Τρίτη, Σεπτεμβρίου 22, 2015

"IN THE HEAT OF THW NIGHT"... ΚΑΡΑΔΟΚΕΙ Ο ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ

Βρισκόμαστε στα 1967, στην καρδιά δηλαδή της ταραγμένης δεκαετίας του 60, όταν στην Αμερική η πολιτικοποίηση (κυρίως λόγω Βιετνάμ) είχε φτάσει στο ζενίθ. Τότε ο Norman Jewison γυρίζει το "In the Heat of the Night" (γνωστό στην Ελλάδα ως "Ιστορία ενός Εγκλήματος"), σίγουρα μια από τις καλύτερες ταινίες του, που λειτουργεί κατά τη γνώμη μου άψογα και στα δύο επίπεδά της.
Μαύρος ντετέκτιβ που τυχαία να περνά από μικρή πόλη του Νότου συλλαμβάνεται για το φόνο πλούσιου νεοφερμένου κατοίκου, ο οποίος σκόπευε να χτίσει εκεί εργοστάσιο. Σύντομα η παρεξήγηση λύνεται και ο ντετέκτιβ αφήνεται ελεύθερος, μένει όμως εκεί για να βοηθήσει με την μεγάλη πείρα του στη διελεύκανση του φόνου. Και τότε θα έλθει αντιμέτωπος με τον εφιαλτικό ρατσισμό που απλώνεται στην πόλη, από τον σερίφη μέχρι (σχεδόν) τον τελευταίο κάτοικο.
Μίλησα βέβαια για τα δύο επίπεδα του φιλμ, εννοώντας, πρώτα, το επίπεδο της αστυνομικής πλοκής. Εκεί λοιπόν η ταινία πετυχαίνει ένα απόλυτα στιβαρό αποτέλεσμα, με πολλούς υπόπτους  και άλλες τόσες ανατροπές, ανεβάζοντας το σασπένς και "κρατώντας" τον θεατή. Ταυτόχρονα - και εδώ μπαίνουμε στο δεύτερο και σημαντικότερο επίπεδο - καταγράφεται (καθόλου κολακευτικά) και ο "χάρτης" της πόλης, η "βρώμικη", αποπνικτική ατμόσφαιρά της με τα κρυμμένα κάτω από την ήσυχη επιφάνεια σκοτεινά μυστικά (η εξ ίσου αποπνικτική ζέστη που επικρατεί όσο διαδραματίζεται η ιστορία λειτουργεί και συμβολικά), σκιαγραφούνται τα πορτρέτα κάποιων από τους κατοίκους - με βασικό, βεβαίως, τον σερίφη και την παράξενη σχέση που θα αναπτύξει με τον έγχρωμο ντετέκτιβ - και η βαθιά μιζέρια που επικρατεί εκεί, τροφοδοτημένη βεβαίως από τη ρουτίνα. Φυσικά κυρίαρχος και πανταχού παρόν είναι ο απόλυτος ρατσισμός και η φυλετική προκατάληψη. Ένας ρατσισμός που σε πολλά σημεία γίνεται πραγματικά τρομακτικός και απειλεί μάλιστα την ίδια τη ζωή του ήρωα. Οι καταστάσεις που παρακολουθούμε είναι πραγματικά απίστευτες για μια - σχετικά - κοντινή εποχή (βρισκόμαστε, διάβολε, στη δεκαετία του 60 και όχι στον 19ο αιώνα ή έστω στις πρώτες δεκαετίες μετά την κατάργηση της δουλείας). Από την άποψη αυτή το φιλμ αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές διαμαρτυρίες κατά του απεχθούς φαινομένου.
Άφησα τελευταίους τους δύο πρωταγωνιστές, που παίρνουν την ταινία στις στις πλάτες τους: Τον Σίντνεϊ Πουατιέ και, κυρίως, τον εκπληκτικό Ροντ Στάιγκερ, που με την ερμηνεία του, τόσο ως σερίφης όσο και ως - εκτός δουλειάς - πολίτης (εξαιρετικές για μένα οι σχετικές σκηνές) πετυχαίνει μια εκπληκτική ερμηνεία και αναδεικνύεται σε ουσιαστικό πρωταγωνιστή. Όπως καταλάβατε, θεωρώ το "In the Heat of the Night" εκπληκτική ταινία.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 19, 2015

LILI MARLEEN : ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΙΣΩ ΤΟΥ

Το 1981 ο Rainer Werner Fassbinder (1945-1982) γυρίζει μία από τις σχετικά (σχετικότατα για την ακρίβεια) "μεγάλες" παραγωγές του, τη "Lili Marleen". Αυτό φυσικά είναι ο τίτλος του πασίγνωστου τραγουδιού, ίσως ενός απο τα πλέον αναγνωρίσιμα και πολυψιθυρισμένα παγκοσμίως. Τι ξέρουμε όμως γι' αυτό; Οι περισότεροι δεν γνωρίζουν καν ποια ήταν η πρώτη εκτέλεση, τότε στον πόλεμο. Δικαίως. Η αρχική τραγουδίστριά του παραμένει πρακτικά άγνωστη, έχοντας ουσιαστικά αυτή μόνο την τεράστια επιτυχία στο ενεργητικό της.
Η ηρωίδα, γερμανίδα και άσημη τραγουδίστρια σε ελβετικά καμπαρέ, είναι τρελά ερωτευμένη (και αμοιβαία) με πλούσιο εβραίο, γόνο αντιναζιστικής οικογένειας, η οποία μάλιστα συμμετέχει ενεργά στην αντίσταση προστατεύοντας ή φυγαδεύοντας γερμανούς εβραίους. Ο πατέρας είναι αντίθετος με την ένωση αυτή, κυρίως επιδή φοβάται ότι η κοπέλα, ακούσια ή εκούσια, μπορεί να καταστρέψει την οργάνωση. Ο ερωτευμένος γιος θα επιμείνει να τη βάλει κι αυτή στην αντίσταση, έχοντάς της απόλυτη εμπιστοσύνη. Κάπου εκεί η κοπέλα θα τραγουδήσει (σχεδόν τυχαία) μια παλιότερη σύνθεση επίσης άσημου συνθέτη. Η "Lili Marleen" θα γίνει τεράστια παγκόσμια επιτυχία κυριολεκτικά σε μία νύχτα, καθώς θα μεταδοθεί από το ραδιόφωνο σε χιλιάδες στρατιώτες στο μέτωπο (και από εκεί και πέρα θα μεταδίδεται ανελλιπώς κάθε νύχτα). Ακολουθούν μέρες δόξας και πλούτου, ώσπου η Lili Marleen, όπως όλοι πλέον αποκαλούν την τραγουδίστρια, λησμονώντας ή αγνοώντας το αληθινό της όνομα, θα γίνει ενθουσιωδώς δεκτή από τον ίδιο τον Χίτλερ. Σημειωτέον ότι ο διαβόητος Γκέμπελς, παμπονηρος υπεύθυνος της γιγάντιας ναζιστικής προπαγάνδας, ήταν αρχικά αντίθετος με την κυκλοφορία του τραγουδιού (τα πάντα φυσικά περνούσαν από άγρια λογοκρισία), επειδή το θεωρούσε καταθλιπτικό, άρα ικανό να ρίξει το ηθικό του στρατού. Η κοπέλα λοιπόν κερδίζει τα πάντα, ο έρωτάς της όμως δυσκολεύει όλο και πιο πολύ, καθώς πλέον οι μετακινήσεις του καλού της στη Γερμανία γίνονται όλο και πιο δύσκολες και, κυρίως, επικίνδυνες...
Μελόδραμα ουσιαστικά, με την συχνή πρωταγωνίστρια του Fassbinder Χάνα Σιγκούλα στο βασικό ρόλο, προσπαθεί να καταδείξει τις "παράπλευρες" επιπτώσεις και απώλειες του φριχτού πολέμου στον άμαχο πληθυσμό, αλλά και τη απίστευτη δύναμη  ενός τραγουδιού (ίσως της τέχνης γενικότερα). Ταυτόχρονα στοχάζεται πάνω στις αντιφατικές πολλές φορές αξίες και τη σχετικότητα της ηθικής, κυρίως σε τόσο ταραγμένες εποχές, όπως αυτή που διαδραματίζεται το φιλμ. Οι φίλοι του σκηνοθέτη θα την απολαύσουν - αν και αρκετά πλούσια παραγωγή για τα "χειροποίητα" δεδομένα του ακούραστου αυτού δημιουργού (υπενθυμίζω ότι στα 37 χρόνια που έζησε πρόλαβε να γυρίσει 24 ταινίες μεγάλου μήκους (!!!) δίχως να μετρήσουμε και τις πολλές τηλεοπτικές).

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 17, 2015

Η ΤΡΑΓΙΚΗ ΜΟΙΡΑ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

Η Μαρία Ηλιού είναι μια καταξιωμένη και αξιόλογη ελληνίδα δημιουργός ντοκιμαντέρ. Το 2011 γυρίζει (ή μάλλον ολοκληρώνει, αφού η όλη δουλειά κράτησε 7 ολόκληρα χρόνια) το "Σμύρνη. Η Καταστροφή μιας Κοσμοπολίτικης Πόλης, 1900-1922". Φυσικά αναφέρεται στη μικρασιατική καταστροφή, στην καταστροφή της Σμύρνης ειδικότερα.
Το ύφος της δεν διαθέτει πειραματισμούς και κινηματογραφικά "κόλπα". Είναι στρωτό, αφηγηματικό, εναλλάσσει σκηνές εποχής με σύγχρονους ιστορικούς ή μάρτυρες που μιλάνε για όσα έγιναν / έζησαν, και επενδύεται με ευχάριστη μουσική και διασκευές σμυρνέικων τραγουδιών.
Η Ηλιού πιάνει την  ιστορία από παλιά. Έτσι στην αρχή γνωρίζουμε μια πραγματικά κοσμοπολίτικη και ανεκτική μεγαλούπολη, όπου συνυπάρχουν αρκετά αρμονικά έλληνες, τούρκοι, εβραίοι και αρμένιδες. Ο πλούτος (των κυρίαρχων στρωμάτων τέλος πάντων) και η γενική ευημερία είναι εμφανής. Οι μαρτυρίες γι' αυτό πάμπολλες. Η Σμύρνη δεν θα αντιληφθεί και πολλά από τους βαλκανικούς πολέμους ούτε από άλλες ελληνικές περιπέτειες. Ώσπου έρχεται το κίνημα των Νεότουρκων, η ηγετική φυσιογνωμία του Κεμάλ ξεχωρίζει και τα πράγματα αρχίζουν να μαυρίζουν. Θα ακολουθήσει η ελληνική μικρασιατική εκστρατεία, η ήττα των ελληνικών στρατευμάτων στα βάθη της Μικράς Ασίας και η άτακτη υποχώρησή τους και, τελικά, η φριχτή καταστροφή της Σμύρνης, τόσο από σφαγές των τουρκικών στρατευμάτων όσο και από την πυρκαγιά που κατέκαψε την κάποτε πανέμορφη πόλη - εφιαλτικό το δράμα των χιλιάδων εγκλωβισμένων κατοίκων στην προκυμαία καθώς η πόλη πίσω τους καιγόταν. Η οποία πυρκαγιά, σημειωτέον, δεν είναι ακόμα ξεκάθαρο από ποιούς μπήκε (μάλλον από τους τούρκους, αλλά οι μεν κατηγορούν τους δε). Και μια τραγική λεπτομέρεια: Ενώ η υποχώρηση είχε αρχίσει, ενώ οι αψιμαχίες πολύ κοντά στην πόλη είχαν αρχίσει, ενώ τουρκικά στρατεύματα βρίσκονταν πολύ λίγα χιλιόμετρα μακριά της, οι κάτοικοι δεν είχαν ανησυχήσει σχεδόν καθόλου και συνέχιζαν μέχρι την τελευταία κυριολεκτικά μέρα την κανονική ζωή και τις γιορτές τους σα να μη συνέβαινε τίποτα.
Επικεφαλής της ομάδας έρευνας είναι ο ιστορικός Αλέξανδρος Κιτρόεφ. Το θετικό είναι ότι το φιλμ δεν καταφεύγει σε καμία περίπτωση σε εθνικιστικές κορώνες. Πρσπαθεί να είναι ιστορικά ισορροπημένο και να μοιράσει δίκαια τις ευθύνες (και στους έλληνες φυσικά) και όχι να τις ρίξει σε κάποιους "κακούς". Αυτό αποτελεί κατά τη γνώμη μου μια από τις μεγαλύτερες αρετές του.
Συμπερασματικά , δίχως, όπως είπαμε, να πρόκειται για κινηματογραφικά πρωτότυπο φιλμ, είναι διαφωτιστικό, κατατοπιστικό και προσπαθεί να φωτίσει τα γεγονότα αμερόληπτα. Γι' αυτό συνίσταται για όσους ενδιαφέρονται για το καθαρά ιστορικό μέρος του δράματος.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 16, 2015

ΑΝΑΛΑΦΡΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΟΝ "ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΑΝΘΡΩΠΟ"

Το 2015 ο Woody Allen έχει γίνει 80 ετών, η δημιουργικότητά του παραμένει απίστευτη (μία ταινία το χρόνο εδώ και πολλά χρόνια) και ο "Παράλογος Άνθρωπος" (Irrational Man) είναι η 45η ταινία του! Δεν πρόκειται βέβαια για το αριστούργημά του, πιστεύω όμως ότι μια έστω και μέτρια ταινία του Allen είναι πολύ, μα πολύ καλύτερη από το μέσο όρο όσων βλέπουμε στις οθόνες.
Στο φιλμ αυτό δεν υπάρχει το άφθονο χιούμορ άλλων ταινιών του. Ανήκει στη "σοβαρή" κατηγορία των "Απιστίες και Αμαρτίες", "Match Point" κλπ., τα οποία, όπως λέει ο ίδιος, είναι εμπνευσσμένα από το "Έγκλημα και Τιμωρία" του Ντοστογιέφσκι. Ένας καινούριος καθηγητής φιλοσοφίας καταφτάνει σε ένα πανεπιστήμιο με ήδη κακή φήμη: Αλκοολικός, γυναικάς, καταθλιπτικός... Εκεί θα τα φτιάξει με μια όμορφη φοιτήτριά του, αλλά ούτε η φρεσκάδα της σχέσης αυτής θα καταφέρει να τον γεμίσει. Ώσπου συλλαμβάνει ένα αναπάντεχο σχέδιο: Να πραγματοποιήσει το "τέλειο έγκλημα" (δίχως να συλληφθεί δηλαδή), με θύμα κάποιον που αξίζει τον κόπο να γίνει θύμα...
Ο Woody Allen βρίσκει την ευκαιρία να φιλοσοφήσει με ανάλαφρο τρόπο: Είπαμε, δεν υπάρχει πολύ χιούμορ, αλλά το ύφος του, με έναν καθαρά δικό του τρόπο, είναι συνήθως κομψό, διασκεδαστικό και ανάλαφρο, όσο σοβαρά θέματα κι αν πραγματεύεται. Έτσι και εδώ: Το βασικό φιλοσοφικό ερώτημα που τίθεται είναι: Είναι ηθικά επιτρεπτό κάποιος να κάνει μια ακραία "κακή πράξη" (εδώ μιλάμε για φονο) αν σκοπός της είναι το καλό του συνόλου; Ή μήπως η ακραία πράξη ανοίγει κάποιους ασκούς του Αιόλου; Μήπως αν κάνεις ένα τέτοιο κακό - έστω και με καλό σκοπό -  ανοίγει ο δρόμος για το "σκέτο" κακό; Και υπάρχουν κι άλλα ετρωτήματα που τίθενται.
Ο σκηνοθέτης βρίσκει την ευκαιρία να κάνει και μια επίδειξη φιλοσοφικών γνώσεων (μη φοβηθείτε, όχι κουραστικών), ο Γιοακίν Φίνιξ είναι όπως συνήθως πολύ καλός, η ταινία παρακολουθείται ευχάριστα παρά τα όσα μάλλον δυσάρεστα συμβαίνουν (είπαμε, αυτός είναι ο ανεπανάληπτος προσωπικός τρόπος του Woody Allen) και, τελικά, το όλο φιλμ παραμένει διασκεδαστικό. Θα επαναλάβω τη γνώμη μου: Ακόμη και ο μέτριος Allen βρίσκεται λίγο έστω πάνω από τον μέσο όρο.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 12, 2015

