Το 2001 ο εξαφανισμένος Frank Darabont, (μέχρι σήμερα έχει κάνει μόλις 4 ταινίες), φρέσκος ακόμα απο τις επιτυχίες του "Τελευταία Έξοδος Ρίτα Χέιγουορθ" και "Πράσινο Μίλι", γυρίζει το "The Majestic", τη μοναδική του ταινία που δεν βασίζεται σε βιβλίο του Στίβεν Κινγκ. Το ατού της ήταν βέβαια ο Τζιμ Κάρεϊ σε έναν από τους λίγους δραματικούς του ρόλους.
Στην εποχή του μακαρθισμού (αρχές 50ς), στην περίφημη μαύρη λίστα του Χόλιγουντ, η οποία κατέστρεψε ουκ ολιγες καριέρες, μπαίνει ένας νεαρός και φέρελπις σεναριογράφος. Φυσικά καλείται να "μετανοήσει", δίνοντας στην φασιστική επιτροπή ονόματα κομμουνιστών συναδέλφων που έχουν παρεισφρύσει στο... άσπιλο αμερικάνικο σινεμά και το... αθώο Χόλιγουντ. Συγχισμένος θα πιει πολύ αλκοόλ, θα οδηγήσει και θα στουκάρει με το αυτοκίνητό του. Ανασύρεται από τα νερά σε άγνωστη μικρή πόλη και συνειδητοποιεί ότι έχει πάθει αμνησία και ότι αγνοεί τα πάντα για το παρελθόν του. Εκεί όμως όλοι τον δέχονται σαν ήρωα, αφού μοιάζει με έναν λαμπρό νεαρό που θεωρούσαν ότι σκοτώθηκε στον πόλεμο δίχως να βρεθεί το πτώμα του. Εφόσον λοιπόν εκείνος δε θυμάται τίποτα αποδέχεται την ταυτότητα αυτή. Με τον ηλικιωμένο πατέρα του θα ξανανοίξουν το σινεμά Ματζέστικ, θα αρχίσει να νοιώθει απόλυτα ευτυχισμένος, το παρελθόν όμως καραδοκεί...
Εντάξει, σε πρώτη θέαση το φιλμ φαίνεται συμπαθητικό, γλυκό, διδακτικό και κυρίως νοσταλγικό. Δεν πέρασα άσχημα βλέποντάς το, παρά την μεγάλη (και μάλλον αχρείαστη) διάρκειά του (152 λεπτά). Επίσης, λογικό είναι, βρίσκεται στη "σωστή πλευρά" καταδικάζοντας απερίφραστα τον σκοταδισμό και τη μισσαλοδοξία μιας από τις μελανότερες εποχές της αμερικάνικης ιστορίας. Εδώ το ζητούμενο είναι να δηλώσει κανείς το αυτονόητο: "Δεν είμαι κομμουνιστής, οποιοσδήποτε όμως, βάσει του συντάγματος και της υποτιθέμενης ελευθερίας της χώρας, έχει το δικαίωμα να είναι". Προφανές. Λίγοι όμως τολμούσαν να κάνουν κάτι τέτοιο τότε... Καλά πάμε λοιπόν από πολιτική σκοπιά. Τι γίνεται όμως σεναριακά; Ε, λοιπόν, εκεί τα πράγματα δεν βγαίνουν. Θα έκανα απαράδεκτο σπόιλερ αν εξηγούσα λεπτομερώς γιατί και πώς, αλλά τα πάντα βασίζονται σε εντελώς απίθανες συμπτώσεις ή, τέλος πάντων, κάτι τέτοιο όπως αυτό που βλέπουμε θα ήταν αδύνατο να συμβεί. Όσο για την εικόνα της αμερικάνικης επαρχίας των 50ς, παρουσιάζεται εντελώς ειδυλλιακή, γλυκιά, παστέλ. Όπως και η εμφανής κινηματογραφοφιλία της ταινίας (το σινεμά "Ματζέστικ", οι παλιές, ασπρόμαυρες ταινίες που προβάλλονται, οι αφίσες, η "οικογενειακή" προσέλευση του κοινού) όλα συντελούν στο να ξυπνήσουν μέσα μας το αίσθημα της απόλυτης νοσταλγίας.
Αυτά λοιπόν. Πολιτικά ορθό, υποστηρίζοντας ότι οφείλουμε να έχουμε το θάρρος να υπερασπιζόμαστε τις απόψεις μας ακόμα κι αν αυτές είναι μειοψηφικές, υπερβολικά νοσταλγικό και λουστραρισμένο, βλέπεται μεν ευχάριστα (αν δεν κουραστείτε από τη διάρκειά του), αλλά... Μάλλον η πιο αδύνατη ταινία από τις τέσσερις του Darabont.
Πέμπτη, Οκτωβρίου 12, 2017
Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2017
"ΤΟ ΑΥΤΟ" ΠΟΥ ΠΑΙΖΕΙ ΜΕ ΤΟΥς ΦΟΒΟΥΣ (ΜΑΣ) ΚΑΙ ΜΑΣ ΤΡΟΜΑΖΕΙ
Τo "It" ("Το Αυτό") είναι ένα από τα πιο γνωστά (και ογκωδέστερα) βιβλία του Στίβεν Κινγκ. Είχε μεταφερθεί στην τηλεοπτική μόνο οθόνη το 1990 με μέτρια (απ' όσο θυμάμαι τουλάχιστον) αποτελέσματα. Το 2017 όμως ο Andy Muschietti το μεταφέρει στην οθόνη (το σχεδόν αυτοτελές πρώτο μέρος) με εξαιρετική (εισπρακτική τουλάχιστον) επιτυχία. Και είναι μόλις η δεύτερη ταινία του!
Στα τέλη της δεκαετίας του 80 μια αμερικάνικη κωμόπολη στοιχειώνεται από την παρουσία ενός δαιμονικού κλόουν που καταβροχθίζει παιδιά. Στα θύματά του συγκαταλέγεται και ο μικρός αδελφός του παιδιού που πρωταγωνιστεί. Το οποίο παιδί, που μόλις μπαίνει στην εφηβεία, αποτελεί μέλος μιας επταμελούς παρέας από losers, που υφίστανται ανελέητο μπούλινγκ από μια παρέα μεγαλύτερων εφήβων και κάθε άλλο παρά δημοφιλή είναι στο σχολείο. Κάποια στιγμή τα παιδιά αντιλαμβάνονται ότι "Αυτό" τρέφεται κυριολεκτικά με τον φόβο τους και, όπως κάνουν και με την παρέα που τους παρενοχλεί, αποφασίζουν να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν το απόλυτο Κακό.
Πολύ καλογυρισμένη ταινία τρόμου, η οποία περισσότερο λειτουργεί συμβολικά: Μιλά για τη δύσκολη ενηλικίωση, για το γεγονός ότι πρέπει κανείς να αντιμετωπίσει τους φόβους του για να τους ξεπεράσει - αυτό είναι και το βασικό νόημα του φιλμ, επίσης όμως μιλά για την πολυεπίπεδη κοινωνική καταπίεση: Οι μικροί ήρωες είναι losers ακριβώς επειδή καταπιέζονται στην προσωπική τους ζωή: Θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από τον πατέρα της η μοναδική κοπέλα της παρέας, θρησκευτικής καταπίεσης το εβραιόπουλο, μητρικού υπερπροστατευτισμού το άλλο κλπ. Το ξεπέρασμα του μεταφυσικού "κακού" λοιπόν λειτουργεί απόλυτα συμβολικά, θέλοντας να δείξει ότι το ζητούμενο στη ζωή είναι το ξεπέρασμα του κοινωνικού κακού. Έτσι, μέσα απ' όλα αυτά, το φιλμ στιγματιζει και κριτικάρει μια καταπιεστική Αμερική (κοινωνικά, θρησκευτικά, φυλετικά, οικογενειακά κλπ.), όπου μια μεγαλύτερη γενιά "ευνουχίζει¨" τη νεότερη.
Πολύ καλές ερμηνείες απο τους μικρούς πρωταγωνιστές, ωραίες - και τρομακτικές - εικόνες, όχι κατάχρηση εφέ και μονίμως αιωρούμενες στην ατμόσφαιρα η τρυφερότητα και η νοσταλγικότητα. Για την παιδική ηλικία, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα (και απογοητεύσεις) κλπ. Σεναριακά βέβαια τα προβλήματα υπάρχουν: Το τι ακριβώς είναι "Αυτό", πώς λειτουργεί και πώς επανέρχεται με τα χρόνια παραμένουν μάλλον θολά. Όσο για τους χαρακτήρες... εντάξει, δεν είναι ό,τι πιο αληθοφανές υπάρχει. Σε πρώτη φάση νομίζω ότι κανείς δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει τόσο λογικά και συγκροτημένα όσο οι νεαροί μας κάτω από τέτοιες εφιαλτικές συνθήκες. Αλλά αυτά είναι συνήθεις συμβάσεις στα φιλμ τρόμου και ας κάνουμε τα στραβά μάτια. Γενικά νομίζω ότι προκειται για ικανοποιητικότατη μεταφορά και για καλή ταινία.
Στα τέλη της δεκαετίας του 80 μια αμερικάνικη κωμόπολη στοιχειώνεται από την παρουσία ενός δαιμονικού κλόουν που καταβροχθίζει παιδιά. Στα θύματά του συγκαταλέγεται και ο μικρός αδελφός του παιδιού που πρωταγωνιστεί. Το οποίο παιδί, που μόλις μπαίνει στην εφηβεία, αποτελεί μέλος μιας επταμελούς παρέας από losers, που υφίστανται ανελέητο μπούλινγκ από μια παρέα μεγαλύτερων εφήβων και κάθε άλλο παρά δημοφιλή είναι στο σχολείο. Κάποια στιγμή τα παιδιά αντιλαμβάνονται ότι "Αυτό" τρέφεται κυριολεκτικά με τον φόβο τους και, όπως κάνουν και με την παρέα που τους παρενοχλεί, αποφασίζουν να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν το απόλυτο Κακό.
Πολύ καλογυρισμένη ταινία τρόμου, η οποία περισσότερο λειτουργεί συμβολικά: Μιλά για τη δύσκολη ενηλικίωση, για το γεγονός ότι πρέπει κανείς να αντιμετωπίσει τους φόβους του για να τους ξεπεράσει - αυτό είναι και το βασικό νόημα του φιλμ, επίσης όμως μιλά για την πολυεπίπεδη κοινωνική καταπίεση: Οι μικροί ήρωες είναι losers ακριβώς επειδή καταπιέζονται στην προσωπική τους ζωή: Θύμα σεξουαλικής κακοποίησης από τον πατέρα της η μοναδική κοπέλα της παρέας, θρησκευτικής καταπίεσης το εβραιόπουλο, μητρικού υπερπροστατευτισμού το άλλο κλπ. Το ξεπέρασμα του μεταφυσικού "κακού" λοιπόν λειτουργεί απόλυτα συμβολικά, θέλοντας να δείξει ότι το ζητούμενο στη ζωή είναι το ξεπέρασμα του κοινωνικού κακού. Έτσι, μέσα απ' όλα αυτά, το φιλμ στιγματιζει και κριτικάρει μια καταπιεστική Αμερική (κοινωνικά, θρησκευτικά, φυλετικά, οικογενειακά κλπ.), όπου μια μεγαλύτερη γενιά "ευνουχίζει¨" τη νεότερη.
Πολύ καλές ερμηνείες απο τους μικρούς πρωταγωνιστές, ωραίες - και τρομακτικές - εικόνες, όχι κατάχρηση εφέ και μονίμως αιωρούμενες στην ατμόσφαιρα η τρυφερότητα και η νοσταλγικότητα. Για την παιδική ηλικία, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα (και απογοητεύσεις) κλπ. Σεναριακά βέβαια τα προβλήματα υπάρχουν: Το τι ακριβώς είναι "Αυτό", πώς λειτουργεί και πώς επανέρχεται με τα χρόνια παραμένουν μάλλον θολά. Όσο για τους χαρακτήρες... εντάξει, δεν είναι ό,τι πιο αληθοφανές υπάρχει. Σε πρώτη φάση νομίζω ότι κανείς δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει τόσο λογικά και συγκροτημένα όσο οι νεαροί μας κάτω από τέτοιες εφιαλτικές συνθήκες. Αλλά αυτά είναι συνήθεις συμβάσεις στα φιλμ τρόμου και ας κάνουμε τα στραβά μάτια. Γενικά νομίζω ότι προκειται για ικανοποιητικότατη μεταφορά και για καλή ταινία.
Δευτέρα, Οκτωβρίου 09, 2017
Ο "ΜΑΥΡΟΣ ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ"ΚΑΙ Η ΗΤΤΑ ΤΟΥ ΑΣΦΥΚΤΙΚΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗN ΟΡΓΙΩΔΗ ΦΥΣΗ
Το 1947 ένας από τους μεγαλύτερους βρετανούς σκηνοθέτες, ο Michael Powell (πάντα με τον μόνιμο συνεργάτη του Emeric Pressburger) γυρίζει τον "Μαύρο Νάρκισσο", ένα παράξενο φιλμ τόσο αισθητικά όσο και νοηματικά.
Μια ηγουμένη στην Ινδία στέλνει πέντε μοναχές με επικεφαλής την αδελφή Clodagh (Ντέμπορα Κερ) να ιδρύσουν ένα μοναστήρι σε μια κορυφή των Ιμαλαϊων, το οποίο θα στεγαστεί σε ένα παλιό παλάτι που παραχώρησε στις μοναχές ο "Γέρος Στρατηγός" (κάτι σαν ντόπιος άρχοντας). Οι καλόγριες θα παρέχουν εκπαίδευση στα παιδιά και θα βοηθούν ιατρικά και με όποιον άλλον τρόπο τους κάτοικους του χωριού που βρίσκεται στην κοιλάδα πολύ - πολύ κάτω από το μοναστήρι. Στο επιβλητικό αυτό μέρος θα έρθουν σε επαφή με τους ντόπιους, τον νεαρό ντυμένο μονίμως σαν παγώνι πρίγκηπά τους, αλλά και με τον κυνικό και σαρκαστικό άγγλο διοικητή της περιοχής. Σύντομα θα βγουν στην επιφάνεια θαμένα - καταπιεσμένα αισθήματα και πάθη (ερωτικά και μη) και θα ξεσπάσουν εντάσεις τόσο με τους ντόπιους όσο και μεταξύ των μοναχών. Αλλά είναι το συγκλονιστικό τοπίο, η φύση δηλαδή, που θα αρχίσει ολοένα να έχει το πάνω χέρι...
Αισθητικά η ταινία είναι γυρισμένη σε ένα εκθαμβωτικό τεχνικολόρ (ίσως κάπου να αγγίζει και τα όρια του κιτς) και ολόκληρη σε στούντιο. Όλα τα σκηνικά και τα τοπία είναι ζωγραφισμένα. Όλα αυτά προσδίδουν μια εξωπραγματική, τεχνητή υφή στην εικόνα και τελικά δημιουργούν μια παράξενη ατμόσφαιρα και εμπειρία θέασης.
Σαν φιλμ τώρα δεν το βρίσκω άψογο. Ομολογώ ότι σε κάποια σημεία του πρώτου μέρους μάλλον κουράστηκα. Καθώς όμως προχωρά η ταινία η εντάσεις ανεβαίνουν και σιγά - σιγά αποκαλύπτεται το αιρετικό της νόημα: Η μοναχική ζωή, εξ ορισμού στερημένη από υλικές χαρές, η καταπίεση των παθών, η χριστιανική αυστηρότητα, τα πάντα αρχίζουν βαθμιαία να καταρρέουν. Δεν είναι μόνο οι πολύχρωμοι ντόπιοι, και κυρίως ο νεαρός πρίγκηπας και η όμορφη κοπέλα που καταφεύγει στη μονή, δεν είναι η ίδια η απομόνωση στο σχεδόν απάτητο αυτό σημείο του πλανήτη, είναι τελικά αυτή καθ' εαυτή η φύση με την άγρια ομορφιά της και το τρομερό μεγαλείο της που θα δώσουν το τελειωτικό χτύπημα στην κοινότητα, που θα κάνουν τα πάθη να εκραγούν, που θα τινάξουν στον αέρα τα προσχήματα και την κάθε μορφής μαζοχιστική ουσιαστικά εγκαρτέρηση (είναι χαρακτηριστική η στάση της πιο ηλικιωμένης και μακριά από σαρκικά πάθη μοναχής, υπεύθυνης για τον κήπο, που βαθμιαία παύει να καλλιεργεί λαχανικά, όπως ήταν το πρόγραμμα, αλλά αφήνεται στην καλλιέργεια πανέμορφων, πολύχρωμων - και πρακτικά άχρηστων - λουλουδιών) .
Κάπου εκεί, σ' έναν ψηλό βράχο, κατοικεί πάντα στην ίδια θέση, ημιγυμνος, αγνοώντας το κρύο και μόνιμα σιωπηλός, ένας ερημίτης. Αυτός και ο ηδονιστής βρετανος διοικητής είναι τα συμβολικά δύο άκρα του δίπολου. Κάποια στιγμή λέγεται ξεκάθαρα: "Σ' ένα μέρος σαν αυτό πρέπει ή να είσαι σαν τον ερημίτη, ο οποίος μοιάζει να μην διαθέτει καν αισθήσεις και είναι εντελώς φευγάτος απ' αυτόν τον κόσμο ή απόλυτα παραδομένος, αφημένος στη γύρω αβάσταχτη ομορφιά και τις ηδονές, όπως ο διοκητής. Οτιδήποτε άλλο καταρρέει".
Σημαντική ταινία, αιρετική όπως προανέφερα και αρκετά πικρή τελικά (καθόλου δεν αρκούν οι καλές προθέσεις), όχι υποχρεωτικά "πολύ καλή" (σας είπα ότι κάπου με κούρασε κιόλας), πολύ ιδιαίτερη όμως, πιστεύω, με έναν καθαρά δικό της τρόπο. Αξίζει να την ψάξετε.
Μια ηγουμένη στην Ινδία στέλνει πέντε μοναχές με επικεφαλής την αδελφή Clodagh (Ντέμπορα Κερ) να ιδρύσουν ένα μοναστήρι σε μια κορυφή των Ιμαλαϊων, το οποίο θα στεγαστεί σε ένα παλιό παλάτι που παραχώρησε στις μοναχές ο "Γέρος Στρατηγός" (κάτι σαν ντόπιος άρχοντας). Οι καλόγριες θα παρέχουν εκπαίδευση στα παιδιά και θα βοηθούν ιατρικά και με όποιον άλλον τρόπο τους κάτοικους του χωριού που βρίσκεται στην κοιλάδα πολύ - πολύ κάτω από το μοναστήρι. Στο επιβλητικό αυτό μέρος θα έρθουν σε επαφή με τους ντόπιους, τον νεαρό ντυμένο μονίμως σαν παγώνι πρίγκηπά τους, αλλά και με τον κυνικό και σαρκαστικό άγγλο διοικητή της περιοχής. Σύντομα θα βγουν στην επιφάνεια θαμένα - καταπιεσμένα αισθήματα και πάθη (ερωτικά και μη) και θα ξεσπάσουν εντάσεις τόσο με τους ντόπιους όσο και μεταξύ των μοναχών. Αλλά είναι το συγκλονιστικό τοπίο, η φύση δηλαδή, που θα αρχίσει ολοένα να έχει το πάνω χέρι...
Αισθητικά η ταινία είναι γυρισμένη σε ένα εκθαμβωτικό τεχνικολόρ (ίσως κάπου να αγγίζει και τα όρια του κιτς) και ολόκληρη σε στούντιο. Όλα τα σκηνικά και τα τοπία είναι ζωγραφισμένα. Όλα αυτά προσδίδουν μια εξωπραγματική, τεχνητή υφή στην εικόνα και τελικά δημιουργούν μια παράξενη ατμόσφαιρα και εμπειρία θέασης.
Σαν φιλμ τώρα δεν το βρίσκω άψογο. Ομολογώ ότι σε κάποια σημεία του πρώτου μέρους μάλλον κουράστηκα. Καθώς όμως προχωρά η ταινία η εντάσεις ανεβαίνουν και σιγά - σιγά αποκαλύπτεται το αιρετικό της νόημα: Η μοναχική ζωή, εξ ορισμού στερημένη από υλικές χαρές, η καταπίεση των παθών, η χριστιανική αυστηρότητα, τα πάντα αρχίζουν βαθμιαία να καταρρέουν. Δεν είναι μόνο οι πολύχρωμοι ντόπιοι, και κυρίως ο νεαρός πρίγκηπας και η όμορφη κοπέλα που καταφεύγει στη μονή, δεν είναι η ίδια η απομόνωση στο σχεδόν απάτητο αυτό σημείο του πλανήτη, είναι τελικά αυτή καθ' εαυτή η φύση με την άγρια ομορφιά της και το τρομερό μεγαλείο της που θα δώσουν το τελειωτικό χτύπημα στην κοινότητα, που θα κάνουν τα πάθη να εκραγούν, που θα τινάξουν στον αέρα τα προσχήματα και την κάθε μορφής μαζοχιστική ουσιαστικά εγκαρτέρηση (είναι χαρακτηριστική η στάση της πιο ηλικιωμένης και μακριά από σαρκικά πάθη μοναχής, υπεύθυνης για τον κήπο, που βαθμιαία παύει να καλλιεργεί λαχανικά, όπως ήταν το πρόγραμμα, αλλά αφήνεται στην καλλιέργεια πανέμορφων, πολύχρωμων - και πρακτικά άχρηστων - λουλουδιών) .
Κάπου εκεί, σ' έναν ψηλό βράχο, κατοικεί πάντα στην ίδια θέση, ημιγυμνος, αγνοώντας το κρύο και μόνιμα σιωπηλός, ένας ερημίτης. Αυτός και ο ηδονιστής βρετανος διοικητής είναι τα συμβολικά δύο άκρα του δίπολου. Κάποια στιγμή λέγεται ξεκάθαρα: "Σ' ένα μέρος σαν αυτό πρέπει ή να είσαι σαν τον ερημίτη, ο οποίος μοιάζει να μην διαθέτει καν αισθήσεις και είναι εντελώς φευγάτος απ' αυτόν τον κόσμο ή απόλυτα παραδομένος, αφημένος στη γύρω αβάσταχτη ομορφιά και τις ηδονές, όπως ο διοκητής. Οτιδήποτε άλλο καταρρέει".
Σημαντική ταινία, αιρετική όπως προανέφερα και αρκετά πικρή τελικά (καθόλου δεν αρκούν οι καλές προθέσεις), όχι υποχρεωτικά "πολύ καλή" (σας είπα ότι κάπου με κούρασε κιόλας), πολύ ιδιαίτερη όμως, πιστεύω, με έναν καθαρά δικό της τρόπο. Αξίζει να την ψάξετε.
Σάββατο, Οκτωβρίου 07, 2017
"MADAME HYDE" ΩΣ ΑΝΤΙΘΕΤΟ... ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑΣ ΤΖΕΚΙΛ
Υπάρχουν κινηματογραφικές στιγμές που, δίχως υποχρεωτικά να είναι απόλυτα κακές, αναρωτιέσαι γιατί δημιουργήθηκαν... Στην προκειμένη περίπτωση βέβαια έγιναν μάλλον για να δώσουν στην εξαιρετική Ιζαμπέλ Ιπέρ άλλον έναν ρόλο - επίδειξη των δυνατοτήτων της. Όλα τα υπόλοιπα μου φαίνονται αδιάφορα - αν και αρκούντως "κουφά".
Η προκαταρκτική αυτή γκρίνια αφορά την ταινία του Serge Bozon (κυρίως ηθοποιός ο ίδιος) "Madame Hyde" (2017). Στην οποία συμβαίνουν τα εξής: Η ηρωίδα είναι καθηγήτρια φυσικής σε γυμνάσιο, η οποία εμφανέστατα... έχει χάσει το παιχνίδι. Οι μαθητές της τής έχουν πάρει τον αέρα, της κάνουν καζούρα και κάθε άλλο παρά προσέχουν στο μάθημα, οι συνάδελφοί της τη θεωρούν "αμελητέα ποσότητα", αυτή όμως συνεχίζει στωικά. Ώσπου μια μέρα τη χτυπά κεραυνός (τεχνητός, κατά τη διάρκεια ενός πειράματος) και από τότε μια νέα προσωπικότητα γεννιέται μέσα της. Δυναμική, συναρπαστική στο μάθημα, εντυπωσιάζει τους πάντες (και τον επιθεωρητή), αναπτύσσει μια ιδιαίτερη σχέση με έναν ανάπηρο μαθητή της και μερικές φορές τις νύχτες γίνεται η "Πύρινη Γυναίκα"...
Η ταινία είναι, υποτίθεται, μια μαύρη κωμωδία. Ωστόσο προσωπικά ούτε γέλασα πολύ ούτε ιδιαίτερα μαύρη τη βρήκα. Τελικά δεν νομίζω ότι το πήγαινε πουθενά ούτε και ότι αποφάσιζε τι ακριβώς θα ήθελε να είναι (σουρεαλιστική; μαύρη; τι;). Βρήκα το σενάριο λίγο "ατσούμπαλο", ο αναδυόμενος Χάιντ μου φάνηκε μάλλον αδιάφορος σαν χαρακτήρας και το σε τι ακριβώς μετατρέπεται η ηρωίδα φοβάμαι ότι παραμένει αδιευκρίνιστο (είναι κακιά; είναι γοητευτική; είναι άθελά της καταστροφική; τι;). Στο μεταξύ υπάρχουν ορισμένοι "κουφοί" χαρακτήρες: Πρώτος και καλύτερος ο αρενωπός σύζυγος, ο οποίος έχει αναλάβει οικειοθελώς τα οικιακά και λατρεύει, άγνωστο γιατί, την μάλλον ανιαρή, μπανάλ και δίχως κάτι ιδιαίτερο σύζυγό του (πριν "αλλάξει" εννοώ), αλλά και ένας μαθητευόμενος, του οποίου ο χαρακτήρας μένει κατά τη γνώμη μου ανεκμετάλλευτος, ο ανεκδιήγητος διευθυντής του σχολείου κλπ.
