Τρίτη, Νοεμβρίου 24, 2015

ΜΙΑ ΓΕΛΟΙΑ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΣΠΑΡΑΞΙΚΑΡΔΙΑ "ΜΑΡΓΚΕΡΙΤ"

Η Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς είναι υπαρκτό πρόσωπο. Ήταν μια πλούσια αμερικάνα της δεκαετίας του '10, η οποία όχι μόνο αγαπούσε παθιασμένα την όπερα, αλλά πίστευε ότι είχε και η ίδια μεγάλη φωνή, ενώ στην πραγματικότητα ήταν εντελώς φάλτσα. Οι ερμηνείες της την έκαναν ακούσιο κωμικό θέαμα και οι ηχογραφήσεις της προκαλούν και σήμερα γέλιο. Η γαλλική ταινία "Μαργκερίτ" του Xavier Giannoli (2015) εμπνέεται ελεύθερα από αυτή την κωμικοτραγική ιστορία, τη μεταφέρει στη Γαλλία αλλάζοντας ονόματα και φτιάχνοντας μια φανταστική ιστορία βασισμένη στην απίθανη αυτή προσωπικότητα, η οποία είναι κάτι σαν τον Εντ Γουντ της όπερας.
Στο φιλμ η ηρωίδα είναι πλούσια βαρόνη. Δίνει τα απαράδεκτα ρεσιτάλ της (προς μεγάλη ντροπή του συζύγου της) στον πύργο της, με ακροατές έναν στενό κύκλο αριστοκρατών και πλουσίων, που ανήκουν σε μια λέσχη μουσικής . Όλοι κρατάνε μετά βίας τα γέλια τους και κανείς δεν τολμά να της πει την αλήθεια, αντίθετα την συγχαίρουν θερμά στο τέλος κάθε τέτοιας βραδιάς. Ώσπου, με την ενθάρρυνση ενός νεαρού δημοσιογράφου και του ντανταϊστή φίλου του, αποφασίζει να δώσει ένα αληθινό ρεσιτάλ, με αληθινό κοινό. Μάταια ο σύζυγος πασχίζει να αποτρέψει την καταστροφή. Εκείνη είναι απτόητη και προσλαμβάνει μάλιστα έναν γνωστό, αλλά παρακμασμένο τενόρο για να της κάνει μαθήματα.
Η ταινία ξεκινά μάλλον αστεία, αλλά όσο προχωρά γίνεται τραγική. Ουσιαστικά είναι μια μελέτη των ανθρώπων που κοινώς αποκαλούμε "ψώνια". Είναι αυτοί που, κυριολεκτικά εδώ, είναι "για γέλια και για κλάματα". Ο σκηνοθέτης όμως μοιάζει να αγαπά πραγματικά την αλλοπαρμένη ηρωίδα του, η οποία όντως είναι αφελής, ρομαντική και καλόκαρδη, δίχως να υποψιάζεται καν τη γελοιότητά της. Αυτό είναι που συγκινεί και τον θεατή και δεν τον αφήνει να γελάσει αβίαστα. Στο δεύτερο μισό πάντως νομίζω ότι το φιλμ χάνει τον ρυθμό του και το τραγικό στοιχείο παίρνει το πάνω χέρι, ενώ κεντρικό ρόλο αρχίζει να παίζει ο σχεδόν ανεκπλήρωτος έρωτας της πρωταγωνίστριας (εξαιρετική η Κατρίν Φρο) για τον σύζυγό της. Ωστόσο στο πιο ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μου πρώτο μέρος προλαβαίνει να σατιρίσει και να κατακεραυνώσει μια απόλυτα υποκριτική "υψηλή κοινωνία", η οποία κάποια στιγμή δεν διστάζει να αποβάλλει από τις τάξεις της την πρώην εκλεκτή της, από την οποία είχε λάβει πολλά.
Ενδιαφέρουσα (λόγω κεντρικής ηρωίδας κυρίως) ταινία, αλλά, όπως είπα, μάλλον άνιση. Πάντως η Μαργκερίτ είναι τελικά από τους πιο παράδοξους και ενδιαφέροντες χαρακτήρες που έχουμε δει.

Κυριακή, Νοεμβρίου 22, 2015

"SCARLET STREET" 'Η Ο ΕΡΩΤΑΣ ΩΣ ΑΙΤΙΑ ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ

O Fritz Lang (1890-1976), αντιναζί, φεύγει κρυφά από τη ναζιστική Γερμανία το 1933, όταν ο Γκέμπελς του προτείνει να γίνει επικεφαλής της γερμανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας. Μετά από ένα χρόνο στη Γαλλία καταφεύγει το 1934 στις ΗΠΑ, όπου γυρίζει πολλές σημαντικές ταινίες μέχρι τη δεκαετία του 50. Μία απ' αυτές είναι και η "Scarlet Street" του 1945, ένα σκοτεινό νουάρ με τον εξαιρετικό Έντουαρντ Ρόμπινσον στον βασικό ρόλο.
Ένας επί 25 χρόνια λογιστής σε μια εταιρία, συνειδητοποιεί σε μια κρίση μέσης ηλικίας πόσο δυστυχισμένη ειναι η ζωή του. Καταπιεστική σύζυγος, καθημερινή ρουτίνα, μίζερη ζωή, κι όλα αυτά δίχως ποτέ να έχει γνωρίσει τον έρωτα. Μοναδική του παρηγοριά η ζωγραφική, μια απόλυτα ναϊφ ζωγραφική, η οποία βεβαίως λοιδωρείται από τη μέγαιρα σύζυγο. Μια νύχτα συναντά στο δρόμο μια όμορφη νέα γυναίκα. Πρόκειται για πόρνη (το ξέρουμε σχεδόν από την αρχή), η οποία του πουλά έρωτα και μια δήθεν δυστυχισμένη ιστορία και τον εκμεταλλεύεται ασύστολα με τον απατεώνα εραστή και προαγωγό της, με τον οποίο παραμένει τρελά ερωτευμένη. Η παρακμή για τον αφελή λογιστή θα αρχίσει και σύντομα η κατηφόρα θα γίνει όλο και πιο ολισθηρή, καθώς στο χορό της εκμετάλλευσης και του ψέματος θα μπει ακόμα και το μοναδικό του πάθος, η ζωγραφική.
Ταινία βαθειά απελπισμένη, δίχως καμιά χαραμάδα για να μπει φως, γίνεται όλα και πιο συγκινητική καθώς παρακολουθούμε το δράμα του στερημένου, μοναχικού πρωταγωνιστή. Το όλο κλίμα θυμίζει κάπως τον "Γαλάζιο Άγγελο" (εδώ σε πιο νουάρ αποχρώσεις), καθώς και οι δύο ταινίες μιλάνε για τον τρελό, αταίριαστο έρωτα, που οδηγεί σε απόλυτη δυστυχία και παρακμή τον ερωτευμένο. Και φυσικά η μοιραία, αδίστακτη γυναίκα είναι αναπόσπαστο μέρος της πλοκής. Ο Lang δεν αφήνει καμιά ελπίδα στον ήρωά του. Ακόμα και το τελικό του ξέσπασμα θα είναι άδοξο. Από την άλλη δεν μπορούμε παρά να συγκινηθούμε από τον δυστυχισμένο αυτόν χαρακτήρα, που πασχίζει απελπισμένα, μη βλέποντας τα προφανή, να αρπαχτεί από μια ακτίδα φωτός που μοιάζει να μπαίνει για πρώτη φορά στη ζωή του. Από εκεί και πέρα ο έρωτας, εκ πρώτης όψεως λυτρωτικός, στην πραγματικότητα όμως βαθειά καταστροφικός, έχει το πάνω χέρι.
Από τις καλές αμερικάνικες ταινίες του γερμανού δημιουργού - και από τις πλέον μαύρες συγχρόνως - νομίζω ότι κρατά μέχρι σήμερα τη δύναμή της, όπως άλλωστε όλα τα κλασικά φιλμ.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 20, 2015

ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ "ΠΟΡΦΥΡΟΥ ΛΟΦΟΥ"

Είχα ανησυχήσει με το κακό κατά τη γνώμη μου "Pacific Rim" και φοβόμουν ότι ο Guillermo Del Toro είχε πάρει την κάτω βόλτα. Ευτυχώς ο "Πορφυρός Λόφος" ("Crimson Peak) του 2015 βελτιώνει πολύ τα πράγματα.
Ως γνωστόν ο μεξικάνος Del Toro γυρίζει άλλοτε mainstream χολιγουντιανές υπερπαραγωγές με ποικίλα αποτελέσματα και άλλοτε μικρότερες, ισπανόφωνες ταινίες, που είναι πολύ καλές ("Η Ραχοκοκαλιά του Διαβόλου", "Ο Λαβύρινθος του Πάνα"). Ο "Λόφος" είναι μεν χολιγουντιανή παραγωγή, ευτυχώς όμως είναι αρκετά τολμηρός και "άρρωστος" και αρκετά Del Toro, ώστε με κάνει να πιστέψω ότι ο δημιουργός ξαναβρήκε τη φόρμα του και ότι μπορεί να κάνει και καλές αμερικάνικες ταινίες (τρόμου).
Μια πλούσια αμερικανίδα κληρονόμος που θέλει να γίνει συγγραφέας (ιστοριών με φαντάσματα μάλιστα) ερωτεύεται χλωμό και ρομαντικό βρετανό αριστοκράτη (μάλλον δίχως χρήματα όμως). Μετά μια άγρια οικογενειακή τραγωδία, τον παντρεύεται και τον ακολουθεί στον ερειπωμένο και μισοεγκαταλειμένο πύργο του στην κορυφή του Πορφυρού Λόφου", όπου αυτός ζει με την αδελφή του σε κατάσταση σχεδόν απομόνωσης. Εκεί τα μυστήρια αρχίζουν να πληθαίνουν, ο τρόμος (μεταφυσικός και μη) κάνει αισθητή την παρουσία του και παλιά μυστικά αρχίζουν να αποκαλύπτονται...
Το πρώτο που εντυπωσιάζει είναι το μπαρόκ και απόλυτα gothic σκηνικό. Ο πύργος και όσα κρύβει και ο κόκκινος λόφος πάνω στον οποίο βρίσκεται δημιουργούν αμέσως μια "βαριά", τρομακτική ατμόσφαιρα. Τα φαντάσματα προσθέτουν τρόμο βεβαίως, δίχως σε καμία περίπτωση όμως να αποτελούν το κεντρικό σημείο του φιλμ. Απλώς εμφανίζονται μάλλον για να προειδοποιήσουν. Όπως συνέβαινε και στον "Λαβύρινθο του Πάνα", αυτά που συμβαίνουν στον πραγματικό κόσμο, οι "ρεαλιστικές" φρίκες και τα σκοτεινά μυστικά, είναι χειρότερα και τρομακτικότερα από τα αντίστοιχα υπερφυσικά. Ίσως αυτή να είναι η άποψη του σκηνοθέτη για τον κόσμο.
Ο Πόε, οι παλιές γοτθικού κλίματος ταινίες τρόμου με στοιχειωμένα σπίτια, η γοτθική λογοτεχνία, βρίσκονται όλα εδώ και νομίζω ότι δένουν μεταξύ τους. Ταυτόχρονα συνυπάρχουν το σχόλιο πάνω στις ταξικές καταστάσεις της εποχής (η σχέση αριστοκρατίας - χρηματικού πλούτου), αλλά και η μελέτη της ψυχολογίας των ηρώων (πολύ καλό το καστ με επικεφαλής την Τζέσικα Τσαστέιν). Μόνη μου γκρίνια η μάλλον άνευ λόγου τρομακτική εικόνα των φαντασμάτων που εμφανίζονται, μόνο και μόνο για να δώσουν μια εφετζίδικη νότα τρόμου στο φιλμ. Πιστεύω ότι με πιο νορμάλ εμφάνιση και κατάλληλη σκηνοθεσία θα μπορούσαν να λειτουργούν με τρομακτικότερο τρόπο. Πέραν αυτού πάντως απόλαυσα αρκετά την ταινία και την σκοτεινή της ατμόσφαιρα και τη συστήνω στους φίλους του γοτθικού τρόμου - αλλά, όπως είπαμε, όχι μόνον αυτού, διότι η ουσία και τα όσα αποκαλύπτονται βρίσκονται αλλού και όχι στο μεταφυσικό στοιχείο.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 16, 2015

Ο ΠΙΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ "ΑΣΤΑΚΟΣ" ΠΟΥ ΕΧΕΤΕ ΔΕΙ ΠΟΤΕ

