Δευτέρα, Φεβρουαρίου 18, 2008

ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΣΤΟ "COBRA VERDE"


Το 1987 ο Werner Herzog δουλεύει για 5η και τελευταία φορά με τον ηθοποιό - φετίχ του Κλάους Κίνσκι στο "Cobra Verde", μια ακόμα ιστορία τρέλλας που διαδραματίζεται στους τροπικούς. Οι σχέσεις τους είχαν φτάσει σε οριακό σημείο, ο ένας κατηγορούσε τον άλλον για παράνοια και τυραννικότητα, αρκετές φορές λίγο έλλειψε να αλληλοσκοτωθούν... κι όταν το φιλμ τελείωσε ήξεραν και οι δύο ότι δεν επρόκειτο να συνεργαστούν ξανά (ο Κίνσκι πέθανε 4 χρόνια αργότερα).
Ο Cobra Verde είναι ένας διάσημος παράνομος της Νότιας Αμερικής (έχει οδηγηθεί στην παρανομία λόγω του λιμού στη φτωχή περιοχή του), που γίνεται αρχικά επιστάτης των σκλάβων σε μια φυτεία ζάχαρης και στη συνέχεια στέλνεται στην άγρια Αφρική, στη Δαχομέη, με αποστολή να ξαναστήσει το εμπόριο σκλάβων που έχει διακοπεί εξ αιτίας της τρέλας του ντόπιου βασιλιά. Στην πραγματικότητα η αποστολή του είναι μια άτυπη καταδίκη σε θάνατο, αφού όλοι την θεωρούν αδύνατη. Όμως...
Γυρισμένη σε Νότια Αμερική και Αφρική, η ταινία είναι μία ακόμη παραληρηματική ματιά του Χέρτσογκ πάνω στη μεγαλομανία που οδηγεί στην τρέλα, όπως ακριβώς τα προγενέστερα "Αγκίρε" και "Φιτζγκαράλντο". Η ιστορία δεν έχει τόση σημασία εδώ. Άυτό που μετρά κυρίως είναι το βαθμιαίο γλίστριμα στην παρακμή και στην τρέλλα και οι απίστευτες, σουρεαλιστικές ενίοτε, εικόνες, κυρίως στο αφρικάνικο μέρος του φιλμ. Και φυσικά ο Κίνσκι, που για μια ακόμα φορά τα δίνει όλα σε έναν ημιπαρανοϊκό ρόλο, που ούτως ή άλλως βρισκόταν πολύ κοντά στην ιδιασυγκρασία του.
Δεν μπορεί κανείς να συστήσει σε όλους τις ταινίες του Χέρτσογκ, που αυτό που επιδιώκουν, όπως επανειλημμένα λέει ο ίδιος, είναι η έκσταση. Η αφήγησή τους δεν είναι στρωτή, υπάρχουν κενά κλπ. Ο θεατής ή θα "μπει μέσα τους", θα βιώσει ένα μέρος της έκστασης αυτής, αφήνοντας τον εαυτό του σε εικόνες από απομακρυσμένες γωνιές του κόσμου που δεν έχει ξαναδεί ή, πιθανόν, θα βαρεθεί. Μόνο αν είστε "μυημένοι" στο σινεμά του Χέρτσογκ λοιπόν, ψάξτε για το Cobra Verde, άλλη μια μεγάλη ταινία του.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 17, 2008

Η "ΠΑΓΙΔΑ" ΚΑΙ ΟΙ ΤΥΨΕΙΣ


"Η Παγίδα" (Klopka, 2007) του σέρβου Srdjan Golubovic είναι ένα δυνατό δράμα, αρκετά βαρύ και καταθλιπτικό, αλλά και αρκετά ενδιαφέρον. Δοκιμάζει τα όρια της ηθικής ενός συνηθισμένου, απόλυτα τίμιου όμως ανθρώπου, και εξερευνά για μια ακόμα φορά το θέμα του αν όλοι μας έχουμε κάποια τιμή στην οποία μπορούμε να εξαγοραστούμε.
Ένας πατέρας με οικονομικά προβλήματα, του οποίου ο μικρός γιος θα πεθάνει σύντομα αν δεν εγχειριστεί, δέχεται την πρόταση να σκοτώσει έναν άγνωστο με αντάλλαγμα την εγχείρηση του γιου του. Τι θα έκανε οποιοσδήποτε μπροστά στο εφιαλτικό αυτό δίλημμα;
Η ταινία του Golubovic δεν μένει μόνο στο αμιγώς ηθικό επίπεδο. Δείχνει καθαρά το γιατί ένας καθ' όλα τίμιος άνθρωπος σκέφτεται σοβαρά να ενδώσει στην "προσφορά". Είναι λοιπόν το αμείλικτο οικονομικό σύστημα που ωθεί με μαθηματική βεβαιότητα στη διαφθορά και την επακόλουθη οδύνη, το σύστημα που, πολύ απλά, λέει "αφού δεν έχεις λεφτά, ας πεθάνει ο γιος σου" . Σε έναν κόσμο όπου το χρήμα κυριαρχεί και όσοι δεν το έχουν δεν έχουν και στον ήλιο μοίρα, τα δράματα θα γίνονται όλο και πιο ζοφερά και οι επιπτώσεις ανεξέλεγκτες. Ενδιαφέρον στοιχείο είναι και η κατάδειξη του μηχανισμού διάλυσης μιας ευτυχισμένης (πριν) οικογένειας εξ αιτίας οικονομικών κατά βάση παραγόντων και οι έμμεσες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις των τελευταίων ακόμα και στις προσωπικές σχέσεις.
Το άλλο στοιχείο που θίγεται είναι αυτό των τύψεων. Που, όπως βλέπουμε στο φιλμ, δεν είναι καθόλου "πολυτέλεια", αλλά μπορούν να αποβούν ο καταλύτης της ιστορίας. Φαίνεται ότι αυτές δεν έχουν ακόμα εξαφανιστεί παντελώς από την στυγνή κοινωνία που παγκόσμια διαμορφώνεται τα αρκετά τελευταία χρόνια.
Ενδιαφέρουσα ταινία λοιπόν, με κάποια σεναριακή αντίρρησή μου στο ότι το δράμα πυροδοτείται ουσιαστικά από κάποια σύμπτωση, δίχως την οποία ίσως όλα ίσως θα ήταν πιο ανώδυνα (το κακό όμως ούτως ή άλλως θα είχε γίνει). Το βρίσκω κάπως εύκολο σαν λύση. Πάντως αν δεν θέλετε πολύ "βαριές" ταινίες, αλλάξτε αίθουσα. Αλλιώς νομίζω ότι είναι ένα αρκετό καλό δράμα με έντονο πολιτικοκοινωνικό background.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 15, 2008

Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΚΑΙ ΑΙΜΑΤΟΒΑΜΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ SWEENEY TODD


Δεν είναι καθόλου πρωτότυπο, βέβαια, να πω ότι και εγώ (μαζί με μερικά άλλα εκατομμύρια) θεωρώ τον Tim Burton ως έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους δημιουργούς. Ο σκοτεινός, συχνά νοσηρός κόσμος του, είναι ένας καθαρά δικός του κόσμος, βγαλμένος κατευθείαν από την καλπάζουσα φαντασία του. Το ενδιαφέρον με τον Burton είναι ότι, αν και απόλυτα προσωπικός, παραμένει ένας εμπορικός σκηνοθέτης, που κάθε ταινία του αποφέρει εκατομμύρια και διακρίνεται στο box office. Είναι η περίπτωση όπου τα όρια ανάμεσα στην προσωπική δημιουργία και το blockbuster καταρρέουν. Και είμαι ένας από τα εκατομμύρια και πάλι που απολαμβάνουν απόλυτα αυτή την κατάρρευση.
Δεν έχω να πω κάτι πρωτότυπο για τον Sweeney Todd (2007), το τελευταίο πόνημα του Μπάρτον, με τον αγαπημένο του ηθοποιό, τον Τζόνι Ντεπ φυσικά, στον βασικό ρόλο (αλλά και τη σύζυγό του σκηνοθέτη, την Έλενα Μπόναμ Κάρτερ). Τα έχουν ήδη επισημάνει όλα. Αυτό που θεωρώ πρωτότυπο είναι η πλήρης αποδόμηση του μιούζικαλ, ενός είδους που οι περισσότεροι θεωρούν από "γλυκούλι" έως ξενέρωτο. Ε, λοιπόν, καμία σχέση. Ο Μπάρτον κάνει ένα απόλυτα μαύρο, ματοβαμμένο και νοσηρό μιούζικαλ (γιατί, βέβαια, μιούζικαλ είναι ο Sweeney Todd), δίχως ίχνος φωτός και ελπίδας, με τον άσβεστο πόθο για εκδίκηση να κυριαρχεί από το πρώτο έως το τελευταίο λεπτό. Το μιούζικαλ προϋπήρχε ως θεατρικό, αυτό που βλέπουμε όμως στην οθόνη είναι καθαρός Μπάρτον. Και, επιπλέον, με μια πολιτική διάσταση, καθώς ο δαιμονικός και άδικα καταδικασμένος κουρέας της βικτωριανής Αγγλίας εκδικείται (σφάζοντας) δίχως ίχνος ελέους την άρχουσα τάξη: Πλούσιους, δικαστές, προύχοντες κάθε είδους, σα να λέει ότι αυτός είναι ο μόνος δρόμος σε μια απόλυτα άδικη κοινωνία.
Η εντυπωσιακή φωτογραφία εξαλείφει σχεδόν κάθε χρώμα, κάνοντας στο γκριζόμαυρο να κυριαρχεί ώστε να επιτείνει τη ζοφερή ατμόσφαιρα. Αλλά όχι μόνο γκριζόμαυρο. Υπάρχει και το κόκκινο, που σχεδόν ρέει σε κάθε σκηνή, καθώς οι πίδακες του αίματος ξεπηδούν όλο και πιο συχνά αγγίζοντας τα όρια του σπλάτερ. Και το χιούμορ του Μπάρτον; Φυσικά και υπάρχει. Είναι όμως τόσο μαύρο και σαρδόνιο, που δύσκολα το διακρίνει ο αμύητος θεατής.
Απολαύστε το. Σας προειδοποιώ όμως: Είναι πιο μαύρο απ' όσο νομίζετε. Είναι μάλλον ο πιο "μαύρος" Μπάρτον μέχρι σήμερα.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 13, 2008

