Κυριακή, Απριλίου 19, 2020

"THE CALL": SERIAL KILLERS ΚΑΙ ΣΑΣΠΕΝΣ

Το φιλμ "The Call" είναι ένα θρίλερ που γύρισε το 2013 ο Brad Anderson με βασική πρωταγωνίσυτρια τη Χάλι Μπέρι .
Η οποία είναι αστυνομικός, απ᾽αυτούς που δουλεύουν στο 911 (το δικό μας 100), δέχονται κάθε λογής κατεπείγουσες κλήσεις και συχνά καλούνται να διαχειριστούν τηλεφωνικά πραγματικά ακραίες καταστάσεις. Όπως μια κοπέλα που έντρομη λέει ότι κάποιος έχει μπει στο σπίτι της. Από λάθος της αστυνομικού ο άντρας βρίσκει την κοπέλα, την απαγάγει και, λίγες μέρες μετά, βρίσκεται το πτώμα της. Το σοκ της ηρωίδας είναι τεράστιο, αφού θεωρεί υπεύθυνο τον εαυτό της. Αλλάζει θέση στο Σώμα, αλλά, μήνες μετά, βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα παρόμοιο τηλεφώνημα και μια παρόμοια κατάσταση. Πώς θα τη διαχειριστεί αυτή τη φορά;
Θρίλερ με διαρκές σασπένς, με έναν παρανοϊκό σίριαλ κίλερ και με πλοκή που στο μεγαλύτερο μέρος βασίζεται στη συνεχή εναλλαγή οδηγιών από το τηλέφωνο και γεγονότων ῾῾ἑκεί έξω῾῾, ὠσπου η ηρωίδα θα αποφασίσει να αναλάβει δράση η ίδια... Δεν είναι κακό ως φιλμ του είδους, αλλά παρόμοιο μοτίβο έχουμε ξαναδεί πολλές φορές σε πολλές παραλλαγές (από τη ῾῾Σιωπή των Αμνών῾῾ έως πλήθος άλλων). Η ώρα λοιπόν περνά καλά, αλλά είναι πλέον σύνηθες να προσθέσεις άλλον  έναν κατά συρροήν δολοφόνο στην ατέλειωτη πινακοθήκη του είδους. Τέλος ένα μείον στη συγκεκριμένη ταινία είναι το ότι βασίζεται σε αρκετές συμπτώσεις.

Σάββατο, Απριλίου 18, 2020

῾ὉΙ ΥΠΗΡΕΤΡΙΕΣ῾῾ΚΑΙ Ο ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΠΟΥ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Ὁι Υπηρετριες῾῾ του Tate Taylor γυρίζονται το 2011 και είναι ένα φιλμ πάνω στο ρατσισμό ενάντια στους μαύρους της Αμερικής. Στις νότιες πολιτείες, βεβαίως, όπου το φαινόμενο ακμάζει. Διαδραματίζεται στις αρχές της δεκαετίας του 60.
Εκεί τα μεσοαστικά και πάνω νοικοκυριά συνήθιζαν να έχουν μια μαύρη υπηρέτρια. Πολλές φορές αυτή τύχαινε να είναι εγγόνι σκλάβων που κάποτε ανήκαν στην οικογένεια και των οποίων οι απόγονοι, με πληρωμή πλέον, εξακολουθούν να δουλεύουν γι᾽αυτή. Οι υπηρέτριες, εκτός από τις δουλειές του σπιτιού, ουσιαστικά ανέτρεφαν τα παιδιά, με τα οποία δένονταν ιδιαίτερα, αφού οι κυρίες ασχολούνταν με άλλα (από εξόδους με φίλες έως διοργάνωση φιλανθρωπικών εκδηλώσεων). Πολύ συχνά βεβαίως η ζωή των υπηρετριών δεν ήταν καθόλου ρόδινη. Μια νεαρή λευκή από ευκατάστατη οικογένεια, δημοσιογράφος, επίδοξη συγγραφέας και, παραδόξως, καθόλου ρατσίστρια, αποφασίζει να πάρει συνέντεύξεις από υπηρέτριες και να καταγράψει αληθινές ιστορίες εκμετάλευσης και ρατσισμού σε ένα βιβλίο που θα γράψει. Ωστόσο αυτό κάθε άλλο παρά εύκολο είναι. Οι υπηρέτριες φοβούνται να μιλήσουν, όχι μόνο γιατί το δικαστικό σύστημα είναι κι αυτό απόλυτα ρατσιστικό (έχει δικαιώσει πάντοτε λευκούς σε παρόμοιες περιπτώσεις), αλλά υπάρχει και ο άγραφος νόμος των ΚουΚλουςΚλανοειδών με πολύ χειρότερες για τους μαύρους συνέπειες...
Το φιλμ είναι καλογυρισμένο, με καλές ηθοποιίες (Έμμα Στόουν, Βαϊολα Ντέιβις, Τζέσικα Τσαστέιν και πολλές άλλες) και κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή. Και βέβαια, περιττό να το πούμε, είναι στρατευμένο στη σωστή κατεύθυνση. Καταγράφει μάλιστα με δυνατό τρόπο όχι τις πολύ τρανταχτές περιπτώσεις (φόνοι, εμπρησμοί κλπ.), αλλά την καθημερινή εκμετάλλευση και ρατσιμό που υφίσταντο οι γυναίκες αυτές από ῾῾κανονικές῾῾, καθημερινές λευκές κυρίες της διπλανής πόρτας (για να παναφέρουμε μια πολύ απλή κατάσταση, θεωρούνταν απόλυτα νορμάλ, και μάλιστα ῾"in῾῾για μια καθώς πρέπει οικογένεια, η υπηρέτρια να έχει ξεχωριστή τουαλέτα έξω από το σπίτι, για να μη ῾῾μολύνει῾῾την οικογενειακή).
Όλα αυτά είναι απόλυτα αληθινά και η ιστορία είναι επισης αληθινή (το βιβλίο όντως έκανε πάταγο τότε). Ωστόσο δεν μπορώ να μην επισημάνω την εγγενή στο μεγαλύτερο μέρος της χολιγουντιανής παραγωγής ῾ἁμερικανιά῾῾: Τους μονοδιάστατους χαρακτήρες, την ηρωική δημοσιογράφο που αψηφά τα πάντα, την ως καρικατούρα κακιά, ρατσίστρια καθώς πρέπει νέα κυρία, που είναι η βασική αντίπαλος, τις πάντοτε συγκινητικές μαύρες υπηρέτριες κλπ. κλπ. Ναι, είναι πολύ σχηματικό (και αποτελεσματικό βεβαίως, δεν λέω). Και πολύ εύκολο. Και, φυσικά, κατορθώνει με τον τρόπο αυτόν να βγάλει τη συμπάθεια του θεατή (και το σασπένς που επιδιώκει).

Πέμπτη, Απριλίου 16, 2020

ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΑΘΛΙΟΤΗΤΕΣ ΜΕ ῾῾ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ῾῾

Ο αμερικανός Λανς Άρμστρονγκ υπήρξε ένας αληθινός σούπερ αθλητής. Καλός ποδηλάτης, προσβλήθηκε από σοβαρό καρκίνο, κατάφερε να τον ξεπεράσει με χημειοθεραπείες και όχι μόνο επανήλθε στην ποδηλασία, αλλά έγινε, πολύ απλά, ο μεγαλύτερος μάλλον ποδηλάτης όλων των εποχών, αφού ούτε λίγο ούτε πολύ κατέκτησε τον περίφημο Γύρο της Γαλλίας, τον σημαντικότερο ποδηλατικό αγώνα του κόσμου, επτά συνεχείς φορές!. Εκατομμυριούχος πλέον, ανέπτυξε φιλανθρωπική δράση, έφτιαξε ίδρυμα για την καταπολέμηση του  καρκίνου και λατρεύτηκε από εκατομμύρια φιλάθλους. Τέλειο; Μα δεν υπάρχει πουθενά τόση τελειότητα. Λίγο μετά την απόσυρσή του ξέσπασει ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα όλων των εποχών: Αποδείχτηκε ότι όλα αυτά τα πέτυχε τίγκα στο ντοπάρισμα, έχοντας στήσει ένα ολόκληρο ῾῾πρόγραμμα῾῾(με τη βοήθεια ενός δαιμόνιου και αδίστακτου γιατρού) λήψης απαγορευμένων ουσιών, το οποίο έγκειται τόσο στη λήψη των κατάλληλων ουσιών όσο και στον τρόπο και το χρόνο λήψης τους, ώστε επί χρόνια να αποφεύγεται τον εντοπισμό τους και να βγαίνει καθαρός στα συχνά τεστ. Φυσικά οι πολυάριθμοι τίτλοι του αφαιρέθηκαν.
῾῾Το Πρόγραμμα῾῾είναι η ταινία που γύρισε το 2015 ο Stephan Frears μεταφέροντας στην οθόνη όλη αυτή την αθλιότητα. Και επειδή η ιστορία είναι πασίγνωστη, το φιλμ ούτως ή άλλως δεν μπορεί να διαθέτει σασπένς. Έτσι μας δείχνει από την αρχή την αλήθεια, το διαρκές ντοπάρισμα, τη σοφή επιλογή του πότε και του τι παίρνουμε. Και φτιάχνει το σκοτεινό πορτρέτο ενός ακόρεστου ανθρώπου, που διαρκώς διψά για δόξα και νίκη, που τρέφεται από το να είναι παντού και πάντα πρώτος.
Αυτό που μένει από το φιλμ είναι μια βρώμικη, αηδιαστική, άθλια εικόνα για το σύγχρονο (πρωτ)αθλητισμό, που δεν έχει τίποτα από ῾ἅμιλλα῾῾, ρομαντισμό, ῾ὑγιή ανταγωνισμό῾῾και άλλες τέτοιες μπούρδες, αλλά είναι μια αδίστακτη, σάπια μπίζνα, όπου παίζονται εκατομμύρια. Ναι, ας το δεχτούμε. Όλο αυτό δεν είναι παρά μια απατηλή βιτρίνα και, όπως όλα τα πράγματα σχεδόν στην εποχή μας, υπάρχει μόνο για το αδηφάγο κέρδος. Και στηρίζεται, βεβαίως, στα εκατομμύρια (δισεκατομμύρια μάλλον) των αφελών που πιστεύουν σ᾽αυτή.
Το φιλμ μπορεί να μην είναι σπουδαίο κινηματογραφικά και να μην ενδιαφέρει πολλούς. Πάντως ο πάντα ευαίσθητος κοινωνικά Φρίαρς (δεν το θεωρώ από τις μεγάλες του ταινίες) καταφέρνει τουλάχιστον να καταδείξει όλη αυτή τη βρωμιά. Δηλώνοντας βεβαίως παράλληλα (για να μην κόψουμε όλοι τις φλάβες μας) ότι υπάρχουν και λίγοι τίμιοι...

Τρίτη, Απριλίου 14, 2020

'METEOR" : ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

Οι ταινίες καταστροφής, που είναι δημοφιλεις σήμερα, ξεκίνησαν τη δεκαετία του 70, όταν διάφορες συμφορές χτυπούσαν είτε τον κόσμο ολόκληρο είτε συγκεκριμένα μέρη. Συνήθως διέθεταν πλούσιο καστ μεγάλων, πλην όμως σχετικά ῾῾ώριμων῾῾, ηθοποιοών. Μια απ᾽αυτές τις καταστροφές λοιπόν μας βρήκε το 1979. Λεγόταν "Meteor" και είχε γυριστεί από τον βρετανό Ronald Neame (1911-2010). Ηθοποιοί; Σον Κόνερι (εντελώς άνετος, σα να μην τρέχει τίποτα μπροστά στο επερχόμενο τέλος, με ελάχιστες ανησυχίες ακόμα και για τα παιδιά του),  Νάταλι Γουντ, Χένρι Φόντα, Μάρτιν Λαντάου, Τρέβορ Χάουαρντ!
Η διέλευση ενός κομήτη ῾῾ἁναστατώνει῾῾τους αστεροειδείς. Ένας απ᾽ αυτούς, αρκετά μεγάλος, ξεφευγει από την τροχιά του και κατευθύνεται ολοταχώς προς τη γη. Αν συγκρουστεί μπορεί να δημιουργήσει τρύπα μεγέθους ωκεανού, κοινώς τέλος του κόσμου. Οι αντίπαλες τότε ΗΠΑ και Σοβιετική Ένωση αναγκάζονται με χίλια ζόρια να συνεργαστούν και να στρέψουν τους πυρηνικούς πυραύκους τους εναντίον του εισβολέα...
Ίσως να γνωρίζετε την ξεχασμένη αυτή ταινία από τον θόρυβο που προκάλεσε τον Σεπτέμβρη του 2001. Ναι, είναι αυτή που (προφητικά) δείχνει τους Δίδυμους Πυργους να καταστρέφονται από θραύσμα του μετεωρίτη που φτάνει πρόωρα στη γη. Είχε παιχτεί πολύ τότε η σκηνή αυτή. Κατά τα άλλα το φιλμ είναι άνευρο, αφελές και νομίζω ότι βλέπεται μόνο από περιέργεια. Όσο για τις αναπόφευκτες σκηνές καταστροφής, μοιάζουν αστείες μποστά στα σύγχρονα εφέ (όχι ότι αυτό θα είχε καμιά σημασία αν επρόκειτο για καλή ταινία, αλλά...). Ίσως κάποιο ενδιαφέρον να έχει το πολιτικό κομμάτι. Το φιλμ δείχνει την ανθρώπινη βλακεία που (στο συγκεκριμένο σενάριο) παρά λίγο να στοιχίσει το τέλος του κόσμου: Οι ευρισκόμενες σε ψυχρό πόλεμο τότε Ρωσία και ΗΠΑ αργούν υπερβολικά να συνεργαστούν, φοβούμενες μην αποκαλύψουν η μία στην άλλη βρώμικα και επικίνδυνα στρατιωτικά μυστικά και, ακόμα και την τελευταία στιγμή, κάποιοι ηλίθιοι στρατηγοί αντιδρούν στη συνεργασία. Η κατάσταση παγκόσμια φοβάμαι ότι και σήμερα παραμένει ίδια.
ΥΓ: Παρακαλώ βρείτε τις πιθανότητες που υπάρχουν να πέσουν ελάχιστα καταστροφικά θραύσματα στη γη και ένα από αυτά να πλήξει ακριβώς την καρδιά της νέας Υόρκης! Αλλά, είπαμε, μπροστά στον εντυπωσιασμό, όλα γίνονται...

