Τρίτη, Οκτωβρίου 17, 2017

"Η ΑΛΛΗ ΟΨΗ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ" ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΑ KAURISMAKI ΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ

Έχω επανειλημμένα δηλώσει fun του τρομερού φιλανδού Aki Kaurismaki, ο οποίος δεν με απογοητεύει καθόλου ούτε με την "'Αλλη Όψη της Ελπίδας" του 2017. Όπου ασχολείται ξανά με το θέμα της "Χάβρης", αυτό δηλαδή της παράνομης ή μη μετανάστευσης στην Ευρώπη.
Ο Καλέντ είναι σύρος μετανάστης, ο οποίος έχει χάσει την οικογένειά του στο σεδόν ολοσχερώς κατεστραμένο Χαλέπι και καταλήγει παράνομα στη Φιλανδία. Στο δρόμο, στην οδύσσειά του, έχει χάσει την αδελφή του, τη μοναδική επιζήσασα, την οποία ψάχνει απεγνωσμένα. Ο Βίκστρομ πάλι είναι ένας μεσήλοκας ιδιόρυθμος φιλανδός, ο οποίος έχει μόλις εγκαταλείψει τη γυναίκα του και ανοίγει... ό,τι νάναι εστιατόριο, με εξ ίσου ιδιόρυθμα γκαρσόνια, στο οποίο προσλαμβάνεται και ο φυγάς πλέον Καλέντ. Από εκεί και πέρα πολλά, και αστεία και σπαρακτικά, θα συμβούν.
Εδώ ο Kaurismaki είναι κάπως πιο συγκινητικός και θλιμένος απ' όσο στο "Λιμάνι της Χάβρης". Ωστόσο και εδώ η σφραγίδα του είναι φανερή από χιλιόμετρα. Ο απόλυτος μινιμαλισμός στα πάντα, το πολύ ιδιαίτερο χιούμορ (κυρίως στο δεύτερο μέρος του φιλμ, μετά τη λειτουργία του εστιατορίου), οι ανέκφραστοι, αμίλητοι, σαν ρομπότ χαρακτήρες, η έντονα παλιομοδίτικη ατμόσφαιρα, λες και δεν βλέπεις σύγχρονο φιλμ, η αγάπη στο ροκ εντ ρολ (και μάλιστα το... φιλανδικό) κλπ. Και συγχρόνως με όλα αυτά, η απόλυτη ανθρωπιά, η ζεστασιά που αναβλύζει απροσδόκητα από εντελώς ψυχρούς επιφανειακά ανθρώπους. Και το σπουδαιότερο: Η βαθιά αγάπη στους περίεργους, sui generis, εμφανώς εκτός συστήματος χαρακτήρες. Οι οποίοι δεν είναι υποχρεωτικά losers (αν και πολλοί απ' αυτούς είναι), αλλά, πως να το πω, δεν ταιριάζουν καθόλου στο πλαίσιο της ψυχρής, ευνομούμενης και απόλυτα τακτοποιημένης κοινωνίας όπου ζουν. Ούτε στις (συχνά "κουφές") ενέργειές τους ούτε στα γούστα τους.
Φυσικά εδώ, δίπλα στα παραπάνω τυπικά χαρακτηριστικά του, συνυπάρχει και το πικρό (γλυκόπικρο μάλλον) σχόλιό του για το μεταναστευτικό. Για την ευγενική, ανεκτική, περιποιητική σε πρώτο επίπεδο βορειοευρωπαϊκή κοινωνία, η οποία ωστόσο στο βάθος κρύβει σκληρότητα και άρνηση να ξεβολευτεί, να βοηθήσει. Η ουσιαστικά αρνητική αυτή διάθεση ενυπάρχει τόσο στον κρατικό μηχανισμό, στις τυπικές διαδικασίες και στους νόμους, όσο και, προφανώς, στα βαθιά σκατά που περιέχονται - έστω ως μειοψηφία - στην κοινωνία αυτή (γουρούνια νεοναζί, ρατσιστές κλπ.)
Το είπαμε από την αρχή: Ο Kaurismaki κάνει ένα δικό του, πολύ προσωπικό σινεμά εδώ και δεκαετίες. Αν είστε φίλοι του μην χάσετε το φιλμ. Αν δεν αντιλαμβάνεστε ή δεν συμπαθείτε αυτό το "υποδόρειο" στιλ μείνετε μακριά. Αν πάλι δεν το γνωρίζετε, κάντε μια πρώτη προσπάθεια, έστω και στην 17η (νομίζω) ταινία του. Τη  δική μου θέση πάντως τη δήλωσα στην αρχή: Απόλαυσα αυτό το κράμα χιούμορ και συγκίνησης.

Σάββατο, Οκτωβρίου 14, 2017

"ΜΙΑ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΓΥΝΑΙΚΑ" ΚΑΙ Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΗΣ

Ο χιλιανός Sebastian Lelio είχε γυρίσει το 2013 την "Γκλόρια", δίνοντάς μας το δυνατό πορτρέτο μιας 58χρονης γυναίκας που προσπαθεί να μη μπει στο περιθώριο της ζωής λόγω ηλικίας. Το 2017 επανέρχεται με την ταινία "Μια Φανταστική Γυναίκα" (Una Mujer Fantastica).
Αυτή τη φορά η ηρωίδα είναι μία τρανσέξουαλ, η οποία δουλεύει σερβιτόρα και διατηρεί ερωτικό δεσμό με έναν μεγαλύτερό της χωρισμένο άντρα. Η σχέση τους είναι ευτυχισμένη. Τα προβλήματα όμως για την Μαρίνα θα αρχίσουν με τον ξαφνικό θάνατο του εραστή της. Τότε το αληθινό κοινωνικό πρόσωπο και η στάση ης κοινωνίας απέναντι στο διαφορετικό θα αποκαλυφτούν: Η αστυνομία την υποψιάζεται, ενώ η οικογένεια του νεκρού θέλει να κάνει τα πάντα ώστε να εξαφανιστεί από τη ζωή τους (και να ξεχαστεί κάθε σχέση μ' εκείνον)... Μια σειρά από καθημερινές ταπεινώσεις αρχίζουν.
Το φιλμ παρακολουθεί τον αγώνα ενός ανθρώπου να μην περιθωριοποιηθεί, όσο "διαφορετικός" κι αν είναι. Η ηρωίδα αγωνίζεται με πάθος για τα δικαιώματά της, για να κατακτήσει την πολυπόθητη ισότητα με τους "φυσιολογικούς" ανθρώπους, για την αξιοπρέπειά της τελικά. Μη φανταστείτε τίποτα συγκλονιστικά δράματα, με θανάτους, ίντριγκες, συμπτώσεις κλπ. Τα πάντα εδώ συμβαίνουν στα πλαίσια της καθημερινότητας, τα προβλήματα της ηρωίδας εντοπίζονται σε καθημερινά, μικρά θα έλεγε κανείς, πράγματα, τα όποια ωστόσο είναι που καθορίζουν την ποιότητα της ζωής μας. Ίσως γι' αυτό μπορεί κανείς να ταυτιστεί περισσότερο μ' αυτήν, αφού όσα βλέπει είναι γνώριμα και οικεία. Νομίζω ότι πρόκειται για τις περιπτώσεις όπου ο ρεαλισμός ταιριάζει γάντι. Ο Leliο, θέλοντας να δείξει ότι κάθε άνθρωπος έχει τα ίδια δικαιώματα - και μοιράζεται συναισθήματα όπως όλοι οι άλλοι - αρνείται να δώσει απάντηση στο ερώτημα που συχνά της κάνουν στη Μαρίνα: Αν είναι εγχειρισμένη ή όχι. Νομίζω ότι μ' αυτό δείχνει καθαρά ότι το πώς διαχειρίζεται τον εαυτό του ο καθένας δεν έχει καμιά σημασία. Αλλού βρίσκεται η ουσία.
Βρήκα το φιλμ ενδιαφέρον, το παρακολούθησα δίχως καθόλου να κουραστώ και θαύμασα το μεθοδικό χτίσιμό του - καθώς και τις λίγες ονειρικές σκηνές που διαθέτει.Ο καθημερινός αγώνας της ηρωίδας για να καταξιωθεί σε μια κοινωνία που μοιάζει να έχει αποδεχτεί την ιδιαιτερότητα, αλλά κατά βάθος παραμένει (ήπια) κλειστή και απαγορευτική για το διαφορετικό δίνεται ανάγλυφα μέσα από τα μικρά περιστατικά που αποτελούν την καθημερινότητά μας. Όσο για την όντως τρανσέξουαλ πρωταγωνίστρια Ντανιέλα Βέγκα, είναι πολύ καλή, πράγμα που προσθέτει στα συν του φιλμ. Το οποίο, νοηματικά, ακολουθεί βεβαίως τα ίδια χνάρια με την "Γκλόρια".

Πέμπτη, Οκτωβρίου 12, 2017

Ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ "MAJESTIC", Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΜΑΚΑΡΘΙΣΜΟΣ