CLOVERFIELD: ΟΤΑΝ ΤΟ "BLAIR WITCH" ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΙΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ


Φαίνεται ότι κάθε 10 περίπου χρόνια, όταν ο θόρυβος από το προηγούμενη προσπάθεια έχει καταλαγιάσει, θα σκάει μύτη μια αντίστοιχη (όμοια θα έλεγαν πολλοί) απόπειρα. Μιλώ φυσικά για το απροσδόκητο Cloverfield (2008) του Matt Reeves, που ήρθε από το πουθενά (για μένα τουλάχιστον, που μια εβδομάδα πριν αγνοούσα την ύπαρξή του) για να με ξαφνιάσει μάλλον ευχάριστα.
Πρόκειται για τυπική ταινία τρόμου - καταστροφής. Το στόρι μπορεί να συνοψιστεί σε δύο σειρές: Ένα αγνώστου ταυτότητας και προέλευσης γιγάντιο και εφιαλτικό τέρας σκάει από το πουθενά (σαν την ταινία) και καταστρέφει με μανία τη Νέα Υόρκη. Αυτά. Και γιατί είναι ενδιαφέρον αυτό μετά τόσους Γκοντζίλες (ο συνειρμός με τον γιαπωνέζο ξάδελφό του είναι φυσικά προφανής) και άλλα συναφή τέρατα; Εδώ είναι που μπαίνει το Blair Witch Project που λέγαμε. Υποτίθεται (όπως ακριβώς σ' αυτό) πως ό,τι βλέπουμε δεν είναι ταινία, αλλά μια τυχαία καταγραφή σε ερασιτεχνικό βίντεο από έναν νεοϋορκέζο που έτυχε να έχει ανοιχτή την κάμερά του και να κινηματογραφεί τα συγκλονιστικά συμβάντα ως το τέλος. Που, παρεπιπτόντως, δεν είναι καθόλου "τέλος", μια που τα πάντα μένουν μετέωρα και αναπάντητα, όπως ακριβώς θα συνέβαινε αν όντως επρόκειτο για μια ερασιτεχνική καταγραφή. Αφήστε το ότι πολλές σκηνές δεν μπορούν παρά να σου φέρουν στο μυαλό την 11η Σεπτέμβρη...
Τα θετικά είναι ότι η ταινία κατάφερε να με κρατήσει σ' όλη της τη διάρκεια. Η ενταση ανεβαίνει διαρκώς, η κουνημένη φωτογραφία και η κάμερα στο χέρι, οι ενίοτε θαμπές εικόνες, τα απότομα κοψίματα, όλα συμβάλλουν στην πειστικότητα του εγχειρήματος, ενώ η σχετικά low-budget αίσθηση μοιάζει να ανατρέπει τα κλισέ των ταινιών καταστροφής, που πάντοτε είναι υπερπαραγωγές. Τα αρνητικά είναι όλα, τόσο δηλαδή το σκέλος "Γκοτζίλα" όσο και αυτό του "Blair Witch", τα έχουμε ξαναδεί και εμπεδώσει, οπότε η πρωτοτυπία περιορίζεται στο πάντρεμά τους και μόνο. Και υπάχουν βέβαια και αρκετά κλισέ (οι ξενέρωτες ατάκες, ο ερωτευμένος ήρωας που πάει με τα δυο του χέρια στο "στόμα" του τέρατος και τον ακολουθεί και η παρέα του από πάνω) κλπ. Διαλέγετε και παίρνετε. Ωστόσο, ξαναλέω, είναι καλογυρισμένη, πειστική σ' αυτό που θελει να μας πείσει και κρατά τον θεατή.
ΥΓ: Σημειωτέον ότι το τέρας καθόλου δεν θυμίζει Γκοτζίλα. Είναι πολύ πιο εντυπωσιακό και "εξωγήινο".

Κυριακή, Φεβρουαρίου 10, 2008

Ο ΚΥΡΙΟΣ VERDOUX: ΕΝΑΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ CHAPLIN


Το 1947, εφτά χρόνια μετά τον "Δικτάτορα", ο Charlie Chaplin (1889-1977) γυρίζει τον "Κύριο Βερντού" (Monsieur Verdoux). Το σενάριο είναι δικό του, βασίζεται όμως σε μια ιδέα του Όρσον Ουέλες. Η ταινία αποκτά αμέσως μια ξεχωριστή θέση στη φιλμογραφία του για έναν απλό λόγο: Παρουσιάζει έναν πολύ διαφορετικό Τσάπλιν απ' αυτόν που όλοι είχαν συνηθίσει μέχρι τότε (και που κι εμείς σήμερα ξέρουμε). Ο πάμφτωχος, χαριτωμένος, καλόκαρδος ανθρωπάκος, ο Σαρλώ, εξαφανίζεται για να δώσει τη θέση του σε έναν πικρόχολο και κυνικό Τσάπλιν, που δείχνει να έχει χάσει κάθε πίστη στους ανθρώπους, στην ηθική τους και στην πρόθεσή τους να κάνουν το καλό.
Στον "κ. Βερντού" ο Τσάπλιν ενσαρκώνει ούτε λίγο ούτε πολύ έναν σύγχρονο Κυανοπώγωνα, έναν σχετικά ηλικιωμένο, γοητευτικό τύπο, με άψογους, αριστοκρατικούς τρόπους, που παντρεύεται ηλικιωμένες μοναχικές γυναίκες, τις σκοτώνει και κληρονομεί την περιουσία τους. "Ο γλυκούλης Σαρλώ είναι αυτός;", θα πείτε έκπληκτοι. Το ίδιο, φαντάζομαι, θα είπε και το κοινό της εποχής που έκπληκτο παρακολούθησε την απροσδόκητη μεταστροφή μιας αγαπημένης φιγούρας. Το ενδιαφέρον είναι ότι ότι ο ήρωας παρουσιάζεται εδώ γοητευτικός, όπως είπαμε, αστείος και συμπαθητικός, παρά τις απεχθείς του δραστηριότητες. Και, ακόμα περισσότερο, παρά την πληθώρα γάμων που έχει κάνει, είναι στην πραγματικότητα παντρεμένος με τη γυναίκα που αγαπά και είναι απόλυτα αφοσιωμένος σ' αυτήν και το παιδί του. Για να είμαστε ακριβέστεροι, κάνει ό,τι κάνει για το δικό τους καλό, για να τους εξασφαλίσει ένα άνετο μέλλον σ' έναν αβέβαιο, ταραγμένο και συχνά εφιαλτικό κόσμο. Κι όταν αυτό που αγαπά χάνεται, αφήνεται ουσιαστικά να αντιμετωπίσει τη μοίρα που του επιφυλάσσει μια παράλογη κοινωνία.
Η μεταστροφή του Chaplin μπορεί να εξηγηθεί με μια ματιά στην εποχή: Ο κόσμος έχει μόλις βγει από τον φριχτό Β' Παγκόσμιο και είναι μισοκατεστραμένος. Κάθε αξία έχει καταρρεύσει μέσα στις εκατόμβες των νεκρών. Η βόμβα της Χιροσίμα έχει ολοκληρώσει τη φρίκη, αποδεικνύοντας με περίτρανο τρόπο την τρομαχτική εφευρετικότητα του ανθρώπου όταν πρόκειται να σκοτώσει. Η αγωνία και η αβεβαιότητα είναι διάχυτες παντού. Μέσα σ' αυτό το εφιαλτικό περιβάλλον, ο κάθε Βερντού κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα για να περιφρουρήσει την όποια ευτυχία του. Αν αυτό που ξέρει είναι να σκοτώνει, αυτό θα κάνει. Στο τέλος, στη δίκη, ο Βερντού / Τσάπλιν δηλώνει κάτι αυτονόητο και προφανές, που όμως όλοι ξεχνάμε: Όταν κάποιος σκοτώσει δέκα αθώους είναι απεχθές κτήνος και καταδικάζεται σε θάνατο. Όταν, σ' έναν πόλεμο, σκοτώσει εκατοντάδες ή χιλιάδες (βλ. Χιροσίμα), είναι ήρωας και παρασημοφορείται. "Μα αυτός εκτελεί διαταγές", θα μου πείτε. Ε, τότε, ας εκτελέσουν αυτούς που δίνουν τις διαταγές. Τους στρατηγούς ή τους κυβενήτες των χωρών. Όλα αυτά δεν σημαίνουν βέβαια ότι ένας κατά συρροήν δολοφόνος είναι αθώος. Καλό είναι όμως να μη ξεχνάμε πως, όσο απεχθής κι αν είναι αυτός, είναι ο "τελευταίος τροχός της άμαξας", πως υπάρχουν πολύ χειρότεροι δολοφόνοι εκεί έξω.
Η ταινία παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον και ο φινετσάτος Τσάπλιν δίνει ρεσιτάλ. Δεν στερείται χιούμορ (κάθε άλλο), αλλά δεν είναι και ο ξεκαρδιστικός Τσάπλιν που είχαμε συνηθίσει παλιότερα. Όπως και να το κάνουμε πάντως, και μόνο για τις ιδιαιτερότητές της και το μαύρο, κυνικό πνεύμα της, αξίζει να τη δει κανείς.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 08, 2008

ΟΣΚΑΡΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΗΣ "ΕΞΙΛΕΩΣΗ"