Κυριακή, Απριλίου 12, 2020

"THE FOREIGNER" : Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΕΝΟΣ ΗΣΥΧΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Μερικές φορές κάποια φιλμ από τα οποία δεν περιμένεις τίποτα σε εκπλήσουν ευχάριστα. ῾Ὁ Εκδικητής῾῾(The Foreigner) του Martin Campbell (2017) ας πούμε, με τους Τσάκι Τσαν (απο τους λίγους μη κωμικούς ρόλους του) και τον Πιρς Μπρόσναν, αν μη τι άλλο διαθέτει ένα αρκετά πολύπλοκο σενάριο.
Ένα μικρό, εξτρεμιστικό παρακλάδι του ΙΡΑ πραγματοποιεί βομβιστική επίθεση στο Λονδίνο με 12 πολίτες νεκρούς, απειλώντας έτσι να τινάξει στον αέρα την κατάπαυση πυρός που ισχύει εδώ και περίπου 20 χρόνια ανάμεσα στον ΙΡΑ και τους βρετανούς. Ανάμεσα στους νεκρούς είναι και η μικρή κόρη ενός 60άρη, ήσυχου κινέζου, που έχει εστιατόριο στο Λονδίνο. Και τότε... ποιος είδε το θεό και δεν τον φοβήθηκε...
Ναι, πρόκειται για ταινία δράσης με βία, πυροβολισμούς και εκρήξεις και άλλα τέτοια γνωστά. Ωστόσο δεν είναι καθόλου μονοδιάστατη. Μπορεί ο ῾ἥσυχος῾῾ Τζάκι Τσαν να τα κάνει όλα και να είναι σχεδόν απέθαντος, αλλά ταυτόχρονα το φιλμ ρίχνει μια αρκετά ενδιαφέρουσα ματιά στα εσωτερικά του σύγχρονου ΙΡΑ, στις διαμάχες και τις διαφορετικές απόψεις που σιγοβράζουν, ενώ, όπως είπαμε, η ιστορία είναι αρκετά πολύπλοκη και πολυεπίπεδη (το προσωπικό και το συλλογικό στοιχείο μπλέκουν αξεδιάλυτα) και απαιτεί την προσοχή του θεατή για να την κατανοήσει. Επί πλέον οι χαρακτήρες δεν είναι μόνο καλοί - κακοί. Τόσο αυτός του Μπρόσναν, ως πρώην εξτρεμιστή και νυν ηγέτη του ΙΡΑ που υποστηρίζει την ειρήνη, όσο και του Τσαν με την εμμονή του για εκδίκηση, που μοιάζει να αγγίζει την παράνοια, είναι τουλάχιστον αμφιλεγόμενοι.
Να λοιπόν που μερικές φορές ταινίες δράσης με πολλά μπαμ μπουμ και φόνους μπορεί να διαθέτουν και κάτι παραπάνω.

Παρασκευή, Απριλίου 10, 2020

"KONG: SCULL ISLAND" Ή Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΒΑΡΕΜΑΡΑ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΛΗΨΕΩΝ

Πιστό στα βαρετά πρότυπα που το ίδιο το Χόλιγουντ έθεσε στον εαυτό του τα αρκετά τελευταία χρόνια, βάζει το 2017 τον τηλεοπτικό Jordan Vogt-Roberts (ορίστε;) να γυρίσει έναν ακόμη Κινγκ Κονγκ, το ῾῾Κονγκ. Η Νήσος του Κρανίου῾῾, μπας και δελεάσουμε κανένα 15άρη που δεν έχει δει κανένα από τα 3 - 4 προηγούμενα και τα οικονομήσουμε πάλι...
Στην εποχή του τέλους του πολέμου του Βιετνάμ, ένας παθιασμένος επιστήμονας πείθει έναν πολιτικό να του παραχωρήσει επιστήμονες και στρατιωτικούς για να τον συνοδεύσουν σε μυστηριώδες νησί, που δεν βρίσκεται στο χάρτη και που διάφορα παράξενα συμβαίνουν εκεί. Φυσικά αντιλαμβάνεστε ότι η αποστολή θα βρει τον Κινγκ Κονγκ, αλλά και πολλά άλλα τέρατα...
Εδώ δεν υπάρχει μόνο ο Κονγκ (φοβερά ευφάνταστο που του αφαίρεσαν το ῾῾Κινγκ῾῾), αλλά και γιγαντιαίες αράχνες, και κακές πελώριες σαύρες, και τεράστια έντομα και ό,τι άλλο τραβά η ψυχή σας, ιπτάμενο ή σερνάμενο. Έχει και κακούς στρατιωτικούς, που θα συγκρουστούν με τους καλούς επιστήμονες. Έχει, να πούμε και την αλήθεια, αρκετά φοβερά τραγούδια της μουσικά αξέχαστης αυτής εποχής. Και, βέβαια, έχει κυνηγητά, εκρήξεις. τέρατα, εφτάψυχους ήρωες, ακόμα πιο εφτάψυχο Κονγκ που δεν πεθαίνει με τίποτα, λίγο σπλάτερ, ανέμπνευστους θανάτους (μερικοί από τους βασικούς πρωταγωνιστές πεθαίνουν έτσι, σε κλάσματα δευτερολέπτου, σα να μη συμβαίνει τίποτα) και καθόλου ατμόσφαιρα.
Αν είσαι πολύ πιτσιρικάς, δίχως πολλές κινηματογραφικές εμπειρίες, μπορεί να το ευχαριστηθείς. Αλλιώς... άσε καλύτερα... Φυσικά το να γυρίζουν γουάναμπι μπλοκμποάστερ, που είναι σίκουελ, πρίκουελ. ριμπούτ και δεν ξέρω τι άλλο, με λίγα λόγια εξ ορισμού βαρετά αναμασήματα παλιότερων ταινιών, κλασικών ή μη, είναι η απόλυτη σύγχρονη πεπατημένη. Και θα συνεχιστεί για πολλά χρόνιοα φοβάμαι. Όσο όλα αυτά θα  βγάζουν τα λεφτά τους.

Πέμπτη, Απριλίου 09, 2020

"SWEET MOVIE" Ή Η ΕΠΕΝΕΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΤΡΩΕΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ

Σίγουρα το "Sweet Movie" του 1974  του αναρχικού σέρβου Dusan Makavejev (1932-2019) είναι μια από τις μυθικές και σχετικά ξεχασμένες σήμερα σουρεαλιστικές / αναρχικές ταινίες   μιας άλλης εποχής, που το κύριο χαρακτηριστικό της ήταν η έντονη πολιτικοποίηση.
Με ένα παλαβό σενάριο η ταινία αφηγείται την ιστορία ενός απεχθούς αμερικάνου εκατομμυριούχου, που ῾῾ἁγοράζει῾῾ μια πανέμορφη και αυστηρά παρθένα νύφη (Μις Κόσμος υποτίθεται) και, ταυτόχρονα, την γεμάτη σύμβολα ιστορία ενός καραβιού με το γιγἄντιο πρόσωπο του Μαρξ στην πλώρη, που οδηγεί μια γυναίκα η οποία, υποτίθεται, είναι η Επανάσταση. Οι δύο ιστορίες μπλέκουν με σουρεαλιστικό (θα επαναλάβουμε πολλές φοιρές αυτή τη λέξη) τρόπο.
Μην περιμένετε ειρμό, στρωτή αφήγηση, ομαλές καταστάσεις. Οι παράλληλες ιστορίες περνάν από τη μία στην άλλη, διάφορα ακατανόητα συμβαίνουν, παρεμβάλλονται σκηνές ντοκιμαντέρ. όπως η ανακάλυψη των ομαδικών τάφων πολωνών που εκτελεσαν σοβιετικοί στο Κατύν κλπ. Πάνω απ᾽όλα το φιλμ είναι πλημμυρισμένο από σύμβολα: Η Επανάσταση, ο Μαρξ, το Ποτέμκιν, ο γελοίος εκατομμυριούχος ως σύμβολο του καπιταλισμού κλπ. Περιέχει επίσης άφθονο ερωτισμό καθώς για τον Μακαβέγεφ ἔρωτας / σεξ και επανάσταση πάνε μαζί (ας μη ξεχνάμε ότι στην προηγούμενη ταινία του ῾῾Τα Μυστήρια του Οργανισμού῾῾είχε ασχοληθεί με τις θεωρίες του Βίλχελμ Ράιχ). Τέλος περιέχει σειρά πραγματικά απωθητικών σκηνών από ομάδα περφόρμερ της εποχής, οι οποίοι ουρούν, κάνουν εμετό και πολλά άλλα. Γενικά, προειδοποιώ, το τελευταίο μισάωρο είναι για πολύ γερά στομάχια...
Τι βγαίνει απ᾽όλο αυτό το γκροτέσκο μπάχαλο; Η σχέση έρωτα και επανάστασης (ο Μάης του 68 είναι ακόμα νωπός) και ότι ῾῾ἡ Επανάσταση τρώει τα παιδιά της῾῾, πράγμα που όντως πολλάκις έχει συμβεί στην ιστορία. Ίσως αυτό να είναι και το βασικό θέμα γύρω από το οποίο περιστρέφεται τόσο σουρεαλιστικά και άναρχα η ταινία.
Φυσικά ο Μακαβέγεφ, σαρδόνιος και ειρωνικός, δεν χαρίζεται πουθενά. Γελοιοποιεί με κάθε τρόπο τον καπιταλισμό και κοροϊδεύει τις αυτοκαταστροφικές τάσεις των επαναστατών, προβλέποντας με πίκρα την τελική αποτυχία τους (αν και στην τελευταια σκηνή αφήνει - συμβολικά πάντοτε - μια ελπίδα).
Προσωπικά βρήκα σήμερα το φιλμ μάλλον ξεπερασμένο. Υπερβολικά γκροτέσκο και χοντροκομμένο, ακατέργαστο. Παρ᾽όλα αυτά το θεωρώ κλασική μαρτυρία μιας ανήσυχης εποχής, που ψαχνόταν σε όλα τα επίπεδα και δεν δίσταζε να πειραματιστεί με τα πάντα (ακόμα και με την αισθητική της ταινίας), έστω κι αν αυτὄ απέβαινε επικίνδυνο. Το βλέπετε με καθαρά δική σας ευθύνη... κι όποιος αντέξει, όπως σας είπα, στο τελευταίο ημίωρο, μππροστά στο οποίο το ῾῾Μεγάλο Φαγοπότι῾῾μαιάζει με παιδική ταινία...
ΥΓ: Και μη ξεχνάτε και την υπέροχη μουσική του Χατζιδάκη με το πασίγνωστο τραγούδι ῾῾Τα παιδιά κάτω στον κάμπο...῾῾ να επαναλαμβάνεται συχνά.

Τρίτη, Απριλίου 07, 2020

Η "ΑΠΙΣΤΗ" ΚΑΙ ΟΙ ΟΛΕΘΡΙΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ

Το 2002 ο Adrian Lyne γυρίζει την τελευταία μέχρι σήμερα ταινία του (αλήθεια, τι απέγινε;), την "Άπιστη" (Unfaithful), βασισμένη σε παλιότερο φιλμ του Σαμπρόλ, με τον Ρίτσαρντ Γκιρ και την Νταϊάν Λέιν στους κύριους ρόλους.
Μια γυναίκα, σε πρώτη άποψη απόλυτα πετυχημένη στη ζωή (δραστήρια, με γοητευτικό και πλούσιο σύζυγο, συμπαθητικό παιδί, άριστες οικογενειακές σχέσεις κλπ.) γοητεύεται από μικρότερό της γάλλο μποέμ, που ζει στο κέντρο της πόλης αγοράζοντας και πουλώντας παλιά βιβλία. Το ερωτικό πάθος είναι κυρίαρχο στη σχέση τους, εκείνη αρχίζει να παραμελεί την οικογένεια... αλλά αυτά είναι μόνο η αρχή. Σύντομα τα πάντα θα ξεφύγουν από κάθε έλεγχο και οι ισορροπίες θα ανατραπούν.
Το φιλμ είναι καλογυρισμένο, με αισθησιακές ερωτικές σκηνές... και καταλήγει σε άγριο ψυχολογικό θρίλερ, πραγματικά ανησυχητικό θα έλεγα. Μπορώ να πω ότι κρατά το θεατή. Δεν παύει πάντως να είναι βαθύτατα συντηρητικό. Εδώ εικονογραφούνται οι ακραία ολέθριες συνέπειες του ερωτικού πάθους, της κυριαρχίας του ενστίκτου πάνω στη λογική, του διονυσιακού πάνω στο απολλώνειο. Τα πρώτα είναι αρνητικά. Δυναμιτίζουν τη γαλήνη και την ηρεμία και μάλιστα ανεπιστρεπτί. Το πάθος είναι αυστηρά απαγορευμένο (όχι ακριβώς επειδή είναι κακό με την ηθική έννοια, αλλά επειδή προξενεί ανεπανόρθωτα κακά). Οπότε, διαλέγετε και παίρνετε. Ή απλώς απολαμβάνετε το φιλμ (ο Λάιν είναι ικανός σκηνοθέτης, που σχεδόν πάντοτε ασχολιόταν με τις ερωτικές σχέσεις) ή σας ενοχλεί νοηματικά, βρίσκοντάς το υπερσυντηρητικό.
Πάντως έχει πλάκα να βλέπεις τον θεωρούμενο σούπερ - γκόμενο Γκιρ σε ρόλο απατημένου συζυγου.