Τελικά ο Γιώργος Λάνθιμος έχει ήδη δημιουργήσει ένα απόλυτα προσωπικό και αναγνωρίσιμο σύμπαν, πράγμα που αποτελεί επίτευγμα είτε σας αρέσει το σύμπαν αυτό είτε όχι. Με την τέταρτη ταινία του, τον "Αστακό" του 2015, περνά τα ελληνικά σύνορα και φτιάχνει ένα αγγλόφωνο φιλμ με διεθνείς σταρ: Κόλιν Φαρέλ, Ρέιτσελ Βάις, Λεά Σεϊντού, Τζον Ράιλι! Ωστόσο, παρά το πλούσιο καστ και την πολυεθνική παραγωγή, παραμένει 100% Λάνθιμος.
Σε κάποιο απροσδιόριστο μέλλον, το μεγαλύτερο έγκλημα είναι να είσαι... μόνος. Σε έναν κόσμο όπου μόνο ζευγάρια επιτρέπονται, κάθε "διαφορετικός" μοναχικός συλλαμβάνεται και στέλνεται σε ένα ξενοδοχείο, όπου πρέπει να βρει ταίρι εντός 45 ημερών, αλλιώς μετατρέπεται σε ζώο της αρεσκείας του και αφήνεται στο δάσος. Ο διαζευγμένος ήρωας δεν καταφέρνει να ταιριάσει με καμία (παρά την προσπάθειά του να "κοροϊδέψει" το σύστημα) και τελικά δραπετεύει στο δάσος, όπου συναντά τους μοναχικούς επαναστάτες που ζουν εκεί ανάμεσα σε ζώα - πρώην - μοναχικούς. Τότε όμως θα ανακαλύψει μια νέα καταπίεση...
Φυσικά μιλάμε για ένα σουρεαλιστικό στο στόρι του φιλμ (το σενάριο είναι και πάλι γραμμένο με τον μόνιμο συνεργάτη του Λάνθιμου Ευθύμη Φιλίππου). Το παράδοξο, ιδιόρρυθμο και σαρκαστικό χιούμορ συνυπάρχει με τη σκληρότητα και τη ζοφερή και αγχωτική ατμόσφαιρα, αλλά και τις καθόλου φυσικές ηθοποιίες (άλλο σήμα κατατεθέν του σκηνοθέτη) και τελικά το μείγμα γίνεται μια ταινία που έχει όλα τα χαρακτηριστικά του cult. Το πιο ενδιαφέρον όμως κατά τη γνώμη μου είναι η έντονη κοινωνική αλληγορία και σάτιρα. Το φιλμ μιλά για έναν κόσμο όπου ο κομφορμισμός είναι θεσμοθετημένος και υποχρεωτικός και κάθε παρέκκλιση από το επιβεβλημένο τιμωρείται. Η κριτική του όμως πάει ακόμα πιο πέρα: Σύντομα θα ανακαλύψουμε ότι η "άλλη πλευρά", οι επαναστάτες - μοναχικοί (οι οποίοι, παρεπιπτόντως, μου θύμισαν τους επαναστάτες του "Φαρενάιτ 431" του Τριφό, που όμως, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει εδώ, είναι απόλυτα "θετικοί"), οι επαναστάτες λοιπόν, αποδεικνύονται εξ ίσου καταπιεστικοί και φανατικοί στα δικά τους πιστεύω, αποτελώντας τελικά όχι μια εναλλακτική κοινωνία, αλλά την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Και εν τέλει, αιφνιδίως, προβάλλει - εν μέσω σκληρότητας και μαύρου χιούμορ πάντοτε - ένας απροσδόκητα τρυφερός ρομαντισμός, μια πίστη στον έρωτα που θυσιάζει τα πάντα για να επιβιώσει!
Μην το δείτε αν είστε οπαδός αποκλειστικά του mainstream σινεμά. Προσωπικά όμως βρήκα τον "Αστακό" την καλύτερη ταινία του Λάνθιμου και με έκανε να πιστέψω στο μέλλον του δημιουργού αυτού ως ιδιαίτερου κεφάλαιου του παγκόσμιου σινεμά (ναι, του παγκόσμιου, όχι του ελληνικού). Και θαύμασα την ισορροπία ανάμεσα στην πιο νορμάλ κινηματογραφική γραφή από τις προηγούμενες δουλειές του αφ' ενός και στην εμμονή στον προσωπικό κόσμο και στιλ που έχει δημιουργήσει αφ' ετέρου. Αν ψάχνετε για κάτι ασυνήθιστο (και σκληρό, προσέξτε), όχι μόνο όμως "ασυνήθιστου για το ασυνήθιστο", αλλά και με ποικίλες προεκτάσεις και αλληγορίες, μην το χάσετε.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 12, 2015

Ο "ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΚΕΡΑΤΑΣ" ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΝΟΪΚΗ ΖΗΛΕΙΑ

Οι εποχές που η ιταλική κωμωδία έβγαζε τη μία αξιόλογη ταινία μετά την άλλη έχουν βέβαια προ πολλού παρέλθει (από τη δεκαετία του 70 νομίζω). Το 1964 ωστόσο βρισκόταν στα πάνω της και αυτός εδώ ο ασπρόμαυρος "Υπέροχος Κερατάς" (Il Magnifico cornuto) το επιβεβαιώνει. Τον γύρισε ο Antonio Pietrangeli (1919-1968), ένας σκηνοθέτης που πέθανε νέος και του οποίου το υπόλοιπο έργο (όχι μεγάλο βεβαίως λόγω σύντομου βίου) αγνοώ.
Οι πρωταγωνιστές είναι ένα εύπορο ζευγάρι που αγαπιέται (στο παλιό ιταλικό στιλ, με τον σύζυγο να "έχει το πάνω χέρι" βεβαίως). Ώσπου εκείνος, παρά τον έρωτά του για τη γυναίκα του, κάνει την πρώτη και μοναδική του απιστία δίχως εκείνη να αντιληφθεί τίποτα... και από τότε όλα αλλάζουν. Από εδώ και πέρα του μπαίνει για τα καλά η ιδέα ότι, όπως εκείνος την απάτησε εύκολα, μπορεί κι εκείνη να κάνει το ίδιο (είναι βέβαια και φοβερή γυναίκα, αφού μιλάμε για την Κλαούντια Καρντινάλε). Καθώς οι φόβοι του αυξάνονται και η ζήλια του μεγαλώνει, από ένα σημείο και πέρα, οδηγείται στην απόλυτη παράνοια. Αυτό που συμβαίνει στο τέλος (το οποίο δεν θα σας αποκαλύψω βεβαίως), μου φάνηκε, εκτός από αστείο, και ιδιοφυές.
Με τον Ούγκο Τονιάτσι να σηκώνει το φιλμ στις πλάτες του, η θέαση καθίσταται νομίζω απολαυστική. Αστεία ταινία, που ωστόσο γίνεται όλο και πιο παρανοϊκή, διαθέτει και ένα ιδιαίτερο ψυχαναλυτικό βάθος: Ο σύζυγος προβάλλει τις δικές του ενοχές στη γυναίκα του και φτάνει να γίνεται κακός μαζί της για κάτι που ο ίδιος έπραξε. Κι όσο εκείνη αποδεικνύεται κάθε στιγμή όλο και πιο αθώα, τόσο εκείνος την υποψιάζεται περισσότερο. Το βρίσκω ενδιαφέρον. Φυσικά η ταινία μιλά πρώτιστα για τη ζήλια, που μπορεί να οδηγήσει σε αληθινή παράνοια, αλλά και σε απρόβλεπτη τροπή, όπως θα δείτε. Εκτός αυτού σχολιάζει την υποκριτική κοινωνία των ανώτερων τάξεων, με τα (παντρεμένα) ζευγάρια να "μπερδεύονται" διαρκώς το ένα με το άλλο και, επιφανειακά, να μη συμβαίνει τίποτα απολύτως καθώς οι "φιλίες", οι τυπικότητες και οι κοινωνικές σχέσεις εξακολουθούν να λειτουργούν άψογα.
Αν είστε φίλοι της παλιάς ιταλικής κωμωδιας, πρόκειται για αξιόλογο δείγμα, με έξυπνο σενάριο. Και, βεβαίως, ο Τονιάτσι παραμένει πάντοτε απολαυστικός ως κατά φαντασίαν κερατάς.

Τρίτη, Νοεμβρίου 10, 2015

ΟΤΑΝ ΒΑΡΙΕΣΑΙ ΣΕ ΜΙΑ "DROP ZONE"


Δεν ξέρω αν θυμάστε τον John Badham. Είναι αυτός που γύρισε το "Saturday Night Fever", αλλά και έναν συμπαθητικο "Δράκουλα" με τον Φρανκ Λανγκέλα. Ποτέ δεν υπήρξε μεγάλος σκηνοθέτης, αλλά μετά τη δεκαετία του 80 παρακμάζει απίστευτα. Σημάδι της παρακμής αυτής το μάλλον ανεκδιήγητο "Drop Zone" του 1994.

Όπου εγκληματική ομάδα από... sky divers (είναι αυτοί που πέφτουν από αεροπλάνα και κάνουν διάφορα ουράνια κόλπα πριν ανοίξουν τα αλεξίπτωτά τους) επιδίδεται σε αεροπλανικές ληστείες. Ο Γουέσλι Σνάιπς είναι σκληροτράχηλος μπάτσος, συνοδεύει με τον επίσης μπάτσο αδελφό του έναν πολύτιμο κρατούμενο χάκερ σε αεροπλάνο, γίνεται της τρελής και ο κρατούμενος το σκάει... αεροπορικώς. Από εκεί και πέρα ο ήρωάς μας θα συγκρουστεί με τη συμμορία, θα γίνει και ο ίδιος sky diver για να μπει πιο εύκολα στον κόσμο τους και άλλα ευτράπελα.
Εντάξει, πολύ λίγα έχω να πω για το φιλμ, το οποίο είδα απο περιέργεια, επειδή ουσιαστικά αγνοούσα ότι ο σκηνοθέτης ήταν ακόμα ενεργός το 94. Το σενάριο είναι γελοίο, οι απιθανότητες συμβαίνουν η μία μετά την άλλη, οι κακοί είναι πολύ κακοί, οι καλοί είναι ηρωικοί, αλεξίπτωτα ανοίγουν (ή δεν ανοίγουν), άλλοι κρέμονται από αεροπλάνα (εν κινήσει εννοείται) και πολλά άλλα τέτοια. Υπάρχει και το κλασικό χιούμορ για να σπάσουμε τη δράση και, φυσικά, δεν υπάρχει καμιά πρωτοτυπία στην ιστορία. Α, ναι, ξέχασα και τη σούπερ γκόμενα - πρωταθλήτρια κλπ. Και, μέσα σ' όλα, παρακολουθούμε και διάφορες επιδείξεις sky divers, των οποίων ο μικρόκοσμος υποτίθεται ότι "μελετάται" στην ταινία.
Το φιλμ προσπαθεί να είναι τουλάχιστον θεαματικό, λόγω των επιδείξεων και των σχετικών που προαναφέραμε. Αν σας αρέσει το συγκεκριμένο extreme sport μπορεί και να χαζέψετε τις σκηνές (και μόνο αυτές, όχι ολόκληρο το φιλμ). Κατά τα άλλα, μόνο με πολύ ποτό, πολλά ποπ κορν ή ό,τι άλλο, πολλούς φίλους που θέλουν να κάνουν χαβαλέ... και τίποτα παραπάνω.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 06, 2015

Ο ΑΠΟΛΥΤΑ ΠΕΣΙΜΙΣΤΙΚΟΣ "ΑΛΦΡΕΝΤΟ ΓΚΑΡΣΙΑ"

Το 1974 ο Sam Peckinpah (1925-1984) γυρίζει την πλέον "μαύρη" κατά τη γνώμη μου ταινία του : "Φέρτε μου το Κεφάλι του Αλφρέντο Γκαρσία".
Ένας πάμπλουτος και πανίσχυρος μεξικάνος ιδιοκτήτης ράντσου επικηρύσσει για "λόγους τιμής" τον πρώην έμπιστό του Αλφρέντο Γκαρσία. Ένας μάλλον παρακμιακός πιανίστας σε μπαρ δέχεται την προσφορά αδίστακτων εκπροσώπων του γαιοκτήμονα να τους παραδώσει, ζωντανό ή νεκρό (το κεφάλι του για την ακρίβεια) τον επικηρυγμένο. Ξεκινά λοιπόν με την πόρνη φίλη του ένα μακρύ οδοιπορικό στο σκονισμένο και καυτό από τον ήλιο Μεξικό για να βρει το θήραμά του. Οι ανατροπές όμως έρχονται η μία μετά την άλλη. Η πρώτη και σημαντική είναι ότι ο Αλφρέντο μάλλον είναι ήδη νεκρός...
Στον Πέκινπα αρέσει η βία, η ενστικτώδης επανάσταση ενάντια σε κάθε καταπίεση και αδικία και η κάθαρση. Μια κάθαρση που πάντοτε στις ταινίες του έρχεται με λουτρά αίματος. Ο "Αλφρέντο Γκαρσία" δεν αποτελεί βεβαίως εξαίρεση. Κάθε άλλο μάλιστα. Η βία είναι μπόλικη και εντυπωσιακά χορογραφημένη, η αντίδραση ενάντια σε όλους και όλα του ήρωα είναι, από ένα σημείο και μετά τουλάχιστον, κάτι περισσότερο εμφανής, προδιαγεγραμμένη θα έλεγα και η κάθαρση με πολύ αίμα αναμενόμενη. Μόνο που εδώ, περισσότερο από ποτέ, ο σκηνοθέτης τονίζει ένα πραγματικά δυσβάστακτο κοινωνικό περιβάλλον. Στον κόσμο της ταινίας δεν υπάρχει πουθενά χώρος για το καλό. Πρόκειται για ένα από τα λίγα φιλμ όπου όλοι οι χαρακτήρες, σημαντικοί ή λιγότερο σημαντικοί, είναι αρνητικοί. Μοναδική εξαίρεση αποτελούν δύο γυναίκες, η νεαρή κόρη του γαικτήμονα και η καλόκαρδη πόρνη - φίλη του πρωταγωνιστή. Η μοίρα όμως (ή η δομή του κόσμου) ούτε και σ' αυτές επιφυλάσσει κάτι καλό... Υπάρχουν βεβαίως και οι αθώοι, ανώνυμοι και πάμφτωχοι χωρικοί, οι οποίοι δεν έχουν φταίξει σε τίποτα. Ε, λοιπόν κι αυτοί θα σφαγιαστούν δίχως καν να γνωρίζουν γιατί, πληρώνοντας με τη ζωή τους έναν πόλεμο συμφερόντων ανάμεσα σε ξένους. Σε έναν τέτοιο εφιαλτικό κόσμο λοιπόν, το αναπόφευκτο ξέσπασμα της βίας μοιάζει καλοδεχούμενο. Μιας επαναστατικής πλην όμως απόλυτα απελπισμένης και ενστικτώδους βίας, που απλώς σαν στόχο έχει να εξαλείψει οσο περισσότερο κακό μπορεί, δίχως να έχει να κερδίσει τίποτα και που, βέβαια, είναι και απόλυτα αυτοκαταστροφική γι' αυτόν που την εξασκεί.
Πέρα για πέρα πεσιμιστική και απελπισμένη, μακάβρια (με το περιβόητο κεφάλι να σαπίζει αργά στο σακούλι του από τη ζέστη), ασφυκτική, βρώμικη και σκονισμένη, η ταινία κατέχει νομίζω μια εξέχουσα θέση στο πάνθεον των εντελώς σκοτεινών και απαισιόδοξων δημιουργιών του κινηματογράφου. Όχι, δεν υπάρχει φως από πουθενά.
Έχοντας σαφώς υπ' όψιν σας όλα τα παραπάνω, απολαύστε (αν αυτό είναι η σωστή λέξη) μια από τις καλύτερες ταινίες του δημιουργού αυτού.



