Παρασκευή, Νοεμβρίου 06, 2009

ΑΣΑΝΣΕΡ, ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ ΚΑΙ Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΥ ΝΟΥΑΡ


Φυσικά το φιλμ νουάρ είναι ένα αμερικάνικο είδος που υπάρχει ήδη από τη δεκαετία του 30. Να όμως που το 1958 ένας γάλλος κάνει ένα αριστούργημα του είδους (και γενικότερα). Εννοώ βέβαια το "Ασανσέρ για δολοφόνους" (Ascenceur pour l' echafaud) του Louis Malle (1932-1995) με τον Μορίς Ρονέ και τη θρυλική Ζαν Μορό.
Θεωρώ το ασπρόμαυρο αυτό φιλμ σαν ένα από τα σαγηνευτικότερα του παγκόσμιου σινεμά. Είναι ο συνδυασμός ενός έξυπνου και πρωτότυπου σεναρίου (με ένα φόνο φυσικά στο επίκεντρο), της θαυμάσιας, συχνά νυχτερινής φωτογραφίας, των ηθοποιών και της αξέχαστης, αυτοσχεδιαστικής μουσικής του Miles Davies που συνθέτουν το αξεπέραστο αυτό αποτέλεσμα.
Είναι επίσης εξαιρετική η αντιστικτική παρουσίαση των δύο ερωτευμένων ζευγαριών που πρωταγωνιστούν. Και τα δύο το ίδιο γοητευτικά, τόσο διαφορετικά όμως... Το ένα ώριμο, "καθώς πρέπει", σχεδιάζει μεθοδικά και εκτελεί έναν φόνο. Το άλλο νεανικό, ατημέλητο, επιπόλαιο, αυτοσχεδιάζει και σκοτώνει κι αυτό δίχως τίποτα να σκεφτεί. Δύο εγκλήματα. Ένα εν ψυχρώ, άψογα σχεδιασμένο, κι ένα εν θερμώ, άνευ ουσιαστικου λόγου, έτσι, σχεδόν για πλάκα. Και τα δύο ζεύγη θα καταστρέψουν τη ζωή τους. Με τόσο διαφορετικούς όμως τρόπους, με τόσο διαφορετική ιδιοσυγκρασία και στιλ... Έναυσμα όλου αυτού του θανατερού παιχνιδιού είναι ένα καπρίτσιο της μοίρας, μια σύμπτωση. Η μοίρα λοιπόν, όπως συχνά συμβαίνει στα νουάρ και στην αρχαία τραγωδία, είναι αυτή που θα αποδώσει δικαιοσύνη. Αν και δεν είμαστε και πολύ σίγουροι γι΄ αυτό. Θέλω να πω ότι το τι σημαίνει διακαιοσύνη δεν είναι πια καθόλου ξεκάθαρο σε έναν κόσμο που αποτελείται από "κακούς", όπως το πρώτο θύμα, ή, τέλος πάντων, όχι από καλούς.
Βέβαια οι σεναριακές αναλύσεις δεν λένε και πολλά για μια ταινία της οποίας η διαχρονική κατά τη γνώμη μου γοητεία βασίζεται σε μικρές λεπτομέρειες: Στις υπέροχες περιπλανήσεις μιας γεμάτης άγχος και αγωνία Μορό στο νυχτερινό Παρίσι υπό τη μουσική του Ντέιβις (όχι, στις σκηνές αυτές δεν συμβαίνει τίποτα ουσιαστικά, είναι όμως τόσο όμορφες...), στο ανοιχτό αυτοκίνητο του Ρονέ, στην καταγραφή μιας εποχής που έχει περάσει ανεπιστρεπτί.
Ήταν η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Μαλ και μια από τις καλύτερές του. Απαραίτητη νομίζω για τους φίλους του νουάρ, αλλά και τους φίλους του σινεμά γενικότερα.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 05, 2009

Ο ΚΥΝΟΔΟΝΤΑΣ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΑΝ ΦΥΛΑΚΗ


Ο "Κυνόδοντας" του Γιώργου Λάνθιμου παρουσιάζει μια κάπως ευτράπελη παραδοξότητα: Κόβει εισιτήρια σαν τρελός, ενώ σε καμία περίπτωση δεν είναι ταινία "για όλα τα γούστα" ή, πολύ περισσότερο, για όλη την οικογένεια. Το γιατί παρατηρείται αυτή η ανακολουθία, δεν είναι δικό μου θέμα να ερευνήσω. Αρκούμαι απλώς να διασκεδάζω με τις απορημένες / φοβισμένες / ξυνισμένες φάτσες των "μέσων" άσχετων που πάνε να το δουν επειδή πάνε και όλοι οι άλλοι και δεν πιστεύουν τι είδαν. Απ' όσο μπόρεσα να καταλάβω πάντως στο "υποψιασμένο" κοινό, αυτό που βλέπει σινεμά και όχι μόνο χολιγουντιανό σινεμά, αρέσει πολύ.
Αυτά φυσικά είναι άσχετα με το φιλμ καθ' εαυτό. Το οποίο, μπορώ να σας διαβεβαιώσω, εμένα με εντυπωσίασε. Αν μη τι άλλο - και σ' αυτό θα συμφωνήσουν και οι πολέμιοί του - δεν μοιάζει με τίποτα απ' ότι έχουμε δει μέχρι σήμερα, τουλάχιστον για τα ελληνικά δεδομένα (αλλά και διεθνώς νομίζω). Πρόκειται για μια ταινία που συνδυάζει κατάμαυρη κωμωδία και σάτιρα, ωμό ρεαλισμό, μερικές σοκαριστικές σκηνές και ταυτόχρονα παίζει με τα όρια του φανταστικού. Αν σ' αυτά προσθέσει κανείς και μια παράδοξη, ασυνήθιστη κινηματογραφική ματιά (παράξενα πλάνα, "έκκεντρη" κινηματογράφηση, που μερικές φορές μπορεί ακόμη και να κόβει τα κεφάλια των ηρώων), τότε σίγουρα έχει να κάνει με μια μοναδική ταινία για το ελληνικό σινεμά.
Η ιστορία της 5μελούς, αποκλεισμένης από τον κόσμο οικογένειας, με τα 3 μεγάλα πλέον παιδιά να μην έχουν ποτέ βγει στον έξω κόσμο και με τον δικτάτορα πατέρα - αφέντη να κυριαρχεί ως άλλος "κακός" θεός της Παλαιάς Διαθήκης, μπορεί να ειδωθεί ως αλληγορία ή/και σάτιρα (τραβηγμένη στα άκρα) του θεσμού της οικογένειας με τις πολύ συχνά καταπιεστικές δομές της, την επιβολή των απόψεων των γονιών στα παιδιά, την επίσης συχνή αρτηριοσκλήρωσή της. Δεν είναι τυχαίο ότι και οι ίδιοι οι γονείς, το σπίτι, τα έπιπλα, το αυτοκίνητο, οι βιντεοταινίες, όλα παραπέμπουν σε ατμόσφαιρα 70ς - 80ς. Μπορεί κάλλιστα να εκλάβουμε ότι η ιστορία εκτυλίσσεται τότε (αφού ποτέ δεν δίνει κάποιο συγκεκριμένο χρονικό στίγμα), μπορεί όμως να είναι και ένα επί τούτου παιχνίδι του δημιουργού για να τονίσει τα κολλήματα των γονιών. Με όλα αυτά πάντως επιτείνεται η κλειστοφοβική, μίζερη ατμόσφαιρα, η οποία λειτουργεί ως τέτοια παρά το ότι βρισκόμαστε σ' ένα "ειδυλλιακό" περιβάλλον: Μια βίλλα μέσα στο πράσινο και στον καθαρό αέρα, απομονωμένη από άλλες κατοικίες, με πισίνα, με όλες τις ανέσεις.
Γενικά πρόκειται για σχετικά δύσκολη ταινία, κάθε άλλο παρά mainstream (όχι ως προς την κατανόηση των όσων συμβαίνουν, αλλά όσον αφορά το γενικότερο πνεύμα της), απ' αυτές που θα κατατάσαμε στον αόριστο χώρο των "σινεφίλ". Σε κάμποσα σημεία μπορεί να σοκαριστείτε, σε άλλα να γελάσετε, δύσκολα όμως θα σας φύγει από το μυαλό ένα τέτοιο φιλμ. Όπως και να το κάνουμε, για μένα παίρνει ήδη τη θέση της σαν μια από τις πιο αξιόλογες του ελληνικού σινεμά. Γι' αυτό και χαίρομαι πολύ για τα βραβεία που πήρε στις Κάννες.
ΥΓ: Το είπαμε και αλλού: Κάτι κινείται φέτος στο ελληνικό σινεμά (και περιμένουμε και τον Οικονομίδη). Μακάρι το ανανεωτικό αυτό πνεύμα να διαρκέσει και να μην είναι μια πρόσκαιρη αναλαμπή.

Τρίτη, Νοεμβρίου 03, 2009

ΣΤΑ ΜΑΚΡΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΦΑΝΤΟΜΑ ΙΙΙ : Ο ΝΕΚΡΟΣ ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΕΙ


Η τρίτη συνέχεια του διαβόητου πλέον Φαντομά ήρθε και πάλι το 1913 και φυσικά δημιουργός της ήταν ο Louis Feuillade (1873-1925) - προφέρεται Φεγιάντ για όσους αναρωτιέστε. Τίτλος του "Le mort qui tue" (Ο νεκρός που σκοτώνει) και αυτή τη φορά είχε κανονική διάρκεια σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα: 90 λεπτά περίπου.
Φυσικά είναι απόλυτη συνέχεια του προηγούμενου. Λειτουργούσε όπως τα σημερινά τηλεοπτικά σίριαλ. Δεν θα μπορούσε δηλαδή κανείς να το παρακολουθήσει αν δεν είχε δει τα προηγούμενα δύο "επεισόδια".
Εδώ ο Φαντομάς γίνεται σατανικότερος από ποτέ. Ενοχοποιεί έναν αθώο για έναν δικό του φόνο. Αλλά οι σεναριακές εκπλήξεις έρχονται μετά. Το πτώμα του ανθρώπου αυτού εξαφανίζεται. Ακολουθεί μια σειρά εγκλημάτων στα οποία όλα τα στοιχεία (δακτυλικά αποτυπώματα κλπ.) δείχνουν ότι έχουν διαπραχτεί από τον νεκρό. Τις έρευνες αυτή τη φορά διεξάγει μόνος του ο δημοσιογράφος Φεντόρ, καθώς ο φίλος του επιθεωρητής Jouve θεωρείται νεκρός από την έκρηξη του προηγουμένου επεισοδίου.
Φυσικά και πάλι η ιστορία έχει πολλές αφέλειες, δικαιολογημένες για την εποχή, ωστόσο το στόρι είναι αρκετά έξυπνο και αρκούντως μακάβριο. Νομίζω ότι με τις βασικές του ιδέες θα μπορούσε να γίνει ένα καλό σύγχρονο θρίλερ. Γενικά, σε σεναριακό επίπεδο πάντα, έχω την αίσθηση ότι τα πράγματα ήταν πιο τολμηρά τότε απ' όσο στο σύγχρονο mainstream σινεμά. Ο "κακός" είναι απόλυτα κακός (δεν διαθέτει καν τη γοητεία ενός Χάνιμπαλ), κάνει ανήκουστα (και συχνά, όπως φαίνεται σε μας τουλάχιστον) άνευ λόγου εγκλήματα και στο τέλος πάντοτε ξεφεύγει, προς μεγάλη θλίψη των καθ' όλα συμπαθών "καλών". Γενικά δε, το επεισόδιο αυτό βλέπεται σήμερα σχετικά πιο άνετα και είναι πιο πολύπλοκο από τα προηγούμενα. Με τα σχετικά μειδιάματα φυσικά για τις τεχνικές δυνατότητες, την αισθητική και τις αφέλειες του 1913.
Ο Φαντομάς είχε φτάσει στο αποκορύφωμα της δημοτικότητάς του. Χιλιάδες άνθρωποι περίμεναν με αγωνία την επόμενη ταινία. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ήταν χωρισμένοι σε υποστηρικτές του Φαντομά και υποστηρικτές των "καλών" και είχαν σημειωθεί και επεισόδια μεταξύ τους! Κάτι σαν σύγχρονοι χούλιγκανς δηλαδή.
Το 1914 ο Feuillade γύρισε άλλες δύο ταινίες με τον ήρωα αυτόν με την ίδια επιτυχία. Η σειρά είχε βάλει τις βάσεις για πολλά πράγματα που σήμερα θεωρούνται κοινότοπα στο σινεμά.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 02, 2009

ΕΡΩΤΑΣ, ΤΣΑΪ, ΑΛΛΑ ΚΥΡΙΑΡΧΗ ΕΙΝΑΙ Η ΕΡΗΜΟΣ


Το "Τσάι στη Σαχάρα" (The sheltering Sky) που γύρισε ο Bernardo Bertolucci το 1990 είναι από τις ταινίες που αγαπώ. Όχι λογικά, αλλά καθαρά συναισθηματικά. Θέλω να πω, ίσως να υπάρχουν κάποια προβλήματα κατανόησης της σχέσης και των πράξεων του πρωταγωνιστικού ζεύγους, ίσως πάλι να υπάρχουν κάποιες ελλείψεις στην αφήγηση, αλλά για μένα η γοητεία της ταινίας βρίσκεται αλλού.
Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Paul Bowles, που από το 1959 επέλεξε να ζήσει στο Μαρόκο, εν μέρει αυτοβιογραφικό, αφού εμπνέεται από τη σχέση του με τη γυναίκα του και επίσης πολύ καλη συγγραφέα Jane Bowles, περιγράφει την ασυνήθιστη σχέση ενός εύπορου καλλιτεχνικού ζευγαριού (συνθέτης αυτός, συγγραφέας εκείνη) που περιπλανιέται άσκοπα στη Σαχάρα και σε άλλα μέρη της βόρειας Αφρικής. Η σχέση τους, πάντοτε αντισυμβατική, μοιάζει να φθίνει μετά από 10 χρόνια γάμου και ο πλούσιος αμερικάνος φίλος που ταξιδεύει μαζί τους θα ανατρέψει κάποιες ισορροπίες. Όσο όμως βυθίζονται στην Αφρική και στην έρημο, τόσο ένα είδος χαύνωσης, παρακμής τους καταλαμβάνει. Τους πολύ καλούς Μάλκοβιτς και Γουίνγκερ τυλίγει η μουσική του Ρουίτσι Σακαμότο, ανάμεικτη με ιθαγενείς μουσικές, φτιάχνοντας ένα μεθυστικό χαρμάνι.
Για μένα - πέρα από τη σχέση του ζεύγους και την οδύσσεια της γυναίκας που ακολουθεί - η ταινία με συναρπάζει από αυτό που περιέγραψα παραπάνω: Το πώς βαθμιαία ο τόπος, συγκλονιστικός ούτως ή άλλως, επιβάλλεται πάνω στους "παρείσακτους" δυτικούς, πώς τους καταπίνει σιγά-σιγά οδηγώντας τους - εκείνον κυρίως - σε μια σταδιακή παραίτηση από τα πάντα, σε ένα ταξίδι δίχως σκοπό και τέλος. Όλο και βαθύτερα, όλο και πιο κοντά στην έρημο και στην υπνωτική γοητεία που εξασκεί.
Ο Bertolucci δημιουργεί μια σειρά από τις ομορφότερες εικόνες που έχουν ποτέ αποτυπωθεί σε φιλμ. Πολλοί μάλιστα τον κατηγόρησαν σαν "δημιουργό καρτ ποστάλ". Δεν ξέρω, αλλά εμένα οι εικόνες αυτές - καρτ ποστάλ ή μη - με συνεπήραν όσο ελάχιστες άλλες. Εικόνες παράξενες, όσο παράξενες είναι οι κουλτούρες των ντόπιων, η γλώσσα τους, τα τραγούδια και οι μουσικές τους, οι συχνά ακατανόητες πράξεις τους. Αυτή η ατμόσφαιρα μυστηρίου, πανέμορφη και συγχρόνως απειλητική και ξένη, γοητευτική και θανατηφόρα, μαγνητική και χαυνωτική, είναι για μένα όλη η ουσία του φιλμ.
Τελειώνοντας θα πω ξανά ότι σπάνια έχω δει τον τόπο, το τοπίο, να επιβάλλεται τόσο πάνω στους ανθρώπους, να είναι ο βασικός πρωταγωνιστής. Γι' αυτό σας συμβουλεύω να μην ψάξετε τόσο τα όσα - συχνά σπαρακτικά - συμβαίνουν ή, τέλος πάντων, ψάξτε τα αργότερα. Και μην απογοητευτείτε από ένα σχετικά ελλειπτικό σενάριο όπου δεν φαίνεται να συμβαίνουν πολλά (ίσως συνειδητά ακολουθεί τους νωχελικούς ρυθμούς του μέρους). Απλώς αφεθείτε στη γοητεία των εικόνων και των ήχων και απολάυστε τα.

Κυριακή, Νοεμβρίου 01, 2009

Η "ΛΕΥΚΗ ΚΟΡΔΕΛΑ" ΚΑΙ Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ


Ο Michael Haneke ήταν πάντοτε ένας μεγάλος σκηνοθέτης, του οποίου οι ταινίες όμως βλέπονται δύσκολα. Εννοώ ότι ενοχλούν βαθιά και σε πολλά επίπεδα. Έτσι και η "Λευκή Κορδέλα" του (Das weisse Band) δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική.
Αυτή τη φορά, με ασπρόμαυρη φωτογραφία, μας μεταφέρει στις αρχές του 20ού αιώνα, σ' ένα γερμανικό χωριό, ήσυχο και ειρηνικό φαινομενικά, όπου αρχίζουν να συμβαίνουν διάφορα παράδοξα περιστατικά βίας. Ο δάσκαλος (ο μόνος ίσως "υγιής" απ' όλους τους χαρακτήρες του φιλμ) είναι ο αφηγητής που προσπαθεί να διελευκάνει την υπόθεση. Φυσικά αυτό που πολύ σύντομα γίνεται αντιληπτό είναι ότι η φιλειρηνική, ήσυχη εικόνα δεν είναι παρά μόνο η απατηλή επιφάνεια. Στο βάθος συμβαίνουν μύρια όσα εφιαλτικά. Ο πυθμένας βρίθει από καλά κρυμένα, σκοτεινά μυστικά. Οι χαρακτήρες (με αποκορύφωμα αυτόν του γιατρού, του οποίου το ξαφνικό ψυχικό "ξεγύμνωμα" σοκάρει) είναι σκληροί, φανατικοί θρησκόληπτοι, βίαιοι, άτεγκτοι. Κι ας μοιάζουν συχνά ειρηνικοί και καλοκάγαθοι.
Και μόνο αυτό το μοτίβο θα αρκούσε σαν "μήνυμα" του φιλμ. Ωστόσο μπορούμε να ανιχνεύσουμε κι άλλα πράγματα. Βασικό επαναλαμβανόμενο στοιχείο είναι η αφόρητη (για τα σημερινά δυτικά δεδομένα τουλάχιστον) καταπίεση των παιδιών, στα οποία είναι απαγορευμένη σχεδόν κάθε χαρά. Τα παιδιά υφίστανται μια εκπαίδευση που τα κάνει να νοιώθουν ένοχα για κάθε ηδονή και ευχαρίστηση. Η αυστηρότητα, η ατσάλινη πειθαρχία και η έλλειψη χαράς παραμονεύουν σε κάθε τους βήμα. Καμιά ανθρώπινη αδυναμία δεν επιτρέπεται στο απάνθρωπο αυτό σύστημα. Και, όπως πάντοτε, βασικοί συντελεστές της καταπίεσης των παιδιών είναι το κλασικό τρίπτυχο σχολείο, εκκλησία, οικογένεια. Η κοινωνικοποίηση και η εκπαίδευση γίνονται εδώ ταυτόσημα με την προσπάθεια κατασκευής ενοχικών, βαθιά συντηρητικών και φοβισμένων με τα πάντα χαρακτήρων.
Το ίδιο το σύστημα εξουσίας του χωριού μοιάζει αρτηριοσκληρωτικό και αμετάβλητο εδώ και αιώνες: Από τη μία η απόλυτη κοσμική εξουσία του βαρώνου, στον οποίο πρακτικά ανήκουν τα πάντα, από την άλλη η εξ ίσου "φασιστική" πνευματική εξουσία του πάστορα, που έχει μια μαζοχιστική αντίληψη για τον χριστιανισμό και για τον οποίο κάθε μικρή, ανθρώπινη παρέκλιση είναι ταυτόσημη με την αμαρτία. Όλα συγκλίνουν σε ένα τελικό αποτέλεσμα: Σε μια ζωή δίχως χαρά.
Κι ερχόμαστε στο χωροχρονικό σημείο που ο Haneke τοποθετεί την ιστορία του: Γερμανία, λίγο πριν την έναρξη του Α' παγκόσμιου πόλεμου. Που σημαίνει ότι αυτά τα παιδιά που βλέπουμε, αυτά που ανατράφηκαν μέσα σ' αυτή την πολιτικοθρησκευτική σκοτεινιά θα γίνουν σε καμιά εικοσαριά χρόνια οι ναζί, αυτοί που υποστήριξαν τον ολοκληρωτισμό, αυτοί που ψήφισαν τον Χίτλερ όταν ακόμα αυτός ήταν ηγέτης κόμματος και κατέβαινε στις εκλογές. Νομίζω ότι τα συμπεράσματα είναι προφανή. Μόνο με τέτοιες ρίζες μπορεί να "ανθίσει" ο φασισμός.
Ο Haneke δεν ενδιαφέρεται τόσο για το "αστυνομικό" μέρος της πλοκής. Μας δίνει μια λύση, η οποία είναι σχετική με τα όσα είπαμε παραπάνω και είναι και συγκλονιστική αν την αναλογιστεί κανείς, αλλά κι αυτή μένει στα όρια της πιθανότητας. Δεν είναι αυτό όμως το ζητούμενο. Τα όσα λέει είναι πολύ βαθύτερα. Και όπως πάντα, τα λέει συχνά με ενοχλητικό τρόπο για τον θεατή.

