Κυριακή, Νοεμβρίου 20, 2011

Ο ΤΕΝ ΤΕΝ ΩΣ ΙΝΤΙΑΝΑ ΤΖΟΟΥΝΣ

Ομολογώ ότι όταν είδα το τρέιλερ του κατά Steven Spielberg Τεν Τεν δεν ενθουσιάστηκα. Όταν όμως είδα το φιλμ "Οι Περιπέτειες του Τεν Τεν" (2011), άλλαξα γνώμη. Επιγραμματικά θα πω ότι σπάνια έχω διασκεδάσει τόσο πολύ σε σινεμά τα κάμποσα τελευταία χρόνια. Φυσικά, για να προλάβω αντιρρήσεις που σίγουρα θα υπάρχουν από κάποιους, ούτε βαθιά νοήματα ή "μηνύματα" εισπράτει κανείς από μια τέτοια ταινία ούτε μπορεί να θαυμάσει το πολυδιάστατο των χαρακτήρων, οι οποίοι είναι όντως "χάρτινοι", κοινώς μονοδιάστατοι. Ο Τεν Τεν στοχεύει στην καθαρή διασκέδαση, στην απόλαυση της περιπέτειας, στο διαρκές κράτημα του θεατή "στην άκρη του καθίσματος". Και σ' αυτά, κατά την προσωπική μου γνώμη τουλάχιστον, παίρνει άριστα. Ο αιώνια έφηβος δημοσιογράφος είναι βέβαια το διάσημο κόμικς δημιούργημα του Herge, η πρώτη περιπέτεια του οποίου κυκλοφόρησε στο χαρτί το 1929 δημιουργώντας έτσι τη περίφημη γαλλοβελγική σχολή της "καθαρής γραμμής" στα κόμικς, που εξακολουθεί να παράγει εξαίρετες δουλειές μέχρι σήμερα (ο ίδιος ο Herge φαίνεται στην πρώτη σκηνή να σχεδιάζει το διάσημο δημιούργημά του σε ένα έξυπνο "κλείσιμο ματιού" στους θεατές) . Ο ήρωάς μας αγοράζει εδώ μια ρέπλικα ενός παλιού ιστιοφόρου, την οποία επιθυμούν με οποιοδήποτε τίμημα και κάμποσοι άλλοι, μπλέκοντας έτσι σε μια πολύπλοκη ιστορία με θησαυρούς, πειρατές και παλιές οικογενειακές βεντέτες. Με αυτή την αφορμή λοιπόν ο Spielberg θυμάται (μετά από αρκετά χρόνια πρέπει να πω) τον παλιό, καλό του εαυτό, αυτόν του "μεγαλύτερου διασκεδαστή του κόσμου", και επιστρέφει θριαμβευτικά στις μέρες των πρώτων Ιντιάνα Τζόουνς. Δεν είναι τυχαίος ο παραλληλισμός. Ο Τεν Τεν είναι διαπραγματευμένος όπως ο περίφημος αρχαιολόγος-που -τα-κάνει-όλα, ο εξωτισμός και οι παλιές δεκαετίες (30-40) είναι ίδιες, η αναζήτηση κάποιου πολύτιμου αντικειμένου μοιάζει επίσης, απλώς εδώ έχουμε να κάνουμε με την ιδιότυπη αυτή τεχνική animation που θέλει κανονικούς ηθοποιόύς να "μεταμφιέζονται" μέσω πολύπλοκων ψηφιακών τεχνικών σε κινούμενα σχέδια. Οι σύγχρονες τεχνολογίες λοιπόν κάνουν αληθινά θαύματα, καθώς οι λεπτομέρειες είναι απίστευτες (διακρίνεται κυριολεκτικά η κάθε τρίχα, η κάθε πτυχή υφάσματος). Αλλά αυτά είναι τεχνικά. Είναι βέβαια η ασταμάτητη δράση, σε συνδυασμό με το μυστήριο, τις αποκαλύψεις, το πανταχού παρόν χιούμορ, το άψογο σασπένς, τις εντυπωσιακές εικόνες (υπερθέαμα θα λέγαμε καλύτερα), που κάνουν το φιλμ τον ορισμό αυτό που εγώ θα αποκαλούσα "χορταστικό". Και νομίζω ότι οι μεγάλοι θα διασκεδάσουν το ίδιο (αν όχι περισσότερο, αφού πιθανόν να υπάρχει και το καρύκευμα της νοσταλγίας από νεανικά αναγνώσματα) με τα παιδιά τους. Να που χρειάστηκε λοιπόν ένα animation και ένας έτοιμος (και διάσημος ήδη στην Ευρώπη τουλάχιστον) χαρακτήρας για να κάνει ο Spielberg την κατ΄εμέ καλύτερη ταινία του των αρκετών τελευταίων χρόνων.
ΥΓ: Όλα τα λεφτά ο αλκοολικός καπετάνιος Χάντοκ, που συχνά κλέβει την παράσταση, αλλά και οι ηλίθιοι ντετέκτιβ Ντιπόν και Ντιπόν.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 17, 2011

ΝΑΖΙ, ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΛΛΟΚΟΤΑ "ΟΧΥΡΑ"

Βρισκόμαστε στα 1983. Ο άσημος τότε Michael Mann κάνει τα πρώτα του βήματα. Για την ακρίβεια γυρίζει τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, το "The Keep", που είναι μια καθαρή ταινία τρόμου. 
Βρισκόμαστε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μια διμοιρία ναζί φτάνουν σε ένα απομακρυσμένο, ορεινό ρουμάνικο (νομίζω) χωριό, με στόχο να εγκατασταθούν ως φρουρά σε ένα γιγάντιο, αλλόκοτο, αρχαίο κτίσμα, κάτι σαν οχυρό, που δεσπόζει στο χωριό αυτό. Ουδείς γνωρίζει πότε ακριβώς και για ποιον λόγο χτίστηκε, οι κάτοικοι όμως ξέρουν καλά ότι κάτι εφιαλτικό κρύβεται μέσα του. Οι ναζί βέβαια δεν πιστεύουν σε τέτοιες χωριάτικες προλήψεις, οπότε... αντιλαμβάνεστε ότι κακά πράγματα θα τους συμβούν. 
Το φιλμ βέβαια είναι - σχετικά - πρωτόλειο και σε λίγα πράγματα θυμίζει τον Mann που ξέρουμε. Διαπραγματεύεται την κλασική πάλη καλού - κακού, όπου στη θεση του δεύτερου τοποθετεί το συλλογικό "τέρας" που δημιουργεί, τρέφει και υλοποιεί (εδώ κυριολεκτικά) ο ναζισμός. Αυτό το βρίσκω ενδιαφέρον στοιχείο. Από την άλλη, η ταινία είναι σε πολλά σημεία της ατμοσφαιρική και καταφέρνει να δημιουργεί αίσθημα ανησυχίας, το οποίο φυσικά είναι ζητούμενο στα φιλμ του είδους. Κάποιες σκηνές της μάλιστα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ακόμα και εφιαλτικά ποιητικές. Τα εφφέ φαντάζουν βέβαια λίγο αστεία και "εύκολα" με τα σημερινά δεδομένα, με διάφορα κόκκινα λέιζερ να ανάβουν ως μάτια ή όπλα και αντίστοιχες λάμψεις να ξεχύνονται από παντού. Θυμηθείτε όμως την εποχή και τις δυνατότητες που υπήρχαν τότε πριν τα απορρίψετε ολότελα. Συνολικά την βρήκα συμπαθητική ταινία του είδους, με σχετικά πρωτότυπο σενάριο, που βλέπεται με (σχετικό πάντα) ενδιαφέρον, από τους φίλους του φανταστικού τουλάχιστον. Μέχρις εκεί όμως. Ίσως το μεγαλύτερο ακόμα ενδιαφέρον της να βρίσκεται στο όνομα του σκηνοθέτη και να αποτελεί κάτι σαν "ιστορικό καθήκον" ενός σινεφίλ το να ανακαλύψει (ξεθάψει μάλλον) τα άγνωστα πρώτα βήματα ενός μετέπειτα σημαντικού δημιουργού.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 16, 2011

ΛΗΣΤΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟ ΡΕΤΙΡΕ ΕΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΞΥΣΤΗ

Οι ταινίες με απίθανες ληστείες, που συχνά διαθέτουν μικρή ή μεγάλη δόση χιούμορ, είναι κοινός τόπος στο σινεμά και συχνά είναι, αν μη τι άλλο, διασκεδαστικές. Υπακούουν μάλιστα σε στάνταρ κανόνες, όπως δράση μάλλον εξωπραγματική (είναι απίθανο να συμβούν όλα αυτά και μάλιστα με τέτοια ακρίβεια), όπως η ύπαρξη ενός όσο πιο απίθανου στόχου ληστείας μπορούν να επινοήσουν οι σεναριογράφοι και βέβαια, σπάνια αποβλέπουν και κάπου αλλού πέραν της καθαρής διασκέδασης που λέγαμε. Από τις συμπαθητικες τέτοιες περιπτώσεις - δίχως πάντως να ξεφεύγει από τους κανόνες - βρήκα το "Tower Heist" (Πώς να κλέψετε έναν Ουρανοξύστη, 2011) του Brett Ratner. Η ιδέα μάλιστα είναι αρκετά πρωτότυπη, στα πλαίσια πάντα του είδους. Το προσωπικό ενός πολυτελέστατου ουρανοξύστη (του ακριβότερου ίσως στη Νέα Υόρκη) φτιάχνει μια στα όρια του γελοίου συμμορία για να ληστέψει τον ζάμπλουτο και "σεβάσμιο" χρηματιστή κάτοικο του ρετιρέ, ο οποίος έχει αποδειχτεί όχι μόνο απατεώνας ολκής, έχοντας καταχραστεί ακόμα και τις δικές τους πενιχρές οικονομίες, αλλά κινδυνεύει να μείνει και ατιμώρητος από πάνω εξ αιτίας ενός διεφθαρμένου συστήματος. Από εκεί και πέρα, ξέρετε. Το σχέδιο είναι ιδιοφυές, αλλά και οι απιθανότητες πολλαπλασιάζονται. Πάντοτε όμως η ταινία παραμένει διασκεδαστική και με την πρέπουσα, νομίζω, δόση σασπένς. Βλέπετε πάντως ότι η εποχή, με τα κυρίαρχα αρπακτικά του χρηματομεσιτικού τομέα να απειλούν ουσιαστικά με παγκόσμια δυστυχία, με την ανθρώπινη απληστία να έχει φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη, με τις στρατιές νεόπτωχων παγκοσμίως, δεν αφήνει ασυγκίνητο ακόμα και τον mainstream, χολιγουντιανό κινηματογράφο, που πρωτίστως βέβαια αποβλέπει στα ταμεία. Γι' αυτό υπάρχει το έντονο κοινωνικό στοιχείο στο φιλμ, γι' αυτό ο "κακός" της ταινίας είναι ένα τέτοιο αδίσταχτο αρπακτικό, γι΄αυτό συμπαθείς ως θεατής τους αστείους και ποικίλων χαρακτήρων ήρωες και αυτόματα ταυτίζεσαι μαζί τους, ευχόμενος ολόψυχα να πετύχει το σχέδιό τους. Επειδή έχουν δίκιο κι όχι επειδή είναι "ωραίοι τύποι", όπως σε πολλές άλλες ταινίες του είδους (βλέπε "Ocean δεκατόσο"). Αν συνυπολογίσουμε και το απολαυστικό καστ (Μπεν Στίλερ, Κέισι Άφλεκ, Έντι Μέρφι, Άλαν Άλντα, Μάθιου Μπρόντερικ) βρήκα την ταινία (παρά, ξαναλέω, τα σημεία που θα αναφωνήσει κανείς "ε, όχι, αυτό δεν γίνεται") διασκεδαστική. Ό,τι πρέπει για ένα ευχάριστο δίωρο. Τίποτα παραπάνω.

