Σάββατο, Σεπτεμβρίου 22, 2007

PLANET TERROR: ΖΟΜΠΙ, ΧΑΒΑΛΕΣ ΚΑΙ B-MOVIES


Σε όλη του την κινηματογραφική καριέρα ο Robert Rodriguez είχε σαν στόχο τον χαβαλέ. Έτσι, όταν ο κολλητός του Ταραντίνο του πρότεινε ένα σινεφίλ παιχνίδι με τα παλιά b-movies των 70ς, φαντάζομαι ότι θα ήταν η καλύτερή του. Το Planet Terror (2007) που προέκυψε διαθέτει όλα, μα όλα τα κλισέ των σπλάτερ της εποχής, διαθέτει την επιμελώς-προσεγμένη-ώστε-να-δείχνει-παλιά κόπια και, φυσικά, τον ζητούμενο χαβαλέ.
Οι (κλασσικά) ζομποποιημένοι από (κλασσική) μόλυνση κάτοικοι της (κλασσικής) αμερικάνικης κωμόπολης την πέφτουν (κλασσικά) από παντού στους λίγους επιζώντες και γίνεται το σώσε. Η κόπια όντως μοιάζει παλιά με τις γραμμές, τα κοψίματα και τα καψίματά της και, ως αποκορύφωμα, υποτίθεται ότι λείπει και μια ολόκληρη μπομπίνα, που υποτίθεται και πάλι ότι χάθηκε. Διασκέδασα με την όλη φάση, γέλασα αρκετά (με κατάμαυρα, σπλάτερ αστεία βεβαίως) και γενικά τη βρήκα συμπαθέστερη απ' όσο οι περισσότεροι κριτικοί, που την έθαψαν.
Εδώ ωστόσο είμαι υποχρεωμένος να προειδοποιήσω με κάθε τρόπο: Την βρήκα εγώ, που είμαι αρκετά εθισμένος σε τέτοια θεάματα από παλιά. Αλλά η ταινία είναι πολύ σπλάτερ. Πιο πολύ δεν γίνεται. Τα αίματα και τα ζουμιά εν γένει ρέουν από παντού σε άφθονες ποσότητες και συχνά το όλο πράγμα γίνεται (επίτηδες βεβαίως) εξόχως αηδιαστικό. Αν είστε ευαίσθητοι σ' αυτά τα γλυκά πραγματάκια σας προειδοποιώ: Μην περάσετε ούτε απ' έξω. Αν όμως διασκεδάζετε κι είστε συνηθισμένοι σ' αυτά, σας είπα, τη βρήκα μάλλον καλύτερη απ' όσο περίμενα.
Φυσικά πρόκειται για ένα καθαρό κινηματογραφικό αστείο. Τίποτα παραπάνω. Και ως τέτοιο και μόνο πρέπει να ειδωθεί. Οποιουδήποτε άλλου είδους ανάλυση θα είναι εξ ορισμού άκυρη.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 18, 2007

ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΕΣ ΔΙΑΤΡΙΒΕΣ ΚΑΙ SNUFF MOVIES


Το 1996 ο ισπανός Alejandro Amenabar, που αργότερα θα έκανε φιλμς όπως τα Others και "Η θάλασσα μέσα μου", γυρίζει το Tesis, την πρώτη του ταινία. Αν εξαιρέσει κανείς την "Θάλασσα", ο Amenabar είναι βασικά ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης ατμοσφαιρικών θρίλερ, ενίοτε μεταφυσικών. Κι αυτό φάνηκε ήδη απ' την αρχή.
"Θέσις" είναι η διδακτορική διατριβή σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Έτσι, αφορμή για το σκοτεινό αυτό θρίλερ, είναι η διδακτορική διατριβή μιας φοιτήτριας κινηματογραφικής σχολής με θέμα τη βία στο σινεμά. Διατριβή που θα μετατραπεί σε εφιάλτη, όταν θα πέσει πάνω σε μια σειρά snuff movies (είδος ταινιών που κινούνται στα όρια του "αστικού μύθου" και που υποτίθεται ότι περιλαμβάνουν αληθινούς φόνους) και ένας κύκλος αίματος και φρίκης θα στηθεί γύρω της.
Πρόκειται για πολύ καλό θρίλερ, με σκοτεινή ατμόσφαιρα, έντονο σασπάνς και βία και αρκετές ανατροπές πάνω στην ταυτότητα του δολοφόνου. Γενικά το θεωρώ από τις καλές ταινίες του είδους. Και, επι πλέον, περιλαμβάνει και έναν έντονο προβληματισμό πάνω σε μια σειρά από ερωτήματα: Μέχρι πού φτάνει η αρχή του "δώσε στο κοινό ό,τι θέλει"; (αρχή προσφιλέστατη βεβαίως στη βιομηχανία του θεάματος και άλλοθι για πλείστες τηλεοπτικές κυρίως αθλιότητες, που βεβαίως δεν αποσκοπεί στην ικανοποίηση του όποιου γούστου του κοινού, αλλά στο φούσκωμα της τσέπης των παραγωγών). Πώς και γιατί μας γοητεύει η θέαση της βίας; Κι αν απεχθανόμαστε τη βία στην πραγματική ζωή, γιατί απολαμβάνουμε (και εγώ φυσικά συγκαταλέγομαι στους "ένοχους") ταινίες σαν κι αυτήν ακριβώς για την οποία μιλάμε εδώ; Είμαστε, κατά βάθος, όλοι βίαιοι; Ή υπάρχει ουσιαστικός διαχωρισμός αληθινής και αναπαριστώμενης βίας;
Δεν ξέρω αν υπάρχουν σαφείς απαντήσεις. Σίγουρα όμως η ταινία θέτει τα ερωτήματα. Κι είναι και καλή ταινία στο είδος της.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 13, 2007

ZODIAC Ή ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΜΕΛΕΤΗ ΤΩΝ ΕΜΜΟΝΩΝ


Να πω από την αρχή ότι ο David Fincher είναι από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες και περιμένω με αγωνία κάθε καινούρια δουλειά του. Αλλά να δηλώσω επίσης από την αρχή ότι θεωρώ το Zodiac του 2007 καλή ταινία, όχι όμως το αριστούργημα για το οποίο πολλοί "παραμίλησαν".
Φυσικά (κι αυτό γίνεται πολύ γρήγορα αντιληπτό) το Zodiac δεν είναι μια ακόμα ταινία με σίριαλ κίλερ. Ο τελευταίος αποτελεί την αφορμή μονάχα για μια (ακόμα) μελέτη της ανθρώπινης εμμονής και των (καταστροφικών συνήθως) αποτελεσμάτων της. Ή, αν θέλετε να το πούμε αλλιώς, δεν είναι ο σίριαλ κίλερ αυτός που ενδιαφέρει τον σκηνοθέτη, αλλά οι διώκτες του και η ψυχολογία τους. Άλλωστε ο δολοφόνος δεν δείχνεται σχεδόν καθόλου και οι αμφιβολίες για την ταυτότητά του συσσωρεύονται διαρκώς. Αντίθετα, η σταθερή διάβρωση του χαρακτήρα των διωκτών του (ενός μπάτσου, ενός σκιτσογράφου κι ενός δημοσιογράφου), παρακολουθείται με απόλυτα ακριβείς, αλλά αργούς ρυθμούς, όπως ακριβώς αργή και ανεπαίσθητη, αλλά αμείλικτη, είναι η διάβρωση που προαναφέραμε. Στο τέλος, μετά από χρόνια ενασχόλησης με την υπόθεση, οι ζωές τους έχουν καταστραφεί και οι οικογένειές τους έχουν διαλυθεί.
Κι ενώ πρόκειται για μια ακόμα φορά για εξαιρετική δουλειά σε κάθε επί μέρους στοιχείο (φωτογραφία, ατμόσφαιρα, λεπτομέρειες αναπαράστασης της εποχής, αφού η δράση της ταινίας εκετείνεται από το 1969 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 80 κλπ.), η αντίρρησή μου - αυτή που κυρίως με εμποδίζει να το χαρακτηρίσω αριστούργημα, όπως πολλοί κριτικοί - είναι ότι έχουμε ξαναδεί αυτό ακριβώς το θέμα, συχνά πολύ καλά αναπτυγμένο στο σινεμά (από τον Αλ Πατσίνο στο "Ψωνιστήρι" μέχρι την ιδιαίτερη σχέση / ταύτιση της Φόστερ με τον Χάνιμπαλ στη "Σιωπή των Αμνών" και την κατάρρευση του ήρωα στο τέλος του "Μονάχου" του Σπίλμπεργκ - κι ας μην πρόκειται για κυνήγι δολοφόνου στο τελευταίο παράδειγμα). Νομίζω δηλαδή ότι, παρά τις σκηνοθετικές αρετές της, πρόκειται για μια συνηθισμένη θεματικά ταινία. Είναι και οι αργοί ρυθμοί, που συνδυάζονται με πλήθος λεπτομερειών και ονομάτων που κάπου μπερδεύουν...
Αυτά βέβαια δεν με εμποδίζουν να το θεωρώ καλή ταινία (το είπα και στην αρχή) και να εξακολουθήσω να πιστεύω ότι ο Φίντσερ είναι από τους μεγαλύτερους δημιουργούς του καιρού μας. Τον περιμένω πάντοτε με ανυπομονησία.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 08, 2007

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΟΥ 2006-2007

Αρχές Σεπτέμβρη λοιπόν και εποχή κινηματογραφικών απολογισμών. Τουτέστιν οι 10 καλύτερες ταινίες - κατά την ταπεινή μου γνώμη - της σεζόν που πέρασε. Όπως κάναμε και πέρισι θα διευκρινίσουμε και πάλι τα εξής:
1. Ως "σεζόν" εννοώ την περίοδο από 1 Σεπτέμβρη 2006 έως 31 Αυγούστου 2007. Όποια ταινία βγήκε στα ελληνικά σινεμά μέχρι και την τελευταία μέρα του Αυγούστου που μόλις τελείωσε ανήκει σ΄αυτήν. Όποια βγήκε από 1η Σεπτέμβρη θα εξεταστεί στον επόμενο απολογισμό (αν είμαστε καλά μέχρι τότε).
2. Η σειρά των 10 ταινιών ΔΕΝ είναι αξιολογική, αλλά απλώς αλφαβητική. Μου είναι αδύνατο να κρίνω το νο 1, το νο 5 ή το 6 ας πούμε από οτιδήποτε. Ήδη κουράστηκα για να επιλέξω 10 από τις καμιά εικοσαριά που μου άρεσαν.
3. Οι παλιές ταινίες που προβλήθηκαν ξανά στη σεζόν (π.χ. "Ο Νεκρός", "Στη σκιά των 4 γιγάντων" κλπ.) ΔΕΝ περιλαμβάνονται στη λίστα.
Πάμε λοιπόν.

ΟΙ ΔΕΚΑ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ

- 13 (ΤΖΑΜΈΤΙ) του Gela Babluani
- AZUR ET ASMAR του Michel Ocelet
- ΒΑΒΕΛ του Alejandro Inarritu
- THE BUBBLE του Eytan Fox
- Ο ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ του Joon-ho Bong
- ΟΙ ΖΩΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ του Florian Henckel von Donnersmarck
- Ο ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ ΤΟΥ ΠΑΝΑ του Guillermo del Toro
- ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ του Alfonso Quaron
- THE SIMPSONS MOVIE του David Silverman
- VOLVER Του Pedro Almodovar

Να και οι υπόλοιπες 10 ταινίες που ξεχώρισα φέτος (πάντα χωρίς αξιολογική σειρά):

- THE DEPARTED του Martin Scorsese
- PRESTIGE του Christopher Nolan
- LITTLE MISS SUNSHINE των Jonathan Deyton και Valerie Faris
- ΚΡΥΦΕΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ (LITTLE CHILDREN) του Todd Fields
- Η ΨΥΧΗ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ του Γιάννη Οικονομίδη
- ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΒΟΖΙΜΑ του Clint Eastwood
- Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΦΥΛΑΚΑ του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου
- ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΙ ΦΟΒΟΙ ΣΕ ΔΗΜΟΣΙΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ (COEURS) του Alain Resnais
- DEAD GIRL της Karen Monrieff
- ΕΝΑΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ του Jens Lien

Καλύτερο blogbuster της χρονιάς οι τρίτοι ΠΕΙΡΑΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΑΪΒΙΚΗΣ του Gore Verbinski.

Ξέρω από τώρα τις έντονες διαφωνίες πολλών από σας: Η παράλειψη των Inland Empire του David Lynch και Fountain του Darren Aronofsky. Τι να κάνουμε; Όπως έγραψα στα σχετικά μ' αυτές κείμενα, οι συγκεκριμένες ταινίες δύο από τους αγαπημένους μου δημιουργούς με απογοήτευσαν. Δεν παύω όμως να περιμένω με αγωνία κάθε επόμενη δουλειά τους.
Αυτά για φέτος. Και του χρόνου.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 07, 2007

ΠΕΡΙ ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΗΣ (;) ΕΓΚΥΜΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ


Διότι περί αυτού ακριβώς μιλά το "Με την πρώτη" (Knocked up) του Judd Apatow (2007): Νεαρός ατσούμπαλος και φανατικό μέλος αντροπαρέας που δεν διακρίνεται για την κομψότητά της, τίγκα στις διάφορες "ουσίες" μάλιστα, κάνει σχεδόν κατά λάθος σεξ για μια βραδιά με ωραία γκόμενα εντελώς διαφορετικής κουλτούρας και ευαισθησιών και, εξ ίσου κατά λάθος, την αφήνει έγκυο. Κι από εκεί και πέρα...
Ακούγεται και μοιάζει σε πρώτη ματιά με μια ακόμα χαζή αμερικάνικη κωμωδία, απ' αυτές που βλέπεις αποκλειστικά σε dvd όταν πλήτεις αφόρητα . Ωστόσο δεν είναι ακριβώς. Αυτή εδώ διαθέτει αρετές και τόλμη που είναι ανύπαρκτες στο είδος που προαναφέραμε. Ας πάρουμε αρχικά την αυστηρώς ακατάλληλη αθυροστομία της, τόσο κυριολεκτικά, στα όσα λέγονται και με τον τρόπο που λέγονται, όσο και σε όσα δείχνονται, κυρίως σε ό,τι αφορά την κατανάλωση διαφόρων ουσιών - με πρώτο και κύριο βέβαια το χασίς. Κι έπειτα είναι και η καταγραφή των σχέσεων του κατά λάθος ζεύγους, που περνά από πλείστες φάσεις και (καλές και κακές) στιγμές. Ο τρόμος της δέσμευσης που μοιάζει να ενυπάρχει σε κάθε άντρα, η αθεράπευτη ανάγκη του για παιδικότητα και "μαλακίες", ο αντίθετος (συνήθως) χαρακτήρας των γυναικών με την "σοβαρότητα" και την πιο προσγειωμένη οπτική τους, όλα υπάρχουν εδώ. Όπως και ο τελματωμένος γάμος της αδελφής της κοπέλας, με αναπαραγωγή των παραπάνω σε πιο ακραία και καρικατουρίστικη μορφή. Τελικά, μετά από κάμποσα γέλια, πιάνεις τον εαυτό σου να αναρωτιέται αν πρόκειται στην ουσία για κωμωδία ή ρεαλιστικό δράμα.
Από την άλλη, ο αντίλογος μπορεί να υπάρξει και να βασίζεται ακριβώς σε όσα είπαμε παραπάνω: Η ταινία μπορεί κάλλιστα να κατηγορηθεί για αναπαραγωγή όλων αυτών των κλισέ - σταθερή, μονογαμικη γυναίκα που ολοκληρώνεται με την εγκυμοσύνη, τσαπατσούλης, αιώνιο παιδί άντρας που φοβάται τη δέσμευση. Και για συντηρητισμό επίσης, αφού όλα στο τέλος θυσιάζονται μπροστά στο "υπέρτατο γεγονός": Την έλευση του παιδιού. Και, διάβολε, δεν μπορώ να πιστέψω ότι δύο τόσο πανάσχετοι χαρακτήρες (μιλάμε για κυριολεκτικά διαφορετικούς κόσμους), που αρχικά σιχαίνονται ο ένας τον άλλον, μπορούν να τα βρουν με οποιονδήποτε τρόπο και να ερωτευτούν "για χάρη του παιδιού" και της υπέρτατης αξίας: της οικογένειας. Πολύ αμερικάνικο μου ακούγεται.
Διαλέγετε και παίρνετε λοιπόν. Στο μεταξύ όμως, όλα τα λεφτά είναι τα όσα απίστευτα συμβαίνουν στους κόλπους της ανεκδιήγητης αντροπαρέας. Η καταγραφή της κάθε λογής καφρίλας και χοντράδας - απόλυτα αληθινής ωστόσο - είναι κάτι παραπάνω από διασκεδαστική (ίσως μάλιστα πρώτη φορά να την έχω δει τόσο καλά δοσμένη στο σινεμά).