Κυριακή, Απριλίου 05, 2020

῾῾ΓΙΟΖΊΜΠΟ῾῾: ΕΝΑ ῾῾ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ῾῾ΜΕ ΣΑΜΟΥΡΑΪ

Το 1961 ο μεγάλος Akira Kurosawa (1910-1998) γυρίζει το κλασικό ῾Γιοζίμπο῾με τον Τοσίρο Μιφούνε στον εμβληματικό ρόλο του μοναχικού σαμουράι που τα βάζει με όλους.
Ένας περιπλανώμενος σαμουράι με εξαιρετικές ικανότητες στο σπαθί φτάνει σε ένα χωριό που σπαράσσεται από τον πόλεμο ανάμεσα σε δύο άγριες συμμορίες (με οικογενειακή βάση).  Κάθε ειρηνική δραστηριότητα έχει παραλύσει, προς απόγνωση των κατοίκων, και το αίμα ρέει άφθονο. Εκείνος θα επιχειρήσει να λυτρώσει το μέρος πουλώντας τις υπηρεσίες του πότε στους μεν και πότε στους δε, με απώτερο στόχο να τις στρέψει τη μία ενάντια στην άλλη ώστε να αλληλοεξοντωθούν.
Σας θυμίζει τίποτα; Μα ναι, είναι ακριβώς το σενάριο (του ίδιου του Κουροσάβα και του Κικουσίμα) που 3 χρόνια αργότερα μετέφερε σχεδόν αυτούσιο ο Λεόνε σε γουέστερν, εγκαινιάζοντας πανηγυρικά τα γουέστερν σπαγγέτι και κάνοντας σούπερ σταρ τον Κλιντ Ίστγουντ (στο ρόλο του Μιφούνε, ως μοναχικού πιστολέρο αυτή τη φορά). Η μεταφορά είναι απόλυτα πιστή, σε πολλά σημεία σκηνή -σκηνή.
Πίσω όμως στο ῾Γιοζίμπο῾. Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς; Την υπέροχη ασπρόμαυρη φωτογραφία; Την υποβλητική σκηνοθεσία, που παίζει με τα βλέμματα και με το λιτό, γυμνό  περιβάλλον; (ακόμη και τα πολλά κοντινά πλάνα στο πρόσωπο του Μιφούνε προοιωνίζουν τα κλασικά κοντινά στα μάτια του Ίστγουντ). Τις σκηνές δράσης (που, αντίθετα με τα γουέστερν, διαθέτουν και μια πρώιμη δόαση σπλάτερ); Τις απίστευτες μορφές των ηθοποιών (τέτοιες απίστευτες, γκροτέσκες φάτσες ξαναείδαμε δεκαετίες μετά στο ῾῾Όνομα του Ρόδου῾῾). Ενδιαφέρον επίσης είναι ότι η ταινία διανθίζεται σε πολλά σημεία από χιούμορ, πράγμα που προξενεί εντύπωση σε ένα τἐτοιο σοβαρό και βίαιο φιλμ. Και τελικά υπάρχει η διαπίστωση: Τίποτα καλύτερο από την ειρήνη. Βέβαια εδώ, για να διασφαλιστεί αυτή, πρέπει να περάσουμε από λουτρά αίματος...
Κλασική ταινία, το ξαναλέω, που συστήνω ανεπιφύλακτα σε όσους δεν την έχουν δει.

Παρασκευή, Απριλίου 03, 2020

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ῾῾ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΣΤΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ῾῾;

Η δεύτερη ταινία του Stephen Chbosky (αμερικανός παρά το περίεργο όνομά του) γυρίζεται το 2012 και είναι ῾῾Τα Πλεονεκτήματα του να Είσαι στο Περιθώριο῾῾ (The Perks of being a Wallflower). Πρόκειται για νεανικό ρομαντικό δράμα, αλλά είναι κάτι καλύερο από μια ακόμα ταινία με ρομαντικούς εφηβικούς έρωτες .
Ο 15χρονος Τσάρλι είναι συνεσταλμένος και ευαίσθητος. Ξεκινά το Λύκειο με τον φόβο ότι θα μείνει ολομόναχος, ως περιθωριακός που νοιώθει. Εκεί όμως θα γνωρίσει μια παράξενη παρέα ιδιόρυθμων εφήβων (λίγο μεγαλύτερων από τον ίδιο), θα ενταχθεί με ανακούφιση σ᾽αυτήν και θα ερωτευτεί μια κοπέλα απ᾽αυτή την παρέα, η οποία όμως θα γίνει η καλύτερή του φίλη, πράγμα που θα τον εμποδίζει διαρκώς να εξομολογηθεί τον έρωτά του.
Πιστέψτε με, είναι καλύτερο απ᾽ ό,τι ακούγεται. Το φιλμ διαθέτει ιδιαίτερη ευαισθησία, είναι σε κάποια σημεία συγκινητικό, αντιμετωπίζει με μεγάλη συμπάθεια, τρυφερότητα και κατανόηση τους ῾῾περιθωριακούς῾῾ εφήβους του (όχι, δεν είναι πρεζόνια, τρομοκράτες ή κάτι τέτοιο, απλώς ιδιόρυθμοι) και, κυρίως, αντιμετωπίζει με ειλικρίνεια αυτό το είδος ῾῾ντροπαλότητας῾῾που διακατέχει κάποιους ανθρώπους που δεν μπορούν να εκφράσουν άνετα τα πραγματικά τους αισθήματα.
Με κράτησε ιδιαίτερα και θα μου άρεσε πολύ αν δεν υπήρχαν αυτές οι ῾῾ἁποκαλύψεις῾῾και η άγρια δραματική τροπή προς το τέλος, πράγμα που προσωπικά μου φάνηκε αχρείαστο ή, αν θέλετε, προς εντυπωσιασμό. Είναι βέβαια προσωπική γνώμη και πιστεύω οτι πολλοί θα διαφωνήσουν. Πάντως γενικά τη βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα ταινία.
ΥΓ: Παίζει η Έμμα Γουάτσον στον πρώτο μετά τους ῾῾Χάρι Πότερ῾῾ πρωταγωνιστικό ρόλο της.

Πέμπτη, Απριλίου 02, 2020

῾῾ΖΗΤΗΜΑ ΤΙΜΗΣ῾῾: ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΙΛΙΤΑΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ

Ο Rob Reiner υπήρξε δημιουργός εξαίρετων κωμωδιών, κομεντί, αλλά και άλλων καλών ταινιών στα 80ς. Το 1992 όμως κάνει μια ξαφνική στροφή γυρίζοντας το δικαστικό δράμα ῾῾Ζήτημα Τιμής῾῾(A Few Good Men), με εντυπωσιακό καστ (Τζακ Νίκολσον, Τομ Κρουζ, Ντέμι Μουρ, Κέβιν Μπέικον, Κίφερ Σάντερλαντ).
Στο γνωστό και, μετά την 11η Σεπτέμβρη, διαβόητο Γκουαντανάμο, την αμερικάνικη βάση στην Κούβα, δύο πεζοναύτες σκοτώνουν ένα συνάδελφό τους. Όλα δείχνουν ότι πρόκειται για τον περίφημο ῾Κόκκινο Κὤδικα῾, που ῾῾διευθετεί῾῾εσωτερικά ζητήματα τιμής στο στρατό, ο οποίος θεωρητικά είναι μεν παράνομος, στην ουσία όμως ζει και βασιλεύει. Την υπεράσπιση των δύο στο στρατοδικείο αναλαμβάνει απρόθυμα αρχικά ο νεαρός δικηγόρος  Τομ Κρουζ, στη συνέχεια όμως, με την παρότρυνση της Ντέμι Μουρ, θα αρχίσει  να παίρνει την υπόθεση όλο και πιο σοβαρά. Σιγά σιγά θα ανακαλύψει ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς όπως φαίνονται. Ο φόνος σίγουρα έγινε από τους δύο αμίλητους κατηγορούμενους, που αρνούνται να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, αλλά... Υπάρχουν κάμποσα ῾῾αλλά῾῾.
Το φιλμ πρωτίστως είναι αντιμιλιταριστικό. Καταδεικνύει την άρρωστη κατάσταση που επικρατεί στο εσωτερικό του αμερικάνικου (αλλά και κάθε) στρατού, και κυρίως, βεβαίως, των αμερικανών πεζοναυτών. Φασιστική πειθαρχία, μετατροπή ανθρώπων σε ανεγκέφαλα ρομπότ που εκτελούν διαταγές (η πνευματική κατάσταση των δύο ενόχων είναι χαρακτηριστική), στρατόκαυλος φανατισμός και άλλα τέτοια. Από την άλλη βεβαίως κλείνει πονηρά το μάτι στον αμερικάνικο πατριωτισμό. Η Ντέμι Μουρ, που υπερασπίζεται φανατικά τους κατηγορούμενους, το κάνει ῾῾διότι αυτοί υπαρασπίζονται την πατρίδα, και διαρκώς βρίσκονται πρόσωπο με πρόσωπο με τον κακό κομουνιστή εχθρό῾῾(τους κουβανούς δηλαδή). Διαλέγετε και παίρνετε λοιπόν.
Συνολικά πάντως, παρά τις εξώφθαλμες αμερικανιές (στην προκείμενη περίπτωση και πολιτικής φύσης), το φιλμ διατηρεί νομίζω το ενδιαφέρον του θεατή. Είναι και ο σαρωτικός Νίκολσον... Και έχει το θετικό ότι, παρά τα πολλά φάλτσα που ανέφερα, ο βασικός στόχος του είναι η στρατοκαυλίαση. Κάτι είναι κι αυτό. Συνολικά πάντως το βρίσκω ιδεολογικά αμφιλεγόμενο (για να το θέσω κομψά).

Τρίτη, Μαρτίου 31, 2020

ΜΙΑ ΟΝΤΩΣ ῾ἙΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ῾῾

Το 2013 ο Luc Besson, ήδη γνωστός για τις συμπαραγωγές και τις βόλτες του στις ΗΠΑ, γυρίζει την αμερικανογαλλική συμπαραγωγή ῾The Family" ("Malavita" στα γαλλικά, ῾Ἑπικίνδυνη Οικογένεια῾῾στην Ελλάδα), μια μαύρη γκαγκστερική κωμωδία με εντυπωσιακο καστ: Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Μισέλ Φάιφερ και Τόμι Λι Τζόουνς.
Μια οικογένεια μαφιόζων (πατέρας μητέρα, κόρη και γιος), αφού καρφώνουν την πρώην ᾽᾽οικογένειά῾῾τους (την μαφιόζικη οικογένεια εννοώ) γίνονται προστατευόμενοι μάρτυρες και αλλάζουν κάθε λίγο κατοικία για να μην τους ανακαλύψουν οι πρώην συνεργάτες τους. Αυτή τη φορά εγκαθίστανται σε μικρή πόλη της Γαλλίας, υπό την αγρυπνη προστασία βεβαίως των μπάτσων. Ο πατέρας μάλιστα παρουσιάζεται στους ανύποπτους γείτονες ως... συγγραφέας. Το φιλμ παρακολουθεί την εεε... όχι και τόσο αθώα συμπεριφορά των γονιών στην πόλη, αλλά και των δύο παιδιών, που βεβαίως ακολουθούν παρόμοιους με τους γονείς δρόμους στο σχολείο. Στο τέλος θα γίνει χαμός.
Μαύρη κωμωδία, το είπαμε, με την έννοια ότι τα πτώματα συσσωρεύονται για ψύλου πήδημα, υπάρχει ολόκληρη σφαγή, αλλά όλα γίνονται με χιούμορ ῏και, φυσικά, για χιουμοριστικούς λόγους ῏πάντα, εντελώς υπερβολικά. Αστεία είναι όντως η σινεφίλ αναφορά όπου ο Ντε Νίρο, παρουσία πολλών κατοίκων της πόλης, παρακολουθεἰ σε ντόπια κινηματογραφική λέσχη τα ῾Καλά Παιδιά῾ του Σκορσέζε και μετά καλείται να μιλήσει για το φιλμ (ως συγγραφέας που έχει δηλώσει).
Γενικά το είδα ευχάριστα, υπάρχει και η φουλ δράση προς το τέλος, αλλά μέχρι εκεί. Τίποτα το εντελώς σπουδαίο κατά τη γνώμη μου.

Κυριακή, Μαρτίου 29, 2020

῾῾ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΠΟΥ ΠΛΗΓΩΝΑΜΕ῾῾ΚΑΙ Η ΠΑΙΔΙΚΉ ΑΘΩΟΤΗΤΑ (;)

Το 1986 ο Δήμος Αβδελιώδης παίρνει μια ξεχωριστή θέση στο ελληνικό σινεμά με ῾Το Δέντρο που Πληγώναμε῾. Ήταν η πρώτη του μεγάλου μήκους. Έχει κάνει μόνο τρεις.
Στη Χίο, τόπο καταγωγής του δημιουργού, ένα παιδί του δημοτικού αφηγείται πώς πέρασε το καλοκαίρι του κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 60. Οι σχέσεις με τον καλύτερό του φίλο (όχι όμως και το καλύτερο παιδί της παρἐας), οι σκανταλιές και τα ατελείωτα παιχνίδια, το πρώτο σκίρτημα του έρωτα...
Μπορεί ένα φιλμ να σε συγκινήσει ενώ είναι. άτεχνο, ερασιτεχνικό σχεδόν, χειροποίητο; Μπορεί. Ο σκηνοθέτης εδώ καταγράφει τις παιδικές του μνήμες με αφοπλιστική ειλικρίνεια. Όλοι σχεδόν οι ηθοποιοί  είναι ερασιτέχνες, είναι οι κάτοικοι και κυρίως τα παιδιά του χωριού του στη Χίο. Τα παιδιά αυτά (και τα όσα κάνουν) είναι αφοπλιστικά. Αναμεσα στο γέλιο και την πίκρα, τη χαρά και το κλάμα, την αθωότητα και τη σκληρότητα, καταγράφεται η πραγματικότητα μιας εποχής: Αυτής της επαρχιακής Ελλάδας της δεκαετίας του 60 (της Χίου ιδιαίτερα), αλλά, κυρίως, η αιώνια πραγματικότητα της εποχής παιδικής ηλικίας. Η ταινία δεν είναι παρά μια σειρά επεισοδίων. Μέσα απ᾽αυτά όμως η ξενοιασιά μιας ξεχασμένης εποχής (είπαμε: διπλή η σημασία: της εποχής της παιδικής ηλικίας και αυτής της δεκαετίας του 60) προβάλλουν ανάγλυφα.
Ένα σημείο που θέλω να τονίσω ιδιαίτερα: Η παιδική ηλικία που καταγράφει ο Αβδελιώδης σε καμία περίπτωση δεν είναι μόνο αθώες σκανταλιές και γέλιο. Είναι γνωστή η αθέλητη σκληρότητα των παιδιών. Εδώ λοιπόν θα δείτε πολλά τα οποία θα σας φανούν απαράδεκτα (η συμπεριφορά προς τον τρελό του χωριού, προς τα ζώα κλπ.) . Έτσι ήταν όμως τότε. Το φιλμ είναι απόλυτα ειλικρινές ως προς τη διττή όψη της παιδικότητας.
Το ειπα και στην αρχή: Άτεχνο, ερασιτεχνικό σχεδόν, συχνά ντοκιμαντερίστικο, καταφέρνει να είναι συγκινητικό και να αφήνει μια νοσταλγική γεύση από καιρό χαμένων πραγμάτων. Σίγουρα από τις ξεχωριστες στιγμές του Νέου (δηλαδή του μετά το 70) Ελληνικού Κινηματογράφου.

