως δεν μπορεί να ελέγξει και δεν κατανοεί - έχει πάρει, βλέπετε, από τη μαμά της... Ζει λοιπόν απομονωμένη, κλειστή, φοβισμένη. Μοναδική της διέξοδος η θεατρική ομάδα στην οποία γράφεται, όπου και ξεχωρίζει, και ένας έρωτας που πάει να γεννηθεί. Οι ιδιαιτερότητές της όμως, καθώς και ο κόσμος γύρω της που δεν αντέχει το διαφορετικό, οδηγούν σε τραγικές όσο και εφιαλτικές καταστάσεις.
Η αρετή, κατά τη γνώμη μου, της ταινίας, είναι η παρουσίαση της Sadako όχι ως φρικιαστικού τέρατος, αλλά σαν μιας ευαίσθητης και φοβισμένης κοπέλας - και η τρυφερότητα και τραγικότητα με την οποία ο σκηνοθέτης αντιμετωπίζει την περίπτωσή της. Ταυτόχρονα βέβαια, οι τρομακτικές σκηνές εξακολουθούν να υπάρχουν και η ατμόσφαιρα παραμένει λίγο - πολύ ίδια με τα άλλα φιλμ της σειράς.
Το βρήκα λοιπόν συμπαθητικό, αν και βέβαια όχι κανένα αριστούργημα. Δεν θα μπορούσε να είναι άλλωστε, αφού, όπως και να το κάνουμε, παραμένει ένα νο 3. Κι αυτό σημαίνει ότι η έκπληξη της πρώτης ματιάς και η όποια πρωτοτυπία έχουν πλέον χαθεί.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 09, 2007

Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΕΝΟΣ ΚΑΛΟΥ ΥΠΗΡΕΤΗ


Το τσέχικο σινεμά γνώρισε δόξες στη δεκαετία του 60 με την "Άνοιξη της Πράγας" και "χάθηκε" (τουλάχιστον από τις δικές μας οθόνες) στη συνέχεια, με σποραδικές πάντοτε εξαιρέσεις (θυμηθείτε πάντως ότι ο Milos Forman και ο μεγάλος Svankmayer είναι Τσέχοι). Ο Jirí Menzel είναι από τους πρωτεργάτες του νέου τότε τσέχικου σινεμά. Στα 70 του σχεδόν σήμερα κάνει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες φετινές ταινίες.
Το "Υπηρέτησα το βασιλιά της Αγγλίας" (2007) είναι ένα είδος πολιτικής αλληγορίας ή, αν θέλετε, αλληγορίας της ιστορίας της πατρίδας του. Αυτό που το κένει να ξεχωρίζει είναι το ύφος: Ο Menzel επιλέγει το στιλ και τα "κόλπα" της βουβής κωμωδίας, τον ρυθμό, τις κινήσεις, το γενικό κλίμα της. Η ταινία βέβαια δεν είναι βουβή, αλλά όλα παραπέμπουν εκεί. Ο ήρωας, ένα πολύ κοντό γκαρσόνι, ξεκινάει από το χωριό του δουλεύοντας σε ένα μικρό εστιατόριο αρχικά και, χάρη στην πονηριά, την τύχη και το σταθερό του όνειρο να γίνει εκατομμυριούχος, ανεβαίνει συνεχώς, δουλεύει σε όλο και μεγαλύτερα ξενοδοχεία στην Πράγα και τελικά γίνεται ιδιοκτήτης ενός από τα πολυτελέστερα. Συγρόνως παρακολουθούμε τους έρωτές του με δάφορες όμορφες κοπέλες, που, θα έλεγε κανείς, κάθε μία αντιστοιχεί και σε μία φάση της ανόδου του. Και, τελικά, στο ζενίθ της καριέρας του, καταλήγει για 15 χρόνια στη φυλακή από το καινούριο τότε κομμουνιστικό καθεστώς (μην ανησυχείτε, δεν προδίδω το τέλος, η ταινία ξεκινά με την αποφυλάκισή του σε σχετικά προχωρημένη ηλικία).
Στο φιλμ καταφέρνει να συνυπάρξει το κωμικό στοιχείο και η συγκίνηση, έτσι ώστε να θυμίζει κάπως το κλίμα των ταινιών του Τσάπλιν. Αυτό που ουσιαστικά καυτηριάζεται είναι η άνευ όρων και ορίων δίψα για άνοδο, η εσωτερική κενότητα του ήρωα, την οποία στην ουσία αντιλαμβανόμαστε στο δεύτερο μόλις μέρος της ταινίας, με τη στάση του απέναντι στους ναζί κατακτητές, που ενώ όλοι στην Πράγα μισούν, εκείνος τους χρησιμοποιεί για να ανέλθει κοινωνικά. Ο αληθινός του εαυτός, η απελευθέρωση επιτέλους από όλα τα μάταια και κούφια όνειρα, περιμένει στο τέλος, στη μοναξιά και την οριμότητα της ηλικίας, που για πρώτη φορά θα τον κάνουν να σκεφτεί τι έχει κάνει στη ζωή του.
Από τις ευχάριστες εκπλήξεις της χρονιάς για μένα (αφού αγνοούσα την ύπαρξή της μέχρι πρόσφατα), συνδυάζει την απόλυτη διασκέδαση, τον ερωτισμό και τη συγκίνηση.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 07, 2007

ΟΙ ΕΦΗΒΟΙ ΠΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝΟΥΝ ΤΟ PARANOID PARK


Εκτιμώ τη συνολική στάση του Gus Van Sant, που ξεκίνησε σαν ανεξάρτητος σκηνοθέτης, βούτηξε για κάποιον καιρό στο mainstream και, τα τελευταία χρόνια, επέστρεψε στο ανεξάρτητο σινεμά και μάλιστα με δύσκολες και σαφώς αντιεμπορικές ταινίες. Ωστόσο, η ενδιαφέρουσα αυτή γενική στάση δεν είναι αρκετή για να με κάνει και οπαδό (όλων τουλάχιστον) των ταινιών του. Γενικά, παρά τις αναμφισβήτητες αρετές των τελευταίων αυτών ταινιών, υπάρχει κάτι που συνολικά με κάνει μάλλον να βαριέμαι.
Στο Paranoid Park (2007), όπως σε όλα τα πρόσφατα φιλμ του, ασχολείται με το αγαπημένο του θέμα: Τους έφηβους, που αγαπά και καταγράφει πιστά τη ζωή και τα αδιέξοδά τους, συγχρόνως όμως δείχνει και την αδιαφορία τους απέναντι στα πράγματα, την κενότητά τους ενίοτε. Φυσικά μιλάμε για μια μερίδα της αμερικάνικης νεολαίας και όχι για όλους (είναι προφανές αυτό), αλλά το κομμάτι αυτό είναι, φοβάμαι, αρκετά μεγάλο. Εδώ λοιπόν μας μιλά γι το κακόφημο Paranoid Park, όπου συγκεντρώνονται οι κάθε λογής περιθωριακοί νέοι της πόλης με τα σκέιτμππόρντ τους και με μοναδικό σκοπό να απολαύσουν το skating και μοναδικό ίσως στόχο να γίνουν ένα είδος μικρής κλίμακας σταρ στον συγκεκριμένο κλειστό μικρόκοσμο. Τα πράγματα θα σοβαρέψουν απότομα όταν ο νεαρός ήρωας και ο κολλητός του θα προκαλέσουν τον θάνατο ενός φύλακα.
Η ταινία κυλά αργά, οι σκηνές του skating δίνονται σε slow motion, το οποίο δημιουργεί έναν υποκειμενικό, ονειρικό κόσμο και η ποίηση προβάλλει συχνά στις σκηνές καθημερινότητας. Συγχρόνως οι αναφορές στην πολιτική κατάσταση (Ιράκ) και την άγνοιά της από πολλούς μας κάνουν να επιστρέψουμε στην σκληρή πραγματικότητα, ενώ το τραγικό συμβάν και η σχεδόν αδιάφορη αντιμετώπισή του από τους υπαίτιους μας παγώνει το αίμα. Έτσι ο Van Sant δεν χαρίζεται: Αγαπά τους εφήβους του - και δη τους περιθωριακούς -, αλλά δεν διστάζει να καταγράψει και τη σκοτεινή πλευρά (παρά την συνολική τρυφερότητα που δείχνει γι΄ αυτούς).
Όλα αυτά είναι καλά, αλλά προσωπικά βαρέθηκα αρκετά (όπως μου συνέβει σε μεγαλύτερο βαθμό και με τις "Τελευταίες Μέρες"). Λίγο οι αργοί ρυθμοί, λίγο η καθημερινότητα, λίγο η μινιμαλιστική αφήγηση και το γενικό μινιμαλιστικό στυλ... Θεωρείστε ωστόσο την στάση μου αυτή υποκειμενική. Απλώς δεν μου πάει πολύ το στυλ του Van Sant, παρά το ότι, επαναλαμβάνω, εκτιμώ την ιδιομορφία του. Πιθανόν οι φίλοι του ανεξάρτητου και μη εμπορικού σινεμά να μην συμμεριστούν τη γνώμη μου και να απολαύσουν το φιλμ. Ούτως ή άλλως, ο σκηνοθέτης του γενικά το αξίζει.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 05, 2007

ΟΤΑΝ ΤΟ "ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΚΑΣΑΝΔΡΑΣ" ΒΟΥΛΙΑΖΕΙ


Δεν ξέρω αν το έχετε πάρει είδηση, αλλά "Το όνειρο της Κασάνδρας" (2007) είναι αισίως η 38η μεγάλου μήκους ταινία του ανεξάντλητου Woody Allen. Η παραγωγικότητα του αυτού του δημιουργού είναι πραγματικά απίστευτη. Και σχεδόν ποτέ δεν έχει κάτι κακό. Μπορεί να κάνει από "απλώς χαριτωμένο" (βλ. Scoop) έως αριστούργημα (Match Point) για να ασχοληθούμε μόνο με τις πρόσφατες δουλειές του. Ξέρω, πολλοί τον βαριέστε πλέον αφόρητα και - παραδόξως - κατανοώ την αίσθηση αυτή, παρά το ότι δεν τη συμμερίζομαι: Οι ταινίες του όντως μοιάζουν κάπως - ή τουλάχιστον χωρίζονται σε ομάδες που τα "μέλη" της κάθε μιας μοιάζουν μεταξύ τους. Αφού όμως αυτό το πιθανόν επαναλαμβανόμενο στυλ προσωπικά με γοητεύει, προς τι η γκρίνια;
Το προαναφερθέν "Όνειρο" ας πούμε, μοιάζει σαν προβληματική με το Match Point, αν και το βρήκα λιγότερο καλό από αυτό. Προειδποιώ από την αρχή ότι δεν έχει σχέση με τις κωμωδίες / κομεντί του Allen. Πρόκειται για καθαρό δράμα. Όπου δύο αδέρφια, διαφορετικών χαρακτήρων μεν, πολύ αγαπημένα δε, δέχονται μια "βρώμικη" πρόταση προκειμένου να πιάσουν την καλή. Αλλά, ακτός του να εκτελέσεις σωστά την φοβερή αυτή αποστολή, πρέπει να υπολογίσεις και το τι γίνεται μετά. Και το μετά είναι ανεξέλεγκτο. Είναι αυτό που συχνά επαναλαμβάνεται στο φιλμ (με δικά μου λόγια): "Όταν περάσεις κάποιο όριο, τίποτα δεν μπορεί να είναι όπως πριν" ή, αν το θέλετε αλλιώς, "Για όλα υπάρχει κάποιο όριο, πέρα από το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή". Ίσως να πρόκειται και για μια παραβολή πάνω στο αμερικάνικο όνειρο (ο θείος που τους κάνει την πρόταση έρχεται από εκεί), όπου όλοι πασχίζουν να πιάσουν την καλή και (θεωρητικά) έχουν πολύ συχνά την ευκαιρία να το πετύχουν. Αυτό που συνήθως αποκρύπτεται όμως είναι το τίμημα.
Ναι, εδώ ο Γούντι ηθικολογεί, αναφέρεται συχνά στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, μας μιλά για καλό και κακό, ανακατώνει τις - ξεχασμένες από το σύγχρονο σινεμά - τύψεις. Τον βρήκα όμως για μια ακόμα φορά καίριο. Σύμφωνοι, "καλό" και "κακό" είναι αμφισβητήσιμες έννοιες, και δεν είναι όλοι σύμφωνοι για το τι είναι τι. Μερικές φορές όμως, τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα από την θεωρία και όλοι γνωρίζουμε ποιο είναι το ένα και ποιο το άλλο. Από εκεί και πέρα το θέμα είναι τι επιλέγει κανείς.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 02, 2007

Ο "ΨΕΥΤΟΤΑΞΙΤΖΗΣ" ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ


"El Taxista ful" (Ο ψευτο-ταξιτζής, 2005) είναι ένα ισπανικό ντοκιμαντέρ του Jo Sol. Πιθανόν δεν έχει ιδιαίτερο κινηματογραφικό ενδιαφέρον (εννοώ σαν σκηνοθεσία, παραγωγή κλπ.), είναι όμως πολύ ενδιαφέρουσα η ιστορία που πραγματεύεται:
Ένας 50άρης άνεργος με γυναίκα και 16χρονο γιο, συντηρητικός στις αποψεις του, απελπισμένος από τη φτώχια, αναγκάζεται να καταφύγει σε έναν ιδιαίτερο (δικής του επινόησης, όπως περηφανεύεται) τρόπο για να ζήσει: Τις νύχτες κλέβει ταξί, τα δουλεύει όλονυχτίς και μετά τα παρατά σε εμφανή σημεία της πόλης, αφήνοντας μάλιστα και λίγα λεφτά απ' όσα έβγαλε στον ιδιοκτήτη "για τη βενζίνη και για αποζημίωση". Συνεχίζει αυτή τη "δουλειά" κι όταν χωρίζει και μετακομίζει στη Βαρκελώνη, ενώ η οικογένειά του δεν θέλει ούτε να τον δει, θεωρώντας τον άχρηστο.
Όλα αυτά συμβαίνουν στην αρχή. Η ταινία ασχολείται κυρίως με το τι γίνεται από τη στιγμή που συλλαμβάνεται και, ελεύθερος προς το παρόν, περιμένει να δικαστεί. Κάπου εκεί ανακαλύπτουν την παράξενη αυτή ιστορία αριστερές και αυτόνομες οργανώσεις, τον γνωρίζουν σε αριστερούς δικηγόρους που δέχονται να τον υπερασπιστούν χωρίς αμοιβή και έτσι, άθελά του, γίνεται κάτι σαν σύμβολο αντίστασης ενάντια στη φτώχια, την ανεργία και τον άγριο καπιταλισμό που δεν δίνει δεκάρα για τις ζωές των "υπηκόων" του. Δίχως πόρους πλέον, αναγκάζεται, παρά τη θέλησή του, να μετακομίσει σε κατάληψη αναρχικής ομάδας, η οποία είναι εναντίον της εργασίας και ζει με τα περισσεύματα που πετά η κοινωνία, όπου του παρέχουν δωμάτιο και τροφή.
Ενδιαφέρον είναι ότι ο συντηρητικός, όπως είπαμε, ήρωας δεν γουστάρει τίποτα απ' όλα αυτά: Είναι εναντίον των καταλήψεων άδειων σπιτιών, δεν του αρέσει να ζει από τα σκουπίδια της κοινωνίας και το μόνο που θέλει, όπως επανειλημμένα δηλώνει, είναι να μην πάει φυλακή και να τα φτιάξει και πάλι με την οικογένειά του. Ήσυχος και μειλίχιος, εκφράζει συχνά την ευγνωμοσύνη του στους αριστερούς δικηγόρους που τον υπερασπίζονται και τις αυτόνομες ομάδες που του παρέχουν τροφή και στέγη (τους βοηθά μάλιστα πρόθυμα στις δουλειές του κοινόβιου), αλλά δεν συμφωνεί ιδεολογικά μαζί τους. Είναι απολαυστικό να τον βλέπεις να παρακολουθεί σε συγκεντρώσεις αγορεύσεις διανοούμενων που μιλάνε ενάντια στη μισθωτή εργασία κι εκείνος να δηλώνει αφοπλιστικά "δεν καταλαβαίνω τι λέει". Παράλληλα παρακολουθούμε τον 16χρονο γιο, που, παρά το ότι έχει να τον δει καιρό, υπερασπίζεται το "παράπτωμα" του πατέρα του.
Η ταινία ξεκίνησε χλιαρά, το ενδιαφέρον όμως ανέβηκε σύντομα. Τελικά κατάφερε να με κρατήσει μέχρι τέλους αυτή πορεία σταδιακής πολιτικοποίησης ενός ανθρώπου. Καθως έρχεται για πρώτη του φορά σε επαφή με ομάδες και ιδέες των οποίων την ύπαρξη μέχρι τα 50 του αγνοούσε, μοιάζει σιγά - σιγά και παρά τις αντιρήσεις του να έρχεται όλο και πιο κοντά τους (παραμένοντας ωστόσο κατά βάθος συντηρητικός) και στο τέλος δείχνει να κάνει τα πρώτα βήματα μιας συνειδητής πολιτικοποίησης.
Μια παράξενη αληθινή ιστορία που λέει αρκετά και διαφωτιστικά για τη δυτική κοινωνία, όπως έχει διαμορφωθεί στις μέρες μας.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 30, 2007

