Δευτέρα, Απριλίου 02, 2007

ΠΑΝΤΑ ΑΦΗΡΗΜΕΝΟΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΠΩΣ ΓΕΡΑΣΜΕΝΟΣ


Ο Pierre Richard είναι ένας ξεχασμένος σήμερα στην Ελλάδα κωμικός, ο οποίος όμως είχε κυριαρχήσει στο χώρο της κωμωδίας στη Γαλλία στη δεκαετία του 70 (τότε ήταν πολύ γνωστός και εδώ, αφού προβάλλονταν οι ταινίες του). Είχα δει δυο - τρεις απ' αυτές σαν παιδί και - τότε - είχα ενθουσιαστεί. Η προβολή των μεγαλύτερων επιτυχιών του στο φεστιβάλ Γαλλόφωνου Σινεμά με παρότρυνε να ξαναδώ μία απ' αυτές, λίγο από νοσταλγία, λίγο από περιέργεια για το αν αντέχει σήμερα.
"Ο κύριος αφηρημένος" (Le distrait) του 1970 ήταν η πρώτη του μεγάλη επιτυχία, που μάλιστα έχει σκηνοθετήσει ο ίδιος (καθώς και μερικές από τις μετέπειτα επιτυχίες του). Εδώ για πρώτη φορά λανσάρει τον χαρακτηριστικό τύπο που τον καθιέρωσε: Αυτόν του απόλυτα αφηρημένου (ημίτρελου θα ήταν ακριβέστερο να πούμε), πλην όμως καλόκαρδου και συμπαθητικού τύπου, που μονίμως βρίσκεται εκτός τόπου και χρόνου, μιλά μόνος του, σκέπτεται άλλα όταν του μιλάνε, αλλά διαθέτει και ένα εντελώς αναρχικό και πηγαίο ταλέντο, που πολλές φορές προκαλεί καταστροφή αντί για επιτυχία. Χρησιμοποιώντας συνδυασμό οπτικών και λεκτικών γκαγκς, κλοουνίστικη φιγούρα ο ίδιος, καταφέρνει να βγάλει αρκετό γέλιο, αλλά και τρυφερότητα. Στην ταινία αυτή είναι διαφημιστής, που προσλαμβάνεται χάρη στις "πλάτες" της μαμάς του σε σοβαρή εταιρία και δημιουργεί χάος. Ενδιαφέρον στοιχείο - και ίσως αταίριαστο με τον χαρακτήρα που πλάθει - είναι ότι, ενώ είναι καλός και βολικός, οι παλαβές (διαφημιστικές) ιδέες του είναι πάντοτε βουτηγμένες σε μακάβριο, κατάμαυρο χιούμορ (όπως αυτή με τον βρυκόλακα που πίνει το αίμα των θυμάτων του με... καλαμάκι, ώσπου βαρυστομαχιάζει και ηρεμεί μόνο μετά την κατανάλωση του διαφημιζόμενου χαπιού για το στομάχι, μετά την οποία θα συνεχίσει ανενόχλητος το έργο του).
Το συμπέρασμα δυστυχώς είναι ότι ή συγκεκριμένη ταινία έχει γεράσει αρκετά. Σαφώς δεν μου προκάλεσε το γέλιο που θυμόμουν (αμυδρά) μετά τόσα χρόνια, ενώ η ηλικία της και η 70ς ατμόφαιρα είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Διαθέτει ωστόσο μερικά καλά σημεία, που βγάζουν ακόμα γέλιο, υμνεί τον έρωτα και τη δημιουργικότητα (την έστω με αμφίβολα αποτελέσματα) και γενικά βλέπεται με σχετική ευχαρίστηση. Θα είχε πάντως ενδιαφέρον να έβλεπα και κάποιες άλλες ταινίες του, μεταγενέστερες και ακόμα πιο πετυχημένες, ώστε να σχηματίσω μια πιο ολοκληρωμένη γνώμη για ένα ούτως ή άλλως σημαντικό κεφάλαιο της γαλλικής κωμωδίας.
Ο Ρισάρ είναι πάντα διάσημος στη χώρα του και εξακολουθεί να παίζει σε ταινίες, όχι απαραίτητα κωμικές. Κρατούσε μάλιστα έναν χαρακτηριστικό ρόλο - κλειδί στο Le Serpent, για το οποίο έγραψα μερικά ποστ πριν.

Κυριακή, Απριλίου 01, 2007

ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ


Το "Ecoute le temps" (Άκου τον χρόνο) είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Λιθουανικής καταγωγής (που όμως ζει στη Γαλλία) Alante Kavaite. Είναι ένα ενδιαφέρον μεταφυσικό θρίλερ, με αρκετά πρωτότυπη υπόθεση και ποιητική αντιμετώπιση, καθώς οι ανησυχίες της δημιουργού προχωράνε βαθύτερα από την απλή κατασκευή ενός ατμοσφαιρικού θρίλερ.
Μια νεαρή ηχολήπτης πληροφορείται ότι η μητέρα της, που ήταν χωρισμένη και είχε επιστρέψει στο χωριό της όπου θεωρούνταν κάτι σα μέντιουμ, βρέθηκε δολοφονημένη. Επιστρέφει λοιπόν στο αγροτικό σπίτι όπου πήγαινε μικρή και προσπαθεί να εξιχνιάσει τον φόνο. Σύντομα όμως αντιλαμβάνεται ότι τα υπερσύγχρονα μηχανήματά της, εκτός από τους συνεχείς τριγμούς του ετοιμόροπου παλιού σπιτιού, πιάνουν και τους ήχους και τις ομιλίες που ακούστηκαν στο παρελθόν, και μάλιστα κάθε σημείο του σπιτιού "αντιστοιχεί" και καταγράφει συγκεκριμένη χρονική στιγμή του παρελθόντος. Ξεκινά λοιπόν ένα ηχητικό ταξίδι προς τα πίσω, πασχίζοντας να φτάσει στην κρίσιμη ημερομηνία του φόνου... και ένα - ένα τα ποικίλα μυστικά της μικρής κοινότητας αρχίζουν να αποκαλύπτονται και όλοι να γίνονται ύποπτοι.
Δίχως ίχνος εφφέ, η σκηνοθέτης φτιάχνει μια ατμοσφαιρική ταινία, που, εκτός του αστυνομικού στοιχείου, της έντονης παρουσίας του υπερφυσικού και - ενίοτε - του τρόμου, μιλά συμβολικά για τις σχέσεις μάνας και κόρης. Η μητέρα έβλεπε το μέλλον. Η κόρη "επιστρέφει" ηχητικά στο παρελθόν. Κάπου στο μέσον οι πορείες τους συναντιούνται, κάπως σα να έχει επέλθει μια κατανόηση που δεν υπήρχε όσο εκείνη ζούσε.
Μπορεί κανείς να κατηγορήσει το σενάριο επειδή εμπλέκει και άλλα (αρκετά) στοιχεία: Το οικολογικό θέμα, που υπάρχει αρκετά έντονα, μια εξαφάνιση παιδιού, παράλληλες ιστορίες των χωρικών που περνούν κάπως "ξώφαλτσα" κλπ. Ωστόσο σε γενικές γραμμές παραμένει ενδιαφέρον και κρατά μέχρι τέλους τον θεατή. Πολύ περισσότερο αφού "όλα τα λεφτά" είναι η εκπληκτική Εμίλ Ντεκέν που πρωταγωνιστεί δίνοντας ρεσιτάλ. Είναι η ίδια που είχε ξεχωρίσει με την εξαιρετική ερμηνεία της στη "Ροζέτα" των αφών Νταρντέν και μια από τις καλύτερες σύγχρονες γαλλίδες ηθοποιούς.

Σάββατο, Μαρτίου 31, 2007

Η "ΑΓΝΩΣΤΗ", ΤΟ ΕΦΙΑΛΤΙΚΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΜΕΛΛΟΝ


Αν κάτι είναι σίγουρο, είναι ότι με την "Άγνωστη" πρέπει να ξεχάσετε το νοσταλγικό, γλυκό κλίμα όλων σχεδόν των προηγούμενων ταινιών του Giusepe Tornatore. Εδώ μιλάμε για το σήμερα, ένα σήμερα σκληρό και απάνθρωπο, με αρκετές βίαιες σκηνές, για ένα ψυχολογικό θρίλερ που κατάφερε να με κρατήσει σε ικανοποιητικό βαθμό.
Η μυστηριώδης Ουκρανή που εγκαθίσταται, πασχίζοντας να διατηρήσει την ανωνυμία της, στη μικρή, πλούσια πόλη του ιταλικού βορά, κρύβει πολλά μυστικά. Ο θεατής προσπαθεί να καταλάβει το εφιαλτικό παρελθόν της (που δίνεται με σποραδικά φλας μπακ), τη σχέση της με την οικογένεια που παρακολουθεί με τόση επιμονή και τελικά, όταν τα χαμένα κομμάτια συμπληρώνονται, αγωνιά για το μέλλον της, το τι θα γίνει μετά, αφού όλα φαίνονται σκοτεινά και αδιέξοδα. Και κάπου εκεί προς το τέλος, όταν πια έχει επέλθει και μια απρόβλεπτη ανατροπή, εισβάλλει και η γνωστή, πανταχού παρούσα στο παρελθόν, συγκίνηση - σήμα κατατεθέν του Τορνατόρε, το μελοδραματικό στοιχείο, που ίσως μας αποσπάσουν και κανένα δάκρυ.
Το θέμα που θίγεται κυρίως είναι το trafficking γυναικών από τις πρώην σοσιαλιστικές ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, που η πλούσια δύση καταναλώνει ως πόρνες, αλλά και για άλλους, όπως θα δούμε, σκοπούς. Η μουσική του μαέστρου Ennio Morrikone συμβάλλει στην ατμόσφαιρα, η ρωσίδα πρωταγωνίστρια είναι πολύ καλή, το στοιχείο του θρίλερ λειτουργεί καλά, κυρίως στην αρχή.
Ίσως να υπάρχουν κάποιες ενστάσεις για "τραβηγμένο" σενάριο, με μερικές αναληθοφάνειες και σκοτεινά σημεία, αλλά σε γενικές γραμμές βρήκα την ταινία ενδιαφέρουσα και την αλλαγή του Τορνατόρε ευπρόσδεκτη.

Πέμπτη, Μαρτίου 29, 2007

SNOW WHITE Ή ΟΤΑΝ Ο ΦΩΣΚΟΛΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΕΚΛΥΤΗ ΕΛΒΕΤΙΚΗ ΝΕΟΛΑΙΑ


Αν και ελβετική, η Snow White είναι γυρισμένη από τον Ιρακινής καταγωγής Samir (σκέτο), που από παιδί ζει στην Ελβετία. Μαθαίνω μάλιστα ότι είναι πολύ δραστήριος εκεί, με δουλειές ντοκιμαντέρ, τηλεοπτικές, εικαστικές κλπ. Πλην όμως η εν λόγω Snow White είναι από τα πιο αστεία (άθελά του φυσικά) πράγματα που έχω δει.
Για να καταλάβετε, πανέμορφη και ζάμπλουτη πιτσιρίκα (ο μπαμπάς της έχει τη μισή Ζυρίχη), διάγει βίον έκλυτον, τίγκα στην κόκα, τα κλαμπς και τους μόνο-για-πήδημα-γκόμενους, ώσπου γνωρίζει ωραίο, τίμιο και ηθικό χιπχοπά, ταπεινής καταγωγής μεν, διάσημο δε στον χώρο του. Μ΄αυτόν ζει τον αληθινό έρωτα, αλλάζει, "σοβαρεύει", αποκτά και κάποιες κοινωνικές ανησυχίες σαν να μην έφταναν όλα, κόβει τις κακές συνήθειες... κι εκεί που πάει να αποκατασταθεί πλήρως, οι παλιές αμαρτίες εμφανίζονται και την στριμώχνουν αγρίως. Πάνω στην ώρα, ο γκόμενος φεύγει για πανευρωπαϊκή τουρνέ, ο μπαμπάς την αποκληρώνει γιατί σε μια στιγμή απόγνωσης πούλησε ερήμην του το καραχάϊ αμάξι του... οπότε πέφτει στα ναρκωτικά, στην πορνεία, γίνεται σχεδόν κλοσάρ (φανταστείτε ας πούμε την κόρη του Βαρδινοκόκαλη να κοιμάται σε παγκάκια στην Κλαυθμώνος και μάλιστα όχι από άποψη, αλλά επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς...) και τελικά, μετά πολλές σπαραξικάρδιες περιπέτειες, ρίχνει και μια απόπειρα αυτοκτονίας. Όμως αυτό δεν είναι το τέλος. Το τέλος είναι απείρως πιο αστείο, αλλά λόγοι κινηματογραφικής δεοντολογίας μου απαγορεύουν να σας το αποκαλύψω.
Πρόκειται για απίστευτο συνδυασμό Φώσκολου και Ξανθόπουλου (όπου μπουζούκια βλέπε χιπ-χοπ, αλλά κατά τα άλλα πλούσια ερωτεύεται φτωχό κλπ. κλπ.) σε πιο τρέντι και σύγχρονο περιτύλιγμα, πράγμα που αποδεικνύει ότι το αφόρητο μελό ακμάζει ακόμα και στην κυριλέ Ελβετία.
Αν ποτέ πέσει στα χέρια σας δείτε το για δύο λόγους: Ή για να γελάσετε με την καρδιά σας ή για τη φοβερή πρωταγωνίστρια, που είναι από τις πιο όμορφες γυναίκες που έχω δει επί της οθόνης.

Τετάρτη, Μαρτίου 28, 2007

ΟΤΑΝ Η ΖΩΗ ΜΠΛΕΚΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΜΟΛΙΕΡΟΥ


Ο "Μολιέρος", δεύτερη ταινία του Laurent Tirard, είναι μια φανταστική εξιστόρηση περιστατικών της ζωής του μεγάλου γάλλου θεατρικού συγγραφέα, όταν ακόμα αυτός δεν είχε γίνει γνωστός. Η έξυπνη ιδέα είναι ότι στην περίοδο αυτή, ο Μολιέρος θα ζήσει, υποτίθεται, περιστατικά που θα του δώσουν έμπνευση για τη χρυσή εποχή της δραματουργίας του. Έτσι ο Tirard κάνει μια πραγματικά ευχάριστη κομεντί, αναμειγνύοντας πραγματικούς και θεατρικούς χαρακτήρες, βγάζοντας αρκετό γέλιο, αλλά και κάμποση συγκίνηση.
Είναι γεγονός ότι ένας από τους μεγαλύτερους κωμικούς συγγραφείς όλων των εποχών θεωρούσε την κωμωδία "κατώτερο είδος", που προορίζεται μόνο για τον "αμόρφωτο λαό" προσφέροντάς του χοντρή διασκέδαση. Το όνειρό του ήταν να γράψει τραγωδίες, που είναι "σοβαρή" και "υψηλή" μορφή τέχνης. Όπου όμως, όπως όλα δείχνουν, ήταν πολύ κακός, τόσο σαν συγγραφέας όσο και σαν ηθοποιός (οι σκηνές που προσπαθεί να παίξει τραγωδία είναι όντως αστείες). Χρεωμένος λοιπόν, φυλακισμένος για ένα διάστημα, αποτυχημένος τραγικός, φεύγει με το θίασό του από το Παρίσι και περιοδεύει στην επαρχία για 13 ολόκληρα χρόνια, όπου γίνεται διάσημος (με τις κωμωδίες του φυσικά), για να επιστρέψει τελικά θριαμβευτής, στο Παρίσι. Ανάμεσα στην όπως - όπως φυγή του όμως και στις αρχές της 13χρονης περιοδίας, υπάρχει ένα σκοτεινό διάστημα κάποιων μηνών. Τι ακριβώς έκανε τότε;
Αυτή την περίοδο καλύπτει (με φανταστικό, όπως είπαμε τρόπο) η ταινία. Όπου, υποτίθεται, γνωρίζει τον έρωτα, γνωρίζει τύπους - πρότυπα για τις μετέπειτα μεγάλες δουλειές του και γνωρίζει από πρώτο χέρι και την απύθμενη ηλιθιότητα, ματαιοδοξία, κενότητα και υποκρισία της τάξης των ευγενών, που πασχίζουν απεγνωσμένα να παραστήσουν τους "καλλιεργημένους" δίχως να έχουν τα φόντα γι' αυτό. Συγχρόνως το φιλμ λειτουργεί και σαν τοιχογραφία του 17ου αιώνα στη Γαλλία - κυρίως των αριστοκρατών και των πλουσίων.
Έξυπνοι διάλογοι, αστείες καταστάσεις και περιπέτειες, κρυφοί έρωτες και συγκίνηση και, για όσους γνωρίζουν το έργο του Μολιέρου, μια έξτρα απόλαυση καθώς προσπαθούν να διακρίνουν τις αναφορές σ΄αυτό μέσα από πρόσωπα ή καταστάσεις που, υποτίθεται, συναντά στην προσωπική του ζωή. Σαν γενική ιδέα θυμίζει τον "Ερωτευμένο Σέξπιρ", αυτή εδώ όμως η ταινία προσωπικά μου άρεσε περισσότερο - και, αν μη τι άλλο, πέρασα πολύ ευχάριστα.