Παρασκευή, Μαρτίου 27, 2020

"THE UNINVATED" : ΕΝΑ ΡΟΥΤΙΝΙΕΡΙΚΟ ΘΡΙΛΕΡ

Μοναδική μεγάλου μήκους ταινία των βρετανών Guard Brothers (Charles και Thomas), το "The Uninvated" (Η Απρόσκλητη) γυρίστηκε το 2009 και ειναι ένα ακόμα θρίλερ τρόμου.
Μια έφηβη έχει εγκλειστεί σε ψυχιατρείο μετά τον θάνατο της κατάκοιτης μητέρας της σε πυρκαγιά. Στο σπίτι θα ξαναβρεί τον συγγραφέα πατέρα της, την μεγαλύτερη αδελφή της, αλλά και την πρώην νοσοκόμα της μητέρας της, την οποία εκείνος πρόκειται να παντρευτεί. Σύντομα τα δύο κορίτσια θα αρχίσουν να υποψιάζονται τη μέλλουσα μητριά τους για το θάνατο της μητέρας τους, ενώ η μικρή υποφέρει από συνεχείς φριχτούς εφιάλτες (ή οράματα).
Μάλλον ρουτινιερικη ταινία τρόμου, που προσπαθεί να γίνει ατμοσφαιρική και να τρομάξει δίχως πάντοτε να τα καταφέρνει (εμένα τουλάχιστον). Επιφυλάσσει, όπως συνηθίζεται, μια μεγάλη ανατροπή στο τέλος, κι αυτή όμως κινείται σε ένα πλαίσιο που έχουμε ξαναδεί. Εδώ που τα λέμε πάντως, η ανατροπή αυτή ίσως να είναι και ο μόνος λόγος ύπαρξης του φιλμ.
Μία ακομα μάλλον αδιάφορη προσθήκη σε ένα είδος που, ενώ παράγει πολλά φιλμ και αρκετά απ᾽αυτά γνωρίζουν επιτυχία, παραμένει σε κατάσταση παρακμής εδώ και πολλά πολλά χρόνια (οι εξαιρέσεις βεβαίως υπάρχουν, αλλά, ακριβώς, πρόκειται για εξαιρεσεις).

Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2020

῾῾ΓΙΑ ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΔΟΛΑΡΙΑ῾' Ή Η ΑΠΟΘΕΩΣΗ ΤΩΝ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΣΠΑΓΓΕΤΙ

Το 1964 ο Sergio Leone (1929-1969) γυρίζει ένα εμβληματικό ιταλικό γουέστερν (γουέστερν σπαγγέτι) και, ταυτόχρονα κάνει σταρ τον Κλιντ Ίστγουντ. Πρόκειται βέβαια για το ῾῾Για μια Χούφτα Δολάρια῾῾, με τον Τζαν Μαρία Βολοντέ στο ρόλο του ῾῾κακού῾᾽. Στα credits δεν υπογράφει με το όνομά του, αλλά με το ψευδώνυμο Bob Robertson, για να μοιάζει το φιλμ πιο αμερικάνικο (τα κάνανε αυτά οι ιταλοί τότε. Στο κάτω - κάτω το γουέστερν ήταν ένα καθαρά αμερικάνικο είδος). Με ψευδώνυμο επίσης υπογράφει και ο μεγάλος Ένιο Μορικόνε, που έχει γράψει την πασίγνωστη μουσική του φιλμ. Όσο για την ιστορία, είναι μια παραλλαγή (μεταφορά σε γουέστερν δηλαδή) του σεναρίου του Κουροσάβα για το ῾῾Γιοζίμπο῾᾽!
Ένας μοναχικός πιστολέρο φτάνει σε μια μικρή πόλη του Φαρ Ουέστ, η οποία υποφέρει και καταδυναστεύεται από δύο αντίπαλες συμμορίες - οικογένεις: Μιας μεξικάνικης (λαθρέμποροι ποτών) και μιας αμερικάνικης (λαθρέμποροι όπλων). Οι πάντες σκοτώνουν για ψύλου πήδημα. Ο ήρωάς μας θα πουλήσει τις υπηρεσίες του σε αμφότερες και, με μεγάλη πονηριά, θα στρέψει τη μία ενάντια στην άλλη, έως το τελικό αιματηρό ξεκαθάρισμα.
Φυσικά αυτό που μετρά εδώ είναι το στιλ. Τα έρημα, λιτά τοπία της ερήμου, μόνιμα ψημένα από τον ήλιο, η χαρακτηριστική εμφάνιση του λιγομίλητου, ανέκφραστου ήρωα, η λιτότητα που χαρακτηρίζει τα πάντα, ο κυνισμός, τα συνεχή κοντινά πλάνα στα βλέμματα των ηρώων... Αυτό ακριβώς το έντονο στιλιζάρισμα είναι που κάνει το φιλμ κλασικό και τόσο καθοριστικό για το είδος. Όσο για τον ήρωα, μπορεί να έχει ῾῾καλή καρδιά῾῾ και ένα ασίγαστο αίσθημα δικαιοσύνης, το κίντηρό του όμως δεν παύει να είναι ο πλουτισμός. Άλλωστε οι υπηρεσίες που προσφέρει είναι να σκοτώνει ανθρώπους...
Το στιλ, ο ρυθμός, η ολη ατμόσφαιρα, η μουσική, ο Ίστγουντ, είναι που κάνουν την ταινία απολαυστική μέχρι σήμερα, και κλασική στο είδος της. Αν τουλάχιστον σας αρέσουν τα γουέστερν.


Τρίτη, Μαρτίου 24, 2020

"ALLONSANFAN": ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Το 1974 οι Paolo και Vittorio (1929 - 2018) Taviani γυρίζουν το "Allonsanfan", με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι στο βασικό ρόλο, ένα πολιτικό φιλμ εποχής, που πολλοί θεωρούν από τα καλύτερα των δύο αδελφών, .
Στα χρόνια της Παλινόρθωσης, όταν τα όνειρα της Γαλλικής Επανάστασης πέθαιναν και η αυτοκρατορία επανερχόταν, ένας αριστοκρατικής καταγωγής ηγέτης των επαναστατών αποφυλακίζεται μετά από χρόνια εγκλεισμού και βασάνων. Αρχικά επιστρέφει στον πατρικό πύργο και στα αδέλφια του που ζουν εκεί με τις οικογένειές τους και σύντομα νοιώθει την ανάγκη να αποσυρθεί από τη δράση και να απολαύσει τη ζωή που του απομένει. Οι σύντροφοί του όμως, δίχως να γνωρίζουν την επιθυμία του αυτή, θα τον πάρουν και πάλι μαζί τους. Από εκεί και πέρα το φιλμ αποτελείται από μια σειρά από προδοσίες του ήρωα, προκειμενου να απαλλαγεί από τους παλιούς συντρόφους του. Προδοσίες που εκείνοι, αθώοι, ονειροπόλοι και αφελείς ταυτόχρονα, δεν αντιλαμβάνονται...
Φυσικά έχουμε να κάνουμε με μια πολιτική αλληγορία, που συζητά το επίκαιρο στα 70ς θέμα της επανάστασης (στην Ευρώπη τουλάχιστον και ιδιαίτερα στην Ιταλία). Αυτό που ερευνάται εδώ είναι η διαρκής αμφιταλάντευση του εξεγερμένου ανάμεσα στον πόθο της επανάστασης και της αλλαγής του κόσμου αφ᾽ ἐνός και στην προσωπική γαλήνη, στο ῾῾βόλεμα῾῾όπως ίσως κάποιοι θα το αποκαλούσαν, που θα του επιτρέψει να απολαύσει  τη ζωή έστω όπως αυτή είναι αφ᾽ετέρου. Ο (αντι)ήρωας εδώ είναι προδότης των ιδανικών του. Ωστόσο, επειδή καποτε πίστεψε βαθιά σ᾽αυτά, πάντοτε μια σπίθα μένει μέσα του και τον έλκει προς τον αγώνα. Είναι αρνητικός χαρακτήρας, αλλά η διαλεκτική των Ταβιάνι δεν τον μετατρέπει σε μονοδιάστατα ῾῾κακό῾῾, αλλά σε έναν βασανισμένο άνθρωπο που διαρκώς αμφιταλαντεύεται  - άσχετα αν το έγκλημα και η προδοσία τον κερδίζουν. Επίσης σχολιάζεται με πίκρα το ανέφικτο του επαναστατικού ονείρου, το αδύνατο της πλήρους αλλαγής, από τη μία στιγμή στην άλλη, ενός κόσμου τοσο ριζωμένου στα όσα αρνητικά τον έχουν διαμορφώσει (η σκηνή στο χωριό και η στάση των χωρικών είναι χαρακτηριστικά).
Αυτό που θα πρέπει να τονιστεί είναι ότι οι Ταβιάνι δεν κάνουν μια γραμμική, ευανάγνωστη πολιτική ταινία. Το φιλμ είναι ποτισμένο από ποιητικές ή σουρεαλιστικές σκηνές, απο τις παραισθήσεις του ήρωα, από αναφορές στην ιταλική κουλτούρα, από την Comedia del Arte έως το καρναβάλι και τη λαϊκή μουσική, πράγμα που του δίνει μια εξωπραγματική, παράδοξη, ονειρική διάσταση.
Δύσκολη ταινία για τους εθισμένους στην  κλασική χολιγουντιανή γραφή, πλην όμως εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Τροφή για σκέψη πάνω στα θέματα που προαναφέραμε.

Δευτέρα, Μαρτίου 23, 2020

''ΟΙ ΤΕΜΠΕΛΗΔΕΣ ΤΗΣ ΕΥΦΟΡΗΣ ΚΟΙΛΑΔΑΣ'' ΚΑΙ Ο ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΙΝΕΜΑ

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος (1941-2016) υπήρξε ένας από τους συνεπέστερους νεοέλληνες σκηνοθέτες, καταφέρνοντας να γυρίζει ταινίες σε τακτά διαστήματα, πράγμα σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα. Το δεύτερο φιλμ του, ῾Ὁι Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας῾῾ του 1978 διαθέτει εντυπωσιακό ελληνικό καστ (Διαμαντόπουλος, Πουλικάκος, Τσακίρογλου, Διαλεγμένος και Καρλάτου) και αποτελεί σπανιότατο δείγμα ελληνικού σουρεαλιστικου σινεμά.
Ένας πατέρας, οι τρεις γιοι του και η όμορφη υπηρέτριά τους κληρονομούν από ένα θείο μια υπέροχη, απομονωμένη βίλα στην εξοχή. Εγκαθίστανται εκεί και σιγά - σιγά χάνουν κάθε επαφή με τον έξω κόσμο. Η υπηρέτερια τα κάνει κυριολεκτικά όλα γι᾽αυτούς, ενώ οι άντρες περνούν όλο και περισσότερο χρόνο κοιμισμένοι.
Το πρώτο που μου έρχεται στο νου είναι η εμφανής μπουνουελική επιροή. Ναι, θα μπορούσε να είναι ταινία του Μπουνουέλ. Ξεκινά ῾῾κανονικά῾῾ και βαθμιαία εισχωρεί όλο και περισσότερο στον σουρεαλισμό. Το χιούμορ υπάρχει παντού ενώ, αργά και μεθοδικά, οι κοινωνικές αξίες αναστρέφονται. Είναι πραγματικά αστείο να βλέπει κανείς την οργή και τη μέχρι δακρύων απελπισία της οικογένειας επειδή ο ένας γιος θέλει - αλοίμονο - να εργαστεί! Πέρα από το χιούμορ όμως η ζοφερότητα μιας διαρκούς διολίσθησης στην παρακμή, την απάθεια, τη σήψη των πάντων, είναι εντονόταη, έως και ηθελημένα ενοχλητική. Και, φυσικά, πίσω απ᾽όλη αυτή την παράλογη ιστορία, είναι εμφανής η αλληγορία: Η μεγαλοαστική τάξη είναι ένας κυριολεκτικός κηφήνας, που απολαμβάνει τα πάντα δίχως να προσφέρει τίποτα χάρη στο διαρκή μόχθο της εργατικής τάξης (της υπηρέτριας), την οποία βεβαίως εκμεταλλεύεται ασύστολα. Αν θέλετε μπορείτε εξ ίσου εύκολα να δείτε την ίδια εικόνα με όρους φύλου: Όπου άρχουσα τάξη βάλτε άντρες, όπου εργατική γυναίκες. Έτσι η ταινία γίνεται ένα διπλό σχόλιο πάνω στο κοινωνικό καθεστώς και τη φαλλοκρατία. Πιθανόν να βρείτε μόνοι σας κι άλλες αλληγορίες.
Ίσως κάποιυς να κουράσει η κάπως μεγάλη διάρκειά της. Στην εποχή της είχε ενοχλήσει και η σχετική ερωτική τολμηρότητα. Το σίγουρο είναι ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα από τα ελάχιστα δείγματα ελληνικού σουρεαλιστικού σινεμά και, ως εκ τούτου, σε μια ξεχωριστή στιγμή του. Φυσικά δεν είναι για όλους. Βρισκόμαστε στον απόλυτο αντίποδα της κυρίαρχης χολιγουντιανής λογικής.