ΠΟΣΟ ΚΟΝΤΑ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ Ο BEOWULF ΚΑΙ ΤΟ ΚΤΗΝΟΣ;


Αρχικά θα πω ότι δεν εκτιμώ ιδιαίτερα τα ψηφιακά an;imation, και μάλιστα αυτά που πασχίζουν με κάθε τρόπο να γίνουν όσο πιο ρεαλιστικά γίνεται, σκανάροντας αληθινούς (γνωστούς συνήθως) ηθοποιούς και στη συνέχεια κινουμενοσχεδιοποιώντας τους. Εννοώ ότι δεν μ' αρέσουν από καθαρά αισθητική άποψη - και δεν καταλαβαίνω ακριβώς και τον λόγο ύπαρξής τους. Αν θέλουν να είναι τόσο ρεαλιστικά, ας γυρίσουν το φιλμ με κανονικούς ηθοποιούς.
Τέλος η γκρίνια. Παρά την αντίρησή μου αυτή, ο Beowulf (2007) του Robert Zemeckis έχει πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία (καθαρά ενήλικα) που τον κάνουν να διαφέρει αρκετά (σεναριακά πάντοτε) από τα συνήθη animation οποιασδήποτε τεχνικής. Μεταφέρει στην οθόνη το ομώνυμο αγγλικό έπος, που θεωρείται και το πρώτο αγγλόφωνο έπος στην ιστορία και εμφανίστηκε από ανώνυμο ποιητή γύρω στον 10ο αιώνα. Δεν ξέρω πόσο πιστό μένει στο πρωτότυπο κείμενο του έπους κι ούτε με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Με ενδιαφέρουν όμως οι σύγχρονες αρετές αυτής της μεταφοράς:
Πρώτα - πρώτα η ουσιαστική αμφισβήτηση του "ήρωα" (όχι του ήρωα της ταινίας, του "ήρωα" ως έννοια). Ο Beowulf είναι ο αναμφισβήτητος ήρωας, ατρόμητος, δυνατός, που βοηθά αυτούς που έχουν ανάγκη και παλεύει με ανθρώπους και τέρατα με αμοιβή κυρίως τη δόξα και όχι το χρήμα. Πλήν όμως είναι ταυτόχρονα κτηνώδης, βάναυσος ενίοτε, καθώς κομπάζει με τους συντρόφους του για τις σφαγές, τις λεηλασίες και τους βιασμούς που έχουν διαπράξει, και ματαιόδοξος, καθώς "φουσκώνει" τα κατορθώματά του κάθε φορά που τα αφηγείται. Γενικά στην ταινία απομυθοποείται πλήρως η έννοια της παρέας των ηρώων, που παρουσιάζονται περισότερο ως βάρβαροι παρά ως οτιδήποτε άλλο. Έπειτα, η ταινία μιλά για τον άσβεστο πόθο για εξουσία. Ίσως ο Beowulf να είναι υπεράνω χρημάτων, όχι όμως και υπεράνω της δίψας γι΄αυτήν. Γι΄αυτό άλλωστε την αποδέχεται αμέσως. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά την κρατά επί χρόνια βασισμένος σ' ένα ψέμα, το οποίο έχουν πιστέψει οι υπήκοοί του. Και επι πλέον, το πρώτο, όντως φριχτό τέρας, ο Γκρέντελ, παρουσιάζεται μάλλον συμπαθής, παρά την αποκρουστική του εμφάνιση. Υπάρχει άλλωστε κι ένα επτασφράγιστο μυστικό που μόνο το εκάστοτε τέρας και ο εκάστοτε βασιλιάς ξέρουν...
Έτσι ο ήρωας δεν είναι πλέον ο μονοδιάστατος "καλός", αλλά κατατρώγεται εσωτερικά από αγωνία και ενίοτε τύψεις, γνωρίζοντας ότι η δόξα του στηρίζεται σ΄ένα ψέμα. Ένας ήρωας με υπαρξιακά προβλήματα λοιπόν; Αν αυτό δεν είναι απομυθοποίηση, τότε τι είναι; Γενικά, όλοι οι χαρακτήρες δύσκολα κατατάσονται σε "καλούς" και "κακούς". Είναι και τα δύο, όπως ακριβώς συμβαίνει στην πραγματικότητα. Αφείστε που ένας από τους πιο αρνητικούς είναι ο πρώτος χριστιανός σε ένα παγανιστικό ακόμα βασίλειο.
Γενικά πρόκειται για ωμό σε πολλά σημεία φιλμ, πράγμα που το κάνει να απευθύνεται σε ενήλικο κοινό. Τα παιδιά ας το αποφύγουν, κι ας διαθέτει και μερικές θεαματικές σκηνές με την δενξερωποιά νέα τεχνική animation (ο Zemeckis, πετυχημένος εμπορικός σκηνοθέτης κατά τα άλλα, υπήρξε κι άλλες φορές τεχνικά πρωτοπόρος με ταινίες όπως ο Roger Rabbitt ή το Polar Express). Παρά τις αισθητικές ενστάσεις μου λοιπόν, βρήκα την ταινία απροσδόκητα ενδιαφέρουσα, πράγμα στο οποίο σίγουρα έχει παίξει ρόλο η σεναριακή πινελιά του Neil Gaiman.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 29, 2007

RINGU 2 Ή ΤΑ ΦΡΙΧΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΠΗΓΑΔΙΟΥ


Μετά τη μεγάλη επιτυχία στην Ιαπωνία του πρώτου Ring (Ringu) του 1998, πάλι ο Hideo Nakata γυρίζει το 1999 και το απαραίτητο νο 2, το "Ringu 2" φυσικά, το οποίο είναι απόλυτη συνέχεια του πρώτου. Η ιστορία της εφιαλτικής Sadako με τις τεράστιες ψυχικές δυνάμεις, που τις χρησιμοποιεί ακόμα και νεκρή, συνεχίζεται, τα θύματα πληθαίνουν, η περίφημη βιντεοκασέτα εξακολουθεί να κάνει καλά τη δουλειά της σκοτώνοντας ακριβώς σε μια εβδομάδα όποιον την έχει δει. Μόνο που εδώ ο μικρός Γιοϊτσι έχει πλέον κεντρικό ρόλο στα τεκταινόμενα.
Η ταινία διαθέτει κάποιες ανατριχιαστικές στιγμές, διατηρεί το σασπένς του πρώτου, αλλά έχει το προφανές βασικό μειονέκτημα: Δεν είναι παρά ένα νο 2 κι αυτό ποτέ (σχεδόν ποτέ τέλος πάντων) δεν είναι πολύ καλό. Η συγκίνηση της πρώτης θέασης, η βαθμιαία ανακάλυψη του τι συμβαίνει, έχει εξ ορισμού χαθεί. Στο τέλος δε, στη σκηνή με το πείραμα, τα πράγματα μπερδεύονται αρκετά και διάφορα σεναριακά ερωτήματα μένουν αναπάντητα (αλήθεια, γιατί δεν σκοτώνεται η ηρωίδα;), ενώ σε κάποια άλλα οι λύσεις είναι μάλλον απλοϊκές ("από μηχανής" βοήθεια του νεκρού πατέρα κλπ.). ΟΚ, βλέπεται με σχετικό ενδιαφέρον, δεν θα το κατέτασα όμως και στα καλύτερά μου.
Προσοχή: Μην το δείτε αν δεν έχετε δει το νο 1, αφού αυτή η δεύτερη ταινία προϋποθέτει ότι γνωρίζει ο θεατής τι έχει συμβεί πριν. Είναι εντελώς συνέχεια, ξεκινά ακριβώς από εκεί που τελείωνε το πρώτο, οι χαρακτήρες (και οι ηθοποιοί) είναι ίδιοι, οπότε όσοι επιχειρήσουν να δουν το νο 2 και μόνο θα έχουν τεράστια κενά.

Τρίτη, Νοεμβρίου 27, 2007

30 ΜΕΡΕΣ ΝΥΧΤΑ; Ο,ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΓΙΑ ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ


Νομίζω ότι το έχω κάπου ξαναπεί: Πιστεύω ότι το σινεμά τρόμου περνά μια μεγάλη κρίση ήδη από τη δεκετία του 90. Καμιά σχέση με τις παλιότερες, μέχρι και αυτή του 80. Σήμερα η πλειοψηφία του είδους ανήκει σε ταινίες του στυλ Saw και Hostel και "Σε βλέπω", που το μόνο που κάνουν είναι να επινοούν όλο και πιο σαδιστικά βασανιστήρια για να καταφέρει να γυριστεί και το νο 18 της σειράς. Δεν ξέρω πόσοι το έχουν καταλάβει, αλλά αυτό δεν είναι τρόμος...
Μ' αυτά τα δεδομένα, μια ταινία όπως το "30 μέρες Νύχτα" (2007) του David Slade είναι κάτι παραπDavidάνω από ευπρόσδεκτη. Εδώ οι βρικόλακες είναι πραγματικά τρομακτικοί, τόσο σαν εμφάνιση όσο και σαν "συμπεριφορά", η ατμόσφαιρα είναι γνήσια κλειστοφοβική και αδιέξοδη, το τέλος καθόλου καθησυχαστικό και ο τρόμος δεν χρειάζεται τα δεκανίκια των σούπερ ντούπερ εφφέ για να απλωθεί. Πιθανόν μάλιστα να είναι η καλύτερη του είδους των 1 - 2 τελευταίων χρόνων, μαζί με την "Κάθοδο" και μια - δυο άλλες που ίσως μου διαφεύγουν.
Ίσως πάλι να έχω εκθειάσει υπερβολικά το φιλμ. Στην πραγματικότητα και τα κλισέ του τα έχει, και το σενάριο δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο και μπορεί ξενερώσει λιγάκι τον θεατή με τις "οικογενειακκές αξίες" (λίγο όμως. Καμιά σχέση με άλλες τέτοιες δοξολογίες που κατά καιρούς έχουμε υποστεί). Δεν είναι λοιπόν μια "μεγάλη" ταινία. Είναι όμως τίμια, που πετυχαίνει απόλυτα τον στόχο της, καθώς δεν ανήκει ούτε στα παραπάνω σπλατεροειδή, αλλά ούτε και στα κενά ουσίας και πλήρη βιντεοκλιπάδικης επίδειξης της κατηγορίας των Van Helsing ή Underworld, που στην καλύτερη περίπτωση καταφέρνουν απλώς να είναι διασκεδαστικά και να μας εντυπωσιάσουν με κάποια ψηφιακά εφφέ. Εδώ πιστεύω ότι οι φανς θα εκτιμήσουν τη βαθειά σκοτεινιά και τη ζοφερότητά της. Η παγωνιά που επικρατεί στην Αλάσκα, όπου διαδραματίζεται, ταιριάζει με την εσωτερική παγωνιά που θέλει να μας μεταδωσει. Και, στο κάτω - κάτω, το είπαμε: Το είδος περνά εποχές ξηρασίας, οπότε...