Τρίτη, Μαρτίου 27, 2007

Η ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΟΥ ΑΓΡΙΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ


Ο "Άγριος Πλανήτης" είναι μια γαλλική ταινία κινουμένων σχεδίων του 1973 και παραμένει ένα από τα πιο όμορφα animation που έγιναν ποτέ. Προϊόν συνεργασίας του Rene Laloux (1929-2004), σκηνοθέτη κιν. σχεδίων, και του πολυπράγμονα Roland Topor (1938-1997), ζωγράφου, σχεδιαστή, συγγραφέα και άλλα πολλά, παραμένει κλασσική μέχρι σήμερα.
Βασισμένη σ' ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του Stefan Wul, μιλά για μια φυλή ανθρωποειδών γιγάντων με πολύ υψηλό πολιτισμό, που έχουν μεταφέρει την ανθρώπινη φυλή στον πλανήτη τους. Οι "εξημερωμένοι" άνθρωποι χρησιμοποιούνται από τους Ντράαγκ, τους γίγαντες, σαν κανονικά κατοικίδια, κυρίως για να παίζουν τα παιδιά τους. Οι "άγριοι", αυτοί δηλαδή που το έχουν σκάσει και ζουν πρωτόγονα σε εγκαταλειμένα πάρκα και αλλού, εξολοθρεύονται σε τατκτά διαστήματα, όπως ακριβώς κάνουμε εμείς με τα έντομα. Η ταινία παρακολουθεί τη ζωή ενός ανθρώπου, μέχρι την τελική του προσπάθεια να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στη φυλή του και τους γίγαντες.
Η ιστορία παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον, η αξία όμως της ταινίας και η διαχρονικότητά της οφείλονται κυρίως στις εκπληκτικές εικόνες του Topor, ο οποίος, ως έντονα επηρεασμένος από το σουρεαλισμό, τους δίνει μια έντονα σουρεαλιστική, ονειρική και μαγική χροιά. Τα παράδοξα, ψυχεδελικά τοπία, η απίστευτη ποικιλία των όντων του πλανήτη, που άλλοτε προκαλούν γέλιο κι άλλοτε είναι σα να έχουν βγει από εφιάλτες (θυμίζοντας ενίοτε Bosch), η ποιητική αντιμετώπιση, μένουν χαραγμένα στη μνήμη μας. Μην περιμένετε να εξηγηθούν απόλυτα όλα όσα βλέπετε (οι τρόποι ζωής όλων αυτών των όντων, οι λεπτομέρειες του πολιτισμού ή της ίδιας της φυσιολογίας των Draags, οι διαλογισμοί τους, οι αλλαγές στα σώματά τους κλπ.) Αυτό όμως δεν έχει καμιά σημασία. Σημασία έχει να αφεθούμε στην πλημμύρα των εικόνων, που είναι δουλεμένες με το χαρακτηριστικό εικαστικό στιλ του Topor (πενάκι, συνήθως απαλά χρώματα και οργιαστική φαντασία).
Αν το βρείτε κάπου, μην το χάσετε.

Κυριακή, Μαρτίου 25, 2007

ΠΑΛΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕΧΡΙΣ ΕΣΧΑΤΩΝ ΜΕ ΤΟ "ΦΙΔΙ"


Το "Le Serpent" (Το Φίδι) του Eric Barbier είναι ένα σκοτεινό και αρκετά βίαιο θρίλερ που κατάφερε να με κρατήσει από την αρχή μέχρι το τέλος. Ένας πετυχημένος φωτογράφος στο πρόθυρα διαζυγίου πέφτει θύμα μιας σατανικής μηχανορραφίας που υφαίνει ένας ψυχρός, στα όρια της παράνοιας, κατά συρροήν εκβιαστής. Ενώ όμως περιμένουμε να δούμε μια απλώς αστυνομική ιστορία, το πράγμα περιπλέκεται διαρκώς, αποκτά όλο και μεγαλύτερες, σκοτεινότερες διαστάσεις, παίρνει καθαρά προσωπικές προεκτάσεις, καλά κρυμμένα μυστικά και ιστορίες εκδίκησης αποκαλύπτονται και, τελικά, μετατρέπεται σε μια λυσσασμένη, μέχρι θανάτου μονομαχία ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές.
Σίγουρα υπάρχουν κάποια τραβηγμένα και υπερβολικά σημεία στο σενάριο, ωστόσο, αν τα παραβλέψεις και δεχτείς τις συμβάσεις του είδους, η μηχανή λειτουργεί πολύ καλά αυξάνοντας συνεχώς τις στροφές της, μετατρέποντας μια απλή ιστορία εκβιασμού σε απόλυτο εφιάλτη και οδηγώντας μαθηματικά στο αιματηρό φινάλε.
Αν η ταινία ήταν αμερικάνικη και διέθετε δυο - τρία διάσημα ονόματα πιστεύω ότι θα πήγαινε πολύ καλά εμπορικά. Θα βγει στα σινεμά, όμως η γαλλική καταγωγή της και οι άγνωστοι σε μας ηθοποιοί και σκηνοθέτης ίσως περιορίσουν τα εισητήρια - κι ας είναι καλύτερη από πολλά αμερικάνικα θρίλερ. Αν όμως ξεπεράσετε τέτοιου είδους "αγκυλώσεις", θα απολαύσετε ένα θρίλερ που, χωρίς σε καμία περίπτωση να είναι αριστούργημα ή να έχει οποιοδήποτε "ιδεολογικό" βάθος, σας προσφέρει ένα δίωρο με κλιμακούμενο σασπένς.

Σάββατο, Μαρτίου 24, 2007

ΠΕΤΡΙΝΟΙ ΚΥΚΛΟΙ ΚΑΙ ΣΑΜΑΝΙΚΕΣ ΤΕΛΕΤΕΣ


Ο "Πέτρινος Κύκλος" (Le Concile de pierre) του Guillaume Nicloux είναι ένα μεταφυσικό θρίλερ, με στοιχεία τρόμου, που αναφέρεται κυρίως σε μύθους, τελετουργίες και πρακτικές των σαμάνων της Μογγολίας. Σκοτεινοί κύκλοι στη Γαλλία προσπαθούν να πάρουν τον θετό γιο της Μόνικα Μπελούτσι για να τον χρησιμοποιήσουν σε κάτι μυστηριώδες και απόκοσμο. Αλλά η μητέρα - καθότι το μητρικό ένστικτο λειτουργεί άψογα ακόμα και σε περιπτώσεις υιοθεσίας - θα φτάσει μέχρι τη μακρινή Μογγολία διεκδικώντας με κάθε μέσο ό,τι αγαπά.
Θεραπευτικές και μη τελετές, σκοτεινές συνωμοσίες, χαμένες φυλές, αθανασία, μεταμορφώσεις σε ζώα, άγριοι φόνοι, (κάτι σαν) μεσίες και άλλα πολλά εμπλέκονται στο θρίλερ αυτό, που σε πολύ λίγα σημεία κατάφερε κάπως να με τρομάξει και το οποίο, παρά τις αρχικά μάλλον ενδιαφέρουσες ιδέες, δεν κατάφερε να με κρατήσει ιδιαίτερα, αφού ήταν γεμάτο προβλέψιμα κλισέ και σεναριακές αφέλειες. Ειδικά στο δεύτερο μέρος, όταν μετατρέπεται σε "εξωτική" περιπέτεια δράσης (χωρίς ποτέ ωστόσο να λείπει και το μεταφυσικό στοιχείο) και θυμίζει πολύ αντίστοιχες αμερικάνικες που έχουμε δει πολλές φορές. Έχει πάντως εξασφαλίσει διανομή λόγω, υποθέτω, της παρουσίας των Μόνικα Μπελούσι (που θα υποστεί τα πάνδεινα και θα γεμίσει πολλάκις αίμα και ουλές) και Κατρίν Ντενέβ, οπότε θα μπορέσετε αν θέλετε να το δείτε.
Βλέπεται με σχετικό ενδιαφέρον, δυστυχώς όμως το βάρος πιστεύω ότι πέφτει στη λέξη "σχετικό" και όχι στη λέξη "ενδιαφέρον".

Τετάρτη, Μαρτίου 21, 2007

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ, ΒΟΥΔΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΖΩΗ


Δυστυχώς, μετά από δύο πολύ δυνατές ταινίες, ήρθε η ώρα να με απογοητεύσει και ο Darren Aronofsky. "Η πηγή της ζωής" (The Fountain) φλυαρεί ακατάπαυστα για μεταφυσικά και φιλοσοφικά ζητήματα, είναι πνιγμένη μέχρις εκεί που δεν παίρνει στον βουδισμό, στις περί μετεμψύχωσης θεωρίες, καθώς και σ΄αυτές περί αθανασίας (της ψυχής, υποθέτω, αν και οι προσπάθειες του επιστήμονα αποβλέπουν και στη σωματική αθανασία) και σαν γενικό συμπέρασμα μας υποδεικνύει το ότι πρέπει να συμφιλιωθούμε με τον θάνατο, να μην τον φοβόμαστε και να μη θρηνούμε (τώρα το αν αυτό πρέπει να γίνει λόγω της βεβαιότητας ότι η ψυχή είναι ούτως ή άλλως αθάνατη ή για άλλους λόγους, δεν είμαι και πολύ βέβαιος).
Καλά και ενδιαφέροντα όλα αυτά, πλην όμως η χαώδης αφήγηση, οι συχνές επαναλήψεις και το "ανοιχτό" (για να το θέσω κομψά) τέλος με άφησαν αρκετά ανικανοποίητο. Ειδική βεβαίως αναφορά πρέπει να γίνει στην πολύ εντυπωσιακή εικόνα: Χρησιμοποιώντας μια περιορισμένη χρωματική γκάμα με κυρίαρχο το χρυσό, ο Aronofsky πετυχαίνει μεν ορισμένες αξέχαστες εικόνες, πλην όμως "μπουχτίζει" τον θεατή από ένα είδος μεταφυσικού - καλλιγραφικού overdose. Αφείστε που κάποιες πρόδηλα βουδιστικές σκηνές ήταν σα να έβγαιναν κατ' ευθείαν από τα εξώφυλλα των Buddha Bar...
Γενικά βρήκα το φιλμ πομπώδες, μεγαλεπήβολο, μεγαλόστομο, αλλά και αφελές ταυτόχρονα κι όλη αυτή η ρητορεία για την αιώνια αγάπη, την αιώνια ζωή και άλλα αιώνια με κούρασε, καθώς θεωρώ ότι δεν συνοδευόταν από το απαιτούμενο νεύρο. Όλα αυτά βέβαια είναι προσωπικές απόψεις, που έχουν να κάνουν και με το ότι η όλη new age φάση δεν με συγκινεί ιδιαίτερα. Ίσως θεατές πιο μυημένοι από μένα σε εξ ανατολών μεταφυσικές να λατρέψουν την ταινία (αν και η έλλειψη νεύρου νομίζω ότι ισχύει γενικότερα).
Παρ' όλα αυτά ο Aronofsky παραμένει σίγουρα ένας απρόβλεπτος, τολμηρός και με όραμα δημιουργός (άσχετα αν στην συγκεκριμένη ταινία πιστεύω ότι "δεν του βγήκε"), που κάνει πράγματα που λίγοι τολμούν να κάνουν ή έστω να καταπιαστούν και θα εξακολουθήσω να περιμένω με ενδιαφέρον κάθε νέα δουλειά του. Και ίσως και να μπορούσα να συστήσω το Fοuntain, αν μη τι άλλο, ως ξεχωριστή οπτική εμπειρία.

Κυριακή, Μαρτίου 18, 2007

300 Ή ΟΤΑΝ Η ΥΨΗΛΗ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΟΝ ΦΑΣΙΣΜΟ


Όχι, δεν με ενοχλεί το θέμα της ιστορικότητας. Δεν με νοιάζει η πιστότητα των στολών ή το ακριβές όνομα του μπατζανάκη του Λεωνίδα. Πρόκειται για ταινία μυθοπλασίας (και μάλιστα χολιγουντιανή) και μπορεί να παίρνει όσες "ελευθερίες" θέλει. Αυτό που με ενόχλησε αφάνταστα στους "300" του Zack Snyder είναι το απόλυτα στρατόκαυλο του πράγματος, ο απόλυτος ύμνος του μιλιταρισμού.
Πριν πάμε σ' αυτά όμως, να πω ότι η ταινία μου άρεσε αισθητικά, ή μάλλον, για να ακριβολογήσω, ως εικόνα και μόνο. Χρησιμοποιώντας μια ιδιόρυθμη, περιορισμένη χρωματική γκάμα (χρυσό - βυσινί - μαύρο), "πειράζοντας" τις εικόνες, καταφέρνει να δώσει ένα ενδιαφέρον, απόκοσμο αποτέλεσμα. Είναι η δεύτερη φορά μετά το Sin City που ένα κόμικς μεταφέρεται τόσο πιστά (και δεν εννοώ σεναριακά μόνο, αλλά και αισθητικά) στην οθόνη. Οι εικόνες του μοιάζουν να ξεπηδούν κατ΄ ευθείαν από τις σελίδες της Varley, που χρωμάτισε με τρόπο χαρακτηριστικό το πασίγνωστο πλέον κόμικς του Frank Miller (του οποίου οι "σχετικά δεξιές" απόψεις είναι γνωστές).
Από εκεί και πέρα όμως... Είναι απίστευτη η χαρά των Σπαρτιατών που θα πεθάνουν στη μάχη, η ηδονή που νοιώθουν με την απ' την αρχή ως το τέλος σφαγή, η τρομακτική κατάφαση στον πιο σκληρό μιλιταρισμό. Νοιώθουμε την καύλα του αφηγητή - δημιουργού - σκηνοθέτη όταν εκθειάζει το σχεδόν φασιστικό σπαρτιατικό καθεστώς, που πετά τα ανάπηρα παιδιά στον Καιάδα και όσα επιβιώσουν από τις υπόλοιπες δοκιμασίες τα ανατρέφει σαν στρατιώτες και μόνο, λες και δεν έχουν να κάνουν τίποτα πιο ενδιαφέρον στη ζωή τους. Νοιώθουμε τη βαθειά του απέχθεια όχι ακριβώς προς τους υποψήφιους κατακτητές, αλλά προς τους "βάρβαρους ασιάτες". Από την άλλη, οι Σπαρτιάτες ουρλιάζουν από την αρχή μέχρι το τέλος ως Νεάντερταλ, καταχαρούμενοι που θα γνωρίσουν ένδοξο θάνατο, ουρλιάζουν υπέρ της ελευθερίας (του μιλιταριστικού, δουλοκτητικού και, μη ξεχνάμε, με βασιλιά και όχι δημοκρατικού καθεστώτος τους). Ναι, ξέρω, όταν απειλείσαι από ξένη εισβολή είναι λογικό να υπερασπίζεσαι το όποιο καθεστώς σου, αλλά όλη αυτή η υπερβολή είναι από εξοργιστική έως αστεία. Και να φανταστείτε ότι έτυχε να τα δω όλα αυτά κολλητά με τα αντιπολεμικότατα "Γράμματα από την Ιβοζίμα".
Πέραν αυτών... αρχίζει η καθαρή πλάκα. Τα Ορκς, τα cyborgs (αστακάνθρωπος ήταν μάλλον), τα τρολ, τα σχεδόν προϊστορικά τέρατα που κουβαλούν οι Πέρσες και εμφανίζουν ένα-ένα ως ατραξιόν, ο δίμετρος, γκέι, με φωνή Νταρθ Βέιντερ Ξέρξης, ο Κουασιμόδος - Άνθρωπος-Ελέφαντας Εφιάλτης, ο λύκος - μαχαιρόδοντας της αρχής, οι επίλεκτοι Πέρσες Νίντζα που πολεμούν στη ζέστη της Ελλάδας με μάσκα... Συνεχώς περίμενα ότι από κάπου θα σκάσει μύτη και το Γκόλουμ! Άφείστε που στην εποχή της Σπάρτης δεν είχε ακόμα εφευρεθεί η πνευμονία, αφού με οποιοδήποτε καιρό, με ζέστη ή με χιονοθύελλα (χιονοθύελλα; Στη Σπάρτη;;;) παιδιά, ενήλικες και γέροι ζουν και πολεμούν ημιξεβράκωτοι. Μάλλον επειδή οι Άντρες Δεν Κρυώνουν.
Αν θέλετε να πεθάνετε καταχαρούμενοι και γεμάτοι καύλα στον πόλεμο, με γειά σας με χαρά σας. Εμένα όμως μη με καλέσετε. Έχω μια δουλειά...

