Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 15, 2011

Ο ΠΙΟ ΙΔΙΟΡΥΘΜΟΣ "GUARD" ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ (ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ)


Ο John Michael McDonagh είναι αδελφός του Martin McDonagh, που το 2009 νομίζω μας είχε δώσει το πολύ καλό "In Bguges". Ίσως γι' αυτό το ντεμπούτο του πρώτου "The Guard" (2011) έχει κάτι από την τρέλα και το κλίμα της ταινίας του αδελφού του.
Πρόκειται και πάλι για μια μαύρη, ανορθόδοξη και καθόλου αμερικάνικη αστυνομική κωμωδία, που διαδραματίζεται σε απομονωμένη περιοχή της Ιρλανδίας, όπου όλοι μιλάνε κέλτικα, αρνούνται να συννενοηθούν στα αγγλικά και, φυσικά, δεν χωνεύουν τους άγγλους.
Ολόκληρο το φιλμ είναι στηριγμένο στην απίθανη προσωπικότητα του μπάτσου του χωριού, του εκπληκτικού Μπρένταν Γκλίσον. Ο οποίος πάει μόνο με πόρνες, παίρνει μικρομίζες από παράνομες μικροδουλειές, πίνει και καταναλώνει ουσίες και είναι, δίχως σχεδόν να το αντιλαμβάνεται, ρατσιστής. Όλα αυτά. Κι όμως ο απαράδεκτος αυτός τύπος είναι ο πιο τίμιος μέσα σε ένα απόλυτα διεφθαρμένο ευρύτερο περιβάλλον με μπάτσους, πολύ ανώτερούς του, που παίζουν πολύ χοντρότερα παιχνίδια. Όταν λοιπόν ένα μεγάλο φορτίο ναρκωτικών φτάσει στο ξεχασμένο χωριό του, θα αναλάβει δράση σχεδόν μόνος του. Ή μάλλον με μοναδική βοήθεια αυτή ενός αμερικάνου μαύρου αστυνομικού του FBI, ο οποίος είναι πολιτικά ορθός, τυπικός και "άψογος" όσο δεν παίρνει. Το δίδυμο είναι αμίμητο.
Φυσικά μιλάμε για τον απόλυτο θρίαμβο του μη πολιτικώς ορθού χιούμορ. Οι ατάκες είναι βιτριολικές, ο ήρωας είναι απο τις πιο παράδοξες, αντιφατικές και, τελικά, αστείες φιγούρες που έχουμε δει στην οθόνη τα τελευταία χρόνια, και το αγγλικό χιούμορ δείχνει τα δόντια του απέναντι στο βαρετό πλέον αμερικάνικο (προσοχή: εξαιρέσεις υπάρχουν παντού και πάντοτε).
Η ταινία διαθέτει, κατά τη γνώμη μου, σωστές δόσεις δράσης και χιούμορ, ώστε να πετυχαίνει και στα δύο. Προσέξτε όμως: Επειδή δεν βρισκόμαστε στο Χόλιγουντ, ούτε ξεκαρδιστικό θα το έλεγα το χιούμορ - μάλλον υπόγειο είναι - ούτε καταιγιστική τη δράση. Και τα δύο, παρά την πολύ καλή σκηνοθεσία, είναι συνειδητά σχετικά χαμηλότονα. Υπάρχει στο μέσον και η ανθρωπιά (η σχέση του αστυνομικού με τη μητέρα του), καθώς και η αστεία περιγραφή του χωριού και των τύπων της. Γενικά, όπως καταλάβατε, απόλαυσα την ταινία. Και αν δεν είστε κολλημένοι με χολιγουντιανά πρότυπα, μάλλον θα την απολαύσετε και σεις.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 14, 2011

Η ΓΗ ΣΤΑ ΔΙΧΤΥΑ ΤΗΣ "ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ"


Το έχω ξαναπεί: Τον Lars von Trier άλλοτε τον μισώ κι άλλοτε τον θαυμάζω. Η "Μελαγχολία" του 2011, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, αφού πρόκειται για φιλμ που με συγκίνησε και συγχρόνως με μάγεψε με την απίστευτη εικαστικότητά του. Πιθανόν ο Τρίερ να είναι τρελός, αλλοπρόσαλλος, προβοκάτορας, ναζί ή όλα αυτά μαζί. Όλα αυτά όμως, κι άλλα τόσα πιθανόν, δεν κάνουν την ταινία του να μου αρέσει λιγότερο.
Πάσχοντας από κατάθλιψη ο ίδιος, σκιαγραφεί εδώ την φοβερή αυτή ψυχική ασθένεια και, κάνοντας ένα λογικό άλμα, τη θεωρεί ως κάτι που απειλεί ολόκληρο τον πλανήτη. Φτάνει μάλιστα να την ταυτίσει με το τέλος του κόσμου. Διότι η ταινία, μπαίνοντας με τον προσωπικό του φυσικά τρόπο στα χωράφια της επιστημονικής φαντασίας, μιλά γι' αυτό το τέλος, όσο και για την αρρώστια.
Αυτό που ξενίζει αρχικά είναι ο χωρισμός του φιλμ σε δύο μέρη ("Τζαστίν" και "Κλερ", τα ονόματα δηλαδή των δύο αδελφών που πρωταγωνιστούν), τα οποία μοιάζουν πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Μετά από μια πραγματικά εκθαμβωτική εικαστικά εισαγωγή, με εικόνες σε slow motion που παραπέμπουν σε παλιότερα και σύγχρονα εικαστικά έργα, το πρώτο μέρος προσγειώνεται στο ρεαλισμό και παρακολουθεί τη γαμήλια δεξίωση της ηρωίδας, που γίνεται με πλήρη χλιδή στον πύργο του ζάπλουτου κουνιάδου της, και την βαθμιαία βύθισή της στην κατάθλιψη. Βρήκα τη μελέτη της ασθένειας πολύ δυνατή. Στο μέρος αυτό ο Τρίερ βρίσκει επίσης την ευκαιρία να σαρκάσει την κενότητα και τη ματαιοδοξία της άρχουσας τάξης, φτιάχνοντας χαρακτήρες - καρικατούρες (οι διαζευγμένοι γονείς της νύφης, ο ορθολογιστής οικοδεσπότης, ο οργανωτής της τελετής, ο κουμπάρος - αφεντικό κλπ.) και καυτηριάζοντας τόσο την υποκρισία όσο και την εσωτερική σκληρότητα του κόσμου τους. Μερικές φορές μάλιστα χρησιμοποιεί και χιουμοριστικές πινελιές. Το όλο κλίμα θυμίζει "Οικογενειακή Γιορτή" και γενικότερα φιλμ όπου, με αφορμή μια τελετή, πολλά σκοτεινά μυστικά αποκαλύπτονται. Στο δεύτερο μέρος κυριαρχεί περισσότερο μια άλλη ψυχική κατάσταση, το άγχος. Ουσιαστκά πρόκειται για το άγχος του θανάτου, που εδώ "μεταμφιέζεται" στο άγχος για το τέλος του κόσμου. Οι εικόνες γίνονται ποιητικές, μεταφυσικές, σκοτεινές, για να καταλήξουν στο πολύ δυνατό φινάλε.
Έχοντας υπ' όψη και τα δύο μέρη, άλλο ένα νόημα γεννιέται στο μυαλό μου: Η ματαιότητα των ανθρώπινων προσπαθειών, αλλά και η γελοιότητα όλης της απίστευτης πολυτέλειας που παρακολουθήσαμε στο πρώτο μέρος. Έτσι η κενότητα, το απόλυτο τίποτα όλων αυτών των χάι τύπων, υπογραμμίζεται ακόμα περισσότερο μπροστά στο συμπαντικό πεπρωμένο.
Η τελική "συμβουλή" του Τρίερ μοιάζει να είναι η στωικότητα. Μόνο οπλισμένοι μ' αυτήν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτό που μας περιμένει όλους τελικά. Έτσι το τέλος του φιλμ αποτελεί ένα κράμα γλυκύτητας και απαισιοδοξίας. Πώς γίνεται αυτό; Θα το δείτε. Σ' εμένα πάντως, αυτό το ανάμεικτο συναίσθημα μου άφησε.
Πρόκειται για μια από τις καλύτερες, κατά τη γνώμη μου, στιγμές του δημιουργού. Του οποίου, πάντως, το αλλοπρόσαλλο δεν θα σταματήσω να επισημαίνω: Στωικός εδώ, υπέρ της σκληρής εκδίκησης παλιότερα (Dogville), απόλυτα μοιρολάτρης σε βαθμό αντιδραστικότητας αλλού (Manderlay), χριστιανός κάποτε (Δαμάζοντας τα Κύματα)... και δεν θυμάμαι τι άλλες ηθικές / φιλοσοφικές στάσεις πήρε στο παρελθόν και δεν τολμώ να σκεφτώ τι άλλο θα δούμε στο μέλλον. Αν μη τι άλλο, ο σχεδόν παρανοϊκός δανός δεν μας κάνει ποτέ να πλήξουμε. Έστω και μισώντας τον.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 13, 2011

ΕΝΑΣ ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΣΚΛΗΡΟΣ "ΕΓΓΛΕΖΟΣ"



Θεωρώ τον "Εγγλέζο" (The limey) που γύρισε το 1999 ο Steven Soderbergh μια από τις καλύτερες ταινίες του. Με έναν εξαιρετικό μάλιστα Τερενς Σταμπ, που παίρνει όλο το φιλμ πάνω του.
Ένας εγγλέζος που μόλις βγήκε από τη φυλακή πάει στην Αμερική για να βρει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δολοφονήθηκε η κόρη του. Ανακαλύπτει ότι αυτή τα είχε με έναν παραγωγό δίσκων, αληθινό απομεινάρι των '60ς, ο οποίος τώρα τα έχει με μια άλλη πανέμορφη μικρή. Φυσικά η βία είναι ζήτημα χρόνου να ξεσπάσει.
Αυτό που από την πρώτη στιγμή εντυπωσιάζει, είναι το εξαιρετικό και πρωτότυπο μοντάζ του Soderbergh. Κοφτό, με διαρκή μπρος - πίσω στο χρόνο, με επαναλήψεις, παίζει με την αντίληψη του θεατή και αποτελεί το σήμα κατατεθέν της ταινίας. Πέραν αυτού όμως ενδιαφέρον έχει και ο χαρακτήρας του σκληρού εγγλέζου, που βρίσκεται έξω από τα νερά του όταν βουτά στην αμερικάνικη κουλτούρα. Και βέβαια, καλτ στοιχείο είναι και η παρουσία του "κακού" Πίτερ Φόντα, που ουσιαστικά παίζει τον εαυτό του και βρίσκεται στα καλύτερά του όταν αφηγείται ιστορίες από την εποχή αυτή που - ποιος ξέρει; - μπορεί νά' ναι και αληθινές και να τις έζησε ο ίδιος...
Η ταινία δεν επικεντρώνεται τόσο στη δράση - η οποία πάντως υπάρχει - όσο στις σχέσες μεταξύ των ηρώων και κυρίως στην προσωπικότητα του πατέρα. Προσπαθεί άραγε να βρει όντως το δολοφόνο της κόρης του ή όλο αυτό είναι γέννημα τύψεων, αφού ποτέ του δεν της στάθηκε σαν πατέρας; Μήπως λοιπόν απλώς προσπαθεί να εξιλεωθεί; Και, τελικά, τι μπορεί να ξέρει αυτός για την κόρη του, που ουσιαστικά τη θυμάται μόνο σαν παιδί;
Ενδιαφέρον φιλμ, γυρισμένο με τρόπο που μπορεί να ξενίσει τον μέσο θεατή, βρίσκει τον δημιουργό του σε σχετικά πειραματική διάθεση. Ένα δημιουργό που πάντοτε αρεσκόταν να αλλάζει στιλ από ταινία σε ταινία. Διότι, τι σχέση έχουν το ριμέικ του "Σολάρις" με τα διάφορα "Ocean δεκακάτι", το ανεξάρτητο "Σεξ, Ψέματα και Βιντεοταινίες" με την κατάβαση στον κόσμο του φανταστικού στο "Κάφκα", η κοινωνική και οσκαρική "Έριν Μπρόνκοβιτς" με το "Traffic"; Πάντως, ξαναλέω, νομίζω ότι στο "Limey" ο Soderbergh βρίσκεται στις καλές στιγμές του.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 10, 2011