Σάββατο, Μαρτίου 21, 2020

"ZABRISKIE POINT" Ή ΤΑ ΚΑΤΑ ΑΝΤΟΝΙΟΝΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΑ 60ς

Ο αριστερός Michelangelo Antonioni (1912-2007) γυρίζει το "Zabriskie Point" το 1970 στις ΗΠΑ. Η δεκαετία του 60 μόλις έχει τελειώσει, ωστόσο ο αντίκτυπός της είναι πανταχού παρόν. Το Βιετνάμ παραμένει το μεγάλο αγκάθι των αμερικανών, το φοιτητικό κίνημα βρίσκεται στα πάνω του, το ίδιο και το κίνημα των μαύρων για ισότητα, οι χίπις θἐλουν να αλλάξουν με τον δικό τους τρόπο τον κόσμο, η νεολαία απεχθάνεται την προηγούμενη γενιά, το ροκ είναι στα ντουζένια του, οι πειραματισμοί με τον έρωτα, αλλά και τις διάφορες ουσίες το ίδιο... Αυτό το κλίμα αναβρασμού προσπαθεί να καταγράψει το φιλμ.
Ένας νεαρός επαναστάτης σκοτώνει σε μια διαδήλωση ένα μπάτσο που μόλις πυροβόλησε καταληψία. Στη συνέχεια κλέβει ένα μικρό αεροπλάνο και, δίχως συγκεκριμένο σκοπό, κατευθύνεται στην έρημο. Εκεί θα συναντήσει μια κοπέλα, ερωμένη ενός πλούσιου επιχειρηματία, που πηγαίνει με το αυτοκίνητό του αφεντικού της στο Φίνιξ για να τον συναντήσει σε ένα μίτινκγ. Οι δύο νέοι θα περιπλανηθούν στην έρημο, θα κάνουν έρωτα και η ζωή της κοπέλας θα αλλάξει...
Επαναστατικό φιλμ, που παίρνει ξεκάθαρα το μέρος των εξεγερμένων, με υπνωτικά όμορφες εικόνες στην έρημο και φοβερή μουσική των Pink Floyd, Grateful Dead και άλλων, θα καταδείξει την έλξη που άσκησε η αμερικάνικη (προσωρινή εννοείται) εξέγερση των νέων στον μεγάλο ιταλό δημιουργό. Και μάλιστα, θα έλεγα, ιδιαίτερα οι χίπις (πέρα από το αντιπολεμικό και αντιρατσιστικό κίνημα), καθώς οι τελευταίες δυνατές σκηνές μάλλον ενάντια στον καταναλωτισμό επιτίθενται με τόση βιαιότητα.
Μουσική, ελεύθερος έρωτας, επανάσταση και ναρκωτικά μπλέκονται στην ταινία, η οποία βέβαια διαθέτει τους γνωστούς αργούς ρυθμούς του δημιουργού της. Αναρωτιέμαι πόσο θα ξενίσει ένα σύγχρονο νέο, μεγαλωμένο με εντελώς άλλες ιδέες και προτεραιότητες. Πάντως σίγουρα αποτελεί σημαντικό ντοκουμέντο μιας ανήσυχης και ουσιαστικά χαμένης άλλον ανεπιστρεπτί εποχής...
ΥΓ: Η ταινία είχε συναντήσει πολλές δυσκολίες στα γυρίσματα, καθώς συντηρητικοί αμερικάνοι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να αποτρέψουν την πταγματοποίησή της.

Παρασκευή, Μαρτίου 20, 2020

ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΚΑΙ ΝΕΟΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΣΤΟ "MAMA ROMA"

Το "Mama Roma" του 1962 εἰναι η δεύτερη ταινία του Pier Paolo Pasolini (1922-1975), η οποία, όπως η πρώτη του, κινείται στα πλαίσια του ιταλικού νεορεαλισμού. Στη συνέχεια ο Παζολίνι θα άλλαζε κλίμα και θα γινόταν ένας μάλλον αταξινόμητος δημιουργός.
Μια πρώην πόρνη και νυν έμπορος φρούτων στη λαϊκή έχει ως μοναδικό όνειρο την επιτυχία στη ζωή του έφηβου, αγνώστου πατρός γιου της. Γι᾽αυτόν θα κάνει τα πάντα. Εκείνος όμως σύντομα θα μπλέξει με κακές παρέες και ο δρόμος που θα ακολουθήσει θα είναι διαφορετικός από αυτόν που ονειρεύεται η μητέρα του.
Η πληθωρική Άννα Μανιάνι κλέβει βεβαίως την παράσταση καθώς ερμηνεύει τον βασικό ρόλο. Κατά τα άλλα, το φιλμ είναι διαπραγματευμένο ως μια σύγχρονη τραγωδία, με το δραματικό στοιχείο να ελλοχεύει ακόμα και στις πιο χαλαρές σκηνές. Άλλωστε σε δύο σεκάνς ο μάλλον σουρεαλιστικός περἰπατος της Μάμα Ρόμα (το παρατσούκλι της ηρωίδας) με τους διαφορετικούς συνοδούς στην νυχτερινή πιάτσα υπογραμμίζει το στοιχείο της θεατρικότητας.
Πέραν της μελέτης της μητρικής αγάπης και θυσίας, το όλο κοινωνικό και τοπογραφικό πλαίσιο, χαρακτηριστικό του νεορεαλισμού, μας δείχνει τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης μια χώρας που προσπαθεί ακόμα να ορθοποδήσει και να αναπτυχθεί μετά τις καταστροφές του πολέμου (έχουν περάσει 17 χρόνια από το τέλος του, αλλά οι πληγές δεν έχουν ολότελα κλείσει).  Φτωχοί άνθρωποι, ενίοτε ακόμα και λούμπεν, με μικρά, καθημερινά όνειρα, κινούνται κυρίως σε ένα no man's land τοπίο, που εκετίνεται ανάμεσα στις νεόδμητες (και άσχημες) πολυκατοικίες της Ρώμης που ανοικοδομείται και στην ύπαιθρο. Την εποχή αυτή η ῾῾μοντέρνα῾᾽ Ρώμη σταματούσε εντελώς απότομα και γύρω της εκτεινόταν η γυμνή, ακατοίκητη no man's land που λέγαμε, διασπαρμένη από αρχαία ρωμαϊκά ερείπια. Εκεί αλητεύουν οι παρέες των εφήβων, εκεί συμβαίνουν τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα... Είναι ο ίδιος ακριβώς χώρος όπου, πριν μερικά χρόνια, είχαν γυριστεί και ¨Οι Νύχτες της Καμπίρια῾῾ του Φελίνι.
Βαριά ταινία με έντονο δραματικό και τραγικό στοιχείο, παραμένει από τις χαρακτηριστικές της τελευταίας περιόδου του ιταλικού νεορεαλισμού.

Τετάρτη, Μαρτίου 18, 2020

ΟΤΑΝ Ο ΧΙΤΣΚΟΚ ΓΙΝΟΤΑΝ Ο ΧΙΤΣΚΟΚ ΠΟΥ ΞΕΡΟΥΜΕ: ῾῾39 ΣΚΑΛΟΠΑΤΙΑ῾῾

Το 1935 ο Alfred Hitchcock (1899-1980) είχε κάνει μεν κάμποσες ταινίες στην πατρίδα του, τη Βρετανία, αλλά δεν είχε ακόμα αποκτήσει μεγάλη φήμη. Αυτό θα συμβεί με τα ῾῾39 Σκαλοπάτια῾῾ εκείνης τυης χρονιάς, ένα ῾῾κανονικὀ῾῾χιτσκοκικό θρίλερ με πρωταγωνιστή τον Ρόμπερτ Ντόνατ.
Ένας θαμώνας θεάτρου στο Λονδίνο προσπαθεί να βοηθήσει μια μυστηριώδη γυναίκα, η οποία του αποκαλύπτει ότι είναι διπλή κατάσκοπος. Όταν αυτή βρίσκεται δολοφονημένη στο σπίτι του, ο ίδιος βρίσκεται, άδικα φυσικά, κυνηγημένος τόσο από την αστυνομία όσο και από ένα σκοτεινό δίκτυο κατασκόπων. Ένας εφιάλτης αρχίζει, ενώ η δράση θα μεταφερθεί στη Σκωτία.
Δεν έχω δει τις βουβές βρετανικές ταινίες του του Χίτσκοκ. Ωστόσο αυτή, που όπως είπαμε τον έκανε γνωστό, φέρει από τόσο νωρίς όλα τα βασικά στοιχεία του έργου του: Το μοτίβο ενός αθώου που άθελά του βρίσκεται μπλεγμένος σε μια σκοτεινή ίντριγκα, το περίφημο χιτσκοκικό σασπένς, που καταφέρνει πάντοτε να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή και το εξ ίσου περίφημο χιούμορ του σκηνοθέτη, που εδώ ειδικά είναι πανταχού παρόν αικόμα και στις πιο αγωνιώδεις στιγμές. Συν τις όμορφες και ενίοτε υποβλητικές σκηνές καταδίωξης στην ορεινή και άγρια Σκωτία. Και, εδώ ειδικά, μια έξυπνη ῾῾κυκλική῾῾δομή, που ξαναγυρνά απροσδόκητα την ιστορία εκεί απ᾽ όπου ξεκίνησε.
Δεν έχω πολλά να πω. Ο Χίτσκοκ βρίσκεται σε μια από τις καλύτερες στιγμές της πρώτης φάσης της μεγάλης καριέρας του. Οι θεατές που δεν φοβούνται την ετικέτα του ῾῾παλιού῾῾ και μπορούν να απολαύσουν το κλασικό σινεμά σίγουρα θα το ευχαριστηθούν.

Δευτέρα, Μαρτίου 16, 2020

"ARIEL" : Η ΚΑΤΑ ΚΑΟΥΡΙΣΜΑΚΙ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Δηλώνω  από την αρχή ότι ο Aki Kaurismaki παραμένει ένας από τους αγαπημένους μου δημιουργούς. Από τις χαρακτηριστικότερες ταινίες του ιδιόρυθμου στιλ του είναι, νομίζω, το "Ariel" του 1988.
Πρόκειται για την ιστορία ενός μοναχικού, συνηθισμένου, ῾῾χωρίς ιδιότητες῾῾ ανθρώπου: Απολύεται από ένα εργοστάσιο που κλείνει κάπου στην παγωμένη επαρχία της Φιλανδίας, κληρονομεί μια ανοιχτή Κάντιλακ, της οποίας η οροφή δεν κλείνει και, με μόνο περιουσιακό στοιχείο αυτό, έρχεται στο Ελσίνκι για να βρει την τύχη του. Εκεί θα βρει μια γυναίκα, θα πάει φυλακή και θα ζήσει διάφορα άλλα που δεν θα σας αποκαλύψω.
Βρισκόμαστε στην καρδιά του στιλ του Καουρισμάκι. Λιτότητα και αφαιρετικότητα, υποδόριο χιούμορ ακόμα και στις πιο τραγικές καταστάσεις, απόλυτα συνηθισμένοι άνθρωποι και τοπία (αστικά κυρίως) και αυτό το ανέκφραστο, δίχως συναισθήματα παίξιμο των ηθοποιών, οι οποίοι μοιάζουν να δέχονται με απίστευτη στωικότητα, σα να μη συμβαίνει τίποτα, ακόμα και τα πιο σοβαρά χτυπήματα της μοίρας ή τις κατάφωρες κοινωνικές αδικίες. Όλα στο φιλμ είναι ῾῾γυμνά῾῾, περιορίζονται στα απόλυτα ουσιώδη. Και οι λιγοστές ατάκες το ίδιο. Αλλά το χιούμορ είναι πανταχού παρόν. Χαρακτηριστικό δείγμα του η τελευταία ατάκα κάποιου που πεθαίνει προς το τέλος. Αν το δείτε θα με θυμηθείτε. Στο μεταξύ, με τον ανέκφραστο τρόπο του και την τετριμμένη καθημερινότητα του, ο σκηνοθέτης προλαβαίνει να κάνει νύξεις για ττην ανεργία και τη φτώχια, την απόλυτη μοναξιά (στην ουσία στο φιλμ δύο μοναχικοί άνθρωποι βρίσκουν παρηγοριά ο ένας στον άλλον), την κοινωνική και δικαστική αδικία, την ανάγκη για ελευθερία και τον αγώνα γι᾽αυτήν και για κάμποσα άλλα.
Λατρεύω το στιλ του Καουρισμάκι, το χιούμορ που,  εκτός των άλλων,  προκύπτει ακόμα κι από την ίδια απάθεια των κοινότοπων ηρώων του, τον τρόπο του να μιλά τόσο απλά, λιτά και ελαφρά για σημαντικά θέματα και ακόμα, εικονογραφώντας την καθημερινή, συχνά απόλυτη μιζέρια απλών, καθόλου ηρωικών ανθρώπων, να δημιουργεί με μυστηριώδη τρόπο μια feelgood αίσθηση. Ξέρω ότι δεν είναι για όλους και πολλούς θα ξενίσει το κλίμα του. Τι να κάνουμε όμως; Προσωπικά γούστα είνα αυτά.

Κυριακή, Μαρτίου 15, 2020

"GLASS LIPS" Ή ΣΤΟΝ ΟΝΕΙΡΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ MAJEWSKI

Ο Lech Majewski είναι ένας πειραματικός πολωνός σκηνοθέτης και το "Glass Lips" (περιέργως ο πολωνικός τίτλος είναι - έτσι, στα αγγλικά - "Blood of a Poet") είναι ένα παράξενο, δίχως διαλόγους, φιλμ του 2007.
Μέσα από μικρές, συχνά ασύνδετες σουρεαλιστικές σκηνές παρακολουθούμε με διαρκή φλας μπακ τα παιδικά χρόνια του ήρωα, όπου συχνά τιμωρείται από τους πλούσιους γονείς του και ιδιαίτερα από τον πατέρα του, τις σεξουαλικές διαστροφές (και τον μαζοχισμό) του τελευταίου και (στον παρόντα χρόνο) τη ζωή του σχεδόν κατατονικού νέου στον οποίο έχει εξελιχτεί το παιδί, που είναι έγκλειστος σε άσυλο ψυχικά ασθενών.
Το φιλμ, το είπαμε, είναι απόλυτα πειραματικό. Πολλά απ᾽τα τεκταινόμενα είναι ακατανόητα, πολλές από τις μικρές σεκάνς είναι πέρα για πέρα σουρεαλιστικές, πολλές είναι εικαστικά πανέμορφες, άλλες πάλι φορτισμένες με διεστραμένη σεξουαλικότητα... Μάλλον δεν θα ερμηνεύσετε όλα όσα θέλει να μας πει με τον συνειριμικό τρόπο του ο δημιουργός του. Οι εικόνες, εκτός από όμορφες και ονειρικές, είναι συχνά ανησυχητικές, μακάβριες, νοσηρές. Σε γενικές γραμμές η ταινία φαίνεται να μας μας μιλά για την τραυματική σε πολλά επίπεδα σχέση γονιών - παιδιών, για την πατρική καταπίεση, για τον άρρωστο ψυχισμό που κυριαρχεί σε τέτοιες σχεσεις. Με τον δικό της εντελώς πειραματικο τρόπο βεβαίως... Πάντως η κινηματογραφική γραφή μου έφερε στο νου το κλίμα του Roy Andersson.
Όπως καταλάβατε ως πειραματικό φιλμ απευθύνεται εξ ορισμού σε λίγους. Εικαστικά πάντως, θα επαναλάβω, εκτός από ανησυχητικό, είναι πανέμορφο.  