Σάββατο, Νοεμβρίου 24, 2007

Η ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΞΕΦΕΥΓΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΑΦΑΝΔΡΟ


Ο Julian Schnabel είναι ένας πολύ γνωστός ζωγράφος, αφηρημένος κυρίως, ήδη από τη δεκαετία του 80. Τα τελευταία όμως χρόνια αφήνει για λίγο τον εικαστικό χώρο για να κάνει αραιές, αλλά πολύ ενδιαφέρουσες επισκέψεις σ' αυτόν της 7ης Τέχνης. Οι ταινίες του πραγματεύονται πάντα τις ζωές υπαρκτών ανθρώπων (του ζωγράφου Μπασκιά, του συγγραφέα Αρένας, του αρχισυντάκτη του Elle Jean-Dominique Bauby). Αυτή που μιλά για τη ζωή του τελευταίου, η τρίτη του, είναι "Το σκάφανδρο και η πεταλούδα" (2007).
Ο Bauby, bon viveur, πετυχημένος, δημοφιλής στους κύκλους του, παθαίνει ξαφνικά βαρύ εγκεφαλικό και μένει παράλυτος σ' όλο το σώμα. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να ανοιγοκλείνει τα μάτια. Το εφιαλτικό στην περίπτωσή του είναι ότι ο εγκέφαλός του δεν έχει πειραχτεί καθόλου. Έχει πλήρη διάυγεια σκέψης, αντιλαμβάνεται τα πάντα γύρω του, γνωρίζει καλά την κατάστασή του, αλλά...
Αρχικά θέλει να πεθάνει. Απόλυτα φυσιολογικό. Αλλά, βέβαια, κανείς δεν του κάνει τη "χάρη". Από εκεί και πέρα, το πάνω χέρι παίρνει η ζωή και η επιθυμία γι' αυτήν. Πρώτα καταφέρνει να επικοινωνήσει με τους άλλους με ένα επίπονο σύστημα ανοιγοκλεισίματος του ματιού. Και μετά, φτάνει στο σημείο να "γράψει" ένα ολόκληρο βιβλίο, που μάλιστα είναι πολύ καλό.
Η ταινία έχει πολλά θετικά: Πολλοί θα πείτε: "Ωχ, πάλι η δύναμη της θέλησης και άλλα τέτοια. Τα ξέρουμε". Κι όμως, χωρίς φυσικά να λείπει το στοιχείο αυτό, κατορθώνει να είναι πολύ περισσότερα. Από την άλλη, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, καταφέρνει να μην είναι ψυχοπλακωτική, μόνιμος φόβος πολλών θεατών μπροστά σε ένα τέτοιο θέμα. Ίσως η ενίοτε αυτοκριτική διάθεση του πρωταγωνιστή, ακόμα και κάποιο χιούμορ παρά την κατάστασή του, συμβάλλουν σ' αυτό. Κι έπειτα, ο Schnabel επινοεί ευφάνταστες κινηματογραφικές λύσεις για να δώσει το δράμα του ανθρώπου αυτού και να μεταδώσει τα συναισθήματά του. Ειδικά το πρώτο μέρος, με το υποκειμενικό βλέμμα του Bauby, είναι εξαιρετικό (και παίρνει και λίγο χρόνο να καταλάβει ο θεατής ότι βλέπουμε μέσα από το μάτι του ήρωα και δεν έχει πάθει κάτι η κόπια).
Στο δεύτερο μέρος το δύσκολο παρόν του Bauby εναλάσσεται με σκόρπιες αναμνήσεις απ' την προηγούμενη ζωή του (εξαιρετικός ο Max von Syndow στο ρόλο του πατέρα), που φωτίζουν το χαρακτήρα του, κάνουν ακόμα πιο τραγική την αντίθεση του τότε με το τώρα και επισημαίνουν την τεράστια αξία των μικρών, καθημερινών στιγμών ή απολαύσεων στις οποίες δεν δίνουμε καμιά σημασία, αποτελούν ρουτίνα, όταν όμως χαθούν...
Γενικό συμπέρασμα: Δεν βαρέθηκα καθόλου, δεν ψυχοπλακώθηκα, αντίθετα βγήκα αισιόδοξος μετά την θέαση ενός τέτοιου δράματος. Μπράβο στον Schnabel.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 23, 2007

ΛΕΟΝΤΕΣ, ΑΜΝΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΞΕΡΟΥΜΕ ΗΔΗ ΚΑΛΑ


Ένας γερουσιαστής - γεράκι (θα μπορούσε να είναι το δεξί χέρι του Μπους) ανταλλάσει επιχειρήματα με μια "αριστερή" (για τα αμερικάνικα δεδομένα) δημοσιογράφο. Ένας καθηγητής πανεπιστημίου ανταλλάσει άλλα επιχειρήματα με έναν προικισμένο φοιτητή που έχει "αποσυρθεί" αηδιασμένος από την κατάσταση των πραγμάτων και πιστεύοντας ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Δύο άλλοι φοιτητές ταπεινής καταγωγής κατατάσονται, πάνε "ηρωικά" και εθελοντικά στο Αφγανιστάν και... τους τρώει η μαρμάγκα. Πάνω σ' αυτούς τους τρεις άξονες κινείται το "Λέοντες αντί Αμνών" του αξιόλογου και σαν σκηνοθέτη (και από τους πλέον προοδευτικούς σταρ) Robert Redford, που διαθέτει στα συν του κι ένα λαμπρό καστ.
Δυστυχώς όμως βρήκα το φιλμ μάλλον το χειρότερό του. Κατ' αρχάς νομίζω ότι πάσχει από υπερβολική θεατρικότητα. Πρόκειται για σινεμά που διαδραματίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε κλειστά δωμάτια με ανθρώπους που μιλάνε ακατάπαυστα. Ίσως λειτουργεί στο θέατρο, στην οθόνη όμως... Σημαντικότερο αρνητικό στοιχείο όμως είναι οι αρκετές ιδεολογικές μου αντιρρήσεις - παρά το ότι η πρόθεση του Redford είναι σαφώς να αφυπνίσει τους αμερικάνους ενάντια στην τρέχουσα πολιτική της χώρας τους. Διευκρινίζω: Από τη μία τάσσεται ενάντια στους βρώμικους πολέμους Ιράκ και Αφγανιστάν, από την άλλη όμως ηρωοποιεί τους δύο φαντάρους που δίνουν τη ζωή τους εθελοντικά "για την πατρίδα" (;;;;), πράξη που στηρίζουν με θολά και ασαφή επιχειρήματα που δεν πολυέπιασα. Προσωπικά θα είχα την σαφέστατη και "σκληρή" άποψη ότι, ακόμα κι αν κινούνται από "καλές προθέσεις", τα ήθελαν και τα έπαθαν. Ας πρόσεχαν. Από την άλλη, μου φαίνεται άτοπο να αφιερώνει κανείς τη μισή σχεδόν ταινία στον διαλογο της προοδευτικής δημοσιογράφου και του σκληροπυρηνικού ημιφασίστα γερουσιαστή και στα επιχειρήματά τους κατά και υπέρ των πολέμων. Πώς να σας το πω; Είναι σα να θέλω να κάνω μια αντιρατσιστική π.χ. ταινία και για πάνω απο μισή ώρα να βάζω να ανταλλάσουν επιχειρήματα υπέρ ή κατά του ρατσισμού ένας του Συνασπισμού και, ας πούμε, ο Πλεύρης. Δεν έχει νόημα. Θεωρώ ορισμένα απλά πράγματα λυμένα εξ αρχής και δεν έχω καμιά όρεξη να σπαταλώ τεράστιο χρόνο στα επιχειρήματα του κάθε Πλεύρη, που πρεσβεύουν κάτι προφανώς ψευδές και επικίνδυνο. Και μη μου πείτε το γνωστό "οι αμερικάνοι είναι τόσο ουγκ ώστε πρέπει να ακούσουν από την αρχή ακόμα κι αυτά τα προφανή για μας πράγματα". Διότι, απλούστατα, η ταινία είναι έτσι φτιαγμένη (το "καθιστικό" και η έλλειψη δράσης και πλοκής που λέγαμε) ώστε εξ ορισμού θα τη δουν πολύ λίγοι και ήδη "ψαγμένοι". Οποτε, ποιο το νόημα;
Για μια ακόμα φορά λοιπόν επιβεβαιώθηκε για μένα η αλήθεια ότι οι καλές προθέσεις δεν αρκούν στην τέχνη για να παραχθούν και καλά αποτελέσματα. Θα το ξεχάσω και θα περιμένω την επόμενη σκηνοθετική δουλειά του Redford.
ΥΓ: Επιβεβαίωσα για μια ακόμα φορά το πόσο ταιριάζει στον Τομ Κρουζ να παίζει ρόλους μαλάκα. Είναι ιδανικός.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 22, 2007

TAXIDERMIA: ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΝΟΣΗΡΟΤΗΤΑΣ


Τρεις γενιές, τρεις απίστευτοι τύποι που τις εκπροσωπούν, με διαφορετικά βίτσια και μορφές νοσηρότητας ο καθένας, συνθέτουν την ουγγρική Taxidermia, δεύτερη μόλις ταινία του 33χρονου György Pálfi.
Τι μπορείς να πεις τώρα για μια ταινία που κυριολεκτικά επιτίθεται στις αισθήσεις και τις αντοχές του θεατή; Ίσως ο Pálfi κάνει κατά βάθος μια αλληγορία της πατρίδας του (στον πόλεμο, στην κομμουνιστική περίοδο και σήμερα), όπως έγραψε το Αθηνόραμα. Ίσως πάλι να έχει και άλλους, ακόμα βαθύτερους συμβολισμούς, οι περισσότεροι απ' τους οποίους ομολογώ ότι μου διέφυγαν. Δεν ξέρω. Σίγουρα όμως πρόκειται για μια από τις πιο "άρρωστες" ταινίες που έχω δει ποτέ. Όχι, η αρρώστεια της δεν έγκειται στο - συνηθισμένο πλέον - σπλάτερ (υπάρχει κι απ' αυτό πάντως, μην ανησυχείτε), αλλά στην απόλυτη αηδία. Τόννοι από εμετούς, αργά και σε γκρο πλαν πετσοκόματα και εγχειρίσεις, απίστευτα χοντροί τύποι και άλλα τέτοια ωραία συνθέτουν το φιλμ. Ειλικρινά δεν ξέρω πόσοι θα το αντέξετε μέχρι τέλους.
Κατά τα άλλα, υπάρχει μπόλικος σουρεαλισμός και παράλογο, υπάρχει και μαύρο χιούμορ και διάθεση σάτιρας ενός κόσμου που μόνο ως το άκρον άωτον του γκροτέσκου και του αποκρουστικού μπορεί να χαρακτηριστεί. Το μεσαίο μέρος μάλιστα, μια ασεβέστατη σάτιρα του κομμουνιστικού καθεστώτος, που δείχνει επίσημους αγώνες (κάτι σαν Ολυμπιακούς) που παρακολουθούν επίσημοι, φανατικό κοινό, σχολεία ολόκληρα με παιδάκια με στολές που τραγουδάν πατριωτικά άσματα και κραδαίνουν σημαίες κλπ., αλλά το βασικό αγώνισμα είναι μια σειρά αηδιαστικά πάνχοντρων "αθλητών" που διαγωνίζονται στο ποιος θα φάει περισσότερο και γρηγορότερα, θα μπορούσε να είναι απολαυστικό αν δεν ήταν τόσο αηδές. Γενικά νομίζω ότι η ταινία δεν είναι παρά μια άνευ λόγου συσσώρευση νοσηρότητας με μοναδικό ουσιαστικό λόγο να ενοχλήσει όσο περισσότερο μπορεί τους θεατές.
Κρίμα, γιατί ο Pálfi είναι πραγματικά εντυπωσιακός σκηνοθέτης και το ταλέντο του φαίνεται από την πρώτη στιγμή. Πολύ δυνατές εικόνες, απίστευτες λήψεις, έξυπνες λύσεις, με κάνουν να θαυμάζω τις ικανότητές του και - παρά την απωθητικότητα της Taxidermia - να περιμένω με ενδιαφέρον τις επόμενες δουλειές του (που θα επιθυμούσα να είναι λίγο πιο cool και ουσιαστικές).

Τρίτη, Νοεμβρίου 20, 2007

2-3 ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΞΕΡΩ ΓΙΑ ΤΗΝ POLLY MAGOO


Ο William Klein είναι αμερικανός, ζει όμως εδώ και πολλές δεκαετίες στο Παρίσι. Τον ήξερα σαν διάσημο φωτογράφο. Αγνοούσα την κινηματογραφική του δουλειά. Ωστόσο κάνει και σινεμά (κυρίως ντοκιμαντέρ) ήδη από τη δεκαετία του 50. Το "Qui êtes-vous, Polly Maggoo?" του 1966 είναι από τις λίγες μη ντοκιμαντερίστικες ταινίες του.
Ασπρόμαυρη, πειραματική, απόλυτα στο πνεύμα των 60ς, καταπιάνεται με τον χώρο της μόδας, χώρο που γνωρίζει καλά ο Klein, αφού για χρόνια υπήρξε ο βασικός φωτογράφος μόδας του Vogue. Και καταπιάνεται μ' αυτόν για να τον σατιρίσει. Η Polly Magoo είναι ένα όμορφο και πασίγνωστο μοντέλο με αρκετές ανησυχίες. Όλοι την ερωτεύονται, ανάμεσά τους όμως υπάρχει και ένας πάμπλουτος πρίγκιπας κάποιας (πιθανόν) τριτοκοσμικής χώρας. Μέσα από μια πολύ χαλαρή, αποσπασματική και συχνά σουρεαλιστική αφήγηση, παρακολουθούμε σκόρπια περιστατικά της ζωής της - και της ζωής των γύρω της. Η σάτιρα στοχεύει στον κενό, μάταιο - κρατιέμαι να μην πω ηλίθιο - κόσμο της μόδας, με τους "μετρ", τους "ειδικούς", τις πλούσιες κυρίες και όλους τους άλλους φελλούς που περιστρέφονται γύρω της. Συγχρόνως, με φεμινιστική ματιά, κάνει πλάκα με τις συντηρητικές, στερεοτυπικές γυναικείες φαντασιώσεις (π.χ. τον πρίγκηπα που φτάνει καβάλα στο άλογο), αλλά και με τους διανοούμενους (ή ψευτοδιανοούμενους) και γενικά με όλη την κενότητα που κυριαρχεί σε χώρους σαν κι αυτόν.
Ωστόσο, όλη αυτή η πειραματική, ηθελημένα "σκόρπια" ματιά με κούρασε αρκετά και βρήκα την ταινία (παρά το ότι περιέχει μερικές αστείες στιγμές) αρκετά ξεπερασμένη. Παραμένει μια ακόμα μαρτυρία του ελεύθερου πνεύματος της δεκαετίας του 60 και των ποικίλων πειραματισμών που έλαβαν χώρα τότε... αλλά μόνον αυτό. Δεν νομίζω ότι αντέχει σήμερα.
Στα συν η μουσική του Μισέλ Λεγκράν και οι εμφανίσεις των νεαρών τότε Ζαν Ροσφόρ και Φιλίπ Νουαρέ.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 19, 2007

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΥΣ (;)


Ο νοτιοκορεάτης Chang-dong Lee έχει στο ενεργητικό του λίγες ταινίες, μερικές απ' αυτές βραβευμένες. Η "Όαση" του 2002 είναι η πρώτη του που βλέπω.
Καταπιάνεται με ένα ιδιαίτερο και δύσκολο θέμα: Τον έρωτα δύο "καταραμένων", ακούσια περιθωριοποιημένων ανθρώπων. Εκείνος θα λέγαμε στην καθομιλουμένη ότι "χάνει" κάπως. Παραβατική συμπεριφορά, απρόβλεπτες αντιδράσεις, όχι ιδιαίτερη εξυπνάδα, έχει ήδη στα 29 του κάνει δυο - τρεις φορές φυλακή. Εκείνη, σαφώς βαρύτερη περίπτωση, είναι σπαστική, με τεράστιες δυσκολίες στην κίνηση και την ομιλία. Οι δικοί της την έχουν παραπεταμένη σε ένα μικρό διαμέρισμα και πληρώνουν τους γείτονες για να την περιποιούνται στοιχειδώς. Κι όμως. Ανάμεσα στα δύο αυτά πλάσματα, που όλοι βρίσκουμε βολικό να ξεχνάμε ότι υπάρχουν κάπου ανάμεσά μας, αναπτύσεται ένας μεγάλος έρωτας, που περνά από διάφορα στάδια. Από τη σταδιακή απόκτηση της εμπιστοσύνης της κοπέλας, που πρώτη της φορά νοιώθει ότι κάποιος την αγαπά παρά την εμφάνισή της, μέχρι την ολοκλήρωσή του και τις συνέπειες που φέρνει αυτή και στους δύο.
Η ταινία είναι γεμάτη από τρυφερότητα και συχνά συγκίνηση, παρά τις σκληρές της εικόνες. Τελικά είναι ο οικογενειακός και κοινωνικός περίγυρος, με τις προκαταλήψεις του, τη στενομυαλιά και, αρκετές φορές, τη σκληρότητά του, που θα απαγορεύσει την ευτυχία, που βρίσκεται τόσο κοντά, από τα δύο ιδιαίτερα πλάσματα. Με την έννοια αυτή, η ταινία έχει κοινωνικό περιεχόμενο. Πάνω απ' όλα όμως την κάνουν να ξεχωρίζει ο ίδιος ο απροσδόκητος αυτός έρωτας, η τρυφερότητα που τη διαπερνά, η εφευρετικότητα του ήρωα - που στην περίπτωση αυτή και μόνο αποδεικνύεται έξυπνος - και οι σκηνές φαντασίας, όπου η κοπέλα είτε ονειρεύεται ότι είναι υγιής σαν όλες τις άλλες είτε πλάθει με το μυαλό της όμορφες εικόνες από ασήμαντες αφορμές κλεισμένη ολομόναχη και μονίμως στο διαμέρισμα. Η τελική σκηνή, με την απόδραση του ήρωα, είναι μάλιστα από τις πιο συγκινητικές. Παρ' όλα αυτά πάντως, βλέπεται μάλλον δύσκολα, ίσως λόγω της εμφάνισης της ηρωίδας (η οποία, παρεπιπτόντως, δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας, καθώς σε ορισμένες σκηνές βλέπουμε έκπληκτοι ότι πρόκειται για φυσιολογική και μάλιστα όμορφη κοπέλα και όχι για αληθινή σπαστική).