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 03, 2007

Η ΠΙΣΙΝΑ Ή ΟΙ ΑΦΟΡΗΤΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΣΧΕΣΗΣ


"Η Πισίνα" του Jacques Deray (1929-2003) είναι μια ταινία του 1969, που συνδυάζει την ψυχολογική ανάλυση με την αστυνομική πλοκή. Ένα ζευγάρι περνά ευτυχισμένες διακοπές σε μια πολυτελή βίλα με πελώρια πισίνα, ώσπου τους επισκέπτεται ένας παλιός φίλος (και αθεράπευτος μποέμ) με την σέξι κόρη του. Από εκεί και πέρα οι ισορροπίες ανατρέπονται, οι συμβάσεις αποκαλύπτονται, τα προσωπεία πέφτουν... και, όταν συμβαίνει και ένας φόνος και το πράγμα παίρνει αστυνομική τροπή, αυτό γίνεται μόνο και μόνο για να εδραιωθούν συμβάσεις ακόμα βαρύτερες και τρομακτικότερες.
Πρέπει να πούμε ότι η ταινία δείχνει έντονα τα χρόνια της. Είναι βουτηγμένη μέχρις εκεί που δεν παίρνει στα 60ς, αισθητικά, ενδυματολογικά κλπ. Αυτό όμως είναι κάτι που μπορείτε να παραβλέψετε. Στο κάτω - κάτω, δείτε το σαν μελέτη της αισθητικής μιας εποχής (που σήμερα, σε ορισμένες σκηνές και ιδιαίτερα σε κάποιες εμφανίσεις της Ρόμι Σνάιντερ μας φαίνεται ακόμα και γελοία). Ωστόσο το ενδιαφέρον νοηματικά παραμένει: Όλο το θέμα είναι η υποκρισία (ακόμα και το μίσος κάποιες φορές) που υποβόσκει στις σχέσεις ενός ευτυχισμένου επιφανειακά ζευγαριού, τη φθορά των σχέσεων που όλοι κάποτε έχουμε ζήσει και που δεν φαίνεται αν δεν εμφανιστεί κάποιος καταλύτης. Και εδώ ο Deray αποκαλύπτει ότι κατά βάθος, η γεμάτη πάθος, ειδυλιακή σε πρώτη ματιά σχέση, στηρίζεται μόνο και μόνο στην πιεστική ανάγκη να έχεις κάποιον δίπλα σου με κάθε τίμημα. Ακόμα κι αν αυτό βασίζεται στον ωμό εκβιασμό. Ακόμα κι αν στα θεμέλια της σχέσης είναι, καλά θαμένο, ένα πτώμα.
Προειδοποιώ για τους σχετικά αργούς ρυθμούς της ταινίας, ιδιαίτερα στην αρχή, όταν καταγράφεται η ξένοιαστη ζωή των διακοπών του ζευγαριού. Ωστόσο είναι απόλαυση να βλέπεις κλασσικούς πρωταγωνιστές στις πιο όμορφες στιγμές τους (Αλέν Ντελόν, Ρόμι Σνάιντερ, Μορίς Ρονέ). Και πάνω απ' όλους (συγχωρείστε τον εντονότατο υποκειμενισμό μου, αλλά πρόκειται για παλιό φετίχ) την Τζέιν Μπίρκιν, πιο δροσερή και όμορφη από ποτέ. Στα 23 της, βλέπετε, τότε...

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 02, 2007

SIMPSONS: Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΟΝΕΙΡΕΥΕΣΤΕ ΝΑ ΕΧΕΤΕ


Το ότι οι Simpsons είναι τηλεοπτικό αριστούργημα είναι γνωστό. Το ότι θα τολμούσε να είναι το ίδιο αιχμηρή, ανελέητη θα έλεγα, και η ταινία του David Silverman (2007), αποδείχτηκε μόλις.
Ενήλικο όσο δεν παίρνει, καυστικό σε βιτριολικό βαθμό, το Simpsons Movie τινάζει στον αέρα όσα οι δεκάδες ανά τον κόσμο Waltons προσπαθούν να μας πείσουν ότι αποτελούν την οικογένεια (η αμερικάνικη, αλλά και γενικότερα).
Ο ανεκδιήτητος πάτερ φαμίλας Homer μολύνεια ασύστολα το περιβάλλον, τρέφεται με σκουπίδια, κάνει κάθε λογής χοντράδες και, επί πλέον, πασχίζει να τα περάσει όλα αυτά στον γιο του, πράγμα που εν πολλοίς έχει πετύχει. Οι πολιτικοί κινούνται σε μια γκάμα που ξεκινά από την ηλιθιότητα και φτάνει στον σαδισμό (όλα τα λεφτά ο ηλίθιος Σβαρτσενέγκερ ως πρόεδρος των ΗΠΑ). Οι πολίτες, αντάξιοι των κυβερνήσεών τους, είναι μισσαλόδοξοι, εκδικητικοί και, φυσικά, συντηρητικοί. Γενικά η εικόνα της αμερικάνικης κοινωνίας που ανάγλυφα παρουσιάζεται στο φιλμ (και στη σειρά βεβαίως) είναι με μια λέξη εφιαλτική. Και βέβαια, μη ξεχνάτε ότι όταν στο τέλος ο Homer κάνει την ηρωική πράξη, δεν το κάνει από κανενόςε είδους αλτρουισμό ή ηρωισμό, αλλά επειδή τον έχει εγκαταλείψει η οικογένεια και αναγκάζεται να το κάνει. Άγρια πολιτική και κοινωνική σάτιρα λοιπόν και οικολογικά μηνύματα, πράγματα ασυνήθιστα για αμερικάνικο κινούμενο σχέδιο, ανεβάζουν κάθετα το ενδιαφέρον.
Σ' όλα αυτά προσθέστε το ενίοτε σουρεαλιστικό χιούμορ και τα πολλά "εσωτερικά" κινηματογραφικά αστεία και θα έχετε το ανατρεπτικότερο κινούμενο σχέδιο των τελευταίων ετών (τίτλο που μόνο το επερχόμενο South Park μπορεί πιθανόν να διεκδικήσει). Εννοείται ότι πρέπει να το δείτε στην πρωτότυπη, αγγλόφωνη βερσιόν (είμαι περίεργος αν έχει πέσει λογοκρισία στην ελληνική μεταγλώττιση, αφού πολλές ατάκες δεν είναι καθόλου παιδικές), εννοείται ότι δεν είναι κινούμενο σχέδιο για παιδιά (μπορεί να είναι δηλαδή, αλλά θα καταλάβουν τα μισά), εννοείται ότι θα το διασκεδάσετε όσο δεν παίρνει (αν βεβαίως πρότυπο και αγαπημένη σας σειρά ΔΕΝ είναι οι προαναφερθέντες Waltons). Και εννοείται ότι μένει πάντοτε η αντίφαση του πώς μια κοινωνία που μοιάζει αρκετά σ' αυτήν που δείχνεται με ακραίο τρόπο στην ταινία, παράγει τέτοιες αυτοσαρκαστικές σειρές και φιλμ, τα οποία μάλιστα έχουν και μεγάλη επιτυχία.

Πέμπτη, Αυγούστου 30, 2007

ΕΝΑΣ ΑΚΟΜΑ HARRY POTTER


Είναι ο πέμπτος στη σειρά Χάρι Πότερ, του μέτριου David Yates αυτή τη φορά, όπου ο ήρωας γνωρίζει το Τάγμα του Φοίνικα (2007). Οφείλω να παραδεχτώ αρχικά ότι η σειρά εδώ και καιρό είναι αρκετά ενήλικη, διαθέτει σκοτεινές σκηνές και ατμόσφαιρα, και δύσκολα την χαρακτηρίζεις "παιδική" (βέβαια, το τι ακριβώς είναι "παιδικό" στις μέρες μας, με τα κάθε είδους dvd στις εφημερίδες, την 24ωρη τηλεόραση και το Ίντερνετ, είναι κάτι που σηκώνει μεγάλη συζήτηση). Η ταινία είναι επίσης πιστή στο βιβλίο, όπως με πληροφορούν οι φανατικοί της σειράς. Θετικά αυτά.
Εδώ λοιπόν ο μικρός μάγος (που πλέον μεγάλωσε αρκετά), θα διερευνήσει την κρυφή σχέση του με τον αρχικακό αυτοπροσώπως και, εκτός των συνήθων κακών, θα αντιμέτωπίσει και τον ίδιο του τον κακό εαυτό (όχι και πολύ πρωτότυπο εύρημα), αλλά μετά από εσωτερική (και όχι μόνο) μονομαχία, το καλό θα θριαμβεύσει (μη μου πείτε ότι αποκαλύπτω πολλά, αφού γυρίζεται ήδη η επόμενη συνέχεια). Απλώς έχω δει στο σινεμά και πολύ δυνατότερες μονομαχίες ηρώων με τη σκοτεινή τους πλευρά. Πλάκα έχει πάντως η φασιστοειδής και μισσαλόδοξη καθηγήτρια (που είναι τόσο σαδίστρια και δυσκοίλια που τη μισείς πανεύκολα), καθώς και η πλειάδα γνωστών ηθοποιών που παρελαύνουν σε μικρούς ρόλους από το φιλμ.
Πέραν αυτών... ομολογώ ότι βαριέμαι λιγάκι (είναι και η 5η συνέχεια είπαμε). Δεν θεωρώ ακριβώς κακό το φιλμ, αλλά να... Μη συγκαταλεγόμενος στους προαναφερθέντες φανατικούς, ξεχνώ λιγάκι στην ετήσια επαφή μου με τις ταινίες ποιος είναι ποιος, ποια είναι η σχέση του Σίριους με τον Χάρυ και τους γονείς του, τι παίζεται με τη μαγική εφημερίδα και ποιος την ελέγχει και διάφορα άλλα τέτοια. Μικρό το κακό, θα μου πείτε. Το πρόβλημά μου είναι περισσότερο ότι η ταινία δεν είναι κακή, αλλά ούτε και τίποτα φοβερό, δεν είναι χαζοχαρούμενη, αλλά ούτε και σε συγκλονίζει με τη σκοτεινιά της, έχει εντυπωσιακά εφφέ, αλλά όχι κάτι που να μας κάνει να πάθουμε πλάκα... και γενικά τη θεωρώ αυτό που λέμε "εντάξει, δεν ήταν κακό". Τελικά, νομίζω ότι το ετήσιο ραντεβού μου με τον Χάρι γίνεται μάλλον από υποχρέωση, σαν κάτι συγγενείς που πρέπει να δούμε στη γιορτή τους μια φορά το χρόνο και δεν περνάμε πολύ άσχημα, συνήθως τρώμε και καλά, αλλά παρ' όλα αυτά φεύγοντας σκεφτόμαστε με πλήξη "Ώχ, του χρόνου πάλι τα ίδια!"

Κυριακή, Αυγούστου 26, 2007

ΑΝ ΚΑΙ ΝΕΚΡΟΣ, ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΟΣ


Να το πούμε απ' την αρχή: Ο "Νεκρός" του Jim Jarmusch (1995) είναι μια μάλλον αργή ταινία. Αν λοιπόν είστε αλλεργικοί στους αργούς κινηματογραφικούς ρυθμούς, εγώ σας προειδοποίησα. Να ξεκαθαρίσουμε και το άλλο - και σημαντικότερο: Θεωρώ τον "Νεκρό" αριστούργημα. Πιθανόν μάλιστα την καλύτερη ταινία του Τζάρμους.
Τι ακριβώς είναι ο "Νεκρός"; Αρχικά ένα γουέστερν. Έχει μοναχικό, περπλανώμενο ήρωα, ινδιάνους, πυροβολισμούς, κυνηγούς επικηρυγμένων... Αυτά όμως είναι μόνο η επιφάνεια. Γιατί ταυτόχρονα έχει ανατρεπτική πολιτική άποψη, έχει υποβλητική μεταφυσική θεώρηση του θανάτου, υπέροχη, ασπρόμαυρη φωτογραφία με πλήθος από πανέμορφες, ποιητικές εικόνες που χαράσονται ανεξίτηλα στη μνήμη, υπνωτική, εθιστική μουσική του Neil Young... Με λίγα λόγια, αν μπεις στο τριπ της δύσκολα βγαίνεις απ' αυτό. Αλλά περί αυτού ακριβώς πρόκειται: Θεωρώ τον "Νεκρό" την απόλυτη ταινία - τριπ, τόσο κυριολεκτικά (με την έννοια του ταξιδιού που έχει η λέξη) όσο και μεταφορικά. Ενός ταξιδιού που, αν αφεθείς σ' αυτό, παρακαλάς να μην τελειώσει ποτέ.
Η πολιτική άποψη που είπαμε, έγκειται στην πλήρη ανατροπή του παραδοσιακού μοντέλου "καλός / γενναίος λευκός - άγριοι ιθαγενείς". Λίγες φορές οι λευκοί άποικοι, που δημιούργησαν την Αμερική, έχουν δειχτεί τόσο βάρβαροι, άπληστοι, άρπαγες, κτηνώδεις, σε αντίθεση με τους βουτηγμένους στην μεταφυσική και σε μια πρωτόγονη και άγρια ποίηση ινδιάνους. Ο πρωταγωνιστής ινδιάνος μάλιστα, που είναι και ο καταλύτης της υπόθεσης, ανατρέποντας τα δεδομένα, διαθέτει δυτική κουλτούρα και είναι πολύ περισσότερο ευαίσθητος και διανοούμενος από κάθε λευκό. Οι τελευταίοι δείχνονται και ως φορείς μόλυνσης, οικολογικής καταστροφής και κάθε καταστροφής γενικότερα.
Η άλλη πλευρά της ταινίας, η μεταφυσική, επηρεάζεται από την ινδιάνικη θεώρηση του θανάτου και αντλεί στοιχεία από τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, τελετές και δοξασίες, που έχουν να κάνουν με την ωρίμανση και το ταξίδι, εν τέλει, της ανθρώπινης ψυχής. Μπορεί και ολόκληρο το φιλμ να ειδωθεί κάτω απ' αυτή τη σκοπιά, σαν το ταξίδι του ανθρώπου προς τον αναπόφευκτο θάνατο. Αυτά ενσαρκώνονται στο πρόσωπο του ήρωα που φέρει το συμβολικό - ποιητικό όνομα Ουίλιαμ Μπλέικ (ένας από τους καλύτερους ever Τζόνι Ντεπ), που από δειλός, τρομαγμένος λογιστής μετατρέπεται σταδιακά σε θρύλο και (συχνά ακούσιο) εκδικητή, πανέτοιμο πλέον στο τέλος για το τελειωτικό μεγάλο ταξίδι (γενικά η ποίηση και οι κάθε λογής αναφορές παίζουν μεγάλο ρόλο στο φιλμ).
Όλα αυτά δίνονται με το χαρακτηριστικό, αποσπασματικό στιλ του Τζάρμους, με τα μικρά επεισόδια του ταξιδιού του λογιστή στην όλο και πιο άγρια Δύση να διαδέχονται απολαυστικά το ένα το άλλο, όπως και η πληθώρα γνωστών ηθοποιών (Ρόμπερτ Μίτσαμ, Τζον Χαρτ, Ίγκι Ποπ σε ανεκδιήγητη εμφάνιση, Γκάμπριελ Μπερν, Μπίλι Μπομπ Θόρτον κλπ.) Και ξέρετε ποιο είναι το πιο παράξενο; Αν και όλα αυτά ακούγονται υπερβολικά σοβαρά, ο "Νεκρός" διαθέτει πολύ και καλό χιούμορ, ενίοτε μαύρο. Πώς συνδυάζεται τώρα το χιούμορ με όλα τα παραπάνω, μόνο ο Τζάρμους ξέρει (και μπορεί).
Εσείς μένει μόνο να το δείτε - πράγμα που σας συνιστώ αν δεν το έχετε ήδη κάνει - για να το διαπιστώσετε. Σπεύσατε λοιπόν. Και για όσα είπαμε και διότι περιέχει σκηνές ανθολογίας, όπως οι τελευταίες, από την είσοδο στον ινδιάνικο καταυλισμό μέχρι το τέλος. Το ξαναείπα: Το θεωρώ αριστούργημα.

