Συμπαθώ τον Simon Pegg, ως κωμικό προφανώς, αλλά και ως σεναριογράφο κάποιων ταινιών του. Νομίζω οτι αυτός και η παρέα του είναι από τα πλέον αστεία πράγματα που μπορεί να δει κανείς σε μια εποχή όπου το είδος της κωμωδίας δεν βρίσκεται και στα καλύτερά του. Στο "How to Lose Friends & Alienate People" βέβαια είναι απλός πρωταγωνιστής, πρόκειται όμως και πάλι για πολύ διασκεδαστικό κατά τη γνώμη μου φιλμ. Η ταινία γυρίστηκε το 2008 από τον Robert B. Weide, ντοκιμαντερίστα και τηλεοπτικό σκηνοθέτη κυρίως (αυτή είναι η πρώτη του fiction ταινία).
Η ιστορία αποτελέί μια ανελέητη σάτιρα των media, του Χολιγουντ και του κόσμου των celebrities. Ο ήρωας είναι δημοσιογράφος και ιδιοκτήτης μικρού και με οικονομικά προβλήματα περιοδικού που ξεμπροστιάζει όλο το star system και τις κάθε λογής ηλιθιότητές του. Ο ίδιος ωστόσο είναι διχασμένος ανάμεσα στην αγάπη και τον θαυμασμό για όλο αυτό το πολύχρωμο πανηγύρι και την απέχθειά του για το "σύστημα". Με λίγα λόγια, ναι μεν τα χτυπάμε όλα αυτά, από την άλλη όμως κάνουμε τα πάντα για να βρούμε μια θέση στην γκλαμουριά και τη διασημότητα, να "χωθούμε" στο σύστημα και να απολαύσουμε όσα προσφέρει, δηλαδή κυριλέ πάρτι, γκόμενες, κόκα ή ό,τι άλλο. Όταν λοιπόν ξαφνικά - ενώ συστηματικά τον πετάνε έξω από τα in πάρτι - ένας μεγαλοεκδότης και πρώην ίνδαλμα τού ήρωα του προσφέρει θέση εργασίας στο σούπερ πετυχημένο, αλλά συντηρητικό περιοδικό του, το οποίο φυσικά ασχολείται με τον χώρο, εκείνος θα ξεχάσει κάθε αμφισβήτηση, θα βάλει την ουρά στα σκέλια και θα σπεύσει να δεχτεί τη θέση. Οι πρώτες του απόπειρες να γράψει κάτι για το μεγάλο περιοδικό είναι καταστροφικές. Ώσπου, κάποια στιγμή θα τα καταφέρει, από εκεί και πέρα όμως οι εξελίξεις θα είναι μη αναμενόμενες.
Κατ' αρχήν βρήκα το φιλμ σε αρκετά σημεία ξεκαρδιστικό, οπότε το διασκέδασα δεόντως. Ο ήρωας είναι ένας συνδυασμός απεχθούς, αηδούς θα έλεγα (και επαγγελματικά αδίστακτου) τύπου και κατά-βάθος-καλού (και intellectual μάλιστα) χαρακτήρα, οπότε δεν έχουμε να κάνουμε ακριβώς με μια θετική προσωπικότητα. Αυτό που μου άρεσε περισσότερο όμως είναι η ανελέητη σάτιρα που κάνει η ταινία στον επιφανειακά αστραφτερό και γκλάμορους, κατα βάθος όμως απίστευτα κενού, ηλίθιου και βρώμικου κόσμου του Χόλιγουντ, των media και των celebrities (και των αντίστοιχων κουτσομπολίστικων εντύπων και άλλων "συνοδευτικών" καταστάσεων), καθώς και η κριτική της υποτιθέμενης επαναστατικότητας, που είναι έτοιμη να ξεπουληθεί μόλις πιάσουμε την καλή. Το καστ, εκτός του πρωταγωνιστή, περιλαμβάνει έναν απολαυστικό πρώην "επαναστάτη" Τζεφ Μπρίτζες στο ρόλο του μεγαλοεκδότη που διασκεδάζει με τις γκάφες του ήρωα, αλλά και την Κίρστεν Ντανστ, την Μέγκαν Φοξ και την Γκίλιαν Άντερσον. Οπότε, τελικά, ακόμα κι αν δεν ενδιαφέρεστε για τη σατιρική πλευρά, μπορείτε απλώς να ευχαριστηθείτε μια διασκεδαστική - και λίγο "βρώμικη" - κωμωδία. Κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον.
Τετάρτη, Ιανουαρίου 27, 2016
Δευτέρα, Ιανουαρίου 25, 2016
ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ, ΠΡΟΒΑΤΑ ΚΑΙ "ΔΕΣΜΟΙ ΑΙΜΑΤΟΣ"
Αν μη τι άλλο οι "Δεσμοί Αίματος" (Hrutar) μας μεταφέρουν σε μια μακρινή, παντελώς απομονωμένη και απίστευτη για τα σημερινά δεδομένα κουλτούρα και τρόπο ζωής εν γένει: Αυτόν που ακόμα επιβιώνει (;) στις απόλυτες ερημιές της ούτως ή άλλως απομονωμένης Ισλανδίας. Το φιλμ γυρίστηκε το 2015 από τον αρκετά νέο Grimur Hakonarson και είναι η δεύτερή του ταινία μυθοπλασίας.
Σε δύο γειτονικές, κυριολεκτικά απομονωμένες φάρμες στο παγωμένο, απόλυτο πουθενά της Ισλανδίας ζουν ολομόναχοι δύο ηλικιωμένοι αδελφοί, εκτρέφοντας αμφότεροι κοπάδια προβάτων. Ενώ θα περίμενε κανείς να έχει τουλάχιστον ο ένας τον άλλον σαν συντροφιά, αυτοί είναι τσακωμένοι και έχουν 40 χρόνια να μιλήσουν. Κατά καιρούς πηγαίνουν στην κοντινότερη μικρή πόλη κι αυτή είναι η μοναδική επαφή τους με άλλους ανθρώπους.Τα πράγματα θα αλλάξουν δραματικά όταν θα ανιχνευτεί μια επικίνδυνη ασθένεια στα κοπάδια και οι κτηνίατροι θα διατάξουν την θανάτωση των προβάτων για προληπτικούς λόγους. Από εκεί και πέρα η ιστορία θα "πάρει στροφές" και η σχέση των δυο - διαφορετικών χαρακτήρων - αδελφών θα αλλάξει.
Η ταινία ισορροπεί πετυχημένα κατά τη γνώμη μου ανάμεσα στο δράμα, την ντοκιμαντερίστικου στιλ καταγραφή ενός ξεχασμένου τρόπου ζωής και την κωμωδία, καθώς υπάρχουν αρκετές χιουμοριστικές πινελιές. Αυτό που εντυπωσιάζει αρχικά είναι το υποβλητικό, λευκό, παγωμένο τοπίο που περιβάλλει τις απομονωμένες φάρμες και, συνέπεια αυτού, η απόλυτη κυριαρχία της φύσης πάνω στον άνθρωπο, η οποία φαίνεται να έχει τον πρώτο λόγο. Μια φύση δηλαδή την οποία ο άνθρωπος. ακόμα και στην ευρωπαϊκή, πολιτισμένη και πλούσια Ισλανδία, αδυνατεί να δαμάσει. Και μόνο η κατάδειξη της συγκεκριμένης κατάστασης και η καταγραφή ενός ξεχασμένου τρόπου ζωής, που μάλλον οι περισσότεροι πιστεύαμε ότι δεν υπάρχει πλέον, αξίζουν νομίζω την προσοχή μας. Από εκεί και πέρα οι οικογενειακές - συγγενικές σχέσεις, που περνάνε από το ψυχρό στο θερμό, και τα συναισθήματα των ηρώων, κάνουν τελικά το "Rams", όπως είναι ο αγγλόφωνος τίτλος, μια απόλυτα συγκινητική και θερμή, μέσα στο παγωμένο περιβάλλον, ταινία. Και, βέβαια, υπάρχει και το στοιχείο της δραματικής επίπτωσης της βίαιης αλλαγής που αφορά τη μοναδική πηγή εισοδήματος - των προβάτων - στις ζωές των ανθρώπων και η αμείλικτη κοινωνική πίεση. Πολύ περισσότερο όταν με το "εργαλείο δουλειάς", το κοπάδι, οι βοσκοί δεν εμπλέκονται μόνο επαγγελματικά, αλλά και συναισθηματικά, καθώς αυτό αποτελεί τη μοναδική τους έγνοια και συντροφιά, το λόγο ύπαρξής τους τελικά μέσα στη μοναξιά στην οποία ζουν.
Παρά τους αργούς ρυθμούς και τη "μονοτονία" της εικόνας, βρήκα την ταινία πολύ ενδιαφέρουσα. Δείτε την μόνο αν ενδιαφέρεστε για κάτι αρκετά διαφορετικό, οπτικά και σεναριακά, από τα συνηθισμένα. Κατά τη γνώμη μου πάντως δίκαια διακρίθηκε σε διάφορα φεστιβάλ.
Σε δύο γειτονικές, κυριολεκτικά απομονωμένες φάρμες στο παγωμένο, απόλυτο πουθενά της Ισλανδίας ζουν ολομόναχοι δύο ηλικιωμένοι αδελφοί, εκτρέφοντας αμφότεροι κοπάδια προβάτων. Ενώ θα περίμενε κανείς να έχει τουλάχιστον ο ένας τον άλλον σαν συντροφιά, αυτοί είναι τσακωμένοι και έχουν 40 χρόνια να μιλήσουν. Κατά καιρούς πηγαίνουν στην κοντινότερη μικρή πόλη κι αυτή είναι η μοναδική επαφή τους με άλλους ανθρώπους.Τα πράγματα θα αλλάξουν δραματικά όταν θα ανιχνευτεί μια επικίνδυνη ασθένεια στα κοπάδια και οι κτηνίατροι θα διατάξουν την θανάτωση των προβάτων για προληπτικούς λόγους. Από εκεί και πέρα η ιστορία θα "πάρει στροφές" και η σχέση των δυο - διαφορετικών χαρακτήρων - αδελφών θα αλλάξει.
Η ταινία ισορροπεί πετυχημένα κατά τη γνώμη μου ανάμεσα στο δράμα, την ντοκιμαντερίστικου στιλ καταγραφή ενός ξεχασμένου τρόπου ζωής και την κωμωδία, καθώς υπάρχουν αρκετές χιουμοριστικές πινελιές. Αυτό που εντυπωσιάζει αρχικά είναι το υποβλητικό, λευκό, παγωμένο τοπίο που περιβάλλει τις απομονωμένες φάρμες και, συνέπεια αυτού, η απόλυτη κυριαρχία της φύσης πάνω στον άνθρωπο, η οποία φαίνεται να έχει τον πρώτο λόγο. Μια φύση δηλαδή την οποία ο άνθρωπος. ακόμα και στην ευρωπαϊκή, πολιτισμένη και πλούσια Ισλανδία, αδυνατεί να δαμάσει. Και μόνο η κατάδειξη της συγκεκριμένης κατάστασης και η καταγραφή ενός ξεχασμένου τρόπου ζωής, που μάλλον οι περισσότεροι πιστεύαμε ότι δεν υπάρχει πλέον, αξίζουν νομίζω την προσοχή μας. Από εκεί και πέρα οι οικογενειακές - συγγενικές σχέσεις, που περνάνε από το ψυχρό στο θερμό, και τα συναισθήματα των ηρώων, κάνουν τελικά το "Rams", όπως είναι ο αγγλόφωνος τίτλος, μια απόλυτα συγκινητική και θερμή, μέσα στο παγωμένο περιβάλλον, ταινία. Και, βέβαια, υπάρχει και το στοιχείο της δραματικής επίπτωσης της βίαιης αλλαγής που αφορά τη μοναδική πηγή εισοδήματος - των προβάτων - στις ζωές των ανθρώπων και η αμείλικτη κοινωνική πίεση. Πολύ περισσότερο όταν με το "εργαλείο δουλειάς", το κοπάδι, οι βοσκοί δεν εμπλέκονται μόνο επαγγελματικά, αλλά και συναισθηματικά, καθώς αυτό αποτελεί τη μοναδική τους έγνοια και συντροφιά, το λόγο ύπαρξής τους τελικά μέσα στη μοναξιά στην οποία ζουν.
Παρά τους αργούς ρυθμούς και τη "μονοτονία" της εικόνας, βρήκα την ταινία πολύ ενδιαφέρουσα. Δείτε την μόνο αν ενδιαφέρεστε για κάτι αρκετά διαφορετικό, οπτικά και σεναριακά, από τα συνηθισμένα. Κατά τη γνώμη μου πάντως δίκαια διακρίθηκε σε διάφορα φεστιβάλ.
Παρασκευή, Ιανουαρίου 22, 2016
ΧΙΤΣΚΟΚΙΚΟ "FINAL ANALYSIS"
Το 1992 ο καναδός (πιθανόν ελληνικής καταγωγής αν κρίνουμε από το όνομά του) Phil Joanou γυρίζει το "Final Analysis" με τους σούπερ σταρ της εποχής Κιμ Μπάσινγκερ, Ρίτσαρντ Γκιρ και Ούμα Θέρμαν. Πρόκειται για ψυχαναλυτικό θρίλερ, πολύ κοντά στα χιτσκοκικά πρότυπα (ή τουλάχιστον έτσι θα ήθελε).
Ένας ψυχίατρος ερωτεύεται την μεγαλύτερη αδελφή μιας ψυχολογικά ασταθούς ασθενούς του. Εκείνη όμως (η μεγαλύτερη αδελφή εννοώ) είναι παντρεμένη με έναν βίαιο γκάνγκστερ (ελληνικής καταγωγής μάλιστα) και φοβάται τις πιθανές αντιδράσεις του. Μια νύχτα όμως, μετά από χρήση αλκοόλ, η κοπέλα θα δολοφονήσει τον βάρβαρο σύζυγό της. Στη δίκη που ακολουθεί, ο ψυχίατρος θα καταφέρει να κάνει την ερωμένη του να πέσει "στα μαλακά" και από εκεί και πέρα ακολουθεί μια πορεία συνεχών σεναριακών ανατροπών.
Το πρώτο που προσέχει κανείς στο φιλμ είναι οι διαρκείς και ποικίλες αναφορές στον Χίτσκοκ και το έργο του. Το σκηνικό του Σαν Φρανσίσκο, και ειδικά η χρήση του περίφημου φάρου σε καίριες σκηνές της ταινίας, παραπέμπουν βέβαια άμεσα στον περίφημο "Δεσμώτη του Ιλίγγου" (Vertigo). Αλλά και η όλη ιστορία, οι ανατροπές,, το μοτίβο του αθώου που παγιδεύεται, θεωρείται ένοχος και αγωνίζεται να αποδείξει την αθωότητά του, τα ψυχαναλυτικά στοιχεία, όλα παραπέμπουν - συνειδητά βεβαίως - στο μεγάλο δημιουργό. Φυσικά υπάρχουν και τα νουάρ στοιχεία, με εντονότερο αυτό της καταλυτικής παρουσίας της πανέμορφης μοιραίας γυναίκας.
Το πρόβλημα είναι ίσως ότι όλα αυτά δίνονται σε κάπως overdose ποσότητες, ενώ οι ανατροπές και το όλο σεναριακό concept γίνονται δύσκολα πιστευτά. Υπάρχει σκοτεινή ατμόσφαιρα, πολλή και υπερτονισμένη ψυχανάλυση - και ψυχοπάθεια - και λιγότερη αληθοφάνεια. Είναι αλήθεια ότι η Κιμ Μπάσινγκερ είναι ιδανική επιλογή για τον ρόλο της και το Σαν Φρανσίσκο γραφικό. Κάτι όμως δεν μου πάει και πολύ...
Πέραν από αυτές τις παρατηρήσεις, η ταινία προσφέρεται για δίχως πολλές - πολλές απαιτήσεις θέαση καθώς, αν μη τι άλλο, το σασπένς και οι ανατροπές που προαναφέραμε μάλλον θα κρατήσουν τον θεατή. Οπότε για θριλεράκι - αν και συχνά προβλέψιμο και με κάμποσα κλισέ του είδους - βλέπεται...
Ένας ψυχίατρος ερωτεύεται την μεγαλύτερη αδελφή μιας ψυχολογικά ασταθούς ασθενούς του. Εκείνη όμως (η μεγαλύτερη αδελφή εννοώ) είναι παντρεμένη με έναν βίαιο γκάνγκστερ (ελληνικής καταγωγής μάλιστα) και φοβάται τις πιθανές αντιδράσεις του. Μια νύχτα όμως, μετά από χρήση αλκοόλ, η κοπέλα θα δολοφονήσει τον βάρβαρο σύζυγό της. Στη δίκη που ακολουθεί, ο ψυχίατρος θα καταφέρει να κάνει την ερωμένη του να πέσει "στα μαλακά" και από εκεί και πέρα ακολουθεί μια πορεία συνεχών σεναριακών ανατροπών.
Το πρώτο που προσέχει κανείς στο φιλμ είναι οι διαρκείς και ποικίλες αναφορές στον Χίτσκοκ και το έργο του. Το σκηνικό του Σαν Φρανσίσκο, και ειδικά η χρήση του περίφημου φάρου σε καίριες σκηνές της ταινίας, παραπέμπουν βέβαια άμεσα στον περίφημο "Δεσμώτη του Ιλίγγου" (Vertigo). Αλλά και η όλη ιστορία, οι ανατροπές,, το μοτίβο του αθώου που παγιδεύεται, θεωρείται ένοχος και αγωνίζεται να αποδείξει την αθωότητά του, τα ψυχαναλυτικά στοιχεία, όλα παραπέμπουν - συνειδητά βεβαίως - στο μεγάλο δημιουργό. Φυσικά υπάρχουν και τα νουάρ στοιχεία, με εντονότερο αυτό της καταλυτικής παρουσίας της πανέμορφης μοιραίας γυναίκας.
Το πρόβλημα είναι ίσως ότι όλα αυτά δίνονται σε κάπως overdose ποσότητες, ενώ οι ανατροπές και το όλο σεναριακό concept γίνονται δύσκολα πιστευτά. Υπάρχει σκοτεινή ατμόσφαιρα, πολλή και υπερτονισμένη ψυχανάλυση - και ψυχοπάθεια - και λιγότερη αληθοφάνεια. Είναι αλήθεια ότι η Κιμ Μπάσινγκερ είναι ιδανική επιλογή για τον ρόλο της και το Σαν Φρανσίσκο γραφικό. Κάτι όμως δεν μου πάει και πολύ...
Πέραν από αυτές τις παρατηρήσεις, η ταινία προσφέρεται για δίχως πολλές - πολλές απαιτήσεις θέαση καθώς, αν μη τι άλλο, το σασπένς και οι ανατροπές που προαναφέραμε μάλλον θα κρατήσουν τον θεατή. Οπότε για θριλεράκι - αν και συχνά προβλέψιμο και με κάμποσα κλισέ του είδους - βλέπεται...
Τετάρτη, Ιανουαρίου 20, 2016
ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ ΠΑΝΕΜΟΡΦΗ "ΣΙΩΠΗΛΗ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ", ΑΛΛΑ...
Ο ταϊβανέζος Hou Hsiao-Hsien θεωρείται από πολλούς από τους μεγαλύτερους σύγχρονους δημιουργούς, είναι δε αγαπημένος των φεστιβάλ. Δεν έχω άποψη, καθώς έχω δει μόνο το γαλλόφωνο "Κόκκινο Μπαλόνι" του 2007, το οποίο, οφείλω να πω, δεν μου άρεσε καθόλου. Η "Σιωπηλή Δολοφόνος" (The Assassin) του 2015 είναι η δεύτερη δική του ταινία που βλέπω και μου άφησε ανάμικτα συναισθήματα.
Ο σκηνοθέτης καταπιάνεται για πρώτη φορά στην καριέρα του με μια ταινία πολεμικών τεχνών, η οποία διαδραματίζεται στην Κίνα του 9ου αιώνα. Μια κοπέλα εκπαιδεύεται από μικρή για γίνει τέλεια δολοφόνος. Ωστόσο κάποιες φορές δρα συναισθηματικά μη εκπληρώνοντας τις αποστολές της. Όταν στέλνεται να σκοτώσει τον ξάδελφό της, διοικητή μιας επαρχίας που συγκρούεται με τον αυτοκράτορα, και με τον οποίο ξάδελφο ήταν παλιά "λογοδοσμένη", αποφασίζει και πάλι να μην εκτελέσει την αποστολή, ιδιαίτερα όταν τον ξαναβλέπει από κοντά.
Ας τονίσουμε κατ' αρχήν ότι το φιλμ ανήκει μεν σ' αυτά των "πολεμικών τεχνών", ελάχιστες όμως μάχες ή μονομαχίες βλέπουμε. Μην περιμένετε λοιπόν κάτι σαν τον "Τίγρη και Δράκο". Εδώ το 90% της προσπάθειας του Hou Hsiao-Hsien πέφτει στην εικόνα και την απίστευτη εικαστικότητά της. Οι ρυθμοί είναι εξαιρετικά αργοί, αγγελοπουλικοί όπως έγραψαν αρκετοί κριτικοί. Όσο για την ιστορία, είναι πολύ δαιδαλώδης και από ένα σημείο και πέρα χάνεις το τι ακριβώς συμβαίνει και το ποιος είναι ποιος, καθώς τα ονόματα πέφτουν το ένα μετά το άλλο. Τι μένει λοιπόν; Η ομορφιά των εικόνων. Ο σκηνοθέτης μελετά σχολαστικά κάθε πλάνο, εξωτερικό ή εσωτερικό, με απίστευτα τοπία και συνθέσεις στην πρώτη περίπτωση και με υπέροχους συνδυασμούς χρωμάτων και υποβλητικών φωτισμών στη δεύτερη.
Η συμβουλή μου λοιπόν είναι να πάψετε από ένα σημείο και πέρα να προσπαθείτε να καταλάβετε τι γίνεται (απλώς δεχτείτε ότι το "μήνυμα" είναι η ότι συναισθηματική και βιωματική σχέση είναι για την λιγομίλητη, σχεδον σιωπηλή, ηρωίδα υπεράνω του όποιου καθήκοντος) και να αφεθείτε στην ομορφιά των εικόνων. Αν το καταφέρετε και αν το θέλετε αυτό θα απολαύσετε ένα μαγευτικό εικαστικά - και πολύ αργό, ξαναλέω - φιλμ. Αν δεν σας αρκεί αυτό - και δεν θα σας κατηγορήσω καθόλου για κάτι τέτοιο - μείνετε μακριά.
Ο σκηνοθέτης καταπιάνεται για πρώτη φορά στην καριέρα του με μια ταινία πολεμικών τεχνών, η οποία διαδραματίζεται στην Κίνα του 9ου αιώνα. Μια κοπέλα εκπαιδεύεται από μικρή για γίνει τέλεια δολοφόνος. Ωστόσο κάποιες φορές δρα συναισθηματικά μη εκπληρώνοντας τις αποστολές της. Όταν στέλνεται να σκοτώσει τον ξάδελφό της, διοικητή μιας επαρχίας που συγκρούεται με τον αυτοκράτορα, και με τον οποίο ξάδελφο ήταν παλιά "λογοδοσμένη", αποφασίζει και πάλι να μην εκτελέσει την αποστολή, ιδιαίτερα όταν τον ξαναβλέπει από κοντά.
Ας τονίσουμε κατ' αρχήν ότι το φιλμ ανήκει μεν σ' αυτά των "πολεμικών τεχνών", ελάχιστες όμως μάχες ή μονομαχίες βλέπουμε. Μην περιμένετε λοιπόν κάτι σαν τον "Τίγρη και Δράκο". Εδώ το 90% της προσπάθειας του Hou Hsiao-Hsien πέφτει στην εικόνα και την απίστευτη εικαστικότητά της. Οι ρυθμοί είναι εξαιρετικά αργοί, αγγελοπουλικοί όπως έγραψαν αρκετοί κριτικοί. Όσο για την ιστορία, είναι πολύ δαιδαλώδης και από ένα σημείο και πέρα χάνεις το τι ακριβώς συμβαίνει και το ποιος είναι ποιος, καθώς τα ονόματα πέφτουν το ένα μετά το άλλο. Τι μένει λοιπόν; Η ομορφιά των εικόνων. Ο σκηνοθέτης μελετά σχολαστικά κάθε πλάνο, εξωτερικό ή εσωτερικό, με απίστευτα τοπία και συνθέσεις στην πρώτη περίπτωση και με υπέροχους συνδυασμούς χρωμάτων και υποβλητικών φωτισμών στη δεύτερη.
Η συμβουλή μου λοιπόν είναι να πάψετε από ένα σημείο και πέρα να προσπαθείτε να καταλάβετε τι γίνεται (απλώς δεχτείτε ότι το "μήνυμα" είναι η ότι συναισθηματική και βιωματική σχέση είναι για την λιγομίλητη, σχεδον σιωπηλή, ηρωίδα υπεράνω του όποιου καθήκοντος) και να αφεθείτε στην ομορφιά των εικόνων. Αν το καταφέρετε και αν το θέλετε αυτό θα απολαύσετε ένα μαγευτικό εικαστικά - και πολύ αργό, ξαναλέω - φιλμ. Αν δεν σας αρκεί αυτό - και δεν θα σας κατηγορήσω καθόλου για κάτι τέτοιο - μείνετε μακριά.
Δευτέρα, Ιανουαρίου 18, 2016
ΤΟ "HOUSE OF WAX" ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ ΤΡΟΜΟΥ (ΞΑΝΑ)
Ναι, έχω γίνει κουραστικός επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά ότι πιστεύω πως ένα από τα περισσότερο παρακμασμένα κινηματογραφικά είδη στην εποχή μας είναι οι ταινίες τρόμου. Ελάχιστες ανατριχίλες μπορούν να μας προσφέρουν πια. Μια απλή σύγκριση με την παραγωγή του είδους στη "χρυσή" δεκαετία του 80 ίσως μας πείσει γι' αυτό. Φυσικά πού και πού υπάρχουν κάποιες ευπρόσδεκτες εξαιρέσεις, αλλά η γενική εικόνα φοβάμαι ότι παραμένει θολή.
Αφορμή για τις σκέψεις αυτές στάθηκε η ταινία "The House of Wax" ("Το Σπίτι του Θανάτου" στην Ελλάδα), πρώτη ταινία του ισπανού, πλην όμως εργαζόμενου στις ΗΠΑ, Jaume Collet-Serra το 2005. Η ιστορία; Μάλλον τυπική. Κλασική παρέα νεαρών, δύο ζευγάρια και δύο μάλλον αντικοινωνικοί τύποι (ο ένας αδελφός της μίας από τις δύο κοπέλες) ταξιδεύουν με αυτοκίνητα για να παρακολουθήσουν ματς. Ε, μετά ξέρετε: Κάπου χάνονται στο δάσος, κατασκηνώνουν στο πουθενά, κάνουν χαζοχαρούμενες πλάκες, τη νύχτα διάφορα ανησυχητικά συμβαίνουν... Την επόμενη μέρα κάποιοι απ' αυτούς φτάνουν σε κοντινή πόλη που μοιάζει εγκαταλειμμένη, όπου ανακαλύπτουν ένα μουσείο κέρινων ομοιωμάτων, μπαίνουν μέσα και αντιλαμβάνονται ότι ολόκληρο το πελώριο, διώροφο (συν υπόγειο) οίκημα είναι κατασκευασμένο από κερί (πώς ακριβώς γίνεται αυτό;). Και μετά, βεβαίως, αρχίζει η ανηλεής σφαγή. Το μόνο που μπορεί να κινήσει το ενδιαφέρον (;) του θεατή είναι ποιοι θα επιβιώσουν και ποιοι όχι (μπορείτε από την αρχή να βάλετε στοιχήματα. Ίσως έτσι το διασκεδάσετε κάπως και δημιουργήσετε σασπένς).