Τετάρτη, Νοεμβρίου 04, 2015

Ο ΑΜΕΙΛΙΚΤΟΣ "ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ"

Οι αδελφοί Νταρντέν έχουν σίγουρα δημιουργήσει παράδοση και έχουν επηρρεάσει πολλούς με το εντελώς ρεαλιστικό, καθημερινό, ντοκιμαντερίστικο σινεμά τους. Στις επιρροές αυτές ανήκει και ο γαλλικός "Νόμος της Αγοράς" που γύρισε το 2015 ο Stephane Brize.
Μεσήλικας οικογενειάρχης, πατέρας μάλιστα ενός γιου με κινητικά προβλήματα, είναι για μήνες άνεργος. Στο πρώτο μέρος η ταινία παρακολουθεί την επώδυνη ανεργία του. Κάποια στιγμή προσλαμβάνεται επιτέλους σε σούπερ μάρκετ ως υπεύθυνος να ελέγχει για κλοπές ή άλλα παραπτώματα πελατών αλλά και υπαλλήλων. Μια άλλη δύσκολη πορεία, αυτή τη φορά στον εργασιακό χώρο, ξεκινά γι' αυτόν.
Το φιλμ χρησιμοποιεί τον κλασικό, σχεδόν ντοκιμαντερίστικο τρόπο των ταινιών του είδους για να καταγράψει πρώτα πρώτα τις εφιαλτικές επιπτώσεις της κρίσης και στη συνέχεια την εξαιρετικά αλλοτριωτική καθημερινότητα της εργασίας. Ο ήρωας είναι σα να μην έχει προσωπικότητα ή μάλλον σαν να προσπαθούν όλοι να του αφαιρέσουν την προσωπικότητα, να του πουν πως πρέπει να ντύνεται, να συμπεριφέρεται, να μιλά, να φτιάχνει το βιογραφικό του... Για να επιβιώσεις πρέπει να μην είσαι ο εαυτός σου! Πρέπει να τα κάνεις όλα με έναν εκ των προτέρων δοσμένο τρόπο. Φυσικά όλες αυτές οι συμπεριφορές και η καθημερινή πίεση που ασκείται στον πρωταγωνιστή (και στους περισσότερους εργαζόμενους) είναι κι αυτά σε αρκετό βαθμό προϊόντα της κρίσης.
Η ταινία σχολιάζει όλα τα αποπνικτικά, καθημερινά κακώς κείμενα με απόλυτα χαμηλότονο τρόπο. Δεν υπάρχουν εξάρσεις ή δράματα  ή μελοδραματισμοί. Όπως ακριβώς συμβαίνει συνήθως στην πραγματική ζωή. Και βρίσκεται φυσικά στον αντίποδα του "μεγάλου θεάματος". Μοιάζει να αποτελείται από επεισόδια καθημερινότητας, που όλο συντελούν στην αποκάλυψη της "μεγάλης εικόνας", της κρίσης και του αλλοτριωτικού, συχνά ασφυκτικού συστήματος, του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Όσο για τον πρωταγωνιστή Βερνάν Λιντόν είναι όντως πολύ καλός και εκφραστικός, αν και συχνά βουβός.
Απλώς, όπως έχω γράψει κι άλλες φορές, αυτό δεν είναι το στιλ του σινεμά  που προσωπικά προτιμώ. Όλη αυτή η καταγραφή μιας τετριμμένης και άχαρης καθημερινότητας μάλλον με κούρασε. Πρόκειται για καθαρά προσωπική γνώμη, επαναλαμβάνω. Διότι αν είστε φίλος αυτού του είδους κινηματογράφου, σίγουρα η ταινία είναι από τις καλές και πετυχαίνει άψογα τους στόχους της. Μη διστάσετε λοιπόν να τη δείτε - αφού βέβαια γνωρίζετε καλά το κλίμα και το ύφος αυτού που θα δείτε. Εξ άλλου η αποφυγή κάθε δράματος ή κορύφωσης ή θεάματος αποτελεί μια σεβαστή επιλογή, άσχετα αν δεν θα την ακολουθούσα προσωπικά αν ήμουν σκηνοθέτης.
Και κάτι τελευταίο: Δεν ξέρω γιατί, αλλά οι καλύτερες - με διαφορά από οποιονδήποτε δεύτερο - ταινίες πάνω στην κρίση και τις επιπτώσεις της μας έρχονται από τη Γαλλία. Εδώ και πολλά χρόνια.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 02, 2015

ΜΑΣΚΟΦΟΡΟΣ, ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΚΑΙ WANNABE CULT

Ο Larry Charles είναι αυτός που γύρισε τις 3 ταινίες με τον Σάσα Μπάρον Κοέν, αλλά και το "Religulous". Και είναι και σεναριογράφος και παραγωγός. Όπως καταλάβατε, τον αγαπάτε ή τον μισείτε. Πριν απ' αυτά όμως, το 2003 συγκεκριμένα, γύρισε το "Masked and Anonymous", μια εξαιρετικά περίεργη, καθόλου καλή όμως κατά τη γνώμη μου ταινία.
Πιστεύω ότι το φιλμ δημιουργήθηκε μόνο για να γίνει cult (και ίσως το έχει πετύχει, δεν ξέρω). Οι λόγοι είναι πολλοί. Θα μείνω όμως στον βασικό: Πρωταγωνιστής, σεναριογράφος (μαζί με τον σκηνιθετη) και, φυσικά, μουσικός είναι ο Μπομπ Ντίλαν. Αυτό και μόνο θα έφτανε. Υπάρχουν όμως κι άλλα, που θα δούμε μετά.
Σε μια χώρα της Λατινικής Αμερικής που δεν κατονομάζεται, η κάποτε επανάσταση έχει καταντήσει στυγνή δικτατορία υπό την εξουσία ενός γηραιού, ετοιμοθάνατου δικτάτορα. Δύο αμερικάνοι, άντρας και γυναίκα, προσπαθούν να διοργανώσουν μια ροκ συναυλία "υπέρ της επανάστασης", υποστηριζόμενη από το καθεστώς. Ο μοναδικός σταρ όμως που δέχεται να παίξει είναι ο κάποτε μυθικός Jack Fate, ο οποίος έχει εξαφανιστεί από χρόνια από την επικαιρότητα και ίσως είναι πια ξεχασμένος. Τέλος πάντων, μαθαίνουμε ότι ο Fate βρίσκεται στη φυλακή - στην ίδια πάντα χώρα. Βγαίνει από εκεί και παρουσιάζεται για να παίξει, αρχίζοντας μάλιστα πρόβες. Στο μεταξύ ένας αμερικανός δημοσιογράφος καταφθάνει για να καλύψει υποτίθεται τη συναυλία, στην πραγματικότητα όμως για να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω απ' αυτήν. Και διάφορα άλλα.
Το σενάριο είναι ένας αχταρμάς, τα σκοτεινά σημεία πολλά, η ροή ανύπαρκτη, οι αυθαιρεσίες πολλές και, σα να μην έφταναν όλα, ο Ντίλαν σε τακτά διαστήματα απαγγέλει μονόλογους γεμάτους, υποτίθεται, σοφία (ή μήπως αμπελοφιλοσοφία;) Με λίγα λόγια βαρέθηκα αρκετά βλέποντας το φιλμ και ούτε και κατάλαβα πολύ καλά πού το πήγαινε. Αν ψάχνετε λοιπόν για καλή ταινία, κατά τη γνώμη μου ξεχάστε το.
Είπα όμως ότι πρόκειται για cult. Είναι βεβαίως η πρωταγωνιστική παρουσια του Ντίλαν. Κι όχι μόνο. Στο σάουντρακ ακούγονται πολλά γνωστά κομμάτια του μεγάλου τραγουδοποιού σε άγνωστες και συχνά απίθανες εκτελέσεις από άλλους, ενώ άλλα τόσα κομμάτια του παίζονται live από τον ίδιο και μία μπάντα (στις πρόβες για τη συναυλία υποτίθεται). Έτσι το φιλμ είναι πλημμυρισμένο από ντιλανική μουσική. Με λίγα λόγια, αν είστε φαν του Ντίλαν, δεν το χάνετε με τίποτα, για καθαρά μουσικούς και όχι  - επαναλαμβάνω - κινηματογραφικούς λόγους. Υπάρχει όμως και άλλο: Το απίστευτο πραγματικά καστ, που αποτελεί άλλον ένα λόγο να δει κανείς την κακή αυτή ταινία. Ίσως να μην έχω συναντήσει ποτέ τόσους γνωστούς ηθοποιούς μαζεμένους, άλλους σε πρωταγωνιστικούς, άλλους σε μικρούς ρόλους. Πάτρε ανάσα και πάμε (εκτος του Ντίλαν φυσικά): Τζον Γκούντμαν, Τζέσικα Λανγκ, Πενέλοπε Κρουζ, Τζεφ Μπρίτζες, Άντζελα Μπάσετ, Μπρους Ντερν, Εντ Χάρις, Μίκι Ρουρκ, Βαλ Κίλμερ, Τζοβάνι Ρίμπιζι, Κρίστιαν Σλέιτερ, Φρεντ Γουάρντ. Είπατε τίποτα; Πάντως αν αποφασίσετε να το δείτε κάντε το με δική σας ευθύνη...

Κυριακή, Νοεμβρίου 01, 2015

ΣΤΟΝ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "BRIDGEND"

Το Bridgend είναι μια μικρή, μάλλον καταθλιπτική και δίχως ιδιαιτερότητες πόλη κάπου στην Ουαλία. Μεταξύ 2007 και 2012 στην πόλη αυτή συνέβησαν, ούτε λίγο ούτε πολύ, 79 (!) αυτοκτονίες, κυρίως εφήβων ή νέων ανθρώπων. Η ιστορία είναι αληθινή και το γιατί παραμένει μέχι σήμερα άγνωστο.
Τα συγκλονιστικά αυτά γεγονότα προσπαθεί να μεταφέρει στην οθόνη η δανέζικη (αλλά αγγλόφωνη) ταινία "Bridgend" του 2015, πρώτη fiction του μέχρι τώρα ντοκιμαντερίστα δανού Jeppe Ronde. Μια έφηβη μετακομίζει στην πόλη με τον πατέρα της, ο οποίος κατάγεται από εκεί και ειναι αστυνομικός, και με τον οποίο στην πορεία θα συγκρουστεί. Πολύ σύντομα, αν και ήσυχη η ίδια, θα βρεθεί να κάνει παρέα με μια μεγάλη ομάδα συνομιλήκων της. Αλκοόλ, περιστασιακοί και εφήμεροι έρωτες, βόλτες στο δάσος, όπου γίνονται κάποιου είδους - και μάλλον άνευ λόγου - "τελετουργίες", είναι η μοναδική διασκέδασή τους σε ένα μουντό, καταθλιπτικό περιβάλλον. Και βέβαια, κάθε λίγο, ένας ή μία από την ομάδα αυτοκτονεί! Οι υπόλοιποι δέχονται το τραγικό γεγονός σαν φυσιολογικό, ανταλλάσουν e-mails γι' αυτό και μαζεύονται στο δάσος για να πενθησουν με τον τρόπο τους το νέο θύμα της αλλόκοτης αυτής αλληλουχίας.
Η ταινία είναι κυρίως βασισμένη στην ατμόσφαιρα. Σκοτεινή, ζοφερή σχεδόν, με στιγμές μεγάλης ομορφιάς, αποτελεί το ατού της. Ο σκηνοθέτης δεν δίνει απαντήσεις στα μυστηριώδη γεγονότα, όπως άλλωστε δεν υπάρχουν και στην πραγματικότητα . Κάποιες φορές υπονοούνται ελάχιστα ακόμα και για μεταφυσικούς λόγους, ωστόσο σαφώς δεν επιβεβαιώνονται και σαφώς δεν είναι αυτός ο στόχος ή η πιθανή εξήγηση. Περισσότερο, αυτό που μένει είναι η βουβή και αδιέξοδη οργή των νέων για το απρόσωπο, καταθλιπτικό κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον, ένα είδος επανάστασης ενάντια στις μεγαλύτερες γενιές, στους γονείς ουσιαστικά, που βρίσκει διέξοδο με τον τραγικό τρόπο της αυτοκτονίας. Άλλωστε οι έφηβοι μοιάζουν να ανήκουν σε ένα είδος μυστικής σέχτας, σα να προσπαθούν να κρατήσουν μυστικά και να εμποδίσουν μέλη τους να φύγουν από την πόλη. Πάντως το αδιέξοδο, το σχεδόν κλειστοφοβικό κλίμα και η κατάθλιψη των νέων που δεν μπορούν να διοχετεύσουν αλλού την ενεργητικότητα και τη νεανική ορμή τους δίνεται ανάγλυφα.
Σκοτεινή ταινία, βαριά, βασισμένη κυρίως, όπως είπαμε, στην ατμόσφαιρα, μου κίνησε το  ενδιαφέρον, δίχως όμως να τη βρω και εξαιρετική. Αξίζει πάντς μιας ευκαιρίας.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 30, 2015

ΚΙ ΑΝ ΟΙ ΕΙΣΒΟΛΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΟΙ ΜΕ ΕΜΑΣ;