Είχα ξεχωρίσει τον μέχρι πρότινος τηλεοπτικό Joe Wright από την πρώτη μόλις ταινία του. Το "Περηφάνεια και προκατάληψη", ενώ δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, διέθετε εντυπωσιακή σκηνοθεσία. Αυτό επιβεβαιώνεται και με το παραπάνω από την τωρινή "Εξιλέωση" (Atonement, 2007), δεύτερη μόλις ταινία του, από το γνωστό βιβλίο του Ian McEwan.
Πρόκειται για ένα δυνατό δράμα, απόλυτα οσκαρικών προδιαγραφών, που ξεκινά ανάλαφρα για να καταλήξει τραγικά. Αγγλία, μεσοπόλεμος (και λίγο μετά πόλεμος), πλούσιες οικογένειες, ανέμελες και πληκτικές μέρες... και μετά έρχεται η σκοτεινιά. Είναι βέβαια αδύνατο με όλα αυτά να μη σου έρθει στο μυαλό ο Ivory, πλην όμως νομίζω ότι ο Wright, με τη συγκεκριμένη ταινία, στέκεται άξια δίπλα του.
Το όλο νόημα της ταινίας είναι το πώς μια επιπόλαια, πεισματάρικη και απερίσκεπτη παιδική πράξη μπορεί να καταστρέψει για πάντα τις ζωές των γύρω. Παράλληλα όμως, θίγονται και θέματα όπως η μεγάλες ταξικές διαφορές της εποχής, τα "δύο μέτρα και δύο σταθμά" και η κοινωνική αδικία γενικότερα, αλλά και, κυρίως, η φρίκη του πολέμου. Ο πόλεμος (ο Β' Παγκόσμιος στο συγκεκριμένο φιλμ) δείχνεται απόλυτα ζοφερά, δίχως τίποτα μεγαλόπνοο και ηρωικό, σαν μια κατάρα που πέφτει επί δικαίων και αδίκων και μόνο κακό μπορεί να προκαλέσει. Αν ακόμα πιστεύετε σε πολεμικούς ηρωισμούς και "αναγκαιότητες" και άλλες τέτοιες μπούρδες, φοβάμαι πως θα απογοητευτείτε.
Πάντως, όπως είπα και στην αρχή, μετρά κυρίως η εντυπωσιακή σκηνοθεσία, με ενδιαφέροντα πήγαιν'-έλα στο χρόνο, με έξυπνες κινήσεις της κάμερας και με ένα πολύ εντυπωσιακό τράβελινγκ στη σκηνή της παραλίας με τους στρατιώτες, που από μόνη της θα ήταν ικανή να εδραιώσει το αντιπολεμικό κλίμα που λέγαμε. Ενδιαφέρουσα και η ανατροπή στο τέλος, όπου τονίζεται η συγκίνηση και η απώλεια, παίζει έξυπνα με την λογοτεχνική προέλευση του φιλμ και για λίγο - αλλά συγκλονιστική - εμφανίζεται η Βανέσα Ρέντγρέιβ. Φωτογραφία, κοστούμια κλπ. άψογα όπως αναμενόταν. Είπαμε. Πρόκειται για "οσκαρικό" φιλμ, ασχέτως αν τελικά θα το πάρει ή όχι.
Όσοι δεν αντέχετε τα δράματα εποχής κρατηθείτε μακριά. Οι υπόλοιποι θα απολάυσετε ένα από τα καλά δείγματα του είδους.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 07, 2008

ΟΙ ΣΚΟΤΕΙΝΟΙ ΝΟΜΟΙ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ


Το 1987 ο Pedro Almodovar γυρίζει τον "Νόμο του Πόθου", μια από τις σχετικά άγνωστες ταινίες του. Σχετικά άγνωστος εκτός Ισπανίας ήταν βέβαια και ο ίδιος την εποχή εκείνη. Ωστόσο και στο φιλμ αυτό διαγράφονται σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά του σκηνοθέτη.
Πρόκειται για ένα απόλυτα gay δράμα (είναι χαρακτηριστικό ότι η βασική γυναικεία παρουσία, η Κάρμεν Μάουρα, ερμηνεύει όχι μια γυναίκα, αλλά μια τρανσέξουαλ). Πάθη, μοιραία ενίοτε, φόνοι, ίντριγκες, ερωτευμένοι (με αγόρια φυσικά) σκηνοθέτες - ένα alter ego του ίδιου του Almodovar; - συνθέτουν μια ταινία που, ενώ ξεκινά σαν έντονα ερωτική, εξελίσσεται βαθμιαία σε ένα είδος ιδιόρυθμου αστυνομικού φιλμ, με μια α λα Χίτσκοκ πλοκή, με τον ήρωα - σκηνοθέτη να κατηγορείται άδικα και να πασχίζει να αποδείξει την αθωότητά του.
Είπα στην αρχή ότι "διαγράφονται σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά του σκηνοθέτη". Το "σχεδόν" το έβαλα επειδή, ενώ πρόκειται για μία τυπικά αλμοδοβαρική ταινία, διαφέρει από τις περισσότερες άλλες του αφού λείπει το χιούμορ. Πράγματι, τα πάντα εδώ αντιμετωπίζονται σοβαρά. Σε άλλα του φιλμ, ακόμα κι αν δεν ξεκαρδίζεται κανείς στα γέλια, υπάρχει όλη αυτή η υπερβολή, το πανταχού παρόν κιτς, οι τόσο τραβηγμένες καταστάσεις, που προκαλούν γέλιο μέσα στα δράματα που περιγράφουν. Στον "Νόμο του Πόθου" (όπως και στο κοντικό χρονικά "Matador") το στοιχείο αυτό λείπει εντελώς.
Προσωπικά δεν τη θεωρώ κακή ταινία, ούτε όμως και μία από τις σημαντικές ενός μεγάλου δημιουργού. Πιστεύω ότι ο Almodovar "απογειώνεται" πραγματικά από τις "Γυνάικες στα πρόθυρα..." και μετά. Ωστόσο, ξαναλέω, δεν είναι και κάτι που δεν βλέπεται. Και, ως κερασάκι στην τούρτα, διαθέτει και τον προ Χόλιγουντ Αντόνιο Μπαντέρας σε ρόλο ψυχωτικού gay δολοφόνου...

Κυριακή, Φεβρουαρίου 03, 2008

Ο ΚΡΥΟΣ ΑΣΤΕΡΙΞ ΚΑΙ ΟΙ ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ


Ποτέ δεν μου άρεσαν οι ταινίες του Αστερίξ (μιλώ για τις 3 ταινίες με ηθοποιούς, όχι για τα κινούμενα σχέδια). Πιο συμπαθητική βρήκα τη δεύτερη, αυτή με την Κλεοπάτρα, από κει και πέρα όμως... Θεωρώ λοιπόν αυτή εδώ την τρίτη περιπέτεια του τρομερού Γαλάτη και των συγχωριανών του (2018) ως μία από τις χειρότερες.
Αυτή τη φορά ο Αστερίξ και ο Οβελίξ έρχονται στους Ολυμπιακούς, στη χώρα μας δηλαδή, και οι σκηνοθέτες Frédéric Forestier και Thomas Langmann (ή μάλλον οι παραγωγοί τους) σκέφτονται προφανώς ότι είναι ευκαιρία για μια αρπαχτή, αφού Ολυμπιακοί έρχονται, όλο και κάποιοι θα τσιμπήσουν. Το θέμα είναι όμως η τεράστια απόσταση της ταινίας από το κόμικς (και γενικότερα των ταινιών Αστερίξ από τα κόμικς Αστερίξ). Το λεπτό, πανέξυπνο, ξεκαρδιστικό χιούμορ των κόμικς έχει αντικατασταθεί με χοντράδες, ηλίθια αστεία και τόννους ψηφιακών εφφέ, από την αναπαράσταση της αρχαίας Ολυμπίας (που φωνάζει από μακριά ότι είναι ψηφιακή) έως τις λεγεώνες και τους κλασσικούς Ρωμαίους που απογειώνονται μετά τις γροθιές του Οβελίξ. Και, σαν κερασάκι στην τούρτα, έρχονται οι άνευ κανενός σεναριακού λόγου εμφανίσεις των Ζιντάν και κάποιων άλλων διάσημων άθλητών, που παίζουν με την μπάλα (και με τα νεύρα μας) κάνοντας ακόμα χειρότερα τα πράγματα - δείγμα κι αυτό της αρπαχτής που λέγαμε, αφού "ε, κοτζάμ Ζιντάν εμφανίζεται, όλο και κάποιοι θάρθουν να τον δουν". Η εμφάνιση του Σουμάχερ ως αρματηλάτη είναι κάπως πιο ενσωματωμένη στο στόρι και δικαιολογημένη - αν και αναρωτιέμαι πόσα εκατομμύρια πλήρωσε η Ferrari για να βάλουν το κατακόκκινο άρμα της στον αγώνα ως (καθόλου γκρίζα) διαφήμηση... Όσο για τον καινούριο Αστερίξ, τον Κλοβίς Κορνιγιάκ δηλαδή, είναι επιεικώς αχώνευτος.
Τίποτα καλό δηλαδή στο φιλμ; Προσωπικά το μόνο που μου άρεσε (εκτός του σταθερού και ταιριαστού Ντεπερντιέ ως Οβελίξ) είναι ο πολύ καλός Αλέν Ντελόν στο ρόλο του Καίσαρα. Ήταν το μόνο στοιχείο που βρήκα απολαυστικό και με έκανε να γελάσω κάπως. Αυτά από έναν φανατικό των κόμικς του Αστερίξ και του ιδιοφυούς χιούμορ του ανεπανάληπτου Rene Gosciny (που εδώ βέβαια έχει κάνει φτερά σαν αυτά που φορά ο Γαλάτης στο κράνος του). Κρίμα.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 01, 2008