Πλημμυρισμένο από όλα τα πιθανά κλισέ του είδους (από την ανόητη ψυχολογία των ηρώων που πάνε γυρεύοντας έως τις τις παλιές ιστορίες με μαμάδες, που στοιχειώνουν το παρόν, αλλά και τις εντελώς εξωπραγματικές καταστάσεις, αν και η ταινία δεν ανήκει στο υποείδος του μεταφυσικού τρόμου), η ταινία κυλά ρουτινιάρικα, με κάμποσες επιδεικτικά σπλάτερ σκηνές για να χορτάσει αίμα κάθε διψασμένος και καταλήγει σε μια αρκετά εντυπωσιακή σκηνή φωτιάς (κι αυτό πόσες φορές το έχετε δει;). Και φυσικά αυτοί που είναι να σωθούν θα σωθούν ό, τι και να γίνει και όσα κι αν τους συμβούν.
Όχι, φιλμ σαν κι αυτό δεν μπορούν να μου προσφέρουν καμιά ανατριχίλα, κανέναν βαθύ φόβο ή ανησυχία, όπως οφείλει να κάνει μια ταινία του είδους. Ας κάνουμε λοιπόν λίγο χαβαλέ, ας απολαύσουμε τις σφαγές και... πάμε για την επόμενη αιματοποσία...
ΥΓ: Α, ναι, τον ρόλο της κολλητής φίλης της πρωταγωνίστριας ερμηνεύει η Paris Hilton αυτοπροσώπως. Και, όχι, δεν ήταν υποψήφια για Όσκαρ Β' Γυναικείου Ρόλου...
Αφορμή για τις σκέψεις αυτές στάθηκε η ταινία "The House of Wax" ("Το Σπίτι του Θανάτου" στην Ελλάδα), πρώτη ταινία του ισπανού, πλην όμως εργαζόμενου στις ΗΠΑ, Jaume Collet-Serra το 2005. Η ιστορία; Μάλλον τυπική. Κλασική παρέα νεαρών, δύο ζευγάρια και δύο μάλλον αντικοινωνικοί τύποι (ο ένας αδελφός της μίας από τις δύο κοπέλες) ταξιδεύουν με αυτοκίνητα για να παρακολουθήσουν ματς. Ε, μετά ξέρετε: Κάπου χάνονται στο δάσος, κατασκηνώνουν στο πουθενά, κάνουν χαζοχαρούμενες πλάκες, τη νύχτα διάφορα ανησυχητικά συμβαίνουν... Την επόμενη μέρα κάποιοι απ' αυτούς φτάνουν σε κοντινή πόλη που μοιάζει εγκαταλειμμένη, όπου ανακαλύπτουν ένα μουσείο κέρινων ομοιωμάτων, μπαίνουν μέσα και αντιλαμβάνονται ότι ολόκληρο το πελώριο, διώροφο (συν υπόγειο) οίκημα είναι κατασκευασμένο από κερί (πώς ακριβώς γίνεται αυτό;). Και μετά, βεβαίως, αρχίζει η ανηλεής σφαγή. Το μόνο που μπορεί να κινήσει το ενδιαφέρον (;) του θεατή είναι ποιοι θα επιβιώσουν και ποιοι όχι (μπορείτε από την αρχή να βάλετε στοιχήματα. Ίσως έτσι το διασκεδάσετε κάπως και δημιουργήσετε σασπένς).
Πλημμυρισμένο από όλα τα πιθανά κλισέ του είδους (από την ανόητη ψυχολογία των ηρώων που πάνε γυρεύοντας έως τις τις παλιές ιστορίες με μαμάδες, που στοιχειώνουν το παρόν, αλλά και τις εντελώς εξωπραγματικές καταστάσεις, αν και η ταινία δεν ανήκει στο υποείδος του μεταφυσικού τρόμου), η ταινία κυλά ρουτινιάρικα, με κάμποσες επιδεικτικά σπλάτερ σκηνές για να χορτάσει αίμα κάθε διψασμένος και καταλήγει σε μια αρκετά εντυπωσιακή σκηνή φωτιάς (κι αυτό πόσες φορές το έχετε δει;). Και φυσικά αυτοί που είναι να σωθούν θα σωθούν ό, τι και να γίνει και όσα κι αν τους συμβούν.
Όχι, φιλμ σαν κι αυτό δεν μπορούν να μου προσφέρουν καμιά ανατριχίλα, κανέναν βαθύ φόβο ή ανησυχία, όπως οφείλει να κάνει μια ταινία του είδους. Ας κάνουμε λοιπόν λίγο χαβαλέ, ας απολαύσουμε τις σφαγές και... πάμε για την επόμενη αιματοποσία...
ΥΓ: Α, ναι, τον ρόλο της κολλητής φίλης της πρωταγωνίστριας ερμηνεύει η Paris Hilton αυτοπροσώπως. Και, όχι, δεν ήταν υποψήφια για Όσκαρ Β' Γυναικείου Ρόλου...
Σάββατο, Ιανουαρίου 16, 2016
"MON IDOLE" Ή ΟΙ ΚΑΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΟΠΛΗΞΙΑΣ
Ο Guillaume Canet είναι ένας γνωστός γάλλος ηθοποιός, ο οποίος συχνά περνά και πίσω από την κάμερα. Η πρώτη του σκηνοθετική προσπάθεια έγινε το 2002, λεγόταν "Mon Idole" (Το Είδωλό μου) και μου προκάλεσε ανάμεικτα συναισθήματα.
Ένας υπερφιλόδοξος νεαρός δουλεύει σε κακόγουστο και ηλίθιο (πλην όμως μεγάλης ακροαματικότητας) τηλεοπτικό σόου και ονειρεύεται να ανέβει στη ιεραρχία και να αναλάβει ο ίδιος το σόου (ή κάποιο άλλο, παρόμοιας ηλιθιότητας τέλος πάντων). Απόλυτο ίνδαλμα και πρότυπό του είναι ο μεσήλικας διευθυντής του καναλιού. Κάποια στιγμή ο τελευταίος θα αρχίσει να τον προσέχει ιδιαίτερα, να ακούει τις ιδέες του, να επιδιώκει να κάνει παρέα μαζί του... και φτάνει να τον προσκαλέσει στην εξοχική του βίλα για να περάσουν ένα σαββατοκύριακο οι τρεις τους (η τρίτη είναι η πανέμορφη γυναικα του διευθυντή). Μεθυσμένος από τη "μεγάλη ζωή" και τις υποσχέσεις, ο νεαρός θα δεχτεί να καταστρέψει κάθε χαρακτηριστικό της προσωπικής του ζωής, ακόμα και να χωρίσει με την κοπέλα με την οποία συζεί και θα εξακολουθήσει να ξεπουλιέται ακόμα κι όταν διαπιστώνει ότι το ιδιόρυθμο (επιεικώς) ζευγάρι τον θέλει σαν ένα είδος γελωτοποιού. Κάποια στιγμή τα πράγματα θα πάρουν εντελώς άλλη τροπή, καθώς στην όλη ήδη παράδοξη κατάσταση θα προστεθεί κι ένας φόνος...
Το φιλμ ξεκινά σαν σχεδόν κωμωδία και, απρόβλεπτα, από κάποιο σημείο και μετά, μετατρέπεται σε αγωνιώδες - και τραβηγμένο - θρίλερ, φτάνοντας στα όρια του γκροτέσκ. Νομίζω ότι όλο αυτό δεν δένει απόλυτα, ενώ το ανοιχτό τέλος, εξ αιτίας του οποίου ομολογώ ότι δεν κατάλαβα την ιδεολογική θέση του σκηνοθέτη, με χάλασε. Ο λόγος όμως που βρίσκω θετικά στοιχεία στο άνισο αυτό φιλμ είναι η ανελέητη σάτιρα της τηλεόρασης που επιχειρεί, η επίθεσή του στην απόλυτη κενότητα και βλακεία (και συχνά την ανελέητη σκληρότητα) των απαράδεκτων σόου στιλ "Big Brother", αλλά και την κενότητα ολόκληρου του κόσμου που κινείται γύρω απ' αυτά. Κενότητα και βλακεία καλυμένη φυσικά από τόνους στρας και γκλαμουριάς, ενώ η σκληροτητα και η αδιαφορία για τους άλλους που κρύβεται κάτω από το αστραφτερό προσωπείο οδηγείται εδώ σε ακραία σημεία..
Για όλα αυτά λοιπόν - και κυρίως επειδή προσωπικά απεχθάνομαι βαθειά την τηλεόραση - κάπου η όλη ιστορία του νέου που χάνει την ψυχή του και ξεπουλιέται με κάθε έννοια για να γίνει τηλεστάρ με άγγιξε. Πέραν αυτού, ενώ έχει το ενδιαφέρον του, νομίζω ότι κάπου ο Canet το παρατραβά και το χάνει, θέλοντας ίσως να βάλει πολλά και διαφορετικά στοιχεία στο ίδιο φιλμ.
Ένας υπερφιλόδοξος νεαρός δουλεύει σε κακόγουστο και ηλίθιο (πλην όμως μεγάλης ακροαματικότητας) τηλεοπτικό σόου και ονειρεύεται να ανέβει στη ιεραρχία και να αναλάβει ο ίδιος το σόου (ή κάποιο άλλο, παρόμοιας ηλιθιότητας τέλος πάντων). Απόλυτο ίνδαλμα και πρότυπό του είναι ο μεσήλικας διευθυντής του καναλιού. Κάποια στιγμή ο τελευταίος θα αρχίσει να τον προσέχει ιδιαίτερα, να ακούει τις ιδέες του, να επιδιώκει να κάνει παρέα μαζί του... και φτάνει να τον προσκαλέσει στην εξοχική του βίλα για να περάσουν ένα σαββατοκύριακο οι τρεις τους (η τρίτη είναι η πανέμορφη γυναικα του διευθυντή). Μεθυσμένος από τη "μεγάλη ζωή" και τις υποσχέσεις, ο νεαρός θα δεχτεί να καταστρέψει κάθε χαρακτηριστικό της προσωπικής του ζωής, ακόμα και να χωρίσει με την κοπέλα με την οποία συζεί και θα εξακολουθήσει να ξεπουλιέται ακόμα κι όταν διαπιστώνει ότι το ιδιόρυθμο (επιεικώς) ζευγάρι τον θέλει σαν ένα είδος γελωτοποιού. Κάποια στιγμή τα πράγματα θα πάρουν εντελώς άλλη τροπή, καθώς στην όλη ήδη παράδοξη κατάσταση θα προστεθεί κι ένας φόνος...
Το φιλμ ξεκινά σαν σχεδόν κωμωδία και, απρόβλεπτα, από κάποιο σημείο και μετά, μετατρέπεται σε αγωνιώδες - και τραβηγμένο - θρίλερ, φτάνοντας στα όρια του γκροτέσκ. Νομίζω ότι όλο αυτό δεν δένει απόλυτα, ενώ το ανοιχτό τέλος, εξ αιτίας του οποίου ομολογώ ότι δεν κατάλαβα την ιδεολογική θέση του σκηνοθέτη, με χάλασε. Ο λόγος όμως που βρίσκω θετικά στοιχεία στο άνισο αυτό φιλμ είναι η ανελέητη σάτιρα της τηλεόρασης που επιχειρεί, η επίθεσή του στην απόλυτη κενότητα και βλακεία (και συχνά την ανελέητη σκληρότητα) των απαράδεκτων σόου στιλ "Big Brother", αλλά και την κενότητα ολόκληρου του κόσμου που κινείται γύρω απ' αυτά. Κενότητα και βλακεία καλυμένη φυσικά από τόνους στρας και γκλαμουριάς, ενώ η σκληροτητα και η αδιαφορία για τους άλλους που κρύβεται κάτω από το αστραφτερό προσωπείο οδηγείται εδώ σε ακραία σημεία..
Για όλα αυτά λοιπόν - και κυρίως επειδή προσωπικά απεχθάνομαι βαθειά την τηλεόραση - κάπου η όλη ιστορία του νέου που χάνει την ψυχή του και ξεπουλιέται με κάθε έννοια για να γίνει τηλεστάρ με άγγιξε. Πέραν αυτού, ενώ έχει το ενδιαφέρον του, νομίζω ότι κάπου ο Canet το παρατραβά και το χάνει, θέλοντας ίσως να βάλει πολλά και διαφορετικά στοιχεία στο ίδιο φιλμ.
Πέμπτη, Ιανουαρίου 14, 2016
"FRENZY": ΕΝΑΣ "ΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ" ΧΙΤΣΚΟΚ
Το "Frenzy" (Φρενίτις) του 1972 υπήρξε η προτελευταία ταινία του μεγάλου Alfred Hitchcock (1899-1980). Και νομίζω ότι σόκαρε αρκετά στην εποχή της. Βλέπετε, είναι η πρώτη φορά που ο κομψός μάστορας του σασπένς δείχνει ωμά φόνους (μετά βιασμού μάλιστα) και γυμνό! Θα μιλήσουμε όμως αργότερα γι' αυτά.
Ένας κατά συρροήν δολοφόνος σκορπίζει τον τρόμο στο Λονδίνο. Αφού βιάσει τα θύματά του (γυναίκες πάντοτε), τα στραγγαλίζει με τη γραβάτα του. Ένας βίαιος, σχεδόν αλκοολικός πρώην αξιωματικός θα κατηγορηθεί άδικα σαν ως ο καταζητούμενος δολοφόνος. Θα καταφέρει να αποδείξει την αθωότητά του; Τα λέω όλα αυτά διότι ο θεατής, λιγότερο από μισάωρο μετά την έναρξη του φιλμ, γνωρίζει ποιος είναι ο αληθινός δολοφόνος, άρα και το ότι ο βασικός ήρωας είναι αθώος. Το ενδιαφέρον στρέφεται στο τι θα γίνει μετά.
Αυτή τη φορά ο Χίτσκοκ κάνει μια ωμή και "άσχημη" ταινία. Οι ηθοποιοί δεν είναι ωραίοι, η ατμόσφαιρα είναι μουντή και καταθλιπτική, το Λονδίνο φαίνεται άσχημο (πολλές σκηνές είναι γυρισμένες στην πολυσύχναστη και πνιγηρή φρουταγορά), τα εσωτερικά των σπιτιών μπανάλ... Και επί πλέον κάποιοι από τους φόνους (και τα νεκρά θύματα στη συνέχεια) δείχνονται με μια ωμότητα που δεν μας έχει συνηθίσει ο μετρ. Άλλωστε είναι δύσκολο ο θεατής να ταυτιστεί με τους χαρακτήρες. Ο βασικός ήρωας, ο αθώος που κατηγορείται άδικα, είναι αντιπαθής: Μοναχικός, έντονα οξύθυμος, βίαιος, πότης, φέρεται βάρβαρα στην πρώην γυναίκα του και μοιάζει να κατρακυλά βαθύτερα κάθε μέρα. Καμιά σχέση με παλιούς κομψούς Κάρι Γκραντ, Τζίμι Στιούαρτ κλπ. Έτσι, συνολικά, έχουμε να κάνουμε με μια "αντιπαθή" θα τη χαρακτήριζα, ταινία. Εξάλλου πρόκειται για φιλμ που μιλά καθαρά για σεξουαλική διαστροφή (που καταλήγει σε φόνο). Ο δολοφόνος φαίνεται να φτάνει σε οργασμό όταν στραγγαλίζει...
Από την άλλη όμως ο Χίτσκοκ αυτή τη φορά υπερβαίνει εαυτόν σε κατάμαυρο χιούμορ. Η σκηνή στο φορτηγό, με το σακί με τις πατάτες, είναι η πιο χαρακτηριστική (και ανατριχιαστική ταυτόχρονα). Αλλά υπάρχουν και πλήθος άλλες. Γενικά το μαύρο χιούμορ είναι πανταχού παρόν. Αλλά και το σκέτο χιούμορ, δίχως "μαύρο". Θυμηθείτε τον ταλαίπωρο επιθεωρητή και το τι τραβά από τη μαγειρική της γυναίκας του (εδώ γίνεται μια αστεία αντιστροφή: Ο βέρος βρετανός - μη ξεχνάτε ότι η βρετανική κουζίνα φημίζεται ως μία από τις χειρότερες του πλανήτη - κυριολεκτικά υποφέρει από τη γκουρμέ γαλλική μαγειρική της συζύγου του). Και βέβαια υπάρχουν και οι σκηνοθετικές εμπνεύσεις, όπως ο φόνος που γίνεται εκτός κάδρου, ενώ δείχνονται απλώς οι περαστικοί στο δρόμο και η αδιαφορία τους για όσα συμβαίνουν έναν μόλις όροφο πιο πάνω.
Γενικά πρόκειται για ένα μάλλον φιλμικό αξιοπερίεργο στην καριέρα του Χίτσκοκ. Αντιπαθητικό σε πρώτη θέαση, με κάποιες κρυμμένες όμως εκπλήξεις. Σίγουρα ξένισε στην εποχή του.
Τετάρτη, Ιανουαρίου 13, 2016
"Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ"... ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΑΚΡΙΒΩΣ
"Ο Μικρός Πρίγκηπας" είναι βέβαια το περίφημο και δημοφιλέστατο έργο του Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί. Από το κλασικό αυτό βιβλίο ορμώμενος, ο Mark Osborne (του "Kung-Fu Panda") φτιάχνει το 2015 το ομώνυμο animation σε μια γαλλική παραγωγή, χρησιμοποιώντας διαφορετικές τεχνικές και προσθέτοντας (οι σεναριογράφοι, όχι αυτός) μια σύγχρονη (και δυστοπική) διάσταση στο σενάριο.
Στη σημερινή εποχή ένα κοριτσάκι ζει με τη μητέρα του σε γκρίζο, μοντέρνο σπίτι και διαβάζει μανιωδώς για να περάσει στο καλύτερο κολέγιο. Τα πάντα είναι απόλυτα προγραμματισμένα από τη μανιακή με την τάξη και τον προγραμματισμό business woman μητέρα. Στο δίπλα παλιό - και πολύχρωμο - σπίτι όμως μένει γέρος πρώην αεροπόρος, που προσπαθεί να φτιάξει το αρχαίο αεροπλάνο του, που βρίσκεται παροπλισμένο στον κήπο του. Το κοριτσάκι θα γίνει φίλη του και εκείνος θα αρχίσει να της διηγείται τη συνάντησή του, όταν ήταν νέος, με τον Μικρό Πρίγκηπα στην έρημο. Τα κομμάτια της διήγησης είναι απόλυτα πιστά στο διάσημο βιβλίο. Συμβαίνουν όμως και πολλά άλλα στον σύγχρονο κόσμο...
Η ταινία συνδυάζει δύο τεχνικές: Το κλασικό σύγχρονο ψηφιακό animation (αυτό που ξέρουμε από την Pixar και τη Disney) και το stop motion με φιγούρες φτιαγμένες από πηλό και χαρτί, όταν παρακολουθούμε την αυθεντική ιστορία του "Μικρού Πρίγκηπα". ΄Έτσι το φιλμ αποκτά ποικιλία και ιδιαίτερο εικαστικό ενδιαφέρον. Κατά τα άλλα η φιλοσοφία του είναι σαφής: Από τη μία η πολύχρωμη φαντασία, η περιπέτεια, το παιχνίδι, η ανθρώπινη επαφή και η φιλία, η κυριαρχία των συναισθημάτων, από τη άλλη η γκρίζα πραγματικότητα, η ρουτίνα και η ασφάλεια, η διαρκής μελέτη, η μοναξιά, η κυριαρχία της ψυχρής και υπολογιστικής λογικής. Και, φυσικά, η έλξη που ασκούν οι πρώτες καταστάσεις στη μικρή ηρωίδα. Προβλέψιμο λοιπόν, ίσως και κάπως απλοϊκό ιδεολογικά, παρακολουθείται όμως ευχάριστα και από μεγάλους, τόσο για το εικαστικό μέρος, όσο και για τη δράση, το σασπένς και τη δυστοπική φαντασία σε στιλ "Μετρόπολις" με την οποία έχουν μπολιάσει το γκρίζο παρόν οι δημιουργοί. Βλέπετε, κάπου στο παρόν θα συναντήσουμε ακόμα και έναν αλλοτριωμένο έφηβο Μικρό Πρίγκηπα....
Στη σημερινή εποχή ένα κοριτσάκι ζει με τη μητέρα του σε γκρίζο, μοντέρνο σπίτι και διαβάζει μανιωδώς για να περάσει στο καλύτερο κολέγιο. Τα πάντα είναι απόλυτα προγραμματισμένα από τη μανιακή με την τάξη και τον προγραμματισμό business woman μητέρα. Στο δίπλα παλιό - και πολύχρωμο - σπίτι όμως μένει γέρος πρώην αεροπόρος, που προσπαθεί να φτιάξει το αρχαίο αεροπλάνο του, που βρίσκεται παροπλισμένο στον κήπο του. Το κοριτσάκι θα γίνει φίλη του και εκείνος θα αρχίσει να της διηγείται τη συνάντησή του, όταν ήταν νέος, με τον Μικρό Πρίγκηπα στην έρημο. Τα κομμάτια της διήγησης είναι απόλυτα πιστά στο διάσημο βιβλίο. Συμβαίνουν όμως και πολλά άλλα στον σύγχρονο κόσμο...
Η ταινία συνδυάζει δύο τεχνικές: Το κλασικό σύγχρονο ψηφιακό animation (αυτό που ξέρουμε από την Pixar και τη Disney) και το stop motion με φιγούρες φτιαγμένες από πηλό και χαρτί, όταν παρακολουθούμε την αυθεντική ιστορία του "Μικρού Πρίγκηπα". ΄Έτσι το φιλμ αποκτά ποικιλία και ιδιαίτερο εικαστικό ενδιαφέρον. Κατά τα άλλα η φιλοσοφία του είναι σαφής: Από τη μία η πολύχρωμη φαντασία, η περιπέτεια, το παιχνίδι, η ανθρώπινη επαφή και η φιλία, η κυριαρχία των συναισθημάτων, από τη άλλη η γκρίζα πραγματικότητα, η ρουτίνα και η ασφάλεια, η διαρκής μελέτη, η μοναξιά, η κυριαρχία της ψυχρής και υπολογιστικής λογικής. Και, φυσικά, η έλξη που ασκούν οι πρώτες καταστάσεις στη μικρή ηρωίδα. Προβλέψιμο λοιπόν, ίσως και κάπως απλοϊκό ιδεολογικά, παρακολουθείται όμως ευχάριστα και από μεγάλους, τόσο για το εικαστικό μέρος, όσο και για τη δράση, το σασπένς και τη δυστοπική φαντασία σε στιλ "Μετρόπολις" με την οποία έχουν μπολιάσει το γκρίζο παρόν οι δημιουργοί. Βλέπετε, κάπου στο παρόν θα συναντήσουμε ακόμα και έναν αλλοτριωμένο έφηβο Μικρό Πρίγκηπα....
Κυριακή, Ιανουαρίου 10, 2016
"DEEP RISING"... ΚΙ ΟΠΟΙΟΣ ΑΝΤΕΞΕΙ
Τυπικό b-movie της δεκαετίας του 90, λίγο τρόμος, πολύ περιπέτεια και δράση, λίγο χιούμορ, το "Deep Rising" ("Κρουαζιέρα Χωρίς Επιστροφή" στην Ελλάδα) γυρίστηκε το 1998 από τον εξιδικευμένο στο είδος Stephan Sommers (δικιές του, για να καταλάβετε το ποιόν του σκηνοθέτη, ήταν και οι δύο "Μούμιες").
Ένας σκληροτράχηλος καπετάνιος με δικό του μικρό σκάφος προσλαμβάνεται από ομάδα άγριων και άξεστων κομάντος για να τους μεταφέρει σε άγνωστο προορισμό. Κάπου στα ανοιχτά, "σε ένα σημείο όπου συχνά εξαφανίζονται πλοία", όπως χαρακτηριστικά μας ανακοινώνεται από την αρχή, συναντούν ένα πελώριο, πολυτελέστατο κρουαζιερόπλοιο. Τότε ο καπετάνιος μας συνειδητοποιέι ότι εκεί ακριβώς σκόπευαν να πάνε οι πελάτες του. Όταν όμως ανεβαίνουν, το πλοίο είναι έρημο - ή μάλλον κάπου υπάρχουν φριχτά ανθρώπινα υπολείμματα....
Συνδυασμός, όπως είπαμε, ταινίας τρόμου με γιγάντια, εφιαλτικά υποβρύχια τέρατα, με δόσεις σπλάτερ, άφθονης δράσης και σχετικού χιούμορ, η ταινία είναι πλημμυρισμένη από άπειρα κλισέ όλων αυτών των ειδών: Η cool σούπερ - γκόμενα, ο πολύ κακός "κακός" (δεν σας λέω ποιος είναι, γιατί αποκαλύπτεται κάπου στα μισά), τα τέρατα που αναδύονται αδηφάγα, οι "καλοί" πρωταγωνιστές που είναι απέθαντοι ό,τι κι αν συμβεί, ενώ γύρω τους οι εκατόμβες θυμάτων συσσωρεύονται (ξέρετε τώρα, πάντα οι κακοί την πατάνε) και πάμπολλα άλλα τέτοια, συνθέτουν ένα φιλμ που προορίζεται για καθαρή διασκέδαση, δίχως ούτε στιγμή να πρέπει κανείς να το πάρει στα σοβαρά. Τι να πάρετε στα σοβαρά άλλωστε; Μήπως την ψυχολογία των ηρώων, που ανταλάσουν αστειάκια ή cool ατάκες όταν γύρω τους γίνεται χαμός και το αίμα ρέει άφθονο; Ή μήπως το γεγονός ότι, ενώ τα τέρατα καταβροχθίζουν τους πάντες σε χρόνο dt, όταν πρόκειται για βασικό χαρακτήρα το τσιμπούσι γίνεται απιστευτα αργά, είτε για να δείξουμε τον κακό που υποφέρει είτε, τελικά, για να τη γλυτώσει ο καλός;
Τέλος πάντων, για μια χαζή βραδιά με παρέα, πίτσες και όλα τα σχετικά προσφέρεται. Ίσως έτσι κάποιοι το διασκεδάσουν. Ξαναλέω όμως: Μην το πάρετε ούτε στιγμή στα σοβαρά.
Ένας σκληροτράχηλος καπετάνιος με δικό του μικρό σκάφος προσλαμβάνεται από ομάδα άγριων και άξεστων κομάντος για να τους μεταφέρει σε άγνωστο προορισμό. Κάπου στα ανοιχτά, "σε ένα σημείο όπου συχνά εξαφανίζονται πλοία", όπως χαρακτηριστικά μας ανακοινώνεται από την αρχή, συναντούν ένα πελώριο, πολυτελέστατο κρουαζιερόπλοιο. Τότε ο καπετάνιος μας συνειδητοποιέι ότι εκεί ακριβώς σκόπευαν να πάνε οι πελάτες του. Όταν όμως ανεβαίνουν, το πλοίο είναι έρημο - ή μάλλον κάπου υπάρχουν φριχτά ανθρώπινα υπολείμματα....