Κυριακή, Ιουλίου 29, 2007

ΔΙΑΚΟΠΕΣ


Έφτασε η ώρα! 29 Ιουλίου με 27 Αυγούστου διακοπεύω! Κι επειδή θα βρίσκομαι σε θάλασσες, μεταξύ Κρήτης και Λέσβου, σινεμά θα δω μόνο αν γίνονται κάπου τίποτε υποβρύχιες προβολές.
Σαν τα παλιά χειμερινά σινεμά λοιπόν... Ραντεβού τον Σεπτέμβριο (περίπου).
Να περνάτε καλά.

Σάββατο, Ιουλίου 28, 2007

ΑΓΡΙΕΣ ΓΚΟΜΕΝΕΣ ΚΑΙ "ΑΛΕΞΙΘΑΝΑΤΑ" ΑΜΑΞΙΑ


Το τόσο αναμενόμενο Death Proof (2007) του Quentin Tarantino μου άφησε ανάμικτα συναισθήματα. Πριν γράψω όμως γι' αυτά, λίγα για το φιλμ:
Φυσικά πρόκειται για ταινία καθαρού χαβαλέ. Οποιαδήποτε απόπειρα να την πάρει κανείς στα σοβαρά, με οποιονδήποτε τρόπο, πέφτει παταγωδώς στο κενό. Αυτό, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν είναι κακό, αφού πρόκειται για συνειδητή, δηλωμένη πρόθεση και απόλυτο σκοπό του Ταραντίνο. Επίσης, όπως είναι πολύ γνωστό, πρόκειται για μια άμεση αναφορά στα b-movies της δεκαετίας του 70, ιδιαίτερα σ' αυτά που βασίζονται σε κυνηγητά αυτοκονήτων, τα οποία έβλεπε κατά κόρον ο σκηνοθέτης και χάρη σ' αυτά κυρίως απέκτησε την κινηματογραφική του "μόρφωση". Οι αναφορές αυτές βρήκα ότι έχουν πλάκα, αφού φρόντισε να πείσει τον θεατή ότι βλέπει μια "κακή" ταινία των 70ς, και μάλιστα σε ταλαιπωρημένη κόπια (φωτογραφία με κόκκο, "πηδήματα" από σκηνή σε σκηνή, γραμμές και τεχνιτή φθορά στο φιλμ κλπ.)
Τα καλά και τα κακά τώρα (κατά τη γνώμη μου φυσικά): Ο Ταραντίνο είναι καλός σκηνοθέτης, αυτό το ξέρουμε όλοι, και μπορεί να κρατά τον θεατή τεντωμένο, ιδιαίτερα στις σκηνές δράσης. Το χιούμορ φυσικά δεν λείπει, η βρώμικη γλώσσα επίσης και γενικά όλα τα στοιχεία του σινεμά του είναι και εδώ παρόντα. Αν αφεθείς λοιπόν, είναι σίγουρο ότι "θα το ευχαριστηθείς" και θα διασκεδάσεις. Σ' αυτό πετυχαίνει απόλυτα. Αναρωτιέμαι ωστόσο (για να περάσουμε στα "κακά"): Μέχρι πότε ο Ταραντίνο θα κάνει καθαρό κινηματογραφικό χαβαλέ και τίποτα παραπάνω; Μέχρι πότε οι ταινίες του θα στερούνται παντελώς νοήματος; (εκτός αν θεωρήσουμε σαν τέτοιο το "φεμινιστικό" στοιχείο, με τις άγριες κοπέλες που εκδικούνται τον σάικο πρωταγωνιστή) Και, επί πλέον, νομίζω ότι όλα αυτά τα στοιχεία έχουν γίνει πια απόλυτα αναγνωρίσμη μανιέρα στο ταραντινικό σινεμά και από εδώ και πέρα ελλοχεύουν κίνδυνοι επανάληψης. (χαρακτηριστικό το στυλ των ατελείωτων διαλόγων, που στην ουσία δεν λένε τίποτα απολύτως πλην όμως καταφέρνουν να γίνονται διασκεδαστικοί, που εναλλάσονται με άγρια δράση και βία). Και κάτι ακόμα αρνητικό: Στο δεύτερο μέρος, όταν ξανάρχισαν οι διάλογοι που λέγαμε ανάμεσα στις γκόμενες της δεύτερης ομάδας, κουράστηκα και βαρέθηκα αρκετά μέχρι να ξεκινήσει η καθηλωτική δράση.
Διασκέδαση και χαβαλές λοιπόν και σινεφίλ κλείσιμο ματιού. Πέρασα καλά σε γενικές γραμμές. Μέχρι πότε όμως;

Παρασκευή, Ιουλίου 27, 2007

ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ΚΛΑΣΣΙΚΟΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ


Τι είναι αυτό που κάνει μια ταινία του 1959 διασκεδαστική σήμερα; Και μάλιστα μια ταινία που και σεναριακές αφέλειες περιέχει και, ενίοτε, ξεπερασμένο παίξιμο από τους ηθοποιούς. Κι όμως: Θα συνιστούσα να δείτε, αν δεν το έχετε κάνει ήδη, τη "Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων" (North by Northwest) του Alfred Hitchcock (1899-1980). Ίσως να είναι αυτή ακριβώς η αφέλεια που συμβάλλει στη γοητεία, ίσως η γνώση ότι πολλά από αυτά που βλέπουμε γίνονται για πρώτη φορά στο σινεμά και είναι πρόδρομοι πλήθους στοιχείων που έκτοτε έχουν κατά κόρον κλαπεί και σήμερα θεωρούνται κοινοτοπίες. Και βέβαια, είναι και η πανέξυπνη, γεμάτη ανατροπές ιστορία, καθώς και ο μοναδικός συνδυασμός σασπένς, ερωτισμού και χιούμορ, χαρακτηριστικά πολλών ταινιών του Χίτσκοκ.
Προσωπικά βρίσκω γοητευτικό το βασικό μοτίβο που υπάρχει σε αρκετές ταινίες του: Αυτό του αθώου που κατηγορείται άδικα ή/και όλοι γύρω του του αποδίδουν μια ταυτότητα που δεν είναι δική του. Κι ακόμα πιο ενδιαφέρον το ότι από ένα σημείο και πέρα ο ήρωας αναγκάζεται να δεχτεί αυτή την ταυτότητα και να προσποιηθεί ότι είναι ο άλλος, γιατί αλλιώς δεν θα επιβιώσει. Εδώ μάλιστα, ο Κάρυ Γκραντ αναγκάζεται να επωμιστεί ένα ρόλο που όλοι του αποδίδουν, ενώ ο ρόλος αυτός ανήκει σε ανύπαρκτο πρόσωπο!
Πώς λοιπόν να μην υποκύψει ο θεατής σ' αυτή τη γοητεία και να μην τον αγγίξει το σαπένς, όταν μάλιστα στην ταινία περιέχονται και κλασικές σκηνές σαν αυτή της επίθεσης του αεροπλάνου στον ανύποπτο ήρωα στο μέσον της ερήμου ή την άλλη, της καταδίωξης του κεντρικού ζεύγους στα απότομα βράχια του Ράσμορ, του περίφημου βουνού όπου έχουν σκαλιστεί τα γιγάντια πρόσωπα τν πρώτων προέδρων της Αμερικής; Και είναι και η τελευταία, παμπόνηρη εικόνα του τρένου που μπαίνει στο τούνελ τη στιγμή που ο ήρωας κάνει έρωτα... Είναι πασίγνωστο: Ο μετρ δεν ήταν μόνο μάστορας της αγωνίας. Διέθετε και φοβερό χιούμορ!

Τετάρτη, Ιουλίου 18, 2007

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΦΙΛΟ


Ευτυχώς! Μετά το πολύ κακό "Φίλοι για πάντα" (βλ. Ιούλιος 2006), ο Patrice Leconte γίνεται και πάλι ο Λεκόντ που γνωρίζουμε και αγαπάμε. "Ο κολλητός μου" (Mon meilleur Ami) μιλά πάλι για τη φιλία, ένα θέμα που φαίνεται να απασχολεί τον σκηνοθέτη, αφού έχει αφιερώσει αρκετές ταινίες του σ' αυτό (θυμηθείτε και τον καλό - που όμως πέρασε απαρατήρητος - "Άνθρωπο του τρένου" δυo-τρία χρόνια πριν).
Εδώ ένας ευκατάστατος μεσήλικας αντικέρ αντιλαμβάνεται ξαφνικά ότι έχει πολλούς γνωστούς, αλλά κανένα φίλο. Κι όταν ο εγωισμός του πληγώνεται εξ αιτίας ενός στοιχήματος, ψάχνει απεγνωσμένα να βρει κάποιον "κολλητό" και πιάνεται από τον πρώτο διαθέσιμο: Έναν φλύαρο, αλλά συμπαθητικό ταξιτζή, που όμως κι αυτός έχει τα προβλήματά του...
Χιούμορ υπάρχει αρκετό (χωρίς βέβαια να είναι ξεκαρδιστικό, αφού δεν πρόκειται για κωμωδία, αλλά για κομεντί), συγκίνηση επίσης (δίχως να ξεσπά κανείς σε κλάματα, κι εδώ ο Λεκόντ είναι χαμηλότονος) και υπάρχει και η έμφυτη θαρρείς τρυφερότητα, ευγένεια και γλυκύτητα αυτού του δημιουργού, καθώς και το αναμφισβήτητο ταλέντο του να κάνει ταινίες που βλέπονται πολύ ευχάριστα. Γι΄αυτό, κι όταν ακόμα μιλά για μοναξιά, όπως εδώ, καταφέρνει να με κάνει να χαμογελώ. Είναι και οι καλά σχεδιασμένοι χαρακτήρες των δύο βασικών ηρώων και το σασπένς με το τηλεπαιχνίδι στο τέλος... Λίγα είναι αυτά; Δεν πρόκειται για αριστούργημα, μακάρι όμως οι πατάτες που συνήθως βγαίνουν σε πρώτη προβολή τα καλοκαίρια να έφταναν έστω και λίγο το επίπεδό της.
Τέλος χαίρομαι ιδιαίτερα που ξαναβρίσκω έναν παλιό, καλό φίλο. Γιατί πέρυσι τέτοια εποχή, όπως είπα και στην αρχή, είχα ανησυχήσει σοβαρά...

Κυριακή, Ιουλίου 15, 2007

ΕΝΑ ΚΤΗΝΟΣ ΠΟΥ ΚΑΤΑΡΡΙΠΤΕΙ ΚΑΘΕ ΤΑΜΠΟΥ


Ο Walerian Borowczyk (1923-2006), Πολωνός και με σημαντική θητεία στο κινούμενο σχέδιο πριν πάει στη Γαλλία, είναι ένας από τους σημαντικούς ερωτογράφους στη δεκαετία του 70. Πολλές φορές μάλιστα οι ταινίες του αγγίζουν τα όρια της πορνογραφίας. "Το Κτήνος" του 1975 είναι από τις χαρακτηριστικές τέτοιες περιπτώσεις.
Βλέποντάς το σήμερα, μπορώ να πω ότι δεν το θεωρώ ιδιαίτερα καλή ταινία. Υπάρχει κάτι άτσαλο, πρόχειρο στη σκηνοθεσία και πολλές σκηνές ανήκουν περισσότερο στο χώρο του γκροτέσκο. Λίγα για το στόρι: Μια όμορφη και πλούσια αμερικάνα δέχεται να παντρευτεί τον γόνο μιας παρακμασμένης γαλλικής αριστοκρατικής οικογένειας, τον οποίο γνωρίζει μόνο από αλληλογραφία. Όταν φτάνει στον σχεδόν εγκαταλειμένο πύργο, όπου αυτός ζει με τον πατέρα και τον θείο του, η ατμόσφαιρα, φορτισμένη ερωτικά από την πρώτη στιγμή, την κάνει να ξεπεράσει τα ταμπού της και να επιθυμήσει πράγματα που δεν μπορούσε να φανταστεί. Παράλληλα, ο θρύλος ενός κτήνους που εμφανίζεται στον πύργο κάθε 200 χρόνια κάνει ακόμα πιο βαρειά την ήδη αλλόκοτη ατμόσφαιρα.
Προφανώς ο Μπόροβζικ θέλει να μιλήσει για τις απωθημένες ερωτικές επιθυμίες των "καθώς πρέπει" ανθρώπων και για το "κτήνος" που όλοι κρύβουμε μέσα μας δίχως συνήθως να το γνωρίζουμε, που όταν απελευθερωθεί οδηγεί ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Ταυτόχρονα καυτηριάζει με ειρωνία την σεξουαλική υποκρισία των ανώτερων τάξεων, της εκκλησίας και γενικά μιας κοινωνίας μουχλιασμένης, που κύριο μέλημά της έχει να κρύψει όσο καλύτερα γίνεται αυτά που πραγματικά ποθεί. Προσπαθώντας ίσως συνειδητά να ενοχλήσει ή, αν θέλετε, να δοκιμάσει τα όρια των θεατών, βάζει κάθε είδους ερωτικές σκηνές: Το άφθονο γυμνό, οι αυνανισμοί, η παιδεραστία, η κτηνοβασία και άλλα διάφορα δίνουν και παίρνουν. Η σκηνή του βιασμού της κόμισας από το ζωόμορφο τέρας, απωθητικό και ερωτικό ταυτόχρονα, με το τελευταίο να εκσπερματώνει ακατάπαυστα σε κοντινά πλάνα, με την ωμότητα και το γκροτέσκο να συνυπάρχουν, είχε στην εποχή της συζητηθεί πολύ. Τα κοντινά αλόγων που συνουσιάζονται, με όλες τις "βρώμικες" λεπτομέρειες, θα ενοχλήσουν επίσης τους σεμνότυφους θεατές. Οι τελευταίοι, προειδοποιώ, ας μείνουν μακριά, πολύ μακριά από την ταινία.
Ωστόσο, το είπα και στην αρχή: Βρίσκω το "Κτήνος" αρκετά ξεπερασμένο, άγαρμπο σκηνοθετικά, ακατέργαστο. Και δεν σας κρύβω ότι σε κάποια σημεία βαρέθηκα. Δεν μπορώ πάντως παρά να επισημάνω ότι μια τέτοια ταινία θα ήταν αδύνατο να γυριστεί σήμερα, σε μια εποχή ασφυκτικής πολιτικής ορθότητας, συντηρητισμού και σεμνοτυφίας. Ίσως γι' αυτό να αξίζει να το δει κανείς. Ή ως ένα ακόμα κινηματογραφικό αξιοπερίεργο.