SKAGERRAK: ΚΩΜΩΔΙΑ Ή ΔΡΑΜΑ;

Τελικά φαίνεται ότι πρέπει να απομακρυνθούμε αρκετά από το Χόλιγουντ για να απολαύσουμε μια πρωτότυπη ταινία, με πρωτότυπο σενάριο τέλος πάντων. Το 2003 λοιπόν ο δανός Soren Kragh-Jacobsen γυρίζει το "Skagerrak", μια δανο-αγγλο-σουηδική-και-πολλά-άλλα παραγωγή, που κατά τη γνώμη μου καταφέρνει να κινείται επιδέξια αναμεσα στην κωμωδία και το δράμα.
Οι ηρωίδες είναι δύο κολλητές φίλες, που κάνουν όποια δουλειά βρουν (τελευταία βρίσκονταν για μήνες σε πλωτή αντλία πετρελαίου στο μέσον της θάλασσας). Όταν βγουν επιτέλους στη στεριά με αρκετά λεφτά στην τσέπη, το ρίχνουν έξω πίνοντας και γλεντώντας. Μετά όμως από ερωτική περιπέτεια μιας νύχτας, βρίσκονται απένταρες. Τότε η μία, η πιο όμορφη, δέχεται την απίθανη πρόταση να κυοφορήσει το παιδί πλούσιου ζεύγους - γόνου αριστοκρατικής οικογένειας, αφού η σύζυγος δεν μπορεί  να τεκνοποιήσει και - ευγενείς γαρ - χρειάζονται άμεσα απογόνους. Όταν εκείνη, στην απελπισία της δέχεται, βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή της ταινίας και πάμπολλα πρόκειται να συμβούν (ίντριγγες, απόπειρες κλοπής, έρωτες, δράματα, απροσδόκητες συναντήσεις με τους εργαζόμενους συνεργείου αυτοκινήτων, απροσδόκητες ανατροπές κ.ά.) πριν φτάσουμε στο - επίσης ανατρεπτικό - φινάλε.
Η ταινία μπορε'ι να γίνεται δραματική σε κάποια σημεία, το αστείο στοιχείο όμως κυριαρχεί. Ανάμεσα σε κάμποσα δεινά καταφέρνει να παραμένει ανάλαφρη, παρά το ότι πολλά απ' αυτά που συμβαίνουν είναι - επιεικώς - σοβαρά. Προσέξτε: δεν πρόκειται για ξεκαρδιστική κωμωδία, δεν είναι άλλωστε αυτή η πρόθεσή της. Απλώς, όπως είπα, το χιούμορ, πικρό ενίοτε, κυριαρχεί. Ταυτόχρονα το όλο στιλ βρίσκεται πιο κοντά στο αγγλικό ρεαλιστικό σινεμά, θα μπορούσε δηλαδή να είναι π.χ. κάτι σαν κωμωδία του Ken Loach (είναι γυρισμένη και στη Σκωτία άλλωστε). Επίσης οι καταστάσεις που περιγράφει είναι από μόνες τους αρκετά ανατρεπτικές: η ερωτική ζωή - γενικότερα η "χύμα" ζωή - των δύο φιλενάδων, ο αμοραλισμός που είναι διάχυτος στην ατμόσφαιρα -κάτι σαν "ο κλέψας του κλέψαντος"-, η "δουλειά" που αναλαμβάνει η ηρωίδα, όλα βρίσκονται πολύ μακριά από το "καθώς πρέπει" Χόλιγουντ και τις παντελώς βαρετές και επαναλαμβανόμενες συμβάσεις του. Γι' αυτό και βρήκα το φιλμ αυτό, του οποίου την ύπαρξη αγνοούσα, φρέσκο και απολαυστικό. Όχι φυσικά αριστούργημα, αλλά μου έφτιαξε τη διάθεση.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 09, 2015

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΟΥ 2014-2015

Σεπτέμβρης του 2015 και, όπως πάντα, καιρός για λίστες από τη σεζόν που τελείωσε. Αρκετά πρόσφατα φιλμ δεν είδα φέτος (το είχα ρίξει στα παλιά, επαναλήψεις ή κινηματογραφικά κενά), οπότε συγχωρείστε μου κάποιες παραλείψεις. Οι "κανόνες" πάντως παραμένουν ίδιοι όπως κάθε χρονιά:   
 - Η σειρά των 10 πρώτων και των επόμενων "επιλαχόντων" ΔΕΝ είναι αξιολογική (κάτι τετοιο μου είναι αδύνατο). Απλώς παρατίθενται οι ταινίες που μου άρεσαν αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη.
- Περιλαμβάνονται ταινίες που προβλήθηκαν από 1 Σεπτέμβρη 2014 έως 31 Αυγούστου 2015, όπως οριζόταν παλιότερα η "κινηματογραφική σεζόν".
- ΔΕΝ περιλαμβάνονται παλιές ταινίες που βγήκαν στα σινεμά σε επανάληψη (π.χ. "Διακοπές στη Βενετία" του 1955).
Ιδού τα καλύτερά της σεζόν απ' όσα έχω δει, κατά την απόλυτα προσωπική μου γνώμη φυσικά. Προφανώς είστε απολύτως ελεύθεροι να διαφωνήσετε όσο θέλετε.

- "Έμφυτο Ελάττωμα " του Paul Thomas Anderson
- "Gone Girl" του David Fincher
- "Birdman" του Alegandro Inarritu
- "O Χορός της Πραγματικότητας" του Alejandro Jodorowsky
- "Mr. Turner" του Mike Leigh
- "Foxcatcher" του Bennett Miller
- "Mad Max" του George Miller
- "Με Σειρά Εξαφάνισης" του Hans Petter Moland
- "Μακριά από τους Ανθρώπους" του David Oelhoffen
- "Το Αλάτι της Γης" του Wim Wenders

Να και η υπόλοιπη ομάδα από ταινίες που ξεχώρισαν. Πολλές απ' αυτές θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι στην πρώτη δεκάδα και τελικά δεν συμπεριελήφθησαν... με πολύ βαριά καρδιά.

- "Τετάρτη 04.45" του Αλέξη Αλεξίου
- "Ένα Περστέρι Έκατσε σε ένα Κλαδί..." του Roy Anderson
- "Χειμερία Νάρκη" του Nuri Bilge Ceylan
- "Δύο Ημέρες Μία Νύχτα" των J.-P. και L. Dardenne
- "71" του Yann Demange
- "Xenia" του Πάνου Κούτρα
- "Λευκός Θεός" του Kornel Mundruczo
- "Ida" του Pawel Pawlikowski
- "Μικρό Νησί" του Alberto Rodriguez
- "To Τραγούδι του Φοίνικα" του Christian Petzold
- "Άγριες Ιστορίες" του Damien Szifron
- "Imitation Game" του Morten Tyldum

Και του χρόνου!

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 08, 2015

ΟΙ "12 ΕΝΟΡΚΟΙ" ΚΑΙ ΟΙ ΑΣΑΦΕΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Το 1957 ο σχεδόν πάντοτε αξιόλογος Sidney Lumet (1924-2011) γυρίζει μια από τις γνωστότερες "ταινίες δωματίου" (ταινίες δηλαδή των οποίων η δράση συμβαίνει αποκλειστικά σε κλειστό χώρο ή σε ένα μόλις δωμάτιο), το "12 Angry Men" ("Οι δώδεκα Ένορκοι" στα ελληνικά). 
Μετά το τέλος της δίκης 12 ένορκοι συγκεντρώνονται σε ένα δωμάτιο για να αποφασίσουν για την τύχη ενός νεαρού που κατηγορείται ότι σκότωσε τον πατέρα του. Όλοι είναι πεπεισμένοι για την ενοχή του, εκτός από έναν (Χένρι Φόντα), ο οποίος επιμένει να ξανακοιτάξουν τα στοιχεία. Απρόθυμοι αρχικά οι υπόλοιποι υποχρεώνονται να το κάνουν. Σιγά - σιγά η εικόνα αρχίζει να αλλάζει καθώς λεπτομέρειες που είχαν θεωρηθεί ασήμαντες επανεκτιμούνται, νέα στοιχεία βγαίνουν στο φως και οι επακόλουθες ψηφοφορίες βρίσκουν τους ενόρκους διχασμένους...
Η ταινία έχει πολλαπλούς στόχους. Κατ' αρχάς υπάρχουν οι διαφορετικοί χαρακτήρες των 12, οι οποίοι βαθμιαία φωτίζονται και αποκαλύπτουν τα background, τα κίνητρα και τις ιδιαιτερότητές τους, θετικές ή αρνητικές. Προσοχή: Σε καμιά περίπτωση δεν υπάρχουν ξεκάθαροι "καλοί" και "κακοί". Από αυτούς που πιστεύουν απόλυτα στην απονομή δικαιοσύνης με κάθε τίμημα μέχρι αυτούς που είναι πέρα για πέρα αρνητικά προκατηλειμένοι , από το μαύρο ως το άσπρο δηλαδή, υπάρχει μια πληθώρα "αποχρώσεων", που καλύπτουν όλη τη γκάμα. Όπως δηλαδή συμβαίνει στη ζωή, όπου απόλυτο μαύρο ή άσπρο στους ανθρώπους δεν υπάρχει. Από την άλλη το φιλμ θέτει υπό αμφισβήτηση τόσο τη διαδικασία της δικαιοσύνης (πόσο εύκολο είναι να καταδικαστεί ένας πιθανός αθώος), όσο και την ίδια την ουσία της και τη δυνατότητά της, τελικά, να αποκαλύπτει την αλήθεια των γεγονότων. Η τελική αμφιβολία είναι η καλύτερη απόδειξη για την πρόθεση αυτή του σκηνοθέτη.
Στο μεταξύ παρακολουθούμε ένα ενδιαφέρον αστυνομικό δράμα, το οποίο, παρά την παντελή έλλειψη δράσης (όλα γίνονται με λόγια), καταφέρνει να κρατά τον θεατή (εμένα τουλάχιστον) με τις διαρκείς ανατροπές και αναθεωρήσεις των μέχρι τότε βεβαιοτήτων. Οπότε το ενδιαφέρον ούτως ή άλλως υπάρχει σε σεναριακό επίπεδο, ανεξάρτητα των κοινωνικών αναλύσεων.
Ξέρω ότι το κλειστό της ταινίας και η έλλειψη δράσης ίσως κουράσουν κάποιους που δεν μπορούν να υποφέρουν αυτό το είδος του "διαλογικού" σινεμά. Ωστόσο αναμφισβήτητα πρόκειται για μια κλασική ταινία και, όπως είπα, μια από τις κλασικότερες του μάλλον σπάνιου αυτού είδους.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 06, 2015

ΟΙ ΒΑΘΥΤΑΤΟΙ ΠΑΙΔΙΚΟΙ ΦΟΒΟΙ ΚΑΙ Ο "BABADOOK"

Το 2014 η πρωτοεμφανιζόμενη σκηνοθετικά αυστραλή Jennifer Kent γυρίζει τι "Babadook: Οι Σελίδες του Τρόμου" (The Babadook), μια ταινία τρόμου με αρκετές αρετές.
Η ηρωίδα είναι μια μόνη μητέρα, η οποία έμεινε χήρα σε δυστύχημα ενώ ακόμη ήταν έγκυος. Ο εξάχρονος γιος της είναι υπερκινητικός, φοβερά δύσκολος στην ανατροφή και κατατρύχεται από διαρκείς φόβους και εφιάλτες. Στο σχολείο και στις συναναστροφές γίνεται (δικαίως) αντιπαθητικός και απομονώνεται, αφού τρομοκρατεί τους πάντες. Όταν στο σπίτι εμφανιστεί ένα παράξενο εικονογραφημένο παιδικό βιβλίο με πρωταγωνιστεί τον τρομακτικό Babadook, ένα σκοτεινό ον που, αν το καλέσεις άπαξ, θα σε στοιχειώνει για όλη σου τη ζωή, ο εφιάλτης θα κορυφωθεί, καθώς όντως παράξενα και τρομακτικά θα αρχισουν να συμβαίνουν, ενώ η μητέρα είναι αδύνατο να ξεφορτωθεί το βιβλίο και, σταδιακά, καταρρέει.
Νομίζω ότι η αρετή της όντως τρομακτικής αυτής ταινίας είναι το γνώριμο έδαφος στο οποίο κινείται. Παίζει πολύ με πράγματα που όλοι σχεδόν έχουμε βιώσει ή που συναντούμε γύρω μας: Οι παιδικοί εφιάλτες, οι παιδικοί φόβοι μας από εικονογραφήσεις ή διηγήσεις (θυμάμαι τον εαυτό μου τρομάζει από συγκεκριμένες εικόνες), η δυσκολίες μιας μόνης μητέρας στην ανατροφή του παιδιού, η βαθειά ανησυχία του παιδιού στις πρώτες επαφές με τους άλλους (σχολείο, φίλοι κλπ.), όλα διαθέτουν μια σαφή ρεαλιστική βάση. Θίγεται επίσης το δύσκολο θέμα της ανατροφής ενός προβληματικού παιδιού και τα αδιέξοδα που η κατάσταση αυτή δημιουργεί.
Από την άλλη, η υποβλητική σκηνοθεσία, η εμπλοκή όλο και βαθύτερα στον εφιάλτη, το κοινωνικό αδιέξοδο στο οποίο σταδιακά οδηγείται η οικογένεια, όλα συμβάλλουν στο χτίσιμο μιας σκοτεινής και τρομακτικής ατμόσφαιρας, αλλά και στην αίσθηση της κλειστοφοβίας και του αδύνατου της απεμπλοκής απ' όλα αυτά. Και φυσικά, υπάρχουν και πολές ψυχαναλυτικές αναφορές.
Γενικά τη θεωρώ πετυχημένη και αρκετά πρωτότυπη ταινία τρόμου, και μάλιστα σε μια εποχή που το είδος περνά περίοδο παρακμής. Πολύ μακριά από τα αηδή και, τελικά, βαρετά torture porn, ξαναβρίσκει τις ρίζες του αληθινού τρόμου και γι' αυτό αποτελεί νομίζω μια καλή πρόταση για τους φίλους του είδους. Μόνο γι' αυτούς, εννοείται.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 04, 2015