Συνδυασμός, όπως είπαμε, ταινίας τρόμου με γιγάντια, εφιαλτικά υποβρύχια τέρατα, με δόσεις σπλάτερ, άφθονης δράσης και σχετικού χιούμορ, η ταινία είναι πλημμυρισμένη από άπειρα κλισέ όλων αυτών των ειδών: Η cool σούπερ - γκόμενα, ο πολύ κακός "κακός" (δεν σας λέω ποιος είναι, γιατί αποκαλύπτεται κάπου στα μισά), τα τέρατα που αναδύονται αδηφάγα, οι "καλοί" πρωταγωνιστές που είναι απέθαντοι ό,τι κι αν συμβεί, ενώ γύρω τους οι εκατόμβες θυμάτων συσσωρεύονται (ξέρετε τώρα, πάντα οι κακοί την πατάνε) και πάμπολλα άλλα τέτοια, συνθέτουν ένα φιλμ που προορίζεται για καθαρή διασκέδαση, δίχως ούτε στιγμή να πρέπει κανείς να το πάρει στα σοβαρά. Τι να πάρετε στα σοβαρά άλλωστε; Μήπως την ψυχολογία των ηρώων, που ανταλάσουν αστειάκια ή cool ατάκες όταν γύρω τους γίνεται χαμός και το αίμα ρέει άφθονο; Ή μήπως το γεγονός ότι, ενώ τα τέρατα καταβροχθίζουν τους πάντες σε χρόνο dt, όταν πρόκειται για βασικό χαρακτήρα το τσιμπούσι γίνεται απιστευτα αργά, είτε για να δείξουμε τον κακό που υποφέρει είτε, τελικά, για να τη γλυτώσει ο καλός;
Τέλος πάντων, για μια χαζή βραδιά με παρέα, πίτσες και όλα τα σχετικά προσφέρεται. Ίσως έτσι κάποιοι το διασκεδάσουν. Ξαναλέω όμως: Μην το πάρετε ούτε στιγμή στα σοβαρά.
Σάββατο, Ιανουαρίου 09, 2016
ΕΡΧΟΝΤΑΙ, ΤΑΧΑ, ΟΙ ΡΩΣΟΙ;
Είναι πάμπολλες οι ταινίες που γυρίστηκαν κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και αντανακλούν τόσο τον (συνήθως υστερικό) φόβο των αμερικάνων για τους "κόκκινους" όσο και τον (λογικό) φόβο των πάντων για έναν εφιαλτικό τρίτο παγκόσμιο, ο οποίος ουσιαστικά θα τελείωνε την ανθ1966), ρωπότητα. Η αντιμετώπιση του θέματος είναι ποικίλη. Υπάρχουν από κυριολεκτικά κατάμαυρες ταινίες έως κωμωδίες. Στην τελευταία κατηγορία εξέχουσα θέση κατέχει το φιλμ του Norman Jewison "Έρχονται οι Ρώσοι" του 1966. Ο κανονικός τίτλος μάλιστα, για να τονίσει την υστερία που λέγαμε, είναι "The Russians are coming! The Russians are coming!".
Ένα ρωσικό υποβρύχιο που κάνει περιπολίες ρουτίνας κοντά στις ΗΠΑ, από λάθος του κυβερνήτη του προσαράζει σε ακτή μικρού και απομονωμένου αμερικάνικου νησιού. Μια ομάδα σοβιετικών ναυτών αποβιβάζεται κοντά σε απομονωμένο σπίτι για να ζητήσει βοήθεια να ρυμουλκηθεί στα ανοιχτά το υποβρύχιο. Δεν θα μείνει όμως απαρατήρητη. Σιγά - σιγά το συνταρακτικό νέο ("οι Ρώσοι έκαναν απόβαση!") διαδίδεται, άλλοτε σαν φήμη που διογκώνεται ανεξέλεγκτα, άλλοτε βασισμένη σε κάποια γεγονότα που παρεξηγούνται. Η ήσυχη, ειρηνική, κλειστή κοινωνία της μικρής πόλης (μάλλον της μοναδικής του νησιού) ξαφνικά μετατρέπεται σε μια μάζα ανθρώπων (ένα όχλο στην ουσία) αποφασισμένων να "υπερασπίσουν την πατρίδα μέχρι τέλους", με συναισθήματα που κυμαίνονται από τηνκαθαρή υστερία και τον πανικό έως τον φιλοπόλεμο ηρωισμό, σε κάθε περίπτωση όμως πολύ μακριά από την απλούστατη, κοινή λογική. Η κατάσταση θα φτάσει σύντομα στα όρια της αληθινής ολέθριας σύρραξης.
Όλα αυτά δίνονται με ξεκαρδιστικό συχνά τρόπο. Η αμερικάνικη παράνοια απέναντι στον "σοβιετικό κίνδυνο" σκιτσάρεται με σπαρταριστή δεξιοτεχνία, η αδεξιότητα των σοβιετικών - και η έκθαμβη περιέργειά τους απέναντι στον "αμερικάνικο τρόπο ζωής" - επίσης. Τονίζοντας την φιλοπολεμική ηλιθιότητα και την παντελή έλλειψη κατανόησης για τον "άλλο", τον "εχθρό", ένα γελοίο και τυχαίο ουσιαστικά γεγονός κινδυνεύει να τινάξει τα πάντα στον αέρα. Ο Jewison σαρκάζει και καυτηριάζει ανελέητα την ψυχροπολεμική υστερία, δείχνει πώς μια καθημερινή, ήσυχη κοινότητα μπορεί από τη μιαστιγμή στην άλλη να μετατραπεί σε ανεξέλεγκτο όχλο και, κάνοντας ένα βήμα παραπάνω και εναρμονιζόμενος με την περιρέουσα στις ΗΠΑ ατμόσφαιρα της εποχής (αμφισβήτηση, χίπις, αντιπολεμικικό κλίμα από τους νέους κυρίως) προχωρά σε απόλυτα φιλειρηνικά μηνύματα, φτάνοντας τελικά να πει (πράγμα τολμηρό για τότε) ότι τελικά "δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα από τους ρώσους, οι οποίοι είναι άνθρωποι ακριβώς σαν κι εμάς, και μπορούμε κάλλιστα να συνυπάρξουμε ειρηνικά μαζί τους".
Στο μεταξύ - και πέραν των όποιων αναλύσεων - θα απολαύσετε μια σπαρταριστή σάτιρα, με τον Άλαν Άρκιν στο ρόλο του ρώσου ναύτη να κλέβει την παράσαση. Ένα από τα καλύτερα, κατά τη γνώμη μου, δείγματα κωμωδίας των μακρυνών (κυρίως ιδεολογικά εννοώ) 60ς.
Ένα ρωσικό υποβρύχιο που κάνει περιπολίες ρουτίνας κοντά στις ΗΠΑ, από λάθος του κυβερνήτη του προσαράζει σε ακτή μικρού και απομονωμένου αμερικάνικου νησιού. Μια ομάδα σοβιετικών ναυτών αποβιβάζεται κοντά σε απομονωμένο σπίτι για να ζητήσει βοήθεια να ρυμουλκηθεί στα ανοιχτά το υποβρύχιο. Δεν θα μείνει όμως απαρατήρητη. Σιγά - σιγά το συνταρακτικό νέο ("οι Ρώσοι έκαναν απόβαση!") διαδίδεται, άλλοτε σαν φήμη που διογκώνεται ανεξέλεγκτα, άλλοτε βασισμένη σε κάποια γεγονότα που παρεξηγούνται. Η ήσυχη, ειρηνική, κλειστή κοινωνία της μικρής πόλης (μάλλον της μοναδικής του νησιού) ξαφνικά μετατρέπεται σε μια μάζα ανθρώπων (ένα όχλο στην ουσία) αποφασισμένων να "υπερασπίσουν την πατρίδα μέχρι τέλους", με συναισθήματα που κυμαίνονται από τηνκαθαρή υστερία και τον πανικό έως τον φιλοπόλεμο ηρωισμό, σε κάθε περίπτωση όμως πολύ μακριά από την απλούστατη, κοινή λογική. Η κατάσταση θα φτάσει σύντομα στα όρια της αληθινής ολέθριας σύρραξης.
Όλα αυτά δίνονται με ξεκαρδιστικό συχνά τρόπο. Η αμερικάνικη παράνοια απέναντι στον "σοβιετικό κίνδυνο" σκιτσάρεται με σπαρταριστή δεξιοτεχνία, η αδεξιότητα των σοβιετικών - και η έκθαμβη περιέργειά τους απέναντι στον "αμερικάνικο τρόπο ζωής" - επίσης. Τονίζοντας την φιλοπολεμική ηλιθιότητα και την παντελή έλλειψη κατανόησης για τον "άλλο", τον "εχθρό", ένα γελοίο και τυχαίο ουσιαστικά γεγονός κινδυνεύει να τινάξει τα πάντα στον αέρα. Ο Jewison σαρκάζει και καυτηριάζει ανελέητα την ψυχροπολεμική υστερία, δείχνει πώς μια καθημερινή, ήσυχη κοινότητα μπορεί από τη μιαστιγμή στην άλλη να μετατραπεί σε ανεξέλεγκτο όχλο και, κάνοντας ένα βήμα παραπάνω και εναρμονιζόμενος με την περιρέουσα στις ΗΠΑ ατμόσφαιρα της εποχής (αμφισβήτηση, χίπις, αντιπολεμικικό κλίμα από τους νέους κυρίως) προχωρά σε απόλυτα φιλειρηνικά μηνύματα, φτάνοντας τελικά να πει (πράγμα τολμηρό για τότε) ότι τελικά "δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα από τους ρώσους, οι οποίοι είναι άνθρωποι ακριβώς σαν κι εμάς, και μπορούμε κάλλιστα να συνυπάρξουμε ειρηνικά μαζί τους".
Στο μεταξύ - και πέραν των όποιων αναλύσεων - θα απολαύσετε μια σπαρταριστή σάτιρα, με τον Άλαν Άρκιν στο ρόλο του ρώσου ναύτη να κλέβει την παράσαση. Ένα από τα καλύτερα, κατά τη γνώμη μου, δείγματα κωμωδίας των μακρυνών (κυρίως ιδεολογικά εννοώ) 60ς.
Παρασκευή, Ιανουαρίου 08, 2016
"FLAWLESS": ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ, ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΙΓΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Ο βρετανός Mike Radford, αν και όχι ιδιάιτερα παραγωγικός, έχει γυρίσει αρκετά καλές ταινίες. Το 2007 κάνει το "Flawless", με τον εξαιρετικό Μάικλ Κέιν και τη Ντέμι Μουρ, μια ταινία που στο επίκεντρό της βρίσκεται μια ληστεία διαμαντιών, ωστόσο επιφυλάσσει κάποιες ανατροπές όσον αφορά τον σκοπό της ληστείας.
Στο Λονδίνο του 1960 ένα υψηλό στέλεχος της μεγαλύτερης εταιρίας διαμαντιών, από τις ελάχιστες γυναίκες που κατέχουν τέτοια θέση την εποχή αυτή, άψογη και ατσαλάκωτη, εργατική, αυστηρή, αλλά και μοναχική, πείθεται από ένα ηλικιωμένο καθαριστή του τεράστιου κτιρίου της εταιρίας να βοηθήσει σε μια παράτολμη ληστεία - τι άλλο;- διαμαντιών, όταν ο τελευταίος της αποδεικνύει ότι μεθοδεύεται η απόλυσή της. Τα αποτελέσματα της κομπίνας όμως θα είναι πολύ διαφορετικά απ' αυτά που περίμενε η ίδια και από αυτά που είχαν συμφωνηθεί.
Η ταινία διαθέτει απόλυτα πειστική (και μουντή) ατμόσφαιρα Λονδίνου του '60 και ξετυλίγει αργά την ιστορία και την πλεκτάνη της. Δεν υπάρχουν καταιγιστικές σκηνές δράσης (αν περιμένατε κάτι τέτοιο), ούτε σούπερ κόλπα με τύπους που κρέμονται ανάποδα και περνάνε ως αιλουροειδή ανάμεσα σε λέιζερ. Το χτίσιμο της ατμόσφαιρας, η ανάπτυξη των χαρακτήρων και η σταδιακή αποκάλυψη κρυμένων μυστικών είναι τα κύρια μελήματά της. Γι' αυτό και μου άρεσε περισσότερο από τις ταινίες δράσης που κατακλύζουν τις οθόνες και τις ξεχνάς μόλις βγείς από την αίθουσα. Άλλωστε ο Radford είναι μάλλον πολιτικοποιημένος σκηνοθέτης (θυμηθείτε και το δικό του "1984"). Αυτό φαίνεται από την πρώτη κιόλας σκηνή, ωστόσο το φιλμ σταδιακά αποκτά περισσότερη πολιτική χροιά. Στο στόχαστρο βρίσκεται, εκτός από την Εταιρία Διαμαντιών, που βασίζει τα αμύθητα πλούτη της στον ιδρώτα και το αίμα χιλιάδων τριτοκοσμικών, εξαθλιωμένων εργατών, και οι απάνθρωπες γιγάντιες ασφαλιστικές εταιρίες, που θα κάνουν τα πάντα για να κερδίσουν - ή έστω για να πληρώσουν όσο το δυνατόν λιγότερα. Οπότε ο ενδικαπιταλιστικός αλληλοσπαραγμός προς το τέλος, προσωπικά μου φάνηκε απολαυστικός. Άλλωστε και το τέλος είναι πολιτικό.
Δίχως να είναι κανένα αριστούργημα, η μάλλον χαμηλότονη αυτή ταινία μπορώ να πω ότι με κέρδισε. Ή τουλάχιστον την είδα με αρκετό ενδιαφέρον.
Στο Λονδίνο του 1960 ένα υψηλό στέλεχος της μεγαλύτερης εταιρίας διαμαντιών, από τις ελάχιστες γυναίκες που κατέχουν τέτοια θέση την εποχή αυτή, άψογη και ατσαλάκωτη, εργατική, αυστηρή, αλλά και μοναχική, πείθεται από ένα ηλικιωμένο καθαριστή του τεράστιου κτιρίου της εταιρίας να βοηθήσει σε μια παράτολμη ληστεία - τι άλλο;- διαμαντιών, όταν ο τελευταίος της αποδεικνύει ότι μεθοδεύεται η απόλυσή της. Τα αποτελέσματα της κομπίνας όμως θα είναι πολύ διαφορετικά απ' αυτά που περίμενε η ίδια και από αυτά που είχαν συμφωνηθεί.
Η ταινία διαθέτει απόλυτα πειστική (και μουντή) ατμόσφαιρα Λονδίνου του '60 και ξετυλίγει αργά την ιστορία και την πλεκτάνη της. Δεν υπάρχουν καταιγιστικές σκηνές δράσης (αν περιμένατε κάτι τέτοιο), ούτε σούπερ κόλπα με τύπους που κρέμονται ανάποδα και περνάνε ως αιλουροειδή ανάμεσα σε λέιζερ. Το χτίσιμο της ατμόσφαιρας, η ανάπτυξη των χαρακτήρων και η σταδιακή αποκάλυψη κρυμένων μυστικών είναι τα κύρια μελήματά της. Γι' αυτό και μου άρεσε περισσότερο από τις ταινίες δράσης που κατακλύζουν τις οθόνες και τις ξεχνάς μόλις βγείς από την αίθουσα. Άλλωστε ο Radford είναι μάλλον πολιτικοποιημένος σκηνοθέτης (θυμηθείτε και το δικό του "1984"). Αυτό φαίνεται από την πρώτη κιόλας σκηνή, ωστόσο το φιλμ σταδιακά αποκτά περισσότερη πολιτική χροιά. Στο στόχαστρο βρίσκεται, εκτός από την Εταιρία Διαμαντιών, που βασίζει τα αμύθητα πλούτη της στον ιδρώτα και το αίμα χιλιάδων τριτοκοσμικών, εξαθλιωμένων εργατών, και οι απάνθρωπες γιγάντιες ασφαλιστικές εταιρίες, που θα κάνουν τα πάντα για να κερδίσουν - ή έστω για να πληρώσουν όσο το δυνατόν λιγότερα. Οπότε ο ενδικαπιταλιστικός αλληλοσπαραγμός προς το τέλος, προσωπικά μου φάνηκε απολαυστικός. Άλλωστε και το τέλος είναι πολιτικό.
Δίχως να είναι κανένα αριστούργημα, η μάλλον χαμηλότονη αυτή ταινία μπορώ να πω ότι με κέρδισε. Ή τουλάχιστον την είδα με αρκετό ενδιαφέρον.
Τετάρτη, Ιανουαρίου 06, 2016
"ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ" ΣΕ ΒΑΘΕΙΑ ΚΡΙΣΗ
Ε, λοιπόν, τελικά ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης είναι σχετικά καλός σκηνοθέτης (και σεναριογράφος και πρωταγωνιστής). Η ταινία του "Ένας Άλλος Κόσμος" του 2015 το αποδεικνυει. Όχι, δεν πρόκειται για κανένα αριστούργημα, ούτε όμως είναι για πέταμα (κάθε άλλο) και, οπωσδήποτε, στέκει σε υψηλότερο επίπεδο από τις κακές συνήθως εμπορικές ελληνικές παραγωγές (κωμωδίες και ριμέικ παλιότερων κωμωδιών).
Η σπονδυλωτή αυτή ταινία καταπιάνεται με τρεις διαφορετικές ερωτικές ιστορίες ανάμεσα σε ανθρώπους τριών διαφορετικών γενιών, το κοινό σημείο των οποίων είναι ότι οι τρεις έλληνες ερωτεύονται ξένους: Μια 20άχρονη φοιτήτρια έναν σύριο πρόσφυγα, ένας ουσιαστικά χωρισμένος 40άρης μια γιάπισα σουηδέζα που έρχεται στην Ελλάδα για να "ξεκαθαρίσει" την επιχείρηση στην οποία δουλεύει και μια 60άρα συνηθισμένη νοικοκυρά, παγιδευμένη σε έναν τελματωμένο γάμο, έναν γερμανό μάλλον διανοούμενο που ζει στην Αθήνα. Στο τέλος οι ιστορίες θα δέσουν με απροσδόκητο τρόπο. Το φόντο, αμείλικτο, και των τριών ιστοριών, είναι η βαθειά ελληνική κρίση, οικονομική άλλα και ηθική, η κατάρρευση της ζωής όπως την ξέραμε. Φασιστικές και ρατσιστικές συμμορίες που χτυπούν αλύπητα ξένους, κλείσιμο μικρών επιχειρήσεων, στυγνές απολύσεις από μεγάλες επιχειρήσεις, ανέχεια, συνθέτουν ένα καθόλου ευχάριστο background.
Να λοιπόν που ο Παπακαλιάτης γίνεται (και) πολιτικός και εμπνέεται άμεσα από τα σύγχρονα δυσβάστακτα προβλήματα και υιοθετεί μια σαφώς αντιρατσιστική θέση σε όλα τα επίπεδα. Πάνω απ' όλα βέβαια υπάρχει ο έρωτας, και μάλιστα ο "αταίριαστος" έρωτας, ο έρωτας με ξένους, ένα κόκκινο πανί για πολλούς μισσαλόδοξους σήμερα.. Προς τιμήν του κάποιες ιστορίες έχουν αίσιο τέλος και κάποιες όχι. Η κοινωνική ματιά πάντως υπάρχει πάντα. Για όλα αυτά μπορούμε να πούμε ότι ο δημιουργός τολμά. Όλα βέβαια βασίζονται σε μια τερατώδη σύμπτωση (δεν μπορώ να σας αποκαλύψω ποια), αλλά αυτή είναι τόσο εξώφθαλμη, ώστε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι χρησιμοποιείται συνειδητά. Ο σκηνοθέτης δεν νοιάζεται γι΄αυτή, τη "μεταχειρίζεται" συμβολικά και ενδιαφέρεται περισσότερο για όσα έχει να πει.
Κατά τα άλλα το φιλμ είναι "λουστραρισμέο" όσον αφορά τις εικόνες, που συχνά γίνονται καρτποσταλικές (η Πλάκα είναι πανταχού παρούσα), οι σινεφίλ αναφορές δεν λείπουν (η "Μετρόπολις" που προβάλλεται σε θερινό σινεμά και παραλληλίζεται με την παρούσα κατάσταση κλπ.), οι ερμηνείες είναι καλές... Ναι, εμπορικό σινεμά, αλλά ευπρόσωπο και συμπαθητικό. Μακάρι να ήταν έτσι οι σύγχρονες εμπορικές ελληνικές ταινίες.
Η σπονδυλωτή αυτή ταινία καταπιάνεται με τρεις διαφορετικές ερωτικές ιστορίες ανάμεσα σε ανθρώπους τριών διαφορετικών γενιών, το κοινό σημείο των οποίων είναι ότι οι τρεις έλληνες ερωτεύονται ξένους: Μια 20άχρονη φοιτήτρια έναν σύριο πρόσφυγα, ένας ουσιαστικά χωρισμένος 40άρης μια γιάπισα σουηδέζα που έρχεται στην Ελλάδα για να "ξεκαθαρίσει" την επιχείρηση στην οποία δουλεύει και μια 60άρα συνηθισμένη νοικοκυρά, παγιδευμένη σε έναν τελματωμένο γάμο, έναν γερμανό μάλλον διανοούμενο που ζει στην Αθήνα. Στο τέλος οι ιστορίες θα δέσουν με απροσδόκητο τρόπο. Το φόντο, αμείλικτο, και των τριών ιστοριών, είναι η βαθειά ελληνική κρίση, οικονομική άλλα και ηθική, η κατάρρευση της ζωής όπως την ξέραμε. Φασιστικές και ρατσιστικές συμμορίες που χτυπούν αλύπητα ξένους, κλείσιμο μικρών επιχειρήσεων, στυγνές απολύσεις από μεγάλες επιχειρήσεις, ανέχεια, συνθέτουν ένα καθόλου ευχάριστο background.
Να λοιπόν που ο Παπακαλιάτης γίνεται (και) πολιτικός και εμπνέεται άμεσα από τα σύγχρονα δυσβάστακτα προβλήματα και υιοθετεί μια σαφώς αντιρατσιστική θέση σε όλα τα επίπεδα. Πάνω απ' όλα βέβαια υπάρχει ο έρωτας, και μάλιστα ο "αταίριαστος" έρωτας, ο έρωτας με ξένους, ένα κόκκινο πανί για πολλούς μισσαλόδοξους σήμερα.. Προς τιμήν του κάποιες ιστορίες έχουν αίσιο τέλος και κάποιες όχι. Η κοινωνική ματιά πάντως υπάρχει πάντα. Για όλα αυτά μπορούμε να πούμε ότι ο δημιουργός τολμά. Όλα βέβαια βασίζονται σε μια τερατώδη σύμπτωση (δεν μπορώ να σας αποκαλύψω ποια), αλλά αυτή είναι τόσο εξώφθαλμη, ώστε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι χρησιμοποιείται συνειδητά. Ο σκηνοθέτης δεν νοιάζεται γι΄αυτή, τη "μεταχειρίζεται" συμβολικά και ενδιαφέρεται περισσότερο για όσα έχει να πει.
Κατά τα άλλα το φιλμ είναι "λουστραρισμέο" όσον αφορά τις εικόνες, που συχνά γίνονται καρτποσταλικές (η Πλάκα είναι πανταχού παρούσα), οι σινεφίλ αναφορές δεν λείπουν (η "Μετρόπολις" που προβάλλεται σε θερινό σινεμά και παραλληλίζεται με την παρούσα κατάσταση κλπ.), οι ερμηνείες είναι καλές... Ναι, εμπορικό σινεμά, αλλά ευπρόσωπο και συμπαθητικό. Μακάρι να ήταν έτσι οι σύγχρονες εμπορικές ελληνικές ταινίες.
Τρίτη, Ιανουαρίου 05, 2016
ΟΙ ΚΑΘΕ ΑΛΛΟ ΠΑΡΑ "ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΚΕΛΥ"
Το "Kelly's Heroes" ("Ήρωες με Βρώμικα Χέρια" στην Ελλάδα) γυρίζεται από τον BrianHutton (1935-2014) το 1970, την ίδια χρονιά δηλαδή που γυρίζεται και το "M.A.S.H." του Όλτμαν. Καθόλου τυχαίο. Ταινίες σαν αυτές δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν αν δεν είχε προηγηθεί (το πνεύμα της συνεχιζόταν ουσιαστικά) η δεκαετία του 60, κατά την οποία αμφισβητήθηκαν τα πάντα. Και πρώτα απ' όλα ο πόλεμος και οι κάθε λογής στρατιωτικές "αρετές".
Κάπου στη Γαλλία, ενώ μαίνονται οι μάχες του Β' παγκόσμιου πόλεμου, ένας αμερικανός στρατιώτης μαθαίνει ότι στην τράπεζα μικρής πόλης (η οποία όμως βρίσκεται πίσω από τις γερμανικές γραμμές, άρα υπό τον έλεγχο των ναζί), βρίσκεται κρυμένος ολόκληρος θησαυρός εκατομμυρίων σε ράβδους χρυσού. Αμέσως καταστρώνει ένα παράτολμο σχέδιο, το εκμυστηρεύεται σε έμπιστους άνδρες της μονάδας του και όλοι μαζί ξεκινούν ολόκληρες μάχες και εικονικά σχέδια επίθεσης μόνο και μόνο για να βρεθούν στην εν λόγω πόλη. Όσο όμως οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονται, τόσο περισσότεροι αμερικάνοι στρατιώτες μαθαίνουν τι ακριβώς παίζεται - και φυσικά όλο και περισσότεροι προθυμοποιούνται να μπουν στο κόλπο.
Από τις χαρακτηριστικότερες πολεμικές ταινίες, διαφέρει ριζικά από άλλες του είδους χάρη στο σαρδόνιο χιούμορ της και την απόλυτα μηδενιστική και αντιηρωική της αντίληψη. Σε μια πλήρη αντιστροφή των μέχρι τότε ισχυουσών αξιών (στα φιλμ εννοώ), όλοι ανεξαιρέτως οι χαρακτήρες έχουν γραμμένη εκεί που φαντάζεστε κάθε μορφή ηρωισμού, δόξας, πατρίδας και άλλων τέτοιων και νοιάζονται μόνο για το χρήμα. Μόνο γι' αυτό άλλωστε είναι διατεθειμένοι να ρισκάρουν τη ζωή τους και όχι για οποιαδήποτε "αξία". Και όπως αποδεικνύεται προς το τέλος, και οι γερμανοί δεν είναι πολύ διαφορετικοί...
Απόλυτα κυνικό στη λογική του φιλμ, με δυνατό καστ (Κλιντ Ίστγουντ, Τέλι Σαβάλας, Ντόναλντ Σάντερλαντ) ικανοποιεί τόσο τους φίλους των πολεμικών ταινιών όσο και αυτούς της κωμωδίας, και, μεταξύ άλλων, παρωδεί και κινηματογραφικά είδη όπως το σπαγγέτι γουέστερν σε μια απολαυστική σκηνή προς το τέλος. Στο μεταξύ, αποδεικνύοντας τις σατιρικές του προθέσεις παρά την άψογη πολεμική δομή, διαθέτει και τον εκπληκτικά (και συνειδητά φυσικά) αναχρονιστικό χαρακτήρα του Σάντερλαντ (όλα τα λεφτά), ο οποίος, βγαλμένος κατ' ευθείαν από τα 60ς, θα ήταν αδιανόητο να υπάρχει τον πόλεμο του 40. Η αδιαφορία για κάθε αληθοφάνεια είναι λοιπόν κάτι παραπάνω από σαφής, παρά το ότι τα σχέδια και οι πολεμικές σκηνές είναι απόλυτα μελετημένες.