Σε γενικές γραμμές βρήκα το φιλμ άτολμο και άνευρο και δεν κατάλαβα ακριβώς πού αποσκοπούσε. Μένει μονο η Ιπέρ, όπως πάντα καλή στον παράξενο ρόλο της - πρέπει και η ίδια να διαθέτει χιούμορ για να αναλαμβάνει ρόλους σαν αυτόν. Είπαμε: Το γαλλικό σινεμά δεν νομίζω ότι βρίσκεται πολύ στα πάνω του και, ακόμα κι όταν θέλει να κάνει κάτι πρωτότυπο ή "κουφό" φοβάμαι ότι ούτε πολύ πρωτότυπο το κάνει ούτε πολύ κουφό.
Η προκαταρκτική αυτή γκρίνια αφορά την ταινία του Serge Bozon (κυρίως ηθοποιός ο ίδιος) "Madame Hyde" (2017). Στην οποία συμβαίνουν τα εξής: Η ηρωίδα είναι καθηγήτρια φυσικής σε γυμνάσιο, η οποία εμφανέστατα... έχει χάσει το παιχνίδι. Οι μαθητές της τής έχουν πάρει τον αέρα, της κάνουν καζούρα και κάθε άλλο παρά προσέχουν στο μάθημα, οι συνάδελφοί της τη θεωρούν "αμελητέα ποσότητα", αυτή όμως συνεχίζει στωικά. Ώσπου μια μέρα τη χτυπά κεραυνός (τεχνητός, κατά τη διάρκεια ενός πειράματος) και από τότε μια νέα προσωπικότητα γεννιέται μέσα της. Δυναμική, συναρπαστική στο μάθημα, εντυπωσιάζει τους πάντες (και τον επιθεωρητή), αναπτύσσει μια ιδιαίτερη σχέση με έναν ανάπηρο μαθητή της και μερικές φορές τις νύχτες γίνεται η "Πύρινη Γυναίκα"...
Η ταινία είναι, υποτίθεται, μια μαύρη κωμωδία. Ωστόσο προσωπικά ούτε γέλασα πολύ ούτε ιδιαίτερα μαύρη τη βρήκα. Τελικά δεν νομίζω ότι το πήγαινε πουθενά ούτε και ότι αποφάσιζε τι ακριβώς θα ήθελε να είναι (σουρεαλιστική; μαύρη; τι;). Βρήκα το σενάριο λίγο "ατσούμπαλο", ο αναδυόμενος Χάιντ μου φάνηκε μάλλον αδιάφορος σαν χαρακτήρας και το σε τι ακριβώς μετατρέπεται η ηρωίδα φοβάμαι ότι παραμένει αδιευκρίνιστο (είναι κακιά; είναι γοητευτική; είναι άθελά της καταστροφική; τι;). Στο μεταξύ υπάρχουν ορισμένοι "κουφοί" χαρακτήρες: Πρώτος και καλύτερος ο αρενωπός σύζυγος, ο οποίος έχει αναλάβει οικειοθελώς τα οικιακά και λατρεύει, άγνωστο γιατί, την μάλλον ανιαρή, μπανάλ και δίχως κάτι ιδιαίτερο σύζυγό του (πριν "αλλάξει" εννοώ), αλλά και ένας μαθητευόμενος, του οποίου ο χαρακτήρας μένει κατά τη γνώμη μου ανεκμετάλλευτος, ο ανεκδιήγητος διευθυντής του σχολείου κλπ.
Σε γενικές γραμμές βρήκα το φιλμ άτολμο και άνευρο και δεν κατάλαβα ακριβώς πού αποσκοπούσε. Μένει μονο η Ιπέρ, όπως πάντα καλή στον παράξενο ρόλο της - πρέπει και η ίδια να διαθέτει χιούμορ για να αναλαμβάνει ρόλους σαν αυτόν. Είπαμε: Το γαλλικό σινεμά δεν νομίζω ότι βρίσκεται πολύ στα πάνω του και, ακόμα κι όταν θέλει να κάνει κάτι πρωτότυπο ή "κουφό" φοβάμαι ότι ούτε πολύ πρωτότυπο το κάνει ούτε πολύ κουφό.
Παρασκευή, Οκτωβρίου 06, 2017
ΕΝΑΣ ΕΛΕΦΑΝΤΑΣ ΠΟΥ ΤΟΝ ΕΛΕΓΑΝ ΠΟΠΑΪ
Πολλά περίεργα συμβαίνουν στην εξωτική Ταϊλάνδη. Ωστόσο θα περιοριστώ να σας πω τι συμβαίνει στο φιλμ "Pop Aye" που γύρισε το 2017 ο Kirsten Tan.
Ένας μεσήλικας αρχιτέκτονας, που νοιώθει κενός μέσα του μετά την απόρριψη από τη γυναίκα του και τον παραγκωνισμό του στη δουλειά από νεότερα στελέχη, εγκαταλείπει τα πάντα, αγοραζει έναν... ελέφαντα και μ' αυτόν περιπλανιέται στη χώρα με σκοπό να τον οδηγήσει στο χωριό του, όπου θα τον αφήσει. Έτσι εμείς παρακολουθούμε ένα αργό οδοιπορικό στην ύπαιθρο μέχρι τον τελικό προορισμό, αλλά και το τι συμβαίνει μετά. Φυσικά, όπως συμβαίνει στα road movies, στο δρόμο θα συναντήσει πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους, θα εμπλακεί σε ιστορίες κλπ.
Κατ' αρχήν πρέπει να παρατηρήσω ότι το φιλμ είναι αρκετά αργό. Καλό είναι λοιπόν να είστε προετοιμασμένοι για μακρόσυρτους ρυθμούς. Πέραν αυτού διαθέτει μια τρυφερότητα, μια νοσταλγία για την παιδική ηλικία και άίσθηση του αδυσώπητου χρόνου που περνά ανεπιστρεπτί. Και βέβαια έναν προβληματισμό πάνω στο αίσθημα "αχρηστίας" που νοιώθει ένας άνθρωπος που έχει περάσει κάποια ηλικία και πάνω στο κενό που αφήνουν το (φυσιολογικό) τέλος της αγάπης και της καριέρας. Όσο για τον πελώριο ελέφαντα... ε, αυτός είναι ένα σύμβολο ή μια ανάμνηση της παιδικής ηλικίας, όπως θα καταλάβετε (στην Μπανγκόγκ οι λίγοι ελέφαντες είναι εξημερωμένοι και κυκλοφορούν από τα αφεντικά τους ως τουριστική ατραξιόν, όπως οι παλιοί δικοί μας αρκουδιάρηδες, ενώ στην επαρχία κυκλοφορούν ελεύθεροι ή χρησιμοποιούνται για δουλειές).
Στην ταινία η επαρχία δεν παρουσιάζεται καθόλου εξωραϊσμένη, εξωτική ή/και καρτποσταλική. Αντίθετα είναι μουντή, βρώμικη, συχνά γεμάτη σκουπίδια, άσχημα κτίρια και κάθε άλλο παρά "ηθικά" μέρη. Και οι άνθρωποι άλλωστε συχνά είναι σκληροί ή απλώς ρεαλιστές (ο θείος, τα τραβεστί, ο οδηγός του διερχόμενου φορτηγού κλπ.). Το κενό και η νοσταλγία υπάρχουν, τίποτα όμως δεν είναι ακριβώς μέλι - γάλα.
Συμπαθητικό φιλμ, αλλά μέχρις εκεί. Δεν νομίζω ότι είναι ένα από τα καλύτερα road movies που έχω δει. Ούτε και κακό πάντως το λες. Ο αργός ρυθμός με κούρασε κάπως, όχι όμως και υπερβολικά. Μένουν η παράδοξες εικόνες ενός πεζού να περιπλανιέται με έναν τεράστιο ελέφαντα.
Ένας μεσήλικας αρχιτέκτονας, που νοιώθει κενός μέσα του μετά την απόρριψη από τη γυναίκα του και τον παραγκωνισμό του στη δουλειά από νεότερα στελέχη, εγκαταλείπει τα πάντα, αγοραζει έναν... ελέφαντα και μ' αυτόν περιπλανιέται στη χώρα με σκοπό να τον οδηγήσει στο χωριό του, όπου θα τον αφήσει. Έτσι εμείς παρακολουθούμε ένα αργό οδοιπορικό στην ύπαιθρο μέχρι τον τελικό προορισμό, αλλά και το τι συμβαίνει μετά. Φυσικά, όπως συμβαίνει στα road movies, στο δρόμο θα συναντήσει πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους, θα εμπλακεί σε ιστορίες κλπ.
Κατ' αρχήν πρέπει να παρατηρήσω ότι το φιλμ είναι αρκετά αργό. Καλό είναι λοιπόν να είστε προετοιμασμένοι για μακρόσυρτους ρυθμούς. Πέραν αυτού διαθέτει μια τρυφερότητα, μια νοσταλγία για την παιδική ηλικία και άίσθηση του αδυσώπητου χρόνου που περνά ανεπιστρεπτί. Και βέβαια έναν προβληματισμό πάνω στο αίσθημα "αχρηστίας" που νοιώθει ένας άνθρωπος που έχει περάσει κάποια ηλικία και πάνω στο κενό που αφήνουν το (φυσιολογικό) τέλος της αγάπης και της καριέρας. Όσο για τον πελώριο ελέφαντα... ε, αυτός είναι ένα σύμβολο ή μια ανάμνηση της παιδικής ηλικίας, όπως θα καταλάβετε (στην Μπανγκόγκ οι λίγοι ελέφαντες είναι εξημερωμένοι και κυκλοφορούν από τα αφεντικά τους ως τουριστική ατραξιόν, όπως οι παλιοί δικοί μας αρκουδιάρηδες, ενώ στην επαρχία κυκλοφορούν ελεύθεροι ή χρησιμοποιούνται για δουλειές).
Στην ταινία η επαρχία δεν παρουσιάζεται καθόλου εξωραϊσμένη, εξωτική ή/και καρτποσταλική. Αντίθετα είναι μουντή, βρώμικη, συχνά γεμάτη σκουπίδια, άσχημα κτίρια και κάθε άλλο παρά "ηθικά" μέρη. Και οι άνθρωποι άλλωστε συχνά είναι σκληροί ή απλώς ρεαλιστές (ο θείος, τα τραβεστί, ο οδηγός του διερχόμενου φορτηγού κλπ.). Το κενό και η νοσταλγία υπάρχουν, τίποτα όμως δεν είναι ακριβώς μέλι - γάλα.
Συμπαθητικό φιλμ, αλλά μέχρις εκεί. Δεν νομίζω ότι είναι ένα από τα καλύτερα road movies που έχω δει. Ούτε και κακό πάντως το λες. Ο αργός ρυθμός με κούρασε κάπως, όχι όμως και υπερβολικά. Μένουν η παράδοξες εικόνες ενός πεζού να περιπλανιέται με έναν τεράστιο ελέφαντα.
Πέμπτη, Οκτωβρίου 05, 2017
"ΤΟ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΟ ΝΗΣΙ" ΚΑΙ Ο ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΓΥΡΩ ΤΟΥ
Πρόκειται για ένα αγχωτικό θρίλερ με ηρωίδα μια ισπανίδα μετανάστρια στη Νέα Υόρκη, η οποία κάνει διάφορες δουλειές (όπως μπέιμπι σίτινγκ) για να επιβιώσει, ενώ σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι πίσω της έχει αφήσει ένα ανεξίτηλο τραύμα. Κάποια στιγμή ωστόσο μια όμορφη ρωσίδα φίλη της, μετανάστρια κι αυτή σε παρόμοια κατάσταση, της προτείνει έναν τρόπο να βγάλει πολλά και εύκολα λεφτά: Δεν έχει παρά να παρευρεθεί σ' ένα πάρτι και να κάνει ό,τι της πούνε. Τη διαβεβαιώνει πάντως ότι δεν πρόκειται για πορνεία. Εκείνη δέχεται, και από το σημείο αυτό - ή μάλλον από τη στιγμή που ξεκινά για το κρυφό (ως επτασφράγιστο μυστικό) πάρτι - η ταινία θα γίνει ένα αγωνιώδες θρίλερ, που έχει να κάνει κυρίως με το τι ακριβώς συμβαίνει εκεί.
Η Asensio με την πρώτη αυτή δουλειά της, αποδεικνύεται αρκετά καλή σκηνοθέτης. Καταφέρνει, με το σενάριο που έγραψε η ίδια, να κρατά τον θεατή σε διαρκή ένταση - τι λέω; σε διαρκές άγχος - σε μια συνεχή και ανήσυχη αναμονή για το τι θα συμβεί. Η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και το αδύνατο της όποιας διαφυγής συντελούν φυσικά σ' αυτό.
Η σκηνοθέτης μιλά βεβαίως και για τον αγώνα επιβίωσης που δίνουν καθημερινά οι κάθε λογής μετανάστες στις πόλεις της Δύσης όπου τελικά καταλήγουν και στις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, όχι απλώς προσαρμογής, αλλά και επιβίωσης. Και για το πόσο εύκολο είναι, όταν βρίσκεσαι σ' αυτήν την κατάσταση, να δεχτείς οτιδήποτε... Πιο πολύ όμως μιλά για έναν πραγματικά απάνθρωπο, ανάλγητο κόσμο, έναν κόσμο αδίστακτων πλούσιων, κυρίαρχων, που χρησιμοποιούν τους ("κατώτερους") ανθρώπους απλώς σαν παιχνίδια, μόνο και μόνο για να διασκεδάσουν. Κάθε αίσθημα έχει εκλείψει. Υπάρχει μόνο μια αυτοκρατορία σιδερένιας δύναμης... Έτσι, το φιλμ ίσως μπορεί να αποκτήσει και μια συμβολική διάσταση.
Εντάξει, δεν πρόκειται για αριστούργημα, είναι όμως ένα ενδιαφέρον ντεμπούτο από μια γυναίκα που γράφει, σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί, οπότε το φιλμ μπορεί να θεωρηθεί πέρα για πέρα δικό της.
Τρίτη, Οκτωβρίου 03, 2017
"AXOLOTL OVERKILL" Ή ΕΦΗΒΙΚΟ ΧΥΜΑ
Το φιλμ με τον παράξενο (και άσχετο) τίτλο "Axolotl Overkill" (το αξολότλ είναι ένα τρισχαριτωμένο αμφίβιο, που ζει κυρίως στο νερό και είναι χάρμα οφθαλμών όταν το έχεις ως κατοικίδιο) είναι γερμανικό, είναι η πρώτη σκηνοθετική δουλειά μεγάλου μήκους της Helene Hegemann και γυρίστηκε το 2017. Βασίζεται μάλιστα σε βιβλίο της ίδιας. Αυτά τα πληροφοριακά.
Αφηγείται τις περιπέτειες (ερωτικές και μη) μιας 16χρονης βερολινέζας, όχι ιδιαίτερα σταθερής ως προσωπικότητα. Η οποία την κοπανά μονίμως από το σχολείο, περιφέρεται αενάως σε κλαμπ, σπίτια φίλων, πάρτι και ό,τι άλλο, διατηρεί ερωτική σχέση με μια μεγαλύτερή της γυναίκα, καταναλώνει δίχως δεύτερη σκέψη αλκοόλ, ναρκωτικά και ό,τι άλλο προκύψει, διαθέτει πλούσιο πατέρα (αλλά δεν ζει φυσικά μ' αυτόν) και γενικά η ζωή της είναι ο ορισμός του "χύμα". Αυτά. Διότι αυτά βλέπουμε στο φιλμ. Μη με ρωτήσετε για περαιτέρω πλοκή.
Η σκηνοθέτης χρησιμοποιεί ένα διαρκές μπρος - πίσω στο χρόνο, η νεαρή ηρωίδα κοιμάται σχεδόν κάθε βράδι σε διαφορετικό σπίτι (όχι απαραίτητα για ερωτικούς λόγους, απλώς ό,τι προκύψει), φίλοι, εραστές και ερωμένες, οικογένεια, όλα εναλλάσσονται αέναα και... αυτό είναι όλο. Μπροστά μας παρελαύνει και μια στρατιά από εκκεντρικούς χαρακτήρες (ο πατέρας της πρώτος και καλύτερος) και... αυτά και πάλι. Το μόνο που αντιλαμβανόμαστε είναι ότι η μικρή είναι όντως ερωτευμένη με την μεγαλύτερη γυναίκα που λέγαμε, γι΄αυτό, όταν εκείνη την αφήνει (;) την ψάχνει απεγνωσμένα.
Τι θέλει να μας πει ακριβώς η δημιουργός δεν το κατάλαβα. Την κατάντια της σύγχρονης νεολαίας; (πλάκα κάνω φυσικά). Την έλλειψη οποιασδήποτε ιδεολογίας ή / και αρχής; Την κενότητά της; Απλώς τις συνέπειες ενός έρωτα που τελειώνει (αν και δεν είμαι σίγουρος ούτε γι΄αυτό); Δεν ξέρω. Το σίγουρο πάντως είναι ότι βαρέθηκα αρκετά και γενικά βρήκα το φιλμ... αυτό που λέμε "άνευ λόγου". Μένει γενικά μια αόριστη ατμόσφαιρα ενός διαρκούς "walk on the wild side" και μια τρομακτική αίσθηση ενός τεράστιου "στα τέτοια μας όλα" από τους πολύ νέους ανθρώπους. Πρέπει να ομολογήσω βεβαίως ότι το χύμα της ηρωίδας ταιριάζει απόλυτα με το χύμα της ίδιας της ταινίας. Κάτι που βεβαίως ήταν αδύνατο από μόνο του να με κρατήσει.
Αν θέλετε να θαυμάσετε την όμορφη πρωταγωνίστρια κάντε το. Με δική σας ευθύνη όμως!
Αφηγείται τις περιπέτειες (ερωτικές και μη) μιας 16χρονης βερολινέζας, όχι ιδιαίτερα σταθερής ως προσωπικότητα. Η οποία την κοπανά μονίμως από το σχολείο, περιφέρεται αενάως σε κλαμπ, σπίτια φίλων, πάρτι και ό,τι άλλο, διατηρεί ερωτική σχέση με μια μεγαλύτερή της γυναίκα, καταναλώνει δίχως δεύτερη σκέψη αλκοόλ, ναρκωτικά και ό,τι άλλο προκύψει, διαθέτει πλούσιο πατέρα (αλλά δεν ζει φυσικά μ' αυτόν) και γενικά η ζωή της είναι ο ορισμός του "χύμα". Αυτά. Διότι αυτά βλέπουμε στο φιλμ. Μη με ρωτήσετε για περαιτέρω πλοκή.
Η σκηνοθέτης χρησιμοποιεί ένα διαρκές μπρος - πίσω στο χρόνο, η νεαρή ηρωίδα κοιμάται σχεδόν κάθε βράδι σε διαφορετικό σπίτι (όχι απαραίτητα για ερωτικούς λόγους, απλώς ό,τι προκύψει), φίλοι, εραστές και ερωμένες, οικογένεια, όλα εναλλάσσονται αέναα και... αυτό είναι όλο. Μπροστά μας παρελαύνει και μια στρατιά από εκκεντρικούς χαρακτήρες (ο πατέρας της πρώτος και καλύτερος) και... αυτά και πάλι. Το μόνο που αντιλαμβανόμαστε είναι ότι η μικρή είναι όντως ερωτευμένη με την μεγαλύτερη γυναίκα που λέγαμε, γι΄αυτό, όταν εκείνη την αφήνει (;) την ψάχνει απεγνωσμένα.
Τι θέλει να μας πει ακριβώς η δημιουργός δεν το κατάλαβα. Την κατάντια της σύγχρονης νεολαίας; (πλάκα κάνω φυσικά). Την έλλειψη οποιασδήποτε ιδεολογίας ή / και αρχής; Την κενότητά της; Απλώς τις συνέπειες ενός έρωτα που τελειώνει (αν και δεν είμαι σίγουρος ούτε γι΄αυτό); Δεν ξέρω. Το σίγουρο πάντως είναι ότι βαρέθηκα αρκετά και γενικά βρήκα το φιλμ... αυτό που λέμε "άνευ λόγου". Μένει γενικά μια αόριστη ατμόσφαιρα ενός διαρκούς "walk on the wild side" και μια τρομακτική αίσθηση ενός τεράστιου "στα τέτοια μας όλα" από τους πολύ νέους ανθρώπους. Πρέπει να ομολογήσω βεβαίως ότι το χύμα της ηρωίδας ταιριάζει απόλυτα με το χύμα της ίδιας της ταινίας. Κάτι που βεβαίως ήταν αδύνατο από μόνο του να με κρατήσει.
Αν θέλετε να θαυμάσετε την όμορφη πρωταγωνίστρια κάντε το. Με δική σας ευθύνη όμως!
Δευτέρα, Οκτωβρίου 02, 2017
"WHITE SKIN" ΓΙΑ ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ
Αρχικά να επισημάνουμε ότι το γαλλόφωνο καναδικό Κεμπέκ διαθέτει μια καλή κινηματογραφική βιομηχανία, η οποία κατά καιρούς έχει δώσει εξαιρετικά δείγματα. Το "La Peau Blanche" (White Skin στα αγγλικά) είναι ένα φιλμ που γύρισε το 2004 ο Daniel Roby. Δεν νομίζω ότι είναι αριστούργημα, το βρήκα ωστόσο συμπαθητικό.
Πρόκειται για μια ακόμα παραλλαγή στο θέμα του βαμπιρισμού. Ο ήρωας, ένας "μαζεμένος" και δειλός με τις γυναίκες φοιτητής, ο οποίος, σημειωτέον, απεχθάνεται τις κοκκινομάλλες, ερωτεύεται παράφορα, με την πρώτη ματιά, μια απ' αυτές, η οποία παίζει μουσική στο μετρό. Αφού τα φτιάξουν ωστόσο αντιλαμβάνεατι ότι κάτι δεν πάει καλά μ' αυτήν, πεποίθηση που εδραιώνεται όταν θα γνωρίσει την οικογένειά της. Περιττό να πούμε βέβαια ότι ο ίδιος αποσύρεται σταδιακά από τα πάντα, καθώς η εμμονή του μ' εκείνη μεγαλώνει ολοένα...
Η ταινία είναι χαμηλότονη για φιλμ τρόμου, δεν βασίζεται σε εφέ και εύκολα "μπου" και δημιουργεί σιγά - σιγά μια αρρωστημένη ατμόσφαιρα, ταιριαστή για ταινία ενός είδους) βρικολάκων. Αποκλειστικά θηλυκών στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ή, αν θέλετε, μπορείτε ακόμα να το χαρακτηρίσετε μια παραλλαγή στο αιωνιο θέμα του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, του απαγορευμένου έρωτα δύο "αταίριαστων" δηλαδή. Πάντως, παράλληλα με την ατμόσφαιρα που περιγράψαμε, υπάρχει και έντονο το ερωτικό στοιχείο. Έρωτας και θάνατος πάνε μαζί, ο έρωτας μας απομυζεί και μας κάνει να έχουμε μυαλό μόνο γι΄αυτόν κλπ. κλπ. Πρέπει να πω πάντως ότι στην ταινία τονίζεται και το θέμα της αποδοχής του διαφορετικού: ο ήρωας ζει (και τα πάει μια χαρά) με μαύρο συγκάτοικο, ο αταίριαστος έρωτας που λέγαμε κλπ.
Το είπα από την αρχή: Δεν είναι η σπουδαία ταινία που θα ανατρέψει τα δεδομένα του τόσο πολυχρησιμοποιημένου βαμπιρικού μοτίβου. Ωστόσο τη βρήκα τίμια, χαμηλότονη, και, εν πάσει περιπτώσει, αν δεν ψάχνετε μόνο για εντυπωσιακά ψηφιακά εφέ και διαρκή καρδιοχτύπια (από φόβο εννοώ) είναι ένα συμπαθητικό φιλμ. Μέχρις εκεί όμως.
Πρόκειται για μια ακόμα παραλλαγή στο θέμα του βαμπιρισμού. Ο ήρωας, ένας "μαζεμένος" και δειλός με τις γυναίκες φοιτητής, ο οποίος, σημειωτέον, απεχθάνεται τις κοκκινομάλλες, ερωτεύεται παράφορα, με την πρώτη ματιά, μια απ' αυτές, η οποία παίζει μουσική στο μετρό. Αφού τα φτιάξουν ωστόσο αντιλαμβάνεατι ότι κάτι δεν πάει καλά μ' αυτήν, πεποίθηση που εδραιώνεται όταν θα γνωρίσει την οικογένειά της. Περιττό να πούμε βέβαια ότι ο ίδιος αποσύρεται σταδιακά από τα πάντα, καθώς η εμμονή του μ' εκείνη μεγαλώνει ολοένα...
Η ταινία είναι χαμηλότονη για φιλμ τρόμου, δεν βασίζεται σε εφέ και εύκολα "μπου" και δημιουργεί σιγά - σιγά μια αρρωστημένη ατμόσφαιρα, ταιριαστή για ταινία ενός είδους) βρικολάκων. Αποκλειστικά θηλυκών στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ή, αν θέλετε, μπορείτε ακόμα να το χαρακτηρίσετε μια παραλλαγή στο αιωνιο θέμα του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, του απαγορευμένου έρωτα δύο "αταίριαστων" δηλαδή. Πάντως, παράλληλα με την ατμόσφαιρα που περιγράψαμε, υπάρχει και έντονο το ερωτικό στοιχείο. Έρωτας και θάνατος πάνε μαζί, ο έρωτας μας απομυζεί και μας κάνει να έχουμε μυαλό μόνο γι΄αυτόν κλπ. κλπ. Πρέπει να πω πάντως ότι στην ταινία τονίζεται και το θέμα της αποδοχής του διαφορετικού: ο ήρωας ζει (και τα πάει μια χαρά) με μαύρο συγκάτοικο, ο αταίριαστος έρωτας που λέγαμε κλπ.
Το είπα από την αρχή: Δεν είναι η σπουδαία ταινία που θα ανατρέψει τα δεδομένα του τόσο πολυχρησιμοποιημένου βαμπιρικού μοτίβου. Ωστόσο τη βρήκα τίμια, χαμηλότονη, και, εν πάσει περιπτώσει, αν δεν ψάχνετε μόνο για εντυπωσιακά ψηφιακά εφέ και διαρκή καρδιοχτύπια (από φόβο εννοώ) είναι ένα συμπαθητικό φιλμ. Μέχρις εκεί όμως.