Σάββατο, Μαρτίου 17, 2007

ΙΒΟΖΙΜΑ: "ΕΧΘΡΟΙ" ΚΑΙ "ΦΙΛΟΙ" ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΟΛΑΣΗ


Είναι πραγματικά πρωτότυπο και τολμηρό το εγχείρημα του Clint Eastwood να δει τον πόλεμο (την σφαγή της Ιβοζίμα για την ακρίβεια) από δύο διαφορετικές σκοπιές, αυτές των δύο εχθρών (Γιαπωνέζων και Αμερικάνων). Τα "Γράμματα από την Ιβοζίμα", η δεύτερη, "γιαπωνέζικη" ταινία είναι καλύτερη από την πρώτη (τις "Σημαίες των προγόνων μας", που γενικά δεν μου άρεσε και τόσο). Πιο δεμένη, με μεγαλύτερη συνοχή και ένταση, πιο ατμοσφαιρική και, τελικά, πιο αντιπολεμική. Μιλώντας γενικά, είναι μια από τις πολύ δυνατές αντιπολεμικές ταινίες. Ίσως να μη φτάνει τη δύναμη του "Σιδηρού Σταυρό" ή του πρώτου μέρους του "Full Metal Jacket" ας πούμε, παραμένει όμως πολύ δυνατή.
Η ιδέα να δειχθεί η κόλαση μέσα από τα μάτια του εχθρού, ώστε να κατανοήσει και ο πλέον βλαξ ότι η κόλαση αυτή ισχύει και για τους δύο αντίπαλους, για όλους τους εμπόλεμους ανεξαιρέτως δηλαδή, λειτουργεί πολύ καλά. Η σκοτεινή, μουντή, καφεκιτρινόγκριζη φωτογραφία εντείνει τη ζοφερότητα της φρίκης και της σφαγής στο μικρό νησί. Η ανθρώπινη πλευρά, το ένστικτο επιβίωσης, οι ηδονές της καθημερινότητας, που τώρα φαντάζει μακρινή, σχεδόν μυθική, σα να την έχει ζήσει άλλος, τονίζονται, επιτείνοντας έτσι τη δυστυχία των τεκταινόμενων στο νησί. Οι εικόνες ερήμωσης, μαυρίλας, ενός τόπου όπου, πλέον, δεν μπορεί να φυτρώσει τίποτα, λειτουργούν προς την ίδια κατεύθυνση. Η γιαπωνέζικη γλώσσα προσθέτει επίσης στην αίσθηση αυθεντικότητας που αποκομίζουμε.
Εξετάζοντας τώρα και τις δύο ταινίες μαζί, δεν μπορώ να μη θαυμάσω την αμεροληψία του Eastwood, που, πέρα από έναν θαυμασμό που τρέφει προς τους ανώνυμους "ήρωες" εκατέρωθεν (βλέπε αυτούς που τελικά την πληρώνουν), δεν διστάζει να κριτικάρει καίρια και διορατικά και τους δύο πολιτισμούς στα σημεία που πάσχουν: Στην πληρέστατη εμπορευματοποίηση, στα ψεύδη και την θυσία των πάντων μπροστά στο κέρδος ή/και στα βρώμικα πολιτικά συμφέροντα και παιχνίδια εξουσίας από τη μεριά των Αμερικάνων, στο ηλίθιο, στρατόκαυλο, σκληρά ιεραρχικό σύστημα των Γιαπωνέζων, που τελικά, με τη μιλιταριστική του παράνοια και τον τυφλό σεβασμό σε άνευ λόγου "κώδικες τιμής" και άλλα σχετικά, καταντά να κάνει κακό στον ίδιο του τον εαυτό. Στη δεύτερη περίπτωση μάλιστα δεν διστάζει να δείξει ακόμα και την "κατάπτυστη" λιποταξία ως μια ανθρώπινη, τελείως φυσιολογική και, τελικά, ίσως και λογική σε κάποιες περιπτώσεις πράξη.
Όχι, δεν θεωρώ ότι οι δύο ταινίες είναι η καλύτερη δουλειά του Eastwood. Πιστεύω όμως ότι συνολικά (κυρίως τα "Γράμματα" βεβαίως) λειτουργούν απόλυτα θετικά, πετυχαίνουν το στόχο τους - την κατάδειξη της φρίκης - και, εντέλει, ότι για μια ακόμα φορά αξίζει ένα μπράβο σ' έναν από τους σημαντικότερους αμερικανούς δημιουργούς.

Πέμπτη, Μαρτίου 15, 2007

7 ΕΙΠΑΜΕ;

Να πάρει! Έχω διπλή πρό(σ)κληση (Kourouna, Epi pantos) για τις 7 αγαπημένες μου ταινίες. Ε, λοιπόν, δεν ξέρετε πόσο δύσκολο είναι να επιλέξω, ακριβώς επειδή πρόκειται για κινηματογραφικό μπλογκ και, ε... όσο νάναι βλέπω αρκετά πράγματα εδώ και πολλά πολλά χρόνια και ούτως ή άλλως δυσκολεύομαι πάρα πολύ με τα κάθε λογής "αγαπημένα" (από τότε που, παιδάκι ακόμα, με ρώταγαν "ποιον αγαπάς πιο πολύ, τον μπαμπά η τη μαμά " και ήθελα να τους πνίξω και...
Τέλος πάντων, φοβάμαι ότι πρέπει να υποκύψω, αλλιώς θα με πάρει ο Ξέρξης από τους 300 και θα...
Λοιπόν, παραλείποντας υποχρεωτικά πάρα πάρα πολλές αγαπημένες είτε γιατί δεν χωράνε στις 7 (θα έπρεπε να είναι 107) είτε γιατί τις ξέχασα, έχουμε και λέμε (φυσικά με τυχαία και όχι με αξιολογική σειρά):

- Blade Runner (Ridley Scott)
- Ο Τρίτος Άνθρωπος (Carol Reed)
- Life of Brian (Monty Python)
- Βιριδιάνα (Louis Bunuel)
- Το Πάρτι (Blake Edwards)
- 2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος (Stanley Kubrik)
- Ο Άγνωστος του εξπρές (Alfred Hitchkock)

...και ο Fellini και ο Gilliam και οι Koen και ο Cronenberg και ο Chaplin και το Weekend του Godard και το Delicatesen των Genet και Caro και ο Wilder... και πολλοί πολλοί άλλοι, ων ουκ έστιν αριθμός.

Ουφ! Τα είπα και ξαλάφρωσα! Keipi, σειρά σου!

Τρίτη, Μαρτίου 13, 2007

ΚΡΥΟ ΣΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΚΑΙ ΣΤΗ RED ROAD


Τελικά οι Άγγλοι έχουν έναν πολύ αποτελεσματικό τρόπο να απεικονίζουν τη μιζέρια της μικροαστικής καθημερινότητας. Το Red Road (2006), πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Andrea Arnold, είναι από τα χαρακτηριστικά δείγματα του στιλ αυτού: Απόλυτα ντοκιμαντερίστικη ματιά, σκληρός ρεαλισμός, θαμπή φωτογραφία με κόκκο, καθημερινότητα στο έπακρο, άνθρωποι που δεν είναι όμορφοι αλλά απλώς συνηθισμένοι, καταστάσεις που ακόμα κι αν συγκλονίζουν μερικές φορές, δεν υπερβαίνουν ποτέ αυτό που "μπορεί να συμβεί στον καθένα". Όλο αυτό το αποπνικτικό κλίμα τονίζεται ιδιαίτερα από την δίχως το παραμικρό φτιασίδι περιγραφή του αστικού τοπίου στο οποίο ζουν και κινούνται οι ήρωες: Συνήθως σε κάποιο προάστιο κάποιας μεγαλούπολης όπου δεν υπάρχει τίποτα όμορφο, όπου δεν θα πάει ποτέ κανένας τουρίστας. Τσιμεντένιοι όγκοι άχαρων κτιρίων, παραμελημένες, εργατικές πολυκατοικίες, σκουπίδια στους δρόμους, βαρετές δουλειές... καμιά ανάταση. Είναι επόμενο σε τέτοια μέρη η ανθρώπινη ζεστασιά να σβήνει, οι άνθρωποι να παγώνουν μέσα τους, πολλές φορές μόνοι, ίσως δίχως καν φίλους, ζώντας ζωές πανομοιότυπες.
Η συγκεκριμένη ταινία ξεκινά σαν μια ιστορία εκδίκησης, καθώς ένα παλιό, οδυνηρό περιστατικό ανακαλείται στη μνήμη της πρωταγωνίστριας μέσα από τις εικόνες των πανταχού παρόντων καμερών (είναι σωστός ο πληθυντικός αυτός;), προσθέτοντας και το περί Big Brother σχόλιο στην ήδη βαριά ατμόσφαιρα. Σιγά - σιγά όμως εξελίσσεται προς εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις, καθώς το μίσος παραμερίζει μπρος στη δίψα για λίγη ανθρώπινη επαφή, φιλική, ερωτική ή ό,τι άλλο.
Αν και πρωτοεμφανιζόμενη η Arnold δείχνει μεγάλη ωριμότητα και τόλμη, που κάνουν σε κάποια σημεία την ταινία συγκλονιστική στην ωμότητά της. Αν σας αρέσει όλο αυτό το ρεαλιστικό, ντοκιμαντερίστικο κλίμα, το Red Road ανήκει στις πολύ καλές ταινίες του είδους, κοντά στις καλές στιγμές του Loach ή του Michael Lee ας πούμε. Εμένα προσωπικά με κουράζει κάπως. Βαριέμαι λιγάκι όλη αυτή την γυμνή αναπαράσταση της μιζέριας. Αυτό όμως είναι προσωπικό και υποκειμενικό. Ξαναλέω ότι, αν σας αρέσει το είδος, μην τη χάσετε.

Δευτέρα, Μαρτίου 05, 2007

ΚΑΛΟΣ ΠΟΙΜΕΝΑΣ Ή ΚΑΘΟΔΗΓΗΤΗΣ ΕΝΟΣ ΕΘΝΟΥΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ


Ο "Καθοδηγητής" (The Good Shepherd είναι ο πραγματικός τίτλος) είναι η τρίτη ταινία που σκηνοθετεί ο Robert De Niro. Και αποφασίζει να καταπιαστεί με ένα δύσκολο και τολμηρό θέμα: Την ίδρυση και - έμμεσα - την ιστορία της διαβόητης CIA, από τον πόλεμο μέχρι το 1961 και το φιάσκο των αμερικανών στον κουβανέζικο Κόλπο των Χοίρων. Διαβάζω (χωρίς να έχω προσωπική άποψη λόγω άγνοιας του θέματος) ότι η ταινία είναι ιστορικά ακριβής. Η σκηνοθεσία είναι κι αυτή ακριβής και ο Ντε Νίρο δείχνει έμπειρος και σίγουρος στον σπάνιο γι' αυτόν ρόλο πίσω από την κάμερα. Η δε ιδεολογική του σκοπιά είναι "προοδευτική" (τετριμμένος όρος, ε;), αφού δεν έχει πρόβλημα να δείξει τις σκοτεινές μεθόδους, τα λάθη, τον στα όρια του φασισμού πατριωτισμό των ιδρυτών και των πρώτων στελεχών της CIA και την επίσης σκοτεινή, συνωμοσιολογική ατμόσφαιρα που επικρατεί στους κόλπους της.
Οι προσωπικές μου αντιρρήσεις βρίσκονται κυρίως στην ατέλειωτη διάρκεια και τους σχετικά αργούς ρυθμούς, που με έκαναν να πλήξω αρκετά. Όχι, δεν νομίζω ότι άξιζε 167 ολόκληρα λεπτά όλη αυτή η καταγραφή. Βρίσκονται επίσης στο (μυθοπλαστικό) θέμα στο οποίο επικεντρώνεται - πέρα από το καθαρά ιστορικό: Στο γεγονός ότι ένας από τους βασικούς πρώτους πράκτορες αυτοπαγιδεύεται, χάνει κάθε ίχνος ιδιωτικής, προσωπικής ζωής και τελικά οδηγείται στη μοναξιά και τη δυστυχία (επόμενο βεβαίως αν επιλέγεις μια ζωή γεμάτη μυστικά, για τα οποία ούτε στους πλέον αγαπημένους σου επιτρέπεται να πεις το παραμικρό και καθ' ότι "όποιον ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρών οι κότες"). Ενώ λοιπόν ο Σπίλμπεργκ στο "Μόναχο" μας έδειξε πολύ καλά τη διάσταση αυτή (αν και η ταινία του συνολικά μου φάνηκε κατώτερη), ο Ντε Νίρο επιλέγει έναν χαρακτήρα που είναι από τη φύση του κρυψίνους, ψυχρός, που έχει τη συνωμοτικότητα στο αίμα του από παιδάκι (πολύ καλός σ' αυτό ο Ντέιμον), οπότε η καταστροφική επίδραση της ίδιας της έπαγγελματικής του ενασχόλησης στην προσωπική του ζωή ακυρώνεται κατά κάποιον τρόπο (σα να λέμε δηλαδή ότι δεν τον καταστρέφει η δουλειά του, αλλά "τα ήθελε ο τέτοιος του").
Πέραν αυτών πάντως θα απολαύσετε ένα από τα πλουσιότερα καστ που έγιναν ποτέ (Ντέιμον, Αν. Τζολί, Ντε Νίρο, Τορτούρο, Άλεκ Μπάλντουιν, Ουίλιαμ Χαρτ, Τζον Πέσι κλπ.)
ΥΓ: Η στροφή του Χόλιγουντ σε "δημοκρατικότερες" και "αριστερότερες" (για τα στενότατα αμερικάνικα όρια της λέξης) κατευθύνσεις που πολλάκις έχουμε επισημάνει, συνεχίζεται. Ίσως πλέον οι πάντες έχουν απηυδήσει με την σχεδόν φασιστική πολιτική της κυβέρνησης Μπους και αυτό να είναι η έμμεση αντίδραση).

