Κυριακή, Ιουλίου 23, 2017

Παρασκευή, Ιουλίου 21, 2017

"Η ΑΠΟΠΛΑΝΗΣΗ" Ή Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΙΑΡΧΙΑΣ


Η Sofia Coppola γυρίζει τις περισσότερες φορές φεμινιστικές ταινίες ή, τουλάχιστον, ταινίες που σαν θέμα έχουν γυναίκες. "Η Αποπλάνηση" (The Beguiled) του 2017 κάθε άλλο παρά ξεφεύγει απ' αυτόν τον κανόνα. Εδώ η Coppola φτιάχνει ένα ριμέικ του "Προδότη" (1971), ενός περίεργου γουέστερν με τον Κλιντ Ίστγουντ (δυστυχώς δεν το έχω δει). Το σίγουρο όμως είναι ότι η ματιά της είναι σαφώς πιο φεμινιστική.
Κατά τη διάρκεια του αιματηρότατου αμερικάνικου εμφύλιου, ένας τραυματισμένος στρατιώτης των Βορείων (σύντομα μαθαίνουμε ότι είναι ιρλανδός μισθοφόρος) καταφεύγει και περιθάλπτεται σε ένα οικοτροφείο θηλέων (κάτι σαν ιδιωτικό σχολείο) που βρίσκεται στο Νότο. Η διευθύντρια, η δασκάλα και 4 μαθητριες είναι όσες έχουν απομείνει σ' αυτό λόγω του καταστροφικού πολέμου. Η παρουσία ενός αρσενικού στο αυστηρά γυναικείο αυτό "άβατο" θα πυροδοτήσει, όπως είναι φυσικό, πόθους και πάθη - ας σημειωθεί ότι ο ανήμπορος στρατιώτης δεν είναι καθόλου αθώος... Κάποια στιγμή η ίδια η ύπαρξη της γυναικείας κοινότητας θα κινδυνέψει και τότε... οι γυναίκες αναλαμβάνουν να αποκαταστήσουν τη χαμένη ισορροπία...
Η σκηνοθέτης φτιάχνει εδώ ένα αρκετά κλειστοφοβικό δράμα (διαδραματίζεται ολόκληρο στους εσωτερικούς χώρους και στον κήπο του σχολείου) με υποβόσκουσες εντάσεις, πάθη που σιγοβράζουν, κάποιες ίντριγκες και στοιχεία θρίλερ. Στο επίκεντρο όλων αυτών βρίσκεται βέβαια η πάλη ανάμεσα στα δύο φύλα. Η μητριαρχία είναι το καθεστώς που επικρατεί. Και δημιουργεί μία φούσκα ασφάλειας απόλυτα αυτάρκη, που προφυλάσσεται από τη φρίκη του έξω κόσμου (είπαμε, ο πόλεμος μαίνεται και η δυστυχία εξαπλώνεται). Ο "παρείσακτος", ο οποίος, θα επαναλάβω, δεν είναι απλώς και μόνο θύμα, θα ανατρέψει αυτόν τον ήρεμο και ασφαλή τρόπο ζωής. Πρέπει λοιπόν να αποβληθεί. Φυσικά μεγάλο μέρος του προβληματισμού της ταινίας καταλαμβάνει και η έντονα καταπιεσμένη σεξουαλικότητα (δεν είναι μόνο το κλειστό σύστημα του σχολείου, αλλά και τα πάμπολλα ταμού της εποχής).
Το φιλμ είναι βραδυφλεγές, δίχως άγριες εξάρσεις. Όπως είπαμε τα πάθη περισσότερο σιγοβράζουν παρά ξεσπάνε (μέχρις ενός σημείου τουλάχιστον). Ίσως η χαμηλότονη αυτή ατμόσφαιρα κουράσει κάποιους, προσωπικά όμως τη βρήκα πολύ ταιριαστή με το όλο νόημα και κλίμα της ταινίας. Και βέβαια η Νικόλ Κίντμαν και η Κίρστεν Ντανστ είναι νομίζω πολύ καλές στους ρόλους τους (όπως και ο Κόλιν Φαρέλ). Για όλα αυτά μου άρεσε αρκετά. Άραγε τελικά η μητριαρχία είναι τελικά ο μόνος ασφαλής και αυτάρκης τρόπος;


Τρίτη, Ιουλίου 18, 2017

Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΣΤΟΝ "ΥΠΗΡΕΤΗ"

Στην αρχή υπήρχε το μυθιστόρημα του Ρόμπιν Μομ. Μετά έρχεται ο σημαντικός Joseph Losey (1909-1984), κάτοικος Βρετανίας λόγω των μακαρθικών διώξεων εις βάρος του στις ΗΠΑ, και αναθέτει στον γνωστό θεατρικό συγγραφέα Χάρολντ Πίντερ το σενάριο μιας ταινίας βασισμένης στο βιβλίο. Έτσι το 1963 γυρίζεται ο εξαιρετικός ασπρόμαυρος "Υπηρέτης" (The Servant).
Ένας ξεπεσμένος άγγλος αριστοκράτης επιστρέφει από κάποια αποικία και αγοράζει σπίτι στο Λονδίνο για να εγκατασταθεί. Προσλαμβάνει και έναν υπηρέτη, αφού ο ίδιος είναι ανίκανος να αυτοσυντηρηθεί. Αρχικά ο υπηρέτης μοιάζει άψογος. Βαθμιαία όμως οι σχέσεις τους θα γίνουν όλο και πιο πολύπλοκες, παράξενες και "άρρωστες": Μια απόλυτη εξάρτηση θα αναπτυχθεί μεταξύ τους, οι ρόλοι θα αντιστραφούν, ο υπηρέτης θα πάρει το πάνω χέρι και θα επιβάλλει τους όρους του, η ζωή του αριστοκράτη θα γίνεται όλο και πιο "παρατημένη" και παρακμιακή, ενώ οι κοινωνικές του σχέσεις βαθμιαία θα καταστραφούν.
Ας τονίσουμε αρχικά την φοβερή ηθοποιία των Ντερκ Μπόγκαρντ και Τζέιμς Φοξ. Από εκεί και πέρα οι συμβολισμοί και τα νοήματα είναι πολλά (και πολυεπίπεδα): Υπάρχει η υποβόσκουσα, λανθάνουσα ομοφυλοφιλική σχέση ανάμεσα στους δύο άντρες (η οποία βεβαίως δεν εκδηλώνεται ποτέ), η ψυχολογική μελέτη των χατακτήρων δηλαδή. Υπάρχει το διαρκές παιχνίδι της εξουσίας (ποιος εξουσιάζει ποιον κάθε φορά); Και βέβαια υπάρχει η αλληγορία της ταξικής πάλης: Η αριστοκρατία, η κυρίαρχη δηλαδή, είναι παρηκμασμένη, μαλθακή, παντελώς ανίκανη να υπάρξει από μόνη της, αφού όλα τα κάνει η άλλη, η "κατώτερη" και σαφώς πιο παραγωγική τάξη. Η εργατική τάξη πάλι (βλ. ο υπηρέτης) είναι δυναμική, δραστήρια, ικανή, πλην όμως απολυτα αμοραλιστική και αδίστακτη προκειμένου να απομυζήσει, να κερδίσει όσα περισσότερα μπορεί από τους κυρίαρχους "κηφήνες". Η πάλη για εξουσία ανάμεσά τους είναι σαφής (ενίοτε μάλιστα με χτυπήματα κάτω απο τη μέση).
Όλα αυτά δίνονται με μια ατμοσφαιρική, κλειστοφοβική σκηνοθεσία, με παράξενες λήψεις και ιδιαίτερη εμμονή στους καθρέφτες, και με ένα σενάριο που ορισμένες φορές αγγίζει τα όρια του (ψυχολογικού) θρίλερ, ενώ με μεγάλη μεθοδικότητα και μαστοριά "χτίζεται" το ολοένα και πιο παρακμιακό κλίμα, μέχρι τη απόλυτη (σταδιακή πάντως) κατάρρευση κάθε προσχήματος. Σε μια τόσο διχασμένη κοινωνία, μοιάζει να μας λέει, τίποτα καλό δεν μπορεί να προκύψει, αφού ακόμα και η "πάλη" των κατώτερων έχει διαφθαρεί.
Πολύ καλή ταινία, η οποία, παρά την κλειστοφοβικότητά της (διαδραματίζεται σχεδόν ολόκληρη μέσα στο σπίτι), κρατά νομίζω απόλυτα τον θεατή και του δίνει άπειρη τροφή για σκέψη. Κλασική!

Δευτέρα, Ιουλίου 17, 2017

ΕΝΑ ΔΙΑΡΚΩΣ ΚΛΙΜΑΚΟΥΜΕΝΟ (ΚΑΙ ΑΝΟΙΚΟΝΟΜΗΤΟ) "ΜΠΑΡ"

Έχω ξαναγράψει για τον ισπανό Alex de la Iglesia: Ταλαντούχος μεν και ευφάνταστος, πάντοτε όμως "overdose", φλερτάρει επικίνδυνα με την υπερβολή και το γκροτέσκο, δημιουργώντας διαρκώς "too much" καταστάσεις. Όλα τα παραπάνω συμβαίνουν στην ταινία του τού 2017 "Το Μπαρ" (El Bar).
Ένα πρωί, όπως κάθε πρωί, ετερόκλητοι άνθρωποι συχνάζουν για τον πρωινό καφέ σε ένα συνηθισμένο μπαρ της Μαδρίτης. Μονο που τη μέρα αυτή τίποτα δεν θα είναι ίδιο: Όταν κάποιος πελάτης βγαίνει από το μπαρ, πέφτει αμέσως νεκρός από πυροβολισμό, κι ένας δεύτερος το ίδιο. Τα πτώματα σύντομα εξαφανίζονται από το πεζοδρόμιο, ενώ ένας άλλος πελάτης βρίσκεται νεκρός και παραμορφωμένος στην τουαλέτα, ενώ προσπαθεί να κάνει μια ένεση στον εαυτό του. Σύντομα οι έγκλειστοι θα αντιληφτούν ότι είναι πολιορκημένοι στον στενόχωρο χώρο. Και αμέσως ο πανικός θα εκδηλωθεί, καθώς όλοι θα στραφούν εναντίον όλων και τα χειρότερα στοιχεία των χαρακτήρων του καθενός θα έλθουν στην επιφάνεια...
Φυσικά η ιστορία παραπέμπει άμεσα στον αριστουργηματικό "Εξολοθρευτή Άγγελο" ενός άλλου ισπανού, του μεγάλου Μπουνουέλ. Μόνο που εδώ υπάρχει μια πιο επιστημονικοφανταστική εξήγηση και, βέβαια, βρίσκω το φιλμ του Μπουνουέλ απείρως σημαντικότερο. Στο "Μπαρ" πάντως, ιδιαίτερα το πρώτο μέρος με κράτησε απόλυτα. Διαδραματίζεται ολόκληρο στον σχετικά μικρό χώρο όπου συνωστίζονται οι πελάτες, αλλά και στο ακόμα κλειστοφοβικότερο μικρό υπόγειο, ενώ το μυστήριο για το τι ακριβώς συμβαίνει διαρκώς αυξάνεται. Στη συνέχεια το φιλμ θα μεταφερθεί στους βρωμερούς υπονόμους και ο de la Iglesia θα βουτήξει με τα μούτρα στο αγαπημένο του γκροτέσκο...
Γενικά ο τρόμος συνδυάζεται με το μόνιμο στον σκηνοθέτη σαρδόνιο χιούμορ, στην ανελέητη ματιά στα πιο μελανά σημεία των ανθρώπινων χαρακτήρων, στις σχεδόν κανιβαλιστικές σχέσεις μεταξύ συνηθισμένων ανθρώπων... Η ανάγκη, ο φόβος, το έκτακτο, φέρνουν στο φως τα τέρατα που μέσα του κρύβει ο καθένας μας. Πέραν αυτών των παρατηρήσεων πάντως το όλο κλίμα και η δομή της τυαινίας μου θύμισαν αρκετά την παλιότερη "Πολυκατοικία" (La Comunidad) του 2000 του ίδιου δημιουργού.
Συνολικά δεν βαρέθηκα βλέποντας το φιλμ. Ο σκηνοθέτης αυτός πάντοτε συνδυάζει το μακάβριο, το χιούμορ και την καυστική σάτιρα των ανθρώπινων χαρακτήρων. Μόνο που, όπως πάντα, είναι ανοικονόμητος και όσο προχωράνε προς το τέλος οι ταινίες του αρχίζουν να με κουράζουν. Είναι σα να βάζει πάντοτε υπερβολική δόση από το κάθε τι, σα να μην γνωρίζει τι σημαίνει στοιχειώδης "οικονομία". Ενδιαφέρουσα περίπτωση, αλλά βαρυφορτωμένη...