ΕΝΑ ΠΑΝΤΟΤΕ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΟ "ΚΕΝΤΡΙ"

Βρισκόμαστε στα 1973. Ο George Roy Hill (1921-2002), "ζεστός" από τη μεγάλη επιτυχία του "Οι δυο Ληστές" του 1969 αγκαζάρει το ίδιο λαμπρό δίδυμο (ένας ώριμος Πολ Νιούμαν και ένας νεαρός και αποαστράπτων Ρόμπερτ Ρέντφορντ) για να γυρίσει το "Κεντρί" (The Sting) και να γνωρίσει και πάλι την επιτυχία.
Ταινία εποχής, διαδραματίζεται στα μέσα της δεκαετίας του 30, σε μια δύσκολη οικονομικά εποχή, κατά την οποία, όπως πάντα σ' αυτές τις περιπτώσεις, ανθούν οι κομπίνες. Ένας νεαρός μικροαπατεώνας, αποφασισμένος να εκδικηθεί τον θάνατο του φίλου και συνεργάτη του, έρχεται σε επαφή με έναν πολύ πιο έμπειρο και με μεγαλύτερους στόχους απατεώνα και μαζί ξεκινάν ένα μεγάλο κόλπο, που σαν στόχο έχει τον τραπεζίτη αρχηγό της συμμορίας που δολοφόνησε τον φίλο. Φυσικά το κόλπο είναι ιδιοφυές, χρειάζεται αρκετό κόσμο για να πραγματοποιηθεί και, καθώς εξελίσσεται, η μία ανατροπή ακολουθεί τη  άλλη.
Θα λέγαμε ότι η ταινία δεν έχει κάποιο ιδιαίτερο βάθος. Οι αρετές της βρίσκονται αλλού: Στο λαμπρό καστ, στην προσεγμένη μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας ατμόσφαιρα της εποχής, στην εξαίρετη (διασκευασμένη) rag time μουσική του Σκοτ Τζόπλιν που πλημμυρίζει το φιλμ και βέβαια στο πανέξυπνο και συχνά απρόβλεπτο σενάριο με τις ανατροπές που προαναφλέραμε. Το οποίο, βεβαίως, παρά το ότι ενίοτε μπορεί να περιγράψει σκοτεινές και θλιβερές καταστάσεις, παραμένει ανάλαφρο, κομψό και με χιούμορ, συμβάλλοντας στην όλη feel good ατμόσφαιρα που κυριαρχεί. Περιτό να σας πω ότι το χιούμορ και η όλη ανάλαφρη ατμόσφαιρα που προανέφερα "παντρέυεται" με πολύ καλό τρόπο με το διαρκές σασπένς, καθώς όλα συμβαίνουν πραγματικά "στην κόψη".
Γοητευτική και ευχάριστη ταινία, παραμένει το ίδιο διασκεδαστική σήμερα - κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον. Σ' αυτό - και παρά την έλλειψη κάποιου βαθύτερου προβληματισμού που έλεγα και στην αρχή - έγκειται και η αξία της. Οπότε μη φοβηθείτε το "παλιό". Πιστεύω ότι θα διασκεδάσετε.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 03, 2015

ΟΙ ΠΡΟΒΛΕΨΙΜΟΙ ΚΑΙ ΒΑΡΕΤΟΙ "FANTASTIC FOUR"

Βρίσκομαι σε παραθαλάσσιο χωριό για διακοπές, το οποίο διαθέτει γλυκύτατο θερινό σινεμαδάκι, δεν έχω τίποτα να κάνω 9.30 με 11.30 και έχω κάπου 20 μέρες να πάω σινεμά. Ο σπάνιος συνδυασμός όλων αυτών των παραγόντων είναι ο μόνος που θα μέ έκανε να δω τους "Fantastic 4" (2015) του JoshTrank. Και, φυσικά, απογοητεύτηκα πλήρως, όπως άλλωστε και στις περισσότερες υπερηρωικές ταινίες της Marvel (ή μαρβελοειδείς τέλος πάντων), αν και εδώ βρήκα τα πράγματα κάπως χειρότερα από άλλες παραγωγές αυτού του είδους που, εκτος ορισμένων εξαιρέσεων, βαριέμαι αφόρητα.
Ως γνωστόν, και σύμφωνα με το κόμικς πάντοτε, οι 5 νεαροί είναι ιδιοφυείς επιστήμονες, οι οποίοι εφευρίσκουν τη μηχανή που τηλεμεταφέρει ύλη από το εδώ σε κάποιο άγνωστο σημείο (πλανήτη, παράλληλο σύμπαν ή κάτι τέτοιο), όπου αφθονεί μια μυστηριώδης ενέργεια. Ε, στη συνέχεια θα τηλεμεταφερθούν από βλακεία τους (επειδή απλώς θέλουν διακαώς να είναι οι πρώτοι που θα το κάνουν), θα βουτήξουν κυριολεκτικά και με παντελώς ηλίθιο και απερίσκεπτο τρόπο στην προαναφερθείσα ενέργεια και φυσικά θα μεταλλαχτούν, άγνωστο πώς και γιατί, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο και αποκτώντας διαφορετική υπερδύναμη. Οι 3 - και η κοπέλα που τους βοηθά παραμένοντας στη γη - θα γίνουν "καλοί", ο άλλος σούπερ - κακός. Και φυσικά οι επιστήμονες θα προσπαθούν να τους παγιδέψουν για να τους μελετήσουν και στη συνέχεια θα τους χρησιμοποιήσουν σαν πολεμικές μηχανές (ε, και των περισσότερων από τους 4 τα θέλει ο κ...ος τους) και τελικά θα συγκρουστούν με τον Κακό πρώην φίλο τους.
Μάλιστα. Νομίζω όμως ότι όλα αυτά δίνονται με εξαιρετικά αφελή και βαρετό τρόπο, το σενάριο και όσα συμβαίνουν τέλος πάντων είναι παιδαριώδη και η πριν μεταλλαχτούν ιστορία είναι (κάπως) πιο ενδιαφέρουσα. Αφού γίνουν σούπερ ήρωες  η βαρεμάρα (η δική μου τουλάχιστον) χτυπάει κόκκινο. Φτάνει πια με όλες αυτές τις ορδές κατά λάθος μεταλλαγμένων με υπερδυνάμεις. Ουφ!
Και κάτι ακόμα: Ο Josh Trank είναι ο σκηνοθέτης του πολύ ενδιαφέροντος για μένα "Chronicle", ενός από τα ελάχιστα καλά και κυρίως πρωτότυπα υπερηρωικά φιλμ, το οποίο, αν και "εχθρός" του είδους γενικά, απόλαυσα. Εδώ, στο δεύτερο φιλμ του, μοιάζει να έχει μεταλλαχτεί ο ίδιος με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, φτιάχνοντας κάτι που μπορώ να χαρακτηρίσω κακό. Να λοιπόν που, εκτός των άλλων, παίζει και το στοιχείο της απόλυτης απογοήτευσης...

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 02, 2015

FAIL SAFE : ΤΟ ΥΣΤΑΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ

Θα μπορούσαμε να κάνουμε ολόκληρο αφιέρωμα στις αμερικάνικες ταινίες, κυρίως του πρώτου μισού της δεκαετίας του 60, που έντρομες μπροστά στο Ψυχρό Πόλεμο που μαινόταν, φαντάστηκαν τις ζοφερότερες επιπτώσεις του, δημιουργώντας δράματα που - σχεδόν ή κυριολεκτικά -  καταλήγουν στο τέλος του κόσμου (όπως τον ξέρουμε τουλάχιστον). Τα οποία βέβαια απέχουν χιλιόμετρα από το συνηθισμένο σύγχρονο χάπι εντ που κυριαρχεί στο Χόλιγουντ.
Ένα από αυτά είναι το "Fail - Safe", που γύρισε ο σημαντικότατος Sidney Lumet (1924-2011) το 1964: Ένας συνδυασμός λαθών ανθρώπων και μηχανών (κομπιούτερς για την ακρίβεια) στέλνουν ένα σμήνος αεροπλάνων φορτωμένων με πυρηνικές κεφαλές να βομβαρδίσουν τη Μόσχα. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, σε μια ύστατη προσπάθεια να σταματήσει το με μαθηματική ακρίβεια επερχόμενο τέλος του κόσμου, προσφέρεται να βοηθήσει τους σοβιετικούς να αποκρούσουν την ακούσια επίθεση, ακόμα και αποκαλύπτοντάς τους κρίσιμα στρατιωτικά μυστικά, πράγμα που θα συναντήσει τη λυσσασμένη αντίδραση των "γερακιών" του Πενταγώνου. Η "λύση" (;;;) που θα βρεθεί είναι κυριολεκτικά ανατριχιαστική και, τελικά, δεν ξέρω αν θα πονέσει λιγότερο από ένα οριστικό τέλος της ανθρωπότητας.
Μπορούμε να πούμε δύο πράγματα για το φιλμ: Από τη μία υπάρχει το συγκλονιστικό σενάριο με την απίθανη πλοκή, τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων του δράματος και τις πολύπλοκες ίντριγκες ή/και λεπτές κινήσεις - προσοχή στην κάθε λέξη, την κάθε έκφραση - που όλα αυτά συνεπάγονται. Από την άλλη υπάρχει η παντελής έλλειψη δράσης όσον αφορά την εικόνα. Ολόκληρη σχεδόν η ασπρόμαυρη ταινία διαδραματίζεται στο εσωτερικό του Πενταγώνου και στα μυστικά υπόγειά του, όπου ο πρόεδρος με τον μεταφραστή του συνομιλούν μόνοι  με τους σοβιετικούς. Αυτά επιτείνουν βεβαίως την απόλυτα κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, "πνίγουν"συνειδητά τον θεατή, αλλά και την μετατρέπουν σε ένα είδος πολεμικού μεν, απόλυτου δε "δράματος δωματίου". Πράγμα. βεβαίως, που μπορεί να κουράσει αρκετούς. Όντως σε όλόκληρο το φιλμ δεν υπάρχει καθόλου "καθαρός αέρας".
Οι χαρακτήρες, με επικεφαλής τους Χένρι Φόντα και Γουόλτερ Ματάου, διατρέχουν μια ευρεία γκάμα, από τον κλασικό ειρηνιστή έως το απόλυτο γεράκι. Τόσο οι στρατιωτικοί όσο και οι πολιτικοί ή πολίτες διαθέτουν τέτοιους στις τάξεις τους. Σε μερικούς από αυτούς "σκιτσάρεται" και η προσψπική τους ζωή. Φυσικά το φιλμ μιλά ουσιαστικά για το απόλυτο παράλογο του ατελείωτου ανταγωνισμού των εξοπλισμών, του ίδιου του Ψυχρού Πολέμου και της πυρηνικής απειλής, πράγματα που σήμερα δεν αποτελούν τόσο μεγάλους κινδύνους, πλην όμως τότε αποτελούσαν το μεγαλύτερο και εφιαλτικότερο πρόβλημα. Τελικά πρόκειται για μια κραυγή υπέρ της ειρήνης και του τέλους των πολέμων - θερμών ή ψυχρών.
Ξαναείπα ότι πολλοί θα κουραστούν με το διαρκές μπλά - μπλά και την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα. Από σεναριακή άποψη όμως, νομίζω ότι η ταινία είναι συγκλονιστική.

Σάββατο, Αυγούστου 29, 2015

ΑΠΑΤΗΛΑ BRIGHT LIGHTS, ΣΚΟΤΕΙΝΟ BIG CITY

O James Bridges (1936-1993) έφυγε σχετικά νέος, πρόλαβε όμως να κάνει μερικές ενδιαφέρουσες ταινίες. Το "Bright Lights, Big City" του 1988, με τον τότε σταρ Τζ. Φοξ, μου αρέσει επειδή αποτελεί μια απόλυτη καταγραφή των 80ς, ή μάλλον ενός πολύ χαρακτηριστικού κομματιού τους¨: των γιάπις.
Ο νεαρός ήρωας είναι κατ' εξοχήν δείγμα τους. Επίδοξος συγραφέας επηρεασμένος από τους γάλλους, βουλιάζει σε δουλειά διορθωτή σε περιοδικό, θέλοντας πάντοτε να ξαναγράψει, δίχως όμως να καταφέρνει ποτέ να ξεκινήσει. Στο μεταξύ, μετά το χωρισμό του από μια σύζυγο που το μόνο που θέλει είναι να γίνει σούπερ μοντέλο έστω και πατώντας επί πτωμάτων, βυθίζεται σε μια γκλάμορους, πλην όμως απίστετα αυτοκαταστροφική γιάπικη ζωή. Τόννοι κοκαϊνης, "διασκέδαση" μέχρι τα ξημερώματα σε "ιν" κλαμπ, περιστασιακές wanabee μοντέλα γκόμενες, όλα οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε απόλυτο overdose και, τελικά, στην κατάρρευση.
Σπάνια το σινεμά έχει πιάσει τόσο το νόημα της απόλυτης παρακμής μέσα σε απόλυτη υποτίθεται γκλαμουριά και high life, που εκατομμύρια ονειρεύονται ή, ελπίζω, ονειρευόντουσαν. Όλη η ψευτιά, το "δήθεν" του γιάπικου "κινήματος" (;;;), η ανούσια επιφανεικότητα του life style, διαγράφονται απόλυτα. Κάτω από την απαστράπτουσα επιφάνεια παραμονεύει η σκληρότητα, η μοναξιά, η αυτοκαταστροφή, η έλλειψη αλληληγγύης (τι είναι αυτό;) Ο ατομικισμός κυριαρχεί, η συλλογικότητα είναι άγνωστη λέξη. Όσο για τα 80ς, ζωντανεύουν μπροστά μας: Ντυσίματα, κομμώσεις, τρόποι διασκέδασης, επιπολαιότητα, όνειρα επιτυχίας... Ο σφυγμός μιας εποχής που δεν γνώριζε τη λέξη κρίση, ωστόσο έκρυβε πολλές σκοτεινές πτυχές. Άλλωστε τότε ακριβώς ευδοκιμεί ο σπόρος του νεοφιλελευθερισμού (ζήτω η αγορά, καθένας για την πάρτη του, όσοι δεν τα καταφέρουν ας ψοφήσουν). Σ' αυτή τη δεκαετία της ευδαιμονίας.
Ίσως η ταινία είναι κατά βάθος μια ιστορία αγάπης - ή αναζήτησης της αγάπης.Ωστόσο εγώ προτίμησα να "διαβάσω" την έντονα κριτική ματιά σε μια ψεύτικη και ρηχή πτυχή μιας εποχής. Και γι' αυτό μου αρέσει.   

