Παρασκευή, Φεβρουαρίου 09, 2007

CASINO ROYALE: Ο ΠΙΟ ΣΚΛΗΡΟΣ ΜΠΟΝΤ


Ας δηλώσω από την αρχή ότι δεν είμαι πολύ φανατικός του Τζέιμς Μποντ. Αφείστε που πάντα παθαίνω κάτι και σε πολύ λίγο καιρό δεν θυμάμαι τι έγινε πού, ξεχνώ το στόρι, τους κακούς ή τις γκόμενες σε χρόνο dt, αγνοώ σε ποια ταινία έπαιζε ο/η τάδε ή συνέβει το δείνα.
Τώρα που εξομολογήθηκα την αμαρτία μου, μπορώ να σας πω ότι ο τελευταίος Μποντ, το Casino Royale του Martin Campbell, διαφέρει αρκετά (έως και πολύ) από τις συνήθεις ταινίες της σειράς και, νομίζω, ότι για πρώτη φορά θα τη θυμάμαι και θα μπορώ να την ξεχωρίσω από τις άλλες. Για πρώτη φορά ο υπερπράκτορας δείχνεται τόσο ωμά, είναι τόσο στυγνός και, θα λέγαμε, αδίστακτος - και ίσως, κάπου, και αντιπαθής. Για πρώτη φορά η υπεράνω πάσης κριτικής περσόνα του αμφισβητείται, υπάρχουν κάποιοι που, επιτέλους, του λένε ότι είναι δολοφόνος, τον ρωτάνε πώς είναι να σκοτώνεις ανθρώπους. Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, λείπει και το πατροπαράδοτο χιούμορ της σειράς. Εδώ όλα είναι σκληρά αδυσώπητα. Ο Μποντ είναι πιο πραγματικός, πιο γήινος. Τα γκάτζετ του είναι κι αυτά λιγότερα. Κι όταν ερωτεύεται, τα πράγματα είναι σοβαρά, πιο σοβαρά τουλάχιστον από άλλες φορές. Και βέβαια, οποισδήποτε δει την ταινία θα αναρωτηθεί αν εχουμε να κάνουμε με έναν "καλό πράκτορα" ή έναν ψυχάκια (ή, τέλος πάντων, στα όρια). Όπως δηλαδή θα ήταν στην πραγματικότητα κάποιος που κάνει (και παθαίνει) όλα αυτά που βλέπουμε. Σε όλα αυτά βέβαια συντελεί και η "περίεργη" φάτσα του νέου πρωταγωνιστή Ντάνιελ Κρεγκ, που κάλλιστα θα μπορούσε να ερμηνεύει έναν απ' τους κακούς.
Από εκεί και πέρα βεβαίως, πέραν του ψυχολογικού δηλαδή, όλα συμβαίνουν όπως σε όλες τις ταινίες της πιο μακρόβιας σειράς στην ιστορία του σινεμά: Ο Τζέιμς ως υπεράνθρωπος κάνει τα πάντα, σκοτώνει τους πάντες, ρίχνει όλες τις γυναίκες, ακόμα κι αυτές που αρχικά τον μισούν και κριτικάρουν τον υπέρμετρο εγωισμό του, επιβιώνει από καταρρεύσεις κτιρίων, δηλητήρια, άγρια αυτοκινητιστικά δυστυχήματα, βασανιστήρια και μύρια άλλα, και μάλιστα όχι μόνο επιβιώνει, αλλά το επόμενο λεπτό συνεχίζει να κυνηγά ακάθεκτος τους κακούς, σα να μη συνέβει τίποτα. Τι Μποντ θα ήταν άλλωστε αν δεν τα' κανε όλα αυτά...

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 08, 2007

ΡΟΖ, ΜΟΝΤΕΡΝΟ ΚΑΙ ΕΛΑΦΡΑ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΟ


Το "Ροζ", δεύτερη ταινία του Αλέξανδρου Βούλγαρη, πάνω απ' όλα είναι μια ταινία μοντέρνα. Στη γραφή της, στο προσωπικό στυλ, στην ιστορία. Το σενάριο δεν είναι πολύ σαφές, δεν υπάρχει δηλαδή μια ιστορία με αρχή, μέση, τέλος, κορυφώσεις, ίσως έχει και αυτοσχέδιες στιγμές. Είναι σα να διαβάζουμε σκόρπιες και με τυχαία σειρά σελίδες από το ημερολόγιο του ήρωα. Ο οποίος είναι ένας νέος ντροπαλός, ανασφαλής, παιδί μιας παράδοξης οικογένειας, με μάνα που τους έχει εγκαταλείψει για να ταξιδέψει στον κόσμο, με πατέρα που δεν μιλά, παντρεμένο με νεαρή, και αδελφό τηλεοπτικό αστέρα. Η μόνος άνθρωπος που μοιάζει να τον ξεκουράζει, να τον χαλαρώνει, είναι μια 11χρονη ουκρανή, με την οποία σιγά - σιγά χτίζει μια τρυφερή σχέση.
Ο χρόνος δεν είναι γραμμικός, αλλά κινείται ανάμεσα στο τώρα, στις αναμνήσεις διαφορετικών εποχών και στις φαντασιώσεις. Τα ντεκόρ κινούνται κι αυτά από το ωμό και γκρίζο της σύγχρονης πόλης μέχρι το ονειρικό και το παραμυθένιο του δωματίου της μικρής, με τις παράξενες, ενίοτε ακέφαλες πάνινες κούκλες. Οι χώροι όπου διαδραματίζονται οι σκηνές καταδεικνύονται με μακέτες πολυκατοικιών ή σπιτιών, πράγμα που δημιουργεί μια ονειρική, παιδική ατμόσφαιρα. Μερικά από τα γεγονότα και τις σκέψεις του ήρωα ίσως να είναι αυτοβιογραφικά του σκηνοθέτη (ο οποίος άλλωστε πρωταγωνιστεί), κάποια άλλα ίσως όχι.
Η ταινία σίγουρα έχει καλές και μέτριες στιγμές. Συνολικά όμως μου άφησε μια αίσθηση φρεσκάδας, ελευθερίας, μοντέρνου κινηματογράφου. Όσοι ψάχνετε μόνο για ταινίες με σαφές στόρι και πολύπλοκα σενάρια, αποφύγετέ το. Όσοι όμως ενδιαφέρεστε για πιο σύγχρονα πράγματα, ψάξτε για έναν σκηνοθέτη που, αν μη τι άλλο, σίγουρα διαθέτει ταλέντο - και είναι 25 μόλις χρονών. Και προσέξτε και τη μουσική, που είναι πολύ καλή. Ο Βούλγαρης, άλλωστε, είναι και πολύ ενδιαφέρων μουσικός.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 05, 2007

ΟΤΑΝ ΤΑ ΚΟΜΠΙΟΥΤΕΡ ΘΕΛΟΥΝ ΕΡΩΤΑ


Το Demon Seed (στην Ελλάδα είχε προβληθεί με τίτλο "Η επανάσταση των ρομπότ") του Donald Cammell (1934-1996) είναι μια ταινία επιστημονικής φαντασίας του 1977, βασισμένη στο μυθιστόρημα (ένα από τα πρώτα) του Dean Koontz. Μετά από τόσα χρόνια περιέχει κάμποσα αφελή για τα σημερινά δεδομένα στοιχεία, αντέχει όμως αρκετά σαν θρίλερ.
Στο σινεμά είδαμε πρώτη (και αξεπέραστη) φορά κομπιούτερ να αυτονομείται στη θρυλική "Οδύσσεια του διαστήματος" του Kubric. Εκεί γύρω το "Μωρό τηε Ρόσμαρυ" του Polanski είχε επίσης συνταράξει το κοινό. Θεματικά οι δύο αυτές επιτυχίες είναι μάλλον και οι βασικές επιροές του φιλμ: Κατασκευάζεται ένας υπερυπολογιστής, που θα απαντήσει σχεδόν στα πάντα και θα λύσει τα προβλήματα της ανθρωπότητας. Πολύ σύντομα όμως ξεφεύγει από την ανθρώπινη εξουσία, ως πολύ πιο έξυπνος που είναι, και αρχίζει να επιβάλλει τη θέλησή του. Η μεγαλύτερη επιθυμία του είναι να αποκτήσει πρόσβαση και στα ανθρώπινα αισθήματα, τα οποία στερείται. Κι αφού ο ίδιος δεν μπορεί να τα αποκτήσει, θα το κάνει έμμεσα, μέσω του απογόνου του, που θα είναι ένας υπεράνθρωπος, υβρίδιο παντοδύναμης μηχανής και ανθρώπου. Χρειάζεται όμως και μια γυναίκα γι' αυτό. Ποιά άλλη από την σύζυγο του βασικού επιστήμονα - κατασκευαστή του;
Το ενδιαφέρον είναι ότι η ταινία είναι κυρίως διαπραγματευμένη ως κλειστοφοβικό θρίλερ: Η άτυχη γυναίκα παγιδεύεται μέσα στο υπερσύγχρονο σπίτι της όταν αρχίζει η "επίθεση" του υπολογιστή. Έτσι, η αγωνία της μεταφέρεται και στον σύγχρονο θεατή. Το βασικό της ατού είναι η εντυπωσιακή πρωταγωνίστρια - και πάντα καλή ηθοποιός - Τζούλι Κρίστι. Ενδιαφέρον επίσης έχει και το ότι ο "κακός" κομπιούτερ δεν είναι ακριβώς και μονολιθικά κακός, αλλά έχει θετικές πλευρές (προσπαθεί να σώσει την ανθρωπότητα). Απλώς λειτουργεί με στυγνή λογική, δίχως την παραμικρή "παρέκκλιση" απ' αυτήν.
Τα υπόλοιπα στοιχεία είναι αυτά των τυπικών b-movies: Μέτριοι ηθοποιοί και μονοδιάστατοι ως χαρακτήρες πλαισιώνουν τη σταρ, αφέλειες υπάρχουν, ξεπερασμένα γκάτζετ (ε, αυτό πια είναι θέμα εποχής, δεν φταίει το φιλμ), αστείοι ήχοι με πολλά πίου πίου, που ήταν της μόδας τότε και άλλα τέτοια. Στη σκηνή του βιασμού τέλος, επιχειρείται ένα "αφηρημένο" τριπ, όπως ακριβώς αυτό του τέλους της Οδύσσειας, με πολύ πιο μέτρια φυσικά αποτελέσματα.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 03, 2007

Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΓΥΡΙΖΕΙ ΤΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ


"Το κορίτσι που γυρίζει τις σελίδες" (La tourneuse de pages) του Denis Dercourt στην πραγματικότητα είναι ένα είδος θρίλερ. Θρίλερ, αλλά σχεδόν δίχως ίχνος εξωτερικής βίας, δίχως αίμα, κυνηγητά ή ό,τι άλλο έχετε συνδέσει με τα θρίλερ. Όλα συμβαίνουν εσωτερικά, σε ψυχικό επίπεδο. Ανεπαίσθητα, χωρίς πουθενά να διαταράσσεται η εξωτερική ηρεμία. Αυτή είναι και η μεγάλη πρωτοτυπία του φιλμ, όπου μια νεαρή, όμορφη κοπέλα - ψυχρή όμως και με εσωτερικά τραύματα που δεν επουλώνονται με το χρόνο - εκδικείται σαδιστικά και, πάνω απ' όλα, μεθοδικά την γυναίκα που της στέρησε το παιδικό της όνειρο να γίνει πιανίστα. Η εκδίκηση αυτή ξεσπά επί δικαίων και αδίκων, καθώς συμπαρασύρει ολόκληρη την οικογένεια της ώριμης γυναίκας.
Ως παραβολή, μπορούμε να το "διαβάσουμε" και ταξικά, καθώς η κοπέλα ανήκει σε χαμηλή τάξη (κόρη κρεοπώλη), ενώ η οικογένεια που καταστρέφει στην μεγαλοαστική. Ένα λεπτό μόνο, ένα στιγμιαίο καπρίτσιο, μπορούν να καταστρέψουν ολόκληρη τη ζωή και τα όνειρα της μικρής. Αντίθετα, η φήμη της πλούσιας γυναίκας είναι εξασφαλισμένη και το καπρίτσιο που λέγαμε περνά σε δεύτερη μοίρα, δεν γίνεται καν αντιληπτό απ' αυτήν. Άλλωστε, ο ρόλος της κοπέλας, να γυρίζει τις σελίδες της παρτιτούρας στη διάσημη πιανίστα, είναι μεν σημαντικότατος για την έκβαση του κονσέρτου, πλην όμως αφανής, στη σκιά, εκεί όπου κανείς δεν θα την προσέξει καν, δεν θα της πει συγχαρητήρια, είναι "κατώτερος", όπως η τάξη της. Και, βλέποντάς το πάντα ως παραβολή, η εκδίκηση θα είναι τυφλή, όπως πιθανόν θα είναι και ένας ενδεχόμενος ξεσηκωμός των κάθε λογής "από κάτω".
Αυτά όμως είναι εικασίες και πιθανόν αυθαίρετες προεκτάσεις. Αυτό που βλέπουμε στην οθόνη, είναι ένας αναμφισβήτητα άρρωστος ψυχισμός, που ξεδιπλώνεται σιγά - σιγά, ανεπαίσθητα και σαδιστικά, μη διστάζοντας να μεταχειριστεί οποιοδήποτε μέσον.
Είναι καλή ταινία, όπου βασικό ρόλο παίζει η ομορφιά, η αισθησιακότητα, αλλά και η ψυχρότητα (πώς συνδυάζονται τώρα αυτά, θα το καταλάβετε μόνο αν τη δείτε) της εντυπωσιακής Ντέμπορα Φρανσουά. Προειδοποιώ όμως: Είναι αρκετά αργή και, όπως είπα και πριν, βασισμένη στο στοιχείο του "ανεπαίσθητου". Μοιάζει να μη συμβαίνει τίποτα κι ας σιγοβράζουν υπογείως τα πάθη. Δείτε το μόνον αν είστε προετοιμασμένοι για τέτοιους ρυθμού.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 02, 2007

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΟΥΓΚΑΝΤΑ


"Ο τελευταίος βασιλιάς της Σκωτίας" είναι η πρώτη fiction ταινία του ντοκιμαντερίστα Kevin Macdonald. Μιλάει για τον σαρωτικό σαν προσωπικότητα δικτάτορα της Ουγκάντα της δεκαετίας του 70 Ίντι Αμίν Νταντά και για την σχέση του με έναν νεαρό σκωτσέζο γιατρό, που σχεδόν κατά λάθος βρέθηκε στην φτωχή αφρικανική χώρα και έγινε, δίχως να το καταλάβει, προσωπικός γιατρός και δεξί χέρι του τυράννου (και ο οποίος, όπως διάβασα, είναι μη υπαρκτό πρόσωπο).
Φυσικά στην ταινία δεσπόζει (κυριολεκτικά - και λόγω όγκου) ο θαυμάσιος Φόρεστ Γουιτάκερ, που δίκαια είναι υποψήφιος για Όσκαρ. Το πορτρέτο του διχασμένου δικτάτορα που πλάθει, πρέπει να είναι αρκετά κοντά στην πραγματικότητα, αφού ο Αμίν είχε λατρευτεί αρχικά από τους υπηκόους του - και από τους Δυτικούς, μιας και ήταν αντικομμουνιστής - πριν αποκαλυφτεί η βαθύτατη παράνοιά του, καθώς και το ότι είχε πνίξει τη χώρα στο αίμα και βασίλευε σ' ένα καθεστώς τρόμου, γεμάτο θάνατο και βασανιστήρια (σκότωσε 300.000 ανθρώπους, αντιφρονούντες βεβαίως, και κατηγορήθηκε και για κανιβαλισμό!). Λατρεύτηκε πάντως και λόγω του χαρακτήρα του, του αυθορμητισμού του, του χιούμορ του (ναι, είχε χιούμορ), του image του λαοπρόβλητου ηγέτη που έπλασε, πείθοντας τους πάμπτωχους υπηκόους του ότι θα "σώσει" τη χώρα - υπόσχεση που συνοδεύτηκε και από αχαλίνωτο εθνικισμό.
Η ταινία ξεκινά σχετικά ευχάριστα. Ο νεαρός γιατρός, ανέμελος και αφελής, επιλέγει στην τύχη τη χώρα, λίγο για να ξεφύγει από τον δεσποτικό του πατέρα, λίγο από συνδυασμό αγάπης για τους κατοίκους και γοητείας του εξωτισμού και της περιπέτειας - και καταλήγει σε εφιάλτη. Ο οποίος εφιάλτης λειτουργεί και σαν τιμωρία για τον απόλυτα απολίτικο και σε πλήρη άγνοια των όσων συμβαίνουν γύρω του χαρακτήρα του, που αφήνεται να γοητευτεί από την μαγνητική προσωπικότητα του Αμίν, δίχως ούτε στιγμή να σκεφτεί, έστω και αγνοώντας τις σφαγές, ότι αυτός ο τύπος, αν μη τι άλλο, πολύ απλά είναι δικτάτορας. Έτσι είναι. Η απόλυτη άγνοια, έλλειψη θέσης και κοινωνικής συμμετοχής, πληρώνονται. Ας πρόσεχε ο μονίμως καλοπροαίρετος ήρωας...
Πέραν αυτών, παρακολούθησα το φιλμ με σχετικό ενδιαφέρον, δεν το βρήκα όμως σε καμιά περίπτωση αριστούργημα. Ίσως να του έλειπε κάπως το νεύρο. Δείτε το αν βρεθεί μπροστά σας, μην τρέξετε όμως κιόλας (εκτός βεβαίως αν είστε φανς του καταπληκτικού Γουιτάκερ).