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΟΥ 2010-1011

Σεπτέμβρης. Παραδοσιακή αρχή νέας σεζόν. Να λοιπόν και οι γνωστοί απολογοσμοί: Τα καλύτερα της περιόδου 20010-2011 κατά την αυστηρά προσωπική μου γνώμη, που άλλους μπορεί να ενθουσιάσει και άλλους να εξοργίσει (και φυσικά υπάρχουν και όλες οι ενδιάμεσες καταστάσεις). Οι κανόνες που θέσπισε παλαιόθεν το μπλογκ (αυθαίρετα βεβαίως) παραμένουν οι ίδιοι:
Α. Ως "σεζόν" θεωρείται η περίοδος που ξεκινά από 1 Σεπτέμβρη του 2010 και λήγει στις 31 Αυγούστου του 2011. Περιλαμβάνονται κυρίως ταινίες που παίχτηκαν στις ελληνικές οθόνες (και λίγες που είδα σε dvd)
Β. Οι 10 καλύτερες ταινίες παρατίθενται ΟΧΙ με αξιολογική σειρά, αλλά αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη. Έχω πολλές φορές πει ότι μου είναι δύσκολο να ξεχωρίσω κάθε λογής "καλύτερο", πολύ περισσότερο δε να αποφασίσω ποια ταινία (ή βιβλίο ή δίσκος ή κόμικς ή οτιδήποτε άλλο) βρίσκεται π.χ. στο νο 6 και ποια στο νο 7. Έτσι έχουμε τις 10 καλύτερες γενικά (κι αυτές με βαριά καρδιά) και άλλες 10 που ξεχώρισαν (μερικές από τις οποίες κάλλιστα θα μπορούσαν να βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα) - πάντοτε κατά τη γνώμη μου.
Γ. Δεν περιλαμβάνονται οι παλιές ταινίες, κλασικές ως επί το πλείστον, που ξαναβγήκαν σε πρώτη προβολή. Ως γνωστόν το καλοκαίρι γίνεται χαμός από παλιά αριστουργήματα. Ε, αυτά δεν παίζουν.

Να λοιπόν οι 10 καλύτερες:
1. Μαύρος Κύκνος του Daren Aronofski2. Σιωπηλές Ψυχές του Aleksei Fedorchenko3. Social Network του David Fincher4. Blue Valentine του Derek Gianfrance5. Winter's Bone της Debra Granik6. King's Speech του Tom Hooper7. Animal Kingdom του David Michod8. Let me In του Matt Reeves9. Never Let me Go του Marc Romanek10. Rango του Gore Verbinski
Να και οι επόμενες 10 που ξεχώρισα, κάποιες από τις οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα:

1. Ίσως Αύριο της Suzanne Bier2. L'Illusionist του Sylvain Chomet3. True Grit των Joel & Ethan Coen4. Είμαι ο Έρωτας του Luca Guadagnino5. Μέλι του Semih Kaplanoglu6. Venus Noir του Abdel Kechiche7. Έχουμε Πάπα του Nani Moreti8. Μαχαιροβγάλτης του Γιώργου Οικονομίδη9. Όταν θέλω να Σφυρίξω, Σφυρίζω του Florin Sebran10. Pina του Wim Wenders
Και μια ειδική αναφορά επίσης στα :
- Χάρισμα της Χριστίνας Ιωακειμίδη- Machete του Robert Rodriguez- Attenberg της Αθηνάς-Ραχήλ Τσαγκάρη
- Four Lions του Christopher Morris
- Η Τελευταία Ακροβάτισα της Μαδρίτης του Alex de la Iglesia
Αυτά από μένα και καλή νέα κινηματογραφική (και όχι μόνο) χρονιά.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 09, 2011

Ο ΠΆΠΑΣ ΔΕΝ ΜΕΝΕΙ ΠΙΑ ΕΔΩ...


Να λοιπόν που το 2011 ο Nanni Moretti αποφασίζει να τα βάλει με τον πάπα και το Βατικανό εν γένει. Τολμηρή απόφαση, καθώς όλοι ξέρουμε την ψύχωση που έχουν οι καθολικοί - οι ιταλοί ιδιαίτερα - με τον πάπα τους. Όμως το "Habemus Papam" (Έχουμε Πάπα!) δεν είναι ακριβώς μια βιτριολική σάτιρα ενάντια στο Βατικανό. Δεν έχει, ας πούμε, σχέση με τα πύρινα βέλη που εκτόξευσε ο Μορέτι ενάντια στον Μπερλουσκόνι στον "Αλιγάτορα" (δίχως αυτό να έχει σχέση με το αν πρόκειται για καλή ή κακή ταινία. Προσωπικά ο "Πάπας" μου άρεσε πολύ περισσότερο). Στο φιλμ προέχει κυρίως το κωμικό στοιχείο - που τυχαίνει να επικεντρώνεται στο Βατικανό - αλλά και μια έκδηλη τρυφερότητα, μια ζεστή ματιά στην τρίτη ηλικία, τα προβλήματά της και τη χαμένη νεότητα.
Ο ήρωας καρδινάλιος λοιπόν (πολύ καλός ο Μισέλ Πικολί), αν και απόλυτο αουτσάιντερ, εκλέγεται στα καλά καθούμενα πάπας. Είναι το τελευταίο πράγμα που θέλει. Σημειωτέον, στην πολύ αστεία αρχική σκηνή, όλα τα φαβορί προσεύχονται σιωπηλά να μην εκλεγούν, αφού κανείς δεν θέλει τη μεγάλη ευθύνη. Φαντάζομαι ότι αυτό βρίσκεται στον αντίποδα της πραγματικότητας, όπου μάλλον γίνεται σφαγή και πλήθος από ίντριγγες για το ποιος θα βγει, αλλά παραμένει αστείο και ανατρέπει με τόλμη τα διάφορα πιστεύω περί "θείας αποστολής" κλπ. Ο νέος πάπας λοιπόν, σε πλήρη πανικό και τρακ, αρνείται να ευλογήσει με τον παραδοσιακό τρόπο τα πλήθη που περιμένουν έξω από τον άγιο Πέτρο και να αναλάβει τα καθήκοντά του εν γένει... και ακολουθεί το χάος.
Ξαναλέω ότι ο Μορέτι επιμένει στην αστεία, καρικατουρίστικη πλευρά του όλου πράγματος. Δεν δείχνει να μισεί, να θέλει να ξεμπροστιάσει και να καυτηριάσει το όλο σύστημα, απλώς κάνει πλάκα μαζί του. Βάζει τους σεβάσμιους καρδινάλιους να κάνουν σα σχολιαρόπαιδα (όλα τα λεφτά το... πρωτάθλημα βόλεϊ ανάμεσά τους), τους υποψήφιους πάπες να συμπεριφέρονται σαν υποψήφιοι διαχειριστές πολυκατοικίας, θεωρώντας δηλαδή τη παποσύνη μια ευθύνη που ουδείς θέλει να αναλάβει κλπ. Από την άλλη ο νέος με το ζόρι πάπας είναι ένας γλυκός γεράκος, που αναπολεί τα νιάτα και την παλιά του ζωή, καθώς έρχεται σε επαφή με το δρόμο και την αληθινή ζωή μετά από πολλά χρόνια, ενώ συγχρόνως νοιώθει την γεροντική άνοια να πλησιάζει. Στο πορτρέτο αυτό βρίσκεται και όλη η τρυφερότητα της ταινίας. Από την άλλη πάλι ούτε ο ψυχαναλυτής που καλείται να "θεραπεύσει" τον πάπα και εγκλωβίζεται άθελά του στο Βατικανό, άθεος ο ίδιος, δεν φαίνεται να διαθέτει τις λύσεις για το πρόβλημα. Άλλωστε έχει κι αυτός τα δικά του προβλήματα. Ίσα - ίσα που ο ακούσιος εγκλεισμός του κάνει να ξυπνήσει το παιδί μέσα του και, τελικά, υποψιαζόμαστε ότι μπορεί και να τη βρίσκει ανάμεσα στους γηραιούς καρδινάλιους. Οπότε η σάτιρα του Μορέτι πιάνει και το "αντίπαλο δεος" της θρησκευτικής θεώρησης των πραγμάτων.
Με την κωμωδία - ξεκαρδιστική ενίοτε - και τη γλυκύτητα μαζί, μοιρασμένες σε ίσες θα έλεγε κανείς δόσεις, η ταινία με κέρδισε, δίχως μάλλον να είναι η καλύτερη του δημιουργού της. Και, παρά την τακτική της "μη άμεσης επίθεσης", τη βρήκα τολμηρή έστω και μόνο για το θέμα της. Αλήθεια, θα μπορούσατε να φανταστείτε μια ελληνική κωμωδία με ήρωα έναν σχεδόν ξεμωραμένο έλληνα αρχιεπίσκοπο;