Παρασκευή, Ιουλίου 14, 2017

Η ΧΑΝΑ, ΟΙ ΑΔΕΛΦΕΣ ΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΠΕΡΙΓΥΡΟΣ : ΜΙΚΡΑ ΔΡΑΜΑΤΑ ΚΑΙ ΚΩΜΩΔΙΕΣ

Στη δεκαετία του 80 ο Woody Allen βρίσκεται στη δημιουργική του ακμή. Γι' αυτό και η ταινία "Η Χάνα και οι αδελφές της" του 1986 είναι νομίζω μια από τις καλύτερές του και μάλιστα επικεντρωμένη στην κλασική (και την πλέον επαναλαμβανόμενη) θεματολογία του δημιουργού, αυτή της μελέτης του σχετικά εύπορου, διανοουμενίστικου μικρόκοσμου της Νέας Υόρκης.
Εδώ ο δαιμόνιος σκηνοθέτης παρακολουθεί τις εξελίξεις στις ζωές τριών αδελφών σε τρία χρόνια: Διαφορετικές σαν χαρακτήρες, με μπερδεμένες αισθηματικές σχέσεις (κουβάρι τα ερωτικά μπερδέματα, πριν και μετά, με νυν και πρώην), πασχίζουν και αγχώνονται για την επαγγελματική και, κυρίως, την καλλιτεχνική επιτυχία τους, χωρίζουν και ερωτεύονται ξανά και, βέβαια, κάθε χρόνο συναντιούνται όλες, με παιδιά και συζύγους / φίλους με τους ηλικιωμένους γονείς (παλιά ασχολούνταν με τις show business κι αυτοί) σε παραδοσιακό τραπέζι.
Δεν έχει νόημα να σας διηγηθώ τι ακριβώς συμβαίνει με τα ερωτικά μπλεξίματα. Αυτό που προέχει εδώ είναι η εκπληκτική διαγραφή των χαρακτήρων, τόσο των ίδιων των αδελφών, όσο και του περίγυρού τους: Η μία είναι σταθερή, συγκροτημένη, πετυχημένη, στήριγμα για τις άλλες, η άλλη "επιπόλαια" και παρορμητική, νευρωτική και αγχωμένη, που διαρκώς κυνηγά την καλλιτεχνική επιτυχία (wannabe ηθοποιός) που δεν έρχεται ποτέ, η τρίτη πιο προσγειωμένη και γήινη, με μπερδρεμένη ωστόσο ερωτική ζωή... Και οι νυν και πρώην; Ένας σπαρταριστός υποχόνδριος με μεταφυσικά ερωτήματα, που προσπαθεί μάταια να ασπαστεί κάποια θρησκεία προσπαθώντας να ηρεμήσει μέσω της πίστης, ένας "κανονικός" άνθρωπος, ο οποίος όμως ποθεί την αδελφή της οποίας ΔΕΝ είναι σύζυγος, ένας κλειστός και μισάνθρωπος ζωγράφος κλπ.
Μικρά δράματα, μικρές κωμωδίες, ανασφάλειες, συγκρούσεις ή έρωτες, συζητήσεις, όλα χωράνε στην πολυεπίπεδη αυτή ταινία. Κι όλα, παρά τις εκάστοτε δραματικές καταστάσεις, δοσμένα με το εκπληκτικό χιούμορ του Άλεν (εδώ εκστομίζει μερικές από τις καλύτερες ατάκες του). Και με ένα εκπληκτικό καστ: Σημειώνετε; Μία Φάροου, Νταϊάν Γουίστ, Μπάρμπαρα Χέρσεϊ, Μωρίν Ο' Σάλιβαν (στο ρόλο της μητέρας τους, όντως αληθινή μητερα της Μία Φάροου), Γούντι Άλεν, Μαξ φον Σύντοφ, Μάικλ Κέιν... ακόμα και η Κάρι Φίσερ σε μια συντομότατη εμφάνιση... Κι όλα αυτά με την πανταχού παρούσα συνοδεία υπέροχης παλιάς τζαζ, που τόσο αγαπά ο Γούντι και είναι σήμα κατατεθέν των σάουντρακ του.
Η ματιά στον ανασφαλή αυτόν κόσμο είναι από τις πλέον διεισδυτικές, γλυκόπικρη, καυστική, χαριτωμένη, με συμπάθεια κατα βάθος για τους ποικίλους ήρωες. Οι μεταξύ τους σχέσεις, οι σχέσεις με τους γονείς, τους νυν και πρώην συζύγους / φίλους, όλα δίνονται με ανάγλυφο τρόπο. Είναι από τα φιλμ που σε προβληματίζουν μελετώντας το κουβάρι των ανθρώπινων σχέσεων και ταυτόχρονα σε διασκεδάζουν όσο δεν παίρνει. Αν λοιπόν είστε οπαδός του γουντιαλενικού κόσμου (τον οποίον, ως γνωστόν, πολλοί αντιπαθούν ή/και βαριούνται) μην το χάσετε. Πρόκειται για μία από τις καλύτερες στιγμές του.

Τετάρτη, Ιουλίου 12, 2017

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΣΕΡΒΙΡΕΤΑΙ ΚΡΥΑ ΣΤΗΝ "ΟΡΓΗ ΕΝΟΣ ΥΠΟΜΟΝΕΤΙΚΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ"

Προσθήκη λεζάντας
Διαβάζω ότι ο Raul Arevalo είναι ηθοποιός (ισπανός βεβαίως) και ότι η "Οργή ενός Υπομονετικού Ανθρώπου" (Tarde par la Ira) του 2016 είναι η πρώτη του σκηνοθετική προσπάθεια. Μπράβο του λοιπόν, καθώς φτιάχνει ένα υποδειγματικό θρίλερ με εξαιρετικούς χαρακτήρες.
Ο ήρωας είναι ένας μοναχικός άντρας, μάλλον ευκατάστατος. Συχνάζει ωστόσο σε συνηθισμένο, εντελώς άκομψο μπαρ σε μια συνηθισμένη γειτονιά της πόλης, όπου προσεγγίζει ερωτικά - και μάλλον διστακτικά - την αδελφή του ιδιοκτήτη. Ο σύζυγος της τελευταίας, ωστόσο, είναι εδώ και 8 χρόνια στη φυλακή και όπου νά' ναι αποφυλακίζεται. Σύντομα μαθαίνουμε ότι είναι ο μόνος που συνέλαβαν από μια αιματηρή ληστεία (στην οποία ήταν απλός οδηγός) και ότι έφαγε 8 χρόνια επειδή αρνήθηκε να προδώσει τους συντρόφους του. Σύντομα επίσης θα αντιληφτούμε ότι αυτός είναι που περιμένει στην πραγματικότητα ο ήρωας και η σύζυγος είναι απλό πρόσχημα για να τον προσεγγίσει. Όταν ο λιγομίλητος ήρωας θα αρχίσει να αποκαλύπτει τις αληθινές του προθέσεις, βρισκόμαστε ακόμη στα μισά του φιλμ, το οποίο επιφυλάσει έως το τέλος πλήθος άλλων εκπλήξεων και αποκαλύψεων.
Κατ' αρχήν θα πω ότι βασικά μάλλον έχουμε να κάνουμε με μια ταινία χαρακτήρων, που χρησιμοποιεί τη φόρμα του θρίλερ για να κρατήσει στα ύψη το ενδιαφέρον του θεατή. Χαρακτήρων πολύπλοκων και με βάθος, πολύ μακριά από σχηματικές κατατάξεις καλών - κακών, όλοι τους με αληθινά κίνητρα για τις πράξεις τους. Επίσης ότι η ταινία διαθέτει ένα πολύ σφιχτό σενάριο, χάρη στο οποίο, ακόμα και μετά τις βασικές αποκαλύψεις, ο θεατής κρατά την ανάσα του. Το βασικότερο όμως στοιχείο είναι το γενικότερο κινηματογραφικό στιλ: Το οποίο είναι απόλυτα ρεαλιστικό, σχεδόν ντοκιμαντερίστικο θα έλεγα. Τίποτα ωραιοποιημένο ή φτιαχτό, τίποτα ατμοσφαιρικό στην εικόνα. Συνηθισμένα μέρη, συνηθισμένοι άνθρωποι, συνηθισμένα ντυσίματα, ένα αιματοβαμμένο θρίλερ που εξελίσσεται σε απόλυτα κοινότοπες, καθημερινές συνθήκες. Πώς γίνεται να απολαμβάνεις τόσο ένα θρίλερ δίχως ίχνος ατμοσφαιρικότητας, με ντοκιμαντερίστικα στοιχεία; Ε, αυτό πρέπει να το δείτε για να το ανακαλύψετε μόνοι σας. Να θυμάστε όμως πάντοτε ότι αν είσαι καλός και ευφάνταστος δημιουργός, με άποψη, μπορείς να κάνεις τα πάντα με οποιοδήποτε ύφος επιλέξεις. Εδώ βρίσκεται η ιδιαιτερότητα (και η μαεστρία κατά τη γνώμη μου) της ταινίας.
Όσο για το κοινωνικό μέρος, όλοι οι χαρακτήρες είναι τυπικοί "χαμένοι", συνηθισμένοι τύποι που, δίχως να πεθαίνουν από πείνα βεβαίως, δεν έχουν και πολύ στον ήλιο μοίρα. Η "διπλανή πόρτα" με τα φοβερά, κρυμμένα μυστικά της είναι εδώ. Και η εκδίκηση, το "'ήρεμο" πάθος, η απελπισία που προκύπτει από τις κοινωνικές, μίζερες συνθήκες, είναι κι αυτές πανταχού παρούσες!
Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ταινία του ισπανικού σινεμά - και μάλιστα πρωτοεμφανιζόμενου δημιουργού - που προσθέτει μια ακόμα σημαντική ψηφίδα στο πλουσιότατο παζλ των θρίλερ που ευδοκιμούν στη χώρα αυτή.

