Πώς γίνεται ένα φιλμ να είναι απόλυτα "ηρωικό" (με την έννοια ότι καταγράφει τον ηρωισμό κάποιων ατόμων) αλλά, ταυτόχρονα, να λειτουργεί απόλυτα αντιπολεμικά; Το "1917" του Sam Mendes (2019) νομίζω ότι τα καταφέρνει.
Η ταινία μας μεταφέρει στην κόλαση των χαρακωμάτων του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και παρακολουθεί την οδύσσεια δύο στρατιωτών που εχουν αναλάβει την σχεδόν ακατόρθωτη αποστολή να περάσουν από νεκρές ζώνες και από τις γραμμές του εχθρού για να μεταφέρουν σε συμμαχική μονάδα ένα μήνυμα που θα σώσει εκατοντάδες ζωές (και τον αδελφό του ενός μεταφορέα, που βρίσκεται ανάμεσά τους).
Ακούγεται ηρωικό, κάτι σαν πολεμικό "Lord of the Rings". Ναι, έτσι είναι. Μόνο που η πραγματικά συγκλονιστική του εικόνα μας δείχνει να βασιλεύει μια τέτοια εφιαλτική κόλαση, σε (πρώην) κατοικημένες και μη περιοχές, τέτοια απόγνωση και ερήμωση, ώστε κάθε έννοια ηρωισμού και θυσίας περνά σε δεύτερη μοίρα. Αυτό που κατέκλυσε το δικό μου μυαλό ήταν η απίστευτη φρίκη του πολέμου, αυτής της απόλυτα ηλίθιας και παρανοϊκής ανθρώπινης "επινόησης". Μπροστά στη "μεγάλη εικόνα", την κόλαση δηλαδή που δημιουργεί ένας πόλεμος, κάθε ηρωισμός, καθήκον, "καλοί και κακοί" και οποιδήποτε παρόμοια "λεπτομέρεια" περνά σε δεύτερη μοίρα.
Αλλά είναι και η σκηνθεσία του Μέντες που καθηλώνει τον θεατή: Γυρισμένο σε ένα μοναδικό μονοπλάνο (δεν είναι στην πραγματικότητα, είναι μονταρισμένο, αλλά τόσο δεξιοτεχνικά, ώστε να δίνει πειστικότατα αυτή την αίσθηση), δηλαδή σε real time, κατάφερε να με κάνει να μη μπορώ να πάρω ανάσα, να μη βαρεθώ ούτε λεπτό. Αυτό είναι επίτευγμα, αν μάλιστα λάβουμε υπ' όψιν ότι ποτέ δεν ήμουν φανατικός φίλος των πολεμικών περιπετειών. Η εικόνα του, γενικά, είναι απίστευτη.
Οπότε; Μια από τις καλύτερες για μένα ταινίες της χρονιάς.
ΥΓ: Να λάβουμε υπ' όψιν ότι ο Α' πόλεμος, παρά το ότι, λόγω χαμηλότερης πολεμικής τεχνολογίας, είχε λιγότερα θύματα από τον Β', υπήρξε ίσως χειρότερος από αυτόν και είχε επέφερε μάλλον βαρύτερα ψυχολογικά τραύματα στην ανθρωπότητα. Τα χαρακώματα και η τριετής, παράλογη καθήλωση πολλών χιλιάδων ανθρώπων σ'αυτά αποτελούν μια από τις βασικές αιτίες.
Κυριακή, Φεβρουαρίου 02, 2020
Παρασκευή, Ιανουαρίου 31, 2020
ΤΑ ΠΟΛΛΑΠΛΑ ΕΠΙΠΕΔΑ ΤΟΥ "ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΗ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΣΤΗ"
Ήταν η 2η μεγάλου μήκους fiction ταινία του Krzysztof Kieslowski (1941-1996) του 1979, πριν δηλαδή ο Κισλόφσκι πάει (και διακριθεί διεθνώς) στη Γαλλία. Λεγόταν "Ερασιτέχνης Κινηματογραφιστής" (Amator) και όντως πρόκειται για πολυεπίπεδο φιλμ.
Σε μια μικρή πόλη της Πολωνίας (επί "υπαρκτού σοσιαλισμού" προφανώς) ένας υπάλληλος ντόπιου εργοστασίου, που μόλις έγινε πατέρας, αγοράζει μια κινηματογραφική κάμερα (σπάνιο είδος τότε). Τη χρησιμοποιεί με επιτυχία γυρίζοντας "χειροποίητα" ντοκιμαντέρ, αποδεικνύεται ότι έχει ταλέντο, οι αρχές της πόλης του προτείνουν (μάλλον προπαγανδιστικές) δουλειές, διακρίνεται σε φεστιβάλ και σιγά - σιγά αποκτά κάποια φήμη στη χώρα. Ποιες θα είναι όμως οι επιπτώσεις στην καθημερινότητά του και την οικογενειακή του ζωή; Και τι αποφάσεις πρέπει να πάρει απέναντι στις αναπόφευκτες πιέσεις του καθεστώτος;
Η ταινία είναι γυρισμένη με ντοκιμαντερίστικο ρεαλισμό (στιλ απόλυτα ταιριαστό με τη δουλειά του ερασιτέχνη ήρωα του φιλμ). Μουντή, ξεβαμμένη εικόνα, άσχημοι, γυμνοί και καταθλιπτικοί χώροι (χαρακτηριστικοί της εποχής και του καθεστώτος), συνηθισμένοι άνθρωποι, όλα παραπέμπουν σε μια μάλλον βαρετή καθημερινότητα. Ταυτόχρονα, τα θέματα που θίγονται είναι πολλά και ποικίλα: Σε πρώτο επίπεδο η κριτική στο τότε καθεστώς: Πολιτιστική (και όχι μόνο) καταπίεση, "οδηγίες" για το πώς πρέπει να κάνουν τη δουλειά τους οι καλλιτέχνες, χρήση των ταλέντων προς όφελος του καθεστώτος... και γενικά μια ευρύτερη ανελεύθερη ατμόσφαιρα. Αυτό όμως είναι μόνο το πρώτο επίπεδο. Από εκεί και πέρα θίγεται κυρίως το πάθος του (κάθε) καλλιτέχνη για τη δουλειά του, για τη δημιουργία δηλαδή, και η διπλή φύση αυτού του πάθους: Ευεργετική και καταστροφική ταυτόχρονα. Από τη μία η τέχνη δίνει απόλυτη ευχαρίστηση στο δημιουργό (και στους γύρω του). Από την άλλη όταν αυτή σε απορροφήσει, λίγα περιθώρια υπάρχουν για οικογενειακή ζωή και γαλήνια καθημερινότητα. Η κρίση σε προσωπικό επίπεδο θα έλθει σχεδόν σίγουρα. Ίσως εδώ να διακρίνουμε και μια κριτική προς την ασφυκτική, πλην όμως γαλήνια και ήρεμη, οικογενειακή καθημερινότητα, από την οποία ο ήρωας νοιώθει (ξαφνικά και αργά στη ζωή του) την ανάγκη να αποδράσει. Τέλος έχουμε μια μελέτη για τον ίδιο τον κινηματογράφο, για τη μαγεία και τη γοητεία του, για την καταλυτική επίδραση στους πιστούς του (είτε αυτοί είναι δημιουργοί είτε φανατικοί θεατές).
Έθιξα κάποια από τα θέματα της ταινίας. Ίσως εσείς να ανακαλύψετε περισσότερα. Από τα καλύτερα κατά τη γνώμη μου δείγματα απόλυτα ρεαλιστικού σινεμά, που, όπως είπαμε, περιέχει και κριτική ενός καθεστώτος που επέβαλε στους δημιουργούς αυτό ακριβώς το είδος.
ΥΓ: Στο φιλμ παίζει τον εαυτό του ο σημαντικός πολωνός σκηνοθέτης Κρίστοφ Ζανούσι.
Σε μια μικρή πόλη της Πολωνίας (επί "υπαρκτού σοσιαλισμού" προφανώς) ένας υπάλληλος ντόπιου εργοστασίου, που μόλις έγινε πατέρας, αγοράζει μια κινηματογραφική κάμερα (σπάνιο είδος τότε). Τη χρησιμοποιεί με επιτυχία γυρίζοντας "χειροποίητα" ντοκιμαντέρ, αποδεικνύεται ότι έχει ταλέντο, οι αρχές της πόλης του προτείνουν (μάλλον προπαγανδιστικές) δουλειές, διακρίνεται σε φεστιβάλ και σιγά - σιγά αποκτά κάποια φήμη στη χώρα. Ποιες θα είναι όμως οι επιπτώσεις στην καθημερινότητά του και την οικογενειακή του ζωή; Και τι αποφάσεις πρέπει να πάρει απέναντι στις αναπόφευκτες πιέσεις του καθεστώτος;
Η ταινία είναι γυρισμένη με ντοκιμαντερίστικο ρεαλισμό (στιλ απόλυτα ταιριαστό με τη δουλειά του ερασιτέχνη ήρωα του φιλμ). Μουντή, ξεβαμμένη εικόνα, άσχημοι, γυμνοί και καταθλιπτικοί χώροι (χαρακτηριστικοί της εποχής και του καθεστώτος), συνηθισμένοι άνθρωποι, όλα παραπέμπουν σε μια μάλλον βαρετή καθημερινότητα. Ταυτόχρονα, τα θέματα που θίγονται είναι πολλά και ποικίλα: Σε πρώτο επίπεδο η κριτική στο τότε καθεστώς: Πολιτιστική (και όχι μόνο) καταπίεση, "οδηγίες" για το πώς πρέπει να κάνουν τη δουλειά τους οι καλλιτέχνες, χρήση των ταλέντων προς όφελος του καθεστώτος... και γενικά μια ευρύτερη ανελεύθερη ατμόσφαιρα. Αυτό όμως είναι μόνο το πρώτο επίπεδο. Από εκεί και πέρα θίγεται κυρίως το πάθος του (κάθε) καλλιτέχνη για τη δουλειά του, για τη δημιουργία δηλαδή, και η διπλή φύση αυτού του πάθους: Ευεργετική και καταστροφική ταυτόχρονα. Από τη μία η τέχνη δίνει απόλυτη ευχαρίστηση στο δημιουργό (και στους γύρω του). Από την άλλη όταν αυτή σε απορροφήσει, λίγα περιθώρια υπάρχουν για οικογενειακή ζωή και γαλήνια καθημερινότητα. Η κρίση σε προσωπικό επίπεδο θα έλθει σχεδόν σίγουρα. Ίσως εδώ να διακρίνουμε και μια κριτική προς την ασφυκτική, πλην όμως γαλήνια και ήρεμη, οικογενειακή καθημερινότητα, από την οποία ο ήρωας νοιώθει (ξαφνικά και αργά στη ζωή του) την ανάγκη να αποδράσει. Τέλος έχουμε μια μελέτη για τον ίδιο τον κινηματογράφο, για τη μαγεία και τη γοητεία του, για την καταλυτική επίδραση στους πιστούς του (είτε αυτοί είναι δημιουργοί είτε φανατικοί θεατές).
Έθιξα κάποια από τα θέματα της ταινίας. Ίσως εσείς να ανακαλύψετε περισσότερα. Από τα καλύτερα κατά τη γνώμη μου δείγματα απόλυτα ρεαλιστικού σινεμά, που, όπως είπαμε, περιέχει και κριτική ενός καθεστώτος που επέβαλε στους δημιουργούς αυτό ακριβώς το είδος.
ΥΓ: Στο φιλμ παίζει τον εαυτό του ο σημαντικός πολωνός σκηνοθέτης Κρίστοφ Ζανούσι.
Πέμπτη, Ιανουαρίου 30, 2020
"ΑΓΕΦΥΡΩΤΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ῾: ΕΝΑ ΑΚΟΜΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΔΡΑΜΑ
Ο εν Αμερική εργαζόμενος σουηδός Lasse Hallstrom γυρίζει το δραματικό "An Unfinished Life" (¨Αγεφύρωτες Σχέσεις¨ στην Ελλάδα) το 2005, με τους Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Τζένιφερ Λόπεζ και Μόργκαν Φρίμαν στους κύριους ρόλους.
Κάπου σε χαμένη αμερικάνικη κωμόπολη ζει ένας ηλικιωμένος φάρμερ, μοναχικός και σχεδόν μισάνθρωπος μετά τον αιφνίδιο θάνατο του γιου του, θάνατο τον οποίο ποτέ δεν ξεπέρασε. Μοναδική του συντροφιά ο συνομήλικος μαύρος βοηθός του, ο οποίος βρίσκεται την περισσότερη ώρα στο κρεβάτι εξ αιτίας βαριού τραυματισμού του από αρκούδα. Εκεί θα φτάσει μετά από χρόνια απουσίας (αφού δεν έχει πλέον πού αλλού να πάει) η χήρα του γιου του με τη μικρή της κόρη. Οι σχέσεις τους όμως με τον στριφνό πεθερό κάθε άλλο παρά εύκολες θα είναι...
Δράμα ανθρώπινων σχέσεων, προσπάθεια διαχείρισης μιας τραγικής απώλειας, ανδρική φιλία, μητέρες μόνες... να τα πλαίσια στα οποία κινείται το φιλμ. Το οποίο θέλει να μας πει τελικά πως ό,τι και να μας συμβεί, ποτέ δεν είναι αργά να ξαναβρούμε την αγάπη μέσα μας και να επουλώσουμε τα τραύματά μας, όσο επώδυνα κι αν είναι αυτά. Καλές ηθοποιιες, λίγη συγκίνηση, δυνατά αισθήματα και συγκρούσεις... ψυχολογικό δράμα με τα όλα του δηλαδή. Αν σας αρέσουν μάλλον θα σας ικανοποιήσει. Προσωπικά πάντως το βρήκα κάπως άνευρο και, βέβαια, προβλέψιμο. Βλέπεται πάντως.
Κάπου σε χαμένη αμερικάνικη κωμόπολη ζει ένας ηλικιωμένος φάρμερ, μοναχικός και σχεδόν μισάνθρωπος μετά τον αιφνίδιο θάνατο του γιου του, θάνατο τον οποίο ποτέ δεν ξεπέρασε. Μοναδική του συντροφιά ο συνομήλικος μαύρος βοηθός του, ο οποίος βρίσκεται την περισσότερη ώρα στο κρεβάτι εξ αιτίας βαριού τραυματισμού του από αρκούδα. Εκεί θα φτάσει μετά από χρόνια απουσίας (αφού δεν έχει πλέον πού αλλού να πάει) η χήρα του γιου του με τη μικρή της κόρη. Οι σχέσεις τους όμως με τον στριφνό πεθερό κάθε άλλο παρά εύκολες θα είναι...
Δράμα ανθρώπινων σχέσεων, προσπάθεια διαχείρισης μιας τραγικής απώλειας, ανδρική φιλία, μητέρες μόνες... να τα πλαίσια στα οποία κινείται το φιλμ. Το οποίο θέλει να μας πει τελικά πως ό,τι και να μας συμβεί, ποτέ δεν είναι αργά να ξαναβρούμε την αγάπη μέσα μας και να επουλώσουμε τα τραύματά μας, όσο επώδυνα κι αν είναι αυτά. Καλές ηθοποιιες, λίγη συγκίνηση, δυνατά αισθήματα και συγκρούσεις... ψυχολογικό δράμα με τα όλα του δηλαδή. Αν σας αρέσουν μάλλον θα σας ικανοποιήσει. Προσωπικά πάντως το βρήκα κάπως άνευρο και, βέβαια, προβλέψιμο. Βλέπεται πάντως.
Τρίτη, Ιανουαρίου 28, 2020
"Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ" Ή ΕΝΑΣ ΑΚΟΜΗ ROY ANDERSSON
Ο σουηδός Roy Andersson δημιουργεί εδώ και χρόνια ιδιόρρυθμες, αποκλειστικά προορισμένες για σινεφίλ ταινίες, έχοντας κατακτήσει ένα απόλυτα προσωπικό ύφος. "Η Ομορφιά της Ύπαρξης" (Om det oandliga) του 2019 κινείται ακριβώς στα χνάρια των 3 προηγούμενων ταινιών του.
Ο Andersson αφήνει την κάμερά του ακίνητη σε κάθε σεκάνς, δημιουργώντας έτσι μια σειρά από σκηνές που θυμίζουν ταμπλό βιβάν. Μερικές φορές τα πρόσωπα επαναλαμβάνονται, οπότε παρακολουθούμε ένα είδος συνέχειας μιας μικρής ιστορίας, άλλοτε πάλι οι σκηνές είναι μεμονωμένες και αυτοτελείς. Ένας παπάς που έχασε την πίστη του και ζητά βοήθεια από έναν ψυχίατρο, ένα αυτοκίνητο που χαλάει στο πουθενά, ένα μπαρ τα χριστούγεννα, ένας φόνος, ένα ερωτευμένο ζευγάρι που αιωρείται πάνω από την πόλη, που παραπέμπει στον γνωστό πίνακα του Σαγκάλ και είναι η πιο ποιητική "ιστορία" του φιλμ κλπ. Μερικές φορές τα όσα συμβαίνουν ανήκουν απόλυτα στο χώρο του σουρεαλισμού (συχνά ενός ποιητικού σουρεαλισμού).
Στη συγκεκριμένη ταινία η απόλυτα μουντή, γκρίζα φωτογραφία, οι χλωμοί άνθρωποι, τα αποστειρωμένα, δίχως καμιά ομορφιά περιβάλλοντα, οι μινιμαλιστικές δράσεις των ηρώων, όλα, προσδίδουν μια θανατερή ατμόσφαιρα. Οι πράξεις των ανθρώπων γίνονται θαρρείς καταναγκαστικά, πολλοί απ' αυτούς δεν βρίσκουν πουθενά τη βοήθεια που περιμένουν. Γενικά νομίζω ότι ο Andersson εικονογραφεί απόλυτα αποτελεσματικά έναν κόσμο από τον οποίο η χαρά, η όρεξη για ζωή, έχουν εκλείψει παντελώς. Ένα κόσμο, θαρρείς, νεκροζώντανων.
Όλα αυτά μάλλον θα εντυπωσιάσουν κάποιον που βλέπει για πρώτη φορά μια ταινία του. Προσωπικά πάντως το επαναλαμβανόμενο ύφος του έχει αρχίσει να με κουράζει. Είναι, όπως είπαμε, η 4η πανομοιότυπη ταινία που κάνει ή, θα μπορούσαμε να πούμε, είναι κατ' εξοχήν δημιουργός που "κάνει διαρκώς την ίδια ταινία". Πολύ αποτελεσματικός στο να καταδείξει με προσωπικό τρόπο μια διάχυτη απελπισία, αλλά ως πότε;
Ο Andersson αφήνει την κάμερά του ακίνητη σε κάθε σεκάνς, δημιουργώντας έτσι μια σειρά από σκηνές που θυμίζουν ταμπλό βιβάν. Μερικές φορές τα πρόσωπα επαναλαμβάνονται, οπότε παρακολουθούμε ένα είδος συνέχειας μιας μικρής ιστορίας, άλλοτε πάλι οι σκηνές είναι μεμονωμένες και αυτοτελείς. Ένας παπάς που έχασε την πίστη του και ζητά βοήθεια από έναν ψυχίατρο, ένα αυτοκίνητο που χαλάει στο πουθενά, ένα μπαρ τα χριστούγεννα, ένας φόνος, ένα ερωτευμένο ζευγάρι που αιωρείται πάνω από την πόλη, που παραπέμπει στον γνωστό πίνακα του Σαγκάλ και είναι η πιο ποιητική "ιστορία" του φιλμ κλπ. Μερικές φορές τα όσα συμβαίνουν ανήκουν απόλυτα στο χώρο του σουρεαλισμού (συχνά ενός ποιητικού σουρεαλισμού).
Στη συγκεκριμένη ταινία η απόλυτα μουντή, γκρίζα φωτογραφία, οι χλωμοί άνθρωποι, τα αποστειρωμένα, δίχως καμιά ομορφιά περιβάλλοντα, οι μινιμαλιστικές δράσεις των ηρώων, όλα, προσδίδουν μια θανατερή ατμόσφαιρα. Οι πράξεις των ανθρώπων γίνονται θαρρείς καταναγκαστικά, πολλοί απ' αυτούς δεν βρίσκουν πουθενά τη βοήθεια που περιμένουν. Γενικά νομίζω ότι ο Andersson εικονογραφεί απόλυτα αποτελεσματικά έναν κόσμο από τον οποίο η χαρά, η όρεξη για ζωή, έχουν εκλείψει παντελώς. Ένα κόσμο, θαρρείς, νεκροζώντανων.
Όλα αυτά μάλλον θα εντυπωσιάσουν κάποιον που βλέπει για πρώτη φορά μια ταινία του. Προσωπικά πάντως το επαναλαμβανόμενο ύφος του έχει αρχίσει να με κουράζει. Είναι, όπως είπαμε, η 4η πανομοιότυπη ταινία που κάνει ή, θα μπορούσαμε να πούμε, είναι κατ' εξοχήν δημιουργός που "κάνει διαρκώς την ίδια ταινία". Πολύ αποτελεσματικός στο να καταδείξει με προσωπικό τρόπο μια διάχυτη απελπισία, αλλά ως πότε;
Κυριακή, Ιανουαρίου 26, 2020
Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ ΕΝΟΣ "ΠΙΑΝΙΣΤΑ"
Το 2002 ο Roman Polanski γυρίζει μια από τις πλέον δυνατές ταινίες όλων των εποχών με θέμα το εφιαλτικό Ολοκαύτωμα, τον "Πιανίστα". Ταυτόχρονα, μας συστήνει τον Άντριεν Μπρόντι, που καθηλώνει με την ηθοποιία του.
Το φιλμ αποτελεί το χρονικό του αγώνα για επιβίωση μεταξύ 1939-1945 ενός πολωνοεβραίου εξαιρετικού πιανίστα, κάτω από συνθήκες που καθημερινά χειροτερεύουν : Διωγμοί, διαρκές κυνηγητό, πείνα και δίψα, τα πάντα είναι εναντίον του. Ο ήρωας διαρκώς κρύβεται σα ζώο και φτάνει στα έσχατα όρια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η ταινία βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Μπορείτε να βρείτε ακόμα και ηχογραφήσεις του πραγματικού πιανίστα Σπίλμαν στο διαδίκτυο.