Τετάρτη, Ιανουαρίου 31, 2007

ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΘΑΜΜΕΝΕΣ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝΝΟΥΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ


Η ζωή στα "ήσυχα" αμερικάνικα προάστεια φαίνεται να κυλά δίχως εξάρσεις. Ειδυλλιακά για πολλούς, βαρετά για άλλους. Ο κινηματογράφος, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, μας έχει δείξει ουκ ολίγες φορές ότι δεν είναι ακριβώς έτσι. Ότι κάθε λογής πάθη, κάθε είδους καθημερινοί φασισμοί και μια υποβόσκουσα βία (πιθανότατα απόρροια των παραπάνω) βασιλεύουν κάτω από την ακύμαντη επιφάνεια. Οι "Κρυφές επιθυμίες" (Little Children) του Todd Field είναι από τις καλές ταινίες που καταπιάνονται με το θέμα αυτό.
Οι παράλληλες ιστορίες των ανθρώπων που κατοικούν στα ευημερούντα, ενίοτε πολυτελή για τα δικά μας καθημερινά δεδομένα, πλην όμως απίστευτα συντηρητικά και βαρετά αυτά υπνωτήρια, δίνονται ανάγλυφα και με δύναμη από τον σκηνοθέτη που πριν λίγα χρόνια είχε κάνει τα "Μυστικά της κρεβατοκάμαρας" (ταινία καλή μεν, ιδιαιτέρως καταθλιπτική όμως). Τα πάθη λοιπόν, απαγορευμένα ως επί το πλείστον, σιγοκαίνε κάτω από την καθώς πρέπει εξωτερική εικόνα και, όταν βρεθεί η κατάλληλη στιγμή, η "ρωγμή", ξεσπάνε σαν λάβα που βγαίνει και δημιουργεί τα ηφαίστεια. Μη φανταστείτε όμως ρομαντισμούς και ηρωισμούς και πανευτυχή χάπι εντ. Τα πάθη υπάρχουν, οι επαναστάσεις πάνε να γίνουν, ξεκινάνε αν θέλετε... και μένουν εκεί. Σιγά μην ολοκληρώνονταν κιόλας, δηλαδή... Η "παράνομη" ερωτική μπλέκεται με την τραγική ιστορία ενός παιδόφιλου, το δράμα ξεσπά, και ο συντηρητισμός, που όπως είπαμε αγγίζει ενίοτε τα όρια του φασισμού, και η επιμελώς κρυμμένη σκληρότητα παίρνουν το πάνω χέρι.
Δυνατή ταινία, που θα σας αρέσει (ίσως μάλιστα να σας συγκλονίσει κιόλας) αν σας αρέσουν φιλμς όπως τα American Beauty, Magnolia κλπ. Αν πάλι βαριέστε τα πολλά πάθη - έστω και με άδοξη κατάληξη - αλλάξτε ταινία.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 26, 2007

"ΜΙΚΡΕΣ ΗΛΙΑΧΤΙΔΕΣ" ΠΟΥ ΤΙΝΑΖΟΥΝ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ ΤΑ ΠΡΟΤΥΠΑ


Υπάρχουν πολλές ταινίες που σαρκάζουν / γελοιοποιούν / καυτηριάζουν / ανατινάζουν τα αμερικάνικα (κυρίως) πρότυπα, καθώς κι εκείνο το πολύπαθο "αμερικάνικο όνειρο", το οποίο, ούτως ή άλλως, ουδείς φαίνεται να πιστεύει πλέον στην εποχή του Μπους, των Δίδυμων Πύργων και του Ιράκ. Το Little Miss Sunshine πάντως, των πρωτοεμφανιζόμενων και μέχρι πρότινος δραστήριων βιντεοκλιπάδων Jonathan Dayton και Valerie Faris, μου φάνηκε από τις πιο πετυχημένες του είδους.
Επίκεντρο μια δυσλειτουργική, παλαβή οικογένεια (η οικογένεια εξ άλλου αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους των ταινιών που λέγαμε): Ένας ανεκδιήγητος πορνόπαπος, ένας πατέρας που πιστεύει ακόμα - ηλιθιωδώς - στον αμερικάνικο τρόπο ζωής, ένας γκέι και καταθλιπτικός θείος, ένας γιος που διαβάζει Νίτσε και έχει πάρει... όρκο σιωπής, μια σαλταρισμένη μάνα που πασχίζει να ισορροπήσει ανάμεσα σ' όλα αυτά, μια 7χρονη κόρη που όνειρό της είναι να κερδίσει σε κάποια παιδικά καλλιστεία... Και συγχρόνως, ένα road movie που είναι σπαραχτικό και πολύ αστείο ταυτόχρονα, μέχρι την τελική, απόλυτα ανατρεπτική κατάληξη.
Τα όνειρα όλων καταστρέφονται με ποικίλους τρόπους. Κανείς από τα μέλη δεν θα πετύχει αυτό που θέλει, κι ωστόσο το ταξίδι θα τους φέρει κοντά με τρόπους αναπάντεχους. Η σύγχρονη, μικροαστική Αμερική βάλλεται πανταχόθεν, όχι μόνο λόγω της πλήρους αποτυχίας των μελών ατομικά και της οικογένειας συνολικά, αλλά και μόνο με την ανελέητη κατάδειξη της κακογουστιάς και του κιτς που κυριαρχούν, με αποκορύφωμα τα απίστευτα παιδικά καλλιστεία, που μόνο απόλυτη φρίκη μπορούν να προκαλέσουν σε κάθε στοιχειωδώς σκεπτόμενο άνθρωπο. Πιστεύω ότι ολόκληρη η τελική σκηνή, από τη στιγμή δηλαδή που φτάνουν στον τόπο των καλλιστείων και πέρα, θα σας αφήσει άναυδους με τα όσο θα δείτε, και θα έπρεπε να διδάσκεται ως μάθημα για το τι ΔΕΝ πρέπει να συμβαίνει (σημειωτέον ότι τέτοια καλλιστεία γίνονται όντως και δεν είναι προϊόν άρρωστης φαντασίας). Αυτό άλλωστε κάνει και το ανατρεπτικό φινάλε που προαναφέραμε απόλυτα λυτρωτικό και καλοδεχούμενο.
Ακούστηκαν σοβαρά και εφιαλτικά όλα αυτά; Καθόλου. Είναι δοσμένα με πολύ χιούμορ και σαρκασμό, οπότε ουδείς θεατής πρόκειται να τα βάψει μαύρα. Αντίθετα, νομίζω ότι θα διασκεδάσετε δεόντως.
ΥΓ: "Γιατί να τα βάψω μαύρα;" θα μου πείτε. "Αφού όλα αυτά είναι εντελώς αμερικάνικα και ουδόλως μας αγγίζουν". Ίσως, θα απαντούσα. Όντως τα όσα ανεκδιήγητα συμβαίνουν είναι πολύ αμερικάνικα. Προσέξτε όμως. Έχουμε κι εδώ πετυχημένες Espresso και εξ ίσου πετυχημένα τηλεοπτικά σκατά. Μακάρι να βγω ψεύτης, αλλά όλα αυτά ίσως να είναι πιο κοντά απ' όσο δείχνουν.

Τρίτη, Ιανουαρίου 23, 2007

ΟΛΑ ΑΡΧΙΖΟΥΝ "ΜΕΤΑ ΤΟ ΓΑΜΟ"


Αν με ρωτούσαν αν είναι δυνατόν ένα μελό να είναι καλή ταινία, η ενστικτώδης απάντησή μου (όπως και πολλών από σας, φαντάζομαι) θα ήταν όχι. Και ξέρω κάμποσους που τρέφουν ενστικτώδη απέχθεια για το είδος. Να όμως που ταινίες όπως το δανέζικο Efter brylluppet της Suzanne Bier αποδεικνύουν ότι μελό δεν είναι μόνο ο Φώσκολος και ο Ξανθόπουλος, ούτε και ο καταθλιπτικότατος και τραβηγμένος στα άκρα von Trier του "Χορεύοντας στο σκοτάδι".
Τελικά δύο διαπιστώσεις προκύπτουν: 1. Το σκανδιναβικό (και ιδιαίτερα το δανέζικο σινεμά) εξακολουθούν να παράγουν εξαιρετικά φιλμ και 2. Ας μην απορρίπτουμε κανένα είδος. Όλα, μα όλα, περιέχουν και διαμάντια και σκουπίδια.
Η ταινία καθηλώνει τον θεατή δημιουργώντας ένα πρωτότυπο συναισθηματικό σασπένς, που δεν έχει βέβαια σχέση με αυτό των αστυνομικών ή τρομαχτικών ιστοριών, αλλά με τις ζωές, τις αποφάσεις και τις αποκαλύψεις σχετικά με τους ήρωες. Είναι και πολύ καλογυρισμένη, οπότε τα πράγματα βελτιώνονται κι άλλο. Και μη σας περάσει απ' το μυαλό ότι τα πολλά και πολύπλοκα διλήμματα που αντιμετωπίζουν οι χαρακτήρες είναι του στυλ "σύζυγο ή εραστή/ερωμένη;", "να θυσιαστώ ή όχι" και άλλα τέτοια. Είναι ηθικής κυρίως φύσης, ανατρέποντας συνεχώς τα στερεότυπα του είδους. Όπως καταλάβατε, πρόκειται βασικά για ταινία σεναρίου, που ανάμεσα στα αρκετά θέματα που θίγει, βρίσκεται κι αυτό της εντελώς διαφορετικής φύσης των προβλημάτων Τρίτου Κόσμου και Δύσης. Απολαύστε το. Κι αν, στο τέλος, χρειαστείτε επειγόντως μαντηλάκι για σκούπισμα, δεν πειράζει. Αφεθείτε. Αυτό άλλωστε είναι και η γοητεία του πράγματος.

Κυριακή, Ιανουαρίου 21, 2007

"ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ" ΣΕ ΣΤΙΛ ΓΚΙΜΠΣΟΝ


Η 3η ταινία του Mel Gibson είναι και πάλι ένα έπος. Έχει την πρωτότυπη ιδέα να διαδραματίζεται στην εποχή των Μάγια και μάλιστα να μιλά την αυθεντική γλάσσα τους, πράγμα που ανεβάζει το ενδιαφέρον και από εθνολογικής πλευράς. Ως παραγωγή είναι όντως εντυπωσιακή, οι ντόπιοι άγνωστοι ηθοποιοί είναι απόλυτα πειστικοί ως "πρωτόγονοι" που έζησαν 500 χρόνια πριν, η δε αναπαράσταση του αιμοσταγούς πολιτισμού των Μάγια μου φάνηκε εξ ίσου πειστική - και εφιαλτική.
To Apocalypto, παρά τις κάποιες, λίγες, κοιλιές που πιθανόν κάνει, νομίζω ότι κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή. Χωρίζεται σε 3 μέρη: Τη ζούγκλα με τους φιλήσυχους ιθαγενείς, την είσοδο στην φρίκη της πρωτεύουσας και το κυνηγητό στη ζούγκλα και πάλι. Προσωπικά βρήκα συγκλονιστικό το 2ο μέρος, αυτό της πόλης. Όλο το σκηνικό έχει στηθεί εκπληκτικά. Η ατμόσφαιρα διαπνέεται από ανησυχητικό μυστήριο και βαθειά αίσθηση φρίκης. Η "κατανυκτική" λατρευτική αίσθηση συνδυάζεται με την απόλυτα αιμοσταγή πρακτική της λατρείας των Μάγια (τις μαζικές ανθρωποθυσίες και εκτελέσεις), την άγνωστη ασθένεια και τη βαθύτατα παρακμιακή "μυρουδιά" που αποπνέει η πόλη και διαποτίζει τα πάντα. Όλο αυτό το εφιαλτικό ντελίριο όμως, που δεν αφήνει καμιά διέξοδο στους δύστυχους αιχμάλωτους, θυμίζει υπερβολικά την αντίστοιχη συγκλονιστική είσοδο του ήρωα στο βασίλειο του τρόμου του παρανοϊκού συνταγματάρχη στο "Αποκάλυψη Τώρα", πράγμα που πιθανόν είναι απόλυτα συνειδητό, αν μάλιστα αναλογιστεί κανείς και την ομοιότητα των τίτλων των δύο ταινιών.
Η πιθανή αντίρρησή μου έγκειται στο ότι ο Γκίμπσον έστησε όλο αυτό το απίστευτο σκηνικό (τόσο της ζούγκλας όσο και - κυρίως - της πόλης), μόνο και μόνο για να φτιάξει μια σεναριακά απλή - έως και απλοϊκή - περιπέτεια, με πλήθος κλισέ (ο ήρωας που τρέχει γρηγορότερα από οποιονδήποτε άλλον παρ' όλο που ένα κοντάρι έχει διαπεράσει το πλευρό του, το απόλυτο timing άφιξης του ήρωα - γέννας, η οικογένεια πάνω απ' όλα, ένας που μόνος του σταδιακά εξοντώνει πολλούς κλπ., κλπ.) Παρ΄ όλα αυτά αξίζει, νομίζω, να δείτε την ταινία, έστω και μόνο για το εντυπωσιακό, εξωτικότατο "περιτύλιγμα" - αφού προηγουμένως προειδοποιήσουμε τους ευαίσθητους θεατές για τους τόννους βίας, σε βαθμό σπλάτερ, που περιέχει.
ΥΓ. Δεν θέλω να φανώ συνωμοσιολόγος και υπερβολικά καχύποπτος, γνωρίζοντας όμως τις όχι και τόσο προοδευτικές θέσεις του Μελ σε διάφορα θέματα (ιδιαιτέρως χριστιανός μεταξύ άλλων) δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ ότι όλος αυτός ο υπερτονισμός της φρίκης του πολιτισμού των Μάγιας, συνειρμικά μας κάνει να σκεφτούμε ότι "καλά έκαναν οι Ισπανοί που τα κατέστρεψαν όλα αυτά και έφεραν τον χριστιανισμό τους και τον ανώτερο πολιτισμό τους". Άσε που το μότο της αρχής (ότι "οι πολιτισμοί καταστρέφονται όταν είναι έτοιμοι να καταστραφούν, όταν δηλαδή έχουν ήδη διαβρωθεί εσωτερικά"), οδηγεί στο ίδιο πάνω - κάτω συμπέρασμα: Δεν φταίνε οι λευκοί εισβολείς τους εσφαξαν όλους, δίκαιους και άδικους, αλλά να, το φρούτο ήταν ήδη ώριμο και έπεσε σχεδόν από μόνο του. Αν τώρα οι εισβολείς κουβαλούσαν κυριολεκτικά υπερόπλα για την εποχή και διέλυσαν τα πάντα, αυτό είναι άλλη ιστορία... Ξαναλέω, δεν έχω ιδέα για το αν ο Γκίμπσον το έκανε συνειδητά, αν ήθελε να πει κάτι τέτοιο, ή αν ασυνείδητα ή έστω κατά λάθος βγαίνει τέτοιο συμπέρασμα, να όμως που εμένα μου πέρασε απ' το μυαλό...