Σάββατο, Οκτωβρίου 31, 2009

ΣΤΗ ΜΑΚΡΙΝΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΦΑΝΤΟΜΑ ΙΙ: "ΖΟΥΒ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΦΑΝΤΟΜΑ"


Η πρώτη ταινία του Φαντομά γνώρισε τεράστια επιτυχία και ο πρωταγωνιστής της ηθοποιός Ναβάρ είχε γίνει σούπερ σταρ στη Γαλλία. Φυσικό ήταν λοιπόν μέσα στην ίδια χρονιά, το 1913 δηλαδή, ο Louis Feuillade να γυρίσει και δεύτερο μέρος με τίτλο "Ζουβ εναντίον Φαντομά" (ο Juve είναι ο επιθεωρητής - κυνηγός του διαβόητου εγκληματία). Η ταινία έχει διάρκεια μιας περίπου ώρας και είναι συνέχεια της πρώτης, εγκαινιάζοντας έτσι ένα από τα πιο πετυχημένα κινηματογραφικά σίριαλ όλων των εποχών.
Εδώ ξαναβρίσκουμε τους ήρωες του πρώτου μέρους. Τον επιθεωρητή και το φίλο του δημοσιογράφο Φαντόρ, την λαίδη ερωμένη του κακοποιού και φυσικά τον ίδιο τον Φαντομά, που άλλοτε ως ευϋπόληπτος κύριος με μαύρο κοστούμι κι άλλοτε ως εγκληματίας με ολόσωμη μαύρη στολή και μάσκα, σκορπά τον τρόμο. Περισσότερο υποβλητικό από το πρώτο μέρος, διαδραματίζεται σε ένα μεγάλο μέρος του στην εγκαταλειμένη βίλα της λαίδης, τα τεράστια σαλόνια και τα στοιχειωμένα υπόγεια μηχανοστάσια της οποίας αποτελούν ιδανικό σκηνικό για μια ταινία αγωνίας, όπως θεωρούνταν στην εποχή της.
Ο Feuillade, τις πρώιμες αυτές εποχές του σινεμά, μπορεί πλέον να αφηγείται άνετα την ιστορία του και να σκορπά ρίγη στους έκπληκτους θεατές του. Φυσικά οι σεναριακές αφέλειες δεν λείπουν, αλλά, αλλοίμονο, το είπαμε και στην πρώτη συνέχεια και θα το υπενθυμίζουνε διαρκώς, βρισκόμαστε στα 1913 και η γλώσσα της 7ης τέχνης μόλις έχει αρχίσει να σχηματίζεται.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο ο πρωτοπόρος σκηνοθέτης δείχνει με το χρώμα την ώρα και το μέρος της δράσης. Φυσικά το φιλμ είναι ασπρόμαυρο, όλες οι σκηνές όμως είναι μονόχρωμα επιχρωματισμένες ανάλογα με το μέρος και το χρόνο. Έτσι έχουμε σκούρα μπλε μονοχρωμία όταν δείχνουμε υπαίθρια νυχτερινά, πορτοκαλοκίτρινη όταν βρισκόμαστε σε νυχτερινά εσωτερικά, που φωτίζονται από κεριά ή ηλεκτρικό φως κλπ.
Φυσικά στο τέλος ο Φαντομάς θα ξεφύγει και πάλι, όπως πάντα, ανατινάζοντας τη βίλα. Εδώ έχουμε και τις απαρχές των σίριαλ: Η ταινία τελειώνει σε ένα κρίσιμο σημείο, με την ερώτηση "Θα γλυτώσουν άραγε ο επιθεωρητής και ο φίλος του;", αφήνοντας μετέωρο τον θεατή, που διακαώς επιθυμεί το γρηγορότερο δυνατό να παρακολουθήσει τη συνέχεια. Τι νομίζετε; Τα ήξεραν από τότε αυτά τα κόλπα.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 30, 2009

ΨΥΧΗ ΒΑΘΙΑ, ΕΦΙΑΛΤΙΚΟΣ ΣΠΑΡΑΓΜΟΣ


Η "Ψυχή Βαθιά" του Παντελή Βούλγαρη έχει ήδη ξεσηκώσει κάποιες αντιδράσεις και έχει επίσης κόψει αρκετά εισιτήρια. Το ΚΚΕ και το ΛΑΟΣ ενοχλήθηκαν και οι κριτικοί ήταν μάλλον χλιαροί. Εμένα πάλι μάλλον μου άρεσε, αλλά έχω και κάποιες αντιρρήσεις. Όχι πάντως αυτές του ΚΚΕ και (αυτό μας έλειπε) καθόλου, μα καθόλου αυτές του Άντωνι και της παρέας του.
Η ταινία βλέπει τον τραγικό ελληνικό εμφύλιο από την ανθρώπινη και όχι από την ιστορική του πλευρά. Την ενδιαφέρει κυρίως η κόλαση, η φρίκη του πολέμου και μάλιστα ενός εμφυλίου πολέμου, που, ως γνωστόν, είναι χειρότερος. Οπότε κατά βάση είναι κυρίως μια αντιπολεμική ταινία. Όντως θα μπορούσε να μην είναι ο ελληνικός εμφύλιος, αλλά ένας οποιοσδήποτε εμφύλιος πόλεμος, σε οποιαδήποτε εποχή. Αυτό ερμηνεύτηκε από μερικούς κριτικούς ως "έλλειψη βάθους". Έλλειψη ιστορικού βάθους, ναι, αλλά ήταν νομίζω εξ αρχής επιλογή του σκηνοθέτη να μη μιλήσει για το ιστορικό πλαίσιο, για το ποιος έφταιγε, το ποιος και γιατί το ξεκίνησε, για τις βαθύτερες αιτίες, αλλά, όπως είπαμε, να δει την ανθρώπινη, συναισθηματική πλευρά της τραγωδίας. Προσωπικά πιστεύω ότι αυτό είναι δικαίωμα του σκηνοθέτη (του κάθε σκηνοθέτη) και εφ' όσον αυτό είναι σαφές δεν μπορεί να κατηγορείται. Πρόκειται για σνειδητή επιλογή.
Αν τώρα, καλώς ή κακώς, κάνεις αυτή την επιλογή, είναι λογική συνέπεια να κρατήσεις ίσες αποστάσεις από τα αντιμαχόμενα μέρη. Διότι προφανώς η φρίκη και η τραγωδία μοιράζονται απλόχερα και στις δύο πλευρές και, σε ανθρώπινο επίπεδο, υπάρχει μόνο δυστυχία. Σε επίπεδο απλού στρατιώτη παύουν να υπάρχουν θύτες και θύματα. Μόνο θύματα. Σε επίπεδο εξουσίας βέβαια και ηγετικών ομάδων και συμφερόντων, τα πράγματα αλλάζουν. Αλλά το φιλμ δεν θέλησε να ασχοληθεί μ' αυτό. Αν και δείχνει ξεκάθαρα το βρώμικο ρόλο των αμερικάνων (για μια ακόμα φορά), που και κουμάντο έκαναν και Ναπάλμ δοκίμασαν για πρώτη φορά παγκοσμίως στο Γράμμο. Έτσι λοιόν ο σκηνοθέτης κάνει εμφανώς τα πάντα να κρατήσει ίσες αποστάσεις. Όλα είναι μοιρασμένα. Και η φρίκη (γιατί το φιλμ συχνά γίνεται σκληρό, έως και δυσβάσταχτο), και οι ελάχιστες, σύντομες χαρές, ακόμα και ο χρόνος που αφιερώνεται σε κάθε πλευρά.
Βλέποντάς το λοιπόν από τη σκοπιά αυτή, το βρήκα καλογυρισμένο. Κρατά τον θεατή και καταφέρνει σε πολλά σημεία να τον συγκινήσει. Γενικά το θεωρώ καλή ταινία. Αυτή όμως η περί συγκίνησης παρατήρηση είναι και η αντίρρησή μου. Ναι, είναι συγκινητικό (και καλά κάνει, είναι τέτοιο το θέμα του, είναι και τα δυο αδέλφια - παιδιά σχεδόν - που πολεμούν σε αντίθετα στρατόπεδα), αλλά βρήκα ότι παραείναι συγκινητικό. Είναι σαν να πάσχει από ένα διαρκές συναισθηματικό overdose, σα να πασχίζει διαρκώς να σε κάνει να βουρκώσεις. Και επειδή ο Βούλγαρης είναι έμπειρος σκηνοθέτης, μερικές φορές τα καταφέρνει. Εκτός του υπερβολικού συναισθηματισμού, η άλλη μου ένσταση είναι στην ηθοποιία. Όχι όλων, αλλά πολλοί από τους ήρωες μιλάνε σα να απαγγέλουν σχολικό ποίημα. Δεν μιλάω για τις ατάκες που λένε, αλλά για το πώς τις λένε. Εδώ νομίζω ότι ο Βούλγαρης έχει χάσει κάμποσες φορές το παιχνίδι.
Όσο για την ανοιχτά συμφιλιωτική θέση του, επιτρέψτε μου να μην πάρω θέση. Είναι όπως το βλέπει ο καθένας (και εδώ και μόνο μπορώ να δεχτώ καποιες από τις αντιρρήσεις του ΚΚΕ). Ο Βούλγαρης, χαμηλότονος πάντοτε, είναι υπέρ της απόλυτης συμφιλίωσης των δύο πλευρών. Άλλοι πάλι, που θεωρούν ότι η εκμετάλλευση και τα καπιταλιστικά δεινά συνεχίζονται, όχι. Μπορώ να το καταλάβω.
Συνολικά πάντως το βρήκα ενδιαφέρον παρά τις ενστάσεις μου. Και μάλλον καλά έκανε και έδειξε την τραγική πλευρά. Διάβολε, 70000 σκοτώθηκαν στον εμφύλιο και το πληρώναμε αυτό για τουλάχιστον 30 χρόνια μίσους. Ακόμα δεν έχουν επουλωθεί όλες οι πληγές. Δεν μπορεί κανείς να το παραβλέψει αυτό.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 29, 2009