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 30, 2017
"ΟΙ ΑΤΑΙΡΙΑΣΤΟΙ" Ή ΤΙΤΛΟΙ ΤΕΛΟΥΣ ΓΙΑ ΚΑΟΥΜΠΟΪΣ
Το 1961 ο μεγάλος John Huston (1906-1987) γυρίζει το "The Misfits" ("Οι Αταίριαστιοι" στην Ελλάδα), ταινία η οποία έμελλε να είναι η τελευταία των δύο από τους σταρς που πρωταγωνιστούσαν : Της Μέριλιν Μονρόε και του Κλαρκ Γκέιμπλ (οι άλλοι δύο που έπαιζαν ήταν ο Μοντγκόμερι Κλιφτ και ο Ελάι Γουάλας).
Η ηρωίδα (η Μέριλιν) πάει στο Ρένο της Νεβάδα για να πάρει γρήγορο διαζύγιο, ενώ στο μυαλό της δεν έχει κανένα σχέδιο για το μέλλον. Με την ηλικιωμένη, αλλά "έξω καρδιά" σπιτονοιοκυρά της θα συναντήσουν σε ένα μπαρ δύο από τους τελευταίους κάουμπόις, μαζί θα πάνε στο εξοχικό του ενός, εκείνη θα ερωτευτεί τον έναν, στην παρέα θα προστεθεί κι ένας τρίτος άντρας και όλοι μαζί θα πάνε για ροντέο και μετά για κυνήγι άγριων αλόγων (όπως και οι κάουμπόις- κυνηγοί τους είναι κι αυτά από τα τελευταία που έχουν απομείνει).
Ο Χιούστον γυρίζει μια ελεγεία πάνω στο τέλος εποχής πολλών πραγμάτων: Οι κάουμπόις, το είπαμε, είναι οι τελευταίοι που επιμένουν στο "πρωτόγονο" επάγγελμά τους. Τα άγρια άλογα από τα τελευταία που εξακολουθούν να καλπάζουν ελεύθερα. Η Μέριλιν είναι η τελευταία ευκαιρία για τον πλέον μεσήλικα απ' τους άντρες. Η φύση μοιάζει κι αυτή να τελειώνει, τα πάντα είναι πλέον τεχνητά, πόλεις. Όσο για τον κάουμπόι, είναι ταυτόχρονα ένας "ετεροχρονισμός", διαθέτοντας μια "μάτσο βαραβαρότητα", αλλά και ένας ρομαντικός, ο οποίος αρνείται να μπει στα στενά καλούπια της αστικής ζωής, βάζοντας πάνω απ' όλα την ελευθερία. Κάποιου είδους χάπι εντ υπάρχει, ωστόσο η όλη αίσθηση που αφήνει το φιλμ είναι γλυκόπικρη.
Μαζί με όλα αυτά θα θαυμάσετε ένα εξαιρετικό καστ και μερικές αξέχαστες σκηνές: Τη Μάριλιν με το γιογιό (ή όπως αλλιώς το λένε αυτό) στο μπαρ, κυρίως όμως τη φοβερή και ιδιαίτερα μακρά σεκάνς του τέλους, με το κυνήγι, τη σύλληψη και τον δαμασμό των άγριων αλόγων και τα όσα ακολουθούν. Αληθινές σκηνές ανθολογίας! Όσο για τους χαρακτήρες (η καλή, ευαίσθητη και πληγωμένη Μέριλν, ο βάρβαρος αλλά και ρομαντικός Γκέιμπλ, ο αλκοολικός και ασταθής Κλιφτ, ο καταδικασμένος, όπως όλα δείχνουν, στη μοναξιά Γουάλας), είναι όλοι καλά μελετημένοι και άριστα δοσμένοι. Σχέσεις φιλίας, έρωτα, καυγάδες, όλα άψογα δομημένα και δοσμένα, και μια περιρέουσα μελαγχολία (με όλα αυτά τα "τέλος εποχής"), σφραγίζουν την ταινία. Όσο για την ασπρόμαυρη φωτογραφία συλλαμβάνει το μεγαλείο της φύσης, που αποξενώνεται όλο και περισσότερο από τον άνθρωπο (ή μάλλον καταστρέφεται απ' αυτόν).
Σημαντική κατά τη γνώμη μου ταινία, όχι από τις γνωστότερες του Χιούστον, διατηρεί μέχρι σήμερα τη γοητεία της. Αξίζει να την ψάξετε, έστω και απλώς για ενδοκινηματογραφικούς λόγους (τελευταία εμφάνιση στην οθόνη δύο μεγάλων μορφών, όπως είπαμε στην αρχή).
Η ηρωίδα (η Μέριλιν) πάει στο Ρένο της Νεβάδα για να πάρει γρήγορο διαζύγιο, ενώ στο μυαλό της δεν έχει κανένα σχέδιο για το μέλλον. Με την ηλικιωμένη, αλλά "έξω καρδιά" σπιτονοιοκυρά της θα συναντήσουν σε ένα μπαρ δύο από τους τελευταίους κάουμπόις, μαζί θα πάνε στο εξοχικό του ενός, εκείνη θα ερωτευτεί τον έναν, στην παρέα θα προστεθεί κι ένας τρίτος άντρας και όλοι μαζί θα πάνε για ροντέο και μετά για κυνήγι άγριων αλόγων (όπως και οι κάουμπόις- κυνηγοί τους είναι κι αυτά από τα τελευταία που έχουν απομείνει).
Ο Χιούστον γυρίζει μια ελεγεία πάνω στο τέλος εποχής πολλών πραγμάτων: Οι κάουμπόις, το είπαμε, είναι οι τελευταίοι που επιμένουν στο "πρωτόγονο" επάγγελμά τους. Τα άγρια άλογα από τα τελευταία που εξακολουθούν να καλπάζουν ελεύθερα. Η Μέριλιν είναι η τελευταία ευκαιρία για τον πλέον μεσήλικα απ' τους άντρες. Η φύση μοιάζει κι αυτή να τελειώνει, τα πάντα είναι πλέον τεχνητά, πόλεις. Όσο για τον κάουμπόι, είναι ταυτόχρονα ένας "ετεροχρονισμός", διαθέτοντας μια "μάτσο βαραβαρότητα", αλλά και ένας ρομαντικός, ο οποίος αρνείται να μπει στα στενά καλούπια της αστικής ζωής, βάζοντας πάνω απ' όλα την ελευθερία. Κάποιου είδους χάπι εντ υπάρχει, ωστόσο η όλη αίσθηση που αφήνει το φιλμ είναι γλυκόπικρη.
Μαζί με όλα αυτά θα θαυμάσετε ένα εξαιρετικό καστ και μερικές αξέχαστες σκηνές: Τη Μάριλιν με το γιογιό (ή όπως αλλιώς το λένε αυτό) στο μπαρ, κυρίως όμως τη φοβερή και ιδιαίτερα μακρά σεκάνς του τέλους, με το κυνήγι, τη σύλληψη και τον δαμασμό των άγριων αλόγων και τα όσα ακολουθούν. Αληθινές σκηνές ανθολογίας! Όσο για τους χαρακτήρες (η καλή, ευαίσθητη και πληγωμένη Μέριλν, ο βάρβαρος αλλά και ρομαντικός Γκέιμπλ, ο αλκοολικός και ασταθής Κλιφτ, ο καταδικασμένος, όπως όλα δείχνουν, στη μοναξιά Γουάλας), είναι όλοι καλά μελετημένοι και άριστα δοσμένοι. Σχέσεις φιλίας, έρωτα, καυγάδες, όλα άψογα δομημένα και δοσμένα, και μια περιρέουσα μελαγχολία (με όλα αυτά τα "τέλος εποχής"), σφραγίζουν την ταινία. Όσο για την ασπρόμαυρη φωτογραφία συλλαμβάνει το μεγαλείο της φύσης, που αποξενώνεται όλο και περισσότερο από τον άνθρωπο (ή μάλλον καταστρέφεται απ' αυτόν).
Σημαντική κατά τη γνώμη μου ταινία, όχι από τις γνωστότερες του Χιούστον, διατηρεί μέχρι σήμερα τη γοητεία της. Αξίζει να την ψάξετε, έστω και απλώς για ενδοκινηματογραφικούς λόγους (τελευταία εμφάνιση στην οθόνη δύο μεγάλων μορφών, όπως είπαμε στην αρχή).
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 29, 2017
Η "ΝΥΧΤΑ ΤΡΟΜΟΥ" ΚΑΙ ΤΑ "ΑΘΩΑ" 80'ς
Η δεκαετία του 80 μπορεί να υπήρξε "ξενέρωτη" σε πολλά (αν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι ερχόταν μετά τα ταραγμένα 60ς και 70ς), μια άλλη όμως λέξη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί γι' αυτήν είναι η λέξη "αθώα", σε σχέση τουλάχιστον με όσα δύσκολα βιώνουμε σήμερα. Πέραν αυτών των γενικών όμως διαπιστώσεων, στα κινηματογραφικά πράγματα μένει ως "χρυσή εποχή" των ταινιών τρόμου, ίσως μάλιστα η σημαντικότερη μετά την αληθινά "χρυσή" (με την έννοια ότι έθεσε τις βάσεις) δεκαετία του 30. Μια από τις συμπαθείς ταινίες που συνέβαλε σ' αυτό είναι και το ντεμπούτο του Tom Holland "Νύχτα Τρόμου" (Fright Night) του 1985. Ντεμπούτο που δεν είχε συνέχεια, αφού ο σκηνοθέτης έκανε πολύ λίγες ταινίες μετά (και όχι πολύ σπουδαίες).
Στη "Νύχτα Τρόμου" λοιπόν, ο έφηβος ήρωας, που μένει με τη μητέρα του, διαπιστώνει ιδίοις όμμασι (ως άλλος "Σιωπηλός Μάρτυρας") ότι ο άρτι αφιχθείς γείτονάς του είναι βρικόλακας και τις νύχτες δεν παραλείπει να "καταναλώνει" όμορφα κορίτσια. Φυσικά κανείς δεν τον πιστεύει, καθώς ο γείτονας (τη μέρα τουλάχιστον) είναι γοητευτικός και άψογος στους τρόπους του. Τα μεγάλα προβλήματα αρχίζουν όταν ο τελευταίος αντιλαμβάνεται ότι ο μικρός τον έχει πάρει είδηση και... το κυνηγητό αρχίζει. Μόνος (ακούσιος) σύμμαχος του έφηβου γίνεται ένας ηλικιωμένος τηλεοπτικός σταρ που έχει μόνιμη εκπομπή με θέμα τους βρικόλακες (δίχως ο ίδιος να πιστεύει σ' αυτούς).
Το φιλμ δεν είναι συγκλονιστικό, διαθέτει σχετικά αφελές σενάριο και δεν διακρίνεται για την σωστή απόδοση της ψυχολογίας των έντρομων ηρώων. Όσο για την ιστορία, έχει τις κλασικές επιροές από τον αυθεντικό "Δράκουλα" του Στόουκερ (αν το δείτε, θα καταλάβετε πού). Ωστόσο είναι ένα από τα πρώτα που συνδύασαν αρκετά πετυχημένα νομίζω τον τρόμο με το χιούμορ, κι όλα αυτά εν μέσω της τόσο προσφιλούς στους αμερικάνους εφηβικής ατμόσφαιρας. Και προς το τέλος μας επιφυλάσσει και μερικές εφιαλτικές μεταμορφώσεις (με "χειροποίητα" και όχι ψηφιακά εφέ) μετατρέποντας τη μέχρι τότε μάλλον εύθυμη ατμόσφαιρα σε αληθινά τρομακτική. Το πιο σημαντικό όμως, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, είναι ότι η ταινία βλέπεται μέχρι σήμερα αρκετά ευχάριστα, διαθέτει ρυθμό και σασπένς, το οποίο κλιμακώνεται όσο προχωρά η ώρα, και τον παλαίμαχο Ρούντι Μακ Ντάουελ στο ρόλο του ηλικιωμένου δήθεν κυνηγού βρικολάκων.
Αν είστε φίλοι των ταινιών τρόμου δείτε ένα από τα φιλμ που πρόσθεσαν το λιθαράκι τους στην εδραίωση του είδους στη δεκαετία αυτή και παραβλέψετε (αν αυτό είναι εφικτό) την ανυπόφορη "εϊτίλα" του σε όλα τα επίπεδα. Τώρα βέβαια πολλοί θα θεωρήσουν την ιδιότητα αυτή απόλυτα νοσταλγική και ευπρόσδεκτη. ΟΚ, τότε θα απολαύσουν ακόμα περισσότερο την ταινία.
Στη "Νύχτα Τρόμου" λοιπόν, ο έφηβος ήρωας, που μένει με τη μητέρα του, διαπιστώνει ιδίοις όμμασι (ως άλλος "Σιωπηλός Μάρτυρας") ότι ο άρτι αφιχθείς γείτονάς του είναι βρικόλακας και τις νύχτες δεν παραλείπει να "καταναλώνει" όμορφα κορίτσια. Φυσικά κανείς δεν τον πιστεύει, καθώς ο γείτονας (τη μέρα τουλάχιστον) είναι γοητευτικός και άψογος στους τρόπους του. Τα μεγάλα προβλήματα αρχίζουν όταν ο τελευταίος αντιλαμβάνεται ότι ο μικρός τον έχει πάρει είδηση και... το κυνηγητό αρχίζει. Μόνος (ακούσιος) σύμμαχος του έφηβου γίνεται ένας ηλικιωμένος τηλεοπτικός σταρ που έχει μόνιμη εκπομπή με θέμα τους βρικόλακες (δίχως ο ίδιος να πιστεύει σ' αυτούς).
Το φιλμ δεν είναι συγκλονιστικό, διαθέτει σχετικά αφελές σενάριο και δεν διακρίνεται για την σωστή απόδοση της ψυχολογίας των έντρομων ηρώων. Όσο για την ιστορία, έχει τις κλασικές επιροές από τον αυθεντικό "Δράκουλα" του Στόουκερ (αν το δείτε, θα καταλάβετε πού). Ωστόσο είναι ένα από τα πρώτα που συνδύασαν αρκετά πετυχημένα νομίζω τον τρόμο με το χιούμορ, κι όλα αυτά εν μέσω της τόσο προσφιλούς στους αμερικάνους εφηβικής ατμόσφαιρας. Και προς το τέλος μας επιφυλάσσει και μερικές εφιαλτικές μεταμορφώσεις (με "χειροποίητα" και όχι ψηφιακά εφέ) μετατρέποντας τη μέχρι τότε μάλλον εύθυμη ατμόσφαιρα σε αληθινά τρομακτική. Το πιο σημαντικό όμως, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, είναι ότι η ταινία βλέπεται μέχρι σήμερα αρκετά ευχάριστα, διαθέτει ρυθμό και σασπένς, το οποίο κλιμακώνεται όσο προχωρά η ώρα, και τον παλαίμαχο Ρούντι Μακ Ντάουελ στο ρόλο του ηλικιωμένου δήθεν κυνηγού βρικολάκων.
Αν είστε φίλοι των ταινιών τρόμου δείτε ένα από τα φιλμ που πρόσθεσαν το λιθαράκι τους στην εδραίωση του είδους στη δεκαετία αυτή και παραβλέψετε (αν αυτό είναι εφικτό) την ανυπόφορη "εϊτίλα" του σε όλα τα επίπεδα. Τώρα βέβαια πολλοί θα θεωρήσουν την ιδιότητα αυτή απόλυτα νοσταλγική και ευπρόσδεκτη. ΟΚ, τότε θα απολαύσουν ακόμα περισσότερο την ταινία.
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 27, 2017
BEST OF 2016-2017
Ο Σεπτέμβρης τελειώνει και ήρθε και πάλι ο καιρός για τα καλύτερα της σεζόν. Με τους γνωστούς όρους:
- Ως "σεζόν" νοείται από 1η Σεπτέμβρη 2016 έως 31 Αυγούστου 2017.
- Αναφερόμαστε μόνο στις καινούριες ταινίες που προβλήθηκαν και όχι στις επαναλήψεις που ξαναβγήκαν (π.χ. "Ο Νεκρός" του Τζάρμους).
- Η σειρά τόσο των 10 καλύτερων όσο και των "επιλαχόντων" ΔΕΝ είναι αξιολογική, αλλά αλφαβητική κατά σκηνοθέτη.
Φέτος νομίζω ότι είδα λιγότερες καινούριες ταινίες και περισσότερες παλιές. Έτσι στιςεπιλογές μου θα υπάρχουν σίγουρα παραλείψεις καλών ταινιών που έχασα. Τι να κάνουμε; Και μη ξεχνάτε βεβαίως ότι όλο αυτό το παιχνίδι είναι καθαρά υποκειμενικό. Διαφωνείστε ελεύθερα λοιπόν!
Ιδού οι 10 καλύτερες κατά τη γνώμη μου:
1. Toni Erdmann της Maren Ade
2. Under the Shadow (Στη Σκιά του Φόβου) του Babak Anvari
3. Η Οργή Ενός Υπομονετικού Ανθρώπου του Raoul Arevalo
4. Η Υπηρέτρια του Chan-Wook Park
5. La la land του Damien Chazelle
6. Ο Εμποράκος του Ashgar Farhadi
7. Paterson του Jim Jarmusch
8. Ποίηση Χωρίς Τέλος του Alejandro Jodorowsky
9. Wind River (Στα Ίχνη του Ανέμου) του Taylor Sheridan
10.Arrival του Denis Villeneuve
Να και οι άλλες που ξεχώρισα (μερικές θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται στις 10 πρώτες, αλλά τι να κάνουμε; Αυτά έχει το παιχνίδι των 10: Πρέπει να κόψεις...)
- Tscick του Fatih Akin
- Η Αποπλάνηση της Sofia Coppola
- Ο Επιφανής Πολίτης των Gaston Duprat, Mariano Cohn
- Moonlight του Barry Jenkins
- Το Δίχτυ του Kim Ki-Douk
- Les Premiers les Derniers του Bouli Lanners
- Neruda του Pablo Larrain
- Logan του James Mangold
- Captain Fantastic του Ross Matt
- Their Finest (Η Καλύτερη Στιγμή τους) της Lone Scherfig
- Suburra του Stefano Solima
- Κανείς δεν Μπορεί να μας Σώσει του Rodrigo Sorogoyen
- Elle του Paul Verhoeven
Και του χρόνου!
- Ως "σεζόν" νοείται από 1η Σεπτέμβρη 2016 έως 31 Αυγούστου 2017.
- Αναφερόμαστε μόνο στις καινούριες ταινίες που προβλήθηκαν και όχι στις επαναλήψεις που ξαναβγήκαν (π.χ. "Ο Νεκρός" του Τζάρμους).
- Η σειρά τόσο των 10 καλύτερων όσο και των "επιλαχόντων" ΔΕΝ είναι αξιολογική, αλλά αλφαβητική κατά σκηνοθέτη.
Φέτος νομίζω ότι είδα λιγότερες καινούριες ταινίες και περισσότερες παλιές. Έτσι στιςεπιλογές μου θα υπάρχουν σίγουρα παραλείψεις καλών ταινιών που έχασα. Τι να κάνουμε; Και μη ξεχνάτε βεβαίως ότι όλο αυτό το παιχνίδι είναι καθαρά υποκειμενικό. Διαφωνείστε ελεύθερα λοιπόν!
Ιδού οι 10 καλύτερες κατά τη γνώμη μου:
1. Toni Erdmann της Maren Ade
2. Under the Shadow (Στη Σκιά του Φόβου) του Babak Anvari
3. Η Οργή Ενός Υπομονετικού Ανθρώπου του Raoul Arevalo
4. Η Υπηρέτρια του Chan-Wook Park
5. La la land του Damien Chazelle
6. Ο Εμποράκος του Ashgar Farhadi
7. Paterson του Jim Jarmusch
8. Ποίηση Χωρίς Τέλος του Alejandro Jodorowsky
9. Wind River (Στα Ίχνη του Ανέμου) του Taylor Sheridan
10.Arrival του Denis Villeneuve
Να και οι άλλες που ξεχώρισα (μερικές θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται στις 10 πρώτες, αλλά τι να κάνουμε; Αυτά έχει το παιχνίδι των 10: Πρέπει να κόψεις...)
- Tscick του Fatih Akin
- Η Αποπλάνηση της Sofia Coppola
- Ο Επιφανής Πολίτης των Gaston Duprat, Mariano Cohn
- Moonlight του Barry Jenkins
- Το Δίχτυ του Kim Ki-Douk
- Les Premiers les Derniers του Bouli Lanners
- Neruda του Pablo Larrain
- Logan του James Mangold
- Captain Fantastic του Ross Matt
- Their Finest (Η Καλύτερη Στιγμή τους) της Lone Scherfig
- Suburra του Stefano Solima
- Κανείς δεν Μπορεί να μας Σώσει του Rodrigo Sorogoyen
- Elle του Paul Verhoeven
Και του χρόνου!
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 24, 2017
ΖΕΥΓΑΡΙ ΨΑΧΝΕΙ ΑΠΕΓΝΩΣΜΕΝΑ "PICADERO" ΓΙΑ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ ΜΟΝΟ...
Ο Ben Sharrock είναι βρετανός, η πρώτη ωστόσο μεγάλου μήκους ταινία του, το "Picadero" του 2015, είναι... βάσκικη. Εκεί είναι γυρισμένη, εκεί διαδραματίζεται, βάσκοι είναι οι ηθοποιοί και βάσκικα μιλά. Και είναι απ' αυτές που θα αρέσουν μάλλον σε λίγους.
Το πρωταγωνιστικό νεαρό ζεύγος είναι άνεργο. Εκείνος κάνει την πρακτική του σε εργοστάσιο (δίχως βέβαια να πληρώνεται), εκείνη έχει σπουδάσει ιστορία τέχνης και... σιγά μη βρει δουλειά στο χώρο. Αυτός ελπίζει να προσληφθεί μόνιμα στο εργοστάσιο, αυτή μαθαίνει αγγλικά για να φύγει στη Σκωτία. Φυσικά αμφότεροι μένουν με τους γονείς τους. Όταν λοιπόν τα φτιάχνουν, αφού είναι άφραγκοι και οι δύο και αφού δεν διαθέτουν αυτοκίνητο... απλούστατα δεν βρίσκουν μέρος να κάνουν έρωτα. Ψάχνουν λοιπόν για "πικαδέρο", που στη βάσκικη αργκό σημαίνει δημόσιο μέρος (πάρκινγκ, εγκαταλειμένα κτίρια κλπ.) όπου συνηθίζουν να καταφεύγουν ζευγάρια για να πηδηχτούν. Κι αυτό όμως θα αποδειχτεί αρκετά δύσκολο...
Ας έρθουμε πρώτα στο στιλ. Ο Sharrock βρίσκεται πολύ κοντά στο κλίμα του Καουρισμάκι, ίσως και του Τζάρμους. Ακίνητη κάμερα (με ελάχιστες κινήσεις τέλος πάντων), λιτοί, συνηθισμένοι χώροι, λιγοστοί και κοφτοί διάλογοι, μινιμαλιστική δράση κια επαναλαμβανόμενες καταστάσεις. Καθώς η μουντή, άσχημη καθημερινότητα είναι ο κύριος πρωταγωνιστής, πιθανότατα πολλοί θεατές θα πλήξουν. Γι' αυτό είπα στην αρχή ότι θα αρέσει μάλλον σε λίγους.
Ωστόσο όλη αυτή η μιζέρια καταφέρνει νομίζω να πετύχει το στόχο του σκηνοθέτη: Να καταγράψει το αδιεξοδο μιας νέας γενιάς δίχως ιδιαίτερα προσόντα, αδιέξοδο που κύρια αιτία του είναι η οικονομική κρίση και η συνεπαγόμενη ανεργία. Το αποτέλεσμα είναι οι νέοι αυτοί άνθρωποι να μην περιμένουν να ζήσουν αξιοπρεπώς και με ενδιαφέροντα, αλλά απλώς να επιβιώσουν. Από την άλλη, σε προσωπικό επίπεδο, ο με ελάχιστα ενδιαφέροντα ήρωας διχάζεται ανάμεσα στην προοπτική του έρωτα αφ' ενός, ο οποίος όμως δεν παρέχει την παραμικρή ασφάλεια για το μέλλον, και του βολέματος (και ταυτόχρονα βαλτώματος) σε έναν ασφαλή, γκρίζο και μίζερο κομφορμισμό. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα...
Φυσικά το φιλμ διαθέτει χιούμορ, ιδιότυπο χιούμορ που βρίσκεται κοντά σ' αυτό του Καουρισμάκι, και δεν δίνει δεκάρα για εντυπωσιασμούς. Είπαμε, η λιτότητα και ο μινιμαλισμός, τόσο σεναριακά όσο και εικαστικά, κυριαρχούν. Αν σας αρέσει αυτό το ιδιόρυθμο και προσωπικό είδος σινεμά δείτε το. Προσωπικά το βρήκα γοητευτικό στην αστεία μιζέρια του και στη συμπάθεια με την οποία κοιτάζει τους ήρωές του, αλλά και στην ξεκάθαρη, αν και χαμηλότονη, κοινωνική καταγγελία του. Αν όμως περιμένετε ξεκαρδιστικές καταστάσεις, πολλά γεγονότα και δράση, φοβάμαι ότι θα βαρεθείτε.
Το πρωταγωνιστικό νεαρό ζεύγος είναι άνεργο. Εκείνος κάνει την πρακτική του σε εργοστάσιο (δίχως βέβαια να πληρώνεται), εκείνη έχει σπουδάσει ιστορία τέχνης και... σιγά μη βρει δουλειά στο χώρο. Αυτός ελπίζει να προσληφθεί μόνιμα στο εργοστάσιο, αυτή μαθαίνει αγγλικά για να φύγει στη Σκωτία. Φυσικά αμφότεροι μένουν με τους γονείς τους. Όταν λοιπόν τα φτιάχνουν, αφού είναι άφραγκοι και οι δύο και αφού δεν διαθέτουν αυτοκίνητο... απλούστατα δεν βρίσκουν μέρος να κάνουν έρωτα. Ψάχνουν λοιπόν για "πικαδέρο", που στη βάσκικη αργκό σημαίνει δημόσιο μέρος (πάρκινγκ, εγκαταλειμένα κτίρια κλπ.) όπου συνηθίζουν να καταφεύγουν ζευγάρια για να πηδηχτούν. Κι αυτό όμως θα αποδειχτεί αρκετά δύσκολο...