Το 2001 ο εξαφανισμένος Frank Darabont, (μέχρι σήμερα έχει κάνει μόλις 4 ταινίες), φρέσκος ακόμα απο τις επιτυχίες του "Τελευταία Έξοδος Ρίτα Χέιγουορθ" και "Πράσινο Μίλι", γυρίζει το "The Majestic", τη μοναδική του ταινία που δεν βασίζεται σε βιβλίο του Στίβεν Κινγκ. Το ατού της ήταν βέβαια ο Τζιμ Κάρεϊ σε έναν από τους λίγους δραματικούς του ρόλους.
Στην εποχή του μακαρθισμού (αρχές 50ς), στην περίφημη μαύρη λίστα του Χόλιγουντ, η οποία κατέστρεψε ουκ ολιγες καριέρες, μπαίνει ένας νεαρός και φέρελπις σεναριογράφος. Φυσικά καλείται να "μετανοήσει", δίνοντας στην φασιστική επιτροπή ονόματα κομμουνιστών συναδέλφων που έχουν παρεισφρύσει στο... άσπιλο αμερικάνικο σινεμά και το... αθώο Χόλιγουντ. Συγχισμένος θα πιει πολύ αλκοόλ, θα οδηγήσει και θα στουκάρει με το αυτοκίνητό του. Ανασύρεται από τα νερά σε άγνωστη μικρή πόλη και συνειδητοποιεί ότι έχει πάθει αμνησία και ότι αγνοεί τα πάντα για το παρελθόν του. Εκεί όμως όλοι τον δέχονται σαν ήρωα, αφού μοιάζει με έναν λαμπρό νεαρό που θεωρούσαν ότι  σκοτώθηκε στον πόλεμο δίχως να βρεθεί το πτώμα του. Εφόσον λοιπόν εκείνος δε θυμάται τίποτα αποδέχεται την ταυτότητα αυτή. Με τον ηλικιωμένο πατέρα του θα ξανανοίξουν το σινεμά Ματζέστικ, θα αρχίσει να νοιώθει απόλυτα ευτυχισμένος, το παρελθόν όμως καραδοκεί...
Εντάξει, σε πρώτη θέαση το φιλμ φαίνεται συμπαθητικό, γλυκό, διδακτικό και κυρίως νοσταλγικό. Δεν πέρασα άσχημα βλέποντάς το, παρά την μεγάλη (και μάλλον αχρείαστη) διάρκειά του (152 λεπτά). Επίσης, λογικό είναι, βρίσκεται στη "σωστή πλευρά" καταδικάζοντας απερίφραστα τον σκοταδισμό και τη μισσαλοδοξία μιας από τις μελανότερες εποχές της αμερικάνικης ιστορίας. Εδώ το ζητούμενο είναι να δηλώσει κανείς το αυτονόητο: "Δεν είμαι κομμουνιστής, οποιοσδήποτε όμως, βάσει του συντάγματος και της υποτιθέμενης ελευθερίας της χώρας, έχει το δικαίωμα να είναι". Προφανές. Λίγοι όμως τολμούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο τότε... Καλά πάμε λοιπόν από πολιτική σκοπιά. Τι γίνεται όμως σεναριακά; Ε, λοιπόν, εκεί τα πράγματα δεν βγαίνουν. Θα έκανα απαράδεκτο σπόιλερ αν εξηγούσα λεπτομερώς γιατί και πώς, αλλά τα πάντα βασίζονται σε εντελώς απίθανες συμπτώσεις ή, τέλος πάντων, κάτι τέτοιο όπως αυτό που βλέπουμε θα ήταν αδύνατο να συμβεί. Όσο για την εικόνα της αμερικάνικης επαρχίας των 50ς, παρουσιάζεται εντελώς ειδυλλιακή, γλυκιά, παστέλ. Όπως και η εμφανής κινηματογραφοφιλία της ταινίας (το σινεμά "Ματζέστικ", οι παλιές, ασπρόμαυρες ταινίες που προβάλλονται, οι αφίσες, η "οικογενειακή" προσέλευση του κοινού) όλα συντελούν στο να ξυπνήσουν μέσα μας το αίσθημα της απόλυτης νοσταλγίας.
Αυτά λοιπόν. Πολιτικά ορθό, υποστηρίζοντας ότι οφείλουμε να έχουμε το θάρρος να υπερασπιζόμαστε τις απόψεις μας ακόμα κι αν αυτές είναι μειοψηφικές, υπερβολικά νοσταλγικό και λουστραρισμένο, βλέπεται μεν ευχάριστα (αν δεν κουραστείτε από τη διάρκειά του), αλλά... Μάλλον η πιο αδύνατη ταινία από τις τέσσερις του Darabont.

Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2017

"ΤΟ ΑΥΤΟ" ΠΟΥ ΠΑΙΖΕΙ ΜΕ ΤΟΥς ΦΟΒΟΥΣ (ΜΑΣ) ΚΑΙ ΜΑΣ ΤΡΟΜΑΖΕΙ

Τo "It" ("Το Αυτό") είναι ένα από τα πιο γνωστά (και ογκωδέστερα) βιβλία του Στίβεν Κινγκ. Είχε μεταφερθεί στην τηλεοπτική μόνο οθόνη το 1990 με μέτρια (απ' όσο θυμάμαι τουλάχιστον) αποτελέσματα. Το 2017 όμως ο Andy Muschietti το μεταφέρει στην οθόνη (το σχεδόν αυτοτελές πρώτο μέρος) με εξαιρετική (εισπρακτική τουλάχιστον) επιτυχία. Και είναι μόλις η δεύτερη ταινία του!
Στα τέλη της δεκαετίας του 80 μια αμερικάνικη κωμόπολη στοιχειώνεται από την παρουσία ενός δαιμονικού κλόουν που καταβροχθίζει παιδιά. Στα θύματά του συγκαταλέγεται και ο μικρός αδελφός του παιδιού που πρωταγωνιστεί. Το οποίο παιδί, που μόλις μπαίνει στην εφηβεία, αποτελεί μέλος μιας επταμελούς παρέας από losers, που υφίστανται ανελέητο μπούλινγκ από μια παρέα μεγαλύτερων εφήβων και κάθε άλλο παρά δημοφιλή είναι στο σχολείο. Κάποια στιγμή τα παιδιά αντιλαμβάνονται ότι "Αυτό" τρέφεται κυριολεκτικά με τον φόβο τους και, όπως κάνουν και με την παρέα που τους παρενοχλεί, αποφασίζουν να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν το απόλυτο Κακό.
Πολύ καλογυρισμένη ταινία τρόμου, η οποία περισσότερο λειτουργεί συμβολικά: Μιλά για τη δύσκολη ενηλικίωση, για το γεγονός ότι πρέπει κανείς να αντιμετωπίσει τους φόβους του για να τους ξεπεράσει - αυτό είναι και το βασικό νόημα του φιλμ, επίσης όμως μιλά για την πολυεπίπεδη κοινωνική καταπίεση: Οι μικροί ήρωες είναι losers ακριβώς επειδή καταπιέζονται στην προσωπική τους ζωή: Θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από τον πατέρα της η μοναδική κοπέλα της παρέας, θρησκευτικής καταπίεσης το εβραιόπουλο, μητρικού υπερπροστατευτισμού το άλλο κλπ. Το ξεπέρασμα του μεταφυσικού "κακού" λοιπόν λειτουργεί απόλυτα συμβολικά, θέλοντας να δείξει ότι το ζητούμενο στη ζωή είναι το ξεπέρασμα του κοινωνικού κακού. Έτσι, μέσα απ' όλα αυτά, το φιλμ στιγματιζει και κριτικάρει μια καταπιεστική Αμερική (κοινωνικά, θρησκευτικά, φυλετικά, οικογενειακά κλπ.), όπου μια μεγαλύτερη γενιά "ευνουχίζει¨" τη νεότερη.
Πολύ καλές ερμηνείες απο τους μικρούς πρωταγωνιστές, ωραίες - και τρομακτικές - εικόνες, όχι κατάχρηση εφέ και μονίμως αιωρούμενες στην ατμόσφαιρα η τρυφερότητα και η νοσταλγικότητα. Για την παιδική ηλικία, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα (και απογοητεύσεις) κλπ. Σεναριακά βέβαια τα προβλήματα υπάρχουν: Το τι ακριβώς είναι "Αυτό", πώς λειτουργεί και πώς επανέρχεται με τα χρόνια παραμένουν μάλλον θολά. Όσο για τους χαρακτήρες... εντάξει, δεν είναι ό,τι πιο αληθοφανές υπάρχει. Σε πρώτη φάση νομίζω ότι κανείς δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει τόσο λογικά και συγκροτημένα όσο οι νεαροί μας κάτω από τέτοιες εφιαλτικές συνθήκες. Αλλά αυτά είναι συνήθεις συμβάσεις στα φιλμ τρόμου και ας κάνουμε τα στραβά μάτια. Γενικά νομίζω ότι προκειται για ικανοποιητικότατη μεταφορά και για καλή ταινία.  

Δευτέρα, Οκτωβρίου 09, 2017

Ο "ΜΑΥΡΟΣ ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ"ΚΑΙ Η ΗΤΤΑ ΤΟΥ ΑΣΦΥΚΤΙΚΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗN ΟΡΓΙΩΔΗ ΦΥΣΗ

Το 1947 ένας από τους μεγαλύτερους βρετανούς σκηνοθέτες, ο Michael Powell (πάντα με τον μόνιμο συνεργάτη του Emeric Pressburger) γυρίζει τον "Μαύρο Νάρκισσο", ένα παράξενο φιλμ τόσο αισθητικά όσο και νοηματικά.
Μια ηγουμένη στην Ινδία στέλνει πέντε μοναχές με επικεφαλής την αδελφή Clodagh (Ντέμπορα Κερ) να ιδρύσουν ένα μοναστήρι σε μια κορυφή των Ιμαλαϊων, το οποίο θα στεγαστεί σε ένα παλιό παλάτι που παραχώρησε στις μοναχές ο "Γέρος Στρατηγός" (κάτι σαν ντόπιος άρχοντας). Οι καλόγριες θα παρέχουν εκπαίδευση στα παιδιά και θα βοηθούν ιατρικά και με όποιον άλλον τρόπο τους κάτοικους του χωριού που βρίσκεται στην κοιλάδα πολύ - πολύ κάτω από το μοναστήρι. Στο επιβλητικό αυτό μέρος θα έρθουν σε επαφή με τους ντόπιους, τον νεαρό ντυμένο μονίμως σαν παγώνι πρίγκηπά τους, αλλά και με τον κυνικό και σαρκαστικό άγγλο διοικητή της περιοχής. Σύντομα θα βγουν στην επιφάνεια θαμένα - καταπιεσμένα αισθήματα και πάθη (ερωτικά και μη) και θα ξεσπάσουν εντάσεις τόσο με τους ντόπιους όσο και μεταξύ των μοναχών. Αλλά είναι το συγκλονιστικό τοπίο, η φύση δηλαδή, που θα αρχίσει ολοένα να έχει το πάνω χέρι...
Αισθητικά η ταινία είναι γυρισμένη σε ένα εκθαμβωτικό τεχνικολόρ (ίσως κάπου να αγγίζει και τα όρια του κιτς) και ολόκληρη σε στούντιο. Όλα τα σκηνικά και τα τοπία είναι ζωγραφισμένα. Όλα αυτά προσδίδουν μια εξωπραγματική, τεχνητή υφή στην εικόνα και τελικά δημιουργούν μια παράξενη ατμόσφαιρα και εμπειρία θέασης. 
Σαν φιλμ τώρα δεν το βρίσκω άψογο. Ομολογώ ότι σε κάποια σημεία του πρώτου μέρους μάλλον κουράστηκα. Καθώς όμως προχωρά η ταινία η εντάσεις ανεβαίνουν και σιγά - σιγά αποκαλύπτεται το αιρετικό της νόημα: Η μοναχική ζωή, εξ ορισμού στερημένη από υλικές χαρές, η καταπίεση των παθών, η χριστιανική αυστηρότητα, τα πάντα αρχίζουν βαθμιαία να καταρρέουν. Δεν είναι μόνο οι πολύχρωμοι ντόπιοι, και κυρίως ο νεαρός πρίγκηπας και η όμορφη κοπέλα που καταφεύγει στη μονή, δεν είναι η ίδια η απομόνωση στο σχεδόν απάτητο αυτό σημείο του πλανήτη, είναι τελικά αυτή καθ' εαυτή η φύση με την άγρια ομορφιά της και το τρομερό μεγαλείο της που θα δώσουν το τελειωτικό χτύπημα στην κοινότητα, που θα κάνουν τα πάθη να εκραγούν, που θα τινάξουν στον αέρα τα προσχήματα και την κάθε μορφής μαζοχιστική ουσιαστικά εγκαρτέρηση (είναι χαρακτηριστική η στάση της πιο ηλικιωμένης και μακριά από σαρκικά πάθη μοναχής, υπεύθυνης για τον κήπο, που βαθμιαία παύει να καλλιεργεί λαχανικά, όπως ήταν το πρόγραμμα, αλλά αφήνεται στην καλλιέργεια πανέμορφων, πολύχρωμων - και πρακτικά άχρηστων - λουλουδιών) .
Κάπου εκεί, σ' έναν ψηλό βράχο, κατοικεί πάντα στην ίδια θέση, ημιγυμνος, αγνοώντας το κρύο και μόνιμα σιωπηλός, ένας ερημίτης. Αυτός και ο ηδονιστής βρετανος διοικητής είναι τα συμβολικά δύο άκρα του δίπολου. Κάποια στιγμή λέγεται ξεκάθαρα: "Σ' ένα μέρος σαν αυτό πρέπει ή να είσαι σαν τον ερημίτη, ο οποίος μοιάζει να μην διαθέτει καν αισθήσεις και είναι εντελώς φευγάτος απ' αυτόν τον κόσμο ή απόλυτα παραδομένος, αφημένος στη γύρω αβάσταχτη ομορφιά και τις ηδονές, όπως ο διοκητής. Οτιδήποτε άλλο καταρρέει".
Σημαντική ταινία, αιρετική όπως προανέφερα και αρκετά πικρή τελικά (καθόλου δεν αρκούν οι καλές προθέσεις), όχι υποχρεωτικά "πολύ καλή" (σας είπα ότι κάπου με κούρασε κιόλας), πολύ ιδιαίτερη όμως, πιστεύω, με έναν καθαρά δικό της τρόπο. Αξίζει να την ψάξετε.