Το φιλμ επικεντρώνεται βέβαια στο ένστικτο (και τη δύναμη που το συνοδεύει) του ανθρώπου - ακόμα και ενός εκλεπτυσμένου και άμαθου - για επιβίωση. Αυτό είναι το γενικό πνεύμα. Πέραν αυτού όμως το βάρος προφανώς πέφτει στο θέμα της ναζιστικής κτηνωδίας, της απόλυτης φρίκης της γενοκτονίας των εβραίων και άμεσα εγείρει το ερώτημα: Πώς μπορεί ο άνθρωπος να φτάσει σε τέτοιο βαθμό κτηνωδίας; Για τι είναι ικανό τελικά το "κυρίαρχο είδος του πλανήτη"; Το έχω ξαναπεί: Το Ολοκαύτωμε είναι το μεγαλύτερο μαζικό έγκλημα του 20ού αιώνα. Όχι μόνο για τα εκατομμύρια των θυμάτων, όχι μόνο για την εν ψυχρώ, προγραμματισμένη και ιδεολογικά στηριγμένη "επιχείρηση", αλλά και επειδή η φρίκη πραγματοποιήθηκε από ένα έθνος που θεωρείται από τα πλέον "πολιτισμένα" της ανθρωπότητας. Νομίζω ότι το σημαντικότερο σ' αυτή τη φράση είναι τα εισαγωγικά στη λέξη πολιτισμένα.
Τέλος πάντων, η ταινία μπορεί να παγώνει τον θεατή με τα όσα βλέπει, αλλά ταυτόχρονα τον κρατά απόλυτα, πράγμα στο οποίο συμβάλλει πολύ ο πρωταγωνιστής. Είπαμε: Το θεωρώ από τις πιο σημαντικές ταινίες για το Ολοκαύτωμα και αξίζει να το δουν όλοι, τώρα ιδιαίτερα που τα κτήνη σηκώνουν και πάλι κεφάλι.
Το φιλμ αποτελεί το χρονικό του αγώνα για επιβίωση μεταξύ 1939-1945 ενός πολωνοεβραίου εξαιρετικού πιανίστα, κάτω από συνθήκες που καθημερινά χειροτερεύουν : Διωγμοί, διαρκές κυνηγητό, πείνα και δίψα, τα πάντα είναι εναντίον του. Ο ήρωας διαρκώς κρύβεται σα ζώο και φτάνει στα έσχατα όρια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η ταινία βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Μπορείτε να βρείτε ακόμα και ηχογραφήσεις του πραγματικού πιανίστα Σπίλμαν στο διαδίκτυο.
Το φιλμ επικεντρώνεται βέβαια στο ένστικτο (και τη δύναμη που το συνοδεύει) του ανθρώπου - ακόμα και ενός εκλεπτυσμένου και άμαθου - για επιβίωση. Αυτό είναι το γενικό πνεύμα. Πέραν αυτού όμως το βάρος προφανώς πέφτει στο θέμα της ναζιστικής κτηνωδίας, της απόλυτης φρίκης της γενοκτονίας των εβραίων και άμεσα εγείρει το ερώτημα: Πώς μπορεί ο άνθρωπος να φτάσει σε τέτοιο βαθμό κτηνωδίας; Για τι είναι ικανό τελικά το "κυρίαρχο είδος του πλανήτη"; Το έχω ξαναπεί: Το Ολοκαύτωμε είναι το μεγαλύτερο μαζικό έγκλημα του 20ού αιώνα. Όχι μόνο για τα εκατομμύρια των θυμάτων, όχι μόνο για την εν ψυχρώ, προγραμματισμένη και ιδεολογικά στηριγμένη "επιχείρηση", αλλά και επειδή η φρίκη πραγματοποιήθηκε από ένα έθνος που θεωρείται από τα πλέον "πολιτισμένα" της ανθρωπότητας. Νομίζω ότι το σημαντικότερο σ' αυτή τη φράση είναι τα εισαγωγικά στη λέξη πολιτισμένα.
Τέλος πάντων, η ταινία μπορεί να παγώνει τον θεατή με τα όσα βλέπει, αλλά ταυτόχρονα τον κρατά απόλυτα, πράγμα στο οποίο συμβάλλει πολύ ο πρωταγωνιστής. Είπαμε: Το θεωρώ από τις πιο σημαντικές ταινίες για το Ολοκαύτωμα και αξίζει να το δουν όλοι, τώρα ιδιαίτερα που τα κτήνη σηκώνουν και πάλι κεφάλι.
Σάββατο, Ιανουαρίου 25, 2020
ΑΝΕΥΡΟ "ΓΛΥΚΟ ΠΟΥΛΙ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ"
Ο Nicolas Roeg (1928-2018) κάνει 4-5 σημαντικές ταινίες μεταξύ 1970 και 1980 (άντε και 1-2 άλλες ενδιαφέρουσες στα 80ς). Στη συνέχεια παρακμάζει απότομα και ανεξήγητα, κάνει μάλιστα αρκετή τηλεόραση. Το 1989 γυρίζει ως τηλεταινία το γνωστό "Γλυκό Πουλί της Νιότης", βασισμένο στο έργο του Τενεσί Ουίλιαμς, με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ στο βασικό γυναικείο ρόλο. Ο παλιός πρωτοποριακός Ρεγκ όμως έχει ήδη παρέλθει ανεπιστρεπτί...
Μια ξεπεσμένη και μεσήλικας ήδη σταρ του Χόλιγουντ, η οποία φοβάται τα γηρατειά και τη βαθμιαία εξαφάνιση της φήμης της, "προσλαμβάνει" ένα νέο και ωραίο - και με οικονομικά προβλήματα βεβαίως - ζιγκολό. Μαζί πηγαίνουν στη μικρή πόλη του τελευταίου, όπου όμως αυτός έχει αφήσει εδώ και χρόνια πολλούς ανοιχτούς λογαριασμούς κι όπου κανείς δεν τον βλέπει με συμπάθεια.
Το θεατρικό έργο βεβαίως είναι κλασικό. Η απόδοσή του όμως εδώ μάλλον άνευρη είναι, δίχως έμπνευση... με λίγα λόγια απλώς τηλεοπτική. Δεν θα καταλαβαίναμε ποτέ ότι πρόκειται για φιλμ του Ρεγκ των 70ς. Οι σχέσεις των ηρώων αναλύονται, ο εκατέρωθεν κυνισμός και το "ο καθένας για τον εαυτό του" ισχύει απόλυτα, πολλά κακώς κείμενα ξεγυμνώνονται... όμως δεν νομίζω ότι πρόκειται για ένα καλό (τηλε)φιλμ. Κρίμα...
Μια ξεπεσμένη και μεσήλικας ήδη σταρ του Χόλιγουντ, η οποία φοβάται τα γηρατειά και τη βαθμιαία εξαφάνιση της φήμης της, "προσλαμβάνει" ένα νέο και ωραίο - και με οικονομικά προβλήματα βεβαίως - ζιγκολό. Μαζί πηγαίνουν στη μικρή πόλη του τελευταίου, όπου όμως αυτός έχει αφήσει εδώ και χρόνια πολλούς ανοιχτούς λογαριασμούς κι όπου κανείς δεν τον βλέπει με συμπάθεια.
Το θεατρικό έργο βεβαίως είναι κλασικό. Η απόδοσή του όμως εδώ μάλλον άνευρη είναι, δίχως έμπνευση... με λίγα λόγια απλώς τηλεοπτική. Δεν θα καταλαβαίναμε ποτέ ότι πρόκειται για φιλμ του Ρεγκ των 70ς. Οι σχέσεις των ηρώων αναλύονται, ο εκατέρωθεν κυνισμός και το "ο καθένας για τον εαυτό του" ισχύει απόλυτα, πολλά κακώς κείμενα ξεγυμνώνονται... όμως δεν νομίζω ότι πρόκειται για ένα καλό (τηλε)φιλμ. Κρίμα...
Πέμπτη, Ιανουαρίου 23, 2020
Η ΦΡΙΚΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ, ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ "ΧΙΡΟΣΙΜΑ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ"
Λίγα πράγματα μπορεί κανείς να πει για κλασικά φιλμ, για τα οποία τόσο πολλά έχουν γραφεί. Το "Χιροσίμα, Αγάπη μου" (1959) του Alain Resnais (1922-2014), ενός από τους σημαντικότερους γάλλους δημιουργούς, ανήκει βέβαια σ' αυτά..
Μια γαλλίδα ηθοποιός βρίσκεται στη Χιροσίμα για τα γυρίσματα μιας αντιπολεμικής ταινίας ("Τι άλλο θα μπορούσε να γυριστεί στη Χιροσίμα;" όπως περίπου λέει κάπου η ίδια). Στην πόλη αυτή θα ερωτευτούν βαθιά με ένα παντρεμένο ιάπωνα αρχιτέκτονα. Ένας έρωτας με deadline, καθώς τα γυρίσματα τελειώνουν και συντομότατα εκείνη θα επιστρέψει στην πατρίδα της. Οι συναντήσεις τους, η ανταλλαγή οδυνηρών αναμνήσεων, η φρίκη της βόμβας και των τραγικών επιπτώσεων που ακολούθησαν, αλλά και το ερωτικό πάθος, αποτελούν το υλικό του φιλμ.
Πρόκειται για ένα από τα συγκλονιστικότερα αντιπολεμικά φιλμ της ιστορίας του κινηματογράφου. Ο Ρενέ εναλλάσσει ντοκιμαντερίστικες σκηνές από τη Χιροσίμα, τόσο σκηνές που αφορούν τη βόμβα και τη φρίκη που ακολούθησε, όσο και σύγχρονες (της Χιροσίμα του '59 δηλαδή, 15 χρόνια μετά). Το υλικό αυτό μπλέκεται αξεδιάλυτα με τις αναμνήσεις της γυναίκας από τον πόλεμο στην Ευρώπη και από έναν τραγικά χαμένο έρωτα στην εποχή της γερμανικής κατοχής και τις εξίσου τραγικές (μεταπολεμικές) επιπτώσεις του στη ζωή της. Ο συνδυασμός των ιστοριών δύο ανεπανόρθωτα σημαδεμένων ανθρώπων από την πλέον παράλογη και ηλίθια ανθρώπινη ενέργεια, τον πόλεμο, μαζί με τη χρήση των αληθινών εικόνων, είναι που δημιουργούν το τόσο δυνατό αντιπολεμικό αποτέλεσμα. Ταυτόχρονα η ταινία αποτελεί μια ελεγεία στον απόλυτο έρωτα, στην έκσταση και τον πόνο που αυτός προκαλεί, ιδιαίτερα αν πρόκειται για έρωτα με προδιαγεγραμμένο τέλος, αλλά και στη μνήμη, που διαμορφώνει τις ζωές μας, θέμα του Ρενέ και σε άλλες του ταινίες.
Ίσως οι εθισμένοι στα multiplex και τους υπερήρωες να μη μπορούν να παρακολουθήσουν τους αργούς ρυθμούς ή τα επαναλαμβανόμενα θέματα του φιλμ. Ίσως είναι "δύσκολο" σινεμά. Δεν ξέρω. Προσωπικά πάντως το θεωρώ ένα συγκινητικό (καμία σχέση με την έννοια του μελό) αριστούργημα.
Μια γαλλίδα ηθοποιός βρίσκεται στη Χιροσίμα για τα γυρίσματα μιας αντιπολεμικής ταινίας ("Τι άλλο θα μπορούσε να γυριστεί στη Χιροσίμα;" όπως περίπου λέει κάπου η ίδια). Στην πόλη αυτή θα ερωτευτούν βαθιά με ένα παντρεμένο ιάπωνα αρχιτέκτονα. Ένας έρωτας με deadline, καθώς τα γυρίσματα τελειώνουν και συντομότατα εκείνη θα επιστρέψει στην πατρίδα της. Οι συναντήσεις τους, η ανταλλαγή οδυνηρών αναμνήσεων, η φρίκη της βόμβας και των τραγικών επιπτώσεων που ακολούθησαν, αλλά και το ερωτικό πάθος, αποτελούν το υλικό του φιλμ.
Πρόκειται για ένα από τα συγκλονιστικότερα αντιπολεμικά φιλμ της ιστορίας του κινηματογράφου. Ο Ρενέ εναλλάσσει ντοκιμαντερίστικες σκηνές από τη Χιροσίμα, τόσο σκηνές που αφορούν τη βόμβα και τη φρίκη που ακολούθησε, όσο και σύγχρονες (της Χιροσίμα του '59 δηλαδή, 15 χρόνια μετά). Το υλικό αυτό μπλέκεται αξεδιάλυτα με τις αναμνήσεις της γυναίκας από τον πόλεμο στην Ευρώπη και από έναν τραγικά χαμένο έρωτα στην εποχή της γερμανικής κατοχής και τις εξίσου τραγικές (μεταπολεμικές) επιπτώσεις του στη ζωή της. Ο συνδυασμός των ιστοριών δύο ανεπανόρθωτα σημαδεμένων ανθρώπων από την πλέον παράλογη και ηλίθια ανθρώπινη ενέργεια, τον πόλεμο, μαζί με τη χρήση των αληθινών εικόνων, είναι που δημιουργούν το τόσο δυνατό αντιπολεμικό αποτέλεσμα. Ταυτόχρονα η ταινία αποτελεί μια ελεγεία στον απόλυτο έρωτα, στην έκσταση και τον πόνο που αυτός προκαλεί, ιδιαίτερα αν πρόκειται για έρωτα με προδιαγεγραμμένο τέλος, αλλά και στη μνήμη, που διαμορφώνει τις ζωές μας, θέμα του Ρενέ και σε άλλες του ταινίες.
Ίσως οι εθισμένοι στα multiplex και τους υπερήρωες να μη μπορούν να παρακολουθήσουν τους αργούς ρυθμούς ή τα επαναλαμβανόμενα θέματα του φιλμ. Ίσως είναι "δύσκολο" σινεμά. Δεν ξέρω. Προσωπικά πάντως το θεωρώ ένα συγκινητικό (καμία σχέση με την έννοια του μελό) αριστούργημα.
Τρίτη, Ιανουαρίου 21, 2020
"ALIEN 4": Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΡΙΠΛΕΪ
Το 4ο "Alien: Ressurection" (το 4ο της αρχικής σειράς εννοώ. Προσωπικά θεωρώ τα επόμενα αχρείαστα) γυρίζεται το 1997, αυτή τη φορά από τον σημαντικό (τότε τουλάχιστον) γάλλο δημιουργό Jean-Pierre Jeunet (η επόμενη ταινία του θα ήταν το πασίγνωστο "Ameli"). Για μένα είναι μάλλον η πιο αδύναμη της πρώτης αυτής τετραλογίας.
200 χρόνια μετά τα γεγονότα των προηγούμενων Alien η Ρίπλεϊ (Σιγκούρνι Γουίβερ φυσικά) κλωνοποιείται από επιστήμονες της εταιρίας, φέροντας στα σπλάχνα της ένα νέο Alien (πρέπει να δείτε το 3ο φιλμ για να καταλάβετε το πώς και το γιατί). Της το αφαιρούν (κοινώς γεννάει) και, από εκεί και πέρα, έχουμε να κάνουμε με μια διαρκή μονομαχία ανάμεσα σ' εκείνα και σ' εκείνη. Μόνο που αυτή τη φορά ένα από τα εφιαλτικά τέρατα είναι το "παιδί" της...
Το φιλμ φέρει την εντυπωσιακή εικόνα που διαθέτει ο Jeunet και που είναι το σήμα κατατεθέν του. Επίσης εδώ οι επιστήμονες της εταιρίας είναι πιο κακοί από ποτέ. Θέλουν ανοιχτά, από την πρώτη σκηνή, να χρησιμοποιήσουν τα πανίσχυρα εξωγήινα όντα ως όπλα, αδιαφορώντας για τη όποια συνέπεια στην ανθρωπότητα. Είναι επίσης το πιο σπλάτερ απ' όλα. Ο Ζενέ πάντα έδειχνε μια προτίμηση στην κατάμαυρη ατμόσφαιρα (θυμάστε το "Delicatessen";) Εδώ όμως το πράγμα του βγαίνει σε σπλάτερ. Τέλος να σημειώσουμε ότι η τελική σκηνή προσπαθεί να έχει, μέσα στο γκροτέσκο, και κάποια συγκινητική πινελιά. Φυσικά και εδώ το φεμινιστικό στοιχείο υποβόσκει, υπογραμμίζοντας τη γυναικεία δύναμη.
Δίπλα στη Σιγκούρνι βρίσκεται η Γουινόνα Ράιντερ, στις δόξες της τότε ακόμα. Και, παρά το ότι το φιλμ διαθέτει εντυπωσιακή εικόνα, είναι όπως είπα αυτό που μου άρεσε λιγότερο από τα 4.
200 χρόνια μετά τα γεγονότα των προηγούμενων Alien η Ρίπλεϊ (Σιγκούρνι Γουίβερ φυσικά) κλωνοποιείται από επιστήμονες της εταιρίας, φέροντας στα σπλάχνα της ένα νέο Alien (πρέπει να δείτε το 3ο φιλμ για να καταλάβετε το πώς και το γιατί). Της το αφαιρούν (κοινώς γεννάει) και, από εκεί και πέρα, έχουμε να κάνουμε με μια διαρκή μονομαχία ανάμεσα σ' εκείνα και σ' εκείνη. Μόνο που αυτή τη φορά ένα από τα εφιαλτικά τέρατα είναι το "παιδί" της...
Το φιλμ φέρει την εντυπωσιακή εικόνα που διαθέτει ο Jeunet και που είναι το σήμα κατατεθέν του. Επίσης εδώ οι επιστήμονες της εταιρίας είναι πιο κακοί από ποτέ. Θέλουν ανοιχτά, από την πρώτη σκηνή, να χρησιμοποιήσουν τα πανίσχυρα εξωγήινα όντα ως όπλα, αδιαφορώντας για τη όποια συνέπεια στην ανθρωπότητα. Είναι επίσης το πιο σπλάτερ απ' όλα. Ο Ζενέ πάντα έδειχνε μια προτίμηση στην κατάμαυρη ατμόσφαιρα (θυμάστε το "Delicatessen";) Εδώ όμως το πράγμα του βγαίνει σε σπλάτερ. Τέλος να σημειώσουμε ότι η τελική σκηνή προσπαθεί να έχει, μέσα στο γκροτέσκο, και κάποια συγκινητική πινελιά. Φυσικά και εδώ το φεμινιστικό στοιχείο υποβόσκει, υπογραμμίζοντας τη γυναικεία δύναμη.
Δίπλα στη Σιγκούρνι βρίσκεται η Γουινόνα Ράιντερ, στις δόξες της τότε ακόμα. Και, παρά το ότι το φιλμ διαθέτει εντυπωσιακή εικόνα, είναι όπως είπα αυτό που μου άρεσε λιγότερο από τα 4.
Κυριακή, Ιανουαρίου 19, 2020
"Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ" ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟ ΠΑΘΟΣ
Η May el-Toukhy (μάλλον σκανδιναβή) γυρίζει το 2019 το βαρύ ψυχολογικό δράμα "Η Βασίλισσα της Καρδιάς" (Dronningen) με μια πολύ καλή Τρίνε Ντίρχολμ στο βασικό ρόλο. Το φιλμ εξερευνά δύσκολα ψυχολογικά αδιέξοδα ή ανεξέλεγκτες καταστάσεις σε μια φαινομενικά ήρεμη, πλόυσια και τακτοποιημενη σκανδιναβική καθημερινότητα.
Η ηρωίδα είναι πετυχημένη δικηγόρος που αναλαμβάνει υποθέσεις κακοποιημένων παιδιών και έχει δύο δίδυμα κοριτσάκια. Όταν όμως ο παραβατικός έφηβος γιος από προηγούμενο γάμο του συζύγου της πάει να ζήσει μαζί τους, οι ισορροπίες μια ήρεμης (και ρουτινιάρικης) καθημερινότητας διαταράσσονται και, μετά μια δύσκολη προσαρμογή, η μεσήλικας δικηγόρος θα τα φτιάξει μαζί του σε μια σχέση γεμάτη πάθος, αλλά με προκαθορισμένο dead line. Το θέμα είναι τι συμβαίνει μετά το τέλος της παράνομης και απόλυτα "απαγορευμένης" σχέσης, που θίγει πολλά ταμπού...
Η ταινία, εξ αιτίας της ψυχολογικής της έντασης και της έντονα αγχωτικής ατμόσφαιρας, σχεδόν βλέπεται δύσκολα. Είναι βαριά μεν, αλλά πολύ καλογυρισμένη, με στιβαρό σενάριο και εξαιρετικές ηθοποιίες. Το άγχος, να το τονίσουμε αυτό, προκύπτει όχι από το φόβο μήπως αποκαλυφτεί η σχέση, αλλά, το λέω ξανά, από τα όσα συμβαίνουν μετά, από τις επιπτώσεις. Και τραβά όλο και πιο πολύ, όλο και πιο βαθιά... Το φιλμ θίγει πολλά θέματα: Το καταστροφικό ερωτικό πάθος, το ανεπίτρεπτο κάποιων πραγμάτων και κυρίως τον όλεθρο (στις σχέσεις των πάντων με τους πάντες εννοώ) που επιφέρει μια τόσο απαγορευμένη σχέση. Είναι μάλιστα εξαιρετικά δύσκολο να αποτιμήσει κανείς (με όρους "καλού" ή "κακού") τη στάση της ηρωίδας μετά. Ή μάλλον, πριν αποφασίσει οτιδήποτε ο θεατής, ας σκεφτεί τι θα έκανε ο ίδιος αν βρισκόταν - καλώς ή κακώς - στη θέση της. Βλέποντας κοινωνικά το θέμα, δεν μπορούμε παρά να ξαφνιαστούμε από το πόσο δυσάρεστες και αλυσιδωτές επιπτώσεις μπορεί να έχει η παραβίαση ενός ερωτικού ταμπού. Γενικά η ψυχολογία και οι αποφάσεις των ηρώων και πολύπλοκες είναι και αδύνατο να καταταγούν ως "σωστές" ή "λάθος".
Πολύ καλή, αλλά, όπως είπαμε, βαριά και με ζοφερή ατμόσφαιρα ταινία. Αν σας αρέσουν τέτοιου είδους ψυχολογικά δράματα, είναι από τα πολύ καλά παραδείγματα. Το σίγουρο είναι ότι οι σκανδιναβοί ξέρουν πολύ καλά να παράγουν τέτοιες ταινίες και συχνότατα μας δηλώνουν τα πάθη που κοχλάζουν ή (όχι στη συγκεκριμενη περίπτωση) τα σάπια θεμέλια πάνω στα οποία στηρίζεται η απαστράπτουσα, τακτοποιημένη και ήρεμη επιφανειακά κοινωνία τους.
Παρασκευή, Ιανουαρίου 17, 2020
ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ Ο ἩΡΑΚΛΗΣ¨...