Κυριακή, Νοεμβρίου 18, 2007

H SILVER CITY ΚΑΙ ΤΑ ΑΠΛΥΤΑ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ


O John Sayles είναι ο γνωστότερος ίσως εκπρόσωπος του αμερικάνικου ανεξάρτητου σινεμά, αφού ακολουθεί χωρίς χολιγουντιανές "παρεκτροπές" τον δρόμο αυτόν από την πρώτη του ταινία (1980) μέχρι σήμερα. Έντονα πολιτικοποιημένος, αρέσκεται να βγάζει στη φόρα κάθε άπλυτο, υποκριτικό ή στραβό της αμερικάνικης (και δυτικής γενικότερα) κοινωνίας. Το "Silver City" του 2004 ακολουθεί πιστά τη γενική αυτή γραμμή.
Εδώ παρακολουθεί το με κάθε κόστος αδίστακτο "σπρώξιμο" ενός ηλίθιου, ακροδεξιού υποψήφιου (πλην όμως γόνου ισχυρής και πλούσιας οικογένειας) στη θέση του κυβερνήτη μιας πολιτείας. Σας θυμίζει τίποτα αυτό; Εμένα δε μου βγάζετε από το μυαλό ότι ο Sayles είχε στο μυαλό του τον Bush (αν σκεφτείτε ότι ο τελευταίος είναι ουσιαστικά κυβερνήτης όλου του πλανήτη - έστω και εικονικός - τα πράγματα στην πραγματικότητα είναι ακόμα χειρότερα...)
Αυτό που μας δείχνει λοιπόν στο Silver City είναι αυτό που όλοι υποψιαζόμαστε: Ολόκληρο το οικοδόμημα της πολιτικής δομείται (και εξυπηρετεί φυσικά) πάνω σε οικονομικά συμφέροντα. Και ότι σε ακραιφνώς καπιταλιστικές κοινωνίες (όπως η αμερικάνικη, αλλά και η δική μας σιγά - σιγά) τείνει πλέον να εξυπηρετεί μόνο αυτά και τίποτα άλλο. Όλο το κόλπο είναι πώς θα πείσεις τον κόσμο ότι όλα αυτά γίνονται για το δικό του συμφέρον. Ο Sayles παρακολουθεί όλο τον μηχανισμό, που φυσικά δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα: Μίζες δίνονται, ατυχήματα ή "ατυχήματα" κουκουλώνονται, μπάτσοι λαδώνονται, παμπόνηροι κάθε είδους σύμβουλοι οργιάζουν (η δική τους δουλειά είναι κυρίως να πειστεί ο κόσμος να εκλέξει τον κατάλληλο), πανίσχυροι οικονομικά άνθρωποι κινούν τα νήματα... Όταν η ταινία τελειώνει δεν μπορείς παρά να νοιώθεις βαθιά αηδιασμένος για όλα όσα συμβαίνουν εις βάρος σου. Μπορεί το φιλμ να αφορά την Αμερική, είναι όμως σαφές όλο όλο αυτό το πολύπλοκο πλέγμα λειτουργεί (ίσως σε κάπως μικρότερο βαθμό) και στην Ευρώπη και γενικά σ' όλη τη Δύση.
Η ταινία (όπως και άλλες του Sayles) είναι ίσως κάπως "στεγνή" και άχαρη και σχετικά βαρυφορτωμένη σεναριακά, καθώς φαίνεται ότι βασικό μέλημα του δημιουργού της είναι να αποκαλύψει όλον αυτόν τον καλοκουρδισμένο, πολύπλοκο μηχανισμό εξαπάτησης και όχι να κάνει κάτι κινηματογραφικά ιδιαίτερο. Έχοντας αυτό σαν δεδομένο, νομίζω ότι πετυχαίνει τον (ιδεολογικό) στόχο της. Όσο για το εντυπωσιακό καστ, περιλαμβάνει ονόματα όπως ο Κρις Κριστόφερσον, ο Τιμ Ροθ, ο Ρίτσαρντ Ντρέιφους, η Ντάριλ Χάννα, ο Μπίλι Ζέιν και ο σταθερός συνεργάτης του σκηνοθέτη Κρις Κούπερ.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 14, 2007

Η ΚΑΤΑ KAURISMAKI "ΜΠΟΕΜΙΚΗ ΖΩΗ"


Το 1992 ο Aki Kaurismaki γυρίζει στη Γαλλία μια από τις καλύτερες ταινίες του, το La Vie de bohème ("Μποέμικη ζωή"). Κι αφού η ζωή είναι μποέμικη, δεν θα μπορούσε παρά να διαδραματίζεται στο Παρίσι. Καθώς μάλιστα και ο ίδιος είναι κάπως έτσι στην προσωπική του ζωή, είναι φυσικό να βρίσκεται στο στοιχείο του.
Υπάρχουν τρεις καλλιτέχνες: Ένας λογοτέχνης, ένας μουσικός κι ένας ζωγράφος. Οι δύο πρώτοι είναι γάλλοι και ο τρίτος είναι αλβανός, που ζει παράνομα στο Παρίσι. Και οι τρεις είναι μονίμως πάμπτωχοι, ζουν σε άθλια διαμερίσματα, συζητάνε για τέχνη και όχι μόνο, τους αρέσει το ποτό, πολύ συχνά πεινάνε... αλλά φυσικά αρνούνται να δουλέψουν και πασχίζουν να ζήσουν από την τέχνη τους και μόνο. Όταν (σπανίως) πιάσουν κάποια λεφτά, τα σπαταλάνε ταχύτατα για να ξαναβουτήξουν στην προηγούμενη φτώχεια. Οι σχέσεις τους με τις γυναίκες είναι κι αυτές βουτηγμένες στην ανέχεια, πλην όμως συχνά γλυκιές και ρομαντικές.
Το χιούμορ είναι κυρίαρχο στην ταινία. Στην καθημερινότητα, στις συζητήσεις, στις μικροκομπίνες που σκαρφίζονται οι τρεις ήρωες για να επιβιώσουν. Αλλά, επειδή μιλάμε για Καουρισμάκι, το δράμα υπάρχει κι αυτό. Εισβάλλει ξαφνικά και απρόβλεπτα και καταφέρνει να συγκινήσει τους απροετοίμαστους θεατές. Πέρα από το διάχυτο χιούμορ όμως, ο ιδιοσυγκρασιακός φινλανδός βλέπει με τρυφερότητα και απεριόριστη συμπάθεια τους φτωχούς καλλιτέχνες του, μοιάζει να συμμερίζεται ολόψυχα τις ρομαντικές και αστείες ταυτόχρονα ζωές και τις αγωνίες τους.
Εδώ πάντως, ίσως επειδή η ταινία περιέχει πιθανόν και αυτοβιογραφικά στοιχεία, η σκηνοθεσία είναι λιγότερο ιδιόρυθμη από άλλες δουλειές του - κάπως πιο βατή θα έλεγα ή ίσως, πάλι, για πρώτη φορά να λείπει αυτή η χαρακτηριστική "ψυχρότητα" που τον διακρίνει (τα ανέκφραστα πρόσωπα, οι κοφτές ατάκες, ο μινιμαλισμός κλπ.) Η ασπρόμαυρη φωτογραφία συντελεί στη δημιουργία της επιθυμητής ατμόσφαιρας και το Παρίσι μοιάζει ρομαντικότερο από ποτέ, δίχως ίχνος όμως εξωραϊσμού, όπως συνειδητά συνέβαινε, για παράδειγμα, στην Amelie.
Δείτε το σαν ξεχωριστό δείγμα ευρωπαϊκού σινεμά στις καλές στιγμές του. Δεν έχει καμία σχέση με Χόλιγουντ κι αυτό ίσως δυσαρεστήσει τους πιο "mainstream" θεατές. Οι υπόλοιποι όμως νομίζω ότι θα διασκεδάσουν πολύ και, συγχρόνως, θα συγκινηθούν αρκετά.

Τρίτη, Νοεμβρίου 13, 2007

LENINGRAD COWBOYS ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ


Πρέπει κατ' αρχήν να είστε φανς του ιδιόρυθμου σινεμά του φοβερού Φινανδού Aki Kaurismaki για να εκτιμήσετε ταινίες όπως το "Leningrad Cowboys Go America" του 1989. Κι αυτό για πολλούς λόγους: Επειδή το άμεσα αναγνωρίσιμο στιλ του διαθέτει ένα πολύ προσωπικό χιούμορ, που ή λατρεύεις ή σε αφήνει αδιάφορο, και έναν εξ ίσου προσωπικό σουρεαλισμό. Επειδή οι ήρωές του είναι πάντοτε λακωνικοί, ψυχροί, και κάνουν τα πιο απίθανα πράγματα, μπλέκονται στις πιο κουφές καταστάσεις ή παίρνουν τις πιο αλλόκοτες αποφάσεις εντελώς ανέκφραστοι, σα να μη συμβαίνει τίποτα. Επειδή οι σκηνές του είναι μικρές και κοφτές, σαν οι ταινίες του να αποτελούνται από σύντομα ανέκδοτα. Ο μινιμαλισμός στα πάντα είναι διάχυτος. Οι δραματικές, συχνά και τραγικές καταστάσεις, προκύπτουν στα καλά καθούμενα και πολλές φορές ανατρέπουν την μέχρι τότε ιλαρή διάθεση. Οι ταινίες του, με κάποιο τρόπο, μοιάζουν με το σινεμά του Τζάρμους, που είναι και φίλος του και εκτιμούν ο ένας το έργο του άλλου. Ο ίδιος ο Τζάρμους άλλωστε κάνει και έναν μικρό ρόλο στους Leningrad Cowboys.
Ακούγονται πολύ "βόρεια" όλα αυτά, και κυρίως αυτή η ηθελημένη ψυχρότητα, αλλά νομίζω ότι αν κανείς μπει στο εξ ορισμού αλλόκοτο κλίμα του Kaurismaki θα το διασκεδάσει πραγματικά (και ενίοτε θα μελαγχολήσει βαθειά, αφού η μελαγχολία είναι άλλο ένα στοιχείο που το χαρακτηρίζει και πολλές φορές γίνεται κυρίαρχη).
Στους Leningrad Cowboys πάντως ο σουρεαλισμός και η πλάκα έχουν το πάνω χέρι. Το όλο εγχείρημα είναι μια παρωδία του ροκ, της μυθολογίας και όλων των στερεοτύπων του. Διότι οι Leningrad Cowboys είναι ένα 8μελές φιλανδικό (ή πιθανόν ρωσικό) συγκρότημα που παίζει.. πόλκες, έχει απίστευτη εμφάνιση που παραπέμπει σε καρικατούρα ροκαμπιλά και με επικεφαλής τον πονηρό και τυρανικό μάνατζέρ του πάει να γνωρίσει τη δόξα και τα πλούτη στην Αμερική, μεταφέροντας μάλιστα μονίμως και το πτώμα ενός μέλους που πέθανε από το κρύο πίσω στην πατρίδα. Περιπλανιούνται λοιπόν στις νότιες πολιτείες, συνήθως πεινασμένοι, οδεύοντας για το Μεξικό, όπου θα παίξουν σε ένα γάμο, παίζουν όπου (και ό,τι) μπορούν και, εξ ίσου συνήθως, δεν αρέσουν ιδιαίτερα στο κοινό. Στο αεροπλάνο μαθαίνουν αγγλικά (!), στην Αμερική ακούν πρώτη τους φορά για το ροκ εντ ρολ - αλλά μπορούν να το παίξουν άμεσα - και άλλα τέτοια. Και όταν ένας αμερικάνος ατζέντης λέει στο μάνατζερ οτι πρέπει να ακούσει το γκρουπ πριν κλείσει το συμβόλαιο, εκείνος απαντά φυσικότατα: "Είναι απαραίτητο;"
Κατά τη διάρκεια του φιλμ το συγκρότημα παίζει όλα τα είδη αμερικάνικης (και όχι μόνο) μουσικής: Πόλκες, ροκ εντ ρολ, ντου - γουόπ, χαρντ ροκ, κάντρι, ακόμα και μεξικάνικα. Όσο για την Αμερική, ο Kaurismaki μας δείχνει την άσχημη, σχεδόν εγκατελειμένη πλευρά της: Μισοερειπωμένα σπίτια, άθλια μπαρ, σχεδόν έρημες κωμοπόλεις, παρατημένα και σκουριασμένα αυτοκίνητα, εργοστάσια, έρημοι. Κανένα κλασικό αμερικάνικο τοπίο, καμιά εντυπωσιακή μεγαλούπολη. Σαν ο χρόνος να έχει παγώσει, όλα να έχουν μείνει πίσω σε μια γλυκειά και μελαγχολική χαύνωση.
Θα το επαναλάβω: Το σινεμά του Kaurismaki είναι πολύ ιδιόρυθμο και μπορεί να σας ξενίσει. Αν μπείτε όμως στο κλίμα του, μπορεί να το ερωτευθείτε. Έτσι συνέβει και με μένα. Όσο για το συγκεκριμένο φιλμ, είναι ίσως το πιο χαβαλετζίδικό του. Πάντα με το δικό του, πολύ προσωπικό χιούμορ βέβαια.

