Τετάρτη, Ιανουαρίου 26, 2011

ΤΑ ΨΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΚΡΥΒΟΥΝ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΚΑ ΤΟΥ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΥ


Ίσως το τσέχικο σινεμά να ξαναβρίσκει σιγά - σιγά το νεύρο που είχε στη δεκαετία του 60, πριν διακοπεί βάναυσα από την επέμβαση των Ρώσων το 1968. Όχι ότι υπάρχει καμιά πρωτοφανής άνθηση, αλλά κάθε λίγο εμφανίζονται μερικές καλές ταινίες. Όπως το "Κάθε Ψέμα Κρύβει μια Αλήθεια" (Kawasakiho ruze, αν σκάτε να μάθετε τον τσέχικο τίτλο), που γύρισε το 2009 ο Jan Hrebejk.
Διαφημίστηκε σαν οι τσέχικες "Ζωές των Άλλων". Όχι, δεν είναι τόσο δυνατό, απλώς έχει κι αυτό σχέση με το σκοτεινό ολοκληρωτικό (κομουνιστικό δηλαδή) παρελθόν κι αυτό είναι όλο. Εδώ ένας διακεκριμένος, ηλικιωμένος ψυχίατρος ετοιμάζεται να παραλάβει ένα μεγάλο κρατικό βραβείο για τη συνολική προσφορά του, αλλά και την αντίστασή του στο παλιό καθεστώς, όμως σιγά - σιγά σκιές του παρελθόντος έρχονται στην επιφάνεια θαμπώνοντας την απαστράπτουσα εικόνα.
Παρακολούθησα με ενδιαφέρον όλο αυτό το γαϊτανάκι αποκαλύψεων και μικρών ανατροπών (με μια μικρή δόση σάτιρας), καθώς και τα ψυχολογικά πορτρέτα των πολλών ηρώων της ταινίας. Αυτό που μένει είναι η αξεδιάλυτη διαπλοκή προσωπικού - συλλογικού στοιχείου: Οι προσωπικές ζωές των ανθρώπων επηρεάζονται περισσότερο απ' όσο αρχικά φανταζόμαστε από την ύπουλη και μεθοδική δουλειά ενός καθεστώτος που σκοπό έχει να τσακίσει κάθε αντιφρονούντα, δίχως να χρησιμοπιήσει υποχρεωτικά ωμή βία. Από την άλλη, εξ ίσου ενδιαφέρον έχει η αντιμετώπιση των ηρώων: Ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος (που δουλεύουν χρόνια μαζί σαν δίδυμο) δεν κάνουν σχηματικούς διαχωρισμούς. Δεν διστάζουν δηλαδή να δείξουν αρνητικές ή αφελείς πλευρές των "καλών" (με πολλά ερωτηματικά) ή να αντιμετωπίσουν ανθρώπινα ή, τέλος πάντων, να φωτίσουν και τις ανθρώπινες πλευρές των "κακών" ή να δείξουν το γιατί έκαναν ό,τι έκαναν, υποχρεώνοντάς μας να αναρωτηθούμε τι θα πράταμε κι εμείς στη θέση τους. Το τέλος αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση, καθώς υπάρχει ένα είδος χλιαρής συμφιλίωσης (και πάλι με ερωτηματικά), αλλά και η πολύ γνώριμή μας διαπίστωση ότι οι αληθινοί ένοχοι δεν τιμωρήθηκαν ποτέ (ναι, συμβαίνει και εις τας Τσεχίας). Συνολικά πάντως η εικόνα της σύγχρονης τσέχικης κοινωνίας, με τις αντιφάσεις της και τα τραύματά της, παρουσιάζεται καθαρά.
Πολιτικά πάντως, αυτό που συνεχώς διαπιστώνω, είναι ότι σ΄όλες αυτές τις κεντροευρωπαϊκές χώρες το παλιό καθεστώς του "υπαρκτού σοσιαλισμού" αντιμετωπίζεται πλέον συλλήβδην ως κάτι αρνητικό, σκοτεινό και εγκληματικό, όπως περίπου οι γερμανοί αντιμετωπίζουν το δικό τους ναζιστικό παρελθόν (τηρουμένων βεβαίως των αναλογιών, αφού τουλάχιστον οι παλιοί κομουνιστές δεν προέβησαν σε καμιά συνειδητή γενοκτονία - δίχως αυτό φυσικά να τους δικαιώνει).
Την βρήκα συνολικά ενδιαφέρουσα, αλλά δεν την θεωρώ και καμιά πολύ μεγάλη ταινία. Τονίζω όμως και πάλι ότι αντίθετα με άλλα βόρεια δράματα που ανασκαλεύουν το παρελθόν (συχνά με συγκλονιστικό τρόπο) επικεντρώνοντας στο προσωπικό στοιχείο, εδώ, όπως είπα, προσωπικό και συλλογικό είναι πραγματικά αξεδιάλυτα.

Κυριακή, Ιανουαρίου 23, 2011

ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ "ΑΡΧΟΝΤΑ ΤΩΝ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΩΝ" ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ




Μεταξύ 2001 και 2003 ο Peter Jackson τόλμησε αυτό που για δεκαετίες θεωρούνταν ακατόρθωτο: Να μεταφέρει στην οθόνη το θρυλικό, ογκώδες έπος του J.R.Tolkien “The Lord of the Rings”. Ο συγγραφέας το έγραφε σχεδόν σε όλη τη δεκαετία του 40. Το βιβλίο είναι κάπου 1200 σελίδες. Η ταινία γύρω στις 8.30’ ώρες. Και λέω 8.30’ επειδή σκοπεύω να γράψω για την περίφημη τριλογία αντιμετωπίζοντάς την σαν μία, ενιαία ταινία, πράγμα που είναι στην πραγματικότητα, άσχετα αν για καθαρά πρακτικούς λόγους προβλήθηκε σε τρία μέρη, που αντιστοιχούν στα τρία βιβλία του έπους: «The Fellowship of the ring”, “The Two Towers” και “The Return of the King”.
Πριν ξεκινήσω όμως δηλώνω ότι είναι αδύνατο να είμαι αντικειμενικός (όσο αντικειμενικός τέλος πάντων μπορεί να είναι κάποιος όταν γράφει κριτική για οτιδήποτε). Κι αυτό επειδή υπήρξα μεγάλος λάτρης του βιβλίου, που με είχε πραγματικά σημαδέψει όταν το διάβασα με κομμένη την ανάσα κάπου στα 20 και κάτι μου. Το λέω αυτό διότι, παρά το ότι γενικά πιστεύω ότι πρέπει να εξετάζουμε τις ταινίες όσο πιο ανεξάρτητα γίνεται από την πηγή προέλευσής τους, εδώ, ακριβώς επειδή πρόκειται για ειδική περίπτωση για μένα, φοβάμαι ότι δεν μπορώ να αποφύγω τις συγκρίσεις.
Αρχικά λοιπόν είχα επιφυλάξεις για το εγχείρημα της μεταφοράς του στην οθόνη. Όπως και πολλοί άλλοι, θεωρούσα ότι είναι απλώς αδύνατη δίχως να κατακρεουργήσει κανείς το βιβλίο σε πολλά επίπεδα. Έκπληκτος λοιπόν διαπίστωσα ότι ο Jackson κατόρθωσε να μείνει αρκετά πιστός τόσο στα γεγονότα όσο και – σε γενικές γραμμές – στο πνεύμα του έπους του Τόλκιν. Φυσικά σ’ αυτό βοηθά αρχικά η τεράστια διάρκεια, οι 8.30’ ώρες που λέγαμε, αλλά και το σενάριο και η σκηνοθεσία του. Οι παραχωρήσεις υπάρχουν (το ότι κάνει τον Νάνο κάπως κωμική φιγούρα, κάποιες μεμονωμένες σκηνές στις μάχες κλπ.), αλλά είναι τόσο λίγες και διακριτικές, που νομίζω ότι δεν ενοχλούν.
Συνολικά πρόκειται αναμφισβήτητα για ένα μέγιστο, κινηματογραφικό πλέον, έπος που δείχνει τις απίστευτες ικανότητες του σύγχρονου σινεμά. Η κυριαρχία των εντυπωσιακών εφέ (από τους ψηφιακούς στρατούς έως τα μακιγιάζ και από τα πάμπολλα τερατόμορφα πλάσματα έως τα τοπία και τις πόλεις), εδώ νομίζω ότι χρειάζεται απόλυτα, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του φιλμ, αφού μόνο έτσι είναι δυνατόν να αποδοθεί με εικόνες η αχαλίνωτη φαντασία του συγγραφέα. Ο οποίος, σημειωτέον, δημιούργησε από το μηδέν έναν ολόκληρο κόσμο, αρκετά διαφορετικό σε όλα τα επίπεδα από τον δικό μας, και μάλιστα με όλες τις λεπτομέρειες, την ιστορία και τις παραδόσεις του, τις φυλές του, ακόμα και τις γλώσσες ή τα αλφάβητά του (στο βιβλίο υπάρχουν πάνω από 200 σελίδες με παραρτήματα, που διαβάζονται προαιρετικά, με «πραγματολογικά στοιχεία» σχετικά με τη Μέση Γη). Τα έγραψα όλα αυτά για να πω ότι βρίσκω φυσικό, όταν φτιάχνεις έναν εντελώς φανταστικό κόσμο, να βασίζεσαι στα εφέ – αντίθετα με πλήθος άλλων σύγχρονων ταινιών του φανταστικού, όπου τα εφέ είναι ένας (βαρετός για μένα) αυτοσκοπός.
Πέραν αυτών, το συχνά σκοτεινό και βαρύ κλίμα του συγγραφέα παραμένει αυτούσιο (η όλο και πιο δύσκολη πορεία του Φρόντο, το Γκόλουμ, οι μαύροι ιππότες, η σκηνή με την αράχνη που είναι δοσμένη σχεδόν σα σκηνή από ταινία τρόμου κλπ.) Όσο για τη μελαγχολία που διαπερνά ολόκληρη τη γραπτή τριλογία (ο Τόλκιν κάνει συχνά σαφές ότι όλο το έπος αποτελεί το τέλος μιας ολόκληρης εποχής μύθων, θαυμάτων, ομορφιάς, που αντιπροσωπεύονται από του Έλφς, και την αρχή του περάσματος στην εποχή των ανθρώπων), η μελαγχολία λοιπόν αυτή δίνεται κυρίως στο τέλος, που είναι εξαιρετικά συγκινητικό. Ίσως εδώ οι συντελεστές δεν θέλησαν να την κάνουν περισσότερο διάχυτη. Φυσικά οι μάχες είναι πραγματικά επικές, πολλές από τις εικόνες πολύ δυνατές, που μένουν στο μυαλό του θεατή, άλλες πάλι πανέμορφες, και, εννοείται, αν μη τι άλλο τα φιλμ είναι κάτι πολύ παραπάνω απ’ αυτό που συνήθως αποκαλούμε «χορταστικό θέαμα». Το βασικό μοτίβο της αιώνιας διαμάχης καλού – κακού φυσικά παραμένει – ή μάλλον εδώ δίνεται με αρχετυπικό τρόπο. Πολλοί πιστεύουν (και με δεδομένη την εποχή που γράφτηκε) ότι το βιβλίο αποτελεί αλληγορία του δεύτερου παγκόσμιου πόλεμου, με τις ολοκληρωτικές δυνάμεις να ενσαρκώνονται ως οι «κακοί». Και όντως, η εφιαλτική δικτατορία του Σαουρόν θα μπορούσε να παραπέμπει σ’ αυτό. Ο ίδιος ο Τόλκιν το έχει βέβαια αρνηθεί, μερικά πράγματα όμως λειτουργούν και υποσυνείδητα… Από την άλλη - κι αυτό είναι ακόμα σημαντικότερο - όλη η τριλογία μπορεί να ειδωθεί σαν μια παραβολή της διαφθοράς που προκαλεί η εξουσία στους πάντες, καλούς και κακούς, έχοντες και μη καλές προθέσεις. Το περίφημο Δαχτυλίδι είναι το σύμβολό της. Όποιος το αποκτά, ανεξαρτήτως προθέσεων όπως είπαμε, διαφθείρεται. Κι αυτό είναι τελεσίδικο. Σαν τρίτο νόημα θα μπορούσα να δω ότι ενυπάρχει η πίστη στους συνηθισμένους, κοινούς ανθρώπους και η παραδοχή ότι, παρά το ότι οι μεγάλοι, οι έχοντες εξουσία, μοιάζουν να κινούν τα νήματα, ουσιαστικά η ιστορία γράφεται από τους κάτω. Αυτό φαίνεται και από την επιλογή ενός ταπεινού χόμπιτ (που είναι ένας άγνωστος ουσιαστικά και ξεχασμένος λαός στη ιστορία της Μέσης Γης, που δεν έχει παίξει ποτέ κανένα ρόλο) να εκτελέσει μια τέτοια, σχεδόν αδύνατη αποστολή, αλλά - σε μικρότερη κλίμακα - και με τον καθοριστικότατο ρόλο που παίζει ο Σαμ, σχεδόν υπηρέτης και ακόμα ταπεινότερος και "συνηθισμένος τύπος" από τον ίδιο τον Φρόντο. Δίχως αυτόν τον "τελευταίο τροχό της αάμαξας" κυριολεκτικά, τίποτα δεν θα είχε γίνει. Τιμή στους αφανείς λοιπόν.
Φυσικά πολλοί θα πουν το κλασικό «το βιβλίο είναι καλύτερο». Ναι, αλλά αυτό συμβαίνει ουσιαστικά με όλα τα καλά βιβλία που μεταφέρονται στο σινεμά. Και τελικά δεν έχει και πολύ νόημα σαν παρατήρηση. Γι’ αυτό είπα στην αρχή ότι είναι καλύτερα να ξεχνάμε όσο γίνεται το πρωτότυπο και να κρίνουμε μόνο τη ταινία – άσχετα αν εδώ εγώ πρώτος – πρώτος παρασπόνδησα. Νομίζω πάντως ότι δεν θα ήταν δυνατό να υπάρχει εδώ το πλήθος των υποπλοκών του βιβλίου, οι πάμπολλες αναφορές σε γεγονότα του παρελθόντος, τα τραγούδια κλπ. κλπ.
Καταλάβατε ότι τελικά έχω θετική γνώμη και για τις ταινίες. Μια γνώμη που συνοψίζεται στην πεποίθησή μου ότι ο Jackson έκανε πραγματικά ό,τι καλύτερο μπορούσε με το αχανές υλικό που είχε στα χέρια του, δίχως να προδώσει (σε μεγάλο βαθμό τουλάχιστον) το πνεύμα του. Με δεδομένο το πρωτότυπο υλικό λοιπόν, αν αυτό δεν είναι επίτευγμα, τότε τι είναι;
ΥΓ: Ας σημειωθεί εδώ ότι δεν μου αρέσει η λογοτεχνία fantasy. Τη θεωρώ εξαντλημένο είδος, που επαναλαμβάνεται βαρετά. Τεράστια εξαίρεση αποτελεί ο Τόλκιν. Και επειδή είναι ο πρώτος (σχεδόν), ή τουλάχιστον ο πρώτος σε τέτοια έκταση και σοβαρότητα, που το έκανε, ορίζοντας όλες σχεδόν τις παραμέτρους του είδους με τη μία, και επειδή θεωρώ ότι το έχει κάνει καλύτερα απ' όλους τους μετά, οι οποίοι, θέλοντας και μη, "κλέβουν" διαρκώς απ' αυτόν και την αρχετυπική του δημιουργία. Πιθανές εξαιρέσεις απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 20, 2011