Κι ενώ κοιμόμαστε ήσυχοι, να´σου ξαφνικά, εν έτει 2014, ο αστείος Ἡρακλης῾ του μέτριου κατά τη γνώμη μου Brett Ratner (όπου, εκτός από τον Ντουέιν Τζόνσον, τον κακό παίζει ο Τζον Χαρτ). Εντάξει, πρόκειται για φιλμ δίχως πολλές αξιώσεις (προφανώς), έχει όμως και κάποια απομυθοποιητικά στοιχεία που πρέπει να επισημάνουμε.
Η ιστορία διαδραματίζεται μετά τους 12 άθλους, όταν ο πανίσχυρος και θεωρούμενος ημίθεος Ηρακλής, καλείται, με τη μόνιμη παρέα του (συμμορία του αν προτιμάτε) να βοηθήσει ένα βασιλιά να σώσει το δοκιμαζόμενο βασίλειό του από έναν αιμοσταγή αποστάτη. Εκεί όμως, εκτός από τις περιπέτειες και τους κινδύνους, τον ήρωα περιμένουν και πολλές ανατροπές.
Όχι, εκτός του χαβαλέ, με τον Ηρακλή να γκρεμίζει γιγάντιες κολώνες, να σπάει βαριές αλυσίδες, να καθαρίζει 5 με μία ροπαλιά και άλλα τέτοια, δεν θα πούμε πολλά πολλά. Κάποιο χιούμορ υπαρχει βεβαίως. Ωστόσο θα σταθώ στα απομυθοποιητικά στοιχεία που λέγαμε: Ο Ηρακλής και οι σύντροφοί του δεν είναι οι ήρωες που ξέρουμ από τη μυθολογία. Αντίθετα, πρόκειται για κοινούς μισθοφόρους που πηγαίνουν να πολεμήσουν όπου τους τάζουν γερή αμοιβή. Και, σα να μην έφτανε αυτό, δεν είναι γιος του Δία και μπούρδες. Αλλά σας αφήνω να απολαύσετε την αποκαθήλωση του ημίθεου αν κάποια στιγμή, με πίτσες, ποτά και ό,τι άλλο, αποφασίσετε, για τον χαβαλέ και μόνο, ξαναλέω, να δείτε το φιλμ.
Πάντως όλη αυτή η πλακατζίδικη απομυθοποίηση έχει το ενδιαφέρον της. Και είναι και το μόνο αξιόλογο στοιχείο.
Η ιστορία διαδραματίζεται μετά τους 12 άθλους, όταν ο πανίσχυρος και θεωρούμενος ημίθεος Ηρακλής, καλείται, με τη μόνιμη παρέα του (συμμορία του αν προτιμάτε) να βοηθήσει ένα βασιλιά να σώσει το δοκιμαζόμενο βασίλειό του από έναν αιμοσταγή αποστάτη. Εκεί όμως, εκτός από τις περιπέτειες και τους κινδύνους, τον ήρωα περιμένουν και πολλές ανατροπές.
Όχι, εκτός του χαβαλέ, με τον Ηρακλή να γκρεμίζει γιγάντιες κολώνες, να σπάει βαριές αλυσίδες, να καθαρίζει 5 με μία ροπαλιά και άλλα τέτοια, δεν θα πούμε πολλά πολλά. Κάποιο χιούμορ υπαρχει βεβαίως. Ωστόσο θα σταθώ στα απομυθοποιητικά στοιχεία που λέγαμε: Ο Ηρακλής και οι σύντροφοί του δεν είναι οι ήρωες που ξέρουμ από τη μυθολογία. Αντίθετα, πρόκειται για κοινούς μισθοφόρους που πηγαίνουν να πολεμήσουν όπου τους τάζουν γερή αμοιβή. Και, σα να μην έφτανε αυτό, δεν είναι γιος του Δία και μπούρδες. Αλλά σας αφήνω να απολαύσετε την αποκαθήλωση του ημίθεου αν κάποια στιγμή, με πίτσες, ποτά και ό,τι άλλο, αποφασίσετε, για τον χαβαλέ και μόνο, ξαναλέω, να δείτε το φιλμ.
Πάντως όλη αυτή η πλακατζίδικη απομυθοποίηση έχει το ενδιαφέρον της. Και είναι και το μόνο αξιόλογο στοιχείο.
Τετάρτη, Ιανουαρίου 15, 2020
"ΚΑΤΗΓΟΡΩ!": ΠΟΛΑΝΣΚΙ ΚΑΙ ΝΤΡΕΊΦΟΥΣ
Το 2019, στα 86 του ήδη, ο Roman Polanski καταφέρνει να γυρίσει μια στιβαρή ταινία πάνω σε μια πολύκροτη ιστορία: Το "Κατηγορώ...!" αναφέρεται βεβαίως στην περιβόητη υπόθεση Ντρέιφους, που ταλάνισε τη Γαλλία το 1894 και έφτασε σε σημείο να ρίξει την τότε κυβέρνηση. Μέχρι σήμερα η υπόθεση παραμένει το διασημότερο ίσως σκάνδαλο όλων των εποχών.
Πολύ σύντομα τα γεγονότα: Όταν οι γάλλοι αντιλαμβάνονται ότι ανάμεσα στους ανώτερους αξιωματικούς υπάρχει ένας προδότης που δουλεύει για τους γερμανούς κατηγορούν για εσχάτη προδοσία, ως εξιλαστήριο θύμα, τον γαλλοεβραίο Ντρέιφους, ο οποίος είναι εμφανώς αθώος. Τον καθαιρούν ταπεινωτικά και τον καταδικάζουν σε ισόβια εξορία στο φριχτό Νησί του Διαβόλου, χαμένο κάπου στη μέση του ωκεανού. Όταν ένας απ' αυτούς που συνετέλεσαν στην καταδίκη, ο συνταγματάρχης Πικάρ, διορίζεται αρχηγός των μυστικών υπηρεσιών, αντιλαμβάνεται σύντομα την αφόρητη αδικία και προσπαθεί με κάθε μέσο να αποκαταστήσει την τιμή του καταδίκου και να πετύχει νέα δίκη. Προσκρούει όμως σε ένα αμείλικτο στρατιωτικό κατεστημένο και σε ένα τοίχος υποκρισίας, μισσαλοδοξίας και χειραγώγησης της κοινής γνώμης.
Ο Πολάνσκι θεωρεί ότι η διάσημη αυτή υπόθεση έχει πολλές ομοιότητες με τη δική του ιστορία (αρνείται ότι είναι ένοχος για αποπλάνηση ανηλίκου πριν σχεδόν 50 χρόνια, κατηγορία που του στοίχισε την υποχρεωτική μετανάστευσή του από τις ΗΠΑ, όπου ζούσε). Ανεξάρτητα απ' αυτό όμως, χειρίζεται με δυνατό τρόπο την ταινία, δημιουργεί σασπένς καθώς ολόκληρο το φιλμ δομείται πάνω στην έρευνα του Πικάρ και τα στοιχεία που αποκαλύπτονται σταδιακά και, κυρίως, καυτηριάζει άγρια την ανάλγητη στρατιωτική ηγεσία, αλλά και την υποκρισία, τη μισσαλοδοξία, το ρατσισμό, τον εθνικισμό, την κατάχρηση εξουσίας και την πολλάκις δηλωμένη ανερυθρίαστα άποψη ότι "δεν μας ενδιαφέρει η αλήθεια. Ο στόχος είναι να μη θιγούν κάποια κατεστημένα και η εμπιστοσύνη του λαού στο στρατό" (!) Θίγεται επίσης και η σχέση προσωπικού στοιχείου και κοινωνικών περιορισμών κ.ά. που σίγουρα θα ανακαλύψετε. Έτσι το φιλμ είναι δυνατό και (δυστυχώς) επίκαιρο σε μια εποχή που αναζωπυρώνονται φαινόμενα σαν αυτά που προκάλεσαν τέτοια κατάφωρα πλήγματα σε κάθε έννοια δικαιοσύνης. Πολύ ενδιαφέρουσα επίσης η σχέση εξουσίας και αλήθειας, όπως αυτή αποτυπώνεται στην τελευταία σκηνή, στη συνάντηση των αποκατεστημένων πλέον Πικάρ και Ντρέιφους. Μόνο που τώρα ο πρώτος βρίσκεται πλέον στην εξουσία και η ματιά του στα πράγματα είναι κάπως διαφορετική...
ΥΓ: Η χειραγώγησης της κοινής γνώμης από τον πανίσχυρο τότε τύπο είναι άλλο χαρακτηριστικό θέμα. Σήμερα το φαινόμενο ισχύει απόλυτα, απλώς γίνεται από άλλα μέσα (τηλεόραση) λόγω παρακμής του τύπου.
Πολύ σύντομα τα γεγονότα: Όταν οι γάλλοι αντιλαμβάνονται ότι ανάμεσα στους ανώτερους αξιωματικούς υπάρχει ένας προδότης που δουλεύει για τους γερμανούς κατηγορούν για εσχάτη προδοσία, ως εξιλαστήριο θύμα, τον γαλλοεβραίο Ντρέιφους, ο οποίος είναι εμφανώς αθώος. Τον καθαιρούν ταπεινωτικά και τον καταδικάζουν σε ισόβια εξορία στο φριχτό Νησί του Διαβόλου, χαμένο κάπου στη μέση του ωκεανού. Όταν ένας απ' αυτούς που συνετέλεσαν στην καταδίκη, ο συνταγματάρχης Πικάρ, διορίζεται αρχηγός των μυστικών υπηρεσιών, αντιλαμβάνεται σύντομα την αφόρητη αδικία και προσπαθεί με κάθε μέσο να αποκαταστήσει την τιμή του καταδίκου και να πετύχει νέα δίκη. Προσκρούει όμως σε ένα αμείλικτο στρατιωτικό κατεστημένο και σε ένα τοίχος υποκρισίας, μισσαλοδοξίας και χειραγώγησης της κοινής γνώμης.
Ο Πολάνσκι θεωρεί ότι η διάσημη αυτή υπόθεση έχει πολλές ομοιότητες με τη δική του ιστορία (αρνείται ότι είναι ένοχος για αποπλάνηση ανηλίκου πριν σχεδόν 50 χρόνια, κατηγορία που του στοίχισε την υποχρεωτική μετανάστευσή του από τις ΗΠΑ, όπου ζούσε). Ανεξάρτητα απ' αυτό όμως, χειρίζεται με δυνατό τρόπο την ταινία, δημιουργεί σασπένς καθώς ολόκληρο το φιλμ δομείται πάνω στην έρευνα του Πικάρ και τα στοιχεία που αποκαλύπτονται σταδιακά και, κυρίως, καυτηριάζει άγρια την ανάλγητη στρατιωτική ηγεσία, αλλά και την υποκρισία, τη μισσαλοδοξία, το ρατσισμό, τον εθνικισμό, την κατάχρηση εξουσίας και την πολλάκις δηλωμένη ανερυθρίαστα άποψη ότι "δεν μας ενδιαφέρει η αλήθεια. Ο στόχος είναι να μη θιγούν κάποια κατεστημένα και η εμπιστοσύνη του λαού στο στρατό" (!) Θίγεται επίσης και η σχέση προσωπικού στοιχείου και κοινωνικών περιορισμών κ.ά. που σίγουρα θα ανακαλύψετε. Έτσι το φιλμ είναι δυνατό και (δυστυχώς) επίκαιρο σε μια εποχή που αναζωπυρώνονται φαινόμενα σαν αυτά που προκάλεσαν τέτοια κατάφωρα πλήγματα σε κάθε έννοια δικαιοσύνης. Πολύ ενδιαφέρουσα επίσης η σχέση εξουσίας και αλήθειας, όπως αυτή αποτυπώνεται στην τελευταία σκηνή, στη συνάντηση των αποκατεστημένων πλέον Πικάρ και Ντρέιφους. Μόνο που τώρα ο πρώτος βρίσκεται πλέον στην εξουσία και η ματιά του στα πράγματα είναι κάπως διαφορετική...
ΥΓ: Η χειραγώγησης της κοινής γνώμης από τον πανίσχυρο τότε τύπο είναι άλλο χαρακτηριστικό θέμα. Σήμερα το φαινόμενο ισχύει απόλυτα, απλώς γίνεται από άλλα μέσα (τηλεόραση) λόγω παρακμής του τύπου.
Τρίτη, Ιανουαρίου 14, 2020
"MIRROR MIRROR": ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΧΙΟΝΑΤΗΣ
![]() |
| Προσθήκη λεζάντας |
Την ιστορία τη ξέρετε: Όταν ο καλός βασιλιάς ξαναπαντρεύεται και στη συνέχεια εξαφανίζεται, η κακιά σύζυγος επιβάλλει τον τρόμο σε όλους. Η μόνη που μπορεί να την εμποδίσει είναι η Χιονάτη, κόρη από τον πρώτο γάμο του βασιλιά, την οποία κρατά κλεισμένη στον πύργο. Όταν αυτή το σκάει, θα συναντήσει 7 νάνους... κλπ. κλπ.
Η ταινία απέτυχε εμπορικά στις ΗΠΑ. Προσωπικά τη βρήκα διασκεδαστική (μέχρι εκεί, έτσι; Τίποτα παραπάνω). Και ευχαριστιόμουν την κακία της Τζούλια (την οποία αντιπαθώ). Ουσιαστικά το ενδιαφέρον στοιχείο είναι η εναλλακτική θεώρηση των πραγμάτων: Η "πολιτικοποιημένη" Χιονάτη, οι "ληστές αλλά με καλή καρδιά" νάνοι, οι οποίοι θα γίνουν κάτι σαν Ρομπέν των Δασών, ο ηλίθιος πρίγκηπας που με το ζόρι αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει γύρω του, ενώ πουλά "τσάμπα μαγκιά", οι αναφορές στο σήμερα και εν γένει το χιούμορ που υπάρχει παντού. Αφήστε που τελειώνει με μια σκηνή καθαρού Μπόλιγουντ! (είπαμε ότι ο Ταρσέμ είναι ινδός). Αυτά. Διασκεδαστικό και κατά τη γνώμη μου καλύτερο από τα 2 του σκηνοθέτη που προανέφερα. Ο οποίος είναι συνήθως θεαματικός, αλλά μόνο μέχρι εκεί, πράγμα που δεν αρκεί για να κάνει καλές ταινίες.
Κυριακή, Ιανουαρίου 12, 2020
ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΚΑΙ "ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΟ" 3o "ALIEN"
Αυτή τη φορά η πολύπαθη Σιγκούρνι Γουίβερ, σε βαθύ ύπνο μετά την τελευταία της διασωση, πέφτει σε έναν πλανήτη - φυλακή, όπου επικρατούν δύσκολες συνθήκες επιβίωσης και κατοικείται μόνο από φύλακες και κρατούμενους. Οι τελευταίοι, παρατημένοι στις εσχατιές του διαστήματος, έχουν αναπτύξει μια δική τους θρησκεία, πιστεύοντας ότι, αν είναι πιστοί, τους περιμένει ο παράδεισος. Σύντομα θα διαπιστώσουμε ότι το μικρό σκάφος της ηρωίδας Ρίπλει κουβαλά και έναν άλλον, ανεπιθύμητο επισκέπτη και η εξολόθρευσή των λιγοστών κατοίκων του πλανήτη θα αρχίσει. Ωστόσο δεν είναι μόνο αυτά τα σημαντικά σημεία της ιστορίας...
Προσωπικά θεωρώ το 3ο αυτό Άλιεν το καλύτερο (μετά το πρώτο φυσικά, που τα άρχισε όλα). Το απίστευτο είναι ότι ο Fincher, που σύντομα θα αναδεικνυόταν σε μεγάλο δημιουργό με το "Seven", το "Fight Club" κλπ., δείχνει ξεκάθαρα, από το πρώτο του αυτό φιλμ, την προσωπική του παρακμιακή αισθητική: Ολόκληρη η ταινία διαδραματίζεται σε βαριά, βιομηχανικά, σκουριασμένα σκηνικά, κάτι σαν εγκαταλειμένα ορυχεία στο διάστημα, όπου η υγρασία, η εγκατάλειψη, η παρακμή, είναι τα κυρίαρχα στοιχεία, ενώ τα καφεκίτρινα χρώματα δίνουν τον τόνο. Το ίδιο και οι άνθρωποι: Δεν υπάρχουν "καλοί". Η παράνοια, σε διάφορες μορφές και βαθμούς, κυριαρχεί. Και φυσικά, επειδή είναι Φίντσερ, δεν χαρίζεται σε εύκολα χάπι εντ.
Πολλοί μίσησαν το φιλμ, επειδή είναι ίσως το λιγότερο "ηρωικό" της πρώτης τετραλογίας. Αντίθετα εγώ γοητεύτηκα από την περιρέουσα παρακμή, τη μουντή ατμόσφαιρα, το υποβλητικό σκηνικό, αλλά και το αδιέξοδο της όλης ιστορίας. Ξαναλέω ότι το θεωρώ το καλύτερο μετά το πρώτο. Είχα από τότε ήδη αρχίσει να εκτιμώ τον Fincher...
Παρασκευή, Ιανουαρίου 10, 2020
"ΕΥΤΥΧΙΑ": ΜΙΑ ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ο Άγγελος Φραντζής μας είχε συνηθίσει σε "καλλιτεχνικές" (έως και πειραματικές) ταινίες. Το 2019 όμως και την "Ευτυχία" καταπιάνεται με το "εμπορικό" σινεμά και, μπορώ να πω, καταφέρνει απόλυτα το στόχο του.
Πρόκειται βέβαια για μια βιογραφία της μεγαλύτερης ελληνίδας λαϊκής στιχουργού Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου. Η οποία είχε ταραγμένη ζωή (ήταν, μεταξύ άλλων, πρόσφυγας με τη μητέρα και τις δύο μικρές τότε κόρες της από τη Σμύρνη το 1922), εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και γνώρισε σιγά σιγά την επιτυχία με τους πασίγνωστους μέχρι σήμερα στίχους της, που μελοποιήθηκαν από πάμπολλους γνωστούς λαϊκούς συνθέτες (Τσιτσάνης, Καλδάρας, Δερβενιώτης, Χιώτης, για να αναφέρουμε μόνο λίγους). Αυτό όμως που - κατά τα τεκταινόμενα στην ταινία τουλάχιστον - τη χαρακτηρίζει δεν είναι η ζωή της, αλλά ο αδάμαστος, ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της. Τσαμπουκαλού, φανατική τζογαδόρος, μανιώδης καπνίστρια ως το τέλος, παράξενη στις επιλογές της στη ζωή, πρωτοπόρα για την εποχή της ως προς τις ανοχές στο διαφορετικό (με την οικογένειά της, ως το θάνατό της, ζούσε πάντοτε ως "παιδί για όλες τις δουλειές" ένας ανοιχτά γκέι), με πρωτοποριακή φεμινιστική σκέψη και συμπεριφορά (έστω και ασυνείδητα, δεν έχει σημασία) και, φυσικά, πολύ ταλαντούχα στο στίχο.
Όλα αυτά αποτυπώνονται με μια στρωτή αφήγηση - που, ανάλογα με τις αναμνήσεις της, πηγαίνει μπρος - πίσω στο χρόνο, καλή παραγωγή και ηθοποιίες (και από την Καραμπέτη και από τη Γκουλιώνη, που ερμηνεύουν την Ευτυχία σε διαφορετικές περιόδους της ζωής της), σωστή σκηνοθεσία και διαρκή εναλλαγή δραματικού και συγκινητικού με το κωμικό στοιχείο. Το φιλμ επιμένει στο δυνατό και συχνά αυτοκαταστροφικό χαρακτήρα της ηρωίδας αγνοώντας τον ιστορικό περίγυρο της Ελλάδας της εποχής. Δεν πειράζει. Το σίγουρο είναι ότι βλέπεται ευχάριστα και δίχως να κουράζει και δικαίως, ως αξιοπρεπές λαϊκό σινεμά, εξασφάλισε πολλές πολλές χιλιάδες εισιτηρίων. Οπότε, δίχως να είναι μια πραγματικά μεγάλη ταινία, παραμένει ένα σωστό και απολαυστικό φιλμ που πετυχαίνει απόλυτα το στόχο του.
ΥΓ: Είναι απίστευτο σε πόσο πολλά κλασικά λαϊκά τραγούδια έχει γράψει στίχους αυτή η γυναίκα. Στα μισά λαϊκά που ξέρω και που ακούγονται μέχρι σήμερα, στιχουργός είναι η Ευτυχία...
Τετάρτη, Ιανουαρίου 08, 2020
"ORFEO NEGRO": Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ Η ΦΩΤΕΙΝΗ ΚΑΙ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΒΡΑΖΙΛΙΑΣ
Ο γάλλος Marcel Camus (1912-1982) γυρίζει το περίφημο "Orfeo Negro", τη διασημότερη ταινία του, το 1959. Πρόκειται για μια ευφάνταστη μεταφορά του μύθου του Ορφέα και της Ευρυδίκης στη σύγχρονη εποχή και μάλιστα στη Βραζιλία. Τα πάντα έχουν φιλτραριστεί και προσαρμοστεί στην ζωή και την κουλτούρα της μυθικής αυτής χώρας. Και τα πάντα είναι πλημμυρισμένα από τη βραζιλιάνικη μουσική σε διάφορα ιδιώματα, από την οργιαστική σάμπα έως τις υπέροχες μελωδίες της bossa nova.
Ο μύθος είναι γνωστός: Ο εξαίσιος μουσικός Ορφέας είναι παράφορα ερωτευμένος με την Ευρυδίκη. Όταν όμως εκείνη πεθαίνει, αυτός από αγάπη κατεβαίνει μέχρι τον Άδη και παρακαλά να του επιτρέψουν να την πάρει πίσω. Οι θεοί του Κάτω Κόσμου δέχονται, αλλά υπό έναν όρο: Να μη γυρίσει να την κοιτάξει μέχρι να ξαναβγούν στο φως του ήλιου...
Δεν θα σας πω πώς η ιστορία αυτή προσαρμόζεται στη βραζιλιάνικη κουλτούρα, στο Ρίο ντε Ζανέιρο συγκεκριμένα. Το πρώτο μέρος είναι ο έρωτας, το φως, το παιχνίδι και διαδραματίζεται - πού αλλού - στο οργιαστικό καρναβάλι του Ρίο. Το άλλο, ο Άδης, ο σκοτεινός κόσμος, αντλεί την έμπνευσή του από την άλλη πλευρά της χώρας, τη λατρεία του βουντού, αυτό το απίστευτο κράμα χριστιανισμού και αφρικάνικου ανιμισμού, με τις δικές του σκοτεινές τελετουργίες.