Τρίτη, Νοεμβρίου 15, 2011

WEST SIDE STORY: ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ

Το "West Side Story" που γύρισαν το 1961 οι Jerome Robbins ((1918-1998)και Robert Wise (1914-2005) (ο πρώτος ήταν χορογράφος και σκηνοθέτησε τα χορευτικά), θεωρείται ένα από τα καλύτερα μιούζικαλ όλων των εποχών και, σίγουρα, είναι ένα από τα πιο πετυχημένα εμπορικά και καλλιτεχνικά (είχε σαρώσει στα Όσκαρ στην εποχή του). Η ιδέα αποδείχτηκε θαυματουργή: Οι δημιουργοί μετέφεραν τον μύθο του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας στην (τότε) σύγχρονη εποχή, βάζοντας μάλιστα τους δύο τινέιτζερς ερωτευμένους να ανήκουν σε δύο αντίπαλες νεανικές συμμορίες, η μία αποτελούμενη από λευκούς και η άλλη από ισπανόφωνους πορτορικάνους. Η μουσική του Λέοναρντ Μπερνστάιν υπήρξε άλλο ένα βασικό στοιχείο επιτυχίας του φιλμ (ο δίσκος ήταν για πολύ καιρό νο 1 στα charts). Νομίζω ότι μπορούμε να διακρίνουμε διάφορα επίπεδα στην ταινία. Από τη μία υπάρχει το όντως εντυπωσιακότατο οπτικό μέρος. Κατασκευασμένα σκηνικά που αναπαράγουν φτωχές, λαϊκές περιοχές της Νέας Υόρκης, πλημμυρισμένα από έντονα χρώματα με κυρίαρχο το πανταχού παρόν κόκκινο. Ωραία χορευτικά, άλλοτε πολυπρόσωπα, άλλοτε όχι, έντονο στυλιζάρισμα και, βέβαια, μια απεικόνιση της τότε νεανικής κουλτούρας, τόσο των "ροκάδων" λευκών όσο και των ισπανόφωνων, με τη δική τους μουσική και τρόπο ζωής. Η αναπαράσταση μάλιστα της βίας με χορευτικά είναι αξέχαστη. Από την άλλη υπάρχει το αισθηματικό, το ερωτικό μέρος, που, όπως σχεδόν κάθε νεανική ταινία, ιδιαίτερα περασμένων δεκαετιών, είναι μάλλον αφελές και υπερ-ρομαντικό. Έρωτας με την πρώτη (κυριολεκτικά) ματιά, όρκοι για αιώνια αγάπη, μελιστάλακτοι ερωτικοί διάλογοι... τέτοια πράγματα. [spoiler!! Spoiler!]Ναι, αλλά όλοι όσοι περιμένουν και το αντίστοιχο happy end που έχουν τέτοια φιλμ, νομίζω ότι μάλλον θα απογοητευτούν. Να λοιπόν μια πρώτη υπονόμευση των θεμελίων του είδους. Το φινάλε βέβαια, μπορεί να είναι εξ ίσου ρομαντικό με το όλο πνεύμα της ταινίας, βρίσκεται όμως πολύ - πολύ μακριά από το "έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα". [τέλος spoiler]. Εντάξει λοιπόν με τη ρομαντική πλευρά. Αν κοιτάξουμε όμως καλύτερα, θα ανακαλύψουμε και μια άλλη, έντονα κοινωνική ματιά. Αυτό που απροσδόκητα θα έλεγα περνά μέσα από ένα νεανικό μιούζικαλ με έρωτες και συμμορίες δεν είναι μόνο το θέμα της νεανικής βίας και εγκληματικότητας (το οποίο, καθόλου τυχαία βέβαια, επικεντρώνεται στα πιο φτωχά κοινωνικά στρώματα και το οποίο αποτελεί πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα απ' όσο τότε), αλλά και η καταγραφή των φυλετικών διαφορών και κατηγοριοποιήσεων. Ακούστε το "America", το γνωστότερο ίσως τραγούδι της ταινίας. Είναι ένα ειρωνικό σχόλιο πάνω στην Αμερική, την χώρα υποτίθεται των "ίσων ευκαιριών". Οι μεν μιλάνε για τα καλά της Αμερικής και οι άλλοι (οι ισπανόφωνοι και πιο "σκούροι" φυσικά) σχολιάζουν δηκτικά το τι ακριβώς ΔΕΝ περιλαμβάνει αυτή η υποτιθέμενη ισότητα, το πώς τους αντιμετωπίζουν οι λευκοί. Αν προσθέσετε σ' αυτό και την διάχυτο μείγμα νοσταλγίας/απέχθειας για την πατρίδα που άφησαν, και φυσικά την αντίστοιχη σχέση αγάπης/μίσους με τη νέα τους πατρίδα, τις ΗΠΑ, πράγμα που συμβαίνει με όλους τους μετανάστες σε μια "ανώτερη" οικονομικά χώρα, θα δείτε ότι η διάσημη αυτή ταινία περιέχει πολύ περισσότερα πράγματα από μια απλή και αφελή ρομαντική ιστορία και από εντυπωσιακά χορευτικά και τραγούδια. Ο Wise είναι βέβαια ένας εξαίρετος σκηνοθέτης - χαμαιλέων, που πέρασε με επιτυχία απ' όλα σχεδόν τα είδη του κλασικού αμερικάνικου σινεμά, οπότε το άγγιγμά του είναι εγγυημένο. Προσωπικά βαρέθηκα κάπως στα overdose αισθηματικά μέρη, συνολικά όμως βρίσκω ότι η ταινία παραμένει μεγάλη. Και δεν με κούρασε καθόλου η τρίωρη διάρκειά της.

Κυριακή, Νοεμβρίου 13, 2011

Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ ΣΤΟ "LITTLE CAESAR"

Κλασικός σκηνοθέτης του αμερικάνικου σινεμά, με πάμπολλες ταινίες στο ενεργητικό του, ο Mervyn LeRoy (1900–1987) γυρίζει το 1931 το "Little Caesar" (Ο Άρχων του Εγκλήματος" στα ελληνικά), καθιερώνοντας τον Έντουαρντ Ρόμπινσον και συγχρόνως φτιάχνοντας μια από τις πρώτες και βασικές γκαγκστερικές ταινίας. Ολόκληρο το φιλμ βασίζεται στην πρωσωπικότητα (και στην ηθοποία βέβαια) του ομώνυμου ήρωα. Μια εγκληματική, οξύθυμη, δίχως κανένα οίκτο περσόνα, που το μόνο που ποθεί στη ζωή είναι η άνοδος, η δύναμη, η εξουσία πάνω στους άλλους. Όπως λέει χαρακτηριστικά "οι γυναίκες είναι αδιάφορες και το χρήμα δεν είναι το παν". Η εξουσία όμως; Η δύναμη; Αυτά και μόνο είναι μεθυστικά γι' αυτόν. Η έλλειψη συναισθημάτων είναι απόλυτη (σχεδόν), η αποφασιστικότητά του να πετύχει δίχως να διστάζει μπροστά σε τίποτα τεράστια. Ο άνθρωπος αυτός λοιπόν, με τον κολλητό του φίλο, φεύγουν ως μικροεγκληματίες από την επαρχία για να πάνε στη "μεγάλη πόλη". Όπου ο ένας θα προσπαθήσει να βγει για πάντα από τον κόσμο του εγκλήματος, ενώ ο ήρωάς μας θα ανέλθει ταχύτατα τις βαθμίδες του και θα γίνει ο περιβόητος "Μικρός Καίσαρας", που φτάνει σχεδόν να ελέγχει την πόλη. Τίποτα όμως δεν κρατά πολύ, όπως σαφώς μας λέει πριν καν ξεκινήσει η ταινία, ένα απόσπασμα από την Αγία Γραφή που χρησιμοποιείται ως μότο. Μπορεί όμως ένας άνθρωπος να στερείται παντελώς συναισθημάτων; Όχι, μοιάζει να μας απαντά το φιλμ. Η αχίλλειος πτέρνα του διαβόητου εγκληματία είναι η αγάπη για τον πρώην αδελφικό του φίλο. Είναι αυτό που χρειάζεται, αφού όλοι οι άνθρωποι πρέπει κάπου να στηρίζονται. Η ρωγμή αυτή στην συναισθηματική του πανοπλία είναι αυτή ακριβώς που θα αποβεί μοιραία. Πρόκειται για ένα από τα κλασικά γκαγκστερικά φιλμ που, μαζί με 2-3 άλλα, θεμελείωσαν το είδος που άνθισε σ΄αυτή και στην επόμενη δεκαετία στο αμερικάνικο σινεμά. Σήμερα η πλοκή μας φαίνεται ίσως κάπως απλοϊκή και είχα την αίσθηση ότι όλα γίνονται "πολύ εύκολα", πολύ γρήγορα. Επίσης ενοχλεί ίσως το overdose παίξιμο των ηθοποιών. Σκεφτείτε όμως: Βρισκόμαστε στο 1931 και ο ομιλών μόλις έχει ξεκινήσει. Οι ηθοποιοί δεν έχουν ακόμα αποβάλλει το υπερβολικό παίξιμο που χαρακτήριζε τον βωβό και που σ΄αυτόν ήταν απαραίτητο για να γίνεται κατανοητή η πλοκή. Δείτε το λοιπόν έχοντας στο μυαλό σας τα στοιχεία αυτά. Πρόκειται για κλασικό φιλμ που όχι μόνο καταδύεται στον υπόκοσμο, αλλά και διαπραγματεύεται το θέμα της ανόδου και της πτώσης (την οποία κατά βάση προκαλεί η απληστία).