Κυριακή, Αυγούστου 16, 2015

AFTER THE SUNSET: ΚΛΕΦΤΕΣ ΑΙ ΑΣΤΥΝΟΜΟΙ ΕΙΝΕΙ ΤΟ ΙΔΙΟ (ΚΑΙ ΠΑΛΙ;)

Δεν εκτιμώ ιδιαίτερα τον Brett Ratner. Ούτε, βέβαια, και την ταινία του του 2004 "After the Sunset" (Το Τελευταίο Κόλπο). Γράφω όμως γι' αυτή - με μια δόση χιούμορ - επειδή, με αντεστραμμένο τρόπο, το βασικό μοτίβο είανι το ίδιο με την προηγούμενη ανάρτηση, την" Ένταση". Σε κωμωδία όμως και μάλιστα - το αντιλαμβάνεστε - όχι πολύ καλή.
Ο Πιρς Μπρόσναν (κλασικός ρόλος γι' αυτόν) είναι ο γοητευτικός και ιδιοφής κλέφτης διαμαντιών, που δεν έχει αφήσει διάσημο διαμάντι να μην κλέψει και τα έχει με τη Σάλμα Χαγεκ, η οποία τον βοηθά στις μπίζνες του. Ο Γούνι Χάρελσον είναι ο ντετέκτιβ που μονίμως τον κυνηγά και μονίμως την πατά, διότι ο κλέφτης όχι μόνο διαφεύγει, αλλά γελοιοποιεί με διάφορους τρόπους τον διώκτη του. Μετά την τελευταία πετυχημένη ληστεία, η οποία υποτίθεται ότι είναι η τελευταία, το ζεύγος κλεφτών αποσύρεται σε τροπικό, παραδεισένιο νησί της Καραϊβκής, όπου ζει πολυτελέστατα απολαμβάνοντας τον έρωτά του. Τότε όμως καταφτάνει εκει και ο ντετέκτιβ, αποφασισμένος να συλλάβει επιτέλους τον κλέφτη βάζοντάς του σαν δόλωμα έναν πειρασμό που ξέρει ότι δεν θα μπορέσει να αντισταθεί.
Η ομοιότητα με την "Ένταση", που λέγαμε και πριν, είναι όι κατά βάθος ο ντετέκτιβ θαυμάζει τον κλέφτη, και μάλλον τον ζηλεύει κιόλας για τη σούπερ ζωή του. Και ο άλλος μάλλον τρέφει φιλικά αισθήματα προς αυτόν, όντας όμως σίγουρος για την ανώτερη ευφυία του. Με λίγα λόγια θα μπορούσαν να είναι οι καλύτεροι φίλοι. Και όντως γίνονται σε κάποιες σκηνές του φιλμ.
Κατά τα άλλα όμως η αινία κυλά σαν μια σχετικά ευχάριστη κοσμοπολίτικη, εξωτική και εύπεπτη κωμωδιούλα που διαδραματίζεται σε τροπικές παραλίες και πολυτελή resort,, με ιδιοφυείς υποτίθεται ληστείες που δεν πείθουν κανέναν για το αν μπορούν ποτέ να συμβούν στην πραγματικότηυτα και με αστεία του τύπου ότι μερικές φορές ο περίγυρος νομίζει ότι οι δύο πρωταγωνιστές είναι ζευγάρι γκέι. Το σενάριο είναι βεβαίως πρόχειρο, οι καταστάσεις απίθανες (ιδιαίτερα η τελευταία ληστεία διαμαντιού με κάλυψη μια υποβρύχια βόλτα αναψυχής) και γενικά πρόκειται για φιλμ που στην καλύτερη περίπτωση σε κάνει να περνάς δύο ευχάριστες υποτίθεται ώρες και αμέσως μετά το ξεχνάς.
Αν πλήτετε υπερβολικά και είναι και καλοκα΄ρι και δεν έχετε τι άλλο να κάνετε... Μάλλον αποφύγετέ το όμως. Κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον.   

Δευτέρα, Αυγούστου 10, 2015

"HEAΤ": ΚΛΕΦΤΕΣ ΚΑΙ ΑΣΤΥΝΟΜΟΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΔΙΟ;

Υπάρχουν ταινίες όπου ο διώκτης (αστυνομικός κυρίως) και ο διωκόμενος (ληστής, κλέφτης, απαεώνας κλπ.) κατά βάθος μοιάζουν. βρίσκονται πολύ πιο κοντά  έας στον αλλον, ίσως να υπάρχει και μία, λανθάνουσα μερικές φορές, αλληλοεκτίμηση μεταξύ τους. Το μοτίβο αυτό επαναλαμβάνεται σε πολλές παραλλαγές, από ανάλαφρες κωμωδίες μέχρι βίαιες ταινίες δράση. Πιστεύω όμως ότι ποτέ δεν δόθηκε αυτό τόσο ανάγλυφα, τόσο άψογα, όσο στο "The Heat" (Ένταση) του Michael Mann του 1995.
Ένας αστυνομικός παθιασμένος με τη δουλειά του κυνηγά έα ληστή, ο οποίος έχει μεν χτυπήσει αι σο παρελθόν, αυτή τη φορά όμως η τέλεα οργαωμένη ληστεία του καταλήγει σε λουτρό αίματο. Εμείς γνωρίζουμε ότι ο ιδιοφυής εγκέφαλος του σχεδίου δεν φταίει για την αιμαοχυσία - δίχως αυτό να ηαίνει ότι εν είναι αδίσταχτος αν χρειασεί. Ωστόσο, εφόσον υπάρχουν νεκροί, ο αστυνομικός είναι υποχρεωένος να φτάσει ως το τέλος, όσο ι αν του στοιχίσει αυτό. Και βέβαια το πρώτο θύμα είναι οι οικογενειακές του σχέσεις. Τελικά, όσο ανίκανος είναι ο ληστής να έχει μια σταθερή οικογενειακή ή/και ερωτική ζωή, (αν και το χρειάζεται κατά βάθος), άλλο τόσο ανίκανος γι' αυτό είναι ουσιαστικά και ο μπάτσος, λόγω της εμμονής του με τη δουλειά και το καθήκον. Το ανθρωποκυνηγητό θα φτάσει βεβαια μέχρι το αναπόφευκτο τέλος.
Ο Man με εξαιρετική μαεστρία ξεδιπλώνει μεθοδικά τόσο τη δράση καθ' εαυτή(τη ληστεία, τις έρευνες, το ανθρωποκυνηγητό) όσο και το εναργές πορτρέτο των δύο βασικών χαρακτήρων, την ανθρώπινη δηλαδή πλευρά τους. Τελικά το πόσο μοιάζουν μεταξί τους (και πόσο εκτιμά ατά βάθος ο ένας τον άλλον) είναι σχεδόν ανατριχιαστικό. Αν πρέπει να συνοψιστεί σε μια φράση η ομοιότητά τους, αυτή θα ήταν ότι και οι δύο δεν μπορούν να βολευτούν σε μκα άνετη, ρουτινιάρικη καθημερινή ζωή, επαγγελματική ή οικογενειακή. Και σ' αυτό το θέμα όμως η στάση τους είναι διττή. Από τη μία δεν μπορούν κι από την άλλη χρειάζονται απεγνωσμένα αυτή την καθησυχαστική ρουτίνα, η οποία, επιτέλους, θα τους ξεκουράσει και θα ηρεμήσει τις βασανισμένες ψυχές τους.
Ως γνωστόν to Ηεατ είναι η μοναδική ταινία όπου συνυπάρχουν δύο "ιερά τέρατα": ο Αλ Πατσίνο και ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο. Ίσως αυτό και μόνο θα αρκούσε. Υπάρχει όμως και η πυκνότητα της ταινίας, η καθηλωτική ατμόσφαιρα και το επιδέξιο διαρκές πέρασμα από τη δράση στις προσωπικές ζωές των ηρώων, που κάνουν το φιλμ, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον, ένα από τα καλύτερα του δημιουργού του, αλλά και των 90ς γενικότρα.

Τετάρτη, Αυγούστου 05, 2015

Ο ΜΠΑΜΠΑΣ, Η ΜΑΜΑ ΚΑΙ Η "ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ"


O Robert Zemeckis στις δεκαετίες των 80 και 90 αποδείχτηκε ένας εξαιρετικά εμπορικός σκηνοθέτης, με επιτυχίες που θύμιζαν αυτές του Σπίλμπεργκ. Το 1985 για παράδειγμα γυρίζει την "Επιστροφή στο Μέλλον" (Back to the Future), η οποία γίνεται μια από τις γνωστότερες ταινίες των 80ς και η οποία ακολουθε'ιται από δύο sequels από τον ίδιο.
Ο νεαρός ήρωας, ατίθασο παιδί των 80ς, στέλνεται κατά λάθος πίσω στο χρόνο, στη δεκαετία του 50 συγκεκριμένα, μετά από ένα πείραμα του φίλου του ηλικιωμένου εφευρέτη Έμμετ Μπράουν. Τι προσπαθεί να κάνει εκεί (εκτός από το να επιστρέψει στην εποχή του); Να... γνωρίσει μεταξύ τους και να βοηθήσει να τα φτιάξουν οι τινέιτζερς ακόμα γονείς του, πράγμα που μοιάζει εξαιρετικά δύσκολο καθώς είναι εντελώς αταίριαστοι σαν χαρακτήρες, αλλιώς η ίδια του η ύπαρξη τίθεται υπό αμφισβήτηση...
Κωμωδία επιστημονικής φαντασίας, η ταινία βρίσκει την ευκαιρία να μας δείξει χαρακτηριστικές εικονες και μουσικές τόσο των 80ς όσο και των 50ς, ενώ ο πιτσιρικάς τότε Michael J. Fox έμοιαζε να είναι όχι μόνο ο ηθοποιός - σύμβολο των 80ς, αλλά και μια μελλοντική εγγύηση (πράγμα που διαψεύστηκε). Και δίπλα του, βέβαια, σε ένα ρόλο - παρωδία του κλασικού "κακού επιστήμονα" των ταινιών ΕΦ, ο απολαυστικός Christopher Lloyd. Χιούμορ, ανήλικοι έρωτες, "εύκολη" νεανική επαναστατικότητα και βέβαια ένα ταξίδι στο χρόνο, όλα σε σωστές δόσεις, συνθέτουν την συνταγή της επιτυχίας του φιλμ. Ενός νεανικού φιλμ βεβαίως, που υπόσχεται διασκέδαση και πάλι διασκέδαση.
Φυσικά και μπορεί να εντοπίσει κανείς πλήθος από απιθανότητες. Ιδιαίτερα στις τελευταίες σκηνές, όπου για να πετύχει το ταξίδι της επιστροφής χρειάζονται μια σειρά από απίθανες συγκυρίες και τέλειο timing. Ποιος νοιάζεται όμως; Αλοίμονο αν σε τέτοια φιλμ ψάχναμε για αληθοφάνεια. Τελικά, αυτό που διαπίστωσα είναι ότι, μετά τόσα χρόνια, η ταινία παραμένει διασκεδαστική.
Εννοείται ότι δεν μιλάω σε καμιά περίπτωση για μεγάλο φιλμ, για σταθμό ή ό,τι άλλο τέτοιο. Απλώς και μόνο - το ξαναλέω - πιστεύω ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίπτωση διασκεδαστικής ταινίας (και μόνο) που αντέχει στο χρόνο.

Τρίτη, Αυγούστου 04, 2015

Ο κ. ΧΟΛΜΣ ΓΕΡΑΣΕ...

Έχουμε δει στην οθόνη πάμπολλους Σέρλοκ Χολμς, και μάλιστα από την εποχή των πρώτων βημάτων του κινηματογράφου. Για πρώτη φορά όμως το 2015 βλέπουμε έναν υπερήλικα Σέρλοκ Χολμς. Στo "Mr. Holmes" (Ο κύριος Χολμς) του Bill Condon ο διασημότερος ντετέκτιβ όλων των εποχών είναι πλέον 93 ετών, έχει αποσυρθεί στην εξοχή και ασχολείται κυρίως με τα μελίσια του. Ζει με την οικονόμο του και τον μικρό γιο της, ο οποίος θαυμάζει τον γέρο, διάσημο ντετέκτιβ.
Το χειρότερο είναι πάντως ότι ο Χολμς πάσχει από άννοια. Τα σημάδια πληθαίνουν καθημερινά, ονόματα και γεγονότα του διαφεύγουν. Ωστοσο, πεισματάρης γαρ, αρνείται να εγκαταλείψει το απομονωμένο σπίτι και να εγκατασταθεί στην πόλη, όπου θα εχει καλύτερη ιατρική επίβλεψη. Στην ηλικία αυτή ο Χολμς πασχίζει να γράψει κάτι για πρώτη φορά (έγινε διάσημος από τις ιστορίες του τις οποίες έγραφε ο Γουότσον): Μια παλιά περιπέτειά του, πρίν κοντά 30 χρόνια, στην οποία πρωταγωνιστούσε μια γυναίκα που τον είχε συγκινησει. Επί πλέον όλα δείχνουν ότι ήταν η πρώτη φορά στην οποία ο δαιμόνιος ερευνητής έκανε λάθος. Πολεμά λοιπόν με τη μνήμη του που σβήνει, υπάρχουν όμως πολλά κενά. Συγχρόνως υπάρχει κι ένα ταξίδι στην Ιαπωνία, από το οποίο μόλις έχει επιστρέψει.
Η ταινία κινείται μπρος - πίσω στο χρόνο: Άλλοτε στο τώρα, άλλοτε στην Ιαπωνία (όπου ο Χολμς θα συγκλονιστεί από τα αποτελέσματα της πρόσφατης ακόμα πτώσης της βόμβας) κι άλλοτε στην προ τριακονταετίας υπόθεση. Κυρίως όμως ασχολείται με τον άνθρωπο Χολμς. Ο χαρακτήρας του, συχνά αλαζονικός και ελάχιστα συναισθηματικός, καθώς και οι τραγικές συχνά επιπτώσεις αυτής της ψυχρότητας στους άλλους, η συγκινητική πάλη του με την βαθμιαία απώλεια της μνήμης, η σχέση του με την οικονόμο και τον μικρό γιο της, είναι τα αληθινά κύρια σημεία του φιλμ. Καθώς και η σχέση λογοτεχνία και πραγματικότητας, φαντασίας και αλήθειας. Βλέπετε, πολλές από τις πασίγνωστες ιδιότητες και γνωρίσματα του ντετέκτιβ δεν ήταν αληθινά. τα είχε επινοήσει η φαντασία του δόκτορα Γουότσον. Έτσι, παρακολουθούμε και μια αποκάλυψη του αληθινού, υποτίθεται, Χολμς.
Φυσικά η ταινία στηρίζεται εξ ολοκλ'ηρου σχεδόν στην εξαιρετική ηθοποία του Ίαν ΜαΚέλεν. Δίχως αυτόν θα επρόκειτο σίγουρα για ένα εντελώς διαφορετικό φιλμ. Αυτό που βλέπουμε πάντως διαθέτει χιούμορ, κυρίως όμως συγκίνηση. Μοναδική μου αντίρηση το ότι έχω την αίσθηση ότι όλες αυτές οι ιστορίες (η παλιά, η Ιαπωνία και το "τώρα" του 1947) δεν δένουν πολύ καλά μεταξύ τους. Δεν μπορώ να το εξηγήσω αναλυτικοτερα, αλλά είχα την αίσθηση ότι ήταν κάπως ασύνδετες.
Πέραν αυτού όμως την απόλαυσα. Μην ξεχάσετε πάντως : Πρόκειται περισσότερο για δραματική ταινία παρά για κλασική ταινία μυστηρίου.