Αυτό που παραμένει μέχρι σήμερα μοναδικό στο φιλμ είναι η υπέροχη εικόνα του, με τα έντονα, καθαρά και ενίοτε "τεχνητά" χρώματα (σε κάποιες σκηνές θυμίζουν την ιδιαίτερη χρήση του χρώματος από τον (μετέπειτα) Bava, ο οποίος με τη σειρά του επηρέασε τον Αρτζέντο), η μουσική για την οποία γράψαμε παραπάνω, το όλο ποιητικό, ρομαντικό και ερωτικό κλίμα, αλλά και η βαθιά κατάδυση στη βραζιλιάνικη κουλτούρα: Από τις εξαθλιωμένες φαβέλες (μόνο που εδώ η φτώχεια εξωραϊζεται και δείχνεται έως και γοητευτική), μέχρι την εκρηκτική ιδιοσυγκρασία των (μιγάδων) κατοίκων και από τις ποικίλες μουσικές και χορούς μέχρι τις σκοτεινές θρησκευτικές τελετουργίες.
Ανεπανάληπτο φιλμ, που, κατά τη γνώμη μου, αντέχει έως σήμερα.
Ο μύθος είναι γνωστός: Ο εξαίσιος μουσικός Ορφέας είναι παράφορα ερωτευμένος με την Ευρυδίκη. Όταν όμως εκείνη πεθαίνει, αυτός από αγάπη κατεβαίνει μέχρι τον Άδη και παρακαλά να του επιτρέψουν να την πάρει πίσω. Οι θεοί του Κάτω Κόσμου δέχονται, αλλά υπό έναν όρο: Να μη γυρίσει να την κοιτάξει μέχρι να ξαναβγούν στο φως του ήλιου...
Δεν θα σας πω πώς η ιστορία αυτή προσαρμόζεται στη βραζιλιάνικη κουλτούρα, στο Ρίο ντε Ζανέιρο συγκεκριμένα. Το πρώτο μέρος είναι ο έρωτας, το φως, το παιχνίδι και διαδραματίζεται - πού αλλού - στο οργιαστικό καρναβάλι του Ρίο. Το άλλο, ο Άδης, ο σκοτεινός κόσμος, αντλεί την έμπνευσή του από την άλλη πλευρά της χώρας, τη λατρεία του βουντού, αυτό το απίστευτο κράμα χριστιανισμού και αφρικάνικου ανιμισμού, με τις δικές του σκοτεινές τελετουργίες.
Αυτό που παραμένει μέχρι σήμερα μοναδικό στο φιλμ είναι η υπέροχη εικόνα του, με τα έντονα, καθαρά και ενίοτε "τεχνητά" χρώματα (σε κάποιες σκηνές θυμίζουν την ιδιαίτερη χρήση του χρώματος από τον (μετέπειτα) Bava, ο οποίος με τη σειρά του επηρέασε τον Αρτζέντο), η μουσική για την οποία γράψαμε παραπάνω, το όλο ποιητικό, ρομαντικό και ερωτικό κλίμα, αλλά και η βαθιά κατάδυση στη βραζιλιάνικη κουλτούρα: Από τις εξαθλιωμένες φαβέλες (μόνο που εδώ η φτώχεια εξωραϊζεται και δείχνεται έως και γοητευτική), μέχρι την εκρηκτική ιδιοσυγκρασία των (μιγάδων) κατοίκων και από τις ποικίλες μουσικές και χορούς μέχρι τις σκοτεινές θρησκευτικές τελετουργίες.
Ανεπανάληπτο φιλμ, που, κατά τη γνώμη μου, αντέχει έως σήμερα.
Δευτέρα, Ιανουαρίου 06, 2020
"LEAN ON ME" Ή Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
Το "Lean on Me" (Στηρίξου Πάνω μου) γυρίστηκε το 1989 από τον John Avildsen (1935-2017), τον σκηνοθέτη του Rocky, και αναφέρεται στον αγώνα ενός μαύρου καθηγητή για τη βελτίωση της εκαπίδευσης και της ζωής γενικότερα σε ένα απόλυτα υποβαθμισμένο σχολείο της Ν. Υόρκης όπου φοιτούν κυρίως μαύροι και ισπανόφωνοι. Το φιλμ παίρνει όλο πάνω του ο Μόργκαν Φρίμαν σε ένα one man show.
Η συμπεριφορά του ῾Τρελού Τζο῾, που στέλνεται στο δυσλειτουργικό σχολείο (επιεικής όρος, αφού σημαντικό μέρος παίρνει βαριά ναρκωτικά και κάμποσοι πουλάνε, για να αναφέρω μία μόνο πτυχή της κατάστασης ) για να ¨καθαρίσει¨, είναι αμφιλεγόμενη. Αφ᾽ενός χρησιμοποιεί μια άκαμπτη, απόλυτη και ατσάλινη πειθαρχία, δίχως εξαιρέσεις και δίχως να λαμβάνει υπ´ὄψιν κάποιες ιδιάζουσες ατομικές περιπτώσεις. Η συμπεριφορά αυτή συχνά τον κάνει αντιπαθή (και στους θεατές). Ευτυχώς το φιλμ επισημαίνει μερικά ιδιαίτερα τραβηγμένα σημεια της μεθόδου αυτής και τα στηλιτεύει. Από εκεί και πέρα, παρά το ότι η ταινία με κράτησε, δεν μπορώ να μη την χαρακτηρίσω και λίγο αμερικανιά, μ᾽αυτή τη σχετικά αφελή πίστη ότι ¨η σκληρή προσπάθεια πάντοτε αποδίδει καρπούς῾. Τέλος πάντων, δείτε το, αλλά μη δώσετε και πολλή πίστη ότι έτσι γίνονται πάντοτε τα πράγματα. Μερικές φορές η πραγματικότητα είναι ακόμα πιο σκληρή και πιο πολυπλοκη ή\και ανεξέλεγκτη. Κι ας μας πληροφορούν στην αρχή ότι ¨βασίζεται σε αληθινή ιστορία¨.
ΥΓ: Φυσικά ο τίτλος είναι παρμένος από το κλασικό τραγούδι του Bill Withers, το οποίο παίζει κεντρικό ρόλο στο φιλμ.
Η συμπεριφορά του ῾Τρελού Τζο῾, που στέλνεται στο δυσλειτουργικό σχολείο (επιεικής όρος, αφού σημαντικό μέρος παίρνει βαριά ναρκωτικά και κάμποσοι πουλάνε, για να αναφέρω μία μόνο πτυχή της κατάστασης ) για να ¨καθαρίσει¨, είναι αμφιλεγόμενη. Αφ᾽ενός χρησιμοποιεί μια άκαμπτη, απόλυτη και ατσάλινη πειθαρχία, δίχως εξαιρέσεις και δίχως να λαμβάνει υπ´ὄψιν κάποιες ιδιάζουσες ατομικές περιπτώσεις. Η συμπεριφορά αυτή συχνά τον κάνει αντιπαθή (και στους θεατές). Ευτυχώς το φιλμ επισημαίνει μερικά ιδιαίτερα τραβηγμένα σημεια της μεθόδου αυτής και τα στηλιτεύει. Από εκεί και πέρα, παρά το ότι η ταινία με κράτησε, δεν μπορώ να μη την χαρακτηρίσω και λίγο αμερικανιά, μ᾽αυτή τη σχετικά αφελή πίστη ότι ¨η σκληρή προσπάθεια πάντοτε αποδίδει καρπούς῾. Τέλος πάντων, δείτε το, αλλά μη δώσετε και πολλή πίστη ότι έτσι γίνονται πάντοτε τα πράγματα. Μερικές φορές η πραγματικότητα είναι ακόμα πιο σκληρή και πιο πολυπλοκη ή\και ανεξέλεγκτη. Κι ας μας πληροφορούν στην αρχή ότι ¨βασίζεται σε αληθινή ιστορία¨.
ΥΓ: Φυσικά ο τίτλος είναι παρμένος από το κλασικό τραγούδι του Bill Withers, το οποίο παίζει κεντρικό ρόλο στο φιλμ.
Κυριακή, Ιανουαρίου 05, 2020
Παρασκευή, Ιανουαρίου 03, 2020
BEST OF 2019
Καιρός για τον απολογισμό του κινηματογραφικού 2019. Δυστυχώς (ή ευτυχώς) βλέπω πολύ συχνά παλιότερα φιλμ και έτσι έχω χάσει αρκετά φιλμ του ᾽19 που πιστεύω ότι θα βρίσκονταν ανάμεσα στα καλύτερα. Του χρόνου... Επίσης θα συμπεριλάβω και κάποιες από τις ταινίες του τέλους του ᾽18, που δεν μπήκαν στην περσινή λίστα επειδή, απλούστατα, τις είδα το ᾽19.
Γνωρίζετε τους κανόνες: Α: Η σειρά δεν είναι αξιολογική. Αδύνατο να αποφανθώ για το ποια είναι το νο 5 και ποια το νο 9. Οι λίστες λοιπόν είναι απλώς αλφαβητικές κατά σκηνοθέτη. Β: Δεν περιλαμβάνονται παλιές, εξαιρετικές ταινίες που βγήκαν το 2019, συνήθως σε καινούριες κόπιες, στα σινεμά. Μόνο οι νέες.
Ιδού λοιπόν:
ΠΟΝΟΣ ΚΑΙ ΔΟΞΑ - Pedro Almodovar
ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΑΜΟΥ - Noah Baumbach
ΤΟ ΒΑΠΟΡΑΚΙ - Klint Eastwood
ΠΑΡΑΣΙΤΑ - Bong Joon Ho
ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ - Ladl Ly
Η ΕΥΝΟΟΥΜΕΝΗ - Γιώργος Λάνθιμος
ΔΥΣΗ ΗΛΙΟΥ - Laszlo Nemes
JOKER - Todd Phillips
ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΠΟΥ ΦΛΕΓΕΤΑΙ - Celine Sciama
Ο ΙΡΛΑΝΔΟΣ - Martin Scorzeze
Να και άλλες ταινίες που μου άρεσαν, μερικές από τις οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα, αλλά... αφού πρέπει να διαλέξουμε 10 μόνο... Πάντοτε αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη:
ΣΥΝΟΡΑ - Ali Abbasi
MIDSOMMAR - Ari Aster
SISTERS BROTHERS - Jacques Audiard
MONEY - Gela Babluani
ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΒΙΒΛΙΟ - Peter Farrelly (από το 2018, αλλά το 19 το είδα)
ROCKETMAN - Dexter Fletcher
UNDER THE SILVER LAKE - David Robert Mitchell
ΣΤΟΛΗ ΛΟΧΑΓΟΥ - Robert Schwenkte
ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΟ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ - Quentin Tarantino
ΑΥΓΟ - Quan'an Wang
Μακάρι να τα πούμε και του χρόνου με καλές ταινίες!
Γνωρίζετε τους κανόνες: Α: Η σειρά δεν είναι αξιολογική. Αδύνατο να αποφανθώ για το ποια είναι το νο 5 και ποια το νο 9. Οι λίστες λοιπόν είναι απλώς αλφαβητικές κατά σκηνοθέτη. Β: Δεν περιλαμβάνονται παλιές, εξαιρετικές ταινίες που βγήκαν το 2019, συνήθως σε καινούριες κόπιες, στα σινεμά. Μόνο οι νέες.
Ιδού λοιπόν:
ΠΟΝΟΣ ΚΑΙ ΔΟΞΑ - Pedro Almodovar
ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΑΜΟΥ - Noah Baumbach
ΤΟ ΒΑΠΟΡΑΚΙ - Klint Eastwood
ΠΑΡΑΣΙΤΑ - Bong Joon Ho
ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ - Ladl Ly
Η ΕΥΝΟΟΥΜΕΝΗ - Γιώργος Λάνθιμος
ΔΥΣΗ ΗΛΙΟΥ - Laszlo Nemes
JOKER - Todd Phillips
ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΠΟΥ ΦΛΕΓΕΤΑΙ - Celine Sciama
Ο ΙΡΛΑΝΔΟΣ - Martin Scorzeze
Να και άλλες ταινίες που μου άρεσαν, μερικές από τις οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα, αλλά... αφού πρέπει να διαλέξουμε 10 μόνο... Πάντοτε αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη:
ΣΥΝΟΡΑ - Ali Abbasi
MIDSOMMAR - Ari Aster
SISTERS BROTHERS - Jacques Audiard
MONEY - Gela Babluani
ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΒΙΒΛΙΟ - Peter Farrelly (από το 2018, αλλά το 19 το είδα)
ROCKETMAN - Dexter Fletcher
UNDER THE SILVER LAKE - David Robert Mitchell
ΣΤΟΛΗ ΛΟΧΑΓΟΥ - Robert Schwenkte
ΚΑΠΟΤΕ ΣΤΟ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ - Quentin Tarantino
ΑΥΓΟ - Quan'an Wang
Μακάρι να τα πούμε και του χρόνου με καλές ταινίες!
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 27, 2019
"ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΑΜΟΥ": ΕΝΑ ΟΔΥΝΗΡΟ ΨΥΧΟΓΡΑΦΗΜΑ
Ο πάντοτε ενδιαφέρων Noah Baumbach σκηνοθετεί συνήθως ψυχολογικά δράματα (και πικρές κωμωδίες ενίοτε), πάντα με θαυμαστό βάθος. Η δυνατή "Ιστορία Γάμου" (2019) δεν αποτελεί εξαίρεση.
Ένα ζευγάρι καλλιτεχνών (θεατρικός σκηνοθέτης εκείνος, ηθοποιός εκείνη), που έχουν και ένα μικρό αγοράκι, αν και ακόμα ερωτευμένοι, χωρίζουν με κοινή συναίνεση. Ωστόσο οι δυσκολίες αρχίζουν μετά την κοινή τους απόφαση. Κυρίως αν αυτό το "κοινή συναινέσει" παραδίδεται στα χέρια του νόμου και απάνθρωπων δικηγόρων. Η κόλαση και μετά η πικρή ηρεμία...
Εξαίρετο, όπως είπαμε, ψυχογράφημα, που αναλύει τόσο τα αίτια του χωρισμού όσο και τις βαθιές στη ψυχή συνέπειές του. Και, σπάνιο αυτό, ασχολείται ιδιαίτερα με το ψυχρό, άχαρο νομικό μέρος (οι εκατέρωθεν μεγαλοδικηγόροι είναι οι απόλυτα αντιπαθείς προσωπικότητες του φιλμ), που τινάζει στον αέρα κάθε διάθεση συναίνεσης και ζεστασιάς (η οποία σαφώς υπάρχει ακόμα) ανάμεσα στο πρώην ζεύγος. Και τελικά, [spoiler, spoiler] όλα θα ξαναγυρίσουν σε μια μοναχική πλέον κανονικότητα, θα επέλθει μια επιφανειακή τουλάχιστον επούλωση πληγών, μια πικρή ηρεμία, οι πληγές όμως έχουν καταγραφεί για πάντα.
Παράλληλα με τα παραπάνω απολαμβάνουμε εξαιρετικές ερμηνείες από Σκάρλετ Γιόχανσον, Άνταμ Ντράιβερ, αλλά και Ρέι Λιότα και Λόρα Ντερν σε καλοφτιαγμένους δεύτερους ρόλους. Ίσως να σας τρομάζουν τα "ψυχολογικά δράματα". Ανεξαρτήτως αυτού όμως, η εσωτερικά σπαρακτική αυτή ταινία είναι κατά τη γνώμη μου από τις καλύτερες και πλέον αληθινές στο θέμα αυτό.
Ένα ζευγάρι καλλιτεχνών (θεατρικός σκηνοθέτης εκείνος, ηθοποιός εκείνη), που έχουν και ένα μικρό αγοράκι, αν και ακόμα ερωτευμένοι, χωρίζουν με κοινή συναίνεση. Ωστόσο οι δυσκολίες αρχίζουν μετά την κοινή τους απόφαση. Κυρίως αν αυτό το "κοινή συναινέσει" παραδίδεται στα χέρια του νόμου και απάνθρωπων δικηγόρων. Η κόλαση και μετά η πικρή ηρεμία...
Εξαίρετο, όπως είπαμε, ψυχογράφημα, που αναλύει τόσο τα αίτια του χωρισμού όσο και τις βαθιές στη ψυχή συνέπειές του. Και, σπάνιο αυτό, ασχολείται ιδιαίτερα με το ψυχρό, άχαρο νομικό μέρος (οι εκατέρωθεν μεγαλοδικηγόροι είναι οι απόλυτα αντιπαθείς προσωπικότητες του φιλμ), που τινάζει στον αέρα κάθε διάθεση συναίνεσης και ζεστασιάς (η οποία σαφώς υπάρχει ακόμα) ανάμεσα στο πρώην ζεύγος. Και τελικά, [spoiler, spoiler] όλα θα ξαναγυρίσουν σε μια μοναχική πλέον κανονικότητα, θα επέλθει μια επιφανειακή τουλάχιστον επούλωση πληγών, μια πικρή ηρεμία, οι πληγές όμως έχουν καταγραφεί για πάντα.
Παράλληλα με τα παραπάνω απολαμβάνουμε εξαιρετικές ερμηνείες από Σκάρλετ Γιόχανσον, Άνταμ Ντράιβερ, αλλά και Ρέι Λιότα και Λόρα Ντερν σε καλοφτιαγμένους δεύτερους ρόλους. Ίσως να σας τρομάζουν τα "ψυχολογικά δράματα". Ανεξαρτήτως αυτού όμως, η εσωτερικά σπαρακτική αυτή ταινία είναι κατά τη γνώμη μου από τις καλύτερες και πλέον αληθινές στο θέμα αυτό.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 22, 2019
"BLACK PANTHER: ΟΤΑΝ ΤΟ ΥΠΕΡΗΡΩΙΚΟ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ
Το "Black Panther", που γύρισε το 2018 ο μαύρος σκηνοθέτης Ryan Coogler ανήκει βεβαίως στο (βαρετό για μένα) υπερηρωικό είδος, έχει όμως αρκετές ιδιαιτερότητες. Εκτός του προφανούς - πρόκειται για έναν από τους ελάχιστους μαύρους υπερήρωες - εμπνέεται ολόκληρο από την αφρικάνικη παράδοση και κουλτούρα.
Ο ήρωας, που ζει ως "κανονικός άνθρωπος", καλείται να επιστρέψει στην αληθινή του πατρίδα, το μυστικό και πολύ προχωρημένο τεχνολογικά βασίλειο της Wakanda, για να γίνει ο νέος του βασιλιάς μετά το θάνατο του πατέρα του. Εκεί θα αντιμετωπίσει πολλές προκλήσεις, καθώς τον θρόνο διεκδικεί κάποιος (με υπερδυνάμεις κι αυτός φυσικά) που, αν το πετύχει, θα οδηγήσει την ανθρωπότητα σε έναν ολέθριο πόλεμο.
Η ιδιαιτερότητα που λέγαμε δεν είναι μόνο ο μαύρος υπερήρωας. Είναι το ότι όλοι οι πρωταγωνιστές είναι μαύροι, ότι η Wakanda, που είναι η πιο προχωρημένη και ισχυρή χώρα στον κόσμο (γι' αυτό παραμένει κρυφή) κατοικείται αποκλειστικά από μαύρους, ότι όλα εκεί θυμίζουν ένα αφρικάνικο βασίλειο... Επίσης σκηνικά, ρούχα, μουσική, φυσικό περιβάλλον, ήθη και έθιμα, όλα παραπέμπουν συνειδητά στη μαύρη ήπειρο και την κουλτούρα της. Και, αφού συχνά το φιλμ γίνεται θεαματικό, όλη αυτή η αισθητική "ανατροπή" έχει το ενδιαφέρον της, τουλάχιστον στα πλαίσια του είδους αυτού που τόσο ανελέητα μας βομβαρδίζει τα τελευταία χρόνια. Οπως επίσης θετικό είναι και το περιρέον στην ατμόσφαιρα αντιπολεμικό μήνυμα.
Κατά τα άλλα παραμένει ένα θεαματικό φιλμ με πάμπολλα κλισέ του είδους, με μπόλικο ξύλο (με χρήση υπερδυνάμεων φυσικά), με τις τυπικές μεταφυσικές πινελιές κλπ. κλπ. Προσωπικά και πάλι βαρέθηκα. Αναμφισβήτητα ανανεωτικό λοιπόν και πρωτότυπο, αλλά μόνο στα πλαίσια ενός είδους που αντιπαθώ.
Ο ήρωας, που ζει ως "κανονικός άνθρωπος", καλείται να επιστρέψει στην αληθινή του πατρίδα, το μυστικό και πολύ προχωρημένο τεχνολογικά βασίλειο της Wakanda, για να γίνει ο νέος του βασιλιάς μετά το θάνατο του πατέρα του. Εκεί θα αντιμετωπίσει πολλές προκλήσεις, καθώς τον θρόνο διεκδικεί κάποιος (με υπερδυνάμεις κι αυτός φυσικά) που, αν το πετύχει, θα οδηγήσει την ανθρωπότητα σε έναν ολέθριο πόλεμο.
Η ιδιαιτερότητα που λέγαμε δεν είναι μόνο ο μαύρος υπερήρωας. Είναι το ότι όλοι οι πρωταγωνιστές είναι μαύροι, ότι η Wakanda, που είναι η πιο προχωρημένη και ισχυρή χώρα στον κόσμο (γι' αυτό παραμένει κρυφή) κατοικείται αποκλειστικά από μαύρους, ότι όλα εκεί θυμίζουν ένα αφρικάνικο βασίλειο... Επίσης σκηνικά, ρούχα, μουσική, φυσικό περιβάλλον, ήθη και έθιμα, όλα παραπέμπουν συνειδητά στη μαύρη ήπειρο και την κουλτούρα της. Και, αφού συχνά το φιλμ γίνεται θεαματικό, όλη αυτή η αισθητική "ανατροπή" έχει το ενδιαφέρον της, τουλάχιστον στα πλαίσια του είδους αυτού που τόσο ανελέητα μας βομβαρδίζει τα τελευταία χρόνια. Οπως επίσης θετικό είναι και το περιρέον στην ατμόσφαιρα αντιπολεμικό μήνυμα.
Κατά τα άλλα παραμένει ένα θεαματικό φιλμ με πάμπολλα κλισέ του είδους, με μπόλικο ξύλο (με χρήση υπερδυνάμεων φυσικά), με τις τυπικές μεταφυσικές πινελιές κλπ. κλπ. Προσωπικά και πάλι βαρέθηκα. Αναμφισβήτητα ανανεωτικό λοιπόν και πρωτότυπο, αλλά μόνο στα πλαίσια ενός είδους που αντιπαθώ.