Η ΤΖΟΥΛΙ, Η ΤΖΟΥΛΙΑ ΚΑΙ Η ΚΟΥΖΙΝΑ


Η Nora Ephron, άλλοτε σαν σεναριογράφος και άλλοτε σαν σκηνοθέτης (ή και τα δύο) ανέκαθεν ειδικευόταν στο είδος που αποκαλούμε κομεντί, και δη αισθηματική. Και μερικές φορές είχε διαπρέψει σ΄ αυτό (θυμηθείτε ότι ήταν η σεναριογράφος του "Όταν ο Χάρι γνώρισε τη Σάλι"). Το "Julie & Julia" είναι μια γαστριμαργική κομεντί, που κάτι πάει να πιάσει από τις καλές στιγμές της, αλλά δεν τα καταφέρνει απόλυτα κατά τη γνώμη μου.
Βασισμένο σε δύο αληθινές ιστορίες, αυτή της διάσημης αμερικανίδας "Βέφας" της δεκαετίας του 50 Τζούλια Τσάιλντς, που έζησε κυρίως στο Παρίσι και έγραψε έναν διασημότατο και ογκώδη τσελεμεντέ και της σύγχρονης Τζούλι, που δημιούργησε ένα μπλογκ στο οποίο περίεγραψε το πώς μαγείρεψε και τις 520τόσες συνταγές της παλιότερης Τζούλια μέσα σε έναν χρόνο (365 μέρες δηλαδή) και έκανε μπεστ σέλλερ, η ταινία, όπως εύκολα αντιλαμβάνεστε, είναι έντονα κουζινοκεντρική. Και μάλιστα με βάρος στη νοστιμότατη γαλλική κουζίνα. Έτσι αν είστε γκουρμέ το φιλμ αποτελεί must. Αν τώρα το φαγητό - το καλό φαγητό μάλλον - δεν αποτελεί το άλφα και το ωμέγα της ζωής σας και δείτε το όλο πράγμα πιο ψύχραιμα, νομίζω ότι θα παρακολουθήσετε ένα συμπαθητικό αρχικά φιλμ, το οποίο όμως όσο περνά η ώρα γίνεται σχετικά βαρετό. Εντοπίζω το μεγαλύτερο πρόβλημά του στη διάρκεια: Διάβολε, τι τα ήθελε τα 123 ολόκληρα λεπτά για να μας περιγράφει συνταγές, κάποιες αισθηματικές / συναισθηματικές καταστάσεις και εμπλοκές, καθώς και τον αδιάκοπο αγώνα για τη διασημότητα; (τόσο η παλιότερη και η καινούρια επιθυμούν όσο τίποτα άλλο να εκδώσουν το βιβλίο τους). Το "Όσα παίρνει ο άνεμος" σε κουζίνα νόμιζε ότι γύριζε; Α, ναι, το πιάτο πασπαλίζεται και με λίγη πολιτική εξ αιτίας των αναφορών στον σχεδόν φασίστα γερουσιαστή Μακάρθι των 50ς και τα προβλήματα που αυτός έφερε στη ζωή της παλιότερης Τζούλιας και του διπλωμάτη συζύγου της. Βρήκα και κάπως ενδιαφέρουσα τη σταδιακή μετατροπή του στοιχήματος που έβαλε η νεότερη Τζούλι με τον εαυτό της και το σχετικό dead line που του έδωσε (του εαυτού της) σε κανονική εμμονή που κάποια στιγμή απειλεί να καταστρέψει τη ζωή της. Τα κάνω κι εγώ κάτι τέτοια. Κατά τα άλλα όμως...
Βέβαια η Μέριλ Στριπ είναι πάντοτε μια εξαίρετη ηθοποιός και είναι ικανή να μεταμορφώνεται σε οτιδήποτε απαιτεί ο ρόλος της. Υπάρχει επίσης και αρκετό χιούμορ. Και, εντάξει, συμπαθητικό είναι το συνολικό αποτέλεσμα, αλλά, ξαναλέω, και κουραστικό, τουλάχιστον για μένα. Σίγουρα πάντως δεν πρόκειται για την καλύτερή μου. Αφείστε που η ταινία μας αφήνει με τη γεύση ότι όλος ο κόσμος μπορεί κάθε μέρα να μαγειρεύει αστακούς ή boeuf burgignon...

Τετάρτη, Οκτωβρίου 28, 2009

ΚΑΛΟΙ ΚΑΙ ΚΑΚΟΙ ΕΞΩΓΗΙΝΟΙ ΣΤΟ "ΝΗΣΙ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΓΗ"


Φαντάζομαι ότι γνωρίζετε την ύπαρξη των περίφημων (αστείων ως επί το πλείστον σήμερα) b-movies επιστημονικής φαντασίας των 50ς. Το είδος είχε τότε γνωρίσει μεγάλες δόξες, αλλά μόνο πολύ λίγα από τα φιλμ αυτά αντέχουν σήμερα. Χαρακτηριστικό b-movie της εποχής, εντυπωσιακότατο για τότε, είναι και το "This Island Earth" του 1955 του Joseph M. Newman (1909-2006).
Η ταινία βάσισε τη φήμη της στα εφφέ της και στο έγχρωμο σινεμασκόπ, που τα έκανε ακόμα εντυπωσιακότερα. Μην περιμένετε φυσικά να εντυπωσιαστείτε και σεις βλέποντάς την σήμερα. Η σύγχρονη τεχνολογία τα έχει κάνει να φαίνονται μάλλον αστεία. Ωστόσο ο ξένος πλανήτης και η υπόγεια πόλη του ασκούν μέχρι σήμερα μια παλιομοδίτικη γοητεία με τα ζωγραφισμένα σκηνικά τους. Επίσης οι διαφανείς κάθετοι σωλήνες στους οποίους μπαίνουν οι γήινοι για να αντέξουν το ταξίδι επηρέασαν τον περίφημο τρόπο διακτινισμού του Star Trek 10 χρόνια αργότερα.
Όσο για το στόρι, είναι τυπικό των 50ς, αν και δεν ανήκει στα ύπουλα καλυμμένα ψυχροπολεμικά και αντισοβιετικά σενάρια που ήταν αρκετά συχνά τότε. Εξωγήινοι έρχονται μυστικά στη γη, μαζεύουν τους καλύτερους επιστήμονες και πασχίζουν να βρουν τρόπο να αντιμετωπίσουν την εχθρική απειλή που δέχεται ο πλανήτης τους. Κάποια στιγμή θα πάρουν ένα ζεύγος (φυσικά) απ' αυτούς μαζί τους, τα πράγματα όμως έχουν πια φτάσει στο χείλος της καταστροφής. Κάποιο ενδιαφέρον έχει πάντως το ότι οι εξωγήινοι δεν παρουσιάζονται ως συνήθως σαν κακοί. εδώ υπάρχει μια επαμφοτερίζουσα προσέγγιση, κάπου ανάμεσα, ενώ ένας τουλάχιστον απ' αυτούς είναι σαφώς "καλός".
Φυσικά η ιστορία βρίθεια από σεναριακές αφέλειες που σήμερα συχνά προκαλούν γέλιο. Όλα γίνονται πολύ εύκολα, οι εξωγήινοι είναι 5-6 όλοι κι όλοι (τόσους περίπου βλέπουμε και στον πλανήτη), η κοπέλα ουρλιάζει συστηματικά, υπάρχουν ατάκες όπως "ένας κομήτης που έγινε πλανήτης" (!!!) και κάμποσα άλλα τέτοια. Υποθέτω όμως ότι δεν βλέπετε τέτοια φιλμ αναζητώντας επιστημονική αληθοφάνεια. Μόνο απλή ψυχαγωγία και την παλιομοδίτικη γοητεία που προαναφέραμε.
Συνολικά πάντως νομίζω ότι μάλλον δεν είναι από τα καλά φιλμ του είδους, αν και, όπως είπαμε, είχε εντυπωσιάσει στη εποχή του. Αναζητείστε καλύτερα ταινίες όπως οι "Όταν η Γη σταμάτησε", το "Forbiden Planet" και μερικά άλλα, που σαφώς αντέχουν περισσότερο.

Τρίτη, Οκτωβρίου 27, 2009

ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΗΣ ΣΚΟΤΕΙΝΗΣ ΠΛΕΥΡΑΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ


Επιτέλους! Το "Moon" του Duncan Jones (γιου του Ντέιβιντ Μπόουι, αν δεν το ξέρετε ακόμα) είναι μια αληθινή ταινία επιστημονικής φαντασίας. Εννοώ μια ταινία ΕΦ που δεν βασίζεται στην άνευ ουσίας επίδειξη εφφέ ούτε στη δράση και τα διαστημικά ή μη κυνηγητά, αλλά στο σενάριο και την ουσιαστική σκηνοθεσία, που αναδεικνύει όλες τις δυνατότητες του μάλλον απλού, hitech σκηνικού. Μελαγχολική ατμόσφαιρα, κορυφώσεις εκεί που χρειάζεται, πολύ καλή ηθοποία από τον Σαμ Ρόκγουελ και... μια από τις καλύτερες ταινίες του είδους των τελευταίων ετών.
Και συγχρόνως το φιλμ θέτει πολλά προβλήματα για να τραφεί η σκέψη του θεατή: Η ανθρώπινη μοναξιά, η φύση των αναμνήσεων, η κλωνοποίηση και οι πιθανές της επιπτώσεις, ο ρόλος της τεχνολογίας, ο ρόλος των μεγάλων εταιριών, ο άνθρωπος αντιμέτωπος με τον εαυτό του και πολλά άλλα. Κάτι μεταξύ "2001: Οδύσσεια του Διαστήματος" και "Σολάρις" θα έλεγα, πλην όμως νομίζω ότι έχει αφομοιώσει δημιουργικά τις ιδέες αυτών και πολλών άλλων φιλμ ΕΦ, ώστε τελικά να γίνεται κάτι δικό του, αυτόνομο και δυνατό. Και ενώ πρόκειται κατά βάση για έναν άνθρωπο μόνο (;), κλεισμένο σ' ένα διαστημικό σταθμό στη σκοετεινή πλευρά του φεγγαριού, δεν νομίζω ότι θα υπάρξει κάποιος θεατής που θα πλήξει. Αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο επίτευγμα του Jones. Γιατί, τελικά, νομίζω ότι δεν είναι μόνο το καλό σενάριο, αλλά και η σκηνοθεσία του που κρατά ψηλά το σασπένς στο φιλμ.
Είχα καιρό να ευχαριστηθώ τόσο ταινία ΕΦ και, τελικά, το Moon επιβεβαιώνει την άποψή μου ότι σαφώς δεν είναι ο καταιγισμός εντυπωσιακών σκηνών, τεράτων, εξωγήινων και περίεργων σκαφών που κάνουν μια καλή ταινία του είδους. Και να φανταστείτε ότι είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Jones. Αν συνεχίσει έτσι, θα πρέπει να πρακολουθούμε με πολύ ενδιαφέρον τα επόμενα βήματα της πορείας του.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 26, 2009