Σάββατο, Αυγούστου 01, 2015

HONDO : ΚΛΑΣΙΚΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΜΕ ΚΑΟΥΜΠΟΪΔΕΣ ΚΑΙ ΙΝΔΙΑΝΟΥΣ

Υπάρχουν πάμπολλα γουέστερν με καουμπόιδες και ινδιάνους. Σε πολλά απ' αυτά πρωταγωνιστεί ο Τζον Γουέιν, πάντοτε σχεδον σκληροτράχηλος, αλλά και τίμιος. Ένα απ' αυτά είναι το "Hondo" ("Ο Άνθρωπος της Ερήμου" ο ελληνικός τίτλος), βασισμένο σε μυθιστόρημα του κλασικού στο είδος Louis L'Amour, που γύρισε το 1953 ο John Farrow (1904-1963). Όπου ο προαναφερθείς Τζον Γουέιν είναι ο άνθρωπος που γυρίζοντας από τη έρημο και μεταφέροντας ένα σημαντικό μήνυμα στο στρατό (ότι οι ινδιάνοι της περιοχής ετοιμάζονται για πόλεμο), συναντά απομονωμένο ράντσο όπου ζει μόνη μια γυναίκα με τον μικρό γιο της και φιλοξενείται απ' αυτούς. Και φυσικά την ερωτεύεται και αποφασίζει να κατασταλάξει πλέον εκεί. Αλλά, μετά από άλλες περιπέτειες και υποπλοκές, οι ινδιάνοι όντως θα κατέβουν σε πόλεμο και, σημειωτέον, το ιππικό δεν είναι τόσο ηρωικό όσο ξέρουμε από άλλα γουέστερν και θα αποδεκατιστεί εξ αιτίας της απειρίας του διοικητή του.
Πρόκειται, όπως σας είπα, για κλασικό γουέστερν, τόσο στη δομή και (σχετικά) στη σκηνοθεσία, όσο και στο σενάριο. Χορταστικό, με μάχες, πυροβολισμούς, το τυπικό για τα αμερικάνικα γουέστερν κυνηγητό αμαξών από ινδιάνους και όλα τα σχετικά. Οι φίλοι του είδους θα το απολαύσουν, ενώ όσοι βαριούνται τα γουέστερν πιθανόν θα το θεωρήσουν μία από τα ίδια. 
Ωστόσο, εγώ θα ήθελα να μείνω λίγο στην ανάλυση της ιστορίας. Γενικά γνωρίζουμε και θεωρούμε ότι το τυπικό αμερικάνικο γουέστερν διαθέτει "καλούς" καουμπόιδες και "κακούς" και βάρβαρους ινδιάνους. Εδώ τα πράγματα δεν είναι και τόσο μαύρα - άσπρα. Κατ' αρχήν ο ίδιος ο ήρωας, ο Χόντο, είναι μισός λευκός μισός ινδιάνος (εξ ου και το παράξενο όνομα) και έχει ζήσει για χρόνια σε ινδιάνικη φυλή, με ινδιάνα γυναίκα. Οι ινδιάνοι διαθέτουν "κακούς" (τον πολεμοχαρή υπαρχηγό της φυλής), αλλά η ταινία δείχνει απόλυτο σεβασμό στον αρχηγό, τον Βιτόριο, ο οποίος διαθέτει στέρεα τιμιότητα, κρατά πάντα τον λόγο του και δεν διστάζει να τιμωρήσει δικούς του αν αυτοί φερθούν με δόλο. Σε κάμποσα σημεία η ταινία μιλά με θαυμασμό για την ινδιάνικη ηθική. Κάπου δηλώνεται ότι οι ινδιάνοι δεν γνώριζαν το ψέμα κι ότι αυτό το εισήγαγαν οι λευκοί. Δεν διστάζει μάλιστα να πει ότι για τους πολέμους φταίνε σαφώς οι λευκοί, οι οποίοι πήραν τη γη και σκότωσαν τα θηράματά τους, αλλά και τους ίδιους τους ινδιάνους, κι αυτοί ουσιαστικά κατεβαίνουν σε διαρκείς πολέμους αμυνόμενοι. Στο τέλος του φιλμ υπάρχει μια διάχυτη μελαγχολία, καθώς όλοι διαπιστώνουν ότι έρχεται με σιγουριά το τέλος του ινδιάνικου πολιτισμού και τρόπου ζωής. Μάλιστα η τελευταία φράση που προφέρει ο Γουέιν στην ταινία είναι "Ήταν ένας καλός τρόπος ζωής".
Για όλα αυτά βρίσκω μια ιδιαιτερότητα στο φιλμ και, τελικά, πιστεύω ότι οι αληθινοί πρωταγωνιστές είναι οι ινδιάνοι και ένας πολιτισμός που χάνεται για πάντα (ο οποίος, βεβαίως, εμπεριέχει και στοιχεία αγριότητας), καθώς και η κριτική για την εγκληματική συμπεριφορά των λευκών.

Πέμπτη, Ιουλίου 30, 2015

Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ "ΕΞΩΓΗΙΝΟΥ"

Προσθήκη λεζάντας
Ήταν στα 1982 όταν ο Steven Spielberg, στην σχετικά αρχή ακόμα της απίστευτης εμπορικά πορείας του, γυρίζει τον περίφημο "Ε.Τ." (Ε.Τ. - Ο Εξωγήινος) και σπάει για μια ακόμα φορά τα ταμεία. Πέραν των ταμείων όμως, η ταινία παραμένει μια από τις γνωστότερες στην ιστορία του κινηματογράφου και, όπως όλα δείχνουν, συγκινεί ακόμα.
Ας επαναλάβω την πασίγνωστη ιστορία: Ένας μικρός εξωγήινος χάνεται στη γη, καθώς το σκάφος του αναγκάζεται να εγκαταλείψει επειγόντως τον πλανήτη μας για να μην εντοπιστεί. Ολομόναχος και χαμένος σε έναν άγνωστο κόσμο, θα καταφέρει τελικά να έρθει σε επαφή με ένα μικρό αγόρι, το οποίο και θα τον "υιοθετήσει". Το μυστικό θα μάθουν σιγά - σιγά και τα δύο αδέλφια του αγοριού και όλοι τους θα κάνουν τα πάντα για να βοηθήσουν τον ακούσιο επισκέπτη. Αναπόφευκτα όμως κάτι τόσο σημαντικό δεν μπορεί να παραμείνει για καιρό αποκλειστικά στους κόλπους της οικογένειας, καθώς οι επιστήμονες καραδοκούν...
Η γοητεία του φιλμ βασίζεται. νομίζω, στα απόλυτα αρχετυπικά στοιχεία που την απαρτίζουν: Ένα ον μόνο και χαμένο σε έναν άγνωστο, πιθανόν εχθρικό κόσμο. Η υποτιθέμενη "παιδική αθωότητα" που εδώ υπερτονίζεται - και μάλιστα σε σχέση με τους "κακούς" (αν και τελικά όχι τόσο) μεγάλους (ας μην ξεχνάμε ότι και ο ίδιος ο ΕΤ είναι παιδί). Η παραμυθένια ατμόσφαιρα, που ευνοεί το θαύμα (ο Ε.Τ. διαθέτει ιδιαίτερες δυνάμεις, που όντως πλησιάζουν το θαύμα). Η συγκίνηση, όταν όλα δείχνουν ότι, απομονωμένος από το φυσικό του περιβάλλον, ο εξωγήινος θα πεθάνει. Και, φυσικά, το μόνιμο δίδαγμα του κατά τα άλλα "γλυκού" και "οικογενειακού" Spielberg : Η ανοχή στο διαφορετικό, όσο ξένο κι αν μας φαίνεται αυτό με μια πρώτη ματιά. Και βέβαια, η απίστευτη ικανότητα του δημιουργού της να συνθέτει με αλάνθαστο τρόπο, και στις σωστές δόσεις, όλα τα παραπάνω. Γι' αυτό άλλωστε ο Spielberg παραμένει μάλλον ο εμπορικότερος σκηνοθέτης όλων των εποχών (δεν ξέρω αν τον πέρασε τελευταία ο Κάμερον).
Είναι γεγονός ότι πρέπει να δεις την ταινία σε τρυφερή ηλικία για να σε αγγίξει πραγματικά. Ξαναβλέποντάς την πρόσφατα, μετά από πολλά χρόνια, η συγκίνηση που ένοιωσα ήταν αναπόφευκτα μειωμένη, ενώ, ιδιαίτερα  προς το τέλος, διέκρινα και κάμποσα μελό στοιχεία. Τι τα θέλετε όμως; Το φιλμ παραμένει κλασικό στο είδος του - έστω και αν θέλετε να το εκλάβετε ως κλασικό παιδικό φιλμ. Ο άσχημος επισκέπτης, που κάτω από το αλλόκοτο παρουσιαστικό του κρύβει τόση καλοσύνη και παιδικότητα, θα παραμείνει για πάντα μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες φιγούρες που δημιούργησε ποτέ η τέχνη, το μακρύ του δάχτυλο θα ανάβει παντοτινά στην άκρη και τα παιδικά ποδήλατα θα πετούν για πάντα κόντρα στο ολόγιομο φεγγάρι, ικανοποιώντας τις πιο μύχιες παιδικές μας επιθυμίες, που, όπως όλα δείχνουν, παραμένουν καλά καμουφλαρισμένες στα βάθη των ενήλικων καρδιών μας.

Τρίτη, Ιουλίου 28, 2015

ΣΤΟΝ ΠΑΓΑΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΥ ΣΚΙΑΧΤΡΟΥ"

Στη μουσική υπάρχουν οι "one hit wonders", τουτέστιν καλλιτέχνες που έκαναν μια μεγάλη επιτυχία και μετά εξαφανίστηκαν. Παρόμοιο φαινόμενο υπάρχει και στον κινηματογράφο και αφορά, βεβαίως, σκηνοθέτες. Κλασικό παράδειγμα ο άγγλος Robin Hardy. Το 1973 γυρίζει το εντυπωσιακό "Καταραμένο Σκιάχτρο" (The Wicker Man)... και μετά τίποτα (για την ακρίβεια γύρισε άλλες 2 ταινίες σε διάστημα... 38 ετών, οι οποίες, όπως μαθαίνω, δεν βλέπονται).
Πίσω στο "Σκιάχτρο" όμως. Ένας αστυνομικός πηγαίνει σε ένα απομονωμένο νησί της Σκωτίας για να ερευνήσει την εξαφάνιση ενός κοριτσιού. Οι κάτοικοι, εμφανώς απρόθυμοι να συνεργαστούν, ισχυρίζονται ότι αγνοούν όχι μόνο την εξαφάνιση, αλλά και την ύπαρξη του κοριτσιού αυτού. Σύντομα ο έκπληκτος (και βαθύτατα χριστιανός) αστυνομικός θα αντιληφθεί ότι το νησί - με τις σύγχρονες ανέσεις κατά τα άλλα - δεν έχει καμιά σχέση με τον χριστιανισμό. Η θρησκεία του είναι παγανιστική και βασίζεται σε αρχαίες θρησκευτικές πεποιθήσεις και τελετουργίες. Καθώς οι μέρες περνούν το μυστήριο πυκνώνει και οι τελετές πολλαπλασιάζονται, μέχρι να φτάσουμε στο συγκλονιστικό φινάλε.
Η ταινία δεν μοιάζει με τίποτα σχεδόν απ' όσα έχετε δει. Πέρα από το κλιμακούμενο σασπένς - στα όρια της ταινίας τρόμου - βασίζεται σε μια θεμελιακή σύγκρουση: Από τη μία ένας πνιγηρός, αυστηρός, στα όρια του μαζοχισμού χριστιανισμός. Από την άλλη ένας παιγνιώδης, ελευθεριακός, χαρούμενος παγανισμός, όπου σχεδόν όλα επιτρέπονται. Φυσικά η εξουσία, ο αστυνομικός, εκπροσωπεί τον πρώτο και οι παράξενοι κάτοικοι του νησιού, με επικεφαλής έναν ευγενή, πραγματικό άρχοντα του νησιού, τον δεύτερο (τον τελευταίο ενσαρκώνει ο Κρίστοφερ Λι ίσως στον πιο παράδοξο ρόλο της καριέρας του). Η κοινωνική δομή των δύο θρησκευτικών τύπων δεν αφήνεται ασχολίαστη: Ο παγανισμός συνυπάρχει με μια ουσιαστικά φεουδαρχική κοινωνία, αποδεκτή όμως απ' όλους και, τελικά, με όχι τόσο μεγάλες ανισότητες και δεν έχει καμιά σχέση με την συνυφασμένη με τον καπιταλισμό και τον χριστιανισμό σύγχρονη κοινωνία. Βλέπετε, το νησί μοιάζει να βρίσκεται αποκομμένο από το σύγχρονο κοινωνικό γίγνεσθαι, σα να έχει μείνει πίσω στο χρόνο - με έναν ευτυχισμένο, ωστόσο, τρόπο.
Στο φιλμ υπάρχουν και τα αρνητικά βεβαίως: Η αφέλεια των 60ς, που μόλις έχουν τελειώσει, είναι διάχυτη. Οι σκηνές με τις τελετές των κατοίκων σήμερα μάλλον θα βγάλουν ακούσιο γέλιο, αφού είναι δοσμένες με αστείο (πάντα με την σύγχρονη οπτική) τρόπο, λες και όλοι υπακούν σε μια άψογη (και λίγο γελοία) χορογραφία. Το ίδιο γέλιο βγάζει νομίζω και ο (γυμνός) χορός της εντυπωσιακής Μπριτ Έκλαντ (τη θυμάστε;)
Αφήστε όμως τα αρνητικά και τις προφανείς αφέλειες. Η παράδοξη αυτή ταινία πιστεύω ότι διατηρεί μέχρι σήμερα τη δύναμή της και, όσο κι αν έχετε "διασκεδάσει" πριν, στο τέλος θα μείνετε μουδιασμένοι. Στο μεταξύ θα έχετε δει ένα από γνωστότερα cult του παγκόσμιου κινηματογράφου.
ΥΓ: Προς θεού: Αποφύγετε όπως οι παγανιστές τον σταυρό το άθλιο ριμέικ του 2006 με τον Νίκολας Κέιτζ.