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΟΠΤΙΚΑ ANTENA ΑΠΟ ΤΑ '20ς (ΑΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΚΡΙΒΩΣ)


"La Antena", δεύτερη μόλις fiction ταινία του αργεντινού Esteban Sapir, είναι ένα από τα πιο παράδοξα και εντυπωσιακά φετινά φιλμ. Τι έχει κάνει ο Sapir; Πρώτα - πρώτα μια βουβή, ασπρόμαυρη ταινία. Έπειτα, μια ταινία του φανταστικού που παραπέμπει άμεσα στη Metropolis του Lang, αλλά και σε άλλες κλασικές ταινίες του γερμανικού εξπρεσιονισμού και του φανταστικού της βωβής εποχής. Και τέλος μια ταινία με αρκετά "μηνύματα" και αλληγορίες, που στοχεύουν βέβαια στο σήμερα.
Θα το πω καθαρά από την αρχή: Σεναριακά, το όλο πράγμα μπάζει σε αρκετά σημεία. Υπάρχουν κενά, υπάρχουν σύμβολα που η χρήση τους δημιουργεί ερωτηματικά, υπάρχουν στοιχεία που μένουν μετέωρα, σα να εμφανίζονται κάποια στιγμή δίχως να αξιοποιούνται στη συνέχεια. Αυτό όμως που είναι εκπληκτικό και αποζημιώνει τον θεατή είναι το οπτικό μέρος, η σκηνοθεσία, το συνεχές ποτάμι οπτικών ιδεών που δεν σταματά από την αρχή ως το τέλος. Το φιλμ είναι πειραγμένο, λίγο θαμπό, λίγο γρήγορο, ώστε να σε πείθει ότι πρόκειται για ταινία της δεκαετίας του 20 ή κάπου εκεί. Έπειτα, παρά το ότι είναι βουβό, διαθέτει ένα θαυμάσιο σάουντρακ, που είναι μια σπάνια περίπτωση "real time", διαρκεί δηλαδή δίχως διακοπή από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό (όπως στο Koyanisqatsi ας πούμε). Οι τερατώδεις φιγούρες, η παράξενη αρχιτεκτονική, όλα συμβάλλουν στο κλίμα του φανταστικού που δημιουργείται από τις πρώτες κιόλας εικόνες. Αυτό όμως που εντυπωσιάζει περισσότερο είναι η ευρηματικόταη χρήση των λέξεων. Δεν υπάρχουν υπότιτλοι, όπως δεν υπάρχουν και οι φράσεις που έβγαιναν ανάμεσα στα πλάνα στο παλιό βουβό σινεμά. Οι φράσεις βγαίνουν με διάφορους τρόπους από τα στόματα των ηρώων και αποτελούς αναπόσπαστο μέρος του εικαστικού σύμπαντος της ταινίας, είναι ενσωματωμένες στην εικόνα. Αδύνατο να καταλάβετε τι ακριβώς εννοώ αν δεν το δείτε. Όσο για το βουβό, έχει σχέση και με την ιστορία, που αναφέρεται σε μια πόλη όπου έχουν κλεψει τη φωνή των κατοίκων καταδικάζοντάς τους σε απόλυτη βουβαμάρα. Αν σκεφτείτε μάλιστα ότι αυτός που τους την έκλεψε είναι ο παντοδύναμος "Mr. TV", καταλαβαίνετε ότι η αλληγορία είναι κάτι παραπάνω από σαφής και ότι οι πολιτικές θέσεις δεν λείπουν.
Όλα αυτά παντρεύονται έξυπνα με μια παραμυθένια ατμόσφαιρα, με ποίηση και λυρισμό, και οδηγούν στο τελικό εικαστικό παραλήρημα. Δείτε την για το οπτικό της μέρος. Πιστεύω ότι είναι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που τα σεναριακά κενά περνούν σε δεύτερη μοίρα και παύουν να ενοχλούν.
ΥΓ: Με την ευκαιρία δείτε και την ενδιαφέρουσα έκθεση κόμικς από γνωστούς δημιουργούς που εμπνέυστηκαν από την ταινία, οργανώθηκε από το "9" της Ελευθεροτυπίας και λειτουργεί στο φουαγιέ του "Μικρόκοσμου".

Δευτέρα, Ιανουαρίου 28, 2008

ΑΠΟΑΛΥΣΤΙΚΟΤΑΤΗ ΚΑΙ ΣΠΙΝΘΗΡΟΒΟΛΑ JUNO


Αν και είναι πολύ νωρίς ακόμα, μπορώ σχεδόν με σιγουριά να προβλέψω ότι η Juno (2007), δεύτερη μόλις μεγάλου μήκους ταινία του Jason Reitman, θα έχει μια θέση στα 10 καλύτερα της σεζόν. Εξαιρετικό χιούμορ, φοβερή πρωταγωνίστρια, ανατρεπτικές καταστάσεις - πολύ έξω από την mainstream αμερικάνικη ματιά σε παρόμοια θέματα - και πέρα για πέρα feel good φάση, συνθέτουν μια ταινία που δεν αρκείται μόνο στην πλάκα.
Το θέμα είναι απλό: Μια 16χρονη έφηβη μένει έγκυος την πρώτη φορά που κάνει σεξ με έναν συνομήλικο συμμαθητή της. Θα πιστεύατε λοιπόν (κι εγώ το ίδιο) ότι από εδώ θα άρχιζε ένα ζοφερό δράμα με εκτρώσεις ή μη, με κοινωνικές κατακραυγές, οικογενειακά προβλήματα, καταστροφή της ερωτικής σχέσης και τέτοια. Ε, λοιπόν, καμία σχέση. Το δύσκολο αυτό θέμα αντιμετωπίζεται με χιούμορ, με εστίαση στην πολυπλοκότητα φιλικών και άλλων σχέσεων, με απρόβλεπτους χαρακτήρες που, όπως στην πραγματικότητα, συνδυάζουν θετικά και αρνητικά στοιχεία και βρίσκονται πολύ μακριά από τη μονολιθικότητα του "καλού" και του "κακού" και, τελικά, καταλήγει σε εξ ίσου απρόβλεπτο φινάλε.
Η πανέξυπνη και κάθε άλλο παρά συνηθισμένη νεαρή ηρωίδα (Έλεν Πέιτζ) κυριαρχεί βέβαια σε έναν από τους καλύτερους φετινούς γυναικείους ρόλους. Αυτό όμως που μέτρησε ιδιαίτερα για μένα είναι η απόλυτη ανατρεπτικότητα της όλης κατάστασης. Πολύ μακριά από κάθε μορφή πολιτικής ορθότητας, πολύ πέρα από κάθε στερεότυπο οικογένειας (η οικογένεια της μικρής και ιδιαίτερα ο πατέρας είναι όλα τα λεφτά), πολύ μακριά από κάθε σεμνοτυφία και - επιτέλους - πολύ μακριά από τις συνήθεις έννοιες της πατρότητας και της μητρότητας (που είναι "θαύματα της φύσης" και "ιερά" και άλλα τέτοια βαρύγδουπα), απόλυτα απενοχοποιημένη σε σχέση με το σεξ και την κατά λάθος εγκυμοσύνη, γράφοντας κυριολεκτικά στα παλιά της τα παπούτσια τον κοινωνικό περίγυρο και το "τι θα πει ο κόσμος", βλέπεται με απόλαυση από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό. Δεν νομίζω ότι θα πάρει τα μεγάλα Όσκαρ για τα οποία έχει προταθεί, αυτό όμως είναι το τελευταίο πράγμα που με νοιάζει.
Όπως καταλάβατε, τη βρήκα μία από τις δροσερότερες ταινίες των τελευταίων χρόνων. Κι όσο για τον Jason Reitman, εκτός από το ότι είναι η μοναδική περίπτωση (απ' όσο θυμάμαι τουλάχιστον) γιου που βγαίνει καλύτερος σκηνοθέτης από τον πατέρα (είναι γιος του Ivan Reitman και έχει κάνει και το "Thank you for smoking"), καθιερώνεται ως ένας εξαιρετικά ελπιδοφόρος νέος δημιουργός. Θα περιμένω με αγωνία τις επόμενες δουλειές του.