Παρασκευή, Ιουλίου 13, 2007

Η ΠΩΛΙΝ ΣΤΟΝ ΣΚΛΗΡΟ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΕΝΗΛΙΚΩΝ


Να σας εξομολογηθώ αρχικά (σιγά την εξομολόγηση δηλαδή. Συμβαίνει σε πάρα πολλούς) ότι πάντοτε βαριόμουν αρκετά τον Eric Rohmer. Μικρές, καθημερινές, αισθηματικές ιστορίες, ήρωες που μιλούν ακατάπαυστα λέγοντας (συνήθως) αμπελοφιλοσοφίες... Τέλος πάντων. Κάποιες από τις ταινίες του βλέπονται σχετικά ευχάριστα.
Στις αρχές της δεκαετίας του 80 ο Ρομέρ γυρίζει 5 (αν θυμάμαι καλά) ταινίες που κάθε μια τους βασίζεται σε μια παροιμία. "Η Πωλίν στην πλαζ" του 1983 είναι η τρίτη απ' αυτές. Καλοκαίρι λοιπόν και η 15χρονη Πωλίν πάει διακοπές σε παραθαλάσσιο θέρετρο με την τριαντάρα και όμορφη ξαδέρφη της. Κατά τη διάρκεια των διακοπών θα γνωρίσουν και οι δύο έρωτες - και το ίδιο θα κάνουν και οι χαρακτήρες που εμπλέκονται στην ιστορία, άντρες και γυναίκες. Καθημερινές ίντριγκες, φλερτ, μικρές απάτες, παρεξηγήσεις, χωρισμοί, και, όταν οι διακοπές τελειώσουν, η Πωλέτ θα έχει πάρει μια πρώτη γεύση (μάλλον αρνητική) του κόσμου των ενηλίκων και πιο ώριμη (μάλλον ελαφρά αηδιασμένη μου φάνηκε εμένα) θα ξεκινήσει την "κανονική", εκτός διακοπών και εντός ενηλικίωσης ζωή της. Υπάρχει διάχυτη μια ελαφριά δόση ειρωνείας και συγκρατημένο χιούμορ και η ταινία κυλά σα μια απλή αισθηματική κομεντί που ίσως βλέπεται ευχάριστα από κάποιους, ενώ γύρω κυριαρχεί μια αφόρητα 80ς ατμόσφαιρα, στο ντύσιμο, στις κομώσεις, στο όλο κλίμα.
Όλα αυτά συμβαίνουν εν μέσω ατέρμονων συζητήσεων όλων των χαρακτήρων, σε όλα τα πιθανά μέρη και τις ώρες. Κι όλες, μα όλες αυτές οι συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από τον έρωτα. Εντάξει, ο Ρομέρ είναι ακριβής ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής, παρουσιάζοντάς μας πολύ καθαρά διαφορετικούς χαρακτήρες, στάσεις και φιλοσοφίες στον έρωτα (κυνικοί, ρομαντικοί, προσγειωμένοι, επιπόλαιοι κλπ.) Όμως εδώ είναι και μια από τις αντιρήσεις μου. Προφανώς ηθελημένα, ο σκηνοθέτης αφήνει τα όλα τα άλλα απ' έξω και επικεντρώνει την ανάλυση του στον έρωτα και μόνο (ούτε λέξη μάλιστα για σεξ - μόνο για έρωτα). Τα χόμπι, οι δουλειές, οι πολιτικές / κοινωνικές απόψεις, οι φιλίες, τα ταξίδια, τα γούστα στην τέχνη, στο φαγητό, όπου αλλού τέλος πάντων, απουσιάζουν πλήρως. Υπάρχει ο έρωτας και μόνον αυτός. Κι αυτό συμβαίνει και σε άλλες ταινίες του.
Ναι, κάτι υπάρχει που ξεχωρίζει από συνηθισμένη αισθηματική κομεντί. Ωστόσο, το είπα από την αρχή, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ο Ρομέρ θεωρείται μεγάλος σκηνοθέτης.

Τρίτη, Ιουλίου 10, 2007

Ο ΜΠΡΟΥΣ ΓΙΑ 4η ΦΟΡΑ ΑΠΕΘΑΝΤΟΣ


Ίσως κάποια στιγμή θα έπρεπε να γίνει μια μεγάλη συζήτηση για τα μπλοκμπάστερ και την ιδιαίτερη, επαμφοτερίζουσα σχέση που μπορεί να έχει ένας σινεφίλ μ' αυτά. Αν μάλιστα έχουν φτάσει αισίως στο νο 3 ή 4, ακόμα χειρότερα - ή μάλλον ακόμα πιο αξιοπερίεργο αν ο σινεφίλ που λέγαμε εξακολουθεί να διασκεδάζει. Αλλά (σας το λέω χωρίς να κοκκινίζω) με το Die Hard 4.0  (2007) του Len Wiseman διασκέδασα.
Ας ξεκαθαρίσουμε μερικά πράγματα: Φυσικά δεν είναι (δεν θα μπορούσε να είναι άλλωστε εξ ορισμού) αριστούργημα. Φυσικά απέχει απο οποιαδήποτε μορφή ρεαλισμού όσο ένας φανατικός Ταλιμπάν από τον Μαρκήσιο Ντε Σαντ. Φυσικά αν μου πείτε να σας πω το στόρι μάλλον δεν θα μπορέσω (δεν μ' ενδιαφέρει άλλωστε) και απλώς θα περιοριστώ να δηλώσω ότι επί δύο ώρες οι καλοί και οι κακοί κυνηγιούνται ασταμάτητα συσσωρεύοντας απιθανότητες. Όμως όλα αυτά είναι εξαιρετικά διασκεδαστικά, με το περιτύλιγμα βεβαίως του θερινού σινεμά και των κιλών ποπ κορν (αν δεν σας αρέσουν πάρτε γρανίτα). Εννοείται ότι ο Γουίλις δεν πεθαίνει με τίποτα κι ότι ό,τι και να του κάνουν αυτός σηκώνεται γεμάτος πληγές και συνεχίζει σα να μη συμβαίνει τίποτα (και είναι και "γέρος" όπως επανειλημμένα δηλώνεται).
Γιατί λοιπόν διασκεδάζει κανείς; Διότι όλα αυτά είναι καλογυρισμένα και με σωστό timing, διότι έχουν χιούμορ και διότι οι απίστευτες καταστάσεις (αρκεί να δείτε με τι τρόπο ρίχνει ο Μπρους ένα ελικόπτερο για να καταλάβετε) είναι τόσο, μα τόσο απίστευτες από μόνες τους, που μόνο στην πλάκα μπορείς να τις πάρεις. Αν μπείτε στο λούκι να σκεφτείτε έστω και για μια στιγμή "Μα αυτό δεν μπορεί να γίνει στην πραγματικότητα", ε, τότε χάσατε το παιχνίδι. Τελικά πρόκειται για μια πλάκα, η ταινία μοιάζει να το δηλώνει αυτό με κάθε τρόπο, και γι' αυτό απλώς διασκεδάζεις.
ΥΓ: Φεύγοντας, συζητούσα με έναν φίλο και αναρωτιόμουν γιατί απολαμβάνω το 4ο Die Hard, ενώ δεν χωνεύω, ας πούμε, τις "Επικίνδυνες Αποστολές". Μου έδωσε μια απάντηση που νομίζω ότι με καλύπτει απόλυτα: "Διότι οι "Ε.Α." παίρνουν (προσπαθούν να πάρουν τέλος πάντων) τον εαυτό τους στα σοβαρά, ενώ τα Die Hard καθόλου". Εκεί νομίζω βρίσκεται το μυστικό.

Σάββατο, Ιουλίου 07, 2007

ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΤΑ ΠΑΛΙΑ, ΒΡΩΜΙΚΑ ΜΥΣΤΙΚΑ


Να λοιπόν που αμέσως μετά το "Φίδι" οι Γάλλοι αποδεικνύουν και πάλι ότι ξέρουν να κάνουν θρίλερ. Χιτσκοκικού κλίματος αυτή τη φορά, το "Μην το πεις σε κανέναν" του Guillaume Canet δανείζεται μια σειρά από στερεότυπα του είδους (και έχει και κάποιες σεναριακές απιθανότητες), πλην όμως καταφέρνει να κρατήσει τον θεατή μέχρι τέλους. Κλασσικό το μοτίβο του αθώου που βρίσκεται να κατηγορείται και όλα τα στοιχεία είναι εναντίον του, οπότε δεν του μένει παρά να την κοπανίσει, κλασσικό και της νεκρής γυναίκας που ξαφνικά εμφανίζεται (ή υπάρχουν υπόνοιες ότι εμφανίζεται), τα καλά κρυμένα για χρόνια βρώμικα μυστικά αποκαλύπτονται στο τέλος το ένα μετά το άλλο, οι ανατροπές δεν λείπουν, η δράση και τα κυνηγητά το ίδιο, πολλοί από τους ήρωες δεν είναι αυτό ακριβώς που φαίνονται ή νομίζουμε, και τελικά έχουμε ένα καλοστημένο θρίλερ, που χωρίς να φέρνει καμιά φοβερή καινοτομία στο είδος, βλέπεται μια χαρά.
Τώρα βέβαια, βρίσκω κάπως υπερβολικά τα 9 Σεζάρ για τα οποία προτάθηκε και τα 4 που τελικά κέρδισε. Αυτό όμως δεν κάνει την ταινία λιγότερο απολαυστική, ιδίως για θερινό. Κι αν ξενερώσετε λιγάκι στο τέλος τέλος, μικρό το κακό. Θα έχετε ήδη περάσει δύο ευχάριστες ώρες.

Τετάρτη, Ιουλίου 04, 2007

ΚΟΡΙΤΣΙ ΓΙΑ (ΠΟΛΥ ΠΛΟΥΣΙΟ) ΣΠΙΤΙ


Είπαμε: Οι ρομαντικές κομεντί δεν είναι και η καλύτερή μου. Αυτό εδώ το "Κορίτσι για σπίτι" (Hors de Prix, 2006) του Pierre Salvadori όμως είναι από τις συμπαθητικές τέτοιες και ανατρέπει και κάποια από τα στερεότυπα του είδους. Κατ' αρχάς η Οντρέ Τοτού κάθε άλλο παρά ρομαντική σύγχρονη κοπέλα είναι. Αντίθετα είναι περίπου κάτι σαν πόρνη πολυτελείας, που την πέφτει αδίστακτα σε πλούσιους γέρους, με απώτερο σκοπό τον γάμο ή - στη χειρότερη περίπτωση - μια όσο πιο μακρά περίοδο είναι δυμνατόν σούπερ χλιδάτης ζωής, με σαμπάνιες και χαβιάρια και πολυτελή ξενοδοχεία και όλα τα σχετικά. Ο ήρωας πάλι, φτωχός και ερωτευμένος μαζί της, δεν διστάζει καθόλου να γίνει κι αυτός ζιγκολό όταν του δίνεται η ευκαιρία και να γευτεί κι αυτός τις αφάνταστες πολυτέλειες που λέγαμε.
Έρωτας λοιπόν ανάμεσα σε δύο ζιγκολό, έναν αρσενικό κι ένα θηλυκό, και, ρομαντισμός ξε-ρομαντισμός, υπάρχει αρκετή κυνικότητα στο όλο πράγμα. Υπάρχει και αρκετό χιούμορ, καλοί διάλογοι και βέβαια οι γνωστές παρεξηγήσεις και ψιλοανατροπές του είδους, η Τοτού είναι αρκετά σέξι και καθόλου αθώα, όπως την έχουμε συνηθίσει, οπότε, χωρίς φυσικά να πρόκειται για κανένα αριστούργημα, η ταινία βλέπεται ευχάριστα, ιδιαίτερα σε θερινό σινεμαδάκι τώρα που είναι καλοκαίρι. Εντάξει, το τέλος είναι προβλέψιμο, αλλά στο μεταξύ το δίωρο έχει περάσει χωρίς να το καταλάβεις. Άσε που μπορεί να μάθετε και κάποια πράγματα που θα σας χρησιμεύσουν αν στόχος σας είναι η δια βίου χλιδή - και η σίγουρη κληρονομιά σε σχετικά σύντομο χρόνο...

Τρίτη, Ιουλίου 03, 2007

ΠΑΡΑΞΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΙ ΣΑΠΟΥΝΟΠΕΡΕΣ


Μια ακόμα ταινία για παράξενους (στα όρια του απίθανου) έρωτες; Μια διαπίστωση ότι, παρά τον προσωρινό του χαρακτήρα, το Δόγμα άφησε βαθειά ίχνη στο, ούτως ή άλλως πολύ καλό, δανέζικο σινεμά; Μια ακόμα ταινία πάνω στη μοναξιά των σύγχρονων πόλεων; Όλα αυτά και ίσως κι άλλα στην "Σαπουνόπερα", πρώτη μεγάλου μήκους της Pernille Fischer Christensen, που μιλά για τη σχέση μιας γυναίκας πρόσφατα χωρισμένης και ενός τραβεστί, που μένει στον επάνω όροφο.
Μην τρομάξετε πολύ απο όσα είπα για το Δόγμα. Είπαμε, επηρέασε μόνο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι βλέπουμε μια ταινία του Δόγματος. Και μουσική έχει (καλή μάλιστα) και η κάμερα δεν κουνιέται σαν τρελή. Απλά, πρόκειται για πάμφθηνη ταινία, γυρισμένη αποκλειστικά στο εσωτερικό των δύο διαμερισμάτων. Και είναι και τρυφερή, καθώς οι σχέσεις των δύο βασικών χαρακτήρων περνούν από διάφορα στάδια, μεταβάλλονται αλλά και συσφίγγονται και καταλήγουν - ναι, το μαντέψατε - σε έρωτα. Και ο πρώην σύζυγος επανεμφανίζεται, κι αυτού οι σχέσεις με την πρώην είναι αμφίθυμες, και τελικά... Δεν θα σας πω φυσικά το "τελικά", αλλά θα πω για την ευαισθησία που διαθέτει το φιλμ, το ενδιαφέρον με το οποίο παρακολουθείται (αν δεν είσαστε κλειστοφοβικοί και δεν σας πειράζει να βλέπετε μόνο δύο εσωτερικά) και θα ζηλέψω για το πώς σε μερικές χώρες κάνουν ταινίες με το τίποτα κυριολεκτικά, ενώ στην Ελλάδα (που οι low budget συνθήκες είναι δεδομένες) συχνά τέτοιες προσπάθειες σπάνε τα μούτρα τους.
Στα συν το χιούμορ που υπάρχει - κι ας κυριαρχεί η μοναξιά, ο οικογενειακός αποκλεισμός των διαφορετικών και η ανάγκη για ανθρώπινη επαφή. Η δράση, για παράδειγμα, διακόπτεται τακτικά από ασπρόμαυρες σκηνές που μιμούνται σαπουνόπερες (όπως αυτή που παρακολουθεί το τραβεστί), με ατάκες με off φωνή του στιλ : "Τι θα κάνει τώρα η Βερόνικα; Θα ξαναδούμε τον σύζυγο;" και άλλα τέτοια.