Κυριακή, Ιουλίου 26, 2015

"ΜΠΛΕ ΔΩΜΑΤΙΟ" ΜΕ ΒΑΡΕΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

Ο Mathieu Amalric είναι, εκτός από γνωστος γάλλος ηθοποιός, και σκηνοθέτης. Το 2014 λοιπόν μεταφέρει στην οθόνη το μυθιστόρημα του Ζορζ Σιμενόν "Το Μπλε Δωμάτιο" με πρωταγωνιστή τον ίδιο και με αποτελέσματα που προσωπικά με απογοήτευσαν.
Παντρεμένος πλέον και πετυχημένος επιχειρηματίας, ο ήρωας θα επιστρέψει στη γενέτειρά του, μια επαρχιακή κωμόπολη, όπου θα συνεχίσει τις δουλειές του. Εκεί θα συναντήσει την παλιά συμμαθήτριά του και νυν γυναίκα του φαρμακοποιού και οι δυο τους θα νοιώσουν αμοιβαίο πάθος. Θα ζήσουν τον παθιασμένο τους έρωτα σε ένα (μπλε) δωμάτιο ξενοδοχείου, προσπαθώντας όσο γίνεται να μείνουνν απαρατήρητοι από τον μικρόκοσμο της πόλης, πράγμα δύσκολο βέβαια. Ώσπου...
Η πρωτοτυπία της ταινίας είναι ότι από την αρχή σχεδόν βλέπουμε ότι ο ήρωας έχει συλλφθεί και ανακρίνεται. Δεν γνωρίζουμε όμως ούτε πώς, ούτε γιατί, ούτε τι έχει συμβεί. Με διαρκή μπρος - πίσω στο χρόνο ο Amalric συμπληρώνει σιγά - σιγά το παζλ των γεγονότων. Μόλις προς το τέλος θα μάθουμε ποιο είναι το θύμα (διότι βέβαια υπάρχει κάποιος φόνος). Αυτά για την πρωτοτυπία. Καθώς επίσης παρακολουθούμε πώς με διακριτικές πινελιές ρίχνει φως στην ρουτινιάρικη καθημερινότητα και τη σχετική πνιγηρότητα της επαρχίας και της μικρής κοινωνίας, εμπλουτίζοντας έτσι το αστυνομικό δράμα (περισσότερο δράμα μάλλον) με κοινωνιολογικές παρατηρήσεις. Προσοχή : Όλα αυτά πολύ διακριτικά, το τονίζω.
Σύμφωνοι μέχρι εδώ. Πλην όμως το όλο φιλμ με έκανε να βαρεθώ με την εμμονή του στην καθημερινότητα και με την (για μένα τουλάχιστον) αποτυχία στη δημιουργία σασπένς. Βρήκα το όλο πράγμα... πώς να το πω... χλιαρό. Όσο για το τέλος, θα ομολογήσω ότι δεν κατάλαβα τι ακριβώς έγινε. Συνέβησαν όλα όπως ακριβώς παρουσιάζονται σταδιακά στην ανάκριση ή υπήρχε κάτι άλλο που μου διέφυγε; Συγνώμη, αλλά βγήκα ανικανοποίητος και με μία αίσθηση κενού του στιλ "γιατί διάολο το είδα όλο αυτό;" Ναι, αντιλήφτηκα ότι ο σκηνοθέτης δεν ενδιαφερόταν τόσο για την ιστορία όσο (ίσως) περισσότερο για τις κοινωνιολογικές παρατηρήσεις ή για την κατάδειξη του ερωτικού πάθους, αλλά νομίζω ότι κάτι είναι αποτυχημένο όταν με κάνει να πλήττω...
ΥΓ: Είναι από τις σπάνιες φορές που διαφωνώ με το σύνολο της γνώμης των κριτικών, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους έγραψαν καλά λόγια για την ταινία.

Πέμπτη, Ιουλίου 23, 2015

ΣΤΟΝ ΕΦΙΑΛΤΙΚΟ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΑΣΤΕΙΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "DELICATESSEN"

Βρισκόμαστε στα 1991 όταν δύο άγνωστοι γάλλοι, ο Marc Caro και ο Jean-Pierre Jeunet κάνουν το εντυπωσιακό τους ντεμπούτο με το "Delicatessen" (o Caro ήταν ήδη γνωστός σαν δημιουργός κόμικς). Προκειται για μια κατάμαυρη πραγματικά κωμωδία, η οποία με το μοναδικό στιλ της έκανε τρομερή εντύπωση.
Σε μια μελλοντική δυστοπική κοινωνία οι άνθρωποι (ή μάλλον οι σχετικά προνομιούχοι απ' αυτούς) καταφεύγουν στον κανιβαλισμό για να επιβιώσουν. Σε μια πολυκατοικία, όπου διαδραματίζεται ολόκληρο το φιλμ, "αρχηγός" είναι ένας κρεοπώλης. Αυτός παρασέρνει ανύποπτα θύματα... και μοιράζει το κρέας στους ποικίλους και γραφικούς ενοίκους. Ώσπου ένας νεαρος - παιδί για όλες τις δουλειές - εγκαθίσταται εκεί, παρασυρμένος από τις ύπουλες αγγελίες του κρεοπώλη. Φυσικά προορίζεται για επόμενο θύμα, όμως...
Ακούγεται εφιαλτικό; Προφανώς. Κι όμως, η ταινία όχι μόνο βγάζει σε πολλά σημεία πολύ γέλιο, αλλά διαθέτει και αυτόν τον αφοπλιστικό, γλυκύτατο ρομαντισμό που θα συναντήσουμε αργότερα στις ταινίες που έκανε μόνος του πλέον ο Jeunet. Πώς συνδυάζονται αυτά τα ετερόκλητα στοιχεία; Θα το καταλάβετε μόνο όταν την δείτε. Πάντως το χιούμορ διαδέχεται την τρυφερότητα σε όλη τη διάρκειά της, ενώ μια ηθελημένη, διάχυτη αφέλεια πλημμυρίζει τις σκηνές. Ο πολυμήχανος νέος ένοικος, ο έρωτάς του για την κόρη του φριχτού κρεοπώλη, οι τρομαχτικοί και αστείοι συγχρόνως υπόλοιποι ένοικοι, όλα δημιουργούν την παράδοξα μεικτή αυτή ατμόσφαιρα. Αυτό όμως που κυρίως εντυπωσιάζει είναι η εξαιρετική εικόνα. Από τα ευφάνταστα ζενερίκ της αρχής έως την τελευταία σκηνή η φαντασία των δημιουργών απογειώνεται και η πιο πεζή καθημερινότητα (;) μετατρέπεται λες σε σκηνή παραμυθιού (εφιαλτικού και κυρίως παρακμιακού παραμυθιού βεβαίως). Άλλωστε αυτή ακριβώς η σήψη και η παρακμή είναι το σήμα κατατεθέν του φιλμ και της εικόνας του, μαζί βεβαίως με την οργιαστική φαντασία των δημιουργών.
Ίσως η καλύτερη ταινία των δύο σκηνοθετών (αν και εμένα μ' αρέσει και η παραγνωρισμένη νομίζω "Πόλη των Χαμένων Παιδιών" που ακολούθησε), διαθέτει βεβαίως και το πλεονέκτημα του "αιφνιδιασμού", αφού μέχρι τότε δεν είχαμε δει τίποτα παρόμοιο. Αν το δείτε για πρώτη φορά λάβετε υπ' όψιν και αυτό το στοιχείο. Και, σημειώστε, οι μετά την "Αμελί" δουλειές του Ζενέ φοβάμαι ότι επαναλαμβάνουν τον εαυτό τους και το "γλυκό" κλίμα που ο ίδιος έχει δημιουργήσει, δίχως πλέον να μπορούν να μας εκπλήξουν.

Τρίτη, Ιουλίου 21, 2015

Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΤΡΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ HANNIBAL

Όπως ήταν αναμενόμενο, μετά την τεράστια επιτυχία της "Σιωπής των Αμνών" τα διάφορα σίκουελ, πρίκουελ που σχετίζονται με τον ανατριχιαστικό ιδιοφυή κανίβαλο δολοφόνο δίνουν και παίρνουν. Ήταν ζήτημα χρόνου λοιπόν να μάθουμε τα πάντα και για την παιδική του ηλικία, για το "πώς το έπαθε" και να παρακολουθήσουμε τα πρώτα βήματα της αιμοσταγούς καριέρας του. Από την άλλη ο Peter Weber είχε ξεκινήσει εντυπωσιακά με το ατμοσφαιρικό "Κορίτσι με το Μαργαριταρένιο Σκουλαρίκι" και περιμέναμε τα επόμενα βήματά του. Φοβάμαι όμως ότι στη συνέχεια μάλλον το έχασε...
Στο "Hannibal Rising" του 2007 λοιπόν, ο μικρός Χάνιμπαλ, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, βιώνει κατά την παιδική του ηλικία, κατά τη διάρκεια του πολέμου, μια πραγματικά εφιαλτική εμπειρία, η οποία θα τον τραυματίσει ψυχικά για πάντα. Στη συνέχεια τον βρίσκουμε στα 17 του πλέον στο Παρίσι, όπου σπουδάζει ιατρική και ζει με τη θεία του (τη χήρα γυναίκα του θείου του), την οποία δεν αργεί να ερωτευτεί, καθότι αυτή τυγχάνει να είναι η Γκονγκ Λι. Ωστόσο η εμμονή του να πάρει εκδίκηση από όσους έκαναν ό, τι έκαναν  πριν χρόνια, στον πόλεμο, είναι ασίγαστη και όλα τα άλλα μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. . Για να την πραγματοποιήσει θα θυσιάσει τα πάντα. Κι όταν όλα θα γίνουν σύμφωνα με την ακατανίκητη επιθυμία του, που δεν του αφήνει, όπως είπαμε, περιθώρια για οτιδήποτε άλλο, θα έχουμε πλέον μπροστά μας τον Χάνιμπαλ Λέκτερ που γνωρίσαμε στη "Σιωπή".
Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα ιδιαίτερα. Όλα ακολουθούν μια προκαθορισμένη, απόλυτα προβλέψιμη, δίχως εκπλήξεις πορεία και όλα, νομίζω, γίνονται πολύ "εύκολα", ενώ όλοι γνωρίζουμε εκ των προτέρων ότι τον Χάνιμπαλ δεν τον πιάνει κανένας. Επίσης δεν ξέρω αν, μετά απ' όσα πέρασε και αφού το νεανικό του μένος στρέφεται βασικά ενάντια σε παλιούς ναζί ή συνεργάτες των γερμανών (αυτό δεν με χαλάει) , καλούμαστε να "συμπαθήσουμε" και να "κατανοήσουμε" το τέρας και την περαιτέρω πορεία του...
Η σκηνοθεσία προσπαθεί να είναι όσο γίνεται ατμοσφαιρική, δεν νομίζω όμως ότι τη βοηθά το μάλλον flat σενάριο. Γενικά ίσως να μη με κούρασε καθώς το έβλεπα, δεν διέκρινα όμως και τίποτα ιδιαίτερο. Αν δεν το έβλεπα δεν νομίζω ότι θα έχανα και πολλά. Κρίμα για τον Weber πάντως...
ΥΓ: Να περιμένουμε να δούμε και τη γεροντική ηλικία του Λέκτερ, όπου, κλεισμένος με άνοια σε γηριατρικό ίδρυμα, θα γευματίζει (με) τους υπόλοιπους υπερήλικες έγκλειστους;

Πέμπτη, Ιουλίου 16, 2015

Η ΠΑΡΩΔΙΑ ΚΑΙ ΤΟ "WHAT WAY TO GO!"

Η δεκαετία του 60 παρήγαγε κάθε είδους φιλμ. Αλλά και παρωδίες των ειδών αυτών. Έτσι λοιπόν το 1964 ο J. Lee Thompson (1914-2002) γυρίζει, με ένα all star cast το πλούσιο και ευχάριστο "What way to Go!". Επικεφαλής η Σίρλεϊ Μακ Λέιν και δίπλα της οι (κρατηθείτε) Πολ Νιούμαν, Ρόμπερτ Μίτσαμ, Τζιν Κέλι, Ντιν Μάρτιν, Ντικ Βαν Ντάικ! Σπάνιο.
Η ιστορία είναι εντελώς τρελή : Μια όμορφη νεαρή χωριατοπούλα το μόνο που θέλει είναι να ζήσει μια ήσυχη, ευτυχισμένη ζωή με έναν καλό σύζυγο. Ποια είναι όμως η κατάρα της; Ναι, βρίσκει τον εκάστοτε κατάλληλο, τον παντρεύεται και τότε κάτι συμβαίνει, αυτός αρχίζει να γίνεται απίστευτα πλούσιος και πετυχημένος, ξεκινά τη μεγάλη ζωή (που η ίδια βαριέται) και τελικά, στο απώγειο πλούτου και δόξας... πεθαίνει. Σαν η όμορφη και διαρκώς χήρα ηρωίδα να διαθέτει το άγγιγμα του Μίδα, αλλά και την κατάρα του. Στην πρώτη σκηνή η ηρωίδα προσπαθεί να δωρίσει στο κράτος ένα αμύθητο ποσό για να το ξεφορτωθεί και να επιστρέψει στην απλή ζωή, την περνούν για τρελή, την στέλνουν σε ψυχίατρο και σ' εκείνον αφηγείται την απίστευτη ιστορία της και τους τέσσερεις γάμους της.
Πρόκειται για μαύρη κωμωδία, με τους εκάστοτε θανάτους να διακωμωδούνται όσο δεν παίρνει.. Κυρίως όμως, όπως είπαμε, πρόκειται για παρωδία κινηματογραφικών ειδών. Με διαφορετικό κινηματογραφικό ύφος κάθε φορά,  με κάθε διαφορετικό άντρα, το μιούζικαλ, το κοινωνικό φιλμ - με λίγο από γουέστερν, η φιγούρα του μποέμ, βασανισμένου και γεμάτου υπαρξιακά ερωτήματα καλλιτέχνη και άλλα θέματα και στιλ οδηγούνται στην παρωδία. Το ίδιο το θέαμα και οι show busines αυτοσαρκάζονται - από τα εξωφρενικά κοστούμια που σε κάθε σκηνή φορά η ΜακΛέιν μέχρι τα υπερβολικά και πολύ συχνά επίτηδες κιτς σκηνικά. Η μοντέρνα τέχνη, οι αλλαγές που φέρνει στον άνθρωπο το χρήμα, η παράνοια και η μεγαλομανία που δημιουργεί η επιτυχία, είναι μερικά από τα θέματα που θίγονται και σατιρίζονται.
Επιτυχημένο και ξεκαρδιστικό σε κάποια σημεία, λιγότερο σε κάποια άλλα (αναμενόμενο, αφού στην ουσία πρόκειται για ένα είδος σπονδυλωτού φιλμ), το "What way to Go!" αποτελεί μια παράξενη προσπάθεια πριν ο όρος "μεταμοντέρνο" επινοηθεί καν. Ίσως γι' αυτό - και για το αξιοπερίεργο της υπόθεσης - να αξίζει να το ψάξετε. Και για το καστ φυσικά.