Στην αρχή υπήρξε ένα κλασικό b-movie επιστημονικής φαντασίας του 1956, το "Invasion of the Body Snatchers" του Don Segel. 20 και κάτι χρόνια μετά, το 1978 συγκεκριμένα, ο Philip Kaufman κάνει ένα από τα πιο πετυχημένα ριμέικ της ιστορίας του σινεμά, με τον ίδιο πάντα τίτλο.
Η ιστορία είναι από μόνη της ανατριχιαστική. Από την πρώτη κιόλας σκηνή (στα credits) ξέρουμε ότι ο κόσμος μας αντιμετωπίζει μια εξωγήινη εισβολή από κάποια σαν πλαγκτόν πλάσματα, που ταξιδεύουν στο διάστημα ψάχνοντας τον κατάλληλο πλανήτη. Πώς όμως εκδηλώνεται η εισβολή αυτή; Κατ' αρχήν "μολύνονται" τα φυτά, το πιο "αθώο" ίσως κομμάτι ζωής στη γη. Από εκεί και πέρα το "κακό" μεταδίδεται στον άνθρωπο. Οι άνθρωποι λοιπόν αντικαθίστανται από πανομοιότυπες ρέπλικες, που παίρνουν τη θέση του πρωτότυπου. Ναι, είναι ίδιοι εξωτερικά. Τι γίνεται όμως με τα συναισθήματά τους; Και τι μπορείς να κάνεις απέναντι σ' αυτό; Πώς να αντιμετωπίσεις τη ραγδαία εξάπλωση; Και, εν τέλει, είναι κανείς σίγουρος για το ποιος είναι πραγματικός και ποιος απομίμηση, ακόμα και από τους πιο δικούς του ανθρώπους (ή "ανθρώπους");
Η ταινία διαθέτει πολύ καλό ρυθμό και ισορροπεί με επιτυχία ανάμεσα στην επιστημονική φαντασία και τον τρόμο. Το διαρκώς αυξανόμενο σασπένς κρατά τον θεατή και η ατμόσφαιρα γίνεται όλο και πιο απειλητική - και πιο αδιέξοδη για τους ήρωες. Φυσικά το θέμα από μόνο τους οδηγεί σε πολλαπλούς προβληματισμούς (ή συμβολισμούς). Μήπως το κακό βρίσκεται σε μας τους ίδιους ή, τέλος πάντων, στον ίδιο τον άνθρωπο και όχι σε κάποια τέρατα; Μήπως οδηγούμαστε σε μια ψυχρή, μηχανική κοινωνία (όπως είναι οι ρέπλικες), όπου το συναίσθημα εξαφανίζεται και όλα γίνονται με γνώμονα μια ανατριχιαστικά ψυχρή και μηχανιστική λογική (ή "λογική"); Τελικά όμως το ηθικό δίλημμα που κυριαρχεί είναι το ίδιο ουσιαστικά με τους "Ρινόκερους" του Ιονέσκο για παράδειγμα: Θα αφεθεί να ακολουθήσει κανείς τη μάζα και τις όποιες επιλογές της ή θα παραμείνει ο εαυτός του, σταθερός στα πιστεύω και τις απόψεις του, ακόμα κι αν αυτές αποτελούν μειοψηφία; Βλέπετε, τις περισσότερες φορές το να ακολουθήσεις το όποια μαζικά πρότυπα και πιο εύκολο και πιο συμφέρον είναι...
Στο τέλος, που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά, ο Kaufman αρνείται να "χρυσώσει το χάπι" και να υποκύψει σε εύκολες λύσεις. Κάθε άλλο. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι ένα ακόμα συν σε μια από τις πιο ασφυκτικές, ουσιαστικά τρομακτικές (δίχως καθόλου "μπου")  και απαισιόδοξες ταινίες του φανταστικού. Το συνιστώ.
ΥΓ: Εκτός του πρωταγωνιστή Ντόναλντ Σάντερλαντ, στο καστ θα ανακαλύψετε έναν νεαρότατο Τζεφ Γκόλντμπλουμ, αλλά και τον καλτ Λέοναρντ Νιμόι.


Τετάρτη, Οκτωβρίου 28, 2015

COLD SOULS: ΟΤΑΝ ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΚΑΤΑ ΒΟΥΛΗΣΗ...

Υπάρχουν ταινίες τις οποίες αγνοώ παντελώς (όπως και τους δημιουργούς τους), εμφανίζονται από το πουθενά και κάνουν την έκπληξη. Μια απ' αυτές τις ευχάριστες περιπτώσεις είναι το "Cold Souls" του 2009, πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Sophie Barthes.
Ο κόσμος είναι ακριβώς όπως τον ξέρουμε. Υπάρχει όμως μια μικρή διαφορά: Μπορείς με μια ανώδυνη και ακίνδυνη επέμβαση να... αφαιρέσεις την ψυχή σου αν αυτή σε ενοχλεί για οποιονδήποτε λόγο. Η ψυχή φυλάσσεται σε κατάλληλο μέρος και, στο μέλλον, μπορείς να την τοποθετήσεις και πάλι εντός σου. Αν πάλι δεν θέλεις, μπορείς να δεχτείς την ψυχή ενός άλλου. Υπάρχει ολόκληρη τράπεζα ψυχών και πολλοί δότες, εκούσιοι ή ακούσιοι. Ο ήρωας είναι ένας παθιασμένος ηθοποιός, που προετοιμάζεται πυρετωδώς για να ερμηνεύσει στη σκηνή τον Θείο Βάνια. Το άγχος, η πίεση, η ταύτιση με τον ρόλο σε βαθμό να μη μπορεί να ξεχωρίσει τον εαυτό του απ' αυτόν, τον οδηγούν στην απόφαση να αφαιρέσει την ψυχή του για να... πώς να το πούμε... κάπως σα να ξαλαφρώσει. Τα αποτελέσματα της "επέμβασης" στον εσωτερικό του κόσμο, αλλά και μία περίεργη (όχι ψυχολογική) εξέλιξη, θα πυροδοτήσουν τη συνέχεια της ιστορίας.
Φυσικά βρισκόμαστε στα χωράφια του σεναριογράφου Κάουφμαν, το στιλ του οποίου μοιάζει να έχει επηρεάσει τη δημιουργό, δίχως όμως να πρόκειται για κανενός είδους "αντιγραφή". Το φιλμ στηρίζεται ολόκληρο στον Πολ Τζιαμάτι, ο οποίος ερμηνεύει εξαιρετικά τον βασικό ρόλο, παίζοντας τον εαυτό του. Στην ταινία είναι γνωστός ηθοποιός και λέγεται ακριβώς Πολ Τζιαμάτι. Στα βιντεοκλάμπ κυκλοφορούν οι αληθινές ταινίες του. Τελικά ολόκληρο το φιλμ χτίζεται πάνω στην προσωπικότητα και την ερμηνεία του. Η ιστορία μπορεί να είναι δραματική και ενίοτε αγχωτική, διαθέτει ομως άφθονο χιούμορ. Ταυτόχρονα θίγει πολλά θέματα: Το ζήτημα της ανθρώπινης προσωπικότητας, τη σχέση με τον εαυτό μας, το υπαρξιακό άγχος, την αρκετά συνηθισμένη κατάσταση του να μη θέλεις αυτό που έχεις, αλλά αυτό που σου λείπει, κι αν τελικά το αποκτήσεις να νοιώθεις και πάλι ανικανοποίητος, την απληστία, αλλά και τον καταναλωτισμό στην ύστατη μορφή του: Αυτή της "αγοράς" νέας ψυχής. Οι αναφορές στη λογοτεχνία ή σε στερεότυπα ανθρώπινων τύπων εμπλουτίζουν την ιστορία, κάνοντάς την συχνά διασκεδαστικότερη, αν και το στοιχείο της συγκίνησης δεν λείπει ποτέ.
Δικαίως η ταινία χαρακτηρίζεται ως "υπαρξιακή κωμωδία". Θα τη συνιστούσα. Ακόμα και αν δεν σας αρέσει, σίγουρα θα τη βρείτε πρωτότυπη.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 26, 2015

ΜΙΑ "ΑΝΙΕΡΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ" ΜΕ ΠΟΛΛΕΣ ΔΙΑΠΛΟΚΕΣ

Ο Τζέιμς "Γουάιτι" Μπόλτζερ υπήρξε διαβόητος γκάνγκστερ στη Βοστώνη των 70ς και 80ς. Ήταν μάλιστα ένας από τους πλέον βίαιους του σιναφιού του, υπέυθυνος, μεταξύ άλλων, για πολλούς φόνους. Την ιστορία του μεταφέρει στην οθόνη το 2015 ο Scott Cooper με την "Ανίερη Συμμαχία" (Black Mass), με έναν αγνώριστο, μεταμορφωμένο Τζόνι Ντεπ.
Το ενδιαφέρον με τον γκάνγκστερ αυτόν δεν είναι τόσο η εγκληματική του δράση όσο η απίστευτη ιστορία και οι διαπλοκές του με το κράτος. Ιρλανδικής καταγωγής, μεγάλωσε σε φτωχογειτονιά με τον αδελφό του και κάποιους "κολλητούς". Ε, λοιπόν, ο αδελφός έγινε γερουσιαστής (!), ενώ ο καλύτερός του φίλος πράκτορας του FBI! Ο τελευταίος πείθει τον Μπόλτζερ να γίνει πληροφοριοδότης ώστε να καταστραφεί η ιταλική μαφία της πόλης και, ταυτόχρονα, ανεξάρτητα από την αξία των πληροφοριών που δίνει εκείνος, τον προστατεύει απέναντι σε ανώτερούς του πράκτορες με νύχια και με δόντια, λόγω της παλιάς τους φιλίας (η οποία μάλιστα διατηρείται σε αρκετό βαθμό, ακόμα και μπάρμπεκιου κάνουν μαζί). Ο αδίστακτος Μπόλτζερ, απολαμβάνοντας μια τόσο ιδιότυπη ασυλία, αφήνει όντως την ιταλική μαφία να συντριβεί και, ταυτόχρονα, γιγαντώνει τις (παράνομες βεβαίως) επιχειρήσεις του και γίνεται πραγματικός άρχοντας της πόλης. Πρόκειται για απίστευτη κατάσταση!
Η ταινία στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στον Ντεπ. Πολύ μακριά από το sui generis στιλ, με το οποίο τον έχουμε συνηθίσει τα αρκετά προηγούμενα χρόνια, είναι πολύ καλός στο ρόλο του... πολύ κακού. Πραγματικά, μόνο με την παρουσία του ή έστω με μια του λέξη, καταφέρνει να εμπνέει φόβο και να δημιουργεί κλίμα έντονης απειλής. Η ταινία διαθέτει ένταση, παρακολουθεί διεξοδικά και μεθοδικά τις συχνά βρώμικες μεθόδους της πολιτείας στην αντιμετώπιση του εγκλήματος, και, τελικά, ο θεατής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα πάντα διαπλέκονται με απιστευτο τρόπο. Κράτος, αστυνομία, έγκλημα, συνδιαλέγονται μεταξύ τους επί ίσοις όροις, φτιάχνουν κατά καιρούς όντως "ανίερες συμμαχίες" και, τελικά, μοιράζουν σύμφωνα με τα εκάστοτε συμφέροντά τους την πίτα.
Ίσως η διαπλοκή αυτή, αλλά και ο ρόλος καθαρά προσωπικών καταστάσεων (φιλία, παιδική ηλικία, φυλετική αλληλεγγύη) ναι μη θίγονται, νομίζω, τόσο βαθιά όσο θα έπρεπε, ωστόσο σίγουρα αναφέρονται.
Την παρακολούθησα με ενδιαφέρον, κυρίως χάρη στον Ντεπ, ωστόσο δεν την βρήκα και ιδιαίτερα "μεγάλη" ταινία.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 22, 2015

WALKABOUT : Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΦΥΣΗ

Το δεύτερο φιλμ, μετά το "Performance", του σημαντικού Nicolas Roeg είναι το "Walkabout" του 1971. Γυρισμένο ολόκληρο στην αυστραλιανή έρημο, ενός από τα πιο παρθένα μέρη του πλανήτη, μιλά για την άγρια γοητεία της φύσης, αντιπαραθέτοντάς στον πολιτισμό.
Η διαδικασία ενηλικίωσης των aboriginals, των αυστραλών ιθαγενών, είναι παράδοξη σύμφωνα με τη δική μας αντίληψη: Κάθε νεαρός, όταν φτάνει τα 16, αφήνεται ολομόναχος στην αφιλόξενη έρημο και πρέπει να επιβιώσει για καιρό αποκλειστικά με τις δικές του δυνάμεις, πριν επιστρέψει στη φυλή. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται walkabout. Στην ταινία τώρα: Δύο αδέλφια από εύπορη λευκή οικογένεια, 16 εκείνη, γύρω στα 10 εκείνος, απομένουν ολομόναχα στο μέσο της ερήμου μετά την απρόσμενη αυτοκτονία του πατέρα τους, που τους έχει πάει μέχρι εκεί. Καθώς η επιβίωσή τους γίνεται όλο και πιο προβληματική, συναντούν έναν 16χρονο ιθαγενή που βρίσκεται στη διαδικασία του walkabout. Θα περιπλανηθούν μαζί για καιρό, εκείνος προσπαθώντας να ολοκληρώσει τη διαδικασία της ενηλικίωσής του και τα λευκά παιδιά πασχίζοντας να επιστρέψουν στον πολιτισμό, από τον οποίο τόσο βίαια αποκόπηκαν.
Η ταινία αντιπαραθέτει με δραματικό τρόπο τον φυσικό με τον τεχνητό, τον δυτικό τρόπο ζωής. Ο ιθαγενής μπορεί να επιβιώσει με όσο παίρνει απ' ευθείας από την ίδια τη φύση, ενώ οι λευκοί αδυνατούν να κάνουν κάτι τέτοιο. Ο ιθαγενής βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία μ' αυτήν, ο λευκός την καταστρέφει (η σκηνή με τα βουβάλια είναι χαρακτηριστική). Αυτό που τελικά μένει στον λευκό άνθρωπο αργότερα, μετά την επιστροφή, είναι η νοσταλγία του φυσικού τρόπου ζωής που έχει για πάντα χαθεί. Ίσως και η νοσταλγία της απλής επιβίωσης ως αυτοσκοπού, δίχως κανένα άλλο πρόσθετο βάρος που υποχρεωτικά μας επιφορτίζει ο πολιτισμός. Παράλληλα η ταινία μπορεί να θεωρηθεί και ως αλληγορία της χαμένης παιδικότητας, συνυφασμένης με την ξενοιασιά, η οποία χάνεται οριστικά με την ενηλικίωση - η οποία, βεβαίως, συνοδεύεται και με το ξύπνημα της σεξουαλικότητας. Όχι, μη νομίζετε ότι η φύση δείχνεται ειδυλλιακά: Είναι κι αυτή δύσκολη, σκληρή, άγρια, μπορεί με την ίδια ευκολία που σου δίνει να σε σκοτώσει. Η νοσταλγία της όμως παραμένει κάπου μέσα στον δυτικό άνθρωπο. Εκτός αυτών η αδυναμία συνύπαρξης δύο τόσο διαφορετικών πολιτισμών δίνεται επίσης ανάγλυφα.
Κυρίαρχο στην ταινία είναι το υποβλητικό τοπίο, υπέροχα φωτογραφημένο από τον ίδιο τον Ρεγκ. Γενικά, πέρα από τα νοήματά της, το φιλμ πάνω απ' όλα είναι υπνωτιστικό, κάτι σαν τριπ, με σχετικά αργούς, αλλά απόλυτα υποβλητικούς ρυθμούς. Είναι απ' αυτά που, απλώς, αφήνεσαι και τα απολαμβάνεις. Νομίζω ότι αυτή είναι και η σημαντικότερη αρετή του. Γενικά πάντως τη θεωρώ από τις καλύτερες δουλειές του "ολιγογράφου" αυτού σκηνοθέτη.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 21, 2015

ΚΑΘΩΣ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΥΛΑ ΚΑΙ Η "ΝΙΟΤΗ" ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΕΤΑΙ ΟΛΟΕΝΑ...