Παρασκευή, Νοεμβρίου 11, 2011

Ο "ΧΡΥΣΟΔΑΚΤΥΛΟΣ", Ο ΜΠΟΝΤ ΚΑΙ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Η επιτυχία των δύο πρώτων ταινιών του πράκτορα 007, του Τζέιμς Μποντ δηλαδή, ήταν τέτοια, ώστε επιβαλλόταν η συνέχιση του σίριαλ (του μακροβιότερου, υπενθυμίζουμε, στην ιστορία του σινεμά, που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας). Έτσι λοιπόν, το 1964, η τρίτη συνέχεια είναι έτοιμη: "Goldfinger", σε σκηνοθεσία Guy Hamilton, ο οποίος διαδέχεται τον Terence Young, και που είναι ίσως η πλέον cult ταινία της σειράς: Οι φίλοι του Μποντ τη θεωρούν αν όχι την αγαπημένη τους, σίγουρα μια από τις αγαπημένες τους, ενώ άλλες ταινίες του υπερπράκτορα την έχουν σαν μέτρο σύγκρισης. Μάλιστα. Όπου ο Μποντ, πιστός στον κοσμοπολιτισμό που διακρίνει τις περιπέτειές του, μεταφέρεται τώρα στις ελβετικές Άλπεις όπου κυνηγά τον σούπερ επιχειρηματία Χρυσοδάχτυλο (Golgfinger δηλαδή), ο οποίος, ούτε λίγο ούτε πολύ, σχεδιάζει να χτυπήσει το ίδιο το Φορτ Νοξ, το κεντρικό θησαυροφυλάκιο των ΗΠΑ, και να καταστρέψει την (1964), παγκόσμια οικονομία (λες και αυτή δεν μπορεί να καταστραφεί από μόνη της, όπως αποδεικνύεται καμιά πενηνταριά χρόνια μετά). Και φυσικά ο πράκτοράς μας θα σώσει και πάλι τον κόσμο. Η αλήθεια είναι ότι η ταινία περιέχει μια σειρά απο θεαματικές σκηνές έντονης δράσης (αεροπλάνα που οδηγούν μόνο σέξι γυναίκες - πιλότοι, αυτοκινητοκυνηγητά στα βουνά, εντυπωσιακές ληστείες και άλλα τέτοια), οι οποίες θα ήταν αναμφισβήτητα ακόμα πιο εντυπωσιακές στην εποχή τους. Γενικά πρόκειται σίγουρα γι' αυτό που αποκαλούμε "χορταστική περιπέτεια". Κατά τα άλλα, ο 007 είναι πάντα κομψότατος και κοσμοπολίτης, αθεράπευτα γυναικάς - οι γυναίκες, ακόμα και οι εχθροί, πέφτουν σαν ξερόφυλλα σχεδόν με τη μία, δυναμικός όσο δεν γίνεται, έξυπνος, με κλασικό βρετανικό φλεγματικό χιούμορ, δεν πεθαίνει με τίποτα, χρησιμοποιεί πλήθος γκάτζετ που κινούνται στα όρια της... επιστημονικής φαντασίας και, στο συγκεκριμένο φιλμ, είναι και τυχερός, αφού πέφτει στα ίχνη του υπερ-κακοποιού κατά τύχη και όχι εκτελώντας κάποια αποστολή. Κάποια στοιχειωδώς φεμινίστρια θα γινόταν φυσικά έξαλλη, ενώ κάποιος που επίσης στοιχειωδώς αμφισβητεί κάποιες από τις αξίες του "δυτικού ελεύθερου κόσμου" το ίδιο. Αλλά το ιδεολογικό περιεχόμενο είναι δεδομένο, τουλάχιστον στα 60ς. Ας μην ασχολούμαστε άλλο μ' αυτό. Καλύτερα να κρίνουμε τέτοιες ταινίες από το πόσο χορταστικές είναι και μόνο, αφού εκεί στοχεύουν και γι' αυτό περηφανεύονται. Και, είπαμε, αυτό το στοιχείο το διαθέτει και με το παραπάνω. Τώρα εγώ τι να σας πω. Έγραψα και σε άλλα ποστ ότι ποτέ δεν υπήρξα ιδιαίτερος φαν του Μποντ, και, παρά τον καταιγισμό δράσης, κι αυτός εδώ ο "Χρυσοδάχτυλος" μου φαίνεται μία από τα ίδια (γενικά οι 007, παρά τη διαρκή αλλαγή τοπίων, μου φαίνονται πάντα περίπου ίδιοι μεταξύ τους). Αν όμως είστε φαν της σειράς, όντως είναι από τα καλά της. ΥΓ: Respect στο κλασικό τραγούδι τίτλων του John Barry από την θαυμάσια Σίρλεϊ Μπάσεϊ.

ΕΝΑΣ ΧΩΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΡΟΒΛΕΠΤΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΟΥ

Το ιρανικό σινεμά είναι και πάλι εδώ και μάλιστα με ένα εξαιρετικό δείγμα του: Το "Ένας Χωρισμός" (2011) του Asghar Farhadi (που είχε κάνει και το "Τι Απέγινε η Έλι") μόνο ως κοινωνικό θρίλερ μπορεί να περιγραφεί. Όλα ξεκινούν από ένα μορφωμένο, φιλελεύθερο ζευγάρι που χωρίζει (ναι, χωρίζουν και στις φανατικές ισλαμικές χώρες). Ο χωρισμός όμως αυτός θα φέρει μια αληθινή αλυσίδα συνεπειών. Μια φτωχή, θρήσκα γυναίκα προσλαμβάνεται να προσέχει τον γέρο πατέρα του συζύγου που πάσχει από αλτσχάιμερ, ένα ατύχημα θα συμβεί, το ένα θα φέρει το άλλο... και τα πάντα στη ζωή των ηρώων θα ανατραπούν. Η ταινία λειτουργεί σε δύο επίπεδα: Από τη μια είναι δομημένη σα θρίλερ (θρίλερ της απόλυτης καθημερινότητας βεβαίως), με το σασπένς και την πνιγηρή ατμόσφαιρα να αυξάνονται κάθε λεπτό που περνά, καθώς τα πράγματα περιπλέκονται όλο και περισσότερο κυριολεκτικά από το τίποτα. Από την άλλη όλες αυτές οι ακούσιες επιπλοκές ενός χωρισμού λειτουργούν σαν μια αληθινή ακτινογραφία της ιρανικής κοινωνίας και των βαθιών της αντιθέσεων. Διαφορετικό οικονομικό και μορφωτικό επίπεδο και απόλυτα διαφορετικού βαθμού ανταπόκριση στα αυστηρά θρησκευτικά κελεύσματα, φτιάχνουν ένα διχασμένο κόσμο με λίγα κοινά σημεία. Από εκεί άλλωστε ξεκινά και το δράμα. Στη ρίζα όλων των κακών βεβαίως μοιάζει να βρίσκεται η θρησκευτική πίστη, η αυστηρότατη ισλαμική θρησκευτική πίστη για να είμαστε ακριβέστεροι. Βλέπετε, τίποτα από αυτά δεν θα γινόταν αν η θρησκόληπτη γυναίκα που προσλαμβάνεται για να προσέχει τον γέρο δρούσε "φυσιολογικά", δίχως να κρύβεται και δίχως να ρωτά τον ιμάμη για το... αν επιτρέπεται να ξεσκατίσει έναν 80χρονο ανήμπορο γέρο που δεν αντιλαμβάνεται τίποτα γύρω του. Αυτό βεβαίως δεν είναι ίσως το κύριο σημείο του φιλμ, αλλά πιθανόν να αποτελεί κι αυτό μια συγκαλυμένη και μάλλον δυσδιάκριτη καταγγελία του δημιουργού του. Ούτως ή άλλως όμως νομίζω ότι η ταινία είναι εξαιρετική, αφού όχι μόνο προσφέρει μια σπάνιας διεισδυτικότητας εικόνα της ιρανικής κοινωνίας, αλλά και δεν αφήνει τον θεατή να ησυχάσει από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, μ' αυτή την ένταση της καθημερινότητας να αυξάνεται ολοένα. Μακάρι και άλλες κινηματογραφίες να διέθεταν τόσο σφιχτοδεμένα και σφαιρικής ματιάς σενάρια, που να συνυπάρχουν με ένα φτηνής παραγωγής, "συνηθισμένο" και καθημερινό οπτικό μέρος. Ο Farhadi μάλιστα αποδεικνύει, αν σκεφτούμε και την "Έλι", ότι μπορεί να φτιάχνει άψογα κοινωνικά δράματα, που ενώ - το είπα αρκετές φορές φοβάμαι - βασίζονται 100% στην καθημερινότητα, μπορούν να λειτουργούν σαν θρίλερ με το αλάνθαστο σασπένς που διαθέτουν. Η ταινία έχει κερδίσει τη "Χρυσή Άρκτο" στο φεστιβάλ του Βερολίνου, ένα από τα τρία σημαντικότερα του κόσμου.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 09, 2011

"ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ" ΩΣ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΤΥΠΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ

Εν μέσω γερμανικής κατοχής, στα 1945, ο   Carné (1906–1996) καταφέρνει, παρά τις πολλές αντιξοότητες, να γυρίσει μία από τις 5-6 καλύτερες γαλικές ταινίες όλων των εποχών: "Τα Παιδιά του Παραδείσου", ταινία που βλέπεται - από μένα τουλάχιστον - ανετότατα μέχρι τις μέρες μας και κατορθώνει ακόμα να μας εκπλήσει. Η ιστορία μας μεταφέρει πίσω, στο Παρίσι του 19ου αιώνα, γύρω στα 1830 συγκεκριμένα, και αναπαράγει με εκπληκτικό τρόπο όλη αυτή την εποχή, ιστορικά, κοινωνικά και, βέβαια, οπτικά. Και κυρίως όσα διαδραματίζονται γύρω από την περίφημη "Λεωφόρο του Εγκλήματος", μια πολυσύχνασυη, πολύβουη, πάντα γεμάτη πλήθη λεωφόρο, όπου συνωστίζονται πόρνες και αριστοκράτες, απατεώνες και καλλιτέχνες, έμποροι και καταναλωτές. Και, κυρίως, άνθρωποι του κάθε λογής θεάματος, που τότε βέβαια ήταν οι ποικίλες μορφές ζωντανού θεάματος, από θέατρο μέχρι ακροβατικά στους δρόμους. Ένα Μπρόντγουέι της εποχής ή, καλύτερα, μια αληθινή Αυλή των Θαυμάτων. Πάνω σ' αυτό το εκπληκτικά δοσμένο φόντο διαδραματίζεται και αναπτύσεται σε βάθος αρκετών χρόνων, μια πολύπλοκη ιστορία ερώτων, παθών, συγκρούσεων, μια πινακοθήκη ανθρώπινων τύπων, συναισθημάτων, συμπεριφορών και χαρακτήρων. Οι δύο βασικοί ήρωες, ερωτευμένοι με διαφορετικό τρόπο με την ίδια "μοιραία" γυναίκα, είναι καλλιτέχνες. Και οι δύο άσημοι στα πρώτα τους βήματα, διάσημοι και πετυχημένοι στη συνέχεια. Ο ένας εξωστρεφής, πληθωρικός, γλεντζές, με έκδηλη ιδιοφυία σε ό,τι κάνει, ο άλλος εσωστρεφής, ρομαντικός, χαμηλότονος - αλλά εξ ίσου ιδιοφυής και διάσημος. Ο πρώτος "σοβαρός" ηθοποιός, ένας σούπερ σταρ της εποχής, ο άλλος μίμος, που η έκφρασή του βασίζεται μόνο στο σώμα και καθόλου στο λόγο. Απέναντί τους ένας απατεώνας και εγκληματίας και ένας πλούσιος δανδής. Όλοι τους περιστρέφονται γύρω από την ίδια γυναίκα. Το φιλμ, πέραν της εξαιρετικής του σκηνοθεσίας, πέραν της εντυπωσιακής αναπαράστασης, τοιχογραφίας μάλλον μιας εποχής, πέραν της ποικιλίας ανθρώπινων τύπων που διαθέτει, εκπλήσει με την τόλμη του σε αρκετά σημεία. Σε ερωτικό επίπεδο, η μοιραία γυναίκα, που τόσα πάθη προκαλεί, θα πάει με όλους, άλλοτε από αγνό έρωτα, άλλοτε από απλό σαρκικό πόθο (ναι, λεγόντουσαν αυτά στο σινεμά και στα 1945). Από την άλλη, υπάρχει μια εκπληκτική, μπροστά από την εποχή της, σκηνή, όπου ο "εξωστρεφής" ηθοποιός καταλύει κάθε κανόνα θεάματος, παρωδώντας το ίδιο το "σοβαρό" έργο στο οποίο πρωταγωνιστεί, αναμειγνύεται με τους θεατές και μιλά από την πλατεία, αυτοσχεδιάζει ασύστολα, σπάει κάθε κανόνα αφήγησης, κάθε όριο ανάμεσα στη σκηνή και την πλατεία. Στην αρχή πάλι, ο "κακός" ξετυλίγει μια ολόκληρη μισάνθρωπη φιλοσοφία, σαρκάζοντας μάλιστα κάθε διαδεδομένη αξία ή, αν θέλετε, είναι "κακός" συνειδητά, έχοντας μια ολόκληρη κοσμοθεωρία πίσω του. Κι αυτά είναι μερικά μόνο από τα πολύ ιδιαίτερα σημεία του φιλμ. Θα καταλάβατε ότι πέραν της διερεύνησης διαφόρων μορφών έρωτα, βασικός προβληματισμός του φιλμ είναι και η σχέση της ζωής και της αναπαράστασής της, της αληθινής ζωής και του θεάματος, αλλά και η καταγραφή των όσων συμβαίνουν στο χώρο του τελευταίου, μπροστά και πίσω από την αυλαία (ή από την κάμερα, αν διαδραματιζόταν σε πιο πρόσφατη εποχή). Έχω ξαναπεί ότι οι μεγάλες ταινίες είναι πολυεπίπεδες. Αυτό ισχύει απόλυτα και γι' αυτό εδώ το κλασικό φιλμ. Ο κάθε θεατής μπορεί να βρει και να αναλύσει κι άλλα νοήματα πέραν αυτών που προσπάθησα να επισημάνω, να εμβαθύνει σε άλλα σημεία, να ανακαλύψει άλλες οπτικές. Κι όλα αυτά δίχως η πλοκή να γίνεται ποτέ πλαδαρή, αφού η ταινία διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή στο πρώτο επίπεδο, αυτό της αφήγησης, της ιστορίας, παρά την τρίωρη και βάλε διάρκειά της, προσφέροντάς του μάλιστα χορταστικό θέαμα και γνήσια συγκίνηση - υπάρχει πάντα, βλέπετε, το σπαρακτικό και πολύ ευαίσθητο ερωτικό στοιχείο. Την χαρακτήρισαν ευρωπαϊκό "Όσα Παίρνει ο Άνεμος". Κρίνετε εσείς αν ο χαρακτηρισμός είναι σωστός. Σίγουρα όμως πρόκειται για μεγάλη ταινία.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 07, 2011