Τρίτη, Ιουλίου 11, 2017

Η "ΑΠΩΘΗΜΕΝΗ ΜΝΗΜΗ" ΣΤΟ "MIRAGE"

Έχετε ίσως δει πολλές φορές θρίλερ όπου ο ήρωας για κάποιο λόγο έχει χάσει τη μνήμη του και ψάχνει... εεε... για τα πάντα. Σας συνιστώ λοιπόν να γυρίσετε πίσω στο χρόνο και να δείτε μια από τις καλύτερες ταινίες μ' αυτό το θέμα, το ασπρόμαυρο "Mirage" του 1965 του Edward Dmytryk (1908-1999).
Όπου ο ήρωας (ο ταιριαστός Γκρέγκορι Πεκ) αντιλαμβάνεται βαθμιαία ότι δεν θυμάται τίποτα από τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του. Ξέρει μόνο ότι είναι "αναλυτής κόστους" (ό,τι και αν σημαίνει αυτό) σε μια εταιρία και ελάχιστα άλλα πράγματα. Από την πρώτη κιόλας σκηνή μαθαίνουμε για μια παράξενη αυτοκτονία με πτώση από όροφο ουρανοξύστη, στην οποία ο ήρωας είναι σχεδόν αυτόπτης μάρτυς. Το επόμενο που αντιλαμβάνεται είναι ότι τον ψάχνει με κάθε τρόπο κάποιος "Ταγματάρχης", ο οποίος, για καλή του τύχη, μοιάζει να τον χρειάζεται μόνο ζωντανό. Πασχίζοντας να ενώσει τα κομμάτια του μυστηριώδους παζλ, θα μπλεχτεί σε έναν αληθινό εφιάλτη, καταλαβαίνοντας σιγά - σιγά ότι στην υπόθεση διακυβεύονται πολύ μεγαλύτερα συμφέροντα απ' ότι αρχικά νόμιζε...
Σφιχτοδεμένο, καλογυρισμένο θρίλερ, κρατά - νομίζω - τον θεατή από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, αναγκάζοντάς τον να αγωνιά για το τι θα συμβεί (και για το τι ακριβώς συμβαίνει) και, από ένα σημείο και πέρα, για το ποιος είναι ο λόγος που προκάλεσε την αμνησία. Όντως τα σκόρπια κομμάτια μπαίνουν σιγά - σιγά στη θέση τους για να αποκαλυφτεί η μεγάλη εικόνα. Εκτός του σασπένς και του μυστηρίου που διαθέτει, το φιλμ στηλιτεύει την αδίστακτη μιλιταριστική παράνοια, εκμεταλλευόμενη μάλιστα το κυρίαρχο ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής, δίνοντας έτσι και μια απρόβλεπτη πολιτική διάσταση και επισημαίνοντας ότι τα πράγματα δεν είναι πάντοτε αυτά που φαίνονται, ακόμα και σε πρόσωπα "υπεράνω πάσης υποψίας". Υπάρχει και το ψυχαναλυτικό στοιχείο, άλλη "μόδα" της εποχής. Πέραν αυτών πάντως διαθέτει ένα ελαφρό στοιχείο επιστημονικής φαντασίας για την εποχή, το οποίο, δυστυχώς, δύο περίπου δεκαετίες μετά έγινε πραγματικότητα (ο "καλπασμός της επιστήμης", δυστυχώς και πάλι...)
Πέραν αυτών, βλέποντας το παλιό και "γεμάτο" αυτό φιλμ δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ με θλίψη τα σύγχρονα ανάλογα, τα οποία, όσο καλά και να είναι (θυμηθείτε π.χ. τον αμνησιακό πράκτορα Bourne της αρχικής τριλογίας), είναι αδύνατο να μην καταλήξουν σε κυνηγητά, πυροβολισμούς, εκρήξεις και κάθε είδους παρομοίου θεάματος, σκηνές που, όσο καλογυρισμένες κι αν είναι, αποτελούν το φιλμικό μέρος της σεναριακής απουσίας και απευθύνονται στην πλειοψηφία των εθισμένων στη βιντεοκλιπίστικη βία σύγχρονων θεατών. Έχω κι εγώ πολλάκις απολαύσει παρόμοιες σκηνές, δεν βγάζω καθόλου απ' έξω τον εαυτό μου, δεν παύω όμως να παραμένω οπαδός ταινιών σαν αυτή, όπου τον πρώτο λόγο έχει το σενάριο, το μυστήριο, η ίντριγκα και όχι το κυνηγητό.
Όπως αντιληφθήκατε συνιστώ απόλυτα το φιλμ.

Κυριακή, Ιουλίου 09, 2017

ΤΟ "ΗΣΥΧΟ ΠΑΘΟΣ" ΤΗΣ ΕΜΙΛΙ ΜΤΙΚΙΝΣΟΝ

O βρετανός Terence Davies είναι από τους πιο ευαίσθητους σύγχρονους δημιουργούς, που σχεδόν πάντοτε επικεντρώνει τον φακό του σε γυναικείους χαρακτήρες. Ρομαντικός, χαμηλότονος, είναι απόλυτα φυσικό να συγκινηθεί από την περίπτωση της Έμιλι Ντίκινσον, η οποία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της αμερικάνικης ποίησης, και από τη δύσκολη, "έγκλειστη" ζωή της, γυρίζοντας το 2016 το "A Quiet Passion", την σπαρακτική βιογραφία της.
Η Ντίκινσον (1830-1886), από αμερικανική εύπορη οικογένεια, εξωτερικά σε ολόκληρη τη ζωή της παρουσίαζε την εικόνα τυπικής γεροντοκόρης, αποσυρμένης σχεδόν από τα εγκόσμια και την κοινωνική ζωή. Στην πραγματικότητα ήταν ευφυέστατη, επαναστάτρια, αντίθετη στο ανδροκρατούμενο (και συχνά θρησκόληπτο) κατεστημένο, ασυμβίβαστη, ετοιμόλογη, ρομαντική, ευαίσθητη. Σε ολόκληρη τη ζωή της περίμενε μια ανθρώπινη επαφή, έναν έρωτα, ο οποίος ωστόσο δεν ήρθε ποτέ, όπως ποτέ δεν έγινε διάσημη από τα ποιήματά της όσο ζούσε, ελάχιστα από τα οποία είχαν άλλωστε δημοσιευτεί. Το φιλμ την βρίσκει αρχικά έφηβη να κοντράρεται θαρραλέα με την υστερικά θρησκόληπτη διευθύντριά της για θρησκυτικά θέματα - ταμπού την εποχή αυτή. Στη συνέχεια, γυναίκα πλέον, ζει με την οικογένειά της (γονείς, αδελφή και αδελφός) και αρχικά συμμετέχει στην κοινωνική ζωή, αποκαλύπτοντας μάλιστα μεγάλη ευφυία και ετοιμολογία, παίρνει μέρος σε συζητήσεις, μερικές φορές ενοχλεί με την αντισυμβατικότητά ης. Παράλληλα γράφει τα ποιήματά της. Η έλλειψη ερωτικής επαφής, ο ρομαντισμός της, κάποια οικογενειακά γεγονότα και, τελικά, η αρρώστεια της, θα την κάνουν βαθμαία να αποσυρθεί απόλυτα από την κοινωνία και να μείνει για πάμπολλα χρόνια κυριολεκτικά κλεισμένη στον επάνω όροφο του σπιτιού της, έχοντας επαφή μόνο με μέλη της οικογένειάς της και, φυσικά, γράφοντας ασταμάτητα. Μέχρι το τέλος.
Το φιλμ είναι βεβαίως απόλυτα μελαγχολικό, καταθλιπτικό ίσως θα έλεγα. Στην ηρωίδα - αυτό είναι το χαρακτηριστικό - δεν συμβαίνουν συγκλονιστικά γεγονότα που ανατρέππουν τα πάντα. Είναι αυτή η ύπουλη νοσταλγία για κάτι που δεν έζησε ποτέ, η πνιγηρή ατμόσφαιρα του ασφυκτικού κατεστημένου της εποχής, η μεγάλη ευαισθησία της, ο βαθύς ρομαντισμός - αλλά και η ειλικρίνειά της - που θα την κάνουν να ζήσει στην απόλυτη μοναξιά. Ο Davies μας δείχνει με χαμηλότονο, "ύπουλο" πραγματικά τρόπο, το πώς το βαθιά συντηρητικό κοινωνικό περιβάλλον διαβρώνει τελικά - βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος στην ευαισθησία και την φύσει επαναστατικότητά της - τη ζωή της τραγικής ηρωίδας, οδηγώντας την στην απόλυτη παραίτηση.
Εξαιρετικές εικόνες άλλων εποχών, αργοί ρυθμοί, ευαισθησία πάνω απ' όλα, συνθέτουν μια ταινία που σίγουρα θα κουράσει πολλούς - και άλλους τόσους θα μελαγχολήσει απόλυτα. Πλην όμως παραμένει όμορφη, τρυφερή, συγκινητική δίχως εξάρσεις, με τη μελαγχολία που λέγαμε να την διαποτίζει βαθιά, κυρίως στο δεύτερο μισό. Δειτε το έργο ενός ευαίσθητου και ρομαντικού δημιουργού, έχοντας όμως πρώτα λάβει υπ' όψιν όλες τις παραπάνω παρατηρήσεις.

Πέμπτη, Ιουλίου 06, 2017

ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΙ ΨΥΧΑΚΗΔΕΣ ΣΤΟ "TRUTHOR CONCEQUENCES, N.M."