Τρίτη, Ιουλίου 14, 2015

ΟΙ ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΜΠΕΛΙΕ

Ο γαλλικός κινηματογράφος φαίνεται ότι τελικά καταφέρνει να παράγει σχεδόν κάθε χρόνο μια μεγάλη επιτυχία. Το 2011 ας πούμε ήταν οι ξεκαρδιστικοί "Intouchables", το 2013 το "Θεέ μου, τι σου κάναμε" (βρήκα το πρώτο πολύ διασκεδαστικό ενώ το δεύτερο δεν μου άρεσε ιδιαίτερα) και το 2014 έρχεται η "Οικογένεια Μπελιέ" του Eric Lartigau. Η οποία βεβαίως δεν είναι ακριβώς κωμωδία, αλλά κομεντί, οπότε μην περιμένετε σε καμία περίπτωση να γελάσετε "χοντρά", όπως γινόταν με τις δύο προαναφερθείσες.
Η 15χρονη ηρωίδα είναι το μόνο μέλος της ομώνυμης οικογένειας αγροτών της γαλλικής  επαρχίας που μιλά και ακούει, καθώς τα υπόλοιπα μέλη (γονείς και μικρότερος αδελφός) είναι κωφάλαλα. Γενικώς πρόκειται για μια όχι τόσο συνηθισμένη οικογένεια, πράγμα που επιτείνεται όταν ο (μάλλον σεξομανής) πατέρας αποφασίζει να βάλει υποψηφιότητα για δήμαρχος, ενώ ο αδελφός ερωτεύεται την καλύτερη φίλη της Πολά. Η ίδια, ανάμεσα στο σχολείο και στις πάμολλες οικογενειακές υποχρεώσεις (μεταξύ των οποίων να κάνει τον διερμηνέα στους γονείς της) ανακαλύπτει - μέσω ενός βαριεστημένου καθηγητή - ότι έχει εξαιρετική φωνή και προσπαθεί να τους πείσει ότι πρέπει να φύγει στο Παρίσι για σπουδές. Και υπάρχουν κι άλλα...
Εντάξει, η ταινία διαθέτει ευαισθησία και σίγουρα και χιούμορ (όχι ξεκαρδιστικό, συγκρατημένο, το τονίζω και πάλι) και αποτελεί ουσιαστικά μια ιστορία ενηλικίωσης. Διαθέτει και τις συγκινητικές πινελιές της (ειδικά στη σκηνή του τραγουδιού), οπότε μπορώ να καταλάβω γιατί άρεσε. Επίσης αποφεύγει να κάνει αστεία με το θέμα της κωφότητας (υπάρχουν λίγα και καθόλου προσβλητικά) και παίρνει θέση (χαμηλότονα) υπέρ της διαφορετικόητας. Τέλος η νεαρή πρωταγωνίστρια είναι εξαιρετική. Συνολικά πάντως, παρά το ότι κυλά σχετικά ευχάριστα και ισορροπεί ανάμεσα στο κωμικό και το (ελαφρώς) δραματικό, δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε ιδιαίτερα. Θα την χαρακτήριζα απλώς συμπαθητιική (ιδιαίτερα αν τη δείτε σε κανένα θερινό σινεμαδάκι με όλα τα σχετικά).

Δευτέρα, Ιουλίου 13, 2015

"THE BEDFORD INCIDENT" ΚΑΙ Η ΨΥΧΡΟΠΟΛΕΜΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ

Η δεκαετία του 60, εκτός από επαναστατική, υπήρξε μια περίοδος που σημαδεύτηκε από τον Ψυχρό Πόλεμο και τον φόβο ενός 3ου παγκόσμιου πολέμου ή ενός, κατά λάθος έστω, πυρηνικού ολοκαυτώματος. Αρκετές ταινίες, όλες ζοφερές με τον τρόπο τους, κατέγραψαν τον παγκόσμιο αυτόν φόβο. Εκτός από γνωστά φιλμ, όπως ας πούμε το "On the Beach" ή το "SOS Πεντάγωνο καλεί Μόσχα", που αντιμετωπίζει το θέμα σατιρικά, υπάρχουν και περισσότερο άγνωστα "διαμάντια". Ένα απ' αυτά, για μένα τουλάχιστον, είναι το "The Bedford Incident" του 1965, πρώτη σκηνοθετική δουλειά (από τις 5 όλες κι όλες) του James B. Harris.
Ένα αμερικάνικο πολεμικό πλοίο περιπολεί κάπου βόρεια, κοντά στη Γροιλανδία, όταν εντοπίζει ένα σοβιετικό υποβρύχιο να "παρανομεί", μπαίνοντας σε απαγορευμένα νερά. Το πλοίο διοικείται από έναν φανατικό, "στρατόκαυλο", άτεγκτο και τυπολάτρη πλοίαρχο, που έχει επιβάλλει σιδηρά πειθαρχία στο πλήρωμά του. Ταιριαστά λοιπόν με τον χαρακτήρα του, αποφασίζει να κυνηγήσει το υποβρύχιο και να "ξεμπροστιάσει" την παρανομία του πάσει θυσία και δίχως να διστάζει μπροστά σε τίποτα. Το διαρκές αυτό παιχνίδι με τη φωτιά όμως - εν μέσω πολικών παγόβουνων - σύντομα θα κλιμακωθεί με επικίνδυνες για όλους παρενέργειες...
Εξαιρετικά δομημένο το φιλμ, ξεκινά κάπως χαλαρά και, όσο προχωρά, γίνεται όλο και πιο αγχωτικό, με κάθετα αυξανόμενο σασπένς, μέχρι την τελική συγκλονιστική κλιμάκωση, ενώ η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα του πλοίου επιτείνει τη δύναμή του. Το βάρος πέφτει σχεδόν ολόκληρο στους ώμους του θαυμάσιου Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ σε έναν από τους καλύτερους ρόλους του, αυτόν βεβαίως του σχεδόν παρανοϊκού καπετάνιου, ενώ δίπλα του στέκει ο Σίντεϊ Πουατιέ, του οποίου το χρώμα δεν αποτελεί καθόλου θέμα της ταινίας (δεν γίνεται καν η παραμικρή νύξη).
Βλέποντα πολιτικά το φιλμ, θα διαπιστώσετε ότι ο "κακός" είναι σαφώς ο αμερικάνος και όχι οι σοβιετικοί (οι οποίοι βέβαια παρανόμησαν, αλλά μπροστά σε όσα ακολουθούν αυτό αποτελεί πραγματικά "πταίσμα"). Μη  σας εκπλήσει αυτό, μια που πρόκειται για χολιγουντιανή ταινία. Στην περίοδο αυτή το ίδιο μοτίβο είχε επαναληφτεί σε αρκετά φιλμ (θυμηθείτε και πάλι την χιουμοριστική αντιμετώπισή του στο "SOS Πεντάγωνο..."). Πέραν αυτής της ιδιομορφίας όμως, και φυσικά της απροκάλυπτης καταγγελίας του φανατισμού, της τυφλής αφοσίωσης στο γράμμα του νόμου, της σχεδόν φασιστικής τελικά στρατιωτικής συμπεριφοράς και των πρακτικών του στρατού εν γένει, σας καλώ να το δείτε σαν υπόδειγμα φιλμ με κάθετα αυξανόμενο σασπένς, με ανατριχιαστικό τέλος και, βέβαια, εξαιρετικές ηθοποιίες.

Τρίτη, Ιουλίου 07, 2015

"ΟΣΟ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ"... ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΚΛΑΣΙΚΟ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ

Βρισκόμαστε στα 1953. Ο Fred Zinnemann (1907-1997), μετά το "Τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές" της περασμένης χρονιάς, κάνει μια ακόμα πασίγνωστη ταινία, το "Όσο Υπάρχουν Άνθρωποι" (From Here to Eternity" ο πρωτότυπος τίτλος), με ένα πολύ δυνατό καστ: Μπαρτ Λάνκαστερ, Μοντγκόμερι Κλιφτ, Ντέμπορα Κερ, Ντόνα Ριντ, Φρανκ Σινάτρα, Έρνεστ Μποργκνάιν...
Πρόκειται για ένα "βαρύ" δράμα, που παραμένει κλασικό στο είδος του. Εξετάζει τις ιστορίες, τους χαρακτήρες και τους έρωτες μιας ομάδας στρατιωτικών, που η μονάδα τους βρίσκεται στη Χαβάη λίγο πριν η Αμερική μπει στον πόλεμο που μαίνεται ήδη στην Ευρώπη και απλώνεται... Ποικιλία χαρακτήρων, πάθη, διαμάχες που μπορεί να οδηγήσουν στα άκρα, ένα - από μία μόνο πλευρά - όχι και τόσο κολακευτικό "πορτρέτο" της στρατιωτικής ζωής... και ξαφνικά όλα καταρρέουν και οι ατομικές ζωές παύουν να έχουν αξία καθώς, εκεί ακριβώς, "συμβαίνει" το Περλ Χάρμπορ και ο πόλεμος θα σαρώσει τα πάντα.
Φυσικά οι εντάσεις, τα πάθη, η σκιαγράφηση των πολλών και διαφορετικών χαρακτήρων και οι καλές ηθοποιίες είναι εξασφαλισμένα και, μέχρι σήμερα, κρατούν τους θεατές που αρέσκονται στα μεγάλα δράματα. Θα μείνω λίγο στους χαρακτήρες, αφού πιστεύω ότι δίνονται ανάγλυφα και πειστικά και οι διαφορές ανάμεσά τους τονίζονται θαυμάσια. Κι αυτό, βεβαίως, αφορά τόσο τους ανδρικούς όσο και τους γυναικείους: Ο "τυπικος" και άψογος επαγγελματικά Λάνκαστερ, ο "πεισματάρης" και με προσωπική ηθική Κλιφτ, η κυνική πόρνη που βαθμιαία αλλάζει Ριντ, ο "ρέμπελος" Σινάτρα, η καταπιεσμένη Κερ... Ναι, σίγουρα πρόκειται για ένα δράμα χαρακτήρων.
Ιδεολογικά θα το χαρακτήριζα κάπως αμφιλεγόμενο. Υπάρχουν βεβαίως τα πάθη, οι έρωτες, τα μίση, στη βάση όλων αυτών όμως κυριαρχεί η αγάπη όλων για τη δουλειά τους, για τον στρατό δηλαδή και τη στρατιωτική ζωή. Κι όταν ξεσπά ο πόλεμος, όλοι είναι πρόθυμοι να αφήσουν πίσω τους τα πάντα προκειμένου να υπηρετήσουν την πατρίδα. Χμμμ... Θεωρώ πάντως ότι δίνει ανάγλυφα το γεγονός ότι οι προσωπικές ζωές σαρώνονται, καταρρέουν, όταν κάτι μεγάλο - όπως ένας πόλεμος - ξεσπά εκεί έξω. Πώς δηλαδή το ατομικό συντρίβεται από το ευρύτερο κοινωνικό. Από την άλλη θαυμάζω την τότε "τόλμη" του κλασικού και απευθυνόμενου "σε όλους" Χόλιγουντ της εποχής, το οποίο δεν συνέδεε την (ζητούμενη προφανώς) οικονομική επιτυχία με ντε και καλά χάπι εντ. Κάθε άλλο μάλιστα. Τελικά, από κάποιες απόψεις, τα πράγματα έχουν γίνει πιο συντηρητικά στις μέρες μας, με το στυγνό (και απίστευτα  βαρετό για μένα) κυνήγι του κέρδους (και μόνο) και με τα σύγχρονα μπλογκμπάστερ, η παραγωγή των οποίων αφορά περισσότερο λογιστές παρά δημιουργούς...
Ξαναλέω: Στο είδος του κλασικό, αν και είναι λογικό πολλοί να απεχθάνονται τα βαριά μελοδράματα.

Δευτέρα, Ιουνίου 29, 2015

ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ "ΜΙΚΡΟΥ ΝΗΣΙΟΥ"

Ο ακμάζων ισπανικός κινηματογράφος προσθέτει μια ακόμα καλή ταινία στο σερί των αρκετών τελευταίων χρόνων: Το "Μικρό Νησί" ((La Isla Minima) του Alberto Rodriguez του 2014. Πρόκειται για ένα στιβαρό αστυνομικό θρίλερ, με εξαιρετική ατμόσφαιρα 70ς.
Το 1980 δύο αστυνομικοί φτάνουν σε μια μικρή ισπανική κωμόπολη στο πουθενά, στις εκβολές ενός μεγάλου ποταμού, για να εξιχνιάσουν την εξαφάνιση δύο νεαρών αδελφών κοριτσιών, η οποία μάλιστα δεν είναι η πρώτη τα τελευταία χρόνια. Η έρευνα προχωρά αργά, με διάφορα εμπόδια, ενώ όλο και περισσότερα κρυμένα μυστικά αποκαλύπτονται. Μυστικά που αφορούν το σύνολο των κατοίκων, οι οποίοι δεν είναι και πολύ πρόθυμοι για αποκαλύψεις. Στο μεταξύ οι δύο άντρες πρέπει να συνεργαστούν στενά, παρά τις ιδεολογικές διαφορές τους και το διαφορετικό στιλ ζωής τους...
Κατ' αρχήν θα επισημάνω την πολύ πετυχημένη ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 70, όπως προανέφερα. Από το όλο περιβάλλον μέχρι την ίδια την "καμμένη" θαρρείς, ξασπρισμένη φωτογραφία, όλα λειτουργούν πειστικότατα (και νοσταλγικά για πολλούς σινεφίλ). Το πολύ ενδιαφέρον στοιχείο όμως είναι ότι ο Rodriguez εμπλέκει στην ιστορία και το πολιτικό παρελθόν ολόκληρης της χώρας. Το 1980 βλέπετε η φασιστική φρανκική δικτατορία είχε πέσει σχετικά πρόσφατα (το 1975 συγκεκριμένα) και πάμπολλά κατάλοιπα και "νοσταλγοί" παρέμεναν όχι μόνο ανάμεσα στον κόσμο, αλλά και σε θέσεις - κλειδιά της εξουσίας. Η κατάσταση ήταν ακόμα αβέβαιη. Ακόμα και οι δύο βασικοί χαρακτήρες έχουν σχέση μ' αυτό. Το παρελθόν αποκαλύπτεται αργά και βασανιστικά και μπλέκει αξεδιάλυτα με την παρούσα έρευνα. Ταυτόχρονα η πλοκή, οι εκπλήξεις, το σασπένς, διατηρούνται αμείωτα, δίχως τα παραπάνω στοιχεία να κάνουν τον θεατή (εμένα τουλάχιστον) να βαρεθεί ή να "ξεστρατίσει" από τη βασική ιστορία.
Τέλος θα ήθελα να επισημάνω το αμφιλεγόμενο των χαρακτήρων. Βλέπετε, τίποτα δεν είναι άσπρο - μαύρο. Κάποιοι, ας πούμε, μπορεί να είναι εξαιρετικά τίμιοι στη δουλειά τους και συγχρόνως... ας μη σας αποκαλύψω το "συγχρόνως". Έτσι δεν συμβαίνει και στην αληθινλή ζωή;
Βρήκα το φιλμ εξαιρετικό. Από τα πολύ καλά νουάρ των τελευταίων χρόνων. Το συνιστώ στους φίλους του είδους - αν και δεν παραμένει μόνο στο είδος, αλλά σκάβει βαθύτερα και σχολιάζει και αρκετά άλλα πράγματα...