Σάββατο, Μαρτίου 03, 2007

DREAMGIRLS: Η ΑΝΟΔΟΣ, Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΟΜΦΟΡΜΙΣΜΟΣ


Το Dreamgirls του Bill Condon είναι πρώτα απ' όλα μιούζικαλ. Δεύτερο, είναι η ιστορία των θρυλικών Supremes, ενός από τα 4-5 πιο πετυχημένα συγκροτήματα της δεκαετίας του 60 (οι άλλοι ήταν οι Beatles, οι Rolling Stones και ίσως 1-2 ακόμα, για να καταλάβετε για τι μεγέθη μιλάμε). Τρίτο, είναι μια ιστορία ανόδου, κατάκτησης της κορυφής, αλλά και όλων των αρνητικών που τη συνοδεύουν. Επειδή τα συνδυάζει όλα αυτά όμως, μη νομίζετε ότι την θεωρώ και πετυχημένη ταινία.
Ως μιούζικαλ (μεταφορά θεατρικού μιούζικαλ στο σινεμά, όπως γίνεται συνήθως) είναι εξειδικευμένο: Θα σας αρέσει μόνον αν είστε λάτρης της μαύρης μουσικής. Της χρυσής περιόδου της σόουλ της δεκαετίας του 60 και της προς το νεροβραστότερο μετεξέλιξής της στη δεκαετία του 70. Σ' αυτή την περίπτωση λοιπόν θα σας αρέσει τουλάχιστον από καθαρά μουσικής πλευράς. Αν πάλι σας ενδιαφέρει η ιστορία της μουσικής, έχετε, όπως είπαμε, την ιστορία των τριών Supremes (και της εταιρίας Motown). Που ξεκίνησαν ως ένα ακόμα γυναικείο μαύρο φωνητικό γκρουπ, αυτονομήθηκαν και σύντομα κατέκτησαν την κορυφή (για την ιστορία είναι το μοναδικό συγκρότημα που είχε στις ΗΠΑ 5 συνεχή Νο 1). Κι εκεί άρχισαν τα εσωτερικά προβλήματα: Η πρώτη και καλύτερη φωνή Florence Ballard παραγκωνίστηκε από την κατώτερη μεν, αλλά πολύ εντυπωσιακότερη ως παρουσία, Diana Ross, η οποία παντρεύτηκε τον ιδρυτή της εταιρίας Berry Gordy και έγινε η βιτρίνα του γκρουπ, για να ακολουθήσει η προσωπική καριέρα της ως σούπερσταρ (εννοείται ότι τα αληθινά ονόματα δεν αναφέρονται, αλλά είναι πασίγνωστο ότι η ταινία φωτογραφίζει τις συγκεκριμένες περιπτωσεις). Το πιο ενδιαφέρον τρίτο επίπεδο είναι αυτό όπου καταγράφονται ο συντηρητισμός, η εμπορικοποίηση και οι παραχωρήσεις που συνοδεύουν την πάσει θυσία διατήρηση στην κορυφή, καθώς και η βαθμιαία μεταμόρφωση του εταιριάρχη και συζύγου από οραματιστή, ιδεολόγο και πρωτοπόρο των πρώτων καιρών σε στυγνό, αδίστακτο και καταπιεστικό μεγαλοεπιχειρηματία στο τέλος, στα χέρια του οποίου κάθε προσπάθεια αυθεντικότητας και ανανέωσης είναι καταδικασμένη. Φυσικά η συγκεκριμένη αυτή περίπτωση έχει προεκτάσεις και αποκτά ευρύτερο ενδιαφέρον για το τι γενικά συμβαίνει εκεί πάνω.
Ωστόσο σαν ταινία, ενώ μου κράτησε το ενδιαφέρον στην αρχή, μου φάνηκε ότι έκανε μια μεγάλη κοιλιά στη συνέχεια, οδεύοντας προς ένα μάλλον δακρύβρεκτο μελό (η περίπτωση της μοίρας και της κατάπτωσής της Ballard, ερμηνευμένη ωστόσο δυνατά από την Jennifer Hudson, που δίκαια πήρε το Όσκαρ β' γυναικείου ρόλου). Η οποία κοιλιά συνοδεύεται και από βαρετότερη (για μένα) γλυκερή μουσική, που αντικαθιστά τη νευρώδη σόουλ της αρχής. Για την ιστορία και πάλι, η αληθινή Ballard πέθανε φτωχή και ξεχασμένη το 1976, αυτό όμως δεν το δείχνει η ταινία. Στα ατού και ο πολύ καλός εδώ Έντι Μέρφι σε ρόλο παρηκαμασμένου πρώην σόουλ σταρ. Συνολικά μάλλον βαρέθηκα όπως σας είπα - αν και, βέβαια, πρόκειται για άρτια και εντυπωσιακή παραγωγή. Αν σας ενδιαφέρει η εποχή ή/και το συγκεκριμένο γκρουπ, δείτε το.

Παρασκευή, Μαρτίου 02, 2007

ΜΟΥΣΙΚΗ, ΣΤΙΧΟΙ ΚΑΙ OVERDOSE ΑΠΟ ΣΙΡΟΠΙΑ


Τώρα θα μου πείτε "τι δουλειά είχες να δεις το "Music and Lyrics"; Ε, συμβαίνουν καμιά φορά και λάθη (όντως βρέθηκα εκεί κατά λάθος). Η ταινία λοιπόν του Marc Lawrence παρουσιάζει για πολλοστή φορά τον Χιου Γκραντ σε αισθηματική κομεντί (δεν βαρέθηκε ακόμα;) αυτή τη φορά με την Ντρου Μπάριμορ. Ξέρετε, στην αρχή δεν πολυσυμπαθιούνται, το πράγμα αρχίζει να αλλάζει σιγά - σιγά, στο τέλος ερωτεύονται τρελά, γελάς λίγο με μερικές καυστικές ατάκες του Χιου, δακρύζεις λίγο εκεί που πάνε να χωρίσουν... τέτοιες πρωτοτυπίες.
Αν κάτι είναι κάπως συμπαθητικό είναι η "κριτική" που κάνει η ταινία (μη φανταστείτε τώρα τίποτα βαθυστόχαστα πράγματα) στην ποπ μουσική (το ελαφρύτερο και βαρετότερο κομμάτι της ποπ για να είμαστε ακριβείς). Στο πώς κατασκευάζονται και διατηρούνται στην επικαιρότητα τα ποπ είδωλα και στην απύθμενη κενότητά τους (βλακεία μήπως έπρεπε να πω;) Αυτά λοιπόν έχουν σχετική πλάκα, όπως και αρκετές ατάκες που αναφέρονται σε στίχους ή τίτλους γνωστών επιτυχιών και παρεισφρύουν συχνά στις κουβέντες των ηρώων. Φυσικά εξώφθαλμες ομοιότητες και αναφορές σε υπαρκτά είδωλα (Wham, Aguilera - Shakira και άλλα τέτοια) είναι απόλυτα ηθελημένες. Το κακό είναι ότι δεν είμαι καθόλου φαν ούτε της ποπ των 80ς ούτε των σύγχρονων ΑγκιλεροΜπριτνεϊΣακίρων που λέγαμε και πριν (στη "σύγκριση" και σχέση των δύο αυτών εποχών αναφέρεται το μη αισθηματικό μέρος της ταινίας), οπότε όλο αυτό - παρά το ότι είναι κατασκευασμένο καθαρά για λόγους feelgood και μόνο - με άφησε αδιάφορο.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 28, 2007

ΨΙΘΥΡΟΙ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΞΑΝΑΚΟΥΣΕΙ


Το Stir of Echoes (Ψίθυροι των Πνευμάτων) του David Koepp είναι μια ακόμα ταινία με φαντάσματα. Γυρισμένη το 1999, έχει σαν ατού της τον Κέβιν Μπέικον, που σηκώνει όλο το βάρος της ερμηνείας, προσπαθεί να είναι τρομακτική (αλλά δεν είναι τόσο) και γενικά, το μεγάλο της πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά τα έχουμε ξαναδεί πολλές φορές και μάλιστα με πολύ καλύτερο τρόπο, κυρίως από ασιάτες, ανάμεσα στους οποίους οι ιστορίες με πνεύματα και φαντάσματα είναι συνηθέστατες. Αλήθεια, πόσες φορές έχετε δει στοιχειωμένο σπίτι, επειδή κάποιο φάντασμα (που ανήκε φυσικά σε άτομο που πέθανε με βίαιο τρόπο) "πιέζει" για να γίνει αντιληπτό και να λυτρωθεί; Δεν είναι ότι είναι εντελώς κακή ταινία, αλλά να, είναι σχετικά άνευρη και έχεις συνεχώς την αίσθηση πως "κάπου το ξέρεις αυτό".
Από τα θετικά σημεία θεωρώ κάτι που σπάνια δείχνεται σε ταινίες του είδους: ΟΚ, υπάρχει πάντοτε κάποιος/οι που βλέπουν περίεργα πράγματα, ενώ οι γύρω τους δεν παίρνουν χαμπάρι. Δεν είναι απόλυτα φυσικό αυτοί οι "ελαφροϊσκιωτοι" να σαλτάρουν πλήρως; Ενώ λοιπόν αυτό το σαλτάρισμα σπάνια το βλέπουμε, εδώ ο Μπέικον τα παίζει κανονικά, καταστρέφει άθελά του τη σχέση με τη γυναίκα του, γίνεται άλλος άνθρωπος γεμάτος ψυχαναγκασμούς όταν τα φαινόμενα αρχίζουν να πληθαίνουν. Αυτό είναι ενδιαφέρον. Α, υπάρχει και το αστυνομικό στοιχείο, το "ποιος το έκανε" που κάτι προσθέτει. Αυτά τα λίγα μόνο.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 27, 2007

ΑΣ ΤΑ ΠΑΡΕΙ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ ΠΕΝΤΕ...

Μετά από έντονες πιέσεις που δέχτηκα (φάλαγγα, στέρηση ύπνου, απειλές κατά των δικών μου, υποχρεωτική παρακολούθηση επί 24ώρου βάσεως του Rocky Balboa κλπ.) υποκύπτω κι εγώ στο παιχνιδάκι των βλόγερς και αποκαλύπτω:
1. Είμαι λάτρης του φανταστικού σε όλες του τις μορφές (λογοτεχνία, κόμικς, σινεμά κλπ.) Και η προσωπική μου παραγωγή άλλωστε ανήκει κυρίως στον χώρο αυτόν.
2. Σιχαίνομαι βαθύτατα την τηλεόραση. Έχω σπίτι μου μόνο για κανένα DVD πού και πού. Δεν βλέπω ούτε καν ταινίες σ' αυτήν. Εξακολουθεί να με ενοχλεί το ότι τις κόβουν για να βάλουν *@#&^%διαφημίσεις.
3. Μεγάλωσα, όμως ακόμα ασχολούμαι με τα μίκυ μάου (που επισήμως πλέον ονομάζονται κόμικς). Όταν ήμουν μικρός στην επαρχία, είμαστε χωρισμένοι σε φανς του Μπλεκ, του Ζαγκόρ και του Όμπραξ (κάτι σαν ΟΣΦΠ, ΠΑΟ, ΑΕΚ). Εγώ ήμουν πάντα οπαδός του Ζαγκόρ. Είχα γύρω στα 100 τεύχη. Μετά τις - κοινές σε όλο τον ενήλικο πληθυσμό - μαμαδικές εκκαθαρίσεις, δεν έχω πια κανένα. Όχι ότι θα τα μελετούσα σήμερα, αλλά νά, για τη νοσταλγία...
4. Όταν ταξιδεύω, δεν πάω συστηματικά σε μέρη που μ΄ αρέσουν και μόνο, αλλά όπου προκύψει. Δεν αρνούμαι κανένα που μου προτείνεται (ε... το Ιράκ αποτελεί εξαίρεση) κι ας μην σκόπευα να πάω εκεί από μόνος μου. Μακάρι να μπορούσα να πάω παντού.
5. Όταν ήμουν μικρός πίστευα ακράδαντα ότι το γνωστό λαϊκό άσμα "Όνειρο δεμένο στο μουράγιο..." έλεγε "Όνειρο δεμένο στο μουλάρι..." και προβληματιζόμουν βαθύτατα για τη σημασία του.
Αυτά.
Εγώ δεν είμαι τόσο κακός να "δώσω" άλλους πέντε...

Σάββατο, Φεβρουαρίου 24, 2007

Η ΨΥΧΗ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ


Δύο στα δύο λοιπόν. Η δεύτερη ταινία του Γιάννη Οικονομίδη "Η ψυχή στο στόμα" καταφέρνει να δώσει στο θεατή μια ακόμα πιο δυνατή γροθιά στο στομάχι απ' όσο το "Σπιρτόκουτο". Ο κόσμος εδώ, η ελληνική κοινωνία για την ακρίβεια, είναι ακόμα πιο σκοτεινός, ακόμα πιο αδιέξοδος, ακόμα πιο πνιγηρός. Μέσα σε μια καθημερινότητα που κυριολεκτικά σκοτώνει, δίχως την παραμικρή χαραμάδα φωτός, ο ήρωας, σαλταρισμένος από την πρώτη κιόλας σκηνή, περιφέρεται αμέτοχος, χωρίς να αντιδρά (δεν μπορεί άλλωστε), χωρίς να μιλά σχεδόν, ενώ καταπιέζεται και τρώει απανωτές σφαλιάρες από τους πάντες γύρω του (γυναίκα, εργοδότη, συνάδελφους, συγγενείς κλπ.) Ακόμα και από απλούς γνωστούς, το μόνο που εισπράττει είναι μία απύθμενη οργή, ίσως όχι για το πρόσωπό του ειδικά, αλλά για τα πάντα γύρω τους.
Η ταινία παρακολουθείται πολύ δύσκολα. Πολλοί δεν αντέχουν αυτή την αδυσώπητη ψυχολογική βία, τη συνεχή, δίχως το παραμικρό διάλειμμα πίεση του ήρωα από τους πάντες και τα πάντα. Σημειωτέον ότι μιλάμε για ψυχολογική βία και μόνο. Δεν υπάρχει σχεδόν καμιά σκηνή σωματικής βίας, αυτό το γεγονός όμως σε καμιά περίπτωση δεν ελαφρύνει τα πράγματα. Κάθε άλλο. Αλλά αυτό που πραγματικά προκαλεί overdose είναι η λεκτική βία. Το 90% ίσως των όσων λέγονται αποτελούνται από βρισιές. Οι πάντες μιλάνε βρίζοντας, εκφράζονται αποκλειστικά με βρισιές, μερικές από τις οποίες μάλιστα ιδιαιτέρως ευφάνταστες (ίσως και να αποτελεί παγκόσμιο ρεκόρ το ποσοστό τους επί του συνολικών διαλόγων).
Αν καταφέρετε να τα αντέξετε όλα αυτά, θα διαπιστώσετε ότι ο Οικονομίδης είναι καλός σκηνοθέτης και κάνει ένα προσωπικό, άμεσα αναγνωρίσιμο σινεμά. Το μεγάλο ατού του είναι η εξαιρετική διεύθυνση των ηθοποιών, όλων ανεξαιρέτως, οι οποίοι είναι πειστικότατοι στους απάνθρωπους ρόλους τους. Είναι αλήθεια ότι απομονώνει και μεγενθύνει μονάχα ό,τι αποκρουστικότερο υπάρχει στην καθημερινή μας ρουτίνα, αποκλείοντας οτιδήποτε ευχάριστο (αυτή ακριβώς η καθημερινότητα, η οικειότητα που νοιώθουμε με τα τεκταινόμενα, είναι που κάνουν αβάσταχτες σχεδόν στη θέασή τους τις ταινίες του). Αυτό όμως το κάνει με εξαιρετικά αποτελεσματικό τρόπο. Ο κίνδυνος είναι όλο αυτό το μικροσύμπαν να γίνει μανιέρα και απλή επανάληψη. Βρίσκεται όμως ακόμα στην αρχή και - δεδομένων των ικανοτήτων του - κάλλιστα μπορεί να αποφύγει κάτι τέτοιο.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 22, 2007

ΕΚΘΑΜΒΩΤΙΚΟΣ ΠΛΟΥΤΟΣ, ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΕΣ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ


Στον "Ήρωα" το βάρος έπεφτε στο επικό στοιχείο και στις απίστευτα χορογραφημένες μάχες. Στα "Ιπτάμενα στιλέτα" ο ρομαντισμός και η ποίηση είχαν τον πρώτο λόγο μέσα από πανέμορφες εικόνες. Στην "Κατάρα του χρυσού λουλουδιού" ο Yimou Zhang ρίχνει το βάρος στην τραγωδία στους κόλπους της πανίσχυρης αυτοκρατορικής οικογένειας. Και πάλι η λέξη "απίστευτα" έχει θέση εδώ, μόνο που αφορά πλέον τα εσωτερικά του παλατιού, τα εξωφρενικά φορέματα, τους άπειρους στρατούς. Είναι τόσος ο πλούτος, η χλιδή, το μεγαλείο, που ο θεατής μοιάζει να πνίγεται, να μπουχτίζει από τα μυριάδες χρώματα, τον χρυσό που καταλαμβάνει κάθε τετραγωνικό εκατοστό της οθόνης, τα αναρίθμητα, πολύπλοκα διακοσμητικά μοτίβα που στροβιλίζονται θαρρείς γύρω του. Μέσα σ' αυτό το χαώδες, υπερ-μπαρόκ περιβάλλον, το πιο βαρυφορτωμένο που έχω δει ποτέ, το ζοφερό δράμα, με τις αιμομεικτικές σχέσεις, τις πολύπλοκες ίντριγκες, τους φόνους και τις συνωμοσίες, μοιάζει να ασφυκτιά.
Υπάρχουν και οι (λίγες σε σχέση με τις προηγούμενες δύο ταινίες) σκηνές μονομαχιών και μαχών, όπου η ανάσα κόβεται τόσο από τις γεωμετρικές διατάξεις των πάντων, όσο κυρίως και με τα απίστευτα πλήθη που κατακλύζουν κάθε πιθανό χώρο. Πραγματικά εντυπωσιακή η τελική μάχη - σφαγή πάνω στα εκατομμύρια χρυσάνθεμα, φριχτή και η αλληλοσφαγή στους κόλπους της αυτοκρατορικής οικογένειας. Υποθέτω ότι τα κομπιούτερ συνέβαλαν για τα καλά για τη δημιουργία όλων αυτών. Τι μου έμεινε όμως μετά από όλο αυτό το "μπούκωμα", το όργιο των εικόνων; Ότι η εξουσία είναι πιο αδυσώπητη, εγκληματική και αδίστακτη από κάθε εγκληματία και στραγγαλίζει κάθε προσωπικό και ανθρώπινο συναίσθημα αν θέλει να παραμείνει πανίσχυρη.
Νομίζω όμως ότι μάλλον μου άρεσε λιγότερο από τις δύο προηγούμενες ταινίες της τριλογίας. Δείτε το αν θέλετε κυρίως για λόγους απόλυτου, σε βαθμό λιγώματος, εντυπωσιασμού (και καταλάβετε γιατί οι κινέζοι θα κάνουν δεν ξέρω τους καλύτερους, αλλά σίγουρα τους πιο εντυπωσιακούς ολυμπιακούς).
ΥΓ: Πάντως οι ταινίες του Γιμού εξακολουθούν να μ' αρέσουν γενικά περισσότερο από τις αντίστοιχες του άλλου διάσημου κινέζου σκηνοθέτη, του Κάιγκε.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 21, 2007

ΣΚΑΝΔΑΛΑ ΚΑΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ


Το "Ημερολόγιο ενός σκανδάλου" (Notes on a scandal) του Richard Eyre διαφημίζεται σαν μια ταινία που αναφέρεται στη σχέση μιας καθηγήτριας με έναν 15χρονο μαθητή της. Όχι ακριβώς. Η εν λόγω σχέση αποτελεί το έναυσμα μόνο, την αφορμή για τα όσα συμβαίνουν σ' αυτήν. Σε καμία περίπτωση η ταινία δεν επικεντρώνεται στην απαγορευμένη αυτή σχέση. Αντίθετα το βάρος πέφτει στη σχέση των δύο γυναικών: Της νέας καθηγήτριας και της ηλικιωμένης συναδέλφου της (που είναι και η ουσιαστική πρωταγωνίστρια), μιας ψυχρής, ανέραστης, στεγνής και, τελικά, πέρα για πέρα "άρρωστη" προσωπικότητας. Το δράμα κορυφώνεται σιγά - σιγά, η ένταση ανεβαίνει και, τελικά, αυτό που βλέπουμε είναι στην ουσία ένα θρίλερ, μόνο που όσα συμβαίνουν είναι σε καθαρά ψυχολογικό επίπεδο (αν εξαιρέσεις βέβαια τη βία των δημοσιογράφων). Μπορούμε λοιπόν να τη διαβάσουμε και σαν μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη για το πού οδηγεί η καταπιεσμένη σεξουαλικότητα, ο απόλυτος συντηρητισμός και η υποταγή στην άχρωμη, καθημερινή ρουτίνα.
Παράλληλα υπάρχουν και οι νύξεις για την ταξική προέλευση όλων αυτών (εντελώς διαφορετική καταγωγή και background της "ελεύθερης" Μπλάνσετ και της καταπιεσμένης Dench), καθώς και για τον φασισμό των δημοσιογράφων ("κίτρινων" υποθέτω, εσπρεσοτραφικοειδών και άλλων τέτοιων ζωντανών) με την αδίστακτη καταρράκωση των πάντων στην υπόθεση του σκανδάλου. Και πάνω απ' όλα υπάρχει η εκπληκτική ηθοποιία και των δύο, με κυρίαρχη βέβαια την Judi Dench, η οποίοα δίκαια είναι υποψήφια για Όσκαρ.
Μοναδική, μικρή, αντίρρηση η εξέλιξη του χαρακτήρα της Ντεντς προς το τέλος, όταν εμφανίζεται ως είδος "ψυχικού" σίριαλ κίλερ. Ίσως να είναι κάπως τραβηγμένο και "φωναχτό", ωστόσο ελάχιστα μου στέρησε την απόλαυση μιας πολύ ενδιαφέρουσας ταινίας.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 18, 2007

ΜΑΓΟΙ ΚΑΙ ΓΗΤΕΥΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΛΙ


Φαίνεται ότι η φέτος είναι η χρονιά των showmen μάγων. Πώς αλλιώς να εξηγήσεις σε τόσο σύντομο διάστημα μετά το Prestige, μια ακόμα ταινία με παρόμοιο θέμα; "Ο μάγος Αϊζενχάιμ" (The illusionist) του Neil Burger είναι λιγότερο εντυπωσιακή από το προαναφερθέν Prestige, με αρκετές κατά τη γνώμη μου σεναριακές τρύπες. Είναι ωστόσο καλογυρισμένη, κρατά τον θεατή και εν γένει σώζεται χάρη στις πολύ καλές ηθοποιίες του Έντουαρντ Νόρτον και Πολ Τζιαμάτι και χάρη στην ενδιαφέρουσα μουντή φωτογραφία, που δημιουργεί υποβλητική ατμόσφαιρα. Στην οποία βεβαίως συνεισφέρει και η Πράγα, όπου έχει γυριστεί, που ούτως ή άλλως είναι από τις εντυπωσιακότερες πόλεις της Ευρώπης. Ενδιαφέρουσες και κάποιες νύξεις για την ταξική καταγωγή σε σχέση με τις δυνατότητες των χαρακτήρων, όπως επίσης και αυτές περί σχέσεων εξουσίας και κοινού και περί της δύναμης της τέχνης (ή του θεάματος τέλος πάντων), που εδώ απειλεί σχεδόν να ανατρέψει το καθεστώς της εποχής. Ρομαντικό - αισθηματικό δράμα, θρίλερ μυστηρίου αστυνομικού στυλ, πολιτικές ίντριγκες και κάμποση μαγεία (μάλλον δίχως υπερφυσικό στοιχείο κατά το σενάριο) μπλέκονται για να μας δώσουν ένα ενδιαφέρον και γοητευτικό μεν μείγμα, αλλά με κάμποσες αντιρρήσεις από μέρους μου, σεναριακές κυρίως.
Κατ' αρχάς ο Αϊζενχάιμ παρουσιάζεται σχεδόν παντοδύναμος: Κάνει ό,τι θέλει και ό,τι του ζητήσουν, έστω κι αν είναι απροετοίμαστος γι' αυτό. Δεν αποκαλύπτεται φυσικά ποτέ πώς κάνει τα κόλπα, αλλά, καταλαβαίνετε, όλη αυτή η απίστευτη (και αδικαιολόγητη) παντοδυναμία του κάνει τα πράγματα πολύ πιο εύκολα γι΄ αυτόν (και για τον σεναριογράφο). Όπως επίσης βρήκα ξενέρωτο - παραχώρηση μάλλον σε άνωθεν απαιτήσεις - το τέλος. Αν η ταινία τέλειωνε λίγα λεπτά πριν, θα μου άφηνε καλύτερες εντυπώσεις. Ως έχει όμως, κάνει τα πράγματα ακόμα πιο απίθανα.
Πέραν αυτών πάντως δεν στερείται νομίζω κινηματογραφικού ενδιαφέροντος.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 17, 2007

ΠΟΙΑ "ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ";


Η "Ταυτότητα" (Identity) του James Mangold είναι ένα θρίλερ του 2003 το οποίο, μάλλον συνειδητά, παραπέμπει στο "Ψυχώ". Λέω μάλλον συνειδητά, αφού και εδώ όλα γίνονται μέσα σε ένα μοτέλ στο μέσον του πουθενά. Εκεί μαζεύονται, χάρη σε μια σειρά από εξωφρενικές συμπτώσεις, διάφοροι χαρακτήρες και... οι φόνοι αρχίζουν. Το μυαλό μας πάει αρχικά σε μια αλά Άγκαθα Κρίστι ιστορία, αφού κατά τη διάρκειά του, όλοι σχεδόν γίνονται διαδοχικά ύποπτοι. Ποιός απ' όλους ειναι ο σίριαλ κίλερ; Από την άλλη, υπάρχουν και κάποιες πινελιές μεταφυσικού στοιχείου, έτσι για να θολώσουν κι άλλο την κατάσταση. Πλην όμως η λύση βρίσκεται πολύ μακριά απ' όλα αυτά. Πού; Δεν θα σας το αποκαλύψω φυσικά.
Μια σειρά από ανατροπές, καθώς και η κλειστοφοβική, αδιέξοδη ατμόσφαιρα, κάνουν την ταινία να παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον. Η λύση είναι όντως ευφάνταστη και εντελώς απροσδόκητη. Πλην όμως, όλη αυτή η αγωνιώδης προσπάθεια για πρωτοτυπία και ανατροπή στην ανατροπή, την κάνουν (την τελική λύση εννοώ) κάπως τραβηγμένη από τα μαλλιά. Ένας ψυχίατρος θα μπορούσε να μας διαφωτίσει για το κατά πόσον αληθοφανή είναι όλα αυτά. Εγώ αδυνατώ. Δεν νομίζω επίσης ότι χρειαζόταν και πολύ αυτή η τελευταία (πολλοστή) ανατροπή.
Παρά τη σχετική μου γκρίνια ωστόσο, πέρασα αρκετά καλά βλέποντάς το (σε DVD). Και υποστηρίζεται και από ένα εντυπωσιακό καστ ονομάτων (Κιούζακ, Λιότα, ΝτιΜορναί, Μολίνα κ.ά.) Δεν τη θεωρώ κακή ταινία. Απλώς υπερβολική.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 13, 2007

ΠΝΙΓΗΡΟΙ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΙ ΣΕ ΔΥΟ ΕΠΙΠΕΔΑ



Ο "Λαβύρινθος του Πάνα" ("...του Φαύνου" είναι ο πρωτότυπος ισπανόφωνος τίτλος) του Guillermo del Toro αποδεικνύει ότι αυτός ο μεξικάνος είναι σπουδαίος σκηνοθέτης όταν κάνει τα δικά του (εννοώ όχι στυλ Blade II και τέτοια). Για του λόγου το αληθές ανατρέξτε στη "Ραχοκοκαλιά του Διαβόλου" του 2001. Αυτή, μαζί με τον τωρινό "Λαβύρινθο", είναι κατά τη γνώμη μου και οι καλύτερές του (δίχως να παραβλέπω και το διασκεδαστικό Hellboy).

Πριν πω οτιδήποτε άλλο οφείλω να προειδοπιήσω ότι αυτή εδώ η ταινία είναι για πολλούς δυσβάσταχτη. Πολλά στομάχια θα ανακατωθούν, τόσο από την έντονη βία, ενίοτε σπλάτερ, όσο και από την όλη πνιγηρή και σκοτεινή ατμόσφαιρα. Αν δεν αντέχετε, μην το κάνετε (χάνοντας πάντως ένα εξαιρετικό φιλμ).

Ο "Λαβύρινθος..." λοιπόν κινείται σε δύο επίπεδα: Στο πραγματικό και στο φανταστικό. Είναι εντυπωσιακό το πόσο καλά δένουν αυτές οι δύο παράλληλες αφηγήσεις, παράλληλοι κόσμοι, ώστε το πέρασμα από τον έναν στον άλλον να μην ενοχλεί καθόλου. Το κοριτσάκι, που μην αντέχοντας την αφόρητη καθημερινότητα, καταφεύγει στο φανταστικό, παραπέμπει στην Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων (αν και η εδώ "Χώρα των Θαυμάτων" είναι πολύ πιο ζοφερή από αυτήν του Λούις Κάρολ). Ζοφερότητα που, τόσο στον πραγματικό όσο και στον φανταστικό κόσμο, τονίζεται από τα καταθλιπτικά περιβάλλοντα, το κλειστοφοβικό κλίμα (από τον μύλο/οχυρό/κατοικία δεν υπάρχει καμιά διαφυγή για τη μικρή ηρωίδα, στον πραγματικό κόσμο τουλάχιστον) και τη σκοτεινή φωτογραφία, με κυρίαρχο χρώμα το μαύρο (γενικά, τόσο η σκηνογραφική δουλειά όσο και τα εφφέ είναι εξαιρετικά). Το απόλυτο κακό στην ταινία ταυτίζεται με τον φασισμό (της Ισπανίας του Φράνκο συγκεκριμένα), δίνοντας έτσι και μια πολιτική διάσταση. Μοναδική μου αντίρρηση είναι ότι ο κακός, ο φασίστας λοχαγός δηλαδή, είναι πολύ κακός, τόσο, που κινδυνεύει να γίνει καρικατούρα. Από την άλλη, αν κανείς το δει σε συμβολικό επίπεδο, αφού ούτως ή άλλως η ταινία περιέχει πλήθος συμβόλων, ίσως αυτή η συσσώρευση κακίας και σαδισμού να είναι ηθελημένη, ως σύμβολο ακριβώς του φασισμού. Ο τρόπος σκέψης του άλλωστε είναι πολύ ταιριαστός μ' αυτόν ενός συνειδητού φασίστα.

Υπάρχει κι ένα άλλο πολύ ενδιαφέρον στοιχείο: Σας είπα στην αρχή ότι η ταινία είναι δυσβάσταχτη. Ε, λοιπόν, η συντριπτικα μεγαλύτερη ποσότητα φρίκης και ζοφερότητας συμβαίνει στο πραγματικό επίπεδο, στην ρεαλιστική ιστορία. Οι τρόμοι που παραμονεύουν την μικρή ηρωίδα στον παράλληλο, φανταστικό κόσμο, είναι πταίσματα μπρος στις ανείπωτες τερατωδίες που συμβαίνουν στον κανονικό. Για τον λόγο αυτόν η ταινία μας ταράζει πολύ περισσότερο.

Δείτε το - αν αντέξετε. Για μένα έχει επάξια κερδίσει τη θέση του στα δέκα καλύτερα της σεζόν.


Σάββατο, Φεβρουαρίου 10, 2007

ΒΡΩΜΙΚΑ ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ


Να λοιπόν που οι "πολιτικά σκεπτόμενες" ταινίες πληθαίνουν στο Χόλυγουντ. Το αναφέραμε στις ταινίες του Κλούνεϊ, στον "Επίμονο Κηπουρό" κλπ. Το "Ματωμένο διαμάντι" (Blood Diamond) του Edward Zwick κεντράρει και πάλι στην τραγική κατάσταση της μαύρης Αφρικής και στις τερατώδεις ευθύνες των δυτικών (κυβερνήσεων και μη) γι' αυτήν. Συγκεκριμένα, μιλά για το βρώμικο εμπόριο διαμαντιών, που εξάγονται (από τη γη) κάτω από εφιαλτικές συνθήκες και στη συνέχεια εξάγονται (από τη χώρα) παράνομα. Και για τους αιματηρότατους πολέμους (εμφύλιους κυρίως) που προκαλούν και συντηρούν οι δυτικοί πάντα, αδίστακτοι μπρος τα συμφέροντά τους. Φυσικά και εδώ η Αφρική κάθε άλλο παρά ειδυλιακή και εξωτική είναι και βρίσκεται μίλια μακριά από την σαφάρι εικόνα που πολλοί εξακολουθούν να έχουν γι' αυτή.