ΜΥΡΙΕΛ ΜΕΤΑΞΥ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΒΑΡΕΜΑΡΑΣ


Ο Alain Resnais ήταν πάντοτε ένας εγκεφαλικός σκηνοθέτης. Έχει φυσικά κάνει εξαιρετικές ταινίες, κάποιες φορές όμως όλη αυτή η εγκεφαλικότητα ή "λογοτεχνικότητα" αν θέλετε, αποβαίνει σε βάρος του έργου. Τέτοιο παράδειγμα για μένα είναι η "Muriel ou Le temps d'un retour" του 1963. Όπου ένας νεανικός μεγάλος έρωτας εμφανίζεται στη ζωή της ηρωίδας (στα 50 τους πλέον και οι δύο), που ζει στην επαρχία με τον θετό της γιο.
Συναντήσεις, πολλά πρόσωπα, μπερδεμένες σχέσεις, ερωτικές και μη, αναμνήσεις πάνω απ' όλα και πολύ, πολύ μπλα - μπλα συνθέτουν ένα φιλμ το οποίο, ας με συγχωρήσει ο κύριος Ρενέ, με κούρασε αρκετά και με έκανε να κοιτώ κάθε λίγο την ώρα. Στατική σκηνοθεσία, πολλά εσωτερικά και ανορθόδοξο μοντάζ, που κόβει συνεχώς τη δράση και πετιέται σε κάποια άλλη, παράλληλη, θέλοντας να δείξει πράγματα που συμβαίνουν ταυτόχρονα, συμβάλλουν στην όλη βαρεμάρα. Και επί πλέον η πανέμορφη Ντελφίν Σερίγκ, δροσερή και ακμαία, δεν πείθει καθόλου για την υποτιθέμενη σεναριακή ηλικία της, παρά τις λίγες τούφες γκρίζων μαλλιών που της έχουν προστεθεί.
Νομίζω ότι κυρίως η ταινία μιλά για τις αναμνήσεις και για τον σημαντικό ρόλο τους στο παρόν των ανθρώπων. Αποσπασματικά συμβάντα από τον παλιό, φλογερό έρωτα των δύο πρωταγωνιστών (και μπερδεμένα αισθήματα του ενός για τον άλλον στο παρόν), στοιχειώνουν την τωρινή τους σχέση. Πάνω απ' όλα όμως η ανάμνηση του βασανισμού μιας γυναίκας στην Αλγερία στοιχειώνει το παρόν του θετού γιου, βετεράνου του πολέμου αυτού (η Αλγερία για τους Γάλλους είναι ό,τι ακριβώς το Βιετνάμ - και σε λίγο και το Ιράκ - για τους Αμερικάνους). Και από κοντά αναμνήσεις για το πώς ήταν παλιότερα η πόλη και πώς διαμορφώνεται τώρα. Καλά όλα αυτά, αλλά...
Όταν το γαλλικό σινεμά είναι βαρετό, ε, τότε είναι πολύ βαρετό. Κατά τη γνώμη μου βρισκόμαστε μπροστά σε μια τέτοια περίπτωση. Κι ας πρόκειται για φιλμ ενός μεγάλου (αλλά πάντοτε κάπως στριφνού) δημιουργού.

Κυριακή, Οκτωβρίου 25, 2009

ΜΙΑ ΥΠΕΡΟΧΗ ΖΩΗ; ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΥΤΟ;


Για πολλούς το "It's a Wonderful Life" (Μια Υπέροχη Ζωή) του 1946 του Frank Capra (1897-1991) είναι η απόλυτη αμερικάνικη ταινία. Ή, αν θέλετε, η αποκορύφωση της χολιγουντιανής τέχνης. Πράγμα που σημαίνει βέβαια, βλέποντας τα πράγματα από τη δική μας, όχι πλέον αθώα, σκοπιά, ότι εκτός από την εγγυημένη απόλαυση μπορεί να εμπεριέχονται σ΄ αυτήν και πολλά ψέματα.
Σίγουρα το φιλμ βλέπεται ευχάριστα μέχρι σήμερα. Ο Capra, από τους πιο χαρακτηριστικούς αμερικανούς σκηνοθέτες, ξέρει καλά να σε κάνει να περνάς "υπέροχα", να συνδυάζει με άψογο τρόπο συγκίνηση, αισιοδοξία, πίστη τόσο στον άνθρωπο όσο και στη θεία πρόνοια, χιούμορ και, φυσικά, μια τελική feel good γεύση.
Η ιστορία του αγγέλου που κατεβαίνει στη γη για να σώσει έναν άνθρωπο που ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει, η οποία γρήγορα μετατρέπεται σε flash back αφήγηση της ζωής του ξεχωριστού αυτού ανθρώπου και του πώς έφτασε ως εκεί, αν και πάντοτε θυσιαζόταν για τους άλλους και έκανε τους πάντες να τον συμπαθούν, έχει αναμφισβήτητα συγκινήσει και ψυχαγωγήσει εκατομμύρια ανθρώπους. Και καλά κάνει. Αλλά αυτό δεν μας εμποδίζει να ανακαλύψουμε και τις σκοτεινές πτυχές της.
Φυσικά όλη αυτή η λαμπρή κατασκευή στηρίζεται στην απόλυτη πίστη στη θεία πρόνοια. Ο ίδιος ο Θεός, ούτε λίγο ούτε πολύ, παρεμβαίνει για να σώσει τον θαυμάσιο αυτό άνθρωπο. Αν λοιπόν δεν το πιστεύετε αυτό (εδώ που τα λέμε δεν γνωρίζω και πολλές περιπτώσεις που έχει συμβεί), ενυπάρχει από την αρχή κάποιος σκεπτικισμός. Αυτό όμως είναι το στοιχείο του παραμυθιού, που αν αποδεχτούμε τις συμβάσεις του, παύει να μας ενοχλεί. Πιο συζητήσιμη στο φιλμ είναι η απόλυτη πίστη στην ανθρώπινη καλωσύνη. Φοβάμαι ότι είναι "πολύ καλό για να είναι αληθινό". Η τελευταία σκηνή (που δεν θα σας αποκαλύψω γιατί πάντοτε υπάρχουν και κάποιοι που δεν την έχουν δει), είναι ικανή ακόμα και να κάνει ένα δάκρυ να κυλήσει από το μάτι σου, αλλά δυστυχώς μάλλον δεν θα μπορούσε να συμβεί. Τα παραδείγματα είναι άπειρα γύρω μας. Γίνεται πάντως κι αυτή αποδεκτή σαν μια νότα υπέρμετρης αισιοδοξίας, που βέβαια είναι η κορωνίδα του feel good αισθήματος που προανέφερα. Περισσότερο ενδιαφέρον για μένα παρουσιάζει το ερώτημα του αν πρόκειται όντως για μια "υπέροχη ζωή". Θέλω να πω, είναι δίκαια όλη αυτή η εξύμνηση της οικογένειας, του τόπου όπου γεννήθηκες και απ' όπου δεν κατάφερες ποτέ να ξεκολλήσεις, των υποχρεώσεων (ή "υποχρεώσεων") που έχει κανείς - ή που πιστεύει ότι έχει; Ο ήρωας πνίγει σε ολόκληρη τη ζωή τα όνειρά του, παγιδεύεται για πάντα στη μικρή του πόλη, κάνει μια δουλειά που δεν του αρέσει, βουλιάζει στην καθημερινότητα. Όλη η ταινία είναι φτιαγμένη για να "παρηγορήσει" τον θεατή, να τον κάνει να εκτιμήσει αυτές τις καθημερινές, συμβατικές, απόλυτα κοινότοπες αξίες, να αποδεχτεί σαν κάτι πραγματικά μεγάλο την θυσία των ονείρων στον καθημερινό κομφορμισμό. Χμμμ... θα μου επιτρέψετε να έχω τις αντιρρήσεις μου.
Μη νομίζετε όμως ότι παρακινώ τους λίγους που ακόμα δεν την έχουν δει να μη δουν την ταινία. Κάθε άλλο. Είναι, το είπαμε, το Χόλιγουντ στο απώγειό του, είναι το απόλυτο παραμύθι και κατά τη γνώμη μου καταφέρνει να κρατά τον σύγχρονο θεατή όπως τότε που πρωτοκυκλοφόρησε. Είτε συμφωνείτε λοιπόν με τα όσα πρεσβεύει είτε διαφωνείτε, η "Υπέροχη Ζωή" παραμένει απόλυτα κλασικός αμερικάνικος κινηματογράφος.

Σάββατο, Οκτωβρίου 24, 2009

Η ΦΡΙΚΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΗΝ "ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ"