Δύο περίπου ογδοντάρηδες φίλοι, ένας συνθέτης και μαέστρος και ένας σκηνοθέτης, περνούν τις διακοπές τους σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο στις Άλπεις. Ο συνθέτης έχει αποσυρθεί και αρνείται τις πιέσεις της ίδιας της βασίλισσας της Βρετανίας να διευθύνει για τελευταία φορά το γνωστότερο έργο του, ενώ ο σκηνοθέτης, με ένα επιτελείο σεναριογράφων, δουλεύει για μια ταινία την οποία θεωρεί πνευματική του διαθήκη. Συναντήσεις με διάφορους ένοικους του ξενοδοχείου, μικρά, ενίοτε παράξενα συμβάντα, αστείες καταστάσεις, οικογενειακά και άλλα δράματα, αναμνήσεις,  όνειρα, μπλέξιμο φαντασίας (και φαντασιώσεων) των ηλικιωμένων ηρώων, καθώς και ονειρικών σκηνών με την πραγματικότητα, συνθέτουν το φιλμ.
Πρόκειται για το "Youth" (Νιότη), την ταινια που γύρισε το 2015 ο Paolo Sorrentino, την επομενή του δηλαδή μετά το "Grande Belezza". Πολύ δυνατό καστ (εξαιρετικοί Μάικλ Κέιν και Χαρβεϊ Καϊτέλ στους βασικούς ρόλους, αλλά και Ράιτσελ Βάις. Πολ Ντέινο και... Τζέιν Φόντα σε απρόσμενη εμφάνιση), υπέροχη, καθαρή φωτογραφία, έξυπνη σκηνοθεσία με κάποιες πρωτοτυπίες, και κάμποσα άλλα στοιχεία κάνουν ενδιαφέρον το φιλμ του διεθνούς πλέον ιταλού σκηνοθέτη. Φυσικά το βασικό θέμα είναι το πέρασμα του χρόνου - ή μάλλον το τέλος του ουσιαστικά - και η σχέση του ανθρώπου με τον αναπόφευκτο θάνατο που έρχεται. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για δημιουργικούς ανθρώπους, οι οποίοι, προφανώς, ξέρουν ότι το τέλος έχει πλησιάσει πολύ και αντιλαμβάνονται ότι πολλές από τις επιθυμίες τους είναι πλέον αδύνατο να πραγματοποιηθούν. Υπάρχουν λοιπόν οι αναπόφευκτοι απολογισμοί ζωής, τονίζονται οι διαφορετικοί χαρακτήρες (πιο κυνικός και σαρκαστικός ο συνθέτης Κέιν) και υπάρχουν και κάποιες (μικρές) ανατροπές.
Φυσικά με ένα τέτοιο θέμα υπάρχει και αρκετή μελαγχολία. Ωστόσο η αντιμετώπιση του Sorrentino δεν είναι καθόλου μονοδιάστατη. Ίσα - ίσα που τη μελαγχολία και τη συγκίνηση διαδέχονται το συχνό χιούμορ, το δραματικό εναλλάσσεται με το κωμικό. Όσο για την ανθρώπινη ύπαρξη, νομίζω ότι εδώ η γκάμα αντιμετώπισής της είναι ευρεία: Από τραγική έως γελοία, από "μεγάλη" και "υψηλή" έως "φτηνή", καθημερινή, με πάθη και κακίες. Και βέβαια, ο σαρκασμός για όλα αυτά είναι επίσης έντονα παρόν. Οπότε δεν θα δείτε ένα "βαρύ" φιλμ - ή τουλάχιστον όχι ένα ΜΟΝΟ "βαρύ" φιλμ. Οι ψυχολογικές εναλλαγές είναι αρκετές.
Ο  Sorrentino είναι βασικά επηρεασμένος από τον Φελίνι, όπως πολύ καθαρά είχε φανεί στο "Grande Belezza". Στα ίδια τα θέματά του, αλλά και στην γλυκόπικρη αντιμετώπισή τους. Βρήκα ωστόσο ότι, παρά τις αρετές της, η ταινία συχνά γίνεται φλύαρη. Ίσως ο σκηνοθέτης θα έπρεπε να περιορίσει λίγο τον πληθωρισμό που τον διακρίνει πάντοτε σχεδόν. Επίσης υπάρχει και το στοιχείο της αποσπασματικότητας. Δεν πρόκειται ακριβώς για ένα δεμένο φιλμ. Σα να αποτελείται από πολλά σκόρπια επεισόδια. Ίσως βέβαια αυτό το τελευταίο να είναι ηθελημένο. Συνολικά πάντως η "Νιότη" είναι νομίζω αξιόλογη. Όπως και αξιόλογος είναι και ο σκηνοθέτης της, ο οποίος μας κάνει να περιμένουμε με περιέργεια - τουλάχιστον - κάθε προσπάθειά του.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 19, 2015

ΑΓΟΥΡΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΦΡΕΣΚΑΔΑ ΣΤΟ "ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ"

Είχαμε γνωρίσει την Alante Kavaite το 2006 με το "Ecoute le temps", μια σχετικά ενδιαφέρουσα ταινία φανταστικού. Το 2015 (μόλις) κάνει τη δεύτερη ταινία της, "Το Καλοκαίρι του Έρωτά μου" (Sangailes vasara o πρωτότυπος λιθουανικός τίτλος, καθώς πρόκειται κυρίως για παραγωγή της χώρας αυτής - και είναι γυρισμένο εκεί).
Η 17χρονη, όμορφη Sangaile κάνει διακοπές με τους εύπορους γονείς της στο καλοκαιρινό τους σπίτι στην επαρχία. Η κοπέλα γοητεύεται από τα αεροπλάνα και παρακολουθεί με πάθος επιδείξεις με αεροπορικά "ακροβατικά" που γίνονται εκεί. Κατά τη διάρκειά τους θα γνωρίσει μια ντόπια συνομίληκή της, με την οποία θα δεθεί με στενή φιλία. Σύντομα η σχέση τους θα γίνει ερωτική. Μέσα απ' αυτή - και κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού εκείνου - η ηρωίδα θα εξομολογηθεί τα μυστικά της, θα ξεπεράσει φόβους και δισταγμούς, θα πραγματώσει τη βαθύτερη επιθυμία της και, τελικά, θα ενηλικιωθεί. Το επόμενο καλοκαίρι στο ίδιο μέρος θα είναι μια εντελώς διαφορετική εποχή για εκείνη.
Η ταινία βασίζεται στην άγουρη και συχνά αμήχανη λεσβιακή σχέση των δύο κοριτσιών, δίχως να παραλείπει ωστόσο να καταγράψει τα προβλήματα του τέλους της εφηβείας (επαναστατικότητα, μελαγχολία, σύγκρουση με τους γονείς και το κοινωνικό περιβάλλον κλπ.) Παρά τις δραματικές στιγμές, αντιμετωπίζεται σχετικά ανάλαφρα και αρκετά αισιόδοξα. Η "απαγορευμένη" σχέση δεν είναι φορτισμένη με αδιέξοδα, άγρια και αυτοκαταστροφικά πάθη ή/και κοινωνικά πογκρόμ, όπως ίσως θα περίμενε κανείς. Ρέει μάλλον φυσικά και χαλαρά. Αυτό όμως που είναι το κύριο προσόν της ταινίας κατά τη γνώμη μου είναι η έξυπνη σκηνοθεσία, η φρεσκάδα (και η ανεμελιά θα έλεγα) της αντιμετώπισης ενός συνήθως ταμπού θέματος και η πολύ όμορφη, "κρυστάλλινη" φωτογραφία της. Γι' αυτό κέρδισε και το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Sundance.
Το βρήκα συμπαθητικό και γλυκό, όχι όμως και κάτι συγκλονιστικό. Αποτελεί πάντως ενδιαφέρον δείγμα γραφής από μια παντελώς άγνωστη για μένα κινηματογραφία, αυτή της Λιθουανίας.

Σάββατο, Οκτωβρίου 17, 2015

ΠΩΣ ΝΑ ΔΙΑΣΩΣΕΤΕ ΕΝΑΝ ΝΑΥΑΓΟ ΣΤΟΝ ΑΡΗ

Η επάνοδος του Ridley Scott εν έτει 2015 είχε θετικά και αρνητικά. "Η Διάσωση" (The Martian) βασίζεται στο μπεστ σέλερ του Άντι Γουέιρ, είναι βεβαίως επιστημονική φαντασία, ουσιαστικά όμως παντρεύει την ταινία επιβίωσης με αγχώδεις διαστημικές αποστολές.
Ένας βοτανολόγος, μέλος αποστολής στον Άρη, ξεμένει εκεί μετά από τραυματισμό του σε σφοδρή αρειανή καταιγίδα. Το υπόλοιπο πλήρωμα απογειώνεται την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή και τον εγκαταλείπει θεωρώντας τον νεκρό. Έτσι αρχίζει ένας απίστευτος αγώνας επιβίωσης στον αφιλόξενο πλανήτη, ο οποίος πρέπει να κρατήσει ως την επόμενη αποστολή, μερικά... χρόνια μετά. Στο μεταξύ στη γη, μετά από κάποιο διάστημα, αντιλαμβάνονται από εικόνες που παίρνουν από τον Άρη, ότι ο επιστήμονας είναι ζωντανός και ένας αγωνιώδης μαραθώνιος για την διάσωσή του αρχίζει...
Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί το "Αθηνόραμα", το φιλμ είναι συνδυασμός του "Ναυαγού" και του "Απόλλων 13"  - αν και, κατά τη γνώμη μου, καλύτερο και από τα δύο. Ο γεμάτος εφευρετικότητα αγώνας του διαστημικού ναυαγού για να επιβιώσει αποτελεί τη μία παράλληλο. Η άλλη είναι η επίσης γεμάτη έξυπνες ιδέες (εκ μέρους επιστημόνων στη γη αυτή τη φορά) για να βρουν τρόπο να φτάσουν στον Κόκκινο Πλανήτη έγκαιρα για τη διάσωση του ναυαγού, καθώς και οι ενέργειες του υπόλοιπου πληρώματος, το οποίο εξακολουθεί να επιστρέφει στη γη, προς την ίδια κατεύθυνση.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η ταινία διαθέτει αρκετό ρεαλισμό και επιστημονική ακρίβεια (ή, έστω, επιστημονικοφανείς λύσεις), ώστε να πείθεσαι πραγματικά για όσα βλέπεις, αλλά και δόσεις χιούμορ που σπάζουν την τραγικότητα της κατάστασης. Υπάρχει και η σωστή σκηνοθεσία του όπως και να το κάνουμε ικανού Scott, το διαρκώς αυξανόμενο σασπένς, οπότε η συνταγή δένει με αποτέλεσμα να κρατά, νομίζω, σε όλη τη διάρκεια τον θεατή. Οι προσωπικές μου αντιρρήσεις; Ε, ναι, το Χόλιγουντ βρίσκεται στα πολύ καλά και "ανθρωπιστικά" του. Όλοι λίγο πολύ (ο ήρωας φυσικά, το πλήρωμα, οι δεκάδες επιστήμονες στη γη, ακόμα και οι... κινέζοι με τους οποίους θα συνεργαστούν κάποια στιγμή) είναι άμεσα ή έστω κατά βάθος πολύ καλοί! Όλοι είναι έτοιμοι να ρισκάρουν, ακόμα και να φτάσουν στα όρια της αυτοθυσίας, για να σώσουν τον ηρωικό ναυαγό! Δυστυχώς μια ματιά στον κόσμο γύρω μας και στον απροκάλυπτο κυνισμό που μας περιβάλλει θα δείξει ότι δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα... Και κάτι υποκειμενικό : Προσωπικά βαριέμαι κάπως τις ταινίες "σκληρής" ΕΦ, αυτές δηλαδή που χρησιμοποιώντας αληθοφανή επιστημονικά δεδομένα και υπολογισμούς και νούμερα και όρους και φυσική και... και άλλα τέτοια προσπαθούν να πείσουν πως ό,τι βλέπουμε είναι εφικτό και δυνατό να πραγματοποιηθεί. Κάπως με κούρασε όλο αυτό το έντονο στοιχείο στο φιλμ.
ΟΚ λοιπόν, με κράτησε, είχε σασπένς, ήταν εντυπωσιακό κάποιες φορές, το είδα λοιπόν ευχάριστα, αλλά το θεωρώ απόλυτα mainstream και αφελές ιδεολογικά.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 16, 2015