Σάββατο, Οκτωβρίου 07, 2017

"MADAME HYDE" ΩΣ ΑΝΤΙΘΕΤΟ... ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑΣ ΤΖΕΚΙΛ

Υπάρχουν κινηματογραφικές στιγμές που, δίχως υποχρεωτικά να είναι απόλυτα κακές, αναρωτιέσαι γιατί δημιουργήθηκαν... Στην προκειμένη περίπτωση βέβαια έγιναν μάλλον για να δώσουν στην εξαιρετική Ιζαμπέλ Ιπέρ άλλον έναν ρόλο - επίδειξη των δυνατοτήτων της. Όλα τα υπόλοιπα μου φαίνονται αδιάφορα - αν και αρκούντως "κουφά".
Η προκαταρκτική αυτή γκρίνια αφορά την ταινία του Serge Bozon (κυρίως ηθοποιός ο ίδιος) "Madame Hyde" (2017). Στην οποία συμβαίνουν τα εξής: Η ηρωίδα είναι καθηγήτρια φυσικής σε γυμνάσιο, η οποία εμφανέστατα... έχει χάσει το παιχνίδι. Οι μαθητές της τής έχουν πάρει τον αέρα, της κάνουν καζούρα και κάθε άλλο παρά προσέχουν στο μάθημα, οι συνάδελφοί της τη θεωρούν "αμελητέα ποσότητα", αυτή όμως συνεχίζει στωικά. Ώσπου μια μέρα τη χτυπά κεραυνός (τεχνητός, κατά τη διάρκεια ενός πειράματος) και από τότε μια νέα προσωπικότητα γεννιέται μέσα της. Δυναμική, συναρπαστική στο μάθημα, εντυπωσιάζει τους πάντες (και τον επιθεωρητή), αναπτύσσει μια ιδιαίτερη σχέση με έναν ανάπηρο μαθητή της και μερικές φορές τις νύχτες γίνεται η "Πύρινη Γυναίκα"...
Η ταινία είναι, υποτίθεται, μια μαύρη κωμωδία. Ωστόσο προσωπικά ούτε γέλασα πολύ ούτε ιδιαίτερα μαύρη τη βρήκα. Τελικά δεν νομίζω ότι το πήγαινε πουθενά ούτε και ότι αποφάσιζε τι ακριβώς θα ήθελε να είναι (σουρεαλιστική; μαύρη; τι;). Βρήκα το σενάριο λίγο "ατσούμπαλο", ο αναδυόμενος Χάιντ μου φάνηκε μάλλον αδιάφορος σαν χαρακτήρας και το σε τι ακριβώς μετατρέπεται η ηρωίδα φοβάμαι ότι παραμένει αδιευκρίνιστο (είναι κακιά; είναι γοητευτική; είναι άθελά της καταστροφική; τι;). Στο μεταξύ υπάρχουν ορισμένοι "κουφοί" χαρακτήρες: Πρώτος και καλύτερος ο αρενωπός σύζυγος, ο οποίος έχει αναλάβει οικειοθελώς τα οικιακά και λατρεύει, άγνωστο γιατί, την μάλλον ανιαρή, μπανάλ και δίχως κάτι ιδιαίτερο σύζυγό του (πριν "αλλάξει" εννοώ), αλλά και ένας μαθητευόμενος, του οποίου ο χαρακτήρας μένει κατά τη γνώμη μου ανεκμετάλλευτος, ο ανεκδιήγητος διευθυντής του σχολείου κλπ.
Σε γενικές γραμμές βρήκα το φιλμ άτολμο και άνευρο και δεν κατάλαβα ακριβώς πού αποσκοπούσε. Μένει μονο η Ιπέρ, όπως πάντα καλή στον παράξενο ρόλο της - πρέπει και η ίδια να διαθέτει χιούμορ για να αναλαμβάνει ρόλους σαν αυτόν. Είπαμε: Το γαλλικό σινεμά δεν νομίζω ότι βρίσκεται πολύ στα πάνω του και, ακόμα κι όταν θέλει να κάνει κάτι πρωτότυπο ή "κουφό" φοβάμαι ότι ούτε πολύ πρωτότυπο το κάνει ούτε πολύ κουφό.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 06, 2017

ΕΝΑΣ ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΛΕΓΑΝ ΠΟΠΑΪ

Πολλά περίεργα συμβαίνουν στην εξωτική Ταϊλάνδη. Ωστόσο θα περιοριστώ να σας πω τι συμβαίνει στο φιλμ "Pop Aye" που γύρισε το 2017 ο Kirsten Tan.
Ένας μεσήλικας αρχιτέκτονας, που νοιώθει κενός μέσα του μετά την απόρριψη από τη γυναίκα του και τον παραγκωνισμό του στη δουλειά από νεότερα στελέχη, εγκαταλείπει τα πάντα, αγοραζει έναν... ελέφαντα και μ' αυτόν περιπλανιέται στη χώρα με σκοπό να τον οδηγήσει στο χωριό του, όπου θα τον αφήσει. Έτσι εμείς παρακολουθούμε ένα αργό οδοιπορικό στην ύπαιθρο μέχρι τον τελικό προορισμό, αλλά και το τι συμβαίνει μετά. Φυσικά, όπως συμβαίνει στα road movies, στο δρόμο θα συναντήσει πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους, θα εμπλακεί σε ιστορίες κλπ.
Κατ' αρχήν πρέπει να παρατηρήσω ότι το φιλμ είναι αρκετά αργό. Καλό είναι λοιπόν να είστε προετοιμασμένοι για μακρόσυρτους ρυθμούς. Πέραν αυτού διαθέτει μια τρυφερότητα, μια νοσταλγία για την παιδική ηλικία και άίσθηση του αδυσώπητου χρόνου που περνά ανεπιστρεπτί. Και βέβαια έναν προβληματισμό πάνω στο αίσθημα "αχρηστίας" που νοιώθει ένας άνθρωπος που έχει περάσει κάποια ηλικία και πάνω στο κενό που αφήνουν το (φυσιολογικό) τέλος της αγάπης και της καριέρας. Όσο για τον πελώριο ελέφαντα... ε, αυτός είναι ένα σύμβολο ή μια ανάμνηση της παιδικής ηλικίας, όπως θα καταλάβετε (στην Μπανγκόγκ οι λίγοι ελέφαντες είναι εξημερωμένοι και κυκλοφορούν από τα αφεντικά τους ως τουριστική ατραξιόν, όπως οι παλιοί δικοί μας αρκουδιάρηδες, ενώ στην επαρχία κυκλοφορούν ελεύθεροι ή χρησιμοποιούνται για δουλειές).
Στην ταινία η επαρχία δεν παρουσιάζεται καθόλου εξωραϊσμένη, εξωτική ή/και καρτποσταλική. Αντίθετα είναι μουντή, βρώμικη, συχνά γεμάτη σκουπίδια, άσχημα κτίρια και κάθε άλλο παρά "ηθικά" μέρη. Και οι άνθρωποι άλλωστε συχνά είναι σκληροί ή απλώς ρεαλιστές (ο θείος, τα τραβεστί, ο οδηγός του διερχόμενου φορτηγού κλπ.). Το κενό και η νοσταλγία υπάρχουν, τίποτα όμως δεν είναι ακριβώς μέλι - γάλα.
Συμπαθητικό φιλμ, αλλά μέχρις εκεί. Δεν νομίζω ότι είναι ένα από τα καλύτερα road movies που έχω δει. Ούτε και κακό πάντως το λες. Ο αργός ρυθμός με κούρασε κάπως, όχι όμως και υπερβολικά. Μένουν η παράδοξες εικόνες ενός πεζού να περιπλανιέται με έναν τεράστιο ελέφαντα.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 05, 2017

"ΤΟ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΟ ΝΗΣΙ" ΚΑΙ Ο ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΓΥΡΩ ΤΟΥ