Κυριακή, Ιανουαρίου 27, 2008

ΜΙΑ ΦΟΡΑ... ΔΥΟ ΜΟΥΣΙΚΟΙ... ΚΙ ΕΝΑΣ ΣΧΕΔΟΝ ΕΡΩΤΑΣ


Το "Once" (Μια φορά, 2007) του Ιρλανδού John Carney είναι μια από τις πιο ιδιόρυθμες ταινίες της χρονιάς. Μια περίπου ερωτική ιστορία (αλλά όχι ακριβώς) και, αν έπρεπε να το κατατάξουμε κάπου, ένα μιούζικαλ (αλλά όχι με τη συνηθισμένη έννοια του όρου). Αυτό που σίγουρα είναι, είναι μια τρυφερή και ευαίσθητη ταινία, που βλέπει με συμπάθεια τους ήρωές της και, παρά την ευαισθησία της, δεν υποκύπτει σε εύκολους συναισθηματισμούς.
Μια Τσέχα μετανάστρια, που ξέρει μουσική αλλά πασχίζει να ζήσει πουλώντας λουλούδια, γνωρίζει έναν ταλαντούχο μουσικό του δρόμου, που θέλει να κάνει δικό του cd. Ανάμεσά τους γεννιέται αμοιβαία συμπάθεια, κάνουν παρέα, συνεργάζονται μουσικά, όλα οδεύουν προς ερωτική κατάληξη, αλλά... Αυτό που πρωταγωνιστεί στο φιλμ είναι η μουσική και η αγάπη των δύο πρωταγωνιστών γι' αυτήν. Ένα μεγάλο μέρος του καταλαμβάνεται από τα τραγούδια του ήρωα (που είναι γραμμένα από τον ίδιο τον ηθοποιό και μουσικό Γκλεν Χάνσαρντ), που παίζονται ζωντανά και ολόκληρα και λειτουργούν σαν μέρος της δράσης, έχουν βασική θέση στην αφήγηση. Γι΄αυτό σας είπα πριν για περίπου μιούζικαλ. Οι ηθοποιοί δεν τραγουδούν στα καλά καθούμενα, όπως στα κλασσικά δείγματα του είδους. Απλώς παρακολουθούμε συχνά (πολύ συχνά) τον Χάνσαρντ να παίζει στο δρόμο, στο σπίτι του, να ηχογραφεί κλπ., οπότε η μουσική ενσωματώνεται, γίνεται μέρος της δράσης.
Παράλληλα, τα σχόλια για την κατάσταση των μεταναστών του πρώην ανατολικού μπλογκ στη δύση, για τη σχέση ανδρών - γυναικών και την παλλινδρόμηση από τη φιλία στον έρωτα και αντιστρόφως ή για τη μουσική και τη δημιουργία της, δεν λείπουν.
Το πρόβλημα για κάποιους θεατές είναι ίσως το τι γίνεται αν δεν τους αρέσουν τα τραγούδια του συγκεκριμένου μουσικού - τροβαδούρου, που όπως είπα πολλάκις, κατέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Εδώ δεν μπορώ να βοηθήσω. Όσο για μένα, πρέπει να ομολογήσω ότι βαρέθηκα κάπως στο πρώτο μέρος, στη συνέχεια όμως η ταινία με κέρδισε απόλυτα και με γοήτευσε με το μελαγχολικό της τέλος. Σίγουρα πρόκειται για μια από τις πιο γλυκιές και τρυφερές εκπλήξεις της χρονιάς.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 24, 2008

DEEP END... ΠΟΥ ΘΑ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΘΡΙΛΕΡ


Παρά τον τίτλο του το Deep End (2008) είναι μια ελληνική ταινία του Θανάση Αντωνίου. Μια ερωτική, αλλά και βίαιη ιστορία που διαδραματίζεται σε μια ερημική παραλία ανάμεσα σε δύο ζευγάρια με πολύπλοκες ερωτικές σχέσεις. Η πρόθεση του σκηνοθέτη είναι δηλωμένη: Να κάνει ένα ελληνικό b-movie στα πρότυπα των παλιών 70ς ιταλικών αντίστοιχων, που θα βρίθει βεβαίως από σεξ και αίμα. Η πρόθεση είναι σεβαστή - και ένα καλό τέτοιο και διασκεδαστικό θα ήταν και από την ελληνική παραγωγή λείπει. Ωστόσο άλλες οι προθέσεις και άλλο το αποτέλεσμα.
Τα προβλήματα είναι πολλά. Το βασικότερο όμως κατά τη γνώμη μου είναι οι κακές ηθοποιίες από όλους σχεδόν τους πρωταγωνιστές. Τόσο, που δίχως να υπάρχει πρόθεση για κάτι τέτοιο, η ταινία βγάζει πολύ γέλιο. Γέλιο που γίνεται δυνατότερο αν συνυπολογίσει κανείς και τα κενά και τις απιθανότητες τοAntwniou Thanasisυ σεναρίου. Οπότε, από δραματικό, ψυχολογικό θρίλερ έχουμε μια ακούσια κωμωδία. Γιατί αν δεν το διασκεδάσεις και λίγο βλέποντάς το... τότε την πάτησες για τα καλά.
Ίσως κάποιοι πουν ότι αφού ήθελε να κάνει b-movie, όλα αυτά είναι δικαιολογημένα και ηθελημένα. Στο κάτω - κάτω τα b-movies και κακές ηθοποιίες έχουν συνήθως και κακό σενάριο. Χμμμ... δεν είμαι σίγουρος ότι ο σκηνοθέτης είναι τόσο "μπροστά" ώστε να βάλει τους ηθοποιούς να παίζουν όπως παίζουν. Αφείστε που το όλο πράγμα πάσχει και από τηλεοπτικίαση. Οι πόζες, οι ατάκες, οι κινήσεις θυμίζουν σίριαλ. Αν αυτό δεν είναι κακό, τότε τι είναι;
Κρίμα, γιατί θα μπορούσε να γίνει πολύ περισσότερο ενδιαφέρον και γνήσια (και όχι ακούσια) διασκεδαστικό. Προς το παρόν αρκεστείτε να απολαύσετε (;) το γυμνό που περιέχει και να διασκεδάσετε με τα σεναριακά κουφά και την ανατροπή του τέλους. Άλλωστε, οι καλές προθέσεις ποτέ δεν ήταν αρκετές...

Τρίτη, Ιανουαρίου 22, 2008

Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΕΛΑΦΡΟΤΗΤΑ (;) ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ


Τα "Παιχνίδια Εξουσίας" (Charlie Wilson's War) (2007) του βετεράνου Mike Nichols εντάσσονται στην κατηγορία "προοδευτικό Χόλιγουντ" (βλ. Syriana, 3 Heroes, Wag the dog κλπ.) και τα βάζουν με την αμερικάνικη εξωτερική πολιτική (εδώ βρισκόμαστε στην εποχή του Ρίγκαν). Η ταινία επιλέγει σα μέσον τη σάτιρα, η οποία ενίοτε διακόπτεται από δραματικές κορώνες. Οι ηθοποιοί είναι καλοί (όλα τα λεφτά ο ελληνικής καταγωγής Αβρακότος, ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν δηλαδή, που καπνίζει σα φουγάρο, βρίζει χυδαία και περηφανεύεται για τη στήριξη που πρόσφερε στη χούντα του Παπαδόπουλου...), η ταινία τσουλάει έως και ευχάριστα... αλλά κάποιες αντιρρήσεις τις έχω.
Υποτίθεται ότι βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Η απορία μου είναι αν όντως κοτζάμ πολιτική των ΗΠΑ - και έμμεσα, η τύχη ολόκληρου του πλανήτη - καθορίζεται από καπρίτσια, εμμονές ή αιφνίδιες αφυπνίσεις μεμονωμένων ατόμων. Εδώ ο γυναικάς και καλοπερασάκιας βουλευτής Wilson αποφασίζει ξαφνικά ότι δεν είναι καθόλου του γούστου του η παθητική αμερικάνικη πολιτική έναντι των σοβιετικών που έχουν εισβάλλει στο Αφγανιστάν, βάζει στόχο να την αλλάξει ("πρέπει να σκοτώσουμε σοβιετικούς" είναι το σύνθημά του) και, με διάφορες ίντριγκες και κόλπα, τελικά τα καταφέρνει. Ίσως όντως να είναι εφικτά τέτοια πράγματα. Ειλικρινά δεν ξέρω. Και μάλλον θα μείνω μ΄αυτή την απορία.
Από την άλλη δεν κατάφερα να ξεκαθαρίσω αν η ταινία βλέπει με συμπάθεια όλους αυτούς τους τύπους ή αν τους σαρκάζει. Διότι ό ήρωας, αλλά ακόμα και ο άξεστος Αβρακότος τελικά, παρουσιάζονται μάλλον συμπαθητικοί σαν τύποι. Ο Wilson μάλιστα είναι ένα μείγμα συμπαθούς περσόνας, που πάει συχνά κόντρα στο κατεστημένο και τη γραφειοκρατία, και "πατριώτη", που δεν ανέχεται τις σοβιετικές θηριωδίες στο Αφγανιστάν και επιθυμεί έναν σχεδόν κανονικό πόλεμο (και καλά κάνει και δεν τις ανέχεται, κατά τη γνώμη μου, αλλά πώς και δεν λέει λέξη για τις αντίστοιχες αμερικάνικες θηριωδίες στο Βιετνάμ, τον Παναμά κλπ. κλπ., όπου επίσης έγιναν εισβολές;) Τέλος πάντων, νομίζω ότι ο Nichols μάλλον σατιρίζει - ευπρεπώς βεβαίως - και δεν ασπάζεται αντίστοιχες απόψεις. Ενδιαφέρον πάντως έχει η κατάδειξη των σχέσεων των αμερικάνων με τους φανατικούς Ισλαμιστές: Ενώ λοιπόν πρώτα τους υποστήριξαν με νύχια και με δόντια όσο αυτοί πολεμούσαν εναντίον των κομμουνιστών, στη συνέχεια, που όλοι ζούμε βεβαίως σήμερα, όταν οι ισλαμιστές στράφηκαν εναντίον τους μετά την αθέτηση των αμερικάνικων υποσχέσεων, τους έκαναν υπ' αριθμόν ένα εχθρό τους. Σκιαγραφείται τέλος και ο ρόλος ζάμπλουτων, ακροδεξιών (ή και τα δύο) στη χάραξη της πολιτικής των ΗΠΑ.
Ωραία όλα αυτά, αλλά η ταινία παραμένει για μένα μέτρια. Απλώς βλέπεται σχετικά ευχάριστα. Τίποτα το σπουδαίο όμως κατά τη γνώμη μου.