Σάββατο, Ιουνίου 30, 2007

ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΩΝ ΛΗΣΤΩΝ


To "Time Bandits" ήταν η 2η καθαρά προσωπική ταινία του Terry Gilliam (είχαν προηγηθεί τα Jabberwocky και κάποιες συνσκηνοθεσίες επί Monty Python). Γυρίστηκε το 1981 και είχε παιχτεί στην Ελλάδα με έναν από τους ηλιθιότερους τίτλους ever: "Διαχρονικοί Ληστές και τα Κουλουβάχατα της Ιστορίας" (!!!).
Ας πω από την αρχή ότι δεν θεωρώ την ταινία και πολύ επιτυχημένη. Η σημασία της ωστόσο βρίσκεται στο ότι, κατά τη γνώμη μου, εδώ ο Gilliam βρίσκει για πρώτη φορά στοιχεία και εμμονές που θα χαρακτηρίσουν όλο το υπόλοιπο έργο του και θα μας χαρίσουν ταινίες όπως το Brazil, οι 12 Πίθηκοι, ο Βαρώνος Μυνχάουζεν ή ο Βασιλιάς της Μοναξιάς (Fisher King).
Πρόκειται για την ιστορία ενός μικρού αγοριού, στου οποίου το υπνοδωμάτιο ανοίγει μια "πύλη" που οδηγεί σε άλλους τόπους και εποχές. Απ' αυτή θα φύγει (άλλο που δεν θέλει, αφού έτσι γλυτώνει από τους ηλίθιους, συντηρητικούς και καταπιεστικούς γονείς του), ακολουθώντας μια ομάδα νάνων ληστών, που περιπλανιούνται στην ιστορία ληστεύοντας διάσημα συνήθως πρόσωπα. Αν θέλετε να εντοπίσετε και το πνεύμα των Monty Python σ' όλα αυτά, σκεφτείτε ότι οι μικροσκοπικοί ληστές ήταν παλιότερα στην υπηρεσία του... Θεού, απ' όπου το έσκασαν γιατί δεν άντεχαν τις συνθήκες εργασίας. Κι ότι ο ίδιος ο Θεός κάνει την εμφάνισή του στο τέλος με μια αροσδόκητη μορφή, που φυσικά δεν θα σας αποκαλύψω.
Σας είπα ήδη ότι δεν θεωρώ πολύ καλή την ταινία. Έχει σεναριακά κενά ή πρόχειρες λύσεις, κάνει κάποιες κοιλιές και μάλλον, συνολικά, το όλο πράγμα να μη δένει, παραμένοντας κάτι σαν συρραφή διαφόρων σκετς που σατιρίζουν ασεβέστατα διάφορες ιστορικές προσωπικότητες (Ναπολέων, Ρομπέν τω Δασών κλπ.) Ωστόσο εδώ θα βρείτε για πρώτη φορά "ελεύθερη" την αχαλίνωτη φαντασία του Γκίλιαμ (υπάρχουν μερικές εντυπωσιακές οπτικά σκηνές), την αναρχική του ασέβεια και βέβαια το χιούμορ που, αναπόφευκτα, θυμίζει αυτό των Monty Python (χωρίς βέβαια να φτάνει τα συνολικά επιτεύγματα της ανατρεπτικότερης ίσως κωμικής ομάδας όλων των εποχών). Και, επίσης, θα συναντήσετε μια πλειάδα γνωστών ηθοποιών, από τον Σον Κόνερι και διάφορα μέλη των Python (Τζον Κλιζ, Πάλιν) έως τον Ντέιβιντ Γουόρνερ ή τιον Ίαν Χολμ.
Αν είστε φαν του Γκίλιαμ δείτε το, όχι ως αριστούργημα, αλλά ως μια πρώτη γεύση όλων όσων θα επακολουθούσαν.

Πέμπτη, Ιουνίου 28, 2007

OCEAN'S 13... ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΦΟΒΑΜΑΙ ΟΤΙ ΘΑ ΤΑ ΕΚΑΤΟΣΤΗΣΟΥΝ...


Κάποτε εκτιμούσα περισσότερο τον Steven Soderbergh. Δηλαδή ακόμα τον εκτιμώ, αλλά στις υπόλοιπες δουλειές του, όταν δεν κάνει τα Ocean's κάτι. Ποτέ δεν υπήρξα φαν της σειράς, που νομίζω ότι γίνεται περισσότερο για να βάλει μαζί (στην τιμή του ενός) όσο πιο πολλούς σταρς μπορεί, παρά για οποιονδήποτε άλλον λόγο. Σα να μην έφτανε αυτό, νομίζω ότι οι Ωκεανοί όσο πάνε και χειροτερεύουν.
Στην τελευταία "συνέχεια" η ομάδα των απατεώνων με το πολύ υψηλό IQ προσπαθεί όχι να κλέψει, αλλά να δυσφημίσει και να οδηγήσει σε οικονομική κατάρρευση ένα πελώριο, πολυτελές ξενοδοχείο - καζίνο που με δόλια μέσα έχει αποκτήσει από έναν φίλο και δάσκαλό τους ο κακός Αλ Πατσίνο. Η ιδέα είναι διασκεδαστική, αλλά αναλώνεται στις απίθανες ενέργειες όλων που κάνουν τα πάντα (παρεμβαίνουν σε μεξικάνικα εργοστάσια, εγκαθιστούν high tech gadgets και ό,τι άλλο φανταστείτε) για να ρίξουν έξω το ξενοδοχείο. Κι όλα αυτά με ελάχιστο χιούμορ, που εδώ είναι το ζητούμενο. Έτσι, πολύ σύντομα έπιασα τον εαυτό μου να βαριέται αφόρητα και τα βλέφαρά μου να κλείνουν, και από ένα σημείο και πέρα έπαψα να παρακολουθώ με ποιον απίθανο, υπερσυντονισμένο τρόπο και με ποια υψηλή τεχνολογία και εξαρτήματα θα κλέψουν το τάδε διαμάντι, θα παρέμβουν στη ρουλέτα, θα πειράξουν τους "κουλοχέρηδες" και δεν ξέρω τι άλλο. Πολύ απλά δεν με ενδιέφεραν καθόλου οι πολύ προχωρημένες τεχνολογίες και τα ηλεκτρονικά μαραφέτια. Βρήκα άλλωστε τη σκηνοθεσία άνευρη και το όλο αποτέλεσμα επίπεδο.
Δεν παρακολούθησα τελευταία τα box office και δεν ξέρω πώς πήγε στην Αμερική η ταινία. Ελπίζω να μην πήγε καλά, για να ασχοληθεί με τίποτε πιο ενδιαφέρον ο Σόντερμπεργκ. Αν όμως έβγαλε καλά λεφτά, φοβάμαι ότι για πολλά χρόνια ακόμα θα βλέπουμε τους Oceans να πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα. Θα βλέπετε μάλλον. Εγώ θα βρω τίποτα καλύτερο να κάνω.

Τρίτη, Ιουνίου 26, 2007

ΧΑΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΕΟ ΚΟΣΜΟ ΑΦΘΟΝΙΑΣ


Στις αρχές του 20ου αιώνα, τσακισμένοι από τη φτώχεια και την ανέχεια της άγονης γης τους, εκατοντάδες χωριάτες της νότιας Ιταλίας εγκατέλειπαν την πατρίδα τους για να φύγουν για πάντα στο Νέο Κόσμο, την Αμερική, τη "Χώρα της Αφθονίας", όπου πίστευαν πως οι καρποί είναι μεγαλύτεροι από άνθρωπο και ρέουν ποτάμια με γάλα (το ίδιο έκαναν άλλωστε και φτωχοί Έλληνες, Ιρλανδοί και άλλοι, ευρωπαίοι και μη, για να δημιουργήσουν τελικά το μωσαϊκό εθνοτήτων των ΗΠΑ).
Στο Nuovomondo (Χαμένα Όνειρα ο ελληνικός τίτλος) ο ιταλός Emanuele Crialese καταγράφει το χρονικό ενός τέτοιου ξενητεμού μιας οικογένειας πάμφτωχων ιταλών αγροτών. Θέμα που θυμίζει αρκετά τις "Νύφες" του Βούλγαρη, αντιμετωπίζεται εδώ δίχως εξάρσεις και κορυφώσεις, απόλυτα ανθρωποκεντρικά, λιτά και ρεαλιστικά. Ένας χήρος πατέρας, οι δυο γιοί του (ο ένας κωφάλαλος) και η γριά μητέρα του εγκαταλείπουν τη χώρα τους για τη "Γη της Επαγγελίας", όπως πιστεύουν ότι είναι η Αμερική. Η ταινία καταγράφει την αναχώρηση, το μακρύ, βασανιστικό ταξίδι με το πλοίο και τον εγκλωβισμό τους στο Ellis Island, έξω από τη Νέα Υόρκη, χώρο υποδοχής των χιλιάδων μεταναστών, όπου αυτοί υποβάλλονταν σε εξονυχιστικές, ταπεινωτικές ενίοτε, εξετάσεις και αντιμετώπιζαν μια αδυσώπητη γραφειοκρατία προκειμένου να γίνουν δεκτοί στη χώρα (μερικοί που δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές, επιστρέφονταν πίσω με το επόμενο πλοίο).
Μουντή ταινία, σκοτεινή, κάπως κλειστοφοβική με τα γεμάτα στιβαγμένους ανθρώπους πλάνα της, τίμια όμως και αποτελεσματική σ' αυτά που θέλει να πει και να δείξει, σπάει συχνά την βαρειά ατμόσφαιρα με χιούμορ και αφηγήσεις χαριτωμένων περιστατικών. Ανάσα επίσης της δίνουν οι ονειρικές σκηνές που διακόπτουν μερικές φορές την αφήγηση, που κινούνται στο κλίμα του μαγικού ρεαλισμού, δείχνοντας τα όνειρα του πατέρα για τα όσα περιμένει από τον ποθητό Νέο Κόσμο (η πολύ όμορφη σκηνή με τους ανθρώπους που κολυμπούν σε μια θάλασσα από γάλα είναι χαρακτηριστική).
Ίσως να βρείτε κάπως κουραστικό το φιλμ, αφού δεν χαρακτηρίζεται από εξάρσεις, όπως είπαμε, ωστόσο η ευθύτητα και η τιμιότητά του είναι αναμφισβήτητες. Και, αν και δεν μας το δείχνει, η κατάρρευση των ελπίδων όταν θα βγουν επιτέλους στην Ν. Υόρκη, είναι σχεδόν βέβαια.

Τετάρτη, Ιουνίου 20, 2007

FANTASTIC FOUR ΜΕ ΧΑΜΗΛΟ IQ


Μα καλά, θα μου πείτε, τι ήθελες να πας να δεις αυτούς τους ανεκδιήγητους Fantastic Four, Rise of the Silver Surfer (2007); Ή μήπως θεωρείς καλό σκηνοθέτη τον Tim Story; Ε, να, Δευτέρα βράδυ που βαριόμουν, ένα θερινό σινεμαδάκι σχεδόν κάτω από το σπίτι μου, όπου μπορώ να πάω με τις σαγιονάρες... Τι να κάνω; Αυτό έπαιζε...
Κι ήταν χειρότεροι από όσο φανταζόμουν. Μάλλον για παιδική κωμωδιούλα πρόκειται, που ίσως ενθουσιάσει παιδιά του δημοτικού (πλην όμως με κρύο χιούμορ), αφελέστατη δράση (τα παιδιά που λέγαμε ίσως εντυπωσιαστούν), χαρακτήρες άστα να πάνε (τα παιδιά αυτό δεν θα το καταλάβουν, είναι για μεγαλύτερες ηλικιακά απαιτήσεις), εύκολες λύσεις και άλλα πολλά, αλλά κανένα θετικό.
Ποτέ μου δεν υπήρξα φαν των σουπερ ηρωικών κόμικς και του σύμπαντος της Marvel ιδιαίτερα. Αυτό όμως δεν με εμποδίζει να απολαύσω μερικές συμπαθητικές έως και καλές ταινίες του είδους, όπως οι πρώτοι Batman ή οι X Men. Συνήθως όμως οι περισσότερες ταινίες που προέρχονται από εκεί δεν βλέπονται. Και δυστυχώς αυτοί οι F4 κάθε άλλο παρά εξαίρεση μου φάνηκε ότι αποτελούν... Τι μένει; Να χαζεύουμε την εντυπωσιακή Τζέσικα Άλμπα και τα ειδικά εφφέ, κυρίως αυτά που αφορούν τον Silver Surfer, που είναι μάλλον και ο πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας της ταινίας. Πάει πολύς καιρός όμως από τότες που τα εφφέ από μόνα τους ήταν ικανά να με κάνουν να απολαύσω μια ταινία. Όσο για την Τζέσικα... την προτιμώ στο Sin City.
ΥΓ: Ναι, ο Stan Lee κάνει και πάλι την cameo εμφάνισή του. Αν αυτός είναι λόγος να σπεύσετε, εμένα δεν μου πέφτει λόγος.

Σάββατο, Ιουνίου 16, 2007

ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ, ΒΛΑΣΦΗΜΟ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΟ WEEK END


Ήταν τότε, στα 1967, όταν πολλοί πίστευαν ότι η επανάσταση έρχεται και ο κόσμος επιτέλους θ' αλλάξει. Αναβρασμός παντού. Τα πάντα αμφισβητούνταν: Από τις καθημερινές αξίες, συμπεριφορές και πολιτικές απόψεις έως την τέχνη - και μέσα σ' αυτήν, φυσικά, και το σινεμά. Στην αιχμή της πρωτοπορίας τότε, οργισμένος όσο δεν παίρνει, μαχητικός και εικονοκλάστης, ο Jean-Luc Godard θα γύριζε το Week End, που ένας θεατής στην IMDB περιγράφει ως "το πιο παράξενο road movie που έγινε ποτέ".
Τι ακριβώς είναι το Week End ή μάλλον, πώς μπορούμε να το δούμε σήμερα; Το πρώτο που πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας είναι ότι πρόκειται για μια ταινία που μισεί και προσβάλλει με κάθε δυνατό τρόπο την αστική τάξη, πηγή κάθε κακού για τον μαρξιστή - λενινιστή τότε Γκοντάρ. Συνδυάστε αυτή την έντονα πολιτική ματιά με το πρωτοποριακό, πειραματικό σινεμά που έκανε τότε (και σήμερα ακόμα, αλλά σήμερα ελάχιστους ενδιαφέρει) και θα έχετε το απίστευτα σουρεαλιστικό αποτέλεσμα της ταινίας.
Θα μπορούσα να περιγράψω το Week End ως "πολιτικοποιημένους Monty Python, αλλά χωρίς χιούμορ" - ή μάλλον με ένα κατάμαυρο, στριφνό χιούμορ με το οποίο πολύ δύσκολα γελάς. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: Ένα μεσοαστικό ζευγάρι, που οι μεταξύ τους σχέσεις κυμαίνονται από την αδιαφορία έως το μίσος, ξεκινά με το αυτοκίνητό του για την επαρχία, όπου περιμένουν το θάνατο του πατέρα της κοπέλας, τον οποίο δηλητηριάζουν σιγά - σιγά για να τον κληρονομήσουν. Από τα πρώτα κιόλας 5 λεπτά του ταξιδιού, το τοπίο μετατρέπεται σε αποκαλυπτικό, ξεφεύγοντας από κάθε έννοια ρεαλισμού: Παντού τρακαρισμένα αυτοκίνητα που καίγονται, πτώματα οικογενειών των επιβατών στις παρυφές των επαρχιακών δρόμων, ατέλειωτα μποτιλιαρίσματα με τους παγιδευμένους επιβάτες να επιτίθενται ο ένας στον άλλον, αντάρτες να περιφέρονται στα δάση σκοτώνοντας αστούς και απαγγέλοντας ποίηση, πρόσωπα από μυθιστορήματα να ζωντανεύουν... Και μέσα σ' όλο αυτό το απερίγραπτο χάος, το ζευγάρι, δολοφονικό κι αυτό, κάνει τα πάντα, πατά κυριολεκτικά επι πτωμάτων, για να προχωρήσει και να φτάσει στην επαρχιακή πόλη του προορισμού του, ενώ η ταινία κορυφώνεται μέσα σ' ένα όργιο σαρκασμού με σκηνές κανιβαλισμού.
Το Week End, βουτηγμένο στο παράλογο, κάθε άλλο παρά ομαλή ροή διαθέτει. Σκηνές διακόπτονται απότομα από κείμενα που εμφανίζονται στην οθόνη, χαρακτήρες απαγγέλουν κάθε λογής αποσπάσματα, πολιτικά ή λογοτεχνικά, σταματώντας έτσι τη δράση, ο χρόνος πηδά απότομα από τη μια σκηνή στην άλλη. Κι όλα αυτά μέσα σε μια παγερή αδιαφορία για τα όσα εφιαλτικά και σουρεαλιστικά συμβαίνουν τριγύρω, λες και πρόκειται για καθημερινές, συνηθισμένες εικόνες. Βασικός του στόχος, το είπαμε, να προσβάλλει και να γελοιοποιήσει όσο πιο πολύ και πιο λυσσασμένα μπορεί την αστική τάξη και τις αξίες της, τις εμμονές της με το αυτοκίνητο, το χρήμα, τα οικονομικά συμφέροντα, την οικογένεια. Αφείστε που δεν μου βγάζετε απ' το μυαλό το ότι η φιγούρα του μάγειρα (ανθρώπινου ως επί το πλείστον) κρέατος με την άσπρη, ματωμένη ποδιά, μπορεί και να ένέπνευσε την αντίστοιχη του Σχιζοφρενή δολοφόνου με το πριόνι, 7-8 χρόνια αργότερα...
Φυσικά πρόκειται για ταινία για λίγους. Φυσικά πολλοί θα βαρεθούν ή δεν θα αντέξουν να τη δουν μέχρι τέλους (συμβαίνει άλλωστε με πολλές ταινίες του Γκοντάρ). Φυσικά είναι ακραίο δείγμα γραφής μιας απίστευτα ταραγμένης και σε αναβρασμό εποχής. Μιας εποχής που πίστευε βαθειά (με ένα κράμα αφέλειας και αισιοδοξίας) ότι θα άλλαζε όπου νάναι τον κόσμο. Ο κόσμος φυσικά δεν άλλαξε, μάλλον προς το χειρότερο στράφηκε, η πολυπόθητη επανάσταση δεν ήρθε ποτέ και το σινεμά δεν τέλειωσε, όπως λέει η τελευταία ατάκα της ταινίας. Αλλά το Week End παραμένει απόλυτα προκλητικό, βλάσφημο και ακραίο μετά απ' όλα αυτά τα χρόνια. Και, επίσης, κάτι που κανείς δεν θα τολμούσε να γυρίσει σήμερα.