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 08, 2011

ΠΩΣ ΝΑ ΣΚΟΤΩΣΕΤΕ ΤΟ ΦΡΙΧΤΟ ΣΑΣ ΑΦΕΝΤΙΚΟ


Η χολιγουντιανή αμερικάνικη κωμωδία έχει αποκτήσει τα τελευταία χρόνια ένα εντελώς διαφορετικό προφίλ απ' αυτό που είχε παλιά. Δεν έχει προχωρήσει βέβαια σε ιδιαίτερα βαθιές αναλύσεις και καυτηριασμούς των κακώς εχόντων ούτε ακριβώς επιτίθεται στο σύστημα, πλην όμως έχει καθιερώσει μια αθυροστομία, μια λεκτική κυρίως τόλμη, που τις προηγούμενες δεκαετίες θα ήταν αδιανόητη.
Στο γενικό αυτό πλαίσιο κινούνται και τα "Αφεντικά για Σκότωμα" (Horrible Bosses, 2011) του Seth Gordon, ταινία που, εκτός των άλλων, συγκαταλέγεται και στο είδος της μαύρης κωμωδίας, που προσωπικά μ' αρέσει. Τρεις αναξιοπαθούντες από εφιαλτικά αφεντικά (το ένα μάλιστα στα όρια της παράνοιας και του σαδισμού), αποφασίζουν να κάνουν το μόνο που τους απομένει για να σωθούν (κυριολεκτικά σε κάποιες περιπτώσεις): Να τα δολοφονήσουν. Όντας όμως "κανονικοί άνθρωποι" δεν έχουν ιδέα πώς γίνεται αυτό και τι ακριβώς πρέπει να κάνουν. Από αυτό το στοιχείο πυροδοτούνται οι περισσότερες αστείες καταστάσεις. Καθώς και από τη χημεία ανάμεσα στους τρεις διαφορετικούς χαρακτήρες.
Η ταινία διαθέτει ορισμένες πράγματικά ξεκαρδιστικές φάσεις. Είναι και το μάλλον τολμηρό θέμα, είναι και η τόλμη στο λεκτικό μέρος που προαναφέραμε, οπότε όλα συνέτειναν στο να περάσω ένα όντως ευχάριστο δίωρο. Βέβαια, να το ξεκαθαρίσουμε αυτό, το φιλμ δεν στοχεύει στη σάτιρα του εργασιακού μεσαίωνα τον οποίο διάγουμε, ούτε στη γενική κριτική του συστήματος. Τα περίφημα φριχτά αφεντικά είναι μεμονωμένες περιπτώσεις που δεν μοιάζουν με καμιά άλλη. Μερικές φορές αγγίζουν την καρικατούρα. Είναι περισσότερο ακραία κατασκευασμένοι παρά υπαρκτοί χαρακτήρες. Οπότε μην περιμένετε γενικότερες προεκτάσεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν βρήκα, όπως σας είπα, την ταινία αρκετά διασκεδαστική. Όταν μάλιστα, εκτός από το τηλεοπτικής προέλευσης (όπως πληροφορήθηκα) πρωταγωνιστικό τρίο, παρελαύνουν και αρκετοί καλοί ηθοποιοί : Κέβιν Σπέισι, Ντόναλντ Σάντερλαντ, Κόλιν Φαρέλ και - να μη χάσουμε - η Τζένιφερ Άνιστον. Οπότε, αν μη τι άλλο, η διασκέδασσή σας είναι μάλλον εξασφαλισμένη.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 06, 2011

ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΙΤΑΛΙΚΑ "ΤΕΡΑΤΑ"


Στη δεκαετία του 60 ο Dino Risi γυρίζει "Τα Τέρατα", ένα σαρκαστικό πορτρέτο της τότε Ιταλίας, και γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Το 1977 λοιπόν οι ιταλοί προσπαθούν να επαναλάβουν την επιτυχία γυρίζοντας τα "Μοντέρνα Τέρατα" (I Nuovi Mostri), αναθέτοντας αυτή τη φορά τη σκηνοθεσία σε τρεις μεγάλους σκηνοθέτες τους: Τον Dino Risi (1916-2008), τον Mario Monicelli (1915–2010) και τον Ettore Scola.
Το φιλμ είναι σπονδυλωτό. Αποτελείται μάλιστα από πολλά μικρά, έως πολύ μικρά, σε διάρκεια επεισόδια, που καλύπτουν ένα μεγάλο εύρος της ιταλικής ζωής και κοινωνίας της εποχής. Τρομοκρατία, ρόλος της εκκλησίας, γραφειοκρατία και καθημερινό μπάχαλο, τρίτη ηλικία, μαφία, η υποκρισία της μικροαστικής τάξης, είναι μερικά μόνο απ' αυτά. Τα περισσότερα δίνονται με χιούμορ, άλλα πάλι είναι περισσότερο δραματικά. Συνήθως όμως, ακόμα και κάτω από την αστεία επιφάνεια, κρύβεται μια άγρια, σαρκαστική και καυστική ματιά, που αποκαλύπτει τη γελοία και τραγική συγχρόνως πλευρά της χώρας. Μερικά μάλιστα απ' αυτά είναι, κυρίως με το φινάλε τους, ακόμα και συγκλονιστικά.
Όπως είναι φυσικό, η ύπαρξη πολλών και διαφορετικής θεματικής επεισοδίων κάνει την ταινία άνιση. Μερικά είναι εξαιρετικά, άλλα απλώς μέτρια. Τα προσωπικά μου αγαπημένα είναι: Αυτό με τον καρδινάλιο που αγορεύει ιδιοφυώς σε ναό φτωχής ενορίας, αντικαθιστώντας τη ζωντανή πάλη των αγράμματων ενοριτών με έναν κενό βερμπαλισμό και επιστροφή στη μοιρολατρεία, επεισόδιο που δείχνει με πολύ έξυπνο τον απόλυτα αντιδραστικό ρόλο της εκκλησίας. Αυτό με τον αμίμητο πλούσιο φανφαρόνο, που μεταφέρει με το πανάκριβο σπορ αμάξι του ετοιμοθάνατο τραυματία από νοσοκομείο σε νοσοκομείο, ανάγλυφη εικόνα του ζαμανφουτισμού των πλουσίων απέναντι στους άλλους ανθρώπους, αλλά και της ιταλικής γραφειοκρατίας και έλλειψης ανθρωπισμού από το κράτος, και τα δύο επεισόδια με την Ορνέλα Μούτι, που αφορούν την τρομοκρατία και τις τραγικές της επιπτώσεις. Όσο γι' αυτό με το επαρχιακό εστιατόριο, είναι ίσως το πιο αστείο - με χοντρό χιούμορ, προειδοποιώ.
Στα συν η παρέλαση "τεράτων" του ιταλικού σινεμά: Βιτόριο Γκάσμαν, Ούγκο Τονιάτσι, Αλμπέρτο Σόρντι, Ορνέλα Μούτι, αλλά και ο δικός μας Γιώργος Βογιατζής. Ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα αφήνει, νομίζω, ανάμεικτες εντυπώσεις, λόγω της ανισότητας των σκετς που προαναφέραμε. Εντάξει, ενδιαφέρον πορτρέτο μιας χώρας, δεν το θεωρώ όμως από τις μεγάλες στιγμές της τόσο ιδιόρυθμης και χαρακτηριστικής ιταλικής κωμωδίας.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 04, 2011

ΠΩΣ Ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΕΓΙΝΕ "ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΤΩΝ ΠΙΘΗΚΩΝ"


Ας ξεκινήσουμε με την διαπίστωση (για πολλοστή φορά) ότι το Χόλιγουντ βρίσκεται σε απόλυτη ύφεση ιδεών. Τι άλλο σημαίνουν τα άπειρα franchise, τουτέστιν τα σίκουελ, πρίκουελ, ριμέικ και δεν συμμαζεύεται; Έχω βαρεθεί οικτρά όλη αυτή την κατάσταση, αν και συχνά βλέπω και τέτοια για να διαπιστώσω, απο περιέργεια, ως πού θα φτάσουν.
Με αυτά τα δεδομένα στο μυαλό είδα και τον "Πλάνήτη των Πιθήκων: Η Εξέγερση" (Rise of the Planet of the Apes) του Rupert Wyatt (2011), το οποίο ανήκει στη συνομοταξία των πρίκουελ. Είχα κατά νου το ότι είχαν προηγηθεί 5 (!) νομίζω συνέχειες της αρχικής κλασικής ταινίας επιστημονικής φαντασίας, υπήρχε και η αποτυχία κοτζάμ Burton με τον δικό του "Πλανήτη των Πιθήκων" (αυτό ήταν ριμέικ και κατά τη γνώμη μου είναι η χειρότερη ταινία του). Ομολογώ λοιπόν ότι ο "Πλανήτης" του 2011 ήταν καλύτερος απ' ό,τι περίμενα, αλλά, παρ' όλα αυτά, καλό είναι να μη βγάζουμε από το νου μας τις διαπιστώσεις της πρώτης παραγράφου.
Εδώ λοιπόν επιχειρείται μια ερμηνεία - διαφορετική απ' αυτή που δίνεται στην πρώτη ταινία της σειράς - για το πώς ξεκίνησαν όλα, πώς φτάσαμε δηλαδή να ζούμε σε έναν πλανήτη που κυριαρχείται όχι από ανθρώπους, αλλά από νοήμονες πιθήκους.
Δεν θα σας αποκαλύψω το πώς (θα ήμουν πολύ κακός αν έκανα κάτι τέτοιο), αλλά πάντως η ερμηνεία που δίνεται και λογικοφανής είναι και στέκει σαν περισσότερο πιθανή από την πρώτη. Το θέμα πάντως είναι ότι το φιλμ με κράτησε αρκετά και, πέρα από το ευχάριστο δίωρο που πέρασα, κατάφερε να περάσει και κάποια "μηνύματα". Στην ταινία του Wyatt λοιπόν οι πίθηκοι, καταπιεσμένοι από τους ανθρώπους σε πολλά επίπεδα, έχουν το ρόλο του σκλάβου που δίκαια εξεγείρεται ενάντια στους καταπιεστές του. Ο θεατής μάλιστα ταυτίζεται και συμπάσχει πολύ περισσότερο με τον ήρωα πίθηκο παρά με τους ανθρώπους, έστω κι αν κάποιοι α'π αυτούς είναι "καλοί". Είναι σα να μας λέει ο σκηνοθέτης "Καλά να πάθετε. Έτσι που τα κάνατε όλα, δικαίως χάσατε τον ίδιο σας τον πλανήτη". Αρκετά τολμηρό μήνυμα για μια υποτίθεται ανώδυνη περιπετειούλα για να περάσει η ώρα, η οποία βεβαίως εξακολουθεί να έχει σαν στόχο τα ταμεία, όπως κάθε blogbuster που σέβεται τον εαυτό του.
Θετικές λοιπόν ως επί το πλείστον οι εντυπώσεις μου, αλλά δεν μπορώ παρά να επαναλάβω τελειώνοντας ότι όσο καλά κι αν γίνεται ένα ριμέικ ή πρι- ή σικουελ, ακόμα κι αν σε κάποιες περιπτώσεις φτάνει να είναι καλύτερο κι απ' το πρωτότυπο, η φτώχεια και το στέρεμα των ιδεών παραμένει. Και στο κάτω - κάτω ένα μέρος της όποιας απόλαυσης εξανεμίζεται αφού εκ των προτέρων ξέρουμε τι περίπου θα δούμε. Συμπαθητική προσπάθεια λοιπόν, αλλά η έκπληξη που μπορεί να προκαλέσει στον σύγχρονο θεατή δεν συγκρίνεται με το πραγματικά συγκλονιστικό φινάλε της πρώτης ταινίας της σειράς των '60ς.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 03, 2011