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 20, 2019
ΜΙΑ ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΑΘΩΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ "ΣΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ"
O Rian Johnson από την πρώτη του κιόλας ταινία ("Έγκλημα στο Κολέγιο" το 2005) είχε καλές και έξυπνες ιδέες. Η ρέντα συνεχίζεται με το "Knives Out" (Στα Μαχαίρια) του 2019, με πλειάδα καλών ηθοποιών: Ντάνιελ Κρεγκ, Τζέμι Λι Κέρτις, Κρίστοφερ Πλάμερ, Μάικ Σάνον κ.ά.
Βρισκόμαστε στον κλασικό κόσμο της Άγκαθα Κρίστι (δίχως να βασίζεται βέβαια σε δικό της βιβλίο): Μια ομάδα ανθρώπων (εδώ οι όλες οι γενιές των μελών μια πλούσιας οικογένειας) κλεισμένοι σε έναν πύργο... και ένα πτώμα. Όλοι είναι εξ ίσου ύποπτοι, αλλά όλα δείχνουν ότι ο νεκρός 85χρονος πάτερ φαμίλιας... αυτοκτόνησε. Τι έχει συμβεί πραγματικά;
Φυσικά όσο προχωρά το φιλμ οι ανατροπές διαδέχονται η μία την άλλη. Το ενδιαφέρον είναι ότι με φλας μπακ γνωρίζουμε τι έχει συμβεί από τα μισά περίπου της ταινίας, ωστόσο οι ανατροπές συνεχίζονται. Πώς γίνεται αυτό; Θα το δείτε. Ο Κρεγκ έχει πλάκα στο ρόλο του ιδιόρρυθμου (ως Πουαρό) ντετέκτιβ και όλοι σχεδόν οι υπόλοιποι είναι απολαυστικοί ως κακοί ή/και μαλάκες. Το χιούμορ βρίσκεται παντού και, γενικά, βλέπεται εξαιρετικά ευχάριστα. Επί πλέον ο Johnson υπονομεύει διαρκώς και καθόλου δεν χαρίζεται σε μια σειρά από τύπους: Από πλούσιους μεγαλοαστούς (που μόνο "καλοί" δεν είναι και, φυσικά, κάθε άλλο παρά αθώοι ή, στην καλύτερη περίπτωση, απλώς κηφήνες), μέχρι νεαρούς ακροδεξιούς ή ακροαριστερούς (αμφότεροι βασισμένοι απόλυτα στα λεφτά της οικογένειας). Ρατσιστές, δήθεν διανοούμενοι, απατεώνες, ψεύτες... να μερικά χαρακτηριστικά των μεσήλικων ηρώων.
Έτσι η απολαυστική θέαση συνδυάζεται με έντονη κοινωνική κριτική σε ένα, νομίζω, από τα πιο ευχάριστα αστυνομικά φιλμ των τελευταίων χρόνων.
Βρισκόμαστε στον κλασικό κόσμο της Άγκαθα Κρίστι (δίχως να βασίζεται βέβαια σε δικό της βιβλίο): Μια ομάδα ανθρώπων (εδώ οι όλες οι γενιές των μελών μια πλούσιας οικογένειας) κλεισμένοι σε έναν πύργο... και ένα πτώμα. Όλοι είναι εξ ίσου ύποπτοι, αλλά όλα δείχνουν ότι ο νεκρός 85χρονος πάτερ φαμίλιας... αυτοκτόνησε. Τι έχει συμβεί πραγματικά;
Φυσικά όσο προχωρά το φιλμ οι ανατροπές διαδέχονται η μία την άλλη. Το ενδιαφέρον είναι ότι με φλας μπακ γνωρίζουμε τι έχει συμβεί από τα μισά περίπου της ταινίας, ωστόσο οι ανατροπές συνεχίζονται. Πώς γίνεται αυτό; Θα το δείτε. Ο Κρεγκ έχει πλάκα στο ρόλο του ιδιόρρυθμου (ως Πουαρό) ντετέκτιβ και όλοι σχεδόν οι υπόλοιποι είναι απολαυστικοί ως κακοί ή/και μαλάκες. Το χιούμορ βρίσκεται παντού και, γενικά, βλέπεται εξαιρετικά ευχάριστα. Επί πλέον ο Johnson υπονομεύει διαρκώς και καθόλου δεν χαρίζεται σε μια σειρά από τύπους: Από πλούσιους μεγαλοαστούς (που μόνο "καλοί" δεν είναι και, φυσικά, κάθε άλλο παρά αθώοι ή, στην καλύτερη περίπτωση, απλώς κηφήνες), μέχρι νεαρούς ακροδεξιούς ή ακροαριστερούς (αμφότεροι βασισμένοι απόλυτα στα λεφτά της οικογένειας). Ρατσιστές, δήθεν διανοούμενοι, απατεώνες, ψεύτες... να μερικά χαρακτηριστικά των μεσήλικων ηρώων.
Έτσι η απολαυστική θέαση συνδυάζεται με έντονη κοινωνική κριτική σε ένα, νομίζω, από τα πιο ευχάριστα αστυνομικά φιλμ των τελευταίων χρόνων.
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 18, 2019
ΞΑΝΑΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΡΩΤΟ "ALIEN"
Όταν το 1979 ο Ridley Scott γύρισε το "Alien" οι πάντες είχαν μείνει με το στόμα ανοιχτό. Ήταν ένα φιλμ επιστημονικής φαντασίας που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο. Τι συνέβαλε όμως σ' αυτό; Ας δούμε όμως ελάχιστα για την πλοκή που, φαντάζομαι, θα είναι σε όλους γνωστά:
Ένα εμπορικό σκάφος κατά την επιστροφή του στη γη διατάζεται να προσεδαφιστεί σε άγνωστο πλανήτη απ' όπου εκπέμπονται μυστηριώδη σήματα. Εκεί θα ανακαλύψουν τα απομεινάρια ενός εξωγήινου διαστημοπλοίου και κάποια παράξενα "αβγά". Θα φέρουν πίσω στο σκάφος τους μια παράδοξη μορφή ζωής και πολύ σύντομα τα πάντα θα μετατραπούν σε έναν ατελείωτο εφιάλτη.
Ποιες είναι λοιπόν οι καινοτομίες αυτού του πρώτου, κλασικού "Alien"; Αρχικά το πάντρεμα των ειδών: Για πρώτη φορά (μια από τις πρώτες, τέλος πάντων, σίγουρα όμως η πιο πετυχημένη μέχρι τότε) η επιστημονική φαντασία συνυπάρχει τόσο άρρηκτα δεμένη με την ταινία τρόμου. Είναι το φιλμ που άνετα μπορεί να καταταγεί σε αμφότερες τις κατηγορίες. Έπειτα είναι το απίστευτο σασπένς και ο φοβερός σκηνοθετικός ρυθμός που σε κάνει να το παρακολουθείς κυριολεκτικά "στην άκρη του καθίσματος". Τα φοβερά ντεκόρ, το ίδιο το τέρας (αν δεν το γνωρίζετε η μορφή του δεν δημιουργήθηκε για τις ανάγκες της ταινίες, αλλά προϋπήρχε σε έργα του "σκοτεινού" καλλιτέχνη H.R.Giger, που δημιούργησε και μέρος των σκηνικών), τα απίστευτα κλειστοφοβικά σκηνικά (η έννοια της κλειστοφοβίας είναι κυρίαρχο στοιχείο στο φιλμ), όλα συντελούν σ' αυτό. Επί πλέον, για πρώτη ίσως φορά στην ΕΦ, ένα σκάφος δείχνεται τόσο κοινότοπο, να εκτελεί δηλαδή μια απλή ρουτινιάρικη αποστολή για καθαρά εμπορικούς λόγους (μεταφέρει ορυκτά από κάποιον πλανήτη στη γη) και το πλήρωμα να μη δείχνει καμιά έλξη ή δέος για τη "μαγεία του αχανούς διαστήματος", αλλά απλώς να μαλώνει με τον πιο κοινότοπο τρόπο για μισθούς, μπόνους και άλλα τέτοια. Όπως ακριβώς συμβαίνει σε ένα σύγχρονο εμπορικό σαπιοκάραβο δηλαδή. Και υπάρχει και το υπόγειο φεμινιστικό στοιχείο, με την υπόμνηση της γυναικείας δύναμης, αλλά ας μην κάνω spoiler. (Ο Scott έκανε κι άλλη έντονα φεμινιστική ταινία, το "Θέλμα και Λουίζ").
Μπορείτε να εντοπίσετε και να θαυμάσετε και άλλα στοιχεία της ταινίας. Σίγουρα όμως αυτό το πρώτο φιλμ του 1979 δεν πρόκειται να κουράσει κανέναν λόγω "παλαιότητας". Βλέπεται όπως την πρώτη φορά κι ας έχουν μεσολαβήσει δεκάδες παρόμοια (συχνά κακέκτυπα).
ΥΓ: Να παρατηρήσω ότι η συγκεκριμένη ταινία ευτύχησε να έχει 3 αξιόλογα σίκουελ γυρισμένα από σημαντικούς σκηνοθέτες (Κάμερον, Φίντσερ, Ζενέ), πράγμα πολύ σπάνιο . Την δεύτερη σειρά των πρι ή σί - κουελ... ξεχάστε την κατά τη γνώμη μου.
Ένα εμπορικό σκάφος κατά την επιστροφή του στη γη διατάζεται να προσεδαφιστεί σε άγνωστο πλανήτη απ' όπου εκπέμπονται μυστηριώδη σήματα. Εκεί θα ανακαλύψουν τα απομεινάρια ενός εξωγήινου διαστημοπλοίου και κάποια παράξενα "αβγά". Θα φέρουν πίσω στο σκάφος τους μια παράδοξη μορφή ζωής και πολύ σύντομα τα πάντα θα μετατραπούν σε έναν ατελείωτο εφιάλτη.
Ποιες είναι λοιπόν οι καινοτομίες αυτού του πρώτου, κλασικού "Alien"; Αρχικά το πάντρεμα των ειδών: Για πρώτη φορά (μια από τις πρώτες, τέλος πάντων, σίγουρα όμως η πιο πετυχημένη μέχρι τότε) η επιστημονική φαντασία συνυπάρχει τόσο άρρηκτα δεμένη με την ταινία τρόμου. Είναι το φιλμ που άνετα μπορεί να καταταγεί σε αμφότερες τις κατηγορίες. Έπειτα είναι το απίστευτο σασπένς και ο φοβερός σκηνοθετικός ρυθμός που σε κάνει να το παρακολουθείς κυριολεκτικά "στην άκρη του καθίσματος". Τα φοβερά ντεκόρ, το ίδιο το τέρας (αν δεν το γνωρίζετε η μορφή του δεν δημιουργήθηκε για τις ανάγκες της ταινίες, αλλά προϋπήρχε σε έργα του "σκοτεινού" καλλιτέχνη H.R.Giger, που δημιούργησε και μέρος των σκηνικών), τα απίστευτα κλειστοφοβικά σκηνικά (η έννοια της κλειστοφοβίας είναι κυρίαρχο στοιχείο στο φιλμ), όλα συντελούν σ' αυτό. Επί πλέον, για πρώτη ίσως φορά στην ΕΦ, ένα σκάφος δείχνεται τόσο κοινότοπο, να εκτελεί δηλαδή μια απλή ρουτινιάρικη αποστολή για καθαρά εμπορικούς λόγους (μεταφέρει ορυκτά από κάποιον πλανήτη στη γη) και το πλήρωμα να μη δείχνει καμιά έλξη ή δέος για τη "μαγεία του αχανούς διαστήματος", αλλά απλώς να μαλώνει με τον πιο κοινότοπο τρόπο για μισθούς, μπόνους και άλλα τέτοια. Όπως ακριβώς συμβαίνει σε ένα σύγχρονο εμπορικό σαπιοκάραβο δηλαδή. Και υπάρχει και το υπόγειο φεμινιστικό στοιχείο, με την υπόμνηση της γυναικείας δύναμης, αλλά ας μην κάνω spoiler. (Ο Scott έκανε κι άλλη έντονα φεμινιστική ταινία, το "Θέλμα και Λουίζ").
Μπορείτε να εντοπίσετε και να θαυμάσετε και άλλα στοιχεία της ταινίας. Σίγουρα όμως αυτό το πρώτο φιλμ του 1979 δεν πρόκειται να κουράσει κανέναν λόγω "παλαιότητας". Βλέπεται όπως την πρώτη φορά κι ας έχουν μεσολαβήσει δεκάδες παρόμοια (συχνά κακέκτυπα).
ΥΓ: Να παρατηρήσω ότι η συγκεκριμένη ταινία ευτύχησε να έχει 3 αξιόλογα σίκουελ γυρισμένα από σημαντικούς σκηνοθέτες (Κάμερον, Φίντσερ, Ζενέ), πράγμα πολύ σπάνιο . Την δεύτερη σειρά των πρι ή σί - κουελ... ξεχάστε την κατά τη γνώμη μου.
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 16, 2019
ΙΔΙΟΦΥΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΣΤΟ "ΕΝΑΣ ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ"
Ο Ron Howard είναι ένας παντός καιρού, συχνά επιτυχημένος αμερικάνος σκηνοθέτης, με καλά φιλμ στο ενεργητικό του, δίχως όμως πρωτοτυπία και ιδιαίτερο προσωπικό στιλ. Από τις πολύ καλές στιγμές του είναι το "A Beautiful Mind" (Ένας Υπέροχος Άνθρωπος) του 2001, "πειραγμένη" (με την έννοια ότι δεν μένει πολύ πιστή στα αληθινά γεγονότα) βιογραφία του ιδιοφυούς μαθηματικού Τζον Νας, ο οποίος έπασχε από σχιζοφρένεια, δίχως αυτό να τον εμποδίσει να αναπτύξει πρωτότυπες θεωρίες και να τιμηθεί με Νόμπελ. Και υπάρχει βεβαίως και η καταπληκτική ηθοποιία του Ράσελ Κρόου.
Ο Νας ξεκινά ως ιδιόρρυθμος, πλην όμως με λαμπρό μυαλό, φοιτητής μαθηματικών, διακρίνεται, από την αρχή όμως αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά μ' αυτόν. Τελειώνοντας με διθυράμβους τις σπουδές του στα ανώτερα μαθηματικά θα προσληφθεί σε μυστικές αμερικάνικες υπηρεσίες για να αποκρυπτογραφεί πολύπλοκους κώδικες, σύντομα όμως η εργασία του αυτή θα μετατραπεί σε εφιάλτη. Εμείς πάντως εξακολουθούμε να αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά...
Η ταινία μπορεί να κατηγορηθεί για διάφορες "αμερικανιές" (η αγάπη σώζει, όσον αφορά τη στάση της γυναίκας του, ο επιμένων νικά και άλλα τέτοια). Πλην όμως είναι νομίζω μια καλή ταινία, με σασπένς και ανατροπές (κάπου στο μέσον της) και δίχως να κάνει ούτε στιγμή κοιλιά. Και, βέβαια, από τη φύση του θέμα της είναι συγκλονιστικό, καθώς παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα τη διαρκή πάλη ανάμεσα στην ιδιοφυία και την τρέλα και, τελικά, έναν παράδοξο "συμβιβασμό" ανάμεσα στα δύο, συμβιβασμό που είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι μπορεί να υπάρχει στην πραγματικότητα. Κι όμως όντως ο (αληθινός) Νας συνέχιζε να δουλεύει και να προτείνει εκπληκτικές μαθηματικές θεωρίες και κατάφερε να πάρει Νόμπελ, ενώ παράλληλα μπαινόβγαινε διαρκώς σε άσυλα. Είναι εκπληκτικό.
Χολιγουντιανή μεν, προφανώς καλογυρισμένη, αλλά δίχως σκηνοθετική "προσωπικότητα", ωστόσο προτείνεται ανεπιφύλακτα. Το αμερικάνικο mainstream στα καλύτερά του.
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 12, 2019
"STRAIGHT TIME" Ή ΜΕΤΑ ΤΗ ΦΥΛΑΚΗ
"Ο Κυνηγημένος" (ελληνικός τίτλος του "Straight Time") που γύρισε ο βέλγος (αλλά που έζησε και εργάστηκε στις ΗΠΑ) Ulu Gosbard (1929-2012) το 1978, είναι μια εξαιρετική ρεαλιστική ταινία, με κυρίαρχο τον Ντάστιν Χόφμαν, αλλά και τους νέους τότε Χάρι Ντιν Στάντον και Τερέζα Ράσελ (υπέροχη) σε βασικούς ρόλους.
Παρακολουθεί την πορεία ενός άρτι αποφυλακισθέντος ληστή, ο οποίος αφήνεται μεν ελεύθερος, αλλά με περιοριστικούς όρους. Πρέπει διαρκώς να δίνει αναφορά για ό,τι κάνει στον επιτηρητή του. Αρχικά κάνει τα πάντα για να μείνει μακριά από εγκληματικές δραστηριότητες και να αρχίσει μια καινούρια, "καθαρή" ζωή. Είναι όμως η απαράδεκτη συμπεριφορά του επιτηρητή (του νόμου δηλαδή), που θα τον οδηγήσει τα περάσει κάποια όρια...
Εξαίρετο ψυχογραφικό πορτρέτο του βασικού ήρωα, καταγραφή της "βρώμικης" καθημερινότητας των μεγαλουπόλεων των 70ς, ξεθωριασμένη, επίσης "βρώμικη" φωτογραφία (η οποία δεν ωραιοποιεί τίποτα), σασπένς για τη μοίρα του πρωταγωνιστή και πολύ καλές ηθοποιίες συνθέτουν μια δυνατή ταινία, την οποία προσωπικά αγνοούσα. Και, βέβαια, το βασικό θέμα είναι το "στίγμα". Άπαξ και παραστρατήσεις μία φορά, όλα σε οδηγούν στην επανάληψη. Οι ίδιες οι κοινωνικές συνθήκες, η ίδια η (μη) αποδοχή σου από βασικές συνιστώσες της κοινωνίας, η ίδια η αντιμετώπισή σου από το νόμο. Από εκεί και πέρα το να ξανακυλίσει κανείς είναι θέμα χρόνου. Ανεξαρτήτως προθέσεων...
Να το ψάξετε.
Παρακολουθεί την πορεία ενός άρτι αποφυλακισθέντος ληστή, ο οποίος αφήνεται μεν ελεύθερος, αλλά με περιοριστικούς όρους. Πρέπει διαρκώς να δίνει αναφορά για ό,τι κάνει στον επιτηρητή του. Αρχικά κάνει τα πάντα για να μείνει μακριά από εγκληματικές δραστηριότητες και να αρχίσει μια καινούρια, "καθαρή" ζωή. Είναι όμως η απαράδεκτη συμπεριφορά του επιτηρητή (του νόμου δηλαδή), που θα τον οδηγήσει τα περάσει κάποια όρια...
Εξαίρετο ψυχογραφικό πορτρέτο του βασικού ήρωα, καταγραφή της "βρώμικης" καθημερινότητας των μεγαλουπόλεων των 70ς, ξεθωριασμένη, επίσης "βρώμικη" φωτογραφία (η οποία δεν ωραιοποιεί τίποτα), σασπένς για τη μοίρα του πρωταγωνιστή και πολύ καλές ηθοποιίες συνθέτουν μια δυνατή ταινία, την οποία προσωπικά αγνοούσα. Και, βέβαια, το βασικό θέμα είναι το "στίγμα". Άπαξ και παραστρατήσεις μία φορά, όλα σε οδηγούν στην επανάληψη. Οι ίδιες οι κοινωνικές συνθήκες, η ίδια η (μη) αποδοχή σου από βασικές συνιστώσες της κοινωνίας, η ίδια η αντιμετώπισή σου από το νόμο. Από εκεί και πέρα το να ξανακυλίσει κανείς είναι θέμα χρόνου. Ανεξαρτήτως προθέσεων...
Να το ψάξετε.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 08, 2019
"INFERNO" :ΝΟΥΑΡ ΚΑΙ ΤΑΙΝΙΑ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ ΣΕ ΣΚΗΝΙΚΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ
Ο Roy Ward Baker (2016-2010), που συχνά υπέγραφε ως σκέτο Roy Baker, έκανε σινεμά, τηλεόραση και έγινε περισσότερο γνωστός από τις ταινίες τρόμου που γύρισε στις αρχές των 70ς. Πίσω στα 1953 όμως, όταν γύριζε διαφόρων ειδών φιλμ, κάνει το "Inferno" με τους Ρόμπερτ Ράιαν και Ρόντα Φλέμινγκ, ένα περίεργο φιλμ που "βουτά" σε διάφορα είδη.
Ένας εκατομμυριούχος σπάει το πόδι του σε ατύχημα και αφήνεται ολομόναχος στην έρημο για να πεθάνει από την άπιστη γυναίκα του και τον εραστή της. Για τις επόμενες λίγες μέρες θα αρχίσει γι' αυτόν ένας αμείλικτος αγώνας επιβίωσης, ενώ παράλληλα παρακολουθούμε τους εραστές και τις ενέργειές τους... μέχρι τη τελική σύγκρουση.
Το ενδιαφέρον του φιλμ - εκτός του ότι νομίζω ότι "κρατά" τον θεατή - είναι η μείξη των ειδών: Φυσικά το στόρι παραπέμπει σε νουάρ δράμα. Νουάρ της ερήμου όμως. Βλέπετε, διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή (το 1953 δηλαδή), όμως το σκηνικό, τα χαρακτηριστικά τοπία της ερήμου, ακόμα και τα ρούχα των πρωταγωνιστών, "δείχνουν" αβίαστα σε γουέστερν (αν απομονωσεις αρκετές σκηνές, όλοι θα νομίζουν ότι πρόκειται για τέτοιο). Συγχρόνως είναι μια "ταινία επιβίωσης" καθώς παρακολουθούμε έναν τραυματισμένο "Ροβινσώνα Κρούσο" να πασχίζει να επιβιωσει όπως - όπως σε ένα αφιλόξενο, θανατηφόρο περιβάλλον. Επίσης ο ήρωας, ο τραυματισμένος πλούσιος, δεν είναι ακριβώς "καλός", αφού μαθαίνουμε ότι πρόκειται μάλλον για κάθαρμα.
Όλα αυτά καθιστούν την ταινία ενδιαφέρουσα και ασυνήθιστη. Αξίζει να την ψάξετε, δίχως βέβαια να πρόκειται για μεγάλο φιλμ.
ΥΓ: Στην Ελλάδα παίχτηκε ως... "Η Κόλαση στα Κορμιά μας" (!!!), ενώ στις ΗΠΑ προβλήθηκε και σε 3D παρά το ότι η εικόνα δεν διαθέτει κάτι ιδιαίτερα εντυπωσιακό για κάτι τέτοιο.