Όπως καταλάβατε, το απόλαυσα.
Κάπου στη Γαλλία, ενώ μαίνονται οι μάχες του Β' παγκόσμιου πόλεμου, ένας αμερικανός στρατιώτης μαθαίνει ότι στην τράπεζα μικρής πόλης (η οποία όμως βρίσκεται πίσω από τις γερμανικές γραμμές, άρα υπό τον έλεγχο των ναζί), βρίσκεται κρυμένος ολόκληρος θησαυρός εκατομμυρίων σε ράβδους χρυσού. Αμέσως καταστρώνει ένα παράτολμο σχέδιο, το εκμυστηρεύεται σε έμπιστους άνδρες της μονάδας του και όλοι μαζί ξεκινούν ολόκληρες μάχες και εικονικά σχέδια επίθεσης μόνο και μόνο για να βρεθούν στην εν λόγω πόλη. Όσο όμως οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονται, τόσο περισσότεροι αμερικάνοι στρατιώτες μαθαίνουν τι ακριβώς παίζεται - και φυσικά όλο και περισσότεροι προθυμοποιούνται να μπουν στο κόλπο.
Από τις χαρακτηριστικότερες πολεμικές ταινίες, διαφέρει ριζικά από άλλες του είδους χάρη στο σαρδόνιο χιούμορ της και την απόλυτα μηδενιστική και αντιηρωική της αντίληψη. Σε μια πλήρη αντιστροφή των μέχρι τότε ισχυουσών αξιών (στα φιλμ εννοώ), όλοι ανεξαιρέτως οι χαρακτήρες έχουν γραμμένη εκεί που φαντάζεστε κάθε μορφή ηρωισμού, δόξας, πατρίδας και άλλων τέτοιων και νοιάζονται μόνο για το χρήμα. Μόνο γι' αυτό άλλωστε είναι διατεθειμένοι να ρισκάρουν τη ζωή τους και όχι για οποιαδήποτε "αξία". Και όπως αποδεικνύεται προς το τέλος, και οι γερμανοί δεν είναι πολύ διαφορετικοί...
Απόλυτα κυνικό στη λογική του φιλμ, με δυνατό καστ (Κλιντ Ίστγουντ, Τέλι Σαβάλας, Ντόναλντ Σάντερλαντ) ικανοποιεί τόσο τους φίλους των πολεμικών ταινιών όσο και αυτούς της κωμωδίας, και, μεταξύ άλλων, παρωδεί και κινηματογραφικά είδη όπως το σπαγγέτι γουέστερν σε μια απολαυστική σκηνή προς το τέλος. Στο μεταξύ, αποδεικνύοντας τις σατιρικές του προθέσεις παρά την άψογη πολεμική δομή, διαθέτει και τον εκπληκτικά (και συνειδητά φυσικά) αναχρονιστικό χαρακτήρα του Σάντερλαντ (όλα τα λεφτά), ο οποίος, βγαλμένος κατ' ευθείαν από τα 60ς, θα ήταν αδιανόητο να υπάρχει τον πόλεμο του 40. Η αδιαφορία για κάθε αληθοφάνεια είναι λοιπόν κάτι παραπάνω από σαφής, παρά το ότι τα σχέδια και οι πολεμικές σκηνές είναι απόλυτα μελετημένες.
Όπως καταλάβατε, το απόλαυσα.
Δευτέρα, Ιανουαρίου 04, 2016
"Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΣΑΟΥΛ" ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΩΝ
Ας το πούμε από την αρχή: Το Ολοκαύτωμα, η ναζιστική κτηνωδία ενάντια σε εβραίους και διάφορες μειονότητες, παραμένει το μεγαλύτερο εν ψυχρώ έγκλημα του 20ου αιώνα. Τελεία. Από εκεί και πέρα, πολλές φορές έχει γίνει προσπάθεια να αποτυπωθεί η φρίκη στην οθόνη και με πολύ διαφορετικούς τρόπους. Να λοιπόν που το 2015 ένας πρωτοεμφανιζόμενος ούγγρος, ο Laszlo Nemes, γυρίζει τον "Γιο του Σαούλ" και φτιάχνει μια από τις συγκλονιστικότερες (για αρκετούς είναι η συγκλονιστικότερη) καταγραφές του εγκλήματος.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι φυσικά εβραίος και ανήκει σε εκείνες τις ειδικές ομάδες κρατουμένων που έχουν επιλέξει οι ναζί για να βοηθούν στην εκτέλεση των ομοεθνών τους (μεταφορά κρατουμένων στους θαλάμους, μεταφορά των πτωμάτων μετά, πλύσιμο των χώρων, κάψιμο), γι΄αυτό και παραμένει για αρκετό καιρό ζωντανός. Κάποια στιγμή θα αναγνωρίσει (μάλλον) στο πρόσωπο ενός νεκρού παιδιού τον γιό του (;) και θα βάλει μέσα στην κόλαση έναν σκοπό στην άθλια ζωή του: Να το θάψει με το αρμόζον τελετουργικό και όχι να το οδηγήσει στους φούρνους. Για τον, εκ πρώτης όψεως, παράλογο αυτόν σκοπό, θα ρισκάρει τα πάντα - και πρώτα-πρώτα την δική του ζωή.
Αυτή είναι η ιστορία. Το θέμα όμως είναι το πώς δείχνεται όλο αυτό. Ο σκηνοθέτης κρατά διαρκώς την κάμερα πολύ κοντά στον πρωταγωνιστή. Σπάνια υπάρχουν ανοιχτά σε φόντο πλάνα. Όσα εφιαλτικά συμβαίνουν γύρω, στον κοντινό ή μακρινό περίγυρο, δείχνονται συνήθως φλου, καθώς καθαρό παραμένει μόνο το πρόσωπο ή η φιγούρα του Σαούλ. Αντιλαμβάνεσαι τι συμβαίνει, αλλά δεν το βλέπεις καθαρά. Το ακούς όμως, καθώς το φρικιαστικό ηχητικό τοπίο είναι πανταχού παρόν. Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνει, αλλά αυτή η τεχνική με κάποιον τρόπο επιτείνει τη φρίκη και δημιουργεί στο θεατή συγκλονιστική εντύπωση.
Από την άλλη, η εμμονή του Σαούλ θυμίζει την Αντιγόνη της τραγωδίας, με τη δική της εμμονή να θάψει τον νεκρό αδελφό της αψηφώντας το τίμημα. Είναι ενδιαφέρον το στοιχείο ότι κατά πάσα πιθανότητα δεν πρόκειται καν για το γιο του βασικού ήρωα (όλοι γύρω του του επαναλαμβάνουν: "Μα εσύ δεν έχεις γιο"). Η ταύτιση του νεκρού παιδιού με έναν υποθετικό γιο λειτουργεί σαν ύστατη ελπίδα, σαν μοναδικός σκοπός, σαν κάτι απ' όπου πασχίζει να πιαστεί για να αντέξει την καθημερινή κόλαση. Είναι σαν ο Σαούλ να εφευρίσκει την ελπίδα. Είναι σα να εφευρίσκει κάτι που κανείς, ούτε τα ναζιστικά γουρούνια ούτε οποιοσδήποτε άλλος, δεν μπορεί να του το πάρει.
Προειδοποιώ: Η ταινία αντέχεται δύσκολα, κι ας μη δείχνει, όπως είπαμε, τη φρίκη καθεαυτή. Η θεασή της κυριολεκτικά καταρακώνει τον θεατή. Πρόκειται για μια αληθινή κατάβαση στην κόλαση. Γι' αυτό τόνισα από την αρχή ότι πρόκειται για μια από τις συγκλονιστικότερς απόπειρες καταγραφής ενός αδιανόητου εγκλήματος. Δείτε το με δικό σας ρίσκο.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι φυσικά εβραίος και ανήκει σε εκείνες τις ειδικές ομάδες κρατουμένων που έχουν επιλέξει οι ναζί για να βοηθούν στην εκτέλεση των ομοεθνών τους (μεταφορά κρατουμένων στους θαλάμους, μεταφορά των πτωμάτων μετά, πλύσιμο των χώρων, κάψιμο), γι΄αυτό και παραμένει για αρκετό καιρό ζωντανός. Κάποια στιγμή θα αναγνωρίσει (μάλλον) στο πρόσωπο ενός νεκρού παιδιού τον γιό του (;) και θα βάλει μέσα στην κόλαση έναν σκοπό στην άθλια ζωή του: Να το θάψει με το αρμόζον τελετουργικό και όχι να το οδηγήσει στους φούρνους. Για τον, εκ πρώτης όψεως, παράλογο αυτόν σκοπό, θα ρισκάρει τα πάντα - και πρώτα-πρώτα την δική του ζωή.
Αυτή είναι η ιστορία. Το θέμα όμως είναι το πώς δείχνεται όλο αυτό. Ο σκηνοθέτης κρατά διαρκώς την κάμερα πολύ κοντά στον πρωταγωνιστή. Σπάνια υπάρχουν ανοιχτά σε φόντο πλάνα. Όσα εφιαλτικά συμβαίνουν γύρω, στον κοντινό ή μακρινό περίγυρο, δείχνονται συνήθως φλου, καθώς καθαρό παραμένει μόνο το πρόσωπο ή η φιγούρα του Σαούλ. Αντιλαμβάνεσαι τι συμβαίνει, αλλά δεν το βλέπεις καθαρά. Το ακούς όμως, καθώς το φρικιαστικό ηχητικό τοπίο είναι πανταχού παρόν. Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνει, αλλά αυτή η τεχνική με κάποιον τρόπο επιτείνει τη φρίκη και δημιουργεί στο θεατή συγκλονιστική εντύπωση.
Από την άλλη, η εμμονή του Σαούλ θυμίζει την Αντιγόνη της τραγωδίας, με τη δική της εμμονή να θάψει τον νεκρό αδελφό της αψηφώντας το τίμημα. Είναι ενδιαφέρον το στοιχείο ότι κατά πάσα πιθανότητα δεν πρόκειται καν για το γιο του βασικού ήρωα (όλοι γύρω του του επαναλαμβάνουν: "Μα εσύ δεν έχεις γιο"). Η ταύτιση του νεκρού παιδιού με έναν υποθετικό γιο λειτουργεί σαν ύστατη ελπίδα, σαν μοναδικός σκοπός, σαν κάτι απ' όπου πασχίζει να πιαστεί για να αντέξει την καθημερινή κόλαση. Είναι σαν ο Σαούλ να εφευρίσκει την ελπίδα. Είναι σα να εφευρίσκει κάτι που κανείς, ούτε τα ναζιστικά γουρούνια ούτε οποιοσδήποτε άλλος, δεν μπορεί να του το πάρει.
Προειδοποιώ: Η ταινία αντέχεται δύσκολα, κι ας μη δείχνει, όπως είπαμε, τη φρίκη καθεαυτή. Η θεασή της κυριολεκτικά καταρακώνει τον θεατή. Πρόκειται για μια αληθινή κατάβαση στην κόλαση. Γι' αυτό τόνισα από την αρχή ότι πρόκειται για μια από τις συγκλονιστικότερς απόπειρες καταγραφής ενός αδιανόητου εγκλήματος. Δείτε το με δικό σας ρίσκο.
Σάββατο, Ιανουαρίου 02, 2016
Η ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΡΑΝΚΙ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΖΟΝΙ
Το "Frankie and Jonny" ήταν αρχικά θετρικό έργο. Το 1991 έγινε και ταινία από τον Garry Marshall και ευτύχισε να έχει ένα εξαιρετικό πρωταγωνιστικό ζεύγος: Την Μισέλ Φάιφερ στα καλύτερά της και τον Αλ Πατσίνο. Πάνω στη χημεία των πρωταγωνιστών άλλωστε βασίζεται και η επιτυχία του.
Πρόκειται για μια γλυκόπικρη αισθηματική ταινία, γι' αυτό όσοι βγάζετε σπυράκια με τα αισθηματικά μάλλον μείνετε μακριά. Η Φράνκι είναι μια σερβιτόρα σε ελληνικό εστιατόριο της Νέας Υόρκης, μοναχική τα τελευταία χρόνια μετά από ερωτικές αποτυχίες. Ο Τζόνι μόλις αποφυλακίζεται πιάνει δουλειά εκεί σαν ταλαντούχος μάγειρας. Από την αρχή υπάρχει μια έλξη ανάμεσά τους, κάποια στιγμή αυτή μεταφράζεται σε σεξ μιας νύχτας... κι από εκεί και πέρα η σχέση περνά από διάφορα στάδια, με τον Τζόνι απόλυτα ερωτευμένο και την Φράνκι κάτι παραπάνω από διστακτική και απορριπτική.
Η ταινία ισορροπεί πετυχημένα νομίζω ανάμεσα στο δράμα και το χιούμορ. Οι λόγοι της πεισματικής άρνησης της Φράνκι κάποια στιγμή θα εξηγηθούν. Στο μεταξύ οι ευαίσθητοι θεατές θα συγκινηθούν και όλοι θα χαμογελάσουν σε κάποια σημεία. Το σενάριο δίνει αρκετό βάρος στην περιγραφή των χαρακτήρων γύρω από το βασικό ζεύγος, στις υπόλοιπες σερβιτόρες, στον έλληνα ιδιοκτήτη, στους γείτονες της Φράνκι κλπ. Όλοι μαζί φτιάχνουν έναν ταπεινό, αλλά απολαυστικό μικρόκοσμο με τις μικρές χαρές και τα (μεγάλα ίσως) προβλήματά του. Γενικά το φιλμ χαρακητρίζεται από τη γεμάτη κατανόηση και συμπάθεια ματιά στους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους και στις μικρές τους φιλοδοξίες. Σημαντικό βρίσκω και το ιδιαίτερο βάρος που ρίχνει στο ζήτημα της μοναξιάς, της χαρακτηριστικής μοναξιάς των μεγαλουπόλεων. Κάποιοι από τους χαρακτήρες ειναι - και όλα δείχνουν ότι θα παραμείνουν - μοναχικοί...
Δίχως να είναι αριστούργημα, νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με ένα συμπαθητικό, ανθρώπινο φιλμ πάνω στη ζωή, τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις των απλών και ταπεινών, τη διαρκή τους - και μάταιη σε ορισμένες περιπτώσεις - αναζήτηση για ευτυχία, το γλυκόπικρο εν γένει της ζωής. Δεν το είχα δει και δεν μετάνοιωσα που το είδα. Δίχως, ξαναλέω, να πρόκειται για κάτι συγκλονιστικό.
Πρόκειται για μια γλυκόπικρη αισθηματική ταινία, γι' αυτό όσοι βγάζετε σπυράκια με τα αισθηματικά μάλλον μείνετε μακριά. Η Φράνκι είναι μια σερβιτόρα σε ελληνικό εστιατόριο της Νέας Υόρκης, μοναχική τα τελευταία χρόνια μετά από ερωτικές αποτυχίες. Ο Τζόνι μόλις αποφυλακίζεται πιάνει δουλειά εκεί σαν ταλαντούχος μάγειρας. Από την αρχή υπάρχει μια έλξη ανάμεσά τους, κάποια στιγμή αυτή μεταφράζεται σε σεξ μιας νύχτας... κι από εκεί και πέρα η σχέση περνά από διάφορα στάδια, με τον Τζόνι απόλυτα ερωτευμένο και την Φράνκι κάτι παραπάνω από διστακτική και απορριπτική.
Η ταινία ισορροπεί πετυχημένα νομίζω ανάμεσα στο δράμα και το χιούμορ. Οι λόγοι της πεισματικής άρνησης της Φράνκι κάποια στιγμή θα εξηγηθούν. Στο μεταξύ οι ευαίσθητοι θεατές θα συγκινηθούν και όλοι θα χαμογελάσουν σε κάποια σημεία. Το σενάριο δίνει αρκετό βάρος στην περιγραφή των χαρακτήρων γύρω από το βασικό ζεύγος, στις υπόλοιπες σερβιτόρες, στον έλληνα ιδιοκτήτη, στους γείτονες της Φράνκι κλπ. Όλοι μαζί φτιάχνουν έναν ταπεινό, αλλά απολαυστικό μικρόκοσμο με τις μικρές χαρές και τα (μεγάλα ίσως) προβλήματά του. Γενικά το φιλμ χαρακητρίζεται από τη γεμάτη κατανόηση και συμπάθεια ματιά στους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους και στις μικρές τους φιλοδοξίες. Σημαντικό βρίσκω και το ιδιαίτερο βάρος που ρίχνει στο ζήτημα της μοναξιάς, της χαρακτηριστικής μοναξιάς των μεγαλουπόλεων. Κάποιοι από τους χαρακτήρες ειναι - και όλα δείχνουν ότι θα παραμείνουν - μοναχικοί...
Δίχως να είναι αριστούργημα, νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με ένα συμπαθητικό, ανθρώπινο φιλμ πάνω στη ζωή, τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις των απλών και ταπεινών, τη διαρκή τους - και μάταιη σε ορισμένες περιπτώσεις - αναζήτηση για ευτυχία, το γλυκόπικρο εν γένει της ζωής. Δεν το είχα δει και δεν μετάνοιωσα που το είδα. Δίχως, ξαναλέω, να πρόκειται για κάτι συγκλονιστικό.
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 31, 2015
STAR WARS ΞΑΝΑ: Η ΔΥΝΑΜΗ (ΚΑΙ ΤΑ ΤΑΜΕΙΑ) ΞΥΠΝΑΝΕ
Φυσικά και θα γινόταν. Η μυθολογία των Star Wars, μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες της ποπ κουλτούρας από τη δεκαετία του 70 μέχρι σήμερα, έχει ακόμα πολύ ψωμί και εκατομμύρια φανς παγκοσμίως. Μετά τη μέτρια δεύτερη πρίκουελ τριλογία λοιπόν, που σκηνοθέτησε με αδιάφορο τρόπο ο ίδιος ο Λούκας μεταξύ 1999 - 2005, η ιστορία ξεκινά και πάλι από εκεί που είχε μείνει στο τέλος της πρώτης κλασικής τριλογίας - 30τόσα χρόνια μετά για την ακρίβεια. Αυτή τη φορά σκηνοθέτης είναι ο ικανότατος σε περιπέτειες J.J. Abrams και έτσι το 2015 "προσγειώνεται" το "Star Wars: Η Δύναμη Ξυπνάει" και κυριολεκτικά σπάει ταμεία και ρεκόρ εμπορικότητας.
Η Αυτοκρατορία έχει αντικατασταθεί από το αντίστοιχο, παντοδύναμο (και φασιστικό. Η σκηνή όπου ο στρατηγός μιλά στα πλήθη παραπέμπει κατευθείαν σε ναζιστικές συγκεντρώσεις) Πρώτο Τάγμα. Υπάρχει η Δημοκρατία, υπάρχουν επαναστάτες που αντιστέκονται με όσα μέσα διαθέτουν, αλλά ο τελευταίος Τζεντάι, ο Λουκ Σκάιγουόκερ, έχει εξαφανιστεί (έχει κάπου αποσυρθεί). Το φιλμ κινείται γύρω από τις προσπάθειες καλών και κακών να τον εντοπίσουν, ενώ η νέα ηρωίδα είναι μια ρακοσυλλέκτρια από έναν ξεχασμένο πλανήτη - έρημο, η οποία σιγά-σιγά θα ανακαλύψει ότι μέσα της υπάρχει η, ανεξέλεγκτη ακόμα, Δύναμη.
Φυσικά η περιπέτεια, η δράση, το σασπένς, τα εφέ, οι μάχες με διαστημόπλοια, είναι απόλυτα εγγυημένα και κάτι παραπάνω από χορταστικά. Και το ρομάντσο επίσης, και οι συγκινητικές σκηνές. Ο Abrams σοφά (όπως αποδεικνύουν τα ταμεία) επιλέγει όχι μόνο να μην πρωτοτυπήσει σεναριακά, αλλά και να επαναφέρει με απόλυτα νοσταλγικό τρόπο τους γερασμένους πλέον ήρωες της πρώτης κλασικής τριλογίας. Λέα, Χανς Σόλο, Λουκ, Τσουμπάκα, ρομπότ, σκάφη, είναι και πάλι εδώ (και ο Χάρισον Φορντ και η Κάρι Φίσερ βεβαίως). Προφανως ο συνδυασμός νοσταλγίας και φρέσκων προσώπων (η κοπέλα και ο έγχρωμος αποστάτης των Στορμτρούπερ) λειτούργησε άψογα.
Δεν υπήρξα ποτέ φανατικός των Star Wars και δεν θα δώσω 4 αστεράκια όπως έκαναν πολλοί κριτικοί. Ωστοσο διασκέδασα και δεν βαρέθηκα καθόλου και σίγουρα θεωρώ την επανεκκίνηση αυτή καλύτερη από τη δεύτερη τριλογία που προαναφέραμε. Μέχρις εκεί. Και με δεδομένο βέβαια ότι αποδεχόμεστε μια σειρά σεναριακών ευκολιών (από δραπετεύσεις έως οι "καλοί πάντα ευστοχούν ενώ οι κακοί όχι"). Εντάξει όμως. Από πάντοτε η αφέλεια ήταν χαριτωμένη και "μέσα στο παιχνίδι" των Star Wars. Γι' αυτό άλλωστε και το πρώτο φιλμ του 77 είχε θεωρηθεί ότι επαναφέρει στο σινεμά μια ξεχασμένη τότε παιδικότητα και ευπρόσδεκτη, απολαυστική αφέλεια.
Και μια τελευταία παρατήρηση: Η ταινία σεναριακά είναι σχεδόν όμοια με τον πρώτο κλασικό "Πόλεμο των Άστρων" του 1977: Μια εφιαλτική "Αυτοκρατορία", αντάρτες που αντιστέκονται, επίθεση στο κολοσιαίο διαστημόπλοιο - αρχηγείο των κακών, συγγένειες που αποκαλύπτονται σιγά - σιγά (ποιος είναι γιος ποιου κ.ο.κ.), μασκοφόρος και μαυροφορεμένος αρχι-κακός στη θέση του Νταρθ, ηρωίδα που βαθμιαία ανακαλύπτει τη Δύναμη μέσα της, μονομαχία με φωτόσπαθα... όλη η δομή του φιλμ είναι καρμπόν της πρώτης ταινίας και βέβαια αυτό γίνεται συνειδητά. Να λοιπόν που η επανάληψη αποδείχτηκε ασφαλέστερη και καλύτερη (και σαν ταινία και εισπρακτικά) από τα πρίκουελ ή τα τυχόν εντελώς διαφορετικά σίκουελ. Η νοσταλγία είναι προφανώς ακατανίκητη.
Η Αυτοκρατορία έχει αντικατασταθεί από το αντίστοιχο, παντοδύναμο (και φασιστικό. Η σκηνή όπου ο στρατηγός μιλά στα πλήθη παραπέμπει κατευθείαν σε ναζιστικές συγκεντρώσεις) Πρώτο Τάγμα. Υπάρχει η Δημοκρατία, υπάρχουν επαναστάτες που αντιστέκονται με όσα μέσα διαθέτουν, αλλά ο τελευταίος Τζεντάι, ο Λουκ Σκάιγουόκερ, έχει εξαφανιστεί (έχει κάπου αποσυρθεί). Το φιλμ κινείται γύρω από τις προσπάθειες καλών και κακών να τον εντοπίσουν, ενώ η νέα ηρωίδα είναι μια ρακοσυλλέκτρια από έναν ξεχασμένο πλανήτη - έρημο, η οποία σιγά-σιγά θα ανακαλύψει ότι μέσα της υπάρχει η, ανεξέλεγκτη ακόμα, Δύναμη.
Φυσικά η περιπέτεια, η δράση, το σασπένς, τα εφέ, οι μάχες με διαστημόπλοια, είναι απόλυτα εγγυημένα και κάτι παραπάνω από χορταστικά. Και το ρομάντσο επίσης, και οι συγκινητικές σκηνές. Ο Abrams σοφά (όπως αποδεικνύουν τα ταμεία) επιλέγει όχι μόνο να μην πρωτοτυπήσει σεναριακά, αλλά και να επαναφέρει με απόλυτα νοσταλγικό τρόπο τους γερασμένους πλέον ήρωες της πρώτης κλασικής τριλογίας. Λέα, Χανς Σόλο, Λουκ, Τσουμπάκα, ρομπότ, σκάφη, είναι και πάλι εδώ (και ο Χάρισον Φορντ και η Κάρι Φίσερ βεβαίως). Προφανως ο συνδυασμός νοσταλγίας και φρέσκων προσώπων (η κοπέλα και ο έγχρωμος αποστάτης των Στορμτρούπερ) λειτούργησε άψογα.
Δεν υπήρξα ποτέ φανατικός των Star Wars και δεν θα δώσω 4 αστεράκια όπως έκαναν πολλοί κριτικοί. Ωστοσο διασκέδασα και δεν βαρέθηκα καθόλου και σίγουρα θεωρώ την επανεκκίνηση αυτή καλύτερη από τη δεύτερη τριλογία που προαναφέραμε. Μέχρις εκεί. Και με δεδομένο βέβαια ότι αποδεχόμεστε μια σειρά σεναριακών ευκολιών (από δραπετεύσεις έως οι "καλοί πάντα ευστοχούν ενώ οι κακοί όχι"). Εντάξει όμως. Από πάντοτε η αφέλεια ήταν χαριτωμένη και "μέσα στο παιχνίδι" των Star Wars. Γι' αυτό άλλωστε και το πρώτο φιλμ του 77 είχε θεωρηθεί ότι επαναφέρει στο σινεμά μια ξεχασμένη τότε παιδικότητα και ευπρόσδεκτη, απολαυστική αφέλεια.
Και μια τελευταία παρατήρηση: Η ταινία σεναριακά είναι σχεδόν όμοια με τον πρώτο κλασικό "Πόλεμο των Άστρων" του 1977: Μια εφιαλτική "Αυτοκρατορία", αντάρτες που αντιστέκονται, επίθεση στο κολοσιαίο διαστημόπλοιο - αρχηγείο των κακών, συγγένειες που αποκαλύπτονται σιγά - σιγά (ποιος είναι γιος ποιου κ.ο.κ.), μασκοφόρος και μαυροφορεμένος αρχι-κακός στη θέση του Νταρθ, ηρωίδα που βαθμιαία ανακαλύπτει τη Δύναμη μέσα της, μονομαχία με φωτόσπαθα... όλη η δομή του φιλμ είναι καρμπόν της πρώτης ταινίας και βέβαια αυτό γίνεται συνειδητά. Να λοιπόν που η επανάληψη αποδείχτηκε ασφαλέστερη και καλύτερη (και σαν ταινία και εισπρακτικά) από τα πρίκουελ ή τα τυχόν εντελώς διαφορετικά σίκουελ. Η νοσταλγία είναι προφανώς ακατανίκητη.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 27, 2015
ΕΝΑΣ ΣΤΙΛΙΖΑΡΙΣΜΕΝΟΣ ΚΑΙ (ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΑ) ΧΑΒΑΛΕΤΖΙΔΙΚΟΣ "ΔΙΑΙΤΗΤΗΣ"
"Ο Διαιτητής" (L' Arbitro) του 2013 είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του ιταλού Paolo Zucca. Πρόκειται για μια απρόβλεπτη... ποδοσφαιρική κωμωδία, η οποία από την αρχή δείχνει τις σουρεαλιστικές, σινεφίλ και στιλιζαρισμένες τάσεις της.