Η ΑΙΩΝΙΑ ΓΕΛΟΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΣΤΗ "ΛΟΥΦΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ"


Ξαναείδα πρόσφατα τη θρυλική "Λούφα και Παραλλαγή", που γύρισε ο Νίκος Περάκης το 1984. Ήθελα να δω αν αντέχει στο χρόνο. Ε, λοιπόν, νομίζω ότι αντέχει μια χαρά. Παραμένει σπαρταριστή μέχρι τις μέρες μας και συγχρόνως καταγράφει τόσο μια σκοτεινή εποχή της Ελλάδας όσο και την εξ ορισμού απύθμενη γελοιότητα και αχρηστία του στρατεύματος (προσωπικά θα έλεγα του κάθε στρατεύματος, ας μείνω όμως στα καθ' ημάς και ας πω απλώς του ελληνικού στρατεύματος, αφού αυτό "απολαμβάνουμε" σε όλο του το μεγαλείο στην ταινία).
Το φιλμ περιγράφει τις περιπέτειες μιας παρέας φαντάρων που υπηρετούν γύρω στο 67 στη νεοσύστατη τότε ελληνική τηλεόραση, και τους οποίους η δικτατορία του Απρίλη προλαβαίνει κατά τη θητεία τους, για να κάνει τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα και παράλογα. Ναι, σήμερα γελάς ακόμα (ξεκαρδίζεσαι ενίοτε) με τα παθήματα, τα καψόνια που υφίστανται, αλλά και τις επινοήσεις των ηρώων (κυρίως για να λουφάρουν, πράγμα που αποτελεί - δικαίως - την πεμπτουσία της καταναγκαστικής στρατιωτικής θητείας μέχρι σήμερα, φαντάζομαι). Και, επί πλέον, δίνεται ανάγλυφα όλη η στενοκεφαλιά των καραβανάδων, η μιζέρια της στρατιωτικής καθημερινότητας, η όλη βλακεία του συστήματος με λίγα λόγια. Αλλά και οι πολιτικές διακρίσεις και καταπίεση της εποχής, το παντοδύναμο ρουσφέτι και πλήθος άλλες "πινελιές" που ολοκληρώνουν την ηλιθιότητα της περιόδου της ζωής μας που ονομάζεται στρατιωτική θητεία.
Είπα και στην αρχή ότι ο Περάκης, πέρα από το χιούμορ και τις ζωντανές, αληθινές και συνήθως αστείες ατάκες, καταγράφει σε "δεύτερο πλάνο", συχνά μάλιστα μέσα από αυτούσια επίκαιρα της εποχής, και την ιστορική περίοδο. Την πολιτική καταπίεση, τη χούντα που φτάνει, το κιτς της τότε τηλεόρασης (η οποία είναι μάλλον χειρότερη σήμερα), την κυριαρχία του ρουσφετιού (αυτό δυστυχώς ισχύει μέχρι και στην εποχή μας ή περίπου) και πολλά άλλα. Αν λοιπόν καταφέρεις να το κάνεις αυτό - να δώσεις δηλαδή ταυτόχρονα και το ιστορικό στίγμα και να διασκεδάσεις το κοινό όσο δεν παίρνει - τότε έχεις να κάνεις με μια πετυχημένη ταινία. Γι' αυτό και θεωρείται μια από τις ευτυχέστερες στιγμές του "νέου ελληνικού κινηματογράφου" (την φάση δηλαδή από τις αρχές των 70ς μέχρι σήμερα) και εξακολουθεί να έχει πλήθος ορκισμένων φαν.
Α, και κάτι άλλο: Εκτός από την πλειάδα των βετεράνων ηθοποιών του παλιού, "εμπορικού" ελληνικού σινεμά (Φιλιππίδης, Ξενίδης, Νέζερ κλπ.), είναι απίστευτο το πόσα νέα για την εποχή ονόματα εμφανίζονταν στην ταινία, μερικά ακόμα άγνωστα: Κιμούλης, Καλογερόπουλος, Σκιαδαρέσης, Μάινας, Βαλαβανίδης, Πουλικάκος, Μανιάτης, Σπυριδάκης, Χαϊκάλης κ.ά. Δεν θυμόμουν αυτή τη λεπτομέρεια και εντυπωσιάστηκα.
Κρίμα που από τη δεκαετία του 90 ο Περάκης βρίσκεται σε διαρκή σχεδόν παρακμή (οι λίγες εξαιρέσεις μάλλον επιβεβαιώνουν τον κανόνα), έχοντας αφήσει πίσω τον καλό εαυτό του των 80'ς. Προσπαθεί πάντα να πιάσει το σφυγμό των γεγονότων και του κλίματος της εκάστοτε εποχής, αλλά μάλλον σε ανούσιες φάρσες ξεπέφτει. Κρίμα.

Τρίτη, Ιανουαρίου 18, 2011

ΑΔΙΑΦΟΡΟΣ "ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ"


Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει: Μη αμερικάνος σκηνοθέτης που έχει κάνει μία ή περισσότερες καλές ταινίες προσκαλείται στο Χόλιγουντ, παίρνει λεφτά και σταρ και... τρώει τα μούτρα του. Έτσι λοιπόν και ο γερμανός Florian Henckel von Donnersmarck, έχοντας εντυπωσιάσει τους πάντες με τις "Ζωές των Άλλων", γυρίζει εν έτει 2010 τη δεύτερη ταινία του, το "The Tourist", με Αντζελίνα Τζολί και Τζόνι Ντεπ παρακαλώ, και κάνει κάτι επιεικώς αφελές, για να μη χρησιμοποιήσω βαρύτερες εκφράσεις.
Θα ήθελε να είναι μια τυπική κοσμοπολίτικη περιπέτεια - κομεντί, απ' αυτές που συνδυάζουν χιούμορ, σασπένς, κυνηγητά, μυστήριο, πλαστοπροσωπία, ρομαντισμό και... ωραία τοπία. Πλάκα - πλάκα το παλιότερο Χόλιγουντ είχε κάνει κάμποσα πετυχημένα τέτοια. Το είδος αυτό έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν έπαιρνε τον εαυτό του σοβαρά (κι αυτό το βρίσκω καλό). Στόχος του ήταν απλώς να διασκεδάσει ανώδυνα τους θεατές. Και αυτό ακριβώς πετύχαιναν τα καλά του δείγματα. Έλα ντε όμως που δεν θεωρώ τον "Τουρίστα" ούτε καν πετυχημένο δείγμα αυτού του, ούτως ή άλλως, ελαφρού είδους; Θέλει να έχει σεναριακές ανατροπές και εκπλήξεις στο τέλος. Αυτό όμως που νομίζω ότι έχει τελικά είναι περίσσευμα αφέλειας και σεναριακές καταστάσεις και ανατροπές που δεν γίνονται πιστευτές ούτε με σφαίρες. Θα ήθελε πολύ να είναι μια από τις ανεπανάληπτες διασκεδαστικές στιγμές του Χίτσκοκ, όμως... άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας. Αφείστε που όλη η ιστορία βασίζεται σε μια σεναριακή "τρύπα" ολκής (με βάση ό,τι συμβαίνει στο τέλος, γιατί η Αντζελίνα κάθισε αρχικά στη συγκεκριμένη θέση του τρένου;) Ελπίζω το παραπάνω να μη λειτουργεί ως spoiler, αφού θα καταλάβετε τι εννοώ μόνο αν δείτε το φιλμ - πράγμα που δεν σας συνιστώ ιδιαίτερα.
Μένουν τα "ωραία τοπία", που εδώ είναι η πάντοτε εντυπωσιακή Βενετία, κι αυτήν όμως την έχω δει αλλού πολύ καλύτερα και ατμοσφαιρικότερα κινηματογραφημένη.
Τελικά λέτε ο Donnersmarck να ήταν σκηνοθέτης της μιας και μόνο ταινίας; Ό,τι κι αν είναι όμως, από έναν δημιουργό που στο ντεμπούτο του έδωσε τόσες υποσχέσεις, διάβολε, αν μη τι άλλο θα περίμενε κανείς καλύτερες προθέσεις. Που εδώ ούτε κι αυτές υπάρχουν, αφού εξ αρχής θέλει να κάνει ένα φιλμ πάνω σε ένα απόλυτα τετριμένο και χιλιοειδωμένο εμπορικό είδος.
ΥΓ: Για να κάνω και λίγο το δικηγόρο του διαβόλου, όσο και αν "έβρισα" τον Donnersmarck, δεν είμαι καθόλου σίγουρος για το τι θα κάναμε όλοι μας αν ξαφνικά μας ερχόταν η σούπερ εταιρία και μας έσκαγε πολλές πολλές χιλιάδες δολάρια για να κάνουμε, έστω, μια πατάτα...