Πέμπτη, Μαρτίου 12, 2020

"ΕΝΑΣ ΘΑΝΑΤΟΠΟΙΝΙΤΗΣ ΔΡΑΠΕΤΕΥΣΕ" Ή Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

Ο Robert Bresson (1901-1996) είναι σίγουρα ένας σκηνοθέτης για λίγους. Αν με μια λέξη θα έπρεπε να τον χαρακτηρίσω, η λέξη αυτή θα ήταν "λιτός". Είναι σαν να χρησιμοποιεί μόνο τα απολύτως αναγκαία, το μίνιμαλ της κινηματογραφικής γραφής, για να εκφράσει αυτά που θέλει να πει. Είναι περίεργο, αλλά αυτή η λιτότητα, η αυστηρότητα, δίνει στις ταινίες του μια εντελώς πνευματική διάσταση.
Το φιλμ "Ένας Θανατοποινίτης Δραπέτευσε" (Un condamne a mort s'est echappe ou le vent souffle ou il veut) του 1956 αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα. Κατά τη διάρκεια του πολέμου ένας αντιστασιακός γάλλος οδηγείται σε φυλακή της Γκεστάπο. Από την πρώτη μέρα, από την πρώτη στιγμή θα λέγαμε, αρχίζει μεθοδικά, αργά και υπομονετικά, δίχως κανένα δισταγμό και υποχώρηση, να καταστρώνει σχέδιο για δραπέτευση. Έως, εβδομάδες ή μήνες μετά, έρχεται η ώρα να το δοκιμάσει στην πράξη.
Το είπαμε: Ο Μπρεσόν περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία. Κοντινά στα πρόσωπα του ήρωα και των συγκρατουμένων του, το γυμνό κελί, οι εξ ίσου γυμνοί χώροι του φαγητού και της αυλής, οι τοίχοι, τα αντικείμενα, τα ευτελή, καθημερινά αντικείμενα που θα χρησιμοποιήσει για την απόδραση... Λιγοστοί διάλογοι, μια φωνή off που αφηγείται την ιστορία και τα συναισθήματα του ήρωα, συνθέτουν τελικά μια ελεγεία για την ελευθερία, τον πόθο για αποτίναξη κάθε ζυγού και τυραννίας. Και συγχρόνως μιλά για τη δύναμη του πνεύματος, την υπομονή και την επιμονή, τη θέληση και την προσήλωση σε στόχους, τη στωικότητα... και ό,τι άλλο εσείς θα ανακαλύψετε. Όσο για τα αντικείμενα (τα πιο κοινά αντικείμενα όπως ένα κουτάλι, ένα τσίγκινο πιάτο, ένα σχοινί, το σανίδι μιας πόρτας κλπ.), μοιάζουν να περιβάλλονται από μια αύρα πολυτιμότητας, σχεδόν ιερότητας. Κάθε τι ευτελές είναι όχι απλώς πολύτιμο, αλλά κυριολεκτικά απαραίτητο. Συγχρόνως το σιωπηλό αυτό φιλμ δημιουργεί ένταση και σασπένς πραγματικά από το τίποτα. Βλέπετε, όλα όσα διαδραματίζονται (ή μάλλον όσα επιχειρεί ο ήρωας) είναι κυριολεκτικά θέμα ζωής ή θανάτου.
Εξαιρετικό, κλασικό φιλμ, το οποίο, προειδοποιώ, θα κουράσει με τους αργούς ρυθμούς και την σχεδόν εξαντλητική επιμονή του στην κατάδειξη των λεπτομερειών όσους δεν είναι συνηθισμένοι σε ένα άλλου είδους, πνευματικού και φιλοσοφικού κινηματογράφου. Για μένα πάντως η θέασή του αποτελεί εμπειρία.


Κυριακή, Μαρτίου 08, 2020

ΣΤΗΝ ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΝΟΗΣΙΑ ΤΟΥ ''HEROIC TRIO''

Τ
Το σινεμά του Χονγκ Κονγκ σίγουρα έχει παράδοση. Ίσως πάλι ο παραγωγικότατος  Johnnie To να έχει κάνει και κάποια καλά φιλμ. Το 'Heroic Trio'' πάντως του 1993 νομίζω ότι δεν βλέπεται.
Πρόκειται για ένα είδος υπερηρωικού εν Χονγκ Κονγκ σινεμά, πλήρως ασυνάρτητο. όπου τρεις γυναίκες με υπερδυνάμεις ή με κάποιες πολύ οξυμένες ικανότητες τέλος πάντων, αλλάζουν διαρκώς στρατόπεδα και τελικά ενώνουν τις δυνάμεις τους για να πολεμήσουν έναν πολύ πολύ κακό (αυτός να δείτε πόσες υπερδυνἀμεις διαθἐτει), ο οποίος είναι κάτι σαν άρχοντας του Κάτω Κοσμου και... κλέβει βρέφη προκειμένου να επιλέξει ένα απ᾽αυτά ως διάδοχο...
Λίγο ξύλο (βρισκόμαστε στην καρδιά των πολεμικών τέχνών γαρ), λίγο σπλάτερ, κακά εφέ (το σκελετοειδές τέρας στο τέλος είναι μάλλον αστείο), παντελώς α;τσούμπαλο και ασυνάρτητο σενάριο, αλλαγές χαρακτήρα ή στρατοπέδων που δεν δικαιολογούνται (τίποτα δεν δικαιολογείται εδώ που ταλέμε), συνθέτουν μία από τις πλέον ανόητες ταινίες που έχω δει.
Και γιατί την έβλεπες; θα μου πείτε. Από καθαρή περιέργεια, για να δω τι θα δούμε ακόμα. Ε, λοιπόν είδα. Και δεν χάρηκα καθόλου. Και αν υπάρχουν κάποιες ίσως εντυπωσιακές σκηνές, σε καμία περίπτωση δεν αρκούν για να βελτιώσουν τα πράγματα.
Ίσως για κάποιους ταινίες σαν αυτή να θεωρούνται καλτ. Προσωπικά βαρέθηκα και την βρήκα κακή.

Σάββατο, Μαρτίου 07, 2020

"ΑΠΟΣΤΡΑΤΟΣ " ΠΟΛΛΩΝ ΕΠΙΠΕΔΩΝ

Να μια ευχάριστη ελληνική έκπληξη : "Απόστρατος" του 2019, δεύτερη φιξιόν ταινία του Ζαχαρία Μαυροειδή. Ένα φιλμ που λειτουργεί σε πολλά επίπεδα.
Ένας 30άρης κάτοικος Γλυφάδας, επιστρέφει για λίγους, υποτίθεται, μήνες στο σπίτι του πεθαμένου παππού του, παλιού στρατιωτικού, στο αποστειρωμένο και δίχως ζωή Παπάγου, γνωστή γειτονιά στρατιωτικών, όπου έμενε και ο ίδιος ως παιδί. Προσπαθεί να πιάσει την καλή με μια μεγάλη εισαγωγή εν μέσω κρίσης (βρισκόμαστε στα 2012), επανασυνδέεται με παιδικούς φίλους, γνωρίζει έναν ηλικιωμένο φίλο του παππού του και αρχίζει να ερευνά (και να βυθίζεται όλο και περισσότερο σ᾽αυτὀ) το παρελθόν του παππού, για να βρεθεί μπροστά σε εκπλήξεις...
Θα ξεκινήσω από το πρώτο επίπεδο: Σπάνια έχω δει ελληνική ταινία με τόσο φυσικό και πειστικό παίξιμο και διαλόγους από όλους τους ηθοποιούς. Πραγματικά πειστική απεικόνιση της γλώσσας των νέων και της όλης ῾φάσης῾ της εποπχής. Εξ ίσου άψογα και τα ντεκόρ, κυρίως αυτά που αφορούν τα παλιά σπίτια... Το σημαντικότερο βέβαια είναι τα πολλαπλά νοήματα του φιλμ: Η κατάδειξη της κρίσης και των επιπτώσεών της στη ζωή των νέων ανθρώπων. Η καταγραφή μιας γενιάς δίχως αξίες και ρομαντισμούς, που απλώς πασχίζει να πιάσει την καλή. Καμιά συλλογική συνείδηση. Καθένας για τον εαυτό του. Ακόμα και οι παρέες, που λειτουργούν μια χαρά, παραείναι εύθραυστες. Ακόμα δυνατότερη ὀμως, κατά τη γνώμη μου, είνα η διερεύνηση της επίδρασης (της σκιάς θα έλεγε ίσως κανείς) που ρίχνει το παρελθόν στις ζωές των ανθρώπων. Ο ήρωας απορροφάται όλο και περισσότερο απ᾽αυτό, από την ιστορία του παππού, απο τη δύσκολη ιστορία της χώρας εντέλει. Θα φτάσει σε μια σκηνή (στο μασκέ πάρτι) να "γίνει" ο παππούς, ενώ στο τέλος το φιλμ θα γίνει αληθινά συγκινητικό. Συγχρόνως, σε ένα μάλλον διασκεδαστικό "μικροεπίπεδο" η ταινία καταγράφει πειστικά τον μικρόκοσμο του Παπάγου, τη χαύνωση που προκαλεί. Νομίζω ότι είναι καλή μεταφορά της ψυχικής βύθισης στη χαύνωση του ήρωα ή, αν προτιμάτε, στην εναλλαγή προσπαθειών και απραξίας, και, τελικά, στο βάλτωμα το δικό του και των ονείρων του...  Τελικά το φιλμ, με χαμηλότονο τρόπο, κρατά μια πολύ καλή ισορροπία ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, τόσο το ατομικό όσο και το ευρύτερο, τον προσωπικό μικρόκοσμο και την Ιστορία, από τις συνέπειες της οποίας βέβαια ουδείς μπορεί να ξεφύγει.
Για μένα αποτέλεσε μία αευχάριστη εκπλήξη απο ένα σκηνοθέτη που αγνοούσα (δεν έχω δει την πρώτη του ταινία).

Τρίτη, Μαρτίου 03, 2020

"Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ" ΚΑΙ Η ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ ΕΝΟΣ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΟ ΑΣΥΝΗΘΙΣΤΟ

Ο Βασίλης Βαφέας γυρίζει τον "Έρωτα του Οδυσσέα" το 1984. Είναι η πρώτη φορά (νομίζω) που ο Κώστας Βουτσάς χρησιμοποιείται από τον λεγόμενο "Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο".
Το φιλμ είναι μια διαρκής ονειρική περιπλάνηση. Ο ήρωας, ένας σεξουαλικά πεινασμένος, βαριεστημένος, δίχως ενδιαφέροντα, κοινότοπος με λίγα λόγια, πενηντάρης, ξεμένει στην Αθήνα ολομόναχος, καθώς σύζυγος και δύο παιδιά λείπουν για διακοπές. Πηγαίνει στην ρουτινιάρικη δουλειά του, μαθαίνει ότι απολύεται και, αποχαυνωμένος, αρχίζει να περιπλανιέται με τα πόδια στην (πολύ άσχημη) Αθήνα της εποχής, και μετά στην Ύδρα. Όσο περνά η ώρα η περιπλάνηση αυτή, οι εικόνες και οι καταστάσεις γίνονται όλο και πιο σουρεαλιστικές, αγγίζοντας σχεδόν το απόλυτο παράλογο.
Είπαμε: Μην περιμένετε λογική. Ένας μόνιμα έκπληκτος, μόνιμα με ανοιχτό στόμα, εκτός τόπου και χρόνου μικροαστός, αντικρίζει παράδοξα κομμάτια ενός κόσμου που δεν κατανοεί και, κυρίως, του είναι αδύνατο να ενσωματωθεί σ' αυτόν, παρά το ότι όλα δείχνουν ότι θα το επιθυμούσε πολύ για να ξεφύγει από την καθημερινή του γκρίζα μιζέρια. Αυτό είναι και το σχόλιο της ταινίας. Ο "μέσος άνθρωπος", ο συνηθισμένος μικροαστός, ο "άνθρωπος χωρίς ιδιότητες" (για να δανειστούμε τον τίτλο του γνωστού μυθιστορήματος), βουλιάζει στην κοινοτοπία, θέλει να αντιδράσει, να ξεσπάσει, να ζήσει έντονα, αλλά δεν ξέρει πώς. Αυτό που σίγουρα νοιώθει όμως είναι ότι "η ζωή είναι αλλού". Η "υψηλή τέχνη" του είναι ακατανόητη, ο πλούτος άπιαστος, οι γυναίκες ελεύθερες και ποθητές, αλλά απλησίαστες... Ο πιο άμεσος τρόπος να ξεφύγει είναι ο μεγάλος έρωτας (σε συνδυασμό βέβαια με την ικανοποίηση της σεξουαλικής πείνας). Αλλά κι αυτό είναι φευγαλέο και καθόλου εύκολο...
Οι περισσότεροι κουράστηκαν ή βαρέθηκαν με το φιλμ. Προσωπικά αφέθηκα στην παράλογη οδύσσεια του (καθόλου τυχαία) Οδυσσέα, την ονειρική αίσθηση που αποπνέει και στο υποδόριο, διακριτικό (επιρροές από Τατί) χιούμορ της. Το τονίζω όμως: Δεν είναι για πολλούς...