ΟΙ "ΑΛΠΕΙΣ" ΚΑΙ ΟΙ ΡΟΛΟΙ ΠΟΥ ΠΑΙΖΟΥΜΕ

Να το πω από τη αρχή: Ο Γιώργος Λάνθιμος κάνει ένα στριφνό σινεμά, με πολύ ιδιαίτερη κινηματογραφική άποψη, ένα σινεμά που βλέπεται μάλλον δύσκολα. Ή, αν θέλετε να το πω αλλιώς, βλέπεται μόνο από λίγους, που ψάχνουν πολύ μακριά από κάθε κρατούσα αισθητική. Δεν το λέω αυτό ούτε ως θετικό ούτε ως αρνητικό. Απλώς είναι ένα γεγονός, κι από εκεί και πέρα ο καθένας αποφασίζει αν του αρέσει ή όχι. Στην τρίτη του ταινία, τις "Άλπεις" του 2011, το "δύσκολο" αυτό μάλλον επιτείνεται σε σχέση με τον "Κυνόδοντα". Μουντή, σκοτεινή εικόνα, επιμονή σε απόλυτα τετριμμένα, μπανάλ, εσωτερικά ή εξωτερικά περιβάλλοντα (τόσο, ώστε να μην υπάρχει ούτε μια απ' αυτές που θα ονομάζαμε "όμορφες εικόνες", τόσο ώστε η εμμονή με την άσχημη ή/και απόλυτα συνηθισμένη πλευρά της καθημερινότητας να γίνεται στιλ), περίεργα, "αντικινηματογραφικά" θα έλεγε κανείς καδραρίσματα, ψυχρότητα συναισθημάτων, παράξενο, στημένο παίξιμο των ηθοποιών (αν και εδώ έχει και σεναριακό λόγο αυτό το "στήσιμο"), ανησυχητική ατμόσφαιρα ενώ βρισκόμαστε, όπως είπαμε, στη σφαίρα του απόλυτα οικείου, ελλειπτικό σενάριο, υπόγειο, αδιόρατο χιούμορ, όλα όσα χρειάζονται δηλαδή για να μισήσει το φιλμ ο εθισμένος στη χολιγουντιανή αισθητική θεατής. Μάλιστα. Πλην όμως, σπάνια ταινία με προβλημάτισε τόσο (θετικά το εννοώ) και με έβαλε σε τόσες σκέψεις και προσπάθειες ανάγνωσής της όσο αυτή εδώ. Ίσως γνωρίζετε την ιστορία: Μια ιδιότυπη εταιρία, αποτελούμενη από τέσσερα άτομα, αναλαμβάνει να ενσαρκώνει αγαπημένα πρόσωπα που μόλις έχουν πεθάνει, δίνοντας έτσι μια ψευδαίσθηση μη απώλειας, μια παρηγοριά τέλος πάντων, στους συντετριμένους συγγενείς. Ώσπου η βασική ηρωίδα αποφασίζει να δράσει μόνη της, παραβλέποντας τους αυστηρότατους κανόνες της εταιρίας, με απρόβλεπτες συνέπειες. Τα θέματα που θίγονται και οι προβληματισμοί που προκύπτουν είναι και πολλοί και πολυεπίπεδοι. Όλοι στη ζωή αυτή παίζουμε κάποιους ρόλους, και μάλιστα πολλούς συγχρόνως: Του γονιού, του παιδιού, του ερωτευμένου, του επαγγελματία και άπειρους άλλους. Η συμπεριφορά μας αλλάζει κάθε ώρα που περνά, ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο βρισκόμαστε. Ποιος ειναι ο αληθινός μας εαυτός; Ποιος ξέρει; Ίσως αυτός να έχει χαθεί ανεπιστρεπτί μέσα σ' αυτό το καθημερινό συνονθύλευμα ρόλων, την σχεδόν υποχρεωτική και ασυνείδητη συνήθως προσαρμογή στα κυρίαρχα πρότυπα. Έτσι τουλάχιστον μοιάζει να μας λέει το φιλμ. Κι όχι μόνο αυτό: Χρειαζόμαστε απεγνωσμένα αυτούς τους ρόλους. Δίχως αυτούς είναι αδύνατο να συνεχίσουμε, κάθε έννοια ταυτότητάς μας (έστω και ψευδούς ταυτότητας) χάνεται. Αν οι ρόλοι κατέρρεαν θα βρισκόματε στα όρια της παράνοιας. Αυτό μας λέει το συγκλονιστικό σε ψυχολογικό επίπεδο τελευταίο τέταρτο του φιλμ. Κι αυτά είναι μόνο λίγα. Νομίζω ότι κάθε θεατής μπορεί να σκεφτεί κι άλλα, να ανιχνεύσει δικές του ερμηνείες, προσωπικές εκδοχές. Γι' αυτό άλλωστε η ταινία γύρισε με το βραβείο σεναρίου από το φεστιβάλ της Βενετίας. Προσωπικά λοιπόν η ταινία μου άρεσε, όπως και ο "Κυνόδοντας". Θεωρώ μεγάλο ταλέντο τον Λάνθιμο και ελπίζω να συνεχίσει τον ιδιόρυθμο δρόμο που χάραξε. Σας προειδοποίησα όμως και στην αρχή: Το στιλ του είναι μάλλον απωθητικό για τους περισσότερους. Πάντως, είτε εκτιμάτε (όπως εγώ) το ύφος του Λάνθιμου, είτε αυτό σας απωθεί, είναι αναμφισβήτητο ότι με λίγες μόνο ταινίες και σε σχετικά μικρή ακόμα ηλικία, έχει δημιουργήσει ένα δικό του, καθαρά προσωπικό σύμπαν, τόσο σε κινηματογραφικό / σκηνοθετικό επίπεδο όσο και σε σεναριακό, ένα σύμπαν που συνδυάζει μια αβάσταχτα μίζερη και συνηθισμένη καθημερινότητα με εξωφρενικές, στα όρια του απίθανου, ιστορίες, που διαδραματίζονται μέσα σ' αυτή. Ξέρετε πολλούς άλλους να έχουν καταφέρει κάτι τέτοιο;

Κυριακή, Νοεμβρίου 06, 2011

"FINAL PROGRAM" ΚΑΙ ΨΥΧΕΔΕΛΙΚΟ ΚΙΤΣ

Ο Robert Fuest υπήρξε ένας σκηνοθέτης που κυρίως δραστηριοποιήθηκε στη δεκαετία του 70 με 5- 6 ταινίες του φανταστικού (γνωστότεροι οι δύο Dr Phibes). Βλέποντάς τον μάλιστα σήμερα μπορούμε να πούμε ότι δεν στερείτο στιλ. Το 1973 διασκευάζει ένα από τα βιβλία του συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Michael Moorcock από τη σειρά "The Cornelius Chrοnicles", φτιάχνοντας έτσι το "Final Program". Όπου ο ήρωας της σειράς, ο στιλάτος, glam πράκτορας Τζέρι Κορνέλιους μπλέκεται σε μια σειρά από περιπέτειες σε έναν ακαθόριστο μελλοντικό κόσμο και, τελικά, με μια μάλλον ναζί σέξι κυρία βρίσκεται σε ένα θάλαμο για το "τελικό" πείραμα, για το οποίο ας μη σας πω περισσότερα. Τελικά το φινάλε είναι κουφό και, για να είμαστε ακριβέστεροι, ξεκάρφωτο. Καημένε Κορνέλιους, τι σου έμελλε να πάθεις... Η αισθητική της εποχής είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Η μπαρόκ φαντασία του Μούρκοκ συναντά το οπτικό παραλήρημα του Φιούεστ και το αποτέλεσμα είναι ένα είδος αποθέωσης του κιτς. Το σενάριο είναι ελλειπτικό - και μ' αυτό εννοώ βέβαια ότι μάλλον δεν κατανοούμε κάμποσα πράγματα, οι γωνίες λήψης συχνά περίεργες, τα πρόσωπα παίζουν με τη γοητεία του ανδρόγυνου και άλλα τέτοια, οπτικά τουλάχιστον εντυπωσιακά. Γενικά νομίζω το αποτέλεσμα μπορεί να προκαλέσει ακόμα και γέλιο σε ορισμένα σημεία, εύκολα όμως το φιλμ μπορεί να καταταχθεί στην κατηγορία των cult ή (αν προτιμάτε) των "ένοχων απολαύσεων". Σκεφτείτε πάντως ότι βρισκόμαστε στην καρδιά της εποχής του glam rock, ενώ οι ψυχεδελικές 60ς εικόνες δεν έχουν ακόμα σβήσει (κάθε άλλο). Και ο Μούρκοκ άλλωστε παιδί των 60ς είναι (ο οποίος, όπως διάβασα, είχε μισήσει την ταινία). Οπότε είναι λογικό η κυρίαρχη, συχνά αστεία με τα σύγχρονα πρότυπα αισθητική της εποχής να διαπερνά το βρετανικό αυτό φιλμ. Δείτε το αν θέλετε ως κάτι μάλλον αξιοπερίεργο, διασκεδάστε κατά βούληση, αλλά σας συμβουλεύω να μην το πάρετε και πολύ στα σοβαρά. Απλώς για την πλάκα του όλου πράγματος.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 03, 2011

ΤΟ ΔΕΡΜΑ, ΤΟ ΜΕΛΟΔΡΑΜΑ, Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΠΙΣΤΕΥΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΛΜΟΔΟΒΑΡ

Με το "Δέρμα που Κατοικώ" (La piel que habito) του 2011, ο Pedro Almodovar μπαίνει για τα καλά σε έναν εφιαλτικο κόσμο, δίχως όμως να χάσει το παραμικρό από το γνωστό αλμοδοβαρικό σύμπαν: Το μελόδραμα, η εξεζητημένη (μάλλον κιτς) αισθητική, οι απίστευτα πολύπλοκες ιστορίες, το πάθος, η συχνή αντιστροφή κάθε συμβατικής ηθικής, το υπόγειο, όλο και πιο δυσδιάκριτο, χιούμορ, όλα βρίσκονται και σ' αυτή του την ταινία. Απλώς εδώ υπάρχει και η πινελιά της ταινίας τρόμου. Ένας διάσημος πλαστικός χειρούργος κρατά αιχμάλωτη μια όμορφη κοπέλα, στην οποία κάνει συνεχείς μεταμοσχεύσεις δέρματος, προκειμένου να κατασκευάσει ένα απόλυτα ανθεκτικό συνθετικό δέρμα. Ναι, αλλά αυτό είναι μόνο η αρχή. Πώς συναντήθηκαν ο γιατρός και η κοπέλα; Γιατί η οικονόμος του τον βοηθά με τόση αφοσίωση; Πώς ακριβώς έχει πεθάνει η κόρη του γιατρού στο παρελθόν; Αυτά και άλλα ερωτήματα προκύπτουν από την αρχή κιόλας του φιλμ και εξηγούνται σταδιακά, συναρμολογώντας σιγά - σιγά τα κομμάτια ενός απίστευτου παζλ. Η αφήγηση ακολουθεί μια πολύπλοκη μπρος - πίσω πορεία για να διηγηθεί μια έξ ίσου πολύπλοκη ιστορία, η οποία τελικά αποδεικνύεται ότι είναι μια απόλυτα "άρρωστη", εφιαλτική ιστορία εκδίκησης ενός μάλλον πειραγμένου μυαλού, που κατέχεται από εμμονές και φαντάσματα του παρελθόντος. Και, βέβαια, ο Αλμοδοβάρ βρίσκεται απόλυτα στο στοιχείο του. Οι αναφορές είναι πάμπολλες: Πρώτα - πρώτα η κλασική γαλική ταινία τρόμου "Μάτια δίχως Πρόσωπο" του Φρανζί, της οποίας αποτελεί ένα είδος πειραγμένου, ιδιόρυθμου και πολύ πιο σύνθετου ριμέικ. Αλλά και διάφορες ταινίες όπου ο ήρωας προσπαθεί να "κατασκευάσει" μια γυναίκα που του λείπει, από αυτές που έχουν εμπνευστεί από τον κλασικό μύθο του Πυγμαλίωνα έως το "Vertigo" του Χίτσκοκ και τον Φρανκενστάιν. Αλλά και σε πίνακες, όπως του Γκόγια, του Ενγκρ κ.ά. Προσπαθούμε να κατασκευάσουμε τη ζωή μας, μοιάζει να μας λέει ο φοβερός ισπανός, να την κάνουμε να μοιάζει με όσα ποθούμε και ονειρευόμαστε, ανεξάρτητα από την πραγματικότητα. Ζούμε σε έναν κατασκευασμένο, φανταστικό σχεδόν κόσμο και βλέπουμε τον πραγματικό περισσότερο μέσα από οθόνες. Κάτι τέτοιο δεν είναι άλλωστε το ίδιο το σινεμά; Και το χιούμορ; Όπως έχω γράψει ξανά, νομίζω ότι το χιούμορ στις τελευταίες, δραματικές ταινίες του δημιουργού βρίσκεται καμουφλαρισμένο κάτω ακριβώς από τις απίθανες, δαιδαλώδεις ιστορίες που σκαρφίζεται ή δανείζεται για να μεταφέρει στην οθόνη, πάντοτε με τη γνωστή του αφηγηματιή δεινότητα. Ιστορίες όπου συνυπάρχουν τόσο, μα τόσο αλλόκοτα, διεστραμένα, τραβηγμένα, ακραία στοιχεία, που μόνο ως ένα είδος εξ ίσου διεστραμένου χιούμορ μπορούν να εκληφθούν. Και βέβαια στην μπαρόκ αισθητική που μόνιμα παίζει με το κιτς. Στους πίνακες του σπιτιού του γιατρού, στη συγκεκριμένη περίπτωση, στον γιο της οικονόμου και σε άλλες λεπτομέρειες. Αν το δείτε έτσι, νομίζω ότι μπορείτε ακόμα και να διασκεδάσετε με τα όσα ακραία συμβαίνουν. Σας επαναλαμβάνω όμως: Η βασική ιστορία, που αποκαλύπτεται γύρω στα 2/3 του φιλμ, είναι πραγματικά ανατριχιαστική. Για μένα πρόκειται για έναν από τους καλύτερους Αλμοδοβάρ. Να λοιπόν ένας δημιουργός που όσο μεγαλώνει, όχι μόνο δεν με κάνει να τον βαριέμαι, αλλά νομίζω ότι γίνεται όλο και καλύτερος.

Τρίτη, Νοεμβρίου 01, 2011

CONTAGION: ΟΤΑΝ Ο ΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΟΣ

Ο Steven Soderbergh είναι καλός σκηνοθέτης και έχει φτιάξει αξιόλογες και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους ταινίες. Μερικές φορές χρησιμοποιεί ντοκιμαντερίστικο στιλ, αρνούμενος να ποντάρει στο υπερθέαμα. Το "Contagion" του 2011 είναι μια από αυτές τις περιπτώσεις. Εμπνευσμένο προφανώς από την ιστορία με τον ιό των χοίρων, εξερευνά το τι θα συμβεί στον πλανήτη αν ένας παρόμοιος ιός όντως μεταλλαχτεί, και είναι και πιο θανατηφόρος από τον αλήστου μνήμης (ελπίζω) Η1Ν1. Παρακολουθώντας την επιδημία από την πρώτη ως την τελευταία μέρα, καταφέρνει να μας τρομάξει με τον σχετικό ρεαλισμό του και τις αλυσσιδωτές επιπτώσεις που θα είχε μια τέτοια ιστορία σε κάθε πτυχή της ζωής μας. Όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, η ταινία κατακερματίζεται σε πολλές, παράλληλες δράσεις, που συμβαίνουν σε πολλά μέρη της γης (εξ ου και το απίστευτο καστ, δίχως να υπάρχει ένας αληθινός πρωταγωνιστής). Το μοντάζ είναι δυναμικό και το ενδιαφέρον διαρκές, δίχως όμως κορυφώσεις, άγριες σκηνές δράσης και εκκωφαντικά δράματα. Αυτό ακριβώς το συνεχές "flat", ηθελημένο προφανώς, είναι που δεν με κάνει να μιλήσω για εντυπωσιακό φιλμ ή, τέλος πάντων, για κάτι που θα μου μείνει ιδιαίτερα. Μπορεί μάλιστα να υπάρχουν και κάποιες αντιρρήσεις: Ο "καλός" Οργανισμός Υγείας που πασχίζει για το καλό όλων, ο "κακός" και αδίστακτος blogger που θέλει να εκμεταλλευτεί την κατάσταση χρησιμοποιώντας ακόμα και κατάφωρα ψέμματα, οι ελάχιστες αναφορές στο ρόλο και τα παιχνίδια των φαρμακευτικών εταιριών και στο ρόλο των media, δίνουν μια μάλλον εξωραϊσμένη εικόνα των πραγμάτων (όχι ότι δεν υπάρχουν πάμπολλοι τέτοιοι bloggers ή δημοσιογράφοι, ούτε ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι του Οργανισμού που θα κάνουν άψογα τη δουλειά τους, αλλά είναι η χρήση κάποιων χαρακτήρων ως αρχέτυπα που ενοχλεί κάπως). Συνολικά λοιπόν δεν ενθουσιάστηκα. Η άποψή μου είναι, θα έλεγα, χλιαρή. Έμεινα μάλλον με μια επίγευση του στιλ "μα γιατί όλα αυτά; Μόνο για να μας τρομάξει;". Πάντως αναγνωρίζω την άρνηση από μέρους του Soderbergh κάθε προσπάθειας εντυπωσιασμού, την εμφανή του προσπάθεια να κάνει μια όσο το δυνατόν ρεαλιστική καταγραφή του πώς θα ήταν τα πράγματα στην εφιαλτική αυτή περίπτωση, στο worst case σενάριο. Άφησα τελευταίο το καστ. Σπάνια έχουμε δει στην οθόνη τόσους μαζεμένους σταρ. Σημειώστε λοιπόν: Γκουίνεθ Πάλτροου, Κέιτ Γουίνσλετ, Ματ Νέιμον, Τζουντ Λο, Μαριάν Κοτιγιάρ, Λόρενς Φίσμπερν, Έλιοτ Γκουλντ. Αν αυτό αποτελεί πόλο έλξης για σας, δεν έχετε παρά να το δοκιμάσετε.

Κυριακή, Οκτωβρίου 30, 2011

ΤΑ ΠΑΝΤΑ (ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ) ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΑ

Υπάρχουν ταινίες που θεωρούνται κλασικές όχι απλώς επειδή έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο στην εποχή τους, αλλά και επειδή δεκαετίες μετά τη δημιουργία τους κρατούν αναλλοίωτο το ενδιαφέρον τους και βλέπονται με την ίδια απόλαυση. Θεωρώ μια απ' αυτές το "Όλα για την Εύα" (All about Eve) του Joseph L. Mankiewicz (1909–1993), που γυρίστηκε το μακρινό 1960. Μελόδραμα; Είδος ψυχολογικού θρίλερ; Μελέτη ενός γυναικείου χαρακτήρα; Ανάλυση των παρασκηνίων του θεάτρου και της ζωής των σταρ; Όλα αυτά και κάμποσα άλλα που καλείται να ανακαλύψει ο θεατής. Βλέπετε, οι μεγάλες ταινίες (τα μεγάλα έργα τέχνης γενικότερα) διαθέτουν πολλά επίπεδα. Παρακολουθούνται πάντα με απόλαυση, αλλά κάτω από την επιφάνεια κρύβουν κι ένα σωρό άλλα. Το φιλμ μας μεταφέρει στα παρασκήνια του θεάτρου. Στο κέντρο μια μεγάλη και διάσημη ηθοποιός, μια ντίβα δηλαδή. Οι σχέσεις της με σκηνοθέτες, παραγωγούς, συγγραφείς, άλλους ηθοποιούς, αλλά και η προσωπική της ζωή σκιαγραφούνται τέλεια. Ώσπου στη ζωή της θα μπει ξαφνικά μια αφελής παθιασμένη φαν, που την ακολουθεί παντού και το μόνο που θέλει είναι να βρίσκεται όσο πιο πολύ γίνεται κοντά της. Ή μήπως δεν είναι μόνο αυτό; Η ταινία ρίχνει μια αδυσώπητη, συχνά κυνική ματιά στον χώρο των σόου μπίζνες. Μέσα από το χαρακτήρα της Εύας παρακολουθούμε τις ίντριγκες, τον κυνισμό, τον μέχρι τελικής πτώσης αγώνα για άνοδο, για φήμη και δόξα. Ο θάνατός σου η ζωή μου. Ναι, εδώ διακυβεύεται πολύ χρήμα. Αλλά, όταν έχουμε να κάνουμε με σταρ, το χρήμα, μοιάζει να μας λέει η ταινία, περνά σε δεύτερη μοίρα. Η κύρια "ανάγκη", το πρωτεύον πάθος, είναι αυτό για δόξα. Για χειροκρότημα. Για την κατάκτηση της κορυφής. Γι' αυτό γίνονται όλα. Γι' αυτό η ανερχόμενη ηθοποιός μετατρέπεται σε κάτι πραγματικά αδίστακτο, ένα πλάσμα έτοιμο να πατήσει σε πτώματα για να ανέβει. Αλλά και η άλλη, η φτασμένη σταρ, που εδώ είναι θύμα, δεν είναι ακριβώς κάτι συμπαθητικό. Εγωπαθής, γεμάτη καπρίτσια, ταλαιπωρεί - ή και περιφρονεί - τους γύρω της και "τρέφεται" από την κορυφή, την οποία έχει ήδη προ πολλού κατακτήσει. Η σκηνή με την οποία ανοίγει - και κλείνει - η ταινία, η σκηνή της απαστράπτουσας βράβευσης δηλαδή, φαντάζει απόλυτα ειρωνική, δείχνει με τον καλύτερο τρόπο την γκλάμορους εικόνα που δίνεται στο αδηφάγο κοινό, η οποία καλύπτει επιμελέστατα μια σκληρή, κυνική πραγματικότητα. Παράλληλα ο χρόνος που φεύγει και το άγχος που δημιουργεί στον άνθωπο είναι ένα άλλο θέμα του φιλμ. Όλα αυτά σε ένα δράμα που δημιουργεί σασπένς τόσο, ώστε να μπορούμε να μιλάμε για ένα είδος "ψυχολογικού θρίλερ". Η Μπέτι Ντέιβις βρίσκεται στα καλύτερά της ως σχετικά γερασμένη, ανασφαλής ντίβα, η Αν Μπάξτερ το ίδιο, ενώ η Μέριλιν Μονρόε κάνει μια εμφάνιση σε δεύτερο ρόλο, πριν γίνει σούπερ σταρ. Γενικά, σπάνια το κλασικό Χόλιγουντ έχει ρίξει μια τόσο σκληρή, αδυσώπητη ματιά στα παρασκήνια της σόου μπίζνες. Ίσως να το έκανε στη "Λεωφόρο της Δύσης" και σε πολύ λίγες άλλες περιπτώσεις. Αν δεν το έχετε δει να το κάνετε. Η Ντέιβις αγωνιά στην ταινία επειδή γερνά. Η ίδια η ταινία δεν γερνά καθόλου.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 28, 2011

CONVOY: Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΘΑ ΑΡΧΙΣΕΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ... ΝΤΑΛΙΚΕΡΗΔΕΣ!

Ο Sam Peckinpah (1925–1984) γυρίζει το "Convoy", την τρίτη πριν το τέλος ταινία του, το 1978. Η γνώμη μου είναι ότι πρόκειται για ένα φιλμ που ακροβατεί στα όρια του απροσδόκητα αναρχικού και "πολιτικοποιημένου" και του γελοίου. Ενώ η περιπέτεια και η δράση έχουν, νομίζω, τον πρώτο λόγο, ενώ το τέλος "κλείνει το μάτι" στο θεατή, ο οποίος μάλλον δεν μπορεί να αποφασίσει αν πρόκειται για εμπορική παραχώρηση ή για ένα σχεδόν σουρεαλιστικό παιχνίδι, ενώ δηλαδή όλα δείχνουν μια μάλλον εμπορική περιπέτεια της σειράς, το απροσδόκητο επαναστατικό, αναρχικό σχεδόν, στοιχείο, εισβάλλει από παντού, διαπερνά την ταινία και, τελικά, προσωπικά τουλάχιστον, μάλλον αναποφάσιστο με αφήνει. Ο Κρις Κριστόφερσον είναι ένας νταλικέρης - μύθος, κάτι σαν "αρχηγός" (άτυπα) των αμερικάνων νταλικέρηδων, που διασχίζουν απ' άκρη σ' άκρη τη χώρα. Όταν μια κόντρα με τους διεφθαρμένους μπάτσους που ελέγχουν τους αυτοκινητόδρομους ξεπερνά τα συνηθισμένα όρια και γίνεται πλέον πολύ σοβαρή, όλο και περισσότεροι φορτηγατζήδες συσπειρώνονται γύρω του σχηματίζοντας ένα τεράστιο κονβόι που αψηφά τους πάντες και τα πάντα και… σχεδόν ξεκινά μια επανάσταση ενάντια σε κάθε εξουσία. Σε μπάτσους και σερίφηδες, σε πολιτικούς, κυβερνήτες και υποψήφιους κυβερνήτες, σε όλα. Ανεξέλεγκτη, αυθόρμητη, δίχως ιδιαίτερη οργάνωση, σχεδόν δίχως συγκεκριμένο στόχο και σκοπό. Απλώς, η συσσωρευμένη αγανάκτηση ξεσπά ανεξέλεγκτη. Κάτι σας θυμίζουν όλα αυτά, έτσι; Και, στο μεταξύ, το φιλμ προλαβαίνει να θίξει ξώφαλτσα και το ακανθώδες θέμα του τι συμβαίνει όταν η "επανάσταση" αποκτήσει ισχύ και η εξουσία προσπαθήσει να την αφομοιώσει στο σύστημα, να την κάνει "γραφική" ή "τουριστική". Δεν ξέρω αν ο Peckinpah ήθελε να κάνει μια επαναστατική ταινία που όμως συνδυάζεται και με την mainstream περιπέτεια ή μια mainstream περιπέτεια που λοξοκοιτά προς την επανάσταση. Ό, τι και να επεδίωκε πάντως, κάνει μια ταινία που, λίγο μετά την εμπορική της αποτυχία, γίνεται σχεδόν cult και που, επιπλέον, διαθέτει και αρκετό χιούμορ. Δέστε την και αποφασίστε μόνοι σας. Πάντως στα συν της δεν μπορώ παρά να προσθέσω και την παρουσία της Άλι ΜακΓκρόου, μιας ηθοποιού που η παρουσία της στην οθόνη υπήρξε πολύ σύντομη. Άντε, και καλή επανάσταση! (Μην το πάρετε όμως και πολύ στα σοβαρά. Απλώς διασκεδάστε όσο περισσότερο μπορείτε – αν μπορείτε).

Δευτέρα, Οκτωβρίου 24, 2011

"Η ΡΑΧΟΚΟΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ": ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΕΥΑΙΣΘΗΤΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΡΟΜΟΥ;

Θεωρώ τον μεξικανό Guillermo del Toro ικανότατο σκηνοθέτη, από τον οποίο μπορούμε να περιμένουμε πολλά. Η αγαπημένη μου ταινία του δεν είναι οι μεγάλες του επιτυχίες, αλλά η σχετικά άγνωστη "Ραχοκοκαλιά του Διαβόλου" (El espinazo del diablo) του 2001. Το φιλμ θυμίζει κάπως τον "Λαβύρινθο του Πάνα" που θα ακολουθούσε μερικά χρόνια μετά, με την έννοια ότι ο del Toro μας μεταφέρει και πάλι στα άγρια χρόνια του ισπανικού εμφύλιου. Και, όπως στον "Λαβύρινθο", παίζει έντονα με το στοιχείο του φανταστικού. Η "Ραχοκοκαλιά" είναι ένα ισπανόφωνο φιλμ τρόμου, με φαντάσματα συγκεκριμένα, πλην όμως φεύγει πολύ πιο πέρα απ' αυτό. Η ιστορία διαδραματίζεται σε ένα ορφανοτροφείο στο μέσο του πουθενά, αρκετά μακριά από την πλησιέστερη πόλη, όπου ζουν παιδιά αριστερών, αναρχικών και δημοκρατικών που έχασαν τους γονείς τους στον πόλεμο. Η γυναίκα και ο γέρος γιατρός που το διοικούν είναι κι αυτοί δημοκρατικοί. Ωστόσο τα πάντα γύρω τους καταρέουν, η ήττα των δημοκρατικών είναι πια σίγουρη και ο φασισμός πλησιάζει με γοργά βήματα. Μέσα σ' αυτό το ζοφερό κλίμα, το ορφανοτροφείο στοιχειώνεται από το φάντασμα ενός παιδιού που κάποτε ζούσε εκεί... Αυτό που θαυμάζω αρχικά είναι η εξαιρετική ατμόσφαιρα της ταινίας. Τα κιτρινωπά, γήινα χρώματα, το μεγάλο παλιό κτίριο στο μέσο της ερήμου, οι συχνά ημιεγκαταλειμένοι αχανείς εσωτερικοί χώροι, όλα δημιουργούν ένα διαρκώς υποβλητικό κλίμα, στο οποίο η εμφάνιση ενός φαντάσματος ταιριάζει απόλυτα. Εκτός αυτού, η ιστορία, παρά τις - λίγες σχετικά - τρομαχτικές σκηνές που διαθέτει και το όλο ανησυχητικό κλίμα, διαθέτει έντονη ευαισθησία, είναι έως και συγκινητική και, όσο και ακούγεται παράδοξο για ταινία τρόμου, είναι έντονα ποιητική. Αποκαλύψεις απο το παρελθόν, μια διάχυτη μελαγχολία και παρακμή, κρυμένα μυστικά, έρωτες σε ένα ασφυκτικό κλίμα και, πάνω απ' όλα, η φρίκη που έρχεται, η επικείμενη καταστροφή, συνθέτουν μια από τις - το ξαναείπα - πιο ατμοσφαιρικές ταινίες των τελευταίων χρόνων, η οποία βέβαια κινείται πολύ μακριά από τον τρόμο για τον τρόμο, τα τρομαχτικά εφέ και τα συνεχή "μπου" που χαρακτηρίζουν πολλά σύγχρονα δείγματα του είδους. Εδώ μιλάμε για τον φόβο και την αίσθηση της ανησυχίας που πηγάζει από την ατμόσφαιρα, από το όλο κλίμα του φιλμ. Και βέβαια, υπάρχει και το έντονα αλληγορικό στοιχείο που διαπερνά την ταινία: Το καταρέον ορφανοτροφείο ως, πιθανόν, η Ισπανία, ο κρυμένος στα σπλάχνα του φασισμός και η βία που αυτός φέρνει, που προσωποπποιείται από τον εγκληματικό - και στερημένο - επιστάτη, ο αδύναμος γέρος ως απομεινάρι άλλοτε ακμαζόντων δημοκρατικών, η βόμβα που δεν έχει εκραγεί, αλλά κανείς δεν ξέρει αν κάποτε θα το κάνει, μονίμως καρφωμένη στην αυλή και πολλά άλλα σημεία (ή σύμβολα) που μπορεί να ανακαλύψει ο θεατής, προσδίδουν ένα ιδιαίτερα φορτισμένο και έξυπνα καμουφλαρισμένο πολιτικό κλίμα. Ο del Toro, παρά τις συχνές του επισκέψεις στα χωράφια των αμερικάνικων blockbuster, είναι ένας σκεπτόμενος και κυρίως ευφάνταστος σκηνοθέτης, που βρίσκει χρόνο να κάνει και τις προσωπικές του ταινίες, με καλύτερη, κατά την γνώμη πάντα, αυτή εδώ. Γι' αυτό, για μένα τουλάχιστον, αποτελεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση.