Ο ΠΑΓΩΜΕΝΟΣ (ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΤΟΣ) "ΝΑΝΟΥΚ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ"

Πίσω στα χρόνια του βωβού σινεμά, στα 1922 συγκεκριμένα. Τότε ο διάσημος και πρωτοπόρος ντοκιμαντερίστας Robert Flaherty (1884-1951) γυρίζει αυτό που έμελλε να γίνει ένα από τα επιδραστικότερα (το επιδραστικότερο για κάποιους) ντοκιμαντέρ στην ιστορία του κινηματογράφου, τον "Νανούκ του Βορρά". Εκτός των άλλων η τεράστια σημασία του έγκειται στο ότι το φιλμ εγκαινίασε από μόνο του ένα ολόκληρο είδος: Το ανθρωπολογικό ντοκιμαντέρ, τόσο διαδεδομένο σήμερα. Μέχρι τότε η έννοια του ντοκιμαντέρ περιοριζόταν σε ταινίες που έδειχναν τοπία ή εικόνες από πόλεις από μακρινές και συνήθως εξωτικές χώρες, λειτουργώντας έτσι "τουριστικά" σε μια εποχή που ο ίδιος ο τουρισμός ήταν ακόμα μια πολύ σπάνια συνήθεια. Αντίθετα ο Flaherty καταπιάνεται για πρώτη φορά με τον άνθρωπο (με μία οικογένεια συγκεκριμένα) και παρακολουθεί τον καθημερινό τρόπο ζωής τους.
Λίγα για την ιστορία: Ο σκηνοθέτης είχε ξαναπάει πριν χρόνια στην Αρκτική, έμεινε για καιρό εκεί και κινηματογράφησε άφθονο υλικό. Πλην όμως όλο αυτό καταστράφηκε σε πυρκαγιά, αφού τότε το φιλμ ήταν ένα εξαιρετικά εύφλεκτο υλικό. Έτσι το 1921 ταξιδεύει ξανά στην παγωμένη ήπειρο. Αυτή τη φορά εντοπίζει τον Νανούκ, έναν τυπικό εσκιμώο, και την οικογένειά του (τη σύζυγο Nyla και τα μικρά παιδιά τους) και αποφασίζει να τους κάνει ήρωες της ταινίας του. Έτσι για έναν περίπου χρόνο παρακολουθεί την καθημερινότητά τους, τη νομαδική ζωή τους, τον διαρκή αγώνα τους για επιβίωση (εύρεση τροφής κυρίως), τις συνήθειες τους. Κι όλα αυτά στο πιο αφιλόξενο ίσως περιβάλλον του πλανήτη. Επιστρέφει στις ΗΠΑ με τεράστιο όγκο υλικού. Εκεί πλέον επινοεί ένα σενάριο, μοντάρει κατάλληλα το υλικό και φτιάχνει την 71 λεπτών ταινία που ξέρουμε.
Εξετάζοντας αυστηρά τα πράγματα θα λέγαμε ότι με τον τρόπο αυτό "παραποιεί" το αυθεντικό υλικό, το χειρίζεται όπως αυτός θέλει φτιάχνοντας μια ιστορία καθημερινής επιβίωσης. Ίσως. Η απόλυτη πρωτοπορία και επινοητικότητα όμως του εγχειρήματος παραμένει μέχρι σήμερα μοναδική. Και, βεβαίως, υπάρχει η ζεστασιά (στις σχεδόν μόνιμα παγωμένες αχανείς εκτάσεις), το χιούμορ, η συμπάθεια με τα οποία αντιμετωπίζει τους πρωταγωνιστές τους, που κάνουν το φιλμ ακαταμάχητο. Και σήμερα; Θα μπορούσε κανείς να απολαύσει τόσο παλιό υλικό; Θα απαντούσα ναι. Η σκέψη και μόνο ότι βρισκόμαστε στα 1922 και οι άνθρωποι αυτοί είναι κυριολεκτικά ανέγγιχτοι από τον δυτικό πολιτισμό, ότι ζουν μια δύσκολη (για μας αδιανόητη) καθημερινότητα και επιβιώνουν δίχως ίχνος τεχνολογίας, μπορεί να προκαλέσει δέος. Πέραν αυτού όμως υπάρχουν εκπληκτικές σκηνές που εντυπωσιάζουν και σήμερα : Το χτίσιμο του ιγκλού, το κυνήγι μιας φώκιας από μια μικρή τρύπα στον πάγο, το κυνήγι θαλάσσιων ελεφάντων, είναι μερικές μόνο που μου έρχονται αυθόρμητα στο νου. Ναι, παραδόξως αυτό το κάτι παραπάνω από κλασικό ντοκιμαντέρ διατήρησε αμείωτο το ενδιαφέρον μου. Σας το συστήνω λοιπόν. Ακόμα κι αν δεν συμφωνήσετε με τα παραπάνω, θα δείτε ένα σημαντικότατο κομμάτι της ιστορίας του κινηματογράφου.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 15, 2015

"ΣΝΑΪΝΤΕΡ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΠΑΞ" ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΤΟΥ VAN WARMERDAM

Όσοι τυχόν παρακολουθούν αυτό το blog θα γνωρίζουν τη συμπάθειά μου για τον ολλανδό  Alex van Warmerdam, έναν απόγονου (πιθανόν) του Μπουνουέλ και της σουρεαλιστικής, σαρκαστικής ματιάς στα πράγματα. Το 2015 λοιπόν ο σκηνοθέτης γυρίζει το "Schneider vs. Bax", ένα είδος αστυνομικού φιλμ, με την προσωπική του όμως ματιά και με πρωταγωνιστή, όπως το συνηθίζει μερικές φορές, τον εαυτό του.
Ένας μποέμ μεσήλικας συγγραφέας ζει απομονωμένος σε ένα ξύλινο σπίτι που περιστοιχίζεται από βάλτους. Ένας πληρωμένος δολοφόνος δέχεται, την ημέρα των γενεθλίων του μάλιστα και ενώ έχει προετοιμαστεί για μια ήσυχη οικογενειακή μέρα, την παραγγελία να σκοτώσει τον συγγραφέα. Πείθεται δύσκολα λόγω της ευκολίας της υπόθεσης, όταν όμως φτάνει στην απομονωμένη κατοικία, τα πράγματα θα γίνουν πολύ πιο δύσκολα απ' όσο υπολόγιζε. Κατ' αρχήν ο συγγραφέας έχει δεχτεί την ξαφνική επίσκεψη της σχεδόν καταθλιπτικής κόρης του, κι αυτό είναι μόνο η αρχή. Τα πάντα οδεύουν μαθηματικά προς το απόλυτο χάος καθώς όλο και περισσότεροι εμπλέκονται στην ιστορία...
Ναι, το φιλμ είναι αστυνομικό. Ναι, υπάρχουν κάμποσοι πυροβολισμοί, φόνοι, κυνηγητά στα έλη και τα πτώματα συσσωρεύονται. Ναι υπάρχει σασπένς και δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να πλήξετε χάρη στο έξυπνο σενάριο. Ωστόσο, πάνω απ' όλα, υπάρχει το κατάμαυρο, σαρδόνιο χιούμορ του Warmerdam που κυριαρχεί και σε κάνει, παρά την έντονα αγχωτική ατμόσφαιρα, να μην παίρνεις ακριβώς στα σοβαρά αυτό που βλέπεις, να μη νοιώθεις το βάρος των όσων συμβαίνουν. Πολύ μακριά από τα τυπικά χολιγουντιανά πρότυπα, με την έντονα προσωπική ματιά του, ο δημιουργός δίνει την δική του, σκοτεινή και παιχνιδιάρικη συγχρόνως, εικόνα για την αστυνομική ταινία και συγχρόνως κριτικάρει και διάφορα κοινωνικά φαινόμενα. Π.χ. ο δολοφόνος είναι ένας πολύ καλός κατά τα άλλα οικογενειάρχης, ενώ στοιχεία όπως η έλλειψη δισταγμού μπροστά στο κέρδος, η σχέση της λουστραρισμένης επιφάνειας και των όσων σκοτεινών κρύβονται από κάτω, ακόμα και η αιμομιξία, θίγονται δίχως ποτέ να βαραίνουν το φιλμ. Το υποβλητικό, μελαγχολικό τοπίο του βορρά, με τους βάλτους να περικυκλώνουν τα πάντα, κυριαρχεί, δίνοντας μια απροσδόκητη εικαστική χροιά στην εικόνα.
Το "Schneider vs. Bax" είναι η επόμενη ταινία του σκηνοθέτη μετά το πολύ καλό για μένα "Borgman". Ίσως να μην το βρήκα εξ ίσου καλό όσο αυτό, ωστόσο μου άρεσε ιδιαίτερα και με ικανοποίησε. Αν σας αρέσει ο Warmerdam ψάξτε το οπωσδήποτε, αφού πρόκειται ίσως για τη δεύτερη καλύτερη δουλειά του. Αν πάλι τον αγνοείτε, ανακαλύψτε τον.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 12, 2015

"SIMPLE FORMALITY" Ή ΜΗΠΩς ΚΑΤΙ ΠΟΛΥ ΠΑΡΑΠΑΝΩ;

Το 1994 ο Giuseppe Tornatore γυρίζει το "A Simple Formality" (Una Pura Formalita), βασισμένο μάλιστα σε δική του ιδέα και σενάριο. Πρόκειται για κλασική "ταινία δωματίου", απ' αυτές που το στοίχημα είναι αν, παρά την έλλειψη ποικιλίας χώρων και έντονης δράσης, θα κρατήσουν τον θεατή. Το συγκεκριμένο φιλμ βέβαια στηρίζεται στους δύο βασικούς ηθοποιούς: Τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ και τον Ρόμαν Πολάνσκι (ναι, τον σκηνοθέτη) σε έναν από τους σχετικά λίγους ρόλους που έχει ερμηνεύσει σε όχι δική του ταινία.
Ένας άνθρωπος βρίσκεται από την αστυνομία να τρέχει στη βροχή δίχως προορισμό. Στην ανάκριση που ακολουθεί, αποδεικνύεται ότι πρόκειται για έναν διάσημο συγγραφέα, ο οποίος ωστόσο έχει πολύ καιρό να γράψει, του οποίου μάλιστα φανατικός θαυμαστής είναι ο ίδιος ο ανακριτής. Ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι δεν θυμάται τίποτα από τις τελευταίες ώρες πριν τη σύλληψή του. Καθώς η βροχή πυκνώνει ολοένα, ένα πτώμα ανακαλύπτεται, η ιστορία μετατρέπεται σε κάτι σαν αστυνομική, ενώ η απροσδόκητη κατάληξη ανατρέπει τα πάντα.
Το κακό με ταινίες σαν αυτή είναι ότι δεν μπορώ να πω πολλά, γιατί με μια ελάχιστη νίξη μπορεί να δημιουργήσω απαράδεκτο σπόιλερ. Με μια λέξη μόνο μάλιστα, την οποία θα έπρεπε, αλλά δεν θα γράψω. Απλώς θα πω κάπως περιληπτικά ότι οι ηθοποιίες είναι πολύ καλές, οι σχέσεις ανακριτή - ανακρινόμενου περνάνε από πολλές φάσεις και μας προσφέρουν αρκετά ψυχολογικά παιχνίδια, ότι κάποια θεατρικότητα υπάρχει ( η οποία ωστόσο δεν με ενόχλησε) και τελικά ότι ναι, αυτό το παράξενο "θρίλερ δωματίου" (αν και υπάρχουν και κάποιες εξωτερικές σκηνές) με κράτησε αρκετά (να πούμε ότι εκτός της τελικής, υπάρχουν και αρκετές άλλες ανατροπές στην πορεία). Σημαντικό είναι επίσης το ότι η μουντή, υγρή και παρακμιακή ατμόσφαιρα βοηθά στη δημιουργία του κατάλληλου κλίματος για την τελική αποκάλυψη. Απλώς βρήκα το όλο πράγμα κάπως υπερβολικό και τραβηγμένο.
Γενικά θεωρώ ότι ο Tornatore σχεδόν πάντα είναι κάπως υπερβολικός, θέλει να πει πολλά, να φορτώσει τις ταινίες του με περισσότερες ιδέες απ' όσο αντέχουν. Παρ' όλα αυτά (που είναι προσωπικές απόψεις), πιστεύω ότι το φιλμ θα εντυπωσιάσει πολλούς. Ίσως στο τέλος τους αφήσει άναυδους.