Τετάρτη, Ιουνίου 13, 2007

ΝΟΣΗΡΑ ΚΑΙ ΚΛΕΙΣΤΟΦΟΒΙΚΑ ZERO YEARS


Ίσως να έχετε ακούσει τη γνώμη ότι ο Νίκος Νικολαϊδης (1939-2007) είναι "ο καλύτερος έλληνας σκηνοθέτης". Κατά ένα μέρος τουλάχιστον συμφωνώ. Έχει ένα πολύ προσωπικό όραμα, οι ταινίες του είναι τεχνικά άψογες, η εικόνα τους εντυπωσιακή. Ωστόσο, εδώ και δεκαετίες παραμένει δέσμιος των εμμονών και της ανθρωποφοβίας του. Έτσι είναι αδύνατο να επικοινωνήσει με κάπως μεγαλύτερο κοινό, αρκούμενος σε μια χούφτα φανατικών οπαδών. Γι' αυτό άλλωστε και ο πολύς κόσμος εξακολουθεί να τον θυμάται από τα προ αμνημονεύτων ετών "Κουρέλια" και τη "Γλυκειά Συμμορία". Οι εμμονές βέβαια είναι σημαντικότατες, ίσως και απαραίτητες, για έναν καλλιτέχνη. Φοβάμαι όμως ότι ο Ν. φτάνει το θέμα στα απόλυτα άκρα του.
Στο Zero Years (2005) η νοσηρότητα και το κλειστοφοβικό στοιχείο κυριαρχούν για μια ακόμα φορά. Ίσως μάλιστα να είναι και η νοσηρότερη ταινία του μετά το-για-πολύ-λίγους Singapore Sling. Σε έναν πιθανό μελλοντικό χρόνο, σε έναν απροσδιόριστο τόπο (μάλλον κάπου εκτός τόπου και χρόνου θα ήταν καλύτερα να πούμε) 4 κρατικές πόρνες ζουν έγκλειστες σ' ένα παλιό, σχεδόν ερειπωμένο τεράστιο σπίτι, δέχονται πελάτες (οι οποίοι τις επισκέπτονται κυρίως για να ικανοποιήσουν μαζοχιστικούς πόθους), εμβολιάζονται τακτικά από κρατικές υπηρεσίες αφού έχουν στειρωθεί απ' αυτές και βιώνουν οδυνηρά τις εμμονές, τις φαντασιώσεις, τις υστερίες τους.
Με σκηνές που θα ενοχλήσουν πολλούς, με επαναλαμβανόμενες εφιαλτικές τελετουργίες της καθημερινότητας, η παραβολή αυτή μας λέει ότι ο έξω κόσμος είναι ουσιαστικά ίδιος με το εφιαλτικό, πνιγηρό σκηνικό του εσωτερικού, γι' αυτό και μία από τις ηρωίδες, αφού "απολυθεί", επιστρέφει οικειοθελώς. Το "παράξενο" παίξιμο των ηθοποιών (προφανώς κατ' εντολή του σκηνοθέτη), μεγιστοποιεί την ούτως ή άλλως άρρωστη ατμόσφαιρα, καθώς και το στοιχείο του υπερφυσικού που εισβάλλει με τα σχεδόν αόρατα, τρομαχτικά παιδάκια που βασανίζουν την μία από τις ηρωίδες (δυνατή σκηνή, ανάμεσα σε εφιάλτη και στην "πραγματικότητα" των έγκλειστων).
Προσωπικά για μια ακόμα φορά εκτίμησα την μαεστρία του Νικολαϊδη, που μάλλον πιστεύει ότι ο κόσμος που ζούμε είναι, πολύ απλά, φριχτός, και κάποια στοιχεία της με άγγιξαν και με έβαλαν στο τριπ του (κακό τριπ). Ωστόσο παραμένει ένα φιλμ για λίγους, για πολύ λίγους. Αν θέλετε να δοκιμάσετε τις αντοχές σας...

Τρίτη, Ιουνίου 12, 2007

ΕΡΩΤΑΣ, ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΒΙΑ ΣΤΟ ΙΣΡΑΗΛ


Ίσως να έχετε διαβάσει ότι το ισραηλινό The Bubble του Eytan Fox είναι μια gay ταινία. Και είναι όντως, αφού ένα από τα κεντρικά της θέματα είναι ο έρωτας ενός εβραίου με έναν παλαιστίνιο στο Τελ Αβίβ. Σε καμία περίπτωση όμως δεν θα την θεωρούσα μια ακόμα ταινία του είδους, που επικεντρώνει στο θέμα της ομοφυλοφιλίας. Το φιλμ είναι πολύ περισσότερα.
Όπως αντιλαμβάνεται αμέσως κανείς, και μόνο ο χώρος, το Ισραήλ, και κυρίως η επιλογή του συγκεκριμένου gay ζευγαριού, το φορτίζουν άμεσα και με μια πολιτική διάσταση. Η οποία κάθε άλλο παρά ως απλό background υπάρχει. Η ταινία, εκτός από ύμνο στη διαφορετικότητα γενικά (κι όχι μόνο τη σεξουαλική) αποκαλύπτει στον θεατή -και κυρίως τον σχετικά απληροφόρητο, που σίγουρα θα νοιώσει μεγάλη έκπληξη- μια σειρά από πράγματα της καθημερινότητας στη σύγχρονη Μέση Ανατολή: Από την καταπίεση και τις καθημερινές ταπεινώσεις που υφίστανται οι Παλαιστίνιοι (εντάξει, αυτό είναι λίγο - πολύ γνωστό), μέχρι την ύπαρξη ενός γερού φιλειρηνικού κινήματος στο ίδιο το Ισραήλ. Ενός κινήματος που θέλει να λήξει η κατοχή, να δημιουργηθεί άμεσα παλαιστινιακό κράτος, να συνυπάρξουν ειρηνικά οι δύο λαοί. Και ταυτόχρονα, δεν διστάζει να στηλιτεύσει τόσο τους φανατικούς, φιλοπόλεμους εβραίους, όσο και τις συντηρητικές, ασφυκτικές ενίοτε συνθήκες που επικρατούν στους κόλπους πολλών ισλαμικών παλαιστινιακών οικογενειών. Καθώς και να καταδείξει πώς γεννιέται ένας καμικάζι ή πού οδηγεί η ακατάσχετη βία ακόμα κι αυτούς που έχουν τις καλύτερες προθέσεις.
Όλα αυτά δένουν έξυπνα και δίνονται με τρόπο που εκτείνεται από το κωμικό μέχρι το τραγικό, από τον πόθο για ξένοιαστη, γεμάτη καθημερινή ζωή μέχρι το τυφλό (δικαολογημένο ως ένα βαθμό) πάθος για εκδίκηση. Μ΄άλλα λόγια πρόκειται για φιλμ που παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον, καταγράφει αποτελεσματικά και ανάγλυφα το τι συμβαίνει εκεί κάτω, δίχως όμως να το κάνει με δημοσιογραφικό ή ντοκιμαντερίστικο τρόπο. Κάθε άλλο. Ίσως βέβαια όλο αυτό τα σεναριακό γαϊτανάκι, όπου όλοι οι πρωταγωνιστές σχετίζονται με έμμεσους τρόπους και οι συμπτώσεις παίζουν κι αυτές το ρόλο τους, να θεωρηθεί από μερικούς υπερβολικά "κατασκευασμένο" και η κορύφωση υπερβολικά δραματική. Ωστόσο δεν σας κρύβω ότι προσωπικά έφυγα συγκλονισμένος. Και πάλι μπράβο στο ισραηλινό σινεμά, που τολμά να γυρίζει μια ταινία που είναι σίγουρο ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, αυτό που δεν βλέπει τόσο ελευθερα τα πράγματα, θα μισήσει βαθύτατα (ένας παραπάνω λόγος να συμπαθούμε το φιλμ).

Παρασκευή, Ιουνίου 08, 2007

ΕΡΩΤΑΣ, ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΑΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΣΤΟ CASHBACK


Ο άγγλος Sean Ellis γύρισε τη μικρού μήκους Cashback το 2004. Είχε τόση επιτυχία σε φεστιβάλ μικρού μήκους και στο Ίντερνετ, ώστε το 2006 αποφάσισε να την ξαναγυρίσει, μεγάλου μήκους αυτή τη φορά.
Πρόκειται για μια έξυπνη ερωτική κομεντί, είδος αρκετά συνηθισμένο (και κορεσμένο ίσως, θα πείτε αρκετοί). Ωστόσο την παρακολούθησα πολύ ευχάριστα, κυρίως για το χιούμορ της. Μερικές πανέξυπνες ατάκες, κάμποσες ξεκαρδιστικές καταστάσεις και η όλη ευαισθησία της αντιμετώπισης της αισθηματικής ίντριγκας με έκαναν να την απολαύσω. Όλα τα λεφτά βεβαίως είναι οι απίθανοι χαρακτήρες που πλαισιώνουν τον ήρωα, συνάδελφοί του στο σούπερ μάρκετ όπου δουλεύει τα βράδια ή φίλοι. Το χιούμορ της ταινίας πηγάζει απ' αυτούς. Σαν κερασάκι έρχεται και η πινελιά του φανταστικού στοιχείου: Ο νεαρός καλοτεχνίτης ήρωας, τσακισμένος από τον χωρισμό και την αϋπνία, μπορεί (ή φαντάζεται ότι μπορεί) να παγώνει τον χρόνο και, μόνος εν κινήσει αυτός, να περιφέρεται κατά βούληση όπου θέλει, κάνοντας ό,τι θέλει, μέχρι ο ίδιος να αποφασίσει να τον επαναφέρει στην κανονική του ροή (εύρημα βέβαια που θυμίζει την κλασική βουβή ταινία της δεκαετίας του 20 "Το Παρίσι κοιμάται" του Ρενέ Κλαιρ). Για τους γύρω του έχει περάσει μόλις ένα κλάσμα δευτερολέπτου, για κείνον όμως, είπαμε, όσο θέλει. Στην ταινία δεν ξεκαθαρίζεται ποτέ αν αυτή η ικανότητα είναι ένα φανταστικό παιχνίδι του μυαλού του ή αν όντως την κατέχει ο πρωταγωνιστής.
Όχι. Μη φανταστείτε ότι είναι καμιά μεγάλη ταινία, κανένα αριστούργημα. Τα προβληματάκια της τα έχει (κάπως βεβιασμένο, απόλυτα προβλέψιμο τέλος π.χ.) Θα περάσετε όμως ένα ευχάριστο δίωρο. Εγώ τουλάχιστον πέρασα.

Τετάρτη, Ιουνίου 06, 2007

ΟΤΑΝ Ο GODZILLA ΕΚΑΝΕ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΤΟΥ ΓΙΓΑΝΤΙΑ ΒΗΜΑΤΑ


Ήταν το 1954 όταν ένας γιαπωνέζος σκηνοθέτης, ο Ishiro Honda (1911-1993), φίλος και συνεργάτης του Kurosawa μέχρι το τέλος της ζωής του (και έχοντας ήδη στο ενεργητικό του 2-3 ταινίες) γύριζε τον πρώτο θρυλικό Godzilla. Είχαν περάσει μόλις 9 χρόνια από τη Χιροσίμα και οι μνήμες - και ο τρόμος βεβαίως - ήταν ακόμα νωπές στο μοναδικό μέχρι σήμερα έθνος που γεύτηκε την αληθινή βόμβα. Η εποχή λοιπόν μας δίνει το κλειδί για να σχολιάσουμε την ταινία - και όσες ακολούθησαν.
Τι είναι για τον σημερινό θεατή ο πρώτος ασπρόμαυρος Godzilla του 1954; Ασφαλώς μια cult ταινία, που τη βλέπει κανείς λίγο από νοσταλγία (αν στο δημοτικό είχε δει τους μεταγενέστερους), λίγο από περιέργεια και αρκετά για πλάκα. Οι λόγοι αυτοί είναι, ούτως ή άλλως, αρκετοί και αρκετά ισχυροί. Πέραν αυτών όμως, πέρα από την πλάκα και τα αδέξια, πρωτόγονα (συχνά αστεία), πλην όμως υποβλητικά εφφέ, η ταινία διαθέτει έναν σαφή αντιπολεμικό και πρώιμα οικολογικό χαρακτήρα. Και διαθέτει επίσης αρκετές εντυπωσιακές μέχρι σήμερα σκηνές, καθώς και ένα καλό timing. Στα πρώτα 20 λεπτά, ενώ ο τρόμος μεγαλώνει, οι θάνατοι στη θάλασσα πληθαίνουν και οι επιστήμονες αρχικά και ο κόσμος στη συνέχεια μαθαίνουν ότι πρόκειται για ένα γιγάντιο προϊστορικό τέρας, ο ίδιος ο Godzilla δεν δείχνεται, ανεβάζοντας έτσι το σασπένς. Κάπου εκεί κάνει την πρώτη του μεγαλόπρεπη εμφάνιση, μισός, πίσω από έναν λόφο. Και από εκεί και μετά είναι ο αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής.
Αν δεν το γνωρίζετε, ο G. είναι ραδιενεργός. Όχι από τη φύση του. Έγινε ραδιενεργός εξ αιτίας των δοκιμών των βομβών υδρογόνου που γίνονταν στα βάθη των ωκεανών, όπου ζούσε μέχρι τότε χωρίς να ενοχλεί κανέναν. "Εμείς τον αναγκάσαμε να φύγει από την άβυσο και να ανέβει στην επιφάνεια", λέει ο ηλικιωμένος επιστήμονας που πρώτος υποψιάζεται την ύπαρξή του. "Ίσως υπάρξουν κι άλλοι Γκοτζίλες αν συνεχίσουμε τα καταστροφικά μας παιχνίδια" λέει στο τέλος, προβλέποντας τις εφιαλτικές διαστάσεις που έχει πάρει σήμερα το οικολογικό πρόβλημα, αλλά και τα πολλά σίκουελ που θα ακολουθούσαν. Το μήνυμα ειρήνης είναι σαφές.
Από εκεί και πέρα, απολαύστε την πρώτη αξέχαστη καταστροφή του Τόκυο από το θρυλικό τέρας, την ατμόσφαιρα που χτίζεται μεθοδικά και, δεν πειράζει καθόλου, κάντε και όση πλάκα θέλετε. Πιστεύω όμως ότι η ταινία πέραν της πλάκας (που και εγώ φυσικά έκανα) διαθέτει μέχρι σήμερα μια γερή δόση γοητείας.