RINGU Ή ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΙ


Αρχικά ήταν το ομώνυμο βιβλίο του γιαπωνέζου Koji Suzuki. Η ταινία "Ringu" του Hideo Nakata γυρίστηκε το 1998, ήταν σχετικά πιστή στο βιβλίο και, λόγω της μεγάλης επιτυχίας της στην Ιαπωνία, απέκτησε ένα σίκουελ, ένα πρίκουελ και 2 ριμέικ: Το γνωστό αμερικάνικο και ένα κορεάτικο.
Το αυθεντικό γιαπωνέζικο Ring του Nakata λοιπόν, κατέχει για μένα ένα μοναδικό αρνητικό ρεκόρ: Είναι η μοναδική φορά (απ' όσο θυμάμαι τυλάχιστον) που ένα αμερικάνικο ριμέικ μου αρέσει περισσότερο από το πρωτότυπο. Όχι ότι το γιαπωνέζικο ορίτζιναλ είναι κακό, αλλά να, το αμερικάνικο ήταν πιο ατμοσφαιρικό και πιο τρομακτικό ενίοτε. Πάντως η ιδέα παραμένει πρωτότυπηκαι βασίζεται στην ύπαρξη ενός μυστηριώδους βίντεο με ασπρόμαυρες, δίχως ειρμό και νόημα εικόνες, που όποιος το δει πεθαίνει σε μια εβδομάδα.
Πάνω σ' αυτό το μοτίβο ο σκηνοθέτης χτίζει και σασπένς - αφού εξ ορισμού υπάρχει dead line - και τρόμο, καθώς σιγά - σιγά ξετυλίγεται η τρομαχτική, υπερφυσική αλήθεια και μια αστυνομικού τύπου ίντριγκα, αφού το καταδικασμένο (εφόσον έχει δει το μοιραίο βίντεο) πρώην ζεύγος κλιμακώνει τις έρευνές του για να αποκαλύψει το σκοτεινό μυστικό. Βέβαια δεν βρήκα την τελική εξήγηση ιδιαίτερα ξεκάθαρη και το όλο φιλμ μου φάνηκε ίσως κάπως πιο "επίπεδο" απ' όσο η έξυπνη ιδέα θα μπορούσε να το κάνει. Ίσως όμως και πάλι, όλη αυτή η γκρίνια να οφείλεται στο ότι θεωρώ, όπως έλεγα, καλύτερο το ριμέικ. Αν δεν υπήρχε αυτό, πιθανόν θα μιλούσα για μια από τις πιο πρωτότυπες ταινίες τρόμου, που εμπλέκει έξυπνα τις γιαπωνέζικες παραδόσεις για κατάρες και φαντάσματα με τη σύγχρονη τεχνολογία και ερευνά το πώς η δεύτερη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν "όχημα" από τις πρώτες. Έτσι, συνολικά και παρά την εις βάρος του σύγκριση, παραμένει μια ενδιαφέρουσα ταινία τρόμου.

Κυριακή, Νοεμβρίου 11, 2007

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΜΙΑΣ "ΗΣΥΧΗΣ ΓΗΣ"


Το 1985, όταν ο Geoff Murphy γύρισε το φιλμ επιστημονικής φαντασίας "The Quiet Earth", η Νέα Ζηλανδία δεν είχε ακόμα μπει στον κινηματογραφικό χάρτη, όπως έγινε κυρίως μετά τα Lord of the Rings. Αυτό όμως δεν εμποδίζει το φιλμ αυτό να είναι ένα καλό - και ξεχασμένο σήμερα - b-movie, το οποίο μάλιστα ξαφνιάζει με τα έντονα μεταφυσικά του στοιχεία.
Ένας άνθρωπος ξυπνά μια μέρα για να διαπιστώσει ότι, ενώ οι πόλεις και όλα τα άλλα γύρω του είναι άθικτα, ο ίδιος είναι μάλλον το μοναδικό ζωντανό πλάσμα στον κόσμο (και τα ζώα έχουν εξαφανιστεί). Το πρώτο μέρος επικεντρώνεται στις αντιδράσεις του καθώς αντιμετωπίζει έναν πρωτόγνωρο συνδυασμό απόλυτης ελευθερίας, αλλά και ακόμα πιο απόλυτης μοναξιάς. Οδηγείται έτσι στα πρόθυρα της τρέλας και σε σκέψεις αυτοκτονίας. Οι σκηνές αυτές της σχεδόν τρέλας είναι από τις γοητευτικές της ταινίας. Στη συνέχεια δύο ακόμα επιζήσαντες εμφανίζονται και την προσοχή του σκηνοθέτη απασχολούν πια οι μεταξύ τους σχέσεις, καθώς και οι λόγοι που οδήγησαν στην καταστροφή της ανθρωπότητας.
Το σενάριο είναι μάλλον προσχηματικό και, ακόμα και στο τέλος, αφήνει αρκετά αναπάντητα ερωτήματα ως προς το τι ακριβώς έχει συμβεί. Όσο για επιστημονική - ή έστω επιστημονικοφανή - τεκμηρίωση... ξεχάστε το καλύτερα. Ωστόσο όλα αυτά μοιάζουν συνειδητά να μην ενδιαφέρουν τον σκηνοθέτη. Το κύριο ενδιαφέρον του είναι οι αντιδράσεις ενός ανθρώπου μόνου αρχικά, οι σχέσεις τριών ανθρώπων μόνων στον κόσμο στη συνέχεια, καθώς κι αυτό το πανταχού παρόν μεταφυσικό στοιχείο που λέγαμε, που κορυφώνεται στην τελευταία σκηνή (άμεσα επηρεασμένη από το "2001: Οδύσσεια του Διαστήματος", αλλά βέβαια μη συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα). Πάντως, παρά το low budget και τις ασάφειες, η ταινία μου κράτησε το ενδιαφέρον και γενικά τη βρήκα αρκετά αξιόλογη και πρωτότυπη - χωρίς φυσικά να πρόκειται για αριστούργημα.

Σάββατο, Νοεμβρίου 10, 2007

ΠΑΘΟΣ ΠΑΝΩ ΑΠ' ΟΛΑ


Το θέμα ουσιαστικά είναι το ίδιο με το Brokeback Mountain, κι ας είναι τόσο διαφορετικό το background και οι ιστορίες: Το πάθος, απαγορευμένο, παράλογο, που αψηφά κάθε περιορισμό και σύμβαση. Εκεί ήταν το ομοφυλόφιλο πάθος (και μάλιστα σε μια κατ' εξοχήν συντηρητική κοινωνία), εδώ είναι το πάθος για τον εχθρό εν μέσω πολέμου, διανθισμένο με περίπλοκες κατασκοπευτικές ίντριγγες.
Όπως καταλάβατε μιλώ για το "Προσοχή: Πόθος" (2007), την καινούρια ταινία του Ang Lee, που είναι πλέον ένας από τους σπουδαιότερους σκηνοθέτες της εποχής μας. Βρισκόμαστε στα 1942, οι γιαπωνέζοι έχουν καταλάβει την Σαγκάη της Κίνας και μια αντιστασιακή ομάδα νεαρών κινέζων έχει σαν στόχο τη δολοφονία του επίσης κινέζου, δοσίλογου διοικητή της πόλης, που συνεργάζεται με τον κατακτητή. Το κλασικό δόλωμα είναι μια όμορφη γυναίκα. Η οποία, βέβαια, όντως τον σαγηνεύει. Από εκεί και πέρα όμως τον πρώτο λόγο έχει το ανεξέλεγκτο ερωτικό πάθος, που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει και να υπολογίσει από πριν, που είναι κόντρα σε κάθε λογική και "πρέπει", που μπορεί να οδηγήσει σε πολλά δεινά, ακόμα και στην προδοσία ή τον θάνατο. Δεν έχει σημασία η τελική έκβαση. Σίγουρο όμως είναι ότι αν κάποτε αυτό σταματήσει, όποιος από τους δύο μείνει μόνος θα είναι τσακισμένος, ίσως για όλη του τη ζωή. Όπως επίσης ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με τη συνηθισμένη εκδοχή των μελό, όπου οι εραστές πρέπει να αψηφίσουν τις "κακές" απαγορεύσεις και να αφεθούν να κάνουν αυτό που πραγματικά θέλουν. Εδώ το να αφεθείς στο πάθος σημαίνει πολλά κακά για τους γύρω σου, σημαίνει προδοσία και καταπάτηση κάθε ιδεολογίας. Γι' αυτό, τούτο εδώ το πάθος, που κάθε στιγμή φλερτάρει με τον θάνατο, είναι καταστροφικό.
Η ταινία είναι ιδιαίτερα ατμοσφαιρική. Κυριαρχούν τα καφέ - ώχρα - κόκκινα ζεστά χρώματα, υπάρχει παντού μια διάχυτη κομψότητα. Και υπάρχουν και πολλές έντονες ερωτικές σκηνές, στα όρια σχεδόν της πορνογραφίας, οι οποίες όμως είναι απόλυτα ενταγμένες στο κλίμα και δεν ενοχλούν καθόλου.
Μου άρεσε η ταινία, ωστόσο δεν τη βρήκα πια και τόσο αριστουργηματική όσο πολλοί κριτικοί. Μία αντίρησή μου αφορά την αδικαιολόγητα μεγάλη κατά τη γνώμη μου διάρκειά της. Νομίζω ότι αυτό την κάνει να χάνει σε πυκνότητα. Δεν πειράζει όμως. Σίγουρα έχει κερδίσει μια θέση ανάμεσα στις καλύτερες και πιο ευαίσθητες ταινίες της χρονιάς.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 09, 2007

Η "PERSEPOLIS" ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΦΑΣΙΣΜΟΥΣ


Η Marjane Satrapi, ιρανή, έκανε αίσθηση στον κόσμο των κόμικς με το αυτοβιογραφικό, δίτομο έργο της "Persepolis". Η μεταφορά του κόμικς σε ασπρόμαυρα κινούμενα σχέδια από την ίδια και τον Vincent Paronnaud είναι εξ ίσου πετυχημένη.
Ας γίνει σαφές από την αρχή ότι, αν και κινούμενο σχέδιο, σε καμία περίπτωση δεν απευθύνεται σε παιδιά. Πρόκειται για απόλυτα ενήλικο έργο, που μιλά τόσο για την ταραγμένη πολιτική ιστορία του Ιράν όσο και για τη ζωή της δημιουργού, από τη παιδική ηλικία γύρω στα 1977 μέχρι την ωριμότητά της το 1994. Φυσικά όλα αυτά δεν μπορούν να γίνει κατανοητά αν δεν ξέρει κανείς τι συνέβει στη χώρα τα τελευταία 30 χρόνια: Η στυγνή καταπίεση του δυτικόφιλου δικτατορικού καθεστώτος του Σάχη (που ήταν αυτοκράτορας) κατέρρευσε από την ισλαμική επανάσταση του Χομεϊνί το 1979 για να αντικατασταθεί από ένα εξ ίσου καταπιεστικό θεοκρατικό καθεστώς, φανατικά αντιδυτικό αυτή τη φορά. Η μικρή Satrapi ανήκει σε μεσοαστική, αριστερή οικογένεια που εναντιώνεται στο σαχικό καθεστώς και ως έφηβη είναι απόλυτα μοντέρνα (με τη δυτική έννοια): Μπλουτζίν, πάρτι, Abba και ό,τι άλλο θα έκανε ένας έφηβος των 70ς. Και ξαφνικά, με την ισλαμική επανάσταση, όλα ανατρέπονται: Η νεαρή κοπέλα αναγκάζεται να φορά υποχρεωτικά μπούρκα, τα πάρτι και το ροκ απαγορεύονται αυστηρά, για σεξ... ούτε κατά διάνοια... και οι φυλακές των εχθρών του Σάχη γεμίζουν με εχθρούς των φανατικών ισλαμιστών. Η κοπέλα, με τη βοήθεια της οικογένειας που παραμένει αντίθετη και στο νέο καθεστώς, καταφεύγει στο Παρίσι, επισκέπτεται κατά καιρούς τη χώρα της που βουλιάζει στο φανατισμό και την καταπίεση και τελικά επιλέγει να ζήσει οριστικά στη Γαλλία.
Ως μικρή, πανέξυπνη μαθήτρια κόντρα σε θρησκόληπτες δασκάλες, θυμίζει πολύ τη Μαφάλντα από ένα άλλο, παλιότερο κόμικς. Ως νεαρή γυναίκα βιώνει όλα τα αδιέξοδα και τις απογοητεύσεις κάθε δυτικής κοπέλας στον έρωτα, στα ανεκπλήρωτα όνειρα κλπ. - συν την αποξένωση, αφού παραμένει ξένη, νε διαφορετική κουλτούρα και στο Παρίσι. Και στις δύο χώρες πασχίζει, για διαφορετικούς λόγους, να κάνει την προσωπική της επανάσταση. Και στις δύο περιπτώσεις, εκτός από την κριτική στα γύρω της, μπορεί και να αυτοσαρκάζεται. Όλα αυτά δείχνονται με συνεχή περάσματα από το χιούμορ στο δραματικό και το τραγικό, από το γέλιο στον τρόμο και την αγωνία. Βρήκα αυτά τα σκαμπανεβάσματα πολύ πετυχημένα.
Το σχέδιο είναι εντελώς απλό (καμιά σχέση με την περιπλοκότητα και το φόρτωμα της ντισνεϊκής σχολής), μινιμαλιστικό, με πλακάτες μαύρες - άσπρες επιφάνειες και χοντρά περιγράμματα. Το αποτέλεσμα είναι γοητευτικό και πολύ εκφραστικό. Δείτε το, χωρίς να κουβαλήσετε μαζί και τα παιδιά σας.
ΥΓ: Η ταινία κατηγορήθηκε από κάποιους ως φιλοδυτική. Διαφωνώ πλήρως. Μα, διάβολε, ένας "κανονικός" άνθρωπος που, από τη μια μέρα στην άλλη, του στερούν βίαια κάθε στοιχειώδη προσωπική ελευθερία - και μάλιστα εν ονόματι της θρησκείας, που, ως γνωστόν, είναι από τα καταπιεστικότερα ιδεολογήματα αν πάρει το πάνω χέρι και γίνει κράτος (σκεφτείτε πρωθυπουργό τον Χριστόδουλο, και πάλι είναι πιο light σε σχέση με τους φανατικούς μουσουλμάνους παπάδες) - ένας τέτοιος άνθρωπος λοιπόν, είναι πολύ λογικό και αναμενόμενο να θεωρήσει "παράδεισο" τη σχετικά φιλελεύθερη και σαφώς πιο ανεκτική Γαλλία (και οποιοδήποτε άλλη χώρα της δύσης). Δεν νομίζω ότι έχει κάτι φιλοδυτικό η απόλυτα φυσιολογική αυτή στάση. Αν διαπιστώσουμε ότι κάτι είναι "λιγότερο σκατά" από κάτι άλλο, αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι είμαστε υπέρμαχοι των "λιγότερων σκατών". Στόχος μας (θα έπρεπε τουλάχιστον) παραμένουν τα "καθόλου σκατά".