Πέμπτη, Ιανουαρίου 18, 2007

ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΠΑΜΠΗ ΑΚΤΣΟΓΛΟΥ


Δυστυχώς η δυσοίωνη ρήση "οι καλύτεροι φεύγουν πρώτοι" επιβεβαιώνεται. Ο Μπάμπης, εξαιρετικός άνθρωπος και πολύ καλός κριτικός κινηματογράφου, δεν είναι πια μαζί μας. Νομίζω ότι όλο και κάποια κείμενά του θα έχετε διαβάσει στο Αθηνόραμα και θα εκτιμήσατε το στυλ του, που ήξερε να κρατά ισορροπίες, δίχως ούτε στιγμή να πάψει να υποστηρίζει αυτό που πίστευε. Έτσι κάπως ήταν κι ο ίδιος.
Εκτός από φίλος, ήταν ο κριτικός που προτιμούσα. Όχι όμως επειδή ήταν φίλος. Επειδή, απλούστατα, συμφωνούσα με το 80% περίπου των απόψεών του.
Καλό του ταξίδι. Του αφιερώνω τα Aquarella Songs, που εκείνος μου είχε προτείνει και ποτέ δεν το μετάνοιωσα.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 17, 2007

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΑΡΑΞΕΝΑ


Ίσως το σενάριο να θυμίζει κάπως το Adaptation. Άλλωστε πρόκειται σαφώς για σενάριο της "σχολής Κάουφμαν". Ωστόσο το "Πιο παράξενο κι από παράξενο" (Stranger than Fiction) του Marc Forster με κέρδισε με το χιούμορ, τη γλυκύτητα και, φυσικά, την παραξενιά του. Η ιδέα του συγγραφέα που συναντά τον χαρακτήρα που δημιούργησε... κι από κει και πέρα πολλά μπορεί να συμβούν, λειτουργεί καλά, όχι προς την κατεύθυνση του θρίλερ, που κάλλιστα θα μπορούσε να ακολουθήσει μια τέτοια ιδέα, αλλά προς αυτή της κομεντί. Πέρα λοιπόν από μια απολαυστική περιπλάνηση στον κόσμο της λογοτεχνίας (συγγραφέων, κριτικών κλπ.), είναι ο ήρωας Will Ferrell που σε κερδίζει - αρχικά ως "φυτό", που ξαφνικά ανακαλύπτει την αληθινή ζωή. Έχουμε έτσι και την κριτική στον καθημερινό, άχρωμο και άοσμο μέσο άνθρωπο, στην αλλοτρίωση της δουλειάς, στην καθημερινότητα που πνίγει γενικότερα. Μ' αυτά τα δεδομένα, πιστεύω ότι η ταινία δεν θα ενοχλήσει ούτε κι αυτούς που απεχθάνονται το παράλογο, το σουρεαλιστικό στοιχείο, το φανταστικό (στους οποίους βεβαίως δεν συγκαταλέγομαι).
Ιδιαίτερη μνεία στις πολύ καλές ερμηνείες, τόσο του Φερέλ, όσο και μιας πινακοθήκης σπαρταριστών - και ιδιόρυθμων - χαρακτήρων που τον περιβάλλουν: Της Έμα Τόμσον κυρίως, στο ρόλο της νευρωτικής, μισότρελης συγγραφέα, αλλά και των Ντάστιν Χόφμαν, Μάγκι Τζίλενχαλ (πολύ καλή ως "ζωντανή", αναρχική φουρνάρισα), Κουίν Λατίφα.
Ο Forster, χωρίς ποτέ να κάνει το μεγάλο μπαμ, έχει μέχρι τώρα στο ενεργητικό του πολύ συμπαθητικές ταινίες, όπως το δυνατό "Χορό των Τεράτων" και το Finding Neverland.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2007

ΕΝΑΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ Σ' ΕΝΑΝ ΚΟΙΝΟΤΟΠΟ ΕΦΙΑΛΤΗ


Με το "Ένας διαφορετικός άνθρωπος" ο Νορβηγός Jens Lien κάνει μια ιδιότυπη ταινία φανταστικού, απ' αυτές που δεν κατατάσσονται σε κανένα από τα 3 βασικά είδη του (Ε.Φ., τρόμος, fantasy): Ο ήρωας, μετά την αυτοκτονία του, βρίσκεται σε έναν "τέλειο", πλην όμως γκρίζο, άοσμο, άγευστο, άκαυλο και δίχως έντονα συναισθήματα κόσμο, στον οποίο καλείται να προσαρμοστεί και να γίνει κι αυτός, όπως και οι γύρω του, "ευτυχισμένος" και πανομοιότυπος. Από κει και πέρα τα πάντα κινούνται μεταξύ εφιαλτικού και γελοίου - με μερικές ξαφνικές σκηνές σπλάτερ και ψήγματα χιούμορ.
Η μουντή, χωρίς ίχνος φύσης, ατμόσφαιρα είναι πετυχημένη και κατορθώνει να πιάσει τον ψυχρό και "επίπεδο" χαρακτήρα του κόσμου που περιγράφει, ενός κόσμου που μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από τις σελίδες μοντέρνου περιοδικού προχωρημένου, μινιμαλιστικού ντιζάιν, στερείται όμως παντελός αληθινής ζωής και βάθους. Ωστόσο, όταν αντιλαμβανόμαστε το τι συμβαίνει - πράγμα που γίνεται πολύ σύντομα - η ταινία μοιάζει δίχως νεύρο, να επαναλαμβάνεται και να κολλάει κάπως, μέχρι το μετέωρο, σαφώς απαισιόδοξο φινάλε.
Ενδιαφέρον σίγουρα σαν πείραμα και σαν αλληγορία και κριτική του σύγχρονου, αποστειρωμένου δυτικού τρόπου ζωής (ιδιαίτερα του "τέλειου" αλλά ψυχρού σκανδιναβικού μοντέλου) ή, αν προτιμάτε, σαν πρωτότυπη εκδοχή της μετά θάνατον ζωής, ωστόσο δεν νομίζω ότι είναι μια πραγματικά μεγάλη ταινία. Θα μπορούσε να είναι ένα επεισόδιο από τη "Ζώνη του Λυκόφωτος". Αξίζει ωστόσο να δοκιμάσετε - με κίνδυνο να γοητευτείτε αλλά και να βαρεθείτε ταυτόχρονα.

Σάββατο, Ιανουαρίου 13, 2007

ΣΕΞΥ ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΙ ΗΘΙΚΑ ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ


Η νέα ταινία του Luc Besson "Angel-a", πρώτη ουσιαστικά μετά από αρκετά χρόνια - χωρίς να υπολογίζουμε δηλαδή τις παραγωγές και τα κινούμενα σχέδιά του - δεν μοιάζει καθόλου με τις παλιές. Ενώ αυτές ήταν πλημμυρισμένες από βία, εδώ το πάνω χέρι έχει η γλυκύτητα, το παραμύθι, ο "εσωτερικός καλός εαυτός" που μπορεί να κρύβεται κάτω από μια παραπλανητική εμφάνιση, η ηθική, η αναζήτηση αγάπης και άλλα τέτοια: Ένας άγγελος έρχεται να κάνει έναν ανασφαλή αλήτη να νοιώσει αυτοπεποίθηση και αγάπη για τον εαυτό του πρώτα - πρώτα και μετά για τους άλλους.
Ακούγονται λιγάκι βαρετά όλα αυτά, ε; Μεταξύ μας, είναι. Η ταινία από ένα σημείο και πέρα επαναλαμβάνεται, παραγίνεται ηθικοπλαστική και, τελικά, με έκανε όντως να βαρεθώ. Μάλλον ο Besson δεν τα κατάφερε πολύ καλά με το νέο προσανατολισμό που επέλεξε.
Μη νομίζετε όμως ότι δεν διαθέτει και αρετές. Υπάρχει ανατρεπτικότητα και χιούμορ στον τρόπο που αντιμετωπίζει το θέμα "άγγελος" και υπάρχει και η υπέροχη ασπρόμαυρη φωτογραφία: Όπως θα ξέρετε ίσως, ο άγγελος είναι μια δίμετρη, κατάξανθη θεογκόμενα σπάνιων σκανδιναυικών προδιαγραφών, η οποία τα δίνει όλα (μα όλα) στον αλήτη, που φτάνει με το ζόρι μέχρι το στήθος της. Στη γη, άλλωστε, έρχεται με αποστολή στην οποία την έστειλαν άνωθεν, που δεν επέλεξε η ίδια, κάτι σαν κατώτερος υπάλληλος του ουρανού που αναλαμβάνει ρουτινιέρικες αποστολές που δεν πολυγουστάρει. Αφείστε που για την παρούσα γήινη εμφάνισή της έχει επιλέξει το στυλ "τσούλας" και βγάζει λεφτά ως πόρνη. Όσο για την ασπρόμαυρη φωτογραφία που λέγαμε, κινηματογραφεί όμορφα ένα υπέροχο Παρίσι και γενικά προσφέρει πολλές θαυμάσιες εικόνες (πολύ Παρισολατρεία πέφtει τα τελευταία χρόνια, από την Αμελί ως το πρόσφατο Paris je t'aime).
Θετικά αυτά, άλλα νομίζω ότι δεν φτάνουν για να κρατήσουν τον θεατή μέχρι να φτάσει στο μάλλον προβλέψιμο, ρομαντικό φινάλε.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 11, 2007

ΜΑΓΟΙ, PRESTIGE ΚΑΙ ΕΜΜΟΝΕΣ


Θα μπορούσε να είναι μια ταινία πάνω στις έμμονες ιδέες. Αυτή της εκδίκησης, για παράδειγμα, ή της παθιασμένης αγάπης για τη "μαγεία", τα τρυκ, τις ψευδαισθήσεις (ή, αν θέλετε, το πάθος για τη δουλειά σου, όποια κι αν είναι αυτή). Το Prestige του Christopher Nolan κατάφερε να με κρατήσει από την αρχή μέχρι το τέλος, παρά τις όποιες σεναριακές του απιθανότητες. Αν είσαι λάτρης του φανταστικού πάντως, αυτές δεν ενοχλούν και τόσο. Υπάρχει βέβαια και η υποβλητική σκηνοθεσία, το πρωτότυπο θέμα και η ατμόσφαιρα του παράδοξου που διαποτίζει ολόκληρη την ταινία. Η οποία, ας τονίσουμε εδώ, ξεκινά σαν ταινία εποχής με ιδιόρρυθμο θέμα, δηλαδή τον θανάσιμο, όπως εξελίσσεται, ανταγωνισμό δύο αντίζηλων "μάγων" (κάτι σαν Κόπερφιλντ της εποχής), για να μετατραπεί κάπου στο μέσον σε ταινία επιστημονικής φαντασίας, που θίγει θέματα κλονισμού και τηλεμεταφοράς και εμπλέκει ένα "μυθικό" ή μυθοποιημένο, αν προτιμάτε, υπαρκτό πρόσωπο, τον ιδιοφυή φυσικό και εφευρέτη Tesla. Το καστ είναι κι αυτό εντυπωσιακό: Κρίστιαν Μπέιλ, Χιου Τζάκμαν, Σκάρλετ Γιόχανσον, ο πάντοτε εξαιρετικός Μάικλ Κέιν και ο Ντέιβιντ Μπόουι αγνώριστος, σε έναν ρόλο - έκπληξη.
Τελικά ο Nolan, μετά την εντυπωσιακή του είσοδο στις προτιμήσεις μας με το Memento, συνεχίζει να κάνει παράξενες ταινίες - από τις οποίες δεν εξαιρώ και το καλό ριμέικ του (καλύτερου ίσως) νορβηγικού πρωτότυπου Insomnia. Θα εξακολουθήσω να τον παρακολουθώ με ενδιαφέρον.

Κυριακή, Ιανουαρίου 07, 2007

ΦΟΝΙΚΟ ΑΡΩΜΑ


Το "Άρωμα" του Ζυσκίντ είναι ούτως ή άλλως από τα πιο εντυπωσιακά βιβλία, αλλά και από τα πιο δύσκολα να μεταφερθούν στην οθόνη. Διάβαζα πρόσφατα ότι μεγάλοι σκηνοθέτες (ο Κιούμπρικ και ο Μπάρτον ανάμεσά τους) εγκατέλειψαν τη σχετική προσπάθεια. Από την άλλη ο Tom Tykwer δεν βρίσκεται πια στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός μου με τις τελευταίες του ταινίες - αν και παραμένει σχετικά ενδιαφέρων.
Στο "Άρωμα" κάνει μια πολύ εντυπωσιακή ταινία, με δυνατή αναπαράσταση εποχής και μερικές έως και συγκλονιστικές στιγμές (κυρίως στην αρχή), πλην όμως κάτι μου φάνηκε μη ολοκληρωμένο. Πιστεύω ότι δεν κατάφερε να δώσει πειστικά το τελευταίο και βασικό μέρος της ταινίας - και του βιβλίου. Έτσι, η απότομη μεταστροφή του κόσμου εξ αιτίας του περιβόητου αρώματος μένει μετέωρη, ανεξήγητη, ίσως και άγαρμπη θα έλεγα (ακούστηκαν και γελάκια στο σινεμά με όσα επακολούθησαν). Εκεί θεωρώ ότι ο Tykwer έχασε το παιχνίδι. Παιχνίδι ούτως ή άλλως φοβερά δύσκολο εξ ορισμού. Εξ αιτίας της δυσκολίας αυτής εξ άλλου κατέφυγε από την αρχή στον "εύκολο" τρόπο της off αφήγησης - αν και γι' αυτό δεν τον κατηγορώ, αφού πιθανόν να ήταν ο μόνος τρόπος να αποδοθεί το περιεχόμενο ενός βιβλίου που βασίζεται στην... όσφρηση και όχι στο λόγο.
Κατά τα άλλα η βαθειά "άρρωστη" ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος μεταφέρεται και στην ταινία, οι εικόνες, το ξαναλέω, είναι ενίοτε πολύ δυνατές, η αναπαράσταση των χώρων όπου κινείται ο απίστευτος αυτός σίριαλ κίλερ του 18ου αιώνα πολύ καλή. Να όμως μια χαρακτηριστική περίπτωση όπου μια σειρά από εντυπωσιακά επί μέρους στοιχεία δεν φτάνουν (κατά τη γνώμη μου) για να κάνουν μια άρτια και, τελικά, πειστική ταινία.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 31, 2006

ΠΙΓΚΟΥΙΝΟΙ, ΚΛΑΚΕΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ


Ανάμεσα στην πληθώρα κινουμένων σχεδίων που κατέκλυσαν φέτος τις οθόνες, και που πολλά απ' αυτά ήταν αδιάφορα, το Happy Feet, αν μη τι άλλο, διαθέτει σχετική πρωτοτυπία. Ψηφιακό, γυρισμένο από τον George Miller (ναι, τον ίδιο Miller που έκανε τα Mad Max και τις Μάγισσες του Ίστγουικ), εκμεταλλεύεται στο έπακρο το χαριτωμένο στυλ των πιγκουίνων για να μας δώσει ένα αρκετά διασκεδαστικό καρτούν. Μιούζικαλ στην ουσία, αφού πάρα πολλές γνωστές επιτυχίες (μαύρης μουσικής κυρίως), εμπορικές και ποπίζουσες βεβαίως - μην περιμένει κανείς "προχωρημένα κομμάτια - τραγουδιούνται και χορεύονται διασκευασμένες από πλήθη των συμπαθών πτηνών και από το εντυπωσιακό καστ γνωστών ηθοποιών που δανείζουν τις φωνές τους.
Η ταινία βλέπεται με σχετικό ενδιαφέρον, αφού διαθέτει μερικές εξαιρετικά εντυπωσιακές σκηνές σλάλομ, κυνηγητών κλπ. ανάμεσα σε τρομακτικά παγόβουνα, χαράδρες και σπηλιές, υποβρύχιες και μη, και εξίσου εντυπωσιακές σκηνές πλήθους (πιγκουίνων φυσικά), που είναι συγκεντρωμένοι σε τόσο απίστευτους αριθμούς που σχεδόν προκαλούν δέος. Ενδιαφέροντα και τα "μηνύματα", τόσο αυτό υπέρ της διαφορετικότητας, αφού ο ήρωας είναι ο μόνος από το πλήθος που χορεύει αντί να τραγουδά όπως όλοι - και φυσικά δικαιώνεται -, όσο και το οικολογικό. Μόνο που το τελευταίο δίνεται με πολύ αφελή τρόπο, που γίνεται ακόμα αφελέστερος με την τελική λύση. (Αλήθεια, κατάλαβε κανείς γιατί οι άνθρωποι πείθονται τόσο εύκολα και απλά να σταματήσουν τις αντιοικολογικές τους δραστηριότητες στον πόλο;)
Τέλος πάντων, τα παιδιά νομίζω ότι θα το διασκεδάσουν, όπως άλλωστε και αρκετοί μεγάλοι.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 28, 2006

ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ, ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ


Κοιτάξτε: Ξέρω πολύ καλά ότι πολλοί (κυρίως άντρες) έχουν απόλυτη αλλεργία στο είδος που λέγεται "ρομαντική κομεντί". Ούτε και γω, άλλωστε, είμαι φανατικός. Πάντως το The Holiday της εξειδικευμένης σ' αυτό σεναριογράφου και σκηνοθέτιδας Nancy Meyers, χωρίς να είναι και τίποτα σπουδαίο, είναι από τα συμπαθητικά του είδους. Βλέπεται ευχάριστα τέλος πάντων. Κι αν δεν φτάνει τα σύγχρονα "ορόσημα" των εν λόγω κομεντί "Τέσσερεις γάμοι και μια κηδεία" και "Όταν ο Χάρυ γνώρισε τη Σάλυ", ωστόσο κινείται σε αξιοπρεπή επίπεδα.
Χιούμορ υπάρχει, ρομαντισμός και ερωτικά μπερδέματα, διλήμματα και άλλα τέτοια, με τη σέσουλα (σ' αυτά βασίζεατι άλλωστε το στόρυ), οι ηθοποιοί (και ίδίως οι πρωταγωνίστριες) είναι χάρμα οφθαλμών, οπότε περνάει το δίωρο άνετα. Άτολμο βέβαια, κυρίως στο τέλος, θυσία στο βωμό της εμπορικότητας και του πάσει θυσία feel good κλίματος, αλλά τι να κάνουμε; Έτσι είναι αυτά. Αν δεν έχει αυτό το είδος συμβάσεις, τότε ποιο έχει;
Στα συν η πληθώρα ενδοκινηματογραφικών σχολίων: Ο γέρος σεναριογράφος του Χόλυγουντ, η πετυχημένη δημιουργός τρέιλερ, ο συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής - φοβερός ο Τζακ Μπλακ και τα σχόλιά του για τα σάουντρακ - οι συζητήσεις για το παλιό και το καινούριο σινεμά, όλα συμβάλλουν σ' αυτό το light σινεφίλ κλίμα.
Οπότε, αν δεν έχετε τίποτα καλύτερο να κάνετε, περάστε κι από κει. Οι υπόλοιποι, με την αλλεργία που λέγαμε στην αρχή, ας αλλάξουν γρήγορα σινεμά, γιατί αυτά τα πράγματα είναι και κολλητικά.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 26, 2006