Κυριακή, Οκτωβρίου 11, 2015

O "SICARIO" ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΑΚΗΡΥΚΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΟΥ ΜΑΙΝΕΤΑΙ

Θεωρώ τον καναδό (εκ Κεμπέκ) Denis Villeneuve έναν από τους πλέον σημαντικούς σύγχρονους σκηνοθέτες. Το "Sicario: Ο Εκτελεστής" του 2015 επιβεβαίωσε αυτή μου την πεποίθηση.
Αυτή τη φορά η σκοτεινή ματιά του μας μεταφέρει σε έναν εφιαλτικό ακήρυχτο πόλεμο, ο οποίος μαίνεται εδώ και χρόνια στα σύνορα ΗΠΑ και Μεξικού: Τον πόλεμο ανάμεσα στις αρχές και τα αδίστακτα καρτέλ ναρκωτικών, που είναι από τις πλέον εγκληματικές οργανώσεις του πλανήτη. Μια ιδεολόγος και νομοταγής πράκτορας του FBI, έχοντας επιβιώσει από μια πρώτη εμπλοκή της με τα καρτέλ, δέχεται (σχεδόν εκβιαστικά, αλλά το θέλει και η ίδια) να πάρει μέρος σε μια ακαθόριστη, καθόλου σαφή επιχείρηση εναντίον ενός απο τους πλέον σημαντικούς αρχηγούς της οργάνωσης, υπό την καθοδήγηση δύο παράξενων τύπων, των οποίων η ταυτότητα και το αξίωμα (;) παραμένουν αινιγματικά. Σύντομα θα διαπιστώσει ότι (παράτυπα) η επιχείρηση θα λάβει χώρα στο ίδιο το Μεξικό (κάτι σαν μικρή εισβολή), ενώ όσο η ιστορία προχωρά τα πράγματα γίνονται όλο και σκοτεινότερα, ίσως και χαώδη, οι παρατυπίες διαδέχονται η μία την άλλη, ενώ τα όρια καλού και κακού, νόμιμου και παράνομου, καθώς και οι ακολουθούμενες μέθοδοι γίνονται όλο και πιο θολά. Το τέλος είναι σοκαριστικό.
Ακριβώς αυτή την "κατάβαση στην κολαση" μας δίνει με πειστικό τρόπο ο Villeneuve. Πέρα από μια περιπέτεια γεμάτη ένταση και ένα θρίλερ δράσης - που συνοδεύεται πάντοτε από μια ατμόσφαιρα υπόγειας απειλής - ο στόχος του είναι νομίζω να προβληματίσει τον θεατή για το αν "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα", αν οι κάθε λογής παρανομίες επιτρέπονται για κάποιο απώτερο "καλό" σκοπό, αν τελικά υπάρχουν σαφή όρια ανάμεσα στο καλό και το κακό. Παράλληλα με τους γενικότερους αυτούς προβληματισμούς η ταινία μας αποκαλύπτει έναν εφιαλτικό κόσμο βίας, κυριαρχίας αδίστακτων συμφερόντων, βρωμιάς και κάθε λογής φρίκης που κυριαρχεί σ' αυτόν τον πόλεμο ενάντια στα παντοδύναμα καρτέλ, που αποτελούν κυριολεκτικά κράτος εν κράτει σε νοτιοαμερικάνικες χώρες (Κολομβία, Μεξικό), όπου τα πράγματα είναι πραγματικά πολύ χειρότερα απ' όσο φανταζόμαστε. Όπως λέει κάποιος (θετικός ή αρνητικός;;;) ήρωας στο τέλος "βρισκόμαστε σε ένα μέρος όπου κυριαρχούν οι λύκοι". Και βέβαια οι θεατές θα αναρωτηθούν τελικά αν το φιλμ διαθέτει ή όχι χάπι εντ...
Σκοτεινή, βρώμικη, τραχειά και βίαιη, η  ταινία διαθέτει σασπένς και επιβεβαιώνει την μόνιμα ανησυχητική ματιά του δημιουργού της. Τελικά ό,τι έχει κάνει μέχρι τώρα ο Villeneuve είναι τουλάχιστον ενδιαφέρον.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 08, 2015

Ο "ΝΑΠΟΛΕΩΝ" ΤΟΥ GANCE ΠΟΛΛΕΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΜΕΤΑ

Βρισκόμαστε στα 1927. Ο γάλος Abel Gance (1889-1981) ολοκληρώνει το πλέον παράτολμο εγχείρημα τού μέχρι τότε κινηματογράφου: Τον "Ναπολέοντα", ένα περίπου εξάωρο (!) βωβό φιλμ (και, όπως θα δούμε, δεν βρίσκεται μόνο στη διάρκεια η πρωτοπορία του). Ο Gance είχε εμμονή με το θέμα του και δούλευε για χρόνια πάνω σ' αυτό.
Το απίστευτο για την εποχή έπος ξεκινά από τα παιδικά χρόνια του Ναπολέοντα Βοναπάρτη και φτάνει μέχρι την αρχή της παντοδυναμίας του στη Γαλλία, στις στάχτες της Γαλλικής Επανάστασης. Δεν περιλαμβάνει δηλαδή τους μετέπειτα πολέμους στην Ευρώπη ούτε την πτώση του. Κι αυτό επειδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, οι 6 αυτές ώρες θα ήταν το πρώτο από τα πέντε (!) μέρη της ταινίας για τον στρατηλάτη. Βέβαια από έλλειψη χρημάτων τα υπόλοιπα μέρη δεν γυρίστηκαν ποτέ.
Ίσως σήμερα κάθε ιδεολογική ανάλυση του εγχειρήματος να φαντάζει μάλλον αφελής. Μακριά από κάθε λογής σχεδόν κριτική σκέψη, ο σκηνοθέτης ηρωοποιεί / θεοποιεί το ίνδαλμά του. Ο Ναπολέων του είναι αυστηρός, παθιασμένος για την πατρίδα, ηρωικός, μπορεί με ένα βλέμμα να εμπνεύσει υπακοή και αυτοθυσία στους στρατιώτες του και ταυτόχρονα είναι εξαιρετικά λιτοδίαιτος, μακριά από κάθε απόλαυση ή φιλοδοξία πλούτου. Για να μην πούμε για τα σχεδόν θεϊκά σημάδια που τον συνοδεύουν από μικρό (όπως ο αετός που πετά σχεδόν μόνιμα από πάνω του). Κάποιες φορές βέβαια μπορεί να φαντάζει απόμακρος και αλαζονικός (από παιδί ήδη), ακόμα και αντιπαθής, η όλη εικόνα όμως παραπέμπει μάλλον σε κάτι πολύ πάνω από το ανθρώπινο. Τι διάολο, μιλάμε για ήρωα, δίχως ίχνος ανθρώπινης αδυναμίας...
Μη πάρετε λοιπόν και πολύ σοβαρά την τόσο ηρωοποίηση. Εξ άλλου ο Gance φαίνεται να κρατά και μια διφορούμενη στάση απέναντι στη γαλλική επανάσταση και τους πρωταγωνιστές της (από τη δικαιοσύνη στην τρομοκρατία). Η αξία του φιλμ έγκειται σε καθαρά κινηματογραφικά στοιχεία. Οι διαρκείς πειραματισμοί περιλαμβάνουν τη χρήση τεράστιας οθόνης, συχνών διπλοτυπιών, εντυπωσιακού μοντάζ, ακόμα και ταυτόχρονης προβολής σε τρεις οθόνες, πράγμα βέβαια που δεν επετεύχθη στην εποχή του, αλλά σε κάποιες αποκατεστημένες επαναπροβολές. Εξαιρετικός είναι ο χειρισμός σκηνών πλήθους, οι οποίες μάλιστα αφθονούν. Φαίνεται απίθανο το πώς ο Gance κατορθώνει κάτι τέτοιο σε μια τόσο πρώιμη εποχή του σινεμά. Από την άλλη κάποιες εξαιρετικά δυνατές στιγμές, όπως η σκηνή της μάχης κάπου στα μισά του φιλμ, με την διαρκώς κλιμακούμενη ένταση και την αληθινή σφαγή που ακολουθεί - προάγγελος πολλών μεταγενέστερων σκληρών αντιπολεμικών σκηνών - καθώς και το μοντάζ της θυελλώδους συνεδρίας στη Συνέλευση σε αντιπαράθεση με τη μοναχική μάχη του ήρωα με τα κύματα σε μια μικρή βάρκα στα ανοιχτά της Κορσικής, νομίζω ότι μένουν ανεξίτηλα γραμμένες στη μνήμη μας. Και όχι μόνο. Το φιλμ επιφυλάσσει διαρκείς οπτικές εκπλήξεις, πειραματισμούς από τον εφευρετικότατο σκηνοθέτη και πρωτοποριακές έως και πειραματικές τεχνικές. Αλλά μια απλή ανάγνωση μιας οποιασδήποτε Ιστορίας του Κινηματογράφου θα σας μιλήσει περισσότερο και λεπτομερέστερα για όλα αυτά.
Η σημερινή θέαση του φιλμ συνίσταται αποκλειστικά σε παθιασμένους σινεφίλ. Πρόκειται για μια ιστορική σελίδα του παγκόσμιου σινεμά και αποτελεί must γι' αυτούς. Οι άλλοι πιστεύω ότι μάλλον θα βαρεθούν - παρά το ότι η εικόνα μπορεί νομίζω να συνεπάρει και σήμερα.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 05, 2015

ΣΕ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ (ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ;)

Η ταινία "Σε Ακολουθεί" (It Follows) είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους του David Robert Mitchell και γυρίστηκε το 2014. Πρόκειται για ταινία τρόμου, με κάποιες ιδιορυθμίες.
Στην πρώτη κιόλας σκηνή μια νεαρή κοπέλα μοιάζει να ακολουθείται από μία οντότητα, με ανθρώπινη ωστόσο μορφή. Σύντομα ο θάνατός της είναι γεγονός. Στη συνέχεια μια 19χρονη κοπέλα κάνει έρωτα με τον καινούριο της φίλο στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου. Μετά εκείνος θα της ανακοινώσει ότι της έχει μεταδώσει το "κακό": Μια οντότητα (όχι ακριβώς με την ίδια μορφή με την προηγούμενη) θα αρχίσει να την ακολουθεί αργά, με σκοπό να τη σκοτώσει. Εκτός αν... Η κοπέλα και οι φίλοι της πασχίζουν απεγνωσμένα να βρουν τρόπο να γλιτώσουν από τον εφιάλτη.
Πρόκειται για ένα αληθινό low budget, γυρισμένο από το τίποτα. Όχι, μην περιμένετε εντυπωσιακά εφέ, διαρκή "μπου" και άλλα τέτοια που μας έχουν μπουχτίσει στις εφετζίδικες παραγωγές τρόμου της εποχής μας. Εδώ όλα είναι χαμηλότονα και γι' αυτό πιο υποβλητικά. Το σημαντικότερο για μένα είναι η εξαιρετική ιδέα: Ένας εφιάλτης τον οποίο, πολύ απλά, δεν μπορείς να αποφύγεις με τίποτα. Η σχετικά συνηθισμένη μορφή του και η αργή κίνηση, σε συνδυσμό μ' αυτό το φριχτό "για πάντα" είναι που  γεννούν αληθινό και βαθύ τρόμο, κατά τη γνώμη μου πολύ πιο βαθύ από τις "γκαγκάν" παραγωγές που προαναφέραμε.
Παράλληλα η ταινία παίζει με τους φόβους για το σεξ (νομίζω ότι το σεξ έχει πάντα κάποια σχέση με το φόβο και μάλιστα σε πολύ νεαρές ηλικίες, εδώ πολύ λίγο μετά την εφηβεία). Μπορεί να ειδωθεί και σαν μεταφορά του AIDS και άλλων υπαρκτών εφιαλτων του σύγχρονου κόσμου. Μπορεί και να θεωρηθεί σαν μια παραβολή της ενηλικίωσης και των ευθυνών που αναλαμβάνει από εκείμκαι πέρα το άτομο. Μπορεί... κι άλλα "μπορεί" αν θέλετε και ψάξετε.
Σίγουρα λοιπόν πρόκειται για ευχάριστη έκπληξη σε ένα, φοβάμαι, κορεσμένο είδος, από την άλλη πάντως δεν συμμερίζομαι και τον φοβερό ενθουσιασμό πολλών κριτικών γα την ταινία. Προσωπικά νομίζω ότι τα κείμενα γι' αυτήν την υπερεκτιμούν.

Σάββατο, Οκτωβρίου 03, 2015

ΜΕΣΑ ΣΤΑ "ΜΥΑΛΑ ΠΟΥ ΚΟΥΒΑΛΑΣ"

Πέρασαν κάποια χρόνια που η Pixar, η περίφημη αμερικάνικη εταιρία κινουμένων σχεδίων, είχε κάνει κάποια κοιλιά με σχτετικά μέτριες παραγωγές. Να όμως που το 2015 επανέρχεται δριμύτερη με τα "Μυαλά που Κουβαλάς" (Inside Out) των Pete Docter και Ronnie Del Carmen (ο πρώτος είναι ο βασικός εμπνευστής και δημιουργός) για να εδραίώσει την αναμφισβήτητα κορυφαία θέση της στο χώρο του παγκόσμου πιθανόν animation, αφού την θεση αυτή στο αμερικάνικο την κατέχει σίγουρα.
Αυτό που εντυπωσιάζει στην εταιρία είναι πρώτα πρώτα η αστείρευτη φαντασία της δημιουργικής της ομάδας. Μετά απο ήρωες παιχνίδια, ρομπότ, γέρους, παιδικούς εφιάλτες, να τώρα που οι πρωταγωνιστές του φιλμ είναι ούτε λίγο ούτε πολύ τα ανθρώπινα συναισθήματα! Η ιστορία διαδραματίζεται σχεδον εξ ολοκλήρου μέσα στο... κεφάλι ενός μικρού κοριτσιού. Στην αχανή έκταση του οποίου κυριαρχεί ένας πύργος ελέγχου όπου εδρεύουν και κυβερνούν πέντε βασικά συναισθήματα: Χαρά, λύπη, θυμός, αηδία, φόβος, οι εκάστοτε συνδυασμοί των οποίων στην κεντρική κονσόλα καθορίζουν τη συμπεριφορά του κοριτσιού (πράγμα που προφανώς, κατά την ταινία, συμβαίνει στο μυαλό κάθε ανθρώπου και ζώου). Καθώς λοιπόν η οικογένεια της μικρής μετακομίζει και εγκαθίσταται σε νέα πόλη, με νέο περιβάλλον και, υποχρεωτικά, νέα πρόσωπα στο σχολείο, η χαρά και η λύπη χάνονται από ατύχημα από τον πύργο ελέγχου και περιπλανώνται στα άγνωστα, συχνά απειλητικά, αχαρτογράφητα και αχανή βάθη του μυαλού, πασχίζοντας να επιστρέψουν στη θέση τους. Και, φυσικά, όσα συμβαίνουν εκεί μέσα καθορίζουν και τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις του κοριτσιού, που κάνει τα πρώτα του "τρομαχτικά" βήματα προς την ενηλικίωση.
Βρήκα την ταινία πραγματικά πανέξυπνη. Πρόκειται για έναν εξαιρετικό συνδυασμό περιπέτειας με άφθονο σασπένς, εντυπωσιακής ενίοτε εικόνας, χιούμορ, συγκίνησης, αλλά και ψυχολογίας! Όλα σε σωστές δόσεις ώστε το μείγμα να γίνει ακαταμάχητο. Κυρίως, θα έλεγα, πρόκειται για μάθημα ψυχολογίας και κοινωνικής συμπεριφοράς. Η φαντασία, το σκοτεινό και τρομαχτικό ασυνείδητο, τα όνειρα, οι αναμνήσεις, όλα παίζουν βασικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας. Την οποία, ξαναλέω, βρήκα πραγματικά ευφάνταστη. Βέβαια η εικόνα καθ' εαυτή, όπως συμβαίνει πάντα στις δουλειές της Pixar, είναι κάπως παραπάνω "γυαλιστερή" και κομπιουτερέ από τα προσωπικά μου γούστα (προτιμώ τα πιο "χειροποίητα" και με προσωπικότητα animation), αλλά, πραγματικά, πολύ μικρό το κακό. Σημασία έχει ότι τόσο η δράση όσο και η ευφυία της ταινίας με καθήλωσαν.
Όπως καταλάβατε απευθύνεται σε μικρούς και μεγάλους. Σε μεγάλους περισσότερο, τολμώ να πω, αφού οι μικροί θα διασκεδάσουν σίγουρα μεν σε πρώτο επίπεδο, θα χάσουν όμως εξ ίσου σίγουρα μεγάλο μέρος από το βάθος και το χιούμορ του φιλμ. Γι΄αυτό, ανεξαρτήτως ηλικίας, μη διστάσετε.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 27, 2015