Τετάρτη, Νοεμβρίου 07, 2007

THE SHOOTING: ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΥΠΑΡΞΙΑΚΑ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ;


Ο Monte Hellman είναι ένας όχι πολύ γνωστός σκηνοθέτης ταινιών μικρού προϋπολογισμού, που μερικές απ' αυτές θεωρούνται διαμάντια. Η μοναδική δουλειά του που έχω δει είναι το γουέστερν "The Shooting" του 1967, με έναν νεαρό Τζακ Νίκολσον σε ρόλο κακού.
Πρόκειται για απόλυτα μινιμαλιστικό φιλμ, με την έννοια ότι χρησιμοποιούνται πολύ λίγοι ηθοποιοί, λιτά σκηνικά, έρημος και λίγη σχετικά δράση, ενώ η πλοκή παραμένει σε κάποια σημεία αρκετά σκοτεινή και αδιευκρίνιστη. Βασικός πρωταγωνιστής είναι, θα μπορούσε να πει κανείς, το απέραντο τοπίο της αμερικάνικης ερήμου, γυμνό, ξερό, κακοτράχαλο, γεμάτο βράχια και σκόνη.
Ο πρωταγωνιστής Warren Oates (τακτικός συνεργάτης του Hellman) και ο φίλος και συνεργάτης του πληρώνονται από μια μυστηριώδη γυναίκα, που αρνείται να τους πει το όνομά της, να ακολουθήσουν στην έρημο τα ίχνη κάποιου που, για άγνωστους επίσης λόγους, αυτή κυνηγά. Στην πορεία θα προστεθεί στη συντροφιά και ο σκληρός πιστολέρο Τζακ Νίκολσον, επίσης πληρωμένος από την κοπέλα, κι όλοι καταλαβαίνουν ότι σκοπός της είναι να εκτελέσει αυτόν που κυνηγά.
Η ταινία επικεντρώνεται στους χαρακτήρες και στις σχέσεις των δύο ανδρών και της κοπέλας, σχέσεις που κυμαίνονται από τον έρωτα έως το βαθύ μίσος, ενώ εκείνη παραμένει ψυχρή και αινιγματική, κι όλα αυτά κάτω από το άγρυπνο και επίσης ψυχρό βλέμμα του πιστολέρο. Ταυτόχρονα είναι και ένα είδος γουέστερν - road movie, καθώς όλο το φιλμ είναι ένα ταξίδι στην έρημη απεραντοσύνη της τότε Άγριας Δύσης. Μοιάζουν περισσότερο σα να ψάχνουν οι ήρωες τον εαυτό τους, σαν μια υπαρξιακή αναζήτηση, καθώς οι λόγοι της σεναριακής αναζήτησης δεν ξεκαθαρίζονται ποτέ. Το απροσδόκητο τέλος αφήνει τον θεατή προβληματισμένο - ίσως και μπερδεμένο - μάλλον συνειδητά. Πιστεύω ότι σκοπός του σκηνοθέτη είναι η ανάπτυξη των σχέσεων που είπαμε ή - αν το δούμε και κάπως μεταφυσικά - το ταξίδι καθεαυτό, η αναζήτηση του εαυτού μας.
Παράξενη, χαμηλότονη ταινία, που δεν ξέρω αν πραγματικά μου άρεσε ή όχι, που μένει όμως στη μνήμη του θεατή σαν κάτι ασυνήθιστο. Πάντως μου έκανε κλικ να ψάξω κι άλλες δουλειές του Monte Hellman.

Τρίτη, Νοεμβρίου 06, 2007

ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ, ΚΟΙΝΟΒΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ 60's ΙΣΤΟΡΙΕΣ


Λίγες συστάσεις για πρόσωπα και πράγματα κρίνονται αρχικά απαραίτητες: Ο Woody Guthrie θεωρείται ο μεγαλύτερος αμερικανός folk τραγουδιστής - τραγουδοποιός και επηρέασε βαθύτατα τον Bob Dylan, που ήταν δηλωμένος θαυμαστής του. Ο γιός του Arlo Guthrie είναι κι αυτός τραγουδιστής - συνθέτης, με επιτυχίες στις ΗΠΑ στις δεκαετίες 60 και 70. Ο Arthur Penn είναι βέβαια από τους σημαντικότερους αμερικανούς σκηνοθέτες, που τα αρκετά τελευταία χρόνια έχει αποσυρθεί.
Το "Alice's Restaurant" του 1969 είναι μια ακόμα προσπάθεια να "συλληφθεί" επί της οθόνης το περίφημο "πνεύμα των 60ς". Ο Arlo Guthrie παίζει εδώ τον εαυτό του με αρκετά αληθινά στοιχεία της τότε βιογραφίας του, ενώ η ιστορία βασίζεται στο πετυχημένο ομώνυμο τραγούδι του. Είναι η εποχή που ο πατέρας του Woody βρίσκεται ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο (εκεί τον είχε επισκεφτεί και ο Ντύλαν), ενώ ο Arlo, νεαρός και χίπυ, περιπλανιέται στην Αμερική και τελικά καταλήγει με πολλούς φίλους σε μια πρώην εκκλησία που έχει μετατραπεί σε εστιατόριο, αλλά και κοινόβιο, από ένα ζευγάρι, τον Ρέι και την Άλις του τίτλου. Εκεί καταφεύγουν κάθε λογής επαναστατημένοι, εκκεντρικοί, περιθωριακοί, χίπις και διάφορες άλλες κατηγορίες, βρίσκοντας πάντοτε ένα ζεστό καταφύγιο. Κι εκεί καταλήγει συχνά και ο Arlo, όταν κουράζεται από περιπλανήσεις, τουρνέ ή συναυλίες σε άλλες πόλεις.
Η ταινία είναι ένας μάλλον ασυνήθιστος συνδυασμός δράματος και κωμωδίας, που δεν είμαι πολύ σίγουρος ότι είναι απόλυτα πετυχημένος, καθώς μάλλον στερείται ενός γερού σεναρίου. Η αξία της όμως έγκειται στην καταγραφή της εποχής, το "πιάσιμο του σφιγμού" των τότε γεγονότων. Ο Penn προσπαθεί να φωτίσει και τις καλές και τις κακές πλευρές. Έτσι, πέρα από τις ευτυχισμένες στιγμές στο κοινόβιο - εστιατόριο, τους έρωτες, τις ομαδικές μαστούρες, τις ξέφρενες γιορτές και τα πάρτι, θίγονται και τα προβλήματα, όπως η πανταχού παρούσα αφέλεια των τότε νέων που πίστευαν στ' αλήθεια ότι αλλάζουν τον κόσμο για πάντα, το πρόβλημα των σκληρών ναρκωτικών (που πολλοί θεωρούν ότι υπήρξε η βασική αιτία της διάλυσης του κινήματος των 60ς στις ΗΠΑ), ή οι απαραίτητες εσωτερικές διαφωνίες και τριβές και τα ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα των ηρώων. Όπως επίσης δείχνεται (με αστείο μερικές φορές τρόπο) και η απροκάλυπτη εχθρότητα της συντηρητικής Αμερικής στα τεκταινόμενα και τον επαναστατικό αέρα που έπνεε από παντού τότε.
Πολύ ενδιαφέρον λοιπόν σαν ντοκουμέντο της εποχής, αν και ίσως όχι από τις πιο πετυχημένες στιγμές του Arthur Penn. Στα συν και η εμφάνιση του του Pete Singer, που τραγουδά σε μια συγκινητική στιγμή δίπλα στο κρεβάτι του ετοιμοθάνατου Woody (ο Woody Guthrie πέθανε το 1967, τότε που διαδραματίζεται η ταινία).

Κυριακή, Νοεμβρίου 04, 2007

"ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ" ΑΠΟ ΤΑ ΒΑΘΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΚΗΣ ΜΑΦΙΑΣ


Από πάντα μου άρεσε πολύ ο David Cronenberg. Τον είχα βέβαια συνηθίσει σαν έναν από τους κορυφαίους σκηνοθέτες του φανταστικού κι έτσι η πρόσφατη στροφή του σε αστυνομικές ταινίες ομολογώ ότι μου κακοφάνηκε λίγο. Παρ' όλα αυτά πάντως και οι δύο τελευταίες του μου άρεσαν (νομίζω ότι είμαι από τους λίγους που τους άρεσε "Το τέλος της βίας").
Με τις "Επικίνδυνες υποσχέσεις" (Eastern promises) καταδύεται στα φριχτά βάθη της φοβερής ρωσικής μαφίας, μιας μαφίας, που, όπως και όλες που προέρχονται από χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, είναι σκληρότερη και πιο "πρωτόγονη" από την παλιά και κλασσική. Φταίει μάλλον ο ζήλος του νεοφώτιστου ή η έλλειψη "know how" και εμπειρίας αιώνα και βάλε που διαθέτει η αμερικανοϊταλική, οπότε όλα στις "ανατολικές" μαφίες γίνονται πιο χοντροκομμένα, πιο βίαια και άγρια, πιο βάρβαρα. Πέρα από τη βία όμως και από τις σεναριακές ίντριγγες αυτές καθ' εαυτές, ο Cronenberg ενδιαφέρεται όπως πάντα για το διφορούμενο των ανθρώπινων χαρακτήρων, για την μεγάλη αντίθεση του είναι και του φαίνεσθαι, της επιφάνειας και του βάθους. Ο μειλίχιος και σεβάσμιος ιδιοκτήτης εστιατορίου είναι ο αιμοσταγής και ύπουλος αρχηγός της ρωσικής μαφίας του Λονδίνου (δεν είναι spoiler, αποκαλύπτεται σχεδόν από τη αρχή), ο ήσυχος και χαμηλών τόνων οδηγός είναι ο "νεκροθάφτης" που, ήρεμα και αθόρυβα, σκοπεύει να ανέβει ψηλά κλπ. Και για να κάνει σκοτεινότερο το κλίμα, βάζει όλους τους πρωταγωνιστές να κουβαλούν μια απώλεια, έναν θάνατο, ένα μυστικό. Εκτός αυτών πάντως, περνά "από σπόντα" και ο ρατσισμός που κουβαλούν διάφορες κλειστές κοινωνίες ή ομάδες για τους γύρω τους και για οτιδήποτε είναι διαφορετικό. Κι αυτό καταγράφεται σαφώς τόσο από τα αδίστακτα μέλη της τρομακτικής οργάνωσης, όσο και από τον "καλό" (με πολλά εισαγωγικά) ρώσο θείο της ηρωίδας.
Η ατμόσφαιρα που φτιάχνει ο Cronenberg είναι νυχτερινή, κλειστοφοβική, πνιγηρή. Προειδοποιώ ότι σε αρκετές σκηνές (με εντυπωσιακότερη αυτή του χαμάμ) η βία αγγίζει τα όρια του σπλάτερ και θα ενοχλήσει τους ανύποπτους θεατές. Γενικά η ταινία μου άρεσε αρκετά - αν και εξακολουθώ να προτιμώ τον παλιό Κρόνενμπεργκ.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 02, 2007

MASH: Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΗ ΣΑΤΙΡΑ


Η δεκαετία του 60 είχε μόλις τελειώσει, το κλίμα αμφισβήτησης όμως ήταν ακόμα ολοζώντανο. Έτσι, το 1970 ο Robert Altman (1925-2006) γυρίζει το MASH, μια από τις καυστικότερες σάτιρες ενάντια στον πόλεμο και τη στρατιωτική λογική που έγιναν ποτέ.
Παρά το ότι το Βιετνάμ αποτελούσε τότε το καυτότερο θέμα στην Αμερική (και σ' ολόκληρο ίσως τον κόσμο), διαλέγει να τοποθετήσει την ταινία του στον πόλεμο της Κορέας που είχε γίνει στη δεκαετία του 50 (μια ακόμα επέμβαση των αμερικάνων). Ήρωές του οι στρατιωτικοί γιατροί και νοσοκόμοι μιας μονάδας κοντά στο μέτωπο. Κι ενώ το μακελειό σχεδόν δίπλα τους συνεχίζεται ασταμάτητα, αυτοί το διασκεδάζουν με πλάκες, γκόμενες, τσιμπούσια, μεθύσια κι ό,τι άλλο θέλετε. Είναι σα να έχουν τόσο συνηθίσει τη σφαγή, που ο θάνατος δεν τους κάνει την παραμικρή εντύπωση. Σα να έχουν αναισθητοποιηθεί απόλυτα και τίποτα δεν μπορεί να τους αγγίξει.
Στην ταινία εναλλάσσονται οι αστείες καταστάσεις και οι ανατριχιαστικές σκηνές μέσα στα χειρουργεία, όπου οι καταματωμένοι γιατροί - στρατιώτες πετσοκόβουν, ακρωτηριάζουν, ράβουν τους τραυματίες. Αλλά και σ' αυτές τις φριχτές σκηνές κυριαρχεί ένα κατάμαυρο χιούμορ και γελάς, παρά το ότι πιθανόν να μην αντέχεις και πολύ αυτά που βλέπεις.
Αυτό που κάνει κυρίως το MASH είναι να αποηρωικοποιήσει με κάθε τρόπο τους "ήρωες" (υποτίθεται) του πολέμου. Η απόλυτη αδιαφορία των πάντων για το μακελειό λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά τους είναι χαρακτηριστική. Καθώς και η δηλωμένη με κάθε ευκαιρία πρόθεσή τους να περάσουν όσο το δυνατόν καλύτερα και να λουφάρουν όσο το δυνατόν περισσότερο, αδιαφορώντας για τιμές, πατρίδες, ηρωισμούς και ό,τι άλλο μεγαλεπήβολο τέτοιο. Όταν κάποιος πιο φανατικός από αυτούς τους λέει: "Μα τι στρατιώτες είσαστε εσείς;", αυτοί απαντάνε αφοπλιστικότατα: "Μα ποιος είπε ότι είμαστε στρατιώτες; Γιατροί είμαστε που μας στείλανε με το ζόρι στον πόλεμο". Στην περίφημη αυτή μονάδα κάθε στρατόκαυλος, υπερπατριώτης ή υπερχριστιανός που φτάνει παίρνει σε λίγο καιρό πόδι, μερικές φορές μάλιστα με ζουρλομανδύα μετά από όλα όσα έχει υποστεί. Και, φυσικά, εκτός από τους φαντάρους, οι στρατηγοί και όλοι οι "πάνω" δεν παρουσιάζονται καθόλου καλύτεροι. Το αντίθετο μάλιστα.
Έτσι, εκτός του πολέμου, καυτηριάζεται η ίδια η στρατιωτική λογική της παράλογης υπακοής, της τυφλής ιεραρχίας, της άτεγκτης πειθαρχίας (η οποία στο περίφημο στρατόπεδο έχει πάει περίπατο). Αλλά ο Altman δεν διστάζει να προχωρήσει κι άλλο, κάνοντας πλάκα, για παράδειγμα, και με τη θρησκεία (απολαυστικότατη η σκηνή με την παρωδία του Μυστικού Δείπνου).
Πιστεύω ότι δύσκολα θα γυριζόταν σήμερα μια τόσο τολμηρή και αθυρόστομη ταινία. Αν δεν το έχετε δει, κάντε το. Νομίζω ότι και σήμερα παραμένει φρέσκια.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 31, 2007