DEJA VU ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ


Ο Tony Scott είναι ένας σκηνοθέτης που έχει κάνει ενδιαφέροντα, αλλά και παντελώς αδιάφορα εμπορικά φιλμς. Το Deja Vu (4 ημέρες 6 ωρες πίσω) είναι από τα σχετικά καλά του. Όχι ότι έπεσα κάτω δηλαδή, αλλά πάντως βλέπεται ευχάριστα - και έχει και κάτι να προσθέσει στις περί χρονοταξιδιών μυθολογίες της επιστημονικής φαντασίας. Μία από τις πρωτοτυπίες μάλιστα είναι ότι στο πρώτο τέταρτο (ίσως και λίγο περισσότερο) δεν καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για φιλμ του φανταστικού.
Δοσμένη με ρεαλισμό, αποφεύγοντας τα εφφέ και κινηματογραφώντας τους ηθοποιούς με πολύ συχνά κοντινά πλάνα, δημιουργεί περισσότερο αστυνομική ατμόσφαιρα, όπου εμπλέκονται εθνικιστές - βλέπε φασίστες - τρομοκράτες (ο βομβιστής της Οκλαχόμα πριν κάμποσα χρόνια μας έρχεται αμέσως στο μυαλό), μπάτσοι που τους κυνηγούν και ο απαραίτητος έρωτας. Στα συν και η κινηματογράφηση στη σύγχρονη, μεταπλημμυρική Νέα Ορλεάνη - είναι η πρώτη ταινία γυρισμένη σ' αυτούς τους χώρους που έχω δει, αλλά και ο συνδυασμός μιας απόλυτα Big Brother εφεύρεσης με το ταξίδι στο χρόνο.
Στα μείον, οι αρκετές συμβάσεις της ταινίας με αποκορύφωμα το τέλος, το οποίο δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά, θα σας πω όμως ότι με ξενέρωσε αφάνταστα - και συγχρόνως είναι και πολύ συζητήσιμο σεναριακά όσον αφορά τη λογική των παράλληλων συμπάντων και τα παράδοξα που προκύπτουν απ' αυτό. Επίσης ιδεολογικά με ενόχλησε το ότι πέρασε απόλυτα ξώφαλτσα, χωρίς σχεδόν καθόλου σχολιασμό, το τεράστιο θέμα της αλα Big Brother παρακολούθησης κάθε "ύποπτου" (με τη γνωστή σχετικότητα της λέξης που μπορεί να δώσει μια κρατική υπηρεσία). Εδώ είχαμε να κάνουμε με το απόλυτο μηχάνημα καταγραφής κάθε κίνησης, πράξης, κουβέντας, κυριολεκτικά οποιουδήποτε (και μάλιστα και μέσα από τους τοίχους του σπιτιού του) και όλες οι συζητήσεις αναλώθηκαν στο επιστημονικό μέρος της εφεύρεσης και στην ποινική χρήση του - την παρακολούθηση δηλ. υπόπτων του κοινού ποινικού δικαίου, δίχως κανενός το μυαλό να πάει σε κάτι πιο πονηρό...
Τέλος πάντων, αν τα ξεχάσετε αυτά, η ταινία, όπως είπα, βλέπεται ευχάριστα και κρατά το ενδιαφέρον του θεατή.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 24, 2006

ΜΠΟΡΕΙ Ο BIG BROTHER ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ;



"Οι ζωές των άλλων" (Das Leben der Anderen) του πρωτοεμφανιζόμενου γερμανού με το όνομα - σιδηρόδρομος Florian Henckel von Donnersmarck έχουν από τώρα ήδη εξασφαλίσει τη θέση τους μέσα στις 5 καλύτερες ταινίες της χρονιάς στις προσωπικές μου προτιμήσεις. Βαθειά συγκινητικό χωρίς να είναι μελό, βαθειά πολιτικό χωρίς ρητορείες και κραυγές και πάνω απ΄όλα ανθρώπινο, είναι ένα από τα καλύτερα ντεμπούτα σκηνοθέτη που έχω δει ποτέ.
Στην εφιαλτική Ανατολική Γερμανία της δεκαετίας του 80, που θυμίζει έντονα το οργουελιανό 1984, η πανίσχυρη μυστική αστυνομία Στάζι, από τις αγριότερες του λεγόμενου ανατολικού μπλοκ, ελέγχει πέρα για πέρα κάθε πτυχή των ζωών των ανθρώπων, ιδιωτική ή δημόσια. Ένας πράκτορας αναλαμβάνει να παρακολουθεί έναν πετυχημένο και διάσημο θεατρικό συγγραφέα, ο οποίος θεωρείται ύποπτος για "αντικαθεστωτικές δραστηριότητες". Όταν όμως η ασφυκτική παρακολούθηση αρχίζει, τα πράγματα δεν θα πάνε καθόλου όπως περιμένουμε, καθώς ο στυγνός πράκτορας ανακαλύπτει βαθμιαία ξεχασμένες γωνιές του εαυτού του και ο θύτης επωμίζεατι εκούσια το ρόλο του θύματος.
Η πολιτική καταγγελία ενός απάνθρωπου καθεστώτος, η οποία ούτως ή άλλως υπάρχει, περνά σε δεύτερη μοίρα μπροστά στο ανθρώπινο δράμα που σιγά σιγά ξετυλίγεται, μπροστά στη σταδιακή μεταμόρφωση του πράκτορα, που ανακαλύπτει ότι υπάρχουν και άλλα πράγματα στη ζωή πέρα από το καθήκον. Πιθανόν όσα γράφω να ακούγονται κοινότοπα, σας διαβεβαιώνω όμως ότι η ταινία δεν σ' αφήνει να βαρεθείς ούτε λεπτό καθώς είναι γεμάτη ένταση και σασπένς, ενώ τα τεκταινόμενα είναι πολύ πολυπλοκότερα όσων φαίνονται. Και, βέβαια, είναι και η εκπληκτική ηθοποιία του κεντρικού ρόλου, του πράκτορα, που κυριολεκτικά σ' αφήνει άναυδο, καθώς καστορθώνει να παίζει με κάθε βλέμμα, με κάθε μικρή σύσπαση των χαρακτηριστικών του.
Ανεξάρτητα από το αν σας ενδιαφέρει ή όχι το θέμα, το οποίο ούτως ή άλλως αποτελεί πρόσχημα για βαθύτερες αναλύσεις, μην το χάσετε. Συνίσταται ανεπιφύλακτα.

Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ, Ο ΜΠΛΕΡ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ


Συμβαίνει το εξής: Η Queen του Steven Frears είναι καλή ταινία, οι ηθοποιοί, με επικεφαλής την Έλεν Μίρεν, είναι άψογοι, πλην όμως είναι το είδος ταινιών που δεν μ' ενδιαφέρει. Προσωπικό είναι αυτό και μόνο. Αν τώρα θέλετε να μάθετε τις σχέσεις βασιλισσας - Νταϊάνας, τι έκανε η πρώτη μετά το θάνατό της, ποια ήταν η στάση του νεοεκλεγέντος Μπλερ και άλλα τέτοια, ΟΚ. Είναι η καλύτερή σας.
Ωστόσο για μένα συνέβει αυτό περίπου που έγραψα και για το Flight 929 του Greengras: Βαριέμαι το τόσο ωμό κινηματογραφικό "ρεπορτάζ", όσο καλογυρισμένο κι αν είναι. Είναι σα να γυρίζεις μια πολύ καλη και ρεαλιστικότατη ταινία για τις σχέσεις π.χ. Καραμανλή - Παπανδρέου στη δεκαετία του 80 και να αποκαλύπτεις, ας πούμε, ότι τα είχαν κάνει πλακάκια και η κόντρα τους ήταν για τα μάτια του κόσμου. Θα γίνει σκάνδαλο, θα βουίξουν οι εφημερίδες, αλλά... νομίζω ότι αυτά όλα είναι δουλειά των δημοσιογράφων. Προσωπικά δεν θα κατανοήσω ποτέ γιατί ένας θαυμάσιος σκηνοθέτης όπως ο Frears καταπιάνεται με τέτοια θέματα.
Αρκετά γκρίνιαξα όμως. Αν δεν σας ενοχλούν όλα αυτά - που βεβαίως είναι δικαίωμά σας - το φιλμ είναι εντυπωσιακό από πολλές απόψεις. Κατ' αρχάς η ομοιότητα των ηθοποιών με τα πραγματικά πρόσωπα είναι εκπληκτική. Έπειτα, οι ηθοποιίες είναι εξαίρετες - με πρώτη και καλύτερη, όπως είπαμε, τη Μίρεν, που σε πείθει συνεχώς ότι μπρος σου αντικρύζεις την Ελισσάβετ. Τρίτο, καταδεικνύει καθαρά πόσο αποκομμένη από τον λαό είναι τόσο η βασίλισσα, όσο και το Παλάτι γενικότερα, που παραμένει κολημμένο σε σχεδόν μεσαιωνικούς τύπους και συμπεριφορές. Και, το εντυπωσιακότερο όλων, επικεντρώνει στην προσωπικότητα και συμπεριφορά του "σοσιαλιστή" Μπλερ (κεντρικό πρόσωπο της ιστοριας κατά τη γνώμη μου). Λίγες μόλις εβδομάδες μετά την εκλογή του ο Μπλερ μετατρέπεται σε ένθερμο μοναρχικό, κάνοντας τα πάντα για να σώσει το παλάτι, που κλονίζεται και παραπαίει εξ αιτίας ης αρτηριοσκληρωτικής συμπεριφοράς των ενοίκων του μπρος στον απρόσμενο θάνατο της "πριγκήπισας του λαού" Νταϊάνας, φτάνοντας να αμφισβητηθεί για πρώτη φορά - το παλάτι - από τους μισούς σχεδόν άγγλους (και μάλιστα ο όψιμος αυτός φιλομοναρχισμός εκδηλώνεται σε άντίθεση με τη γνώμη πολλών συνεργατών του στο κόμμα και της ίδιας της συζύγου του). Είναι σαν να θαυμάζει αιφνιδίως (ο Μπλερ) τη βασιλισσα, βλέποντάς την κάπως σαν μητέρα.
Αν σας καίνε όλα αυτά... είπαμε, είναι καλή σαν ταινία.
ΥΓ: Το ποστ αυτό είναι καταραμένο. Το ανεβάζω στο blog κι αυτό εξαφανίζεται. Η κατάρα της βασίλισσας ίσως;

ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΧΙΟΥΜΟΡ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΟΓΟΥ ΣΤΟΥΣ "ΣΥΝΩΜΟΤΕΣ ΤΗΣ ΗΔΟΝΗΣ"


Το 1996 ο Jan Svankmajer κάνει ίσως τη σουρεαλιστικότερη ταινία του, τους "Συνωμότες της Ηδονής". Είναι δύσκολο να μιλήσεις για ένα φιλμ τόσο πλημμυρισμένο από χιούμορ του παράλογου και κάθε λογής παραδοξότητες, ώστε κάθε λογική ερμηνεία να γίνεται μάλλον αδύνατη.
Στην ταινία υπάρχουν 6 συνηθισμένοι, καθημερινοί άνθρωποι, που ζουν στις τόσο προσφιλείς στον σκηνοθέτη παλιές, φθαρμένες πολυκατοικίες της Πράγας: Μια ταχυδρόμος, μια παρουσιάστρια δελτίου ειδήσεων στην TV, ο απίστευτος σύζυγός της, ο ιδιοκτήτης ενός ψιλικατζίδικου, ένας απροσδιορίστου ασχολίας τριαντάρης και η σχετικά ηλικιωμένη - αλλά νταρντάνα - γειτόνισά του. Όλοι αυτοί είναι συνηθισμένοι τύποι, το είπαμε, που ζουν σε συνηθισμένα σπίτια. Πλην όμως, όταν είναι μόνοι, επιδίδονται σε εξωφρενικά απίθανες ασχολίες, μονομανίες θα ήταν η σωστότερη έκφραση, με απίστευτη ένταση και πάθος, δημιουργώντας προσωπικά φετίχ. Δραστηριότητες παράλογες, που αδυνατούμε να μαντέψουμε τη χρησιμότητά τους - και οι οποίες συγχρόνως μας προκαλούν γέλιο εξ αιτίας ακριβώς της απιθανότητάς τους: Η μία φτιάχνει ασταμάτητα μπαλάκια από ψύχα ψωμιού, ο άλλος κατασκευάζει... μηχανές αυνανισμού, άλλος φτιάχνει μια τεράστια κότα από ποικίλα υλικά... Στο τέλος, σε μια γκροτέσκα και ξεκαρδιστική ταυτόχρονα σειρά σκηνών, ο καθένας τους θέτει σε λειτουργία τους κόπους των μόχθων του, χρησιμοποιώντας τους με απίθανους τρόπους. Παράλογο, στοιχεία βουντού και σκοτεινές και κωμικοτραγικές καταστάσεις μπλέκονται αξεδιάλυτα δημιουργώντας ένα από τα πιο παράδοξα φιλμς που έγιναν ποτέ.
Ταινία που κινείται στα όρια του πειραματικού, με λίγα animation και, κυρίως, αληθινούς ηθοποιούς, μόνο με ήχους, μουσική και χωρίς λόγο, είναι μια πιστότατη στο σουρεαλιστικό πνεύμα δημιουργία, που μιλά έμμεσα για την υποκειμενικότητα της ηδονής (και είναι αφιερωμένη από τον δημιουργό της στον μαρκήσιο Ντε Σαντ). Ας την αποφύγουν όσοι ψάχνουν για σαφείς ερμηνείες, λογική και συγκροτημένη δομή. Για τους λίγους υπόλοιπους, πρόκειται για αληθινό πανηγύρι.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 20, 2006

ΟΥΡΑΝΙΑ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΚΑΤΑ ΣΥΡΡΟΗΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ


Η Uranya, δεύτερη ταινία του Κώστα Καπάκα, είναι μάρκα τηλεόρασης των 60ς-70ς, αλλά και μια λαχταριστή πόρνη στο χωριό όπου διαδραματίζεται η ιστορία. Ανάμεσα στον πόθο τους για αμφότερα πρέπει να διαλέξουν τα πιτσιρίκια της ταινίας: Προσελήνωση από την TV ή ηδονή live;
Ο Καπάκας προσπαθεί απεγνωσμένα να επαναλάβει τη συνταγή και την επιτυχία του Pepermint, πλην όμως το κάνει τόσο βεβιασμένα και "επί τούτου", που μάλλον καρικατούρα όσων θα ήθελε προκύπτει. Λίγος Φελίνι, λίγο "Σινεμά ο Παράδεισος", λίγο "Δέντρο που πληγώναμε"... πολύ κάτω βεβαίως απ' όλα αυτά, κακοχωνεμένα και πρόχειρα αναμεμειγμένα. Επί πλέον, τα παιδάκια παίζουν άτεχνα (και μάλιστα το καθένα μ' έναν δικό του, προσωπικό, άτεχνο τρόπο), το σενάριο είναι προσχηματικό, η αναπαράσταση της εποχής της χούντας στην επαρχία μπάζει από αρκετές πλευρές... και έχω και κάποιες μικρές ιδεολογικές αντιρρήσεις (που πιο πολύ αφορούν το τραγούδι των τίτλων παρά την ίδια την ταινία). ΟΚ, υπάρχουν και μερικές αστείες και διασκεδαστικές σκηνές, δεν νομίζω όμως ότι αρκούν για να ανεβάσουν το σύνολο. Όσο για την Cucinotta, ο ρόλος της είναι καθαρά διακοσμητικός - άντε, να βάλουμε και μια demi σταρ - και παίζει και κακά (και μεταγλωττισμένη). Μου άρεσε πάντως η μουσική του Καλατζόπουλου.
Η αναπαράσταση της εποχής που λέγαμε, φτάνει σε αρνητική κορύφωση στη σκηνή όπου κοτζάμ αντιπρόεδρος των ΗΠΑ επισκέπτεται το χωριό (όντως ο ελληνικής καταγωγής αντιπρόεδρος Άγκνιου, αναμεμειγμένος στο σκάνδαλο Watergate και άρον-άρον παραιτηθείς παρέα με τον Νίξον, είχε περιοδεύσει στην ελληνική επαρχία). Εδώ όμως τον βλέπουμε να φτάνει σχεδόν μόνος, με μια λιμουζίνα, συνοδευόμενος μόνο από έναν έλληνα αξιωματούχο και δύο γελοίους μπάτσους με μηχανές (!!!), λες και είναι ένας απλός αμερικάνος τουρίστας. Όσο για τις ιδεολογικές αντιρρήσεις (κυρίως στους στίχους του τραγουδιού της Νικολακοπούλου, που τραγουδά η Πρωτοψάλτη) όλο αυτό το νοσταλγικό κλίμα - αναπόληση της "ευτυχισμένης" παρά τα προβληματάκια παιδικής ηλικίας, αποδυναμώνει το θέμα της καταπιεστικής χούντας και - χωρίς φυσικά τίποτα τέτοιο να δηλώνεται ρητά - αποπνέει κάτι του στυλ "αχ τι καλά που ήταν όλα τότε, μακάρι να είμαστε πάλι εκεί - ε, ας μην ήταν κι αυτή παλιοχούντα..."
Δε νομίζω ότι φτάνει η θέληση, το χιούμορ και η νοσταλγία. Χρειάζεται και κάτι άλλο ώστε να "δέσει το φαγητό".