Μ: Ο ΚΑΤΑ ΣΥΡΡΟΗΝ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΩΣ ΑΣΘΕΝΗΣ


Το "Μ" (Μ: Ο Δράκος του Ντίσελντορφ) που γύρισε το 1931 ο Fritz Lang είναι μάλλον η πρώτη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου με ήρωα ένα σίριαλ κίλερ (δεν είμαι απόλυτα σίγουρος γι' αυτό, είναι πάντως η παλιότερη που γνωρίζω προσωπικά). Είναι λοιπόν εκπληκτικό το πώς - αν και στις αρχές ουσιαστικά του σινεμά - θίγει ορισμένα θέματα που ελάχιστες μεταγενέστερες ταινίες με παρόμοιους ήρωες, από τις δεκάδες που έχουμε δει, θίγουν.
Στο φιλμ παρακολουθούμε την ιστορία ενός ανισόρροπου δολοφόνου που σκοτώνει μικρά κοριτσάκια, σπέρνοντας έτσι τον τρόμο στη γερμανική πόλη όπου ζει. Φυσικά η αστυνομία τον καταζητεί απεγνωσμένα. Ταυτόχρονα όμως (και αυτή είναι η πρώτη καινοτομία του Lang) τον καταζητεί με ακόμα μεγαλύτερο πάθος... ο υπόκοσμος. Γιατί; Επειδή η αστυνομία έχει εντείνει στο έπακρο τους ελέγχους για να τον βρει και βέβαια οι υποψίες πέφτουν κατά πρώτο λόγο στον υπόκοσμο (αυτό είναι ταξικό θα λέγαμε χαρακτηριστικό της εποχής: Ένας παρανοϊκος δολοφόνος δεν μπορεί παρά να ανήκει στις τάξεις του υποκόσμου. Κι αυτό όμως το ανατρέπει ο Λανγκ, αφού ο ήρωας στην υπόλοιπη ζωή του δεν είναι παρά ένας κοινός, καθημερινός ανθρωπάκος). Συλλαμβάνει λοιπόν η αστυνομία κλέφτες, απατεώνες, νταβατζήδες κι ό,τι άλλο, χαλώντας έτσι τις δουλειές τους, που μέχρι τότε διεξάγονταν σχεδόν ανενόχλητα. Από την αρχή λοιπόν ο σίριαλ κίλερ παρουσιάζεται ως κάτι απομονωμένο, που καταδιώκεται εξ ίσου από το νόμιμο και το παράνομο κομμάτι της κοινωνίας. Κοινώς δεν έχει θέση πουθενά.
Η μεγαλύτερη όμως καινοτομία, και σπανιότατη έως σήμερα, είναι η παρουσίαση του σίριαλ κίλερ όχι ως κάτι απόλυτα κακό, αλλά ως κάτι ανίατα άρρωστο. Η τελική εξομολόγηση του ήρωα στο απίστευτο αυτοσχέδιο δικαστήριο των παρνόμων είναι συγκλονιστική. Εκεί περιγράφεται η ψυχική του κατάσταση ως κάτι που με κανέναν τρόπο δεν μπορεί να ελέγξει και είναι δυστυχισμένος γι' αυτό, υποφέρει κι ο ίδιος από τύψεις, αλλά δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Ο εφιαλτικός σίριαλ κίλερ μας προκαλεί όχι τόσο μίσος, όσο οίκτο. Γίνεται, αν θέλετε, θύμα ο ίδιος. Θύμα της ασθένειάς του πρώτα - πρώτα, αλλά και του όχλου. Διότι, ένα άλλο θέμα του "Μ" είναι ακριβώς η ανεξέλεγκτη ψυχολογία, φασισμός ενίοτε, του πλήθους, που καταδιώκει ανηλεώς το εκάστοτε θύμα του, δίχως να μπορεί να εστιάσει σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Θυμηθείτε σύγχρονα φιλμ με σίριαλ κίλερς: Από τη θαυμάσια "Σιωπή των Αμνών" έως οποιοδήποτε άλλο, πολύ χειρότερο. Πόσες φορές έχετε δει τον δολοφόνο να αντιμετωπίζεται ως κλινική περίπτωση και όχι ως το "απόλυτο κακό"; Στο "Μ" είναι σαφές ότι, αν είμαστε εμείς δικαστές και γνωρίζαμε όσα γνωρίζει ο θεατής, θα κλείναμε ισόβια τον δολοφόνο σε κλινική και όχι σε φυλακή.
Ο Πίτερ Λόρε είναι φυσικά αξέχαστος σ' έναν από τους σημαντικότερους ρόλους της καριέρας του. Εντύπωση προκαλεί όμως και η εξαίρετη χρήση του ήχου από τον Λανγκ, που τότε ήταν ακόμα πρωτόγνωρος στο σινεμά (πρόκειται άλλωστε για την πρώτη ομιλούσα ταινία του). Ο δολοφόνος, ακόμα κι όταν δεν δείχνεται, ξεχωρίζει από έναν σκοπό κλασικής μουσικής που μονίμως σφυρίζει. Έτσι το μουσικό αυτό μοτίβο είναι ικανό να παγώσει τον θεατή απλώς και μόνο όταν ακούγεται, έστω κι αν το πλάνο δείχνει ένα πεντάχρονο παιδάκι που παίζει ξένοιαστο.
Υπάρχουν κι άλλα σημεία που κάνουν την ταινία κλασική. Η κατάδειξη της αγωνίας και του πόνου της μητέρας του θύματος, η καταγραφή του υπόκοσμου και των σχέσεών του με την αστυνομία - μοιάζει να είναι απόλυτα αποδεκτό και νορμάλ το ότι η κοινωνία αποτελείται εξ ίσου από το νόμιμο και το παράνομο μέρος της - και κάμποσα άλλα. Αξίζει όμως να τη δει κανείς απλώς και μόνο ως μια από τις πρώτες (αν όχι η πρώτη) φορές που το σινεμά επικεντρώνεται σε ένα τέτοιο σοκαριστικό για την εποχή θέμα.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 01, 2011

ΣΤΑ "ΑΓΝΩΣΤΑ ΝΕΡΑ" ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΤΩΝ


Κάπου το έχω ξαναγράψει: Υπήρξα φαν της σειράς των "Πειρατών της Καραϊβικής". Ίσως υπεύθυνο γι' αυτό να είναι το κράμα περιπέτειας, χιούμορ (συχνά μαύρου) και σκοτεινιάς - με μια δόση τρόμου - που κυριαρχούσε στις τρεις πρώτες ταινίες. Ίσως πάλι το θαύμα του να έκανε ο Τζακ Σπάροου που έπλασε ο Τζόνι Ντεπ, μια αξέχαστη φιγούρα λίγο τρελή, λίγο μαστουρωμένη, λίγο ροκ σταρ, λίγο γκέι, λίγο... κάτι απ' όλα, σίγουρα αντικομφορμιστική πάντως, που πάντα έβρισκα απολαυστική. Τέλος πάντων, θεωρώ τους τρεις πρώτους "Πειρατές" ένα από τα πετυχημένα και άκρως διασκεδαστικά χολιγουντιανά μπλογκμπάστερ.
Τώρα ο καλός σκηνοθέτης Γκορ Βερμπίνσκι εγκατέλειψε τη σειρά. Το 4ο μέρος "Πειρατές της Καραϊβικής: Σε Άγνωστα Νερά" γύρισε το 2011 ο Rob Marshall, ο οποίος κατά τη γνώμη μου, εκτός του επιτυχημένου ντεμπούτου του "Chicago" (ευπρόσδεκτη αναβίωση μιούζικαλ), δεν έχει κάνει τίποτα αξιόλογο. Οι τέταρτοι αυτοί "Πειρατές" λοιπόν βρίσκουν τον κάπτεν Σπάροου να αναζητεί την Πηγή της Αιώνιας Νιότης (κάτι σαν το Αθάνατο Νερό με λίγα λόγια). Μαζί του όμως την ψάχνουν ο φοβερός πειρατής Μαυρογένης, ο γνωστός μας Μπαρμπόζα, καπετάνιος πλέον αγγλικού πλοίου και μια ολόκληρη ισπανική αρμάδα. Χαμός δηλαδή.
Η σκηνή με τις Σειρήνες είναι όντως υποβλητική και εντυπωσιακή. Και υπάρχουν φυσικά κι άλλες θεαματικές σκηνές και άφθονη δράση (αυτό μας έλειπε να μην υπάρχει). Όμως συνολικά κάτι μου έλειπε και με έκανε να δω το φιλμ "διεκπεραιωτικά", δίχως την απόλαυση των προηγούμενων. Μπορεί να φταίει η σκηνοθεσία, μπορεί η σχετική αφαίρεση του σκοτεινού στοιχείου που είχαν τα τρία πρώτα μέρη. Αφαίρεση εν ονόματι της περισσότερης δράσης, άρα του πιο εύκολα καταναλώσιμου θεάματος. Μπορεί πάλι να είναι ο ξενέρωτος ιεραπόστολος και ο εξ ίσου ξενέρωτος και πάναγνος έρωτάς του με την πανέμορφη Σειρήνα (διάβολε, ούτε ένα λέπι δεν της άγγιξε...). Το πιο πιθανό όμως είναι ότι φταίει η επανάληψη των γνωστών πια μοτίβων - που βαθμιαία γίνονται κλισέ. Ή, για να το πω πιο απλά, βρισκόμαστε στο νο 4 κι αυτό από μόνο του είναι βαρετό. Ο Ντεπ είναι και πάλι απολαυστικός και πολλές ατάκες έξυπνες, αλλά τον έχω ξαναδεί άλλες τρεις φορές και λίγο - πολύ ξέρω πώς θα συμπεριφερθεί. Συνολικά λοιπόν πέρασα μεν δύο μάλλον ευχάριστες ώρες, αλλά η παλιά απόλαυση έχει χαθεί. Φαίνεται ότι προσωπικά χορταίνω με τρία μέρη (το πολύ). Στο τέταρτο επέρχεται κορεσμός. Ωραίος είναι ο μπακλαβάς. Αν όμως σε υποχρεώσουν να φας ένα ολόκληρο ταψί... ξέρετε.
Δείτε το αν επιδιώκετε το γνωστό ξένοιαστο δίωρο σε θερινό σινεμαδάκι. Το πολύ όμως μέχρις εκεί. Δεν υπάρχει πια το στοιχείο της έκπληξης.

Τετάρτη, Αυγούστου 31, 2011

ΟΥΦ! ΠΑΕΙ ΚΙ Ο ΧΑΡΙ ΠΟΤΕΡ!