EASY RIDER: Η ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ


Το Easy Rider ("Ξένοιαστος Καβαλάρης") του Dennis Hopper γυρίστηκε το 1969 και είναι μέχρι σήμερα μια θρυλική ταινία και το διασημότερο ίσως road movie όλων των εποχών. Από όσους την είχαν δει τότε, από όσους έζησαν αυτή την ανεπανάληπτη εποχή. Τι λέει όμως σήμερα για μας τους υπόλοιπους, που δεν γίναμε ποτέ χίπυς (είχε περάσει η "μόδα"), δεν πειραματιστήκαμε με τον ελεύθερο έρωτα (είχε ενσκύψει το AIDS), δεν περιπλανηθήκαμε δίχως κανένα σκοπό και κανένα χρονικό περιορισμό ανά τον κόσμο (έπρεπε να δουλέψουμε και πολλοί ονειρεύονταν ήδη να γίνουν γιάπις);
Δυο φίλοι (φρικιά με τη σημερινή ορολογία), ο Πίτερ Φόντα και ο σκηνοθέτης Ντένις Χόπερ, καβάλα στις τσοπεριές τους, διασχίζουν τις νότιες περιοχές των ΗΠΑ δίχως πρόγραμμα και σκοπό, καπνίζουν ασταμάτητα χόρτο, δοκιμάζουν διάφορες ουσίες, γνωρίζουν ποικίλους ανθρώπους και καταστάσεις (χίπικα κοινόβια, πολυτελή πορνεία κλπ.) και κάνοντας έρωτα όταν και όποτε προκύψει. Μαζεύουν στο δρόμο κι έναν φευγάτο δικηγόρο (Τζακ Νίκολσον) και, έτσι ανέμελα και δίχως να το καταλάβουν, καταλήγουν στο τραγικό τέλος.
Το Easy Rider είναι η απόλυτη καταγραφή μιας εποχής. Ταραγμένης, ηρωικής, που έθεσε τα πάντα υπό αμφισβήτηση και κατέληξε να "φάει τα μούτρα της" και να φτάσει στα σημερινά πολλαπλά αδιέξοδα. Σε πολλούς σύγχρονους φαίνονται ίσως εξωπραγματικά τα όσα βλέπει. Κι όμως: Αυτό ακριβώς συνέβαινε τότε στην Αμερική κι ως έναν αρκετό βαθμό και στην Ευρώπη. Τα κοινόβια υπήρχαν, οι ουσίες καταναλώνονταν, ο ελεύθερος έρωτας βασίλευε, το ροκ ήταν στα πάνω του (το σάουντρακ από πασίγνωστα κομμάτια είναι κλασικό), το κλίμα ήταν απόλυτα αντιπολεμικό, η τάση για επιστροφή στη φύση και η αμφισβήτηση του καταναλωτισμού ήταν κυρίαρχα.
Προσωπικά τη θεωρώ μέχρι σήμερα μεγάλη ταινία και φοβερό ντοκουμέντο του κλίματος και του πνεύματος της δεκαετίας του 60. Μη νομίσετε πάντως ότι όλα παρουσιάζονται ρόδινα και υπέροχα. Φαίνεται ότι από τότε ήδη, στην καρδιά της ευδαιμονίας και της αμφισβήτησης, ο Χόπερ είχε ψιλιαστεί ότι το πράγμα σύντομα θα κατέρεε, θα ξεφούσκωνε, είτε λόγω της αφέλειας και της "αθωότητας" που το περιέβαλλε, είτε λόγω της άγριας αντεπίθεσης του συστήματος, που ίσως για πρώτη φορά φάνηκε να απειλείται τόσο πολύ "από τα μέσα". Η σκηνή άλλωστε των προβλημάτων που αντιμετωπίζει το κοινόβιο όπου φιλοξενούνται οι ήρωες είναι χαρακτηριστική. Ούτε όλα όσα είπαμε παραπάνω σημαίνουν ότι ολόκληρη η Αμερική συμμεριζόταν αυτό το αόριστο, πλην όμως μεθυστικό όραμα: Μεγάλο μέρος του κόσμου παρέμενε συντηρητικότατο και απόλυτα εχθρικό προς τα καινοφανή τεκταινόμενα. Το τέλος του φιλμ το δείχνει ξεκάθαρα.
Σήμερα πάντως η ταινία με κράτησε όπως την πρώτη φορά που την είχα δει, με συγκίνησε και μου φάνηκε κινηματογραφικά ενδιαφέρουσα. Θεωρώ μάλιστα τη σκηνή της λήψης παραισθησιογόνων ως σκηνή ανθολογίας και μια από τις καλύτερες μ' αυτό το θέμα που έχουν γυριστεί ποτέ. Πολλοί είναι αυτοί που θεωρούν το Easy Rider ξεπερασμένο. Δεν συμφωνώ. Δεν είναι ξεπερασμένο. Απλώς καταγράφει πιστά καταστάσεις που σήμερα, πολύ απλά, δεν υπάρχουν πλέον, και γι' αυτό ξενίζει όσους δεν γνωρίζουν τι ακριβώς συνέβαινε τότε. Ακόμα κι έτσι όμως, μπορεί σήμερα να ειδωθεί ως ένα είδος "ντοκιμαντέρ" για μια εποχή που (φοβάμαι) παρήλθε ανεπιστρεπτί.

Τρίτη, Οκτωβρίου 30, 2007

ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΝΤΙΡΑΤΣΙΣΤΙΚΟ HAIRSPRAY


Εν αρχή ήταν το Hairspray του φοβερού John Waters το 1988. Ήταν η δεύτερη mainstream ταινία του (μετά το Cry Baby) και η πρώτη του επιτυχία. Στη συνέχεια το Hairspray ανεβαίνει ως μιούζικαλ στο Μπρόντγουέι με αναπάντεχη επιτυχία. Και τώρα, το μιούζικαλ μεταφέρεται στην οθόνη, όχι πια από τον Waters, αλλά από τον Adam Shankman.
Το καινούριο Hairspray είναι λοιπόν ένα καθαρό μιούζικαλ. Επίσης ο Shankman σε καμία περίπτωση δεν είναι Waters. Έτσι, νομίζω ότι η καινούρια προσπάθεια χάνει σε σχέση με την αυθεντική ταινία που όπως θυμάμαι με είχε διασκεδάσει περισσότερο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι και το τωρινό φιλμ δεν είναι διασκεδαστικό. Αντίθετα, έχει χιούμορ, καλή - απομίμηση 50ς - μουσική, φοβερό καστ και αρκετά "μηνύματα". Για να αρχίσουμε από τα τελευταία, τάσσεται σαφώς υπέρ της διαφορετικότητας και της αποδοχής της (η χοντρούλα πλην όμως ταλαντούχα μαθήτρια - ηρωίδα, που γίνεται σταρ σε TV show εκτοπίζοντας την όμορφη αλλά ψυχρή και ατάλαντη ανταγωνίστριά της και κερδίζοντας την καρδιά του "ωραίου") και είναι εμφανέστατα αντιρατσιστικό, υποστηρίζοντας την ισότητα των πάντων - αν και είναι σαφές ότι, μουσικά τουλάχιστον, θεωρεί τους μαύρους πολύ ανώτερους. Και βέβαια, για να τονίσει κι άλλο τον αντιρατσισμό του, τοποθετεί τη δράση στη δεκαετία του 50, όταν τα πράγματα ήταν πολύ πιο σφιχτά και δύσκολα στο συγκεκριμένο θέμα.
Στα συν είναι, όπως είπα, και το απίθανο καστ. Δεν είναι μόνο η ταλαντούχα πρωτοεμφανιζόμενη ευτραφής πρωταγωνίστρια και ο πάντα καλός Κρίστοφερ Γουόκεν. Είναι και η επιστροφή της πανέμορφης Μισέλ Φάιφερ σε απολαυστικό ρόλο κακιάς. Πάνω απ' όλα όμως - και πιο αναπάντεχο από οτιδήποτε άλλο - είναι ο αγνώριστος Τζον Τραβόλτα στο ρόλο της... χοντρής μαμάς της ηρωίδας. Αυτό και μόνο αρκεί να μετατρέψει την ταινία σε cult.
Ίσως τώρα να βαρέθηκα κάπως σε σκηνές που το τραγούδι (μιούζικαλ γαρ) παρατραβούσε και να μη βρήκα την σπιρτάδα και την τόλμη του παλιού. Ωστόσο δεν είναι κακή ταινία. Θα διασκεδάσετε.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 29, 2007

ΜΑΛΛΟΝ ΠΡΟΒΛΕΨΙΜΗ "ΑΣΤΕΡΟΣΚΟΝΗ"


Το Stardust ("Αστερόσκονη", 2007) του Matthew Vaughn βασίζεται σε βιβλίο του μεγάλου σεναριογράφου κόμικς και συγγραφέα Νιλ Γκάιμαν, έχει ένα απόλυτα ρομαντικό μήνυμα και διαθέτει μια πλειάδα λαμπρών ηθοποιών (οι οποίοι μάλιστα δείχνουν να το διασκεδάζουν). Κι έχει μάγους κάθε λογής, κακούς βασιλιάδες, πολύτιμα αστέρια που πέφτουν, μονόκερους και όλα όσα χρειάζονται για να κάνουν ένα συμπαθητικό, πλην όμως στερεοτυπικό παραμύθι. Ωστόσο δεν μπορεί να ξεφύγει από το να είναι μια ακόμη fantasy περιπέτεια, δίχως να προσθέτει κάτι σημαντικό στο είδος.
Διαθέτει και μερικές όμορφες σκηνές, όπως αυτές με το ιπτάμενο πλοίο, αρκετό χιούμορ και ίσως και κάποια πρωτοτυπία στο σενάριο. Ωστόσο, λίγο η μεγάλη διάρκεια, λίγο το απόλυτα αναμενόμενο τέλος - ναι, ναι, δεν χρειάζεται να το αναφέρω και να σας τη χαλάσω, είναι ακριβώς αυτό που φαντάζεστε -, λίγο τα χιλιοειδωμένα και κάπως ψεύτικα, ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος, εφφέ, δεν καταφέρνουν τελικά να την απογειώσουν όσο θα χρειαζόταν κι έτσι έπιασα τον εαυτό μου απλώς να περιμένει να τελειώσει το φιλμ.
Οι μεγάλοι ηθοποιοί πάντως, με την αναπάντεχη πολλές φορές παρουσία τους σε δεύτερους ρόλους, κρατάνε κάπως το ενδιαφέρον. Δεν είναι μόνο η πολύ καλή "κακιά" Μισέλ Φάιφερ (αν υπολογίσουμε και το "Hairspray" έχει επιστρέψει μετά από κάμποσα χρόνια με δύο ρόλους κακιάς), είναι και ο Πίτερ Ο'Τουλ, ο Ρούπερτ Έβερετ, η πρωταγωνίστρια Κλερ Ντέινς... Αυτός όμως που είναι πραγματικά όλα τα λεφτά - και βασικός λόγος για να διατηρηθεί κάπως ψηλά στην υπόληψή μου η ταινία - είναι ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, σε έναν απίστευτο ρόλο σκληρού καπετάνιου... και κάτι άλλο που δεν θα σας αποκαλύψω. Αν δεν έχετε τίποτα άλλο να κάνετε και επιμένουν και τα πιτσιρίκια σας...

Κυριακή, Οκτωβρίου 28, 2007

ΠΟΣΟ ΥΠΕΡΟΧΟΙ ΗΤΑΝ ΟΙ ΑΜΠΕΡΣΟΝΣ;


Το 1941 είχε γυρίσει τον θρυλικό "Πολίτη Κέιν". Την επόμενη χρονιά, το 1942, ο Orson Welles (1915-1985) επανέρχεται με την πολυαναμενόμενη 2η ταινία του, τους "Υπέροχους Άμπερσονς". Και επιλέγει να κάνει ένα δράμα εποχής.
Τοποθετημένη χρονικά στις αρχές του 20ού αιώνα, η ταινία παρακολουθεί τη ζωή της πλούσιας, νότιας και συντηρητικής οικογένειας Άμπερσον από το μεγαλείο και τη δόξα μέχρι την κατάρρευσή της. Όπως και στον "Γατόπαρδο" του Βισκόντι (αρκετά χρόνια αργότερα), το βασικό θέμα είναι κι εδώ το τέλος μιας εποχής : Η πτώση της αριστοκρατίας και η άνοδος της αστικής στο θρόνο της κυρίαρχης τάξης. Η τελευταία συμβολίζεται από τον εφευρέτη αυτοκινήτων, εξ ίσου πλούσιο με τους Άμπερσονς, πλην όμως ταπεινής καταγωγής, Τζόζεφ Κόττεν. Ενώ όμως ο Βισκόντι κάνει τη δική του "μελέτη" με πολιτικούς κυρίως όρους, ο Ουέλς επιλέγει να δείξει την πτώση μέσα από τις προσωπικές ιστορίες και τους έρωτες (συνήθως αποτυχημένους) των μελών της οικογένειας. Πίσω όμως από τις αποτυχίες αυτές, αν το καλοεξετάσει κανείς, κρύβεται ο βαθύτατος συντηρητισμός και η στενομυαλιά της οικογένειας και κυρίως του νεαρού γόνου - κληρονόμου. Η άτεγκτη στάση του και οι κοινωνικές του προκαταλήψεις θα οδηγήσουν τους Άμπερσονς στην καταστροφή.
Στις μέρες μας είναι αρκετά συνηθισμένο το μοτίβο των οικογενειών με "προοδευτικούς" γονείς και συντηρητικά παιδιά, που κυρίως ενδιαφέρονται για την επαγγελματική τους αποκατάσταση και την απόκτηση της ιδιότητας του γιάπι. Τότε όμως, εν έτει 1942, ήταν μάλλον η πρώτη φορά που οι γονείς απεικονίζονται συμπαθέστεροι του νεαρού γιου. Και κυρίως η μητέρα, που βιώνει αγόγγυστα το δράμα της - θύμα ωστόσο κι αυτή των κοινωνικών συμβάσεων που δεν την αφήνουν να "επαναστατήσει" και να κερδίσει την ευτυχία που βρίσκεται μόλις ένα βήμα μπροστά της.
Δράμα εποχής λοιπόν - με κοινωνικές προεκτάσεις - οι "Υπέροχοι Άμπερσονς" (τίτλος σαφώς ειρωνικός), αν και δεν γνώρισε την άμεση κριτική επιτυχία του "Πολίτη Κέιν" (φυσικό ήταν), θεωρείται από πολλούς ένα σχετικά άγνωστο διαμάντι του κλασσικού σινεμά.