Ας έρθουμε πρώτα στο στιλ. Ο Sharrock βρίσκεται πολύ κοντά στο κλίμα του Καουρισμάκι, ίσως και του Τζάρμους. Ακίνητη κάμερα (με ελάχιστες κινήσεις τέλος πάντων), λιτοί, συνηθισμένοι χώροι, λιγοστοί και κοφτοί διάλογοι, μινιμαλιστική δράση κια επαναλαμβανόμενες καταστάσεις. Καθώς η μουντή, άσχημη καθημερινότητα είναι ο κύριος πρωταγωνιστής, πιθανότατα πολλοί θεατές θα πλήξουν. Γι' αυτό είπα στην αρχή ότι θα αρέσει μάλλον σε λίγους.
Ωστόσο όλη αυτή η μιζέρια καταφέρνει νομίζω να πετύχει το στόχο του σκηνοθέτη: Να καταγράψει το αδιεξοδο μιας νέας γενιάς δίχως ιδιαίτερα προσόντα, αδιέξοδο που κύρια αιτία του είναι η οικονομική κρίση και η συνεπαγόμενη ανεργία. Το αποτέλεσμα είναι οι νέοι αυτοί άνθρωποι να μην περιμένουν να ζήσουν αξιοπρεπώς και με ενδιαφέροντα, αλλά απλώς να επιβιώσουν. Από την άλλη, σε προσωπικό επίπεδο, ο με ελάχιστα ενδιαφέροντα ήρωας διχάζεται ανάμεσα στην προοπτική του έρωτα αφ' ενός, ο οποίος όμως δεν παρέχει την παραμικρή ασφάλεια για το μέλλον, και του βολέματος (και ταυτόχρονα βαλτώματος) σε έναν ασφαλή, γκρίζο και μίζερο κομφορμισμό. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα...
Φυσικά το φιλμ διαθέτει χιούμορ, ιδιότυπο χιούμορ που βρίσκεται κοντά σ' αυτό του Καουρισμάκι, και δεν δίνει δεκάρα για εντυπωσιασμούς. Είπαμε, η λιτότητα και ο μινιμαλισμός, τόσο σεναριακά όσο και εικαστικά, κυριαρχούν. Αν σας αρέσει αυτό το ιδιόρυθμο και προσωπικό είδος σινεμά δείτε το. Προσωπικά το βρήκα γοητευτικό στην αστεία μιζέρια του και στη συμπάθεια με την οποία κοιτάζει τους ήρωές του, αλλά και στην ξεκάθαρη, αν και χαμηλότονη, κοινωνική καταγγελία του. Αν όμως περιμένετε ξεκαρδιστικές καταστάσεις, πολλά γεγονότα και δράση, φοβάμαι ότι θα βαρεθείτε.
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 23, 2017
Η "PAULINA" ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΗΣ
Μια νέα γυναίκα με λαμπρή καριέρα δικαστικού μπροστά της (ο πατέρας της είναι επίσης γνωστός δικαστικός, με γενικότερη επιρροή μάλιστα), εγκαταλείπει αιφνίδια τις σπουδές της για να επιλέξει καριέρα δασκάλας στην επαρχία (ή στη γειτονική Παραγουάη νομίζω, σε ειδικό πρόγραμμα επιμόρφωσης φτωχών χωρικών). Παρά τις έντονες αντιρρήσεις του πατέρα της φυσικά. Εκεί όμως, μετά τα πρώτα σοκ μη επικοινωνίας με τα παιδιά (τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα απ' όσο νόμιζε) θα πέσει θύμα βιασμού και όλα θα αλλάξουν. Πλην όμως εκείνη αρνείται να αλλάξει οτιδήποτε και οι αποφάσεις και ο χειρισμός του όλου προβλήματος θα είναι αποκλειστικά προσωπικός και - τουλάχιστον - ιδιόρυθμος.
Αυτά συμβαίνουν στο αργεντίνικο φιλμ "Paulina" ("La Patota" ο πρωτότυπος τίτλος), που γύρισε το 2015 ο σεναριογράφος κυρίως Santiago Mitre. Μην περιμένετε δράση, ιστορίες άγριας εκδίκησης, βία και τέτοια. Καμία σχέση. Η ταινία είναι κυρίως ένα ψυχολογικό δράμα, που πρώτιστα ενδιαφέρεται για τις αντιδράσεις της ηρωίδας, τις επιλογές της, το νόημα της δικαιοσύνης (ή "δικαιοσύνης", για την οποία γίνονται πολλές νύξεις), το πολιτικοκοινωνικό background, τις σχέσεις πατέρα - κόρης κλπ. Είναι εξαιρετικά γυρισμένο, οι ηθοποιίες είναι πολύ καλές και ο τρόπος αφήγησης πρωτότυπος., καθώς ο σκηνοθέτης επιλέγει έναν μπρος - πίσω στο χρόνο τρόπο, μακριά από γραμμική παράθεση γεγονότων. Συχνά μάλιστα κάποια γεγονότα δείχνονται από οπτικές διαφορετικών ανθρώπων. Έτσι, συνολικά, βρίσκω την ταινία ενδιαφέρουσα και, επί πλέον, με κράτησε σε όλη της τη διάρκεια με το δυνατό θέμα και την πρωτότυπη απόδοσή του.
Όλα καλά λοιπόν μέχρι εδώ. Από εδώ ακριβώς όμως αρχίζουν τα "σκοτεινά" σημεία. Βλέπετε, βρίσκω τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις της Παουλίνα ακατανόητες. Τουλάχιστον προσωπικά δεν μπορώ να αντιληφτώ τα κριτήρια και τα κίνητρά της. ΟΚ, αντιλαμβάνομαι το γενικό πνεύμα του "κανείς δεν μπορεί να αποφασίσει και, πολύ περισσότερο, να επιβάλλει τη γνώμη και τις αποφάσεις του, πέρα από την ίδια την παθούσα". Σύμφωνοι. Γιατί όμως η ηρωίδα επιλέγει ό,τι επιλέγει; Το θέμα σηκώνει πολλή συζήτηση, δεν μπορώ όμως δυστυχώς να επεκταθώ σ΄αυτό, διότι η αποκάλυψη και η συζήτηση των αποφάσεων αυτών θα αποτελούσαν αδικαιολόγητο spoiler. Απλώς αδυνατώ να κατανοήσω τη λογική της, όταν μάλιστα σε ένα διάλογο με τον πατέρα (οι διάλογοι αυτοί καταλαμβάνουν κομβικά σημεία της ιστορίας) δηλώνει ξεκάθαρα ότι εντελώς διαφορετικά θα συμπεριφερόταν αν βιαζόταν από τον φίλο της. Τι να πω; Άβυσος η ψυχή του ανθρώπου (και του συνσεναριογράφου σκηνοθέτη). Το φιλμ πάντως, όπως διαβάζω, βασίζεται σε παλιό (του 1960) αργεντίνικο νουάρ.
Αυτά. Ενδιαφέροντα, αλλά για μένα τουλάχιστον μάλλον ακατανόητα. Από ψυχολογική άποψη εννοώ.
Αυτά συμβαίνουν στο αργεντίνικο φιλμ "Paulina" ("La Patota" ο πρωτότυπος τίτλος), που γύρισε το 2015 ο σεναριογράφος κυρίως Santiago Mitre. Μην περιμένετε δράση, ιστορίες άγριας εκδίκησης, βία και τέτοια. Καμία σχέση. Η ταινία είναι κυρίως ένα ψυχολογικό δράμα, που πρώτιστα ενδιαφέρεται για τις αντιδράσεις της ηρωίδας, τις επιλογές της, το νόημα της δικαιοσύνης (ή "δικαιοσύνης", για την οποία γίνονται πολλές νύξεις), το πολιτικοκοινωνικό background, τις σχέσεις πατέρα - κόρης κλπ. Είναι εξαιρετικά γυρισμένο, οι ηθοποιίες είναι πολύ καλές και ο τρόπος αφήγησης πρωτότυπος., καθώς ο σκηνοθέτης επιλέγει έναν μπρος - πίσω στο χρόνο τρόπο, μακριά από γραμμική παράθεση γεγονότων. Συχνά μάλιστα κάποια γεγονότα δείχνονται από οπτικές διαφορετικών ανθρώπων. Έτσι, συνολικά, βρίσκω την ταινία ενδιαφέρουσα και, επί πλέον, με κράτησε σε όλη της τη διάρκεια με το δυνατό θέμα και την πρωτότυπη απόδοσή του.
Όλα καλά λοιπόν μέχρι εδώ. Από εδώ ακριβώς όμως αρχίζουν τα "σκοτεινά" σημεία. Βλέπετε, βρίσκω τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις της Παουλίνα ακατανόητες. Τουλάχιστον προσωπικά δεν μπορώ να αντιληφτώ τα κριτήρια και τα κίνητρά της. ΟΚ, αντιλαμβάνομαι το γενικό πνεύμα του "κανείς δεν μπορεί να αποφασίσει και, πολύ περισσότερο, να επιβάλλει τη γνώμη και τις αποφάσεις του, πέρα από την ίδια την παθούσα". Σύμφωνοι. Γιατί όμως η ηρωίδα επιλέγει ό,τι επιλέγει; Το θέμα σηκώνει πολλή συζήτηση, δεν μπορώ όμως δυστυχώς να επεκταθώ σ΄αυτό, διότι η αποκάλυψη και η συζήτηση των αποφάσεων αυτών θα αποτελούσαν αδικαιολόγητο spoiler. Απλώς αδυνατώ να κατανοήσω τη λογική της, όταν μάλιστα σε ένα διάλογο με τον πατέρα (οι διάλογοι αυτοί καταλαμβάνουν κομβικά σημεία της ιστορίας) δηλώνει ξεκάθαρα ότι εντελώς διαφορετικά θα συμπεριφερόταν αν βιαζόταν από τον φίλο της. Τι να πω; Άβυσος η ψυχή του ανθρώπου (και του συνσεναριογράφου σκηνοθέτη). Το φιλμ πάντως, όπως διαβάζω, βασίζεται σε παλιό (του 1960) αργεντίνικο νουάρ.
Αυτά. Ενδιαφέροντα, αλλά για μένα τουλάχιστον μάλλον ακατανόητα. Από ψυχολογική άποψη εννοώ.
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 22, 2017
"ΕΠΤΑ ΦΟΡΕΣ... ΑΠΙΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ"
Το 1967 ο σημαντικός ιταλός δημιουργός Vittorio De Sica (1901-1974) βρίσκεται πλέον πολύ μακριά από τον νεορεαλισμό, τον οποίο ο ίδιος κατά κύριο λόγο είχε καθιερώσει με τον "Κλέφτη Ποδηλάτων" και κάποια άλλα φιλμ του. Τότε λοιπόν γυρίζει τη σπονδυλωτή κομεντί "Επτά Φορές Γυναίκα" (Woman Times Seven) με την Σίρλεϊ Μακ Λέιν να διαπρέπει στον βασικό ρόλο (ή μάλλον σε 7 διαφορετικούς ρόλους) και με μια πλειάδα διάσημων ηθοποιών να περιστρέφονται γύρω της στις 7 μικρές ιστορίες (Πίτερ Σέλερς, Βιτόριο Γκάσμαν, Λεξ Μπάρκερ, Άλαν Άρκιν, Μάικλ Κέιν, Φιλίπ Νουαρέ, αλλά και Έλσα Μαρτινέλι, Ανίτα ΄Έκμπεργκ κλπ.) Το βασικό θέμα είναι βεβαίως οι ερωτικές σχέσεις και κυρίως η απιστία (ή η wannabe απιστία).
Δε νομίζω ότι έχει νόημα να αφηγηθούμε τα στόρι όλων των επεισοδίων. Υπάρχει το σπαρταριστό πρώτο με την κηδεία του συζύγου και τον δικηγόρο Σέλερς, αυτό με την γυναίκα που, απηυδισμένη από τον άπιστο σύζυγό της παρά λίγο να γίνει πόρνη από εκδίκηση, αυτό με το ερωτευμένο ζεύγος που επιχειρεί να αυτοκτονήσει, αυτό με τον μεγαλομανή συγγραφέα σύζυγο για τον οποίο η γυναίκα του είναι σχεδόν αόρατη, το άλλο με τον (πιθανό) επίδοξο εραστή να παρακολουθεί κατά πόδας μια παντρεμένη γυναίκα και την τελική ανατροπή κλπ.
Η Μακ Λέιν ερμηνεύει με μπρίο και φινέτσα μια γκάμα αρχετυπικών γυναικείων χαρακτήρων: Υστερική, "σκύλα", ρομαντική, πουριτανή, μισότρελη, υποταγμένη με καταπιεσμένες επιθυμίες κλπ. κλπ.) και πάντοτε λάμπει στους ρόλους αυτούς. Τα ερωτικά ήθη της δεκαετίας του 60, υποτίθεται απελευθερωμένα, πλήν όμως στις περισσότερες των περιπτώσεων εδώ βαθύτατα συντηρητικά, εξετάζονται από κωμική σκοπιά και σατιρίζονται με αρκετό κέφι.
Όπως συμβαίνει πάντοτε στα σπονδυλωτά φιλμ τα σκετς είναι άνισα. Υπάρχουν κεφάτα και έξυπνα και άλλα λιγότερο. Δεν υπάρχουν πάντως και πολλά ανατρεπτικά (με οποιονδήποτε τρόπο), καθώς τα περισσότερα διαθέτουν μάλλον συμβατικό τέλος, με την ανωτερότητα των αντρών να μην αμφισβητείται. Μπορεί βέβαια κάποιος να θεωρήσει το στοιχείο αυτό ως σάτιρα της ανδροκρατούμενης κοινωνίας, ότι δηλαδή αυτό ακριβώς σχολιάζει το φιλμ. Πιθανόν. Προσωπικά μάλλον προτιμώ το τελευταίο, με τον τύπο που πρακολουθεί τις δύο γυναίκες, το οποίο βρίσκω κατά βάθος μελαγχολικό με τον τελικό συμβιβασμό, ωστόσο οποιοσδήποτε είναι αναμενόμενο να διαφωνήσει και να έχει διαφορετικές προτιμήσεις.
Συνολικά πρόκειται νομίζω όχι για μεγάλη ταινία, ωστόσο ευχάριστη, κομψήστο μεγαλύτερο μέρος της και χαριτωμένη. Μάλλον θα διασκεδάσετε. Και θα παρακολουθήσετε όλη αυτή την παρέλαση των σταρ γύρω από την υπέροχη Σίρλεϊ.
Δε νομίζω ότι έχει νόημα να αφηγηθούμε τα στόρι όλων των επεισοδίων. Υπάρχει το σπαρταριστό πρώτο με την κηδεία του συζύγου και τον δικηγόρο Σέλερς, αυτό με την γυναίκα που, απηυδισμένη από τον άπιστο σύζυγό της παρά λίγο να γίνει πόρνη από εκδίκηση, αυτό με το ερωτευμένο ζεύγος που επιχειρεί να αυτοκτονήσει, αυτό με τον μεγαλομανή συγγραφέα σύζυγο για τον οποίο η γυναίκα του είναι σχεδόν αόρατη, το άλλο με τον (πιθανό) επίδοξο εραστή να παρακολουθεί κατά πόδας μια παντρεμένη γυναίκα και την τελική ανατροπή κλπ.
Η Μακ Λέιν ερμηνεύει με μπρίο και φινέτσα μια γκάμα αρχετυπικών γυναικείων χαρακτήρων: Υστερική, "σκύλα", ρομαντική, πουριτανή, μισότρελη, υποταγμένη με καταπιεσμένες επιθυμίες κλπ. κλπ.) και πάντοτε λάμπει στους ρόλους αυτούς. Τα ερωτικά ήθη της δεκαετίας του 60, υποτίθεται απελευθερωμένα, πλήν όμως στις περισσότερες των περιπτώσεων εδώ βαθύτατα συντηρητικά, εξετάζονται από κωμική σκοπιά και σατιρίζονται με αρκετό κέφι.
Όπως συμβαίνει πάντοτε στα σπονδυλωτά φιλμ τα σκετς είναι άνισα. Υπάρχουν κεφάτα και έξυπνα και άλλα λιγότερο. Δεν υπάρχουν πάντως και πολλά ανατρεπτικά (με οποιονδήποτε τρόπο), καθώς τα περισσότερα διαθέτουν μάλλον συμβατικό τέλος, με την ανωτερότητα των αντρών να μην αμφισβητείται. Μπορεί βέβαια κάποιος να θεωρήσει το στοιχείο αυτό ως σάτιρα της ανδροκρατούμενης κοινωνίας, ότι δηλαδή αυτό ακριβώς σχολιάζει το φιλμ. Πιθανόν. Προσωπικά μάλλον προτιμώ το τελευταίο, με τον τύπο που πρακολουθεί τις δύο γυναίκες, το οποίο βρίσκω κατά βάθος μελαγχολικό με τον τελικό συμβιβασμό, ωστόσο οποιοσδήποτε είναι αναμενόμενο να διαφωνήσει και να έχει διαφορετικές προτιμήσεις.
Συνολικά πρόκειται νομίζω όχι για μεγάλη ταινία, ωστόσο ευχάριστη, κομψήστο μεγαλύτερο μέρος της και χαριτωμένη. Μάλλον θα διασκεδάσετε. Και θα παρακολουθήσετε όλη αυτή την παρέλαση των σταρ γύρω από την υπέροχη Σίρλεϊ.
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 21, 2017
"THE NEW WORLD" Ή Η ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΦΛΥΑΡΙΑ
Ίσως μερικοί να "σκίσετε τα ιμάτιά σας", αλλά θα τολμήσω να πω ότι ο Terence Malick δεν υπήρξε ποτέ αγαπημένος μου. Ο σκηνοθέτης αυτός, ομολογουμένως ιδιαίτερα εικαστικός και μονίμως "φιλοσοφικός", προσωπικά μου φαίνεται μάλλον βαρετος και υπερεκτιμημένος. Το "The New World" του 2005 νομίζω ότι δεν αποτελεί εξαίρεση.
Η ταινία αφηγείται την αποίκηση της Αμερικής από τους άγγλους το μακρινό 1607 και τη σχέση τους με τους ιθαγενείς. Καθώς ένα πλοίο με άποικους - στρατιώτες φτάνει στη Βιρτζίνια ο Κάπτεν Σμιθ γλυτώνει την κρεμάλα (τον κατηγορούσαν για υποκίνηση σε ανταρσία). Οι σχέσεις του με τους άλλους άποικους περνούν από διάφορα στάδια (από αρχηγός έως σχεδόν κατάδικος). Αυτός ωστόσο ερωτεύεται όχι μόνο μια ιθαγενή ινδιάνα πριγκήπισα της γειτονικής φυλής, αλλά και την παρθένα φύση που τον περιβάλλει, όπου βρίσκει το αληθινό νόημα της ζωής. Η ιστορία όμως έχει συνέχεια. Ο ήρωάς μας θα αναγκαστεί να αναχωρήσει και μια νέα ζωή περιμένει τη νεαρή ινδιάνα, η οποία βαθμιαία θα μυηθεί στους δυτικούς τρόπους.
Ο Μάλικ ακολουθεί κι εδώ κάποιες από τις σταθερές προβληματικές του: Αληθινή έκσταση μπροστά στη φύση, σκέψεις για την αγάπη, συμπαντική άποψη της ζωής. Αλλά εξετάζει επίσης τις, αντίθετες συνήθως, σχέσεις ανάμεσα στο θέλω και στο πρέπει, στην επιθυμία και στο καθήκον. Και τις ιμπεριαλιστικές πρακτικές των δυτικών, την καταστροφή της φύσης και της αρμονίας με την οποία ζουν σε σχέση μ' αυτήν οι πρωτόγονες φυλές, την καταστροφή τελικά αυτής της ισορροπίας και, εν τέλει, την αποδοχή της ζωής ως έχει, τον τελικό συμβιβασμό με την ήρεμη αγάπη απέναντι σε έναν θυελλώδη έρωτα.
Ενδιαφέροντα όλα αυτά - αν και ήδη πολλά και φορτωμένα - αλλά θα μου επιτρέψετε να θεωρώ ότι για μια ακόμα φορά ο δημιουργός αυτός περισσότερο αμπελοφιλοσοφεί. Η αφήγησή του φρενάρει, κολλάει ουσιαστικά, γίνεται (επίτηδες υποθέτω) ακόμη πιο αργή από τους συνήθεις αργούς ρυθμούς του, καθώς κάθε λίγο στην ιστορία παρεμβάλλονται λυρικοί μονόλογοι των ηρώων περί έρωτα και αγάπης, περί ζωής και φύσης και άλλων "υψηλών". Ο ίδιος ο σκηνοθέτης μοιάζει εκστατικός μπροστά στη φύση (συγνώμη, αλλά αυτή η τυφλή μυθοποίηση και ωραιοποίηση της κατά βάθος φριχτά άγριας και βάρβαρης φύσης μου φαίνεται αφελής) και χαμένος στους συμπαντικούς του συλλογισμούς (εις βάρος της φιλμικής ροής κατά τη γνώμη μου).
Η φωτογραφία βεβαίως είναι πολύ καλή, η φύση υμνείται όπως είπαμε και μοιάζει πανέμορφη, ο Κόλιν Φαρέλ είναι καλός, η πρωτοεμφανιζόμενη Q'orianka Kilcher επίσης (όπως και ο Κρίστοφερ Πλάμερ και ο Κρίστιαν Μπέιλ), η σύλληψη είναι συχνά επική, συνολικά όμως το όλο "πακέτο" με κούρασε αρκετά. Ας σταματήσει να θέλει να τα πει όλα με τη μία ο Μάλικ, με αποτέλεσμα πολλές ταινίες του να γίνονται τελικά ιδιαίτερα βαριές.
Η ταινία αφηγείται την αποίκηση της Αμερικής από τους άγγλους το μακρινό 1607 και τη σχέση τους με τους ιθαγενείς. Καθώς ένα πλοίο με άποικους - στρατιώτες φτάνει στη Βιρτζίνια ο Κάπτεν Σμιθ γλυτώνει την κρεμάλα (τον κατηγορούσαν για υποκίνηση σε ανταρσία). Οι σχέσεις του με τους άλλους άποικους περνούν από διάφορα στάδια (από αρχηγός έως σχεδόν κατάδικος). Αυτός ωστόσο ερωτεύεται όχι μόνο μια ιθαγενή ινδιάνα πριγκήπισα της γειτονικής φυλής, αλλά και την παρθένα φύση που τον περιβάλλει, όπου βρίσκει το αληθινό νόημα της ζωής. Η ιστορία όμως έχει συνέχεια. Ο ήρωάς μας θα αναγκαστεί να αναχωρήσει και μια νέα ζωή περιμένει τη νεαρή ινδιάνα, η οποία βαθμιαία θα μυηθεί στους δυτικούς τρόπους.
Ο Μάλικ ακολουθεί κι εδώ κάποιες από τις σταθερές προβληματικές του: Αληθινή έκσταση μπροστά στη φύση, σκέψεις για την αγάπη, συμπαντική άποψη της ζωής. Αλλά εξετάζει επίσης τις, αντίθετες συνήθως, σχέσεις ανάμεσα στο θέλω και στο πρέπει, στην επιθυμία και στο καθήκον. Και τις ιμπεριαλιστικές πρακτικές των δυτικών, την καταστροφή της φύσης και της αρμονίας με την οποία ζουν σε σχέση μ' αυτήν οι πρωτόγονες φυλές, την καταστροφή τελικά αυτής της ισορροπίας και, εν τέλει, την αποδοχή της ζωής ως έχει, τον τελικό συμβιβασμό με την ήρεμη αγάπη απέναντι σε έναν θυελλώδη έρωτα.
Ενδιαφέροντα όλα αυτά - αν και ήδη πολλά και φορτωμένα - αλλά θα μου επιτρέψετε να θεωρώ ότι για μια ακόμα φορά ο δημιουργός αυτός περισσότερο αμπελοφιλοσοφεί. Η αφήγησή του φρενάρει, κολλάει ουσιαστικά, γίνεται (επίτηδες υποθέτω) ακόμη πιο αργή από τους συνήθεις αργούς ρυθμούς του, καθώς κάθε λίγο στην ιστορία παρεμβάλλονται λυρικοί μονόλογοι των ηρώων περί έρωτα και αγάπης, περί ζωής και φύσης και άλλων "υψηλών". Ο ίδιος ο σκηνοθέτης μοιάζει εκστατικός μπροστά στη φύση (συγνώμη, αλλά αυτή η τυφλή μυθοποίηση και ωραιοποίηση της κατά βάθος φριχτά άγριας και βάρβαρης φύσης μου φαίνεται αφελής) και χαμένος στους συμπαντικούς του συλλογισμούς (εις βάρος της φιλμικής ροής κατά τη γνώμη μου).
Η φωτογραφία βεβαίως είναι πολύ καλή, η φύση υμνείται όπως είπαμε και μοιάζει πανέμορφη, ο Κόλιν Φαρέλ είναι καλός, η πρωτοεμφανιζόμενη Q'orianka Kilcher επίσης (όπως και ο Κρίστοφερ Πλάμερ και ο Κρίστιαν Μπέιλ), η σύλληψη είναι συχνά επική, συνολικά όμως το όλο "πακέτο" με κούρασε αρκετά. Ας σταματήσει να θέλει να τα πει όλα με τη μία ο Μάλικ, με αποτέλεσμα πολλές ταινίες του να γίνονται τελικά ιδιαίτερα βαριές.
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 17, 2017
Ο SHAKESPEARE, ΟΙ ΦΟΝΟΙ, Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ "THEATRE OF BLOOD"
Ο Douglas Hickox (1929-1988) υπήρξε ένας μάλλον μέτριος βρετανός σκηνοθέτης, με λίγες σχετικά ταινίες στο ενεργητικό του (αργότερα έκανε και αρκετή τηλεόραση). Το 1973 γυρίζει το "Theater of Blood", ταινία τρόμου (αν και όχι μόνο), με τον εμβληματικό Βίνσεντ Πράις να κυριαρχεί στην οθόνη.