Απο τη μία έχουμε δύο μικρά και φτωχά χωριά στη Σαρδηνία, τα οποία "δένει" άσπονδο μίσος. Το μίσος αυτό βρίσκει έκφραση κυρίως στις ομάδες τους, που παίζουν στην τρίτη κατηγορία της Σαρδηνίας. Όταν επιστρέφει από την Αργεντινή ένας νεαρός ντόπιος, κάνει τη διαφορά και καταφέρνει να απογειώσει την ουραγό μέχρι τότε ομάδα του χωριού του. Από την άλλη υπάρχει ένας σούπερ ντούπερ διαιτητής - σταρ, ο οποίος ωστόσο δεν διστάζει να ζητήσει τη βοήθεια ποδοσφαιρικού μεγαλοπαράγοντα για να πραγματοποιήσει την υπέρτατη φιλοδοξία του: Να σφυρίξει σε τελικό κυπέλου Ευρώπης. Κάποια στιγμή, με κάποιον τρόπο, οι δρόμοι των δύο παράλληλων αυτών ιστοριών θα συναντηθούν με απρόβλεπτα αποτελέσματα.
Αυτό που εκπλήσσει από την αρχή είναι το στιλ της ταινίας. Με πολύ εντυπωσιακή ασπρόμαυρη φωτογραφία, ο σκηνοθέτης δεν διστάζει να αλλάζει διαρκώς ύφος, να κάνει κινηματογραφοφιλικές αναφορές, να περνά από τη λαϊκή κωμωδία στο... μιούζικαλ ή στο βιντεοκλίπ και, πάνω απ' όλα, να παίζει με τον σουρεαλισμό και το παράλογο, αποφεύγοντας κάθε προσπάθεια ρεαλισμού ή αληθοφάνειας.
Το αποτέλεσμα αρχικά με εντυπωσίασε και σίγουρα περιμένω το επόμενο βήμα του δημιουργού. Υπάρχει βεβαίως και η προφανής σάτιρα του όλου ποδοσφαιρικού συστήματος, των στημένων αποτελεσμάτων και εν γένει της βρώμας που αποπνέει το δημοφιλές άθλημα, από τα υψηλότερα ως τα χαμηλότερα κλιμάκιά του. Καθώς και μια προσπάθεια στηλίτευσης ταξικών διαφορών, που εδώ εκφράζονται μέσα από το ποδόσφαιρο. Ωστόσο έχω αρκετές ενστάσεις: Νομίζω ότι η ταινία πολύ συχνά ξεπέφτει στον κοινό "χαβαλέ" και απλώς προσπαθεί να κάνει πλάκα. Επίσης, ενώ άλλα μας έδειχνε στο μεγαλύτερο μέρος, στο τελευταίο τέταρτο αφήνεται πολύ απότομα, θα έλεγα, στο απόλυτο παράλογο και στην κατάργηση κάθε αληθοφανούς εξήγησης ή αλήθειας. Τόσο, που θα έλεγα ότι με ξένισε. Όχι το παράλογο καθ' εαυτό, αλλά η τόσο απότομη συσσώρευσή του (γιατί το στοιχείο αυτό ενυπάρχει σε πολύ μικρότερο βαθμό από την αρχή). Έτσι τελικά θεωρώ ότι το φιλμ "ξέφυγε" από τον δημιουργό του και έγινε υπερβολικό, παρά τις αρκετές καλές έως ξεκαρδιστικές στιγμές του. Κρίμα. Ωστόσο, το ξαναλέω, πρόκειται για ενδιαφέρουσα πρώτη εμφάνιση. Είδομεν.
Απο τη μία έχουμε δύο μικρά και φτωχά χωριά στη Σαρδηνία, τα οποία "δένει" άσπονδο μίσος. Το μίσος αυτό βρίσκει έκφραση κυρίως στις ομάδες τους, που παίζουν στην τρίτη κατηγορία της Σαρδηνίας. Όταν επιστρέφει από την Αργεντινή ένας νεαρός ντόπιος, κάνει τη διαφορά και καταφέρνει να απογειώσει την ουραγό μέχρι τότε ομάδα του χωριού του. Από την άλλη υπάρχει ένας σούπερ ντούπερ διαιτητής - σταρ, ο οποίος ωστόσο δεν διστάζει να ζητήσει τη βοήθεια ποδοσφαιρικού μεγαλοπαράγοντα για να πραγματοποιήσει την υπέρτατη φιλοδοξία του: Να σφυρίξει σε τελικό κυπέλου Ευρώπης. Κάποια στιγμή, με κάποιον τρόπο, οι δρόμοι των δύο παράλληλων αυτών ιστοριών θα συναντηθούν με απρόβλεπτα αποτελέσματα.
Αυτό που εκπλήσσει από την αρχή είναι το στιλ της ταινίας. Με πολύ εντυπωσιακή ασπρόμαυρη φωτογραφία, ο σκηνοθέτης δεν διστάζει να αλλάζει διαρκώς ύφος, να κάνει κινηματογραφοφιλικές αναφορές, να περνά από τη λαϊκή κωμωδία στο... μιούζικαλ ή στο βιντεοκλίπ και, πάνω απ' όλα, να παίζει με τον σουρεαλισμό και το παράλογο, αποφεύγοντας κάθε προσπάθεια ρεαλισμού ή αληθοφάνειας.
Το αποτέλεσμα αρχικά με εντυπωσίασε και σίγουρα περιμένω το επόμενο βήμα του δημιουργού. Υπάρχει βεβαίως και η προφανής σάτιρα του όλου ποδοσφαιρικού συστήματος, των στημένων αποτελεσμάτων και εν γένει της βρώμας που αποπνέει το δημοφιλές άθλημα, από τα υψηλότερα ως τα χαμηλότερα κλιμάκιά του. Καθώς και μια προσπάθεια στηλίτευσης ταξικών διαφορών, που εδώ εκφράζονται μέσα από το ποδόσφαιρο. Ωστόσο έχω αρκετές ενστάσεις: Νομίζω ότι η ταινία πολύ συχνά ξεπέφτει στον κοινό "χαβαλέ" και απλώς προσπαθεί να κάνει πλάκα. Επίσης, ενώ άλλα μας έδειχνε στο μεγαλύτερο μέρος, στο τελευταίο τέταρτο αφήνεται πολύ απότομα, θα έλεγα, στο απόλυτο παράλογο και στην κατάργηση κάθε αληθοφανούς εξήγησης ή αλήθειας. Τόσο, που θα έλεγα ότι με ξένισε. Όχι το παράλογο καθ' εαυτό, αλλά η τόσο απότομη συσσώρευσή του (γιατί το στοιχείο αυτό ενυπάρχει σε πολύ μικρότερο βαθμό από την αρχή). Έτσι τελικά θεωρώ ότι το φιλμ "ξέφυγε" από τον δημιουργό του και έγινε υπερβολικό, παρά τις αρκετές καλές έως ξεκαρδιστικές στιγμές του. Κρίμα. Ωστόσο, το ξαναλέω, πρόκειται για ενδιαφέρουσα πρώτη εμφάνιση. Είδομεν.
Σάββατο, Δεκεμβρίου 26, 2015
ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΙΚΗ, ΣΤΙΛΑΤΗ ΚΑΙ ΟΛΙΓΟΝ ΤΟΛΜΗΡΗ "CAROL"
Πολύ λίγο παραγωγικός, πλην όμως σημαντικός αμερικανός δημιουργός, ο Todd Haynes επανέρχεται το 2015 με το δράμα "Carol", βασισμένο στο δεύτερο μυθιστόρημα (πριν γίνει γνωστή από τα αστυνομικά) της Πατρίτσια Χάισμιθ. Και φτιάχνει μια κομψή, χαμηλότονη ταινία εποχής, στα χνάρια του δικού του "Far from Heaven" του 2002.
Η ταινία αφηγείται την ερωτική σχέση δύο γυναικών στη δεκαετία τυ 50: Μιας νεαρής, φτωχής πωλήτριας σε πολυκατάστημα και μιας πλούσιας, όμορφης και μεγαλύτερής της γυναίκας, μητέρας ενός κοριτσιού, η οποία ωστόσο είναι εγκλωβισμένη σε έναν συμβατικό, μη επιθυμητό γάμο με έναν εξ ίσου μεγαλοαστό σύζυγο. Οι δύο γυναίκες νοιώθουν από την πρώτη στιγμή έλξη η μία για την άλλη, μια στενή φιλική σχέση ξεκινά, ώσπου η πλούσια, σε μια προσπάθεια να ξεφύγει από την ασφυκτική της καθημερινότητα, προσκαλεί την άλλη σε ένα ταξίδι με αυτοκίνητο. Εκεί, κάποια στιγμή, θα βρεθούν η μία στην αγκαλιά της άλλης. Και μετά θα αρχίσει το δράμα, καθώς ο σύζυγος, μη μπορώντας να αποδεχτεί την "αφύσικη" σχέση, θα απειλήσει να πάρει μακριά από τη σύζυγο το παιδί της.
Το φιλμ αποφεύγει τις κραυγαλέα δραματικές σκηνές και τις εξάρσεις. Όυτε και τολμηρές ερωτικές σκηνές υπάρχουν. Παραμένει χαμηλότονο, ήσυχο, έχοντας σαν κύριο στόχο να αποτυπώσει τόσο τον έρωτα των γυναικών, όσο και να καταγγείλει τις απαγορεύσεις, τα ταμπού και, τελικά, την ασφυκτική ηθική της εποχής - μέρος των οποίων εξακολουθεί βεβαίως να υπάρχει και σήμερα, σε πολύ μικρότερο βαθμό ωστόσο. Και μάλιστα μιας εποχής της οποίας η επιφάνεια ήταν πραγματικά απαστράπτουσα και το αμερικάνικο όνειρο βρισκόταν στα ύψη και με πολύ λίγες αμφισβητήσεις. Ωστόσο κάτω από την στιλπνή επιφάνεια τα πάθη και οι εξαιρέσεις από τον κανόνα υπήρχαν πάντοτε. Με εικόνες υψηλής αισθητικής, με υπέροχα χρώματα, με λεπτομερέστατη αναπαράσταση των 50ς, με εξαιρετικά σκηνικά και κοστούμια και, κυρίως, με θαυμάσιες ηθοποιίες από την Κέιτ Μπλάνσετ και τη Ρούνι Μάρα, μοιάζει να βρίσκεται πολύ κοντά στο "Far from Heaven" που προαναφέραμε, το οποίο ασχολιόταν με μια ανδρική gay ιστορία της ίδιας εποχής.
Όσο για την αναπόφευκτη - έστω και συνειρμικά - σύγκριση με το "Brokeback Mountain", νομίζω ότι η "Carol" παραμένει πιο χαμηλότονη, αποφεύγοντας το έντονο άγχος της παλιότερης ταινίας περί μη αποκάλυψης του μυστικού, άγχος που μεταδιδόταν και στον θεατή. Έτσι λοιπόν καλείσθε, πέραν της προφανούς καταγγελίας, κυρίως να απολαύσετε μια ατμοσφαιρική και αισθητικά εξαιρετικά στιλάτη ταινία.
Η ταινία αφηγείται την ερωτική σχέση δύο γυναικών στη δεκαετία τυ 50: Μιας νεαρής, φτωχής πωλήτριας σε πολυκατάστημα και μιας πλούσιας, όμορφης και μεγαλύτερής της γυναίκας, μητέρας ενός κοριτσιού, η οποία ωστόσο είναι εγκλωβισμένη σε έναν συμβατικό, μη επιθυμητό γάμο με έναν εξ ίσου μεγαλοαστό σύζυγο. Οι δύο γυναίκες νοιώθουν από την πρώτη στιγμή έλξη η μία για την άλλη, μια στενή φιλική σχέση ξεκινά, ώσπου η πλούσια, σε μια προσπάθεια να ξεφύγει από την ασφυκτική της καθημερινότητα, προσκαλεί την άλλη σε ένα ταξίδι με αυτοκίνητο. Εκεί, κάποια στιγμή, θα βρεθούν η μία στην αγκαλιά της άλλης. Και μετά θα αρχίσει το δράμα, καθώς ο σύζυγος, μη μπορώντας να αποδεχτεί την "αφύσικη" σχέση, θα απειλήσει να πάρει μακριά από τη σύζυγο το παιδί της.
Το φιλμ αποφεύγει τις κραυγαλέα δραματικές σκηνές και τις εξάρσεις. Όυτε και τολμηρές ερωτικές σκηνές υπάρχουν. Παραμένει χαμηλότονο, ήσυχο, έχοντας σαν κύριο στόχο να αποτυπώσει τόσο τον έρωτα των γυναικών, όσο και να καταγγείλει τις απαγορεύσεις, τα ταμπού και, τελικά, την ασφυκτική ηθική της εποχής - μέρος των οποίων εξακολουθεί βεβαίως να υπάρχει και σήμερα, σε πολύ μικρότερο βαθμό ωστόσο. Και μάλιστα μιας εποχής της οποίας η επιφάνεια ήταν πραγματικά απαστράπτουσα και το αμερικάνικο όνειρο βρισκόταν στα ύψη και με πολύ λίγες αμφισβητήσεις. Ωστόσο κάτω από την στιλπνή επιφάνεια τα πάθη και οι εξαιρέσεις από τον κανόνα υπήρχαν πάντοτε. Με εικόνες υψηλής αισθητικής, με υπέροχα χρώματα, με λεπτομερέστατη αναπαράσταση των 50ς, με εξαιρετικά σκηνικά και κοστούμια και, κυρίως, με θαυμάσιες ηθοποιίες από την Κέιτ Μπλάνσετ και τη Ρούνι Μάρα, μοιάζει να βρίσκεται πολύ κοντά στο "Far from Heaven" που προαναφέραμε, το οποίο ασχολιόταν με μια ανδρική gay ιστορία της ίδιας εποχής.
Όσο για την αναπόφευκτη - έστω και συνειρμικά - σύγκριση με το "Brokeback Mountain", νομίζω ότι η "Carol" παραμένει πιο χαμηλότονη, αποφεύγοντας το έντονο άγχος της παλιότερης ταινίας περί μη αποκάλυψης του μυστικού, άγχος που μεταδιδόταν και στον θεατή. Έτσι λοιπόν καλείσθε, πέραν της προφανούς καταγγελίας, κυρίως να απολαύσετε μια ατμοσφαιρική και αισθητικά εξαιρετικά στιλάτη ταινία.
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 23, 2015
"Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΤΟΥ ΒΟΡΑ" ΚΑΙ ΟΙ ΕΜΜΟΝΕΣ
Το 1973 ο Robert Aldrich (1918-1983) γυρίζει μια ταινία που μέχρι πρότινος αγνοούσα: Το "Emperor of the North" (Ο Αυτοκράτωρ του Βορρά), μια πολύ ενδιαφέρουσα σπουδή πάνω στις ανθρώπινες εμμονές και τις ανταγωνιστικές συνθήκες μέσα σε έναν κλειστό μικρόκοσμο: Αυτόν των τρένων και των οδηγών τους και των περιπλανόμενων άστεγων (των λεγόμενων hobos).
Βρισκόμαστε στη Αμερική της μεγάλης κρίσης, στα 1933 συγκεκριμένα. Πλήθος άστεγων περιπλανιέται από μέρος σε μέρος ψάχνοντας για ένα μεροκάματο κι ένα κομμάτι ψωμί. Αγαπημένος τρόπος μετακίνησης είναι τα τρένα, ατμοκίνητα και πολύ αργά την εποχή εκείνη. Λεφτά για εισιτήριο; Ούτε λόγος βέβαια. Έτσι οι hobos επιβιβάζονται σ' αυτά λαθραία, κρυμμένοι σε αποθήκες, ανάμεσα σε εμπορεύματα ή πιασμένοι κάτω απ' αυτά. Στα περισσότερα. Όχι όμως και στο περιβόητο "τρένο 19", του οποίου ελεγκτής είναι ο θηριώδης και σαδιστής "Shack", ο οποίος δεν διστάζει ακόμα και να σκοτώσει λαθρεπιβάτες. Από την άλλη ο πιο γνωστός, κάτι σαν "άρχοντας" των hobos, είναι ο επιλεγόμενος Number 1, ο οποίος έχει βάλει σκοπό της ζωής του να ταξιδέψει λαθραία στο διαβόητο τρένο δίχως να καταφέρει να τον πετάξει έξω ο Shack. Πολύ γρήγορα η ιστορία θα εξελιχτεί σε μια σχεδόν θανατηφόρα βεντέτα ανάμεσα στους δύο, ενώ στο παιχνίδι μπαίνει και ένας νεαρός, υπερφιλόδοξος hobo, που σκοπό έχει να πάρει την σεβάσμια θέση του Number 1 ανάμεσα στην παναμερικανική κοινότητα των αστέγων, επιτελώντας αυτός τον παραπάνω άθλο. Μόνο που εκείνος ξέρει να παίζει μόνο για πάρτη του...
Στη ραχοκοκαλιά του φιλμ βρίσκεται η βεντέτα - και η παρουσία - των δύο: Έρνεστ Μποργκνάιν και Λι Μάρβιν τα δίνουν όλα σε ένα θανατερό παιχνίδι επικράτησης και prestige. Πολύ σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι η ταινία δεν μιλά για την κρίση, δεν είναι κοινωνικοπολιτική, δεν ενδιαφέρεται για τα πώς και τα γιατί της εφιαλτικής κατάστασης της χώρας. Επικεντρώνεται σε ένα ατομικό παιχνίδι εξουσίας, που δεν διστάζει να φτάσει μέχρι τα άκρα. Από ένα σημείο και πέρα οι δύο βασικοί ήρωες δρουν παράλογα, αψηφούν κάθε κανόνα και κάθε ασφάλεια. Μοναδικός στόχος η επικράτηση του ενός πάνω στον άλλον, η διατήρηση του γοήτρου. Έτσι φτάνουμε σε μια μελέτη του εγωκεντρισμού, αλλά και των ανθρώπινων εμμονών, που μπορεί να οδηγήσουν στα πιο ακραία όρια.
Εξαιρετικοί οι δύο πρωταγωνιστές, καθώς και ο "τρίτος", ο Κιθ Καραντάιν, ενώ το σασπένς και οι όλο και πιο παράλογες (και συχνά βίαιες) καταστάσεις συνιστούν ένα πολύ ενδιαφέρον φιλμ πάνω στην ανθρώπινη εμμονή, την πάσει θυσία επιδίωξη του γοήτρου και την - σχεδόν - τρέλα. Και βέβαια πρόκειται για μια από τις χαρακτηριστικότερες ταινίες με αληθινούς ήρωες τα ίδια τα τρένα, που μοιάζουν να διασχίζουν αργά ένα ερημικό φυσικό τοπίο και πάνω στα οποία είναι γυρισμένο το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας.
Βρισκόμαστε στη Αμερική της μεγάλης κρίσης, στα 1933 συγκεκριμένα. Πλήθος άστεγων περιπλανιέται από μέρος σε μέρος ψάχνοντας για ένα μεροκάματο κι ένα κομμάτι ψωμί. Αγαπημένος τρόπος μετακίνησης είναι τα τρένα, ατμοκίνητα και πολύ αργά την εποχή εκείνη. Λεφτά για εισιτήριο; Ούτε λόγος βέβαια. Έτσι οι hobos επιβιβάζονται σ' αυτά λαθραία, κρυμμένοι σε αποθήκες, ανάμεσα σε εμπορεύματα ή πιασμένοι κάτω απ' αυτά. Στα περισσότερα. Όχι όμως και στο περιβόητο "τρένο 19", του οποίου ελεγκτής είναι ο θηριώδης και σαδιστής "Shack", ο οποίος δεν διστάζει ακόμα και να σκοτώσει λαθρεπιβάτες. Από την άλλη ο πιο γνωστός, κάτι σαν "άρχοντας" των hobos, είναι ο επιλεγόμενος Number 1, ο οποίος έχει βάλει σκοπό της ζωής του να ταξιδέψει λαθραία στο διαβόητο τρένο δίχως να καταφέρει να τον πετάξει έξω ο Shack. Πολύ γρήγορα η ιστορία θα εξελιχτεί σε μια σχεδόν θανατηφόρα βεντέτα ανάμεσα στους δύο, ενώ στο παιχνίδι μπαίνει και ένας νεαρός, υπερφιλόδοξος hobo, που σκοπό έχει να πάρει την σεβάσμια θέση του Number 1 ανάμεσα στην παναμερικανική κοινότητα των αστέγων, επιτελώντας αυτός τον παραπάνω άθλο. Μόνο που εκείνος ξέρει να παίζει μόνο για πάρτη του...
Στη ραχοκοκαλιά του φιλμ βρίσκεται η βεντέτα - και η παρουσία - των δύο: Έρνεστ Μποργκνάιν και Λι Μάρβιν τα δίνουν όλα σε ένα θανατερό παιχνίδι επικράτησης και prestige. Πολύ σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι η ταινία δεν μιλά για την κρίση, δεν είναι κοινωνικοπολιτική, δεν ενδιαφέρεται για τα πώς και τα γιατί της εφιαλτικής κατάστασης της χώρας. Επικεντρώνεται σε ένα ατομικό παιχνίδι εξουσίας, που δεν διστάζει να φτάσει μέχρι τα άκρα. Από ένα σημείο και πέρα οι δύο βασικοί ήρωες δρουν παράλογα, αψηφούν κάθε κανόνα και κάθε ασφάλεια. Μοναδικός στόχος η επικράτηση του ενός πάνω στον άλλον, η διατήρηση του γοήτρου. Έτσι φτάνουμε σε μια μελέτη του εγωκεντρισμού, αλλά και των ανθρώπινων εμμονών, που μπορεί να οδηγήσουν στα πιο ακραία όρια.
Εξαιρετικοί οι δύο πρωταγωνιστές, καθώς και ο "τρίτος", ο Κιθ Καραντάιν, ενώ το σασπένς και οι όλο και πιο παράλογες (και συχνά βίαιες) καταστάσεις συνιστούν ένα πολύ ενδιαφέρον φιλμ πάνω στην ανθρώπινη εμμονή, την πάσει θυσία επιδίωξη του γοήτρου και την - σχεδόν - τρέλα. Και βέβαια πρόκειται για μια από τις χαρακτηριστικότερες ταινίες με αληθινούς ήρωες τα ίδια τα τρένα, που μοιάζουν να διασχίζουν αργά ένα ερημικό φυσικό τοπίο και πάνω στα οποία είναι γυρισμένο το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 22, 2015
ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΞΑΙΣΙΑΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ "ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΕΝΙΟ ΚΟΥΜΠΙ"
Ο Patricio Guzman είναι ο μεγάλος χιλιανός ντοκιμαντερίστας που από τη δεκαετία του 70 καταγράφει με τρόπο συγκλονιστικό την ιστορία της πολύπαθης χώρας του. Η αριστουργηματική "Νοσταλγία του Φωτός" του 2010 ήταν ένα πανέμορφο, ποιητικό ντοκιμαντέρ με επίκεντρο την έρημο Ατακάμα της Χιλής, όπου υπάρχει ένα από τα ισχυρότερα τηλεσκόπια του πλανήτη και όπου συναντιούνται αστρονόμοι, αρχαιολόγοι και γυναίκες που ψάχνουν ακόμα τους νεκρούς τους από τη χούντα. Στα χνάρια του υπέροχου αυτού φιλμ βρίσκεται και το "Μαργαριταρένιο Κουμπί" (El Boton de Nacar) του 2015, αποτελώντας ένα είδος συνέχειάς του.
Αυτή τη φορά στο επίκεντρο βρίσκεται ο ωκεανός, το νερό εν γένει. Ο ωκεανός περιζώνει τη Χιλή. Αποτελεί ταυτόχρονα πηγή ζωής, αλλά και καταστροφής. Από εκεί, από υδάτινους δρόμους, ήρθαν τον 18ο αιώνα βρετανοί άποικοι που αφάνισαν τους αυτόχθονες. Και εκεί βρίσκονται τα πτώματα πολιτικών κρατουμένων της αιμοσταγούς χούντας, αφού τα πετούσαν σ' αυτόν για να τα ξεφορτωθούν δίχως να αφήσουν ίχνη. Επίκεντρο της ταινίας είναι αυτή τη φορά η Παταγωνία. Ο Guzman δένει με μαγικό τρόπο (και με off αφήγηση του ίδιου) το κοσμολογικό στοιχείο του νερού, τη συγκλονιστική ιστορία της εξάλειψης των ιθαγενών φυλών (μόλις 20 άτομα απομένουν σήμερα, που μιλάνε ακόμα την παλιά γλώσσα) και της ενσωμάτωσής τους στα δυτικά πρότυπα και την νωπή ακόμα τραυματική εμπειρία της φριχτής δικτατορίας.
Όλα αυτά δίνονται με μια σπάνια ποιητικότητα και έμπνευση και με απίστευτης ομορφιάς εικόνες από την Παταγωνία, που πραγματικά κόβουν την ανάσα. Η κοσμολογία, η παλιότερη ιστορία (ο αποικισμός) και η πολιτική (μόνιμο ενδιαφέρον του σκηνοθέτη) δένουν με έναν ανεπανάληπτο τρόπο που μόνο σ' εκείνον έχω συναντήσει. Γενικά, όπως και η "Νοσταλγία...", καταλάβατε νομίζω ότι η ταινία με ενθουσίασε.
Αν έχετε κάποια προκατάληψη για το ντοκιμαντέρ, σας προτείνω τις δύο αυτές ταινίες για να αλλάξετε γνώμη. Θα διαπιστώσετε ότι το είδος αυτό μπορεί να είναι πανέμορφο, να σε καθηλώνει, να είναι πλημμυρισμένο από σπάνια ποιητικότητα και όχι απλώς από παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες ή φιλμ και συνεντεύξεις. Για μένα ο Guzman είναι ο σημαντικότερος εν ζωή ντοκιμαντερίστας. (Προσοχή: Η γνώμη αυτή μάλλον είναι αυθαίρετη γιατί δεν έχω βαθιές γνώσεις για το είδος. Ίσως να υπάρχουν κι άλλες τέτοιες εξαιρετικές περιπτώσεις που αγνοώ). Πάντως συστήνω ανεπιφύλακτα την ταινία. Το τονίζω ξανά: Μην τρομάξετε επειδή πρόκειται για ντοκιμαντέρ.
Αυτή τη φορά στο επίκεντρο βρίσκεται ο ωκεανός, το νερό εν γένει. Ο ωκεανός περιζώνει τη Χιλή. Αποτελεί ταυτόχρονα πηγή ζωής, αλλά και καταστροφής. Από εκεί, από υδάτινους δρόμους, ήρθαν τον 18ο αιώνα βρετανοί άποικοι που αφάνισαν τους αυτόχθονες. Και εκεί βρίσκονται τα πτώματα πολιτικών κρατουμένων της αιμοσταγούς χούντας, αφού τα πετούσαν σ' αυτόν για να τα ξεφορτωθούν δίχως να αφήσουν ίχνη. Επίκεντρο της ταινίας είναι αυτή τη φορά η Παταγωνία. Ο Guzman δένει με μαγικό τρόπο (και με off αφήγηση του ίδιου) το κοσμολογικό στοιχείο του νερού, τη συγκλονιστική ιστορία της εξάλειψης των ιθαγενών φυλών (μόλις 20 άτομα απομένουν σήμερα, που μιλάνε ακόμα την παλιά γλώσσα) και της ενσωμάτωσής τους στα δυτικά πρότυπα και την νωπή ακόμα τραυματική εμπειρία της φριχτής δικτατορίας.