Το "City of life and death" (γνωστό και ως "Nankig Nanking") είναι μια κινέζικη ταινία του 2009 του Chuan Lu, η οποία, σαν πρώτη προειδοποίηση, βλέπεται δύσκολα. Όχι επειδή είναι κακή, αλλά επειδή είναι κοντά δυόμιση ώρες, ασπρόμαυρη και, κυρίως, λόγω του εφιαλτικού της θέματος.
Αρχικά όμως λίγη απαραίτητη ιστορία. Το 1937, κατά τη διάρκεια του σινοϊαπωνικού πολέμου, οι γιαπωνέζοι κατέλαβαν μετά από σκληρές μάχες το Νανκίνγκ, τότε πρωτεύουσα της Κίνας. Για αρκετές εβδομάδες που ακολούθησαν επικράτησε η απόλυτη φρίκη. Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, τόσο αιχμάλωτοι πολέμου όσο και άμαχοι, σφαγιάστηκαν εν ψυχρώ (αρκετοί μάλιστα θάφτηκαν ζωντανοί σε ομαδικούς τάφους), γυναίκες βιάστηκαν, πολλές χιλιάδες κλείστηκαν σε φριχτά στρατόπεδα συγκέντρωσης κλπ. Προφανώς οι γιαπωνέζοι δεν γνώριζαν ή δεν αποδέχονταν το λεγόμενο δίκαιο του πολέμου, που, αν μη τι άλλο, απαγορεύει την εκτέλεση αιχμαλώτων και το οποίο σε γενικές γραμμές τηρείται - με κάμποσες εξαιρέσεις φυσικά. Το τεράστιο αυτό έγκλημα είναι πασίγνωστο στους κινέζους (και στους γιαπωνέζους υποθέτω), αλλά σχεδόν άγνωστο στη Δύση.
Φανταστείτε λοιπόν μια σχεδόν τρίωρη ασπρόμαυρη ταινία που καταγράφει, ενίοτε με ντοκιμαντερίστικο τρόπο, τα εφιαλτικά γεγονότα. Το πρώτο μισάωρο περίπου δείχνει τη μάχη για την κατάληψη της πόλης, όπου τίποτα σχεδόν δεν έμεινε όρθιο. Και μόνο αυτό αρκεί για να μισήσει κανείς βαθύτατα τον πόλεμο και την παράνοιά του. Στη συνέχεια όμως τα πράγματα γίνονται πιο στενόχωρα, δυσβάσταχτα θα έλεγα, καθώς αρχίζει ο εγκλεισμός, οι ταπεινώσεις και βέβαια οι μαζικές εκτελέσεις. Οι ήρωες είναι πολλοί, άλλοι φανταστικοί και άλλοι υπαρκτά πρόσωπα. Ταυτόχρονα με τη γενική κόλαση, παρακολουθούμε και πολλές μικρές ή μεγάλες προσωπικές ιστορίες - οι περισσότερες με τραγική κατάληξη. Αυτό που προκαλεί έκπληξη μάλιστα είναι ότι ένας από τους λίγους "καλούς" στην ιστορία (εκτός από έναν γιαπωνέζο αξιωματικό που έχει τύψεις για όσα συμβαίνουν), είναι ένας ηλικιωμένος ναζί, που για πολλά χρόνια ζούσε και έκανε μπίζνες στην Κίνα, συνεργαζόμενος με πολλους ντόπιους, ο οποίος, μη πιστεύοντας στα μάτια του από τον εφιάλτη που καθημερινά αντίκρυζε, προσπάθησε όσο μπορούσε να σώσει όσο περισσότερους κινέζους ήταν δυνατό (οι γιαπωνέζοι ήταν ήδη σύμμαχοι με τη ναζιστική γερμανική κυβέρνηση, οπότε αυτός είχε πλήρη ελευθερία και δεν τον πείραζε κανείς). Τελικά κατάφερε να σώσει λίγους, ώσπου ανακλήθηκε από την κυβέρνησή του, την οποία είχε επανειλλημένα ειδοποιήσει για τα τραγικά γεγονότα. Χάρη μάλιστα στα απομνημονεύματα του ανθρώπου αυτού, του δρ. Ράμπε, είναι κάπως γνωστή αυτή η φρίκη στη Δύση.
Δυνατή, έως και συγκλονιστική, η ταινία σαν ντοκουμέντο, απόλυτα αντιπολεμική φυσικά, παραμένει όμως δύσκολο να ειδωθεί. Αν επιμένετε... Εγώ πάντως σας προειδοποίησα.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 23, 2009

ΣΤΗ ΜΑΚΡΙΝΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΦΑΝΤΟΜΑ 1: "ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΓΚΙΛΟΤΙΝΑΣ"


Βρισκόμαστε πίσω, πολύ πίσω, στα 1913, στην αυγή του σινεμά. Ο γάλλος Louis Feuillade (1873-1925), από τους πρώτους σκηνοθέτες του κινηματογράφου, έχει ήδη στο ενεργητικό του εκατοντάδες (!) ταινίες, μικρού μήκους φυσικά, αφού γυρίζει από το 1906 (και στην εποχή αυτή μπορεί να γύριζαν μία ταινία κάθε 1-2 μέρες). Τότε, στα 1913, γυρίζει τον πρώτο "Φαντομά", με υπότιτλο "Στη σκιά της γκιλοτίνας" (Fantômas - À l'ombre de la guillotine). Εγκαινιάζει έτσι μια σειρά 5 ταινιών με τον σατανικό ήρωα που γνωρίζουν τεράστια επιτυχία και είναι από τα πρώτα κινηματογραφικά "σίριαλ".
Η πρώτη αυτή ταινία διαρκεί 54', διάρκεια που θεωρούνταν μεγάλη για την εποχή. Ο Φαντομάς ήταν ήδη πολύ γνωστός και πετυχημένος ήρωας από μια σειρά βιβλίων των Pierre Souvestre και Marcel Allain του είδους που σήμερα θα αποκαλούσαμε pulp. Η μεταφορά τους στο νεογέννητο λοιπόν σινεμά ήταν θέμα χρόνου.
Ο Φαντομάς είναι ο "αυτοκράτορας του εγκλήματος". Τον κυνηγά μόνιμα ο επιθεωρητής Jouve με βοηθό τον φίλο του δημοσιογράφο Fandor. Στο τέλος όμως πάντοτε καταφέρνει να ξεφεύγει και να συνεχίζει ακάθεκτος την εγκληματική του σταδιοδρομία. Σ' αυτή την πρώτη ταινία, μετά από ληστεία και φόνο ο Φαντομάς έχει συλληφθεί. Λίγο πριν οδηγηθεί στη γκιλοτίνα όμως, καταφέρνει να δραπετεύσει αφήνοντας στη θέση του έναν σωσία του ηθοποιό, ο οποίος ενσαρκώνει ακριβώς τον Φαντομά στο θέατρο.
Φυσικά η ταινία απευθύνεται μόνο στους "αρχαιολόγους" του σινεμά, για όσους ενδιαφέρονται για την ιστορία του. Ωστόσο ο Feuillade είναι καλός σκηνοθέτης, ένας από τους πρώτους σημαντικούς στην ιστορία, ξέρει να αφηγείται και διατηρεί μέχρι σήμερα έναν στρωτό ρυθμό (στην εποχή του θεωρούνταν ότι διέθετε μεγάλο σασπένς). Αυτό που μέχρι τις μέρες μας προκαλεί εντύπωση είναι ο χαρακτήρας του Φαντομά. Δεν είναι ο αριστοκρατικός, γοητευτικός κακός, όπως ο Αρσέν Λουπέν. Ο Φαντομάς είναι ένας αληθινός άγριος εγκληματίας που δολοφονεί ανύποπτες γυναίκες, απαγάγει και στραγγαλίζει πλούσιους, κάνει ληστείες και κλοπές και δεν διστάζει να κατηγορεί αθώους για τα εγκλήματά του. Ο σημερινός εμπορικός κινηματογράφος αποφεύγει τέτοιους αδίστακτους κακούς όταν είναι αυτοί οι πρωταγωνιστές και όχι οι "καλοί" διώκτες τους.
Με έκπληξη διάβαζα στην IMDB μια σοβαρή κριτική που μιλά για σεναριακές αφέλειες, αλλαγές από το βιβλίο κλπ. λες και πρόκειται για σύγχρονο φιλμ. Διάβολε, είναι ταινία του 1913, μια από τις πρώτες "μεγάλου μήκους". Η ίδια η κάμερα κινιόταν ακόμα σχετικά δύσκολα. Δεν μπορεί κανείς να περιμένει σασπένς, εφφέ, ηθοποιίες, έλλειψη σεναριακών ευκολιών κλπ. όπως από ένα σύγχρονο φιλμ. Για την εποχή του είναι κάτι σαφώς ξεχωριστό και σημαντικό. Αλλά, το είπα και στην αρχή: Μην περιμένετε να συγκινηθείτε ή να τρομάξετε. Σήμερα το βλέπουν για ιστορικούς και μόνο λόγους όσοι σκαλίζουν τις ρίζες της τέχνης του κινηματογράφου.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 21, 2009

ΡΑΤΣΙΣΤΕΣ ΧΑΜΗΛΩΝ ΤΟΝΩΝ ΣΤΗΝ "ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ"


Επιτέλους. Κάτι φαίνεται να ξυπνά στο ελληνικό σινεμά. Η "Ακαδημία Πλάτωνος" (2009) του Φίλιππου Τσίτου, με έναν πολύ καλό Αντώνη Καφετζόπουλο, είναι απλή, τίμια και χαμηλότονη. Και πάνω απ' όλα συμπαθέστατη. Θέμα της ο ρατσισμός. Και ταυτόχρονα μια ρεαλιστική καταγραφή της μίζερης πλευράς της ελληνικής καθημερινότητας.
Μη συμπεράνετε απ' όλα αυτά ότι έχουμε να κάνουμε με κανένα σπαρακτικό δράμα. Μάλλον στις κωμωδίες - σκεπτόμενες ωστόσο - θα την κατέτασα, καθώς υπάρχει αρκετό χιούμορ. Δίχως αυτό να αναιρεί στο παραμικρό το ότι η ταινία μπορεί κάλλιστα να ενταχτεί και σ' αυτό που λέμε "κοινωνική". Αλλά, το είπαμε, με χιούμορ.
Αυτό που κυρίως τη χαρακτηρίζει είναι οι χαμηλοί τόνοι. Ρατσισμός και χιούμορ λοιπόν, αλλά μη φανταστείτε ούτε κάτι ξεκαρδιστικό, ούτε φοβερή πλοκή, ανατροπές, κορυφώσεις. Όλα προχωράν σε χαλαρούς ρυθμούς, όπως ακριβώς η μίζερη καθημερινότητα των ρατσιστών ηρώων ψιλικατζίδων, που "σκοτώνουν μύγες" όλη τη μέρα στα μαγαζάκια τους σχολιάζοντας τα πάντα γύρω τους - και κυρίως τους αλβανούς. Ούτε όμως και αντιρατσιστικές κορώνες να περιμένετε. Ούτε εγκλήματα υπάρχουν, ούτε θεαματικές μετάνοιες. Αυτό ακριβώς το χαμηλότονο, το ρεαλιστικό στοιχείο, είναι που με γοήτευσε.
Η ταινία ασχολείται μ' αυτό το είδος ρατσισμού που δεν οφείλεται σε ιδεολογία (οι ήρωες δεν είναι χρυσαυγίτες ή κάτι τέτοιο), αλλά σε απλή, συνηθισμένη ηλιθιότητα. Λίγο να τους στριμώξει κανείς, στην κουβέντα εννοώ, τα χάνουν, αντιφάσκουν, τα επιχειρήματα και τα πιστεύω τους μπλέκονται. Η φιλία μεταξύ τους είναι ταυτόχρονα σταθερή και εύθραυστη. Είναι συγχρόνως καλόκαρδοι και βλάκες. Το μίσος για τους ξένους (για τους αλβανούς, γιατί για τους κινέζους δεν έχουν και πολύ ξεκάθαρη άποψη) βασίζεται σε σαθρά, χαμηλού IQ πιστεύω.
Ταυτόχρονα το φιλμ καυτηριάζει με διάφορους τρόπους την ελληνική πραγματικότητα: Από την τεμπελιά (μάλλον για πλήρη απραξία θα έπρεπε καλύτερα να μιλήσουμε) μέχρι την ασχήμια πολλών γωνιών της Αθήνας, από τον ζαμανφουτισμό μέχρι την έλλειψη ενδιαφερόντων. Όσο για το... ροκ, παίζει κι αυτό έξυπνο, διττό ρόλο στο φιλμ. Βλέπετε, οι τεμπέληδες φίλοι μας - 40 με 50 χρόνων - είναι και παλιοροκάδες. Από τη μία αυτό αποτελεί στοιχείο που δένει τον ήρωα με τον αλβανό αδελφό (;), από την άλλη δείχνει την κενότητα (στη σημερινή εποχή τουλάχιστον) εντελώς τετριμμένων εκφράσεων του στιλ "δεν είναι μόνο μουσική, είναι τρόπος ζωής". Προφανώς αυτό που σήμερα κυριαρχεί είναι το στιλ για το στιλ. Το τι πραγματικά πρεσβεύει το κάθε ένα απ' αυτά (τα στιλ εννοώ) έχει φοβάμαι προ πολλού ξεχαστεί.
Μου άρεσε η ταινία, που βραβεύτηκε και στο φεστιβάλ του Λοκάρνο. Όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε το Αθηνόραμα, έχουμε να κάνουμε με κάτι σαν μεταφορά στα ελληνικά πράγματα του κλίματος του Καουρισμάκι. Και μια που αυτός μ' αρέσει... Ελπίζω να μη σας πειράξει η έλλειψη έντονης δράσης. Οι χαμηλοί τόνοι, τόσο στα νοήματα όσο και στο χιούμορ, πολλές φορές λένε πολλά.
ΥΓ: Η "Ακαδημία Πλάτωνος" είναι μία από τις τουλάχιστον 3 ενδιαφέρουσες ελληνικές ταινίες που περιμένουμε φέτος (οι άλλες είναι ο "Κυνόδοντας" και η "Στρέλα") και πιθανόν στο δρόμο να προκύψουν και κάποιες εκπλήξεις. Γι' αυτό σας είπα ότι κάτι φαίνεται να κινείται στο συνήθως ψόφιο ελληνικό σινεμά. Μακάρι το φαινόμενο να μην είναι τυχαίο ή μεμονωμένο.