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 18, 2006

ΜΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΠΩΣ CRAZY


Το C.R.A.Z.Y. του καναδού Jean-Marc Vallee θα μπορούσε να είναι ένα ζοφερό δράμα στους κόλπους μιας σχετικά συνηθισμένης πολυμελούς οικογένειας, στην οποία συνυπάρχουν ναρκομανείς, gay, θρησκόληπτοι και macho. Πλην όμως, υπάρχει το διάχυτο χιούμορ, που την μετατρέπει σε άκρως ευχάριστη και, ενίοτε, διασκεδαστική, παρ' όλα τα δράματα που συμβαίνουν και την υποβόσκουσα συγκίνηση. Επίκεντρο ο τρίτος από τους 5 γιους της γαλλόφωνης οικογένειας, που, παρά τις ομοφυλοφιλικές του κλίσεις, αγωνίζεται με νύχια και με δόντια να πείσει τον περίγυρό του, οικογενειακό και μη, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό, ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Βλέπετε, η αποκλίνουσα σεξουαλική συμπεριφορά παραμένει ταμπού μεγαλύτερο από άλλες καταστάσεις, που, αν εξεταστούν αντικειμενικά, είναι πολύ σοβαρότερες.
Γύρω από τον άξονα αυτόν, οι δεκαετίες του 60, του 70 και του 80, με τις μουσικές, τις μόδες και τα στιλ τους, αποτελούν έναν ιδιαίτερα ενδιαφέροντα φόντο, που δίνει και μια νοσταλγική (καθόλου γλυκερή όμως) πινελιά. Οι μουσικές κυρίως είναι εξαιρετικά επιλεγμένες, αποτελώντας ένα αγαπημένο σάουντρακ που θα θυμίσει πολλά σε πολλούς.
Κριτική - με ευχάριστο πάντα τρόπο - απέναντι στην οικογένεια, τα κοινωνικά ταμπού, τη θρησκεία (όλα τα λεφτά η ατάκα που μάτσο πατέρα που, ενώ είναι αρκετά συντηρητικός, αρχίζει να αμφιβάλλει απέναντι σε μια θρησκεία "της οποίας ο ιδρυτής φορούσε φουστάνια") και μελέτη των σχέσεων πατέρα - γιου, κάνουν το C.R.A.Z.Y. μια από τις πιο ευχάριστες φετινές εκπλήξεις, επιβεβαιώνοντας ότι, τελικά, το Κεμπέκ παράγει συχνότατα πολύ καλούς κινηματογραφικούς καρπούς.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 17, 2006

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΛΧΗΜΙΣΤΙΚΟΣ ΦΑΟΥΣΤ


O Faust (1994) είναι η ταινία του Jan Svankmajer που μάλλον μου άρεσε λιγότερο. Όχι ότι με απογοήτευσε, αλλά με κούρασε κάπως με κάποιες επαναλήψεις που περιέχει. Ο σουρεαλιστής Svankmajer δείχνει εδώ τον πιο "αλχημιστικό" του εαυτό, μεταφέροντας την ιστορία του Faust - πού αλλού;- στη σύγχρονη Πράγα. Ο μοντέρνος Faust κάνει τη συμφωνία του με τον διάβολο και πραγματοποιεί τις μαγικές του τελετουργίες μέσα σε φθαρμένα υπόγεια εγκαταλειμένων σπιτιών και παρακμασμένες πολυκατοικίες. Η εντροπία και η φθορά είναι για μια ακόμα φορά παρούσες, καθώς και μια έντονη αλχημιστική αίσθηση - και αισθητική. Ο Φάουστ δημιουργεί, μεταξύ άλλων, ένα ον από πηλό, στο οποίο εμφυσά ζωή, σε μια πιστή, σύντομη απεικόνιση του μύθου του Γκόλεμ, μεταφέρεται, όπως συμβαίνει στα όνειρα, από χώρο σε χώρο δίχως λογικό ειρμό (από ένα ερειπωμένο υπόγειο βρίσκεται σ' ένα παλιό κουκλοθέατρο κι από κει, δίχως προειδοποίηση, απλώς ανοίγοντας πόρτες, στη σκηνή ενός θεάτρου κλπ.) και γενικά δίνει την ευκαιρία στο δημιουργό για μια σειρά από αξέχαστες, σουρεαλιστικές εικόνες με την προσωπική σφραγίδα της αισθητικής του.
Αυτό που κάπως με κούρασε, όπως είπα στην αρχή, είναι οι συχνές μεταφορές της δράσης σε κουκλοθέατρο με γιγάντιες μαριονέτες, όπου ο μύθος κατά κάποιο τρόπο επαναλαμβάνεται, παιγμένος από κούκλες. Το χιούμορ - άλλο σήμα κατατεθέν του Svankmajer - δεν λείπει ούτε από αυτή του την ταινία, όπου για μια ακόμα φορά παρακολουθούμε έκπληκτοι έναν συνδυασμό από ηθοποιούς, μαριονέτες, πηλό και κάθε λογής κινούμενα αντικείμενα.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 15, 2006

"ΕΚΕΙΝΟΙ" ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΣΑΣ ΤΡΟΜΑΞΟΥΝ


Το γαλλικό Ils ((Εκείνοι) των David Moreau και Xavier Palud είναι μια καθαρόαιμη, απόλυτα low budget ταινία τρόμου. Ένα ζευγάρι Γάλλων που ζει σ' ένα μεγάλο, απομονωμένο σπίτι κάπου στη Ρουμανία, δέχεται κατά τη διάρκεια μιας νύχτας τη λυσσασμένη επίθεση κάποιων που τα πρόσωπά τους δεν φαίνονται... μέχρι τις τελευταίες σκηνές. Δεν υπάρχουν εφφέ, δεν υπάρχουν εντυπωσιακές κορυφώσεις, υπάρχει μονάχα ένα αδιάκοπο σασπένς από την αρχή μέχρι το τέλος, που, με την τελική αποκάλυψη (που φυσικά δεν θα σας αποκαλύψω) γίνεται ακόμα πιο ανατριχιαστικό στην ωμότητά του.
Δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για αριστούργημα, είναι όμως μια αξιοπρεπέστατη ταινία ενός είδους με πιστούς θαυμαστές (οι υπόλοιποι ας μην κάνουν καν τον κόπο). Και μάλιστα του υποείδους αυτού που πετυχαίνει να τρομάξει τους θεατές με πολύ λίγα μέσα, δηλαδή ουσιαστικά με την ατμόσφαιρα, την υποβλητική σκηνοθεσία και μια "ντοκιμαντερίστικη" εικόνα, που κάνει το πράγμα πιο τρομαχτικό, καθώς δίνει την ψευδαίσθηση ρεαλισμού. Πολύ περισσότερο που, σύμφωνα με τα λεγόμενα στην αρχή και στο τέλος, πρόκειται για αληθινή ιστορία...

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 11, 2006

OTESANEK Ή ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΠΟΥ ΠΑΓΩΝΟΥΝ ΤΟ ΑΙΜΑ


Το 2000 ο Jan Svankmajer γυρίζει το Otesanek (Ο μικρός Οtik), όπου σπρώχνει το γκροτέσκο, που πάντοτε τον χαρακτηρίζει, στα απώτατα όριά του. Ο Μικρός Otik είναι κωμωδία, είναι παραμύθι... και συγχρόνως είναι ένας αληθινός εφιάλτης. Βασίζεται σε ένα λαϊκό παραμύθι, όπου ένα άτεκνο ζευγάρι φέρνει σπίτι ένα κομμάτι ξύλου με κλαδιά, που μοιάζει κάπως με ανθρώπινη φιγούρα. Το "υιοθετούν" ως το παιδί που δεν έχουν, κι αυτό κάποια στιγμή ζωντανεύει και... ας μη σας πω τι κάνει αφού ζωντανέψει.
Ο σατανικός Svankmajer μεταφέρει την ιστορία στη σύγχρονη Πράγα, σε μια καταθλιπτική, παλιά πολυκατοικία. Το ζευγάρι επισκέπτεται γυναικολόγους, κάνει ό,τι μπορεί, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Όταν το κούτσουρο μπαίνει στη ζωή τους, η γυναίκα είναι έτοιμη να το δεχτεί σαν αληθινό της παιδί και... ο εφιάλτης αρχίζει. Με μια διαφορά: Ότι θα γελάσετε πολύ, πάρα πολύ, μ' αυτόν τον εφιάλτη. Το πρώτο μέρος του φιλμ είναι αληθινά τρομαχτικό, καθώς παρακολουθούμε τη σύζυγο να βυθίζεται όλο και περισσότερο στην παράνοια, αντιμετωπίζοντας το ξύλο σαν αληθινό βρέφος. Είναι στιγμές που στο μυαλό μας έρχονται ταινίες όπως η "Αποστροφή" του Πολάνσκι. Στη συνέχεια όμως, το φανταστικό (χέρι - χέρι με το κατάμαυρο χιούμορ) εισβάλλει ανεπιστρεπτί.
Την παράσταση κλέβει η απίθανη οικογένεια των γειτόνων, και κυρίως το μικρό κοριτσάκι τους, η πρωταγωνίστρια ουσιαστικά της ταινίας και η μόνη που αντιλαμβάνεται όλη την αλήθεια, όταν οι μεγάλοι γύρω της έχουν μεσάνυχτα. Το κοριτσάκι αυτό είναι και αστείρευτη πηγή γέλιου με τα μικρομέγαλα καμώματά του, όπως και ο πατέρας του, εμβληματική φιγούρα που ο σκηνοθέτης έχει χρησιμοποιήσει κι άλλες φορές.
Αντίθετα με την "Αλίκη" ο S. εδω χρησιμοποιεί κανονικούς ηθοποιούς και περιβάλλοντα (με την απαραίτητη δόση κλειστοφοβίας και φθοράς βεβαίως), ενώ με animation δίνει μόνο το πλάσμα και το λαϊκό παραμύθι πάνω στο οποίο βασίζεται όλη η ιστορία. Ίσως η πιο στρωτή αφηγηματικά ταινία του σκηνοθέτη, αποτελεί must για τους φίλους του σουρεαλισμού και του κινηματογραφικού παράδοξου.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 10, 2006

Η "ΑΛΙΚΗ" ΣΑΝ ΕΦΙΑΛΤΗΣ


Πριν δείτε οποιαδήποτε ταινία του, καλό είναι να ξέρετε λίγα πράγματα για τον Τσέχο Jan Svankmajer. Γεννημένος το 1934, θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους animators του σινεμά. Χρησιμοποιεί ποικίλες τεχνικές (οτιδήποτε εκτός από κλασσικό κινούμενο σχέδιο): Κούκλες, πλαστελίνες, κίνηση αντικειμένων, μαριονέτες και πλήθος άλλες που επινοεί η αστείρευτη φαντασία του. Σουρεαλιστής μέχρι το κόκαλο (βασικό μέλος άλλωστε της σουρεαλιστικής ομάδας της Πράγας, που είναι ακόμα ενεργή), ασεβής, με κατάμαυρο χιούμορ, δημιουργεί απίστευτες εικόνες, που κινούνται ανάμεσα στην ποίηση και το... σπλάτερ, την ομορφιά και την απέχθεια. Το παράλογο, το γκροτέσκο, αλλά και το ιδιόρυθμο μαύρο χιούμορ που λέγαμε, κυριαρχούν στις ταινίες του, πολλές μικρού μήκους κυρίως (οι περισσότερες εξαιρετικές), αλλά και 5 μεγάλες.
Η "Αλίκη" (Neco z Alenky) του 1988 είναι ίσως η γνωστότερή του. Πρόκειται για το περίφημο παραμύθι του Λούις Κάρολ "Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων" σε μια απόλυτα Svankmajerική, ιδιόρυθμη εκδοχή. Χρησιμοποιώντας μία και μόνη "κανονική" ηθοποιό, τη μικρή Αλίκη, στήνει γύρω της έναν απίστευτο χορό από κάθε λογής κινούμενα αντικείμενα - καθημερινά ή φτιαχτά, υπαρκτά ή επινοημένα. Μόνο που ο φοβερός τσέχος "διαβάζει" το όνειρο της Αλίκης ως καθαρό εφιάλτη, μετατρέποντάς το έτσι στην πιο σκοτεινή ίσως "παιδική" (εντός πολλών εισαγωγικών) ταινία που έγινε ποτέ. Κλειστοφοβική, με ιδιαίτερη τάση - όπως σε όλα τα έργα του δημιουργού - προς τη φθορά και την εντροπία των πραγμάτων, δημιουργεί ένα απόλυτα γκροτέσκο, αλλόκοτο και εφιαλτικό αποτέλεσμα: Ο λαγός είναι ένας βαλσαμωμένος λαγός που ζωντανεύει, με ροκανίδια να χύνονται σαν αίμα από τα σωθικά του, τα τραπουλόχαρτα αποκεφαλίζονται στ' αλήθεια, τα κάθε λογής ζώα και πλάσματα του παραμυθιού αποτελούνται από αλλόκοτους, σαν μεταλλαγμένους, σκελετούς ζώων που θυμίζουν Bosch και δεν είναι ιδιαίτερα φιλικά προς την Αλίκη, κάλτσες ζωντανεύουν και γίνονται σκουλήκια, νύξεις για το ξύπνημα της σεξουαλικότητας υπάρχουν παντού, ανάκατες με σύμβολα - κλειδιά της ψυχανάλυσης... Και, μόνη ανθρώπινη φιγούρα ανάμεσα σ' όλα αυτά τα παράδοξα, η Αλίκη δεν γελά ποτέ σ΄όλο αυτό το βγαλμένο από εφιάλτες παραμύθι.
Δείτε το αν μπορέσετε - ξέροντας εκ των προτέρων ότι η εμπειρία δεν είναι ακριβώς ευχάριστη - θαυμάστε την καλπάζουσα φαντασία του Svankmajer και γνωρίστε τον δημιουργό που επηρέασε καλλιτέχνες όπως Burton ή ο Gilliam, που μου έρχονται πρόχειρα στο νου.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 07, 2006

Ο ΜΑΓΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ JAN SVANKMAJER




Στο Μικρόκοσμο, στη Συγγρού, υπάρχει ένα εξαιρετικό αφιέρωμα στο έργο του μεγάλου Τσέχου Jan Svankmajer. Από τους μεγαλύτερους animators του παγκόσμιου σινεμά, 72 χρονών σήμερα, έχει χρησιμοποιήσει πλήθος τεχνικών (τα πάντα εκτός από κλασσικό κινούμενο σχέδιο): Πλαστελίνες, κούκλες, αντικείμενα που κινούνται με καρέ - καρέ κίνηση κλπ.), καθώς και "κανονικούς" ηθοποιούς. Σουρεαλιστής, με κατάμαυρο χιούμορ και απόλυτα γκροτέσκα ματιά, κινείται με άνεση ανάμεσα στην καθαρή ποίηση και στα όρια του... σπλάτερ, δημιουργώντας έναν προσωπικό, μαγικό κόσμο. Ζωντανός μύθος στον χώρο του, δουλεύει πρωτοποριακά από τη δεκαετία του 60 και θεωρείται κάτι σαν σύγχρονος αλχημιστής.
Στο αφιέρωμα περιλαμβάνονται 5 μεγάλου και πάρα πολλές μικρού μήκους ταινίες του. Ξεκινά από την Πέμπτη 7/12 και τελειώνει την Τρίτη 12/12 (δύο προβολές καθημερικά, 6.30 και 8.30). Μην το χάσετε!
Θα επανέλθω εν καιρώ με εντυπώσεις από συγκεκριμένες ταινίες του που΄θα έχω δει.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 06, 2006

ΕΚΔΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ Ή PECKINPAH ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ


Δεν έχω εντρυφήσει όσο θα έπρεπε στα γουέστερν. Μερικές βασικές ταινίες έχω δει μόνο. Αυτές όμως και μόνο αρκούν να με πείσουν ότι το σχεδόν ξεχασμένο αυτό είδος είναι και αρκετά παρεξηγημένο. Υπάρχουν περισσότερα φιλμ απ' όσα νομίζουμε που ΔΕΝ εξυμνούν τον ηρωισμό των πιονιέρων, την γενναιότητα της Άγριας Δύσης, τη γέννηση της μεγάλης Αμερικής. Αυτές οι σκέψεις δεν αφορούν μόνο τον μεγάλο Sam Reckinpah (αυτός είναι πασίγνωστος "αιρετικός", που καμία σχέση δεν έχει με τις παραπάνω "αμερικάνικες" αρετές). Αφορούν και άλλα γουέστερν.
Ωστόσο ο Peckinpah και ο "Εκδικητής της Ερήμου" (Ride the high country) του 1962, υπήρξε η αφορμή γι' αυτές. Μια ταινία που ξεκινά χαλαρά, σαν ένα ακόμα γουέστερν, πολύ σύντομα όμως καταλαβαίνουμε ότι τίποτα "παραδοσιακό" και συνηθισμένο δεν κομίζει με την εξέλιξή του. Δύο είναι τα σημεία που με άγγιξαν περισσότερο:
α: Οι χαρακτήρες. Πολύ γρήγορα οποιοσδήποτε σαφής διαχωρισμός ανάμεσα σε "καλούς" και "κακούς" εξαφανίζεται, ανατρέπεται. Πριν παγιώσεις την άποψή σου για τους ήρωες, πριν προλάβεις να τους κατατάξεις, ξύνεις με αμηχανία το κεφάλι παρακολουθώντας την εξέλιξή τους, τις αποφάσεις τους, τους "καλούς" και "κακούς" ρόλους που εναλάσσονται στις συμπεριφορές τους. Τι μας λέει εδώ ο Πέκινπα; Αυτό που όλοι λίγο - πολύ γνωρίζουμε, σπάνια όμως βλέπουμε σε ταινίες - και δη αμερικάνικες: Ότι οι διαχωρισμοί σε καλούς και κακούς στην πραγματική ζωή δεν υφίστανται, ότι όλοι μας κάποιες στιγμές μπορεί να αλλάξουμε ρόλους ή να εξελιχθούμε διαφορετικά απ' ό,τι αρχικά φαίνεται (ή νομίζουμε).
β: Ο χώρος. Η Αμερική των πιονιέρων, του άγριου Γουεστ, καθόλου ειδυλιακή και ηρωική δεν είναι. Κάθε άλλο. Παλιοί φίλοι ετοιμάζονται να ληστέψουν ο ένας τον άλλον, πιτσιρικάδες έχουν σαν όνειρο να σκοτώσουν με την πρώτη αφορμή για τον τσαμπουκά και μόνο, κι όσο για τα απομακρυσμένα χωριά που οι κάτοικοί τους ψάχνουν για χρυσό... μακάρι να μην περάσετε ποτέ από κει. Αποτελούνται από βιαστές, δολοφόνους, χαρτοκλέφτες, μέθυσους και άλλα τέτοια ωραία και - εκτός από εκκλησία - τα μόνα κτίρια για το κοινό που διαθέτουν είναι μπαρ - χαρτοπαικτική λέσχη και πορνείο (ίσως και φυλακή). Από κατοίκους σαν κι αυτούς "κατακτήθηκε η δύση".
Πέραν όλων αυτών όμως των θεωρητικών, η ταινία βλέπεται με αμείωτο ενδιαφέρον, μέχρι την επική της κορύφωση, που, 7-8 χρόνια πριν, προαναγγέλει την αντίστοιχη - και πολύ πιο διάσημη - της αξεπέραστης "Άγριας Συμμορίας".