Η Ana Asensio είναι ισπανίδα ηθοποιός. Το 2017 ωστόσο περνά "πίσω από την κάμερα" και σκηνοθετεί το πρώτο της φιλμ (στην Αμερική μάλιστα), το "The Most Beautiful Island", με πρωταγωνίστρια την ίδια.
Πρόκειται για ένα αγχωτικό θρίλερ με ηρωίδα μια ισπανίδα μετανάστρια στη Νέα Υόρκη, η οποία κάνει διάφορες δουλειές (όπως μπέιμπι σίτινγκ) για να επιβιώσει, ενώ σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι πίσω της έχει αφήσει ένα ανεξίτηλο τραύμα. Κάποια στιγμή ωστόσο μια όμορφη ρωσίδα φίλη της, μετανάστρια κι αυτή σε παρόμοια κατάσταση, της προτείνει έναν τρόπο να βγάλει πολλά και εύκολα λεφτά: Δεν έχει παρά να παρευρεθεί σ' ένα πάρτι και να κάνει ό,τι της πούνε. Τη διαβεβαιώνει πάντως ότι δεν πρόκειται για πορνεία. Εκείνη δέχεται, και από το σημείο αυτό - ή μάλλον από τη στιγμή που ξεκινά για το κρυφό (ως επτασφράγιστο μυστικό) πάρτι - η ταινία θα γίνει ένα αγωνιώδες θρίλερ, που έχει να κάνει κυρίως με το τι ακριβώς συμβαίνει εκεί.
Η Asensio με την πρώτη αυτή δουλειά της, αποδεικνύεται αρκετά καλή σκηνοθέτης. Καταφέρνει, με το σενάριο που έγραψε η ίδια, να κρατά τον θεατή σε διαρκή ένταση - τι λέω; σε διαρκές άγχος - σε μια συνεχή και ανήσυχη αναμονή για το τι θα συμβεί. Η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και το αδύνατο της όποιας διαφυγής συντελούν φυσικά σ' αυτό.
Η σκηνοθέτης μιλά βεβαίως και για τον αγώνα επιβίωσης που δίνουν καθημερινά οι κάθε λογής μετανάστες στις πόλεις της Δύσης όπου τελικά καταλήγουν και στις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, όχι απλώς προσαρμογής, αλλά και επιβίωσης. Και για το πόσο εύκολο είναι, όταν βρίσκεσαι σ' αυτήν την κατάσταση, να δεχτείς οτιδήποτε... Πιο πολύ όμως μιλά για έναν πραγματικά απάνθρωπο, ανάλγητο κόσμο, έναν κόσμο αδίστακτων πλούσιων, κυρίαρχων, που χρησιμοποιούν τους ("κατώτερους") ανθρώπους απλώς σαν παιχνίδια, μόνο και μόνο για να διασκεδάσουν. Κάθε αίσθημα έχει εκλείψει. Υπάρχει μόνο μια αυτοκρατορία σιδερένιας δύναμης... Έτσι, το φιλμ ίσως μπορεί να αποκτήσει και μια συμβολική διάσταση.
Εντάξει, δεν πρόκειται για αριστούργημα, είναι όμως ένα ενδιαφέρον ντεμπούτο από μια γυναίκα που γράφει, σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί, οπότε το φιλμ μπορεί να θεωρηθεί πέρα για πέρα δικό της.

Τρίτη, Οκτωβρίου 03, 2017

"AXOLOTL OVERKILL" Ή ΕΦΗΒΙΚΟ ΧΥΜΑ

Το φιλμ με τον παράξενο (και άσχετο) τίτλο "Axolotl Overkill" (το αξολότλ είναι ένα τρισχαριτωμένο αμφίβιο, που ζει κυρίως στο νερό και είναι χάρμα οφθαλμών όταν το έχεις ως κατοικίδιο) είναι γερμανικό, είναι η πρώτη σκηνοθετική δουλειά μεγάλου μήκους της Helene Hegemann και γυρίστηκε το 2017. Βασίζεται μάλιστα σε βιβλίο της ίδιας. Αυτά τα πληροφοριακά.
Αφηγείται τις περιπέτειες (ερωτικές και μη) μιας 16χρονης βερολινέζας, όχι ιδιαίτερα σταθερής ως προσωπικότητα. Η οποία την κοπανά μονίμως από το σχολείο, περιφέρεται αενάως σε κλαμπ, σπίτια φίλων, πάρτι και ό,τι άλλο, διατηρεί ερωτική σχέση με μια μεγαλύτερή της γυναίκα, καταναλώνει δίχως δεύτερη σκέψη αλκοόλ, ναρκωτικά και ό,τι άλλο προκύψει, διαθέτει πλούσιο πατέρα (αλλά δεν ζει φυσικά μ' αυτόν) και γενικά η ζωή της είναι ο ορισμός του "χύμα".  Αυτά. Διότι αυτά βλέπουμε στο φιλμ. Μη με ρωτήσετε για περαιτέρω πλοκή.
Η σκηνοθέτης χρησιμοποιεί ένα διαρκές μπρος - πίσω στο χρόνο, η νεαρή ηρωίδα κοιμάται σχεδόν κάθε βράδι σε διαφορετικό σπίτι (όχι απαραίτητα για ερωτικούς λόγους, απλώς ό,τι προκύψει), φίλοι, εραστές και ερωμένες, οικογένεια, όλα εναλλάσσονται αέναα και... αυτό είναι όλο. Μπροστά μας παρελαύνει και μια στρατιά από εκκεντρικούς χαρακτήρες (ο πατέρας της πρώτος και καλύτερος) και... αυτά και πάλι. Το μόνο που αντιλαμβανόμαστε είναι ότι η μικρή είναι όντως ερωτευμένη με την μεγαλύτερη γυναίκα που λέγαμε, γι΄αυτό, όταν εκείνη την αφήνει (;) την ψάχνει απεγνωσμένα.
Τι θέλει να μας πει ακριβώς η δημιουργός δεν το κατάλαβα. Την κατάντια της σύγχρονης νεολαίας; (πλάκα κάνω φυσικά). Την έλλειψη οποιασδήποτε ιδεολογίας ή / και αρχής; Την κενότητά της; Απλώς τις συνέπειες ενός έρωτα που τελειώνει (αν και δεν είμαι σίγουρος ούτε γι΄αυτό); Δεν ξέρω. Το σίγουρο πάντως είναι ότι βαρέθηκα αρκετά και γενικά βρήκα το φιλμ... αυτό που λέμε "άνευ λόγου". Μένει γενικά μια αόριστη ατμόσφαιρα ενός διαρκούς "walk on the wild side" και μια τρομακτική αίσθηση ενός τεράστιου "στα τέτοια μας όλα" από τους πολύ νέους ανθρώπους. Πρέπει να ομολογήσω βεβαίως ότι το χύμα της ηρωίδας ταιριάζει απόλυτα με το χύμα της ίδιας της ταινίας. Κάτι που βεβαίως ήταν αδύνατο από μόνο του να με κρατήσει.
Αν θέλετε να θαυμάσετε την όμορφη πρωταγωνίστρια κάντε το. Με δική σας ευθύνη όμως!

Δευτέρα, Οκτωβρίου 02, 2017

"WHITE SKIN" ΓΙΑ ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ

Αρχικά να επισημάνουμε ότι το γαλλόφωνο καναδικό Κεμπέκ διαθέτει μια καλή κινηματογραφική βιομηχανία, η οποία κατά καιρούς έχει δώσει εξαιρετικά δείγματα. Το "La Peau Blanche" (White Skin στα αγγλικά) είναι ένα φιλμ που γύρισε το 2004 ο Daniel Roby. Δεν νομίζω ότι είναι αριστούργημα, το βρήκα ωστόσο συμπαθητικό.
Πρόκειται για μια ακόμα παραλλαγή στο θέμα του βαμπιρισμού. Ο ήρωας, ένας "μαζεμένος" και δειλός με τις γυναίκες φοιτητής, ο οποίος, σημειωτέον, απεχθάνεται τις κοκκινομάλλες, ερωτεύεται παράφορα, με την πρώτη ματιά, μια απ' αυτές, η οποία παίζει μουσική στο μετρό. Αφού τα φτιάξουν ωστόσο αντιλαμβάνεατι ότι κάτι δεν πάει καλά μ' αυτήν, πεποίθηση που εδραιώνεται όταν θα γνωρίσει την οικογένειά της. Περιττό να πούμε βέβαια ότι ο ίδιος αποσύρεται σταδιακά από τα πάντα, καθώς η εμμονή του μ' εκείνη μεγαλώνει ολοένα...
Η ταινία είναι χαμηλότονη για φιλμ τρόμου, δεν βασίζεται σε εφέ και εύκολα "μπου" και δημιουργεί σιγά - σιγά μια αρρωστημένη ατμόσφαιρα, ταιριαστή για ταινία ενός είδους) βρικολάκων. Αποκλειστικά θηλυκών στη συγκεκριμένη περίπτωση.  Ή, αν θέλετε, μπορείτε ακόμα να το χαρακτηρίσετε μια παραλλαγή στο αιωνιο θέμα του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, του απαγορευμένου έρωτα δύο "αταίριαστων" δηλαδή. Πάντως, παράλληλα με την ατμόσφαιρα που περιγράψαμε, υπάρχει και έντονο το ερωτικό στοιχείο. Έρωτας και θάνατος πάνε μαζί, ο έρωτας μας απομυζεί και μας κάνει να έχουμε μυαλό μόνο γι΄αυτόν κλπ. κλπ. Πρέπει να πω πάντως ότι στην ταινία τονίζεται και το θέμα της αποδοχής του διαφορετικού: ο ήρωας ζει (και τα πάει μια χαρά) με μαύρο συγκάτοικο, ο αταίριαστος έρωτας που λέγαμε κλπ.
Το είπα από την αρχή: Δεν είναι η σπουδαία ταινία που θα ανατρέψει τα δεδομένα του τόσο πολυχρησιμοποιημένου βαμπιρικού μοτίβου. Ωστόσο τη βρήκα τίμια, χαμηλότονη, και, εν πάσει περιπτώσει, αν δεν ψάχνετε μόνο για εντυπωσιακά ψηφιακά εφέ και διαρκή καρδιοχτύπια (από φόβο εννοώ) είναι ένα συμπαθητικό φιλμ. Μέχρις εκεί όμως.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 30, 2017