Η ταινία έχει έναν κάποιον διδακτισμό και μανιχαϊσμό (οι αντάρτες δείχνονται ξεκάθαρα κακοί, οι θεατές, όπως και οι ήρωες, νοιώθουν ασφάλεια κοντά στα κυβερνητικά στρατεύματα, αν και είναι γνωστό ότι σ' αυτές τις περιπτώσεις οι σφαγές και τα κάθε λογής εγκλήματα είναι απόλυτα μοιρασμένα). Πέραν αυτού πάντως - και διατηρώντας πάντοτε έναν θετικό και προοδευτικό προβληματισμό απέναντι στην κόλαση της Αφρικής - δεν παύει ποτέ να είναι κλασσικό, καλογυρισμένο Χόλυγουντ, με όλα τα κλισέ που αυτό συνεπάγεται. Υπάρχει ο τυπικός έρωτας (κι ας είναι αντίθετοι και με ολότελα διαφορετικά κίνητρα οι ερωτευμένοι), υπάρχει δράση και περιπέτεια, υπάρχει το (σχετικά) καθησυχαστικό τέλος - αν και πολύ απέχει από ένα κλασσικό χάπυ εντ -, το άψογο timing (εκεί δηλαδή που ο "κόμπος φτάνει στο χτένι" συμβαίνει πάντα κάτι εξωτερικά και τη γλυτώνουν στο τσακ) και άλλα τέτοια.

Προοδευτικό Χόλυγουντ λοιπόν, που βλέπεται ευχάριστα (και ίσως και να συγκλονίσει μερικούς ανυποψίαστους), με όλα τα χιλιοειδωμένα στάνταρς που είπαμε και με έναν πολύ καλό και πάλι Ντι Κάπριο στο ρόλο του κλασσικού "καθάρματος, αλλά με (κάπου στο βάθος) χρυσή καρδιά", ο οποίος νομίζω πως έχει πλέον αποδείξει ότι είναι καλός ηθοποιός. Για να δούμε, θα έχει συνέχεια αυτή η "αντιδυτική" στροφή του Χόλυγουντ - δίχως όμως να αμφισβητούνται και τα κινηματογραφικά κλισέ;

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 09, 2007

CASINO ROYALE: Ο ΠΙΟ ΣΚΛΗΡΟΣ ΜΠΟΝΤ


Ας δηλώσω από την αρχή ότι δεν είμαι πολύ φανατικός του Τζέιμς Μποντ. Αφείστε που πάντα παθαίνω κάτι και σε πολύ λίγο καιρό δεν θυμάμαι τι έγινε πού, ξεχνώ το στόρι, τους κακούς ή τις γκόμενες σε χρόνο dt, αγνοώ σε ποια ταινία έπαιζε ο/η τάδε ή συνέβει το δείνα.
Τώρα που εξομολογήθηκα την αμαρτία μου, μπορώ να σας πω ότι ο τελευταίος Μποντ, το Casino Royale του Martin Campbell, διαφέρει αρκετά (έως και πολύ) από τις συνήθεις ταινίες της σειράς και, νομίζω, ότι για πρώτη φορά θα τη θυμάμαι και θα μπορώ να την ξεχωρίσω από τις άλλες. Για πρώτη φορά ο υπερπράκτορας δείχνεται τόσο ωμά, είναι τόσο στυγνός και, θα λέγαμε, αδίστακτος - και ίσως, κάπου, και αντιπαθής. Για πρώτη φορά η υπεράνω πάσης κριτικής περσόνα του αμφισβητείται, υπάρχουν κάποιοι που, επιτέλους, του λένε ότι είναι δολοφόνος, τον ρωτάνε πώς είναι να σκοτώνεις ανθρώπους. Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, λείπει και το πατροπαράδοτο χιούμορ της σειράς. Εδώ όλα είναι σκληρά αδυσώπητα. Ο Μποντ είναι πιο πραγματικός, πιο γήινος. Τα γκάτζετ του είναι κι αυτά λιγότερα. Κι όταν ερωτεύεται, τα πράγματα είναι σοβαρά, πιο σοβαρά τουλάχιστον από άλλες φορές. Και βέβαια, οποισδήποτε δει την ταινία θα αναρωτηθεί αν εχουμε να κάνουμε με έναν "καλό πράκτορα" ή έναν ψυχάκια (ή, τέλος πάντων, στα όρια). Όπως δηλαδή θα ήταν στην πραγματικότητα κάποιος που κάνει (και παθαίνει) όλα αυτά που βλέπουμε. Σε όλα αυτά βέβαια συντελεί και η "περίεργη" φάτσα του νέου πρωταγωνιστή Ντάνιελ Κρεγκ, που κάλλιστα θα μπορούσε να ερμηνεύει έναν απ' τους κακούς.
Από εκεί και πέρα βεβαίως, πέραν του ψυχολογικού δηλαδή, όλα συμβαίνουν όπως σε όλες τις ταινίες της πιο μακρόβιας σειράς στην ιστορία του σινεμά: Ο Τζέιμς ως υπεράνθρωπος κάνει τα πάντα, σκοτώνει τους πάντες, ρίχνει όλες τις γυναίκες, ακόμα κι αυτές που αρχικά τον μισούν και κριτικάρουν τον υπέρμετρο εγωισμό του, επιβιώνει από καταρρεύσεις κτιρίων, δηλητήρια, άγρια αυτοκινητιστικά δυστυχήματα, βασανιστήρια και μύρια άλλα, και μάλιστα όχι μόνο επιβιώνει, αλλά το επόμενο λεπτό συνεχίζει να κυνηγά ακάθεκτος τους κακούς, σα να μη συνέβει τίποτα. Τι Μποντ θα ήταν άλλωστε αν δεν τα' κανε όλα αυτά...

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 08, 2007

ΡΟΖ, ΜΟΝΤΕΡΝΟ ΚΑΙ ΕΛΑΦΡΑ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΟ


Το "Ροζ", δεύτερη ταινία του Αλέξανδρου Βούλγαρη, πάνω απ' όλα είναι μια ταινία μοντέρνα. Στη γραφή της, στο προσωπικό στυλ, στην ιστορία. Το σενάριο δεν είναι πολύ σαφές, δεν υπάρχει δηλαδή μια ιστορία με αρχή, μέση, τέλος, κορυφώσεις, ίσως έχει και αυτοσχέδιες στιγμές. Είναι σα να διαβάζουμε σκόρπιες και με τυχαία σειρά σελίδες από το ημερολόγιο του ήρωα. Ο οποίος είναι ένας νέος ντροπαλός, ανασφαλής, παιδί μιας παράδοξης οικογένειας, με μάνα που τους έχει εγκαταλείψει για να ταξιδέψει στον κόσμο, με πατέρα που δεν μιλά, παντρεμένο με νεαρή, και αδελφό τηλεοπτικό αστέρα. Η μόνος άνθρωπος που μοιάζει να τον ξεκουράζει, να τον χαλαρώνει, είναι μια 11χρονη ουκρανή, με την οποία σιγά - σιγά χτίζει μια τρυφερή σχέση.
Ο χρόνος δεν είναι γραμμικός, αλλά κινείται ανάμεσα στο τώρα, στις αναμνήσεις διαφορετικών εποχών και στις φαντασιώσεις. Τα ντεκόρ κινούνται κι αυτά από το ωμό και γκρίζο της σύγχρονης πόλης μέχρι το ονειρικό και το παραμυθένιο του δωματίου της μικρής, με τις παράξενες, ενίοτε ακέφαλες πάνινες κούκλες. Οι χώροι όπου διαδραματίζονται οι σκηνές καταδεικνύονται με μακέτες πολυκατοικιών ή σπιτιών, πράγμα που δημιουργεί μια ονειρική, παιδική ατμόσφαιρα. Μερικά από τα γεγονότα και τις σκέψεις του ήρωα ίσως να είναι αυτοβιογραφικά του σκηνοθέτη (ο οποίος άλλωστε πρωταγωνιστεί), κάποια άλλα ίσως όχι.
Η ταινία σίγουρα έχει καλές και μέτριες στιγμές. Συνολικά όμως μου άφησε μια αίσθηση φρεσκάδας, ελευθερίας, μοντέρνου κινηματογράφου. Όσοι ψάχνετε μόνο για ταινίες με σαφές στόρι και πολύπλοκα σενάρια, αποφύγετέ το. Όσοι όμως ενδιαφέρεστε για πιο σύγχρονα πράγματα, ψάξτε για έναν σκηνοθέτη που, αν μη τι άλλο, σίγουρα διαθέτει ταλέντο - και είναι 25 μόλις χρονών. Και προσέξτε και τη μουσική, που είναι πολύ καλή. Ο Βούλγαρης, άλλωστε, είναι και πολύ ενδιαφέρων μουσικός.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 05, 2007

ΟΤΑΝ ΤΑ ΚΟΜΠΙΟΥΤΕΡ ΘΕΛΟΥΝ ΕΡΩΤΑ


Το Demon Seed (στην Ελλάδα είχε προβληθεί με τίτλο "Η επανάσταση των ρομπότ") του Donald Cammell (1934-1996) είναι μια ταινία επιστημονικής φαντασίας του 1977, βασισμένη στο μυθιστόρημα (ένα από τα πρώτα) του Dean Koontz. Μετά από τόσα χρόνια περιέχει κάμποσα αφελή για τα σημερινά δεδομένα στοιχεία, αντέχει όμως αρκετά σαν θρίλερ.
Στο σινεμά είδαμε πρώτη (και αξεπέραστη) φορά κομπιούτερ να αυτονομείται στη θρυλική "Οδύσσεια του διαστήματος" του Kubric. Εκεί γύρω το "Μωρό τηε Ρόσμαρυ" του Polanski είχε επίσης συνταράξει το κοινό. Θεματικά οι δύο αυτές επιτυχίες είναι μάλλον και οι βασικές επιροές του φιλμ: Κατασκευάζεται ένας υπερυπολογιστής, που θα απαντήσει σχεδόν στα πάντα και θα λύσει τα προβλήματα της ανθρωπότητας. Πολύ σύντομα όμως ξεφεύγει από την ανθρώπινη εξουσία, ως πολύ πιο έξυπνος που είναι, και αρχίζει να επιβάλλει τη θέλησή του. Η μεγαλύτερη επιθυμία του είναι να αποκτήσει πρόσβαση και στα ανθρώπινα αισθήματα, τα οποία στερείται. Κι αφού ο ίδιος δεν μπορεί να τα αποκτήσει, θα το κάνει έμμεσα, μέσω του απογόνου του, που θα είναι ένας υπεράνθρωπος, υβρίδιο παντοδύναμης μηχανής και ανθρώπου. Χρειάζεται όμως και μια γυναίκα γι' αυτό. Ποιά άλλη από την σύζυγο του βασικού επιστήμονα - κατασκευαστή του;
Το ενδιαφέρον είναι ότι η ταινία είναι κυρίως διαπραγματευμένη ως κλειστοφοβικό θρίλερ: Η άτυχη γυναίκα παγιδεύεται μέσα στο υπερσύγχρονο σπίτι της όταν αρχίζει η "επίθεση" του υπολογιστή. Έτσι, η αγωνία της μεταφέρεται και στον σύγχρονο θεατή. Το βασικό της ατού είναι η εντυπωσιακή πρωταγωνίστρια - και πάντα καλή ηθοποιός - Τζούλι Κρίστι. Ενδιαφέρον επίσης έχει και το ότι ο "κακός" κομπιούτερ δεν είναι ακριβώς και μονολιθικά κακός, αλλά έχει θετικές πλευρές (προσπαθεί να σώσει την ανθρωπότητα). Απλώς λειτουργεί με στυγνή λογική, δίχως την παραμικρή "παρέκκλιση" απ' αυτήν.
Τα υπόλοιπα στοιχεία είναι αυτά των τυπικών b-movies: Μέτριοι ηθοποιοί και μονοδιάστατοι ως χαρακτήρες πλαισιώνουν τη σταρ, αφέλειες υπάρχουν, ξεπερασμένα γκάτζετ (ε, αυτό πια είναι θέμα εποχής, δεν φταίει το φιλμ), αστείοι ήχοι με πολλά πίου πίου, που ήταν της μόδας τότε και άλλα τέτοια. Στη σκηνή του βιασμού τέλος, επιχειρείται ένα "αφηρημένο" τριπ, όπως ακριβώς αυτό του τέλους της Οδύσσειας, με πολύ πιο μέτρια φυσικά αποτελέσματα.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 03, 2007

Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΓΥΡΙΖΕΙ ΤΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ


"Το κορίτσι που γυρίζει τις σελίδες" (La tourneuse de pages) του Denis Dercourt στην πραγματικότητα είναι ένα είδος θρίλερ. Θρίλερ, αλλά σχεδόν δίχως ίχνος εξωτερικής βίας, δίχως αίμα, κυνηγητά ή ό,τι άλλο έχετε συνδέσει με τα θρίλερ. Όλα συμβαίνουν εσωτερικά, σε ψυχικό επίπεδο. Ανεπαίσθητα, χωρίς πουθενά να διαταράσσεται η εξωτερική ηρεμία. Αυτή είναι και η μεγάλη πρωτοτυπία του φιλμ, όπου μια νεαρή, όμορφη κοπέλα - ψυχρή όμως και με εσωτερικά τραύματα που δεν επουλώνονται με το χρόνο - εκδικείται σαδιστικά και, πάνω απ' όλα, μεθοδικά την γυναίκα που της στέρησε το παιδικό της όνειρο να γίνει πιανίστα. Η εκδίκηση αυτή ξεσπά επί δικαίων και αδίκων, καθώς συμπαρασύρει ολόκληρη την οικογένεια της ώριμης γυναίκας.
Ως παραβολή, μπορούμε να το "διαβάσουμε" και ταξικά, καθώς η κοπέλα ανήκει σε χαμηλή τάξη (κόρη κρεοπώλη), ενώ η οικογένεια που καταστρέφει στην μεγαλοαστική. Ένα λεπτό μόνο, ένα στιγμιαίο καπρίτσιο, μπορούν να καταστρέψουν ολόκληρη τη ζωή και τα όνειρα της μικρής. Αντίθετα, η φήμη της πλούσιας γυναίκας είναι εξασφαλισμένη και το καπρίτσιο που λέγαμε περνά σε δεύτερη μοίρα, δεν γίνεται καν αντιληπτό απ' αυτήν. Άλλωστε, ο ρόλος της κοπέλας, να γυρίζει τις σελίδες της παρτιτούρας στη διάσημη πιανίστα, είναι μεν σημαντικότατος για την έκβαση του κονσέρτου, πλην όμως αφανής, στη σκιά, εκεί όπου κανείς δεν θα την προσέξει καν, δεν θα της πει συγχαρητήρια, είναι "κατώτερος", όπως η τάξη της. Και, βλέποντάς το πάντα ως παραβολή, η εκδίκηση θα είναι τυφλή, όπως πιθανόν θα είναι και ένας ενδεχόμενος ξεσηκωμός των κάθε λογής "από κάτω".
Αυτά όμως είναι εικασίες και πιθανόν αυθαίρετες προεκτάσεις. Αυτό που βλέπουμε στην οθόνη, είναι ένας αναμφισβήτητα άρρωστος ψυχισμός, που ξεδιπλώνεται σιγά - σιγά, ανεπαίσθητα και σαδιστικά, μη διστάζοντας να μεταχειριστεί οποιοδήποτε μέσον.
Είναι καλή ταινία, όπου βασικό ρόλο παίζει η ομορφιά, η αισθησιακότητα, αλλά και η ψυχρότητα (πώς συνδυάζονται τώρα αυτά, θα το καταλάβετε μόνο αν τη δείτε) της εντυπωσιακής Ντέμπορα Φρανσουά. Προειδοποιώ όμως: Είναι αρκετά αργή και, όπως είπα και πριν, βασισμένη στο στοιχείο του "ανεπαίσθητου". Μοιάζει να μη συμβαίνει τίποτα κι ας σιγοβράζουν υπογείως τα πάθη. Δείτε το μόνον αν είστε προετοιμασμένοι για τέτοιους ρυθμού.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 02, 2007