Δευτέρα, Ιανουαρίου 17, 2011

ΠΑΛΙΟΜΟΔΙΤΙΚΟΙ "ΠΡΩΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ"


Εν έτει 2010 το BBC αποφασίζει να ξαναγυρίσει το "The First Men in the Moon" ως τηλεταινία μεγάλου μήκους, με σκηνοθέτη τον απόλυτα τηλεοπτικό ThomasThomas. Το φιλμ, που παλιότερα είχε ξαναγυριστεί για τη μεγάλη οθόνη, βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του πρωτοπόρου της επιστημονικής φαντασίας Χ.Τζ. Γουέλς, που έχει γραφτεί στις πολύ αρχές του 20ού αιώνα, και παραμένει απόλυτα πιστό σ' αυτό. Η μόνη σεναριακή παρέμβαση είναι ότι δίνει την ιστορία σαν φλας μπακ που αφηγείται ένας γέρος σ' ένα παιδί το 1969, τη μέρα ακριβώς που οι πρώτοι άνθρωποι θα πατήσουν στη σελήνη (φυσικά κατά το φιλμ δεν είναι θα ακριβώς οι πρώτοι...)
Πρόκειται για μια low budget παραγωγή, σοβαρή μεν, όπως οι περισσότερες του BBC, αλλά διαποτισμένη με μια χαριτωμένη (και ευπρόσδεκτη για μένα) αφέλεια. Η ταινία μάλιστα θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί παιδική. Φυσικά οι τεχνολογίες, οι σεναριακές αφέλειες και το όλο κλίμα είναι απόλυτα παρωχημένα και προκαλούν χαμόγελα σήμερα, που ακόμα κι ένα μικρό παιδί ξέρει αρκετά για το φεγγάρι (ότι είναι ακατοίκητο, ας πούμε) και τους πυραύλους. Αυτό όμως είναι απόλυτα ηθελημένο, συνειδητό, αφού, όπως είπαμε, το φιλμ παραμένει πιστό σ' ένα βιβλίο που γράφτηκε κάπου 50 χρόνια πριν την πρώτη προσελήνωση, οπότε δεν ενοχλεί. Είναι εξ αρχής δεδομένο και οφείλεις να το περιμένεις και να το αποδεχτείς.
Αν έπρεπε με μια και μόνο λέξη να χαρακτηρίσω την ταινία, η λέξη αυτή θα ήταν "παλιομοδίτικη". Από το στόρι έως τα εφφέ, ακόμα και τα σκηνικά και η ίδια η δράση, που λαμβάνει χώρα στις αρχές του 20ού αιώνα, όλα παραπέμπουν στη λέξη αυτή. Σας είπα όμως: Είναι απόλυτα ηθελημένο, όπως κι αυτή η γλυκειά αφέλεια και αθωότητα που διαπερνά τα πάντα. Ο κλασικός "αφηρημένος επιστήμονας" Καβόρ, κάτι σαν καρικατούρα θα έλεγε κανείς, το σκάφος με το οποίο θα ταξιδέψουν οι δύο επιβάτες, οι εντομοειδείς σεληνάνθρωποι, όλα είναι συνειδητά παλιομοδίτικα και γλυκά, ενώ δεν λείπει και το χιούμορ.
Το βρήκα συμπαθητικό στην αφέλειά του και ίσως πολύ καλό για παιδιά. Αν ξέρετε καλά τι περιμένετε να δείτε και δεν ψάχνετε για εντυπωσιακά εφφέ και ψηφιακές τεχνολογίες, δοκιμάστε το. Αν έχετε και παιδάκια ακόμα καλύτερα.

Σάββατο, Ιανουαρίου 15, 2011

ΓΕΝΕΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΣΤΟ SPLICE


Οι φόβοι για τα πειράματα γενετικής είναι αρκετά διαδεδομένοι στις μέρες μας (πιθανόν και με κάποια υπερβολή). Με το θέμα αυτό πάντως καταπιάνεται το "Splice" (2009) του Vincente Natale, μια ταινία επιστημονικής φαντασίας που συνδυάζει το είδος με τον τρόμο. Ακόμα χαρακτηριστικότερη όμως - και σπάνια για αμερικάνικη ταινία - είναι η σεξουαλικότητα που υπάρχει στο φιλμ.
Ένα ζευγάρι επιστημόνων που δουλεύουν σε μεγάλη εταιρία του χώρου, προχωρούν στα δικά τους μυστικά πειράματα, διασταυρώνοντας γονίδια ζώων και ανθρώπων. Όπως αντιλαμβάνεστε αμέσως, πολύ σύντομα τα πάντα θα ξεφύγουν από κάθε έλεγχο.
Το τερατόμορφο πλάσμα που προκύπτει, ο αληθινός πρωταγωνιστής της ταινίας, δεν είναι απλώς τερατόμορφο. Εκπέμπει και μία σαφή σεξουαλικότητα. Και, εκτός αυτού, δεν είναι μονοδιάστατα "κακό" ή "καλό", αλλά ένας παράξενος συνδυασμός τρυφερότητας και ζωώδους, που γι' αυτό ακριβώς τον λόγο μας προκαλεί συναισθήματα έλξης - απώθησης ταυτόχρονα. Συμπάσχουμε με το δράμα του, τη μοναξιά του, ελκόμαστε από την παράδοξη σεξουαλικότητά του, αλλά και παγώνουμε με το ζωώδες που καραδοκεί μέσα του. Ναι, όντως πρόκειται για ασυνήθιστο συνδυασμό στοιχείων. Ίσως όλο αυτό να βρίσκεται κάπως στο κλίμα του "ιατρικού τρόμου" των παλιότερων ταινιών του Κρόνενμπεργκ. Γενικά κάτι ανησυχητικό και κάπως απωθητικό σφραγίζει την όλη ατμόσφαιρα του φιλμ. Βέβαια προς το τέλος οι σεναριακές εξελίξεις μάλλον δεν με έπεισαν, αλλά ΟΚ. Μέχρι τότε το παρακολουθούσα με ενδιαφέρον.
Συνολικά βέβαια παραμένει το κλίμα φόβου για το πιθανό ανεξέλεγκτο των γενετικών πειραμάτων της εποχής μας. Και, ίσως, η ίδια παλιά ιδέα - φόβος που υποβόσκει από την εποχή του αρχετυπικού "Φρανκενστάιν" της Μαίρη Σέλεϋ: Αν υπερβούμε κάποια όρια (αν θέλετε να το μεταφράσουμε αυτό με κάπως πιο συντηρητικό και παλιό τρόπο "αν υπερβούμε κάποια όρια που έθεσε ο θεός στον άνθρωπο"), τότε η φύση θα εκδικηθεί. Δεν νομίζω ότι έχουμε ξεπεράσει ακόμα αυτόν τον βασικό φόβο. Θα ήταν ενδιαφέρον να βλέπαμε μια ταινία ΕΦ απαλλαγμένη απ' αυτόν.
Πάντως στα θετικά της ταινίας πρέπει να προστεθούν και οι καλοί ηθοποιοί: Ο Άντριεν Μπρόντι και η Σάρα Πόλεϊ, αλλά και η ενδιαφέρουσα δουλειά της ηθοποιού που ενσαρκώνει το πλάσμα. Γενικά, χωρίς να είναι κάτι ιδιαίτερα σημαντικό, νομίζω ότι είναι μια αρκετά τολμηρή ταινία, που ξεχωρίζει από το σωρό κακών ταινιών επιστημονικής φαντασίας που κυκλοφορούν.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 14, 2011

ΟΡΓΟΥΕΛΙΚΟ "THX 1138"


Σπάνια στην ιστορία του σινεμά το ντεμπούτο ενός δημιουργού υπήρξε τόσο, μα τόσο διαφορετικό από το υπόλοιπο έργο του. Αφορμή για τη σκέψη αυτή μου έδωσε το "THX 1138", πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του George Lucas στα 1971. Πρόκειται για φιλμ επιστημονικής φαντασίας, τυπικό δείγμα μελλοντικής δυστοπίας, που, όπως όλες οι ταινίες του είδους, χρωστά πολλά στο κλασικό "1984" του Όργουελ. Στη συγκεκριμένη ταινία όμως υπάρχουν αρκετές ιδιαιτερότητες. Με σημαντικότερη το γεγονός ότι πρόκειται για ένα σχεδόν πειραματικό φιλμ, το οποίο μάλιστα χαρακτηρίζεται από έναν ιδιαίτερο μινιμαλισμό.
Σε μια μελλοντική κοινωνία οι άνθρωποι ζουν κάτω από την επιφάνεια της γης, σε ένα αποστειρωμένο, υψηλής τεχνολογίας τεχνητό περιβάλλον. Όλοι μιλούν με αριθμούς και σταστιστικές, η παραγωγή προϊόντων και η κατανάλωση θεοποιούνται, τα συναισθήματα, ο έρωτας και το σεξ απαγορεύονται αυστηρά... Όπως και στο προαναφερθέν "1984" δηλαδή, με μόνη διαφορά τη σχεδόν ρομποτοποιημένη παραγωγή και γενικότερα την πολύ υψηλή τεχνολογία που κυριαρχεί. Όταν κάποιος από τους κατοίκους αρχίζει να διαφέρει, υποχρεώνεται να υποστεί τις συνέπειες και, τελικά, προσπαθεί να δραπετεύσει απ' αυτόν τον κόσμο.
Η ταινία παρακολουθείται σχετικά δύσκολα. Τόσο έξ αιτίας της γλώσσας που χρησιμοποιεί, γεμάτης με επίτηδες ακατανόητους όρους και αριθμούς, όσο και λόγω της ελλειπτικής αφήγησης, οποία αφήνει κάποια κενά. Και, βέβαια, στη δυσκολία αυτή συμβάλλει κυρίως η ίδια η πολύ χαρακτηριστική της εικόνα. Ο Lucas χρησιμοποιεί κυρίως το απόλυτο, εκτυφλωτικό λευκό, τονίζοντας έτσι την απόλυτη έλλειψη background και οποιασδήποτε ποικιλίας από τον κόσμο που περιγράφει. Ορίζοντας δεν υπάρχει. Το πάνω και το κάτω συγχέονται. Σε κάποιες σκηνές οι ήρωες μοιάζουν να πλέουν σε ένα απόλυτο, ομογενοποιημένο λευκό, όπως στα λευκά είναι ντυμένοι και οι ίδιοι. Σπάνια ο κινηματογράφος έχει συλλάβει τόσο ταιριαστές εικόνες για να μας δώσει την έλλειψη ποικιλίας, τη συναισθηματική νέκρα και την καταπίεση που επικρατεί σ' έναν κόσμο.
Ο σκηνοθέτης μοιάζει να μην ενδιαφέρεται (συνειδητά μάλλον) για πολλές - πολλές εξηγήσεις για τα όσο συμβαίνουν. Μάλλον θέλει κι ο ίδιος να δημιουργήσει κάποια αφηγηματικά κενά στον θεατή. Γι' αυτό σας είπα ότι πρόκειται για σχεδόν πειραματική ταινία. Και γι' αυτό μπορεί να κουράσει αρκετούς. Αλλά έτσι δεν γίνεται συχνά με ανήσυχους, εικονοκλάστες νεαρούς δημιουργούς; Σαν ντεμπούτο πάντως, έχει πολύ ενδιαφέρον. Ποιος να φανταζόταν τότε την τόσο διαφορετική συνέχεια, με τους Πόλεμους των Άστρων και τα ανεξάντλητα θαρρείς franchise τους...