Τρίτη, Οκτωβρίου 20, 2009

ΑΓΚΑΛΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ


Στις "Ραγισμένες Αγκαλιές" (Los abrazos rotos, 2009) ο ανεπανάληπτος Pedro Almodovar κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα απ' όλα - και καλύτερα από τον καθένα σήμερα: Ένα εξαιρετικό μελόδραμα, όπου όμως τα μυστικά, οι ίντριγκες, οι αποκαλύψεις, το φέρνουν αρκετά κοντά στο νουάρ. Αυτή τη φορά το χιούμορ απουσιάζει. Αλλά είναι τόσο πολύπλοκη η ιστορία, τόσο τραβηγμένα τα όσα συμβαίνουν (που, σημειωτέον δένουν αριστοτεχνικά μεταξύ τους), τόσο απίθανη η πλοκή, που, τελικά, ίσως το χιούμορ να βρίσκεται καλά κρυμμένο στην όλη σύλληψη και υπερβολή, πολύ πιο κάτω από τη δακρύβρεκτη επιφάνεια. Με λίγα λόγια αν καλοσκεφτείς όλα αυτά τα συσωρευμένα δράματα που, για μια ακόμα φορά, συνθέτουν το φιλμ, ίσως να επιβάλλεται να χαμογελάσεις λιγάκι.
Η Πενέλοπε Κρουζ είναι και πάλι λαμπερή, το ενδιαφέρον στην παρακολούθηση εγγυημένο, η συγκίνηση, η αγωνία, οι εκπλήξεις διαδέχονται η μια την άλλη και, επί πλέον, εδώ υπάρχει και μια έντονη κινηματογραφοφιλική διάσταση, καθώς οι σινεφίλ αναφορές είναι πολύ συχνές. Μόνο που δεν είναι ξεκάρφωτες, αναφορές για τις αναφορές όπως συνήθως γίνεται, αλλά μπλέκουν απόλυτα με την ιστορία, έχουν σεναριακό λόγο ύπαρξης. Βλέπετε, ο Almodovar αποφασίζει ότι αυτή τη φορά ο ήρωάς του είναι ένας τυφλός πρώην σκηνοθέτης του σινεμά, οπότε οι αναφορές και δικαιολογούνται και σημαντική θέση κατέχουν. Όπως ακριβώς και οι αναμνήσεις, η σημαντικότερη ίσως μαγιά από την οποία είναι φτιαγμένη η ταινία. Και βέβαια, όλα καταλήγουν σε ένα υπέροχο - κατά τη γνώμη μου πάντα - φινάλε, που παντρεύει τη συγκίνηση με την αισιοδοξία, τον τρόμο των αποκαλύψεων με την κάθαρση, τις μη επιστρέψιμες, βαθύτατα τραυματικές απώλειες με την ελπίδα. Και, επιτέλους, εισάγει και το χιούμορ με την ταινία μέσα στην ταινία, της οποίας ποτέ δεν θα μάθουμε τι έγινε.
Ξέρω ότι σε αρκετούς η ταινία δεν άρεσε τόσο. Τουλάχιστον δεν άρεσε τόσο όσο παλιότερες δουλειές του. Δεν με ξαφνιάζει τόσο και μπορώ και να το καταλάβω. Βλέπετε, εδώ και κάμποσα χρόνια ο Almodovar δουλεύει συνεχώς σε ένα παρόμοιο κλίμα και στιλ και ίσως αυτό να έχει κουράσει κάποιους ή να νοιώθουν τέλος πάντων ότι επαναλαμβάνεται. Κάτι σαν τον Γούντι Άλλεν δηλαδή, έναν άλλον μεγάλο (με εντελώς διαφορετικό στιλ φυσικά), που κι αυτού οι δουλειές σαφώς μοιάζουν μεταξύ τους. Ωστόσο ο Pedro ό,τι κάνει, ακόμα κι αν μοιάζει με το προηγούμενο, το κάνει άψογα. Κι αν αυτό που κάνει σ' αρέσει, τι σημασία έχει αν μερικές φορές νοιώθεις ότι παρακολουθείς άπειρες και εξόχως ευφάνταστες παραλλαγές της ίδιας βασικής ιστορίας, φτιαγμένης από έρωτα, πάθος και αναμνήσεις από ένα παρελθόν που καθορίζει απόλυτα το παρόν;

Δευτέρα, Οκτωβρίου 19, 2009

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΥΠΟΓΕΙΑΣ ΕΜΠΕΡ


Το "City of Ember" του Gil Kenan του 2008 είναι μια εφηβική ταινία που κινείται στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας. Ο κόσμος έχει καταστραφεί (πιθανόν από πυρηνική καταστροφή) και οι επιζήσαντες κατασκευάζουν μια υπόγεια πόλη, την Έμπερ, όπου ζουν για αιώνες. Η πόλη όμως, καθώς και οι τροφές και η ενέργεια, φθίνουν σιγά - σιγά. Έτσι, μετά από πολλές γενιές, το τέλος των πάντων φαίνεται αναπόφευκτο. Δύο παιδιά όμως προσπαθούν να ψάξουν κάτω απ' αυτό που φαίνεται αρχικά.
Το βασικό χαρακτηριστικό του φιλμ - και το βασικό ατού του - είναι τα εντυπωσιακά σκηνικά και η ατμόσφαιρα που αυτά δημιουργούν. Μπαίνουμε έτσι σε ένα κλίμα που βρίσκεται πολύ κοντά στο steampunk και που το δημιουργεί η αντίθεση παλαιότητας και φθοράς που κυριαρχεί παντού με την υψηλή τεχνολογία, που μπορεί να έχει πια ξεχαστεί, σημάδια της όμως βρίσκονται διάσπαρτα γύρω μας. Η σκουριά, οι δυσλειτουργίες, η παρακμή, είναι έντονες και εμφανείς με την πρώτη ματιά και δημιουργούν μια ενδιαφέρουσα, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Έτσι, τουλάχιστον σαν εικόνα, βρίσκω ότι το φιλμ είναι ενδιαφέρον. Σ΄αυτή μπορεί κανείς να προσθέσει και τους γνωστούς ηθοποιούς που παίζουν (Τιμ Ρόμπινς, Μάρτιν Λαντάου, Μπιλ Μάρεϊ).
Από την άλλη και σεναριακές αφέλειες υπάρχουν και αρκετές ευκολίες. Και, βέβαια, οι συμπτώσεις παραείναι φανερές. Ωστόσο, επειδή το φιλμ διαθέτει μια γλυκύτητα, τρυφερότητα και ένα είδος αθωότητας και επειδή είναι καλογυρισμένο, το παρακολούθησα ευχάριστα. Σας είπα στην αρχή: Πρόκειται για εφηβική περιπέτεια. Αν ήμουν 15 χρονών ίσως και να ενθουσιαζόμουν. Ίσως πάλι η ταινία να ήθελε να είναι μια καινούρια "Πόλη των Χαμένων Παιδιών", αλλά βέβαια ο Kenan δεν είναι Ζενέ (ή, τέλος πάντων, δεν είναι ακόμα).
Όπως και να το κάνουμε πάντως, νομίζω ότι ανήκει στην κατηγορία αυτού που θα ονόμαζα "συμπαθητικό". Με την καλή έννοια.