"ΟΙ ΑΤΑΙΡΙΑΣΤΟΙ" Ή ΤΙΤΛΟΙ ΤΕΛΟΥΣ ΓΙΑ ΚΑΟΥΜΠΟΪΣ

Το 1961 ο μεγάλος John Huston (1906-1987) γυρίζει το "The Misfits" ("Οι Αταίριαστιοι" στην Ελλάδα), ταινία η οποία έμελλε να είναι η τελευταία των δύο από τους σταρς που πρωταγωνιστούσαν : Της Μέριλιν Μονρόε και του Κλαρκ Γκέιμπλ (οι άλλοι δύο που έπαιζαν ήταν ο Μοντγκόμερι Κλιφτ και ο Ελάι Γουάλας).
Η ηρωίδα (η Μέριλιν) πάει στο Ρένο της Νεβάδα για να πάρει γρήγορο διαζύγιο, ενώ στο μυαλό της δεν έχει κανένα σχέδιο για το μέλλον. Με την ηλικιωμένη, αλλά "έξω καρδιά" σπιτονοιοκυρά της θα συναντήσουν σε ένα μπαρ δύο από τους τελευταίους κάουμπόις, μαζί θα πάνε στο εξοχικό του ενός, εκείνη θα ερωτευτεί τον έναν, στην παρέα θα προστεθεί κι ένας τρίτος άντρας και όλοι μαζί θα πάνε για ροντέο και μετά για κυνήγι άγριων αλόγων (όπως και οι κάουμπόις- κυνηγοί τους είναι κι αυτά από τα τελευταία που έχουν απομείνει).
Ο Χιούστον γυρίζει μια ελεγεία πάνω στο τέλος εποχής πολλών πραγμάτων: Οι κάουμπόις, το είπαμε, είναι οι τελευταίοι που επιμένουν στο "πρωτόγονο" επάγγελμά τους. Τα άγρια άλογα  από τα τελευταία που εξακολουθούν να καλπάζουν ελεύθερα. Η Μέριλιν είναι η τελευταία ευκαιρία για τον πλέον μεσήλικα απ' τους άντρες. Η φύση μοιάζει κι αυτή να τελειώνει, τα πάντα είναι πλέον τεχνητά, πόλεις. Όσο για τον κάουμπόι, είναι ταυτόχρονα ένας "ετεροχρονισμός", διαθέτοντας μια "μάτσο βαραβαρότητα", αλλά και ένας ρομαντικός, ο οποίος αρνείται να μπει στα στενά καλούπια της αστικής ζωής, βάζοντας πάνω απ' όλα την ελευθερία. Κάποιου είδους χάπι εντ υπάρχει, ωστόσο η όλη αίσθηση που αφήνει το φιλμ είναι γλυκόπικρη.
Μαζί με όλα αυτά θα θαυμάσετε ένα εξαιρετικό καστ και μερικές αξέχαστες σκηνές: Τη Μάριλιν με το γιογιό (ή όπως αλλιώς το λένε αυτό) στο μπαρ, κυρίως όμως τη φοβερή και ιδιαίτερα μακρά σεκάνς του τέλους, με το κυνήγι, τη σύλληψη και τον δαμασμό των άγριων αλόγων και τα όσα ακολουθούν. Αληθινές σκηνές ανθολογίας! Όσο για τους χαρακτήρες (η καλή, ευαίσθητη και πληγωμένη Μέριλν, ο βάρβαρος αλλά και ρομαντικός Γκέιμπλ, ο αλκοολικός και ασταθής Κλιφτ, ο καταδικασμένος, όπως όλα δείχνουν, στη μοναξιά Γουάλας), είναι όλοι καλά μελετημένοι και άριστα δοσμένοι. Σχέσεις φιλίας, έρωτα, καυγάδες, όλα άψογα δομημένα και δοσμένα, και μια περιρέουσα μελαγχολία (με όλα αυτά τα "τέλος εποχής"), σφραγίζουν την ταινία.  Όσο για την ασπρόμαυρη φωτογραφία συλλαμβάνει το μεγαλείο της φύσης, που αποξενώνεται όλο και περισσότερο από τον άνθρωπο (ή μάλλον καταστρέφεται απ' αυτόν).
Σημαντική κατά τη γνώμη μου ταινία, όχι από τις γνωστότερες του Χιούστον, διατηρεί μέχρι σήμερα τη γοητεία της. Αξίζει να την ψάξετε, έστω και απλώς για ενδοκινηματογραφικούς λόγους (τελευταία εμφάνιση στην οθόνη δύο μεγάλων μορφών, όπως είπαμε στην αρχή).

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 29, 2017

Η "ΝΥΧΤΑ ΤΡΟΜΟΥ" ΚΑΙ ΤΑ "ΑΘΩΑ" 80'ς

Η δεκαετία του 80 μπορεί να υπήρξε "ξενέρωτη" σε πολλά (αν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι ερχόταν μετά τα ταραγμένα 60ς και 70ς), μια άλλη όμως λέξη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί γι' αυτήν είναι η λέξη "αθώα", σε σχέση τουλάχιστον με όσα δύσκολα βιώνουμε σήμερα. Πέραν αυτών των γενικών όμως διαπιστώσεων, στα κινηματογραφικά πράγματα μένει ως "χρυσή εποχή" των ταινιών τρόμου, ίσως μάλιστα η σημαντικότερη μετά την αληθινά "χρυσή" (με την έννοια ότι έθεσε τις βάσεις) δεκαετία του 30. Μια από τις συμπαθείς ταινίες που συνέβαλε σ' αυτό είναι και το ντεμπούτο του Tom Holland "Νύχτα Τρόμου" (Fright Night) του 1985. Ντεμπούτο που δεν είχε συνέχεια, αφού ο σκηνοθέτης έκανε πολύ λίγες ταινίες μετά (και όχι πολύ σπουδαίες).
Στη "Νύχτα Τρόμου" λοιπόν, ο έφηβος ήρωας, που μένει με τη μητέρα του, διαπιστώνει ιδίοις όμμασι (ως άλλος "Σιωπηλός Μάρτυρας") ότι ο άρτι αφιχθείς γείτονάς του είναι βρικόλακας και τις νύχτες δεν παραλείπει να "καταναλώνει" όμορφα κορίτσια. Φυσικά κανείς δεν τον πιστεύει, καθώς ο γείτονας (τη μέρα τουλάχιστον) είναι γοητευτικός και άψογος στους τρόπους του. Τα μεγάλα προβλήματα αρχίζουν όταν ο τελευταίος αντιλαμβάνεται ότι ο μικρός τον έχει πάρει είδηση και... το κυνηγητό αρχίζει. Μόνος (ακούσιος) σύμμαχος του έφηβου γίνεται ένας ηλικιωμένος τηλεοπτικός σταρ που έχει μόνιμη εκπομπή με θέμα τους βρικόλακες (δίχως ο ίδιος να πιστεύει σ' αυτούς).
Το φιλμ δεν είναι συγκλονιστικό, διαθέτει σχετικά αφελές σενάριο και δεν διακρίνεται για την σωστή απόδοση της ψυχολογίας των έντρομων ηρώων. Όσο για την ιστορία, έχει τις κλασικές επιροές από τον αυθεντικό "Δράκουλα" του Στόουκερ (αν το δείτε, θα καταλάβετε πού). Ωστόσο είναι ένα από τα πρώτα που συνδύασαν αρκετά πετυχημένα νομίζω τον τρόμο με το χιούμορ, κι όλα αυτά εν μέσω της τόσο προσφιλούς στους αμερικάνους εφηβικής ατμόσφαιρας. Και προς το τέλος μας επιφυλάσσει και μερικές εφιαλτικές μεταμορφώσεις (με "χειροποίητα" και όχι ψηφιακά εφέ) μετατρέποντας τη μέχρι τότε μάλλον εύθυμη ατμόσφαιρα σε αληθινά τρομακτική. Το πιο σημαντικό όμως, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, είναι ότι η ταινία βλέπεται μέχρι σήμερα αρκετά ευχάριστα, διαθέτει ρυθμό και σασπένς, το οποίο κλιμακώνεται όσο προχωρά η ώρα, και τον παλαίμαχο Ρούντι Μακ Ντάουελ στο ρόλο του ηλικιωμένου δήθεν κυνηγού βρικολάκων.
Αν είστε φίλοι των ταινιών τρόμου δείτε ένα από τα φιλμ που πρόσθεσαν το λιθαράκι τους στην εδραίωση του είδους στη δεκαετία αυτή και παραβλέψετε (αν αυτό είναι εφικτό) την ανυπόφορη "εϊτίλα" του σε όλα τα επίπεδα. Τώρα βέβαια πολλοί θα θεωρήσουν την ιδιότητα αυτή απόλυτα νοσταλγική και ευπρόσδεκτη. ΟΚ, τότε θα απολαύσουν ακόμα περισσότερο την ταινία.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 27, 2017

BEST OF 2016-2017

Ο Σεπτέμβρης τελειώνει και ήρθε και πάλι ο καιρός για τα καλύτερα της σεζόν. Με τους γνωστούς όρους:
- Ως "σεζόν" νοείται από 1η Σεπτέμβρη 2016 έως 31 Αυγούστου 2017.
- Αναφερόμαστε μόνο στις καινούριες ταινίες που προβλήθηκαν και όχι στις επαναλήψεις που ξαναβγήκαν (π.χ. "Ο Νεκρός" του Τζάρμους).
- Η σειρά τόσο των 10 καλύτερων όσο και των "επιλαχόντων" ΔΕΝ είναι αξιολογική, αλλά αλφαβητική κατά σκηνοθέτη.
Φέτος νομίζω ότι είδα λιγότερες καινούριες ταινίες και περισσότερες παλιές. Έτσι στιςεπιλογές μου θα υπάρχουν σίγουρα παραλείψεις καλών ταινιών που έχασα. Τι να κάνουμε; Και μη ξεχνάτε βεβαίως ότι όλο αυτό το παιχνίδι είναι καθαρά υποκειμενικό. Διαφωνείστε ελεύθερα λοιπόν!

Ιδού οι 10 καλύτερες κατά τη γνώμη μου:

1. Toni Erdmann της Maren Ade
2. Under the Shadow (Στη Σκιά του Φόβου) του Babak Anvari
3. Η Οργή Ενός Υπομονετικού Ανθρώπου του Raoul Arevalo
4. Η Υπηρέτρια του Chan-Wook Park
 5. La la land του Damien Chazelle
6. Ο Εμποράκος του Ashgar Farhadi
7. Paterson του Jim Jarmusch
8. Ποίηση Χωρίς Τέλος του Alejandro Jodorowsky
9. Wind River (Στα Ίχνη του Ανέμου) του Taylor Sheridan
10.Arrival του Denis Villeneuve

Να και οι άλλες που ξεχώρισα (μερικές θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται στις 10 πρώτες, αλλά τι να κάνουμε; Αυτά έχει το παιχνίδι των 10: Πρέπει να κόψεις...)