Τετάρτη, Ιανουαρίου 12, 2011

ΑΦΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΓΕΡΟΝΤΙΚΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ ΣΤΗ "ΖΩΗ ΜΕΤΑ"


Ο Clint Eastwood είναι αναμφισβήτητα ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή σκηνοθέτες, πλην όμως παραμένει άνισος. Εν έτει 2010 δείχνει κατά τη γνώμη μου μια σαφή κάμψη με τη "Ζωή Μετά" ("Hereafter"), όπου ασχολείται μ' αυτό ακριβώς που λέει: Την ύπαρξη μετά θάνατον ζωής. Ο μεγάλος δημιουργός γυρίζει το φιλμ στα 80 του (!), οπότε μπορώ να δικαιολογήσω τέτοιου είδους ανησυχίες (ποιος ξέρει, στο κάτω - κάτω, πώς θα σκέφτομαι εγώ αν φτάσω ποτέ σε τέτοια ηλικία;) Πλην όμως ελάχιστα με έπεισε.
Η ταινία είναι σαφώς καλογυρισμένη, με το στιβαρό και "κλασικό" στιλ του Eastwood. Το σενάριο θυμίζει φιλμ του Ιναρίτου (στο πιο μεταφυσικό και αφελές): Τρεις άσχετες ιστορίες, που όμως σχετίζονται με διάφορους τρόπους με τον θάνατο και που διαδραματίζονται σε διαφορετικά μέρη του κόσμου, συναντιούνται τελικά και μπλέκονται μεταξύ τους. Η διαδρομή προς την κοινή κατάληξη έχει ενδιαφέρον και δεν μπορώ να πω ότι βαρέθηκα. Το θέμα είναι ότι δεν με άγγιξε.
Είναι σαφές ότι δεν έχουμε να κάνουμε ακριβώς με φιλμ του φανταστικού: Όταν βλέπουμε την "6η Αίσθηση" π.χ. (με παρόμοιο, παντελώς διαφορετικά διαπραγματευμένο όμως θέμα) ή ταινίες με βρικόλακες ή φαντάσματα, ουδείς μας ζητά να πιστέψουμε όσα παρακολουθούμε. Μπορεί κάλλιστα να συγκλονιστούμε από την εκάστοτε ταινία, ξέροντας όμως πολύ καλά ότι δεν υπάρχουν ζόμπι ή λυκάνθρωποι ή η "Δύναμη που είναι μαζύ μας" ή ό,τι άλλο. Εδώ, αντίθετα, ο Eastwood μοιάζει να το παίρνει όλο αυτό απόλυτα σοβαρά, μοιάζει να το πιστεύει ο ίδιος και να θέλει να μας κάνει να το πιστέψουμε κι εμείς. Ευχαριστώ, αλλά μάλλον δεν θα πάρω.
Γενικά βρήκα το όλο πράγμα αρκετά αφελές. Ιδίως στη διαπίστωση ότι όχι μόνο οι νεκροί διάγουν ένα είδος μυστηριώδους "άλλης ζωής", αλλά επικοινωνούν μαζί μας και, κάποιες φορές, μας προστατεύουν κιόλας, γλυτώνοντάς μας από εντελώς υλικής φύσης καταστροφές. Από τη άλλη, αν πρέπει να διαλέξω μια από τις 3 παράλληλες ιστορίες, θα προτιμούσα αυτή του μικρού αγοριού, που την βρήκα πραγματικά συγκινητική και ανθρώπινη - αν εξαιρέσεις τα μεταφυσικά που λέγαμε. Αντίθετα η πανίσχυρη "κυρία Στάη" (κάτι τέτοιο είναι η Σεσίλ ντε Φρανς) που εγκαταλείπει τα πάντα για να γράψει ένα βιβλίο για τη μετά θάνατο ζωή και ο Ντέιμον, που αρκεί να αγγίξει κάποιον για να μάθει τα πάντα γι' αυτόν και να μιλήσει με τους προσφιλείς του νεκρούς, ουδόλως με έπεισαν. Στο κάτω - κάτω, ξέρετε πόσα αμφίβολα βιβλία με παρόμοια θέματα υπάρχουν, στοιβάζονται στα ράφια "ειδικών" βιβλιοπωλείων και πολύ λίγοι τους ρίχνουν δεύτερη ματιά; Σημειωτέον ότι το φιλμ δεν έχει πολύ σχέση με θρησκευτικές απόψεις. Κινείται στο χώρο μιας καθαρής μεταφυσικής, μακριά από χριστιανικά ή βουδιστικά πιστεύω επί του θέματος. Ενός θέματος (για να αναφέρω και πάλι κάτι που δεν με έπεισε) που είναι μάλλον απίθανο να μελετηθεί επιστημονικά, όπως, ας πούμε, η τηλεπέθεια ή η τηλεκίνηση, που μπορεί κάλλιστα να έχουν κατανοητές εξηγήσεις, τις οποίες όμως δεν έχει ακόμα νακαλύψει η επιστήμη (και πιθανόν να μην ανακαλύψει ποτέ, διότι ποιος μας διαβεβαιώνει ότι ντε και καλά μέχρι το τέλος της ανθρωπότητας θα τα έχουμε καταλάβει όλα;)
Φυσικά αυτά είναι καθαρά προσωπικές απόψεις. Μπορώ να συγχωρήσω τον Eastwood γιατί τον αγαπώ ως σκηνοθέτη και, όπως είπα στην αρχή, να κατανοήσω τις ανησυχίες του. Και στο κάτω - κάτω, το είπα ήδη κι αυτό, δεν παύει να είναι ένα καλογυρισμένο φιλμ, με μια εξαιρετικά εντυπωσιακή σκηνή καταστροφής στην αρχή. Θα το ξεχάσω όμως σύντομα και θα περιμένω εναγωνίως το επόμενο. Αλλά, προσέξτε, ακόμα κι αν δεν ξανακάνει ποτέ μεγάλη ταινία (τελευταία του μεγάλη θεωρώ το "Γκραν Τορίνο"), πάλι θα τον δικαιολογήσω, θα τη θεωρήσω απόλυτα φυσιολογική παρακμή λόγω ηλικίας και θα εξακολουθήσω να τον θεωρώ μεγάλο. Διάβολε! Έχει ήδη κάνει κάμποσα θαυμάσια πράγματα!

ΑΣΕ ΞΑΝΑ ΤΟ ΚΑΚΟ ΝΑ ΜΠΕΙ


Ξέρουμε ότι οι αμερικάνοι αδυνατούν να παρακολουθήσουν μια ταινία που δεν μιλά αγγλικά. Πρέπει ντε και καλά να είναι στη γλώσσα τους. Γι’ αυτό και 2 μόλις χρόνια μετά ο Matt Reeves, που το 2008 είχε κάνει το σχετικά ενδιαφέρον "Cloverfield", ξαναγυρίζει το θαυμάσιο σουηδικό βαμπιρικό φιλμ «Άσε το Κακό να Μπει», ονομάζοντάς το «Let Me In».
Έχω πει επανειλημμένα ότι συνήθως απεχθάνομαι τα ριμέικ, και μάλιστα αυτά που κάνουν οι αμερικάνοι σε ξένες ταινίες, συνήθως αλλάζοντάς τους τα φώτα (μοναδική εξαίρεση απ’ όσα τέτοια έχω δει το αμερικάνικο «Ring”, άντε κάπως και το «Insomnia”). Εδώ λοιπόν βρισκόμαστε μπροστά σε μια από τις σπάνιες αυτές εξαιρέσεις. Όχι ότι η ταινία του Reeves είναι καλύτερη από τη σουηδική. Απλώς είναι τόσο πιστή, τόσο σεναριακά όσο και στο πνεύμα, που καταφέρνει να πιάσει άψογα όλες τις σκοτεινές αποχρώσεις και την ζοφερή ατμοσφαιρικότητα του πρωτότυπου.
Η ιστορία του 12χρονου κοριτσιού – βαμπίρ και του συνομήλικού της συνεσταλμένου και «περίεργου» αγοριού δίνεται εδώ με όλη της τη σκοτεινιά, τη βία, τη σεξουαλικότητα που υποβόσκει τελικά σε όλες τις ιστορίες με βρικόλακες, αλλά και την τρυφερότητα και την ευαισθησία που έκαναν το «Άσε το Κακό να Μπει» ένα ξεχωριστό φιλμ. Τρυφερότητα και ευαισθησία που έρχονται σε έντονη αντίθεση με το παγωμένο, άσχημο, νεκρό θαρρείς από συναισθήματα περιβάλλον της μικρής πόλης όπου διαδραματίζεται. Το περιβάλλον αυτό τονίζεται ακόμα περισσότερο με την αποπνικτική κατάσταση στο σπίτι του μικρού πρωταγωνιστή, που είναι πάντα μισοσκότεινο, με την σχεδόν τρελή, θρησκόληπτη μάνα – την οποία, σημειωτέον, αν προσέξετε, δεν βλέπουμε ποτέ.
Θα μπορούσε και να είναι μια ερωτική, ρομαντική ιστορία της πρώιμης εφηβείας ή μια ταινία πάνω στο ξύπνημα του έρωτα και την επίπονη είσοδο στην εφηβεία. Είναι όμως μια ταινία τρόμου, και μάλιστα αρκετά διαφορετική από τις άλλες. Γι' αυτό θα έλεγα να μη σας πτοήσει ο φόβος της "αμερικανιάς". Είναι πολύ σκοτεινό και δίχως παραχωρήσεις και κλισέ φιλμ, πράγμα σπάνιο για αμερικάνικη, μη ανεξάρτητη παραγωγή. Απλώς το έχουμε ξαναδεί. Και μάλιστα σχεδόν ολόιδιο.

Κυριακή, Ιανουαρίου 09, 2011

ΘΕΑΤΡΟΓΕΝΕΣ "ΠΕΤΡΩΜΕΝΟ ΔΑΣΟΣ"


Ο Archie Mayo (1891–1968) υπήρξε ένας χολιγουντιανός σκηνοθέτης που ξεκίνησε από μικρού μήκους κωμωδίες τη δεκαετία του '10, για να περάσει στη συνέχεια σε άλλα είδη. Το 1936 γυρίζει το "Petrified Forest" (Πετρωμένο Δάσος), που βασίζεται σε θεατρικό έργο και έχει αρκετό ενδιαφέρον.
Διαδραματίζεται σε ένα μικρό βενζινάδικο - εστιατόριο στο μέσον του πουθενά, χαμένο δηλαδή σε μια έρημο κάπου στην Αριζόνα. Εκεί ζει η κόρη του ιδιακτήτη, ευαίσθητη και με καλλιτεχνική φύση, που ονειρεύεται μια άλλη ζωή μακριά από την καθημερινή μιζέρια και απομόνωση. Έκεί φτάνει τυχαία, με ωτοστόπ, και ένας περιπλανώμενος άντρας, συγγραφέας κάποτε δίχως ιδιαίτερη έμπνευση, τον οποίο η κοπέλα ερωτεύεται. Μια συμμορία καταζητούμενων γκάνγκστερ που εισβάλλει στο εστιατόριο και κρατά σαν όμηρους όχι μόνο τους προαναφερθέντες, αλλά και έναν υπάλληλο και ένα ζευγάρι πλούσιων πελατών, αποτελεί τον καταλύτη στην ιστορία.
Ατμοσφαιρικό δράμα κλειστών χώρων, με μόνιμο μοτίβο την ανεμοδαρμένη έρημο, που κυρίως φαίνεται έξω από τα παράθυρα του κτιρίου και τονίζει την απομόνωση των ηρώων, αναλύει τους χαρακτήρες των έγκλειστων, αιχμαλώτων και "δεσμοφυλάκων", διαθέτει αρκετές υποπλοκές, σασπένς, και καταλήγει σε δραματική κορύφωση. Η απεγνωσμένη ανάγκη για αλλαγή ζωής, οι διαφορετικές φύσεις του περιπλανώμενου άντρα και του υπάλληλου του βενζινάδικου που θα συγκρουστούν για την κοπέλα, οι τελματωμένες σχέσεις του ζευγαριού, ο αφόρητος συντηρητισμός του κοινωνικού περίγυρου (που δίνεται από τον πατέρα της κοπέλας και το νεαρό υπάλληλό του), η πνιγηρή επαρχία, οι σχέσεις εξουσιαστών - εξουσιαζόμενων μέσα από τη σχέση του γκάνγκστερ με τους ομήρους του, ο "συμβολικός" χαρακτήρας του ίδιου του γκάνγκστερ, η αναζήτηση σκοπού σε μια άδεια ουσιαστικά ζωή (του περιπλανώμενου συγγραφέα, και μάλιστα παρά τις εμπειρίες που έχει ζήσει), νύξεις για τον ρατσισμό κατά των μαύρων, όλα βρίσκονται εδώ - και αρκετά άλλα που πιθανόν θα ανακαλύψετε. Σημειωτέον ότι τα μέλη της συμμορίας των γκάνγκστερ λειτουργούν εδώ μάλλον σαν σύμβολα ελευθερίας, παρά σαν κλασικοί "κακοί".
Συγχρόνως έχουμε μια σειρά λαμπρών παλιών ηθοποιών, με επικεφαλής τους Λέσλι Χάουαρντ και Μπέτι Ντέιβις, ενώ το ρόλο του γκάνγκστερ παίζει ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ, που, υποθέτω, δεν είχε γίνει ακόμα πρωταγωνιστής.
Βαθύ ψυχολογικά, πολυεπίπεδο και με ενδιαφέρουσα εξέλιξη, με κράτησε απόλυτα. Μόνο μειονέκτημα που του βρίσκω είναι ίσως η εμφανής του θεατρικότητα. Κάτι ο κλειστός χώρος, κάτι το στιλ των διαλόγων, κάνουν το φιλμ να προδίδει την θεατρική του καταγωγή. Πράγμα που, ωστόσο, δεν είναι πολύ κακό, αφού, όπως είπα, με κράτησε απόλυτα. Αν το βρείτε δείτε το. Αξιζει τον κόπο.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 07, 2011

"ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ" ΓΙΑ ΠΙΤΣΙΡΙΚΙΑ


Το 2004 ο Danny Boyle, πασίγνωστος ήδη από το "Trainspotting", γυρίζει μια σχεδόν παιδική ταινία, το "Millions" ("Εκατομμύρια"), βασισμένη σε ομώνυμο βιβλίο του Boyce. Η ταινία νομίζω ότι βλέπεται ευχάριστα, δεν ξέρω όμως αν έχει να πει πολλά συνολικά.
Δυο μικρά αδέλφια, ορφανά από μητέρα, δέχονται ξαφνικά ένα ουρανοκατέβατο δέμα που περιέχει... χιλιάδες λίρες. Τα κρύβουν, αλλά οι διαφορετικοί χαρακτήρες τους τα κάνουν να έχουν διαφορετική γνώμη για το τι να τα κάνουν περαιτέρω. Ο μεγαλύτερος, συμπεριφερόμενος "σα μεγάλος", καρικατούρα μεγάλου ουσιαστικά, προσπαθεί να τα ξοδέψει ικανοποιώντας παιδικές ανάγκες του, ενώ αποκτά από τη μια μέρα στην άλλη εξουσία στο σχολείο. Ο μικρός, ψωνισμένος με τη θρησκεία και τους αγίους, θέλει να τα ξοδέψει σε αγαθοεργίες, πιστεύοντας ότι του τα έχει στείλει ο θεός. Τα πράγματα περιπλέκονται γιατί σε λίγες μέρες η Βρετανία θα μπει - υποτίθεται - στο ευρώ, οπότε οι λίρες θα είναι άχρηστες, ενώ κάποιοι όχι πολύ τίμιοι τύποι αναζητούν τα λεφτά που έχασαν...
Έξυπνο σενάριο, ή μάλλον έξυπνη ιδέα, με χιούμορ και αρκετό κέφι, που όμως νομίζω ότι κάπου μπερδεύεται με ηθικοπλαστικές ρητορίες, λίγο μελό και κάπως ξενέρωτο τέλος. Διαθέτει ωστόσο καλές ιδέες και αρκετό σασπένς. Αυτό που μ' αρέσει κυρίως είναι η σουρεαλιστική νότα. Όλα τα λεφτά το μικρό αδερφάκι που είναι πρόωρος... θεούσος, ξέρει τα πάντα για τις βιογραφίες των αγίων, απαντά συνεχώς με θρησκευτικά τσιτάτα και, σα να μην έφταναν όλα, βλέπει οράματα με αγίους. Νομίζω ότι αυτή η πολύ αστεία - και κάπως αλλόκοτη - πινελιά, κάνει για μένα ενδιαφέρουσα την ταινία. Στα συν και τα εξαιρετικά πιτσιρίκια που παίζουν, όπως και το αρκετό χιούμορ της.
Συνολικά πάντως τη θεωρώ μια μάλλον χαμένη ευκαιρία. Θα μπορούσε να γίνει κάτι σπαρταριστό, αλλά... Σας είπα: Δεν μου φάνηκε κακό, το παρακολούθησα σχετικά ευχάριστα, δεν μου φαίνεται όμως και ότι είναι μια από τις καλές ταινίες του Boyle.
ΥΓ: Είπα ότι πρόκειται για παιδική ταινία, ας μη διστάσει όμως να τη δει και μεγάλος. Βλέπεται άνετα από όλες τις ηλικίες.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 05, 2011

ΟΣΟ ΚΙ ΑΝ ΣΠΡΩΧΝΕΙΣ, ΔΕΝ ΦΕΥΓΩ


Μετά το αρκετά αστείο "Hangover", εν έτει 2010 πλέον, ο Todd Phillips γυρίζει το "Due Date" (ο μάλλον άγαρμπος ελληνικός τίτλος είναι "Μη σπρώχνεις, έρχομαι"), στο ίδιο λίγο - πολύ κλίμα. Χοντρό χιούμορ, δίχως όμως να είναι πολύ χοντρό ώστε να ενοχλεί (τις περισσότερες φορές) και πολύ συχνά ξεκαρδιστικό. Εδώ υπάρχει βέβαια ο Ρομπερτ Ντάουνι Τζ., όπως αντιλαμβάνεστε όμως όλα τα λεφτά είναι ο Ζακ Γαλιφιανάκης, που, αφού έκλεψε την παράσταση στο "Χανγκόβερ", αναβαθμίζεται τώρα σε έναν από τους δύο πρωταγωνιστές, υποδυόμενος περίπου τον ίδιο "κουφό" χαρακτήρα.
Κατά τα άλλα η ταινία βασίζεται στο χιλιοδοκιμασμένο - και παρ' όλα αυτά συχνά πολύ λειτουργικό - εύρημα της αναγκαστικής συνύπαρξης δύο εντελώς αταίριαστων και διαφορετικών χαρακτήρων. Ο Ντάουνι είναι ένας πετυχημένος, απόλυτα σοβαρός αρχιτέκτονας που πρέπει να προλάβει μια πτήση για την άλλη άκρη της Αμερικής, όπου γεννάει η γυναίκα του. Ο Γαλιφιανάκης είναι ένας επίδοξος ηθοποιός... και παντελώς απερίγραπτος ως χαρακτήρας (πρέπει να το δείτε). Λόγω μιας σειράς από συμπτώσεις οι δύο αυτοί άνθρωποι αναγκάζονται να πάνε στο ος Άντζελες με το αυτοκίνητο του δεύτερου... και αντιλαμβάνεστε τι γίνεται.
Το γέλιο, συχνά ξεκαρδιστικό, βγαίνει από τη συνύπαρξη των δύο και κυρίως από τον ανεκδιήγητο χαρακτήρα του Γαλιφιανάκη. Αδύνατο να τον κατατάξεις. Δεν είναι ακριβώς ηλίθιος, δεν είναι γκέι ή διαστραμμένος (;), δεν είναι ακριβώς τρελός, έχει όμως κάτι απ' όλα αυτά, συν κάτι που σε κάνει να τον λυπάσαι ταυτόχρονα. "Ούφο" ίσως να είναι η σωστή λέξη στην καθομιλουμένη. Γενικά είναι νομίζω ένας από τους κωμικότερους και πιο αλλόκοτους τύπους που έχουν περάσει από την οθόνη. Συγχρόνως υπάρχει και το σασπένς - αν θα καταφέρουν ποτέ να φτάσουν στον προορισμό τους και τι θα συμβεί εκεί. Γενικά το φιλμ σε κάνει να συμπονάς τον άτυχο αρχιτέκτονα και, σε ορισμένα σημεία, ο θεατής νοιώθει απόλυτα αγχωμένος, λες και βλέπει θρίλερ.
Διασκέδασα αρκετά, δίχως και να το θεωρώ βέβαια επιτομή στην κωμωδία. Δείτε το για να περάσετε δύο αστείες ώρες, αλλά σας προειδοποιώ: Εδώ βρισκόμαστε μίλια μακριά από εκλεπτυσμένες κωμωδίες σε στιλ Άλλεν ή Τατί και άλα τόσα μίλα μακριά από τον σουρεαλισμό των Monty Python. Εδώ το χιούμορ συχνά γίνεται χοντρό, έως και σχεδόν ενοχλητικό (σχεεδόν. Ποτέ δεν υπαρβαίνει κάποια όρια). Ίσως να βρίσκεται κοντύτερα στον Borat - αν και σε καμιά περίπτωση τόσο τραβηγμένο. Αν σας αρέσει αυτό, πρόκειται νομίζω από τα καλά δείγματα

Τρίτη, Ιανουαρίου 04, 2011

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΡΑΥΛΟΣ


"Ο Λόγος του Βασιλιά" (The King's Speech, 2010) του Tom Hooper είναι χαρακτηριστική ταινία απ' αυτές που χτυπάνε Όσκαρ. Και δικαίως. Άψογη αναπαράσταση εποχής (μεσοπόλεμος), βασισμένη σε αληθινά γεγονότα, έξυπνο σενάριο που κρατά τον θεατή, ωραία σκηνοθεσία και, κυρίως, φοβερές ηθοποιίες απο τους εξαιρετικούς Τζέφρι Ρας και Κόλιν Φερθ. Τι άλλο θέλετε;
Ο δευτερότοκος γιος του βασιλιά Γεωργίου του 5ου είναι τραυλός και, γενικάτερα, ένας καταπιεσμένος άνθρωπος, που το τελευταίο πράγμα που θέλει είναι να γίνει βασιλιάς (ναι, συμβαίνουν κι αυτά). Λόγω του άσωτου βίου του πρωτότοκου και διαδόχου όμως, καλείται αυτός να αναλάβει τον θρόνο μετά το θάνατο του πατέρα του. Δεν μπορεί όμως να εκφωνήσει λόγο εξ αιτίας του τραυλισματός του, ενώ οι συγκυρίες γίνονται όλο και δυσκολότερες (ο 2ος Παγκόσμιος πλησιάζει). Μοναδική του ελπίδα ένας ιδιόρυθμος και αμφιλεγόμενος λογοθεραπευτής. Η σχέση τους, που περνά από πολλά σκαμπανεβάσματα, είναι αυτή που αναλύεται στην ταινία.
Στην ουσία ο λογοθεραπευτής είναι ένα είδος άτυπου ψυχαναλυτή. Πιστεύει ότι το τραύλισμα οφείλεται σε ψυχικά προβλήματα - πράγμα επιβεβαιωμένο σήμερα. Άντε όμως να ψυχαναλύσεις ένα βασιλιά... Η ψυχαναλυτική διάσταση λοιπόν, ή ένας βασιλιάς ως κανονικός άνθρωπος, με τα προσωπικά του προβλήματα και τον δικό του χαρακτήρα, απογυμνωμένος δηλαδή από τον μύθο της εξουσίας και την ψεύτικη εικόνα με τις στολές, τα παράσημα και τις τελετές, είναι ο ένας άξονας της ταινίας. Ο άλλος είναι η Βρετανία - ή η ανθρωπότητα ολόκληρη - σε ένα σημείο καμπής. Όχι μόνο καθαρά ιστορικά, αφού βρισκόμαστε, όπως είπαμε, λίγο μόλις πριν τον 2ο Παγκόσμιο, αλλά και εξ αιτίας της τεχνολογίας. Το κυρίαρχο τότε ραδιόφωνο αλλάζει κάθε δεδομένο, φέρνει τον βασιλιά (οποιονδήποτε τέλος πάντων ασκεί εξουσία) στα σπίτια του κάθε ανθρώπου. Ο "ελέω Θεού" μονάρχης γίνεται για πρώτη φορά άνθρωπος, όλοι μπορούν ν' ακούσουν τη φωνή του. Αυτό άλλωστε είναι και το μεγάλο πρόβλημα του βασιλιά. Αν δεν υπήρχε το ραδιόφωνο και τα μικρόφωνα θα μπορούσε να εκφωνεί κουτσά - στραβά τους λόγους του μπροστά σε ένα περιορισμένο κοινό ευγενών και αξιωματούχων, που θα ήταν οι μόνοι που θα ήξεραν για το πρόβλημά του.
Αν το δούμε απ' αυτή τη σκοπιά και προεκτείνουμε το συλλογισμό, μπορούμε να πούμε ότι τα μίντια και η κυριαρχία τους, η τεχνολογία γενικότερα, οδηγούν σε ένα είδος κοινωνικού εκδημοκρατισμού. Το "ελέω Θεού" δεν μπορεί πια να ισχύει, αφού κάθε πολίτης βλέπει / ακούει έναν εμφανώς κοινό άνθρωπο, με τις ιδιαιτερότητές του, τη φωνή του, τα προβλήματά του ενδεχομένως. Αυτό το σημαντικότατο λοιπόν σημείο καμπής της δυτικής κοινωνίας αποτελεί νομίζω βασικό προβληματισμό του Hooper.
Η αξία της ταινίας όμως είναι και καθαρά κινηματογραφική. Θα σας πω την προσωπική μου εμπειρία: Σε πρώτη φάση η όλη ιστορία μάλλον δεν με ενδιέφερε. Γενικά δεν με έλκουν ιδιαίτερα τα ιστορικά δράματα που βασίζονται σε αληθινά γεγονότα (δικό μου βίτσιο, μην το κρίνετε). Παρ' όλα αυτά το φιλμ με κράτησε από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, δίχως να βαρεθώ ούτε στιγμή. Το απόλαυσα πραγματικά. Γι' αυτό και μόνο, ακόμα δηλαδή κι αν έλειπαν οι κάθε λογής προεκτάσεις, θα το θεωρούσα πολύ καλή ταινία.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 03, 2011