Σάββατο, Φεβρουαρίου 29, 2020

"Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (;) ΤΟΥ ΗΑΡΙ ΦΡΙΓΚ" ΚΑΙ ΑΛΛΑΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΒΟΛΕΜΑΤΟΣ

Ο τηλεοπτικός και κινηματογραφικός Jack Smight (1925-1003) γυρίζει το "The Secret War of Harry Figg" (στην Ελλάδα "Απόδραση κατά Διαταγήν") το 1968, σ' ένα απόλυτα αντιπολεμικό και φιλειρηνικό τότε παγκόσμιο κλίμα (καμία σχέση δηλαδή με το σημερινό), με τον Πολ Νιούμαν και τη Σίλβα Κοσίνα στους βασικούς ρόλους. Πρόκειται για μια αντιπολεμική κωμωδία.
Το 1943 5 στρατηγοί των Συμμάχων διαφόρων εθνικοτήτων συλλαμβάνονται και "φυλακίζονται" (;;;) από τους ιταλούς σε παραδεισένιο πύργο κάπου στην Ιταλία, όπου τους φέρονται με το γάντι και, εν γένει, οι αιχμάλωτοι περνάνε "ζωή και κότα". Η έλλειψη οποιασδήποτε προσπάθειας  απόδρασης (αφού δεν μπορούν να συμφωνήσουν μεταξύ τους σε ένα σχέδιο) αποτελεί "κόκκινο πανί" για τους Συμμάχους και την προπαγάνδα τους. Βρίσκουν λοιόν ένα λουφαδόρο φαντάρο, ο οποίος έχει αποδράσει από όπου μπορείτε να φανταστείτε, τον προάγουν σε μία νύχτα σε στρατηγό και τον στέλνουν να "αιχμαλωτιστεί" στην ίδια περιοχή και, κατά συνέπεια, να "φυλακιστεί" μαζί τους, ώστε να τους οργανώσει την απόδραση. Εκεί όμως, ο ούτως ή άλλως καλοπερασάκιας πρώην φαντάρος θα διαπιστώσει ότι δεν έχει καμία όρεξη για απόδραση...
Εντάξει, δεν είναι σπουδαία ταινία, βλέπεται όμως ευχάριστα, τόσο για το (όχι ξεκαρδιστικό πάντως) χιούμορ της, όσο και για την αντιπολεμική της διάθεση. Βλέπετε, τόσο οι μεγαλεπήβολοι στρατηγοί (όσο κι αν δεν το παραδέχονται μεταξύ τους) όσο και ο ούτως ή άλλως λουφαδόρος φαντάρος, καμία όρεξη δεν έχουν να αφήσουν την καλοπέραση και να "θυσιαστούν υπέρ"... όλων αυτών που ξέρετε. Και μόνο όταν εμφανίζονται οι στρατόκαυλοι ναζί (σε πλήρη αντίθεση με τους ζαμανφουτίστες και εξ ίσου με τους αιχμαλώτους καλοπερασάκηδες ιταλούς), τότε μόνο η ιδέα της απόδρασης αρχίζει να έχει κάποιο νόημα. Όχι για καμιά πατρίδα βεβαίως, αλλά γι' αυτούς τους ίδιους.
Καλή ιδέα, απολαυστική σάτιρα του πολέμου δίχως ίχνος ηρωισμού (το αντίθετο), ξαναλέω ότι βλέπεται ευχάριστα, δίχως όμως να είναι και τίποτα σπουδαίο.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 27, 2020

Η ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΗ "ΑΟΡΑΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΥΡΥΔΙΚΗΣ ΓΚΟΥΣΜΑΟ"

Κι όμως: Μερικές φορές το μελόδραμα μπορεί να δώσει εξαιρετικά αποτελέσματα. Αφορμή για τη σκέψη αυτή ήταν η βραζιλιάνικη ταινία του Karim Ainouz "Η Αόρατη Ζωή της Ευρυδίκης Γκουσμάο" (A Vida Invisivel) του 2019.
Δύο αδελφές μεγαλώνουν στο Ρίο ντε Ζανέιρο της δεκαετίας του 50. Η μία, ταλαντούχα στο πιάνο, ονειρεύεται μουσικές σπουδές στη Βιέννη. Η άλλη, πιο παρορμητική, εγκαταλείπει το σπίτι και φεύγει με έναν έλληνα ναυτικό, ο οποίος σύντομα θα την παρατήσει έγκυο. Η πρώτη θα παντρευτεί σχεδόν υποχρεωτικά έναν άντρα που δεν αγαπά και δεν θα αγαπήσει ποτέ. Η δεύτερη θα επιστρέψει σπίτι μετανιωμένη, αλλά θα διωχτεί σκαιά από τον παλαιών αρχών πατέρα, που δεν ανέχεται τέτοια σκάνδαλα. Μέσα από μια σειρά ψεμάτων και συμπτώσεων, οι δύο αδελφές θα ψάχνουν απεγνωσμένα η μία την άλλη (η μεταξύ τους αγάπη είναι η μόνη πραγματική που έχουν γνωρίσει), αγνοώντας ότι μένουν στην ίδια πόλη (νομίζουν ότι η μία ζει στην Ελλάδα και η άλλη στη Βιέννη). Τα χρόνια περνούν...
Το φιλμ είναι πραγματικά συγκινητικό. Πέραν όμως από τη σφιχτή πλοκή και τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων των ηρώων (των ηρωίδων περισσότερο), η ταινία αξίζει για το φεμινιστικό της κλίμα, καθώς δείχνει ξεκάθαρα την καταπίεση της γυναίκας από μια άγρια φαλλοκρατική κοινωνία, που στελεχώνεται φυσικά από άντρες που έχουν τον πρώτο λόγω για τη ζωή των γυναικών (τους). Άλλωστε απ' αυτό το γεγονός πηγάζει όλο το δράμα και οι άτυχες ζωές των δύο αδελφών.
Συγκίνηση λοιπόν (μην ανησυχήσετε αν σας ξεφύγει κανένα δάκρυ στο τέλος, φυσιολογικό είναι), χαμένες ζωές, όνειρα που δεν πραγματοποιούνται ποτέ, δυστυχία με κοινωνική προέλευση και φεμινιστικός λόγος συνθέτουν ένα από τα σπάνια σύγχρονα ενδιαφέροντα μελοδράματα. Συνίσταται.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 26, 2020

ΟΙ "MONOS" ΚΑΙ Η ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΦΡΙΚΗ

Ο Alejandro Landes είναι βραζιλιάνος και οι "Monos" (είναι το όνομα της ομάδας) τού 2019 είναι η δεύτερη ταινία μυθοπλασίας που γύρισε, αυτή τη φορά στην Κολομβία.
Μια ομάδα 8 έφηβων ανταρτών (αγόρια και κορίτσια) ζουν απομονωμένοι σε βουνό, εκπαιδεύονται στρατιωτικά και παίρνουν πού και πού εντολές για τις αποστολές τους, το μεγαλύτερο μέρος όμως του χρόνου τους ζουν μόνοι, δίχως επαφή με οποιονδήποτε άλλο. Οι τωρινές αποστολές τους είναι να φυλάνε μια αμερικανίδα όμηρο και μια πολύτιμη αγελάδα, που κάνει γάλα για όλους.
Κατά τη διάρκεια του φιλμ δεν θα μάθουμε ποτέ την ιδεολογία των νεαρών (παιδιών ουσιαστικά) ανταρτών, σε μια χώρα που επί δεκαετίες σπαράσσεται από εμφύλιους. Ανήκουν σε παραστρατιωτικές δυνάμεις βασιλιάδων των ναρκωτικών; Είναι αριστεροί αντάρτες; Δεν ξέρουμε. Και, τελικά, δεν έχει σημασία. Η ταινία μας "ενοχλεί" (το λέω θετικά) ανεξάρτητα από τη γνώση αυτή. Λέω μας "ενοχλεί" διότι καταγράφει τη στρατιωτικοποίηση και τη σκληρή εκπαίδευση παιδιών, τα οποία, ως κανονικοί στρατιώτες, θα πολεμήσουν και, μερικά, θα πεθάνουν για τον όποιο λόγο. Και, φυσικά, θα επιτελέσουν και αυτά τις δικές τους κτηνωδίες. Η ομάδα, ταυτόχρονα, λειτουργεί ως μικρόκοσμος, με τις δικές του εσωτερικές σχέσεις, αλλαγές, συγκρούσεις και ισορροπίες (ή μη). Από κάποιο σημείο και μετά βεβαίως θα απομείνει μόνο η ανάγκη επιβίωσης. Πάντοτε όμως παραμένουν απλό γρανάζι ενός ευρύτερου, απάνθρωπου μηχανισμού, που οι ίδιοι, ουσιαστικά, δεν καταλαβαίνουν.
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο σκηνοθέτης δίνει το θέμα του άλλοτε ποιητικά, με θαυμάσιες, υποβλητικές εικόνες της αφιλόξενης φύσης εντός της οποίας καλούνται  να επιβιώσουν οι ήρωες του φιλμ και άλλοτε πάλι ωμά ρεαλιστικά, καταγράφοντας τον αγώνα και τις περιπέτειές τους. Και λειτουργεί αντιπολεμικά, τόσο λόγω της απέχθειας που δημιουργεί η "χρήση" παιδιών για πολεμικούς σκοπούς, όσο και λόγω της κατάδειξης της βίας, αχρείαστης κάποιες φορές, τόσο μεταξύ τους όσο και προς τρίτους, που δημιουργεί όλο αυτό το εξ αρχής "άρρωστο" περιβάλλον.
Ασυνήθιστη, σίγουρα όμως ενδιαφέρουσα ταινία.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 24, 2020

ΧΡΟΝΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΜΙΑ "ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ"

"Frequency" (στα ελληνικά "Φονική Συχνότητα") είναι ένα φιλμ επιστημονικής φαντασίας που γύρισε το 2000 ο Gregory Hoblit με τον Denis Quaid και τον Jim Caviezel στους κύριους ρόλους.
Όταν μια σειρά από ηλιακές εκρήξεις το 1969 δημιουργεί διάφορα παράδοξα, ένας πυροσβέστης πιάνεi στον ασύρματό του μια παράξενη συχνότητα απ' όπου μπορεί να επικοινωνήσει με τον αστυνομικό γιο του... 30 χρόνια μετά (το 1969 ο εν λόγω γιος είναι παιδάκι 6 χρονών). Ο γιος θα του αποκαλύψει ότι πρόκειται να πεθάνει σε πυρκαγιά λίγο μετά και οι δύο μαζί προσπαθούν να αλλάξουν το παρελθόν (το 1969) για να τροποποιηθεί έτσι το μέλλον. Κάθε προσπάθεια όμως θα φέρει κι άλλες περιπλοκές και τα πράγματα θα μπερδευτούν κι άλλο όταν στη μέση θα μπει ένας σίριαλ κίλερ...
Καλό φιλμ με χρονικά παράδοξα και εναλλακτικά σύμπαντα - όπου μια μικρή αλλαγή μπορεί να επιφέρει μεγάλες ανατροπές - βασίζεται σε έξυπνη ιδέα και παρακολουθείται με εμνδιαφέρον. Το βασικό εύρημα εδώ είναι ότι,  αντίθετα με ό,τι θα συνέβαινε όταν το παρόν τροποποιείται από παρεμβάσεις στο παρελθόν, εδώ υπάρχει κάποιος (ο γιος) του οποίου οι αναμνήσεις είναι μπερδεμένες και θυμάται κάποια σκόρπια στοιχεία από τις προηγούμενες εκδοχές. Βέβαια στην ταινία ίσως υπάρχουν κάποια σεναριακά κενά (συμβαίνει με τις περισσότερες ταινίες με χρονικά παράδοξα) και ίσως η έννοια της "ευτυχίας" να παραείναι αμερικάνικη (αμερικανιά θα το λέγαμε), ωστόσο, ξαναλέω, πρόκειται για πρωτότυπη ιδέα που μπερδεύει έξυπνα την ΕΦ με το αστυνομικό φιλμ (ο σίριαλ κίλερ που λέγαμε) και τη δράση (δίχως να βασίζεται σ' αυτή). Έτσι το αποτέλεσμα, παρά κάποια μειονεκτήματα, με κράτησε απολυτα.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 23, 2020

"ΑΝ..." ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΤΟΣΟ ΣΤΗΜΕΝΟ...

Το 2012 ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης γυρίζει την πρώτη του κινηματογραφική ταινία, το "Αν...", με τον ίδιο φυσικά ως πρωταγωνιστή, και κάνει μεγάλη εμπορική επιτυχία. Ωστόσο... σχεδόν τίποτα δεν μ' αρέσει σ' αυτή.
Το φιλμ παρακολουθεί δύο ερωτικές ιστορίες και την εξέλιξή τους σε δύο εναλλακτικές εκδοχές του κόσμου που ζούμε. Στη μία γνωρίζονται, ερωτεύονται... και θα δούμε πώς θα εξελιχθεί η σχέση, στην άλλη ο ήρωας έχει χάσει πολλά και είναι δυστυχισμένος ενώ η γυναίκα της προηγούμενης εκδοχής βρίσκεται πάντα κοντά του, δίχως όμως, μέχρι κάποιο σημείο, να έχουν γνωριστεί ποτέ. Φυσικά οι καταλήξεις των δύο εκδοχών του σύμπαντος που ζούμε θα είναι εντελώς διαφορετικές.
Υπάρχουν πολλά που με ενόχλησαν στο φιλμ: Πρώτα πρώτα η ιδέα είναι απόλυτα "κλεμμένη" από το "Sliding Doors" του 1998, με την Γκουίνεθ Πάλτροου, αν θυμάστε. Βρήκα όμως χειρότερο απ' αυτό τον χειρισμό της ιστορίας: Η Αθήνα είναι (άνευ λόγου) εντελώς ψεύτική, εξωραϊσμένη, κάτι σαν το Παρίσι της "Αμελί". Όλοι μένουν σε νεοκλασικά, σε μια ιδανική, πεντακάθαρη γραφική και γεμάτη λουλούδια Πλάκα, ενώ απ' έξω περνούν λατέρνες, όλοι, μα όλοι οι χώροι όπου κινούνται οι ήρωες είναι πανέμορφοι - ανεξάρτητα αν οι ήρωες αυτοί είναι ευτυχείς ή δυστυχείς - όλα είναι εμφανώς (και από άποψη) ψεύτικα. Οι ίδιοι είναι χάι διαφημιστές με καλλιτεχνικές τάσεις και άλλα σχετικά και μιλάνε με "στιλ" και εντελώς στημένο τρόπο. Σα να μην έφταναν αυτά βρήκα τις ηθοποιίες κακές. Το κερασάκι στην τούρτα ήρθε με το ντοκιμαντέρ που θα γυρίσει ο ήρωας της δεύτερης εκδοχής¨: 'Οσα αποσπάσματά του οποίου βλέπουμε αποτελούν μνημεία αμπελοφιλοσοφίας και μπούρδας, σα διαφήμιση από τράπεζες ή ασφάλειες που "μας αγαπάνε και μας παραστέκονται". Αφήστε που φαίνεται ότι πρόκειται για ντοκιμαντέρ με αντικείμενο... τα πάντα για τον κόσμο και τα συναισθήματα...
Στα λίγα θετικά η απροσδόκητη πολιτικοποίηση της ταινίας, όταν αυτή αρχίζει να αναφέρεται στην κρίση και επιχειρεί να καταδείξει τα αρνητικά (προφανώς) αποτελέσματά της στην καθημερινότητα των ελλήνων. Πάλι καλά.
Γενικά βρήκα το φιλμ χαζό και δήθεν. Ευτυχώς κατά τη γνώμη μου η δεύτερη ταινία του Παπακαλιάτη, το "Ένας Άλλος Κόσμος", μου φάνηκε σαφώς καλύτερη.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 21, 2020