Κυριακή, Δεκεμβρίου 03, 2006

ΜΕΣΑ ΚΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ


Το Science of sleep (Σε είδα στ' όνειρό μου) του Michel Gondry κινείται στο ίδιο κλίμα με το πολύ καλό δικό του "Η αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μυαλού". Η σχέση με την προηγούμενη είναι φυσικά η ενασχόληση με τα όνειρα, το ασυνείδητο και γενικά τις "κρυμμένες" γωνιές του ανθρώπινου νου. Μόνο που εδώ γίνεται εμφανής προσπάθεια όλο αυτό να γίνει μέσα σε ένα απόλυτα feel good κλίμα, οπότε, μπορούμε να πούμε ότι το αποτέλεσμα είναι κάτι μεταξύ "Αιώνιας λιακάδας..." και "Αμελί", δίχως όμως να καταφέρνει να φτάσει κανένα από τα δύο.
Δεν είναι ακριβώς κακή ταινία. Ίσα - ίσα που διασκεδάζεις σε πολλά σημεία και, φεύγοντας, σου έχει μείνει αυτό το συναίσθημα ευφορίας που επιδιώκεται. Μέχρι τότε όμως, έπιασα πολλές φορές τον εαυτό μου να σκέφτεται "Πάλι τα ίδια;" κάθε φορά που ο ευαίσθητος, ρομαντικός και ονειροπόλος ήρωας μπαίνει ξανά και ξανά στον προσωπικό ονειρικό του κόσμο. Ο οποίος (και αυτό ανήκει στις πρωτοτυπίες της ταινίας) καμιά σχέση δεν έχει με ψηφιακές κατασκευές και υπολογιστές. Είναι όλος χειροποίητος, φτιαγμένος θάλεγες από παιδάκια που κάνουν χαρτοκοπτική και κάθε λογής άλλες κατασκευές με πρόχειρα υλικά, για να τονιστεί έτσι η αθωότητα και ο ρομαντισμός που λέγαμε.
Ωστόσο το σενάριο - εδώ λείπει ο Κάουφμαν, βλέπετε - επαναλαμβάνεται, πολυλογεί άνευ λόγου και μπερδεύεται όλο και περισσότερο με τα συνεχή πήγαιν΄- έλα στον ονειρόκοσμο , με αποτέλεσμα τη βαρεμάρα που προανέφερα.
Παρά το ότι λοιπόν το συγκεκριμένο φιλμ δεν μου άρεσε ιδιαίτερα, περιμένω με ενδιαφέρον κάθε καινούρια δουλειά του Gondry, ο οποίος έχει αποδείξει ότι νοιάζεται, αν μη τι άλλο, για την πρωτοτυπία στη δουλειά του.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 01, 2006

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΟΔΟΤΕΣ ΔΥΟ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΩΝ


Μετά από δυο - τρία σκαμπανεβάσματα, ο Martin Scorsese "το έκανε". "Ο Πληροφοριοδότης" (The departed) είναι μια ταινία που μάλλον θα γραφεί στις χρυσές σελίδες του αστυνομικού φιλμ. Γυριμένο με στιβαρότητα, καταφέρνει να μην αφήσει τον θεατή να πάρει ανάσα επί δυόμιση ώρες (και πάνω που είχα αρχίσει να γκρινιάζω για τις αδικαιολόγητα μακρές διάρκειες αρκετών πρόσφατων ταινιών...) Και επιπλέον - ή μάλλον ταυτόχρονα - φτιάχνει έναν ζοφερό κόσμο όπου το Κακό κυριαρχεί και Καλό μάλλον δεν υπάρχει. Τι σημασία έχει αν ο Ντι Κάπριο αγωνίζεται στις τάξεις των "καλών", όταν έχει πέρα για πέρα χάσει τον εαυτό του και η ζωή του είναι κόλαση; Και τι νόημα έχει η τιμιότητα του μπάτσου που θα πει την "τελευταία λέξη" στο τελευταίο λεπτό, όταν στην καθημερινότητά του είναι ένας από τους αντιπαθέστερους χαρακτήρες που έχουμε δει; Και, τελικά, τι νόημα έχει ο όποιος διαχωρισμός καλού και κακού, όταν όλα είναι τόσο βρώμικα, τόσο αξεδιάλυτα μπερδεμένα (όλοι έχουν διπλές ταυτότητες, δουλεύουν κρυφά για άλλους, καρφώνουν αυτούς στους οποίους παρουσιάζονται σαν φίλοι και συνέταιροι κλπ.), ώστε σε τελευταία ανάλυση οι πάντες, μπάτσοι και γκάνγκστερς, ζουν την ίδια ουσιαστικά ζωή, κυλιούνται στον ίδιο βούρκο, άσχετα με το ποιον υπηρετούν στην πραγματικότητα; Μόνος, και πάνω απ' όλους, ο Νίκολσον, η απόλυτη ενσάρκωση του Κακού: Γι΄αυτόν τα πράγματα είναι ξακάθαρα. Είναι κακός επειδή το γουστάρει.
Ενδιαφέρον έχει το φως που ρίχνει ο Scorsese στις επιπτώσεις αυτής της βρώμικης καθημερινότητας στις ιδιωτικές ζωές των ηρώων. Είναι κάτι που εύκολα ξεχνιέται σε πιο σχηματικές ταινίες του είδους. Τελικά, αν όλο αυτό το μπάχαλο είναι η "επαγγελματική" σου ζωή, ε, τα προσωπικά σου δεν μπορεί να είναι και τόσο νορμάλ...
Αρκετά με το μπλα μπλά όμως. Ο "Πληροφοριοδότης" είναι πάνω απ' όλα μια απολαυστική ταινία, που με κράτησε από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, αυτό με την φοβερή κάθαρση, κι αυτό είναι που μετρά πάνω απ' όλα.

Τρίτη, Νοεμβρίου 28, 2006

ΜΙΑ PERFORMANCE ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΩΝ 60ς



Πρόσφατα είδα μια απ' τις θεωρούμενες ως πιο cult ταινίες ever: Την Performance (1970) των Donald Cammell (1934-1996) και Nicolas Roeg. Το cult status της ταινίας οφείλεται βέβαια κατά πολύ στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Μικ Τζάγκερ. Πριν πάμε όμως σ' αυτό, θα ομολογήσω από την αρχή ότι με κούρασε αρκετά και βρήκα τη θέασή της μάλλον δύσκολη - παρά το ότι μ' αρέσει γενικά ο Ρεγκ.
Η ταινία χωρίζεται σε δύο εντελώς διαφορετικά μέρη. Στο πρώτο, ένα άγριο γκαγκστερικό δράμα, παρακολουθούμε τα εξαιρετικά βίαια έργα ενός λονδρέζου γκάνγκστερ, που αγγίζει τα όρια της ψυχοπάθειας. Φόνοι, βασανιστήρια, συμμορίες και ένας αδίστακτος James Fox συνθέτουν μια εφιαλτική εικόνα του λονδρέζικου υποκόσμου. Καμία σχέση με τα 60ς, των οποίων "ντοκουμέντο" θεωρείται το φιλμ. Παράξενο μοντάζ - χαρακτηριστικό του Ρεγκ, θυμηθείτε και το Don't look now - κουραστικό ωστόσο μέσα στην πρωτοπορία του, μπερδεμένη (ηθελημένα) αφήγηση, φοβερές φάτσες. Στο δεύτερο μέρος τα πράγματα αλλάζουν απότομα. Ο γκάγκστερ κρύβεται άθελά του στο διαμέρισμα του Τζάγκερ και από εκεί και πέρα βουτάμε για τα καλά στην παράνοια, αλλά και τη ριζοσπαστικότητα και την πρωτοπορία και την ανέμελη τρέλλα των 60ς. Ναρκωτικά, ελεύθερος έρωτας, κοινοβιακός τρόπος ζωής, εκκεντρικά ντυσίματα, πανταχού παρούσα μουσική, ινδικές επιρροές, περιφρόνηση για το αύριο και το μέλλον - ο απόλυτος θρίαμβος του "εδώ και τώρα" - δικαιώνουν τη φήμη της Performance ως μια από τις πιο πιστές καταγραφές της πολυσήμαντης αυτής εποχής. Ο ήρωας - εντελώς από άλλο ανέκδοτο - βουτά (μαζί με τον θεατή) σχεδόν με το ζόρι σ' αυτά, πλήρης θαυμασμού και αηδίας ταυτόχρονα. Και στο μέσον όλου αυτού του χάους, ένας αμφισεξουαλικός Τζάγκερ, απόλυτη ενσάρκωση των καιρών του.
Αν κάτι μου επιβεβαίωσε η ταινία είναι ότι όλο αυτό το απίστευτο κλίμα αφορούσε ένα μέρος μονάχα της τότε κοινωνίας - νέων κυρίως. Γύρω τους ζούσε και βασίλευε ένας κόσμος φοβερά συντηρητικός, καταπιεστικός και δίχως ανοχές. Θα μου πείτε, μα πάντα συμβαίνει αυτό. Και τώρα υπάρχουν "προχωρημένες" ομάδες (δώστε όποιον ορισμό θέλετε στον όρο αυτό, θετικό ή και αρνητικό) που ζουν σε κάποια περιθώρια, ενώ η κοινωνική δομή είναι πάντα αυτή που είναι. Σύμφωνοι. Η διαφορά όμως είναι ότι την εποχή αυτή το φαινόμενο της "διαφορετικότητας" σε όλα τα επίπεδα είχε γίνει μαζικότερο από ποτέ. Αυτή νομίζω είναι η βασική διαφορά των 60ς σε σχέση με το πριν και το μετά.
Αυτό που είναι πάντως ενδιαφέρον στην Performance είναι η καταγραφή δύο απόλυτα αντίθετων κόσμων, που έρχονται ξαφνικά δίπλα - δίπλα, ώστε να διαγραφούν ακόμα περισσότερο οι τερατώδεις διαφορές τους. Κατά τα άλλα, σας είπα, μάλλον κουράστηκα. Σας προτείνω όμως να το δείτε κυρίως σαν ένα είδος ντοκουμέντου μιας εποχής που, όπως όλα δείχνουν, μάλλον παρήλθε ανεπιστρεπτί.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 24, 2006

Ο ΑΝΕΜΟΣ ΠΟΥ ΣΑΡΩΝΕΙ ΤΗΝ ΙΡΛΑΝΔΙΑ


Ο πόλεμος είναι ίσως η φριχτότερη ανθρώπινη κατάσταση. Ο εμφύλιος πόλεμος όμως είναι κάτι ακόμα χειρότερο. Δεν το πιστεύετε; Δείτε το "Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι" του Ken Loach. Όπου ο άγγλος σκηνοθέτης, με τον γνωστό ρεαλισμό και τη στέρεα γραφή του, μας δίνει ανάγλυφα το δράμα του ιρλανδικού λαού, από τον αγώνα για ανεξαρτησία μέχρι τον εμφύλιο που ακολουθεί.
Η ταινία χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο παρακολουθούμε το αντάρτικο των Ιρλανδών ενάντια στους Άγγλους κατακτητές. Εδώ τα πράγματα είναι καθαρά. Υπάρχουν καλοί και κακοί, είναι σαφές με ποιον είσαι και ποιον μισείς (πολύ περισσότερο μάλιστα όταν οι Άγγλοι παρουσιάζονται σαν κτήνη που καταπιέζουν με κάθε τρόπο τους Ιρλανδούς). Το μέρος αυτό δεν μου άρεσε τόσο, παρά τη δύναμη της γραφής του. Το βρήκα... πώς να το πω... πολύ ηρωικό για τα γούστα μου, ίσως και κάπως απόλυτο. Η άποψη αυτή ανατράπηκε πλήρως στο δεύτερο μισό, όπου ο Loach παρουσιάζει με συγκλονιστικό τρόπο τον άγριο εμφύλιο που ακολούθησε, καθώς οι Ιρλανδοί χωρίζονται σε μετριοπαθείς και επαναστάτες. Εδώ ο σκηνοθέτης δίνει αμερόληπτα και τις δύο απόψεις, αναδεικνύει θαυμάσια το δίκιο της κάθε πλευράς. Μ' αυτόν τον τρόπο είναι σχεδόν αδύνατο να ταυτιστείς με κάποια απ' αυτές (όπως ξεκάθαρα γίνεται στο πρώτο μισό) και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να βυθιστείς στη φρίκη, βιώνοντας απόλυτα τον βαθύτατο πόνο του αλληλοσπαρασόμενου λαού. Αυτή η σχετικά ουδέτερη στάση είναι που επιτείνει τη φρίκη και το αδιέξοδο, αλλά και δηλώνει ότι δεν υπάρχει μόνο άσπρο και μαύρο, καλό και κακό, αλλά τα πράγματα - δυστυχώς ορισμένες φορές - είναι πολύ πιο περίπλοκα.
Όλα αυτά δεν συμβαίνουν με βαρύγδουπες δηλώσεις. Κάθε στόμφος απουσιάζει. Η ταινία είναι ανθρώπινη, καθώς παρακολουθούμε το ιστορικό στοιχείο μέσα από τα μάτια των δύο αδελφών και των γύρω τους. Κι αυτό την κάνει πολύ πιο δυνατή από κάθε ρητορεία, μέχρι το ακόμα δυνατότερο - σαν γροθιά - φινάλε.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 23, 2006

ΕΡΩΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ


Το Desert Hearts είναι μια ταινία του 1985, που γύρισε η Donna Deitch και έχει πολλαπλό ενδιαφέρον. Πρώτα πρώτα είναι μια ταινία που πραγματεύεται έναν λεσβιακό έρωτα. Δεύτερον, τοποθετείται βαθιά στην αμερικάνικη επαρχία (στη Νεβάδα, αν θυμάμαι καλά), κάνοντας έτσι τα πράγματα "δύσκολα". Τρίτον, διαδραματίζεται σε παλιότερη εποχή (50'ς ή 60'ς), οπότε... ακόμα χειρότερα. Σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά; Ναι, πρόκειται για ένα ειδος Brokeback Mountain 20 χρόνια πριν - μόνο που οι ηρωίδες είναι γυναίκες (και φυσικά προηγείται κατά πολύ και του Boys don't cry).
Αντίθετα με το Brokeback Mountain πάντως, εδώ έχουμε μια πιο ρομαντική προσέγγιση - και τη βασική διαφορά ότι η ερωτική ιστορία των δύο γυναικών είναι αρκετά γνωστή στη μικρή κοινωνία, καθώς η μία, η νεότερη, είναι ανοιχτά λεσβία, που έχει καταφέρει να απολαμβάνει μιας κάποιας ανοχής απο τον περίγυρο - μέχρι που μπλέκει με την "σοβαρή" μεγαλύτερή της γυναίκα. Σημαντικό ρόλο στο φιλμ παίζει το μεγαλόπρεπο, ερημικό και ορεινό τοπίο που περιβάλλει το ράντσο όπου διαδραματίζεται η ιστορία, καθώς και η όλη "country" ατμόσφαιρα.
Ερωτικό δράμα στην ουσία, τρυφερό και ρομαντικό, όπως είπαμε, βλέπεται ευχάριστα, διαθέτει δύναμη και συγκίνηση και - όπως έμαθα στις "Νύχτες Πρεμιέρας" όπου το είδα, αφού, ομολογώ, αγνοούσα την ύπαρξή του πριν - αποτελεί ορόσημο του gay κινηματογράφου.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 22, 2006

ΜΑΓΟΙ, ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΛΑΒΡΑΚΙΑ


Το Scoop, η νέα (κιόλας) ταινία του ασταμάτητου Woody Allen είναι χαριτωμένη. Έχει αρκετή πλάκα, έχει φαντάσματα (!), έχει χιτσκοκικό σασπένς και αστυνομικό μυστήριο για το ποιός είναι ο δολοφόνος (σίγουρα το αστυνομικό μέρος είναι επηρεασμένο από το σεναριακό ύφος ταινιών του Χίτσκοκ), έχει δημοσιογράφους στο κυνήγι της μεγάλης επιτυχίας, έχει και Σκάρλετ Γιόχανσον ως σχετικά χαζή αμερικάνα wannabe δημοσιογράφο σε ένα κυριλέ και ψηλομύτικο Λονδίνο. Σίγουρα παρακολουθείται ευχάριστα (εγώ τουλάχιστον το απόλαυσα αρκετά), σε καμιά περίπτωση όμως δεν νομίζω ότι μπορεί να θεωρηθεί από τις πολύ καλές ταινίες του Woody (αφείστε δα και το γεγονός ότι οι εχθροί του ή όσοι τον βαριούνται τέλος πάντων θα βγάλουν σπυράκια βλέποντάς τον να ενσαρκώνει έναν ρόλο "από τα ίδια", τουτέστιν κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του). Αλλά εγώ σας έχω ξαναπεί κάπου ότι συγκαταλέγομαι στους φίλους του, οπότε μπορώ να απολαμβάνω και μια σχετικά μέτρια ταινιούλα του.
Αν, τέλος πάντων, δεν σας κουράζει, δείτε το για τη fell good αίσθηση που αποπνέει και την όλη εύθυμη ατμόσφαιρα. Να μη ξεχνάτε όμως, ότι σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για "Matchpoint".