Κυριακή, Ιανουαρίου 20, 2008

Η YELLA ΚΑΙ Η ΨΥΧΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ


Η "Yella" (2007) είναι η πρώτη ταινία που βλέπω του αξιόλογου, όπως διαβάζω, γερμανού Christian Petzold και επιβεβαιώνει την πρόσφατη άνοδο του νέου γερμανικού κινηματογράφου. Πρόκειται για μια παράξενη ταινία, απόλυτα ρεαλιστικά γυρισμένη, όπου όμως το μεταφυσικό στοιχείο και το θρίλερ καραδοκούν κρυμμένα "στις γωνίες". Αυτή είναι και η ιδιομορφία του Petzold. Ενώ κινηματογραφεί εντελώς ψυχρά, απόμακρα και ρεαλιστικά τα τεκταινόμενα, ταυτόχρονα καταφέρνει να δημιουργήσει μια ανησυχητική ατμόσφαιρα, με το μυστήριο να υποβόσκει, κάνοντάς με να διαισθάνομαι διαρκώς ότι "κάτι δεν πάει καλά", δίχως να μπορώ να προσδιορίσω τι ακριβώς. Θεωρώ το στοιχείο αυτό αρετή.
Παράλληλα, μπορούμε να μιλήσουμε για μια πολύ έμμεση αλληγορία του στυγνού καπιταλισμού των ημερών μας και μάλιστα σε μια από τις πιο "προοδευμένες" χώρες και στυλοβάτες του, τη Γερμανία. Όλη αυτή η αφόρητη ψυχρότητα, που επικεντρώνεται στις επαγγελματικές σχέσεις των ανθρώπων αλλά, όπως είναι φυσικό, τρυπώνει και διαβρώνει και τις ερωτικές, τις καθημερινές γενικότερα, αποτελεί κατά τη γνώμη μου μια πολύ πετυχημένη μεταφορά του κλίματος αυτού. Κυρίαρχες στο φιλμ είναι οι επαγγελματικές σχέσεις, οι συμφωνίες που κλείνονται ή δεν κλείνονται, οι ατέλειωτες διαπραγματεύσεις, οι μετοχές που αλλάζουν χέρια, οι χρηματοδοτήσεις, τα κεφάλαια, τα λογιστικά κόλπα... και κυρίως η απάτη - ή η πρόθεση απάτης - και οι εκβιασμοί που έχουν το πάνω χέρι σ' όλον αυτόν τον υποτιθέμενο καθωσπρέπει, απόλυτα κυριλέ, φαινομενικά άψογο και αποστειρωμένο κόσμο, που αποτελείται από κοστουμάτους (και απρόσωπους) επιχειρηματίες, πολυτελή (και εξίσου απρόσωπα) γραφεία και ξενοδοχεία και χρήματα - αληθινά ή εικονικά - που αλλάζουν συνεχώς χέρια ή υπόσχονται για κάτι τέτοιο (σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά;). Σ' αυτόν τον κόσμο λοιπόν δεν υπάρχει περιθώριο για συναίσθημα, για έρωτα, για αληθινή ζωή. Υπάρχουν μόνο αληθινές ή ψευτικες συμφωνίες. Όλα, μέχρι και η παραμικρή χειρονομία ή ψίθυρος, είναι προσχεδιασμένα και αποσκοπούν στο οικονομικό κέρδος και μόνο.
Γι' αυτό, σ΄έναν τέτοιο κόσμο απόλυτης διαστροφής που έχουμε φτιάξει, η μεταφυσική αλληγορία του Petzold ταιριάζει γάντι. Ποια αλληγορία; Δεν μπορώ να σας πω λέξη γι' αυτό, διότι και ο παραμικρός υπαινιγμός για το τι ακριβώς συμβαίνει μπορεί να αποτελέσει ανεπίτρεπτο σπόιλερ. Πάντως όλη αυτή η ψυχρότητα και τα οικονομικά (ακαταλαβίστικα συχνά, σε μένα τουλάχιστον) που αναφέρονται, δεν με κούρασαν, αφού συνεχώς παραμονεύει, όπως είπαμε, το "άλλο" στοιχείο, που υπονομεύει τα πάντα.
Θα προσπαθήσω να δω κι άλλες ταινιες του Petzold, μια που βρήκα θετική την πρώτη επαφή μου με το έργο του.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 18, 2008

"ΔΙΑΒΟΛΟΓΥΝΑΙΚΕΣ" ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΝΟΥΑΡ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ ΤΡΟΜΟΥ


Το 1955 ο Henri-Georges Clouzot γυρίζει την άλλη (εκτος από το "Μεροκάματο του φόβου") μεγάλη ταινία του, τις "Διαβολογυναίκες" (Les Diaboliques). Πιστεύω ότι μέχρι σήμερα η ταινία διατηρεί αναλλοίωτη τη γοητεία, το μυστήριο και τα διφορούμενα στοιχεία της. Ξεκινά σαν ένα σκοτεινό και παράδοξο φιλμ νουάρ. Παράδοξο, αφού σύζυγος και ερωμένη αποφασίζουν από κοινού να σκοτώσουν τον καταπιεστικό, βάναυσο σύζυγο / εραστή. Από ένα σημείο και πέρα όμως μεταλάσσεται σε σχεδόν ταινία τρόμου, μεlταφυσικό στοιχείο να έχει κυρίαρχη θέση στην ιστορία. Κι όλα αυτά ενώ και το σασπένς, μάστορας του οποίου αναδεικνύεται και πάλι ο Clouzot (αυτή τη φορά αστυνομικής υφής) ανεβαίνει με κάθε λεπτό που περνά.
Πάνω σ' αυτόν τον ασυνήθιστο καμβά πλέκονται, κάτω από το κυρίαρχο μοτίβο του "εγκλήματος και της τιμωρίας", κάμποσα ερωτήματα και διφορούμενα στοιχεία: Είναι αληθινό ή κατασκευασμένο το μεταφυσικό στοιχείο; Ποια είναι η πραγματική σχέση των δύο γυναικών; Μήπως ουσιαστικά πρόκειται για μια λεσβιακή ιστορία; Και βέβαια, διάφορα ηθικά ερωτήματα: Έχουν δικαίωμα να δολοφονήσουν τον καταπιεστικό γυμνασιάρχη, έστω κι αν πρόκειται σαφώς για κάθαρμα ή ο φόνος οποιουδήποτε, ακόμα και του χειρότερου ανθρώπου, είναι απαγορευμένος; Ή, αν θέλετε, μπορεί να κερδηθεί η πολυπόθητη ελευθερία μέσα από μια αποτρόπαιη πράξη; Και αν αυτή συμβεί ποιες είναι οι συνέπειες; Ποιός είναι ο ρόλος των τύψεων; Ταυτόχρονα σκιαγραφείται το κλειστό, άχαρο και υποκριτικό περιβάλλον τόσο του σχολείου όσο και της κοινωνίας που το περιβάλλει, στις λίγες σκηνές που συμβαίνουν έξω απ' αυτό.
Την ατμοσφαιρικότητα της ταινίας ανεβάζει η ασπρόμαυρη φωτογραφία και, κυρίως, η επιλογή των χώρων. Το αχανές, δαιδαλώδες σχολείο με τους εσώκλειστους μικρούς μαθητές αποτελεί ιδανικό χώρο για την ανάπτυξη των στοιχείων του θρίλερ, που κορυφώνεται με την τελική, ανοιχτή σε αναγνώσεις σκηνή. Γενικά νομίζω ότι δίκαια κατέχει τη θέση μιας από τις κλασικές ταινίες του γαλικού σινεμά.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 14, 2008

ΠΕΡΙ "ΔΕΙΛΩΝ" ΚΑΙ "ΗΡΩΩΝ"


Η ιστορία του περιβόητου ληστή του Φαρ Ουέστ Τζέσε Τζέιμς έχει μεταφερθεί πολλές φορές στο σινεμά και μάλιστα με πολλές διαφορετικές οπτικές και στιλ. Από απλή γουέστερν περιπέτεια μέχρι ψαγμένες ταινίες, πλην όμως ειδωμένες κάτω από διαφορετικές "γωνίες". Η πολυπλοκότερη ίσως είναι η τωρινή "The Assassination of Jesse James by the Coward Robert Ford" (2007) του Andrew Dominik, που ως ταινία είναι τόσο μακρά όσο και ο τίτλος της. Θα σας προειδοποιήσω από την αρχή: Δεν είναι μόνο τρίωρη, αλλά και αρκετά αργή. Όσοι λοιπόν είναι εθισμένοι στους καταιγιστικούς ρυθμούς της πλειοψηφίας του σύγχρονου mainstream μάλλον θα κουραστούν. Οι υπόλοιποι θα απολαύσουν μια ενδιαφέρουσα ματιά στον ήδη πολυχρησιμοποιημένο μύθο.
Ο Dominik επικεντρώνει περισσότερο στην ψυχολογία των ηρώων του δράματος - και όχι μόνο του θύτη και του θύματος (όροι που κι αυτοί είναι αμφισβητήσιμοι), αλλά και των δευτερευόντων χαρακτήρων που τους περιβάλλουν. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ιστορία ξεκινά μετά το τέλος της δράσης της συμμορίας των αδελφών James. Έτσι δεν βλέπουμε σχεδόν καμιά ληστεία, κανένα κυνηγητό ή μονομαχίες. Η εποχή της δράσης έχει παρέλθει, ο μεγάλος αδελφός αποσύρεται προς άγνωστη κατεύθυνση, ενώ ο Jesse James, παντρεμένος με παιδιά και ήδη θρύλος στα μάτια του κόσμου, που τον θαυμάζει θεωρώντας τον κάτι σαν Ρομπέν των Δασών, ζει με μυστικότητα και συνεχή υπερένταση, αλλάζοντας διαρκώς ταυτότητα και διαμονή. Ακριβώς αυτό το "μετά" είναι λοιπόν που αναλύεται εδώ.
Ο Jesse είναι ήρωας στα μάτια του λαού, στην πραγματικότητα όμως είναι φοβισμένος, βασανισμένος και διαρκώς καχύποπτος, μισότρελος σχεδόν από το συνεχές κυνηγητό, ένας ημιπαρανοϊκός που λαγοκοιμάται με το όπλο κάτω από το μαξιλάρι και στυγνός δολοφόνος όσων υποπτεύεται. Ο Ρόμπερτ Φορντ, ξάδελφος ή κάτι τέτοιο και απόλυτος θαυμαστής του, έχει μεγαλώσει με τις φυλλάδες που γράφουν για τα κατορθώματα του ινδάλματός του και το μόνο που ονειρεύεται είναι να του μοιάσει. Κάποτε όμως θα γίνει κι αυτός, όπως και ο αδελφός του, στόχος, ένα ακόμα υποψήφιο θύμα του ημιπαράφρονα Jesse. Και τότε...
Παρά τους αργούς ρυθμούς, η ταινία με κράτησε. Οι εξαιρετικές ηθοποιίες, η μουσική του Νικ Κέιβ (που κάνει κι ο ίδιος μια σύντομη εμφάνιση), η μουντή και ατμοσφαιρική φωτογραφία, συντέλεσαν σ' αυτό. Είναι όμως και η συνεχής ψυχολογική ένταση που δεν σ' αφήνει να ησυχάσεις. Ο ακαθόριστος φόβος, η ένταση και η ταραχή που σκορπά στους γύρω του, άσχετα με το τι κάνει, ο Jesse, το διαρκές παιχνίδι κυνηγού - θηράματος που μπορεί ανά πάσα στιγμή να αντιστραφεί. Και οι ρόλοι που μπερδεύονται και αλλάζουν συνεχώς. Ο θαυμαστής που γίνεται δολοφόνος του ινδάλματός του, ο ήρωας που φοβάται και κλαίει και δεν μπορεί να κρατήσει τα νεύρα του, η ρετσινιά του δειλού που συνοδεύει τον μόνο που κατάφερε να τα βάλει με τον τρομερό δολοφόνο... Και το τέλος, που δείχνε ότι όλα είναι μάταια, ότι το τίμημα της εκτός νόμου ζωής είναι βαρύ και σε σημαδεύει για πάντα.
Νομίζω ότι το φιλμ θα μείνει στην ιστορία σαν ένα από τα πιο ιδιόρυθμα γουέστερν που γυρίστηκαν ποτέ.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 09, 2008