- Tscick του Fatih Akin
- Η Αποπλάνηση της Sofia Coppola
 - Ο Επιφανής Πολίτης των Gaston Duprat, Mariano Cohn
- Moonlight του Barry Jenkins
- Το Δίχτυ του Kim Ki-Douk
- Les Premiers les Derniers του Bouli Lanners
- Neruda του Pablo Larrain 
- Logan του James Mangold
- Captain Fantastic του Ross Matt
- Their Finest (Η Καλύτερη Στιγμή τους) της Lone Scherfig
- Suburra του Stefano Solima
- Κανείς δεν Μπορεί να μας Σώσει του Rodrigo Sorogoyen
- Elle του Paul Verhoeven

Και του χρόνου!

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 24, 2017

ΖΕΥΓΑΡΙ ΨΑΧΝΕΙ ΑΠΕΓΝΩΣΜΕΝΑ "PICADERO" ΓΙΑ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ ΜΟΝΟ...

Ο Ben Sharrock είναι βρετανός, η πρώτη ωστόσο μεγάλου μήκους ταινία του, το "Picadero" του 2015, είναι... βάσκικη. Εκεί είναι γυρισμένη, εκεί διαδραματίζεται, βάσκοι είναι οι ηθοποιοί και βάσκικα μιλά. Και είναι απ' αυτές που θα αρέσουν μάλλον σε λίγους.
Το πρωταγωνιστικό νεαρό ζεύγος είναι άνεργο. Εκείνος κάνει την πρακτική του σε εργοστάσιο (δίχως βέβαια να πληρώνεται), εκείνη έχει σπουδάσει ιστορία τέχνης και... σιγά μη βρει δουλειά στο χώρο. Αυτός ελπίζει να προσληφθεί μόνιμα στο εργοστάσιο, αυτή μαθαίνει αγγλικά για να φύγει στη Σκωτία. Φυσικά αμφότεροι μένουν με τους γονείς τους. Όταν λοιπόν τα φτιάχνουν, αφού είναι άφραγκοι και οι δύο και αφού δεν διαθέτουν αυτοκίνητο... απλούστατα δεν βρίσκουν μέρος να κάνουν έρωτα. Ψάχνουν λοιπόν για "πικαδέρο", που στη βάσκικη αργκό σημαίνει δημόσιο μέρος (πάρκινγκ, εγκαταλειμένα κτίρια κλπ.) όπου συνηθίζουν να καταφεύγουν ζευγάρια για να πηδηχτούν. Κι αυτό όμως θα αποδειχτεί αρκετά δύσκολο...
Ας έρθουμε πρώτα στο στιλ. Ο Sharrock βρίσκεται πολύ κοντά στο κλίμα του Καουρισμάκι, ίσως και του Τζάρμους. Ακίνητη κάμερα (με ελάχιστες κινήσεις τέλος πάντων), λιτοί, συνηθισμένοι χώροι, λιγοστοί και κοφτοί διάλογοι, μινιμαλιστική δράση κια επαναλαμβανόμενες καταστάσεις. Καθώς η μουντή, άσχημη καθημερινότητα είναι ο κύριος πρωταγωνιστής, πιθανότατα πολλοί θεατές θα πλήξουν. Γι' αυτό είπα στην αρχή ότι θα αρέσει μάλλον σε λίγους.
Ωστόσο όλη αυτή η μιζέρια καταφέρνει νομίζω να πετύχει το στόχο του σκηνοθέτη: Να καταγράψει το αδιεξοδο μιας νέας γενιάς δίχως ιδιαίτερα προσόντα, αδιέξοδο που κύρια αιτία του είναι η οικονομική κρίση και η συνεπαγόμενη ανεργία. Το αποτέλεσμα είναι οι νέοι αυτοί άνθρωποι να μην περιμένουν να ζήσουν αξιοπρεπώς και με ενδιαφέροντα, αλλά απλώς να επιβιώσουν. Από την άλλη, σε προσωπικό επίπεδο, ο με ελάχιστα ενδιαφέροντα ήρωας διχάζεται ανάμεσα στην προοπτική του έρωτα αφ' ενός, ο οποίος όμως δεν παρέχει την παραμικρή ασφάλεια για το μέλλον, και του βολέματος (και ταυτόχρονα βαλτώματος) σε έναν ασφαλή, γκρίζο και μίζερο κομφορμισμό. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα...
Φυσικά το φιλμ διαθέτει χιούμορ, ιδιότυπο χιούμορ που βρίσκεται κοντά σ' αυτό του Καουρισμάκι, και δεν δίνει δεκάρα για εντυπωσιασμούς. Είπαμε, η λιτότητα και ο μινιμαλισμός, τόσο σεναριακά όσο και εικαστικά, κυριαρχούν. Αν σας αρέσει αυτό το ιδιόρυθμο και προσωπικό είδος σινεμά δείτε το. Προσωπικά το βρήκα γοητευτικό στην αστεία μιζέρια του και στη συμπάθεια με την οποία κοιτάζει τους ήρωές του, αλλά και στην ξεκάθαρη, αν και χαμηλότονη, κοινωνική καταγγελία του. Αν όμως περιμένετε ξεκαρδιστικές καταστάσεις, πολλά γεγονότα και δράση, φοβάμαι ότι θα βαρεθείτε.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 23, 2017

Η "PAULINA" ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΗΣ

Μια νέα γυναίκα με λαμπρή καριέρα δικαστικού μπροστά της (ο πατέρας της είναι επίσης γνωστός δικαστικός, με γενικότερη επιρροή μάλιστα), εγκαταλείπει αιφνίδια τις σπουδές της για να επιλέξει καριέρα δασκάλας στην επαρχία (ή στη γειτονική Παραγουάη νομίζω, σε ειδικό πρόγραμμα επιμόρφωσης φτωχών χωρικών). Παρά τις έντονες αντιρρήσεις του πατέρα της φυσικά. Εκεί όμως, μετά τα πρώτα σοκ μη επικοινωνίας με τα παιδιά (τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα απ' όσο νόμιζε) θα πέσει θύμα βιασμού και όλα θα αλλάξουν. Πλην όμως εκείνη αρνείται να αλλάξει οτιδήποτε και οι αποφάσεις και ο χειρισμός του όλου προβλήματος θα είναι αποκλειστικά προσωπικός και - τουλάχιστον - ιδιόρυθμος.
Αυτά συμβαίνουν στο αργεντίνικο φιλμ "Paulina" ("La Patota" ο πρωτότυπος τίτλος), που γύρισε το 2015 ο σεναριογράφος κυρίως Santiago Mitre. Μην περιμένετε δράση, ιστορίες άγριας εκδίκησης, βία και τέτοια. Καμία σχέση. Η ταινία είναι κυρίως ένα ψυχολογικό δράμα, που πρώτιστα ενδιαφέρεται για τις αντιδράσεις της ηρωίδας, τις επιλογές της, το νόημα της δικαιοσύνης (ή "δικαιοσύνης", για την οποία γίνονται πολλές νύξεις), το πολιτικοκοινωνικό background, τις σχέσεις πατέρα - κόρης κλπ. Είναι εξαιρετικά γυρισμένο, οι ηθοποιίες είναι πολύ καλές και ο τρόπος αφήγησης πρωτότυπος., καθώς ο σκηνοθέτης επιλέγει έναν μπρος - πίσω στο χρόνο τρόπο, μακριά από γραμμική παράθεση γεγονότων. Συχνά μάλιστα κάποια γεγονότα δείχνονται από οπτικές διαφορετικών ανθρώπων. Έτσι, συνολικά, βρίσκω την ταινία ενδιαφέρουσα και, επί πλέον, με κράτησε σε όλη της τη διάρκεια με το δυνατό θέμα και την πρωτότυπη απόδοσή του.
Όλα καλά λοιπόν μέχρι εδώ. Από εδώ ακριβώς όμως αρχίζουν τα "σκοτεινά" σημεία. Βλέπετε, βρίσκω τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις της Παουλίνα ακατανόητες. Τουλάχιστον προσωπικά δεν μπορώ να αντιληφτώ τα κριτήρια και τα κίνητρά της. ΟΚ, αντιλαμβάνομαι το γενικό πνεύμα του "κανείς δεν μπορεί να αποφασίσει και, πολύ περισσότερο, να επιβάλλει τη γνώμη και τις αποφάσεις του, πέρα από την ίδια την παθούσα". Σύμφωνοι. Γιατί όμως η ηρωίδα επιλέγει ό,τι επιλέγει; Το θέμα σηκώνει πολλή συζήτηση, δεν μπορώ όμως δυστυχώς να επεκταθώ σ΄αυτό, διότι η αποκάλυψη και η συζήτηση των αποφάσεων αυτών θα αποτελούσαν αδικαιολόγητο spoiler. Απλώς αδυνατώ να κατανοήσω τη λογική της, όταν μάλιστα σε ένα διάλογο με τον πατέρα (οι διάλογοι αυτοί καταλαμβάνουν κομβικά σημεία της ιστορίας) δηλώνει ξεκάθαρα ότι εντελώς διαφορετικά θα συμπεριφερόταν αν βιαζόταν από τον φίλο της. Τι να πω; Άβυσος η ψυχή του ανθρώπου (και του συνσεναριογράφου σκηνοθέτη). Το φιλμ πάντως, όπως διαβάζω, βασίζεται σε παλιό (του 1960) αργεντίνικο νουάρ.
Αυτά. Ενδιαφέροντα, αλλά για μένα τουλάχιστον μάλλον ακατανόητα. Από ψυχολογική άποψη εννοώ.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 22, 2017

"ΕΠΤΑ ΦΟΡΕΣ... ΑΠΙΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ"