Επιτέλους! Ο Harry Potter φτάνει στο τέλος του με τη 8η ταινία της σειράς (την 7η τέλος πάντων, που όμως παίχτηκε σε δύο μέρη), το «Ο Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου Νο 2» του David Yates (2011). Όπως όλοι περιμέναμε, ακόμα κι αυτοί που δεν είχαμε διαβάσει τα βιβλία, εδώ κυριαρχεί η τελική σύγκρουση του μικρού (;) μάγου με τον μοχθηρό Βόλντεμορτ, τον "Άρχοντα του Κακού", τουτέστιν η τελική σύγκρουση καλού – κακού (όπως πάντα, από την εποχή του Τόλκιν). Και εφ’ όσον πρόκειται για σειρά με τέτοια πρωτοφανή κυριολεκτικά επιτυχία, μαντέψτε ποιο θα νικήσει…
Για την ταινία καθ’ εαυτή τώρα, τι να σας πω. Ο Yates ήταν ένας τηλεοπτικός σκηνοθέτης και στο σινεμά μπήκε κυρίως με τους τελευταίους "Χάρι Πότερ". Οπότε μην περιμένετε φοβερές πρωτοτυπίες ή ξεχωριστή κινηματογραφική άποψη. Είναι απλώς ένας καλός διεκπεραιωτής, που από τέτοιους το Χόλιγουντ είναι γεμάτο. Το κλίμα είναι λίγο – πολύ παρόμοιο με τις προηγούμενες και κάποιες εντυπωσιακές σκηνές ασφαλώς υπάρχουν (όπως πάντα άλλωστε). Η όποια ιδιαιτερότητά του φιλμ έγκειται στις αποκαλύψεις από το παρελθόν (για τους γονείς του ΧΠ και τα νεανικά τους χρόνια, τη σχέση τους με κάποια από τα γνωστά πρόσωπα της σειράς κλπ., καθώς και στο ότι φωτίζονται ορισμένα σκοτεινά σημεία σε σχέση με το τι ακριβώς έχει συμβεί στο παρελθόν... τέτοια πράγματα). Πράγματα δηλαδή λίγο – πολύ αναμενόμενα (κι ας με συγχωρήσει η κ. Ρόουλινγκ). Κινηματογραφικά, όπως είπα, τίποτα καινούριο ή απρόοπτο – εκτός αν θεωρείτε απρόοπτο το ότι οι πρώην μικροί πρωταγωνιστές μεγάλωσαν για τα καλά και έγιναν κοτζάμ άντρες ή/και όμορφες γυναίκες. Οπότε βρίσκομαι στην ασυνήθιστη θέση να μην έχω πολλά να σας πω. Αν είστε φίλοι της σειράς συνολικά, ούτως ή άλλως δεν θα το χάσετε με τίποτα. Αν πάλι όχι – ή αν δεν έχετε δει τα προηγούμενα, οπότε δεν θα καταλάβετε και πολλά - δεν έχει κανένα νόημα να δείτε αυτό εδώ το τελευταίο μέρος (μεταξύ μας, κι εγώ που έβλεπα ένα ΧΠ κάθε χρόνο, δίχως επαναλήψεις, είχα κάμποσα κενά για το ποιος είναι ποιος, τι είχε γίνει στο προπροηγούμενο επεισόδιο κτλ.). Γιατί τώρα είδα τη σειρά εγώ, που δεν είμαι ιδιαίτερα φαν και συνολικά τη θεωρώ… χμμμ… έτσι κι έτσι, χωρίς πάντων να πλήξω και πολύ (ας το τονίσω αυτό) ε, ας όψονται κάποια κινηματογραφικά βίτσια. Όσο γι' αυτό το "δεν έπληξα και πολύ", έχει να κάνει με το ότι εξ ορισμού τέτοια φιλμ και θεαματικά είναι και άφθονη δράση έχουν και, γενικά, επιβεβαιώνουν τη χολιγουντιανή ικανότητα να κρατά το θεατή για δύο ώρες (και, αφού βγει από την αίθουσα, να κάνει delete).
Αν θέλετε πάλι συνολική συζήτηση για τα αίτια της απίστευτης πραγματικά, εκδοτικά και κινηματογραφικά, επιτυχίας της σειράς, έχουν γραφεί άπειρα πράγματα επί του θέματος και, γενικά, δεν νομίζω ότι είναι του παρόντος.

Πέμπτη, Αυγούστου 25, 2011

ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ, ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ "ΛΑΜΠΕΡΑ ΑΣΤΕΡΙΑ"


Η Jane Campion χρόνια τώρα μπορεί να κεντρίζει το ενδιαφέρον μας με τις ταινίες της. Όπως και να το κάνουμε είναι αξιόλογη δημιουργός για να πάψουμε να ασχολούμαστε μαζί της, αν και τα σχετικά πρόσφατα πονήματά της δεν νομίζω ότι βρίσκονται στο ύψος παλαιότερων. Το τελευταίο της φιλμ (μετά από αρκετά χρόνια απουσίας) είναι το "Bright Star" του 2009, που παρακολουθεί την ερωτική ιστορία του μεγάλου άγγλου ποιητή John Keats με μια κοπέλα που, αρχικά τουλάχιστον, λίγα κοινά στοιχεία έχει μαζί του.
Η ιστορία διαδραματίζεται στη δεκαετία 1820-1830, οπότε έχουμε φυσικά να κάνουμε με ταινία εποχής. Ο πρώτος χαρακτηρισμός που αυθόρμητα έρχεται στο νου μας είναι αυτός της ρομαντικής ταινίας. Πράγματι ο ρομαντισμός είναι το στοιχείο που κυριαρχεί απ’ την αρχή ως το τέλος σ’ αυτήν. Παθιασμένος έρωτας, απόλυτος, αλλά και ποίηση, η οποία είναι το μόνο σχεδόν ενδιαφέρον στη ζωή του νεαρού ποιητή. Ποίηση, στην οποία είναι δοσμένος, για την οποία μοιάζει να ζει. Το άλλο χαρακτηριστικό του φιλμ είναι η πολύ όμορφη φωτογραφία. Τα πανέμορφα τοπία, οι γεμάτοι λουλούδια αγροί, η εξοχή, αλλά και τα σπίτια, εσωτερικά και εξωτερικά. Πανδαισία χρωμάτων και όμορφων εικόνων.
Ανάμεσα σ’ όλα αυτά, έντονα ξεχωρίζει το φεμινιστικό στοιχείο, χαρακτηριστικό των ταινιών της Κάμπιον. Η νεαρή ηρωίδα, ακόμα και όταν ενδιαφέρεται μόνο για τη μόδα (ναι, τη μόδα το 1820τόσο!), διακρίνεται για την τόλμη, την ανεξαρτησία, το θάρρος της γνώμης της. Είναι μάλιστα αυτή που πρώτη προσεγγίζει ερωτικά τον ποιητή. Η μητέρα της, από την άλλη, τής συμπαραστέκεται και είναι ανεκτική ακόμα κι όταν η κόρη της προκαλεί μικρά σκάνδαλα. Μου έκαναν αρκετή εντύπωση όλα αυτά, με δεδομένη την εικόνα που έχουμε για τη θέση της γυναίκας την εποχή αυτή. Μήπως πρέπει να αναθεωρήσουμε κάποιες απόψεις μας, τουλάχιστον σε κάποιες έστω ιδιαίτερες περιπτώσεις;
Ωστόσο συνολικά, και παρά τις επί μέρους αρετές, βρήκα την ταινία επίπεδη, δίχως εξάρσεις και κορυφώσεις ή, αν θέλετε να το πω με πιο απλά λόγια, μάλλον βαρετή. Σίγουρα η Κάμπιον βρίσκεται πολύ μακριά από τη δύναμη των «Μαθημάτων Πιάνου» ή, έστω, από την ανατρεπτικότητα που προσπάθησε να προσδώσει στο μεταγενέστερο "In the Cut". Συνολικά λοιπόν ένοιωσα κάπως να μη μ’ ενδιαφέρει όλη αυτή η ιστορία, όλος αυτός ο έρωτας μιας άλλης εποχής που φαντάζει πολύ μακριά. Παραμένει νομίζω καλή σκηνοθέτης, αλλά… τα αλλά είναι αρκετά.
Αν είστε φίλοι των πολύ ρομαντικών ταινιών εποχής μάλλον θα ενθουσιαστείτε. Αν όχι, φοβάμαι ότι δεν θα γλιτώσετε ένα μάλλον πληκτικό δίωρο, και μάλιστα με προδιαγεγραμμένο τέλος, αν γνωρίζετε, έστω και λίγο, τη βιογραφία του Τζον Κιτς, που θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους άγγλους ρομαντικούς ποιητές .

Σάββατο, Αυγούστου 06, 2011

ΑΣ ΚΟΛΥΜΠΗΣΟΥΜΕ ΟΣΟ ΚΡΑΤΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ


Όπως πάντα τέτοια εποχή, το blog ξεκινά τις διακοπές του σε κρυστάλινες - ελπίζω - θάλασσες. Ίσως κατά τη διάρκεια του Αυγούστου ανεβάσουμε και κανένα κειμενάκι για ταινία, ίσως και όχι. Εξαρτάται από τη ένταση των διακοπών...
Οπότε εύχομαι και σε σας καλές διακοπές - όσοι και όσο μπορείτε - και (για να πούμε και την κινηματογραφική κλισέ ευχή) ραντεβού τον Σεπτέμβριο.