Το αγνοούσα: Ο γνωστός ηθοποιός Kiefer Sutherland (ναι, ο γιος του μεγάλου Donald) έχει σκηνοθετήσει δύο ταινίες στη δεκαετία του 90. Η πρώτη από αυτές, του 1997, είναι το "Truth or Concequences, N.M." και είναι ένα φιλμ δράσης, με ληστεία και ρομαντικό έρωτα, κάτι σαν πιο σύγχρονο "Μπόνι και Κλάιντ" ή "True Romance" ή κάτι τέτοιο. Και μάλιστα μπορώ να σας πω ότι βλέπεται μια χαρά.
Ο ήρωας (ο Βίνσεντ Γκάλο) αποφυλακίζεται, συναντά την κοπέλα του, με την οποία παραμένει ερωτευμένος, και την "παλιοπαρέα" και, φυσικά, οργανώνουν μια καινούρια "δουλειά" με ναρκωτικά και σχετικούς παραλήπτες. Ωστόσο τίποτα δεν πάει καλά, κυρίως εξαιτίας ενός μέλους της συμμορίας, του ψυχοπαθούς και τρελαμένου με τα όπλα Κέρτις. Έτσι θα αφήσουν πίσω τους πτώματα, θα καταδιωχτούν από διάφορους αλλάζοντας διαρκώς (κλεμμένα φυσικά) αυτοκίνητα, θα απαγάγουν ένα άσχετο ζεύγος και θα τους κρατήσουν ως ομήρους και, βέβαια, το αντιλαμβάνεστε, το φινάλε θα είναι αιματηρό. Ωστόσο, το είπαμε, ο έρωτας έρωτας!
Η ταινία βέβαια δεν είναι κάτι πρωτότυπο, θυμίζει μάλιστα αρκετές παρόμοιες (λίγο δρόμος, λίγο έγκλημα, λίγος έρωτας, λίγη βία...). Ωστόσο είναι καλογυρισμένη και πιστεύω ότι θα κρατήσει τον θεατή, όπως κράτησε και μένα. Ο ίδιος ο Kiefer είναι πειστικός στο ρόλο του "κακού" (του ψυχάκια πιστολέρο και της βασικής αιτίας των δεινών που συσσωρεύονται), ενώ ο ρομαντικός κατά βάθος έρωτας - μαζί μέχρι όπου μας βγάλει - του παράνομου ζευγαριού παραπέμπει σ' αυτά που επισημάναμε παραπάνω. Ενδιαφέρον στοιχείο είναι η σχέση της συμμορίας με το απαχθέν ζεύγος, το οποίο, άθελά του βεβαίως, γίνεται μέλος της "παρέας" και εμπλουτίζει την πινακοθήκη των χαρακτήρων. Στο δρόμο, για να γίνουν τα σεναριακά πράγματα πιο ενδιαφέροντα, αποκαλύπτονται και κάποιες κρυφές πτυχές και μυστικά άλλων μελών της συμμορίας.
Σας το είπα: Το φιλμ, σκληρό και σε κάποιες στιγμές τρυφερό ταυτόχρονα, δεν "κομίζει γλαύκα εις Αθήνας", ωστόσο είναι στιβαρό, σχετικά βίαιο (όχι τίποτα αβάσταχτο), σχετικά "βρώμικο" (όχι πολύ και πάλι) και γενικά δεν νομίζω ότι θα πλήξετε. Να λοιπόν που ο μικρός Σάντερλαντ ξέρει και σινεμά!

Τρίτη, Ιουλίου 04, 2017

ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΕΙΣ (ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΕΣ) ΣΤΗ "ΧΑΜΕΝΗ ΠΟΛΗ ΤΟΥ Ζ"

Ομολογώ ότι ποτέ δεν με ενθουσίασαν οι ταινίες του James Gray. Η γνώμη μου γι' αυτόν (ο οποίος, ωστόσο, είναι αναμφισβήτητα δημιουργός με προσωπικότητα) δεν άλλαξε με το φιλμ του "Η Χαμένη Πόλη του Ζ" του 2016. Αφηγείται την αληθινή ιστορία του διάσημου στην εποχή του εξερευνητή της νοτιοαμερικανικής ηπείρου Πέρσι Φόσετ, ο οποίος εξαφανίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του 20, προκαλώντας άπειρες συζητήσεις και θεωρίες για το τι πραγματικά συνέβει.
Η ταινία παρακολουθεί την πορεία του φιλόδοξου βρετανού αξιωματικού από τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν στέλνεται για να χαρτογραφήσει τα ανεξερεύνητα σύνορα Βραζιλίας - Βενεζουέλας και λείπει για δύο χρόνια, αφήνοντας πίσω σύζυγο και μικρό παιδί. Στα δύσκολα τροπικά δάση θα κολλήσει το "μικρόβιο" της εξερεύνησης και του πάθους γι' αυτά και, αν και διάσημος (κάτι σαν ήρωας στην πατρίδα του), θα διακινδυνεύσει την επιστημονική φήμη του δηλώνοντας ότι ανακάλυψε ίχνη μιας χαμένης πόλης ενός άγνωστου πολιτισμού (κάτι σαν το μυθικό - και ανύπαρκτο - Ελντοράντο). Στη συνέχεια θα οργανώσει και δεύτερη αποστολή, θα πολεμήσει στον Α' παγκόσμιο πόλεμο και, τελικά θα πάει στις ζούγκλες των ονείρων του για τρίτη φορά.
Η ταινία επικεντρώνεται σε πολλά θέματα: Από το ρομαντικό πάθος για περιπέτεια και "αναχώρηση" από την ρουτίνα της καθημερινότητας μέχρι τις σχέσεις "θέλω και πρέπει", επιθυμίας και καθήκοντος, τουτέστιν τη σύγκρουση ανάμεσα στην οικογενειακή ζωή και τα καθήκοντά του και το εξερευνητικό πάθος του, και από την κριτική της αποικιοκρατίας μέχρι τη σχεδόν μεταφυσική αναζήτηση μιας "διαφορετικής", περιπετειώδους ψυχής. Ας σημειωθεί ότι η γυναίκα που άφηνε κάθε φορά πίσω του ήταν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προσωπικότητα, πρωτο-φεμινίστρια, αμφισβητίας του κοινωνικού συστήματος, μορφωμένη και αξιόλογη σε όλα τα επίπεδα, οπότε μη φανταστείτε ότι ο ήρωας προσπαθούσε να ξεφύγει από μια ρουτινιάρικη και καθόλου πνευματική καθημερινότητα.
Καλά όλα αυτά, ωστόσο το φιλμ κυλά αργόσυρτα κατά τη γνώμη μου. Λείπει νομίζω το πάθος, η τρέλα των αντίστοιχων ηρώων ενός Χέρτσογκ, το νεύρο. Η μπρος - πίσω περιπλανήσεις του ήρωα από τις ανεξερεύνητες ζούγκλες στην βρετανική καθημερινότητα μάλλον με κούρασαν, πράγμα στο οποίο συνέβαλλε και η διάρκεια των 140 λεπτών. Γενικά το βρήκα πολύ χαμηλότονο για ένα τέτοιο, ρομαντικό τελικά, θέμα (να τονίσω ότι δεν έχω τίποτα εναντίον της χαμηλότονης αντιμετώπισης, απλώς εδώ βρήκα ότι αυτή δεν ταίριαζε με το μυστηριώδες και το μεγαλεπήβολο του συγκεκριμένου θέματος).
Έχει το ενδιαφέρον της, δεν θα τη χαρακτήριζα κακή, ούτε όμως με ενθουσίασε. Μάλλον με κούρασε, όπως είπα και πριν.

Κυριακή, Ιουνίου 25, 2017

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ "VICTOR FRANKENSTEIN" ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΙΓΚΟΡ

Να και μια άγνωστή μου ταινία που μου φάνηκεαρκετά καλή: "Victor Frankenstein", σε σκηνοθεσία του Paul McGuigan του 2015. Γνωστός τίτλος; Φυσικά, αφού πρόκειται για τον βασικό ήρωα του αθάνατου μυθιστορήματος "Φρανκενστάιν" της Mary Shelley, που παρά το ότι έχει γραφτεί τον 19ο αιώνα παραμένει νομίζω φρέσκο και επίκαιρο στον προβληματισμό του. Τώρα με τις περί κλώνων και άλλων σχετικών συζητήσεις μάλιστα...
Η ιστορία έχει ως γνωστόν γνωρίσει πλήθος μεταφορών στην οθόνη, από το ξεκίνημα σχεδόν του κινηματογράφου (από τον Whale ως τον Σκορσέζε και τον Μελ Μπρουκς). Τι προσθέτει λοιπόν το συγκεκριμένο φιλμ σε ένα τόσο πολυχρησιμοποιημένο θέμα; Την οπτική γωνία, θα σας απαντήσω. Θυμάστε την ιστορία; Ο βασικός ήρωας, μεγαλοφυής (και μεγαλομανής) επιστήμονας, πολύ μπροστά από την εποχή του, θέλει να δημιουργήσει ζωή από νεκρή σάρκα. Θα καταφέρει να δημιουργήσει το περίφημο και τρομαχτικό Τέρας του Φρανκενστάιν. Τι επιφυλάσει όμως η ανθρώπινη κοινωνία στο πλάσμα αυτό, που, όπως και να το κάνουμε, δεν ευθύνεται ούτε για τις πράξεις ούτε, φυσικά, για την ύπαρξή του; Θυμάστε όμως ίσως και το ότι ο επιστήμονας είχε έναν καμπούρη βοηθό, τον Ιγκόρ (στην παρωδία του Μπρουκς τον ενσάρκωνε ο αξέχαστος Μάρτι Φέλντμαν). Ε, λοιπόν το συγκεκριμένο φιλμ του 2015 κάνει βασικό ήρωα τον Ιγκόρ και βλέπει την ιστορία από τη δική του σκοπια. Πώς τον βρήκε ο βαρώνος να υποφέρει τα πάνδεινα σε ένα τσίρκο, πώς τον ελευθέρωσε, πώς τον έκανε βοηθό του... Και βάζει και αρκετούς νέους χαρακτήρες ή προσθέτει νέα στοιχεία στους ήδη υπάρχοντες: Έναν φανατικό και θρησκόληπτο (συχνά αυτά πάνε μαζί) αστυνομικό διώκτη, μια κοπέλα, την επιστημονική ιδιοφυία του Ιγκόρ κλπ.
Έτσι ο προβληματισμός του βιβλίου μετατοπίζεται.: Στη θέση της σχέσης δημιουργού / δημιουργήματος, πατέρα / γιου αν θέλετε, βάζει τη σχέση σωτήρα / σωζόμενου. Τι κάνει κάποιος όταν χρωστά απόλυτη ευγνωμοσύνη σε κάποιον άλλον που τον έσωσε και του πρόσφερε τα πάντα, ενώ συγχρόνως δεν είναι πάντα σύμφωνος με τις μεθόδους του; Και έως πού φτάνουν τα δικαιώματα του επιστήμονα για την ανακάλυψη της γνώσης; Μπορεί να μεταχειριστεί τα πάντα; Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Και η σχέση προσωπικής ευτυχίας / καθήκοντος; Και ο (θρησκευτικός εδώ) φανατισμός;
Αυτά και αρκετά άλλα ερωτήματα μπορεί κανείς να εντοπίσει και να προβληματιστεί. Όλα αυτά είναι δοσμένα με πολύ ενδιαφέροντα εικαστικά τρόπο, φτιάχνοντας μια εξαίρετη ατμόσφαιρα που παραπέμπει άμεσα στο steam punk. Όσο για την πλοκή, λειτούργησε άψογα για μένα και δεν με άφησε στιγμή να βαρεθώ, ενώ ο εξαιρετικός James McAvoy ως επιστήμων μάλλον κλέβει την παράσταση από τον Daniel Ratcliffe / Ιγκόρ. Να λοιπόν που ακόμα και μια σύγχρονη διασκευή πασίγνωστου θέματος μπορεί να κρύβει ευχάριστες εκπλήξεις.
ΥΓ: Γιατί άραγε η, αν μη τι άλλο, εντυπωσιακή αυτή ταινία δεν βρήκε διανομή στην Ελλάδα; Πιστέψτε με, προβάλλονται απέιρως χειρότερα φιλμ!