Η ΤΑΜΑΡΑ ΝΤΡΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΡΕΣ


Ο Stephen Frears αποδεικνύει χρόνο με τον χρόνο ότι είναι ένας σκηνοθέτης... παντός καιρού. Δεν το λέω με κακιά έννοια. Κάθε άλλο. Θεωρώ ότι οι πολύ διαφορετικές ταινίες που έχει κάνει (από τις "Επικίνδυνες σχέσεις" μέχρι το "Πιτσιρίκι" και από το "Ωραίο μου Πλυντήριο" μέχρι το "The Hit") είναι πάντα από ενδιαφέρουσες έως εξαιρετικές, δηλαδή από ένα επίπεδο και πάνω.
Έτσι το 2010 γυρίζει την "Tamara Drew" ("Η επεισοδιακή επιστροφή της Ταμάρα Ντρου"), ταινία βασισμένη σε κόμικς, την οποία, δίχως να πρόκειται για ένα από τα μεγάλα φιλμ του, βρήκα διασκεδαστική και ενδιαφέρουσα. Η ομώνυμη ηρωίδα, πρώην ασχημόπαπο και νυν σούπερ γκόμενα χάρη σε μια πλαστική που έκανε στη μύτη της, επιστρέφει στη μικρή, επαρχιακή πόλη της και αναστατώνει τις ζωές των κατοίκων - και κυρίως, βέβαια, του αντρικού πληθυσμού.
Ακούγεται χαζό; Δεν είναι τόσο. Ο Φρίαρς μένει πολύ μακριά από τη φτηνή φαρσοκωμωδία. Το χιούμορ βεβαίως υπάρχει, πικρό πολύ συχνά, αλλά συνυπάρχει με μια εξονυχιστική καταγραφή της επαρχιακής μιζέριας (που, όπως φαίνεται τελικά, είναι ίδια σ' όλο τον κόσμο) και των πολλών χαρακτήρων που εμπλέκονται στην ιστορία και αποτελούν το μικρόσκοσμο της αγροτικής πόλης. Και είναι πολλοί και ποικίλοι οι χαρακτήρες αυτοί: Ο πετυχημένος συγγραφέας αστυνομικών, που με τη σύζυγό του διατηρεί φάρμα - καταφύγιο συγγραφέων (!), οι συγγραφείς που ζουν εκεί, ο ωραίος αγρότης, ο ροκ σταρ που σκάει απο το πουθενά, τα δύο 15χρονα κοριτσάκια που γίνονται καταλύτης στη όλη ιστορία και κάμποσοι άλλοι. Μια μικρή κοινωνία με τις ιστορίες, τα ψέματα, τα μικρά δράματα, την υποκρισία... μια μικρογραφία της βρετανικής κοινωνίας, που ο Φρίαρς σατιρίζει εύστοχα. Η ιστορία μπορεί να γίνει κάπου και τραγική - αν και η φρεσκάδα του σκηνοθέτη δεν σε κάνει ποτέ να τα βάψεις μαύρα. Το όλο κλίμα ίσως θυμίζει κάπως Νικ Χόρνμπι (ο Φρίαρς έχει άλλωστε μεταφέρει στην οθόνη το δικό του διασκεδαστικότατο "High Fidelity").
Αυτό που θαυμάζω στον σκηνοθέτη αυτόν είναι η αστείρευτη φρεσκάδα του, αν σκεφτεί κανείς ότι γυρίζει αυτή την ταινία στα 69 του χρόνια. Και η ικανότητά του να μεταμορφώνεται διαρκώς, δίχως σχεδόν ποτέ να δίνει κακά αποτελέσματα. Και μη μου πει κανείς ότι παρήκμασε. Πάντοτε, σ' όλη του την καριέρα, γύριζε όπως είπαμε πολύ διαφορετικά πράγματα, που, ξαναλέω, τις φορές που δεν ήταν εξαιρετικά, ήταν τουλάχιστον πολύ συμπαθητικά. Όπως σ' αυτή εδώ την Ταμάρα. Δεν νομίζω ότι είναι μεγάλη ταινία, βλέπεται όμως πολύ ευχάριστα.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 31, 2010

Ο ΑΚΡΩΣ ΑΝΗΣΥΧΗΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΠΛΕ ΒΕΛΟΥΔΟΥ


Το "Μπλε Βελούδο" του 1986 είναι μια αστυνομική ταινία. Μια απαγωγή, ένα κομμένο αυτί, μια συμμορία, κάποια ντίλινγκ ναρκωτικών, ένας ερασιτέχνης ντετέκτιβ... Τι είναι όμως αυτό που κάνει την ταινία του David Lynch να ξεχωρίζει σαν τη μύγα μεσ' το γάλα από πλήθος άλλες αστυνομικές ταινίες;
Είναι φυσικά ο εντελώς προσωπικός τρόπος που ο Lynch προσεγγίζει ένα μάλλον τετριμένο θέμα, είναι η ίδια η εικόνα, είναι το πλήθος λεπτομερειών και δευτερευόντων χαρακτήρων, που μας κάνει να μιλάμε για τον "κόσμο του Lynch". Κι είναι και ένα διαρκές παιχνίδι ανάμεσα στη γλυκύτητα και την αθωότητα και στη φρίκη που παραμονεύει από κάτω. Η πρώτη σκηνή, πριν καν τους τίτλους, συνοψίζει όλη την προβληματική της ταινίας: Μια απόλυτα ειδυλλιακή εικόνα αμερικάνικου προάστειου, ηλιόλουστη, καθαρή, με συμπαθείς ανθρώπους που κάθονται ευτυχισμένοι στα όμορφα σπίτια τους... και ξαφνικά μια βάνα βρύσης εκτινάζεται και τραυματίζει σοβαρά τον καλό ηλικιωμένο κύριο που ποτίζει αμέριμνος το γρασίδι του. Στη συνέχεια η κάμερα ζουμάρει στο καλοκουρεμένο χορτάρι και τους οικιακούς θάμνους... και μας αποκαλύπτει έναν υπόγειο, αθέατο κόσμο φρίκης, όπου έντομα ξεσκίζουν το ένα το άλλο μέσα στην κοπριά...
Το μοτίβο αυτό επαναλαμβάνεται - ανάμεσα σε ανθρώπους πλέον - σ' ολόκληρο το φιλμ. Μια λουστραρισμένη επιφάνεια (η οικογένεια, η θεία, τα αστικά σπίτια, ο έρωτας των δύο νεαρών πρωταγωνιστών, η γλυκειά και αθώρα Λόρα Ντερν...) κι από κάτω ένας εφιαλτικός, βρώμικος κοσμος (ο εφιαλτικός Φρανκ, οι απαγωγές και οι φόνοι, η απόλυτη διαστροφή, το κιτς, η άγρια σεξουαλικότητα της Ισαμπέλα Ροσελίνι...) Το βασικό τραγούδι, το κλασικό Blue Velvet, ακούγεται και ξανακούγεται, γλυκό, νοσταλγικό, ευχάριστα παλιομοδίτικο, υπογραμμίζοντας τη στιλπνή επιφάνεια των πραγμάτων, βουτηγμένη σε μια πλαστή και ψεύτικη αθωότητα. Ψεύτικη, διότι είπαμε τι ελλοχεύει από κάτω.
Κι όσο για τις μικρές πινελιές, τις λεπτομέρειες... Η διαστροφή του Φρανκ, το πορνείο(;) που αντί για ποθητές πουτάνες είναι γεμάτο με ευτραφείς ηλικιωμένες κυρίες, ο μπάτσος με το κίτρινο σακάκι, όλα παραπέμπουν σ' ένα προσωπικό, διεστραμμένο ίσως κόσμο, σήμα κατατεθέν του Λιντς. Όπως χαρακτηριστική είναι και η ίδια η εικόνα, η φωτογραφία που χρησιμοποιεί: Κρυστάλινα καθαρή, με πλούσια και έντονα χρώματα, είναι σα να τονίζει και πάλι την λεία επιφάνεια και να έρχεται σε αντίθεση με τη βρωμιά από κάτω. Πέραν των άλλων βέβαια, η ταινία καρφώνεται στη μνήμη μας εξ αιτίας ενός από τους πιο παράδοξους και εφιαλτικούς "κακούς" του σινεμά, του Φρανκ βέβαια του εξαιρετικού Ντένις Χόπερ.
Όλα στο φιλμ συγκλίνουν, κατά τη γνώμη μου, σε μία μόνο λέξη που χαρακτηρίζει τον κόσμο αυτόν: Ανησυχητικός. Τίποτα δεν είναι όπως δείχνει. Το αμερικάνικο (ή όποιο άλλο) όνειρο είναι διαβρωμένα εκ των έσω. Γι' αυτό και η φράση που επαναλαμβάνεται συχνά είναι "Ο κόσμος είναι παράξενος". Όντως. Όπως και ο κύριος David Lynch άλλωστε.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 30, 2010

ΜΕΤΑΞΩΤΕΣ ΚΑΛΤΣΕΣ ΚΑΙ ΨΥΧΡΟΠΟΛΕΜΙΚΑ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ


Το έχω ξαναπεί επανειλημμένα: Τα παλιά χολιγουντιανά μιούζικαλ ή τα αγαπάς ή δεν τα αντέχεις. Πρόκειται για ένα νεκρό ουσιαστικά σήμερα είδος (παρά τις κάποιες σπάνιες σύγχρονες επιβιώσεις του), που κάποτε γνώρισε τεράστιες δόξες. Το "Silk Stockings" γυρίστηκε το 1957 από τον Rouben Mamoulian (1897–1987) και είναι από τα τελευταία της μεγάλης εποχής του είδους. Έχει όλα τα κλασικά του χαρακτηριστικά... και μια ιδιορυθμία: Είναι ριμέικ σε μιούζικαλ της κλασικής "Νινότσκα" του Λιούμπιτς της δεκαετίας του 30, με τη Γκρέτα Γκάρμπο φυσικά. Ο Φρεντ Αστέρ (56 χρονών τότε) και η Σιντ Τσαρίς, ένα κάτι παραπάνω από κλασικό ζευγάρι του είδους δηλαδή, κρατάνε (και χορεύουν) τους βασικούς ρόλους.
Πρέπει ακόμα να καταλάβουμε ότι εδώ και σχεδόν ένα αιώνα το αμερικάνικο σινεμά, ανεξαρτήτως είδους, καταφέρνει να διαθέτει, αν μη τι άλλο, ένα υψηλό επίπεδο ψυχαγωγίας, ακόμα κι αν συχνά σε εξοργίζει ιδεολογικά. Ένας σκεπτόμενος λάτρης του ξέρει πολύ καλά να τα διαχωρίζει αυτά. Προσπαθεί να ξεχάσει την αφέλεια, τις απλουστεύσεις ή την υπέρ του ακραιφνούς καπιταλισμού ιδεολογία... και το απολαμβάνει. Όλα αυτά ισχύουν στο έπακρο για το ριμέικ αυτό. Όπου, ενώ μένει πιστό στο στόρι της αρχικής "Νινότσκα", γίνεται ακόμα πιο ψυχροπολεμικό, τονίζοντας με οποιονδήποτε τρόπο την "ανωτερότητα" του καπιταλισμού απέναντι στο σοβιετικό σύστημα. Φυσικά το ίδιο έκανε και το ορίτζιναλ. Εδώ όμως τα πράγματα γίνονται με λιγότερη χάρη, πιο "άσπρα - μαύρα", πιο χοντροκομένα (ιδεολογικά εννοώ) και με λιγότερο χιούμορ. Η Σοβιετική Ένωση είναι μια καρικατούρα όπου τα πάντα είναι κακά, ενώ οι πιστοί του καθεστώτος της κάτι σαν ρομπότ που ενδιαφέρονται μόνο για νούμερα. Το όλο θέμα είναι ακριβώς η "διαφθορά" των ρώσων κομμουνιστών από τα θέλγητρα του καπιταλισμού. Όποιος επισκεφτεί μια έστω φορά το Παρίσι, κάνει τα πάντα για να μην επιστρέψει ποτέ στη Μόσχα. Και, απαράδεκτο για μένα, η σαγήνη αυτή εξασκείται στις γυναίκες (στην κομισάριο Νινότσκα συγκεκριμένα) με ό,τι πιο βλακώδες: Με τις μεταξωτές κάλτσες, σύμβολο της γοητείας του καπιταλισμού, τα ρούχα, τα αρώματα... Καταλαβαίνετε: Αν μια γυναίκα αντικρύσει κάλτσες και τα σχετικά λούσα είναι έτοιμη να ξεχάσει τα πάντα. Την πατρίδα ή την ιδεολογία της ας πούμε. Σήμερα θα το αποκαλούσαμε απλώς προσβλητικό για τις γυναίκες.
Φυσικά μην περιμένετε ούτε την παραμικρή ιστορική ή σκηνογραφική πιστότητα. Το νούμερο στη Μόσχα είναι αστείο, με ρώσους προλετάριους να χορεύουν κλακέτες κάτω από μια γιγάντια φωτογραφία του Λένιν. Νομίζω ότι πρέπει να το δείτε αυτό. Α, και επανέρχεται όπως πάντα σχεδόν στα μιούζικαλ, η σύγκριση "υψηλής" και "χαμηλής" τέχνης, "σοβαρής" και ποπ κουλτούρας (με θρίαμβο φυσικά της δεύτερης, αν και οι αμερικάνοι αυτοσαρκάζονται ιδιαίτερα στο θέμα αυτό, δείχνοντάς την αδίστακτα ως σαγηνευτική, αλλά και ιδιαιτέρως κιτς ταυτόχρονα).
Από την άλλη Αστέρ και Τσαρίς διαθέτουν έντονη "χημεία" και χορεύουν άψογα. Μας μένει η σκηνή της Τσαρίς, ιδιαίτερα σέξι, να μεταμορφώνεται χορεύοντας από "χοντροκομένη" ρωσίδα σε κομψή και ερωτική παριζιάνα, το χορευτικό των δύο σε ένα κινηματογραφικό στούντιο, όπου τα σκηνικά αλλάζουν διαρκώς, και... αυτό κι αν είναι έκπληξη, ο Αστέρ να χορεύει ροκ εντ ρολ, το οποίο τότε ήταν ό,τι πιο καυτό και καινούριο.
Δεν είναι από τα πολύ μεγάλα μιούζικαλ, αν ωστόσο σας αρέσει το είδος βλέπεται ευχάριστα. Ξεχνώντας βεβαίως την αφελέστατη πολιτική διάσταση.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 29, 2010

EL CID: ΜΙΑ ΕΠΙΚΗ ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑ


Ο Anthony Mann (1906–1967) υπήρξε ένας από τους κλασικούς (και τυπικούς) χολιγουντιανούς σκηνοθέτες. Υπέγραψε μερικά από τα γνωστότερα έπη της εποχής, με το "El Cid" του 1961 να ξεχωρίζει ανάμεσά τους.
Πρόκειται για αληθινή υπερπαραγωγή για την εποχή. Μάχες, μονομαχίες, κάστρα, πόλεις ολόκληρες, στρατοί... ό,τι τραβά η ψυχή σας. Και πάνω απ' όλα ηρωισμοί. Τόσοι ηρωισμοί, που νοιώθεις να λιγώνεσαι. Τσάρλτον Ίστον και Σοφία Λόρεν στους βασικούς ρόλους και, μη ξεχνάμε, χιλιάδες κομπάρσοι, καθώς τότε δεν υπήρχαν ακόμα ψηφιακοί στρατοί.
Ο Ελ Σιντ δρα το μεσαίωνα σε μια Ισπανία διαιρεμένη σε χριστιανούς και μουσουλμάνους, που μάχονται μεταξύ τους - αλλά μεταξύ τους μάχονται και οι διάφοροι χριστιανοί ευγενείς. Ο ομώνυμος ήρωας είναι αυτός που με τον αλτρουισμό, τη σοφία και πάνω απ' όλα την αυτοθυσία του, θα καταφέρει να ενώσει όχι μόνο τους χριστιανούς, αλλά Ισπανούς χριστιανούς και μουσουλμάνους μαζί, για να αντισταθούν στον πανίσχυρο εξ Αφρικής εισβολέα που απειλεί και τις δύο κοινότητες. Το όποιο ιδεολογικό ενδιαφέρον του φιλμ περιορίζεται σ' αυτό: Στην πρόταση συμφιλίωσης διαφορετικών φυλών και θρησκειών, που δυστυχώς παραμένει επικαιρότατη.
Φυσικά το θέαμα είναι χορταστικό. Αν μάλιστα είστε φίλοι των επικών πολεμικών ταινιών εποχής, θα την καταβρείτε, αφού πρόκειται για κλασικό δείγμα του είδους. Αυτό όμως που "κλωτσάει" με τα σημερινά δεδομένα είναι η αφέλεια και απλούστευση των πάντων. Υπάρχουν σαφέστατοι "καλοί" και "κακοί", υπάρχουν τόνοι ρομαντισμού και στόμφου, ιδιαίτερα στο ρόλο της Λόρεν και, κυρίως, ο βασικός ήρωας σχεδόν δεν είναι άνθρωπος, αλλά κάτι σαν άγιος. Καλύτερος απ' όλους στη μάχη, σοφότερος απ' όλους σε σχέδια και στρατηγικές, ηθικότερος απ' όλους, έτοιμος να απαρνηθεί τα πάντα, όλη του την προσωπική ζωή, για το καλό της χώρας, δίχως καμιά βλέψη προς την εξουσία (για την οποία, σημειωτέον, σφάζονται παληκάρια)... Καταλαβαίνετε δηλαδή, έναν κανονικός υπεράνθρωπος ή, αν προτιμάτε, άγιος, που τα έχει όλα και συμφέρει, απ' αυτούς που μάλλον δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα. Για να το πω με σύγχρονους όρους, μονοδιάστατος. Όπως και όλοι σχεδόν που τον περιστοιχίζουν, καλοί ή κακοί.
Έτυχε πρόσφατα να δώ τον "Σπάρτακο" του Κιούμπρικ. Έπος εποχής κι αυτό, εξ ίσου υπερπαραγωγή, εξ ίσου ηρωικό σε μερικά σημεία, εξ ίσου χορταστικό (και εξ ίσου τρίωρο). Ε, λοιπόν, δεν μπορείτε να φανταστείτε τη διαφορά βάθους. Ο Κιούμπρικ κάνει μια βαθιά τομή στη ρωμαϊκή κοινωνία, μας δίνει ανάγλυφη την κοινωνική κατάσταση της εποχής, τα συμφέροντα που συγκρούονται πίσω από τις μάχες, την ταξική διαστρωμάτωση, αλλά και το προσωπικό δράμα του ήρωα. Εδώ έχουμε μόνο μια μονοδιάστατη αγιογραφία, που σφύζει, όπως είπα, από ηρωισμό και αλτρουισμό, και κάποιο focus όχι ακριβώς στα προσωπικά διλήμματα του Σιντ (εδώ δεν υπάρχουν διλήμματα, αυτό μας έλειπε, εδώ κάνουμε μόνο το Καλό, τελεία), αλλά στην προσωπική του τραγωδία. Προφανώς ο Κιούμπρικ υπάρξε ένας μεγάλος δημιουργός, ενώ ο Mann απλώς ένας άψογος τεχνίτης.
Αυτά όσον αφορά το "βάθος". Όσον αφορά την επιφάνεια όμως, και χορταστικότατη είναι και άψογα λουστραρισμένη. Μιλάμε για έπος με τα όλα του. Που βλέπεται το ίδιο ευχάριστα ακόμα και σήμερα, αν εξαιρέσει κανείς έναν κάποιο στόμφο από τον οποίο, κατά τη γνώμη μου, πάσχει. Και από τον οποίο ακόμα και τα πιο βαρύγδουπα σύγχρονα χολιγουντιανά μπλογκμπάστερ φαίνεται να έχουν απαλλαγεί. Αλλά είπαμε. Το 1961 βρισκόμαστε ακόμα σε εποχές αθωότητας και οι Καλοί ήταν πιο καλοί απ' όσο μπορείτε να φανταστείτε. Τουλάχιστον στο σινεμά.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 28, 2010

ΤΟ TRON...ΕΚΧΡΙΣΤΙΑΝΙΖΕΤΑΙ


Υπάρχει φυσικά το πρώτο Tron του 1982, μια καλτ ταινία επιστημονικής φαντσίας, που τότε είχε πέσει ουρανοκατέβατο και άνοιξε δρόμους τόσο στη φαντασία κοινού και δημιουργών όσο και στο ψηφιακό σύμπαν γενικότερα - δίχως να είναι αριστούργημα. Ήταν απλώς μπροστά από την εποχή του.
Εν έτει 2010 η Disney κάνει το Tron Legacy με σκηνοθέτη τον πρωτοεμφανιζόμενο στο σινεμά Joseph Kosinski. Το αποτέλεσμα είναι κατά τη γνώμη μου κάτι παραπάνω από εντυπωσιακό... και μέχρις εκεί. Που σημαίνει ότι τα μεν εφφέ είναι εκπληκτικά και λειτουργούν άψογα, το δε στόρι από κλισέ έως απλώς προβλέψιμο.
Ο γιος του δημιουργού του ψηφιακού κόσμου Κέβιν Φλιν, που έχει εξαφανιστει εδώ και 20 χρόνια, μπαίνει με τη σειρά του στον ψηφιακό κόσμο και ανακαλύπτει, εκτός από τον πατέρα του φυσικά, πλήθος άλλα εσωκομπιουτερικά θαύματα και βέβαια και θανάσιμους κινδύνους.
ΟΚ, το παρακολούθησα ευχάριστα και το θέαμα, το είπα ήδη, είναι χορταστικότατο. Νομίζω μάλιστα ότι αξίζει κανείς να το δει σε 3D και, προφανώς, σε μεγάλη οθόνη. Τα εφφέ έχουν φτάσει σε απίστευτα ύψη, η όλη αισθητική είναι ενδιαφέρουσα, το ίδιο και η μουσική των Daft Punk, δεν μπορείς λοιπόν παρά να φύγεις ικανοποιημένος. Το σενάριο όμως, εκτός του ότι μπάζει από κάποια σημεία, είναι γεμάτο κλισέ (βλέπε τη σχέση πατέρα - γιου, τον τελικό ύμνο στη φύση, που είναι πάνω απ' όλα κι ας έχουμε όσα ψηφιακά θαύματα θέλουμε, την προβλέψιμη τελική σύγκρουση και το εξ ίσου προβλέψιμο τέλος και δεν συμμαζεύεται). Άσε που ο γιος θα πάρει την κολοσιαία πολυεθνική... και θα την κάνει τι; Καλή πολυεθνική; Και, κερασάκι στην τούρτα, ο όλος χριστιανικός συμβολισμός που διέπει το φιλμ. Διότι τι άλλο είναι ο πατέρας - δημιουργός, ο σωτήρας γιος που μπαίνει στο πλέγμα διακινδυνεύοντας, ακόμα και η άυλη ουσιαστικά κοπέλα που θα μπορούσε να είναι κάτι σαν Άγιο Πνεύμα; Και οι στάσεις που παίρνουν οι ήρωες, και τα "προγράμματα" που δεν πιστεύουν στην ύπαρξη χρηστών ή στην ύπαρξη δημιουργού μέχρι που τον αντικρύζουν με τα ίδια τους τα (ψηφιακά) μάτια... και άλλα που πιθανόν δεν πρόσεξα και μπορεί να προσέξετε εσείς. Γενικά όλο αυτό το παιχνίδι ήταν κάπως άνευ λόγου, ενώ διάφορα ενδιαφέροντα σημεία και παρατηρήσεις πέρναγαν κάπως στο ντούκου. Σα να χρειαζόμουν περισσότερη ανάπτυξη, περισσότερο focus σε ορισμένες πτυχές της ιστορίας.
Τέλος πάντων, αν ψάχνετε για ταινίες που το 90% της αξίας τους είναι τα εφφέ, πετύχατε διάνα. Και, τέλος πάντων και πάλι, το είπα από την αρχή: Αν ξεχάσεις τα σεναριακά κλισέ, που βεβαίως έχουν "μεταλλαχτεί ψηφιακά" (όπως γράφει και το Αθηνόραμα), δεν περνάς καθόλου άσχημα. Φτάνει να ξέρεις τι πήγες να δεις.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 27, 2010