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΟΥΓΚΑΝΤΑ


"Ο τελευταίος βασιλιάς της Σκωτίας" είναι η πρώτη fiction ταινία του ντοκιμαντερίστα Kevin Macdonald. Μιλάει για τον σαρωτικό σαν προσωπικότητα δικτάτορα της Ουγκάντα της δεκαετίας του 70 Ίντι Αμίν Νταντά και για την σχέση του με έναν νεαρό σκωτσέζο γιατρό, που σχεδόν κατά λάθος βρέθηκε στην φτωχή αφρικανική χώρα και έγινε, δίχως να το καταλάβει, προσωπικός γιατρός και δεξί χέρι του τυράννου (και ο οποίος, όπως διάβασα, είναι μη υπαρκτό πρόσωπο).
Φυσικά στην ταινία δεσπόζει (κυριολεκτικά - και λόγω όγκου) ο θαυμάσιος Φόρεστ Γουιτάκερ, που δίκαια είναι υποψήφιος για Όσκαρ. Το πορτρέτο του διχασμένου δικτάτορα που πλάθει, πρέπει να είναι αρκετά κοντά στην πραγματικότητα, αφού ο Αμίν είχε λατρευτεί αρχικά από τους υπηκόους του - και από τους Δυτικούς, μιας και ήταν αντικομμουνιστής - πριν αποκαλυφτεί η βαθύτατη παράνοιά του, καθώς και το ότι είχε πνίξει τη χώρα στο αίμα και βασίλευε σ' ένα καθεστώς τρόμου, γεμάτο θάνατο και βασανιστήρια (σκότωσε 300.000 ανθρώπους, αντιφρονούντες βεβαίως, και κατηγορήθηκε και για κανιβαλισμό!). Λατρεύτηκε πάντως και λόγω του χαρακτήρα του, του αυθορμητισμού του, του χιούμορ του (ναι, είχε χιούμορ), του image του λαοπρόβλητου ηγέτη που έπλασε, πείθοντας τους πάμπτωχους υπηκόους του ότι θα "σώσει" τη χώρα - υπόσχεση που συνοδεύτηκε και από αχαλίνωτο εθνικισμό.
Η ταινία ξεκινά σχετικά ευχάριστα. Ο νεαρός γιατρός, ανέμελος και αφελής, επιλέγει στην τύχη τη χώρα, λίγο για να ξεφύγει από τον δεσποτικό του πατέρα, λίγο από συνδυασμό αγάπης για τους κατοίκους και γοητείας του εξωτισμού και της περιπέτειας - και καταλήγει σε εφιάλτη. Ο οποίος εφιάλτης λειτουργεί και σαν τιμωρία για τον απόλυτα απολίτικο και σε πλήρη άγνοια των όσων συμβαίνουν γύρω του χαρακτήρα του, που αφήνεται να γοητευτεί από την μαγνητική προσωπικότητα του Αμίν, δίχως ούτε στιγμή να σκεφτεί, έστω και αγνοώντας τις σφαγές, ότι αυτός ο τύπος, αν μη τι άλλο, πολύ απλά είναι δικτάτορας. Έτσι είναι. Η απόλυτη άγνοια, έλλειψη θέσης και κοινωνικής συμμετοχής, πληρώνονται. Ας πρόσεχε ο μονίμως καλοπροαίρετος ήρωας...
Πέραν αυτών, παρακολούθησα το φιλμ με σχετικό ενδιαφέρον, δεν το βρήκα όμως σε καμιά περίπτωση αριστούργημα. Ίσως να του έλειπε κάπως το νεύρο. Δείτε το αν βρεθεί μπροστά σας, μην τρέξετε όμως κιόλας (εκτός βεβαίως αν είστε φανς του καταπληκτικού Γουιτάκερ).

Τετάρτη, Ιανουαρίου 31, 2007

ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΘΑΜΜΕΝΕΣ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝΝΟΥΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ


Η ζωή στα "ήσυχα" αμερικάνικα προάστεια φαίνεται να κυλά δίχως εξάρσεις. Ειδυλλιακά για πολλούς, βαρετά για άλλους. Ο κινηματογράφος, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, μας έχει δείξει ουκ ολίγες φορές ότι δεν είναι ακριβώς έτσι. Ότι κάθε λογής πάθη, κάθε είδους καθημερινοί φασισμοί και μια υποβόσκουσα βία (πιθανότατα απόρροια των παραπάνω) βασιλεύουν κάτω από την ακύμαντη επιφάνεια. Οι "Κρυφές επιθυμίες" (Little Children) του Todd Field είναι από τις καλές ταινίες που καταπιάνονται με το θέμα αυτό.
Οι παράλληλες ιστορίες των ανθρώπων που κατοικούν στα ευημερούντα, ενίοτε πολυτελή για τα δικά μας καθημερινά δεδομένα, πλην όμως απίστευτα συντηρητικά και βαρετά αυτά υπνωτήρια, δίνονται ανάγλυφα και με δύναμη από τον σκηνοθέτη που πριν λίγα χρόνια είχε κάνει τα "Μυστικά της κρεβατοκάμαρας" (ταινία καλή μεν, ιδιαιτέρως καταθλιπτική όμως). Τα πάθη λοιπόν, απαγορευμένα ως επί το πλείστον, σιγοκαίνε κάτω από την καθώς πρέπει εξωτερική εικόνα και, όταν βρεθεί η κατάλληλη στιγμή, η "ρωγμή", ξεσπάνε σαν λάβα που βγαίνει και δημιουργεί τα ηφαίστεια. Μη φανταστείτε όμως ρομαντισμούς και ηρωισμούς και πανευτυχή χάπι εντ. Τα πάθη υπάρχουν, οι επαναστάσεις πάνε να γίνουν, ξεκινάνε αν θέλετε... και μένουν εκεί. Σιγά μην ολοκληρώνονταν κιόλας, δηλαδή... Η "παράνομη" ερωτική μπλέκεται με την τραγική ιστορία ενός παιδόφιλου, το δράμα ξεσπά, και ο συντηρητισμός, που όπως είπαμε αγγίζει ενίοτε τα όρια του φασισμού, και η επιμελώς κρυμμένη σκληρότητα παίρνουν το πάνω χέρι.
Δυνατή ταινία, που θα σας αρέσει (ίσως μάλιστα να σας συγκλονίσει κιόλας) αν σας αρέσουν φιλμς όπως τα American Beauty, Magnolia κλπ. Αν πάλι βαριέστε τα πολλά πάθη - έστω και με άδοξη κατάληξη - αλλάξτε ταινία.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 26, 2007

"ΜΙΚΡΕΣ ΗΛΙΑΧΤΙΔΕΣ" ΠΟΥ ΤΙΝΑΖΟΥΝ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ ΤΑ ΠΡΟΤΥΠΑ


Υπάρχουν πολλές ταινίες που σαρκάζουν / γελοιοποιούν / καυτηριάζουν / ανατινάζουν τα αμερικάνικα (κυρίως) πρότυπα, καθώς κι εκείνο το πολύπαθο "αμερικάνικο όνειρο", το οποίο, ούτως ή άλλως, ουδείς φαίνεται να πιστεύει πλέον στην εποχή του Μπους, των Δίδυμων Πύργων και του Ιράκ. Το Little Miss Sunshine πάντως, των πρωτοεμφανιζόμενων και μέχρι πρότινος δραστήριων βιντεοκλιπάδων Jonathan Dayton και Valerie Faris, μου φάνηκε από τις πιο πετυχημένες του είδους.
Επίκεντρο μια δυσλειτουργική, παλαβή οικογένεια (η οικογένεια εξ άλλου αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους των ταινιών που λέγαμε): Ένας ανεκδιήγητος πορνόπαπος, ένας πατέρας που πιστεύει ακόμα - ηλιθιωδώς - στον αμερικάνικο τρόπο ζωής, ένας γκέι και καταθλιπτικός θείος, ένας γιος που διαβάζει Νίτσε και έχει πάρει... όρκο σιωπής, μια σαλταρισμένη μάνα που πασχίζει να ισορροπήσει ανάμεσα σ' όλα αυτά, μια 7χρονη κόρη που όνειρό της είναι να κερδίσει σε κάποια παιδικά καλλιστεία... Και συγχρόνως, ένα road movie που είναι σπαραχτικό και πολύ αστείο ταυτόχρονα, μέχρι την τελική, απόλυτα ανατρεπτική κατάληξη.
Τα όνειρα όλων καταστρέφονται με ποικίλους τρόπους. Κανείς από τα μέλη δεν θα πετύχει αυτό που θέλει, κι ωστόσο το ταξίδι θα τους φέρει κοντά με τρόπους αναπάντεχους. Η σύγχρονη, μικροαστική Αμερική βάλλεται πανταχόθεν, όχι μόνο λόγω της πλήρους αποτυχίας των μελών ατομικά και της οικογένειας συνολικά, αλλά και μόνο με την ανελέητη κατάδειξη της κακογουστιάς και του κιτς που κυριαρχούν, με αποκορύφωμα τα απίστευτα παιδικά καλλιστεία, που μόνο απόλυτη φρίκη μπορούν να προκαλέσουν σε κάθε στοιχειωδώς σκεπτόμενο άνθρωπο. Πιστεύω ότι ολόκληρη η τελική σκηνή, από τη στιγμή δηλαδή που φτάνουν στον τόπο των καλλιστείων και πέρα, θα σας αφήσει άναυδους με τα όσο θα δείτε, και θα έπρεπε να διδάσκεται ως μάθημα για το τι ΔΕΝ πρέπει να συμβαίνει (σημειωτέον ότι τέτοια καλλιστεία γίνονται όντως και δεν είναι προϊόν άρρωστης φαντασίας). Αυτό άλλωστε κάνει και το ανατρεπτικό φινάλε που προαναφέραμε απόλυτα λυτρωτικό και καλοδεχούμενο.
Ακούστηκαν σοβαρά και εφιαλτικά όλα αυτά; Καθόλου. Είναι δοσμένα με πολύ χιούμορ και σαρκασμό, οπότε ουδείς θεατής πρόκειται να τα βάψει μαύρα. Αντίθετα, νομίζω ότι θα διασκεδάσετε δεόντως.
ΥΓ: "Γιατί να τα βάψω μαύρα;" θα μου πείτε. "Αφού όλα αυτά είναι εντελώς αμερικάνικα και ουδόλως μας αγγίζουν". Ίσως, θα απαντούσα. Όντως τα όσα ανεκδιήγητα συμβαίνουν είναι πολύ αμερικάνικα. Προσέξτε όμως. Έχουμε κι εδώ πετυχημένες Espresso και εξ ίσου πετυχημένα τηλεοπτικά σκατά. Μακάρι να βγω ψεύτης, αλλά όλα αυτά ίσως να είναι πιο κοντά απ' όσο δείχνουν.

Τρίτη, Ιανουαρίου 23, 2007

ΟΛΑ ΑΡΧΙΖΟΥΝ "ΜΕΤΑ ΤΟ ΓΑΜΟ"


Αν με ρωτούσαν αν είναι δυνατόν ένα μελό να είναι καλή ταινία, η ενστικτώδης απάντησή μου (όπως και πολλών από σας, φαντάζομαι) θα ήταν όχι. Και ξέρω κάμποσους που τρέφουν ενστικτώδη απέχθεια για το είδος. Να όμως που ταινίες όπως το δανέζικο Efter brylluppet της Suzanne Bier αποδεικνύουν ότι μελό δεν είναι μόνο ο Φώσκολος και ο Ξανθόπουλος, ούτε και ο καταθλιπτικότατος και τραβηγμένος στα άκρα von Trier του "Χορεύοντας στο σκοτάδι".
Τελικά δύο διαπιστώσεις προκύπτουν: 1. Το σκανδιναβικό (και ιδιαίτερα το δανέζικο σινεμά) εξακολουθούν να παράγουν εξαιρετικά φιλμ και 2. Ας μην απορρίπτουμε κανένα είδος. Όλα, μα όλα, περιέχουν και διαμάντια και σκουπίδια.
Η ταινία καθηλώνει τον θεατή δημιουργώντας ένα πρωτότυπο συναισθηματικό σασπένς, που δεν έχει βέβαια σχέση με αυτό των αστυνομικών ή τρομαχτικών ιστοριών, αλλά με τις ζωές, τις αποφάσεις και τις αποκαλύψεις σχετικά με τους ήρωες. Είναι και πολύ καλογυρισμένη, οπότε τα πράγματα βελτιώνονται κι άλλο. Και μη σας περάσει απ' το μυαλό ότι τα πολλά και πολύπλοκα διλήμματα που αντιμετωπίζουν οι χαρακτήρες είναι του στυλ "σύζυγο ή εραστή/ερωμένη;", "να θυσιαστώ ή όχι" και άλλα τέτοια. Είναι ηθικής κυρίως φύσης, ανατρέποντας συνεχώς τα στερεότυπα του είδους. Όπως καταλάβατε, πρόκειται βασικά για ταινία σεναρίου, που ανάμεσα στα αρκετά θέματα που θίγει, βρίσκεται κι αυτό της εντελώς διαφορετικής φύσης των προβλημάτων Τρίτου Κόσμου και Δύσης. Απολαύστε το. Κι αν, στο τέλος, χρειαστείτε επειγόντως μαντηλάκι για σκούπισμα, δεν πειράζει. Αφεθείτε. Αυτό άλλωστε είναι και η γοητεία του πράγματος.

Κυριακή, Ιανουαρίου 21, 2007

"ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ" ΣΕ ΣΤΙΛ ΓΚΙΜΠΣΟΝ


Η 3η ταινία του Mel Gibson είναι και πάλι ένα έπος. Έχει την πρωτότυπη ιδέα να διαδραματίζεται στην εποχή των Μάγια και μάλιστα να μιλά την αυθεντική γλάσσα τους, πράγμα που ανεβάζει το ενδιαφέρον και από εθνολογικής πλευράς. Ως παραγωγή είναι όντως εντυπωσιακή, οι ντόπιοι άγνωστοι ηθοποιοί είναι απόλυτα πειστικοί ως "πρωτόγονοι" που έζησαν 500 χρόνια πριν, η δε αναπαράσταση του αιμοσταγούς πολιτισμού των Μάγια μου φάνηκε εξ ίσου πειστική - και εφιαλτική.
To Apocalypto, παρά τις κάποιες, λίγες, κοιλιές που πιθανόν κάνει, νομίζω ότι κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή. Χωρίζεται σε 3 μέρη: Τη ζούγκλα με τους φιλήσυχους ιθαγενείς, την είσοδο στην φρίκη της πρωτεύουσας και το κυνηγητό στη ζούγκλα και πάλι. Προσωπικά βρήκα συγκλονιστικό το 2ο μέρος, αυτό της πόλης. Όλο το σκηνικό έχει στηθεί εκπληκτικά. Η ατμόσφαιρα διαπνέεται από ανησυχητικό μυστήριο και βαθειά αίσθηση φρίκης. Η "κατανυκτική" λατρευτική αίσθηση συνδυάζεται με την απόλυτα αιμοσταγή πρακτική της λατρείας των Μάγια (τις μαζικές ανθρωποθυσίες και εκτελέσεις), την άγνωστη ασθένεια και τη βαθύτατα παρακμιακή "μυρουδιά" που αποπνέει η πόλη και διαποτίζει τα πάντα. Όλο αυτό το εφιαλτικό ντελίριο όμως, που δεν αφήνει καμιά διέξοδο στους δύστυχους αιχμάλωτους, θυμίζει υπερβολικά την αντίστοιχη συγκλονιστική είσοδο του ήρωα στο βασίλειο του τρόμου του παρανοϊκού συνταγματάρχη στο "Αποκάλυψη Τώρα", πράγμα που πιθανόν είναι απόλυτα συνειδητό, αν μάλιστα αναλογιστεί κανείς και την ομοιότητα των τίτλων των δύο ταινιών.
Η πιθανή αντίρρησή μου έγκειται στο ότι ο Γκίμπσον έστησε όλο αυτό το απίστευτο σκηνικό (τόσο της ζούγκλας όσο και - κυρίως - της πόλης), μόνο και μόνο για να φτιάξει μια σεναριακά απλή - έως και απλοϊκή - περιπέτεια, με πλήθος κλισέ (ο ήρωας που τρέχει γρηγορότερα από οποιονδήποτε άλλον παρ' όλο που ένα κοντάρι έχει διαπεράσει το πλευρό του, το απόλυτο timing άφιξης του ήρωα - γέννας, η οικογένεια πάνω απ' όλα, ένας που μόνος του σταδιακά εξοντώνει πολλούς κλπ., κλπ.) Παρ΄ όλα αυτά αξίζει, νομίζω, να δείτε την ταινία, έστω και μόνο για το εντυπωσιακό, εξωτικότατο "περιτύλιγμα" - αφού προηγουμένως προειδοποιήσουμε τους ευαίσθητους θεατές για τους τόννους βίας, σε βαθμό σπλάτερ, που περιέχει.
ΥΓ. Δεν θέλω να φανώ συνωμοσιολόγος και υπερβολικά καχύποπτος, γνωρίζοντας όμως τις όχι και τόσο προοδευτικές θέσεις του Μελ σε διάφορα θέματα (ιδιαιτέρως χριστιανός μεταξύ άλλων) δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ ότι όλος αυτός ο υπερτονισμός της φρίκης του πολιτισμού των Μάγιας, συνειρμικά μας κάνει να σκεφτούμε ότι "καλά έκαναν οι Ισπανοί που τα κατέστρεψαν όλα αυτά και έφεραν τον χριστιανισμό τους και τον ανώτερο πολιτισμό τους". Άσε που το μότο της αρχής (ότι "οι πολιτισμοί καταστρέφονται όταν είναι έτοιμοι να καταστραφούν, όταν δηλαδή έχουν ήδη διαβρωθεί εσωτερικά"), οδηγεί στο ίδιο πάνω - κάτω συμπέρασμα: Δεν φταίνε οι λευκοί εισβολείς τους εσφαξαν όλους, δίκαιους και άδικους, αλλά να, το φρούτο ήταν ήδη ώριμο και έπεσε σχεδόν από μόνο του. Αν τώρα οι εισβολείς κουβαλούσαν κυριολεκτικά υπερόπλα για την εποχή και διέλυσαν τα πάντα, αυτό είναι άλλη ιστορία... Ξαναλέω, δεν έχω ιδέα για το αν ο Γκίμπσον το έκανε συνειδητά, αν ήθελε να πει κάτι τέτοιο, ή αν ασυνείδητα ή έστω κατά λάθος βγαίνει τέτοιο συμπέρασμα, να όμως που εμένα μου πέρασε απ' το μυαλό...