Δευτέρα, Ιουνίου 19, 2017

Η "ΤΑΝΝΑ" ΚΑΙ Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΕΝΙΟΣ (;) ΠΡΩΤΟΓΟΝΙΣΜΟΣ

Διαβάζω (όχι, δεν το ήξερα από πριν) ότι η Τάνα είναι τροπικό νησί του συμπλέγματος νησιών Βανουάτου, στο απόλυτο πουθενά, στο μέσο δηλαδή του Νότιου Ειρηνικού και ότι το Βανουάτου έγινε ανεξάρτητο κράτος μόλις το 1980. Το απίστευτο είναι ότι κάποιες φυλές του νησιού επέλεξαν να διατηρήσουν τον πρωτογονισμό τους, το σύστημα αξιών Κάστομ, όπως το ονομάζουν οι ίδιοι, δίχως να έλθουν σε επαφή με λευκούς και με όποιο στοιχείο του πολιτισμού. Και ότι ζουν έτσι μεχρι σήμερα!
"Tanna" λέγεται και το φιλμ που γύρισαν το 2015 οι αυστραλοί μέχρι τότε ντοκιμαντερίστες Martin Butler και Bentley Dean, οι οποίοι έζησαν εκεί για μήνες και έπεισαν τα μέλη των φυλών να συμμετέχουν στο γύρισμα παίζοντας τους εαυτούς τους (σημειωτέον ότι έβλεπαν για πρώτη φορά κάμερα). Μεταφέρουν λοιπόν ουσιαστικά την ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας στον άθικτο αυτόν τροπικό "παράδεισο". Το ακόμα πιο απίστευτο είναι ότι η ιστορία αυτή είναι αληθινή και συνέβει το 1987!!!
Δύο αντίπαλες φυλές (μη φανταστείτε, καμιά εκατοστή άτομα η καθε μία) βρίσκονται σε διαρκείς αψιμαχίες. Όταν η μία τραυματίζει βαριά τον σαμάνο της άλλης, η άλλη φυλή, οι Γιακέλ, αποφασίζουν ότι πρέπει επιτέλους να γίνει μεταξύ τους ειρήνη. Όπως συνηθίζεται, για να επισφραγιστεί αυτή, ο ηλικιωμένος φύλαρχος προσφέρει μια νεαρή ως νύφη σε έναν άντρα της αντίπαλης φυλής. Εκείνη όμως είναι ερωτευμένη με τον εγγονό του φύλαρχου. Οι δυο τους θα το σκάσουν, παρά το ότι γνωρίζουν ότι αυτό σημαίνει πόλεμο ανάμεσα στις φυλές. Μέλη αμφοτέρων αρχίζουν να τους κυνηγούν για διαφορετικούς λόγους...
Η ιστορία είναι απλή και συγκινητική. Την έχουμε ξαναδεί σε δεκάδες παραλλαγές (αυτή είναι βεβαίως από τις πλέον πρωτότυπες). Αυτό που μετρά όμως εδώ είναι η δυνατή, ντοκιμαντερίστικη  καταγραφή του αρχαίου τρόπου ζωής των φυλών, καθώς και το παρθένο, παραδεισένιο περιβάλλον (που βρίσκεται μάλιστα στους πρόποδες ενεργού ηφαιστείου, το οποίο λατρεύευται ως θεότητα). Τα πάντα είναι πρωτόγονα, πανάρχαια. Να φανταστείτε ότι μόνο όταν, αρκετά μετά τα μισά της ταινίας,  κάποιος φύλαρχος ανασύρει μια παλιά, άμεσα αναγνωρισιμη φωτογραφία, τότε μόνο κατάλαβα ότι βρισκόμαστε στον 20ό αιώνα (δεν είχα διαβάσει πριν και νόμιζα ότι παρακολουθούσα μια ιστορία που διαδραματίζεται σε προηγούμενους αιώνες). Και μόνο μετά τη σημείωση του τέλους αντελήφθην έκπληκτος ότι βρισκόμαστε στα 1987! Και κάπου υπάρχει και η πολιτική σπόντα, όταν ο φύλαρχος λέει ότι "αντισταθήκαμε στην αποικιοκρατία, στο χριστιανισμό, στη δύναμη του χρήματος".
Το καλό για μένα είναι ότι όλα αυτά δεν δίνονται μονόπλευρα, δεν πρόκειται δηλαδή για τον "παράδεισο" και τέρμα. Το πρωτόγονο σύστημα έχει κι αυτό όλα τα κακά κάθε οργανωμένου συστήματος: Πόλεμο, σκληρότητα, κατά παραγγελία γάμους, που αψηφούν κάθε συναίσθημα... Μόνο που είναι απόλυτα εναρμονισμένοι με τη φύση. Ποιος είπε λοιπόν ότι πρόκειται  για παράδεισο; Το τέλος το αποδεικνύει...
Όχι, δεν είναι μεγάλη ταινία. Αξίζει όμως πραγματικά για τα απίστευτα εθνογραφικά στοιχεία, για την υπέροχη φύση, για την ασύλληπτη γνώση ότι όσα βλέπουμε είναι ουσιαστικά σημερινά! Και μόνο αυτό αποζημειώνει.

Κυριακή, Ιουνίου 18, 2017

ΕΝΑΣ "ΚΥΚΛΩΝΑΣ" ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΗΡΕ ΚΑΙ ΜΑΣ ΣΗΚΩΣΕ

Από τη δεκαετία του 70 οι ταινίες καταστροφής υπήρξαν προσφιλές και συνήθως προσοδοφόρο είδος για το Χόλιγουντ. Μέχρι τις μέρες μας άλλωστε. Και, βεβαίως, αρκετές από αυτές μάλλον δεν βλέπονται, ανεξαρτήτως των εκατομμυρίων που συσσωρεύουν στα ταμεία. Κατά τη γνώμη μου μία από τις πλέον προβλέψιμες είναι το "Twister", που γύρισε το 1996 ο εξπέρ στη δράση (θυμηθείτε τ,ο αν μη τι άλλο, σχετικά πρωτότυπο σαν ιδέα  "Speed") Jan De Bond, και ο οποίος, μετά από 5 φιλμ, μεταξύ των οποίων ηταν και το ριμέικ - κατακρεούργηση του κλασικού "The Haunting" εξαφανίστηκε. Μάλλον ευτυχώς.
Το "Twister" αναφέρεται βέβαια στους διαβόητους κυκλώνες που μαστίζουν συχνά τις αμερικάνικες πολιτείες, αφήνοντας πίσω τους πολλά θύματα και μεγάλες καταστροφές. Και έχει στο επίκεντρό του (το φιλμ εννοώ) μια ομάδα τρελαμένων "κυνηγών κυκλώνων", οι οποίοι προσπαθούν - με κίνδυνο της ζωής τους φυσικά - να πλησιασουν όσο πιο πολύ μπορούν το εφιαλτικό κέντρο τους και να τοποθετήσουν μηχανήματα για να τους μελετήσουν, ώστε η συμπεριφορά τους να γινει περισσότερο προβλέψιμη και, τελικά, να σωθούν ζωές . Εννοείται ότι οι τύποι είναι εθισμένοι στην αδρεναλίνη και, εν τέλει, αυτό που γουστάρουν πραγματικά είναι η ίδια η περιπέτεια, το ίδιο το πλησίασμα στον τρομαχτικό φαινόμενο. Κάπου εκεί καταφτάνει ο σούπερ κυνηγός κυκλώνων (ο Τομ Πάξτον) με τη φίλη του, ο οποίος έχει αποσυρθεί, για να πάρει τις τελευταίες υπογραφές από την πρώην σύζυγό του (Έλεν Χαντ) για το διαζύγιο, η οποία πρώην είναι ακόμα πιο φανατική απ' αυτόν στο ιδιόρυθμο αυτό κυνήγι και νυν επικεφαλής της ομάδας, και φυσικά η φίλη είναι ξενέρωτη και άσχετη με όλα αυτά, ενώ η χημεία των πρώην λειτουργεί ακόμα... και να και το αισθηματικό κομμάτι της υπόθεσης. Υπάρχει και η ομάδα των "κακών" αντίζηλων κυνηγών... και η συνταγή συμπληρώνεται.
Βρήκα το φιλμ μάλλον βαρετό, υπερβολικό σε πολλά σημεία και, κυρίως, αφόρητα προβλέψιμο, με τα κλισέ (στις σχέσεις κυρίως) να διαδέχονται το ένα το άλλο με ταχύτητα κυκλώνα. Οι πολλές σεναριακές υπερβολές / ευκολίες δεν βοηθούν ιδιαίτερα και, γενικά, μου φάνηκε μία από τις πλέον αδιάφορες ταινίες καταστροφής. Ίσως να μη βαρέθηκα ακριβώς, δεν νομίζω όμως ότι αυτό το "δεν βαρέθηκα" φτάνει για να κάνει ένα φιλμ ενδιαφέρον.
ΥΓ: Σε δευτερο ρόλο θα ανακαλύψετε έναν "σαλταρισμένο" (λόγω ρόλου εννοώ), άγνωστο τότε Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν.