Ένας εκατομμυριούχος σπάει το πόδι του σε ατύχημα και αφήνεται ολομόναχος στην έρημο για να πεθάνει από την άπιστη γυναίκα του και τον εραστή της. Για τις επόμενες λίγες μέρες θα αρχίσει γι' αυτόν ένας αμείλικτος αγώνας επιβίωσης, ενώ παράλληλα παρακολουθούμε τους εραστές και τις ενέργειές τους... μέχρι τη τελική σύγκρουση.
Το ενδιαφέρον του φιλμ - εκτός του ότι νομίζω ότι "κρατά" τον θεατή - είναι η μείξη των ειδών: Φυσικά το στόρι παραπέμπει σε νουάρ δράμα. Νουάρ της ερήμου όμως. Βλέπετε, διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή (το 1953 δηλαδή), όμως το σκηνικό, τα χαρακτηριστικά τοπία της ερήμου, ακόμα και τα ρούχα των πρωταγωνιστών, "δείχνουν" αβίαστα σε γουέστερν (αν απομονωσεις αρκετές σκηνές, όλοι θα νομίζουν ότι πρόκειται για τέτοιο). Συγχρόνως είναι μια "ταινία επιβίωσης" καθώς παρακολουθούμε έναν τραυματισμένο "Ροβινσώνα Κρούσο" να πασχίζει να επιβιωσει όπως - όπως σε ένα αφιλόξενο, θανατηφόρο περιβάλλον. Επίσης ο ήρωας, ο τραυματισμένος πλούσιος, δεν είναι ακριβώς "καλός", αφού μαθαίνουμε ότι πρόκειται μάλλον για κάθαρμα.
Όλα αυτά καθιστούν την ταινία ενδιαφέρουσα και ασυνήθιστη. Αξίζει να την ψάξετε, δίχως βέβαια να πρόκειται για μεγάλο φιλμ.
ΥΓ: Στην Ελλάδα παίχτηκε ως... "Η Κόλαση στα Κορμιά μας" (!!!), ενώ στις ΗΠΑ προβλήθηκε και σε 3D παρά το ότι η εικόνα δεν διαθέτει κάτι ιδιαίτερα εντυπωσιακό για κάτι τέτοιο.
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 06, 2019
"Ο ΙΡΛΑΝΔΟΣ" ΚΑΙ Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΤΟΧΑΣΜΟΥ ΤΟΥ ΣΚΟΡΣΕΖΕ ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΦΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ
Το 2019 ο Martin Scorsese αποφασίζει μάλλον να ολοκληρώσει το στοχασμό του πάνω στην Αμερική και τη μαφία (πράγματα αλληλένδετα) με τον "Ιρλανδό", ένα έπος 3.30 ωρών, με καστ που φέρνει μαζί τους βασικούς ηθοποιούς - φετίχ του δημιουργού: Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Τζο Πέσι, Αλ Πατσίνο, Χάρβεϊ Καϊτέλ.
Παρακολουθούμε τη ζωή ενός ιρλανδού στη Νέα Υόρκη, που σύντομα γίνεται εκτελεστής της μαφίας από την εποχή του πολέμου έως τη δεκαετία του 80, και έτσι "πιάνει την καλή". Οικογένεια, "μπίζνες", βία άνοδος και πτώση.
Είναι δυνατόν μια ταινία να είναι κουραστική και, ταυτόχρονα, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα; Ε, λοιπόν, σ' εμένα αυτό συνέβη με τον "Ιρλανδό". Κουράστηκα, αλλά και θαύμασα και συγκινήθηκα. Νομίζω ότι τα επίπεδα του φιλμ είναι πολλά: Μπορεί κανείς να μιλήσει για τη σκοτεινή πλευρά του αμερικάνικου ονείρου ή ότι το να "αδράξεις την ευκαιρία" μπορεί να σημαίνει είτε πολύ ακριβό τίμημα είτε ότι αυτό κάθε άλλο παρά νόμιμο πιθανόν να είναι (ή και τα δύο μαζί). Ο φτωχός ιρλανδός - αδίστακτος, εκτελώντας πάντοτε πιστά διαταγές άνωθεν, μένοντας πιστός ακόμα κι όταν πρέπει να αντιμετωπίσει ένα άκρως επώδυνο προσωπικό δίλημμα και διακρινόμενος γι' αυτή του την αποτελεσματικότητα και τιμιότητα - θα γίνει πλούσιος και απόλυτα σεβαστός "σε ορισμένους κύκλους". Σε προσωπικό επίπεδο όμως θα χάσει την οικογένειά του, που αγαπά πολύ, και τελικά... ας μην αποκαλύψω το "τελικά".
Πάλι με τη μαφία; θα μου πείτε. Δεν μάθαμε πια τα πάντα γι' αυτήν; Ναι, αλλά για τον Σκορσέζε η μαφία δεν είναι ούτε ευκαιρία για εντυπωσιακές περιπέτειες ούτε για απλώς ένα ακόμα γκαγκστερικό φιλμ. Γι' αυτόν είναι η ίδια η ουσία των ΗΠΑ. Βουτώντας σε αληθινά, ιστορικά γεγονότα (τα περισσότερα πρόσωπα είναι υπαρκτά), μιλά για την πληρέστατη διαφθορά - κυριολεκτικά ως το κόκκαλο και δίχως δυνατότητα πισωγυρίσματος και κάθαρσης - της αμερικάνικης κοινωνίας. Ο αμφιλεγόμενος συνδικαλιστής Χόφα, οι διεφθαρμένοι πολιτικοί και, βέβαια, οι μαφιόζοι άρχοντες και οι οικονομικά ισχυροί είναι αυτοί που κάνουν κουμάντο. Ποια δημοκρατία; Ποτέ δεν είδα τόσο ξεκάθαρα τον εμπαιγμό και το ψεύδος του τάχα "ο λαός αποφασίζει". Αφού οι παραπάνω εκλέγουν ή ρίχνουν κατά βούληση προέδρους και κυβερνήσεις, αφού η βία τους βασιλεύει... Κι αν ακόμα τιμωρούνται σε προσωπικό επίπεδο, η κοινωνική διαπλοκή παραμένει άθικτη.
Ταυτόχρονα, σε υπαρξιακό επίπεδο, έχουμε τη μελαγχολία του χρόνου που περνά, την άδοξη κατάληξη στα αναπόφευκτα γηρατειά, την τελική μοναξιά...
Το φιλμ συνδυάζει θαυμάσια το προσωπικό με το πολιτικοκοινωνικό στοιχείο, και είναι συγκινητικό καθώς - με τη μάζωξη των γερασμένων πλέον, αγαπημένων ηθοποιών και το εξαντλητικό αυτό ρέκβιεμ, ο 77χρονος Σκορσέζε αποχαιρετά μια ολόκληρη εποχή ή, ίσως, ένα τεράστιο κομμάτι του σινεμά. Κι αυτό είναι όντως συγκινητικό. Παρά την κούραση...
Παρακολουθούμε τη ζωή ενός ιρλανδού στη Νέα Υόρκη, που σύντομα γίνεται εκτελεστής της μαφίας από την εποχή του πολέμου έως τη δεκαετία του 80, και έτσι "πιάνει την καλή". Οικογένεια, "μπίζνες", βία άνοδος και πτώση.
Είναι δυνατόν μια ταινία να είναι κουραστική και, ταυτόχρονα, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα; Ε, λοιπόν, σ' εμένα αυτό συνέβη με τον "Ιρλανδό". Κουράστηκα, αλλά και θαύμασα και συγκινήθηκα. Νομίζω ότι τα επίπεδα του φιλμ είναι πολλά: Μπορεί κανείς να μιλήσει για τη σκοτεινή πλευρά του αμερικάνικου ονείρου ή ότι το να "αδράξεις την ευκαιρία" μπορεί να σημαίνει είτε πολύ ακριβό τίμημα είτε ότι αυτό κάθε άλλο παρά νόμιμο πιθανόν να είναι (ή και τα δύο μαζί). Ο φτωχός ιρλανδός - αδίστακτος, εκτελώντας πάντοτε πιστά διαταγές άνωθεν, μένοντας πιστός ακόμα κι όταν πρέπει να αντιμετωπίσει ένα άκρως επώδυνο προσωπικό δίλημμα και διακρινόμενος γι' αυτή του την αποτελεσματικότητα και τιμιότητα - θα γίνει πλούσιος και απόλυτα σεβαστός "σε ορισμένους κύκλους". Σε προσωπικό επίπεδο όμως θα χάσει την οικογένειά του, που αγαπά πολύ, και τελικά... ας μην αποκαλύψω το "τελικά".
Πάλι με τη μαφία; θα μου πείτε. Δεν μάθαμε πια τα πάντα γι' αυτήν; Ναι, αλλά για τον Σκορσέζε η μαφία δεν είναι ούτε ευκαιρία για εντυπωσιακές περιπέτειες ούτε για απλώς ένα ακόμα γκαγκστερικό φιλμ. Γι' αυτόν είναι η ίδια η ουσία των ΗΠΑ. Βουτώντας σε αληθινά, ιστορικά γεγονότα (τα περισσότερα πρόσωπα είναι υπαρκτά), μιλά για την πληρέστατη διαφθορά - κυριολεκτικά ως το κόκκαλο και δίχως δυνατότητα πισωγυρίσματος και κάθαρσης - της αμερικάνικης κοινωνίας. Ο αμφιλεγόμενος συνδικαλιστής Χόφα, οι διεφθαρμένοι πολιτικοί και, βέβαια, οι μαφιόζοι άρχοντες και οι οικονομικά ισχυροί είναι αυτοί που κάνουν κουμάντο. Ποια δημοκρατία; Ποτέ δεν είδα τόσο ξεκάθαρα τον εμπαιγμό και το ψεύδος του τάχα "ο λαός αποφασίζει". Αφού οι παραπάνω εκλέγουν ή ρίχνουν κατά βούληση προέδρους και κυβερνήσεις, αφού η βία τους βασιλεύει... Κι αν ακόμα τιμωρούνται σε προσωπικό επίπεδο, η κοινωνική διαπλοκή παραμένει άθικτη.
Ταυτόχρονα, σε υπαρξιακό επίπεδο, έχουμε τη μελαγχολία του χρόνου που περνά, την άδοξη κατάληξη στα αναπόφευκτα γηρατειά, την τελική μοναξιά...
Το φιλμ συνδυάζει θαυμάσια το προσωπικό με το πολιτικοκοινωνικό στοιχείο, και είναι συγκινητικό καθώς - με τη μάζωξη των γερασμένων πλέον, αγαπημένων ηθοποιών και το εξαντλητικό αυτό ρέκβιεμ, ο 77χρονος Σκορσέζε αποχαιρετά μια ολόκληρη εποχή ή, ίσως, ένα τεράστιο κομμάτι του σινεμά. Κι αυτό είναι όντως συγκινητικό. Παρά την κούραση...
Κυριακή, Δεκεμβρίου 01, 2019
"ΟΙ ΣΥΜΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΥΟΡΚΗΣ" ΚΑΙ Η ΑΙΜΑΤΗΡΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ
Ο Martin Scorsese γυρίζει τις "Συμμορίες της Νέας Υόρκης" το 2002 και μας δείχνει με τον πιο γλαφυρό τρόπο τις φρικτές, απάνθρωπες και βίαιες συνθήκες κάτω από τις οποίες ενοποιήθηκαν ουσιαστικά οι ΗΠΑ.
Κατά τη διάρκεια του αμερικάνικου εμφύλιου η Νέα Υόρκη - οι κακόφημες τουλάχιστον περιοχές της - είναι μια κόλαση. Βίαιες και αδίστακτες συμμορίες επιβάλλουν ένα καθεστώς τρόμου και, συγχρόνως, συγκρούονται άγρια μεταξύ τους. Ο αιμοσταγής και ρατσιστής Χασάπης δεσπόζει στην περιοχή, αφού έχει εξοντώσει όλους του αντιπάλους του και κυρίως τον Παπά, επικεφαλής των Ιρλανδών της περιοχής. Ο μικρός γιος του τελευταίου κλείνεται σε αναμορφωτηριο και όταν βγαίνει, νεαρός πλέον, με μόνο του σκοπό την εκδίκηση, τα πράγματα έρχονται έτσι ώστε να γίνει ο αγαπημένος "υπαρχηγός" του Χασάπη.
Όσα δείχνονται εδώ είναι συγκλονιστικά. Μια φραση νομίζω ότι μπορεί να περικλείσει όλη την ουσία: Πάντοτε τα θύματα είναι οι φτωχοί. Η κόλαση βασιλεύει στς φτωχές συνοικίες. Οι χιλιάδες μετανάστες που καταφτάνουν απ' όλο τον κόσμο δεν έχουν στον ήλιο μοίρα και αντιμετωπίζουν τον αμείλικτο ρατσισμό των "ντόπιων" (Ντόπιοι, άλλωστε, είναι το όνομα της συμμορίας του Χασάπη). Οι εκλογές είναι στημένες και οι πολιτικοί ενδιαφέρονται μόνο για τα δικά τους συμφέροντα. Όσο για τον ίδιο τον πόλεμο, τον εμφύλιο, έναν από τους πιο αιματηρούς όλων των εποχών, ποιοι πολαμάνε και σκοτώνονται άραγε; Μόνο οι γόνοι των φτωχών. Οι πλούσιοι νέοι απαλλάσονται, φτάνει να πληρώσουν κάποιο ποσό ανύπαρκτο για τους υπόλοιπους. Το άλλο συγκλονιστικό είναι ο πανταχού παρόν ρατσισμός. Οι "αμερικάνοι" (λες και φύτρωσαν εκεί και δεν είναι κι αυτοί γόνοι μεταναστών) μισούν και περιφρονούν τους ιρλανδούς (που βρίσκονται στον πάτο), αλλά και κάθε νεοφερμένο, και οι ίδιοι οι ιρλανδοί, όταν κάποια στιγμή ξεσηκώνονται, πού ξεσπάνε την οργή τους; Στους μόνους που είναι ακόμα πιο κάτω απ' αυτούς: Τους μαύρους. Ο ρατσισμός βρίσκεται παντού και είναι δείγμα ηλιθιότητας.
Η ειρήνη που θα επιβληθεί είναι βουτηγμενη στο αίμα. Η "ευνοούμενη", σύγχρονη πολιτεία θα ριζώσει πάνω σε εκατόμβες πτωμάτων. Ίσως γι' αυτό η Αμερική της οπλοκατοχής, της βίας και των επεμβάσεων είναι σήμερα αυτό που γνωρίζουμε. Και, βέβαια, η προέλευση του πλούτου είναι σχεδόν πάντοτε βρώμικη και παράνομη.
Όλα αυτά σε μια βίαιη ταινία με τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις, το Λεονάρντο ντι Κάπριο και την Κάμερον Ντιάζ στους βασικούς ρόλους. Θυμάμαι ότι στην εποχή της είχε μάλλον μέτριες κριτικές. Προσωπικά με καθήλωσε.
Κατά τη διάρκεια του αμερικάνικου εμφύλιου η Νέα Υόρκη - οι κακόφημες τουλάχιστον περιοχές της - είναι μια κόλαση. Βίαιες και αδίστακτες συμμορίες επιβάλλουν ένα καθεστώς τρόμου και, συγχρόνως, συγκρούονται άγρια μεταξύ τους. Ο αιμοσταγής και ρατσιστής Χασάπης δεσπόζει στην περιοχή, αφού έχει εξοντώσει όλους του αντιπάλους του και κυρίως τον Παπά, επικεφαλής των Ιρλανδών της περιοχής. Ο μικρός γιος του τελευταίου κλείνεται σε αναμορφωτηριο και όταν βγαίνει, νεαρός πλέον, με μόνο του σκοπό την εκδίκηση, τα πράγματα έρχονται έτσι ώστε να γίνει ο αγαπημένος "υπαρχηγός" του Χασάπη.
Όσα δείχνονται εδώ είναι συγκλονιστικά. Μια φραση νομίζω ότι μπορεί να περικλείσει όλη την ουσία: Πάντοτε τα θύματα είναι οι φτωχοί. Η κόλαση βασιλεύει στς φτωχές συνοικίες. Οι χιλιάδες μετανάστες που καταφτάνουν απ' όλο τον κόσμο δεν έχουν στον ήλιο μοίρα και αντιμετωπίζουν τον αμείλικτο ρατσισμό των "ντόπιων" (Ντόπιοι, άλλωστε, είναι το όνομα της συμμορίας του Χασάπη). Οι εκλογές είναι στημένες και οι πολιτικοί ενδιαφέρονται μόνο για τα δικά τους συμφέροντα. Όσο για τον ίδιο τον πόλεμο, τον εμφύλιο, έναν από τους πιο αιματηρούς όλων των εποχών, ποιοι πολαμάνε και σκοτώνονται άραγε; Μόνο οι γόνοι των φτωχών. Οι πλούσιοι νέοι απαλλάσονται, φτάνει να πληρώσουν κάποιο ποσό ανύπαρκτο για τους υπόλοιπους. Το άλλο συγκλονιστικό είναι ο πανταχού παρόν ρατσισμός. Οι "αμερικάνοι" (λες και φύτρωσαν εκεί και δεν είναι κι αυτοί γόνοι μεταναστών) μισούν και περιφρονούν τους ιρλανδούς (που βρίσκονται στον πάτο), αλλά και κάθε νεοφερμένο, και οι ίδιοι οι ιρλανδοί, όταν κάποια στιγμή ξεσηκώνονται, πού ξεσπάνε την οργή τους; Στους μόνους που είναι ακόμα πιο κάτω απ' αυτούς: Τους μαύρους. Ο ρατσισμός βρίσκεται παντού και είναι δείγμα ηλιθιότητας.
Η ειρήνη που θα επιβληθεί είναι βουτηγμενη στο αίμα. Η "ευνοούμενη", σύγχρονη πολιτεία θα ριζώσει πάνω σε εκατόμβες πτωμάτων. Ίσως γι' αυτό η Αμερική της οπλοκατοχής, της βίας και των επεμβάσεων είναι σήμερα αυτό που γνωρίζουμε. Και, βέβαια, η προέλευση του πλούτου είναι σχεδόν πάντοτε βρώμικη και παράνομη.
Όλα αυτά σε μια βίαιη ταινία με τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις, το Λεονάρντο ντι Κάπριο και την Κάμερον Ντιάζ στους βασικούς ρόλους. Θυμάμαι ότι στην εποχή της είχε μάλλον μέτριες κριτικές. Προσωπικά με καθήλωσε.
Σάββατο, Νοεμβρίου 30, 2019
ΕΝΑΣ ΑΚΟΜΗ "JASON BOURNE"
Έτσι κι αλλιώς το Χόλιγουντ είναι αδηφάγο και ποtέ δεν λέει όχι για κάτι που (υποψιάζεται οτι) θα φέρει λεφτά. Το 2016 λοιπόν, 9 χρόνια μετά την τελευταία συνέχεια, ο "Jason Bourne" (ακριβώς μ' αυτόν τον απλό τίτλο) είναι και πάλι εδώ, με σκηνοθέτη και πάλι τον ικανό Paul Greengrass. Έτσι η τριλογία γίνεται τετραλογία και ιδεύει ολοταχώς προς την πολυλογία.
Ο αμνησιακός σούπερ πράκτορας προσπαθεί και πάλι να ανακαλύψει το χαμένο γι' αυτόν παρελθόν του, καθώς ένα νέο σχέδιο, όπως αυτό που ο ίδιος έφερε στο φως παλιότερα, ετοιμάζεται από σατανικούς κύκλους των αμερικάνικων μυστικών υπηρεσιών. Μετά κόπων και βασάνων λοιπόν θα οδηγηθεί στην ταυτότητα και το ρόλο που έπαιξε στην ιστορία ο άγνωστος γι' αυτόν πατέρας του.
Κοσμοπολίτικη, non stop δράση, δυναμική σκηνοθεσία, γερό καστ (Ματ Ντέιμον, Τόμι Λι Τζόουνς, Αλίσια Βικάντερ, Βενσάν Κασέλ) και μυστικά που αποκαλύπτονται, δίνουν τη βεβαιότητα ότι δεν θα προλάβετε να πλήξετε. Θα το ευχαριστηθείτε. Μόνο που και το σενάριο εδώ είναι πιο απλοϊκό (ΟΚ, για να ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή, οι κακοί της CIA ξεκινούν παρόμοιο με το παλιό μυστικό σχέδιο - πόσο πρωτότυπο - και βέβαια στη CIA υπάρχουν και καλοί). Το ελληνικό ενδιαφέρον φυσικά επικεντρώνεται στο πρώτο μέρος του φιλμ που διαδραματίζεται στην Αθήνα, στην περιοχή του Συντάγματος κυρίως (αναφέρονται και αρκετοί δρόμοι) και μάλιστα την εποχή των Αγανακτισμένων ή των μετέπειτα άγριων διαδηλώσεων, με μια Αθήνα να καίγεται, με μολότωφ και ΜΑΤ παντού και, εν μέσω όλων αυτών, να τρέχει και το παιχνίδι των κατασκόπων. Πλακα είχε όλο αυτό το σκηνικό. Ωστόσο, θα το ξαναπώ, τα πραγματα είναι πιο απλοϊκά και προβλέψιμα, ο Μπορν είναι πιο απέθαντος απο ποτέ και το όλο πράγμα αποτελεί βεβαίως ξαναζεσταμένο φαγητό. Σας το λέω ως φαν της αρχικής τριλογίας.
Ο αμνησιακός σούπερ πράκτορας προσπαθεί και πάλι να ανακαλύψει το χαμένο γι' αυτόν παρελθόν του, καθώς ένα νέο σχέδιο, όπως αυτό που ο ίδιος έφερε στο φως παλιότερα, ετοιμάζεται από σατανικούς κύκλους των αμερικάνικων μυστικών υπηρεσιών. Μετά κόπων και βασάνων λοιπόν θα οδηγηθεί στην ταυτότητα και το ρόλο που έπαιξε στην ιστορία ο άγνωστος γι' αυτόν πατέρας του.