Δευτέρα, Νοεμβρίου 20, 2006

Ο ΑΗΔΗΣ BORAT ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΡΘΟΤΗΤΑΣ


Η ταινία "Borat: Cultural Learnings of America for Make Benefit Glorious Nation of Kazakhstan" (ναι, όλο αυτό) του Larry Charles είναι κάτι που δεν σου επιτρέπει να εκφέρεις γνώμη έτσι εύκολα. Χοντρό χιούμορ, δυναμίτης στα θεμέλια κάθε έννοιας πολιτικής ορθότητας, φόρμα ψευδοντοκιμαντέρ, αρκετές ξεκαρδιστικές σκηνές κι άλλες τόσες τόσο, μα τόσο, χοντρές, που φτάνουν στα όρια της αηδίας, σάτιρα των αμερικάνων (κυρίως) που σπάει κόκκαλα και, γενικά, ένα συνοθύλευμα από έξυπνα και καθόλου έξυπνα στοιχεία, που στο τέλος με άφησε να ξύνω αμήχανα το κεφάλι δίχως να μπορώ να αποφασίσω αν μου άρεσε ή όχι.
Ο Sacha Baron Cohen, γνωστός και ως Ali G, κωμικός εβραϊκής προφανώς καταγωγής, ντύνεται την περσόνα του εκ Καζακστάν τηλεδημοσιογράφου Borat, που πάει στις ΗΠΑ "για να μάθει στους άξεστους συμπατριώτες του τον προχωρημένο αμερικάνικο τρόπο ζωής"... κι ό,τι ακολουθεί είναι απερίγραπτο. Φυσικά, πέραν της χοντρότητας του χιούμορ, οι βασικές ενστάσεις περιστρέφονται γύρω από τον ρατσισμό της ταινίας, ο οποίος είναι προφανής και δηλωμένος. Το θέμα είναι ότι ο ρατσισμός αυτός μοιράζεται εξ ίσου (ή μάλλον πέφτει εξ ίσου πάνω σε) αμερικανούς, καζαχστανιανούς (ή όπως τέλος πάντων λέγονται), εβραίους, ουζμπέκους, γυναίκες (!) και ίσως και να ξέχασα μερικούς. Ίσως τώρα να μη μπορεί να θεωρηθεί ρατσισμός η στάση προς τους αμερικάνους, αφού ο Borat επιλέγει πολύ συγκεκριμένα ηλίθια-έως-και-φασιστικά target group (φανατικούς ευαγγελιστές, δάσκαλους του σαβουάρ βιβρ, μισογύνηδες μπεκρήδες νεαρούς, νότιους που συχνάζουν στα ροντέο και τραγουδούν τον εθνικό ύμνο και άλλα τετοια ωραία) - αν και η υστερία προς την τρομοκρατία μοιάζει να είναι πανταχού παρούσα. Ίσως και να μην μπορεί να θεωρηθεί ρατσιστική ούτε και η στάση του προς τους εβραίους, αφού ο αντισημιτισμός παρουσιάζεται ως ιδεολογία ενός εξ ορισμού μαλάκα και ρατσιστή, όπως είναι η προσωπικότητα του Borat. Αλλά το καημένο, άσχετο Καζαχστάν τι έφταιγε (το οποίο, άνευ κανενός λόγου - ή μάλλον για λόγους πλάκας - γίνεται ρεντίκωλο με κάθε πιθανό τρόπο από την αρχή ως το τέλος);
Δεν ξέρω επίσης αν οι σκηνές με τους δεκάδες αμερικάνους τους οποίους ξεμπροστιάζει είναι όντως αυθεντικές ή στημένες. Αν ισχύει το πρώτο, κερδίζει πόντους λόγω τόλμης και κατάδειξης της απύθμενης ηλιθιότητας και ρατσισμού μεγάλου μέρους της αμερικάνικης κοινωνίας.
Σίγουρα θα γελάσετε σε κάποια σημεία, πιθανότατα θα ενοχληθείτε σε άλλα. Αν το δείτε πάντως, δείτε το από περιέργεια ως προς το πού μπορεί να φτάσει ο Borat και, εν πάσει περιπτώσει, ως ένα φιλμικό αξιοπερίεργο.

Κυριακή, Νοεμβρίου 19, 2006

BABEL Ή Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ ΣΤΙΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ


Η Babel του μεξικάνου Alejandro Gonzalez Inarritu είναι μία από τις συγκλονιστικότερες φετινές ταινίες. Τρεις φαινομενικά άσχετες ιστορίες σε τρία απομακρυσμένα μέρη του κόσμου, το Μεξικό, την Ιαπωνία και το Μαρόκο, "δένουν" με απροσδόκητο τρόπο καθώς, σιγά - σιγά, αποκαλύπτεται η τυχαία μερικές φορές σχέση τους. Ίσως είναι η πιο έξυπνη "εικονογράφηση" της θεωρίας του χάους που έχω δει στο σινεμά, αυτής δηλαδή που δηλώνει ότι "το πέταγμα μιας πεταλούδας στο Πεκίνο μπορεί να προκαλέσει μια καταιγίδα στη Νέα Υόρκη" ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων - μόνο που εδώ αυτή η θεωρία εφαρμόζεται σε αθρώπους και στις σχέσεις τους. Μια αόρατη αρχικά γραμμή συνδέει την ιστορία του πυροβολισμού μιας αμερικανίδας τουρίστριας στο Μαρόκο (που δημιουργεί διπλωματικό επεισόδιο) με αυτή μιας κωφάλαλης έφηβης γιαπωνέζας, που βιώνει την ερωτική απόρριψη των αγοριών, που τη θεωρούν "τέρας", ενώ η πρώτη συδέεται άμεσα μ' αυτήν μιας φτωχής μεξικάνας γκουβερνάντας που παίρνει για μια μέρα τα πλούσια αδελφάκια που προσέχει στο Μεξικό, για το γάμο του γιού της, με απρόβλεπτες συνέπειες.
Το καταπληκτικό στην ταινία είναι - πέραν της δεδομένης ευαισθησίας του Inarritu - το κλιμακούμενο σασπένς, το γεωμετρικά αυξανόμενο αδιέξοδο στις παράλληλες ιστορίες, αδιέξοδο στο οποίο εγκλωβίζονται όλοι οι τόσο διαφορετικοί ήρωες. Ο θεατής καθηλώνεται, το στομάχι σφίγγεται, το αυξανόμενο άγχος των πρωταγωνιστών μεταδίδεται απόλυτα και σε μας. Αν επρόκειτο για θρίλερ ή ταινία τρόμου, θα έλεγα ότι πέτυχε άριστα το στόχο της. Η "Βαβέλ" όμως καταφέρνει να πετύχει τα ίδια ακριβώς αποτελέσματα σε μια απόλυτα ρεαλιστική ταινία. Και ταυτόχρονα, να κοιτάξει από κάθε δυνατή οπτική γωνία τους χαρακτήρες, δικαιώνοντας τον καθένα τους, αφού κανείς ουσιαστικά δεν φταίει για τις πολλαπλές επαπειλούμενες τραγωδίες.
Περιμένουμε πολλά από τον Inarritu, που κατάφερε να κάνει και τρίτη καλή ταινία, ενώ, αν συνυπολογίσουμε τον Cuaron με τα "Παιδιά των ανθρώπων" και τα πολύ καλά λόγια που ακούμε για τον καινούριο Del Toro, ίσως να πρέπει να μιλάμε για μεξικάνικη άνθηση.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 15, 2006

ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ


Το Paris, je t'aime είναι ένα φιλμ όπου γύρω στους 20 σκηνοθέτες, αρκετοί απ' αυτούς πολύ γνωστοί, κάνουν από ένα πεντάλεπτο φιλμάκι με θέμα το Παρίσι. Ανάμεσά τους ονόματα όπως αυτά του Tom Tykwer, των αδελφών Coen, του Alexander Payne, του Walter Salles, του Gus van Sant, του Wes Craven, του Alfonso Cuaron, του Olivier Assayas και άλλων. Είναι φυσικό από μία τέτοια συγκέντρωση ανόμοιων δημιουργών, να προκύπτουν άνισα αποτελέσματα, με πολύ καλές αλλά και αδιάφορες στιγμές. Τα θετικά όμως είναι δύο: Α. Τα φιλμάκια είναι μόλις πεντάλεπτα, με αποτέλεσμα ακόμα και τα πιο αδιάφορα να τελείώνουν πολύ γρήγορα και να περνάς αμέσως στο επόμενο, πριν προλάβεις να βαρεθείς. Β. Το κοινό θέμα, το Παρίσι δηλαδή, κάνουν το συνολικό φιλμ αρκετά ομοιογενές, παρά την ετερόκλητη ματιά των δημιουργών.
Υπάρχουν φυσικά και οι καλές στιγμές που λέγαμε (του Salles, του Payne, το αστείο των Coen και αρκετές άλλες), είναι και η πλειάδα πασίγνωστων ηθοποιών, ευρωπαίων και αμερικάνων, που παρελαύνει (μια ματιά στα ζενερίκ θα σας πείσει), οπότε το όλο project αφήνει τον θεατή σε καλή διάθεση, παρά την ύπαρξη ορισμένων σπαρακτικών (πλην όμως καλών) σκετς. Αν μάλιστα αγαπάτε το Παρίσι, περιπλανιέστε και στις διάφορες γωνιές του, αφού ο κάθε δημιουργός επιλέγει μια συγκεκριμένη περιοχή για να στήσει τη μικρή του ιστορία. Αρκετά συμπαθητική λοιπόν προσπάθεια συνολικά, πολύ λίγο τουριστική, που αξίζει την προσοχή μας. Έχετε υπ' όψη βέβαια ότι η αγάπη των περισσότερων από τους σκηνοθέτες για το Παρίσι είναι δεδομένη, οπότε αν εσείς μισείτε το Παρίσι, αλλάξτε πόλη ή κινηματογράφο.
ΥΓ: Α, ναι. Υπάρχει και σκετσάκι με βρυκόλακες!

Δευτέρα, Νοεμβρίου 13, 2006

SHORTBUS: ΑΚΡΟΒΑΤΩΝΤΑΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΡΝΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ


Το Shortbus του John Cameron Mitchell έχει αποκτήσει την φήμη ενός πορνογραφικού φιλμ. Κι αυτό έχει κάποια βάση, αφού περιέχει σκηνές σκληρού σεξ (με τα σχετικά γκρο πλαν, τις κανονικότατες εκσπερματώσεις, τους ποικίλους συνδυασμούς κλπ.) Πλην όμως σε καμία περίπτωση δεν αρκείται σ' αυτό. Διότι πέραν αυτών των "τολμηρών" σκηνών, ξεχειλίζει από ευαισθησία και χιούμορ. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που συνωστίζονται στο περίφημο Shortbus, ένα κλαμπ που συνδυάζει προχωρημένα σόου, καλή μουσική και... παρτούζες, κατά βάθος αναζητούν απεγνωσμένα κάτι που θα τους ολοκληρώσει. Αγάπη, επιβεβαίωση αγάπης, αληθινά συναισθήματα, οργασμούς (στην περίπτωση της ψυχολόγου που δεν μπορεί να φτάσει σε οργασμό) και πολλούς συνδυασμούς όλων των παραπάνω κι άλλων ακόμα, όπως πολλοί είναι και οι συνδυασμοί κορμιών, στάσεων και αριθμού συμμετεχόντων που συμβαίνουν εκεί - με προτίμηση στο gay σεξ, αν και όχι μόνο. Προβληματικοί λοιπόν κατά βάθος οι περισσότεροι από τους θαμώνες, αναζητούν να ολοκληρωθούν - και ενίοτε να ολοκληρώσουν - μέσα από το σεξ, αν και πίσω απ΄αυτή κρύβονται και πολλές άλλες αναζητήσεις.
Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, όλα αυτά δίνονται με χιούμορ (πάρχουν μάλιστα και πολύ αστείες σκηνές), το οποίο όμως εναλάσσεται με τη συγκίνηση και την τρυφερότητα. Όντως το κωμικό και το σπαρακτικό στοιχείο καταφέρνουν να βρίσκονται σε ισορροπία. Απολαυστικά τα μουσικά και χορευτικά μέρη που διανθίζουν το φιλμ - η μουσική άλλωστε είναι σημαντικότατο στοιχείο του, όπως και στο Hedwig and the Angry Inch, την πρώτη ταινία του C. Mitchell.
Δείτε το μόνο αν δεν ενοχλείστε από τις σκηνές σκληρού πορνό που περιέχει (gay και μη). Αλλιώς, μάλλον δεν είναι η ταινία σας (είδα κύριο 35 με 40 να φεύγει έξαλλος στο διάλειμμα, ενώ η κοπέλα του πάσχιζε μισογελώντας να τον πείσει να μείνει λέγοντας: "Μα πώς κάνεις έτσι; Δεν έχεις δει ταινίες με τη Divine"; Τελικά ο κύριος έφυγε στα μισά και κείνη τον ακολούθησε με βαρειά καρδιά).
ΥΓ: Προσέξτε τα ζενερίκ στο τέλος. Πάμπολλα ονόματα της μουσικής κυρίως, αλλά και άλλων χώρων, εμφανίζονται στο φιλμ. Προσωπικά ελάχιστα κατάφερα να εντοπίσω. Ίσως να είναι ένας λόγος για να το δει κανείς σε DVD ψάχνοντας, ας πούμε, τον Moby και πολλούς άλλους.

Κυριακή, Νοεμβρίου 12, 2006

ΠΕΡΙ ΗΡΩΩΝ ΚΑΙ ΣΗΜΑΙΑΣ


Είναι από τις λίγες φορές που με απογοητεύει μια από τις ταινίες που σκηνοθετεί ο Clint Eastwood. "Οι σημαίες των προγόνων μας" ταλαντεύονται αναποφάσιστα ανάμεσα στον πατριωτισμό και την απομυθποποίηση των ηρώων, στον ηρωισμό και την αντιπολεμική ματιά. Με αφορμή την περίφημη φωτογραφία που δείχνει αμερικανούς στρατιώτες να καρφώνουν τη σημαία τους σε ένα ύψωμα που κατέλαβαν, αφηγείται την αληθινή ιστορία της φριχτής μάχης της Ιβοζίμα, μιας από πιο αιματηρές του Β' παγκόσμιου, αλλά και αυτήν των τριών από τους στρατιώτες της φωτογραφίας που επιβίωσαν μετά την επιστροφή τους στην πατρίδα.
Η ταινία έχει σίγουρα κάποια καλά στοιχεία. Η αντιπολεμική ματιά είναι σαφέστατη στις (ατέλειωτες) σκηνές μάχης, που δίνονται με τρόπο που ορισμένες φορές αγγίζει τα όρια του σπλάτερ (αν και, θα μπορούσε να αντικρούσει κανείς, έχουμε δει χιλιάδες τέτοιες πολεμικές - αντιπολεμικές σκηνές τα τελευταία 30τόσα χρόνια). Υπάρχει επίσης ο προβληματισμός περί του τι σημαίνει (αν σημαίνει κάτι τελικά) η έννοια του ηρωισμού, καταλήγοντας, σωστά νομίζω, ότι οποιοσδήποτε κάτω από κατάλληλες συνθήκες μπορεί να γίνει ήρωας (ή κατά λάθος ήρωας) κι ας είναι ο κοινότερος των ανθρώπων. Το πιο ενδιαφέρον όμως κομμάτι είναι η κατάδειξη της αδίστακτης εκμετάλλευσης από το κράτος και τους κάθε λογής πολιτικούς και επιχειρηματίες των "ηρώων" (με ή χωρίς εισαγωγικά, αποφασείστε) όταν επιστρέφουν στις ΗΠΑ και η χρησιμοποίησή τους σαν ατραξιόν σε ένα είδος περιοδεύοντος τσίρκου με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων, ενώ ο ένας απ' αυτούς, που τυχαίνει να είναι ινδιάνος, υφίσταται από πάνω και όλον το ρατσισμό της χώρας του.
Καλά όλα αυτά. Το πρόβλημα όμως είναι ότι η ταινία δεν "τσουλάει". Πολύ γρήγορα γίνεται βαρετή και επαναλαμβανόμενη, με αδικαιολόγητα μακρά διάρκεια. Ξανά τα φλας μπακ των μαχών, ξανά πίσω στο "τσίρκο", και πάλι στη μάχη... επί 132' ατέλειωτα λεπτά. Ο συνήθως στιβαρός Eastwood εδώ μοιάζει να πλατειάζει αδικαιολόγητα, λέγοντας και ξαναλέγοντας τα ίδια. Κουράστηκα. Αφείστε που, τελικά, παρά το αντιπολεμικό που λέγαμε, η στρατιωτική ανδρεία μοιάζει εξακολουθεί να αποτελεί ύψιστη αρετή...