Τετάρτη, Ιουνίου 14, 2017

"WONDER WOMAN": Η ΠΡΩΤΗ ΣΟΥΠΕΡ-ΗΡΩΙΔΑ

Ωραία, έγινε κι αυτό: Η Wonder Woman, δημιούργημα του Ουίλιαμ Μούλτον Μάρστον, είναι η πρώτη γυναίκα πρωταγωνίστρια υπερηρωικών κόμικς και, όπως είναι φυσικό, είναι από τις πρώτες που μεταφέρονται στην οθόνη, από την "ιδιοκτήτρια" εταιρία - και αντίπαλο της Marvel - DC. Ωραία λοιπόν. Γυναίκα ηρωίδα, πλήρης αλλαγή (;;;), τι άλλο θέλετε; Σκηνοθέτης η Patti Jenkins (δεύτερη μόλις ταινία της μετά το καλό "Monster" του 2003) εν έτει 2017.
Η οποία Wonder Woman (κατά κόσμον Νταϊάνα) έχει... αρχαιοελληνική καταγωγή, καθότι Αμαζόνα, έχει στενή σχέση με τον Δία (ο οποίος έχει σκοτωθεί) και ο μεγάλος εχθρός της είναι ο Άρης, ο θεός του πολέμου. Με τα μπούνια στην ελληνική μυθολογία όπως βλέπετε. Η ηρωίδα μας λοιπόν, Αμαζόνα η ίδια, αποφασίζει να φύγει από το παραδεισένιο και προστατευμένο νησί των Αμαζόνων, όπου κατοικούν μόνο γυναίκες, αθάνατες προφανώς, και στο οποίο υπήρξε το μόνο παιδί που γεννήθηκε εδώ και αιώνες, για να βοηθήσει τους ανθρώπους που βασανίζονται από τον πρωτοφανή τότε Α' παγκόσμιο πόλεμο. Όλα αυτά μετά τη γνωριμία (και τον έρωτα βεβαίως) με τον πρώτο άντρα που συναντά ποτέ, έναν βρετανό κατάσκοπο που ναυαγεί στο μυθικό νησί. Η συνάντησή της με την ανθρωπότητα ωστόσο δεν είναι πάντοτε θετική, καθώς θα γνωρίσει εξ ίσου την καλή και την κακή πλευρά των θνητών.
Πέραν λοιπόν της θηλυκής ιδιαιτερότητας, θα επαναλάβω όσα βαρετά λέω για κάθε φιλμ του είδους: Όλα σχεδόν αυτά είναι καλογυρισμένα, εντυπωσιακά σε εφέ, φτιαγμένα με περισσή φροντίδα ώστε να κρατούν μέχρι τέλους τον θεατή, με μόνιμη σχεδόν μίξη δράσης και χιούμορ (εδώ χιούμορ με φεμινιστική διάθεση), με εντυπωσιακούς ηθοποιούς (ο ρόλος ταιριάζει γάντι στην μις Ισραήλ Γκαλ Γκαντότ). Και όλα καταλήγουν σε ένα κρεσέντο δράσης, καθώς ο... "αρχικαλός" και ο "αρχικακός" φτάνουν στην τελική σύγκρουση για πολλή πολλή ώρα δυστυχώς... Τα ίδια κι εδώ. Στα συν κάποια φιλοσοφική διάθεση περί της "καλής" ή "κακής" φύσης της ανθρωπότητας (ναι, μέσα μας αυτά συνυπάρχουν) και η αποφυγή του απόλυτου χάπι εντ. Αυτά.
Κατά τα άλλα, το είδα για μια ακόμα φορά ευχάριστα (εντάξει, δεν βαρέθηκα), προτίμησα το πρώτο μέρος, αυτό με το λιγότερο ξύλο... και μετά το τέλος είπα "ΟΚ, μία από τα ίδια, με σούπερ γυναίκα αυτή τη φορά". Δεν αμφιβάλλω πάντως ότι τους φίλους του απελπιστικά επαναλαμβανόμενου (και με κέρδη δις βεβαίως) υπερηρωικού είδους θα τους ενθουσιάσει.

Κυριακή, Ιουνίου 11, 2017

Η "ΚΥΡΙΑ ΣΛΟΑΝ" ΚΑΙ Η ΔΥΣΩΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Κατά καιρούς το Χόλιγουντ, το προοδευτικό Χόλιγουντ, γυρίζει ταινίες που στοχεύουν ενάντια στο σύστημα, ξεμπροστιάζουν τη βρωμιά και τη σαθρότητα της (αμερικανικής τουλάχιστον) πολιτικής και αποκαλύπτουν τα παρασκήνια των όσων συμβαίνουν σε "πρώτο πλάνο". Μια απ' αυτές τις ταινίες είναι και η "Κυρία Σλόαν" (Miss Sloane) που γύρισε ο John Madden το 2016, με μια εξαιρετική Τζέσικα Τσαστέιν στο βασικό ρόλο.
Η οποία είναι μια ιδιοφυής, δυναμική, μοναχική και αδίστακτη λομπίστρια. Τι είναι αυτό; Ας το περιγράψουμε κάπως έτσι: Μια κυβερνηση ή κάποιοι τέλος πάντων θέλουν να περάσουν ένα νομοσχέδιο. Στις ΗΠΑ το πράγμα δεν είναι τόσο απλό αν το θέμα του είναι αμφιλεγόμενο (όπως εδώ για τον περιορισμό της κατοχής όπλων) και, κυρίως, θίγει μεγάλα οικονομικά συμφέροντα. Πρέπει να ψηφιστεί από συγκεκριμένο αριθμό γερουσιαστών. Όπως λοιπόν ένα προϊόν αναθέτει σε μια διαφημιστική εταιρία την προώθησή του, έτσι ακριβώς τα ενδιαφερόμενα μέρη αναθέτουν σε ειδικά γραφεία την εκστρατεία ώστε να περάσει ή όχι το νομοσχέδιο. Τα στελέχη τους, οι λομπίστες που λέγαμε, πρέπει να πείσουν αυτούς που θα ψηφίσουν. Μερικές φορές (όπως η κ. Σλόαν, αλλά σαφώς δεν είναι η μόνη) θα χρησιμοποιήσουν και "ανορθόδοξα" (για να το πούμε κομψά) μέσα όπως η δωροδοκία ή ο εκβιασμός. Κάποτε η ηρωίδα μας θα υπερβεί λόγω απύθμενης φιλοδοξίας κάποιες "κόκκινες γραμμές" του ούτως ή άλλως βρώμικου αυτού παιχνιδιού και θα οδηγηθεί στο δικαστήριο. Το πράγμα όμως δεν τελειώνει εκεί...
Κατ' αρχήν έχουμε το δυνατό πορτρέτο ενός "άρρωστου" ατόμου: Μοναχική, εργασιομανής στα όρια της κατάρρευσης, αδίστακτη στις μεθόδους της, είναι σαφές ότι η Σλόαν βρίσκεται από την πλευρά των "καλών" (= αυτών που επιδιώκουν περιορισμούς στην οπλοκατοχή) όχι για ιδεολογικούς λόγους, αλλά επειδή πρέπει πάσει θυσία να "κερδίσει το στοίχημα", όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό. Πρέπει να αποδείξει (και στον ακόρεστο εαυτό της) ότι μπορεί να ανατρέψει τα προγνωστικά. Από εκεί και πέρα, αυτό που παρακολουθούμε είναι ένα απόλυτο ξεγύμνωμα του αμερικάνικου πολιτικού συστήματος και η αποκάλυψη του ότι τίποτα δεν βασίζεται στην ιδεολογία (πολιτική ή ηθική) ή στα πιστεύω των πολιτικών, αλλά είναι θέμα συνδυασμού προσεχτικών κινήσεων, σωστής "διαφήμiσης", χτυπημάτων μερικές φορές προσωπικών και "κάτω από τη ζώνη", και βέβαια χρημάτων που πέφτουν στην εκάστοτε καμπάνια. Έτσι το ποιος θα είναι ο κερδισμένος καμία σχέση δεν έχει με το αν είναι "καλός" ή "κακός" (το λέω επίτηδες απλοϊκά), αλλά πόσο σωστός παίχτης είναι.
Το φιλμ είναι καλογυρισμένο, γρήγορο σε ρυθμούς (και ατάκες), με πολύ καλές ηθοποιίες και σαφώς βγάζει τη βρωμιά και την απύθμενη υποκρισία του συστήματος και σε κάνει να αηδιάσεις με τα όσα συμβαίνουν κάτω από την επιφάνεια. Ωστόσο το σενάριο δεν είναι και πολύ ρεαλιστικό (απίθανο να συμβούν όλα αυτά στην πραγματικότητα) και βασίζεται σε διαρκείς ανατροπές, ακόμα και της τελευταίας στιγμής, ώστε τελικά να κρατά μεν τον θεατή, αλλά να λειτουργεί περισσότερο σαν θρίλερ (πολιτικό βεβαίως), όχι όμως απόλυτα πιστευτό. Πάντως δεν νομίζω ότι θα πλήξετε.
Όσο για το μεγάλο θέμα του απόλυτου ξεγυμνώματος του συστήματος... το έχω ξαναπεί: Φοβάμαι ότι το σινεμά (η τέχνη γενικότερα) σαφώς δεν είναι σε θέση να αλλάξει κάτι από τη ζοφερή πραγματικότητα που όλοι βιώνουμε. Γι' αυτό και μια κολοσιαία οικονομική μηχανή όπως το Χόλιγουντ δεν διστάζει να ξεσκεπάζει τη βρωμιά, να καταδύεται στα άδυτα του πολιτικού συστήματος και να δηλώνει απερίφραστα "να, έτσι ακριβώς παίζεται το παιχνίδι" και όμως, να μην ιδρώνει το αυτί κανενός και όλα να παραμένουν ακριβώς ίδια, παρά το ότι διαπιστώσαμε το πόσο βρώμικα είναι. Κρίμα...

Σάββατο, Ιουνίου 10, 2017

ΤΟ ΚΑΤΑ ΣΑΜΠΡΟΛ "ΑΝΘΟΣ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ"