Κοσμοπολίτικη, non stop δράση, δυναμική σκηνοθεσία, γερό καστ (Ματ Ντέιμον, Τόμι Λι Τζόουνς, Αλίσια Βικάντερ, Βενσάν Κασέλ) και μυστικά που αποκαλύπτονται, δίνουν τη βεβαιότητα ότι δεν θα προλάβετε να πλήξετε. Θα το ευχαριστηθείτε. Μόνο που και το σενάριο εδώ είναι πιο απλοϊκό (ΟΚ, για να ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή, οι κακοί της CIA ξεκινούν παρόμοιο με το παλιό μυστικό σχέδιο - πόσο πρωτότυπο - και βέβαια στη CIA υπάρχουν και καλοί). Το ελληνικό ενδιαφέρον φυσικά επικεντρώνεται στο πρώτο μέρος του φιλμ που διαδραματίζεται στην Αθήνα, στην περιοχή του Συντάγματος κυρίως (αναφέρονται και αρκετοί δρόμοι) και μάλιστα την εποχή των Αγανακτισμένων ή των μετέπειτα άγριων διαδηλώσεων, με μια Αθήνα να καίγεται, με μολότωφ και ΜΑΤ παντού και, εν μέσω όλων αυτών, να τρέχει και το παιχνίδι των κατασκόπων. Πλακα είχε όλο αυτό το σκηνικό. Ωστόσο, θα το ξαναπώ, τα πραγματα είναι πιο απλοϊκά και προβλέψιμα, ο Μπορν είναι πιο απέθαντος απο ποτέ και το όλο πράγμα αποτελεί βεβαίως ξαναζεσταμένο φαγητό. Σας το λέω ως φαν της αρχικής τριλογίας.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 28, 2019
ΟΙ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ "ΑΘΛΙΟΙ"
Με την πρώτη μυθοπλαστική του ταινία, τους "Ἀθλιους" του 2019, ο εκ Μάλι και κάτοικος Γαλλίας Ladj Ly κατάφερε να με συγκλονίσει.
Το φιλμ είναι, υποτίθεται, αστυνομικό. Ένας μπάτσος από την επαρχία μετατίθεται σε μια εκρηκτική και υποβαθμισμένη γειτονιά του Παρισιού, που κατοικείται κυρίως από μετανάστες και απογόνους τους. Στην πρώτη του κιόλας περιπολία με δύο έμπειρους συναδέλφους του θα αντιληφθεί ότι βρίσκεται ανάμεσα σε αντικρουόμενες ομάδες και συμφέροντα, θα μπλέξει σε ένα βίαιο επεισόδιο που αφορά ένα παραβατικό παιδί και ένας εφιαλτικός αγώνας δρόμου για το ποιος θα προλάβει ποιον αρχίζει...
Υπάρχει η πλοκή και η δράση που δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα, υπάρχει το στοιχείο της περιπἔτειας, η πέρα για πέρα ρεαλιστική, ῝βρώμικη῝ εικόνα και η δυνατή σκηνοθεσία. Αυτά και μόνο θα αρκούσαν για να με κρατήσουν καθηλωμένο. Αυτά όμως είναι η κορυφή του παγόβουνου. Η ουσία είναι όσα δείχνονται για την κόλαση των υποβαθμισμένων προαστίων του Παρισιού (και πλήθους άλλων δυτικών μεγαλουπόλεων προφανώς). Κατοικημένα από ένα μωσαικό φυλών, χρωμάτων και κουλτούρων, με μεγάλο μέρος (νεαρών κυρίως) κατοίκων με παραβατική συμπεριφορά, με διαφορετικά συμφέρονται που αλληλοσυγκρούονται, με τους μπάτσους να αποτελούν απλώς και μόνο μια ακόμα συμμορία (ή ομάδα συμφερόντων) ανάμεσα στις τόσες, με τα πάντα να βρίσκονται στην κόψη του ξυραφιού και τη βία έτοιμη να ξεσπάσει ανά πάσα στιγμή, με την παραμικρή ῝σπίθα῝ που θα την πυροδοτήσει, κι όλα αυτά φυσικά κάτω (ή εξαιτίας) από την ῝ομπρέλα῝της γενικευμένης φτώχιας και ενός εξαιρετικά άσχημου αστικού τοπίου, τα μέρη αυτά φαντάζουν ως μία επίγεια κόλαση. Ή, ακριβώς όπως υπονοεί ο τίτλος, το μέρος όπου ζουν οι σύγχρονοι Άθλιοι, 150 χρόνια μετά από αυτούς του Ουγκό - πόσο λίγο έχουν αλλάξει από τότε τα πράγματα, τουλάχιστον όσον αφορά το θέμα της εξοργιστικής ανισότητας...
Στο νου μας έρχεται βεβαίως το ῝Μίσος῝ του Κασοβιτς. Παρόμοια δύναμη, παρόμοια καταγραφή της ῝κόλασης῝... Και να θυμάστε: Ανάμεσα σε μαύρους, τσιγγάνους, πακιστανούς, έμπορους ναρκωτικών, μπάτσους, αδελφούς μουσουλμάνους και άλλους που ισορροπούν στο χείλος του γκρεμού, έτοιμοι να συγκρουστούν ανά πάσα στιγμή και να τινάξουν τα πάντα στον αέρα, δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Υπάρχει μόνο ένα καζάνι που βράζει και, πολύ φοβάμαι, θα τιναχτεί κάποια στιγμή με απρόβλεπτες για όλους μας συνέπειες. Τουλάχιστον από το φιλμ φαίνεται να μην υπάρχει καμία λύση...
Το φιλμ είναι, υποτίθεται, αστυνομικό. Ένας μπάτσος από την επαρχία μετατίθεται σε μια εκρηκτική και υποβαθμισμένη γειτονιά του Παρισιού, που κατοικείται κυρίως από μετανάστες και απογόνους τους. Στην πρώτη του κιόλας περιπολία με δύο έμπειρους συναδέλφους του θα αντιληφθεί ότι βρίσκεται ανάμεσα σε αντικρουόμενες ομάδες και συμφέροντα, θα μπλέξει σε ένα βίαιο επεισόδιο που αφορά ένα παραβατικό παιδί και ένας εφιαλτικός αγώνας δρόμου για το ποιος θα προλάβει ποιον αρχίζει...
Υπάρχει η πλοκή και η δράση που δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα, υπάρχει το στοιχείο της περιπἔτειας, η πέρα για πέρα ρεαλιστική, ῝βρώμικη῝ εικόνα και η δυνατή σκηνοθεσία. Αυτά και μόνο θα αρκούσαν για να με κρατήσουν καθηλωμένο. Αυτά όμως είναι η κορυφή του παγόβουνου. Η ουσία είναι όσα δείχνονται για την κόλαση των υποβαθμισμένων προαστίων του Παρισιού (και πλήθους άλλων δυτικών μεγαλουπόλεων προφανώς). Κατοικημένα από ένα μωσαικό φυλών, χρωμάτων και κουλτούρων, με μεγάλο μέρος (νεαρών κυρίως) κατοίκων με παραβατική συμπεριφορά, με διαφορετικά συμφέρονται που αλληλοσυγκρούονται, με τους μπάτσους να αποτελούν απλώς και μόνο μια ακόμα συμμορία (ή ομάδα συμφερόντων) ανάμεσα στις τόσες, με τα πάντα να βρίσκονται στην κόψη του ξυραφιού και τη βία έτοιμη να ξεσπάσει ανά πάσα στιγμή, με την παραμικρή ῝σπίθα῝ που θα την πυροδοτήσει, κι όλα αυτά φυσικά κάτω (ή εξαιτίας) από την ῝ομπρέλα῝της γενικευμένης φτώχιας και ενός εξαιρετικά άσχημου αστικού τοπίου, τα μέρη αυτά φαντάζουν ως μία επίγεια κόλαση. Ή, ακριβώς όπως υπονοεί ο τίτλος, το μέρος όπου ζουν οι σύγχρονοι Άθλιοι, 150 χρόνια μετά από αυτούς του Ουγκό - πόσο λίγο έχουν αλλάξει από τότε τα πράγματα, τουλάχιστον όσον αφορά το θέμα της εξοργιστικής ανισότητας...
Στο νου μας έρχεται βεβαίως το ῝Μίσος῝ του Κασοβιτς. Παρόμοια δύναμη, παρόμοια καταγραφή της ῝κόλασης῝... Και να θυμάστε: Ανάμεσα σε μαύρους, τσιγγάνους, πακιστανούς, έμπορους ναρκωτικών, μπάτσους, αδελφούς μουσουλμάνους και άλλους που ισορροπούν στο χείλος του γκρεμού, έτοιμοι να συγκρουστούν ανά πάσα στιγμή και να τινάξουν τα πάντα στον αέρα, δεν υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Υπάρχει μόνο ένα καζάνι που βράζει και, πολύ φοβάμαι, θα τιναχτεί κάποια στιγμή με απρόβλεπτες για όλους μας συνέπειες. Τουλάχιστον από το φιλμ φαίνεται να μην υπάρχει καμία λύση...
Κυριακή, Νοεμβρίου 24, 2019
ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ, ΑΛΛΑ... ΣOΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ "OUR DAILY BREAD"
Το 1934 ο κλασικός αμερικάνος σκιηνοθέτης King Vidor (1894-1982) γυρίζει, με σενάριο βασισμένο σε σε δικό του στόρι, μια ασυνήθιστη για τα αμερικανικά δεδομένα ταινία: Το "Our Daily Bread", ένα φιλμ που με μια αυθόρμητη πρώτη ματιά μπορεί να χαρακτηριστεί σοσιαλιστικό.
Βρισκόμαστε στη λαίλαπα της μεγάλης κρίσης του 1929. Ένα νέο ζευγάρι αναγκάζεται, λόγω ανεργίας του συζύγου, να δεχτεί την πρόταση ενός ευκατάστατου θείου και να εγκαταλείψει την πόλη για να εγκατασταθεί σε μια μεγάλη εγκαταλειμμένη φάρμα. Σύντομα φαίνεται ότι δεν έχουν την παραμικρή ιδέα από αγροτική ζωή και δουλειά (σε μια αστείας σκηνή αγνοούν τι ζώο είναι ένα γαϊδούρι). Τότε ο σύζυγος έχει μια φαεινή ιδέα: Καθώς από τη φάρμα περνούν καραβάνια από άνεργους, πεινασμένους ανθρώπους (οικογένειες ολόκληρες) αναζητώντας την τύχη τους στη δύση (μερικοί θέλουν να γίνουν χρυσοθήρες), τους καλεί να εγκατασταθούν και να δουλέψουν ομαδικά στη φάρμα, προσθέτοντας ο καθένας την εμπειρία του από το παλιό του επάγγελμα. Έτσι σύντομα θα δημιουργηθεί ένα ολόκληρο χωριό, που θα εργάζεται ομαδικά και με απόλυτη κοινοκτημοσύνη της τροφής. Φυσικά οι δυσκολίες δεν θα αργήσουν να φανούν.
Αισιόδοξη, "σοσιαλιστική" - αν και η απόλυτη απέχθεια προς την πολιτεία, η υπογράμμιση της έλλειψης και της μη ανάγκης οποιασδήποτε βοήθειας και η ακράδαντη πίστη ότι όλα μπορούν να επιτευχθούν με τη σκληρή δουλειά ίσως να μη θεωρηθούν και τόσο σοσιαλιστικά - βαθειά ουμανιστική, με πίστη σε αξίες όπως η αλληλεγγύη, η συναδελφικότητα, η συνεργασία, η ισότητα και - φευ, θα έλεγε ένας καλός αμερικάνος - η κοινοκτημοσύνη (έστω και μόνο στα τρόφιμα), διαθέτει κάποια αφέλεια, αλλά και μερικές, μεμονωμένες, δυνατές σκηνές, που, αν τις απομονώσεις, θα μπορούσαν να ανήκουν σε φιλμ του σοβιετικού κινηματογράφου της εποχής. Δίχως να είναι κάτι πολύ μεγάλο, αξίζει όντως να το δείτε ως ένα είδος κινηματογραφικού αξιοπερίεργου - με δεδομένο βέβαια το ότι προκειται για αμερικάνικη ταινία ενός μεγάλου και καθιερωμένου χολιγουντιανού σκηνοθέτη της εποχής.
Βρισκόμαστε στη λαίλαπα της μεγάλης κρίσης του 1929. Ένα νέο ζευγάρι αναγκάζεται, λόγω ανεργίας του συζύγου, να δεχτεί την πρόταση ενός ευκατάστατου θείου και να εγκαταλείψει την πόλη για να εγκατασταθεί σε μια μεγάλη εγκαταλειμμένη φάρμα. Σύντομα φαίνεται ότι δεν έχουν την παραμικρή ιδέα από αγροτική ζωή και δουλειά (σε μια αστείας σκηνή αγνοούν τι ζώο είναι ένα γαϊδούρι). Τότε ο σύζυγος έχει μια φαεινή ιδέα: Καθώς από τη φάρμα περνούν καραβάνια από άνεργους, πεινασμένους ανθρώπους (οικογένειες ολόκληρες) αναζητώντας την τύχη τους στη δύση (μερικοί θέλουν να γίνουν χρυσοθήρες), τους καλεί να εγκατασταθούν και να δουλέψουν ομαδικά στη φάρμα, προσθέτοντας ο καθένας την εμπειρία του από το παλιό του επάγγελμα. Έτσι σύντομα θα δημιουργηθεί ένα ολόκληρο χωριό, που θα εργάζεται ομαδικά και με απόλυτη κοινοκτημοσύνη της τροφής. Φυσικά οι δυσκολίες δεν θα αργήσουν να φανούν.
Αισιόδοξη, "σοσιαλιστική" - αν και η απόλυτη απέχθεια προς την πολιτεία, η υπογράμμιση της έλλειψης και της μη ανάγκης οποιασδήποτε βοήθειας και η ακράδαντη πίστη ότι όλα μπορούν να επιτευχθούν με τη σκληρή δουλειά ίσως να μη θεωρηθούν και τόσο σοσιαλιστικά - βαθειά ουμανιστική, με πίστη σε αξίες όπως η αλληλεγγύη, η συναδελφικότητα, η συνεργασία, η ισότητα και - φευ, θα έλεγε ένας καλός αμερικάνος - η κοινοκτημοσύνη (έστω και μόνο στα τρόφιμα), διαθέτει κάποια αφέλεια, αλλά και μερικές, μεμονωμένες, δυνατές σκηνές, που, αν τις απομονώσεις, θα μπορούσαν να ανήκουν σε φιλμ του σοβιετικού κινηματογράφου της εποχής. Δίχως να είναι κάτι πολύ μεγάλο, αξίζει όντως να το δείτε ως ένα είδος κινηματογραφικού αξιοπερίεργου - με δεδομένο βέβαια το ότι προκειται για αμερικάνικη ταινία ενός μεγάλου και καθιερωμένου χολιγουντιανού σκηνοθέτη της εποχής.
Παρασκευή, Νοεμβρίου 22, 2019
"ΠΟΝΟΣ ΚΑΙ ΔΟΞΑ" ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΙΚΟΣ ALMODOVAR
Ένας διάσημος σκηνοθέτης, τιμημένος κάποτε με βραβείο στις Κάννες, έχει αποσυρθεί και απομονωθεί καθώς του λείπει η έμπνευση και βασανίζεται από ασθένειες και πόνους (κάποιοι απ' αυτούς ψυχολογικής φύσης). Καθώς όμως θυμάται τα παιδικά του χρόνια και τις δημιουργικές του εποχές και συναντά κάποια πρόσωπα - κλειδιά από το μακρινό παρελθόν, προσπαθεί να συμφιλιωθεί με την παρούσα κατάστασή του, να ξεφύγει από εθισμούς και να ξαναβρεί τη χαρά της ζωής.
Πρόκειται για το πλέον αυτοβιογραφικό φιλμ του Almodovar. Σχεδόν όλα όσα βλέπουμε είναι αληθινά και έχουν συμβεί. Τα παιδικά του χρόνια, οι ξένοιαστες και οργιαστικές εποχές της νιότης και της δημιουργικότητας, η μελαγχολία της μεγαλύτερης ηλικίας και η τάση για απομόνωση... Η επιστροφή - και λύτρωση από τα φαντάσματα που τον κρατάνε καθηλωμένο - θα γίνει μέσα από τις διαδοχικές συναντήσεις σημαντικών προσώπων από το παρελθόν: Με τον αγαπημένο του πρωταγωνιστή, με τον οποίο έχουν να μιλήσουν για δεκαετίες, με έναν παλιό εραστή, με τον οποίο ήταν βαθιά ερωτευμένος, καθώς και με αναμνήσεις από τη μητέρα του απ' όλες τις εποχές της ζωής του. Και, για να γίνει ακόμα πιο συγκινητικό το όλο πράγμα, επανασυνδέεται όντως στο φιλμ με αγαπημένους ηθοποιούς που πρωταγωνίστησαν στις παλιότερες υαινίες του: Τον Αντόνιο Μπαντέρας (εδώ στην καλύτερη ίσως ερμηνεία του ως εμφανέστατο alter ego του ίδιου του Almodova) και της Πενέλοπε Κρουζ. Η λύτρωση θα έλθει αβίαστα.
Στοχασμός πάνω στη μελαγχολία του χρόνου που περνά, πάνω στην τέχνη, την έμπνευση και τη δημιουργικότητα, πάνω στο κλείσιμο παλιών πληγών, τη συμφιλίωση και τη γαλήνη που έρχεται, το φιλμ είναι κατά τη γνώμη μου και από τα καλύτερα του δημιουργού και από τα καλύτετα του 2019.
Τετάρτη, Νοεμβρίου 20, 2019
"ΔΙΧΑΣΜΕΝΟ ΚΟΡΜΙ": ΚΛΕΙΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΜΑΤΙ ΣΤΟΝ ΧΙΤΣΚΟΚ
Το 1984 ο Brian De Palma έκανε ακόμα ενδιαφέρουσες ταινίες. Η παρακμή ήρθε αργότερα... Τότε λοιπόν γυρίζει το "Body Double" ("Διχασμένο Κορμί" στην Ελλάδα), αποτίοντας έναν απόλυτο φόρο τιμής στο Χίτσκοκ και σε κάποιες ψυχοπαθολογικές καταστάσεις...
Ένας άσημος ηθοποιός που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα όπως μπορεί, πάσχει από κλειστοφοβία, πράγμα που τον κάνει να χάσει ένα ρόλο βαμπίρ, στον οποίο ήλπιζε. Ευτυχώς ένας καινούριος φίλος του παρέχει για λίγο καιρό ένα σούπερ σπίτι. Εκτός από τα πολλά προσόντα του σπιτιού αυτού, ένα τηλεσκόπιο του δίνει τη δυνατότητα θέας στην πόλη, η πιο ενδιαφέρουσα από τις οποίες είναι βεβαίως μια σέξι γειτόνισσα. Σύντομα θα γίνει ένας τακτικός ηδονοβλεψίας, ώσπου μια νύχτα αυτό που θα δει - ένας φόνος - θα αλλάξει εντελώς τη ζωή του...
Σας θυμίζει κάτι; Φυσικά τον "Σιωπηλό Μάρτυρα" του Χίτσκοκ. Θα σας πω ότι η πλοκή, εκτός από το βασικό αυτό μοτίβο, δανείζεται πολλά (τα περισσότερα ίσως) και από τον "Δεσμώτη του Ιλίγγου", το άλλο κλασικό φιλμ του μετρ. Πέραν αυτών των προφανώς ηθελημένων αναφορών, το φιλμ παίρνει τη θέση του στο χώρο των cult, με την απίθανη τροπή, το γρήγορο ρυθμό, τις μεγάλες και αγωνιώδεις σεκάνς κυνηγητών και όχι μόνο, το διακριτικό άγγιγμα του τρόμου, τις καυτές εμφανίσεις της νεαρής τότε Μέλανι Γκρίφιθ κλπ. Και, φυσικά, το σχόλιο πάνω σε διάφορες "αποκλίνουσες" ψυχικές καταστάσεις: Από την κλειστοφοβία (ο Στιούαρτ στον Χίστσκοκ έπασχε από υψοφοβία) και τη βίαιη θεραπεία της έως, βεβαίως, την κυρίαρχη ηδονοβλεψία. Για την τελευταία μοιάζει να μας λέει κάτι σαν "Μα γιατί "διαστροφή"; Αφού είναι κάτι το οποίο όλοι σχεδόν το έχουμε!" Ό,τι είχε πει κι ο Χίτσκοκ δηλαδή με πιο διακριτικό τρόπο. Εδώ όλα είναι πιο προφανή και φανερά (δεκαετία του 80 γαρ και πολλά ταμπού έχουν πέσει).
Ενώ μπορεί το σενάριο να είναι κάπως τραβηγμένο και απίθανο και να έχει κανείς διάφορες αντιρρήσεις, η ταινία, ως cult όπως είπαμε, "οφείλει" να έχει κάποια στραβοπατήματα, τα οποία παραβλέπονται. Οπότε τελικά νομίζω ότι παραμένει απολαυστική μέχρι σήμερα.
Ένας άσημος ηθοποιός που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα όπως μπορεί, πάσχει από κλειστοφοβία, πράγμα που τον κάνει να χάσει ένα ρόλο βαμπίρ, στον οποίο ήλπιζε. Ευτυχώς ένας καινούριος φίλος του παρέχει για λίγο καιρό ένα σούπερ σπίτι. Εκτός από τα πολλά προσόντα του σπιτιού αυτού, ένα τηλεσκόπιο του δίνει τη δυνατότητα θέας στην πόλη, η πιο ενδιαφέρουσα από τις οποίες είναι βεβαίως μια σέξι γειτόνισσα. Σύντομα θα γίνει ένας τακτικός ηδονοβλεψίας, ώσπου μια νύχτα αυτό που θα δει - ένας φόνος - θα αλλάξει εντελώς τη ζωή του...
Σας θυμίζει κάτι; Φυσικά τον "Σιωπηλό Μάρτυρα" του Χίτσκοκ. Θα σας πω ότι η πλοκή, εκτός από το βασικό αυτό μοτίβο, δανείζεται πολλά (τα περισσότερα ίσως) και από τον "Δεσμώτη του Ιλίγγου", το άλλο κλασικό φιλμ του μετρ. Πέραν αυτών των προφανώς ηθελημένων αναφορών, το φιλμ παίρνει τη θέση του στο χώρο των cult, με την απίθανη τροπή, το γρήγορο ρυθμό, τις μεγάλες και αγωνιώδεις σεκάνς κυνηγητών και όχι μόνο, το διακριτικό άγγιγμα του τρόμου, τις καυτές εμφανίσεις της νεαρής τότε Μέλανι Γκρίφιθ κλπ. Και, φυσικά, το σχόλιο πάνω σε διάφορες "αποκλίνουσες" ψυχικές καταστάσεις: Από την κλειστοφοβία (ο Στιούαρτ στον Χίστσκοκ έπασχε από υψοφοβία) και τη βίαιη θεραπεία της έως, βεβαίως, την κυρίαρχη ηδονοβλεψία. Για την τελευταία μοιάζει να μας λέει κάτι σαν "Μα γιατί "διαστροφή"; Αφού είναι κάτι το οποίο όλοι σχεδόν το έχουμε!" Ό,τι είχε πει κι ο Χίτσκοκ δηλαδή με πιο διακριτικό τρόπο. Εδώ όλα είναι πιο προφανή και φανερά (δεκαετία του 80 γαρ και πολλά ταμπού έχουν πέσει).