"Ο (ΠΙΟ) ΚΑΛΟΣ ΨΕΥΤΗΣ"

Το φιλμ "Ένας Καλός Ψεύτης" (The Good Liar) που γύρισε το 2019 ο Bill Condon είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ / δράμα με δύο μεγάλους ηθοποιούς: Την Έλεν Μίρεν και τον Ίαν ΜακΚέλεν (αμφότεροι κρατιούνται θαυμάσια).
Δύο μοναχικοί ηλικιωμένοι γνωρίζονται μέσω διαδικτύου, συναντιούνται, συμπαθούν ο ένας τον άλλον και σύντομα αποφασίζουν να συγκατοικήσουν και να ενώσουν τις ζωές τους. Από την αρχή αντιλαμβανόμαστε ότι εκείνος είναι απατεώνας (και κάτι χειρότερο) και το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η περιουσία της γυναίκας, η οποία τον έχει ερωτευθεί (διότι υπάρχει έρωτας και μετά τα 70). Το να τον παρακολουθούμε όμως να ξετυλίγει το σατανικό του σχέδιο είναι μόνο η αρχή...
Κλασικό ψυχολογικό θρίλερ ανατροπών, καλογυρισμένο, που σίγουρα κρατά γερά τον θεατή. Βασικό του ατού, βεβαίως, είναι οι δύο μεγάλοι πρωταγωνιστές του, τους οποίους σίγουρα θα απολαύσετε. Πέραν αυτού, παρά το έξυπνο σενάριο και τις ανατροπές που λέγαμε, δεν παύει να είναι ένα (καλό) δείγμα ενός πολυχρησιμοποιημένου είδους. Προσωπικά από πολύ νωρίς είχα αρχίσει να μαντεύω τι πάει να συμβεί (δίχως βεβαίως να αντιληφθώ όλο το εύρος του πράγματος). Πάντως πιστεύω ότι αν δεν ψάχνετε για κάτι πιο "βαθύ" και αρκείστε στην κινηματογραφική διασκέδαση (πράγμα, προφανώς, καθόλου κακό) να το ψάξετε οπωσδήποτε.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 18, 2020

ΝΑΙ ΜΕΝ ΑΛΛΑ": ΜΙΑ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΙΖΕΡΙΑΣ

Το 1972 στην Ελλάδα υπήρχε χούντα. Ως αντίδραση (κατά ένα μέρος τουλάχιστον) στην πνιγηρή αυτή κατάσταση είχε ξεκινούσε εκεί γύρω ο λεγόμενος "Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος" (Αγγελόπουλος, Βούλγαρης κλπ.), που πρότεινε κάτι εντελώς διαφορετικό από το εμπορικό σινεμά των κωμωδιών και των δακρύβρεκτων δραμάτων που κατέκλυζαν τις οθόνες. Ταινίες κοινωνικές, έντονα πολιτικοποιημένες, ρεαλιστικές, συχνά ωμές και "ακατέργαστες". Χαρακτηριστικό δείγμα αποτελεί το "Ναι μεν, Αλλά..." του Παύλου Τάσιου (1942-1011), ο οποίος δεν ήταν πρωτοεμφανιζόμενος. Είχε γυρίσει εμπορικές ταινίες στη δεκαετία του 60, με το φιλμ αυτό όμως έκανε στροφή 180 μοιρών μπαίνοντας στην (τότε) πρωτοπορία του ελληνικού σινεμά (το ίδιο έκανε λίγο αργότερα ο Τσιώλης).
Το φιλμ είναι το πορτρέτο ενός ανθρώπου που "δεν τον χωρά ο τόπος". Παντρεύεται μετά από πίεση των γύρω του μια κοπέλα που "εξέθεσε" και την οποία δεν θέλει και έρχονται στην πρωτεύουσα από την επαρχία, όπου κάνει μια δουλειά (δουλεύει σε γραφείο τελετών) που επίσης δεν θέλει. Σιγά - σιγά θα αρχίσουν να του φταίνε όλα, ενώ θα ερωτευτεί παράφορα και απόλυτα "άγαρμπα" μια νεαρή "μοντέρνα" φοιτήτρια, η οποία, στον αντίποδα της συζύγου του, είναι το είδος κοπέλας που φαντασιώνεται. Τα πράγματα θα πάρουν βαθμιαία δυσβάστακτη τροπή.
Το φιλμ λειτουργεί σήμερα και ως καταγραφή μιας απόλυτα πνιγηρής, συντηρητικής κοινωνίας. Η Αθήνα που βλέπουμε είναι πραγματικά άσχημη και γκρίζα (ναι, είναι χειρότερη ως εικόνα από τη σύγχρονη χαώδη πρωτεύουσα), οι άνθρωποι είναι κι αυτοί γκρίζοι, με περιορισμένους πνευματικούς ορίζοντες και τυποποιημένες απόψεις, το οικογενειακό περιβάλλον αγγίζει τα όρια του κλειστοφοβικού... Τα πάντα είναι μίζερα. Η σχεδόν τρέλα του ήρωα και οι πράξεις του μοιάζουν σχεδόν αναπόφευκτες. Οι καταπιεσμένες  σεξουαλικές επιθυμίες και η διαρκής αίσθηση που βιώνει (και ο θεατής μαζί του) ότι "η ζωή είναι αλλού" είναι πανταχού παρούσες. Το φιλμ δεν μπορεί (λογοκρισία γαρ) να μιλήσει ανοιχτά και για πολιτική καταπίεση. Ωστόσο η όλη ατμόσφαιρα είναι τόσο μίζερη ώστε το κοινωνικό σχόλιο είναι απόλυτα εύγλωττο. Όσο για την αφήγηση, δεν είναι γραμμική, αλλά παρακολουθούμε την εξέλιξη της ιστορίας με διαρκή φλας μπακ.
Ίσως σήμερα να βλέπεται δύσκολα. Ωστόσο, με την μουντή φωτογραφία, με την "ακατέργαστη" σκηνοθεσία, με τη συνειδητά άσχημη εικόνα, αποτελεί ντοκουμέντο μιας δύσκολης εποχής και μια καθόλου κολακευτική εικόνα της τότε Ελλάδας. Και μια σημαντική ταινία του τότε "Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου".

Κυριακή, Φεβρουαρίου 16, 2020

ΜΙΑ "DIVA" ΜΕ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ

Ήταν 1981 όταν οι σινεφίλ όλου του κόσμου είχαν εντυπωσιαστεί από τη στιλάτη γαλλική ῾Ντίβα῾ του Jean- Jacques Beineix. Μια ταινία που συνδύαζε την (αιματηρή ενίοτε) περιπέτεια με - το είπαμε ήδη  -το στιλ.
Ένας νεαρός ταχυδρόμος λατρεύει μια μαύρη ντίβα της όπερας, η οποία αρνείται πεισματικά να ηχογραφήσει τη φωνή της. Εκείνος, παθιασμένος με τη μουσική, ηχογραφεί παράνομα μια κασέτα παρακολουθώντας ένα εξαίσιο ρεσιτάλ της. Την επόμενη μέρα μια γυναίκα δολοφονείται στη μέση του δρόμου από δύο διώκτες της. Πριν πεθάνει προλαβαίνει να πετάξει μια κασέτα με συγκλονιστικές αποκαλύψεις για κυκλώματα πορνείας στην τσάντα του ταχυδρὀμου που έτυχε να βρίσκεται εκεί. Φυσικά οι κασέτες θα μπερδευτούν και ο ήρωάς μας θα βρεθεί κυνηγημένος από τους πάντες.
Η ιστορία, αν και παρακολουθείται δίχως καθόλου να κουράζει, είναι βέβαια τραβηγμένη από τα μαλλιά. Απίθανες συμπτώσεις, από μηχανής θεοί της τελευταίας στιγμής και άλλα τέτοια συνθέτουν ένα μπερδεμένο παζλ από πολύ λίγο πιστευτές καταστάσεις. Αυτό όμως που κυριαρχεί απολυτα είανι (να που το λέω για τρίτη φορά) το στιλ. Ιδιαίτερη φωτογραφία, στιλιζαρισμένα αστικά τοπία, παράξενοι φωτισμοί, απίθανες ενδυματολογικές και διακοσητικές απόψεις και ό,τι άλλο εκκεντρικό μπορείτε να φανταστείτε συνθέτουν όχι μόνο τις εικονες που βλέπουμε, αλλά και την καθημερινότητα, τον τρόπο ζωής των ηρώων, την προσωπική τους αισθητική και φιλοσοφία. Α, και όλα αυτά βουτηγμένα σε έναν βαθύτατο ρομαντισμό. Μόνο που όλη αυτή η ξεχωριστή και ιδιαίτερη αισθητική είναι καθαρά παρμένη απ᾽αυτήν της διαφήμισης (και μάλιστα των πολυτελών διαφημίσεων, βλέπε αυτοκινήτων, αρωμάτων, ρούχων και άλλων σχετικών).
Τελικά, παρά το ότι, επαναλαμβάνω, το φιλμ κρατά τον θεατή, δεν είναι παρά μια ωδή στη διαφημιστική αισθητική, πράγμα που βλέποντάς το μετά τόσα χρόνια, πρέπει να πω ότι με κούρασε. Γενικά το βρήκα κάτι σαν λαμπερή και εντυπωσιακή μπουρμουλήθρα, δίχως περιεχόμενο ή, με άλλα λόγια, προσωπικά μου φάνηκε ότι δεν άντεξε και τόσο στο χρόνο, αν λάβουμε υπ᾽όψιν το πόσο είχε εντυπωσιάσει όταν πρωτοβγήκε.  Κάτι σαν το στιλ για το στιλ δηλαδή. Άλλωστε ούτε και ο ίδιος ο Μπενέξ είχε και πολλή συνέχεια.
Παραμένει αξέχαστη η εξαίσια φωνή της ντίβας.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 14, 2020

"JOJO RABBIT" Ή Ο ΝΑΖΙΣΜΟΣ ΩΣ ΚΩΜΩΔΙΑ

Ο νεοζηλανδός Taika Waititi φτιάχνει πάντα έξυπνες και πρωτότυπες feelgood κωμωδίες με δικό του στιλ. Το "Τζότζο" (Jojo Rabbit) του 2019 δεν αποτελεί εξαίρεση. Μόνο που αυτή τη φορά η πλάκα γίνεται με το... ναζισμό.
Ένα δεκάχρονο αγόρι μεγαλώνει μόνο με τη μητέρα του (τη Σκάρλετ Γιόχανσον) στη ναζιστική Γερμανία και, ονειροπόλο και σχετικά μοναχικό καθώς είναι, γίνεται φανατικός ναζί. Κι όχι μόνο αυτό. Έχει ως φανταστικό φίλο τον... Χίτλερ. Τα πράγματα θα αλλάξουν σοκαριστικά γι' αυτόν όταν θα ανακαλύψει ότι η μητέρα του κρύβει στο πατάρι μια 15χρονη εβραία! Τι θα κάνει ο μικρός, του οποίου η πρώτη σκέψη είναι (προφανώς) να την καρφώσει;
Η ταινία μου άρεσε, αλλά με κάποιες δεύτερες σκέψεις. Κατ' αρχήν διαθέτει όντως χιούμορ και πρωτότυπη ματιά, όπως όλες του σκηνοθέτη. Και, φυσικά, δεν κάνει συμπαθητικό τον ναζισμό. Αντίθετα, προσπαθεί όσο μπορεί να τον γελοιοποιήσει. Καταδεικνύει επίσης ότι στην περίπτωση του μικρού αυτό που εκείνος θέλει είναι να ανήκει κάπου, να είναι ενσωματωμένος και όχι "ξεχωριστός" (και να γελοιοποιείται γι' αυτό). Ο συγκεκριμένος ποθεί την ομοιομορφία, όχι το διαφορετικό (το οποίο είναι αυτό που του δημιουργεί προβλήματα). Και πού να βρει κανείς περισσότερη ομοιομορφία αν όχι στις "μάζες" του ναζισμού, που θέλει τον άνθρωπο δίχως ξεχωριστή προσωπικότητα, απλό εξάρτημα της μηχανής; Στο δεύτερο μέρος η διάθεση ξαφνικά αλλάζει και γίνεται πολύ περισσότερο δραματική. Ωστόσο, παρά τα συγκινητικά γεγονότα, αυτή η "γλυκιά" και "η αγάπη είναι το καλύτερο γιατρικό" διάθεση παραμένει. Το όλο κλίμα μου θύμισε Μπενίνι στο "Η Ζωή είναι Ωραία". Και, φυσικά, τη γενικότερη ατμόσφαιρα του Wes Anderson.
Το είδα λοιπόν πολύ ευχάριστα. Οι δεύτερες σκέψεις όμως που σας έλεγα; Είναι αυτό το μούδιασμα που νοιώθει κανείς όταν κάποιος κάνει πλάκα με το ναζισμό και όσα αυτός έφερε. Δεν τον εξωραϊζει σε καμία περίπτωση (προφανώς). Αλλά η feelgood διάθεση σε ένα τέτοιο θέμα είναι κάπως... Ίσως ο σκηνοθέτης να το συνειδητοποίησε αυτό στο δεύτερο μέρος που λέγαμε και να άλλαξε το κλίμα επί το δραματικότερον.
Αν ξεπεράσουμε πάντως αυτού του είδους τις αντιρρήσεις, νομίζω ότι το φιλμ είναι ευχάριστο και πρωτότυπο.