Πέμπτη, Αυγούστου 04, 2011

NIGHT BREED: ΣΥΜΠΑΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΤΕΡΑΤΑ



Ο Clive Barker είναι ίσως ο γνωστότερος σήμερα συγγραφέας τρόμου μετά τον Στίβεν Κινγκ. Παρά τα αρκετά γραπτά του, πρόλαβε να περάσει και πίσω από την κάμερα, γυρίζοντας μέχρι τώρα τρεις ταινίες. Το "Night Breed" του 1990 είναι η δεύτερη απ' αυτές, μετά το τρομαχτικό σε βαθμό σοκ "Hellraiser" που είχε προηγηθεί.
Η ταινία μου γέννησε αντικρουόμενα συναισθήματα: Από τη μία διαθέτει εντυπωσιακές εικόνες και, κυρίως, πολύ ενδιαφέρον concept. Από την άλλη... δεν μου άρεσε ιδιαίτερα, δεν την βρήκα καλή ταινία τελικά.
Βασισμένη στο δικό του φυσικά μυθιστόρημα "Cabal", ο Μπάρκερ αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού που ονειρεύεται διαρκώς ότι βρίσκεται σε μια πόλη τεράτων, στην οποία ουσιαστικά ανήκει. Κάτω από την καθογήγηση του ψυχίατρού του, αρχίζει να υποπτεύεται πολλά για τον εαυτό του, αλλά και το ότι η πόλη αυτή υπάρχει στ' αλήθεια.
Είπα ότι οι εικόνες είναι εντυπωσιακές. Τα μέικ απ εφέ είναι κάτι παραπάνω απ' αυτό, μερικές φορές γίνονται εφιαλτικά, ενώ η φαντασία των δημιουργών τους ξεχειλίζει. Ορισμένες σκηνές είναι ατμοσφαιρικές. Σημαντικότερο απ' αυτά όμως βρίσκω το όλο concept: Ολόκληρη η ταινία αποτελεί έναν ύμνο στο δικαίωμα της διαφορετικότητας, στο δικαίωμα να υπάρχεις και να απολαμβάνεις ίσα δικαιώματα όσο διαφορετικός από τον "μέσο όρο" κι αν είσαι. Τα τέρατα, με την αστείρευτη ποικιλία τους, όσο αποκρουστικά κι αν είναι τις περισσότερες φορές, έχουν δικαίωμα να υπάρχουν. Το κακό εδώ, το αληθινό κακό, είναι ο ρατσισμός, οι κυνηγοί τεράτων δηλαδή που τα εξολοθρεύουν μόνο και μόνο επειδή είναι διαφορετικά. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Barker βάζει να τους παίζουν τυπικοί νότιοι αμερικάνοι "βλάχοι", πασίγνωστοι και στην πραγματικότητα για τις όχι και τόσο προοδευτικές τους ιδέες... Το μήνυμα είναι σαφές.
Από την άλλη νομίζω ότι το φιλμ στερείται οποιασδήποτε αληθοφάνειας. Φυσικά μιλάμε για ταινία του φανταστικού. Λέγοντας αληθφάνεια δεν εννοώ προφανώς κάποιον ρεαλισμό, δεν ειναι αυτό το ζητούμενο. Αλλά οι χαρακτήρες μοιάζουν τόσο ρηχοί, οι αντιδράσεις τους τόσο απλοϊκές και αναληθοφανείς, το σενάριο και οι λεπτομέρειές του μου φάνηκαν τόσο προχειρογραμμένα, ώστε δεν μπορώ να πάρω και πολύ στα σοβαρά όλα τα θετικά προηγούμενα. Διάβολε, μπαίνεις σ' ένα απόλυτα φρικιαστικό περιβάλλον, όπου ζωντανεύουν όλοι σου οι εφιάλτες. Δεν μπορεί να συνεχίσεις να το εξερευνάς απαθέστατα. Οποιοσδήποτε άνθρωπος με στοιχειδώς σώας τας φρένας θα είχε εξαφανιστεί ουρλιάζοντας πανικόβλητος. Το ίδιο ισχύει και για τους φασίστες (στην ουσία) που προαναφέραμε. Όταν μπροστά τους βλέπουν να ξεπροβάλλουν με σάρκα και οστά ανείπωτες φρίκες, δεν γίνεται να συνεχίζουν να πυροβολούν διασκεδάζοντας, λες κι είναι βαρεμένοι Κου Κλουξ Κλαν που τη βρίσκουν πυροβολώντας απροστάτευτους μαύρους. Κάπου, σε κάθε άνθρωπο, κανονικό ή κάθαρμα, υπάρχει ένα αρχέγονο πράγμα που ονομάζεται πανικός. Εδώ οι πάντες, καλοί και κακοί, μοιάζουν να είναι απρόσβλητοι απ' αυτό. Αφείστε που ποτέ δεν κατάλαβα ακριβώς τα κίνητρα του "κακού" ήρωα, που είναι κάτι μεταξύ ιδεολόγου ρατσιστή και σίριαλ κίλερ...
Καταλάβατε ότι συνολικά δεν μου άρεσε ιδιαίτερα η ταινία. Κάτι έλειπε. Κρίμα, γιατί και η ιδέα είναι καλή και οι προθέσεις αγαθές. Πάντως στο φιλμ υπάρχει και ένα σαφώς καλτ στοιχείο: Τον δεύτερο βασικό ρόλο, αυτόν του ψυχίατρου, παίζει ο κύριος Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ αυτοπροσώπως. Αν αυτό ή η αγάπη σας για τη λογοτεχνία του Μπάρκερ (προσωπικά μ' αρέσουν μόνο τα πάμπολλα μικρά διηγήματά του, ενώ βρίσκω τα μυθιστορήματά του - πλην του "Υφαντόκοσμου" - φλύαρα και κουραστικά) αποτελούν ικανό λόγο να το δείτε, κάντε το.

Τρίτη, Αυγούστου 02, 2011

ΠΩΣ ΝΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΕΤΕ ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ 1000000 ΔΟΛΑΡΙΑ



Δεν κουράζομαι να επαναλαμβάνω κάποια πράγματα: Υπάρχει σινεμά που ούτε σχολιάζει τα γεγονότα, ούτε πολιτικό, φιλοσοφικό ή ψυχολογικό βάθος διαθέτει, ούτε καυτηριάζει αρνητικές καταστάσεις. Είναι απλώς διασκεδαστικό σινεμά, με μοναδικό στόχο την ψυχαγωγία του θεατή. Και αυτό βέβαια δεν ισχύει μόνο για το σινεμά, αλλά και για όλες ανεξαρτήτως τις τέχνες. Το θέμα είναι ότι και σ’ αυτόν τον «αβαθή» χώρο υπάρχουν σκουπίδια και αριστουργήματα (όπως και σε κάθε είδος άλλωστε, ακόμα και στο πορνό). Η ρομαντική κομεντί, είδος που άνθισε και (δυστυχώς) ανθεί ακόμα στο Χολιγουντ, παρά το ότι συγκεντρώνει την περιφρόνηση πολλών, διαθέτει κι από τα δύο. Όταν μάλιστα έχεις να κάνεις με τον μεγάλο William Wyler (1902–1981) , από τους χαρακτηριστικότερους σκηνοθέτες του Χόλιγουντ, ο οποίος καλλιέργησε αρκετά το είδος, τα αποτελέσματα είναι σχεδόν πάντοτε, αν μη τι άλλο, διασκεδαστικότατα.
Αυτό συμβαίνει κατά τη γνώμη μου και στο «Πώς να Κλέψετε Ένα Εκατομμύριο Δολάρια» του 1966, που είναι μια από τις τελευταίες ταινίες του και διαθέτει το φοβερό δίδυμο Όντρεϊ Χέπμπορν – Πίτερ Ο’Τουλ, αλλά και τον Ελάι Γουάλας, για να μην παραλείψουμε έναν σημαντικό δευτεραγωνιστή. Το οποίο, επί πλέον, έχει και το στοιχείο της ιδιοφυούς ληστείας, βασισμένης στην «ανθρώπινη ψυχολογία», που δημιουργεί καλοδεχούμενο σασπένς, ενώ στο σενάριο εμπλέκεται και το στοιχείο της πλαστογράφησης αριστουργηματικών έργων τέχνης και κάποια σχόλια πάνω στο νόημα του «γνήσιου» ή του «πλαστού» έργου (γιατί το γνήσιο είναι σημαντικότερο όταν το πλαστό είναι πραγματικά άψογο;). Το χιούμορ λοιπόν, το απαραίτητο κοσμοπολίτικο στοιχείο, ο ρομαντικός έρωτας (προφανώς) και η διασκεδαστική παρανομία – που δεν διστάζει να αντιμετωπίσει με ελαφρότητα την κλοπή ενός πολύτιμου γλυπτού από ένα μεγάλο μουσείο – αναμιγνύονται εδώ με σοφό τρόπο και άψογη ισορροπία για να επιτύχουν το απόλυτο ζητούμενο σ’ αυτά τα φιλμ: Την διασκέδαση.
«Μα δεν μπορούν να συμβούν στην πραγματικότητα αυτά τα πράγματα», θα πείτε. Προφανώς. Αν πιστεύετε ότι είναι εφικτές τέτοιες καταστάσεις, καλύτερα να καταφύγετε στον ψυχολόγο σας ή να ξαναμετρήσετε το IQ σας. Αλλά αυτό είναι δεδομένο. Μήπως μπορεί να συμβεί δηλαδή το ένα εκατοστό των κατορθωμάτων του Τζέιμς Μποντ ή του Ιντιάνα Τζόουνς; Μειώνει όμως αυτό την ψυχαγωγική διάσταση κάποιων τουλάχιστον από τις ταινίες των σειρών αυτών (και πλήθος άλλων φυσικά); Μεγάλο μέρος πάντως της γοητείας του συγκεκριμένου φιλμ – εκτός της σκηνοθετικής μαστοριάς του Γουάιλερ - οφείλεται ακριβώς στην αφέλεια, στην αθωότητα με την οποία αντιμετωπίζονται τα πάντα, αθωότητα που, ακόμα και από το παραμυθογόνο Χόλιγουντ έχει εκλείψει σήμερα, κάνοντάς το συνήθως να καταφεύγει σε χοντράδες για να μας «διασκεδάσει». Καταλαβαίνετε ότι μπορώ να αντιληφτώ πώς διασκεδάζει κανείς με την κενή «σοβαρού» περιεχομένου ταινία που σχολιάζουμε, δεν αντιλαμβάνομαι όμως πώς μπορεί κανείς να το κάνει με το 28ο «Meet the Parents”. Δεν είναι μόνο το ότι δεν πρόκειται καν για το νο 1, το πρωτότυπο τέλος πάντων. Είναι και η διαφορά κομψότητας, που είναι συντριπτική υπέρ κάποιων παλιότερων φιλμ.
Έχοντας όλα αυτά στο μυαλό – απαραιτήτως πιστεύω – μπορείτε άφοβα να απολαύσετε ένα καλοκαιρινό βράδυ σε θερινό, εν μέσω φινέτσας, χιούμορ, ρομαντισμού, ληστειών και, κυρίως, άφθονων κλασικών έργων τέχνης. Δεν νομίζω ότι θα πλήξετε. Πρόκειται γι’ αυτό που λέμε «παλιό καλό Χόλιγουντ».

Σάββατο, Ιουλίου 30, 2011

ΜΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΤΟ "ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΖΩΩΝ"


Ο David Michôd είναι αυστραλός και το "Animal Kingdom" του 2010 είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του (ποτέ δεν κατάλαβα γιατί "μεταφράστηκε" στα ελληνικά "Το Χρίσμα"). Πρόκειται κατά τη γνώμη μου για ένα από τα εντυπωσιακότερα ντεμπούτα των τελευταίων χρόνων.
Η ταινία καταδύεται στον εγκληματικό αυστραλέζικο υπόκοσμο και μελετά μια πολυμελή οικογένεια εγληματιών. Ληστείες τραπεζών και διακίνηση ναρκωτικών είναι από τις βασικές τους ασχολίες. Παρ' όλα αυτά οι οικογενειακοί δεσμοί είναι ισχυροί, η αγάπη και η αλληλεγγύη ανάμεσα στα μέλη αναμφισβήτητη. Ωστόσο και η κτηνωδία ορισμένων τουλάχιστον από αυτά τα μέλη είναι κι αυτή δεδομένη. Είναι εκπληκτική (και σαν ηθοποιία, ήταν άλλωστε υποψήφια για Όσκαρ δεύτερου ρόλου) και η παρουσία ενός ιδιόρυθμου θηλυκού πάτερ φαμίλια, μιας μάνας δηλαδή που αγαπά πραγματικά όλα τα παιδιά, ανίψια και εγγόνια της και συγχρόνως δεν διστάζει να γίνει αληθινά σκληρή όταν χρειαστεί να προστατέψει την οικογένεια - ή, τέλος πάντων, ό,τι απόμεινε απ' αυτήν.
Οι αρετές της ταινίας είναι πολλές. Πέρα από χολιγουντιανά κλισέ, καταγράφει με ρεαλισμό όσα συμβαίνουν. Δίχως overdose δράσης, αφήνει συχνά τα συναισθήματα να μιλήσουν. Η σφιχτοδεμένη πλοκή δεν με άφησε να κουραστώ ούτε λεπτό. Ξεκινά σαν ντοκιμαντερίστική καταγραφή και σιγά - σιγά, ανεπαίσθητα θα έλεγα, αρχίζει να απογειώνεται, σφίγγοντας ολοένα τον ασφυκτικό κλοιό γύρω από την οικογένεια και κάνοντας όλο και πιο αγχωτικά τα όσα συμβαίνουν. Κι αυτό που συμβαίνει είναι ένα ολοένα περισσότερο εμφανές αδιέξοδο. Στα πάντα.
Η κοινωνική ματιά του φιλμ είναι εξ ίσου δυνατή. Στην αγριότητα της εκτός νόμου οικογένειας με τους ισχυρούς δεσμούς αίματος, αντιπαρατίθεται η εξ ίσου αγριότητα των ("ανεξέλεγκτων", όπως λέγεται σε κάποιο σημείο) διωκτικών αρχών. Και ταυτόχρονα στηλιτεύεται και ένα βαθιά άρρωστο σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο, πολύ απλά, δεν είναι σε θέση να αποδώσει δικαιοσύνη, οδηγώντας έτσι μαθηματικά σε ποικίλες μορφές αυτοδικίας. Βρισκόμαστε δηλαδή στην απόλυτη κυριαρχία του νόμου της ζούγκλας, στην καρδιά του "ζωικού βασιλείου" του τίτλου, απ' όπου κανείς, απ' τη στιγμή που εμπλέκεται έστω και άθελά του (όπως ο νεαρός ήρωας της ταινίας) δεν μπορεί να ξεφύγει.
Ξαναλέω: Νομίζω ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικό ντεμπούτο. Μακάρι η συνέχεια του αυστραλού δημιουργού να είναι ανάλογη.