Από τους πρωταγωνιστές της περίφημης νουβέλ βάγκ ο Claude Chabrol (1930-2010) συνέχισε μετά το τέλος της συγκεκριμένης πρωτοπορίας να γυρίζει χαμηλότονα φιλμ, συχνά με ένα είδος αστυνομικού περιεχομένου. "Το Άνθος του Κακού" (La fleur du mal) που γύρισε το 2003 δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοιο, αν και περιέχει ένα φόνο.
Ο σκηνοθέτης παρακολουθεί τρεις γενιές μιας εύπορης οικογένειας του Μπορντό, οι οποίες συνυπάρχουν στο πλούσιο σπίτι τους. Όταν η σύζυγος αποφασίζει να ασχοληθεί ενεργά (και με επιτυχία) με την πολιτική, ένας λίβελος εμφανίζεται άγνωστο από ποιον και διανέμεται σε φυλλάδια, ο οποίος ξεθάβει παλιά, βρώμικα μυστικά της οικογένειας. Στο μεταξύ τα δύο νεαρά παιδιά (γιος και κόρη του πατέρα και της μητέρας από άλλους γάμους) νοιώθουν την ανάμεσά τους ερωτική έλξη να δυναμώνει, ακολουθώντας ίσως τη μοίρα των δύο οικογενειών τους...
Το φιλμ είναι και πάλι (Σαμπρόλ γαρ) χαμηλότονο. Ο σκηνοθέτης μοιάζει να παρακολουθεί τα τεκταινόμενα (ακόμα κι αν αυτά είναι τραγικά) αποστασιοποιημένα, από κάποια απόσταση, με απόλυτα "ευθεία" και απλή ματιά. Δεν υπάρχουν κορυφώσεις, ξεσπάσματα παθών, κραυγές κυριολεκτικές ή μεταφορικές. Όλα προχωράνε με έναν γραμμικό, "στρωτό" ρυθμό, μέχρι την βίαιη κορύφωση, που περιέχει φόνο και αποκάλυψη παλαιού, φοβερού μυστικού, η οποία όμως (ή μάλλον ακόμα κι αυτή) δίνεται με τον απλούστερο των τρόπων, σα να μη συμβαίνει τίποτα.
Στο μεταξύ ο Chabrol προλαβαίνει να θίξει κάμποσα θέματα: Η αδυναμία της πολιτικής να λύσει ουσιαστικά προβλήματα και η συγκαταβατική ματιά ακόμα και καλοπροαίρετων πολιτικών στους φτωχούς, είναι ένα από αυτά. Περισσότερο κυρίαρχη όμως είναι η αίσθηση των όσων κρύβονται κάτω από ένα απόλυτα καθώς πρέπει, άψογο προσωπείο, κάτω από μια ασάλευτη, στιλπνή επιφάνεια, η οποία όμως κρύβει τρικυμίες. Το τέλος μας δείχνει καθαρά τη διπλή αυτή εικόνα, όλα δηλαδή να βαίνουν απόλυτα ομαλά, ενώ κάπου στο σπίτι υπάρχει ένα πτώμα... Ναι, πολλά σιγοβράζουν κάτω από ήρεμες επιφάνειες. Ταυτόχρονα ο Chabrol μοιάζει να επιμένει στο θέμα της μοίρας, μιας προκαθορισμένης πορείας που επαναλαμβάνεται απο γενιά σε γενιά, μια υπόκωφη σύγκρουση γενεών που συνεχίζεται στο σήμερα. Το στοιχείο της μοίρας φαίνεται να προσθέτει και κάποιο σχεδόν μεταφυσικό στοιχείο στο φιλμ.
Αν αγνοείτε το σινεμά του Chabrol ίσως να ξαφνιαστείτε ή / και να ενοχληθείτε από το πόσο άτονα, δίχως νεύρο, συμβαίνουν όλα, από την αποστασιοποιημένη δηλαδή ματιά που λέγαμε. Όσοι όμως συμπαθείτε το χαμηλότονο σινεμά του γάλλου δημιουργού, θα βρείτε μια ακόμα αρκετά ενδιαφέρουσα ταινία του.

Τρίτη, Ιουνίου 06, 2017

"ALIEN: COVENANT": Η SAGA ΔΕΝ ΣΤΑΜΑΤΑ...

Εντάξει. Το ότι είμαι αρχικά εναντίον των sequel, prequel και δεν συμμαζεύεται το εχω γράψει περί τις 100 φορές. Έτσι ένα ακόμα Alien (το 5ο μετά το κλασικό αυθεντικό του 1979) δεν είναι εξ ορισμού δυνατόν (για μένα τουλάχιστον) να προσθέσει κάτι ουσιαστικό στη σειρά. Το συγκεκριμένο "Alien: Covenant" είναι του 2017, το υπογράφει ο πρώτος διδάξας Ridley Scott και είναι η δεύτερη συνέχεια των prequel του αυθεντικού, μετά το απογοητευτικό (κατά τη γνώμη μου και πάλι) "Prometheus". Για να μη μπερδεύεστε με όλα αυτά, διαδραματίζεται χρόνια μετά το προαναφερθέν "Prometheus" και μερικά χρόνια πριν το πρώτο κλασικό Alien.
Το σκάφος Covenant μεταφέρει 2000 επιβάτες σε ύπνωση με σκοπό να εποικίσει έναν συγκεκριμένο πλανήτη, που έχει κριθεί απόλυτα κατάλληλος για την ανθρώπινη επιβίωση και στον οποίο θα φτάσουν κάμποσα χρόνια μετά. Όταν το σχετικά ολιγομελές πλήρωμα ξυπνά αιφνιδίως εξ αιτίας μιας βλάβης, θα διαπιστώσει έκπληκτο ότι εκεί κοντά βρίσκεται ένας παντελώς άγνωστος πλανήτης, ο οποίος μοιάζει τέλειος για εποικισμό και δεν είχε ανακαλυφτεί ποτέ. Για να μην ξανακοιμηθούν άλλα 9 χρόνια, το πλήρωμα αποφασίζει να αποβιβαστεί στον κοντινό πλανήτη για μια πρώτη εξερεύνηση (δίχως φυσικά να ξυπνήσει τους άποικους)... αλλά από την αρχή κιόλας τίποτα εκεί δεν πάει καλά. Πολύ σύντομα ο απόλυτος εφιάλτης ξεκινά (και δεν υπάρχει επιστροφή).
Η ταινία μάς αποκαλύπτει την αληθινή προέλευση του εφιαλτικού τέρατος και προετοιμάζει, όπως είπαμε, για όσα συνέβησαν στο κλασικό Alien του 1979. Κατ' αρχήν θα πω ότι προσωπικά το βρήκα καλύτερο, πιο "στρωτό" θα έλεγα, από το πρώτο prequel "Prometheus". Το φιλμ με κράτησε, η αναλογία δράσης - τρόμου ήταν ευτυχώς σωστή (κοινως δεν υπήρχαν η κλωτσοπατινάδα και οι ατελείωτες θεαματικές εκρήξεις που φοβόμουν), οι σχεδόν σπλάτερ σκηνές δεν έλειπαν (προειδοποιώ) και γενικά το είδα ευχάριστα. Μέχρις εκεί. Σεναριακά τώρα, για μια ακόμα φορά το βρήκα σχετικά βαρυφορτωμένο, καθώς ο Scott εμμένει απαράλλαχτα στην ίδια προβληματική που ανέπτυξε ήδη και στο αυθεντικό Alien, αλλά και στο αριστούργημά του, το Blade Runner, αφού τα περί cyborg / κλώνων και τα ερωτήματα της ανθρώπινης ή μη φύσης τους καταλαμβάνουν εδώ ένα πολύ βασικό μέρος της πλοκής, που μπαίνει εμβόλιμα στην καθαρή ιστορία τρόμου με τα τέρατα (γι' αυτό το χαρακτήρισα κάπως βαρυφορτωμένο). Όσο για τον "κακό" (δεν σας αποκαλύπτω ποιός είναι), η παραπομπή στα απόλυτα ναζιστικά πρότυπα είναι κάτι παραπάνω από σαφής.
Λοιπόν, ανακεφαλαιώνοντας, το είδα μεν ευχάριστα, καμιά σχέση όμως με την αυθεντική, συγκλονιστική εμπειρία του πρώτου φιλμ. Η αρχική έκπληξη / θαυμασμός έχει εξ ορισμού χαθεί, αφού σε όλα τα pre- και seq- η ίδια ιδέα επαναλαμβάνεται και παραλλάσσεται μέχρι τελικής πτώσης (και απόλυτου ξεζουμίσματος). Πάλι καλά που μου άρεσε περισσότερο από τον "Προμηθέα".

Τετάρτη, Μαΐου 31, 2017

"ΠΡΟΣΩΠΑ": ΤΟΣΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ, ΤΟΣΟ ΕΠΙΔΡΑΣΤΙΚΟ, ΑΛΛΑ...

Να μια από τις λίγες σχετικά φορές που δεν θα ενθουσιαστώ με κάτι που θωρείται απολυτα κλασικό στο είδος του: Μιλώ για το περίφημο "Πρόσωπα" (Faces) που γύρισε το 1968 ο συμπατριώτης μας John Cassavetes (1929-1989), εγκαινιάζοντας έτσι αυτό που σήμερα ονομάζουμε ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά. Ο Κασαβέτης, έχοντας βαρεθεί το Χόλιγουντ, τις "στημένες" ιστορίες του και τη συμβατικότητά του, γυρίζει κάτι αυτοσχεδιαστικό, με ελάχιστο budget, ασπρόμαυρο φυσικά, σχεδόν δίχως πλοκή... Μια "φέτα ζωής".
Ο γάμος ενός ευκατάστατου ζεύγους βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Εκείνος βρίσκει παρηγοριά στην αγκαλιά μιας όμορφης και νεότερής του πόρνης (πιθανόν) πολυτελείας, εκείνη συνάπτει μια μάλλον εφήμερη σχέση με έναν επίσης νεότερό της άντρα. Στο μεταξύ παρακολουθούμε καθημερινές (πιο καθημερινές, πεθαίνεις) σκηνές από τις ζωές όλων αυτών των προσώπων. Αυτά.
Αναγνωρίζω απόλυτα την ιστορικότητα του φιλμ. Ο σκηνοθέτης (ήδη γνωστός ηθοποιός του Χόλιγουντ) ξεφορτώνεται παραγωγούς, στούντιο, εταιρίες, γνωστούς σταρ (μόνο η γυναίκα του Τζίνα Ρόουλαντς είναι γνωστή ηθοποιός), πλοκή... τα πάντα. Γυρίζει μια πάμφτηνη ταινία δωματίου (διαδραματίζεται δηλαδή σχεδόν αποκλειστικά σε κλειστούς χώρους) και, αρνούμενος να έχει "κανονικό" σενάριο, αφήνει τους ηθοποιούς να αυτοσχεδιάζουν, να μιλάνε ακατάπαυστα, να γελάνε επίσης ακατάπαυστα, να βγάζουν με κάθε τρόπο μια εικόνα καθημερινότητας, δίχως το παραμικρό φτιασίδι. Έτσι ο Κασαβέτης καταφέρνει να δείξει στους πάντες ότι μπορεί να υπάρξει αμερικάνικο σινεμά και έξω από το κυρίαρχο Χόλιγουντ, να θίξει σημαντικά κοινωνικά θέματα (το βάλτωμα του γάμου εν προκειμένω), να φτιάξει κάτι απόλυτα χειροποίητο και αφτιασίδωτο, όσο μπορεί να γίνει "κοντά στην αληθινή ζωή". Για πολλούς ο Κασαβέτης είναι ουσιαστικά ο ιδρυτής του αμερικάνιου ανεξάρτητου κινηματογράφου.
Καλά όλα αυτά και απόλυτα σεβαστά. Κι όχι μόνο αυτό: Επιρροές της πρωτοπόρας αυτής ταινίας βλέπουμε σήμερα σε μεγάλη γκάμα ανεξάρτητων αμερικάνικων (κατηγορία που συνήθως αγαπώ) : Και στον Τζάρμους και στον Χάρτλεϊ και σε άλλους. Ωστόσο το φιλμ για μένα είναι απόλυτα βαρετό. Είναι αυτό που λες "δεν συμβαίνει τίποτα". Οι ήρωες μιλάνε και η κουβέντα φτάνει στα (χρονικά) άκρα της. Οι ήρωες δισκεδάζουν σε ένα κλαμπ και η σκηνή τραβά μέχρι να τελειώσει ολόκληρο το κομμάτι που παιζει το γκρουπ. Οι ήρωες τα κάνουν όλα σχεδόν σε πραγματικούς χρόνους. Και οι θεατές (εγώ εννοώ, συγνώμη για τον αυθαίρετο πληθυντικό) πλήττουν αφόρητα. Ομολογώ ότι παρακολούθησα το φιλμ εξαιρετικά δύσκολα και πολύ συχνά έμπαινα στον πειρασμό να το "τρέξω", αφού δεν άντεχα άλλο το ακατάπαυστο μπλά μπλά και την ουσιαστική έλλειψη δράσης (δίχως φυσικά να υπάρχει - ηθελημένα - εικαστικότητα στην εικόνα ή κάτι άλλο. Είπαμε: απλή "φέτα ζωής").
Συγνώμη αν απογοητεύω κάποιους που θεωρούν τον Κασαβέτη "ήρωά" τους. Και, τονίζω ξανά, είναι από τις πολύ λίγες περιπτώσεις που αναγνωρίζω την αξία, την πρωτοπορία και την επιδραστικότητα μιας ταινίας (η οποία ουσιαστικά δημιουργεί σχολή), αλλά δεν αντέχω την ίδια την ταινία. Ναι, συμβαίνουν κι αυτά τα παράδοξα ενίοτε...