Η ιστορία είναι απλή: Ένας πρώην διάσημος σεξπιρικός ηθοποιός, που όλοι θεωρούν νεκρό, επιστρέφει και αρχίζει να δολοφονεί με πραγματικά ευφάνταστους τρόπους όλους τους κριτικούς θεάτρου που είχαν γράψει εναντίον του και του είχαν στερήσει ένα μεγάλο θεατρικό βραβείο. Το ενδιαφέρον είναι ότι όλοι οι φόνοι είναι άμεσα εμπνευσμένοι από φόνους που υπάρχουν (και είναι, ως γνωστόν, ουκ ολίγοι) σε έργα του Σαίξπηρ (Βλέπετε; Γράφω την ελληνική απόδοση του Shakespeare και με τους δύο τρόπους, τον παλιό και τον νέο, για να τα έχω καλά με όλους).
Η ταινία χρησιμοποιεί το μπαρόκ κλίμα (βαριά σκηνικά και κοστούμια, γκροτέσκοι τρόποι θανάτου κλπ.) πoυ συνηθίζεται στα φιλμ τρόμου του Βίνσεντ Πράις. Φυσικά η όλη δομή της μας φέρνει αμέσως στο νου τα δύο φιλμ του δόκτορα Φάιμπς, που ο Πράις είχε γυρίσει μόλις τα δύο προηγούμενα χρόνια. Φυσικά ο ήρωας δεν είναι ο ίδιος, αλλά η σειρά των τελετουργικών φόνων παραπέμπει αμέσως εκεί. Ωστόσο εδώ έχουμε και κάτι παραπάνω: Μια γερή δόση χιούμορ (κατάμαυρου συνήθως). Και μόνο η ιδέα του ηθοποιού που δολοφονεί τους κριτικούς που έγραψαν αρνητικά γι' αυτόν είναι βέβαια αστεία και μας κάνει να σκεφτούμε τις σχέσεις τέχνης και κριτικής, τη εξουσία και τα "δικαιώματα" της τελευταίας κλπ. Όχι ότι μας βάζει σε βαθιές σκέψεις βέβαια, αλλά, όσο νά' ναι... Πάντως εδώ το χιούμορ έχει συχνά το πάνω χέρι, πράγμα που γίνεται όλο και πιο εμφανές όσο προχωρά το φιλμ.
Κατά τα άλλα ο Πράις βρίσκεται στο στοιχείο του. Η εν γένει πομπώδης ερμηνεία και εμφάνισή του ταιριάζει γάντι με τις διαρκείς ερμηνείες του σε σεξπιρικά αποσπάσματα στο φιλμ (μιλά άλλωστε σχεδόν αποκλειστικά με σεξπιρικές ατάκες). Το όλο σκηνικό συμπληρώνεται από τη στρατιά των αλκοολοκών / κλοσάρ / τρελών που τον ακολουθούν, άλλοτε ως θίασος και άλλοτε παίζοντας το ρόλο του κοινού που αποθεώνει το ταλέντο του παρανοϊκού αφεντη του, αλλά και από την κόρη του, άλλη μια πιστή στην υπηρεσία του τρελού πατέρα της.
Γενικά δεν πρόκειται να το πάρουμε στα σοβαρά ως ταινία. Δεν είναι μεγάλη. Διαθέτει όμως την παλιομοδίτικη γοητεία της, την μπαρόκ ατμόσφαιρα που αναφέραμε και το μαύρο χιούμορ - από τα σχετικά πρώιμα δείγματα παντρέματος τρόμου και χιούμορ. Πάντως για τους φανς του Πράις αποτελεί must. Πότε θα τον ξαναδείτε να ερμηνεύει Σαίξπηρ, και μάλιστα κομμάτια από πολλά έργα του βάρδου;
ΥΓ: Πoιο απο΄τα δύο προτιμάτε; Σαίξπηρ ή Σέξπιρ;
Η ιστορία είναι απλή: Ένας πρώην διάσημος σεξπιρικός ηθοποιός, που όλοι θεωρούν νεκρό, επιστρέφει και αρχίζει να δολοφονεί με πραγματικά ευφάνταστους τρόπους όλους τους κριτικούς θεάτρου που είχαν γράψει εναντίον του και του είχαν στερήσει ένα μεγάλο θεατρικό βραβείο. Το ενδιαφέρον είναι ότι όλοι οι φόνοι είναι άμεσα εμπνευσμένοι από φόνους που υπάρχουν (και είναι, ως γνωστόν, ουκ ολίγοι) σε έργα του Σαίξπηρ (Βλέπετε; Γράφω την ελληνική απόδοση του Shakespeare και με τους δύο τρόπους, τον παλιό και τον νέο, για να τα έχω καλά με όλους).
Η ταινία χρησιμοποιεί το μπαρόκ κλίμα (βαριά σκηνικά και κοστούμια, γκροτέσκοι τρόποι θανάτου κλπ.) πoυ συνηθίζεται στα φιλμ τρόμου του Βίνσεντ Πράις. Φυσικά η όλη δομή της μας φέρνει αμέσως στο νου τα δύο φιλμ του δόκτορα Φάιμπς, που ο Πράις είχε γυρίσει μόλις τα δύο προηγούμενα χρόνια. Φυσικά ο ήρωας δεν είναι ο ίδιος, αλλά η σειρά των τελετουργικών φόνων παραπέμπει αμέσως εκεί. Ωστόσο εδώ έχουμε και κάτι παραπάνω: Μια γερή δόση χιούμορ (κατάμαυρου συνήθως). Και μόνο η ιδέα του ηθοποιού που δολοφονεί τους κριτικούς που έγραψαν αρνητικά γι' αυτόν είναι βέβαια αστεία και μας κάνει να σκεφτούμε τις σχέσεις τέχνης και κριτικής, τη εξουσία και τα "δικαιώματα" της τελευταίας κλπ. Όχι ότι μας βάζει σε βαθιές σκέψεις βέβαια, αλλά, όσο νά' ναι... Πάντως εδώ το χιούμορ έχει συχνά το πάνω χέρι, πράγμα που γίνεται όλο και πιο εμφανές όσο προχωρά το φιλμ.
Κατά τα άλλα ο Πράις βρίσκεται στο στοιχείο του. Η εν γένει πομπώδης ερμηνεία και εμφάνισή του ταιριάζει γάντι με τις διαρκείς ερμηνείες του σε σεξπιρικά αποσπάσματα στο φιλμ (μιλά άλλωστε σχεδόν αποκλειστικά με σεξπιρικές ατάκες). Το όλο σκηνικό συμπληρώνεται από τη στρατιά των αλκοολοκών / κλοσάρ / τρελών που τον ακολουθούν, άλλοτε ως θίασος και άλλοτε παίζοντας το ρόλο του κοινού που αποθεώνει το ταλέντο του παρανοϊκού αφεντη του, αλλά και από την κόρη του, άλλη μια πιστή στην υπηρεσία του τρελού πατέρα της.
Γενικά δεν πρόκειται να το πάρουμε στα σοβαρά ως ταινία. Δεν είναι μεγάλη. Διαθέτει όμως την παλιομοδίτικη γοητεία της, την μπαρόκ ατμόσφαιρα που αναφέραμε και το μαύρο χιούμορ - από τα σχετικά πρώιμα δείγματα παντρέματος τρόμου και χιούμορ. Πάντως για τους φανς του Πράις αποτελεί must. Πότε θα τον ξαναδείτε να ερμηνεύει Σαίξπηρ, και μάλιστα κομμάτια από πολλά έργα του βάρδου;
ΥΓ: Πoιο απο΄τα δύο προτιμάτε; Σαίξπηρ ή Σέξπιρ;
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 14, 2017
"ΕΡΧΕΤΑΙ ΤΗ ΝΥΧΤΑ"... ΜΕΤΑΞΥ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΚΑΙ ΨΕΜΑΤΟΣ
Τα τελευταία χρόνια στην Αμερική έχει αναδυθεί μια τάση δημιουργίας ταινιών τρόμου πολύ μακριά από τις συνηθισμένες του είδους: Δίχως εφέ, δίχως ξαφνικά οπτικά και ηχητικά "μπου", δίχως "ξλουστραρισμένη" φωτογραφία, με πολύ φτηνή παραγωγή, ποντάρουν περισσότερο στη δημιουργία ατμόσφαιρας και ρεαλισμού-μέσα-στο-φανταστικό. Στην κατηγορία αυτή ανήκει το "Έρχεται τη Νύχτα" του 2017, δεύτερη ταινία του Trey Edward Shults.
Στις ΗΠΑ έχει εξαπλωθεί μια θανατηφόρα ασθένεια, η οποία έχει εξολοθρεύσει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Μια οικογένεια (πατέρας, μητέρα, 17χρονος γιος), ζουν απομονωμένοι στο δάσος, λαμβάνοντας αυστηρά μέτρα και έχοντας δημιουργήσει γύρω τους ένα περιβάλλον που τους επιτρέπει να επιβιώνουν (αν και στην πρώτη μόλις σκηνή αναγκάζονται να σκοτώσουν τον παππού, ο οποίος έχει μολυνθεί). Όλα όμως θα αλλάξουν όταν θα αποφοσίσουν να φιλοξενήσουν μια οικογένεια (τριμελή κι αυτή) στο σπίτι - φρούριό τους. Οι σχέσεις μεταξύ τους θα μεταβάλλονται διαρκώς, ενώ η μεταξύ τους αμφιβολία θα εμφανίζεται ύπουλα κάθε στιγμή...
Το είπαμε. Μην περιμένετε εφέ και άγριες σκηνές τρόμου. Κι όχι μόνο αυτό: Μην περιμένετε ούτε καν σαφείς απαντήσεις για το τι ακριβώς συμβαίνει, τι είναι αληθινό και τι φανταστικό, ποια απ' όσα λέγονται είναι αλήθεια και ποια όχι. Άλλωστε τα συνεχή όνειρα του 17χρονου γιου μπερδεύονται με την φριχτή πραγματικότητα. Σ' αυτό το ανεξάρτητο, low budget φιλμ προέχει η δημιουργία κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας, μια διάχυτη, πανταχού παρούσα ανησυχία και η υποβολή μιας σειράς ερωτημάτων και προβληματισμών πάνω στην αυτοδικία, τα όρια της ηθικής (πού μπορούμε να φτάσουμε για να προστατέψουμε την "ιερή" οικογένεια;) και τις ανθρώπινες σχέσεις, οι οποίες, μοιάζει να μας λέει το φιλμ, τινάζονται στον αέρα όταν οι άνθρωποι βρεθούν υπό έντονη πίεση. Μοιάζει περισσότερο να είναι αυτό το τελευταίο: Μια μελέτη στις ανθρώπινες σχέσεις υπό άγρια πίεση, δίχως, όπως είπαμε, να νοιάζεται για σεναριακό ξακαθάρισμα όσον αφορά το τι και το πώς ή το γιατί συμβαίνει.
Ενδιαφέροντα όλα αυτά, καλή και η κίνηση για φτηνές, ατμοσφαιρικές και "σκεπτόμενες" ταινίες τρόμου κόντρα στα υπερφίαλα, εφετζίδικα και ολο πιο βαρετά και ανέμπνευστα φιλμ του είδους που κυριαρχούν, πλην όμως προσωπικά δεν ενθουσιάστηκα και πολύ με το συγκεκριμένο φιλμ. Απλώς το βρήκα ενδιαφέρον.
Στις ΗΠΑ έχει εξαπλωθεί μια θανατηφόρα ασθένεια, η οποία έχει εξολοθρεύσει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Μια οικογένεια (πατέρας, μητέρα, 17χρονος γιος), ζουν απομονωμένοι στο δάσος, λαμβάνοντας αυστηρά μέτρα και έχοντας δημιουργήσει γύρω τους ένα περιβάλλον που τους επιτρέπει να επιβιώνουν (αν και στην πρώτη μόλις σκηνή αναγκάζονται να σκοτώσουν τον παππού, ο οποίος έχει μολυνθεί). Όλα όμως θα αλλάξουν όταν θα αποφοσίσουν να φιλοξενήσουν μια οικογένεια (τριμελή κι αυτή) στο σπίτι - φρούριό τους. Οι σχέσεις μεταξύ τους θα μεταβάλλονται διαρκώς, ενώ η μεταξύ τους αμφιβολία θα εμφανίζεται ύπουλα κάθε στιγμή...
Το είπαμε. Μην περιμένετε εφέ και άγριες σκηνές τρόμου. Κι όχι μόνο αυτό: Μην περιμένετε ούτε καν σαφείς απαντήσεις για το τι ακριβώς συμβαίνει, τι είναι αληθινό και τι φανταστικό, ποια απ' όσα λέγονται είναι αλήθεια και ποια όχι. Άλλωστε τα συνεχή όνειρα του 17χρονου γιου μπερδεύονται με την φριχτή πραγματικότητα. Σ' αυτό το ανεξάρτητο, low budget φιλμ προέχει η δημιουργία κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας, μια διάχυτη, πανταχού παρούσα ανησυχία και η υποβολή μιας σειράς ερωτημάτων και προβληματισμών πάνω στην αυτοδικία, τα όρια της ηθικής (πού μπορούμε να φτάσουμε για να προστατέψουμε την "ιερή" οικογένεια;) και τις ανθρώπινες σχέσεις, οι οποίες, μοιάζει να μας λέει το φιλμ, τινάζονται στον αέρα όταν οι άνθρωποι βρεθούν υπό έντονη πίεση. Μοιάζει περισσότερο να είναι αυτό το τελευταίο: Μια μελέτη στις ανθρώπινες σχέσεις υπό άγρια πίεση, δίχως, όπως είπαμε, να νοιάζεται για σεναριακό ξακαθάρισμα όσον αφορά το τι και το πώς ή το γιατί συμβαίνει.
Ενδιαφέροντα όλα αυτά, καλή και η κίνηση για φτηνές, ατμοσφαιρικές και "σκεπτόμενες" ταινίες τρόμου κόντρα στα υπερφίαλα, εφετζίδικα και ολο πιο βαρετά και ανέμπνευστα φιλμ του είδους που κυριαρχούν, πλην όμως προσωπικά δεν ενθουσιάστηκα και πολύ με το συγκεκριμένο φιλμ. Απλώς το βρήκα ενδιαφέρον.
Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 13, 2017
Ο "ΒΑΛΕΡΙΑΝ" ΚΑΙ Η (ΑΠΛΩΣ) ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ
Το "Βαλέριαν και Λορελίν" είναι ένα διάσημο γαλικό κόμικς επιστημονικής φαντασίας των Meziers και Christin, που κυκλοφόρησε μεταξύ 1967 και 2010 και συγκαταλέγεται στα 5 με τις υψηλότερες πωλήσεις των τεράστιων (σε αριθμό εκδόσεων κόμικς εννοώ) εκδόσεων Dargaud. Ο Luc Besson, μεγαλωμένος και επηρεασμένος από παιδί απ' αυτό, αποφασίζει το 2017 να το μεραφέρει στη μεγάλη οθόνη, πράγμα που γι' αυτό αποτελεί έργο ζωής. Έτσι φτιάχνει την ταινία "Ο Βαλέριαν και η Πόλη με τους Χίλιους Πλανήτες", την ακριβότερη ανεξάρτητη παραγωγή που έγινε ποτέ.
Το ζευγάρι των ηρώων (που, ανάμεσα σε μύριες περιπέτειες, προσπαθούν και να τα φτιάξουν), είναι πράκτορες της "Χωροχρονικής Υπηρεσίας" και προστατεύουν από τους "κακούς" την Terran Empire, η οποία, τον 28ο αιώνα, απλώνεται σε όλο τον Γαλαξία, ενώ έλλογα όντα κάθε φυλής (και οι άνθρωποι φυσικά) μπορούν να ταξιδεύουν στιγμιαία στον χώρο και τον χρόνο. Η συγκεκριμένη ιστορία διαδραματίζεται στον αχανή διαστημικό σταθμό - μητρόπολη Άλφα, που κατοικείται από πολλά εκατομμύρια νοήμονα πλάσματα. Η τεράστια πόλη κινδυνεύει από μια απειλή όχι εξωτερική, αλλά που κρύβεται στο ίδιο της το (σχεδόν ανεξερεύνητο) κέντρο. Φυσικά οι ήρωές μας θα αναλάβουν άμεση δράση.
Ας πούμε λοιπόν αρχικά ότι η εναρκτήρια σκηνή, που δείχνει τον τρόπο που δημιουργήθηκε ο Άλφα, είναι εξαιρετική σε σύλληψη και εκτέλεση. Από εκεί και πέρα θα επιμείνω στα εντυπωσιακά (και με μεγάλη ποικιλία) σκηνικά, στην σφιχτή δράση και την εν γένει οπτική απόλαυση. Το σενάριο, εμπλουτισμένο με αντιιμπεριαλιστικά μηνύματα και αρκετό (όχι πάντα καλό κατά τη γνώμη μου) χιούμορ, είναι μάλλον απλό και, αναμενόμενα, επικεντρώνεται στη δράση. Η ταινία είναι επίτηδες φτιαγμένη έτσι ώστε, πάνω απ' όλα, να είναι δισκεδαστική. Ξέρω ότι δέχτηκε πολλές επικρίσεις, αλλά οφείλω να πω ότι προσωπικά όντως το διασκέδασα. Κατάφερε, βλέπετε, να με κάνει να αφεθώ στην οπτική μαγεία της και, αναμενόμενο, με κράτησε η δράση. Τουλάχιστον προσωπικά διασκέδασα περισσότερο από τα ένα-την-εβδομάδα υπερηρωικά αμερικάνικα, τα οποία έχω σκυλοβαρεθεί.
Φυσικά - και επειδή δεν πρόκειται σε καμιά περίπτωση για αρστούργημα - έχω τις αντιρρήσεις μου. Έχουμε το "εύκολο", όπως ξαναείπα, σενάριο, με τις αφέλειές του. Μάλλον επίτηδες, αλλά θα προτιμούσα μια σοβαρότερη δουλειά. Υπάρχουν οι βαρετές και επαναλαμβανόμενες σχέσεις του ζεύγους, με τον ερωτύλο ήρωα να προσπαθεί μόνιμα να τα φτιάξει με την όμορφη συνεργάτιδά του και οι διαρκείς (μάλλον με κρύο χιούμορ) ερωτικές ατάκες ενώ ο κόσμος χάνεται γύρω τους. Εντάξει, είναι προσπάθεια για χιούμορ, αλλά αυτό που βγαίνει είναι "σκασίλα μου για τον Γαλαξία και τα πάντα, εμένα με νοιάζει να ρίξω την κοπέλα". Και, το σπουδαιότερο ίσως, η κακή επιλογή του πρωταγωνιστή. Είναι πολύ πιτσιρικάς και "φλούφλης" για καρδιοκατακτήτής και έμπειρος σωτήρας του κόσμου, πολύ λίγος σαν ηθοποιός και (προσωπική άποψη αυτό) εμένα μου φάνηκε και αντιπαθής σα φάτσα. Αυτό ήταν που με χάλαγε περισότερο.
Πέραν της γκρίνιας, σας είπα ότι το απόλαυσα σαν μια μάλλον απλοϊκή οπτική πανδαισία. Και χάζευα και τους διάσημους σταρ από κάθε χώρο που παρήλασαν σε μικρούς ρόλους: Ρούντγκερ Χάουερ, Κλάιβ Όουεςν Ίθαν Χοκς, Ριάνα, Χέρμπι Χάνκοκ (!), Αλέν Σαμπά κλπ.
ΥΓ: Προσωπικά πάντως χαίρομαι που ο Μπεσόν ξαναγύρισε, μετά από καιρό, στις διασκεδαστικές περιπέτειες.
Το ζευγάρι των ηρώων (που, ανάμεσα σε μύριες περιπέτειες, προσπαθούν και να τα φτιάξουν), είναι πράκτορες της "Χωροχρονικής Υπηρεσίας" και προστατεύουν από τους "κακούς" την Terran Empire, η οποία, τον 28ο αιώνα, απλώνεται σε όλο τον Γαλαξία, ενώ έλλογα όντα κάθε φυλής (και οι άνθρωποι φυσικά) μπορούν να ταξιδεύουν στιγμιαία στον χώρο και τον χρόνο. Η συγκεκριμένη ιστορία διαδραματίζεται στον αχανή διαστημικό σταθμό - μητρόπολη Άλφα, που κατοικείται από πολλά εκατομμύρια νοήμονα πλάσματα. Η τεράστια πόλη κινδυνεύει από μια απειλή όχι εξωτερική, αλλά που κρύβεται στο ίδιο της το (σχεδόν ανεξερεύνητο) κέντρο. Φυσικά οι ήρωές μας θα αναλάβουν άμεση δράση.
Ας πούμε λοιπόν αρχικά ότι η εναρκτήρια σκηνή, που δείχνει τον τρόπο που δημιουργήθηκε ο Άλφα, είναι εξαιρετική σε σύλληψη και εκτέλεση. Από εκεί και πέρα θα επιμείνω στα εντυπωσιακά (και με μεγάλη ποικιλία) σκηνικά, στην σφιχτή δράση και την εν γένει οπτική απόλαυση. Το σενάριο, εμπλουτισμένο με αντιιμπεριαλιστικά μηνύματα και αρκετό (όχι πάντα καλό κατά τη γνώμη μου) χιούμορ, είναι μάλλον απλό και, αναμενόμενα, επικεντρώνεται στη δράση. Η ταινία είναι επίτηδες φτιαγμένη έτσι ώστε, πάνω απ' όλα, να είναι δισκεδαστική. Ξέρω ότι δέχτηκε πολλές επικρίσεις, αλλά οφείλω να πω ότι προσωπικά όντως το διασκέδασα. Κατάφερε, βλέπετε, να με κάνει να αφεθώ στην οπτική μαγεία της και, αναμενόμενο, με κράτησε η δράση. Τουλάχιστον προσωπικά διασκέδασα περισσότερο από τα ένα-την-εβδομάδα υπερηρωικά αμερικάνικα, τα οποία έχω σκυλοβαρεθεί.
Φυσικά - και επειδή δεν πρόκειται σε καμιά περίπτωση για αρστούργημα - έχω τις αντιρρήσεις μου. Έχουμε το "εύκολο", όπως ξαναείπα, σενάριο, με τις αφέλειές του. Μάλλον επίτηδες, αλλά θα προτιμούσα μια σοβαρότερη δουλειά. Υπάρχουν οι βαρετές και επαναλαμβανόμενες σχέσεις του ζεύγους, με τον ερωτύλο ήρωα να προσπαθεί μόνιμα να τα φτιάξει με την όμορφη συνεργάτιδά του και οι διαρκείς (μάλλον με κρύο χιούμορ) ερωτικές ατάκες ενώ ο κόσμος χάνεται γύρω τους. Εντάξει, είναι προσπάθεια για χιούμορ, αλλά αυτό που βγαίνει είναι "σκασίλα μου για τον Γαλαξία και τα πάντα, εμένα με νοιάζει να ρίξω την κοπέλα". Και, το σπουδαιότερο ίσως, η κακή επιλογή του πρωταγωνιστή. Είναι πολύ πιτσιρικάς και "φλούφλης" για καρδιοκατακτήτής και έμπειρος σωτήρας του κόσμου, πολύ λίγος σαν ηθοποιός και (προσωπική άποψη αυτό) εμένα μου φάνηκε και αντιπαθής σα φάτσα. Αυτό ήταν που με χάλαγε περισότερο.
Πέραν της γκρίνιας, σας είπα ότι το απόλαυσα σαν μια μάλλον απλοϊκή οπτική πανδαισία. Και χάζευα και τους διάσημους σταρ από κάθε χώρο που παρήλασαν σε μικρούς ρόλους: Ρούντγκερ Χάουερ, Κλάιβ Όουεςν Ίθαν Χοκς, Ριάνα, Χέρμπι Χάνκοκ (!), Αλέν Σαμπά κλπ.
ΥΓ: Προσωπικά πάντως χαίρομαι που ο Μπεσόν ξαναγύρισε, μετά από καιρό, στις διασκεδαστικές περιπέτειες.
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 12, 2017
"ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΣΩΣΕΙ": ΠΟΛΥ ΔΥΝΑΤΟ, ΠΟΛΥ ΝΟΣΗΡΟ...
Βρισκόμαστε στο χώρο του καθαρόαιμου αστυνομικού θρίλερ. Αυτού που δεν παράγεται πλέον στην Αμερική και στο παρηκμασμένο, χαζοχαρούμενο και αποκλειστικά δολαριοκεντρικό Χόλιγουντ, αλλά κυρίως στη Σκανδιναβία και στην Ισπανία. Η οποία Ισπανία μοιάζει να είναι αστείρευτη δεξαμενή κινηματογραφικών ταλέντων. Η τρίτη ταινία λοιπόν του κυρίως τηλεοπτικού Rodrigo Sorogoyen είναι το "Κανείς δεν μπορεί να μας σώσει" (Que Dios nos perdone) του 2016, ένα εξαίρετο δείγμα του είδους, το οποίο βρίσκεται σαν ατμόσφαιρα περισσότερο κοντά στο "Seven". Από άποψη νοσηρότητας εννοώ...
Το κλασικό αταίριαστο δίδυμο ντετέκτιβ (ο ένας είναι οξύθυμος, δραστήριος οικογενειάρχης, ο άλλος κλειστός, μοναχικος, με έντονο τραύλισμα, πλην όμως ο εγκέφαλος των ερευνών), κυνηγά στην αποπνικτικά ζεστή Μαδρίτη του καλοκαιριού του 2011 έναν διεστραμένο σίριαλ κίλερ που βιάζει και σκοτώνει ηλικιωμένες γυναίκες. Παράλληλα παρακολουθούμε τις προσωπικές ζωές των δύο ηρώων, τόσο διαφορετικές μεταξύ τους...
Από το θέμα και μόνο αντιλαμβάνεστε το βαθμό νοσηρότητας. Ο οποίος επιτείνεται καθώς υπάρχουν "δύσκολες" σκηνές με τα πτώματα των γυναικών κλπ... Οπότε ίσως το φιλμ να μην είναι κατάλληλο γι όλους. Πλην όμως έχουμε να κάνουμε με ταινία με σφιχτοδεμένο σενάριο, καλό ρυθμό, σημασία στη λεπτομέρεια και πολλές άλλες αρετές. Η δημιουργία "άρρωστης" ατμόσφαιρας είναι δεδομένη. Το αστικό τοπίο, παρουσιασμένο δίχως το παραμικρό φτιασίδι, συνηθισμένο, αποπνικτικό, βρώμικο, χωρίς ίχνος τουριστικής ματιάς, συμβάλλει σ΄αυτό. Όπως και όλος ο ρεαλισμός που κυριαρχεί παντού στο φιλμ. Μία πρωτοτυπία του επίσης είναι το ότι ο δολοφόνος αποκαλύπτεται στα 2/3 περίπου της διάρκειάς του... έχουμε ωστόσο πολύ δρόμο ακόμα.