Σάββατο, Οκτωβρίου 22, 2011

"ΑΙ ΕΙΔΟΙ ΤΟΥ ΜΑΡΤΙΟΥ" ΚΑΙ Η ΒΡΩΜΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Να λοιπόν που ο George Clooney αποδεικνύει και πάλι ότι είναι και καλός σκηνοθέτης. "Αι Ειδοί του Μαρτίου" (που είναι η μέρα που δολοφονήθηκε ο Καίσαρας, παρά τις προειδοποιήσεις που είχε λάβει) του 2011 είναι ένα πολιτικό δράμα οσκαρικών προδιαγραφών, συγχρόνως όμως και αρκετά τολμηρή καταγγελία του πολιτικού συστήματος και της πολιτικής εν γένει. Το φιλμ αναφέρεται στην εκστρατεία για το χρίσμα των Δημοκρατικών. Και ξεσκεπάζει τις ίντριγκες, τους εκβιασμούς, τα κάθε λογής παιχνίδια που παίζονται κατά τη διάρκεια της εκστρατείας αυτής. Μη φοβηθείτε όμως και πείτε "τι μας εμάς ενδιαφέρουν οι εκλογές των αμερικάνων;". Το πράγμα πάει πολυ πιο βαθιά και, με αφορμή τα παραπάνω, καταγγέλεται γενικά το βρώμικο τοπίο της πολιτικής και των πολιτικάντιδων. Ένα σχετικά πολύπλοκο σενάριο, λεπτά γυρίσματα των καταστάσεων και των συναισθημάτων των ηρώων που μπορεί να φτάσουν και ως την απόλυτη ανατροπή, αποκαλύψεις που κάνουν δυσκολότερα τα πράγματα, στρατηγικοί χειρισμοί μακιαβελικού τύπου, ψυχολογικά παιχνίδια, συνθέτουν ένα φιλμ που, ενώ με κράτησε απόλυτα σαν ένα είδος ψυχολογικού θρίλερ, στοχεύει συγχρόνως και αρκετά βαθύτερα. Οι ήρωες της ταινίας, ο υποψήφιος εκπρόσωπος των Δημοκρατικών και, κατά συνέπεια, πρόεδρος των ΗΠΑ και οι επικεφαλής της καμπάνιας του είναι αρχικά τίμιοι άνθρωποι, ακόμα και ιδεολόγοι. Αυτό το στοιχείο, ενώ ακούγεται ξενέρωτο και ψεύτικο αρχικά, λειτουργεί έξυπνα γιατί κάνει πολύ πιο ανάγλυφη και καθαρή τη βαθμιαία διαφθορά τους, τους συμβιβασμούς στους οποίους υποχρεώνονται, τους εκβιασμούς ακόμα, και, τελικά, την παράδοσή τους στο παμφάγο σύστημα. Το πάνω χέρι έχει το πολιτικό παιχνίδι, οι λεπτοί χειρισμοί των κομματιών στη σκακέρα, το τέλειο μάρκετινγκ. Εδώ δεν σηκώνουν "ιδεολογίες και μαλακίες". Ή παίζεις με τους υπάρχοντες όρους ή καίγεσαι για πάντα. Όταν τελείωσε το φιλμ συνειδητοποίησα και κάτι άλλο - και τρόμαξα, ενώ προφανώς το ήξερα: Είδα μια ενδιαφέρουσα ταινία πάνω στα παρασκήνια της πολιτικής και, τελικά, αυτό που μένει στο πικρό φινάλε είναι ότι ουσιαστικά η πολιτική απουσιάζει. Όλα, μα όλα, παίζονται στο τέλειο μάρκετινγκ, στις λεπτότατες, έξυπνες κινήσεις στη σκακιέρα που λέγαμε και πριν, στα παρασκήνια, στις υπόγειες συνενοήσεις και συμφωνίες, στους εκατέρωθεν συμβιβασμούς, στις ίντριγκες, στους χειρισμούς. Το τι ακριβώς λένε οι πολιτικοί, το τι θα κάνουν όταν εκλεγούν, το πώς θα δράσουν, η καθαρή πολιτική δηλαδή, έχει περάσει σε σαφώς δεύτερη μοίρα. Το τι προτείνεις για την κοινωνία και τον κόσμο δεν έχει ουσιαστικά σημασία. Σημασία έχει το πώς θα διαχειριστείς την εικόνα σου για να εκλεγείς. Τι μας νοιάζει για το μετά; Αν αυτό δεν είναι τρομαχτικό, αν δεν αποτελεί τον απόλυτο πάτο της πολιτικής, τότε τι είναι; Το φιλμ είναι βέβαια καλογυρισμένο, διαθέτει έντονο ψυχολογικό σασπένς, ένα εκπληκτικό καστ (Ράιαν Γκόσλινγκ, Τζορτζ Κλούνεϊ, Πολ Τζιαμάτι, Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν) και είναι, όπως είπα, απ' αυτά που πάνε για Όσκαρ. Οι αμερικάνοι, μερικές φορές, αρέσκονται να ξεσκεπάζουν άπλυτα και να επιβραβεύουν το ξεσκέπασμα αυτό. Φοβάμαι ότι το μόνο που μπορεί αυτό να σημαίνει είναι ότι, πολύ απλά, η τέχνη δεν είναι δυνατόν να αλλάξει τίποτα, οπότε γιατί να μην τα βγάλουμε όλα στη φόρα; Κέρδος (καλλιτεχνικό και οικονομικό) θα έχουμε. ΥΓ: Όλα αυτά συμβαίνουν στους κολπους των Δημοκρατικών, όπως είπαμε, που υποτίθεται ότι είναι πιο προοδευτικοί, και γι' αυτό έχει νόημα όλη αυτή η καταγγελία και η αποκάλυψη της αληθινής εικόνας. Τους Ρεπουμπλικάνους ο Κλούνει τους έχει εντελώς χεσμένους. Είναι δεδομένο, όπως λέγεται μερικές φορές, ότι εκεί συμβαίνουν χειρότερα και ότι η κατάντια των ηρώων, η πτώση τους, είναι "να κάνουν ό,τι και οι Ρεπουμπλικάνοι".

Τετάρτη, Οκτωβρίου 19, 2011

PAUL: ΕΝΑΣ ΕΞΩΓΗΙΝΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΟΙΑΖΕΙ ΜΕ ΤΟΥς ΑΛΛΟΥΣ

Βρίζει σα χαμάλης, καπνίζει (και μάλιστα όχι μόνο κοινά τσιγάρα), χρησιμοποιεί αργκό και πού και πού... κάνει θαύματα. Τι είναι; Ο Paul, ο πρωταγωνιστής εξωγήινος στην ομώνυμη ταινία του Greg Mottola (2011). Ο οποίος δεν είναι άλλος από τον γνωστό εξωγήινο του Roswell, που, υποτίθεται, υπάρχει στ' αλήθεια και μετά από 60 χρόνια αιχμαλωσίας καταφέρνει να δραπετεύσει. Και πέφτει πάνω σε δύο βρετανούς νερντ, που έχουν πάει πρώτη τους φορά στην Αμερική για να πραγματοποιήσουν το όνειρό τους: Να παρευρεθούν στο περίφημο συνέδριο κόμικς του Σαν Ντιέγκο, τη μεγαλύτερη γιορτή των κόμικς στον κόσμο. Μπλέξτε τώρα σ΄όλα αυτά και μια θρησκόληπτη, στα όρια της παράνοιας, οικογένεια της "βαθιάς Αμερικής", απ' αυτές που μόνο εκεί φύονται, και θα έχετε πάρει μια γεύση από την διασκεδαστική αυτή κωμωδία. Η οποία βεβαίως, πάνω απ' όλα, παρωδεί με κέφι διάφορα στάνταρντς της επιστημονικής φαντασίας: Ο ΕΤ μάλιστα, οι "Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου" και το "Men In Black" έχουν την τιμητική τους. Αλλά ταυτόχρονα προλαβαίνει να σατιρίσει τον κόσμο των κόμικς, τους κομικςόπληκτους (και κάθε άλλους -πληκτους) που δεν κάνουν τίποτα άλλο στη ζωή τους, τους θρησκόληπτους που λέγαμε, που έχουν προ πολλού περάσει το όριο της ηλιθιότητας, τους σκληρούς στρατιωτικούς και τις κυβερνήσεις, τις θεωρίες συνωμοσίας και διάφορα άλλα που συμβαίνουν γύρω μας. Ο Mottola είναι ένας ανεξάρτητος αμερικάνος σκηνοθέτης που μέχρι σήμερα έχω βρει όσες ταινίες του έχω δει συμπαθητικές (τουλάχιστον). Βρήκα και το "Paul" το ίδιο και όντως το διασκέδασα. Φυσικά καλό είναι να κατανοεί κανείς τις αναφορές, πάνω στις οποίες συχνά στηρίζεται το χιούμορ, δεν νομίζω όμως ότι σ' αυτό το θέμα θα υπάρχει ιδιαίτερο πρόβλημα. Ε, υπάρχουν και λίγα ψήγματα συγκίνησης για να συμπληρωθεί το παζλ, οπότε νομίζω ότι κι εσείς θα το ευχαριστηθείτε αρκετά. Αν τώρα το πάρετε σοβαρά και πιστέψετε ότι διάφοροι πολύ διαδεδομένοι μύθοι δεν είναι και τόσο μύθοι... λυπάμαι, αλλά δικό σας πρόβλημα.

Τρίτη, Οκτωβρίου 18, 2011

ΠΕΡΙ "ΠΑΛΗΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ" ΚΑΙ (ΚΙΤΡΙΝΗΣ) "ΠΡΩΤΗΣ ΣΕΛΙΔΑΣ