Όλα αυτά δίνονται με μια σπάνια ποιητικότητα και έμπνευση και με απίστευτης ομορφιάς εικόνες από την Παταγωνία, που πραγματικά κόβουν την ανάσα. Η κοσμολογία, η παλιότερη ιστορία (ο αποικισμός) και η πολιτική (μόνιμο ενδιαφέρον του σκηνοθέτη) δένουν με έναν ανεπανάληπτο τρόπο που μόνο σ' εκείνον έχω συναντήσει. Γενικά, όπως και η "Νοσταλγία...", καταλάβατε νομίζω ότι η ταινία με ενθουσίασε.
Αν έχετε κάποια προκατάληψη για το ντοκιμαντέρ, σας προτείνω τις δύο αυτές ταινίες για να αλλάξετε γνώμη. Θα διαπιστώσετε ότι το είδος αυτό μπορεί να είναι πανέμορφο, να σε καθηλώνει, να είναι πλημμυρισμένο από σπάνια ποιητικότητα και όχι απλώς από παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες ή φιλμ και συνεντεύξεις. Για μένα ο Guzman είναι ο σημαντικότερος εν ζωή ντοκιμαντερίστας. (Προσοχή: Η γνώμη αυτή μάλλον είναι αυθαίρετη γιατί δεν έχω βαθιές γνώσεις για το είδος. Ίσως να υπάρχουν κι άλλες τέτοιες εξαιρετικές περιπτώσεις που αγνοώ). Πάντως συστήνω ανεπιφύλακτα την ταινία. Το τονίζω ξανά: Μην τρομάξετε επειδή πρόκειται για ντοκιμαντέρ.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 20, 2015
ΚΑΙ ΤΡΙΤΟΣ "ΜΠΑΤΣΟΣ ΤΟΥ ΜΠΕΒΕΡΛΙ ΧΙΛΣ"!
Ο John Landis υπήρξε ένας χαρακτηριστικός σκηνοθέτης του τέλους των 70ς και, κυρίως, των 80ς. Είχε κάνει μάλιστα ένα σερί από συμπαθέστατες ταινίες, ανάμεσα στις οποίες οι "Blues Brothers" και το "Τρελό Θηριοτροφείο". Και κάπου εκεί, γύρω στα 1987, ξαφνικά "το έχασε" και έπεσε σε απόλυτη παρακμή. Με σποραδικές εξαιρέσεις ασχολείται πλέον με την τηλεόραση και την παραγωγή ταινιών.
Ήδη σε παρακμή λοιπόν και μάλλον σε έλλειψη ιδεών, φτιάχνει το 1994 τον "Μπάτσο του Μπέβερλι Χιλς Νο 3", προσπαθώντας να αναβιώσει την επιτυχία και του Έντι Μέρφι, που κι αυτή είχε αρχίσει να παίρνει την κατιούσα. Και μόνο αυτό το Νο 3 δείχνει, νομίζω, την κατάσταση.
Αυτή τη φορά ο επίμονος, φασαριόζος και μάλλον ενοχλητικός μπάτσος ξαναπάει από το Ντιτρόιτ στο Μπέβερλι Χιλς και βρίσκεται στα ίχνη μιας αδίστακτης συμμορίας που κρύβεται πίσω από τη βιτρίνα ενός μεγάλου λούνα παρκ - θεματικού παιδότοπου. Τέλειο καμουφλάζ αθωότητας για βρώμικες δουλειές... Αυτή τη φορά τα πράγματα θα είναι σοβαρότερα από τα προηγούμενα "επεισόδια", αφού ένα από τα πρώτα θύματα θα είναι ο ίδιος ο προϊστάμενος του ήρωά μας. Μπαίνει και το στοιχείο του έρωτα, κι έτσι όλα γίνονται πιο προσωπικά από ποτέ και, φυσικά, όλα γίνονται άνω - κάτω, πάντα με πρωτοβουλία του Άξελ, που αψηφά επιδεικτικά τις εντολές των ανωτέρων του. Αλήθεια, πριν θριαμβεύσει και δικαιωθεί στο τέλος, έχει κανείς αναρωτηθεί πόσο κακό έχει προκαλέσει αυτός ο μπάτσος με τις συνεχείς "πρωτοβουλίες" του;
Στην τρίτη αυτή συνέχεια το χιούμορ, παραδόξως, είναι μειωμένο και το βάρος πέφτει στη δράση και στην ίντριγκα. Αυτό για πολλούς είναι κακό, ωστόσο, επειδή προσωπικά αντιπαθώ την εντιμερφική πλάκα, για μένα ήταν μάλλον θετικό στοιχείο. Κατά τα άλλα πολλά μη πιστευτά συμβαίνουν, αρκετό ξύλο πέφτει, οι κακοί είναι πάντοτε πολύ κακοί και το τέλος, ό,τι και να συμβεί στο μεταξύ, απόλυτα προβλέψιμο. Ως εκ τούτου δείτε το φιλμ μόνο αν δεν έχετε τίποτα καλύτερο να κάνετε και πλήττετε αφόρητα.
Θα ξαναπώ όμως ότι προσωπικά, αν και σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται για κάτι στοιχειωδώς αξιόλογο, το βρήκα κάπως προτιμότερο από τη δεύτερη συνέχεια του Tony Scott. Καθαρά προσωπική γνώμη βεβαίως. Μη σας πάρω και στο λαιμό μου...
Ήδη σε παρακμή λοιπόν και μάλλον σε έλλειψη ιδεών, φτιάχνει το 1994 τον "Μπάτσο του Μπέβερλι Χιλς Νο 3", προσπαθώντας να αναβιώσει την επιτυχία και του Έντι Μέρφι, που κι αυτή είχε αρχίσει να παίρνει την κατιούσα. Και μόνο αυτό το Νο 3 δείχνει, νομίζω, την κατάσταση.
Αυτή τη φορά ο επίμονος, φασαριόζος και μάλλον ενοχλητικός μπάτσος ξαναπάει από το Ντιτρόιτ στο Μπέβερλι Χιλς και βρίσκεται στα ίχνη μιας αδίστακτης συμμορίας που κρύβεται πίσω από τη βιτρίνα ενός μεγάλου λούνα παρκ - θεματικού παιδότοπου. Τέλειο καμουφλάζ αθωότητας για βρώμικες δουλειές... Αυτή τη φορά τα πράγματα θα είναι σοβαρότερα από τα προηγούμενα "επεισόδια", αφού ένα από τα πρώτα θύματα θα είναι ο ίδιος ο προϊστάμενος του ήρωά μας. Μπαίνει και το στοιχείο του έρωτα, κι έτσι όλα γίνονται πιο προσωπικά από ποτέ και, φυσικά, όλα γίνονται άνω - κάτω, πάντα με πρωτοβουλία του Άξελ, που αψηφά επιδεικτικά τις εντολές των ανωτέρων του. Αλήθεια, πριν θριαμβεύσει και δικαιωθεί στο τέλος, έχει κανείς αναρωτηθεί πόσο κακό έχει προκαλέσει αυτός ο μπάτσος με τις συνεχείς "πρωτοβουλίες" του;
Στην τρίτη αυτή συνέχεια το χιούμορ, παραδόξως, είναι μειωμένο και το βάρος πέφτει στη δράση και στην ίντριγκα. Αυτό για πολλούς είναι κακό, ωστόσο, επειδή προσωπικά αντιπαθώ την εντιμερφική πλάκα, για μένα ήταν μάλλον θετικό στοιχείο. Κατά τα άλλα πολλά μη πιστευτά συμβαίνουν, αρκετό ξύλο πέφτει, οι κακοί είναι πάντοτε πολύ κακοί και το τέλος, ό,τι και να συμβεί στο μεταξύ, απόλυτα προβλέψιμο. Ως εκ τούτου δείτε το φιλμ μόνο αν δεν έχετε τίποτα καλύτερο να κάνετε και πλήττετε αφόρητα.
Θα ξαναπώ όμως ότι προσωπικά, αν και σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται για κάτι στοιχειωδώς αξιόλογο, το βρήκα κάπως προτιμότερο από τη δεύτερη συνέχεια του Tony Scott. Καθαρά προσωπική γνώμη βεβαίως. Μη σας πάρω και στο λαιμό μου...
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 18, 2015
Η "ΓΕΦΥΡΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΚΟΠΩΝ" ΚΑΙ Ο "ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΣ" ΣΠΙΛΜΠΕΡΓΚ
Ναι, ο Steven Spielberg παραμένει ένας "κλασικός" χολιγουντιανός σκηνοθέτης, διατηρώντας τη μακρά παράδοση του "τακτοποιημένου" και "για όλους" αμερικάνικου σινεμά. "Η Γέφυρα των Κατασκόπων" του 2015 το αποδεικνύει περίτρανα. Λίγα για την υπόθεση και μετά συζητάμε τα υπέρ και τα κατά των παραπάνω ισχυρισμών μου.
Η ιστορία βασίζεται (χαλαρά) σε αληθινά γεγονότα: Στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου και της υστερικής κομουνιστοφοβίας στις ΗΠΑ, στα 1957, συλλαμβάνεται σοβιετικός κατάσκοπος στη χώρα. Ένας πετυχημένος δικηγόρος επιστρατεύεται από την πολιτεία να τον υπερασπιστεί στη δίκη. Βλέπετε, η Αμερική πρέπει να δείξει άψογο πρόσωπο και να τηρήσει απόλυτα τις δημοκρατικές διαδικασίες. Η ιστορία γίνεται πρωτοσέλιδο. Ο Άμπελ, ο κατάσκοπος, γίνεται το πιο μισητό πρόσωπο στη χώρα και ο συνήγορός του, ο οποίος επιμένει να τηρήσει άψογα το νόμο, το δεύτερο πιο μισητό πρόσωπο μετά απ' αυτόν. Η δίκη τελείώνει - πρόκειται για χαμένη υπόθεση - αλλά ο δικηγόρος καταφέρνει να γλυτώσει τον ακούσιο πελάτη του από τη θανατική ποινή και να τον κάνει να "τη γλυτώσει" με ισόβια.Τρία χρόνια μετά η κυβέρνηση αναγκάζεται να ανταλλάξει τον σοβιετικό με έναν αμερικάο πιλότο κατασκοπευτικού αεροπλάνου που έχει συλληφθεί στη Ρωσία. Ο δικηγόρος στέλνεται στο Ανατολικό Βερολίνο για να διαπραγματευτεί και το πραγματικό θρίλερ αρχίζει.
Δικαστικό δράμα αρχικά, η ταινία μετατρέπεται σύντομα σε ψυχολογικό θρίλερ χαρακτήρων (προσοχή: μην περιμένετε πολλή δράση και περιπέτεια, είναι η αγχωτική ατμόσφαιρα και οι ψυχολογίες των χαρακτήρων όπου πέφτει το βάρος). Ας το πούμε λοιπόν από την αρχή: Ούτε κάτι πρωτότυπο ή πειραματικό υπάρχει ούτε καμιά συγκλονιστική ιδεολογική ή άλλη ανατροπή. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ο Spielberg κάνει μια ακόμα "αγιογραφία", κάνοντας πραγματικό ήρωα τον πρωταγωνιστή του Τομ Χανκς, ο οποίος με την ευφυία, την αυτοθυσία (είπαμε ότι γίνεται μισητός στη χώρα του και καταστρέφει κάθε αρμονία στους κόλπους της οικογένειάς του), αλλά κυρίως με την προσήλωση στο νόμο και τη δικαιοσύνη (το αναφαίρετο δικαίωμα να έχει υπεράσπιση ακόμα και ο εχθρός), γίνεται ο υπέρτατος ήρωας, ο τέλειος χαρακτήρας. Προφανώς τα πράγματα δεν έγιναν έτσι στην πραγματικότητα και τέτοιοι ακέραιοι και συγχρόνως ικανότατοι άνθρωποι μάλλον δεν υπάρχουν. Αυτό είναι δεδομένο. Όπως δεδομένος είναι ο διαχωρισμός της καλής δυτικής δημοκρατίας και του κακού κομουνισμού. Αυτά καλό είναι να τα γνωρίζετε από την αρχή για να μην εκνευριστείτε. Όμως, διάβολε, είναι τέτοια η αφηγηματική δεινότητα, τέτοια η άψογη (με τον κλασικό, "πεπατημένο" αν θέλετε τρόπο του χολιγουντιανού αφηγηματικού σινεμα) δημιουργία ατμόσφαιρας, τέτοιες οι συγκρούσεις - συχνά συναισθηματικές - που δημιουργούνται, ώστε τελικά απόλαυσα κάθε λεπτό του φιλμ. Πρόκειται νομίζω για τη δύναμη του "κλασικού μοντέλου".
Από αυτή την άποψη το συνιστώ. Παρά τις όποιες πιθανές ιδεολογικές διαφωνίες.
ΥΓ: Εντάξει, μια κάποια κριτική και στο αμερικάνικο μοντέλο γίνεται, καθώς πολλοί υψηλά ιστάμενοι είναι πρόθυμοι να "σταυρώσουν" δίχως αναστολές και καταπατώντας τις διαδικασίες τον μισητό κομουνιστή. Σιγά μην υπάρχει και γι' αυτούς ισότητα...
Η ιστορία βασίζεται (χαλαρά) σε αληθινά γεγονότα: Στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου και της υστερικής κομουνιστοφοβίας στις ΗΠΑ, στα 1957, συλλαμβάνεται σοβιετικός κατάσκοπος στη χώρα. Ένας πετυχημένος δικηγόρος επιστρατεύεται από την πολιτεία να τον υπερασπιστεί στη δίκη. Βλέπετε, η Αμερική πρέπει να δείξει άψογο πρόσωπο και να τηρήσει απόλυτα τις δημοκρατικές διαδικασίες. Η ιστορία γίνεται πρωτοσέλιδο. Ο Άμπελ, ο κατάσκοπος, γίνεται το πιο μισητό πρόσωπο στη χώρα και ο συνήγορός του, ο οποίος επιμένει να τηρήσει άψογα το νόμο, το δεύτερο πιο μισητό πρόσωπο μετά απ' αυτόν. Η δίκη τελείώνει - πρόκειται για χαμένη υπόθεση - αλλά ο δικηγόρος καταφέρνει να γλυτώσει τον ακούσιο πελάτη του από τη θανατική ποινή και να τον κάνει να "τη γλυτώσει" με ισόβια.Τρία χρόνια μετά η κυβέρνηση αναγκάζεται να ανταλλάξει τον σοβιετικό με έναν αμερικάο πιλότο κατασκοπευτικού αεροπλάνου που έχει συλληφθεί στη Ρωσία. Ο δικηγόρος στέλνεται στο Ανατολικό Βερολίνο για να διαπραγματευτεί και το πραγματικό θρίλερ αρχίζει.
Δικαστικό δράμα αρχικά, η ταινία μετατρέπεται σύντομα σε ψυχολογικό θρίλερ χαρακτήρων (προσοχή: μην περιμένετε πολλή δράση και περιπέτεια, είναι η αγχωτική ατμόσφαιρα και οι ψυχολογίες των χαρακτήρων όπου πέφτει το βάρος). Ας το πούμε λοιπόν από την αρχή: Ούτε κάτι πρωτότυπο ή πειραματικό υπάρχει ούτε καμιά συγκλονιστική ιδεολογική ή άλλη ανατροπή. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ο Spielberg κάνει μια ακόμα "αγιογραφία", κάνοντας πραγματικό ήρωα τον πρωταγωνιστή του Τομ Χανκς, ο οποίος με την ευφυία, την αυτοθυσία (είπαμε ότι γίνεται μισητός στη χώρα του και καταστρέφει κάθε αρμονία στους κόλπους της οικογένειάς του), αλλά κυρίως με την προσήλωση στο νόμο και τη δικαιοσύνη (το αναφαίρετο δικαίωμα να έχει υπεράσπιση ακόμα και ο εχθρός), γίνεται ο υπέρτατος ήρωας, ο τέλειος χαρακτήρας. Προφανώς τα πράγματα δεν έγιναν έτσι στην πραγματικότητα και τέτοιοι ακέραιοι και συγχρόνως ικανότατοι άνθρωποι μάλλον δεν υπάρχουν. Αυτό είναι δεδομένο. Όπως δεδομένος είναι ο διαχωρισμός της καλής δυτικής δημοκρατίας και του κακού κομουνισμού. Αυτά καλό είναι να τα γνωρίζετε από την αρχή για να μην εκνευριστείτε. Όμως, διάβολε, είναι τέτοια η αφηγηματική δεινότητα, τέτοια η άψογη (με τον κλασικό, "πεπατημένο" αν θέλετε τρόπο του χολιγουντιανού αφηγηματικού σινεμα) δημιουργία ατμόσφαιρας, τέτοιες οι συγκρούσεις - συχνά συναισθηματικές - που δημιουργούνται, ώστε τελικά απόλαυσα κάθε λεπτό του φιλμ. Πρόκειται νομίζω για τη δύναμη του "κλασικού μοντέλου".
Από αυτή την άποψη το συνιστώ. Παρά τις όποιες πιθανές ιδεολογικές διαφωνίες.
ΥΓ: Εντάξει, μια κάποια κριτική και στο αμερικάνικο μοντέλο γίνεται, καθώς πολλοί υψηλά ιστάμενοι είναι πρόθυμοι να "σταυρώσουν" δίχως αναστολές και καταπατώντας τις διαδικασίες τον μισητό κομουνιστή. Σιγά μην υπάρχει και γι' αυτούς ισότητα...
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 16, 2015
Ο ΦΕΛΙΝΙ, ΤΑ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ ΚΑΙ Η ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ "SWEET CHARITY"
Βρισκόμαστε στα 1969. Ο Bob Fosse (1927-1987) είναι ήδη από τη δεκαετία του 50 ένας πασίγνωστος και πολυβραβευμένος θεατρικός σκηνοθέτης μιούζικαλ (το ίνδαλμά του είναι ο Φρεντ Αστέρ). Τη χρονιά αυτή αποφασίζει να ασχοληθεί και με το σινεμά. Το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη θα γίνει με τη μεταφορά μιας δικής του μεγάλης θεατρικής επιτυχίας, του "Sweet Charity". Και δείχνει από αυτή την πρώτη φορά ότι είναι ένας εξ ίσου ικανός κινηματογραφικός σκηνοθέτης.
Η πλοκή της ταινίας (και του παλιότερου θεατρικού βεβαίως) βασίζονται στις "Νύχτες της Καμπίρια" του Φελίνι. Και εδώ παρακολουθούμε τις άλλοτε τρυφερές και αστείες και άλλοτε τραγικές και συγκινητικές ερωτικές ιστορίες μιας καλόκαρδης και μονίμως αισιόδοξης πόρνης (εδώ είναι "πριβέ χορεύτρια" σε καμπαρέ, αλλά συχνά...), μεταφερμένες βεβαίως στις ΗΠΑ.Όπως η Καμπίρια της κλασικής ταινίας, έτσι και η Τσάριτι είναι γλυκειά, μάλλον λιγάκι αφελής, συναισθηματική, ρομαντική και ξέρει να συγχωρεί. Πάνω απ' όλα όμως είναι αισιόδοξη. Περιμένει ένα καλύτερο μέλλον, πιστεύει ότι κάποια στιγμή θα ξεφύγει από την τρύπα που δουλεύει, από το όχι και τόσο αξιοπρεπές επάγγελμά της. Ότι θα βρει τον άντρα της ζωής της, θα έχει επιτέλους μια κανονική ζωή. Στο μεταξύ όμως, πάντα με την ελπίδα, ο χρόνος κυλά αμείλικτος... Οι συνάδελφοι και φίλες της συμμερίζονται τα αισθήματά και τα όνειρά της, ίσως όμως είναι λίγο πιο προσγειωμένες.
Το φιλμ μεταλλάσσεται από αστείο σε τραγικό, από γλυκό σε πικρό και, σε κάποια σημεία, γίνεται αληθινά συγκινητικό. Ακόμα και στο τέλος πάντως, μέσα στην τραγικότητα, αφήνει και πάλι να διαφανεί η ελπίδα. Αυτό άλλωστε είναι και το μήνυμά του, το σήμα κατατεθέν της Τσάριτι (και της Καμπίρια βεβαίως). Όλα αυτά όμως, που πιθανόν ακούγονται και κάπως "ξενέρωτα" σε κάποιους, έχουν μικρότερη σημασία από την κινηματογραφική γραφή. Ας μη ξεχνάμε ότι πάνω απ' όλα πρόκειται για μιούζικαλ, από τα πλέον διάσημα μάλιστα, με μερικά πολύ γνωστά τραγούδια. Γι' αυτό ο Fosse βρίσκεται στο στοιχείο του. Η πινελιά και το στιλ των 60ς υπάρχει έντονη και είναι εύκολα ορατή και για πολλούς νοσταλγική - προσέξτε και τους χίπις στο τέλος του φιλμ. Μερικά από τα χορευτικά / τραγουδιστικά νούμερα είναι πανέμορφα, σέξι και υπέροχα χορογραφημένα και φέρουν τη σφραγίδα του δημιουργού τους. Στην εποχή τους ήταν μοντέρνα. Κυρίως γι' αυτά, νομίζω, αξίζει η ταινία. Και για τη Σίρλεϊ ΜακΛέιν, τη γλυκειά και τραγική συγχρόνως.
Αν είστε φαν των μιούζικαλ δείτε το οπωσδήποτε - έστω κι αν βαριέστε τις "αισθηματικές" ταινίες. Δεν είναι από αυτά των 30ς και 40ς, αλλά της "νέας γενιάς". Και είναι και Fosse. Κι αυτό αυξάνει σίγουρα το ενδιαφερον.
Η πλοκή της ταινίας (και του παλιότερου θεατρικού βεβαίως) βασίζονται στις "Νύχτες της Καμπίρια" του Φελίνι. Και εδώ παρακολουθούμε τις άλλοτε τρυφερές και αστείες και άλλοτε τραγικές και συγκινητικές ερωτικές ιστορίες μιας καλόκαρδης και μονίμως αισιόδοξης πόρνης (εδώ είναι "πριβέ χορεύτρια" σε καμπαρέ, αλλά συχνά...), μεταφερμένες βεβαίως στις ΗΠΑ.Όπως η Καμπίρια της κλασικής ταινίας, έτσι και η Τσάριτι είναι γλυκειά, μάλλον λιγάκι αφελής, συναισθηματική, ρομαντική και ξέρει να συγχωρεί. Πάνω απ' όλα όμως είναι αισιόδοξη. Περιμένει ένα καλύτερο μέλλον, πιστεύει ότι κάποια στιγμή θα ξεφύγει από την τρύπα που δουλεύει, από το όχι και τόσο αξιοπρεπές επάγγελμά της. Ότι θα βρει τον άντρα της ζωής της, θα έχει επιτέλους μια κανονική ζωή. Στο μεταξύ όμως, πάντα με την ελπίδα, ο χρόνος κυλά αμείλικτος... Οι συνάδελφοι και φίλες της συμμερίζονται τα αισθήματά και τα όνειρά της, ίσως όμως είναι λίγο πιο προσγειωμένες.
Το φιλμ μεταλλάσσεται από αστείο σε τραγικό, από γλυκό σε πικρό και, σε κάποια σημεία, γίνεται αληθινά συγκινητικό. Ακόμα και στο τέλος πάντως, μέσα στην τραγικότητα, αφήνει και πάλι να διαφανεί η ελπίδα. Αυτό άλλωστε είναι και το μήνυμά του, το σήμα κατατεθέν της Τσάριτι (και της Καμπίρια βεβαίως). Όλα αυτά όμως, που πιθανόν ακούγονται και κάπως "ξενέρωτα" σε κάποιους, έχουν μικρότερη σημασία από την κινηματογραφική γραφή. Ας μη ξεχνάμε ότι πάνω απ' όλα πρόκειται για μιούζικαλ, από τα πλέον διάσημα μάλιστα, με μερικά πολύ γνωστά τραγούδια. Γι' αυτό ο Fosse βρίσκεται στο στοιχείο του. Η πινελιά και το στιλ των 60ς υπάρχει έντονη και είναι εύκολα ορατή και για πολλούς νοσταλγική - προσέξτε και τους χίπις στο τέλος του φιλμ. Μερικά από τα χορευτικά / τραγουδιστικά νούμερα είναι πανέμορφα, σέξι και υπέροχα χορογραφημένα και φέρουν τη σφραγίδα του δημιουργού τους. Στην εποχή τους ήταν μοντέρνα. Κυρίως γι' αυτά, νομίζω, αξίζει η ταινία. Και για τη Σίρλεϊ ΜακΛέιν, τη γλυκειά και τραγική συγχρόνως.
Αν είστε φαν των μιούζικαλ δείτε το οπωσδήποτε - έστω κι αν βαριέστε τις "αισθηματικές" ταινίες. Δεν είναι από αυτά των 30ς και 40ς, αλλά της "νέας γενιάς". Και είναι και Fosse. Κι αυτό αυξάνει σίγουρα το ενδιαφερον.
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 10, 2015
ΤΟ "AMERICAN GUN" ΚΑΙ ΟΙ ΟΔΥΝΗΡΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΟΠΛΟΚΑΤΟΧΗΣ
Η εμμονή των Ηνωμένων Πολιτειών με την ελεύθερη πώληση και κατοχή όπλων αποτελεί βεβαίως μόνιμο θέμα συζήτησης (και οργής για πολλούς, ευτυχώς). Το 2005 ο παντελώς άγνωστος Aric Avelino (ο οποίος από τότε δεν γύρισε κάτι άλλο) κάνει το "American Gun". Άγνωστος μεν, αλλά η ταινία διαθέτει καστ που περιλαμβάνει τον Ντόναλντ Σάντερλαντ, την Μάρσια Γκέι Χάρντεν και τον Φόρεστ Γουαϊτέκερ!
Πρόκειται για ένα "βαρύ" δράμα. Μια αναίτια και παράλογη σφαγή σε σχολείο (που θυμίζει έντονα το Columbine) έχει συμβεί. Το φιλμ δεν εξετάζει τα αίτια και το πώς έγινε η σφαγή. Αντίθετα ασχολείται με τις οδυνηρές επιπτώσεις της στις ζωές μιας ομάδας ετερόκλητων ανθρώπων πολύ λίγα χρόνια μετά. Στην ομάδα αυτή (μερικοί δεν γνωρίζονται καν μεταξύ τους) περιλαμβάνονται η μητέρα και ο μικρός αδελφός ενός από τους δολοφόνους, ένας γυμνασιάρχης που προσπαθεί να αποτρέψει τους μαθητές του από το να κουβαλούν όπλα, ένας αστυνομικός - μάρτυρας της σφαγής και άλλοι. Οι ιστορίες τους μερικές φορές διαπλέκονται. Αυτό που δείχνεται όμως είναι ότι το τραγικό γεγονός τους έχει αφήσει ανεξίτηλα σημάδια με πολλούς τρόπους.
Οι ηθοποιίες είναι πολύ καλές, το δράμα λειτουργεί και η ιδέα να μην δειχτεί το γεγονός αλλά οι εφιαλτικές επιπτώσεις του είναι έξυπνη. Από την άλλη στηλιτεύεται ο κοινωνικός ρατσισμός και οι επιπτώσεις ακόμα και σε παντελώς αθώους, που έτυχε να έχουν κάποια σχέση με τους παράλογους δολοφόνους, αλλά και τα αδηφάγα media που δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτα. Έτσι οι προθέσεις της ταινίας είναι για μένα απόλυτα θετικές.
Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε ένα πολύ βαρύ δράμα, απ' αυτά που συχνά φτιάχνουν οι αμερικάνοι. Φυσικά πολλοί μπορεί να προβληματιστούν για το αμερικάνικο φαινόμενο της οπλοκατοχής και τις τραγικές του επιπτώσεις, ωστόσο για μένα τουλάχιστον είναι ένα θέμα πάνω στο οποίο έχω ξεκάθαρη άποψη και δεν χρειάζεται να δω κάτι τέτοιο για να σκεφτώ πάνω σ' αυτό. Πάντως η προσπάθεια είναι μάλλον καλή. Αν βεβαίως σας αρέσουν τα μαύρα δράματα (ναι, τις κόβεις λίγο τις φλέβες σου με τις απελπισμένες καταστάσεις που παρακολουθείς, αλλά κάπως έτσι είναι τα πράγματα...)
Πρόκειται για ένα "βαρύ" δράμα. Μια αναίτια και παράλογη σφαγή σε σχολείο (που θυμίζει έντονα το Columbine) έχει συμβεί. Το φιλμ δεν εξετάζει τα αίτια και το πώς έγινε η σφαγή. Αντίθετα ασχολείται με τις οδυνηρές επιπτώσεις της στις ζωές μιας ομάδας ετερόκλητων ανθρώπων πολύ λίγα χρόνια μετά. Στην ομάδα αυτή (μερικοί δεν γνωρίζονται καν μεταξύ τους) περιλαμβάνονται η μητέρα και ο μικρός αδελφός ενός από τους δολοφόνους, ένας γυμνασιάρχης που προσπαθεί να αποτρέψει τους μαθητές του από το να κουβαλούν όπλα, ένας αστυνομικός - μάρτυρας της σφαγής και άλλοι. Οι ιστορίες τους μερικές φορές διαπλέκονται. Αυτό που δείχνεται όμως είναι ότι το τραγικό γεγονός τους έχει αφήσει ανεξίτηλα σημάδια με πολλούς τρόπους.
Οι ηθοποιίες είναι πολύ καλές, το δράμα λειτουργεί και η ιδέα να μην δειχτεί το γεγονός αλλά οι εφιαλτικές επιπτώσεις του είναι έξυπνη. Από την άλλη στηλιτεύεται ο κοινωνικός ρατσισμός και οι επιπτώσεις ακόμα και σε παντελώς αθώους, που έτυχε να έχουν κάποια σχέση με τους παράλογους δολοφόνους, αλλά και τα αδηφάγα media που δεν διστάζουν μπροστά σε τίποτα. Έτσι οι προθέσεις της ταινίας είναι για μένα απόλυτα θετικές.
Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε ένα πολύ βαρύ δράμα, απ' αυτά που συχνά φτιάχνουν οι αμερικάνοι. Φυσικά πολλοί μπορεί να προβληματιστούν για το αμερικάνικο φαινόμενο της οπλοκατοχής και τις τραγικές του επιπτώσεις, ωστόσο για μένα τουλάχιστον είναι ένα θέμα πάνω στο οποίο έχω ξεκάθαρη άποψη και δεν χρειάζεται να δω κάτι τέτοιο για να σκεφτώ πάνω σ' αυτό. Πάντως η προσπάθεια είναι μάλλον καλή. Αν βεβαίως σας αρέσουν τα μαύρα δράματα (ναι, τις κόβεις λίγο τις φλέβες σου με τις απελπισμένες καταστάσεις που παρακολουθείς, αλλά κάπως έτσι είναι τα πράγματα...)
Τρίτη, Δεκεμβρίου 08, 2015
Ο "DHEEPAN" ΚΑΙ Ο ΔΥΤΙΚΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
Ο Jacques Audiard είναι από τους σημαντικούς σύγχρονους γάλλους δημιουργούς. Νομίζω ότι ο "Dheepan" ("Dheepan: Ο Άνθρωπος Χωρίς Πατρίδα" στα ελληνικά) του 2015 το επιβεβαιώνει. Όχι μόνο φυσικά επειδή είναι επίκαιρο λόγω προσφύγων, αλλά κυρίως επειδή πρόκειται για πολύ δυνατή ταινία.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι από τη Σρι Λάνκα, μια ακόμα χώρα που βρίσκεται σε εμφύλιο, και πολεμ΄στις τάξεις των ανταρτών "Τίγρεις Ταμίλ". Όταν δεν αντέχει άλλο την κόλαση στην πατρίδα του καταφεύγει σε στρατόπεδο προσφύγων του ΟΗΕ, συναντά μια άγνωστη νεαρή γυναίκα και ένα εξ ίσου άγνωστο κοριτσάκι και οι τρεις τους παριστάνουν την οικογένεια. Τελικά καταφέρνουν να φτάσουν στη Γαλλία, εγκαθίστανται σε υποβαθμισμένο προάστιο του Παρισιού και ο Ντιπάν γίνεται επιστάτης σε μια τεράστια, μάλλον εξαθλιωμένη πολυκατοικία. Εκεί θα έρθει αντιμέτωπος με τη βία των ντόπιων συμμοριών που λυμαίνονται την περιοχή, αλλά και με το παρελθόν του που τόσο έχει πασχίσει να ξεπεράσει.
Η ταινία κατ' αρχήν είναι ρεαλιστική, θυμίζει μάλιστα κάπου το ντοκιμαντερίστικο κλίμα των Νταρντέν. Σιγά - σιγά όμως γίνεται πιο παράξενη και καταλήγει σε ένα μάλλον απρόσμενο πολύ δυνατό (και βίαιο) φινάλε. Το φιλμ παρακολουθεί τόσο τη δική του καθημερινότητα όσο και της κοπέλας που παριστάνει τη σύζυγο. Ο πρωταγωνιστής στον νέο κόσμο - παράδεισο γι' αυτόν - όπου φτάνει, έχει κατ' αρχήν να αντιμετωπίσει την κατάσταση και τις εντάσεις στο ίδιο του το σπίτι, όπου είναι υποχρεωμένος να μένει με δύο άγνωστες, παριστάνοντας την οικογένεια. Απο εκεί και πέρα υπάρχει η βία του περιβάλλοντος (οι συμμορίες, η φτώχεια) που προαναφέραμε. Έτσι το τελικό ξέσπασμα είναι κατά κάποιον τρόπο αναμενόμενο. Κι έτσι κι εμείς αναρωτιόμαστε αν ο δικός μας, ο δυτικός κόσμος, διαφερει στην ουσία από τον άγριο τριτοκοσμικό. Το ενδιαφέρον για μένα όμως βρίσκεται ακριβώς εδώ: Σύμφωνοι, η ουσία και η δομή της δύσης είναι παρόμοια με τις πιο άγριες καταστάσεις "εκεί έξω", ωστόσο ο Audiard δεν παρασύρεται από ένα τυφλό "αντιδυτικισμό" (συγχωρείστε με για την μάλλον αδόκιμη λέξη). Αντίθετα η ταινία διαθέτει και την διάσταση που δείχνει ότι παρά τη σκληρότητα και τις δυσκολίες, ο κόσμος αυτός δοαθέτει γοητευτικά στοιχεία για τους πρώην εξαθλιωμένους μετανάστες (ο μισθός, ο μη πόλεμος, το σχολείο του μικρού κοριτσιού κλπ.). Για πολλούς από εμάς η ζωή των τριών στο άθλιο και υποβιβασμένο προάστιο φαίνεται εφιαλτική. Γι' αυτούς όμως σε αρκετά σημεία είναι καλύτερη απ' ό,τι άφησαν πίσω τους. Με τον τρόπο αυτόν το φιλμ γίνεται πολυδιάστατο. Ναι, η δύση είναι "κακιά" και πολύ απέχει από τον παράδεισο που οι καταtρεγμένοι ονειρεύονται, κι όμως παραμένει κάτι καλύτερο από την εκεί κόλαση... ϊσως αυτό να εξηγεί και την κατάσταση που βιώνουμε σήμερα στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη χώρα μας.
Θα επαναλάβω ότι, πέραν των αναλύσεων, πρόκειται κατά τη γνώμη μου για πολύ δυνατή ταινία, η οποία, ως γνωστόν, κέρδισε το μεγάλο βραβείο στις Κάννες.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι από τη Σρι Λάνκα, μια ακόμα χώρα που βρίσκεται σε εμφύλιο, και πολεμ΄στις τάξεις των ανταρτών "Τίγρεις Ταμίλ". Όταν δεν αντέχει άλλο την κόλαση στην πατρίδα του καταφεύγει σε στρατόπεδο προσφύγων του ΟΗΕ, συναντά μια άγνωστη νεαρή γυναίκα και ένα εξ ίσου άγνωστο κοριτσάκι και οι τρεις τους παριστάνουν την οικογένεια. Τελικά καταφέρνουν να φτάσουν στη Γαλλία, εγκαθίστανται σε υποβαθμισμένο προάστιο του Παρισιού και ο Ντιπάν γίνεται επιστάτης σε μια τεράστια, μάλλον εξαθλιωμένη πολυκατοικία. Εκεί θα έρθει αντιμέτωπος με τη βία των ντόπιων συμμοριών που λυμαίνονται την περιοχή, αλλά και με το παρελθόν του που τόσο έχει πασχίσει να ξεπεράσει.
Η ταινία κατ' αρχήν είναι ρεαλιστική, θυμίζει μάλιστα κάπου το ντοκιμαντερίστικο κλίμα των Νταρντέν. Σιγά - σιγά όμως γίνεται πιο παράξενη και καταλήγει σε ένα μάλλον απρόσμενο πολύ δυνατό (και βίαιο) φινάλε. Το φιλμ παρακολουθεί τόσο τη δική του καθημερινότητα όσο και της κοπέλας που παριστάνει τη σύζυγο. Ο πρωταγωνιστής στον νέο κόσμο - παράδεισο γι' αυτόν - όπου φτάνει, έχει κατ' αρχήν να αντιμετωπίσει την κατάσταση και τις εντάσεις στο ίδιο του το σπίτι, όπου είναι υποχρεωμένος να μένει με δύο άγνωστες, παριστάνοντας την οικογένεια. Απο εκεί και πέρα υπάρχει η βία του περιβάλλοντος (οι συμμορίες, η φτώχεια) που προαναφέραμε. Έτσι το τελικό ξέσπασμα είναι κατά κάποιον τρόπο αναμενόμενο. Κι έτσι κι εμείς αναρωτιόμαστε αν ο δικός μας, ο δυτικός κόσμος, διαφερει στην ουσία από τον άγριο τριτοκοσμικό. Το ενδιαφέρον για μένα όμως βρίσκεται ακριβώς εδώ: Σύμφωνοι, η ουσία και η δομή της δύσης είναι παρόμοια με τις πιο άγριες καταστάσεις "εκεί έξω", ωστόσο ο Audiard δεν παρασύρεται από ένα τυφλό "αντιδυτικισμό" (συγχωρείστε με για την μάλλον αδόκιμη λέξη). Αντίθετα η ταινία διαθέτει και την διάσταση που δείχνει ότι παρά τη σκληρότητα και τις δυσκολίες, ο κόσμος αυτός δοαθέτει γοητευτικά στοιχεία για τους πρώην εξαθλιωμένους μετανάστες (ο μισθός, ο μη πόλεμος, το σχολείο του μικρού κοριτσιού κλπ.). Για πολλούς από εμάς η ζωή των τριών στο άθλιο και υποβιβασμένο προάστιο φαίνεται εφιαλτική. Γι' αυτούς όμως σε αρκετά σημεία είναι καλύτερη απ' ό,τι άφησαν πίσω τους. Με τον τρόπο αυτόν το φιλμ γίνεται πολυδιάστατο. Ναι, η δύση είναι "κακιά" και πολύ απέχει από τον παράδεισο που οι καταtρεγμένοι ονειρεύονται, κι όμως παραμένει κάτι καλύτερο από την εκεί κόλαση... ϊσως αυτό να εξηγεί και την κατάσταση που βιώνουμε σήμερα στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη χώρα μας.
Θα επαναλάβω ότι, πέραν των αναλύσεων, πρόκειται κατά τη γνώμη μου για πολύ δυνατή ταινία, η οποία, ως γνωστόν, κέρδισε το μεγάλο βραβείο στις Κάννες.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 06, 2015
ΣΑΤΙΡΙΚΟ - ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟ - "CHEVALIER"
Η Αθηνά Ραχή Τσαγκάρη παραμένει στις επάλξεις του λεγόμενου Weird Greek Cinema. Μετά το "Attenberg" έρχεται το "Chevalier" του 2015, μια μάλλον σουρεαλιστική στην εξέλιξή της σάτιρα των ανδρών γενικά.
Σε πολύτελές γιωτ στον Σαρωνικό βρίσκονται για να κάνουν χειμερινό ψαροντούφεκο έξι φίλοι και τα τρία μέλη του πληρώματος. Εύποροι όλοι - μεγαλογιατρός ο πιο ηλικιωμένος - δείχνουν να γνωρίζονται από παλιά. Όταν το σκάφος ακινητοποιείται σε ένα ήσυχο λιμάνι λόγω προσωρινής βλάβης και για να σκοτώσουν την ώρα τους, οι έξι αποφασίζουν να παίξουν ένα αυτοσχέδιο παιχνίδι που θα αναδείξει "τον καλύτρο σε όλα", τTsον καλύτερο γενικώς δηλαδή. Οι δοκιμασίες επινοούνται επί τόπου και πρέπει να εκτελεστούν απ' όλους, ενώ ο καθένας τους βαθμολογεί τους υπόλοιπους. Τι δοκιμασίες; Από το ποιος έχει καλύτερες εξετάσεις αίματος και μεγαλύτερη στύση έως ποιος μπορεί να συναρμολογήσει γρηγορότερα ένα έπιπλο ΙΚΕΑ. Όσο περνάνε οι μέρες οι ανταγωνιστές μπαίνουν όλο και πιο βαθιά στο παιχνίδι, το παίρνουν όλο και πιο σοβαρά, αρχίζουν πλέον να κάνουν τα πάντα για να νικήσουν, ενώ οι δοκιμασίες και η κατάσταση εν γένει γίνεται όλο και πιο σουρεαλιστική. Και, βέβαια, διαφορες "σκοτεινές πτυχές" του χαρακτήρα τους αποκαλύπτονται.
Πρόκειται φυσικά για μια σάτιρα των ανδρών γενικά. Της ανδρικής ματαιοδοξίας, της ανδρικής μεγαλομανίας αν θέλετε, της ανταγωνιστικότητάς τους, της μανίας τους να είναι πρώτοι σε όλα. Δεν είναι τυχαίο το ότι μιλάμε για εκπροσώπους ανώτερης τάξης, οπότε όλα τα παραπάνω ενισχύονται. Το σχόλιο για τις κατώτερες τάξεις (το προσωπικό του γιωτ) είναι έξυπνο, δείχνοντάς μας ξεκάθαρα ότι και αυτές έχουν προσβληθεί από το "μικρόβιο" της ανταγωνιστικότητας. Η ιδέα, υποβοηθούμενη και από το παράξενο κλίμα που δημιουργεί η απομόνωση και ο εγκλεισμός των ηρώων στο σκάφος, λειτουργεί αρκετά, ενώ προσπαθούν να σκιαγραφηθούν οι χαρακτήρες τους (ο πιο παράξενος είναι ο μάλλον συγκινητικός Μάκης Παπαδημητρίου). Ωστοσο νομίζω ότι απο ένα σημείο και πέρα το όλο πράγμα αρχίζει να επαναλαμβάνεται, αποκτά τα χαρακτηριστικά εμμονής και, τελικά, μάλλον κουράζει.
Συνολικά το βρήκα μεν ενδιαφέρον, αλλά μέχρις ενός σημείου. Μάλλον δεν με ικανοποίησε απόλυτα.
Σε πολύτελές γιωτ στον Σαρωνικό βρίσκονται για να κάνουν χειμερινό ψαροντούφεκο έξι φίλοι και τα τρία μέλη του πληρώματος. Εύποροι όλοι - μεγαλογιατρός ο πιο ηλικιωμένος - δείχνουν να γνωρίζονται από παλιά. Όταν το σκάφος ακινητοποιείται σε ένα ήσυχο λιμάνι λόγω προσωρινής βλάβης και για να σκοτώσουν την ώρα τους, οι έξι αποφασίζουν να παίξουν ένα αυτοσχέδιο παιχνίδι που θα αναδείξει "τον καλύτρο σε όλα", τTsον καλύτερο γενικώς δηλαδή. Οι δοκιμασίες επινοούνται επί τόπου και πρέπει να εκτελεστούν απ' όλους, ενώ ο καθένας τους βαθμολογεί τους υπόλοιπους. Τι δοκιμασίες; Από το ποιος έχει καλύτερες εξετάσεις αίματος και μεγαλύτερη στύση έως ποιος μπορεί να συναρμολογήσει γρηγορότερα ένα έπιπλο ΙΚΕΑ. Όσο περνάνε οι μέρες οι ανταγωνιστές μπαίνουν όλο και πιο βαθιά στο παιχνίδι, το παίρνουν όλο και πιο σοβαρά, αρχίζουν πλέον να κάνουν τα πάντα για να νικήσουν, ενώ οι δοκιμασίες και η κατάσταση εν γένει γίνεται όλο και πιο σουρεαλιστική. Και, βέβαια, διαφορες "σκοτεινές πτυχές" του χαρακτήρα τους αποκαλύπτονται.
Πρόκειται φυσικά για μια σάτιρα των ανδρών γενικά. Της ανδρικής ματαιοδοξίας, της ανδρικής μεγαλομανίας αν θέλετε, της ανταγωνιστικότητάς τους, της μανίας τους να είναι πρώτοι σε όλα. Δεν είναι τυχαίο το ότι μιλάμε για εκπροσώπους ανώτερης τάξης, οπότε όλα τα παραπάνω ενισχύονται. Το σχόλιο για τις κατώτερες τάξεις (το προσωπικό του γιωτ) είναι έξυπνο, δείχνοντάς μας ξεκάθαρα ότι και αυτές έχουν προσβληθεί από το "μικρόβιο" της ανταγωνιστικότητας. Η ιδέα, υποβοηθούμενη και από το παράξενο κλίμα που δημιουργεί η απομόνωση και ο εγκλεισμός των ηρώων στο σκάφος, λειτουργεί αρκετά, ενώ προσπαθούν να σκιαγραφηθούν οι χαρακτήρες τους (ο πιο παράξενος είναι ο μάλλον συγκινητικός Μάκης Παπαδημητρίου). Ωστοσο νομίζω ότι απο ένα σημείο και πέρα το όλο πράγμα αρχίζει να επαναλαμβάνεται, αποκτά τα χαρακτηριστικά εμμονής και, τελικά, μάλλον κουράζει.
Συνολικά το βρήκα μεν ενδιαφέρον, αλλά μέχρις ενός σημείου. Μάλλον δεν με ικανοποίησε απόλυτα.
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 04, 2015
"Η ΕΡΩΜΕΝΗ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ" ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΊ (ΑΚΟΥΣΙΩΣ) ΧΑΜΟΓΕΛΑ
Η Hammer είναι βεβαίως η cult βρετανική εταιρία που, με μικρές παραγωγές, αναβίωσε την ταινία τρόμου και, φυσικά, καθιέρωσε τον Κρίστοφερ Λι ως τον εμβληματικότερο Δράκουλα της οθόνης. Η εταιρία φυσικά έφτιαξε και πολλές άλλες ταινίες τρόμου. Βασικότερος σκηνοθέτης της ήταν ο Terence Fisher (1904-1980). Φυσικά δεν είναι καλές όλες οι ταινίες της, αν και πάντα διαθέτουν κάποια ατμόσφαιρα.
Ο Fisher γυρίζει το "The Devil Rides Out" (ή "Devil's Bride" ή "Η Ερωμένη του Διαβόλου" στην Ελλάδα) το 1968. Πρωταγωνιστεί και πάλι ο Κρίστοφερ Λι, αυτή τη φορά όμως σε ρόλο - έκπληξη, που συμβάλλει στην ιδιορρυθμία της ταινίας: Είναι μια από τις λίγες φορές που ερμηνεύει τον "καλό"! Αυτό κι αν είναι σπάνιο!
Πρόκειται για μια ιστορία μαύρης μαγείας, στην οποία βεβαίως εμπλέκεται και ο Σατανάς (ο οποίος μάλιστα εμφανίζεται αυτοπροσώπως). Ο δούκας Νίκολας (ο Λι) ανακαλύπτει ότι ο γιος ενός μακαρίτη παλιού του φίλου είναι αναμεμειγμένος με τη μαύρη μαγεία και τη λατρεία του Διαβόλου, ετοιμάζεται μάλιστα να βαπτιστεί σ' αυτόν. Με τη βοήθεια ενός άλλου στενού του φίλου κάνουν τα πάντα για να τον σώσουν από τα νύχια των σατανιστών, και μαζί του και μια νέα κοπέλα, η οποία επίσης ετοιμάζεται να βαπτιστεί. Από εκεί και πέρα η μια κατάσταση φέρνει την άλλη και όλα γίνονται όλο και πιο επικίνδυνα.
Εντάξει, πρόκειται για ταινία που σήμερα μάλλον προκαλεί μειδιάματα. Η τροπή είναι απίθανη, διάφορα γεγονότα συμβαίνουν με πρωτοφανή ευκολία, ο από μηχανής θεός και τα πολύ χαλαρά εξηγήσιμα συμβάντα εξασφαλίζουν μάλλον αχρείαστο τέλος... ενώ ο πολέμιος της μαύρης μαγείας δούκας μοιάζει (φυσικά) να ξέρει τα πάντα γι' αυτήν. Χαρακτηριστικό του φιλμ (ούτε καλό ούτε κακό) είναι ότι συχνά νομίζει κανείς ότι φτάσαμε στο τέλος, όμως μια ακόμα πιο δύσκολη ή/και φριχτή εμπειρία μας περιμένει κι ένα καινούριο κεφάλαιο ξεκινά.
Εντάξει, μπορεί κάποιοι να τη θεωρήσουν cult, όπως πολλές τέτοιες ταινίες. Η αφέλεια πάντως (γοητευτική για πολλούς) είναι το βασικό της χαρακτηριστικό. Δίχως αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι συνολικά (μάλλον) διασκεδαστική, ιδιαίτερα αν είστε φίλος των παλιών ταινιών τρόμου. Με τις οποίες, βεβαίως, ουδείς πλέον τρομάζει σήμερα.
ΥΓ: Ίσως απολαύσετε την εμφάνιση στο ρόλο του κακού του Charles Gray, που δεν είναι άλλος από τον "καθηγητή" (criminologist) στο αληθινά cult "Rocky Horror".
Ο Fisher γυρίζει το "The Devil Rides Out" (ή "Devil's Bride" ή "Η Ερωμένη του Διαβόλου" στην Ελλάδα) το 1968. Πρωταγωνιστεί και πάλι ο Κρίστοφερ Λι, αυτή τη φορά όμως σε ρόλο - έκπληξη, που συμβάλλει στην ιδιορρυθμία της ταινίας: Είναι μια από τις λίγες φορές που ερμηνεύει τον "καλό"! Αυτό κι αν είναι σπάνιο!
Πρόκειται για μια ιστορία μαύρης μαγείας, στην οποία βεβαίως εμπλέκεται και ο Σατανάς (ο οποίος μάλιστα εμφανίζεται αυτοπροσώπως). Ο δούκας Νίκολας (ο Λι) ανακαλύπτει ότι ο γιος ενός μακαρίτη παλιού του φίλου είναι αναμεμειγμένος με τη μαύρη μαγεία και τη λατρεία του Διαβόλου, ετοιμάζεται μάλιστα να βαπτιστεί σ' αυτόν. Με τη βοήθεια ενός άλλου στενού του φίλου κάνουν τα πάντα για να τον σώσουν από τα νύχια των σατανιστών, και μαζί του και μια νέα κοπέλα, η οποία επίσης ετοιμάζεται να βαπτιστεί. Από εκεί και πέρα η μια κατάσταση φέρνει την άλλη και όλα γίνονται όλο και πιο επικίνδυνα.
Εντάξει, πρόκειται για ταινία που σήμερα μάλλον προκαλεί μειδιάματα. Η τροπή είναι απίθανη, διάφορα γεγονότα συμβαίνουν με πρωτοφανή ευκολία, ο από μηχανής θεός και τα πολύ χαλαρά εξηγήσιμα συμβάντα εξασφαλίζουν μάλλον αχρείαστο τέλος... ενώ ο πολέμιος της μαύρης μαγείας δούκας μοιάζει (φυσικά) να ξέρει τα πάντα γι' αυτήν. Χαρακτηριστικό του φιλμ (ούτε καλό ούτε κακό) είναι ότι συχνά νομίζει κανείς ότι φτάσαμε στο τέλος, όμως μια ακόμα πιο δύσκολη ή/και φριχτή εμπειρία μας περιμένει κι ένα καινούριο κεφάλαιο ξεκινά.
Εντάξει, μπορεί κάποιοι να τη θεωρήσουν cult, όπως πολλές τέτοιες ταινίες. Η αφέλεια πάντως (γοητευτική για πολλούς) είναι το βασικό της χαρακτηριστικό. Δίχως αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι συνολικά (μάλλον) διασκεδαστική, ιδιαίτερα αν είστε φίλος των παλιών ταινιών τρόμου. Με τις οποίες, βεβαίως, ουδείς πλέον τρομάζει σήμερα.
ΥΓ: Ίσως απολαύσετε την εμφάνιση στο ρόλο του κακού του Charles Gray, που δεν είναι άλλος από τον "καθηγητή" (criminologist) στο αληθινά cult "Rocky Horror".
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 02, 2015
ΛΙΤΟ ΚΑΙ (ΣΧΕΤΙΚΑ) ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ "ΤΕΛΟΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ"
Ο Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, με μικρό σχετικά συγγραφικό έργο, θεωρείται από τους μεγαλύτερους σύγχρονους αμερικανούς συγγραφείς, κυρίως με το μεγάλο σε όγκο μυθιστόρημά του Infinite jest. Το έργο του είναι μικρό, επειδή ο Γουάλας αυτοκτόνησε το 2008 σε ηλικία μόλις 48 ετών. Η ταινία του James Ponsoldt "Τέλος Διαδρομής" (End of the Tour) του 2015 βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία, παρακολουθεί τη σχέση του δημοσιογράφου Λίπσκι με τον συγγραφέα και βασίζεται στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πρώτου (του Λϊπσκι δηαλαδή) που καταγράφει αυτή τη σχέση.
Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Ντέιβιντ Λϊπσκι μαθαίνει στην πρώτη σκηνή την αυτοκτονία του Γουάλας. Συγκινημένος και ταραγμένος ξεθάβει παλιές κασέτες από πενθήμερη συνέντευξη που είχε πάρει απο τον αυτόχειρα 12 χρόνια πριν. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε σε flash back τα όσα συνέβησαν μεταξύ τους τις παλιές αυτές μέρες: Μετά την επιτυχία του Γουάλας ο δημοσιογράφος του Rolling Stone Λίπσκι ταξιδεύει στην επαρχία για να τον συναντήσει στο σπίτι του. Στη συνέχεια θα τον ακολουθήσει στην περιδεία που θα κάνει για την προώθηση του βιβλίου μέχρι τη Μινεάπολι, τελευταίο σταθμό της. Οι σχέσεις τους, γεμάτες αμοιβαία καχυποψία αρχικά, περνάν από μεγάλη συναισθηματική γκάμα, από τη φιλία και τη συμπάθεια έως καυγάδες και παρεξηγήσεις.