Η ταινία προβληματίζεται σε θέματα εκδίκησης (εδώ μοιάζει λυτρωτική), διαφοράς καλού και κακού (οι αστυνομικοί δεν είναι καθόλου, μα καθόλου άψογοι) και ψυχολογίας. Παιδικά τραύματα, σεξουαλικές και άλλες στερήσεις, καταπιεστική θρησκεία (στο φόντο υπάρχουν συχνά θρησκευτικά σύμβολα), χαρακτήρες που έρχονται σε αντίθεση με την αποστολή τους... Πάνω απ' όλα όμως, όπως είπα στην αρχή, σφιχτό σενάριο που κατάφερε να με κρατήσει από την αρχή ως το τέλος (κι ας ξέραμε ήδη τον ψυχικά άρρωστο δολοφόνο) και πολύ καλές ηθοποιίες. Φυσικά, το καταλάβατε, το φιλμ είναι απ' αυτά τα σπάνια σήμερα θρίλερ που δεν επικεντρώνονται στη δράση και τα κυνηγητά (δεν είναι ούτε κατά διάνοια δηλαδή "αστυνομικές περιπέτειες"), αλλά στο ρεαλισμό, το μυστήριο, την ατμόσφαιρα. Σας είπα, υπάρχουν κάμποσες "δύσκολες" σκηνές που ίσως ενοχλήσουν, συνολικά όμως βρήκα την ταινία εξαιρετική. Και πάλι μπράβο στο ισπανικό σινεμά, μάλλον το καλύτερο ευρωπαϊκό σήμερα.
Το κλασικό αταίριαστο δίδυμο ντετέκτιβ (ο ένας είναι οξύθυμος, δραστήριος οικογενειάρχης, ο άλλος κλειστός, μοναχικος, με έντονο τραύλισμα, πλην όμως ο εγκέφαλος των ερευνών), κυνηγά στην αποπνικτικά ζεστή Μαδρίτη του καλοκαιριού του 2011 έναν διεστραμένο σίριαλ κίλερ που βιάζει και σκοτώνει ηλικιωμένες γυναίκες. Παράλληλα παρακολουθούμε τις προσωπικές ζωές των δύο ηρώων, τόσο διαφορετικές μεταξύ τους...
Από το θέμα και μόνο αντιλαμβάνεστε το βαθμό νοσηρότητας. Ο οποίος επιτείνεται καθώς υπάρχουν "δύσκολες" σκηνές με τα πτώματα των γυναικών κλπ... Οπότε ίσως το φιλμ να μην είναι κατάλληλο γι όλους. Πλην όμως έχουμε να κάνουμε με ταινία με σφιχτοδεμένο σενάριο, καλό ρυθμό, σημασία στη λεπτομέρεια και πολλές άλλες αρετές. Η δημιουργία "άρρωστης" ατμόσφαιρας είναι δεδομένη. Το αστικό τοπίο, παρουσιασμένο δίχως το παραμικρό φτιασίδι, συνηθισμένο, αποπνικτικό, βρώμικο, χωρίς ίχνος τουριστικής ματιάς, συμβάλλει σ΄αυτό. Όπως και όλος ο ρεαλισμός που κυριαρχεί παντού στο φιλμ. Μία πρωτοτυπία του επίσης είναι το ότι ο δολοφόνος αποκαλύπτεται στα 2/3 περίπου της διάρκειάς του... έχουμε ωστόσο πολύ δρόμο ακόμα.
Η ταινία προβληματίζεται σε θέματα εκδίκησης (εδώ μοιάζει λυτρωτική), διαφοράς καλού και κακού (οι αστυνομικοί δεν είναι καθόλου, μα καθόλου άψογοι) και ψυχολογίας. Παιδικά τραύματα, σεξουαλικές και άλλες στερήσεις, καταπιεστική θρησκεία (στο φόντο υπάρχουν συχνά θρησκευτικά σύμβολα), χαρακτήρες που έρχονται σε αντίθεση με την αποστολή τους... Πάνω απ' όλα όμως, όπως είπα στην αρχή, σφιχτό σενάριο που κατάφερε να με κρατήσει από την αρχή ως το τέλος (κι ας ξέραμε ήδη τον ψυχικά άρρωστο δολοφόνο) και πολύ καλές ηθοποιίες. Φυσικά, το καταλάβατε, το φιλμ είναι απ' αυτά τα σπάνια σήμερα θρίλερ που δεν επικεντρώνονται στη δράση και τα κυνηγητά (δεν είναι ούτε κατά διάνοια δηλαδή "αστυνομικές περιπέτειες"), αλλά στο ρεαλισμό, το μυστήριο, την ατμόσφαιρα. Σας είπα, υπάρχουν κάμποσες "δύσκολες" σκηνές που ίσως ενοχλήσουν, συνολικά όμως βρήκα την ταινία εξαιρετική. Και πάλι μπράβο στο ισπανικό σινεμά, μάλλον το καλύτερο ευρωπαϊκό σήμερα.
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 10, 2017
"ΤΟ ΝΗΣΙ": ΚΑΛΗ ΙΔΕΑ, ΑΛΛΑ...
Ο Michael Bay μου είναι σχεδόν πάντοτε αντιπαθής. Το σινεμά του κυριαρχείται από συνεχή βαβούρα, προσβλέπει σε συνεχείς εκρήξεις αδρεναλίνης, αποτελείται από (καλογυρισμένες) απιθανότητες και κυνηγητά μέχρι σκασμού. Το 2005 γυρίζει "Το Νησί", από τις σχετικά καλές ταινίες του (για τα μέτρα του βεβαίως). Τουλάχιστον στο επίκεντρο υπάρχει μια ενδιαφέρουσα (και πολυχρησιμοποιημένη βεβαίως) ιδέα.
Στο μέλλον οι άνθρωποι ζουν σε έναν κλειστό, αποστειρωμένο κόσμο σε απόλυτα τεχνητό περιβάλλον, όπου η καθημερινότα επαναλαμβάνεται αέναα, οι ερωτικές σχέσεις απαγορεύονται (αν και κανείς δεν φαίνεται να τις έχει ανάγκη, ούτε καν να γνωρίζει τι είναι αυτές) και όπου όλοι περιμένουν να κερδίσουν σε μια λοταρία για να ταξιδέψουν και να ζήσουν για πάντα σε ένα ονειρικό νησί, το μόνο μέρος του κόσμου που δεν είναι μολυσμένο. Ο ήρωας όμως βλέπει παράξενα όνειρα, αρχίζει να αμφισβητεί όσα υποτίθεται ότι συμβαίνουν και αποφασίζει κάτι αδιανόητο για την κοινωνία αυτή: Να δραπετεύσει. Σύντομα θα ανακαλύψει το εφιαλτικό μυστικό που κρύβεται πίσω απ' όλα αυτά.
Το μυστικό δεν θα σας το αποκαλύψω φυσικά, αν και γίνεται γνωστό πριν τα μισά της ταινίας. Θα σας πω μόνο ότι το φιλμ μου άρεσε μόνο στο πρώτο μέρος του (στο ένα τρίτο περίπου), όπου περιγράφεται η κλειστή κοινωνία και ο πρωταγωνιστής Γιούαν Μακ Γκρέγκορ πασχίζει να ανακαλύψει τι ακριβώς συμβαίνει και τελικά φεύγει με την Σκάρλετ Γιόχανσον (η οποία ακολουθεί μάλλον ακούσια). Και το μυστικό βεβαίως είναι ενδιαφέρον και εγείρει ένα πλήθος από ερωτήματα (τα οποία, βεβαίως, όπως προείπα, έχουν τεθεί πολλές φορές στο σινεμά και τη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας). Στο δεύτερο μέρος ωστόσο κάθε στοιχειώδης σκέψη καταρρέει και όλα γίνονται ένα αδιάκοπο - και πέρα για πέρα μη ρεαλιστικό, εννοείται - κυνηγητό, με ταρζανιές κάθε είδους (και μάλιστα από τον ήρωα, ο οποίος πρώτη φορά στη ζωή του βλέπει αυτοκίνητο, ωστόσο το οδηγεί τέλεια και ξεφεύγει από πλήθος εμπειρότατων κακών). Τι να πει κανείς... Προς το τέλος το φιλμ αποκτά πάλι κάποιο σεναριακό ενδιαφέρον, με τη συνάντηση του ήρωα με τον... δεν θα σας αποκαλύψω με ποιον, αλλά τα πάντα χάνονται και πάλι σε τόννους απιθανοτήτων και non stop δράσης.
Από το είδος φιλμ που βαριέμαι (δεν θα περίμενα άλλωστε κάτι άλλο από τον Bay), μπορεί να κρατήσει ίσως μερικούς δεκαπεντάχρονους με τη συνεχή δράση του, αλλά όχι κάποιους στοιχειωδώς σκεπτόμενους. Ωστόσο, το είπα κι αυτό, διαθέτει μια αρκετά καλή ιδέα και κάποιο ενδιαφέρον, μέχρι αυτά να τιναχτούν στον αέρα στα χέρια του έμπειρου μόνο στα κυνηγητά δημιουργού. Γι' αυτό και οι φίλοι της ΕΦ ίσως του ρίξουν μια ματιά (γνωρίζοντας βέβαια ότι θα πέσουν σε τόννους αφελειών). Κριμα πάντως. Θα μπορούσε να είναι καλό φιλμ.
Στο μέλλον οι άνθρωποι ζουν σε έναν κλειστό, αποστειρωμένο κόσμο σε απόλυτα τεχνητό περιβάλλον, όπου η καθημερινότα επαναλαμβάνεται αέναα, οι ερωτικές σχέσεις απαγορεύονται (αν και κανείς δεν φαίνεται να τις έχει ανάγκη, ούτε καν να γνωρίζει τι είναι αυτές) και όπου όλοι περιμένουν να κερδίσουν σε μια λοταρία για να ταξιδέψουν και να ζήσουν για πάντα σε ένα ονειρικό νησί, το μόνο μέρος του κόσμου που δεν είναι μολυσμένο. Ο ήρωας όμως βλέπει παράξενα όνειρα, αρχίζει να αμφισβητεί όσα υποτίθεται ότι συμβαίνουν και αποφασίζει κάτι αδιανόητο για την κοινωνία αυτή: Να δραπετεύσει. Σύντομα θα ανακαλύψει το εφιαλτικό μυστικό που κρύβεται πίσω απ' όλα αυτά.
Το μυστικό δεν θα σας το αποκαλύψω φυσικά, αν και γίνεται γνωστό πριν τα μισά της ταινίας. Θα σας πω μόνο ότι το φιλμ μου άρεσε μόνο στο πρώτο μέρος του (στο ένα τρίτο περίπου), όπου περιγράφεται η κλειστή κοινωνία και ο πρωταγωνιστής Γιούαν Μακ Γκρέγκορ πασχίζει να ανακαλύψει τι ακριβώς συμβαίνει και τελικά φεύγει με την Σκάρλετ Γιόχανσον (η οποία ακολουθεί μάλλον ακούσια). Και το μυστικό βεβαίως είναι ενδιαφέρον και εγείρει ένα πλήθος από ερωτήματα (τα οποία, βεβαίως, όπως προείπα, έχουν τεθεί πολλές φορές στο σινεμά και τη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας). Στο δεύτερο μέρος ωστόσο κάθε στοιχειώδης σκέψη καταρρέει και όλα γίνονται ένα αδιάκοπο - και πέρα για πέρα μη ρεαλιστικό, εννοείται - κυνηγητό, με ταρζανιές κάθε είδους (και μάλιστα από τον ήρωα, ο οποίος πρώτη φορά στη ζωή του βλέπει αυτοκίνητο, ωστόσο το οδηγεί τέλεια και ξεφεύγει από πλήθος εμπειρότατων κακών). Τι να πει κανείς... Προς το τέλος το φιλμ αποκτά πάλι κάποιο σεναριακό ενδιαφέρον, με τη συνάντηση του ήρωα με τον... δεν θα σας αποκαλύψω με ποιον, αλλά τα πάντα χάνονται και πάλι σε τόννους απιθανοτήτων και non stop δράσης.
Από το είδος φιλμ που βαριέμαι (δεν θα περίμενα άλλωστε κάτι άλλο από τον Bay), μπορεί να κρατήσει ίσως μερικούς δεκαπεντάχρονους με τη συνεχή δράση του, αλλά όχι κάποιους στοιχειωδώς σκεπτόμενους. Ωστόσο, το είπα κι αυτό, διαθέτει μια αρκετά καλή ιδέα και κάποιο ενδιαφέρον, μέχρι αυτά να τιναχτούν στον αέρα στα χέρια του έμπειρου μόνο στα κυνηγητά δημιουργού. Γι' αυτό και οι φίλοι της ΕΦ ίσως του ρίξουν μια ματιά (γνωρίζοντας βέβαια ότι θα πέσουν σε τόννους αφελειών). Κριμα πάντως. Θα μπορούσε να είναι καλό φιλμ.
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 08, 2017
ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΗΣ "ΔΟΥΝΚΕΡΚΗΣ"
Το 2017 ο "πολύς" Christopher Nolan γυρίζει για πρώτη φορά ένα πολεμικό φιλμ, την "Δουνκέρκη". Φυσικά βασίζεται στα όσα συνέβησαν εκεί το 1940.
Καθώς οι ναζί προέλαυναν στην Ευρώπη (και στη Γαλλία φυσικά), οι βρετανοί στρατιώτες αποκλείονται στην παραλία της Δουνκέρκης, πόλης απέναντι στα παράλια της Αγγλίας. 400.000 (!) περίπου συνωστίζονται εκεί. Ο Τσόρτσιλ αποφασίζει ότι πρέπει να γυρίσουν πάση θυσία στην πατρίδα, η οποία όλοι περιμένουν ότι θα είναι ο επόμενος στόχος του Χίτλερ. Πώς όμως; Ελάχιστα πλοία μπορούν να διατεθούν για την επιχείρηση αυτή, κι αυτά δέχονται διαρκείς επιθέσεις από τον εχθρό. Τελικά η εκκένωση επετεύχθη με τη βοήθεια ηρωικών άγγλων πολιτών, που έσπευσαν απέναντι με οποιοδήποτε πλωτό μέσον διέθεταν (καϊκια, γιωτ κλπ.), βοηθώντας σημαντικά τα λίγα πολεμικά πλοία. Στην ταινία τρεις ιστορίες από τη Δουνκέρκη (συμβολικά, σε αντιστοιχία με τα τρία "όπλα", μία στον αέρα, μία στη στεριά και μία στη θάλασσα) δένουν μεταξύ τους για να μας δώσουν την εφιαλτική εικόνα της κατάστασης.
Ο Νόλαν χρησιμοποιεί διάφορες πρωτοτυπίες: Η ταινία δεν έχει πρωταγωνιστές. Οι ιστορίες μοιράζονται σε "σκόρπιους" ανθρώπους, στρατιώτες ή μη, τυχαία, υποτίθεται, δείγματα των χιλιάδων που έζησαν αυτή την κόλαση. Η ταινία δεν έχει γραμμική αφήγηση. Διαφορα γεγονότα λαμβάνουν χώρα "μπρος πίσω" στο χρόνο. Στην ταινία οι γερμανοί δεν φαίνονται πουθενά (ούτε κατ' όνομα). Αναφέρεται συχνά η λέξη "εχθρός", ο οποίος όμως στο φιλμ είναι αόρατος. Όλα αυτά τα τεχνάσματα λειτουργούν νομίζω επιτείνοντας την τρομαχτική ατμόσφαιρα. Η απειλή είναι απρόσωπη, μπορεί να έρθει από παντού. Οι άνθρωποι είναι συνηθισμένοι, δίχως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, μέρη απλώς ενός ανώνυμου πλήθους προς σφαγή, όπως αυτό που συνωστιζόταν στην παραλία περιμένοντας με αγωνία να φύγει για να σωθεί. Έτσι πολύ λίγος ηρωισμός υπάρχει. Όλοι είναι τρομαγμένοι, μερικοί πανικόβλητοι, κάποιοι καταφεύγουν σε καθόλου αλτρουιστικά κόλπα για να εξασφαλίσουν μια θέση στα πλοία έστω εις βάρος άλλων που θα παραμείνουν καθηλωμένοι στη θέση τους. Σε καμία περίπτωση δεν υπάρχουν τόσο άγριες στιγμές όπως το πρώτο περίπου τέταρτο του "Στρατιώτη Ράινα" (ίσως η πλέον αντιπολεμική πολεμική σκηνή που έχω δει), ωστόσο το όλο κλίμα φόβου και απειλής (και όχι ηρωισμού) βγαίνει άνετα. Και πάνω απ' όλα κυριαρχεί το κλειστοφοβικό συναίσθημα: Οι στρατιώτες είναι αποκλειμένοι, δίχως διέξοδο, στην παραλία, στο έλεος του εχθρού, στα πλοία στοιβάζονται σαν σαρδέλες και πνίγονται όταν αυτά βυθίζονται, τα αεροπλάνα είναι μικρά και ασφυκτικά... Ναι, η κλειστοφοβία κυριαρχεί. Προς το τέλος βέβαια, όταν το σασπένς ανεβαίνει, διάχυτες πράξεις ηρωισμού υπάρχουν, η γενική εντύπωση όμως που απομένει είναι αυτή της απέχθειας απέναντι στον παραλογισμό και την ηλιθιότητα που ονομάζεται πόλεμος.
Ο Νόλαν δεν είναι τόσο πολύπλοκος και μεγαλεπήβολός όσο άλλες φορές, το φιλμ είναι βέβαια εξαιρετικά γυρισμένο, το αντιπολεμικό στοιχείο, όπως είπαμε, βγαίνει μια χαρά, ωστόσο, ενώ γενικά μου άρεσε και, νομίζω, βρίσκει τους στόχους του, δεν το θεωρώ πολύ μεγάλη ταινία.
Καθώς οι ναζί προέλαυναν στην Ευρώπη (και στη Γαλλία φυσικά), οι βρετανοί στρατιώτες αποκλείονται στην παραλία της Δουνκέρκης, πόλης απέναντι στα παράλια της Αγγλίας. 400.000 (!) περίπου συνωστίζονται εκεί. Ο Τσόρτσιλ αποφασίζει ότι πρέπει να γυρίσουν πάση θυσία στην πατρίδα, η οποία όλοι περιμένουν ότι θα είναι ο επόμενος στόχος του Χίτλερ. Πώς όμως; Ελάχιστα πλοία μπορούν να διατεθούν για την επιχείρηση αυτή, κι αυτά δέχονται διαρκείς επιθέσεις από τον εχθρό. Τελικά η εκκένωση επετεύχθη με τη βοήθεια ηρωικών άγγλων πολιτών, που έσπευσαν απέναντι με οποιοδήποτε πλωτό μέσον διέθεταν (καϊκια, γιωτ κλπ.), βοηθώντας σημαντικά τα λίγα πολεμικά πλοία. Στην ταινία τρεις ιστορίες από τη Δουνκέρκη (συμβολικά, σε αντιστοιχία με τα τρία "όπλα", μία στον αέρα, μία στη στεριά και μία στη θάλασσα) δένουν μεταξύ τους για να μας δώσουν την εφιαλτική εικόνα της κατάστασης.
Ο Νόλαν χρησιμοποιεί διάφορες πρωτοτυπίες: Η ταινία δεν έχει πρωταγωνιστές. Οι ιστορίες μοιράζονται σε "σκόρπιους" ανθρώπους, στρατιώτες ή μη, τυχαία, υποτίθεται, δείγματα των χιλιάδων που έζησαν αυτή την κόλαση. Η ταινία δεν έχει γραμμική αφήγηση. Διαφορα γεγονότα λαμβάνουν χώρα "μπρος πίσω" στο χρόνο. Στην ταινία οι γερμανοί δεν φαίνονται πουθενά (ούτε κατ' όνομα). Αναφέρεται συχνά η λέξη "εχθρός", ο οποίος όμως στο φιλμ είναι αόρατος. Όλα αυτά τα τεχνάσματα λειτουργούν νομίζω επιτείνοντας την τρομαχτική ατμόσφαιρα. Η απειλή είναι απρόσωπη, μπορεί να έρθει από παντού. Οι άνθρωποι είναι συνηθισμένοι, δίχως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, μέρη απλώς ενός ανώνυμου πλήθους προς σφαγή, όπως αυτό που συνωστιζόταν στην παραλία περιμένοντας με αγωνία να φύγει για να σωθεί. Έτσι πολύ λίγος ηρωισμός υπάρχει. Όλοι είναι τρομαγμένοι, μερικοί πανικόβλητοι, κάποιοι καταφεύγουν σε καθόλου αλτρουιστικά κόλπα για να εξασφαλίσουν μια θέση στα πλοία έστω εις βάρος άλλων που θα παραμείνουν καθηλωμένοι στη θέση τους. Σε καμία περίπτωση δεν υπάρχουν τόσο άγριες στιγμές όπως το πρώτο περίπου τέταρτο του "Στρατιώτη Ράινα" (ίσως η πλέον αντιπολεμική πολεμική σκηνή που έχω δει), ωστόσο το όλο κλίμα φόβου και απειλής (και όχι ηρωισμού) βγαίνει άνετα. Και πάνω απ' όλα κυριαρχεί το κλειστοφοβικό συναίσθημα: Οι στρατιώτες είναι αποκλειμένοι, δίχως διέξοδο, στην παραλία, στο έλεος του εχθρού, στα πλοία στοιβάζονται σαν σαρδέλες και πνίγονται όταν αυτά βυθίζονται, τα αεροπλάνα είναι μικρά και ασφυκτικά... Ναι, η κλειστοφοβία κυριαρχεί. Προς το τέλος βέβαια, όταν το σασπένς ανεβαίνει, διάχυτες πράξεις ηρωισμού υπάρχουν, η γενική εντύπωση όμως που απομένει είναι αυτή της απέχθειας απέναντι στον παραλογισμό και την ηλιθιότητα που ονομάζεται πόλεμος.
Ο Νόλαν δεν είναι τόσο πολύπλοκος και μεγαλεπήβολός όσο άλλες φορές, το φιλμ είναι βέβαια εξαιρετικά γυρισμένο, το αντιπολεμικό στοιχείο, όπως είπαμε, βγαίνει μια χαρά, ωστόσο, ενώ γενικά μου άρεσε και, νομίζω, βρίσκει τους στόχους του, δεν το θεωρώ πολύ μεγάλη ταινία.
Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 07, 2017
"ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ" ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΧΙΟΝΙ
Βρισκόμαστε στο σχεδόν μονίμως παγωμένο Γουαϊόμινγκ, μια απέραντη λευκή επικράτεια. Εκεί υπάρχει καταυλισμός ινδιάνων (όσων απεμειναν στις μέρες μας τέλος πάντων), οι οποίοι σήμερα σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να πούμε ότι ευημερούν. Οι συνθήκες καθημερινής ζωής είναι δύσκολες, η πόλη μικρή. Όταν μια νεαρή ινδιάνα εξαφανίζεται και βρίσκεται λίγο μετά δολοφονημένη, ένας λευκός κυνηγός επικίνδυνων ζώων (ουσιαστικά προστατεύει κοπάδια) με δική του ηθική συνεργάζεται με μια παντελώς άσχετη με τις συνθήκες ζωής (καιρικές και όχι μόνο) του μέρους πράκτορα του FBI, η οποία στέλνεται εκεί δίχως την παραμικρή εμπειρία. Καθώς η έρευνα κορυφώνεται, τα κρυμμένα μυστικά (δυσάρεστα φυσικά) πληθαίνουν...
Όλα αυτά συμβαίνουν στη δεύτερη μόλις ταινία του τηλεοπτικού κυρίως ηθοποιού Taylor Sheridan, του οποίου το ταλέντο δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο (σεναριογράφος στα πολύ καλά "Sicario" και "Πάση Θυσία"). Η ταινία λέγεται "Wind River" ("Στα Ίχνη του Ανέμου"), είναι ένα σύγχρονο, δραματικό γουέστερν (στα χιόνια όμως) και είναι του 2017, με τον καλό Τζέρεμι Ρένερ στο βασικό ρόλο.
Πρόκειται, σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, για ταινία εκδίκησης. Μιας εκδίκησης που εδώ δεν αμφισβητείται, μάλλον έρχεται σαν λύτρωση - πιθανόν αυτό να μην είναι ορθό, το ξέρω. Και είναι μια ταινία σκληρή, απόλυτα ρεαλιστική και άγρια, όπως ακατέργαστο είναι το τοπίο και οι άνθρωποι που ζουν (ή αναγκάζονται να ζουν) σ' αυτό. Όταν η ζωή είναι τόσο δύσκολη, οι άνθρωποι σκληραίνουν. Ταυτόχρονα γίνονται λακωνικοί, ουσιαστικοί (μόνο τα χρήσιμα πράγματα μετράνε), μετρημένοι. Ή πάλι κυλάνε στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά...
Πολύ ενδιαφέρον φιλμ, που με κράτησε από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, παρά τον σχετικά αργό ρυθμό του. Και δεν είναι μόνο το καθαρά αστυνομικό ενδιαφέρον. Είναι και ο ρεαλισμός του, που δεν εξωραϊζει τίποτα, είναι η καταγραφή των συνθηκών ζωής σε μέρη ξεχασμένα από το θεό (ακόμα και στις σύγχρονες ΗΠΑ), είναι, ακόμα πιο συγκεκριμένα, η καταγραφή των συνθηκών ζωής των σύγχρονων ινδιάνων, ζωής καθόλου αξιοζήλευτης φυσικά. Και, πλάι σ' αυτά, υπάρχει ένα είδος μεταφυσικής της φύσης, της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση δηλαδή. Η οποία είναι εχθρική, πλην όμως οφείλεις να την κατανοείς βαθιά και να τη σέβεσαι, αν τουλάχιστον θέλεις να επιβιώσεις. Συνολικά λοιπον μια ταινία που "ήρθε από το πουθενά" και μου άρεσε πολύ.