Δευτέρα, Ιουνίου 04, 2007

HALF NELSON: ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΥΨΗΛΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ


Με το Half Nelson του Ryan Fleck το (ανεξάρτητο προφανώς) αμερικάνικο σινεμά δείχνει και πάλι ότι μπορεί να κάνει αντισυμβατικές ταινίες, αντίθετες με οποιαδήποτε χολυγουντιανή λογική. Διότι, ποιο Χόλυγουντ που στοχεύει στην εμπορική επιτυχία θα γύριζε μια ταινία με ήρωα έναν καθηγητή που διδάσκει ιστορία με αριστερή οπτική και ταυτόχρονα είναι ναρκομανής;
Αν έπρεπε με μία λέξη να πω για τι μιλά η ταινία αυτή θα έλεγα "για τις αντιφάσεις". Που βρίσκονται σε κάθε στιγμή, σε κάθε γύρισμα της ζωής. Από τη μία το σπινθηροβόλο πνεύμα του καθηγητή, η υψηλής ποιότητας διδασκαλία του, που δεν ενδιαφέρεται για το να αποστηθίσουν τα παιδιά το όποιο μάθημα, αλλά να μάθουν να σκέπτονται και να συμπεραίνουν από μόνα τους, η εμμονή του σε μελανά σημεία της αμερικάνικης ιστορίας (δολοφονία Χάρβει Μιλκ, εξέγερση στις φυλακές Άττικα κ.ά.), η διαλεκτική, αριστερή οπτική του - σπανιότατη στη σύγχρονη Αμερική. Από την άλλη μια διαλυμμένη, μοναχική προσωπική ζωή, βουτηγμένη στην κοκαϊνη και άλλες ουσίες, μια αυτοκαταστροφική τάση που μοιάζει να μην έχει επιστροφή. Τα παιδιά μιας δύσκολης, υποβαθμισμένης περιοχής, μαύρα στην πλειοψηφία τους, αντλούν από την παρουσία του πολύτιμα διδάγματα και εφόδια για τις δύσκολες συνθήκες ζωής που τα περιμένουν. Αντίθετα, για κείνον ούτε ένας έρωτας με μια συνάδελφο δείχνει να μπορεί να τον σώσει. Αν κάνει κάτι του κάνει καλό είναι η ιδιόρυθμη φιλία του με μια μικρή μαύρη μαθήτριά του, που είναι και η μόνη που γνωρίζει το μυστιό του. Οι σχέσεις τους θα περάσουν από διάφορες φάσεις, καθώς κι εκείνη γλιστρά σιγά - σιγά στον ολισθηρό δρόμο της παρανομίας.
Ταινία χωρίς δραματικές κορυφώσεις, όπου σχεδόν "δεν συμβαίνει τίποτα", με ρεαλιστικό τρόπο γραφής, που αρκείται να καταγράφει τις ζωές και τις καθημερινές αντιφάσεις των ηρώων της, που παρ' όλα αυτά βρήκα γοητευτική και ενδιαφέρουσα. Συντελεί και η πολύ καλή ερμηνεία του Ράιαν Γκόσλινγκ, και αυτός ο κυκεώνας αντιφάσεων που συνθέτουν τη δύσκολη καθημερινότητα που λέγαμε. Δείτε τη, αλλά μην περιμένετε κάτι δραματικό να συμβεί. Απλώς μια μικρή ακτίδα φωτός στο τέλος...

Κυριακή, Μαΐου 27, 2007

ΟΙ ΠΕΙΡΑΤΕΣ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΚΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΕΙΡΑΣ)


Έχω γράψει από την αρχή ότι η blogbuster σειρά των "Πειρατών της Καραϊβικής" επιτελεί για μένα απόλυτα τον σκοπό της: Να με διασκεδάσει με δύο (ή μάλλον περισσότερες) χορταστικές ώρες, δίχως πολλή σκέψη και προβληματισμούς. Η τρίτη συνέχεια "Στο τέλος του Κόσμου", πάντα του Gore Verbinski, δεν απέτυχε ούτε κι αυτή στον (μοναδικό άλλωστε) στόχο της: Την καθαρή διασκέδαση που προαναφέραμε. Και εδώ τα εντυπωσιακά εφφέ είναι ατέλειωτα, το χιούμορ (συχνά μαύρο) διάσπαρτο, η περιπέτεια στο φουλ, οι ηθοποιίες απολαυστικές, με πρώτο και καλύτερο πάντοτε τον απίστευτο χαρακτήρα του Τζακ Σπάροου που έπλασε ο Τζόνι Ντεπ. Αυτή εδώ η τρίτη συνέχεια είναι ο ορισμός αυτού που λέμε "χορταστική", αφού τα έχει όλα αυτά και με το παραπάνω.
Και εδώ αρχίζουν τα προβληματάκια: Είναι πολλοί αυτοί που θα βρουν ότι αυτό ακριβώς το "χορταστικό" καταντά σ' αυτό το 3ο μέρος πιθανόν "βαρυστόμαχο". Γενικά, πολλοί θα νοιώσουν στο τελευταίο μισάωρο ένα overdose. Ίσως η τελική μάχη να ήθελε λίγο κόψιμο. Από την άλλη, αυτό ακριβώς το Νο 3 είναι εξ ορισμού προβληματικό: Πόσες συνέχειες θα γίνουν από οτιδήποτε δίχως να βαρεθεί ο θεατής; Ξέρουμε πλέον απ' έξω κι ανακατωτά τον χαρακτήρα του Τζακ, ξέρουμε και τους υπόλοιπους, έχουμε εντρυφήσει στο σκοτεινό, βρώμικο και άρκετές φορές καθόλου ανήλικο κλίμα της σειράς (που κατά τη γνώμη μου αποτελεί και ένα από τα μεγαλύτερα προσόντα της), ε, τι άλλο να περιμένουμε πια; Η πρώτη ευχάριστη έκπληξη έχει προ πολλού χαθεί. Και όπως όλα δείχνουν (αφού εισπρακτικά η σειρά εξακολουθεί να σκίζει), πάμε ολοταχώς για Νο 4, μια που ο Τζακ πάει να βρει το "αθάνατο νερό" ή κάτι τέτοιο.
Γκρίνια λοιπόν; Μη με κατηγορήσετε όμως γι' αυτήν. Εξακολουθώ να περνώ καλά σε γενικές γραμμές, πράγμα που είναι πολύ - πολύ σπάνιο για μένα στίς σειρές. Ίσως γιατί εξακολουθεί να με γοητεύει η σκοτεινιά του κλίματος που είπα και παραπάνω. Πέραν αυτού, αντιρρήσεις δικαιούστε να έχετε όσες θέλετε. Επισήμανα άλλωστε αρκετές πιθανές παραπάνω.
ΥΓ: Όλα τα λεφτά η ολιγόλεπτη εμφάνιση του μεγάλου Κιθ Ρίτσαρντς. Με τη σκαμμένη φάτσα του, ήταν ο μόνος από τους δεκάδες κακομούτσουνους πειρατές που συνωστίζονται στην οθόνη που δεν χρειαζόταν το παραμικρό μακιγιάζ...
ΥΓ2: Πολύ ενδιαφέρον το στοιχείο ότι οι "κακοί" δεν είναι τίποτα σατανικοί μάγοι ή τέρατα ή ψυχάκηδες ή κάτι παρόμοιο, αλλά στυγνοί έμποροι, που πάνω απ' όλα βάζουν το κέρδος και την καλή μπίζνα και, προκειμένου να τα πετύχουν, δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτα. Μήπως τελικά αυτό αποτελεί κάποια συγκαλυμένη κριτική για την εποχή μας;

Πέμπτη, Μαΐου 24, 2007

ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΧΑΟΣ ΤΗΣ INLAND EMPIRE


Μέχρι τώρα οι ταινίες του David Lynch με γοήτευαν. Ασκούσαν πάνω μου αυτή την υπνωτική γοητεία που είναι πολλές φορές ανεξάρτητη της κατανόησης. Πιστεύω ότι όντως στο Eraserhaed ή τη Χαμένη Λεωφόρο ή το Mulholland Drive το αν θα καταλάβουμε τι γίνεται ή όχι περνά σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην κινηματογραφική εμπειρία της θέασής τους.
Δεν έχω την ίδια γνώμη για το Inland Empire (2006). Εδώ έχουμε το απόλυτο πραγματικά χάος, την παντελή έλλειψη κατανόησης του τι συμβαίνει (αν συμβαίνει κάτι τέλος πάντων). Όπως όμως ήδη είπα, η μη κατανόηση δεν είναι αυτό που με ενόχλησε. Το πρόβλημά μου είναι ότι, απλούστατα, βρήκα την ταινία φοβερά κουραστική. Λες και ο Lynch έχει βαλθεί επίτηδες να μας τσακίσει με κάθε τρόπο: Η τρίωρη διάρκεια, η ακατέργαστη, γεμάτη κόκκο εικόνα λες και είναι από παλιό βίντεο που το μεγένθυνες για τη μεγάλη οθόνη (έχει χρησιμοποιήσει άλλωστε αποκλειστικά μια ψηφιακή κάμερα στο χέρι), αλλά κυρίως τα συνεχή ατελείωτα, εξοντωτικά κοντινά πλάνα στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών, έδωσαν τη χαριστική βολή.
Κατά τα άλλα... η Λόρα Ντερν περιφέρεται επί ώρες, βγαίνει από τον ένα χώρο στον άλλο, συναντά πλήθος ανησυχητικών προσώπων, η γραμμικότητα του χώρου και του χρόνου καταργείται πλήρως... και όλα είναι σαν ένα όνειρο (ή μάλλον εφιάλτης ή μάλλον, πάλι, ένα συνεχές bad trip), όπου ο ονειρευόμενος ούτε κατανοεί, αλλά ούτε και μπορεί να ελέγξει με οποιονδήποτε τρόπο αυτά που βλέπει. Είναι σίγουρα εικόνες από το ασυνείδητο, ακατέργαστες, πρωτόγονες, δίχως ίχνος λογικής. Εκεί όμως που μέχρι πρόσφατα το παιχνίδι αυτό με το ακατανόητο με γοήτευε, αυτή τη φορά το μόνο που κατάφερε είναι να με κάνει να κρατώ πολύ δύσκολα τα μάτια μου ανοιχτά.
Είναι σαφές ότι ο Lynch κάνει ένα δικό του σινεμά, στα όρια του πειραματικού, που κανείς άλλος δεν τολμά (ή δεν μπορεί ή δεν θέλει) να κάνει. Το εκτιμώ αυτό και περιμένω με ενδιαφέρον την επόμενη ταινία του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να μου αρέσει κάθε ταινία αυτού του ερμητικού είδους.

Δευτέρα, Μαΐου 21, 2007

ΝΕΚΡΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΚΑΙ ΖΟΦΕΡΗ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ


Το Dead Girl (2006) της Karen Moncrieff αποτέλεσε για μένα μια ευχάριστη έκπληξη πραγματικά από το πουθενά. Το "Νεκρό Κορίτσι" είναι μια ταινία με σίριαλ κίλερ. Ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν είναι ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ταινία με σίριαλ κίλερ. Διότι, κατ' αρχήν, δεν είναι ταινία τρόμου, παρά την ζοφερή και "άρρωστη" ατμόσφαιρά της, αλλά ούτε και αστυνομική.
Υπάρχει λοιπόν και εδώ, όπως σε αμέτρητες άλλες αμερικάνικες κυρίως ταινίες, ένας δολοφόνος που σκοτώνει νεαρές γυναίκες. Εκεί όμως που επικεντρώνει το ενδιαφέρον του το φιλμ δεν είναι οι φόνοι, ούτε η αστυνομία που κυνηγά τον δολοφόνο, ούτε καν ο ίδιος ο δολοφόνος, ο οποίος απλώς είναι ένας από τους γύρω στους δέκα πρωταγωνιστές. Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στο ερώτημα: Ποιές είναι οι επιπτώσεις της παρουσίας ενός σίριαλ κίλερ στον κοινωνικό περίγυρο γενικότερα και στα κάθε λογής άτομα που, ακούσια συνήθως, εμπλέκονται με οποιονδήποτε τρόπο με τον ίδιο ή τη δράση του; Ποια είναι τα αποτελέσματα της φριχτής αυτής δράσης πάνω σε άτομα όπως η σύζυγός του, η ιατροδικαστής που παραλαμβάνει το πτώμα, η κοπέλα που ανακαλύπτει το πτώμα, η μητέρα της δολοφονημένης κλπ.;
Τα κύρια πρόσωπα, αυτά που οι ζωές τους σημαδεύονται από τον δολοφόνο (έστω κι αν δεν είναι θύματα ή παραλίγο θύματά του), είναι γυναίκες, όπως και τα θύματα καθ΄εαυτά. Η ταινία παρακολουθεί με θαυμαστό ρεαλισμό, ψυχολογικό και κοινωνικό, τα όσα θα συμβούν από την ανακάλυψη του πτώματος και μετά. Κι όλες αυτές οι ιστορίες σκιαγραφούν με δυνατό τρόπο μίζερες, παράδοξες, μοναχικές ζωές και συνθέτουν ένα ζοφερό κλίμα που σε πιάνει από την πρώτη στιγμή και κορυφώνεται στην τελευταία ιστορία (σε flash back), αυτή του ίδιου του θύματος. Όσο για τον φόνο, αυτός δεν δείχνεται πουθενά. Όπως έχει χειριστεί το θέμα άλλωστε η Moncrieff, δεν ενδιαφέρει κανέναν.
Μην περιμένετε ταινία τρόμου λοιπόν. Κι όμως, κινδυνεύετε να "κόψετε τις φλέβες σας" εξ αιτίας της ατμόσφαιρας. Αν αυτό σας απωθεί, μην κάνετε τον κόπο. Εγώ πάντως τη βρήκα πολύ καλή ταινία.