Πέμπτη, Ιανουαρίου 18, 2007

ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΠΑΜΠΗ ΑΚΤΣΟΓΛΟΥ


Δυστυχώς η δυσοίωνη ρήση "οι καλύτεροι φεύγουν πρώτοι" επιβεβαιώνεται. Ο Μπάμπης, εξαιρετικός άνθρωπος και πολύ καλός κριτικός κινηματογράφου, δεν είναι πια μαζί μας. Νομίζω ότι όλο και κάποια κείμενά του θα έχετε διαβάσει στο Αθηνόραμα και θα εκτιμήσατε το στυλ του, που ήξερε να κρατά ισορροπίες, δίχως ούτε στιγμή να πάψει να υποστηρίζει αυτό που πίστευε. Έτσι κάπως ήταν κι ο ίδιος.
Εκτός από φίλος, ήταν ο κριτικός που προτιμούσα. Όχι όμως επειδή ήταν φίλος. Επειδή, απλούστατα, συμφωνούσα με το 80% περίπου των απόψεών του.
Καλό του ταξίδι. Του αφιερώνω τα Aquarella Songs, που εκείνος μου είχε προτείνει και ποτέ δεν το μετάνοιωσα.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 17, 2007

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΑΡΑΞΕΝΑ


Ίσως το σενάριο να θυμίζει κάπως το Adaptation. Άλλωστε πρόκειται σαφώς για σενάριο της "σχολής Κάουφμαν". Ωστόσο το "Πιο παράξενο κι από παράξενο" (Stranger than Fiction) του Marc Forster με κέρδισε με το χιούμορ, τη γλυκύτητα και, φυσικά, την παραξενιά του. Η ιδέα του συγγραφέα που συναντά τον χαρακτήρα που δημιούργησε... κι από κει και πέρα πολλά μπορεί να συμβούν, λειτουργεί καλά, όχι προς την κατεύθυνση του θρίλερ, που κάλλιστα θα μπορούσε να ακολουθήσει μια τέτοια ιδέα, αλλά προς αυτή της κομεντί. Πέρα λοιπόν από μια απολαυστική περιπλάνηση στον κόσμο της λογοτεχνίας (συγγραφέων, κριτικών κλπ.), είναι ο ήρωας Will Ferrell που σε κερδίζει - αρχικά ως "φυτό", που ξαφνικά ανακαλύπτει την αληθινή ζωή. Έχουμε έτσι και την κριτική στον καθημερινό, άχρωμο και άοσμο μέσο άνθρωπο, στην αλλοτρίωση της δουλειάς, στην καθημερινότητα που πνίγει γενικότερα. Μ' αυτά τα δεδομένα, πιστεύω ότι η ταινία δεν θα ενοχλήσει ούτε κι αυτούς που απεχθάνονται το παράλογο, το σουρεαλιστικό στοιχείο, το φανταστικό (στους οποίους βεβαίως δεν συγκαταλέγομαι).
Ιδιαίτερη μνεία στις πολύ καλές ερμηνείες, τόσο του Φερέλ, όσο και μιας πινακοθήκης σπαρταριστών - και ιδιόρυθμων - χαρακτήρων που τον περιβάλλουν: Της Έμα Τόμσον κυρίως, στο ρόλο της νευρωτικής, μισότρελης συγγραφέα, αλλά και των Ντάστιν Χόφμαν, Μάγκι Τζίλενχαλ (πολύ καλή ως "ζωντανή", αναρχική φουρνάρισα), Κουίν Λατίφα.
Ο Forster, χωρίς ποτέ να κάνει το μεγάλο μπαμ, έχει μέχρι τώρα στο ενεργητικό του πολύ συμπαθητικές ταινίες, όπως το δυνατό "Χορό των Τεράτων" και το Finding Neverland.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2007

ΕΝΑΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ Σ' ΕΝΑΝ ΚΟΙΝΟΤΟΠΟ ΕΦΙΑΛΤΗ


Με το "Ένας διαφορετικός άνθρωπος" ο Νορβηγός Jens Lien κάνει μια ιδιότυπη ταινία φανταστικού, απ' αυτές που δεν κατατάσσονται σε κανένα από τα 3 βασικά είδη του (Ε.Φ., τρόμος, fantasy): Ο ήρωας, μετά την αυτοκτονία του, βρίσκεται σε έναν "τέλειο", πλην όμως γκρίζο, άοσμο, άγευστο, άκαυλο και δίχως έντονα συναισθήματα κόσμο, στον οποίο καλείται να προσαρμοστεί και να γίνει κι αυτός, όπως και οι γύρω του, "ευτυχισμένος" και πανομοιότυπος. Από κει και πέρα τα πάντα κινούνται μεταξύ εφιαλτικού και γελοίου - με μερικές ξαφνικές σκηνές σπλάτερ και ψήγματα χιούμορ.
Η μουντή, χωρίς ίχνος φύσης, ατμόσφαιρα είναι πετυχημένη και κατορθώνει να πιάσει τον ψυχρό και "επίπεδο" χαρακτήρα του κόσμου που περιγράφει, ενός κόσμου που μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από τις σελίδες μοντέρνου περιοδικού προχωρημένου, μινιμαλιστικού ντιζάιν, στερείται όμως παντελός αληθινής ζωής και βάθους. Ωστόσο, όταν αντιλαμβανόμαστε το τι συμβαίνει - πράγμα που γίνεται πολύ σύντομα - η ταινία μοιάζει δίχως νεύρο, να επαναλαμβάνεται και να κολλάει κάπως, μέχρι το μετέωρο, σαφώς απαισιόδοξο φινάλε.
Ενδιαφέρον σίγουρα σαν πείραμα και σαν αλληγορία και κριτική του σύγχρονου, αποστειρωμένου δυτικού τρόπου ζωής (ιδιαίτερα του "τέλειου" αλλά ψυχρού σκανδιναβικού μοντέλου) ή, αν προτιμάτε, σαν πρωτότυπη εκδοχή της μετά θάνατον ζωής, ωστόσο δεν νομίζω ότι είναι μια πραγματικά μεγάλη ταινία. Θα μπορούσε να είναι ένα επεισόδιο από τη "Ζώνη του Λυκόφωτος". Αξίζει ωστόσο να δοκιμάσετε - με κίνδυνο να γοητευτείτε αλλά και να βαρεθείτε ταυτόχρονα.

Σάββατο, Ιανουαρίου 13, 2007

ΣΕΞΥ ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΙ ΗΘΙΚΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ


Η νέα ταινία του Luc Besson "Angel-a", πρώτη ουσιαστικά μετά από αρκετά χρόνια - χωρίς να υπολογίζουμε δηλαδή τις παραγωγές και τα κινούμενα σχέδιά του - δεν μοιάζει καθόλου με τις παλιές. Ενώ αυτές ήταν πλημμυρισμένες από βία, εδώ το πάνω χέρι έχει η γλυκύτητα, το παραμύθι, ο "εσωτερικός καλός εαυτός" που μπορεί να κρύβεται κάτω από μια παραπλανητική εμφάνιση, η ηθική, η αναζήτηση αγάπης και άλλα τέτοια: Ένας άγγελος έρχεται να κάνει έναν ανασφαλή αλήτη να νοιώσει αυτοπεποίθηση και αγάπη για τον εαυτό του πρώτα - πρώτα και μετά για τους άλλους.
Ακούγονται λιγάκι βαρετά όλα αυτά, ε; Μεταξύ μας, είναι. Η ταινία από ένα σημείο και πέρα επαναλαμβάνεται, παραγίνεται ηθικοπλαστική και, τελικά, με έκανε όντως να βαρεθώ. Μάλλον ο Besson δεν τα κατάφερε πολύ καλά με το νέο προσανατολισμό που επέλεξε.
Μη νομίζετε όμως ότι δεν διαθέτει και αρετές. Υπάρχει ανατρεπτικότητα και χιούμορ στον τρόπο που αντιμετωπίζει το θέμα "άγγελος" και υπάρχει και η υπέροχη ασπρόμαυρη φωτογραφία: Όπως θα ξέρετε ίσως, ο άγγελος είναι μια δίμετρη, κατάξανθη θεογκόμενα σπάνιων σκανδιναυικών προδιαγραφών, η οποία τα δίνει όλα (μα όλα) στον αλήτη, που φτάνει με το ζόρι μέχρι το στήθος της. Στη γη, άλλωστε, έρχεται με αποστολή στην οποία την έστειλαν άνωθεν, που δεν επέλεξε η ίδια, κάτι σαν κατώτερος υπάλληλος του ουρανού που αναλαμβάνει ρουτινιέρικες αποστολές που δεν πολυγουστάρει. Αφείστε που για την παρούσα γήινη εμφάνισή της έχει επιλέξει το στυλ "τσούλας" και βγάζει λεφτά ως πόρνη. Όσο για την ασπρόμαυρη φωτογραφία που λέγαμε, κινηματογραφεί όμορφα ένα υπέροχο Παρίσι και γενικά προσφέρει πολλές θαυμάσιες εικόνες (πολύ Παρισολατρεία πέφtει τα τελευταία χρόνια, από την Αμελί ως το πρόσφατο Paris je t'aime).
Θετικά αυτά, άλλα νομίζω ότι δεν φτάνουν για να κρατήσουν τον θεατή μέχρι να φτάσει στο μάλλον προβλέψιμο, ρομαντικό φινάλε.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 11, 2007

ΜΑΓΟΙ, PRESTIGE ΚΑΙ ΕΜΜΟΝΕΣ


Θα μπορούσε να είναι μια ταινία πάνω στις έμμονες ιδέες. Αυτή της εκδίκησης, για παράδειγμα, ή της παθιασμένης αγάπης για τη "μαγεία", τα τρυκ, τις ψευδαισθήσεις (ή, αν θέλετε, το πάθος για τη δουλειά σου, όποια κι αν είναι αυτή). Το Prestige του Christopher Nolan κατάφερε να με κρατήσει από την αρχή μέχρι το τέλος, παρά τις όποιες σεναριακές του απιθανότητες. Αν είσαι λάτρης του φανταστικού πάντως, αυτές δεν ενοχλούν και τόσο. Υπάρχει βέβαια και η υποβλητική σκηνοθεσία, το πρωτότυπο θέμα και η ατμόσφαιρα του παράδοξου που διαποτίζει ολόκληρη την ταινία. Η οποία, ας τονίσουμε εδώ, ξεκινά σαν ταινία εποχής με ιδιόρρυθμο θέμα, δηλαδή τον θανάσιμο, όπως εξελίσσεται, ανταγωνισμό δύο αντίζηλων "μάγων" (κάτι σαν Κόπερφιλντ της εποχής), για να μετατραπεί κάπου στο μέσον σε ταινία επιστημονικής φαντασίας, που θίγει θέματα κλονισμού και τηλεμεταφοράς και εμπλέκει ένα "μυθικό" ή μυθοποιημένο, αν προτιμάτε, υπαρκτό πρόσωπο, τον ιδιοφυή φυσικό και εφευρέτη Tesla. Το καστ είναι κι αυτό εντυπωσιακό: Κρίστιαν Μπέιλ, Χιου Τζάκμαν, Σκάρλετ Γιόχανσον, ο πάντοτε εξαιρετικός Μάικλ Κέιν και ο Ντέιβιντ Μπόουι αγνώριστος, σε έναν ρόλο - έκπληξη.
Τελικά ο Nolan, μετά την εντυπωσιακή του είσοδο στις προτιμήσεις μας με το Memento, συνεχίζει να κάνει παράξενες ταινίες - από τις οποίες δεν εξαιρώ και το καλό ριμέικ του (καλύτερου ίσως) νορβηγικού πρωτότυπου Insomnia. Θα εξακολουθήσω να τον παρακολουθώ με ενδιαφέρον.

Κυριακή, Ιανουαρίου 07, 2007

ΦΟΝΙΚΟ ΑΡΩΜΑ


Το "Άρωμα" του Ζυσκίντ είναι ούτως ή άλλως από τα πιο εντυπωσιακά βιβλία, αλλά και από τα πιο δύσκολα να μεταφερθούν στην οθόνη. Διάβαζα πρόσφατα ότι μεγάλοι σκηνοθέτες (ο Κιούμπρικ και ο Μπάρτον ανάμεσά τους) εγκατέλειψαν τη σχετική προσπάθεια. Από την άλλη ο Tom Tykwer δεν βρίσκεται πια στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός μου με τις τελευταίες του ταινίες - αν και παραμένει σχετικά ενδιαφέρων.
Στο "Άρωμα" κάνει μια πολύ εντυπωσιακή ταινία, με δυνατή αναπαράσταση εποχής και μερικές έως και συγκλονιστικές στιγμές (κυρίως στην αρχή), πλην όμως κάτι μου φάνηκε μη ολοκληρωμένο. Πιστεύω ότι δεν κατάφερε να δώσει πειστικά το τελευταίο και βασικό μέρος της ταινίας - και του βιβλίου. Έτσι, η απότομη μεταστροφή του κόσμου εξ αιτίας του περιβόητου αρώματος μένει μετέωρη, ανεξήγητη, ίσως και άγαρμπη θα έλεγα (ακούστηκαν και γελάκια στο σινεμά με όσα επακολούθησαν). Εκεί θεωρώ ότι ο Tykwer έχασε το παιχνίδι. Παιχνίδι ούτως ή άλλως φοβερά δύσκολο εξ ορισμού. Εξ αιτίας της δυσκολίας αυτής εξ άλλου κατέφυγε από την αρχή στον "εύκολο" τρόπο της off αφήγησης - αν και γι' αυτό δεν τον κατηγορώ, αφού πιθανόν να ήταν ο μόνος τρόπος να αποδοθεί το περιεχόμενο ενός βιβλίου που βασίζεται στην... όσφρηση και όχι στο λόγο.
Κατά τα άλλα η βαθειά "άρρωστη" ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος μεταφέρεται και στην ταινία, οι εικόνες, το ξαναλέω, είναι ενίοτε πολύ δυνατές, η αναπαράσταση των χώρων όπου κινείται ο απίστευτος αυτός σίριαλ κίλερ του 18ου αιώνα πολύ καλή. Να όμως μια χαρακτηριστική περίπτωση όπου μια σειρά από εντυπωσιακά επί μέρους στοιχεία δεν φτάνουν (κατά τη γνώμη μου) για να κάνουν μια άρτια και, τελικά, πειστική ταινία.