Όλα αυτά συμβαίνουν στη δεύτερη μόλις ταινία του τηλεοπτικού κυρίως ηθοποιού Taylor Sheridan, του οποίου το ταλέντο δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο (σεναριογράφος στα πολύ καλά "Sicario" και "Πάση Θυσία"). Η ταινία λέγεται "Wind River" ("Στα Ίχνη του Ανέμου"), είναι ένα σύγχρονο, δραματικό γουέστερν (στα χιόνια όμως) και είναι του 2017, με τον καλό Τζέρεμι Ρένερ στο βασικό ρόλο.
Πρόκειται, σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, για ταινία εκδίκησης. Μιας εκδίκησης που εδώ δεν αμφισβητείται, μάλλον έρχεται σαν λύτρωση - πιθανόν αυτό να μην είναι ορθό, το ξέρω. Και είναι μια ταινία σκληρή, απόλυτα ρεαλιστική και άγρια, όπως ακατέργαστο είναι το τοπίο και οι άνθρωποι που ζουν (ή αναγκάζονται να ζουν) σ' αυτό. Όταν η ζωή είναι τόσο δύσκολη, οι άνθρωποι σκληραίνουν. Ταυτόχρονα γίνονται λακωνικοί, ουσιαστικοί (μόνο τα χρήσιμα πράγματα μετράνε), μετρημένοι. Ή πάλι κυλάνε στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά...
Πολύ ενδιαφέρον φιλμ, που με κράτησε από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, παρά τον σχετικά αργό ρυθμό του. Και δεν είναι μόνο το καθαρά αστυνομικό ενδιαφέρον. Είναι και ο ρεαλισμός του, που δεν εξωραϊζει τίποτα, είναι η καταγραφή των συνθηκών ζωής σε μέρη ξεχασμένα από το θεό (ακόμα και στις σύγχρονες ΗΠΑ), είναι, ακόμα πιο συγκεκριμένα, η καταγραφή των συνθηκών ζωής των σύγχρονων ινδιάνων, ζωής καθόλου αξιοζήλευτης φυσικά. Και, πλάι σ' αυτά, υπάρχει ένα είδος μεταφυσικής της φύσης, της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση δηλαδή. Η οποία είναι εχθρική, πλην όμως οφείλεις να την κατανοείς βαθιά και να τη σέβεσαι, αν τουλάχιστον θέλεις να επιβιώσεις. Συνολικά λοιπον μια ταινία που "ήρθε από το πουθενά" και μου άρεσε πολύ.
Τρίτη, Σεπτεμβρίου 05, 2017
ΑΛΗΘΙΝΟ (ΚΑΙ ΔΑΚΡΥΒΡΕΚΤΟ) "LION"
Το "Lion", που γυρίστηκε το 2016, είναι μια αυστραλέζικη ταινία, η πρώτη fiction μεγάλου μήκους του Garth Davis και βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Το αυτοβιογραφικό βιβλίο μάλιστα του ήρωα Σαρού Μπρίρλεϊ είχε γίνει μπεστ σέλερ το 2012.
Ο ήρωας είναι ινδός και γεννιέται το 1981 σε ένα μικρό, χαμένο στο πουθενά χωριό της αχανούς χώρας. Παιδάκι, σε ηλικία 5 χρονών, χάνεται, όταν μπαίνει κατά λάθος σε ένα τρένο που τον μεταφέρει 1600 χιλιόμετρα μακριά, στην πολυάνθρωπη Καλκούτα. Το παιδί δεν ξέρει καν το επίθετό του ούτε το όνομα του χωριού του. Θα καταλήξει σε ορφανοτροφείο, θα υιοθετηθεί από εύπορο αυστραλέζικο, άτεκνο ζεύγος και θα καταλήξει στην Τασμανία, όπου θα μεγαλώσει και θα σπουδάσει ως κανονικός αυστραλός. Ωστόσο το ζήτημα της καταγωγής του τον "τρώει" και στα 25 του πλέον θα αρχίσει μια παθιασμένη αναζήτηση των ριζών του, βασισμένη αρχικά στις ελάχιστες παιδικές αναμνήσεις που κουβαλά πάντοτε.
Ας πούμε από την αρχή ότι η ταινία στοχεύει στη συγκίνησή μας - και σε κάποια σημεία το καταφέρνει. Πιστεύω μάλιστα ότι αρκετοί από τους θεατές θα χρειαστούν χαρτομάντηλα. Κρίνοντάς την τώρα από κινηματογραφικά άποψη, προσωπικά με κράτησε μόνο στο πρώτο μέρος, αυτό που διαδραματίζεται στην Ινδία. Όχι μόνο διέθετε ρυθμό, αλλά και μια αυξανόμενη αγωνία, ένα ολοένα επιτεινόμενο "σφίξιμο" που δεν σε άφηνε να εφησυχάσεις. Στο δεύτερο μέρος, στην Τασμανία, οι ρυθμοί πέφτουν εμφανώς. Νομίζω ότι η αναζήτηση του ενήλικα πλέον ήρωα δεν διαθέτει το ίδιο σασπένς - αν και οι παρουσίες της Νικόλ Κίντμαν και της Ρούνι Μάρα ήταν (για μένα τουλάχιστον) ευπρόσδεκτες. Εδώ το άγχος και το σασπένς δίνουν τη θέση τους στη συγκίνηση και το δάκρυ (ίσως και το μελό ενίοτε). Στο τέλος μάλιστα βλέπουμε και τα αληθινά πρόσωπα της ιστορίας. Γενικά πάντως βρήκα το φιλμ ενδιαφέρον, αν και άνισο, όπως είπα. Ωστόσο πιστεύω ότι θα αρέσει και, κυρίως, θα συγκινήσει τους περισσότερους θεατές.
Εντάξει με το πάθος για "επιστροφή στις ρίζες" (την καταγωγή εννοώ, δεν το εννοώ πολιρτισμικά), εντάξει με την εμμονή του ήρωα, αλλά εμένα αυτό που μου έμεινε κυρίως είναι οι φοβερές εικόνες από την Ινδία. Βλέποντας τις συνθήκες ζωής εκεί (μιλάμε για τα μέσα της δεκαετίας του 80, όχι για τίποτα αρχαίες εποχές) καλό είναι να συνειδητοποιήσουμε (αν δεν το έχουμε κάνει ήδη) ότι, παρά την αυξανόμενη κρίση και την ραγδαία εξαπλούμενη σύγχρονη αγριότητα, εξακολουθούμε να ζούμε στην "τυχερή γωνιά του πλανήτη". Και καλό είναι να μην το ξεχνάμε ποτέ αυτό.
Ο ήρωας είναι ινδός και γεννιέται το 1981 σε ένα μικρό, χαμένο στο πουθενά χωριό της αχανούς χώρας. Παιδάκι, σε ηλικία 5 χρονών, χάνεται, όταν μπαίνει κατά λάθος σε ένα τρένο που τον μεταφέρει 1600 χιλιόμετρα μακριά, στην πολυάνθρωπη Καλκούτα. Το παιδί δεν ξέρει καν το επίθετό του ούτε το όνομα του χωριού του. Θα καταλήξει σε ορφανοτροφείο, θα υιοθετηθεί από εύπορο αυστραλέζικο, άτεκνο ζεύγος και θα καταλήξει στην Τασμανία, όπου θα μεγαλώσει και θα σπουδάσει ως κανονικός αυστραλός. Ωστόσο το ζήτημα της καταγωγής του τον "τρώει" και στα 25 του πλέον θα αρχίσει μια παθιασμένη αναζήτηση των ριζών του, βασισμένη αρχικά στις ελάχιστες παιδικές αναμνήσεις που κουβαλά πάντοτε.
Ας πούμε από την αρχή ότι η ταινία στοχεύει στη συγκίνησή μας - και σε κάποια σημεία το καταφέρνει. Πιστεύω μάλιστα ότι αρκετοί από τους θεατές θα χρειαστούν χαρτομάντηλα. Κρίνοντάς την τώρα από κινηματογραφικά άποψη, προσωπικά με κράτησε μόνο στο πρώτο μέρος, αυτό που διαδραματίζεται στην Ινδία. Όχι μόνο διέθετε ρυθμό, αλλά και μια αυξανόμενη αγωνία, ένα ολοένα επιτεινόμενο "σφίξιμο" που δεν σε άφηνε να εφησυχάσεις. Στο δεύτερο μέρος, στην Τασμανία, οι ρυθμοί πέφτουν εμφανώς. Νομίζω ότι η αναζήτηση του ενήλικα πλέον ήρωα δεν διαθέτει το ίδιο σασπένς - αν και οι παρουσίες της Νικόλ Κίντμαν και της Ρούνι Μάρα ήταν (για μένα τουλάχιστον) ευπρόσδεκτες. Εδώ το άγχος και το σασπένς δίνουν τη θέση τους στη συγκίνηση και το δάκρυ (ίσως και το μελό ενίοτε). Στο τέλος μάλιστα βλέπουμε και τα αληθινά πρόσωπα της ιστορίας. Γενικά πάντως βρήκα το φιλμ ενδιαφέρον, αν και άνισο, όπως είπα. Ωστόσο πιστεύω ότι θα αρέσει και, κυρίως, θα συγκινήσει τους περισσότερους θεατές.
Εντάξει με το πάθος για "επιστροφή στις ρίζες" (την καταγωγή εννοώ, δεν το εννοώ πολιρτισμικά), εντάξει με την εμμονή του ήρωα, αλλά εμένα αυτό που μου έμεινε κυρίως είναι οι φοβερές εικόνες από την Ινδία. Βλέποντας τις συνθήκες ζωής εκεί (μιλάμε για τα μέσα της δεκαετίας του 80, όχι για τίποτα αρχαίες εποχές) καλό είναι να συνειδητοποιήσουμε (αν δεν το έχουμε κάνει ήδη) ότι, παρά την αυξανόμενη κρίση και την ραγδαία εξαπλούμενη σύγχρονη αγριότητα, εξακολουθούμε να ζούμε στην "τυχερή γωνιά του πλανήτη". Και καλό είναι να μην το ξεχνάμε ποτέ αυτό.
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 03, 2017
Ο "ΜΑΥΡΟΣ ΠΥΡΓΟΣ" ΚΑΙ Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ ΠΑΝΤΟΤΕ
![]() |
| Προσθήκη λεζάντας |
Ένα "διαφορετικό" αγόρι της εποχής μας αποδεικνύεται (εκείνο δεν ξέρει τίποτα) οτι είναι ο τελευταίος εν ζωή Gunslinger του κόσμου μας, μέλος μιας φυλής (;) που πλέον έχει εξολοθρευτεί. Γι' αυτό θα κυνηγηθεί άγρια από τον φοβερό "'Ανθρωπο με τα Μαύρα", έναν πανίσχυρο μάγο, θα ταξιδέψει σε έναν παράλληλο κόσμο, όπου θα εκπαιδευτεί από κάποιον σαν αυτόν Gunslinger και, τελικά, θα αποδειχτεί ότι το σύμπαν αποτελείται από παράλληλος κόσμους, η ύπαρξη των οποίων "συγκρατείται" από ένα Πύργο. Αν αυτός καταρρεύσει, πράγμα που επιδιώκει ο μάγος που λέγαμε, σε όλους τους κόσμους θα εισβάλλει ο απόλυτος"εξωσυμπαντικός" τρόμος. Οπότε η σύγκρουση έχει σαν διακύβευμα την ίδια τη μοίρα του σύμπαντος...
Όπως καταλαβαίνετε, έχουμε και πάλι μια κλασική πάλη Καλού - Κακού, από την οποία, το είπαμε, εξαρτάται η ίδια η φύση του κόσμου. Συνηθισμένη κεντρική ιδέα βεβαίως στη λογοτεχνία του είδους. Από εκεί και πέρα η δομή του κόσμου που παρουσιάζεται εδώ έχει κάποια πρωτοτυπία, αλλά μέχρις εκεί. Φοβάμαι ότι το έργο το έχουμε ξαναδεί. Η ταινία στο μεταξύ νομίζω ότι αποτυγχάνει να δώσει κάτι καινούριο στο πολυχρησιμοποιημένο αυτό είδος. Φτιάχνει έναν σχετικά πρωτότυπο συνδυασμό fantasy και γουέστερν, αλλά ούτε τα εφέ είναι τίποτα ιδιαίτερο (φοβάμαι ότι αυτό είναι ζητούμενο στο είδος) ούτε η πλοκή δεν αποφεύγει την απλοϊκότητα, ενώ τα κλισέ πάνε σύννεφο. Η αγάπη, η εκδίκηση, η δύναμη του νου ή του πνεύματος ή κάτι τέτοιο, το μεταφυσικό στοιχείο βεβαίως, τα "σοφά" τσιτάτα, όλα υπάρχουν εδώ και όλα είναι πράγματα που έχουμε ξαναδεί πολλές φορές. Οπότε, αυτό που μένει είναι μια μάλλον συνηθισμένη ταινία φαντασίας, την οποία ο Arcel δεν καταφέρνει να απογειώσει.
Αν είστε φαν αυτού του συνηθέστατου πλέον είδους στο αμερικάνικο σινεμά δείτε την. Εντάξει, μπορεί να περάσετε δύο σχετικά ευχάριστες ώρες. Αν πάλι δεν τη δείτε δεν νομίζω ότι χάνετε συγκλονιστικά πράγματα...
Σάββατο, Σεπτεμβρίου 02, 2017
"ATOMIC BLONDE" Ή ΕΝΑΣ ΠΟΛΥ ΠΙΟ ΑΓΡΙΟΣ ΘΗΛΥΚΟΣ ΤΖΕΪΜΣ ΜΠΟΝΤ
Οι εποχές έχουν αλλάξει και κάποιες καινοτομίες είναι πλέον ευπρόσδεκτες ακόμα και σε είδη με απόλυτα στάνταρ. Και για μένα απόλυτα ευπρόσδεκτες, μια που έχουμε πήξει στα ίδια και τα ίδια από το Χόλιγουντ. Να λοιπόν που εν έτει 2017 σε κλασική κατασκοπική ταινία με εντονότατη δράση η ηρωίδα είναι γυναίκα! Πρόκειται βέβαια για το "Atomic Blonde" του πρώην κασκαντέρ David Leitch με μια Σαρλίζ Θερόν όλα τα λεφτά στο ρόλο βρετανής μυστικής πράκτορα που τα κάνει όλα λίμπα στο Βερολίνο. Διότι εκεί διαδραματίζεται το φιλμ, λίγο πριν την πτώση του Τοίχους. Οπότε έχουμε ακόμα Ψυχρό Πόλεμο, οι "εχθροί" είναι ακόμα οι σοβιετικοί, διάφορες μυστικές υπηρεσίες εμπλέκονται... να λοιπόν το σεναριακό φόντο για μια α λα Τζέιμς Μποντ περιπέτεια.
Η ηρωίδα λοιπόν στέλνεται στο Βερολίνο για να πάρει στα χέρια της μια υπερπολύτιμη λιστα που περιέχει όλους τους διπλούς πράκτορες στην Ευρώπη. Όπως αντιλαμβάνεστε, αν αυτή πέσει στα χέρια ρώσων τα πάντα θα καταρρεύσουν. Στο μεταξύ στο ταραγμένο Βερολίνο της εποχής στριμώχνονται πάμπολλοι πράκτορες όλων των μυστικών υπηρεσιών (άγγλοι, γάλλοι, KGB, CIA και δεν συμμαζεύεται). Η Σαρλίζ πρέπει να συναντήσει τον εκεί βρετανό πράκτορα και να ανακτήσει τη λίστα. Από την πρώτη στιγμή όμως τίποτα όμως δεν βαίνει καλώς και, βεβαίως, τίποτα δεν είναι όπως εξ αρχής φαίνεται.
Πρόκειται λοιπόν για μια "παλιομοδίτικη" κατασκοπική περιπέτεια, με σοβιετικούς "κακούς" (αν και δεν είναι οι μόνοι), διπλούς πράκτορες και άλλα τέτοια. Μόνο που εδώ απουσιάζει το χιούμορ της σειράς των 007. Αντίθετα η δράση είναι φοβερά βίαιη, "αληθινή" και άψογα χορογραφημένη, ενώ η εικόνα είναι αρκετά ατμοσφαιρική. Η πανέμορφη Θερόν, προς τιμή της, είναι συνηθισμένη και πρόθυμη να "καταστρέφει" την όμορφη εικόνα της. Έτσι κι εδώ, μια που η βία, όπως είπαμε, είναι απόλυτα ρεαλιστική, εμφανίζεται στη μισή ταινία άγρια μολωπισμένη σε όλο της το σώμα (και στο πρόσωπο βεβαίως), σε βαθμό παραμόρφωσης. Έτσι λοιπόν έχουμε να κάνουμε με συνδυασμό ταινίας πολύπλοκου σεναρίου και καταιγιστικής δράσης. Αυτό κάνει το φιλμ (θα ξαναπώ τη λέξη) παλιομοδίτικα διασκεδαστικό. Α, και προσθέστε και το καθαρά 80ς σάουντρακ από πασίγνωστα κομάτια της εποχής, οπότε η (απενοχοποιημένη) απόλαυση είναι νομίζω εξασφαλισμένη. Εντάξει, και η Σαρλίζ είναι βεβαίως σέξι, όπως και η Sofia Boutella και η μεταξύ τους σχέση καυτή...
Μοναδική αντίρρηση σ' αυτά το υπερβολικά μπλεγμένο σενάριο. Όλοι έχουν διπλές ταυτότητες, όσο προχωράμε προς το τέλος οι αποκαλύψεις και οι ανατροπές πέφτουν βροχή, οπότε, αν χάσετε τα αυγά και τα πασχάλια, μην στενοχωρηθείτε. Πολλοί το πάθανε. Ίσως όλο αυτό το overdose ανατροπών αδυνατίζει κάπως την ταινία, αφού χάνει μέρος από τον σκηνοθετικό ρεαλισμό της. Πάντως, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, καλοκαιρινή απόλαυση (δίχως πολλές - πολλές απαιτήσεις) παραμένει.
Η ηρωίδα λοιπόν στέλνεται στο Βερολίνο για να πάρει στα χέρια της μια υπερπολύτιμη λιστα που περιέχει όλους τους διπλούς πράκτορες στην Ευρώπη. Όπως αντιλαμβάνεστε, αν αυτή πέσει στα χέρια ρώσων τα πάντα θα καταρρεύσουν. Στο μεταξύ στο ταραγμένο Βερολίνο της εποχής στριμώχνονται πάμπολλοι πράκτορες όλων των μυστικών υπηρεσιών (άγγλοι, γάλλοι, KGB, CIA και δεν συμμαζεύεται). Η Σαρλίζ πρέπει να συναντήσει τον εκεί βρετανό πράκτορα και να ανακτήσει τη λίστα. Από την πρώτη στιγμή όμως τίποτα όμως δεν βαίνει καλώς και, βεβαίως, τίποτα δεν είναι όπως εξ αρχής φαίνεται.
Πρόκειται λοιπόν για μια "παλιομοδίτικη" κατασκοπική περιπέτεια, με σοβιετικούς "κακούς" (αν και δεν είναι οι μόνοι), διπλούς πράκτορες και άλλα τέτοια. Μόνο που εδώ απουσιάζει το χιούμορ της σειράς των 007. Αντίθετα η δράση είναι φοβερά βίαιη, "αληθινή" και άψογα χορογραφημένη, ενώ η εικόνα είναι αρκετά ατμοσφαιρική. Η πανέμορφη Θερόν, προς τιμή της, είναι συνηθισμένη και πρόθυμη να "καταστρέφει" την όμορφη εικόνα της. Έτσι κι εδώ, μια που η βία, όπως είπαμε, είναι απόλυτα ρεαλιστική, εμφανίζεται στη μισή ταινία άγρια μολωπισμένη σε όλο της το σώμα (και στο πρόσωπο βεβαίως), σε βαθμό παραμόρφωσης. Έτσι λοιπόν έχουμε να κάνουμε με συνδυασμό ταινίας πολύπλοκου σεναρίου και καταιγιστικής δράσης. Αυτό κάνει το φιλμ (θα ξαναπώ τη λέξη) παλιομοδίτικα διασκεδαστικό. Α, και προσθέστε και το καθαρά 80ς σάουντρακ από πασίγνωστα κομάτια της εποχής, οπότε η (απενοχοποιημένη) απόλαυση είναι νομίζω εξασφαλισμένη. Εντάξει, και η Σαρλίζ είναι βεβαίως σέξι, όπως και η Sofia Boutella και η μεταξύ τους σχέση καυτή...
Μοναδική αντίρρηση σ' αυτά το υπερβολικά μπλεγμένο σενάριο. Όλοι έχουν διπλές ταυτότητες, όσο προχωράμε προς το τέλος οι αποκαλύψεις και οι ανατροπές πέφτουν βροχή, οπότε, αν χάσετε τα αυγά και τα πασχάλια, μην στενοχωρηθείτε. Πολλοί το πάθανε. Ίσως όλο αυτό το overdose ανατροπών αδυνατίζει κάπως την ταινία, αφού χάνει μέρος από τον σκηνοθετικό ρεαλισμό της. Πάντως, κατά τη γνώμη μου πάντοτε, καλοκαιρινή απόλαυση (δίχως πολλές - πολλές απαιτήσεις) παραμένει.
Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 01, 2017
"ΘΕΛΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΚΟΛΟΝΕΛΟΥΣ" Ή ΣΑΤΙΡΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΧΟΥΝΤΕΣ
Βρισκόμαστε στα 1973. Στην Ελλάδα κυβερνά η γελοία χούντα των συνταγματαρχών, ενώ στη Νοτια Αμερική οι αμερικανοτραφείς χούντες βρίσκονται στην ακμή τους. Προφανώς κάποιοι θαυμαστές όλων αυτών υπάρχουν και στην Ιταλία (άλλωστε τότε η χρονική απόσταση από την πτώση του φασισμού ήταν μικρή και σίγουρα θα υπήρχαν νοσταλγοί). Εκμεταλλευόμενος το κλίμα αυτό ο σημαντικός σκηνοθέτης Mario Monicelli (1915-2010) γυρίζει το "Θέλουμε τους Κολονέλλους" (= συνταγματάρχες), μια κωμωδία με σαφείς αναφορές στην ελληνική χούντα και με τον Ούγκο Τονιάτσι στον βασικό ρόλο.
Ο οποίος είναι ένας ακροδεξιός βουλευτής που διαφωνεί ακόμα και με το ίδιο του το ημιφασιστικό κόμμα, δεν αντέχει την "κατάντια" της Ιταλίας και αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του οργανώνοντας πραξικόπημα. Έρχεται λοιπόν σε επαφή με εν ενεργεία και απόστρατους παρόμοιας ιδεολογίας στρατιωτικούς και άλλα κατακάθια και ετοιμάζουν τα πάντα. Επειδή όμως τα σχέδιά τους διαρέουν αναγκάζονται να απαγάγουν το πρόεδρο της δημοκρατίας... και όλα γίνονται μπάχαλο. Η κατάληξη του φιλμ πάντως είναι ενδιαφέρουσα (και μάλλον εφιαλτική).
Όχι, δεν πρόκειται για καλό φιλμ. Ο Μονιτσέλι έχει γυρίσει πολύ καλύτερα. Εδώ όλα είναι κάπως πρόχειρα, κακοστημένα, βγάζουν μια αίσθηση ότι η ταινία γυρίστηκε "στο πόδι". Οι χαρακτήρες είναι κάπως καρικατούρες, το χιούμορ όχι σπουδαίο (εγώ τουλάχιστον δεν γέλασα ιδιαίτερα) και αυτό που μένει είναι ο καλός (και υπερκινητικός) Τονιάτσι στο ρόλο του πραξικοπηματία και φτηνοαπατεώνα ταυτόχρονα και οι απίθανες φάτσες άγνωστων (σε μένα τουλάχιστον) ηθοποιών που παρελαύνουν. Το νόημα ωστόσο ήταν επίκαιρο και καυτό για την εποχή και η σκληρά σατιρική ματιά γελοιοποιεί όσο περισσότερο μπορεί τους διάφορους φασιστοειδείς υπάνθρωπους, επιλέγοντας να τους "τσούξει" κάνοντας πλάκα μαζί τους. Ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα του γελοίου αυτού πραξικοπήματος (καταδικασμένου να αποτύχει μεταξύ άλλων και λόγω βλακείας των οργανωτών) παραμένει, με έξυπνο σεναριακά τρόπο, ανατριχιαστικό.
Σωστή από πολιτική άποψη ταινία, που καυτηριάζει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της εποχής (αυτό των δικτατοριών), αλλά και το βρώμικο πολιτικό σύστημα, σωστή όμως μόνο ως προς αυτό. Σαν φιλμ... είπαμε... Αν πάντως έχετε την παραμικρή αμφιβολία για τις "ελληνικές αναφορές", σε κάποιο σημείο οι επίδοξοι πραξικοπηματίες καλούν έναν έλληνα , συνεργάτη της χουντικής κυβέρνησης, να τους δώσει τα φώτα του λόγω ελληνικής εμπειρίας (ο οποίος, σημειωτέον, είναι απίστευτη κωλο-χουντόφατσα).
Ο οποίος είναι ένας ακροδεξιός βουλευτής που διαφωνεί ακόμα και με το ίδιο του το ημιφασιστικό κόμμα, δεν αντέχει την "κατάντια" της Ιταλίας και αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του οργανώνοντας πραξικόπημα. Έρχεται λοιπόν σε επαφή με εν ενεργεία και απόστρατους παρόμοιας ιδεολογίας στρατιωτικούς και άλλα κατακάθια και ετοιμάζουν τα πάντα. Επειδή όμως τα σχέδιά τους διαρέουν αναγκάζονται να απαγάγουν το πρόεδρο της δημοκρατίας... και όλα γίνονται μπάχαλο. Η κατάληξη του φιλμ πάντως είναι ενδιαφέρουσα (και μάλλον εφιαλτική).