Αυτό που φαίνεται αμέσως είναι ότι πρόκειται για ταινία χαρακτήρων. Ο συγγραφέας Γουάλας διαθέτει μια παράξενη προσωπικότητα: Ενώ είναι ευφυέστατος, πολυδιαβασμένος και πρόσφατα διάσημος, με διθυραμβικές κριτικές για το έργο του, αρνείται να ακολουθήσει μια "διανοουμενίστικη" ζωή. Ζει μόνος (με τον σκύλο του) στο επαρχιακό του σπίτι σε μια συνηθισμένη πόλη και προσπαθεί να ακολουθήσει το life style ενός συνηθισμένου, μέσου αμερικάνου. Πολλές απο τις συζητήσεις του περιστρέφονται γύρω από καθημερινά, κοινότοπα θέματα, μεταξύ των οποίων και το σεξ και οι εν γένει σχέσεις με τις γυναίκες. Γεμάτος άγχη και φοβίες, ιδιόρρυθμος και συχνά συνεσταλμένος, άλλοτε έλκεται και άλλοτε απωθείται από τη σχετικά δύσκολη (επίσης) προσωπικότητα του δημοσιογράφου.
Συνολικά λοιπόν αυτό που βλέπουμε είναι ένας συνδυασμός road movie και buddy movie με καλές ηθοποιίες. Συνειδητά μάλλον το φιλμ παραμένει χαμηλότονο και δίχως κορυφώσεις και εξάρσεις. Είναι προσεχτικό και καλοφτιαγμένο, διαθέτει χιουμοριστικές στιγμές, το είδα χωρίς να κουραστώ, αλλά τελικά δεν το θεωρώ κάτι φοβερό. Περισσότερο συνίσταται για τους φίλους του συγγραφέα Γουάλας, οι οποίοι, έκτός από το έργο του, ενδιαφέρονται και για την παράξενη προσωπικότητά του. Οι υπόλοιποι μάλλον θα το ξεχάσουν σύντομα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται για κακή ταινία.
Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Ντέιβιντ Λϊπσκι μαθαίνει στην πρώτη σκηνή την αυτοκτονία του Γουάλας. Συγκινημένος και ταραγμένος ξεθάβει παλιές κασέτες από πενθήμερη συνέντευξη που είχε πάρει απο τον αυτόχειρα 12 χρόνια πριν. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε σε flash back τα όσα συνέβησαν μεταξύ τους τις παλιές αυτές μέρες: Μετά την επιτυχία του Γουάλας ο δημοσιογράφος του Rolling Stone Λίπσκι ταξιδεύει στην επαρχία για να τον συναντήσει στο σπίτι του. Στη συνέχεια θα τον ακολουθήσει στην περιδεία που θα κάνει για την προώθηση του βιβλίου μέχρι τη Μινεάπολι, τελευταίο σταθμό της. Οι σχέσεις τους, γεμάτες αμοιβαία καχυποψία αρχικά, περνάν από μεγάλη συναισθηματική γκάμα, από τη φιλία και τη συμπάθεια έως καυγάδες και παρεξηγήσεις.
Αυτό που φαίνεται αμέσως είναι ότι πρόκειται για ταινία χαρακτήρων. Ο συγγραφέας Γουάλας διαθέτει μια παράξενη προσωπικότητα: Ενώ είναι ευφυέστατος, πολυδιαβασμένος και πρόσφατα διάσημος, με διθυραμβικές κριτικές για το έργο του, αρνείται να ακολουθήσει μια "διανοουμενίστικη" ζωή. Ζει μόνος (με τον σκύλο του) στο επαρχιακό του σπίτι σε μια συνηθισμένη πόλη και προσπαθεί να ακολουθήσει το life style ενός συνηθισμένου, μέσου αμερικάνου. Πολλές απο τις συζητήσεις του περιστρέφονται γύρω από καθημερινά, κοινότοπα θέματα, μεταξύ των οποίων και το σεξ και οι εν γένει σχέσεις με τις γυναίκες. Γεμάτος άγχη και φοβίες, ιδιόρρυθμος και συχνά συνεσταλμένος, άλλοτε έλκεται και άλλοτε απωθείται από τη σχετικά δύσκολη (επίσης) προσωπικότητα του δημοσιογράφου.
Συνολικά λοιπόν αυτό που βλέπουμε είναι ένας συνδυασμός road movie και buddy movie με καλές ηθοποιίες. Συνειδητά μάλλον το φιλμ παραμένει χαμηλότονο και δίχως κορυφώσεις και εξάρσεις. Είναι προσεχτικό και καλοφτιαγμένο, διαθέτει χιουμοριστικές στιγμές, το είδα χωρίς να κουραστώ, αλλά τελικά δεν το θεωρώ κάτι φοβερό. Περισσότερο συνίσταται για τους φίλους του συγγραφέα Γουάλας, οι οποίοι, έκτός από το έργο του, ενδιαφέρονται και για την παράξενη προσωπικότητά του. Οι υπόλοιποι μάλλον θα το ξεχάσουν σύντομα. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται για κακή ταινία.
Δευτέρα, Νοεμβρίου 30, 2015
Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΗΣ "ΚΑΖΑΜΠΛΑΝΚΑ"
Υπάρχουν ταινίες που δεν παλιώνουν με τα χρόνια που περνούν, που διατηρούν αμείωτη τη γοητεία τους. Είμαι σίγουρος ότι μία απ' αυτές είναι η θρυλική "Καζαμπλάνκα", που γύρισε το 1942 ο Michael Curtiz (1886-1962), ένας ούγγρος που, όταν πήγε στην Αμερική έγινε ένας από τους πιο πετυχημένους και παραγωγικούς σκηνοθέτες της. Ξαναβλέποντάς την μετά από καιρό επιβεβαίωσα αυτή μου την πεποίθηση. Η ταινία αποτελεί δείγμα νομίζω του αρχετυπικού Χόλιγουντ στα καλύτερά του, συνδυάζοντας σασπένς, βαθείς έρωτες που συγκρούονται με το καθήκον και, φυσικά, πολύ, πολύ ρομαντισμό. Και, βέβαια, ο αντιναζισμός - βρισκόμαστε στην καρδιά του πολέμου γαρ - υπάρχει και με το παραπάνω.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου ο αμερικανός Ρικ διατηρεί διάσημο μπαρ στην ουδέτερη Καζαμπλάνκα του Μαρόκου. Κυνικός, απόμακρος, ουδέτερος κι ο ίδιος αλλά δίκαιος, μοιάζει να βρίσκεται πολύ μακριά από τα φριχτά γεγονότα του πολέμου. Ώσπου στην πόλη φτάνει ο παλιός, μεγάλος έρωτάς του και το κυνικό προσωπείο καταρρέει. Από εκεί και πέρα θα αρχίσει ένα πολύπλοκο παιχνίδι ανάμεσα στον πόθο και τον έρωτα από τη μία και το καθήκον προς την πατρίδα - και, τέλος πάντων, την ανάγκη να πάρει θέση - από την άλλη. Κι αυτά δεν συμβαδίζουν πάντοτε. Τα διλήμματα γίνονται όλο και πιο δύσκολα...
Η γοητεία της ασπρόμαυρης φωτογραφίας, των μυθικών ηθοποιών (Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ, Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Πίτερ Λόρε, Κλοντ Ρέινς) και των αξέχαστων, δυνατών και συχνά διχασμένων χαρακτήρων είναι ανυπέρβλητη. Ο ψυχρός εξωτερικά, αλλά κατά βάθος ευαλωτος και πληγωμένος Μπόγκαρντ, η διχασμένη ανάμεσα σε ένα μεγάλο έρωτα και έναν υπέροχο σύζυγο Μπέργκμαν, ο πονηρός και επιτήδειος Ρέινς... Ίσως οι χαρακτήρες αυτοί να μην είναι και τόσο καθημερινοί, να είναι "more than life" και, τελικά, παρά τα όσα δείχνουν εξωτερικά, να είναι "καλοί" κατά βάθος, αλλά, δίάβολε, η γοητεία και το παραμύθι αν θέλετε είναι τόσο καλοστημένο που αιχμαλωτίζει σχεδόν κάθε θεατή. Γι' αυτό μίλησα προηγουμένως για Χόλιγουντ (άρα παραμύθι, άρα ρομαντισμός, άρα όχι και τόσος ρεαλισμός), αλλά, το είπαμε, Χόλιγουντ στα καλύτερά του.
Δεν νομίζω ότι έχει νόημα να πούμε περισσότερα για ένα πασίγνωστο και κλασικό φιλμ. Μπορεί να διαβάσετε γι' αυτό οπουδήποτε και δεν χρειάζεστε τη δική μου γνώμη. Αν πάντως δεν το έχετε δει, κάντε το οπωσδήποτε.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου ο αμερικανός Ρικ διατηρεί διάσημο μπαρ στην ουδέτερη Καζαμπλάνκα του Μαρόκου. Κυνικός, απόμακρος, ουδέτερος κι ο ίδιος αλλά δίκαιος, μοιάζει να βρίσκεται πολύ μακριά από τα φριχτά γεγονότα του πολέμου. Ώσπου στην πόλη φτάνει ο παλιός, μεγάλος έρωτάς του και το κυνικό προσωπείο καταρρέει. Από εκεί και πέρα θα αρχίσει ένα πολύπλοκο παιχνίδι ανάμεσα στον πόθο και τον έρωτα από τη μία και το καθήκον προς την πατρίδα - και, τέλος πάντων, την ανάγκη να πάρει θέση - από την άλλη. Κι αυτά δεν συμβαδίζουν πάντοτε. Τα διλήμματα γίνονται όλο και πιο δύσκολα...
Η γοητεία της ασπρόμαυρης φωτογραφίας, των μυθικών ηθοποιών (Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ, Ίνγκριντ Μπέργκμαν, Πίτερ Λόρε, Κλοντ Ρέινς) και των αξέχαστων, δυνατών και συχνά διχασμένων χαρακτήρων είναι ανυπέρβλητη. Ο ψυχρός εξωτερικά, αλλά κατά βάθος ευαλωτος και πληγωμένος Μπόγκαρντ, η διχασμένη ανάμεσα σε ένα μεγάλο έρωτα και έναν υπέροχο σύζυγο Μπέργκμαν, ο πονηρός και επιτήδειος Ρέινς... Ίσως οι χαρακτήρες αυτοί να μην είναι και τόσο καθημερινοί, να είναι "more than life" και, τελικά, παρά τα όσα δείχνουν εξωτερικά, να είναι "καλοί" κατά βάθος, αλλά, δίάβολε, η γοητεία και το παραμύθι αν θέλετε είναι τόσο καλοστημένο που αιχμαλωτίζει σχεδόν κάθε θεατή. Γι' αυτό μίλησα προηγουμένως για Χόλιγουντ (άρα παραμύθι, άρα ρομαντισμός, άρα όχι και τόσος ρεαλισμός), αλλά, το είπαμε, Χόλιγουντ στα καλύτερά του.
Δεν νομίζω ότι έχει νόημα να πούμε περισσότερα για ένα πασίγνωστο και κλασικό φιλμ. Μπορεί να διαβάσετε γι' αυτό οπουδήποτε και δεν χρειάζεστε τη δική μου γνώμη. Αν πάντως δεν το έχετε δει, κάντε το οπωσδήποτε.
Κυριακή, Νοεμβρίου 29, 2015
ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ ΕΠΟΧΗΣ, ΑΛΛΑ ΜΑΛΛΟΝ ΕΠΙΠΕΔΟ "TOPSY TURVY"
Οι Gilbert και Sullivan (στιχουργός ο πρώτος, συνθέτης ο δεύτερος) είναι οι διάσημοι βρετανοί δημιουργοί μιούζικαλ και μάλλον "ελαφρών" οπερών της βικτοριανής εποχής. Τα έργα τους γνώρισαν τότε τεράστια επιτυχία και οι ίδιοι έζησαν οικονομικά άνετα. Το 1999 ο Mike Leigh αποφασίζει να ασχοληθεί μ' αυτούς στο "Topsy Turvy" ("Η Παράσταση μιας Ζωής" στην Ελλάδα). Topsy Turvy, σημειωτέον, σημαίνει "άνω - κάτω", κάτι σαν χάος δηλαδή.
Ο Leigh εξετάζει μια πολύ συγκεκριμένη στιγμή της καριέρας τους. Έχουν ήδη ανεβάσει αρκετές όπερες με μεγάλη επιτυχία, η τελευταία τους όμως, "Princess Ida", παίρνει αρνητικές κριτικές και οι εφημερίδες τους κατηγορούν ότι επαναλαμβάνονται. Το ντουέτο βρίσκεται στα πρόθυρα της διάλυσης, καθώς ο Σαλιβαν καίγεται από την επιθυμία να γράψει κάτι πιο "σοβαρό", όχι με τη συνεργασία πλέον του Γκίλμπερτ. Το οικογενειακό και επαγγελματικό τους περιβάλλον προσπαθεί να τον μεταπείσει. Κάπου εκεί συλλαμβάνουν την ιδέα μιας όπερας με γιαπωνέζικη πλοκή. Παρά τους δισταγμούς ο Σάλιβαν αποφασίζει να συνθέσει και το "Mikado" γίνεται η μεγαλύτερη επιτυχία τους και για πολλούς το καλύτερο έργο τους.
Η ταινία κυλά μεταξύ πρόζας και εκτενών μουσικών αποσπασμάτων από τα έργα των δύο συνεργατών. Ο Leigh εστιάζει κυρίως στους διαφορετικούς χαρακτήρες τους. Βαρύς, αυστηρός, μάλλον καταπιεστικός και μάλλον απαισιόδοξος ο Γκίλμπερτ, χαλαρός, εύθυμος, έτοιμος να γευτεί κάθε χαρά της ζωής ο Σάλιβαν, αποτελούν δύο αντίθετα που έλκονται και, τελικά, δένουν μεταξύ τους αποτελεσματικά. Ο σκηνοθέτης μοιάζει να αγαπά τους βασικούς χαρακτήρες, αλλά και ολους τους άλλους που περνούν από το φιλμ, εστιάζοντας στην προσωπικότητα,. την ιδιοσυγκρασία και τις θετικές ή αρνητικές πλευρές - συχνά αντιοκρουόμενες - του καθενός απ' αυτούς. Τελικά φτιάχνει ένα ανθρωπιστικό φιλμ, που μοιάζει αισιόδοξο, δίχως ωστόσο να κρύβει και τις σκοτεινές πτυχές ορισμένων καταστάσεων.
Το πρόβλημα είναι ότι το βρήκα μάλλον επίπεδο, δίχως κορυφώσεις, και, βέβαια, γνωστό σαν ιστορία για όσους γνωρίζουν τη μουσική και την εποχή αυτή. Ίσως και να με κούρασε σε κάποια σημεία. Τελικά, εκτός από την πιθανή αγάπη του Leigh για τη μουσική των G.& S, μάλλον δεν βρήκα άλλο λόγο να ασχοληθεί με κάτι τέτοιο ένας βαθύς μελετητής συνήθως των σύγχρονων κοινωνικών καταστάσεων. Φυσικά η αναπαράσταση της εποχής είναι άψογη. Ωστόσο το θεωρώ το πιο αδιάφορο φιλμ του Leigh που έχω δει και το συνιστώ κυρίως σε όσους λατρεύουν τα έργα του βικτωριανού ντουέτου.
Ο Leigh εξετάζει μια πολύ συγκεκριμένη στιγμή της καριέρας τους. Έχουν ήδη ανεβάσει αρκετές όπερες με μεγάλη επιτυχία, η τελευταία τους όμως, "Princess Ida", παίρνει αρνητικές κριτικές και οι εφημερίδες τους κατηγορούν ότι επαναλαμβάνονται. Το ντουέτο βρίσκεται στα πρόθυρα της διάλυσης, καθώς ο Σαλιβαν καίγεται από την επιθυμία να γράψει κάτι πιο "σοβαρό", όχι με τη συνεργασία πλέον του Γκίλμπερτ. Το οικογενειακό και επαγγελματικό τους περιβάλλον προσπαθεί να τον μεταπείσει. Κάπου εκεί συλλαμβάνουν την ιδέα μιας όπερας με γιαπωνέζικη πλοκή. Παρά τους δισταγμούς ο Σάλιβαν αποφασίζει να συνθέσει και το "Mikado" γίνεται η μεγαλύτερη επιτυχία τους και για πολλούς το καλύτερο έργο τους.
Η ταινία κυλά μεταξύ πρόζας και εκτενών μουσικών αποσπασμάτων από τα έργα των δύο συνεργατών. Ο Leigh εστιάζει κυρίως στους διαφορετικούς χαρακτήρες τους. Βαρύς, αυστηρός, μάλλον καταπιεστικός και μάλλον απαισιόδοξος ο Γκίλμπερτ, χαλαρός, εύθυμος, έτοιμος να γευτεί κάθε χαρά της ζωής ο Σάλιβαν, αποτελούν δύο αντίθετα που έλκονται και, τελικά, δένουν μεταξύ τους αποτελεσματικά. Ο σκηνοθέτης μοιάζει να αγαπά τους βασικούς χαρακτήρες, αλλά και ολους τους άλλους που περνούν από το φιλμ, εστιάζοντας στην προσωπικότητα,. την ιδιοσυγκρασία και τις θετικές ή αρνητικές πλευρές - συχνά αντιοκρουόμενες - του καθενός απ' αυτούς. Τελικά φτιάχνει ένα ανθρωπιστικό φιλμ, που μοιάζει αισιόδοξο, δίχως ωστόσο να κρύβει και τις σκοτεινές πτυχές ορισμένων καταστάσεων.
Το πρόβλημα είναι ότι το βρήκα μάλλον επίπεδο, δίχως κορυφώσεις, και, βέβαια, γνωστό σαν ιστορία για όσους γνωρίζουν τη μουσική και την εποχή αυτή. Ίσως και να με κούρασε σε κάποια σημεία. Τελικά, εκτός από την πιθανή αγάπη του Leigh για τη μουσική των G.& S, μάλλον δεν βρήκα άλλο λόγο να ασχοληθεί με κάτι τέτοιο ένας βαθύς μελετητής συνήθως των σύγχρονων κοινωνικών καταστάσεων. Φυσικά η αναπαράσταση της εποχής είναι άψογη. Ωστόσο το θεωρώ το πιο αδιάφορο φιλμ του Leigh που έχω δει και το συνιστώ κυρίως σε όσους λατρεύουν τα έργα του βικτωριανού ντουέτου.
Σάββατο, Νοεμβρίου 28, 2015
Η "ΜΥΣΤΙΚΗ ΛΕΣΧΗ" ΚΑΙ ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Νομίζω ότι ο χιλιανός Pablo Larrain εξελίσσεται σε έναν από του σημαντικούς σκηνοθέτες του καιρού μας και, βέβαια, σε έναν σκληρό ανατόμο όχι και τόσο φωτεινών πτυχών της πολύπαθης χώρας του. Με τη "Μυστική Λέσχη" (El Club) του 2015 η πρακτική αυτή συνεχίζεται.
Αυτή τη φορά στο στόχαστρο βρίσκεται η καθολική εκκλησία της πατρίδας του και οι όχι και τόσο ξεκάθαρες πρακτικές της. Η εκκλησία αυτή συνηθίζει εδώ και δεκαετίες να μην τιμωρεί δημόσια ή έστω να αποκαλύπτει τις πράξεις επίορκων ιερέων. Αντίθετα, αν επιβεβαιωθεί κάθε λογής σοβαρό παράπτωμα, οι ιερείς στέλνονται σε ένα είδος εξορίας σε μακρινές πόλεις ή χωριά της επαρχίας, όπου ζουν σε σπίτια που ανήκουν στην εκκλησία, εξόριστοι μεν, αλλά ουσιαστικά ελεύθεροι και δίχως τιμωρία. Σε ένα τέτοιο μελαγχολικό παραθαλάσσιο χωριό, σε ένα μεγάλο σπίτι, ζουν τέσσερεις ιερείς και μια καλόγρια. Σιγά - σιγά μαθαίνουμε ότι ο καθένας είναι ένοχος σοβαρού εγκλήματος: Παιδεραστία κατ' εξακολούθηση, συνεργασία με την αιματοβαμμένη χούντα, εμπόριο βρεφών, κατάχρηση κλπ. Η ζωή τους είναι ήσυχη και κυλά ανάμεσα σε μαγείρεμα, βόλτες στην παραλία, προσευχές και, κυρίως, εκπαίδευση σκύλου για κυνοδρομίες, από τις οποίες κερδίζουν πάντοτε αρκετά. Ώσπου ένα θύμα κακοποίησης όταν ήταν παιδί, μισότρελος και με παράξενες σεξουαλικές προτιμήσεις σήμερα, εγκαθίσταται στο χωριό και αρχίζει να τους προκαλεί άγρια και χυδαία, κινδυνεύοντας έτσι να δημιουργήσει σκάνδαλο. Ένας ιησουίτης ψυχαναλυτής - παπάς, ειδικός στο χειρισμό τέτοιων θεματων, στέλνεται τότε από την εκλησία και ζει μαζί τους προσπαθώντας να ξεκαθαρίσει το τι έχει συμβεί στο παρελθόν, αλλά και στο παρόν (υπάρχει και μια αυτοκτονία στη μέση), ανατρέποντας έτσι τις ισορροπίες της μέχρι τότε ζωής τους.
Το φιλμ είναι σκληρό, άγριο σε κάποια σημεία, και έντονα καταγγελτικό. Η επίθεση του Larrain στην εκκλησία είναι πολυμέτωπη. Όχι μόνο καταγγέλλει την πρακτική τής μη δημοσιοποίησης εγκλημάτων από κληρικούς, αλλά σιγά - σιγά αντιλαμβανόμαστε ότι τα μέλη της ομάδας δεν έχουν καν μετανοιώσει για όσα έχουν πράξει στο παρελθόν και είναι μάλιστα έτοιμα να προχωρήσουν σε νέες ανήθικες πρακτικές για να διαφυλάξουν τον ήσυχο τρόπο ζωής τους. Οι χαρακτήρες είναι πολύπλοκοι, κινούνται ανάμεσα στο κακό και τη μετάνοια, το σκοτάδι και το φως, ενώ το τέλος είναι μάλλον ανοιχτό (πρόκειται για μια ακόμα συγκάλυψη της αλήθειας ή για ένα είδος ιδιόρρυθμης τιμωρίας;) Γενικά το σκοτεινό στοιχείο κυριαρχεί, κάνοντας τη θέαση συχνά ακόμα και ενοχλητική.
Ενδιαφέρον βρισκω το ότι το στοιχείο της καταγγελίας συνοδεύεται από την καθαρά προσωπική κινηματογραφική ματιά του δημιουργού, ο οποίος φτιάχνει μια μουντή, καταθλιπτική ατμόσφαιρα γκριζομπλέ χρώματος, χρησιμοποιώντας φίλτρα και κινηματογραφώντας την αυγή ή το λυκόφως (η πειραγμένη φωτογραφία άλλωστε είναι συνηθισμένη στη μέχρι τώρα δουλειά του). Έτσι η άμεση καταγγελτική ματιά συνυπάρχει με την καλλιτεχνική άποψη. Αξιόλογος συνδυασμός.
Βρήκα δυνατή και ενδιαφέρουσα την ταινία, αλλά, προειδοποιώ, θα είναι πολύ ενοχλητική για πολλούς.
Αυτή τη φορά στο στόχαστρο βρίσκεται η καθολική εκκλησία της πατρίδας του και οι όχι και τόσο ξεκάθαρες πρακτικές της. Η εκκλησία αυτή συνηθίζει εδώ και δεκαετίες να μην τιμωρεί δημόσια ή έστω να αποκαλύπτει τις πράξεις επίορκων ιερέων. Αντίθετα, αν επιβεβαιωθεί κάθε λογής σοβαρό παράπτωμα, οι ιερείς στέλνονται σε ένα είδος εξορίας σε μακρινές πόλεις ή χωριά της επαρχίας, όπου ζουν σε σπίτια που ανήκουν στην εκκλησία, εξόριστοι μεν, αλλά ουσιαστικά ελεύθεροι και δίχως τιμωρία. Σε ένα τέτοιο μελαγχολικό παραθαλάσσιο χωριό, σε ένα μεγάλο σπίτι, ζουν τέσσερεις ιερείς και μια καλόγρια. Σιγά - σιγά μαθαίνουμε ότι ο καθένας είναι ένοχος σοβαρού εγκλήματος: Παιδεραστία κατ' εξακολούθηση, συνεργασία με την αιματοβαμμένη χούντα, εμπόριο βρεφών, κατάχρηση κλπ. Η ζωή τους είναι ήσυχη και κυλά ανάμεσα σε μαγείρεμα, βόλτες στην παραλία, προσευχές και, κυρίως, εκπαίδευση σκύλου για κυνοδρομίες, από τις οποίες κερδίζουν πάντοτε αρκετά. Ώσπου ένα θύμα κακοποίησης όταν ήταν παιδί, μισότρελος και με παράξενες σεξουαλικές προτιμήσεις σήμερα, εγκαθίσταται στο χωριό και αρχίζει να τους προκαλεί άγρια και χυδαία, κινδυνεύοντας έτσι να δημιουργήσει σκάνδαλο. Ένας ιησουίτης ψυχαναλυτής - παπάς, ειδικός στο χειρισμό τέτοιων θεματων, στέλνεται τότε από την εκλησία και ζει μαζί τους προσπαθώντας να ξεκαθαρίσει το τι έχει συμβεί στο παρελθόν, αλλά και στο παρόν (υπάρχει και μια αυτοκτονία στη μέση), ανατρέποντας έτσι τις ισορροπίες της μέχρι τότε ζωής τους.
Το φιλμ είναι σκληρό, άγριο σε κάποια σημεία, και έντονα καταγγελτικό. Η επίθεση του Larrain στην εκκλησία είναι πολυμέτωπη. Όχι μόνο καταγγέλλει την πρακτική τής μη δημοσιοποίησης εγκλημάτων από κληρικούς, αλλά σιγά - σιγά αντιλαμβανόμαστε ότι τα μέλη της ομάδας δεν έχουν καν μετανοιώσει για όσα έχουν πράξει στο παρελθόν και είναι μάλιστα έτοιμα να προχωρήσουν σε νέες ανήθικες πρακτικές για να διαφυλάξουν τον ήσυχο τρόπο ζωής τους. Οι χαρακτήρες είναι πολύπλοκοι, κινούνται ανάμεσα στο κακό και τη μετάνοια, το σκοτάδι και το φως, ενώ το τέλος είναι μάλλον ανοιχτό (πρόκειται για μια ακόμα συγκάλυψη της αλήθειας ή για ένα είδος ιδιόρρυθμης τιμωρίας;) Γενικά το σκοτεινό στοιχείο κυριαρχεί, κάνοντας τη θέαση συχνά ακόμα και ενοχλητική.
Ενδιαφέρον βρισκω το ότι το στοιχείο της καταγγελίας συνοδεύεται από την καθαρά προσωπική κινηματογραφική ματιά του δημιουργού, ο οποίος φτιάχνει μια μουντή, καταθλιπτική ατμόσφαιρα γκριζομπλέ χρώματος, χρησιμοποιώντας φίλτρα και κινηματογραφώντας την αυγή ή το λυκόφως (η πειραγμένη φωτογραφία άλλωστε είναι συνηθισμένη στη μέχρι τώρα δουλειά του). Έτσι η άμεση καταγγελτική ματιά συνυπάρχει με την καλλιτεχνική άποψη. Αξιόλογος συνδυασμός.
Βρήκα δυνατή και ενδιαφέρουσα την ταινία, αλλά, προειδοποιώ, θα είναι πολύ ενοχλητική για πολλούς.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






