Η "Πρώτη Σελίδα" υπήρξε αρχικά θεατρικό έργο και, από τη δεκετία του 30 μέχρι αυτή του 70 μεταφέρθηκε 4 (!) φορές στο σινεμά. Η δεύτερη από αυτές τις μεταφορές έγινε το 1940 με σκηνοθέτη τον μεγάλο Howard Hawks (1896–1977) και με αλλαγή τίτλου: Η "Πρώτη Σελίδα" έγινε "His Girl Friday" (και, για να επαληθευτεί η δική μας κακογουστιά, "Ξαναπαντρεύομαι τη γυναίκα μου" στην Ελλάδα). Πρόκειται βέβαια για μια σπινθηροβόλα αισθηματική και όχι μόνο κωμωδία, που εμπλέκει όμως το αμφιλεγόμενο επάγγελμα της δημοσιγραφίας, έναν θανατοποινίτη που δραπετεύει και άλλα. Ο Κάρι Γκραντ, εκδότης εφημερίδας, έχει χωρίσει με την Ρόζαλιντ Ράσελ, δεινή δημοσιογράφο, αλλά κάνει τα πάντα για να μην την αφήσει να ξαναπαντρευτεί και (κυρίως ίσως) να την κρατήσει στο επάγγελμα και στην εφημερίδα του. Τότε είναι που πέφτουν πάνω σ' ένα θανατοποινίτη (αθώο πιθανόν) που δραπετεύει και, βέβαια, αποτελεί πρώτη και καυτή είδηση σε μια εποχή που ο τύπος ήταν κυριολεκτικά παντοδύναμος (ελλείψει τηλεόρασης). Πανέξυπνες ατάκες, σεναριακές ανατροπές και απρόοπτα, κλασικά καλή σκηνοθεσία, όλα οδηγούν σε ένα έυχάριστο δίωρο και συντελούν στο να χαρακτηριστεί η ασπρόμαυρη αυτή κωμωδία "κλασική". Η οποία μάλιστα ρίχνει και μια σαρκαστική ματιά, εκτός από τις σχέσεις των δύο φύλων και τον αιώνιο "πόλεμό" τους, και στη δημοσιογραφία, με την απληστία της αποκλειστικής καυτής είδησης, τον κιτρινισμό και το αδίστακτο στοιχείο που την χαρακτηρίζει ουκ ολίγες φορές - αν όχι τις περισσότερες. Αλλά βέβαια και στη γοητεία της σαν επάγγελμα, και τον "εθισμό" που προκαλεί σε όσους την υπηρετούν (βλέπε την πρώην σύζυγο). Άλλωστε όλο το παιχνίδι παίζεται ανάμεσα στην ανάγκη της για μια πιο ήσυχη ζωή και σ' αυτόν ακριβώς τον εθισμό. Είπα ότι θεωρείται από τις πιο κλασικές χολιγουντιανές κωμωδίες ever και σίγουρα είναι διασκεδαστικότατη, προσωπικά όμως δεν είναι από τις αγαπημένες μου. Αυτό για δύο λόγους: Αφ' ενός για τον αντιπαθή για μένα χαρακτήρα που ερμηνεύει ο Γκραντ. Χαριτωμένος ίσως και γοητευτικός, πονηρός σίγουρα, για μένα όμως είναι απλώς αδίστακτος. Αν τον είχα μπροστά μου στην αληθινή ζωή μάλλον θα ήθελα να τον σπάσω στο ξύλο. Και βέβαια, αν ήμουν η έστω ερωτευμένη ακόμα πρώην σύζυγος, σίγουρα θα τον μισούσα πολύ με όσα πράττει, τα οποία θα ήταν επαρκέστατος λόγος για να μου περάσει ο έρωτας. Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι σε ένα μεγάλο μέρος του φιλμ οι ηθοποιοί μιλούν όλοι μαζί και πολύ δυνατά. Πετάνε βάβαια πανέξυπνες και ενίοτε "θανατηφόρες" ατάκες, αλλά όλη αυτή η λεκτική βαβούρα τελικά μάλλον με κούρασε. Ψιλά γράμματα, θα μου πείτε, ιδιαίτερα όσον αφορά την πρώτη μου αντίρρηση, αφού πρόκειται για κωμωδία και ακριβώς από τον χαρακτήρα αυτόν βγαίνει το γέλιο και η πλοκή. Συμφωνώ. Όπως και να το κάνουμε, παρά τις επιφυλάξεις μου, που στο κάτω - κάτω είναι καθαρά προσωπικές, το φιλμ παραμένει κλασικό, έξυπνο και διασκεδαστικό. Και ο Hawks μεγάλος δημιουργός, ο οποίος μάλιστα, ως χαμαιλέων, έχει κάνει αριστουργήματα σε εντελώς διαφορετικά είδη.

Κυριακή, Οκτωβρίου 16, 2011

ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ GEORGE HARRISON

Ο Martin Scorsese είναι γνωστό ότι αγαπά βαθιά το ροκ. Η βιογραφία του Bob Dylan που είχε φτιάξει (των πρώτων χρόνων του Dylan για την ακρίβεια) ήταν εξαιρετική. Το 2011 λοιπόν καταπιάνεται με μια άλλη μουσική βιογραφία: Αυτή του τρίτου Beatle, του λιγότερο προβεβλημένου και (σχετικά) μυστηριώδους George Harrison, με τίτλο "George Harrison: Living in the Material World" (ήταν ο τίτλος του πρώτου πολύ καλού προσωπικού του άλμπουμ και χαρακτήριζε απόλυτα την κοσμοθεωρία του), που κρατά κοντά τρισήμιση ώρες! Κατά την προσωπική μου άποψη πάντως δεν κουράζει. Ο Harrison υπήρξε ο πιο αντι-σταρ από τους υπόλοιπους τρεις του μεγαλύτερου μάλλον γκρουπ του ροκ. Εδώ παρακολουθούμε, με αρκετά γραμμική σειρά, όλη του την πορεία: Από τα παιδικά χρόνια και τον σχηματισμό των άσημων τότε Beatles που έπoιζαν σε κακόφημα κλαμπ του Λίβερπουλ μέχρι το θάνατό του από καρκίνο το 2001 (είχε γεννηθεί το 1943). Και, φυσικά, ενδιάμεσα, τους βασικούς σταθμούς της ζωής του: Τη φιλική του σχέση με τον Eric Clapton, ο οποίος τελικά του "έκλεψε" τη γυναίκα, την Πάτι, το τεράστιο ενδιαφέρον του για τον ινδουισμό και τις ινδικές θρησκείες γενικότερα, που κράτησε μέχρι το τέλος (ήταν αυτός που έστρεψε τους Beatle και στη συνέχεια μεγάλο μέρος του ροκ των 60ς στις ανατολικές θρησκείες), την εμπλοκή του με το σινεμά (θα δούμε πώς), τη ζωή με τους Beatles, τις προσωπικές επιτυχίες μετά το 1970. Όπως είναι φυσικό, στο πρώτο τουλάχιστον μέρος του, το φιλμ αποτελεί και μια ιστορία των ίδιων των Beatles. Τελικά, όπως αποδείχτηκε από το 1966 και μετά, ο Harrison ήταν κι αυτός ένας εξαιρετικά ταλαντούχος συνθέτης, που έγραψε εκπληκτικά κομάτια τόσο για το γκρουπ όσο και για τη σόλο καριέρα του. Απλώς, όσο υπήρχε το συγκρότημα, αυτά ήταν λιγότερα ποσοτικά σε σχέση με τα άλλα αριστουργήματα που έγραφε το εκπληκτικό δίδυμο Lennon - McCartney και έτσι παρέμεινε πάντοτε στη σκιά τους. Η ταινία διερευνά επίσης τον μάλλον "διχασμένο" χαρακτήρα του: Γλυκός, ευγενικός και αγαπησιάρης από τη μία, ευερέθιστος και κάποτε επιθετικός από την άλλη. Καθώς και το ενδιαφέρον του για τη φιλανθρωπία. Ήταν αυτός που οργάνωσε το πρώτο στην ιστορία φιλανθρωπικό ροκ φεστιβάλ με τεράστια ονόματα το 1971, το περίφημο κονσέρτο για τα θύματα της πείνας και των πλημμυρών στο Μπανγκλαντές. Όσο για τη σχέση του με τον κινηματογράφο, λίγοι ξέρουν ότι υπήρξε προσωπικός φίλος των θρυλικών Monty Python και ιδιαίτερα του Eric Idle και είναι ο παραγωγός του περίφημου "Life of Brian", μιας από τις πιο αστείες ταινίες όλων των εποχών. Όπως επίσης και από τους βασικούς ιδρυτές της βρετανικής Handmade Films, η οποία έχει παράγει θαυμάσιες ταινίες και που νομίζω ότι υπάρχει μέχρι σήμερα. Αυτά και πολλά πολλά άλλα θα μάθετε στο ντοκιμαντέρ αυτό, το οποίο, επαναλαμβάνω, δεν με κούρασε παρά τη μεγάλη του διάρκεια. Όλα αυτά όμως που έγραψα παραπάνω είναι μάλλον περιττά. Η ουσία είναι πολύ πιο απλή: Όλο το θέμα είναι στο αν είστε φανατικοί φίλοι των Beatles ή/και του ίδιου του Harrison. Αν όχι, είναι προφανές ότι δεν σας ενδιαφέρει. Αν ναι, σπεύσατε οπωσδήποτε.

Σάββατο, Οκτωβρίου 15, 2011

ΟΤΑΝ Ο ΤΖΕΙΜΣ ΜΠΟΝΤ ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΕ ΡΩΣΙΔΑ

Την επόμενη μόλις χρονιά από την κυκλοφορία του πρώτου Τζέιμς Μποντ, το 1963 συγκεκριμένα, και μετά την επιτυχία του, η δεύτερη "συνέχεια" του μακροβιότερου όλων κινηματογραφικού σίριαλ ήταν έτοιμη. "Από τη Ρωσία με Αγάπη" (From Russia with Love) του Terence Young (1915–1994) και πάλι. Κι εδώ βουτάμε για τα καλά στο ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής. Ένας μυστικός υπερ-αποκωδικοποιητής των Ρώσων που όλοι θέλουν να αποκτήσουν, αμερικάνοι, άγγλοι, ρώσοι και τούρκοι πράκτορες, η μυστική διεθνής υπερ-οργάνωση SPECTRE, που είχε πρωτοεμφανιστεί στο προηγούμενο πρώτο φιλμ της σειράς (παρατηρείτε βεβαίως οτι όταν μιλάμε για Τζ. Μποντ, έναν υπερ-πράκτορα δηλαδή, τα κάθε λογής "υπερ-" έχουν την τιμητική τους), ένας αδίστακτος δολοφόνος (πρώην πράκτορας της KGB για να μη ξεχνιόμαστε) και άλλα τέτοια. Χαμός δηλαδή. Όπως συμβαίνει άλλωστε και με τη δράση στο φιλμ, όπως συμβαίνει και σε κάθε φιλμ του 007. Και, εννοείται, οι μόνιμες ωραίες γυναίκες που περιστοιχίζουν στον Μποντ. Εδώ την τιμητική της έχει μια όμορφη ρωσίδα πράκτορας, που εν αγνοία της χρησιμοποιείται από τη SPECTRE, ενώ νομίζει ότι δουλεύει για την πατρίδα της. Στη δεύτερη αυτή ταινία όλοι καταλαβαίνουν ότι, εκτός από τις ωραίες γυναίκες και την καταιγιστική δράση, το άλλο απαραίτητο στοιχείο της σειράς είναι ο κοσμοπολιτισμός. Μέχρι σήμερα ο 007 έχει οργώσει κυριολεκτικά τον πλανήτη απ' άκρου σ' άκρο. Στο πρώτο φιλμ βρισκόμαστε στην Τζαμάικα, εδώ ένα μεγάλο μέρος διαδραματίζεται στην Κωνσταντινούπολη. Η αφέλεια βεβαίως των καταστάσεων είναι δεδομένη, είπαμε ότι οι υπερ-πράκτορες όπως ο Μποντ δεν πεθαίνουν με τίποτα, ό,τι και να σκαρφιστούν οι φριχτοί εχθροί τους, ενώ οι ρώσοι παραμένουν "κακοί". Και μάλιστα - προς δόξαν φυσικά της ψυχροπολεμικότητας - μόλις γνωρίζουν τα καλά του υπέροχου καπιταλισμού (στα οποία προφανώς περιλαμβάνεται και ο ίδιος ο Σον Κόνερι / Μποντ), αμέσως παρατούν πατρίδες και ιδεολογίες και αυτομολούν πανευτυχείς. Οι γυναίκες κυρίως φυσικά. Προς τιμήν των δύο πρώτων αυτών ταινιών πάντως, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο υπερ-κακός (νάτο πάλι το "υπερ-") δεν είναι ακριβώς οι ρώσοι, αλλά η παντοδύναμη SPECTRE, η οποία για δικά της συμφάροντα επιθυμεί να κάνει τις δύο τότε υπερδυνάμεις να συγκρουστούν. Αμφότερες δηλαδή δεν το επιθυμούν, απλώς είναι θύματα. Τέλος στην ταινία αυτή να σημειώσουμε, στο ρόλο μιας πολύ κακιάς ρωσίδας, την παρουσία της ηλικιωμένη τότε Λότε Λένυα, περίφημης παλιάς γερμανίδας ηθοποιού και ερμηνεύτριας των εξαιρετικών τραγουδιών των Μπρεχτ και Κουρτ Βάιλ. Αυτά και, αν διασκεδάζεται με 007, καλή διασκέδαση.