Σάββατο, Οκτωβρίου 27, 2007

Η ΜΟΙΡΑΙΑ "ΚΥΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΑΓΚΑΗ"


Το 1947 ο Orson Welles (1915-1985) "βουτάει" για πρώτη φορά στο νουάρ, γυρίζοντας την κλασσική "Κυρία από τη Σαγκάη". Πρόκειται για ένα τυπικό δείγμα του είδους, το οποίο την εποχή εκείνη βρισκόταν στις δόξες του, μόνο που ο Welles, που είχε ήδη στο ενεργητικό του φιλμς όπως ο "Πολίτης Κέιν" και οι "Υπέροχοι Άμπερσονς", του έχει προσθέσει και κάτι παραπάνω. Όπως "κάτι παραπάνω" προσθέτει και η εκτυφλωτική ενίοτε Ρίτα Χέιγουορθ, η βασική πρωταγωνίστρια.
Ένας ναυτικός, ο ίδιος ο Ουέλες, γοητεύεται από την πανέμορφη και παντρεμένη με πάμπλουτο μεγαλοδικηγόρο κυρία Μπάνιστερ, δέχεται την πρό(σ)κλησή της να γίνει καπετάνιος τροπικής κρουαζιέρας με το γιωτ του ζεύγους - και μερικών ακόμα πλούσιων φίλων - και μπλέκεται σε μια ασυνήθιστη ιστορία φόνου με μπερδεμένα κίνητρα, στην οποία θα βρεθεί κατηγορούμενος.
Στην ταινία υπάρχουν όλα τα αρχετυπικά στοιχεία των φιλμ νουάρ: Η υποβλητική ασπρόμαυρη φωτογραφία, η κλασσική μοιραία γυναίκα που παρασέρνει το θύμα της στον όλεθρο, ο φόνος, ο ερωτευμένος που, ακριβώς εξ αιτίας του έρωτά του χάνει τον έλεγχο των πράξεών του και τη συνήθη ψυχραιμία του και αφήνεται να παρασυρθεί βήμα - βήμα προς την καταστροφή, η voice over πρωτοπρόσωπη αφήγηση... κι επιπλέον μπόνους η κλασσική στην ιστορία του σινεμά σκηνή του τέλους με το τελικό ξεκαθάρισμα στο δωμάτιο με τους πολλαπλούς καθρέφτες ενός λούνα παρκ. Το "έξτρα" του Ουέλλες, είναι η έντονη κοινωνική κριτική του και η προφανής απέχθειά του για τους πλούσιους, τους οποίους θεωρεί σχεδόν εξ ορισμού διεφθαρμένους, άπληστους, αδίστακτους και απίστευτα υποκριτές. Σαν να μας λέει ότι από τη στιγμή που κάποιος γίνεται ζάμπλουτος... κάποιον λάκο έχει η φάβα... κάποιες βρωμιές έχει διαπράξει. Είναι χαρακτηριστικός ο επαναλαμβανόμενος παραλληλισμός της μεγαλοαστικής τάξης με τους καρχαρίες, που κατασπαράζουν ό,τι βρουν γύρω τους και, μετά, τρελλαμένοι από τη μυρουδιά του αίματος, κατασπαράζονται μεταξύ τους. Έτσι, δίνει σε ένα τυπικό νουάρ μια αναπάντεχη πολιτική διάσταση.
Κάποια στοιχεία βέβαια της ταινίας έχουν γεράσει: Ίσως σας ενοχλήσουν οι υπερβολικές για την εποχή μας ηθοποιίες, ίσως κάποιες ευκολίες στο σενάριο (όπως αυτή με την οποία ο ήρωας ξεφεύγει από το δικαστήριο στο οποίο είναι κατηγορούμενος)... αυτά όμως είναι αναμενόμενα για μια τόσο παλιά ταινία. Σε γενικές γραμμές παραμένει κλασσική.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 25, 2007

4 ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΜΗΝΕΣ Ή Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΣΑΝ ΘΡΙΛΕΡ


Το ρουμάνικο φιλμ "4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 μέρες" του Cristian Mungiu ίσως να αποτελέσει την έκπληξη της φετινής σεζόν. Έξω ήδη ισχύει αυτό, αφού πήρε από το πουθενά τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες.
Τι το εξαιρετικό συμβαίνει μ' αυτό; Η ταινία είναι απόλυτα, μα απόλυτα ρεαλιστική, σχεδόν ντοκιμαντερίστικη, στη γνωστή παράδοση του αγγλικού σινεμά (Μάικλ Λι, Κεν Λόουτς κλπ.) ή των αδελφών Νταρντέν. Έχω γράψει μάλιστα σε παλιότερα ποστ ότι δεν είμαι και πολύ φίλος αυτής της παράδοσης. Εδώ όμως αυτή η αφόρητη καθημερινότητα έχει αντιμετωπιστεί σαν θρίλερ, που με κράτησε (αγχωμένο μάλιστα) από την αρχή μέχρι το τέλος. Είναι και η εξιρετική πρωταγωνίστρια, οπότε τα πράγματα βελτιώνονται κι άλλο. Προειδοποιώ όμως ότι ο θεατής μπορεί και να "κόψει τις φλέβες του" μ' όλη αυτή τη μιζέρια και το άγχος που κυριαρχούν.
Στην μίζερη λοιπόν και καταθλιπτική Ρουμανία της δεκαετίας του 80, επί εποχής δηλαδή της δικτατορίας του Τσαουσέσκου, μια κοπέλα προσπαθεί να κάνει έκτρωση, η οποία, όπως και πάμπολλα άλλα πράγματα τη ζοφερή αυτή περίοδο, απαγορεύεται αυστηρά. Η κολλητή φίλη και συγκάτοικός της στην εξ ίσου καταθλιπτική φοιτητική εστία τη βοηθά με κάθε τρόπο, παρανομώντας διαρκώς και ρισκάροντας και κείνη την ελευθερία της (και άλλα πολλά) και επωμίζεται όλο το βάρος της αγχώδους προσπάθειας, αφού η έγκυος δεν είναι σε θέση να κάνει πολλά. Η ταινία διαδραματίζεται ουσιαστικά κατά τη διάρκεια μιας μέρας (και κυρίως της νύχτας), μιας εφιαλτικής μέρας όπου πάρα πολλά θα συμβούν...
Το φιλμ αποτελεί πρώτα πρώτα καταγγελία του συγκεκριμένου καθεστώτος, αλλά και όλων των παρόμοια ανελεύθερων καθεστώτων, που έχουν το εφιαλτικό "προνόμιο" να μετατρέπουν ένα απλό γεγονός σε θέμα ζωής και θανάτου, που μπορεί να τινάξει στον αέρα όλη την υπόλοιπη ζωή όσων εμπλέκονται σ' αυτό. Δείχνει λοιπόν τις επιπτώσεις της καταπίεσης όχι απλά στα πολιτικά πράγματα, αλλά και στην άσχετη μ' αυτά (;) καθημερινότητα. Πέραν αυτού, μπορεί να ειδωθεί και σαν μεταφορά του περάσματος των ηρωίδων από τη "ρομαντική" νεότητα στην αληθινή ζωή, που εδώ μόνο να σε τσακίσει μπορεί. Spoiller. Τι σημασία έχει αν στο τέλος "όλα θα πάνε καλά;" Τα σημάδια που θα αφήσει η μέρα θα μείνουν, φοβάμαι, ανεξίτηλα χαραγμένα στις ζωές τους. Τέλος Spoiler.
Συστήνεται ανεπιφύλακτα, κι ας νοιώσετε στο τέλος σα να έχετε φάει μια γερή γροθιά στο στομάχι.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 24, 2007

ΣΤΗ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΑ ΒΡΩΜΙΚΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΑ ΜΥΣΤΙΚΑ


Μετά το δραματικό Crash o Paul Haggis επιστρέφει με την δυνατή "Κοιλάδα του Ηλά", ταινία που εκτίμησα όχι μόνο για το θάρρος της (για τα αμερικάνικα τουλάχιστον δεδομένα), αλλά και γιατί δεν είναι απλώς αντιπολεμική, αλλά βαθειά αντιστρατιωτική.
Ο επαγγελματίας καραβανάς, βετεράνος του Βιετνάμ και απόλυτα συντηρητικός και πιστός μέχρι ηλιθιότητας στην πατρίδα ήρωας (πολύ καλός ο Τόμι Λι Τζόουνς), πληροφορείται ότι ο γιός του, επίσης στρατιωτικός και πολεμιστής στο Ιράκ, έχει σκοτωθεί. Όχι όμως στην κόλαση του πολέμου, αλλά στην Αμερική, λίγο μετά την επιστροφή του. Επειδή συναντά παντού ένα τοίχος μυστικότητας, αποφασίζει να ερευνήσει ο ίδιος τις συνθήκες του θανάτου του. Από εκεί και πέρα ένα τεράστιο κουβάρι φρικιαστικών και βρώμικων στρατιωτικών μυστικών αρχίζει να ξετυλίγεται και η ταινία προχωρά διατηρώντας μια ενδιαφέρουσα αστυνομική δομή.
Η ταινία, συγκλονιστική σε κάποια σημεία της, ενδιαφέρεται κυρίως να εντοπίσει και να καυτηριάσει όχι τη φρίκη του πολέμου καθ' εαυτή (αυτό είναι δεδομένο - και εξ άλλου υπάρχουν σημεία που θίγουν και αυτό το προφανές θέμα), αλλά τις επιπτώσεις του στη ψυχή των ανθρώπων και στην κοινωνία. Στους ίδιους τους στρατιώτες δηλαδή και στα ανεξίτηλα σημάδια που αφήνει όχι μόνο σ' αυτούς, αλλά και στον κοινωνικό περίγυρο. Βλέπετε, το θέμα με τον σύγχρονο πόλεμο (με δεδομένο ότι οι σύγχρονοι πόλεμοι είναι πολύ πιο βρώμικοι από τους παλιούς) δεν είναι μόνο οι χίλιοι, ας πούμε, νεκροί, αλλά και οι εκατό χιλιάδες ψυχικά διαταραγμένοι επιζήσαντες, που όταν επιστρέψουν πολύ δύσκολα θα επανενταχτούν στην κοινωνία. Μάλλον θα της προκαλέσουν πλήθος δυσεπίλυτων προβλημάτων.
Υπάρχει φυσικά σε πρώτο επίπεδο η καταγγελία ενάντια στον εγκληματικό πόλεμο στο Ιράκ και τις βαρβαρότητες που καθημερινά διαπράττονται εκεί. Το πράγμα όμως παίρνει ευρύτερες διαστάσεις: Ο Χάγγις μας λέει ότι ουσιαστικά σε κάθε πόλεμο οι άνθρωποι - άσχετα με τις προσωπικές τους προθέσεις - μετατρέπονται εξ ορισμού σε κτηνώδεις δολοφόνους. Δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Η βαρβαρότητα ενάντια όχι μόνο στον εχθρό καθ' εαυτό, αλλά και στους άμαχους και στο περιβάλλον και παντού, βρίσκεται στην ίδια τη φύση του πολέμου. Και μετά ακολουθούν οι επιπτώσεις που λέγαμε με την επιστροφή στην πατρίδα... Προχωρώντας ακόμα πιο πέρα, καταγγέλλει - πέραν του πολέμου - και την ίδια τη φύση του στρατού ως εγκληματική και διεστραμμένη, όπου το καλό και το κακό διαστρεβλώνονται και τη θέση τους παίρνει η τυφλή "πίστη στην πατρίδα" και η εξ ίσου τυφλή πίστη στην άκαμπτη ιεραρχία. Κι αυτά τα τελευταία περί στρατού και απόλυτης καταδίκης της στρατοκαυλίασης - που μόνο δεινά επιφέρει - τη θεωρώ σημαντικότερη από το απλώς αντιπολεμικό στοιχείο.
Τολμηρή λοιπόν η "Κοιλάδα", εκεί που νομίζεις ότι τελειώνει, πάει ακόμα πιο βαθειά και αποκαλύπτει κι άλλα - βρώμικα πάντα - στρατιωτικά μυστικά (εγκλήματα μάλλον). Και να σκεφτείτε ότι βρισκόμαστε μονάχα στην αρχή των ταινιών περί αμερικάνικου τραύματος στο Ιράκ. Η σφαγή εκεί κάτω συνεχίζεται. Θυμηθείτε τι είχε γίνει στο αμερικάνικο σινεμά εξ αιτίας του Βιετνάμ...

Τρίτη, Οκτωβρίου 23, 2007

ΧΟΛΥΓΟΥΝΤΙΑΝΟΣ EL GRECO


Ας ξεκινήσουμε με τη διαπίστωση ότι ο El Greco του Γιάννη Σμαραγδή είναι η πιο άρτια ελληνική (ελληνοϊσπανική για την ακρίβεια) χολυγουντιανού στιλ παραγωγή που έγινε ποτέ (και η πρώτη, άλλωστε, θα μου πείτε, η αρτιότητα όμως παραμένει). Θέαμα, κοστούμια και σκηνικά, καλοί στην πλειοψηφία τους ηθοποιοί, καλή μουσική και άλλα επί μέρους στοιχεία συνθέτουν το αποτέλεσμα αυτό. Ας αφήσουμε επίσης κατά μέρος το θέμα της ιστορικής ακρίβειας. Προκειται για μια καθαρά μυθιστορηματική βιογραφία. Άλλωστε δεν πάμε σινεμά για να μάθουμε ιστορία. Γι' αυτό, προσωπικά, καθόλου δεν μ' ενδιαφέρει αν ο ιεροεξεταστής και η περίπλοκη σχέση του με τον Γκρέκο είναι αληθινά γεγονότα ή αν όντως ο νεαρός ζωγράφος πηδούσε την κόρη του Ενετού διοικητή της Κρήτης. Πέραν αυτών λοιπόν:
Η ταινία επικεντρώνει όχι τόσο στην προσωπικότητα του μεγάλου ζωγράφου (είναι από την αρχή δεδομένο ότι πρόκειται για ιδιοφυία), αλλά στη σύγκρουσή του με τον στυγνό ιεροεξεταστή και πρώην φίλο του, σύγκρουση που συμβολίζει (όπως ρητά λέγεται) τη σύγκρουση φωτός και σκότους, ελευθερίας και καταπίεσης, ατόφιας, ανεξέλεγκτης δημιουργηκότητας και μίζερων, αποπνικτικών κανόνων. Στο σημείο αυτό πετυχαίνει αρκετά - αν και το σασπένς λείπει αφού όλοι ξέρουμε ότι ο Γκρέκο δεν κατέληξε στην πυρά (κάτι τέτοιο θα ήταν πασίγνωστο, πιστέψτε με). Από την άλλη πάντως, ρεαλιστικά μιλώντας, δεν είμαι και πολύ σίγουρος ότι τα λόγια ενός μεγάλου καλλιτέχνη, όσο πύρινα και καίρια κι αν ήταν, θα έπειθαν έναν φανατικό ιεροεξεταστή του 16ου αιώνα...
Κατά τα άλλα τα αρκετά χολυγουντιανά κλισέ υπάρχουν (είπαμε, είναι μεγάλη παραγωγή και έπρεπε να τηρηθούν κάποιοι κανόνες ασφαλείας) και με ενόχλησε αρκετά η-απαραίτητη-για-να-κάνουμε-σουξέ αγγλική γλώσσα, που βγάζει και μερικά κωμικά αποτελέσματα (θα προτιμούσα να ήταν στα ελληνικά και στα ισπανικά μόνο), αλλά δεν σας κρύβω ότι σε κάποια σημεία βρήκα την ταινία καλύτερη απ' όσο περίμενα. Και μάλλον χαίρομαι που θα κάνει πάμπολλα εισιτήρια, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Το θεωρώ δίκαιη ανταμοιβή της πρώτης τόσο μεγάλης ελληνικής απόπειρας.