ΜΑΥΡΟΙ ΚΑΙ ΛΕΥΚΟΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΓΚΑΝΓΚΣΤΕΡΣ


Το "American Gangster" του Ridley Scott δεν με τράβηξε αρχικά για τον απλό λόγο ότι έχω βαρεθεί τις ταινίες με γκάνγκστερς. Πόσες φορές, επιτέλους, το αμερικάνικο σινεμά θα μας δείξει ιστορίες Μαφίας, μαύρων, άσπρων ή κίτρινων "οικογενειών", ανόδους και πτώσεις εγκληματιών; Δεν φτάνουν ο Σκορτσέζε, ο Κόπολα, άντε και ο Ντε Πάλμα; Πρέπει όλοι, μα όλοι να μας πουν την ιστορία κάποιου γκάνγκστερ;
Παρ' όλα αυτά, πάντως, παρακολούθησα με αρκετό ενδιαφέρον το συγκεκριμένο φιλμ. Το οποίο, βασιζόμενο σε αληθινά γεγονότα, περιγράφει - τι άλλο; - την άνοδο και την πτώση του Φρανκ Λούκας, ενός μαύρου έμπορου ναρκωτικών που για μερικά χρόνια (τέλη 60 - αρχές 70) γίνεται ο υπ' αριθμόν ένα "επικίνδυνος" άνθρωπος στη Ν.Υόρκη. Δεν έχω, φυσικά, ιδέα για το αν τα όσα βλέπουμε ανταποκρίνονται στα αληθινά γεγονότα ούτε και με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Ο Scott πάντως επικεντρώνει την ταινία αποκλειστικά σχεδόν στα δύο βασικά πρόσωπα, τον εγκληματία και τον κύριο διώκτη του, τον αδιάφθορο μπάτσο Ρίκι Ρόμπερτς. Ο πρώτος, "αυτοδημιούργητος" και ανεξάρτητος από οποιοδήποτε αφεντικό ή οργάνωση, στήνει την αυτοκρατορία του χάρη στην τόλμη και την υπομονή του. Ο άλλος, αποτυχημένος και ρεμάλι στην προσωπική του ζωή, έχει ως μόνο προσόν την τιμιότητα.
Εδώ αρχίζει μια σειρά από αντιθέσεις και κοινωνικά σχόλια, που υποβόσκουν κάτω από την ιστορία και την κάνουν ενδιαφέρουσα: Το πρώτο το είπαμε ήδη. Ο "κακός" είναι ένας πολύ καλός οικογενειάρχης, πιστός στη γυναίκα του, αφοσιωμένος στην πολυμελή οικογένειά του (κάνει τα πάντα γι΄αυτήν), τακτικός θαμώνας της εκκλησίας, συντηρητικός, καλοντυμένος. Πρότυπο οικογενειάρχη. Ο "καλός" είναι γυναικάς, αποτυχημένος σύζυγος και πατέρας, κακοντυμένος, πότης, ρεμάλι γενικώς. Αλλά ο πρώτος, ο οικογενειάρχης, σκορπά αδίστακτα τον θάνατο, ενώ ο δεύτερος προσπαθεί να τον σταματήσει. Οι ρόλοι καλού - κακού μπερδεύονται.
Από την άλλη η καταγγελία των μπάτσων, των αρχών, του συστήματος γενικότερα είναι αδίστακτη. Σχεδόν όλοι οι μπάτσοι είναι διεφθαρμένοι, λαδώνονται ασύστολα, παίρνουν κάθε είδους προμήθειες, συνεργάζονται με το έγκλημα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά αν εμφανιστεί κάποιος αδιάφθορος ανάμεσά τους τον βάζουν σε ένα είδος μαύρης λίστας, αφού χαλάει την πιάτσα.
Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, ξέρετε γιατί κατορθώνει να φτάσει τόσο ψηλά ο Λούκας; Επειδή κανείς δεν τον υποψιάζεται. Γιατί; Μα επειδή είναι μαύρος. Σιγά μη δεν έχει κανένα αφεντικό ένας μαύρος, σιγά μην είναι αυτός η κεφαλή της επιχείρησής του, μην έχει μυαλό... Να το πούμε με άλλα λόγια; Ρατσισμός ακόμα και στους κόλπους του εγκλήματος.
Κι όλα αυτά μέσα σε ένα αδίστακτο σύστημα που θεωρεί το έγκλημα, την ηρωίνη, μια ακόμα μπίζνα και τους φόνους ένα απλό μέσο για να πετύχει κανείς επιχειρηματικά. Η φράση "Εδώ είναι Αμερική" ακούγεται κάμποσες φορές κι ο καθένας τη χρησιμοποιεί όπως του συμφέρει, πάντοτε όμως σαν συνώνυμο της ελεύθερης αγοράς και του "κάνουμε μπίζνες κι όλα τα άλλα βρίσκονται σε δεύτερη μοίρα"...
Βρήκα λοιπόν ενδιαφέρουσα, κοινωνικά κυρίως, την ταινία - αν και η διάρκειά της είναι κάπως μεγάλη και ίσως κουράσει μερικούς. Ο Ridley Scott πάντως, παρά τις ικανότητές του, δεν θυμίζει σε τίποτα τον παλιό, εντυπωσιακό σκηνοθέτη του φανταστικού. Φοβάμαι ότι οι εποχές του Alien ή του Blade Runners έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 07, 2008

ΕΚΡΗΚΤΙΚΟ, ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΟ ΚΑΙ ΚΛΑΣΣΙΚΟ "ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ"


Το "Μεροκάματο του Τρόμου" (Le Salaire de la peur) του 1953 του Henri-Georges Clouzot (1907-1977) είναι αυτό που λέμε "κλασσικό", δίχως, κατά τη γνώμη μου, η έννοια του όρου αυτού, σε όποιο επίπεδο κι αν την εξετάσεις, να μπορεί να αμφισβητηθεί. Γιατί το λέω αυτό; Η ταινία διαθέτει πολλές αρετές, πέραν αυτών όμως θα μείνω σε ένα και μόνο στοιχείο, το βασικότερο όλων για μένα: Πάνω από 50 χρόνια από τη δημιουργία της, με κράτησε κυριολεκτικά με κομμάνη ανάσα από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Ναι, έβλεπες από την αρχή ότι πρόκειται για μια πολύ παλιά ταινία, έλα ντε όμως που δεν μπορούσες να σηκωθείς από τη θέση σου... Και να σκεφτείτε ότι η διάρκειά του ασπρόμαυρου αυτού έπους είναι πάνω από δύο ώρες.
Σε μια απόλυτα εξαθλιωμένη τριτοκοσμική πόλη, κάπου στο Μεξικό ή στη Νότια Αμερική, οι πάμφτωχοι κάτοικοι ζουν δουλεύοντας στην πετρελαιοπηγή που υπάρχει εκεί κοντά και που ανήκει σε αμερικάνικη εταιρία. Οι υπόλοιποι είναι άνεργοι. Στην πόλη παρασιτούν και αρκετοί δυτικοί (εκτός των αμερικάνων της εταιρίας), άνεργοι κι αυτοί, κάθε καρυδιάς καρύδι, κοινωνικά κατακάθια κυρίως, που έχουν ξεμείνει εκεί και, λόγω φτώχιας, αδυνατούν να φύγουν αν και αυτό είναι το μοναδικό τους όνειρο. Τέσσερις απ' αυτούς θα αρπάξουν από τα μαλιά την ευκαιρία που τους δίνεται, παίζοντας κορώνα - γράμματα τη ζωή τους και αποδεχόμενοι έναντι υψηλής αμοιβής να μεταφέρουν δύο τεράστια φορτηγά φορτωμένα με νιτρογλυκερίνη κάπου 300 χιλιόμετρα μακριά - και μέσα από φοβερούς κωλόδρομους, επικίνδυνους ακόμα και για κοινά, ελαφρά αυτοκίνητα. Όπως ίσως ξέρετε, η νιτρογλυκερίνη είναι ένα εξαιρετικά εκρηκτικό υλικό, που μπορεί να τιναχτεί στον αέρα με το παραμικρό τράνταγμα...
Ο Clouzot περιγράφει στην αρχή με δυνατό τρόπο τις συνθήκες ζωής στην μικρή εξαθλιωμένη πόλη, το απόλυτο κενό όσων έχουν ξεμείνει εκεί, κενό που πασχίζουν να γεμίσουν με αλκοόλ, ενώ η ζέστη κάνει κάθε προσπάθεια αδύνατη. Αποπνικτική ατμόσφαιρα, κυριολεκτικά και μεταφορικά, και υπαινικτικές πολιτικές νύξεις για το ρόλο της εταιρίας, την αλλοτρίωση ανθρώπων και περιβάλλοντος, τις σχέσεις εξουσιαστών και καταπιεσμένων. Κι έπειτα ξεκινά το σασπένς του φοβερού ταξιδιού. Και από εδώ και πέρα η ταινία γίνεται ένα αρχετυπικό πραγματικά θρίλερ, που θα επηρεάσει άλλα φιλμ στο μέλλον και θα κρατήσει, όπως είπα στην αρχή, καθηλωμένο τον θεατή - αφού βέβαια περάσει από ανατροπές, χαρακτήρες που μεταμορφώνονται και δείχνουν έναν άλλον εαυτό κάτω από την επιφάνεια και μια κορυφούμενη ένταση καθώς οι ήρωες σιγά - σιγά καταρέουν εξαντλημένοι κάτω από την υπερπροσπάθεια, το άγχος και τον φόβο.
Ίσως να μπορεί να διαβαστεί σαν αλληγορία όσων αναγκαζόμαστε να κάνουμε στη ζωή, της αλλοτρίωσης που επιβάλλουν οι δυσβάστακτες κοινωνικές συνθήκες, ίσως πάλι κάποιοι μιλήσουν για το μάταιο, το ανέφικτο των ονείρων, την ματαιότητα του κόσμου γενικότερα. Άλλοι θα θαυμάσουν την ασπρόμαυρη, ατμοσφαιρική φωτογραφία ή θα μείνουν στην απλή περιπέτεια. Όλοι όμως θα συμφωνήσουν, νομίζω, ότι πρόκειται για μεγάλη ταινία, που δεν έχει γεράσει. Κι ότι ο Clouzot είναι μια από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις μεγάλων, αλλά σχετικά άγνωστων δημιουργών.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 03, 2008