Πέμπτη, Μαΐου 25, 2017

"ΤΟ ΔΙΧΤΥ" Ή ΟΙ ΚΑΦΚΙΚΟΙ ΕΦΙΑΛΤΕΣ

Ο κορεάτης Kim Ki-duk μας έχει χαρίσει αρκετές αξιόλογες ταινίες παλιότερα, με την ωμή βία και την τρυφερότητα να συνδυάζονται στο έργο του. Το 2016 επανέρχεται με το "Δίχτυ" (Geumul), αυτή τη φορά περισσότερο πολιτικοκοινωνικός παρά (άρρωστα συνήθως) ψυχογραφικός.
Η ιστορία έχει να κάνει με τη χωρισμένη στα δύο Κορέα (ένας διχασμός που μόνο αρνητικές συνέπειες φέρει). Ένας βορειοκορεάτης ψαράς περνά κατά λάθος τα θαλάσσια σύνορα επειδή του χάλασε η μηχανή (μπλέχτηκε - συμβολιά - σ' αυτή το δίχτυ του τίτλου) και συλλαμβάνεται ως πιθανός κατάσκοπος από τους "Νότιους". Όταν αυτοί αντιλαμβάνονται ότι είναι αθώος, προσπαθούν, για προπαγανδιστικούς λόγους, να τον κάνουν να αυτομολήσει στον "καπιταλιστικό παράδεισο". Όταν όμως εκείνος αρνείται πεισματικά (το μόνο που θέλει είναι να γυρίσει στην οικογένειά του), θα τον στείλουν τελικά πίσω, αλλά οι τραγικές δοκιμασίες του δεν έχουν τελειώσει. Κάθε άλλο...
Ο ήρωας είναι βεβαίως εδώ ο απλός, ανυποψίαστος, καθημερινός άνθρωπος, καλός κατά βάθος και με λίγες πραγματικές και ουσιαστικές ανάγκες, που άθελά του θα εμπλακεί σε διαμάχες τεραστίων πολιτικών συμφερόντων, που τον ξεπερνούν κατά πολύ - και τις οποίες ούτε καν αντιλαμβάνεται. Οπότε εδώ έχουμε μια κλασική περίπτωση καφκικού εφιάλτη, με το "δίχτυ" του τίτλου να τυλίγεται όλο και πιο ασφυκτικά γύρω του. Ταυτόχρονα ο Kim Ki-duk γίνεται εξ ίσου πικρός και απαξιωτικός τόσο με τον νοτιοκορεάτικο "καπιταλιστικό παράδεισο" όσο και με τον βορειοκορεάτικο "κομμουνιστικό" φασισμό. Πίσω από την απαστράπτουσα νότια βιτρίνα κρύβεται πολύς πόνος, πολλή παράνοια, τεράστια σκληρότητα και ανισότητα. Πίσω από τις μεγαλόστομες μαρξιστικής προέλευσης ρητορείες κρύβεται ένας αληθινός φασισμός, μια καταπίεση που συνδυάζεται μάλιστα με την απόλυτη φτώχια. Ανάμεσα σ' αυτές τις συμπληγάδες, η μόνη "ιδιότητα" που διαθέτει το άτομο είναι αυτή του θύματος, θύματος μιας πολύπλοκης πραγματικότητας που το ξεπερνά κατά πολύ.
Η μόνη μου αντίρρηση είναι ότι ολα αυτά δίνονται κάπως σχηματικά και σχετικά απλοϊκά. Οι χαρακτήρες, ιδιαίτερα ο "καλός" και ο "κακός" νοτιοκορεάτης φύλακας και ανακριτής αντίστοιχα, αλλά και οι σχέσεις τους με του από πάνω τους, μάλλον δεν με έπεισαν για την αληθοφάνειά τους, τους βρήκα κάπως καρικατούρες (ίσως επίτηδες, δεν ξερω). Γενικά κάποιες ευκολίες στους χαρακτήρες τους είχε. Παρ' όλα αυτά όμως είναι κατά τη γνώμη μου μια πολύ δυνατή ταινία, που αξίζει την προσοχή μας. Και η άποψή της για τη ζωή και το (τα) σύστημα(τα) δεν είναι καθόλου αισιόδοξη... Άλλωστε ο Kim Ki-duk δεν είναι καθόλου τυχαίος δημιουργός.

Δευτέρα, Μαΐου 22, 2017

7 ΧΡΟΝΙΑ... ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑΣ ΣΤΟ ΘΙΒΕΤ


Το έχω ξαναπεί: Πάντα θεωρούσα ότι ο Jean-Jacques Annaud "μεγαλοπιάνεται" (συγχωρείστε με για την έκφραση). Νομίζω ότι ψάχνει πάντοτε το εντυπωσιακό θέαμα, την ντε και καλά πρωτοτυπία... Μερικές φορές του έχει βγει, όχι όμως πάντοτε. Γενικά τον θεωρώ κάπως υπερφίαλο (αν και υπάρχουν ταινίες του που μου αρέσουν).
Το "7 Χρόνια στο Θιβέτ" του 1997 μάλλον δεν συγκαταλέγεται σ' αυτές. Εδώ ασχολείται με μια αληθινή περιπέτεια, που, αν μη τι άλλο, από τη φύση της προσφέρεται για μπόλικο εξωτισμό. Στα τέλη της δεκαετίας του 30 ναζί "ήρωας" ορειβάτης (είχε κατακτήσει και μετάλιο σε Ολυμπιακούς) πηγαίνει στην Ινδία για να ανέβει (για λογαριασμό της χιτλερικής Γερμανίας φυσικά) στην 9η ψηλότερη κορυφή των Ιμαλαϊων, η οποία είναι όμως από τις πλέον δύσκολες. Λίγοι ξέρουν ότι έχει ουσιαστικά χωρίσει από την έγγυο γυναίκα του (αμφότεροι αποτελούν πρότυπα της άρειας φυλής και κάμποση ναζιστική προπαγάνδα βασίζεται σ' αυτό). Η αποστολή αρχικά αποτυγχάνει, το θέμα όμως είναι ότι ενώ βρίσκεται στην Ινδία θα ξεσπάσει ο πόλεμος και οι άγγλοι κατακτητές της χώρας θα αιχμαλωτίσουν τα μέλη της γερμανικής αποστολής. Δύο (αν θυμάμαι καλά) χρόνια μετά θα δραπετεύσουν και με τον αρχηγό της αποστολής θα φτάσουν στο κλειστό στους ξένους Θιβέτ και, μέσα από διάφορες συγκυρίες ο ήρωάς μας θα φτάσει να γίνει ο απόλυτος έμπιστος και μοναδικός ουσιαστικά φίλος του νεαρού τότε Δαλάι Λάμα, ο οποίος δεν είναι ακόμα παρά ένα παιδί (αυτό που λέμε "κλεισμένο σε χρυσό κλουβί").
Αυτό που μας δείχνει εδώ ο Ανό είναι ουσιαστικά η μεταβολή του χαρακτήρα του ήρωα, ο οποίος από αντιπαθέστατος, εγωιστής και ξεροκέφαλος (και ναζί από πάνω) θα γίνει συμπονετικός, υπομονετικός, πράος. "Φταίει" (για την προς το καλό αλλαγή εννοώ) ο προσωπικός του πόνος (δεν έχει ποτέ δει τον γιο του), οι κακουχίες που πέρασε στο στρατόπεδο και κυρίως μετά τη δραπέτευσή του, η έκθεσή του σε μια παντελώς διαφορετική κουλτούρα, αυτή των βουδιστών, με εκ διαμέτρου διαφορετικές αξίες από τις δυτικές, η σχέση του με το παιδί Δαλάι Λάμα, στο οποίο κατά βάθος προβάλλει τον γιο του, ο συνδυασμός όλων αυτών μαζι... Πάντως το σίγουρο είναι ότι μετά από τα 7 χρόνια του τίτλου θα είναι ένας παντελώς διαφορετικός άνθρωπος. Παράλληλα βλέπουμε και το "μαρτύριο" του νεαρού αρχηγού του κράτους, ενός παιδιού ουσιαστικά που στερείται την οικογένειά του, την παρέα άλλων παιδιών, το παιχνίδι, και, δίχως ουσιαστικά παιδική ηλικία, προορίζεται για απόλυτος μονάρχης. Πόσο δύσκολο είναι αυτό για ένα παιδί;
Καλά όλα αυτά, μερικές εντυπωσιακές εικόνες της άγριας φύσης και της εξωτικής θιβετιανής κουλτούρας υπάρχουν, ο νεαρός τότε Μπραντ Πιτ, αλλά και ο Ντέιβιντ Θιούλις, είναι ταιριαστοί στους βασικούς ρόλους, αλλά νομίζω ότι άπό το φιλμ λείπει κάπως το νεύρο. Το βρήκα επίσης κάπως απλοϊκό: Το Θιβέτ παρουσιάζεται ως ένας χαμένος, αποκομμένος παράδεισος, που σύντομα θα αρχίσει να υποφέρει κάτω από την μπότα των πολύ κακών κινέζων κατακτητών. Όλα εκεί είναι ειδυλιακά (υπάρχει βέβαια το θέμα της προδοσίας του υπουργού ή του πολιτικού του ρεαλισμού αν προτιμάτε, αλλά η καθημερινότητα των κατοίκων κυλά ουσιαστικά σε μια μακάρια φτώχια). Μου φαίνονται πολύ απλοϊκά ή πολύ άσπρο - μαύρο όλα αυτά, δίχως τα ενδιάμεσα που θα δημιουργούσαν εντάσεις και αληθινό ρεαλισμό. Η ματιά ενός θαμπωμένου από τον εξωτισμό δυτικού. Φοβάμαι ότι ποτέ δεν υπήρξαν φτωχές-και-ειδυλιακές κοινωνίες... 
Δείτε το για το θέαμα και για την κατάδειξη μιας ξένης κουλτούρας, δεν το θεωρώ όμως μεγάλη ταινία.