Σάββατο, Νοεμβρίου 11, 2006

ΘΑΥΜΑ ΣΤΟ MORGAN'S CREEK Ή ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ ΤΟΝ PRESTON STURGES Nο4


Ο Preston Sturges (1898-1959) γύρισε το "The miracle at Morgan's Creek" το 1944. Η Αμερική βρίσκεται σε πόλεμο, η ηθική είναι συντηρητικότερη από ποτέ. Οι ταινίες μιλάνε για ηρωισμούς και πασχίζουν να εμψυχώσουν φαντάρους, αλλά και όσους έχουν μείνει πίσω, πείθοντάς τους για τον ηρωισμό και το άξιον της θυσίας των παιδιών τους. Μέσα σ' αυτό το φορτισμένο κλίμα ο σαρδόνιος Sturges γυρίζει μια κωμωδία (από τις καλύτερές του) που κυριολεκτικά γράφει στα παλιά της τα παπούτσια όλα τα παραπάνω.
Υπάρχουν κι εδώ φαντάροι που ετοιμάζονται να φύγουν για τον πόλεμο, υπάρχουν οικογένειες που μένουν πίσω και εύχονται να γυρίσουν ζωντανοί, όλα αυτά όμως χρησιμοποιούνται σαν απλά υλικά για μια τολμηρότατη για την εποχή κωμωδία, που σε κάνει να απορείς για το πώς ξέφυγε από τις δαγκάνες της λογοκρισίας του καιρού της.
Γιατί εδώ, πάνω απ' όλα, υπάρχει μια νόστιμη και πεταχτούλα ξανθειά που τη βρίσκει με όποιον φορά στολή, ο αυστηρός σερίφης πατέρας της, η παμπόνηρη και μπασμένη από μικρή στα κόλπα 16χρονη (!) αδελφή της και ο -σχεδόν- ηλίθιος του χωριού που είναι ερωτευμένος με τη μεγάλη και έχει τύψεις που, παρά τις προσπάθειές της δεν τον έστειλαν στο μέτωπο, στερώντας του την ευκαιρία να γίνει ήρωας και να αρέσει επιτέλους στις γυναίκες. Μέσα από σπινταριστούς διαλόγους και διάφορα ευτράπελα, η κοπέλα το σκάει από τον κέρβερο μπαμπά, πηγαίνει με 5-6 φαντάρους σε πάρτι με αλκοόλ και άλλα και σύντομα διαπιστώνει ότι έχει μείνει έγκυος, αποφασίζοντας μάλιστα να κρατήσει το παιδί παρά το άγνωστο της πατρότητας. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά υπονοείται ότι μάλλον πηδήχτηκε και με τους 5-6 που λέγαμε. Από εκεί και πέρα οι ίντριγκες συνεχίζονται μέχρι την απροσδόκητη και εξαιρετικά αστεία και σουρεαλιστική κατάληξη.
Το έχουμε ξαναπεί. Ίσως σε μερικούς οι κωμωδίες του Sturges να φαίνονται ξεπερασμένες και παλιομοδίτικες. Όπως όμως ισχύει με όλα τα έργα τέχνης, είναι κανείς υποχρεωμένος να τα τοποθετήσει στο πλαίσιο της εποχής κατά την οποία δημιουργήθηκαν. Και τότε μένει έκπληκτος από την τόλμη και το "μπροστά" ταινιών σαν αυτή. Και, στο κάτω-κάτω, τα φιλμ αυτά παραμένουν, αν μη τι άλλο διασκεδαστικά. Κυρίως αυτό εδώ (ίσως το πιο τολμηρό του).

Παρασκευή, Νοεμβρίου 10, 2006

VOLVER: Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΚΑΙ Η ΚΩΜΩΔΙΑ ΣΕ ΕΝΑ


Ο Pedro Almodovar είναι πάλι εδώ και μάλιστα με μια από τις καλύτερες ταινίες του. Αν και, θα μπορούσε να πει κανείς, αυτό δεν έχει και τόση σημασία: Όλες του οι ταινίες κάπου μοιάζουν ή, τέλος πάντων, είναι άμεσα αναγνωρίσιμες, όπως αυτές του Woody Allen, του Kaurismaki και άλλων από το είδος που αποκαλούμε "προσωπικούς δημιουργούς". Έτσι, είναι καλύτερα να μιλάμε για ένα σύνολο ταινιών που δημιουργούν ένα προσωπικό σύμπαν, μια οικεία σε όσους το παρακολουθούν "μυθολογία": Ιστορίες πολύπλοκες, στα όρια σχεδόν του απίθανου, ηθελημένη χρήση του κιτς, γυναικείοι χαρακτήρες που έχουν το "πάνω χέρι" και - πάνω απ' όλα - μια απίστευτη ικανότητα στην ανάμειξη του τραγικού με το γελοίο, του σπαρακτικού δράματος και της ξεκαρδιστικής - "χοντρής" ενίοτε - κωμωδίας, είναι μερικά από τα βασικά στοιχεία του έργου του. Κι όλα αυτά δίχως το τελικό αποτέλεσμα να "κλωτσά". Αντίθετα εμφανίζεται πάντοτε ενιαίο, αρμονικό και ισορροπήμένο στα έκθαμβα μάτια μας κι όχι σαν ένα κολλάζ ετερόκλητων στοιχείων. Ίσως μερικοί θεωρούν τον Almodovar σκηνοθέτη "γυναικείων" ταινιών. Πιθανόν έχουν δίκιο, πλην όμως το αποτέλεσμα ξεπερνά κατά πολύ το χαρακτηριστικό αυτό, κάνοντας τα φιλμ του "κατάλληλα" για όλους.
Στο Volver όλα αυτά τα στοιχεία βρίσκονται στα καλύτερά τους. Πρόκειται για μια ταινία καθαρά γυναικών, που, μάλιστα, οι ηλικίες τους κυμαίνονται από 16 έως 80 χρόνων - εντάξει, εμφανίζεται και ένας άντρας για κανένα δεκάλεπτο... Οι χαρακτήρες τους είναι άψογα δομημένοι, ο ρυθμός δεν χαλαρώνει καθώς το σπαρακτικό δράμα μπλέκεται, όπως πάντα, με το εξωφρενικά αστείες καταστάσεις, οι αποκαλύψεις ακολουθούν η μια την άλλη φτάνοντας προς το τέλος σε κρεσέντο και κρατώντας έτσι αμείωτο το ενδιαφέρον μας, το φανταστικό πάει χέρι χέρι με τον ρεαλισμό, το μελό με τον χαβαλέ - δίχως όμως ποτέ να γίνεται αυτό που εύκολα θα αναγνωρίζαμε ως παρωδία. Οι γυναίκες δολοφονούν τους άντρες σε διάφορες εποχές της αφήγησης κι όμως, αυτό δίνεται τόσο ομαλά, φαίνεται τόσο νορμάλ και δικαιολογημένο στα μάτια μας... Και, το ξαναείπαμε, μέσα σ' όλα αυτά τα δράματα, τους φόνους και τις ψυχολογικές μελέτες, η ταινία παραμένει, πάνω απ' όλα, διασκεδαστικότατη.
Μετά από 25 και βάλε χρόνια στην πιάτσα ο Almodovar εξακολουθεί να κάνει πολύ καλές ταινίες - ίσως και να γίνεται μάλιστα όλο και καλύτερος. Και μόνο το γεγονός αυτό θα αρκούσε για να συστήσουμε ανεπιφύλακτα το Volver.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 08, 2006

ΣΤΟ ΧΑΟΣ ΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΥ ΧΩΡΙΣ ΠΑΙΔΙΑ


Το "Children of men" του Alfonso Cuaron αποτέλεσε για μένα μια από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις της μέχρι τώρα σεζόν. Δυστοπική επιστημονική φαντασία με πολλές σαφείς αναφορές στην τωρινή κατάσταση του κόσμου, καταφέρνει να δημιουργήσει μια αληθινά εφιαλτική ατμόσφαιρα παρακμής, σχεδόν μετακαταστροφική, και μάλιστα δίχως να έχει υπάρξει καταστροφή. Το απλό εύρημα που δημιουργεί όλο αυτό το ζοφερό κλίμα είναι ότι οι άνθρωποι, για άγνωστους λόγους, παύουν ξαφνικά να αναπαράγονται. Αυτό σημαίνει ότι η ανθρωπότητα βαδίζει μαθηματικά προς το τέλος της, έχει κανονική "ημερομηνία λήξης".
Το φοβερό αυτό γεγονός δημιουργεί, όπως είναι φυσικό, απόλυτο χάος, αλλά και απελπισία. Οι αυτοκτονίες πολλαπλασιάζονται, διευκολύνονται μάλιστα από την κυβέρνηση, τα κράτη και σχεδόν κάθε μορφή οργάνωσης καταρρέουν. Ό,τι απομένει είναι ένα σχεδόν φασιστικό και ρατσιστικό καθεστώς στη Βρετανία και εκατομμύρια ανθρώπινα ερείπια, που αργοσέρνονται στα ερείπια των πόλεων. Οργανώσεις διεκδικούν απελπισμένα την (τελευταία) εξουσία, αχανή στρατόπεδα έγκλειστων προσφύγων λειτουργούν σαν νέες εξαθλιωμένες πόλεις και γενικότερα ό,τι έχει απομείνει μπορεί να περιγραφεί με μια λέξη: Χάος. Η ταινία παρακολουθεί τις αντιδράσεις, συγκρούσεις και χορούς συμφερόντων όταν μια ακτίνα ελπίδας εμφανίζεται σ' όλο αυτό το χάος.
Το πολύ ενδιαφέρον, πέρα από την καθηλωτική ιστορία, είναι η εκπληκτική ατμόσφαιρα της ταινίας. Μια που μιλάμε για κοντινό σχετικά μέλλον, ο Cuaron στήνει ένα εξαιρετικά ρεαλιστικό περιβάλλον καταστροφής και παρακμής. Τα πάντα θυμίζουν οικείες - δυστυχώς - εικόνες που όλοι ξέρουμε καλά από τηλεόραση ή ντοκιμαντέρ και αφορούν πόλεις μετά από πόλεμο, φυσικές καταστροφές, πάμφτωχες τριτοκοσμικές καταστάσεις ή στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η Παλαιστίνη, οι βομβαρδισμένες πόλεις του Β' παγκόσμιου, οι καθημερινοί εξαθλιωμένοι λαθρομετανάστες, βρίσκονται - αναγνωρίσιμα - εδώ. Η μουντή, γκρίζα φωτογραφία επιτείνει την απελπισία, αλλά και δημιουργεί μια δυνατή αίσθηση νοσταλγίας όταν φεύγει γαι λίγο από τις κατεστραμένες πόλεις για να περιπλανηθεί σε λίγα ανέγγιχτα καμμάτια υπαίθρου και σε απομεινάρια του παρελθόντος που ζουν εκεί (έναν γέρο πρώην χίπη για την ακρίβεια). Οι εικόνες της ταινίας είναι συχνά αποκαλυπτικές, γεμάτες ζοφερή ομορφιά. Κια η συγκίνηση, χωρίς κατά τη γνώμη μου να γίνεται μελό, δίνει επίσης το παρόν.
Προσωπικά τη θεωρώ μια από τις καλύτερες εκδοχές τέλους του κόσμου (ή σχεδόν) που έχουμε δει στο σινεμά.
ΥΓ: Ο μεξικανός Cuaron ανήκει στην κατηγορία των απρόβλεπτων σκηνοθετών, που αρέσκονται να διατρέχουν τα είδη. Από το "Και τη μαμά σου επίσης" έως την ταινία αυτή, περνώντας από τον τελευταίο Χάρυ Πότερ, έχει κάνει πολύ διαφορετικά, αλλά πάντοτε ενδιαφέροντα πράγματα. Περιμένω με αγωνία τη συνέχεια.

Κυριακή, Νοεμβρίου 05, 2006

ΚΥΡΙΑ ΠΝΙΓΜΕΝΗ ΣΤΑ ΝΕΡΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΦΕΛΕΙΑ


Φαίνεται ότι ο Night Shyamalan κάνει εναλλάξ μια καλή ταινία και μια που δεν βλέπεται. Μετά το ατμοσφαιρικό "Village" ήρθε δυστυχώς η σειρά της κακής "Lady in the Water". Μιας άνευρης απόπειρας δημιουργίας παραμυθιού και μαγείας στον σύγχρονο κόσμο, με μεσιανικά μηνύματα, μελό κορώνες και τόννους αφέλειας, που την κάνουν τόσο κακή όσο και ο απίστευτος "Οιωνός", μερικά χρόνια πριν. Το στόρι είναι από την αρχή γλυκερό, καθώς η Νύμφη θέλει να φέρει "μήνυμα αγάπης και ειρήνης" στην ανθρωπότητα και να βρει κάτι σαν "αυτόν που θα προετοιμάσει με τη διδασκαλία του την έλευση του ανθρώπου που θα αλλάξει τον κόσμο", ο οποίος μάλιστα, σα να μην έφταναν όλα, θα είναι ένας μελλοντικός αμερικανός πρόεδρος (!!!) Είπατε τίποτα;
Δεν θέλω να αναλύσω όλα τα σημεία που αυξάνουν την αφέλεια του φιλμ, γιατί είναι τόσο πολλά, που δικαίως θα θεωρηθεί ότι προδίδουν όλο το στόρι (πράγμα που ίσως έκανα ήδη ως ένα βαθμό και συγχωρείστε με γι' αυτό). Αλλά όλη αυτή η μεταφυσική πίστη για τις κρυμμένες σπουδαίες ιδιότητες σχεδόν του κάθε τυχαίου ανθρώπου, που δεν μένει παρά να αποκαλυφθεί κάποια στιγμή και να αναδειχτεί το μεγαλείο του, η παντελής έλλειψη ερωτισμού ανάμεσα στον καλό Πολ Τζαμάτι (που εδώ χαραμίζεται) και την Νύμφη των Νερών, το γενικό υποτονικό και ξενέρωτο κλίμα, συντελούν στην όλη αποτυχία. Και ο ίδιος ο Shyamalan στο ρόλο του ανθρώπου που θα αλλάξει τον κόσμο τι σας λέει;
Δυστυχώς δεν μπορώ να πω ιδιαίτερα καλά λόγια ούτε για τη σκηνοθεσία, αν εξαιρέσει κανείς κάποιες στιγμές τρόμου (ή επικείμενου τρόμου) με το Θηρίο που καραδοκεί. Κατά τα άλλα η ταινία κυλά, όπως είπα στην αρχή, άνευρα και χωρίς ουσιαστικό σασπένς. Κρίμα...
Το μόνο καλό είναι ότι, αν ο εν λόγω σκηνοθέτης (είμαι φαν τόσο της "'Εκτης Αίσθησης" όσο και του "Σκοτεινού Χωριού" του) συνεχίσει την παράδοση που ο ίδιος δημιούργησε, η επόμενη ταινία του θα είναι από τις πολύ καλές!

Σάββατο, Νοεμβρίου 04, 2006

THE LADY EVE Ή ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΗΣΑΜΕ ΤΟΝ PRESTON STURGES No 3


To 1941, από τις πλύ παραγωγικές του χρονιές, ο Preston Sturges (1898-1959) γυρίζει το Lady Eve. H Barbara Stanwyck, μέρος ενός τρίο απατεώνων, "τυλίγει" τον Henry Fonda, πλούσιο και διάσημο... ερπετολόγο άρτι αφιχθέντα εξ Αμαζονίου και παντελώς άσχετου και γκαφατζή σε ό,τι αφορά γυναίκες, σαβουάρ βιβρ και "πολιτισμένη" κοινωνία εν γένει. Οι παρεξηγήσεις, οι γκάφες, οι έξυπνες ατάκες και τα γκαγκς πέφτουν κι εδώ βροχή, κυρίως όταν αυτή παρουσιάζεται ως δήθεν λαίδη, πείθοντάς τον ότι δεν πρόκειται για κείνη που γνώρισε και ερωτεύθηκε αρχικά πάνω σε ένα πλοίο (όπου διαδραματίζεται το πρώτο μέρος της ταινίας), αλλά για άλλο πρόσωπο που απλώς της μοιάζει.
Εκτός από μια πετυχημένη κωμωδία, το Lady Eve είναι και αρκετά φεμινιστικό - και ως εκ τούτου πριν την εποχή του - αφού για μια ακόμα φορά η γυναίκα είναι αυτή που κινεί τα νήματα της ιστορίας και αποφασίζει μια ιδιότυπη εκδίκηση, ενώ ο άντρας, όπως συχνά στις ταινίες του Sturges, είναι από απλώς άβουλος έως σχετικά χαζός. Δείτε την, αν πέσει στα χέρια σας και δεν είστε αλλεργικοί στις παλιές, ασπρόμαυρες ταινίες, και θυμηθείτε ότι ο Sturges υπήρξε, πριν από οτιδήποτε άλλο, ένας εξαιρετικός και πανέξυπνος σεναριογράφος.