DOUBLE IDEMNITY : Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΕΝΟΣ ΑΡΧΕΤΥΠΙΚΟΥ ΝΟΥΑΡ

Κάποιοι ισχυρίζονται ότι το "Double Idemnity" ("Διπλή Ταυτότητα" στην Ελλάδα) είναι το καλύτερο νουάρ που γυρίστηκε ποτέ. Δεν ξέρω αν ισχύει κάτι τέτοιο, σίγουρα πάντως το φιλμ που έκανε ο μέγιστος Billy Wilder (1906-2002) το 1944 είναι ένα από τα καλύτερα, αλλά και αρχετυπικο του είδους.
Το νουάρ, σε γενικές γραμμές, μας αποκαλύπτει έναν εξαιρετικά σκοτεινό και διεφθαρμένο κόσμο, γεμάτο απληστία, ίντριγκες, λαγνεία, πάθη και ανθρώπους που για να ικανοποιήσουν τους πόθους ή να εκπληρώσουν τα συμφέροντά τους, δεν διστάζουν να φτάσουν στο φόνο. Όλα αυτά, φυσικά, δεν είναι καθόλου κολακευτικά για την αμερικάνικη κοινωνία στους κόλπους της οποίας διαδραματίζονται και η οποία αποτελεί τη σκηνή όλων αυτών των - άνομων σχεδόν πάντοτε - παθών. Πρόκειται δηλαδή για τη σκοτεινή, την ανεστραμένη πλευρά του αμερικάνικου ονείρου.
Όλα αυτά τα στοιχεία περιέχονται στο "Double Idemnity". Άλλωστε ο Wilder, βαθύς σαρκαστής και ανατόμος της αμερικάνικης κοινωνίας, δεν θα μπορούσε παρά να κάνει  κάτι πολύ σκοτετινό και αδιέξοδο. Ένας ασφαλιστής ερωτεύεται με πάθος τη σύζυγο ενός πελάτη του. Εκείνη, η κλασική μοιραία γυναίκα των νουάρ φυσικά, του προτείνει να δολοφονήσουν τον άντρα της - καθόλου θετικός χαρακτήρας κι αυτός - και ο ερωτευμένος άντρας όχι μόνο δέχεται, αλλά βάζει σε ενέργεια ένα σχέδιο που θα αποφέρει ακόμα μεγαλύτερα κέρδη.
Απόλυτα ατμοσφαιρικό με την ασπρόμαυρη φωτογραφία του, απαισιόδοξο, με απειλητική ατμόσφαιρα, βάζει σε πρώτο πλάνο, 6 χρόνια πριν από την επίσης κλασική "Λεωφόρο της Δύσης" του ίδιου δημιουργού, έναν ετοιμοθάνατο ήρωα να αφηγείται την ιστορία, γεγονός που σόκαρε στην εποχή του. Οπότε, αντιλαμβάνεστε, δεν υπάρχει καμία διαφυγή για τον ήρωα. Η πορεία προς την καταστροφή, για να ικανοποιηθεί η απληστία βεβαίως, είναι μονόδρομος. Σημειώστε επισης ότι κι άλλοι από τους βασικούς χαρακτήρες δεν είναι καθόλου θετικοί...
Προσθέστε σε όλα τα παραπάνω ότι το φιλμ βασίζεται σε μυθιστόρημα του Τζέιμς Κέιν, του συγγραφέα του "Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές", ότι το σενάριο έχει γραφτεί από τον ίδιο τον Wilder σε συνεργασία με τον μέγιστο του είδους Ρέιμοντ Τσάντλερ, ενώ η Μπάρμπαρα Στάνγουικ ήταν υποψήφια για Όσκαρ για το ρόλο της τυπικής μοιραίας γυναίκας, και θα έχετε πραγματικά ένα από τα καλύτερα και αρχετυπικότερα νουάρ όλων των εποχών. Διάβολε, τελικά μερικές από τις καλύτερες αμερικάνικες ταινίες δεν κολακεύουν καθόλου τη Αμερική...

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 25, 2015

"ΣΚΛΑΒΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ" ΕΝΩ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΓΥΡΩ ΑΛΛΑΖΕΙ

Το 1976 ο (σοβιετικός τότε) Nikita Mikhalkov γυρίζει τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, τη "Σκλάβα της Αγάπης" (Raba lyubni).
Η ιστορία μας μεταφέρει κάπου στη νότια στη Ρωσία την εποχή του εμφυλίου (ο οποίος, βεβαίως, θα καταλήξει με την επικράτηση των μπολσεβίκων), λίγο μετά το 1917. Εκεί λοιπόν ένα κινηματογραφικό συνεργείο γυρίζει ένα - βωβό προφανώς - μελόδραμα με πρωταγωνίστρια μια σούπερσταρ της εποχής. Τα προβλήματα όμως είναι πολλά, καθώς ο επίσης σούπερσταρ πρωταγωνιστής αργεί να έλθει από τη Μόσχα, καθώς έχει εμπλακεί προσωπικά στην επανάσταση, ενώ συμβαίνουν κι άλλα που καθυστερούν τα γυρίσματα. Η σταρ, αν και παντρεμένη, ερωτεύεται έναν γοητευτικό κάμεραμαν, ενώ ένα όργιο από ίντριγκες και συνωμοσίες ανάμεσα σε κυβερνητικούς και επαναστάτες πλέκεται γύρω από το συνεργείο (του οποίου τα μέλη έχουν βεβαίως και τα προσωπικά τους προβλήματα).
Ο Μιχαλκόφ ρίχνει μια νοσταλγική ματιά στα παρασκήνια του "πρωτόγονου", βωβού σινεμά της πατρίδας του, στις συνθήκες των γυρισμάτων, στο star system της εποχής (το ίδιο έντονο με σήμερα), στα όσα συμβαίνουν πίσω από την κάμερα. Συγχρόνως παίζοντας με την "ταινία μέσα στην ταινία", φτιάχνει ένα δικό του μελόδραμα με ήρωες τα μέλη του συνεργείου, μελόδραμα "παράλληλο' μ' αυτό που προσπαθούν να γυρίσουν. Μας μιλά έτσι για τη σχέση πραγματικότητας και φαντασίας, αληθινών και επινοημένων καταστάσεων. Νομίζω όμως ότι βασικός επίσης στόχος του είναι να καταδείξει την "εισβολή" της πραγματικότητας, όταν μάλιστα συμβαίνουν συγκλονιστικά γεγονότα εκεί έξω, στην καθημερινότητα όλων. Το συνεργείο, οι καλλιτέχνες που το απαρτίζουν και κυρίως η πρωταγωνίστρια, ζουν κάπως σαν σε μια φούσκα, σε μια ψεύτικη πραγματικότητα, προσπαθώντας απεγνωσμένα να αγνοήσουν τα γεγονότα που καλπάζουν και τις αλλαγές που έρχονται. Βλέπετε, αυτά προς το παρόν συμβαίνουν στη μακρινή Μόσχα. Αυτό όμως είναι αδύνατο. Από την έλλειψη φιλμ μέχρι τις πολύπλοκες καταστάσεις που θα βιώσει η ηρωίδα σε σχέση με τον έρωτά της, από τη δράση ενός αξιωματικού του στρατού μέχρι το δυνατό τέλος, όλα δείχνουν ότι κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί σε έναν ασφαλή δικό του κόσμο, σε μια απαραβίαστη "φωλιά" και να παραμείνει ανεπηρέαστος από το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι.
Πρέπει ωστόσο να παρατηρήσω ότι το φιλμ, στο πρώτο μέρος του τουλάχιστον, με κούρασε αρκετά. Μάλλον βαρέθηκα τον προστατευμένο μικρόκοσμο του συνεργείου, το χάος που επικρατεί, τα προσωπικά των μελών του, τις μεταξύ τους διαπλοκές. Βεβαίως βρισκόμαστε πολύ μακριά από τον κυρίαρχο σοσιαλιστικό ρεαλισμό της εποχής. Ο Μιχαλκόφ, τολμηρός την εποχή αυτή, φτιάχνει μια περισσότερο συναισθηματική ταινία που δεν υπακούει στις τότε επιβεβλημένες νόρμες και αυτό είναι αξιοθαύμαστο. Ωστόσο δεν παύω να βρίσκω το αποτέλεσμα κάπως βαρετό συνολικά - παρά το δυνατό τέλος.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 24, 2015

ΕΝΑΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΤΣΕΧΙΚΟΣ ΓΑΤΟΣ ΜΙΑ ΜΕΡΑ...

Έχω ξαναγράψει για το φαινόμενο του τσέχικου (τότε τσεχοσλοβάκικου) κινηματογράφου της δεκαετίας του 60. Σε μια απόλυτη σχεδόν ρήξη με τα δόγματα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού - και σε συνδυασμό φυσικά με την πολιτική φιλελευθερισμού που κατέληξε στην "'Ανοιξη της Πράγας" - μας έδωσε ποικιλία ταινιών. Πολλές φορές με παιχνιδιάρικο στιλ, με χρήση ποικίλων κινηματογραφικών μέσων, με χιούμορ και πάντοτε με κριτική κοινωνική ματιά.
Το 1963 λοιπόν ο Vojtech Jasny γυρίζει το "Ένας Γάτος μια Μέρα" (Az prijde kocour). Πρόκειται για ένα είδος σύγχρονου παραμυθιού που διαδραματίζεται σε μια πόλη της Τσεχοσλοβακίας. Αρχικά έχουμε ένα σύντομο πορτρέτο μερικών από τους κατοίκους, με τις καθημερινότητες και, φυσικά, με τα ελαττώματα και τις απάτες τους (ναι, υπήρχαν πολλές τέτοιες στον "σοσιαλιστικό παράδεισο").  Βασικοί αντίθετοι πόλοι ένας ρομαντικός, ιδεολόγος δάσκαλος και ο φιλόδοξος, καταπιεστικός και, κυρίως, υποκριτής διευθυντής του σχολείου. Μια μέρα θα φτάσει εκεί ένας πλανόδιος "μαγικός" θίασος. Ο επικεφαλής του έχει έναν υπέροχο γάτο με... γυαλιά. Όταν βγάζουν τα γυαλιά του γάτου οι άνθρωποι γίνονται χρωματιστοί: Ο καθένας παίρνει ένα χρώμα ανάλογο με το βασικό του ελάττωμα: Αποκαλύπτονται έτσι οι κλέφτες, οι ψεύτες, οι απατεώνες, οι άπιστοι, αλλά και οι ερωτευμένοι. Όπως είναι φυσικό, η πτώση των μασκών θα επιφέρει κοινωνικό χάος και αυτοί που περισσότερο θίγονται θα αποφασίσουν να ξεφορτωθούν τον επικίνδυνο γάτο. Εν μέσω αυτών ο δάσκαλος θα ερωτευτεί την όμορφη ακροβάτιδα του θιάσου.
Η δομή της ταινίας είναι παράδοξη. Πρόκειται για μια ασυνήθιστη μίξη "κανονικού" σινεμά, παραμυθιού, μιούζικαλ, σουρεαλιστικών καταστάσεων, σλάπστικ και σκηνών από "μαγικές" παραστάσεις τσίρκου, έντονα επηρεασμένες από το Μαύρο Θέατρο της Πράγας. Επίσης χαρακτηριστικό είναι το συνεχές παιχνίδι με τα χρώματα. Φυσικά η πρόθεση σάτιρας της κοινωνίας και κατάδειξης και καυτηριασμού των ελαττωμάτων και της υποκρισίας της είναι σαφής και αποτελούν το στόχο του φιλμ. Γι' αυτό άλλωστε μιλάμε για την ιδιαιτερότητα του τσεχοσλοβακικού σινεμά της εποχής, που δεν δίσταζε να αποκαλύπτει τα κακώς έχοντα του συστήματος.
Το πρόβλημα κατά τη γνώμη μου είναι ότι όλα αυτά τα ετερόκλητα στοιχεία δεν δένουν πάντοτε αρμονικά. Συχνά βρήκα τις σκηνές μιούζικαλ (κυρίως), μακρόσυρτες και βαρετές και, τελικά, το συνολικό αποτέλεσμα μάλλον δίχως συνοχή. Ωστόσο δεν παύει να αποτελεί δείγμα ενός ιδιαίτερου, ιδιόρρυθμου σινεμά, που κάποια στοιχεία του, η τόλμη και η φρεσκάδα και η ελευθερία της φόρμας για παράδειγμα, μπορούν να εντυπωσιάζουν μέχρι σήμερα.