Κυριακή, Οκτωβρίου 18, 2009

ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΓΟΥΝΤΣΤΟΚ


Κατ' αρχάς το "Taking Woodstock" του Ang Lee δεν είναι μια ταινία για αυτή καθ' εαυτή τη θρυλική συναυλία του 1969. Είναι μια ταινία για όσα έγιναν κατά την προετοιμασία της και για όσα έγιναν κατά τη διάρκειά της μεν, αλλά γύρω από και όχι πάνω στη σκηνή. Οι φίλοι λοιπόν του ροκ των 60ς ας ξέρουν ότι δεν θα δουν τα αυθεντικά συγκροτήματα, ούτε έστω κάποια ελάχιστα ντοκουμέντα από τη συναυλία. Θα ακούσουν μεν τις αυθεντικές, live μουσικές, αλλά μόνο ως σάουντρακ.
Η ταινία καταπιάνεται με τα όσα συνέβησαν πριν (την άρνηση των κατοίκων της γειτονικής πόλης να δεχτούν τις "ορδές των χίπις", την τυχαία σχεδόν ανακ  92009), άλυψη της αχανούς φάρμας του Γιάσγκουρ, ο οποίος δέχτηκε να τους την παραχωρήσει έναντι αστρονομικού για την εποχή ποσού, το ρόλο που έπαιξε σ' όλα αυτά ο γιος στριφνών γέρων που διατηρούν ετοιμόροπο και έτοιμο να κλείσει μοτέλ δίπλα στη φάρμα κλπ). Και βέβαια, όπως είπαμε και στην αρχή, όσα συνέβαιναν γύρω από τη σκηνή τις τρεις αυτές μέρες αδιάκοπης μουσικής. Για την ιστορία ας πούμε ότι το Γούντστοκ θεωρείται η μεγαλύτερη συναυλία που έγινε ποτέ και το αποκορύφωμα του χίπικου κινήματος. Υπολογίζεται ότι συνέρευσαν εκεί 400.000 άνθρωποι, ενώ πολλοί ισχυρίζονται ότι ήταν περισσότεροι (ο ακριβής αριθμός δεν μπορεί να υπολογιστεί γιατί από ένα σημείο και μετά έφταναν στο χώρο δωρεάν), διήρκεσε 3 μέρες και από τη σκηνή παρήλασαν τα μεγαλύτερα ονόματα του τότε ροκ (Who, Jimi Hendrix, Janis Joplin, Grateful Dead, Santana, Joe Cocker και δεκάδες άλλοι).
Αφού λοιπόν το φιλμ δεν δείχνει τη συναυλία καθ' εαυτή, εκμεταλλεύεται την ευκαιρία να καταγράψει το ανεπανάληπτο κλίμα της εποχής, της μοναδικής ίσως που οι νέοι πίστευαν ακράδαντα και μαζικά ότι θα άλλαζαν ριζικά τον κόσμο. Ελεύθερος έρωτας, ναρκωτικά, επιστροφή στη φύση, αντιπολεμικό κλίμα είναι μερικά μόνο από τα ιδεώδη - και τις πρακτικές - της εποχής. Και όλα αυτά και πολλά ακόμα συνέβησαν στις χιλιάδες σκηνές που στήθηκαν εκεί το τριήμερο. Παράλληλα ο Ang Lee καταγράφει μια τρυφερή ιστορία χειραφέτησης από ταμπού (σεξουαλικά, στις σχέσεις γονείς - παιδιών κλπ.) και ενηλικίωσης του ήρωα, που είναι ο νεαρός γιος των ιδιοκτητών του μοτέλ που προαναφέραμε. Και συγχρόνως δεν παύει να μας υπενθυμίζει ότι το Γούντστοκ σαν σύλληψη δεν ήταν παρά μια τεράστια επιχείρηση με στόχο το κέρδος των διοργανωτών του, που ήταν μεν νεαροί οραματιστές, οι οποίοι όμως ούτε τα λεφτά περιφρονούσαν ούτε από κοστουμάτους μάνατζερς έπαυαν να περιστοιχίζονται. Αυτό για να μη νομίζετε ότι ωραιοποιούνται και μόνο τα πράγματα.
Η ταινία, εκτός από την καταγραφή του κλίματος της εποχής, έχει αρκετό χιούμορ, είναι αυτό που λέμε feelgood και διαθέτει απίστευτους χαρακτήρες (ολα τα λεφτά η μισότρελη και παθολογικά τσιγκούνα μάνα του ήρωα). Γενικά, δίχως να τη θεωρώ πάρα πολύ σπουδαία ταινία, την παρακολούθησα με μεγάλη απόλαυση.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 15, 2009

Η ΠΑΡΕΛΑΣΗ ΤΩΝ ΡΟΔΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΓΙΑΠΩΝΕΖΙΚΟ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ


Το "Funeral Parade of Roses" (Bara no sôretsu) γυρίστηκε το 1969 από τον Toshio Matsumoto, σκηνοθέτη 3 ταινιών μεγάλου μήκους και αρκετών μικρού, αλλά και εικαστικού καλλιτέχνη. Πρόκειται για μια ασπρόμαυρη πειραματική ταινία, που σε πολλές στιγμές της βρίσκεται πλησιέστερα σ' αυτό που σήμερα αποκαλούμε video art παρά στο σινεμά. Το καλτ στοιχείο που την περιβάλλει οφείλεται στο ότι είναι η πρώτη (ή, τέλος πάντων, μια από τις πρώτες) γιαπωνέζικες ταινίες που μίλησαν ανοιχτά για το θέμα - ταμπού μέχρι τότε της ομοφυλοφιλίας.
Ήρωας του φιλμ είναι ένα τραβεστί, που δουλεύει σ' ένα νυχτερινό κέντρο. Παρακολουθούμε τη ζωή, τους έρωτές του, τα ναρκωτικά, βασικό μέρος της καθημερινότητάς του, την αγάπη του για έναν άντρα, κυρίως όμως τη διαμάχη του με ένα άλλο τραβεστί, που μέχρι τότε θεωρούνταν το νο 1 του μαγαζιού, ενώ όλα θα καταλήξουν σε μια απίστευτη (και μάλλον απρόσμενη) τραγωδία, άμεση αναφορά στις ελληνικές τραγωδίες.
Καθαρά πειραματικό σινεμά, που μπλέκει ντοκιμαντέρ με μυθοπλασία, αληθινές σκηνές όπου εμφανίζεται το κινηματογραφικό συνεργείο με τους ήρωες της ταινίας, παράδοξο μοντάζ, συνεχής υπενθύμιση ότι αυτό που βλέπουμε είναι σινεμά και όχι αληθινή ζωή, γκονταρικές επιροές και άλλα συνθέτουν μια ταινία που η τόλμη της μοιράζεται ανάμεσα στο θέμα (ομοφυλοφιλία, ναρκωτικά) και τη φόρμα.
Όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για σινεμά για πολύ λίγους - σινεμά στα όρια. Πρέπει να έχει επηρεάσει τη video art, που τότε μόλις ξεκινούσε, και αποδεικνύει για μια ακόμα φορά ότι τα όρια ανάμεσα σ' αυτή και στο πειραματικό σινεμά (που υπήρχε από καταβολής σχεδόν κινηματογράφου, θυμηθείτε τον Βερτόφ, τον Μπουνιουέλ κ.ά.) είναι εντελώς δυσδιάκριτα, αν όχι ανύπαρκτα. Προσωπικά πρέπει να ομολογήσω ότι με κούρασε, ωστόσο δεν μπορώ παρά να θαυμάσω την τόλμη του και στα δύο επίπεδα που προανέφερα.

Τρίτη, Οκτωβρίου 13, 2009

Ο "ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ" ΚΑΙ Ο ΑΡΡΩΣΤΗΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΦΟΝ ΤΡΙΕΡ


Για τον Lars von Trier τρέφω ανάμεικτα συναισθήματα. Υπάρχουν φορές που μ' αρέσει (Europa, Dogville κλπ.) κι άλλες που με εκνευρίζει (Δαμάζοντας τα κύματα, Danser in the Dark κλπ.) Συχνά ο εκνευρισμός μου οφείλεται όχι στην ταινία καθ' εαυτή, αλλά στην έντονη διαφωνία μου με την ιδεολογία που αποπνέει. Αυτή τη φορά με τον "Αντίχριστο" κατάφερε να με ενοχλήσει, καθώς είναι μια από τις πιο αρρωστημένες ταινίες που έγιναν ποτέ. Κρίμα, γιατί βρήκα τη σκηνοθεσία και τις εικόνες του εν γένει θαυμάσιες. Εξαιρετικά ατμοσφαιρικές, με φοβερή εικαστική φαντασία, δημιουργούν ταυτόχρονα από την πρώτη κιόλας στιγμή το καθόλου υγιές κλίμα που επιδιώκει. Παρακολούθησα λοιπόν το φιλμ "στην άκρη του καθίσματος", πλην όμως βρήκα όλο αυτό το απίστευτο σπλάτερ αχρείαστο και όσα θέλει να μας πει (αν τα κατάλαβα καλά, γιατί δεν είμαι και πολύ σίγουρος) απωθητικά.
Με ενοχλεί όλος αυτός ο μαζοχισμός που αποπνέει, όλη αυτή η ιδεολογία της ενοχής και της αμαρτίας, που ποτέ δεν συμμερίστηκα. Από την πρώτη σκηνή, με το παιδάκι που πεθαίνει ενώ οι γονείς κάνουν έρωτα (ή μήπως επειδή οι γονείς κάνουν έρωτα και το φχαριστιούνται;) μέχρι τις απίστευτα αρρωστημένες σκηνές του τέλους με το ζεύγος σε πόλεμο, και η συνολική παρουσία της γυναίκας ως σατανά (ή ως μάγισσα ή, τέλος πάντων, ως "η κακιά της παρέας" για να το πω απλοϊκά) μου είναι απόλυτα ξένα. Βρήκα κάπως ενδιαφέρουσα την αρχετυπική παρουσίαση του ζευγαριού που απομονώνεται στην σχεδόν παρθένα φύση - ο άντρας είναι η λογική, η οργάνωση, η τάξη, η γυναίκα το συναίσθημα, η αταξία, το χάος, το ξέσπασμα. Επίσης ενδιαφέρον έχει και η ιδέα της φύσης ως κάτι φρικιαστικό και εφιαλτικό (όλες οι σκηνές με ζώα ή φυτά είναι νοσηρές). Ενδιαφέρον με την έννοια ότι όλος ο ανθρώπινος πολιτισμός δεν είναι κατά βάθος παρά ένας αγώνας για την απομάκρυνση από ή την τιθάσευση της βαρβαρότητας της φύσης. Από εκεί και πέρα όμως όλη αυτή η νοσηρότητα, οι ενοχές, οι μεταφυσικές παρεμβάσεις (που τις περισσότερες ομολογώ ότι δεν κατάφερα να αποκρυπτογραφήσω), οι αναφορες στον πόνο (τον γυναικείο κυρίως, όπως πάντα στον Τρίερ) μου ήταν αντιπαθείς.
Κρίμα γιατί, ξαναλέω, οπτικά μου άρεσε πολύ. Αν πάλι το δούμε σαν ένα θρίλερ τρόμου και μόνο, απογυμνωμένο από την πληθώρα των συμβολισμών, πάλι έχει κάτι μη ισορροπημένο, καθώς όλη η βία και η αρρώστεια ξεσπούν μάλλον ξαφνικά (με τόση ένταση εννοώ) στο τελευταίο τρίτο της ταινίας - και πιθανόν άνευ ξεκάθαρου λόγου. Αλλά βέβαια ο φον Τρίερ ήταν πάντοτε μια νοσηρή προσωπικότητα και ό,τι παράγει μου δημιουργεί ακραία συναισθήματα. Άλλοτε καλά κι άλλοτε κακά. Σχεδόν ποτέ όμως δεν συμμερίστηκα όσα πρεσβεύει (αν αυτά είναι σταθερά, γιατί μου φαίνεται ότι κι αυτά συχνά είναι αντικρουόμενα).