Το 1967 ο σημαντικός ιταλός δημιουργός Vittorio De Sica (1901-1974) βρίσκεται πλέον πολύ μακριά από τον νεορεαλισμό, τον οποίο ο ίδιος κατά κύριο λόγο είχε καθιερώσει με τον "Κλέφτη Ποδηλάτων" και κάποια άλλα φιλμ του. Τότε λοιπόν γυρίζει τη σπονδυλωτή κομεντί "Επτά Φορές Γυναίκα" (Woman Times Seven) με την Σίρλεϊ Μακ Λέιν να διαπρέπει στον βασικό ρόλο (ή μάλλον σε 7 διαφορετικούς ρόλους) και με μια πλειάδα διάσημων ηθοποιών να περιστρέφονται γύρω της στις 7 μικρές ιστορίες (Πίτερ Σέλερς, Βιτόριο Γκάσμαν, Λεξ Μπάρκερ, Άλαν Άρκιν, Μάικλ Κέιν, Φιλίπ Νουαρέ, αλλά και Έλσα Μαρτινέλι, Ανίτα ΄Έκμπεργκ κλπ.) Το βασικό θέμα είναι βεβαίως οι ερωτικές σχέσεις και κυρίως η απιστία (ή η wannabe απιστία).
Δε νομίζω ότι έχει νόημα να αφηγηθούμε τα στόρι όλων των επεισοδίων. Υπάρχει το σπαρταριστό πρώτο με την κηδεία του συζύγου και τον δικηγόρο Σέλερς, αυτό με την γυναίκα που, απηυδισμένη από τον άπιστο σύζυγό της παρά λίγο να γίνει πόρνη από εκδίκηση, αυτό με το ερωτευμένο ζεύγος που επιχειρεί να αυτοκτονήσει, αυτό με τον μεγαλομανή συγγραφέα σύζυγο για τον οποίο η γυναίκα του είναι σχεδόν αόρατη, το άλλο με τον (πιθανό) επίδοξο εραστή να παρακολουθεί κατά πόδας μια παντρεμένη γυναίκα και την τελική ανατροπή κλπ.
Η Μακ Λέιν ερμηνεύει με μπρίο και φινέτσα μια γκάμα αρχετυπικών γυναικείων χαρακτήρων: Υστερική, "σκύλα", ρομαντική, πουριτανή, μισότρελη, υποταγμένη με καταπιεσμένες επιθυμίες κλπ. κλπ.) και πάντοτε λάμπει στους ρόλους αυτούς. Τα ερωτικά ήθη της δεκαετίας του 60, υποτίθεται απελευθερωμένα, πλήν όμως στις περισσότερες των περιπτώσεων εδώ βαθύτατα συντηρητικά, εξετάζονται από κωμική σκοπιά και σατιρίζονται με αρκετό κέφι.
Όπως συμβαίνει πάντοτε στα σπονδυλωτά φιλμ τα σκετς είναι άνισα. Υπάρχουν κεφάτα και έξυπνα και άλλα λιγότερο. Δεν υπάρχουν πάντως και πολλά ανατρεπτικά (με οποιονδήποτε τρόπο), καθώς τα περισσότερα διαθέτουν μάλλον συμβατικό τέλος, με την ανωτερότητα των αντρών να μην αμφισβητείται. Μπορεί βέβαια κάποιος να θεωρήσει το στοιχείο αυτό ως σάτιρα της ανδροκρατούμενης κοινωνίας, ότι δηλαδή αυτό ακριβώς σχολιάζει το φιλμ. Πιθανόν. Προσωπικά μάλλον προτιμώ το τελευταίο, με τον τύπο που πρακολουθεί τις δύο γυναίκες, το οποίο βρίσκω κατά βάθος μελαγχολικό με τον τελικό συμβιβασμό, ωστόσο οποιοσδήποτε είναι αναμενόμενο να διαφωνήσει και να έχει διαφορετικές προτιμήσεις.
Συνολικά πρόκειται νομίζω όχι για μεγάλη ταινία, ωστόσο ευχάριστη, κομψήστο μεγαλύτερο μέρος της και χαριτωμένη. Μάλλον θα διασκεδάσετε. Και θα παρακολουθήσετε όλη αυτή την παρέλαση των σταρ γύρω από την υπέροχη Σίρλεϊ.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 21, 2017

"THE NEW WORLD" Ή Η ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΦΛΥΑΡΙΑ

Ίσως μερικοί να "σκίσετε τα ιμάτιά σας", αλλά θα τολμήσω να πω ότι ο Terence Malick δεν υπήρξε ποτέ αγαπημένος μου. Ο σκηνοθέτης αυτός, ομολογουμένως ιδιαίτερα εικαστικός και μονίμως "φιλοσοφικός", προσωπικά μου φαίνεται μάλλον βαρετος και υπερεκτιμημένος. Το "The New World" του 2005 νομίζω ότι δεν αποτελεί εξαίρεση.
Η ταινία αφηγείται την αποίκηση της Αμερικής από τους άγγλους το μακρινό 1607 και τη σχέση τους με τους ιθαγενείς. Καθώς ένα πλοίο με άποικους - στρατιώτες φτάνει στη Βιρτζίνια ο Κάπτεν Σμιθ γλυτώνει την κρεμάλα (τον κατηγορούσαν για υποκίνηση σε ανταρσία). Οι σχέσεις του με τους άλλους άποικους περνούν από διάφορα στάδια (από αρχηγός έως σχεδόν κατάδικος). Αυτός ωστόσο ερωτεύεται όχι μόνο μια ιθαγενή ινδιάνα πριγκήπισα της γειτονικής φυλής, αλλά και την παρθένα φύση που τον περιβάλλει, όπου βρίσκει το αληθινό νόημα της ζωής. Η ιστορία όμως έχει συνέχεια. Ο ήρωάς μας θα αναγκαστεί να αναχωρήσει και μια νέα ζωή περιμένει τη νεαρή ινδιάνα, η οποία βαθμιαία θα μυηθεί στους δυτικούς τρόπους.
Ο Μάλικ ακολουθεί κι εδώ κάποιες από τις σταθερές προβληματικές του: Αληθινή έκσταση μπροστά στη φύση, σκέψεις για την αγάπη, συμπαντική άποψη της ζωής. Αλλά εξετάζει επίσης τις, αντίθετες συνήθως, σχέσεις ανάμεσα στο θέλω και στο πρέπει, στην επιθυμία και στο καθήκον. Και τις ιμπεριαλιστικές πρακτικές των δυτικών, την καταστροφή της φύσης και της αρμονίας με την οποία ζουν σε σχέση μ' αυτήν οι πρωτόγονες φυλές, την καταστροφή τελικά αυτής της ισορροπίας και, εν τέλει, την αποδοχή της ζωής ως έχει, τον τελικό συμβιβασμό με την ήρεμη αγάπη απέναντι σε έναν θυελλώδη έρωτα.
Ενδιαφέροντα όλα αυτά - αν και ήδη πολλά και φορτωμένα - αλλά θα μου επιτρέψετε να θεωρώ ότι για μια ακόμα φορά ο δημιουργός αυτός περισσότερο αμπελοφιλοσοφεί. Η αφήγησή του φρενάρει, κολλάει ουσιαστικά, γίνεται (επίτηδες υποθέτω) ακόμη πιο αργή από τους συνήθεις αργούς ρυθμούς του, καθώς κάθε λίγο στην ιστορία παρεμβάλλονται λυρικοί μονόλογοι των ηρώων περί έρωτα και αγάπης, περί ζωής και φύσης και άλλων "υψηλών". Ο ίδιος ο σκηνοθέτης μοιάζει εκστατικός μπροστά στη φύση (συγνώμη, αλλά αυτή η τυφλή μυθοποίηση και ωραιοποίηση της κατά βάθος φριχτά άγριας και βάρβαρης φύσης μου φαίνεται αφελής) και χαμένος στους συμπαντικούς του συλλογισμούς (εις βάρος της φιλμικής ροής κατά τη γνώμη μου).
Η φωτογραφία βεβαίως είναι πολύ καλή, η φύση υμνείται όπως είπαμε και μοιάζει πανέμορφη, ο Κόλιν Φαρέλ είναι καλός, η πρωτοεμφανιζόμενη Q'orianka Kilcher επίσης (όπως και ο Κρίστοφερ Πλάμερ και ο Κρίστιαν Μπέιλ), η σύλληψη είναι συχνά επική, συνολικά όμως το όλο "πακέτο" με κούρασε αρκετά. Ας σταματήσει να θέλει να τα πει όλα με τη μία ο Μάλικ, με αποτέλεσμα πολλές ταινίες του να γίνονται τελικά ιδιαίτερα βαριές.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 17, 2017

Ο SHAKESPEARE, ΟΙ ΦΟΝΟΙ, Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ "THEATRE OF BLOOD"

Ο Douglas Hickox (1929-1988) υπήρξε ένας μάλλον μέτριος βρετανός σκηνοθέτης, με λίγες σχετικά ταινίες στο ενεργητικό του (αργότερα έκανε και αρκετή τηλεόραση). Το 1973 γυρίζει το "Theater of Blood", ταινία τρόμου (αν και όχι μόνο), με τον εμβληματικό Βίνσεντ Πράις να κυριαρχεί στην οθόνη.
Η ιστορία είναι απλή: Ένας πρώην διάσημος σεξπιρικός ηθοποιός, που όλοι θεωρούν νεκρό, επιστρέφει και αρχίζει να δολοφονεί με πραγματικά ευφάνταστους τρόπους όλους τους κριτικούς θεάτρου που είχαν γράψει εναντίον του και του είχαν στερήσει ένα μεγάλο θεατρικό βραβείο. Το ενδιαφέρον είναι ότι όλοι οι φόνοι είναι άμεσα εμπνευσμένοι από φόνους που υπάρχουν (και είναι, ως γνωστόν, ουκ ολίγοι) σε έργα του Σαίξπηρ (Βλέπετε; Γράφω την ελληνική απόδοση του Shakespeare και με τους δύο τρόπους, τον παλιό και τον νέο, για να τα έχω καλά με όλους).
Η ταινία χρησιμοποιεί το μπαρόκ κλίμα (βαριά σκηνικά και κοστούμια, γκροτέσκοι τρόποι θανάτου κλπ.) πoυ συνηθίζεται στα φιλμ τρόμου του Βίνσεντ Πράις. Φυσικά η όλη δομή της μας φέρνει αμέσως στο νου τα δύο φιλμ του δόκτορα Φάιμπς, που ο Πράις είχε γυρίσει μόλις τα δύο προηγούμενα χρόνια. Φυσικά ο ήρωας δεν είναι ο ίδιος, αλλά η σειρά των τελετουργικών φόνων παραπέμπει αμέσως εκεί. Ωστόσο εδώ έχουμε και κάτι παραπάνω: Μια γερή δόση χιούμορ (κατάμαυρου συνήθως). Και μόνο η ιδέα του ηθοποιού που δολοφονεί τους κριτικούς που έγραψαν αρνητικά γι' αυτόν είναι βέβαια αστεία και μας κάνει να σκεφτούμε τις σχέσεις τέχνης και κριτικής, τη εξουσία και τα "δικαιώματα" της τελευταίας κλπ. Όχι ότι μας βάζει σε βαθιές σκέψεις βέβαια, αλλά, όσο νά' ναι... Πάντως εδώ το χιούμορ έχει συχνά το πάνω χέρι, πράγμα που γίνεται όλο και πιο εμφανές όσο προχωρά το φιλμ.
Κατά τα άλλα ο Πράις βρίσκεται στο στοιχείο του. Η εν γένει πομπώδης ερμηνεία και εμφάνισή του ταιριάζει γάντι με τις διαρκείς ερμηνείες του σε σεξπιρικά αποσπάσματα στο φιλμ (μιλά άλλωστε σχεδόν αποκλειστικά με σεξπιρικές ατάκες). Το όλο σκηνικό συμπληρώνεται από τη στρατιά των αλκοολοκών / κλοσάρ / τρελών που τον ακολουθούν, άλλοτε ως θίασος και άλλοτε παίζοντας το ρόλο του κοινού που αποθεώνει το ταλέντο του παρανοϊκού αφεντη του, αλλά και από την κόρη του, άλλη μια πιστή στην υπηρεσία του τρελού πατέρα της.
Γενικά δεν πρόκειται να το πάρουμε στα σοβαρά ως ταινία. Δεν είναι μεγάλη. Διαθέτει όμως την παλιομοδίτικη γοητεία της, την μπαρόκ ατμόσφαιρα που αναφέραμε και το μαύρο χιούμορ - από τα σχετικά πρώιμα δείγματα παντρέματος τρόμου και χιούμορ. Πάντως για τους φανς του Πράις αποτελεί must. Πότε θα τον ξαναδείτε να ερμηνεύει Σαίξπηρ, και μάλιστα κομμάτια από πολλά έργα του βάρδου;
ΥΓ: Πoιο απο΄τα δύο προτιμάτε; Σαίξπηρ ή Σέξπιρ;