Τετάρτη, Μαΐου 16, 2007

ΤΣΟΝΤΑ ΜΕ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΟ ΜΑNΔΥΑ ΚΑΙ ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΤΕΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣ


Οι "Άγγελοι Εξολοθρευτές" του γάλλου Jean-Claude Brisseau θα ήθελαν πολύ να είναι ένα λεσβιακό σοφτ πορνό. Έπρεπε όμως να τηρηθούν και κάποια προσχήματα. Οπότε υπάρχει ένας και καλά διανοουμενίστικος μανδύας: Υπάρχει ένας σκηνοθέτης που θέλει να γυρίσει μια ταινία με θέμα τη γυναικεία ηδονή (!), υπάρχουν κάποιοι άγγελοι (θηλυκοί φυσικά) που σκάνε μύτη κάθε τόσο αθέατοι και παρακολουθούν τα τεκταινόμενα, υπάρχουν οι σχέσεις του σκηνοθέτη με τη γυναίκα του, οι προβληματισμοί του πάνω στο καυτό θέμα του και οι απαραίτητες οντισιόν για "την ταινία μέσα στην ταινία". Όλα αυτά όμως τα βρήκα εντελώς κακοχωνεμένα, άνευ λόγου και άνευ νοήματος. Μπαίνει στη μέση και το δράμα, καθώς και κάποιοι τύποι που κυνηγούν το δυστυχή σκηνοθέτη (δεν κατάλαβα ακριβώς γιατί) και μια... δαιμονισμένη και το πράγμα γίνεται ακόμα πιο αχταρμάς.
Το αστείο είναι ότι οι γυναίκες στην ταινία συμπεριφέρονται ουσιαστικά ακριβώς όπως στα πορνό (σοφτ ή μη). Πώς λέει ο Γκουσγκούνης σε μια άγνωστη: "Καλημέρα. Κάτσε να σε πηδήξω" κι αυτή, φυσικά, απαντά μετά χαράς "Πολύ ευχαρίστως. Πάμε!", ε, κάπως έτσι κι οι πρωταγωνίστριες του φιλμ είναι έτοιμες για όλα (χωρίς, σημειωτέον να είναι πόρνες ή κάτι τέτοιο) και υπακούουν και επαυξάνουν μάλιστα στα κελεύσματα του σκηνοθέτη, κι ας έχουν πάει μόνο για οντισιόν!
Τέλος πάντων, αν γουστάρετε ένα σοφτ λεσβιακό πορνό, το φιλμ είναι ό,τι πρέπει. Μακάρι να είχε την τόλμη της αλήστου μνήμης "Εμμανουέλας" να δηλώσει ευθαρσώς ότι αυτό και μόνο θέλει και τίποτα άλλο...

Κυριακή, Μαΐου 13, 2007

O SPIDERMAN ΠΕΤΑ ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΙΟ ΧΑΜΗΛΑ


"Πόσο χειρότερο μπορεί να είναι από τα άλλα;" αναρωτιόμουν πηγαίνοντας στον Spiderman 3 του Sam Reimi. Πολύ! ήταν η απάντηση όταν είδα την ταινία.
Ας ξεκαθαρίσω όμως λίγα πράγματα: Ίσως βλέπω συνήθως πιο "απαιτητικό" σινεμά, αυτό όμως καθόλου δεν σημαίνει ότι δεν απολαμβάνω πολλές φορές και το ποπκορνοειδές, μπλοκμπαστεράτο Χόλιγουντ. Διασκέδασα με τους "Πειρατές της Καραϊβικής", βρήκα συμπαθητικούς τους X-Men, μ' αρέσει ο Σπίλμπεργκ της δεκαετίας του 80... Απλώς, κρίνω αυτό το είδος σινεμά με διαφορετικά κριτήρια από ένα φιλμ του Κισλόφσκι ή του Ρενέ. Και μ' αυτά τα διαφορετικά κριτήρια, ξαναλέω, υπάρχει αρκετό "απλώς διασκεδαστικό" Χόλιγουντ που όντως με διασκεδάζει και με κάνει να περνώ μια χαρά. Κλείνει η παρένθεση.
Ε, λοιπόν, με τον 3ο Σπάιντερμαν ούτε διασκέδασα, ούτε εντυπωσιάστηκα από τα εφφέ. Αντίθετα, ανακάλυψα έναν απίστευτο πλούτο αφέλειας (ηλιθιότητας θα ήταν σωστότερο), ανυπόφορων κλισέ, αφόρητου μελό και συνολικής βαρεμάρας. Να εξομολογηθώ τώρα και κάτι υποκειμενικό: Ούτε οι πρώτες, σαφώς καλύτερες, ταινίες του Αραχνάνθρωπου μου άρεσαν ούτε και τη φάτσα του Τόμπι αντέχω. Αυτά όμως, όπως είπα, είναι υποκειμενικά, οπότε μπορείτε να τα ξεχάσετε. Πώς να χωνέψει όμως κανείς όλους αυτούς τους τόνους σιροπιών, με τις χαζές ερωτικές παλινδρομήσεις του ζεύγους Σπάιντερ - Μέρι Τζέιν, με τον εμετικο διδακτισμό της θείας με τα δαχτυλίδια και τις καρδιές και άλλα μπλιάχ, με τον κατά-βάθος-καλό κακό Sandman που "τα κάνει όλα για την κορούλα του" και πολλά άλλα τέτοια; Αφείστε που η πληθώρα κακών κάνει την ταινία ανεστίαστη: Εκεί που πας να δεις τι γίνεται με τον Sandman, νά΄σου ο "μαύρος" Σπάιντερμαν, εκεί που νομίζεις ότι θα έχουμε μια πιθανόν ενδιαφέρουσα μάχη καλού - κακού εαυτού του ήρωα νά'σου ο κακός Βένομ που σκάει κάπου στα μισά της ταινίας, και να μη ξεχνάμε τον μονίμως μπαλαντέρ νέο Γκόμπλιν. Ουφ!
Όσο για το "ιδεολογικό" κομμάτι... ο απίστευτα φλούφλης ως φάτσα και ως ντύσιμο Πάρκερ είναι ο καλός, όσο ακριβώς είναι φλούφλης και φορά γραβατούλα. Όταν γίνεται κακός, το κακό αυτό εξωτερικεύεται με (κάπως) ατίθασο μαλί και λίγο μαύρο στο ντύσιμο. Περιτό να πούμε ότι έτσι είναι πολύ πιο συμπαθής, αλλά... ας μην επεκταθώ περισσότερο σε κάτι τόσο χαζό.
Ένα είναι σίγουρο: Ότι για φέτος ξέρω με σιγουριά πού θα απένειμα το Χρυσό Βατόμουρο. Και να φανταστείτε ότι κάποτε αγαπούσαμε τον Ράιμι...

Παρασκευή, Μαΐου 11, 2007

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΛΙΜΝΗ


Ο Στράτος Στασινός έχει κάνει αξιόλογα ντοκιμαντέρ και τη μοναδική (νομίζω) ελληνική ταινία animation με κούκλες: "Του κολυμπητή" πίσω στα 80ς. Το "Πέρα από τη Λίμνη" είναι η πρώτη του μυθοπλαστική μεγάλου μήκους και μπορούμε αμέσως να δούμε ότι μένει πιστός στα θέματά του: Ελληνική επαρχία, θρύλοι και παραμύθια.
Επιχειρεί λοιπόν να μεταφέρει στη σύγχρονη πραγματικότητα των ελληνικών χωριών ένα γνωστό θρύλο ή, αν θέλετε, την έννοια του "νεραϊδοπαρμένου", τουτέστιν αυτού που συναντά μια νεράιδα, μαγεύεται και από κει και πέρα έχει μυαλό μονάχα γι' αυτή - ή καλύτερα χάνει το μυαλό του για οτιδήποτε άλλο και καταντά ο παρίας του χωριού. Ενδιαφέρον. Δυστυχώς όμως η μεταφορά στην οθόνη γίνεται άνευρα, επίπεδα, δίχως ψυχή. Απλώς καλλιγραφικά. Οι κόσμοι είναι χωρισμένοι στον πραγματικό και τον φανταστικό, πλην όμως ο τελευταίος δεν μπόρεσε να μου προκαλέσει το απαιτούμενο δέος, την ανατριχίλα του "άλλου". Επίσης, παρά την προσπάθεια που καταβλήθηκε, λείπει το πάθος, απαραίτητο για μια τέτοια ιστορία, που ουσιαστικά είναι μια ιστορία τρελλού έρωτα.
Υπάρχει,όπως σε κάθε παραμύθι άλλωστε, το αλληγορικό στοιχείο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για τον άνθρωπο που ασφυκτιά μέσα στη μονότονη καθημερινότητα και αναζητά το διαφορετικό, το φευγάτο, το άλλο (είναι χαρακτηριστικό ότι η αραβωνιαστικιά του ήρωα και η νεράιδα ερμηνεύονται από την ίδια ηθοποιό). Αλλά και πάλι κι αυτό το στοιχείο δίνεται εξώφθαλμα και, συγχρόνως, κάπως ρηχά.
Μένουν μερικές όμορφες εικόνες, λίγες καλές σκηνές... και μια γενική υποτονικότητα. Καθώς και η αίσθηση των καλών προθέσεων και μιας χαμένης ευκαιρίας.

Κυριακή, Μαΐου 06, 2007

ΜΕΤΑΛΛΑΓΜΕΝΟΣ "ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ"


Γιατί το ασιατικό σινεμά βρίσκεται σε γενικές γραμμές αρκετά μπροστά από το αμερικάνικο; Μία από τις απαντήσεις θα μπορούσε να δοθεί αν δει κανείς τον "Επισκέπτη" (The Host) του κορεάτη Joon-ho Bong που, εκτός από το μεταλλαγμένο τέρας που διαθέτει, είναι και η ίδια μια "μεταλλαγμένη" ταινία τρόμου. Να το πω αλλιώς: Βλέποντας μια χολυγουντιανή ταινία, όσο καλή και να είναι, ξέρεις λίγο - πολύ τι θα δεις, γνωρίζεις τη "γλώσσα" της, τον τρόπο γραφής. Αντίθετα, στις ασιατικές λειτουργεί (ακόμα) το στοιχείο της έκπληξης. Φεύγεις με την αίσθηση ότι αυτό που είδες (καλό ή κακό, δεν έχει σημασία) δεν μοιάζει με τίποτα απ' όσα έχεις δει.
Ο "Επισκέπτης" είναι μια ταινία τρόμου. Πρωταγωνιστεί ένα απίστευτο τέρας, που βγαίνει από τα μολυσμένα νερά του ποταμού Χαν, που διασχίζει τη Σεούλ, και σκορπά τον τρόμο και τον θάνατο. Δεν μοιάζει με Γκοτζίλα, είναι μάλλον μια γιγάντια σαύρα με εφιαλτικό κεφάλι, που παρά την φριχτή της εμφάνιση, έχει με τρόπο απροσδιόριστο, και κάτι ελαφρά γελοίο. Κάπως έτσι είναι και όλο το φιλμ. Ταινία τρόμου, ναι, καθαρή και με σκηνές φριχτές (και εντυπωσιακά εφφέ), αλλά έλα ντε που έχει και χιούμορ, και πολιτική σάτιρα, και σαφή αντιαμερικανισμό (η έντονη παρουσία αμερικανικών βάσεων και αμερικανικού στρατού στη χώρα δεν κάνει ευτυχισμένους τους περισσότερους κορεάτες). Και, σα να μην έφταναν αυτά, στο τέλος μας αφήνει με μια γερή δόση αληθινής συγκίνησης και τρυφερότητας! Κι όσον αφορά πάλι το θέμα του ποιοί από τους ήρωες επιβιώνουν και ποιοί πεθαίνουν, ε, εκεί καμιά mainstream δυτική ταινία δεν θα τολμούσε να κάνει τις ίδιες επιλογές με τον Joon-ho Bong.
Το στοιχείο της καυστικής κριτικής της χώρας είναι έντονο (οι αρχές, η αστυνομία, τα νοσοκομεία της Κορέας μοιάζουν να είναι σχετικά μπάχαλο, θυμίζουν ελληνικά αντίστοιχα), για τον έντονο αντιαμερικανισμό είπαμε (δεν διστάζει να πει ότι οι αμερικάνοι είναι υπεύθυνοι για όλα και να παρουσιάσει τη χώρα σαν προτεκτοράτο των αμερικάνων, που έχουν τον κύριο λόγο σε όλα), οπότε η πολιτική χροιά υπάρχει και με το παραπάνω. Το χιούμορ πάλι δεν είναι διάχυτο παντού. Είναι σαν η ταινία να αλλάζει κάθε λίγο είδη, να πηδά από το ένα είδος στο άλλο. Εκεί που τρομάζεις, έρχεται μια αστεία σκηνή, εκεί που πας να γελάσεις τα πράγματα γίνονται πραγματικά συγκινητικά και μετά βουτάς πάλι στον τρόμο. Είναι μια από τις πιο sui generis ταινίες τόμου που έχω δει (γιατί, τελικά, αυτό το είδος υπερτερεί).
Αν λοιπόν δεν είστε αλλεργικοί σ΄αυτό το είδος, δείτε την ως μια απόλυτα διαφορετική πρόταση.

Παρασκευή, Μαΐου 04, 2007

ΠΡΟΣΩΠΙΚOI ΦΟΒΟΙ ΚΑΙ ΜΟΝΑΞΙΑ, ΑΛΛΑ ΜΕ ΧΙΟΥΜΟΡ


Ο Alain Resnais είναι ένας από τους 5-6 μεγαλύτερους εν ζωή σκηνοθέτες. Και είναι, αισίως 85 χρονών. Ενώ όμως άλλα μέλη αυτής της ελίτ έχουν ουσιαστικά αποσυρθεί (Μπέργκμαν, Βάιντα κλπ.) και άλλοι πάλι έχουν απόλυτα παρακμάσει (Αντονιόνι), ο Ρενέ καταφέρνει να κάνει ταινίες φρέσκες, που βλέπονται ευχάριστα, έστω και αν δεν κάνει πλέον κινηματογραφικές "επαναστάσεις" (πώς θα μπορούσε άλλωστε σ' αυτή την ηλικία;)
Οι "Προσωπικοί φόβοι σε δημόσιους χώρους" (Coeurs γαλλιστί) γυρίστηκε λοιπόν το 2006 από ένα γέρο. Σε πρώτη ανάγνωση ανήκει στο είδος που αποκαλούμε "αισθηματική κομεντί". Ερωτικές αναζητήσεις, χωρισμοί και (προσπάθειες για) νέες σχέσεις, παρεξηγήσεις και συμπτώσεις, χιούμορ, έξη αρχικά άσχετοι χαρακτήρες, που όμως στη συνέχεια δένονται με διαφορετικούς τρόπους ο ένας με τον άλλον, τα έχει όλα για να καταταγεί εκεί. Κι εδώ αρχίζουν οι ανατροπές. Σε πρώτη φάση σύντομα διαπιστώνουμε ότι όλοι σχεδόν οι ήρωες είναι μοναχικοί (ή ετοιμάζονται να γίνουν, αφού χωρίζουν) σε ένα Παρίσι όπου διαρκώς χιονίζει. Και οι 6, αν και μεσήλικες οι περισσότεροι, είναι μόνοι. Άλλοι ψάχνουν συστηματικά για αγάπη ή επικοινωνία, σε άλλους πάλι τα συναισθήματα αυτά που τόσο χρειάζονται κατά βάθος (δίχως κι οι ίδιοι να το ξέρουν ναρκωμένοι από την καθημερινή τους ρουτίνα) αφυπνίζονται αιφνίδια από τις καταστάσεις. Και το σπουδαιότερο, spoiler - spoiler στο τέλος, ανατρέποντας το κλασσικό χάπι εντ των ταινιών του είδους, όλοι, μα όλοι, παραμένουν μοναχικοί και - ενίοτε - ακόμα πιο πληγωμένοι.
Απαισιόδοξο συμπέρασμα που αφορούν συνολικά τη σύγχρονη κοινωνία των μεγαλουπόλεων, έλλειψη επικοινωνίας, μοναχικότητα, τυποποιημένες, αδιέξοδες ζωές, καιρική παγωνιά σε απόλυτη αρμονία με την εσωτερική παγωνιά των χαρακτήρων, κι όμως: Μην ετοιμαστείτε να κόψετε τις φλέβες σας και να πείτε "σιγά μη δω εγώ αυτό το βαρύ πράγμα..." Σας το είπα και στην αρχή: Όλα είναι δοσμένα με χιούμορ, κάποιοι χαρακτήρες είναι από μόνοι τους αστείοι (η θεούσα που γυρίζει τολμηρές βιντεοκασέτες, ο απίστευτος και αθέατος κατάκοιτος γέρος που βρίζει ασύστολα κλπ.)και το όλο πράγμα βλέπεται ευχάριστα - ως κομεντί πάντα.
Αυτό το χιούμορ, η κομψότητα, η διακριτικότητα στο να πει ουσιαστικά πράγματα ζοφερά, είναι που κάνουν τον Ρενέ μεγάλο (ακόμα).