ΕΝΑΣ ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟΣ ΘΑΥΜΑΤΟΠΟΙΟΣ


Ο γάλλος Sylvain Chomet μας είχε χαρίσει το 2003 τις υπέροχες "Τριπλέτες της Μπελβίλ". Το 2010 κάνει τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, τον "Θαυματοποιό" (L'Illussionniste), στο ίδιο "χειροποίητο" στιλ με την πρώτη, και με μια ιδιομορφία: Το σενάριο είναι ένα αδημοσίευτο του Ζακ Τατί. Ο ίδιος ο Τατί σαν φιγούρα γίνεται ο πρωταγωνιστής της ταινίας (και μάλιστα με το όνομα Tatiscef, που ήταν το αληθινό του όνομα) και όλα είναι σα να βλέπεις μια κανονική ταινία του μεγάλου γάλλου κωμικού σε κινούμενο σχέδιο.
Βρισκόμαστε μίλα μακριά από το 3D της Disney και της Pixar, από τον καταιγισμό δράσης και τη βροχή από έξυπνες ατάκες που επικρατούν στα φιλμ τους. Εδώ όλα κινούνται αργά, το χιούμορ είναι διακριτικό και αυτό που κυριαρχεί είναι η μελαγχολία. Το ίδιο υπάροχα παλιομοδίτικο κλίμα με τις "Τριπλέτες", το ίδιο θαυμάσιο σχέδιο, το ίδιο βουβό στιλ, καθώς κι εδώ δεν υπάρχουν διάλογοι. Όλα γίνονται αντιληπτά με κινήσεις και επιφωνήματα.
Ο μοναχικός θαυματοποιός στη δύση της καριέρας του, στωικός, σιωπηλός παρατηρητής των πάντων, που παίρνει μαζί του τη μικρή φτωχή καθαρίστρια από ένα ξεχασμένο χωριό της Σκοτίας και ως άλλος Πυγμαλίων την κάνει "κυρία" με φριχτές οικονομίες, για να τη δει στο τέλος... (αλλά ας μη σας αποκαλύψω το τέλος), είναι μια σπαραχτική φιγούρα με τη χαρακτηριστική, ψιλόλιγνη μορφή του Τατί - ή μάλλον του μόνιμου alter ego που επινόησε, τον κύριο Ιλό.
Όπως καταλάβατε, πολύ λίγα πράγματα συμβαίνουν στο φιλμ. Ούτε καταιγισμός από γκαγκς ούτε λεκτικά αστεία (είπαμε, δεν υπάρχουν διάλογοι). Μόνο η πανταχού παρούσα μελαγχολική διάθεση (μελαγχολικοί έως τραγικοί είναι και οι άλλοι "θεατρίνοι" που περιστοιχίζουν τους βασικούς ήρωες), που σπάει πού και πού από μερικά χαμόγελα, κι αυτή η ζεστασιά, η γλυκύτητα, η ανθρωπιά. Υπάρχει και η μόνιμη στον Τατί ειρωνία και σατιρική διάθεση προς το μοντέρνο και τη σύγχρονη τεχνολογία, που εδώ φαίνεται με την πλάκα που κάνει στο καινοφανές ροκ (η ιστορία διαδραματίζεται τέλη 50 αρχές 60) και στα τεχνολογικά επιτεύγματα της εποχής. Αυτό που αληθινά μαγεύει ωστόσο είναι η πραγματικά υπέροχη εικόνα. Δισδιάστατη, παλιομοδίτικη κι αυτή, είναι τόσο εκφραστική στις κινήσεις των ηρώων και τόσο μαγευτική στα τοπία, φυσικά ή αστικά, που κόβει την ανάσα. Θεωρώ τον Chomet μεγάλο καλλιτέχνη στο σχέδιο (και στο χρώμα φυσικά) και τον προτιμώ χιλιάδες φορές από οποιοδήποτε σύγχρονο εντυπωσιακό κομπιουτερέ 3D (σαν εικόνα, τονίζω, γιατί τα στόρι των φιλμ της Pixar τουλάχιστον είναι κι αυτά εκπληκτικά).
Αν είστε συνηθισμένοι στο αμερικάνικο πνεύμα του σύγχρονου animation ίσως το φιλμ σας φανεί κουραστικό ή/και βαρετό. Προσωπικά, εθισμένος στο κλίμα τόσο του Τατί όσο και του Chomet, το απόλαυσα απόλυτα.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 25, 2010

ΣΚΥΛΙΣΙΑ ΜΕΡΑ ΓΙΑ ΠΡΩΤΑΡΗΔΕΣ ΛΗΣΤΕΣ


Ίσως να είναι ο καλύτερος ρόλος του Αλ Πατσίνο. Πιθανόν να είναι η καλύτερη ταινία του Sidney Lumet. Σίγουρα είναι ένα από τα καλύτερα φιλμ των 70ς. Μιλώ για το Dog Day's Afternoon (Σκυλίσια Μέρα) του 1975. Όπου ένα αληθινό γεγονός εξετάζεται κάτω από πολλά και διαφορετικά πρίσματα, οπότε μιλάμε για μία από τις πιο πολυεπίπεδες ταινίες που έχω δει.
Δύο πρωτάρηδες ληστές εισβάλλουν σε μια τράπεζα, σύντομα παγιδεύονται σ' αυτήν πριν προλάβουν να διαφύγουν, περικυκλώνονται από μεγάλες αστυνομικές δυνάμεις, διαπραγματεύονται κρατώντας ομήρους... και από εκεί και πέρα τον λόγο έχουν η αστυνομία και το FBI, το πλήθος που έχει συγκεντρωθεί απ' έξω και, φυσικά, τα μίντια. Κι εμείς παρακολουθούμε ταυτόχρονα (και με κομένη την ανάσα) την εξέλιξη της όλης ιστορίας, ένα εκπληκτικό πορτρέτο του βασικού ήρωα, τις πολιτικές προεκτάσεις που αποκτά το γεγονός, την ανακήρυξη ενός κατά λάθος ήρωα, τη σκιαγράφηση του όλου κοινωνικού κλίματος της εποχής και... μπορεί να σκεφτείτε και κάμποσες άλλες προεκτάσεις.
Αυτό που άμεσα παρατήρησα είναι το πόσο έχουν αλλάξει οι εποχές από το 1975. Έχουμε σήμερα συνηθίσει σε παρόμοιες περιπτώσεις άμεσες επεμβάσεις των δυνάμεων ασφαλείας, αποκλεισμούς δρόμων σε χρόνο dt και άλλα τέτοια. Τότε τα πράγματα γίνονταν... πώς να το πω... πιο χαλαρά. Ο κόσμος πλησίαζε το επίμαχο σημείο, οι διαπραγματεύσεις γίνονταν πιο άμεσα και σχεδόν φανερά... Φυσικά το τελικό αποτέλεσμα ήταν το ίδιο, ο τρόπος όμως είναι τόσο διαφορετικός... Και μια που είπα για τον κόσμο: Το κλίμα της εποχής, πολιτικοποιημένο ακόμα και με εντονότερη αμφισβήτηση προς το σύστημα ακόμα και στην Αμερική, αποτυπώνεται άμεσα με τις αντιδράσεις του πλήθους. Το οποίο μαζεύεται ταχύτατα γύρω από το επίμαχο μέρο και παραμένει εκεί μέχρι αργά τη νύχτα και τη βίαιη λύση του δράματος και... τι κάνει; Γιουχαϊζει διαρκώς τους μπάτσους και επευφημεί τον ληστή Πατσίνο. Άλλες εποχές, άλλες κοινωνικές αντιλήψεις, όταν ο κόσμος δεν είχε ακόμα σιχαθεί τα πάντα και, ουσιαστικά, αποσυρθεί. Όσο για τον ληστή, με την προβολή των μίντια και τη φασαρία που δημιουργείται, γίνεται ήρωας με πολιτικό και κοινωνικό έρεισμα δίχως στην ουσία ούτε ιδιαίτερα πολιτικοποιημένος να είναι ούτε οποιοδήποτε αλτρουιστικό ή πολιτικό κίνητρο να έχει για την πράξη του. Το μόνο που θέλει είναι να βελτιώσει την μπερδεμένη προσωπική ζωή του. Η όποια πολιτικοποίησή του έγκειται στο ότι, σε ένα στιγμιαίο ξέσπασμα, κραυγάζει διαρκώς "Άττικα! Άττικα!" (αναφερόμενος στην αιματηρή καταστολή από τις δυνάμεις ασφαλείας της περίφημης εξέγερσης στις ομώνυμες φυλακές λίγα χρόνια πριν), ξεσηκώνοντας έτσι ένα ήδη εξοργισμένο κοινό. Και βέβαια, κατά βάθος είναι "καλό παιδί" (δίχως ο όρος αυτός σε καμιά περίπτωση να γίνεται καρικατούρα), ή, αν προτιμάτε, ένας μπερδεμένος και πιεσμένος από παντού άνθρωπος με κάποιες ιδιαιτερότητες. Γι' αυτό και ο θεατής (όπως και ο κόσμος που λέγαμε) ταυτίζεται μαζί του και αγωνιά για την έκβαση της ιστορίας.
Ανάμεσα σ' όλα αυτά ο Λούμετ προλαβαίνει να μιλήσει και για τις πρώτες εποχές του κινήματος για την ισότητα των ομοφυλοφίλων, να μας δώσει μια στέρεη περιγραφή της μίζερης μέχρι τότε ζωής του ήρωα και να φτιάξει ένα σκοτεινό και διεισδυτικό πορτρέτο του χαρακτήρα του σχεδόν αμίλητου και μάλλον προβληματικού συνεργάτη του ληστή, που είναι ένα κράμα αγνότητας, αφέλειας και φανατισμού όσον αφορά τον σκοπό του.
Άψογο δείγμα συνδυασμού ιστορίας με σασπένς και πολιτικοκοινωνικής "ακτινογραφίας" μιας ολόκληρης εποχής δοσμένη με μάλλον ντοκιμαντερίστικο στιλ, αποτελεί, όπως είπα και στην αρχή, μια από τις αγαπημένες μου ταινίες της δεκαετίας του 70.