Όχι, δεν πρόκειται για καλό φιλμ. Ο Μονιτσέλι έχει γυρίσει πολύ καλύτερα. Εδώ όλα είναι κάπως πρόχειρα, κακοστημένα, βγάζουν μια αίσθηση ότι η ταινία γυρίστηκε "στο πόδι". Οι χαρακτήρες είναι κάπως καρικατούρες, το χιούμορ όχι σπουδαίο (εγώ τουλάχιστον δεν γέλασα ιδιαίτερα) και αυτό που μένει είναι ο καλός (και υπερκινητικός) Τονιάτσι στο ρόλο του πραξικοπηματία και φτηνοαπατεώνα ταυτόχρονα και οι απίθανες φάτσες άγνωστων (σε μένα τουλάχιστον) ηθοποιών που παρελαύνουν. Το νόημα ωστόσο ήταν επίκαιρο και καυτό για την εποχή και η σκληρά σατιρική ματιά γελοιοποιεί όσο περισσότερο μπορεί τους διάφορους φασιστοειδείς υπάνθρωπους, επιλέγοντας να τους "τσούξει" κάνοντας πλάκα μαζί τους. Ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα του γελοίου αυτού πραξικοπήματος (καταδικασμένου να αποτύχει μεταξύ άλλων και λόγω βλακείας των οργανωτών) παραμένει, με έξυπνο σεναριακά τρόπο, ανατριχιαστικό.
Σωστή από πολιτική άποψη ταινία, που καυτηριάζει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της εποχής (αυτό των δικτατοριών), αλλά και το βρώμικο πολιτικό σύστημα, σωστή όμως μόνο ως προς αυτό. Σαν φιλμ... είπαμε... Αν πάντως έχετε την παραμικρή αμφιβολία για τις "ελληνικές αναφορές", σε κάποιο σημείο οι επίδοξοι πραξικοπηματίες καλούν έναν έλληνα , συνεργάτη της χουντικής κυβέρνησης, να τους δώσει τα φώτα του λόγω ελληνικής εμπειρίας (ο οποίος, σημειωτέον, είναι απίστευτη κωλο-χουντόφατσα).
Πέμπτη, Αυγούστου 31, 2017
"A.I.": ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΤΗΣ ΟΡΦΑΝΙΑΣ ΣΕ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ
Το 2001 ο Steven Spielberg είχε πλέον αρχίσει να χάνει, νομίζω, αυτή τη μαγική χροιά που διέθετε στα 70ς και 80ς, ενώ την ευτυχισμένη και ανερυθρίαστη παιδικότητα διαδέχτηκε μάλλον ένα είδος "γλυκερότητας". Το "Α.Ι." (αρχικά του Artificial Intelligence, "Τεχνητή Νοημοσύνη" στην Ελλάδα) μάλλον επιβεβαιώνει αυτή μου την παρατήρηση. Βασισμένο σε διήγημα του σημαντικού συγγρταφέα ΕΦ Brian Aldiss φοβάμαι ότι τείνει μάλλον προς το μελό.
Στο μέλλον τα νερά έχουν ανέβει, οι παραθαλάσσιες πόλεις έχουν βυθιστεί και οι άνθρωποι έχουν αποσυρθεί στο εσωτερικό των ηπείρων. Κατασκευάζουν όλο και πιο προηγμένα ρομπότ για να τους υπηρετούν, ώσπου η τεχνολογία φτάνει στην κορυφή με την παραγωγή ενός παιδιού ρομπότ, του Ντέιβιντ, που διαθέτει συναισθήματα, και πρώτιστα την αγάπη για τη μητέρα του, την γυναίκα δηλαδή της οικογένειας που το έχει υιοθετήσει. Όταν όμως ο αληθινός γιος της αναρώσει απροσδόκητα από μια θεωρούμενη ανίατη ασθένεια και θα επιστρέψει σπίτι, όλα θα αλλάξουν. Ο Ντέιβιντ θα πάει στα "αζήτητα", θα τον παρατήσουν σε ένα μακρινό δάσος και, από εκεί και πέρα, οι επόμενοι αιώνες (τα ρομπότ αυτά πρακτικά είναι αθάνατα, εκτός αν καταστραφούν) θα κυλήσουν μέσα σε διαρκή και απεγνωσμένη αναζήτηση της "μητέρας".
Το φιλμ χωρίζεται σε τρία μέρη: Η συμβίωση με την οικογένεια, η περιπλάνηση στον άγριο "έξω κόσμο" και ο "ύπνος" αιώνων στο βυθό. Η ιστορία του Πινόκιο, του "ψεύτικου" παιδιού που πασχίζει να γίνει αληθινό, αποτελεί μόνιμη αναφορά. Από αυτήν επηρεάζεται ο αιωνίως μικρός Ντέιβιντ και την μοίρα του Πινόκιο προσπαθεί ακούραστα και σε εμμονικό βαθμό να έχει κι ίδιος (η οποία εμμονή εξηγείται βεβαίως σεναριακά, αφού ακριβώς αυτό το συναίσθημα του έχουν "εμφυτεύσει" οι κατασκευαστές του). Και δίνει φυσικά την αφορμή στο σκηνοθέτη για όλο και περισσότερο μελό.
Πάρα πολλοί θα βρουν το φιλμ βαθιά συγκινητικό. Στο τέλος μάλιστα κάποιοι θα δακρύσουν. Τα έχει αυτά ο Σπίλμπεργκ... Προσωπικά, όπως είπα, μάλλον μελό το βρήκα, καθώς ο (αναμφισβήτητα) μεγάλος δημιουργός παθαίνει και εδώ αυτό που σχεδόν πάντα παθαίνει στις δραματικές "σοβαρές" του ταινίες: Να διαχέει στην (κινηματογραφική) ατμόσφαιρα ένα αληθινό overdose συναισθηματικότητας και δακρύβρεκτων καταστάσεων (οι οποίες, το είπα άλλωστε, πολλούς τους αγγίζουν). Εγώ πάντως το βρίσκω μάλλον υπερβολικό και κουραστικό. Νομίζω ότι σ' αυτό παίζει ρόλο και η μεγάλη διάρκεια της ταινίας (146 λεπτά). Και, μεταξύ μας, πάντοτε πίστευα ότι ολόκληρο το 3ο μέρος, αυτό στο βυθό (για να μην κάνω spoiler) θα μπορούσε να λείπει εντελώς. Εντάξει με το θέμα της οικογενειακής αγάπης ή της ανάγκης κάπου να ανήκουμε, συγκινητικές στιγμές υπάρχουν, αλλά κάπου νομίζω όλο αυτό παραγίνεται. Υπάρχει βεβαίως και το αρκετά συνηθισμένο στην ΕΦ θέμα του τι γίνεται με τεχνητά όντα που σκέπτονται και έχουν συναισθήματα (ρομπότ, κλώνοι κλπ.). Πώς πρέπει δηλαδή να αντιμετωπίζονται; Είναι ανθρώπινα όντα και έχουν δικαιώματα ή τα μεταχειριζόμαστε ως απλές μηχανές; (θυμηθείτε τον πολύ πιο σύνθετο προβληματισμό στο θέμα αυτό στο αξεπέραστο "Blade Runner").
ΟΚ, είπαμε, σε πολλούς αρέσει. Δείτε το λοιπόν. Άλλωστε ο μικρός Haley Joe Osment (το παιδάκι της "6ης Αίσθησης) είναι πολύ καλός στον βασικό ρόλο.
Στο μέλλον τα νερά έχουν ανέβει, οι παραθαλάσσιες πόλεις έχουν βυθιστεί και οι άνθρωποι έχουν αποσυρθεί στο εσωτερικό των ηπείρων. Κατασκευάζουν όλο και πιο προηγμένα ρομπότ για να τους υπηρετούν, ώσπου η τεχνολογία φτάνει στην κορυφή με την παραγωγή ενός παιδιού ρομπότ, του Ντέιβιντ, που διαθέτει συναισθήματα, και πρώτιστα την αγάπη για τη μητέρα του, την γυναίκα δηλαδή της οικογένειας που το έχει υιοθετήσει. Όταν όμως ο αληθινός γιος της αναρώσει απροσδόκητα από μια θεωρούμενη ανίατη ασθένεια και θα επιστρέψει σπίτι, όλα θα αλλάξουν. Ο Ντέιβιντ θα πάει στα "αζήτητα", θα τον παρατήσουν σε ένα μακρινό δάσος και, από εκεί και πέρα, οι επόμενοι αιώνες (τα ρομπότ αυτά πρακτικά είναι αθάνατα, εκτός αν καταστραφούν) θα κυλήσουν μέσα σε διαρκή και απεγνωσμένη αναζήτηση της "μητέρας".
Το φιλμ χωρίζεται σε τρία μέρη: Η συμβίωση με την οικογένεια, η περιπλάνηση στον άγριο "έξω κόσμο" και ο "ύπνος" αιώνων στο βυθό. Η ιστορία του Πινόκιο, του "ψεύτικου" παιδιού που πασχίζει να γίνει αληθινό, αποτελεί μόνιμη αναφορά. Από αυτήν επηρεάζεται ο αιωνίως μικρός Ντέιβιντ και την μοίρα του Πινόκιο προσπαθεί ακούραστα και σε εμμονικό βαθμό να έχει κι ίδιος (η οποία εμμονή εξηγείται βεβαίως σεναριακά, αφού ακριβώς αυτό το συναίσθημα του έχουν "εμφυτεύσει" οι κατασκευαστές του). Και δίνει φυσικά την αφορμή στο σκηνοθέτη για όλο και περισσότερο μελό.
Πάρα πολλοί θα βρουν το φιλμ βαθιά συγκινητικό. Στο τέλος μάλιστα κάποιοι θα δακρύσουν. Τα έχει αυτά ο Σπίλμπεργκ... Προσωπικά, όπως είπα, μάλλον μελό το βρήκα, καθώς ο (αναμφισβήτητα) μεγάλος δημιουργός παθαίνει και εδώ αυτό που σχεδόν πάντα παθαίνει στις δραματικές "σοβαρές" του ταινίες: Να διαχέει στην (κινηματογραφική) ατμόσφαιρα ένα αληθινό overdose συναισθηματικότητας και δακρύβρεκτων καταστάσεων (οι οποίες, το είπα άλλωστε, πολλούς τους αγγίζουν). Εγώ πάντως το βρίσκω μάλλον υπερβολικό και κουραστικό. Νομίζω ότι σ' αυτό παίζει ρόλο και η μεγάλη διάρκεια της ταινίας (146 λεπτά). Και, μεταξύ μας, πάντοτε πίστευα ότι ολόκληρο το 3ο μέρος, αυτό στο βυθό (για να μην κάνω spoiler) θα μπορούσε να λείπει εντελώς. Εντάξει με το θέμα της οικογενειακής αγάπης ή της ανάγκης κάπου να ανήκουμε, συγκινητικές στιγμές υπάρχουν, αλλά κάπου νομίζω όλο αυτό παραγίνεται. Υπάρχει βεβαίως και το αρκετά συνηθισμένο στην ΕΦ θέμα του τι γίνεται με τεχνητά όντα που σκέπτονται και έχουν συναισθήματα (ρομπότ, κλώνοι κλπ.). Πώς πρέπει δηλαδή να αντιμετωπίζονται; Είναι ανθρώπινα όντα και έχουν δικαιώματα ή τα μεταχειριζόμαστε ως απλές μηχανές; (θυμηθείτε τον πολύ πιο σύνθετο προβληματισμό στο θέμα αυτό στο αξεπέραστο "Blade Runner").
ΟΚ, είπαμε, σε πολλούς αρέσει. Δείτε το λοιπόν. Άλλωστε ο μικρός Haley Joe Osment (το παιδάκι της "6ης Αίσθησης) είναι πολύ καλός στον βασικό ρόλο.
Τρίτη, Αυγούστου 29, 2017
ΧΑΜΕΝΟ ΣΤΟ ΑΛΚΟΟΛ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ
Υπάρχουν ταινίες πραγματικά βουτηγμένες στο αλκοόλ, ταινίες που μιλάνε γι' αυτό, για τον εθισμό και την κόλαση... Πρόχειρα ας θυμηθούμε το "Κάτω από το Ηφαίστειο" ή το "Barfly". Πριν απ' αυτές όμως, ίσως δυνατότερη απ' αυτές, υπήρχε το "Χαμένο Σαββατοκύριακο" του πολύ μεγάλου Billy Wilder (1906-2002), μια σημαντική ταινία του 1945.
Ο ήρωας είναι ένας επίδοξος συγγραφέας. Ωστόσο δεν είναι σε θέση να γράψει ούτε λέξη. Η βασική του ιδιότητα, βλέπετε, δεν είναι ακριβώς συγγραφέας, αλλά αλκοολικός. Στο τελευταίο στάδιο, εκεί όπου οι άνθρωποι μπορούν κάνουν τα πάντα για ένα ποτό. Οι προσπάθειες του αδελφού του, ο οποίος τον συντηρεί, και της υπομονετικής κοπέλας του φαίνονται μάταιες. Όταν ο πρώτος φεύγει για τετραήμερο γουίκεντ, στο οποίο υποτίθεται ότι θα πήγαινε και ο ίδιος, αλλά..., τότε λοιπόν ο Ντον θα βρει ευκαιρία για μια αληθινή κατάδυση στον εφιαλτικό πλέον κόσμο του ποτού (και, ταυτόχρονα, σε μια διαρκή προσπάθεια να αποφύγει πάσει θυσία την κοπέλα που τον αγαπά και πασχίζει να τον σταματήσει από τον ανεξέλεγκτο κατήφορο, ώστε να μπορεί να πίνει ανενόχλητος).
Στο φιλμ δεσπόζει η ερμηνεία του Ρέι Μιλαντ, η οποία του χάρισε το Όσκαρ και απογείωσε την καριέρα του. Το συγκλονιστικό βεβαίως είναι η ειλικρινής καταγραφή της κόλασης που βιώνουν οι "τελειωμένοι" αλκοολικοί, καταγραφή που γίνεται με καθαρή ματιά και σοκάρει μέχρι σήμερα με όσα δείχνει. Γι' αυτούς δεν υπάρχει τίποτα άλλο στη ζωή: Έρωτας, δημιουργικότητα, καριέρα, δουλειά, φαγητό, φιλίες, υποχρεώσεις, όλα γλιστρούν στο παρασκήνιο προκειμένου να ικανοποιηθεί το ακόρεστο πάθος για αλκοόλ. Είναι φοβεροί οι τρόποι που σκαρφίζεται ο ήρωας για να ξεγελάει τους πάντες και να πίνει δίχως να τον αντιλαμβάνονται, είναι αβάσταχτες οι ταπεινώσεις που υφίσταται για να ικανοποιήσει το πάθος του. Όταν ο εθισμός επικρατεί ο άνθρωπος παύει να είναι ακριβώς άνθρωπος... Το φιλμ διαθέτει μια κλιμακούμενη "κατάβαση στην κόλαση" καθώς ο ήρωας πέφτει διαρκώς χαμηλότερα.
Οι σκηνές στο άσυλο όπου μεταφέρεται, αυτές των παραισθήσεων, αλλά και της απεγνωσμένης αναζήτησης για μια γουλιά πάσει θυσία, παραμένουν εξαιρετικά δυνατές. Όπως, το είπαμε, δυνατό παραμένει ολόκληρο το φιλμ. Οπότε νομίζω ότι άφοβα μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε κλασικό (και ειλικρινέστερο από πάμπολλα επιφανειακά σύγχρονα έργα). Η κόλαση είναι εδώ.
ΥΓ: Νομίζω ότι ο Wilder δίκαια είναι ένας από τους 4-5 πιο αγαπημένους μου σκηνοθέτες όλων των εποχών. Είτε διαθέτρει το σαρκαστικό του χιούμορ είτε όχι (όπως εδώ) παραμένει εξ ίσου κάποιος που άφοβα κοιτάζει κατάματα τα προβλήματα της εποχής του, ανατέμνει ανηλεώς την αμερικάνικη κοινωνία και, ενίοτε, σαρκάζει μ' όλα αυτά.
Ο ήρωας είναι ένας επίδοξος συγγραφέας. Ωστόσο δεν είναι σε θέση να γράψει ούτε λέξη. Η βασική του ιδιότητα, βλέπετε, δεν είναι ακριβώς συγγραφέας, αλλά αλκοολικός. Στο τελευταίο στάδιο, εκεί όπου οι άνθρωποι μπορούν κάνουν τα πάντα για ένα ποτό. Οι προσπάθειες του αδελφού του, ο οποίος τον συντηρεί, και της υπομονετικής κοπέλας του φαίνονται μάταιες. Όταν ο πρώτος φεύγει για τετραήμερο γουίκεντ, στο οποίο υποτίθεται ότι θα πήγαινε και ο ίδιος, αλλά..., τότε λοιπόν ο Ντον θα βρει ευκαιρία για μια αληθινή κατάδυση στον εφιαλτικό πλέον κόσμο του ποτού (και, ταυτόχρονα, σε μια διαρκή προσπάθεια να αποφύγει πάσει θυσία την κοπέλα που τον αγαπά και πασχίζει να τον σταματήσει από τον ανεξέλεγκτο κατήφορο, ώστε να μπορεί να πίνει ανενόχλητος).
Στο φιλμ δεσπόζει η ερμηνεία του Ρέι Μιλαντ, η οποία του χάρισε το Όσκαρ και απογείωσε την καριέρα του. Το συγκλονιστικό βεβαίως είναι η ειλικρινής καταγραφή της κόλασης που βιώνουν οι "τελειωμένοι" αλκοολικοί, καταγραφή που γίνεται με καθαρή ματιά και σοκάρει μέχρι σήμερα με όσα δείχνει. Γι' αυτούς δεν υπάρχει τίποτα άλλο στη ζωή: Έρωτας, δημιουργικότητα, καριέρα, δουλειά, φαγητό, φιλίες, υποχρεώσεις, όλα γλιστρούν στο παρασκήνιο προκειμένου να ικανοποιηθεί το ακόρεστο πάθος για αλκοόλ. Είναι φοβεροί οι τρόποι που σκαρφίζεται ο ήρωας για να ξεγελάει τους πάντες και να πίνει δίχως να τον αντιλαμβάνονται, είναι αβάσταχτες οι ταπεινώσεις που υφίσταται για να ικανοποιήσει το πάθος του. Όταν ο εθισμός επικρατεί ο άνθρωπος παύει να είναι ακριβώς άνθρωπος... Το φιλμ διαθέτει μια κλιμακούμενη "κατάβαση στην κόλαση" καθώς ο ήρωας πέφτει διαρκώς χαμηλότερα.
Οι σκηνές στο άσυλο όπου μεταφέρεται, αυτές των παραισθήσεων, αλλά και της απεγνωσμένης αναζήτησης για μια γουλιά πάσει θυσία, παραμένουν εξαιρετικά δυνατές. Όπως, το είπαμε, δυνατό παραμένει ολόκληρο το φιλμ. Οπότε νομίζω ότι άφοβα μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε κλασικό (και ειλικρινέστερο από πάμπολλα επιφανειακά σύγχρονα έργα). Η κόλαση είναι εδώ.
ΥΓ: Νομίζω ότι ο Wilder δίκαια είναι ένας από τους 4-5 πιο αγαπημένους μου σκηνοθέτες όλων των εποχών. Είτε διαθέτρει το σαρκαστικό του χιούμορ είτε όχι (όπως εδώ) παραμένει εξ ίσου κάποιος που άφοβα κοιτάζει κατάματα τα προβλήματα της εποχής του, ανατέμνει ανηλεώς την αμερικάνικη κοινωνία και, ενίοτε, σαρκάζει μ' όλα αυτά.
Δευτέρα, Αυγούστου 28, 2017
ΟΙ "ΟΕΙΡΑΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΑΪΒΙΚΗΣ" ΘΑΛΑΣΣΟΠΝΙΓΟΝΤΑΙ ΓΙΑ 5Η ΦΟΡΑ
Αυτή τη φορά το Χόλιγουντ, που θα επαναλάβω ότι βρίσκεται εδώ και καιρό στο ναδίρ της δημιουργικότητάς του, επιστρατεύει το ντουέτο των νορβηγών σκηνοθετών (όλοι οι δρόμοι οδηγούν στο Χόλιγουντ) Joachim Ronning και Espen Sandberg για τους 5ους αισίως "Πειρατές της Καραϊβικής" του 2017 (πρωτότυπος υπότιτλος "Dead Μan Tell no Tales", ελληνικός υπότιτλος "Η Εκδίκηση του Σαλαζάρ"). Είναι αυτοί που γύρισαν το συμπαθητικό "Kon-Tiki", οπότε σου λένε οι ιθύνοντες, "θάλασσα το ένα, θάλασσα το άλλο, καλοί είναι, ας τους προσλάβουμε". Και μια που έχουμε βαρεθεί να βλέπουμε τον Τζόνι Ντεπ στο ίδιο πάντα στιλ του μεθυσμένου και πάντα-για-το-τομάρι-του πειρατή (διασκεδαστικότατου αρχικά, απλή μανιέρα τώρα πλέον), προσλάβανε και τον Χαβιέ Μπαρδέμ σε ρόλο τρομακτικού φαντάσματος.
Όπως πάντα στη σάγκα των "Πειρατών" στο σενάριο μπλέκονται πολλές ιστορίες: Ο γιος του καταραμένου να περιπλανιέται για πάντα ως ζωντανός - νεκρός Ορλάντο Μπλουμ ψάχνει μαγικούς τρόπους για να τον γλυτώσει από την κατάρα, κάποια είναι η χαμένη κόρη κάποιου (δεν σας αποκαλύπτω φυσικά) και όλοι μαζί, για διαφορετικούς λόγους, ψάχνουν τη μυθική Τρίαινα του Ποσειδώνα. Υπάρχει κι ένα μαγικό ρουμπίνι, οπότε τα μαγικά αντικείμενα καλά κρατούν. Όλοι εναντίον όλων λοιπόν κατ' ουσίαν, με διάφορες συμμαχίες κατά καιρούς, και με γενικό συμπέρασμα... "κακό πράγμα η ορφάνια"!
Οπότε, παρά την σκοτεινή και ενίοτε τρομακτική (οι ανελέητοι ζωντανοί - νεκροί ναυτικοί κλπ.) εικονογραφία, παρόμοια με τα υπόλοιπα μέρη της σειράς, εδώ το μελό πάει σύννεφο (γι' αυτό το βρίσκω χειρότερο από τα προηγούμενα μέρη). Αν είσαστε επιρρεπείς μπορεί να ρίξετε και κανένα δάκρυ στο τέλος με τα πολλαπλά σμιξίματα (τέλος ελληνικής ταινίας του 60 μου θύμισε). Φυσικά το χιούμορ υπάρχει παντού (όπως ακριβώς και στα προηγούμενα), κάποια εντυπωσιακά εφέ επίσης, οπότε οι δημιουργοί κρατάνε ατόφια τη συνταγή των προηγούμενων ώστε να μη χαθεί ούτε ένα (εκατομμύριο) δολάριο.
Όπως καταλάβατε αν έχετε δει τα προηγούμενα, πρόκειται για μία από τα ίδια. Προσωπικά (θα το δείτε αν ψάξετε παλιότερα ποστ) υπήρξα φαν των αρχικών μερών της σειράς, αυτών του Verbinski, διότι την είχα βρει πρωτότυπη, αρκούντως σκοτεινή και διασκεδαστική ταυτόχρονα (όχι κάτι βαθύτερο, αλλά όντως διασκεδαστική). Από ένα σημείο και πέρα, απλώς βαρέθηκα. Και, για χιλιοστή φορά θα πω: Μέχρι πότε το Χόλιγουντ θα αναμασά τα ίδια και τα ίδια; Αν και η απάντηση είναι προφανής: Για όσο καιρό θα κερδίζει εκατομμύρια δολλάρια.
Όπως πάντα στη σάγκα των "Πειρατών" στο σενάριο μπλέκονται πολλές ιστορίες: Ο γιος του καταραμένου να περιπλανιέται για πάντα ως ζωντανός - νεκρός Ορλάντο Μπλουμ ψάχνει μαγικούς τρόπους για να τον γλυτώσει από την κατάρα, κάποια είναι η χαμένη κόρη κάποιου (δεν σας αποκαλύπτω φυσικά) και όλοι μαζί, για διαφορετικούς λόγους, ψάχνουν τη μυθική Τρίαινα του Ποσειδώνα. Υπάρχει κι ένα μαγικό ρουμπίνι, οπότε τα μαγικά αντικείμενα καλά κρατούν. Όλοι εναντίον όλων λοιπόν κατ' ουσίαν, με διάφορες συμμαχίες κατά καιρούς, και με γενικό συμπέρασμα... "κακό πράγμα η ορφάνια"!
Οπότε, παρά την σκοτεινή και ενίοτε τρομακτική (οι ανελέητοι ζωντανοί - νεκροί ναυτικοί κλπ.) εικονογραφία, παρόμοια με τα υπόλοιπα μέρη της σειράς, εδώ το μελό πάει σύννεφο (γι' αυτό το βρίσκω χειρότερο από τα προηγούμενα μέρη). Αν είσαστε επιρρεπείς μπορεί να ρίξετε και κανένα δάκρυ στο τέλος με τα πολλαπλά σμιξίματα (τέλος ελληνικής ταινίας του 60 μου θύμισε). Φυσικά το χιούμορ υπάρχει παντού (όπως ακριβώς και στα προηγούμενα), κάποια εντυπωσιακά εφέ επίσης, οπότε οι δημιουργοί κρατάνε ατόφια τη συνταγή των προηγούμενων ώστε να μη χαθεί ούτε ένα (εκατομμύριο) δολάριο.
Όπως καταλάβατε αν έχετε δει τα προηγούμενα, πρόκειται για μία από τα ίδια. Προσωπικά (θα το δείτε αν ψάξετε παλιότερα ποστ) υπήρξα φαν των αρχικών μερών της σειράς, αυτών του Verbinski, διότι την είχα βρει πρωτότυπη, αρκούντως σκοτεινή και διασκεδαστική ταυτόχρονα (όχι κάτι βαθύτερο, αλλά όντως διασκεδαστική). Από ένα σημείο και πέρα, απλώς βαρέθηκα. Και, για χιλιοστή φορά θα πω: Μέχρι πότε το Χόλιγουντ θα αναμασά τα ίδια και τα ίδια; Αν και η απάντηση είναι προφανής: Για όσο καιρό θα κερδίζει εκατομμύρια δολλάρια.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


