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ (;) ΚΑΙ ΤΑ ΖΟΜΠΙ


To "I am Legend" είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο του 1954 του Richard Matheson, από τα πιο σκοτεινά και παράξενα της φανταστικής λογοτεχνίας. Το "I am Legend" του Francis Lawrence είναι η τρίτη απόπειρα μεταφοράς του στην οθόνη και, όπως και οι προηγούμενες, αποκλείνει αρκετά από το βιβλίο, χάνοντας όλη σχεδόν την αρχική του ζοφερότητα. Τέρμα όμως οι συγκρίσεις με το βιβλίο. Είμαι της γνώμης ότι πρέπει να (προσπαθούμε να) ξεχνάμε τα πρωτότυπα, και να βλέπυμε τις ταινίες αυτόνομα, σαν τέτοιες. Τώρα πόσο εφικτό είναι αυτό αν αγαπάς το βιβλίο, αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Θεωρητικά πάντως, είμαι εναντίον τέτοιων συγκρίσεων.
Το τωρινό "I am Legend" λοιπόν είναι εντυπωσιακά γυρισμένο, όπως εντυπωσιακά και επιβλητικά είναι και τα σκηνικά της μισοκατεστραμένης, εγκατελειμένης Νέας Υόρκης, στα οποία περιφέρεται ο Will Smith ως τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο. Κάποιες σκηνές "σε πιάνουν", τρομάζουν... και όλα κυλάνε ομαλά όσον αφορά το μέρος της εικόνας. Τα προβλήματά μου με το φιλμ είναι περισσότερο σεναριακής φύσης. Υπάρχουν κάποια κενά, δεν υπάρχει η αναμενόμενη κλιμάκωση, ενώ ο κεντρικός χαρακτήρας, τουλάχιστον μέχρι να του συμβεί το πρώτο κακό κάπου στα μισά της ταινίας, μοιάζει υπερβολικά cool και ελάχιστα σαλταρισμένος, όπως θα έπρεπε να είναι μετά κάποια χρόνια απόλυτης μοναξιάς. Κι έπειτα έρχεται και το ξενέρωτο φινάλε, για να τα τινάξει όλα στον αέρα. Δεν είναι μόνο το "ξενέρωτο" που ανέφερα, με τις αμπελοφιλοσοφίες περί "σχεδίου του Θεού" και άλλα τέτοια, είναι και spoiler spoilerη σπουδή με την οποία όλα αλλάζουν στα τελευταία κυριολεκτικά λεπτά, για να μας δώσουν το απαραίτητο "μήνυμα ελπίδας". Αφείστε που με την απόλυτα ειδυλιακή, καταπράσινη κλπ. κλπ. τελική εικόνα της αποικίας των επιζώντων (με την εξ ίσου απαραίτητη αμερικάνικη σημαία να δεσπόζει κι ας έχουν μείνει όλοι κι όλοι λίγες χιλιάδες άνθρωποι σ' ολόκληρο τον κόσμο, δεν μπόρεσαν να μη μου περάσουν από το μυαλό σκέψεις του στυλ "τέτοιος που είναι ο κόσμος, κάψιμο και αφανισμό χρειάζεται, για να ξαναγεννηθεί αγνός και άσπιλος και, προφανώς, πιο κοντά στο Θεό" και άλλα παρόμοια. Τέλος spoiler

Αν καταφέρετε να τα ξεπεράσετε όλα αυτά πάντως, ίσως να το ευχαριστηθείτε. Σαν περιπέτεια και σαν φιλμ επιστημονικής φαντασίας είναι μάλλον συμπαθητικό.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 31, 2007

Ο ΚΑΤΑ HERZOG "ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ"


To 1979 προστίθεται ένας ακόμα κρίκος (από τους λαμπρότερους) στην σλυσσίδα των συνεργασιών Werner Herzog - Κλάους Κίνσκι: Το "Νοσφεράτου" (Nosferatu: Phantom der Nacht). Πρόκειται για μια ακόμα μεταφορά στην οθόνη του κλασικού "Δράκουλα", του περίφημου μυθιστορήματος του Μπραμ Στόουκερ. Είχαν προηγηθεί ο Μπέλα Λουγκόζι, ο Κρίστοφερ Λι και άλλοι ακόμα. Ο Herzog όμως επιλέγει να "πατήσει" πάνω στον βουβό "Νοσφεράτου" του 1922 του F.W. Murnau, προφανώς λόγω συγγενούς γερμανικότητας και αγάπης για τον εξπρεσιονισμό. Αυτό όμως που διακρίνεται άμεσα στο αποτέλεσμα είναι η ιδιαιτερότητα του ίδιου του Herzog, άσχετα αν η "υπόθεση" της ταινίας μοιάζει αρκετά τόσο στο παλιό "Νοσφεράτου" όσο και στο πρωτότυπο βιβλίο.
Το έργο του Herzog βρίθει βέβαια από κάθε λογής καταραμένους χαρακτήρες: Ο Αγκίρε, ο Φιτζγκαράλντο, ο Βόιτσεκ, είναι μερικοί απ' αυτούς. Δεν θα μπορούσε λοιπόν να αντισταθεί στον πειρασμό να προσθέσει δύο ακόμα: Τον ίδιο τον Νοσφεράτου προφανώς(τον κόμη Δράκουλα δηλαδή), αλλά και τον Τζόναθαν, τον νεαρό που επισκέπτεται τον φρικτό πύργο στα Καρπάθια, απεσταλμένος του μεσίτη στον οποίο δουλεύει, για να πουλήσει στον κόμη ένα σπίτι στην γερμανική πόλη όπου ζει ο ίδιος και η όμορφη Λούσι, η γυναίκα του. Ο Νοσφεράτου κατά τον Herzog δεν είναι απλώς ο φορέας, η προσωποποίηση του κακού. Είναι και ο ίδιος μια βαθύτατα δυστυχισμένη ύπαρξη. Θέλει, αλλά δεν μπορεί να πεθάνει. Η υπέρτατη καταδίκη, όπως λέει ο ίδιος. Όσο για τον Τζόναθαν, εκπρόσωπο του καλού στο βιβλίο, ο Herzog του επιφυλάσσει κι αυτού μια ζοφερή μοίρα: Να διαδεχτεί τον Δράκουλα, σπείροντας ο ίδιος το κακό. Έχει ετσι δραστικά απομακρυνθεί τόσο από το βιβλίο όσο και από τις προηγούμενες βερσιόν, επιβάλλοντας μια πολύ σκοτεινότερη δική του εκδοχή. Θυμηθείτε πώς τελειώνουν οι υπόλοιπες ταινίες του Herzog. Δεν θα μπορούσε λοιπόν κι εδώ να δεχτεί καθησυχαστικό τέλος: Άρα; Το Κακό θριαμβεύει!
Όλα αυτά βέβαια δεν είναι παρά αναλύσεις επί αναλύσεων και απλώς λόγια. Αυτό που κυρίως καθηλώνει στην ταινία είναι οι υπέροχες εικόνες που στήνει ο σκηνοθέτης. Η αλησμόνητη φιγούρα του Κίνσκι - Νοσφεράτου, τα χιλιάδες ποντίκια να κατακλύζουν την πόλη, οι αποκαλυπτικές, σουρεαλιστικές εικόνες που σηματοδοτούν το ξέσπασμα της πανούκλας και την επακόλουθη τρέλα, η εξαϋλωμένη μορφή της Ιζαμπέλ Αντζανί... είναι λίγες μόνο απ' όσες μπορώ να θυμηθώ.
Αν λοιπόν πέσει στα χέρια σας, μην διστάσετε: Δείτε πώς "ξαναδιαβάζεται" ένας πασίγνωστος μύθος από ένα μεγάλο δημιουργό.