Ενώ μπορεί το σενάριο να είναι κάπως τραβηγμένο και απίθανο και να έχει κανείς διάφορες αντιρρήσεις, η ταινία, ως cult όπως είπαμε, "οφείλει" να έχει κάποια στραβοπατήματα, τα οποία παραβλέπονται. Οπότε τελικά νομίζω ότι παραμένει απολαυστική μέχρι σήμερα.
Κυριακή, Νοεμβρίου 17, 2019
"ΚΟΡΩΝΑ Ή ΓΡΑΜΜΑΤΑ": ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΚΟΥΑΝΤΟΡ
Ο εξ Ισημερινού σκηνοθέτης Camilo Luzuriaga γυρίζει το 2003 την 3η του ταινία "Cara o Cruz" (Κορώνα Γράμματα), ένα ψυχολογικό δράμα.
Μια γυναίκα που από 8 ετών, μετά το θάνατο της μητέρας τους, ζούσε στη Νέα Υόρκη, επιστρέφει στον Ισημερινό, συναντά για πρώτη φορά από τότε τη δίδυμη αδελφή της, το σύζυγό της και τον γέρο πατέρα της, ο οποίος βρίσκεται σε ίδρυμα. Μένει μαζί με την οικογένεια, ανατρέποντας πλήρως την ισορροπία της, καθώς ο χαρακτήρας της, ελευθεριακός στις σχέσεις, επιρρεπής σε εθισμούς και άκρως συναισθηματικός και ασταθής, βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση μ' αυτόν της αδελφής της.
Οικογενειακό δράμα με κάποιους περαιτέρω στόχους. Εκτός του πλήρως εκτροχιασμού που θα επιφέρει στην οικογένεια που τη φιλοξενεί, η παρουσία της "άγνωστης" αδελφής θα λειτουργήσει ως καταλύτης αποκαλύπτοντας τα βαθιά κρυμένα, κάτω από μια ήρεμη καθημερινότητα, προβλήματα και δυσλειτουργικότητές της (της οικογένειας εννοώ). Και ίσως τη συνειδητοποίηση εκ μέρους της αδελφής της για τις πλάνες και την υποκρισία που ζούσε ως τότε. Ωστόσο και η ίδια η "αμερικάνα" αδελφή κάθε άλλο παρά ευτυχισμένη είναι...
Έχει το ενδιαφέρον της, αλλά παραμένει κάπως θεατρικό και δίχως κινηματογραφικές εκπλήξεις. Δείτε το αν σας ενδιαφέρουν τα βαθιά δράματα. Και προσέξτε πόσο η αστική καθημερινότητα της μεσαίας τάξης μιας τόσο μακρινής χώρας μοιάζει (τουλάχιστον όσον αφορά τα ψυχολογικά και οικογενειακά προβλήματα) μ' αυτήν οποιασδήποτε δυτικής χώρας. Και προβληματιστείτε αν θέλετε πάνω στο θέμα της παγκοσμιοποίησης και της ομογενοποίησης της ζωής σε μεγάλο μέρος του πλανήτη.
Μια γυναίκα που από 8 ετών, μετά το θάνατο της μητέρας τους, ζούσε στη Νέα Υόρκη, επιστρέφει στον Ισημερινό, συναντά για πρώτη φορά από τότε τη δίδυμη αδελφή της, το σύζυγό της και τον γέρο πατέρα της, ο οποίος βρίσκεται σε ίδρυμα. Μένει μαζί με την οικογένεια, ανατρέποντας πλήρως την ισορροπία της, καθώς ο χαρακτήρας της, ελευθεριακός στις σχέσεις, επιρρεπής σε εθισμούς και άκρως συναισθηματικός και ασταθής, βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση μ' αυτόν της αδελφής της.
Οικογενειακό δράμα με κάποιους περαιτέρω στόχους. Εκτός του πλήρως εκτροχιασμού που θα επιφέρει στην οικογένεια που τη φιλοξενεί, η παρουσία της "άγνωστης" αδελφής θα λειτουργήσει ως καταλύτης αποκαλύπτοντας τα βαθιά κρυμένα, κάτω από μια ήρεμη καθημερινότητα, προβλήματα και δυσλειτουργικότητές της (της οικογένειας εννοώ). Και ίσως τη συνειδητοποίηση εκ μέρους της αδελφής της για τις πλάνες και την υποκρισία που ζούσε ως τότε. Ωστόσο και η ίδια η "αμερικάνα" αδελφή κάθε άλλο παρά ευτυχισμένη είναι...
Έχει το ενδιαφέρον της, αλλά παραμένει κάπως θεατρικό και δίχως κινηματογραφικές εκπλήξεις. Δείτε το αν σας ενδιαφέρουν τα βαθιά δράματα. Και προσέξτε πόσο η αστική καθημερινότητα της μεσαίας τάξης μιας τόσο μακρινής χώρας μοιάζει (τουλάχιστον όσον αφορά τα ψυχολογικά και οικογενειακά προβλήματα) μ' αυτήν οποιασδήποτε δυτικής χώρας. Και προβληματιστείτε αν θέλετε πάνω στο θέμα της παγκοσμιοποίησης και της ομογενοποίησης της ζωής σε μεγάλο μέρος του πλανήτη.
Παρασκευή, Νοεμβρίου 15, 2019
ΞΑΝΑΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΤΟ "PULP FICTION"
Ο Quentin Tarantino γυρίζει το "Pulp Fiction" το 1994. Είναι η δεύτερη ταινία του και για πολλούς η καλύτερή του. Όλα τα ταραντινικά γνωρίσματα βρίσκονται εδώ, και μάλιστα σε άψογη ισορροπία. Όσο για το καστ... ποιους να πρωτοθυμηθεί κανείς: Την Ούμα Θέρμαν, τον Τζον Τραβόλτα, τον Μπρους Γούίλις, τον Σάμουελ Τζάκσον, τη Ροζάνα Άρκετ, τον Χάρβεϊ Καϊτέλ... για να πούμε μερικούς μόνο.
Σχεδόν σπονδυλωτές, αρχικά άσχετες μεταξύ τους ιστορίες βίας, απάτης, ληστείας, φόνων και άλλων τινών δένουν τελικά μεταξύ τους κάπου στο τέλος. Ενδιάμεσα απίστευτες συζητήσεις περί ανέμων και υδάτων, μπόλικο χιούμορ και καλτ μουσικά κομμάτια συνθέτουν ένα πραγματικά απολαυστικό μωσαϊκό.
Τι είναι αυτό που κάνει τόσο απολαυστικό το φιλμ αυτό; Μα... όλα όσα είπαμε παραπάνω. Ο απίθανος συνδυασμός ωμής βίας, αμπελοφιλοσοφίας, ῾κουφών῾ καταστάσεων, χιούμορ, μουσικής, ποικίλων αναφορών κλπ. κλπ. Ο άριστος ρυθμός της ταινίας, που παρά τις μακρές συζητήσεις, καταφέρνει να μην κάνει ούτε λεπτό κοιλιά. Οι απίθανες - στα όρια της γελοιότητας - καταστάσεις διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ οι σπαρταριστοί τύποι παρελαύνουν καθ᾽όλη τη διάρκεια. Τι άλλο θέλετε;
Ξέρετε φαντάζομαι ότι pulp λένε στην Αμερική τη φτηνή λογοτεχνία (αρχικά), τυπωμένη σε εξίσου φτηνό χαρτί, που κρεμόταν συα περίπτερα σε εξευτελιστικές τιμές και τροφοδοτούσε τα όνειρα και τις φαντασιώσεις εκατομμυρίων. Ε, λοιπόν, αυτό το pulp κλίμα καταφερνει να βγάλει άριστα στο φιλμ ο Ταραντίνο. Και γι´αυτό παίρνει άριστα. Υπάρχει σοβαρή πλευρά; θα αναρωτηθείτε ίσως. Δεν έχω ιδέα. Ή τουλάχιστον δεν έχω ιδέα αν επιδιώκεται συνειδητά κάτι τέτοιο. Ωστόσο η Αμερική που αποτυπώνεται στο φιλμ κάθε άλλο παρά κολακευτική είναι. Μοιάζει σαν ολόκληρη η χώρα να μη διαθέτει τίποτα άλλο εκτός από γκάνγκστερς, πληρωμένους δολοφόνους, χρήστες ποικίλων ουσιών, πουλημένους μποξέρ, βιαστές, ναρκέμπορους, μικροληστές... Παρέλειψα κάτι; Πολλά ίσως, αλλά δεν έχει σημασία. Αν το προσέξετε, παρά τον περιρέοντα χαβαλέ που κάνει τους πάντες συμπαθείς, δεν υπάρχει ούτε ένας νομίζω θετικός χαρακτήρας στην ταινία. Ξαναλέω: Δεν ξέρω αν το κάνει συνειδητά, αλλά πάντως η εικόνα κάθε άλλο παρά κολακευτική για μια χώρα είναι.
Όπως καταλάβατε πάντως προσωπικά το απήλαυσα και πάλι μετά από χρόνια...
Σχεδόν σπονδυλωτές, αρχικά άσχετες μεταξύ τους ιστορίες βίας, απάτης, ληστείας, φόνων και άλλων τινών δένουν τελικά μεταξύ τους κάπου στο τέλος. Ενδιάμεσα απίστευτες συζητήσεις περί ανέμων και υδάτων, μπόλικο χιούμορ και καλτ μουσικά κομμάτια συνθέτουν ένα πραγματικά απολαυστικό μωσαϊκό.
Τι είναι αυτό που κάνει τόσο απολαυστικό το φιλμ αυτό; Μα... όλα όσα είπαμε παραπάνω. Ο απίθανος συνδυασμός ωμής βίας, αμπελοφιλοσοφίας, ῾κουφών῾ καταστάσεων, χιούμορ, μουσικής, ποικίλων αναφορών κλπ. κλπ. Ο άριστος ρυθμός της ταινίας, που παρά τις μακρές συζητήσεις, καταφέρνει να μην κάνει ούτε λεπτό κοιλιά. Οι απίθανες - στα όρια της γελοιότητας - καταστάσεις διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ οι σπαρταριστοί τύποι παρελαύνουν καθ᾽όλη τη διάρκεια. Τι άλλο θέλετε;
Ξέρετε φαντάζομαι ότι pulp λένε στην Αμερική τη φτηνή λογοτεχνία (αρχικά), τυπωμένη σε εξίσου φτηνό χαρτί, που κρεμόταν συα περίπτερα σε εξευτελιστικές τιμές και τροφοδοτούσε τα όνειρα και τις φαντασιώσεις εκατομμυρίων. Ε, λοιπόν, αυτό το pulp κλίμα καταφερνει να βγάλει άριστα στο φιλμ ο Ταραντίνο. Και γι´αυτό παίρνει άριστα. Υπάρχει σοβαρή πλευρά; θα αναρωτηθείτε ίσως. Δεν έχω ιδέα. Ή τουλάχιστον δεν έχω ιδέα αν επιδιώκεται συνειδητά κάτι τέτοιο. Ωστόσο η Αμερική που αποτυπώνεται στο φιλμ κάθε άλλο παρά κολακευτική είναι. Μοιάζει σαν ολόκληρη η χώρα να μη διαθέτει τίποτα άλλο εκτός από γκάνγκστερς, πληρωμένους δολοφόνους, χρήστες ποικίλων ουσιών, πουλημένους μποξέρ, βιαστές, ναρκέμπορους, μικροληστές... Παρέλειψα κάτι; Πολλά ίσως, αλλά δεν έχει σημασία. Αν το προσέξετε, παρά τον περιρέοντα χαβαλέ που κάνει τους πάντες συμπαθείς, δεν υπάρχει ούτε ένας νομίζω θετικός χαρακτήρας στην ταινία. Ξαναλέω: Δεν ξέρω αν το κάνει συνειδητά, αλλά πάντως η εικόνα κάθε άλλο παρά κολακευτική για μια χώρα είναι.
Όπως καταλάβατε πάντως προσωπικά το απήλαυσα και πάλι μετά από χρόνια...
Τετάρτη, Νοεμβρίου 13, 2019
"ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΣΤΙΓΜΑ", Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΣΤΕΝΟΚΕΦΑΛΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ
Το 2003 ο Robert Benton μεταφέρει στην οθόνη το βιβλίο του Philip Roth "Το Ανθρώπινο Στίγμα" (The Human Stain) με λαμπρό καστ: Άντονι Χόπκινς, Νικόλ Κίντμαν, Εντ Χάρις, Γκάρι Σινίζ.
Ένας επιτυχημένος κοσμήτορας σε κολέγιο αναγκάζεται να παραιτηθεί λίγο πριν τη σύνταξη, επειδή εν αγνοία του χρησιμοποίησε έναν ρατσιστικό όρο. Μετά το θάνατο της γυναίκας του, αν και ηλικιωμένος, θα τα φτιάξει με μια πολύ νεότερή του και "κατώτερή" του ταξικά γυναίκα, που δουλεύει ως καθαρίστρια. Αυτό θα θεωρηθεί σκάνδαλο στην πόλη. Παράλληλα βλέπουμε σκηνές από τα νεναικά του χρόνια και, κάποια στιγμή, μαθαίνουμε ένα μυστικό που επιλέγει να κρύβει επιμελώς σχεδόν σ' ολόκληρη τη ζωή του.
Πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο δράμα, που προσπαθεί να θίξει αρκετά θέματα. Τον ρατσισμό πάν' απ' όλα, την ταξική δομή της κοινωνίας, τη συχνά ηλίθια πολιτική ορθότητα, την στενοκέφαλη και υποκριτική κοινωνία, που φαίνεται ευαίσθητη απέναντι σε δευτερεύοντα ζητήματα, σε πολλά άλλα και ουσιαστικά όμως είναι απόλυτα μη ανεκτική και συντηρητική... Αφηγείται την ιστορία με πισωγυρίσματα στο χρόνο, αποκαλύπτοντας προοδευτικά το παζλ, ενώ προσπαθεί να σχεδιάσει τα ψυχολογικά πορτρέτα των ηρώων της. Τέλος, οι ηθοποιίες είναι καλές. Ίσως όμως το όλο αποτέλεσμα να είναι κάπως θεατρικό. Έχει σίγουρα ενδιαφέρον, προβληματίζει σε πολλά επίπεδα τον θεατή (τελικά η "δειλία" και η προδοσία του ήρωα δεν είναι αποτέλεσμα της κοινωνικής κατάστασης και μη ανεκτικότητας;), ενώ σε κάποια σημεία κατάφερε να με συγκινήσει. Ωστόσο, συνολικά, νομίζω ότι δεν είναι τόσο σημαντική κοινωνική ταινία όσο θα ήθελε. Κινηματογραφικά εννοώ.
Ένας επιτυχημένος κοσμήτορας σε κολέγιο αναγκάζεται να παραιτηθεί λίγο πριν τη σύνταξη, επειδή εν αγνοία του χρησιμοποίησε έναν ρατσιστικό όρο. Μετά το θάνατο της γυναίκας του, αν και ηλικιωμένος, θα τα φτιάξει με μια πολύ νεότερή του και "κατώτερή" του ταξικά γυναίκα, που δουλεύει ως καθαρίστρια. Αυτό θα θεωρηθεί σκάνδαλο στην πόλη. Παράλληλα βλέπουμε σκηνές από τα νεναικά του χρόνια και, κάποια στιγμή, μαθαίνουμε ένα μυστικό που επιλέγει να κρύβει επιμελώς σχεδόν σ' ολόκληρη τη ζωή του.
Πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο δράμα, που προσπαθεί να θίξει αρκετά θέματα. Τον ρατσισμό πάν' απ' όλα, την ταξική δομή της κοινωνίας, τη συχνά ηλίθια πολιτική ορθότητα, την στενοκέφαλη και υποκριτική κοινωνία, που φαίνεται ευαίσθητη απέναντι σε δευτερεύοντα ζητήματα, σε πολλά άλλα και ουσιαστικά όμως είναι απόλυτα μη ανεκτική και συντηρητική... Αφηγείται την ιστορία με πισωγυρίσματα στο χρόνο, αποκαλύπτοντας προοδευτικά το παζλ, ενώ προσπαθεί να σχεδιάσει τα ψυχολογικά πορτρέτα των ηρώων της. Τέλος, οι ηθοποιίες είναι καλές. Ίσως όμως το όλο αποτέλεσμα να είναι κάπως θεατρικό. Έχει σίγουρα ενδιαφέρον, προβληματίζει σε πολλά επίπεδα τον θεατή (τελικά η "δειλία" και η προδοσία του ήρωα δεν είναι αποτέλεσμα της κοινωνικής κατάστασης και μη ανεκτικότητας;), ενώ σε κάποια σημεία κατάφερε να με συγκινήσει. Ωστόσο, συνολικά, νομίζω ότι δεν είναι τόσο σημαντική κοινωνική ταινία όσο θα ήθελε. Κινηματογραφικά εννοώ.
Παρασκευή, Νοεμβρίου 08, 2019
ΣΠΑΡΑΚΤΙΚΟ ΑΛΛΑ ΜΑΚΡΟΣΥΡΤΟ "ΦΩΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ"
Τελικά ο Casey Affleck, αδελφός του γνωστού Ben, εκτός από καλός ηθοποιός είναι και ικανός σκηνοθέτης. Το "Light of my Life" (Φως στο Σκοτάδι) του 2019, παρά τα μείον του, το αποδεικνύει.
Πρόκειται για ένα δυστοπικό φιλμ επιστημονικής φαντασίας, που όμως ρίχνει το βάρος στο ψυχολογικό μέρος, δίχως εφέ και άλλα σχετικά. Σε μια μελλοντική, μετακαταστροφική κοινωνία οι γυναίκες έχουν σχεδόν εκλείψει από επιδημία. Οι ελάχιστες που μένουν (μαθαίνουμε ότι, διότι δεν τις βλέπουμε ποτέ) βρίσκονται έγκλειστες, σαν σκλάβες. Ένας μόνος πατέρας όμως έχει μια κόρη γύρω στα 10, που διαθέτει μυστηριωδώς ανοσία. Μ' αυτήν, μονίμως μεταμφιεσμένη σε αγόρι για να την προφυλάξει, περιπλανιούνται σ' έναν ερημωμένο, κατεστραμμένο και άκρως επικίνδυνο κόσμο πασχίζοντας με κάθε τρόπο να επιβιώσουν.
Φυσικά στο μυαλό μας έρχεται κατ' ευθείαν "Ο Δρόμος" (The Road) του 2009. Παρόμοιος εχθρικός κόσμος (υπόλειμμα κόσμου μάλλον) και ένα επίσης περιπλανώμενο ζεύγος (πατέρας - παιδί) που προσπαθεί να επιβιώσει. Το φιλμ του Affleck είναι καλογυρισμένο, με απόλυτα σκοτεινή ατμόσφαιρα, μινιμαλιστικό, συγκινητικό σε κάποια σημεία, επικεντρώνεται στο δραματικό στοιχείο και διαθέτει στοιχεία θρίλερ, με αρκετές βίαιες εξάρσεις. Όπως είπαμε δεν υπάρχουν εφέ ή άλλα στοιχεία απλού εντυπωσιασμού. Και υπάρχει και το ανοιχτό τέλος, καθώς και οι πολύ καλές ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών (του Affleck και της αποκάλυψης Anna Pniowsky).
Συνολικά μπορώ να πω ότι μου άρεσε και το βρήκα σοβαρή προσπάθεια (οι σχέσεις πατέρα - κόρης λειτουργούν ίσως και ως αλληγορία των αληθινών αντίστοιχων σχέσεων, με το συνδυασμό αγάπης - καταπίεσης). Ωστόσο με κούρασε με τους αργούς ρυθμούς του (κυρίως η πρώτη, ατελείωτη σκηνή, αλλά και γενικότερα). Δεν θα το ξανάβλεπα εύκολα...
Πρόκειται για ένα δυστοπικό φιλμ επιστημονικής φαντασίας, που όμως ρίχνει το βάρος στο ψυχολογικό μέρος, δίχως εφέ και άλλα σχετικά. Σε μια μελλοντική, μετακαταστροφική κοινωνία οι γυναίκες έχουν σχεδόν εκλείψει από επιδημία. Οι ελάχιστες που μένουν (μαθαίνουμε ότι, διότι δεν τις βλέπουμε ποτέ) βρίσκονται έγκλειστες, σαν σκλάβες. Ένας μόνος πατέρας όμως έχει μια κόρη γύρω στα 10, που διαθέτει μυστηριωδώς ανοσία. Μ' αυτήν, μονίμως μεταμφιεσμένη σε αγόρι για να την προφυλάξει, περιπλανιούνται σ' έναν ερημωμένο, κατεστραμμένο και άκρως επικίνδυνο κόσμο πασχίζοντας με κάθε τρόπο να επιβιώσουν.
Φυσικά στο μυαλό μας έρχεται κατ' ευθείαν "Ο Δρόμος" (The Road) του 2009. Παρόμοιος εχθρικός κόσμος (υπόλειμμα κόσμου μάλλον) και ένα επίσης περιπλανώμενο ζεύγος (πατέρας - παιδί) που προσπαθεί να επιβιώσει. Το φιλμ του Affleck είναι καλογυρισμένο, με απόλυτα σκοτεινή ατμόσφαιρα, μινιμαλιστικό, συγκινητικό σε κάποια σημεία, επικεντρώνεται στο δραματικό στοιχείο και διαθέτει στοιχεία θρίλερ, με αρκετές βίαιες εξάρσεις. Όπως είπαμε δεν υπάρχουν εφέ ή άλλα στοιχεία απλού εντυπωσιασμού. Και υπάρχει και το ανοιχτό τέλος, καθώς και οι πολύ καλές ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών (του Affleck και της αποκάλυψης Anna Pniowsky).
Συνολικά μπορώ να πω ότι μου άρεσε και το βρήκα σοβαρή προσπάθεια (οι σχέσεις πατέρα - κόρης λειτουργούν ίσως και ως αλληγορία των αληθινών αντίστοιχων σχέσεων, με το συνδυασμό αγάπης - καταπίεσης). Ωστόσο με κούρασε με τους αργούς ρυθμούς του (κυρίως η πρώτη, ατελείωτη σκηνή, αλλά και γενικότερα). Δεν θα το ξανάβλεπα εύκολα...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
