Πέμπτη, Ιουλίου 28, 2011

H LULU ΚΑΙ Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΠΑΡΑΚΜΗ


Ο Georg Wilhelm Pabst (1885–1967) είναι από τους μεγάλους κλασικούς γερμανούς δημιουργούς. Δεν έχω δει πολλά φιλμ του, έχω διαβάσει ωστόσο ότι είναι αμφιλεγόμενος και από αρκετούς θεωρείται άνισος. Το ότι έχει κάνει όμως αριστουργήματα δεν αμφισβητείται από κανένα.
Μια από τις καλύτερες και γνωστότερες ταινίες του είναι η θρυλική "Lulu" (ή το Κουτί της Πανδώρας" είναι η συνέχεια του τίτλου) του 1929. Πρόκειται για μια σχεδόν τρίωρη βουβή ταινία. Κάποιος κριτικός που προλόγιζε την προβολή είπε ότι "πρόκειται ίσως για μια από τις περισσότερο κοντά στον σύγχρονο θεατή βουβές ταινίες", με την έννοια ότι βλέπεται άνετα και σήμρα, παρά τις δεκαετίες που τη βαραίνουν. Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο με την παρατήρηση αυτή.
Η ταινία παρακολουθεί την ιστορία της πανέμορφης Λούλου από την ακμή της (κάτι σαν πόρνη πολυτελείας και ερωμένη πανίσχυρου εκδότη) στη Γερμανία ως την απόλυτη παρακμή και δυστυχία στο Λονδίνο. Στο μεταξύ θα περάσει από πολλές περιπέτειες και έρωτες.
Σπάνια – μέχρι σήμερα ακόμα – ταινία έχει απεικονίσει τόσο δυνατά την παρακμή. Δεν εννοώ μόνο την προσωπική παρακμή της ηρωίδας, αλλά και την παρακμιακή κοινωνία, στους υψηλούς κυρίως κύκλους, που απεικονίζεται ακόμα και στις περιόδους της ακμής της Λούλου. Η διαστροφή, το σκάνδαλο, η υποκρισία, η απάτη, το ψέμα είναι πανταχού παρόντα. Ο χαρακτήρας της ηρωίδας δεν είναι ακριβώς αυτός της «μοιραίας γυναίκας», που καταστρώνει ύπουλα σχέδια και πλεκτάνες για δικούς της σκοπούς. Βρίσκεται πιο κοντά σε ένα άπληστο, κακομαθημένο παιδί που τα θέλει όλα, έχει να κάνει περισσότερο με το καπρίτσιο και τον εγωισμό παρά με την σκοτεινιά και την κακία της ψυχής.
Η τόλμη των όσων συμβαίνουν πάντως επιβεβαιώνει για μια ακόμα φορά ότι ο παλιός, ο πολύ παλιός, κινηματογράφος δεν υπήρξε τόσο συντηρητικός όσο νομίζουμε, τουλάχιστον σε αρκετές περιπτώσεις. Είναι κάτι για το οποίο έχω γράψει κι άλλες φορές και πάντοτε μπορεί να μας εκπλήξει. Το σαφώς λεσβιακό ενδιαφέρον (αν και ποτέ δεν λέγεται ξεκάθαρα) της φίλης της για τη Λούλου, οι υπόνοιες αιμομιξίας που αφήνονται, το ερωτικό πάθος που κυριαρχεί, είναι μερικά μόνο από τα τολμηρά στοιχεία του φιλμ.
Άφησα βέβαια τελευταία, αλλά σε καμία περίπτωση λιγότερο σημαντική, την καταλυτική παρουσία της Λουίζ Μπρουκς, που δεσπόζει στην οθόνη από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό με την ομορφιά και το παίξιμό της. Η υπέροχη αυτή γυναίκα με την αυτοκαταστροφική προσωπική ζωή αποτελεί το απόλυτα καλτ στοιχείο του φιλμ – και ένα σταθερό φετίχ εδώ και δεκαετίες. Θαυμάστηκε πάρα πολύ από πάρα πολλούς και μεγάλους, είναι το πρότυπο της Βαλεντίνας, του διάσημου κόμικς του Crepax, και, τελικά, είναι νομίζω από τις γυναίκες του βωβού που θα μπορούσαν άνετα να σταθούν σήμερα σαν σύγχρονο – και μοντέρνο – πρότυπο ομορφιάς και παρουσίας γενικότερα. Μπορώ πω κι άλλα γι’ αυτή, δίχως την οποία η ταινία δεν θα ήταν αυτό που είναι και παραμένει, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας.
Όπως καταλάβατε βρίσκω το φιλμ αυτό του Παμπστ από τα καλύτερα βωβά του κινηματογράφου. Αν πέσει στα χέρια σας, μη φοβηθείτε τις δεκαετίες και τη μεγάλη του διάρκεια. Δείτε το!

Δευτέρα, Ιουλίου 25, 2011

AFTERLIFE ΚΑΙ... ΣΕΞΙ ΠΤΩΜΑΤΑ


Το "After.Life" είναι μια ταινία μεταφυσικού τρόμου (;) - το ερωτηματικό πάει στη λέξη "τρόμου", μια που δεν είμαι και πολύ σίγουρος γι' αυτό - που γυρίστηκε το 2009 και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους της σκηνοθέτιδας που ακούει στο δυσκολοπρόφερτο όνομα Agnieszka Wojtowicz-Vosloo. Παίζουν μάλιστα και δύο γνωστοί ηθοποιοί, ο πάντα καλός Λίαμ Νίσον και η Κριστίνα Ρίτσι. Αν τώρα εσείς έχετε μείνει στο μικρό, διαβολικά χαριτωμένο κοριτσάκι των "Adams Family", είστε εντελώς αλλού. Καθότι η Κριστίνα μεγάλωσε, έγινε μια ιδιαιτέρως σέξι κοπέλα και - δεν μου το βγάζετε απ' το μυαλό - αυτός είναι και ο μοναδικός ίσως λόγος που γυρίστηκε αυτό το φιλμ.
Το οποίο, για να πούμε την αλήθεια, διαθέτει μια πρωτότυπη νομίζω ιδέα: Μια κοπέλα σκοτώνεται σε αυτοκινιτιστικό δυστύχημα και μετά από λίγο... ξυπνά κανονικότατα στο γραφείο κηδειών, το οποίο έχει αναλάβει την ταφή της σε δυο - τρεις μέρες. Και καθώς ρωτά έκπληκτη και τρομαγμένη γιατί βρίσκεται εκεί, ο υπεύθυνος της απαντά φυσιολογικότατα "επειδή είσαι νεκρή και σε λίγες μέρες θα ταφείς". Αρχίζει λοιπόν μια ιστορία όπου το πτώμα περιφέρεται στο γραφείο κηδειών άλλοτε συνομιλώντας με τον υπεύθυνο που λέγαμε (ο οποίος νοιάζει να είναι ο μόνος που κυκλοφορεί εκεί μέσα και μόνος του τα κάνει όλα άλλωστε), άλλοτε προσπαθώντας να βγεί έξω κι άλλοτε πάλι να επικοινωνήσει με τους δικούς της, πιστεύοντας ότι είναι ζωντανή, ενώ ο Λίαμ επιμένει σθεναρά στο αντίθετο.
Μάλιστα. Το θέμα είναι ότι η πρώτη έκπληξη του ευρήματος εξαντλείται αρκετά γρήγορα. Από εκεί και πέρα - και ανεξαρτήτως της έκβασης της ιστορίας, η οποία, σημειωτέον, επίσης μάλλον με απογοήτευσε - προσωπικά βαρέθηκα και περίμενα να τη θάψουν ή να τη γλυτώσει επιτέλους για να τελειώσει και η ταινία. Μια ταινία που βεβαίως βρίθει από μεταφυσικές ατάκες περί ζωής και θανάτου, και τι έχει μεγαλύτερη αξία, και τι κάνουμε στη ζωή μας και αν είμαστε πεθαμένοι και δεν το ξέρουμε και πολλά άλλα τέτοια. Βρήκα λοιπόν το γενικό μοτίβο διαρκώς επαναλαμβανόμενο. Από την άλλη το κλίμα είναι σκοτεινό, ζοφερό, ενοχλητικό ακόμα σε κάποια σημεία και γενικώς η μαυρίλα - καθώς το φιλμ μοιάζει να παίρνει τον εαυτό του απόλυτα στα σοβαρά - και τα μεταφυσικά ερωτήματα είναι διάχυτα.
Γιατί τώρα θα έπρεπε να το δει κανείς αυτό; Ο μόνος ίσως λόγος που θα μπορούσα να φανταστώ (και ο οποίος αφορά μάλιστα λιγότερο από το μισό πληθυσμό) είναι επειδή η Κριστίνα περιφέρεται γυμνή στη μισή ταινία ως... σέξι πτώμα (κι όταν είναι ντυμένη βέβαια φορά ένα εξ ίσου σέξι κατακόκκινο σούπερ μίνι). Γι' αυτό σας είπα στην αρχή ότι "αυτός είναι ο μοναδικός ίσως λόγος που γυρίστηκε αυτό το φιλμ". Για να απολαύσουμε τα κάλλη της και να μας κλείσει έτσι ηδονοβλεπτικότατα το μάτι η δημιουργός. Αν μάλιστα κάποιος είναι οπαδός της σπανιόταητς διστροφής της νεκροφιλίας, ε, τότε θα την κάνει λαχείο. Αν τώρα αυτό το θεωρείτε επαρκή λόγο, να δείτε το φιλμ. Εγώ πάντως, το ξαναλέω, σύντομα βαρέθηκα. Κρίμα στην ενδιαφέρουσα σεναριακή ιδέα (για τους φίλους του σινεμά του φανταστικού τουλάχιστον).