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 14, 2017

"ΕΡΧΕΤΑΙ ΤΗ ΝΥΧΤΑ"... ΜΕΤΑΞΥ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΚΑΙ ΨΕΜΑΤΟΣ

Τα τελευταία χρόνια στην Αμερική έχει αναδυθεί μια τάση δημιουργίας ταινιών τρόμου πολύ μακριά από τις συνηθισμένες του είδους: Δίχως εφέ, δίχως ξαφνικά οπτικά και ηχητικά "μπου", δίχως "ξλουστραρισμένη" φωτογραφία, με πολύ φτηνή παραγωγή, ποντάρουν περισσότερο στη δημιουργία ατμόσφαιρας και ρεαλισμού-μέσα-στο-φανταστικό. Στην κατηγορία αυτή ανήκει το "Έρχεται τη Νύχτα" του 2017, δεύτερη ταινία του Trey Edward Shults.
Στις ΗΠΑ έχει εξαπλωθεί μια θανατηφόρα ασθένεια, η οποία έχει εξολοθρεύσει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Μια οικογένεια (πατέρας, μητέρα, 17χρονος γιος), ζουν απομονωμένοι στο δάσος, λαμβάνοντας αυστηρά μέτρα και έχοντας δημιουργήσει γύρω τους ένα περιβάλλον που τους επιτρέπει να επιβιώνουν (αν και στην πρώτη μόλις σκηνή αναγκάζονται να σκοτώσουν τον παππού, ο οποίος έχει μολυνθεί). Όλα όμως θα αλλάξουν όταν θα αποφοσίσουν να φιλοξενήσουν μια οικογένεια (τριμελή κι αυτή) στο σπίτι - φρούριό τους. Οι σχέσεις μεταξύ τους θα μεταβάλλονται διαρκώς, ενώ η μεταξύ τους αμφιβολία θα εμφανίζεται ύπουλα κάθε στιγμή...
Το είπαμε. Μην περιμένετε εφέ και άγριες σκηνές τρόμου. Κι όχι μόνο αυτό: Μην περιμένετε ούτε καν σαφείς απαντήσεις για το τι ακριβώς συμβαίνει, τι είναι αληθινό και τι φανταστικό, ποια απ' όσα λέγονται είναι αλήθεια και ποια όχι. Άλλωστε τα συνεχή όνειρα του 17χρονου γιου μπερδεύονται με την φριχτή πραγματικότητα. Σ' αυτό το ανεξάρτητο, low budget φιλμ προέχει η δημιουργία κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας, μια διάχυτη, πανταχού παρούσα ανησυχία και η υποβολή μιας σειράς ερωτημάτων και προβληματισμών πάνω στην αυτοδικία, τα όρια της ηθικής (πού μπορούμε να φτάσουμε για να προστατέψουμε την "ιερή" οικογένεια;) και τις ανθρώπινες σχέσεις, οι οποίες, μοιάζει να μας λέει το φιλμ, τινάζονται στον αέρα όταν οι άνθρωποι βρεθούν υπό έντονη πίεση. Μοιάζει περισσότερο να είναι αυτό το τελευταίο: Μια μελέτη στις ανθρώπινες σχέσεις υπό άγρια πίεση, δίχως, όπως είπαμε, να νοιάζεται για σεναριακό ξακαθάρισμα όσον αφορά το τι και το πώς ή το γιατί συμβαίνει.
Ενδιαφέροντα όλα αυτά, καλή και η κίνηση για φτηνές, ατμοσφαιρικές και "σκεπτόμενες" ταινίες τρόμου κόντρα στα υπερφίαλα, εφετζίδικα και ολο πιο βαρετά και ανέμπνευστα φιλμ του είδους που κυριαρχούν, πλην όμως προσωπικά δεν ενθουσιάστηκα και πολύ με το συγκεκριμένο φιλμ. Απλώς το βρήκα ενδιαφέρον.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 13, 2017

Ο "ΒΑΛΕΡΙΑΝ" ΚΑΙ Η (ΑΠΛΩΣ) ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Το "Βαλέριαν και Λορελίν" είναι ένα διάσημο γαλικό κόμικς επιστημονικής φαντασίας των Meziers και Christin, που κυκλοφόρησε μεταξύ 1967 και 2010 και συγκαταλέγεται στα 5 με τις υψηλότερες πωλήσεις των τεράστιων (σε αριθμό εκδόσεων κόμικς εννοώ) εκδόσεων Dargaud. Ο Luc Besson, μεγαλωμένος και επηρεασμένος από παιδί απ' αυτό, αποφασίζει το 2017 να το μεραφέρει στη μεγάλη οθόνη, πράγμα που γι' αυτό αποτελεί έργο ζωής. Έτσι φτιάχνει την ταινία "Ο Βαλέριαν και η Πόλη με τους Χίλιους Πλανήτες", την ακριβότερη ανεξάρτητη παραγωγή που έγινε ποτέ.
Το ζευγάρι των ηρώων (που, ανάμεσα σε μύριες περιπέτειες, προσπαθούν και να τα φτιάξουν), είναι πράκτορες της "Χωροχρονικής Υπηρεσίας" και προστατεύουν από τους "κακούς" την Terran Empire, η οποία, τον 28ο αιώνα, απλώνεται σε όλο τον Γαλαξία, ενώ έλλογα όντα κάθε φυλής (και οι άνθρωποι φυσικά) μπορούν να ταξιδεύουν στιγμιαία στον χώρο και τον χρόνο. Η συγκεκριμένη ιστορία διαδραματίζεται στον αχανή διαστημικό σταθμό - μητρόπολη Άλφα, που κατοικείται από πολλά εκατομμύρια νοήμονα πλάσματα. Η τεράστια πόλη κινδυνεύει από μια απειλή όχι εξωτερική, αλλά που κρύβεται στο ίδιο της το (σχεδόν ανεξερεύνητο) κέντρο. Φυσικά οι ήρωές μας θα αναλάβουν άμεση δράση.
Ας πούμε λοιπόν αρχικά ότι η εναρκτήρια σκηνή, που δείχνει τον τρόπο που δημιουργήθηκε ο Άλφα, είναι εξαιρετική σε σύλληψη και εκτέλεση. Από εκεί και πέρα θα επιμείνω στα εντυπωσιακά (και με μεγάλη ποικιλία) σκηνικά, στην σφιχτή δράση και την εν γένει οπτική απόλαυση. Το σενάριο, εμπλουτισμένο με αντιιμπεριαλιστικά μηνύματα και αρκετό (όχι πάντα καλό κατά τη γνώμη μου) χιούμορ, είναι μάλλον απλό και, αναμενόμενα, επικεντρώνεται στη δράση. Η ταινία είναι επίτηδες φτιαγμένη έτσι ώστε, πάνω απ' όλα, να είναι δισκεδαστική. Ξέρω ότι δέχτηκε πολλές επικρίσεις, αλλά οφείλω να πω ότι προσωπικά όντως το διασκέδασα. Κατάφερε, βλέπετε, να με κάνει να αφεθώ στην οπτική μαγεία της και, αναμενόμενο, με κράτησε η δράση. Τουλάχιστον προσωπικά διασκέδασα περισσότερο από τα ένα-την-εβδομάδα υπερηρωικά αμερικάνικα, τα οποία έχω σκυλοβαρεθεί.
Φυσικά - και επειδή δεν πρόκειται σε καμιά περίπτωση για αρστούργημα - έχω τις αντιρρήσεις μου. Έχουμε το "εύκολο", όπως ξαναείπα, σενάριο, με τις αφέλειές του. Μάλλον επίτηδες, αλλά θα προτιμούσα μια σοβαρότερη δουλειά. Υπάρχουν οι βαρετές και επαναλαμβανόμενες σχέσεις του ζεύγους, με τον ερωτύλο ήρωα να προσπαθεί μόνιμα να τα φτιάξει με την όμορφη συνεργάτιδά του και οι διαρκείς (μάλλον με κρύο χιούμορ) ερωτικές ατάκες ενώ ο κόσμος χάνεται γύρω τους. Εντάξει, είναι προσπάθεια για χιούμορ, αλλά αυτό που βγαίνει είναι "σκασίλα μου για τον Γαλαξία και τα πάντα, εμένα με νοιάζει να ρίξω την κοπέλα". Και, το σπουδαιότερο ίσως, η κακή επιλογή του πρωταγωνιστή. Είναι πολύ πιτσιρικάς και "φλούφλης" για καρδιοκατακτήτής και έμπειρος σωτήρας του κόσμου, πολύ λίγος σαν ηθοποιός και (προσωπική άποψη αυτό) εμένα μου φάνηκε και αντιπαθής σα φάτσα. Αυτό ήταν που με χάλαγε περισότερο.
Πέραν της γκρίνιας, σας είπα ότι το απόλαυσα σαν μια  μάλλον απλοϊκή οπτική πανδαισία. Και χάζευα και τους διάσημους σταρ από κάθε χώρο που παρήλασαν σε μικρούς ρόλους: Ρούντγκερ Χάουερ, Κλάιβ Όουεςν Ίθαν Χοκς, Ριάνα, Χέρμπι Χάνκοκ (!), Αλέν Σαμπά κλπ.
ΥΓ:  Προσωπικά πάντως χαίρομαι που ο Μπεσόν ξαναγύρισε, μετά από καιρό, στις διασκεδαστικές περιπέτειες.