Σάββατο, Ιουλίου 23, 2011

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΑΛΛΙΑ "ΒΑΖΕΙ ΝΕΡΟ ΣΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΟΥ"





Τέσσερα χρόνια μετά τον πρώτο, εκπληκτικό "Άνθρωπο από τη Γαλλία", στα 1975 δηλαδή, ακολουθεί ο "Άνθρωπος από τη Γαλλία νο 2" (French Connection II), γυρισμένος από τον ήδη βετεράνο και έμπειρο John Frankenheimer (1930–2002), με το ίδιο δίδυμο "καλού (;) - κακού" (Τζιν Χάκμαν και Φερνάντο Ρέι). Η ταινία, σε μια εποχή που τα σίκουελ δεν ήταν τόσο συνηθισμένα όσο σήμερα, αποτελεί απόλυτη συνέχεια του πρώτου φιλμ, τόσο, ώστε καλό είναι να μην το δει κανείς αν δεν έχει δει την αυθεντική ταινία του Φρίντκιν.
Η δράση μεταφέρεται κυρίως στην "εξωτική" Μασσαλία και ο Ποπάι (παρατσούκλι του Χάκμαν στο φιλμ) κυνηγά πάντοτε, με το ίδιο πάθος, τον αριστοκράτη και γκουρμέ διακινητή ηρωίνης Φερνάντο Ρέι, παίζοντας αυτή τη φορά "εκτός έδρας". Δεν έχει και τις καλύτερες δυνατές σχέσεις με τους γάλλους μπάτσους - συναδέλφους του, οπότε έχουμε ένα ακόμα στοιχείο της πλοκής.
Αν καταφέρει να δει κανείς το φιλμ σαν κάτι απόλυτα ανεξάρτητο, ΟΚ, είναι νομίζω ένα καλό αστυνομικό. Μέχρις εκεί. Δυστυχώς όμως γι' αυτό, οι συγκρίσεις προκύπτουν αβίαστα και αναπόφευκτα. Οπότε, η τελική μου γνώμη είναι... καμιά σχέση με το πρώτο. Αν και διαθέτει την απαραίτητη σκληρότητα, όλη η κατασκευή μοιάζει να φτιάχτηκε (εκτός φυσικά του προφανούς για να εκμεταλλευτεί εμπορικά την μεγάλη επιτυχία του πρώτου)... πώς να το πω... για να βάλει με κάποιο τρόπο τα πράγματα στη θέση τους, για να κθησυχάσει θα έλεγε κανείς τον θεατή. Η Μασσαλία δίνει αφορμή σε μια σειρά όμορφες, καρτποσταλικές εικόνες, εκεί που ελάχιστες τέτοιες υπήρχαν στο πρώτο φιλμ. Ο μπάτσος Τζιν Χάκμαν είναι και πάλι ωμός, μισότρελος, βίαιος και ρατσιστής, πλην όμως με όλα αυτά που παθαίνει γίνεται κατά κάποιο τρόπο συμπαθής - και έχει και ένα προσωπικό κίνητρο για την, στα όρια της εμμονής, καταδίωξή του. Το σημαντικότερο όμως είναι το τέλος (γι' αυτό από εδώ και πέρα, αν θέλετε να δείτε το φιλμ, μη διαβάσετε. Spoiler). Βλέπετε, στην θέση της κυνικότατης παραδοχής ότι "όλα αυτά είναι θεωρητικές μπούρδες. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει δικαιοσύνη", εδώ το δίκαιο αποκαθίσταται, η διακιοσύνη θριαμβεύει, ο κακός πληρώνει. Μοιάζει σχεδόν όλο το φιλμ να έγινε γι' αυτό και μόνο το λόγο, για να "βάλει τα πράγματα στη θέση τους". Ναι, αλλά όλη η αξία της πρώτης ταινίας (μεγάλο μέρος της αξίας της τέλος πάντων) ήταν ακριβώς αυτό το άφημα του θεατή στα κρύα του λουτρού, το σοκ από τις τελευταίες φράσεις, όπου έμενες άναυδος και έλεγες "γι' αυτό έγιναν όλα αυτά;". Όπως ακριβώς συμβαίνει στην πραγματικότητα δηλαδή. Ή μήπως πιστεύετε ότι όλοι οι κακοί βρίσκονται στη φυλακή; Οπότε το συνολικό νόημα της ταινίας καθίσταται απόλυτα συμβατικό και συνηθισμένο (τέλος του απαράδεκτου spoiler). Τέλος πάντων, αν θέλετε να δείτε ένα σκληρό αστυνομικό φιλμ, δείτε το. Καλό είναι νομίζω. Όμως με δύο προϋποθέσεις: Πρώτον, να έχετε οπωσδήποτε δει το πρώτο φιλμ αφού, όπως είπαμε, αυτό εδώ αποτελεί συνέχεια και δεύτερον, μην περιμένετε πολλά εκτός της πλοκής καθ΄εαυτής, μην περιμένετε δηλαδή τα τόσα ανατρεπτικά στοιχεία που υπήρχαν στον "Άνθρωπο" του Φρίντκιν.

Τετάρτη, Ιουλίου 20, 2011

Ο "ΒΡΩΜΙΚΟΣ" ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΓΑΛΛΙΑ


Νομίζω ότι ο William Friedkin είναι ένας μάλλον άνισος σκηνοθέτης. Έχει στο ενεργητικό του μερικές θαυμάσιες ταινίες και άλλες μάλλον αδιάφορες. Το 1971 πάντως γυρίζει μια από τις καλύτερές του, τον περίφημο "Άνθρωπο από τη Γαλλία" (The French Connection είναι ο αυθεντικός τίτλος).
Πρόκειται βέβαια για ένα καθαρόαιμο αστυνομικό φιλμ. Οι ανατροπές όμως που κάνει ο
Friedkin στο είδος είναι πολλές και παραμένουν ανατρεπτικές μέχρι σήμερα. Το κλασικό ζεύγος αστυνομικών (ο εκπληκτικός Τζιν Χάκμαν και ο Ρόι Σάιντερ) κυνηγάνε τον κλασικό κακό, έναν γάλλο παρασκευαστή και διακινητή ηρωίνης, τον Φερνάντο Ρέι. Συνηθισμένο στόρι. Το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο όμως είναι ότι ο σκηνοθέτης πιάνει ακριβώς έναν τετριμένο "καμβά", που έχουμε δει δεκάδες φορές, και κυριολεκτικά τον ξεσκίζει.
Από πού να πρωτοαρχίσω; Υπάρχει κατ' αρχήν ένας εντελώς "βρώμικος" ρεαλισμός, τόσο στην εικόνα όσο και στο στόρι και στους χαρακτήρες. Η πόλη δείχνεται βρώμικη, γκρίζα, δίχως τίποτα γοητευτικό, το ίδιο και τα αστυνομικά τμήματα, τα εσωτερικά, όλα. Οι διώκτες συχνά αποτυγχάνουν, την πατάνε κοινώς, παρά τον ζήλο τους ή είναι άνευ λόγου υπερβολικά βίαιοι, όπως όλοι σχεδόν οι μπάτσοι άλλωστε. Αυτό το συνολικό "βρώμικο" πλαίσιο είναι που κάνει το φιλμ τόσο πειστικό. Από την άλλη βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια απόλυτη ανατροπή των χαρακτήρων των "καλών" και των "κακών". Ο έμπορος ναρκωτικών είναι ένας γοητευτικότατος τύπος με απόλυτα αριστοκρατικό στιλ και εκλεπτυσμένο και καλόγουστο τρόπο ζωής, γκουρμέ, εξωτερικά άψογος σε όλα. Ο διώκτης του αντίθετα έχει όλα τα χαρακτηριστικά του "μπλιεχ". Χυδαίος, ατημέλητος, ρατσιστής, βίαιος (εύκολα θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίζαμε δολοφόνο), τρέφεται αποκλειστικά με junk food, κάνει χοντρό καμάκι (και πηδάει ενίοτε) - είναι δηλαδή ο τύπος που αν τον γνώριζες στην πραγματικότητα δεν θα έκανες παρέα μαζί του και μάλλον θα τον αντιπαθούσες βαθύτατα. Ο εμμονή του να πετύχει τον στόχο του (τη σύλληψη του κακού) και η αποφασιστικότητά του μάλλον προς την παράνοια φέρνουν παρά προς τον ηρωισμό. Ακόμα και ο κολλητός φίλος και συνεργάτης του συνεχώς διαμαρτύρεται για τις πρακτικές του και προσπαθεί (χωρίς επιτυχία) να "διαχωρίσει τη θέση του". Και, σαν ένα είδος παιχνιδιού, οι πόλεις είναι απόλυτα ταιριαστές με τους τύπους που περιγράψαμε: Η Μασαλία είναι γοητευτικότατη (όπως και ο εγκληματίας κάτοικός της), ενώ η Νέα Υόρκη βρώμικη, γκρίζα, απαίσια. Και στο τέλος; Εκεί είναι που ο θεατής τρώει την πραγματική "σφαλιάρα" με τον απόλυτο κυνισμό, δίχως ίχνος ωραιοποίησης, που κυριαρχεί. Θα μπορούσα να πω κι άλλα για το τέλος, αλλά προφανώς θα αποτελούσαν spoiler. Δεν συμβαίνει πάντως τίποτα διαφορετικό απ' ό,τι συνήθως συμβαίνει στην πραγματικότητα (και ΔΕΝ συμβαίνει συνήθως στην οθόνη).
Έχουμε δει από τότε κι άλλα αστυνομικά με βίαιους μπάτσους ήρωες, στα όρια της παράνοιας. Σχεδόν πάντα όμως διατηρούν ένα παιχνιδιάρικο ύφος, ο μπάτσος είναι κατά βάθος γοητευτικός και άλλα τέτοια. Εδώ δεν χωράνε ωραιοποιήσεις, το ξαναείπα. Τα πάντα δίνονται ωμά. Ακόμα και η παρακολούθηση των υπόπτων δεν έχει τίποτα ελκυστικό. Είναι κάτι απόλυτα βαρετό και τετριμμένο - εδώ είναι οι σκηνές που σε κάνουν μάλλον να λυπάσαι παρά οτιδήποτε άλλο τους μπάτσους που ξεροσταλιάζουν στον ψόφο, ενώ οι κακοί...
Παράλληλα με όλα αυτά το σασπένς παραμένει σε υψηλά επίπεδα, η ταινία βλέπεται δίχως να κάνει κοιλιές, υπάρχει και η περίφημη σκηνή του ανθρωποκυνηγητού που πραγματικά κόβει την ανάσα (θεωρείται από τις καλύτερες του είδους), οπότε και το ψυχαγωγικό επίπεδο παραμένει απόλυτα εξασφαλισμένο. Νομίζω ότι πολύ δίκαια θεωρείται ένα από τα κορυφαία αστυνομικά της ιστορίας του κινηματογράφου.