Πέμπτη, Ιουνίου 25, 2015

SPY: ΠΑΡΩΔΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΤΖΕΙΜΣ ΜΠΟΝΤ

Οι παρωδίες διαφόρων ταινιών ή ειδών ήταν πάντοτε αρκετά συνηθισμένες στο σινεμά. Το 2015 λοιπόν, μετά το "Kingsmen" έρχεται άλλη μία παρωδία ταινιών κατασκοπείας, το "Spy" του Paul Feig, με την ευτραφή κυρία Μελίσα Μακάρθι στον βασικό ρόλο. Είπα παρωδία ταινιών κατασκοπείας, αλλά κυρίως πρόκειται για παρωδία των ταινιών του Τζέιμς Μποντ.
Η ηρωίδα έχει μεν εκπαιδευτεί ως πράκτορας, εργάζεται όμως σε υπόγειο της CIA βοηθώντας τον σούπερ κουλ πράκτορα Τζουντ Λο - άμεσα αναγνωρίσιμη αναφορά στον Μποντ - με τον οποίο, βεβαίως είναι ερωτευμένη, μόνη γαρ στα 40της. Όταν το ίνδαλμα και συνεργάτης της σκοτώνεται από τρομοκράτισα του πρώην ανατολικού μπλοκ (φυσικά), η οποία προσπαθεί να πουλήσει σε Τσετσένους τρομοράτες μικρή πυρηνική βόμβα, αναλαμβάνει η ίδια τον ρόλο του μυστικού πράκτορα και... κυριολεκτικά τα κάνει όλα, ενώ γύρω επικρατεί χαμός.
Βρήκα την ταινία αρκετά διασκεδαστική σε ορισμένα σημεία, στα οποία πραγματικά γέλασα - πράγμα που βέβαια είναι το ζητούμενο σε τέτοιου είδους φιλμ. Σε άλλα πάλι το χιούμορ μου φάνηκε πολύ χοντρό και, εν πάσει περιπτώσει, όχι τόσο διακεδαστικό. Η πρωταγωνίστρια δεν διστάζει να κάνει πλάκα με τον εαυτό της και, γενικότερα, αρκετό από το χιούμορ βασίζεται στη γυναικέια ασχήμια - όχι μόνο της Μακάρθι. Τελικά μπορώ να χαρακτηρίσω το φιλμ άνισο, ωστόσο σε γενικές γραμμές μου έμεινε μια γεύση ευθυμίας και διασκέδασης. Φυσικά δεν πρόκειται για αριστούργημα - κάθε άλλο, αλλά νομίζω ότι περνάς καλά, ιδιαίτερα σε θερινό σινεμαδάκι. Και υπάρχει και η ιστορία με τις διαρκείς ανατροπές, συνηθισμένο στοιχείο βεβαίως στα "σοβαρά" φιλμ του είδους, όπου προσπαθείς να βρεις ποιος είναι "κανονικός" και ποιος διπλός πράκτορας.
ΥΓ: Μπορεί η ταινία να στηρίζεται ολόκληρη στην πρωταγωνίστριά της, της οποίας η φιγούρα μόνο σε φοβερό και τρομερό μυστικό πράκτορα δεν παραπέμπει, πλην όμως για μένα την παράσταση έκλεψε ο Jason Statham στον ξεκαρδιστικό ρόλο του ηλίθιου πράκτορα που τα παίρνει όλα πολύ σοβαρά...

Τρίτη, Ιουνίου 23, 2015

ΓΙΑΤΙ ΚΟΜΕΝΤΙ; ΜΑΛΛΟΝ ΣΠΑΡΑΚΤΙΚΕΣ "ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ"

Το 1955 ο σημαντικός βρετανός σκηνοθέτης David Lean (1908-1991) γυρίζει το "Summertime" ("Διακοπές στη Βενετία" στη χώρα μας), με μια 48άρα ήδη Κάθριν Χέπμπορν στον βασικό ρόλο. Η ταινία συνήθως κατατάσσεται στο είδος "κομεντί", προσωπικά όμως τη βρίσκω πολύ σπαρακτική για κάτι τέτοιο. Σίγουρα είναι πιο ανάλαφρη από την υπέροχη "Σύντομη Συνάντηση" του Λιν, με την οποία μοιράζεται παρόμοιο θέμα, αλλά κομεντί...
Μια μοναχική 45άρα αμερικάνα τουρίστρια πηγαίνει - ολομόναχη φυσικά - για διακοπές στη Βενετία, πράγμα που αποτελούσε μακροχρόνιο όνειρό της. Η ομορφιά και η γραφικότητα της πόλης όμως δεν είναι αρκετή για να απαλύνει τη μοναξιά της. Ώσπου γνωρίζει έναν γοητευτικό βενετσιάνο έμπορο, ο οποίος δηλώνει ερωτευμένος μαζί της. Όταν αντιλαμβάνεται ότι ένας έρωτας μαζί του θα είναι υποχρεωτικά παροδικός καλείται να διαλέξει ανάμεσα σε ένα υπέροχο, πλην όμως εφήμερο πάθος και στη συνέχιση της μοναξιάς της.
Εντάξει, η Βενετία πρωταγωνιστεί και τα πανέμορφα τοπία της είναι διαρκώς παρόντα στην οθόνη. Αλλά η ουσία δεν βρίσκεται εκεί. Είπα από την αρχή ότι δεν θεωρώ τη ταινία ακριβώς κομεντί (παρά το ότι υπάρχει αρκετό χιούμορ, κυρίως στην περιγραφή των αμερικάνων τουριστών) διότι για μένα υπερισχύει η εκπληκτική καταγραφή της μοναξιάς. Η ηρωίδα είναι μοναχική, λίγο από τύχη, λίγο από πείσμα, λίγο επειδή είναι δέσμια προκαταλήψεων. Ονειρεύεται μια σχέση που δεν έχει έρθει ποτέ μέχρι τώρα. Και τώρα καλείται να διαλέξει: Να αφεθεί σε ένα καθαρά σωματικό πάθος, που θα κρατήσει μόνο λίγες μέρες ή να παραμείνει - πιστή στις αρχές της - ανέραστη; Η καταγραφή της μοναξιάς πάντως και της δυστυχίας που αυτή συνεπάγεται είναι σπαρακτική.
Μπορώ να πω πολλά καλά ακόμα για το φιλμ, για την λεπτότητα, τη διεισδυτικότητά του και την πραγματικά συγκινητική του πλευρά. Αλλά και για τις σαρκαστικές παρατηρήσεις για τους - αμερικάνους κυρίως - τουρίστες και την ηλίθια άποψή τους για την Ευρώπη (την οποία θαυμάζουν με έναν αφελή τρόπο), για τους τυπικούς  λατίνους εραστές, για τον τυποποιημένο τουρισμό εν γένει... Βλέπετε, ο Λιντς δεν χαρίζεται στους αμερικάνους, αλλά ούτε και στους ιταλούς. Πέραν όλων αυτών όμως θεωρώ σημαντικό και το μελαγχολικό τέλος, το οποίο δεν κάνει καμιά παραχώρηση σε σχηματικά χάπι εντ. Είναι κάτι που επανειλημμένα έχω σχολιάσει και θαυμάζω σε παλιά φιλμ, ακόμα και χολιγουντιανά. Δεν θα σας αποκαλύψω βέβαια τι συμβαίνει τελικά, αν το δείτε όμως, πέστε μου: Πόσες (απελπιστικά ξενέρωτες στην πλειοψηφία τους) σύγχρονες "κομεντί"  θα τολμούσαν ένα τέλος σαν κι αυτό; Πόσες έχετε δει εσείς; Μήπως τελικά υπήρχε τότε περισσότερη τόλμη σε κάποια πράγματα που σχετίζονται με το θέαμα και την αφόρητη σύγχρονη τυποποίησή του;
Συνιστώ την ευαίσθητη και, εν τέλει, συγκινητική αυτή ταινία ενός μεγάλου σκηνοθέτη. Με μια μεγάλη ηθοποιό μάλιστα.

Κυριακή, Ιουνίου 21, 2015

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΨΥΧΩΣΗ ΣΤΟ "POST MORTEM'

Ο Pablo Larrain είναι ένας σημαντικός σύγχρονος χιλιανος σκηνοθέτης, που έχει ξεχωρίσει. Προσωπικά το "Tony Manero" του 2008 δεν μου άρεσε, μου άρεσε ομως πολύ το "Νο". Ανάμεσα στα δύο αυτά φιλμ, το 2010 συγκεκριμένα, γυρίζει το "Post Mortem", το οποίο, αν και στο ίδιο σκηνοθετικό κλίμα του "Tony..." μου άρεσε περισσότερο.
Το να είσαι νοτιοαμερικανός σκηνοθέτης - και μάλιστα χιλιανός - και να μην εμπλέξεις στις ταινίες σου μνήμες από τις εφιαλτικές δικτατορίες του παρελθόντος είναι μάλλον απίθανο. Έτσι κι εδώ ο Larrain αφηγείται μια ιστορία που διαδραματίζεται το 1973, τις μέρες της ανατροπής του προέδρου Αλιέντε και της επιβολής της κτηνώδους δικτατορίας του Πινοτσέτ. Ήρωας ένας μοναχικός, κλεισμένος στον εαυτό του δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος δουλεύει σαν γραμματέας στο νεκροτομείο. Εντελώς αδιάφορος για τα πολιτικά, αλλά και για τους γύρω του γενικότερα, ζει τη γκρίζα και μίζερη καθημερινότητά του. Η οποία θα αλλάξει όταν ερωτεύεται εμμονικά μια γειτόνισά του. Μια παράξενη σχέση θα αρχίσει μεταξύ τους... και τότε ο Αλιέντε θα δολοφονηθεί και η δικτατορία θα εγκαθιδρυθεί. Η ζωή τους θα αλλάξει δραματικά, ο σκοτεινός ψυχικός του κόσμος όμως θα παραμείνει απαράλλαχτα ίδιος...
Το φιλμ είναι μια περίεργη μελέτη ενός ψυχοπαθολογικού χαρακτήρα, σε συνδυασμό με το περιβάλλον, κοινωνικό και πολιτικό, της εποχής στη Χιλή. Τα φριχτά γεγονότα συμβαίνουν γύρω απο τα πρόσωπα του δράματος, αλλάζουν, όπως είπαμε, τη ζωή τους, όχι όμως και τον βασικό ήρωα, ο οποίος παραμένει προσκολλημένος στις εμμονές και τις μάλλον άρρωστες αρχές του. Το πραγματικά ανατριχιαστικό τέλος το επιβεβαιώνει.
Ο Larrain δεν δείχνει τη βία καθ' εαυτή, αλλά τα φοβερά της αποτελέσματα (τα πτώματα που συσσωρεύονται στο νοσοκομείο, τους ψυχρούς, σιωπηλούς και απειλητικούς στρατιωτικούς που βρίσκονται παντού...). Χρησιμοποιεί μουντά, γκρίζα χρώματα, αργούς, τελετουργικούς θα έλεγα ρυθμούς και γενικά δημιουργεί μια αρρωστημένη, σχεδον καταθλιπτική ατμόσφαιρα , που θυμίζει το νεκροτομείο όπου εργάζεται ο ήρωας και η οποία ωστόσο ταιριάζει απόλυτα τόσο με τα ιστορικά γεγονότα όσο και με την ψυχοσύνθεσήτου βασικού χαρακτήρα. Ίσως να πρόκειται και για μια αλληγορία της "επικιδυνότητας", εν τέλει, των παντελώς απολίτικων, αδιάφορων ανθρώπων, που ποτέ δεν ενδιαφέρονται για τα γύρω τους τεκταινόμενα και ολόκληρη η ζωή τους είναι επικεντρωμένη στον εαυτό τους και το - μίζερο έστω - βόλεμά τους. Η έξυπνη σκηνή όπου ο πρωταγωνιστής βρίσκεται στο μπάνιο, ακριβώς δίπλα στο παράθυρο, έξω γίνεται κυριολεκτικά χαμός, ο ίδιος όμως δεν αντιλαμβάνεται τίποτα γιατί την ώρα αυτή κάνει ντουζ, είναι χαρακτηριστική.
Παράδοξο μείγμα πολιτικού και - ταυτόχρονα - προσωπικού σινεμά, με αργούς ρυθμούς, το ξαναείπα, θα αρέσει σε φίλους ενός ιδιαίτερου κιμηματογράφου, που δεν έχει βέβαια καμιά σχέση με το Χόλιγουντ.

Τετάρτη, Ιουνίου 17, 2015

ΑΕΙΘΑΛΗΣ "ΦΡΑΝΚΕΝΣΤΑΪΝ ΤΖΟΥΝΙΟΡ"

Αναμφισβήτητα η καλύτερη δεκαετία του Mel Brooks υπήρξε αυτή του '70. Μετά κύλησε σε ένα συνήθως πολύ χοντρό χιούμορ, που προσωπικά με αφήνει αδιάφορο. Για πολλούς η καλύτερη ταινία του είναι το "Young Frankenstein" (Φρανκενστάιν Τζούνιορ) του 1974. Όπου, φυσικά, παρωδεί με τον δικό του τρόπο την αθάνατη ιστορία του βαρώνου Φρανκενστάιν και του περίφημου τέρατός του.
Η βασική ιδέα είναι ότι ο Brookς κάνει ήρωα της ταινίας τον εγγονό του διαβόητου βαρώνου, τοποθετώντας έτσι την ιστορία μερικές δεκαετίες μετά τα φοβερά συμβάντα. Ο νεαρός Φρανκενστάιν είναι λαμπρός επιστήμονας, λογικός, αφοσιωμένος στην ύλη και μόνο σε όσα μπορεί να δει και να κατανοήσει επιστημονικά και σιχαίνεται τον παππού του και την "κληρονομιά" που του άφησε (το όνομα δηλαδή). Μέχρι που στα χέρια του θα πέσει η διαθήκη του παππού, με την αληθινή κληρονομιά, ο ήρωάς μας θα αναγκαστεί να πάει στον βλοσυρό και τρομακτικό πύργο στην Τρανσιλβανία, εκεί θα βρεί τις ιδιαίτερες σημειώσεις του παππού... και όλα θα αρχίσουν από την αρχή.
Το χιούμορ είναι πανταχού παρόν και κυμαίνεται από το παράλογο (τα άλογα που χλιμιντρίζουν κάθε φορά που προφέρεται το όνομα της φοβερής φράου Μπλούχερ ή η καμπούρα του Ιγκόρ) έως το (αστεία) "σεξιστικό" ("Ω, γλυκό της ζωής μυστήριο..."). Η παρωδία πολύ συχνά είναι πετυχημένη και, δεκαετίες μετά, εξακολουθεί νομίζω να βγάζει γέλιο. Πιστεύω όμως ότι το βασικό ατού του φιλμ είναι το εύρημα του Μπρουκς να χρησιμοποιήσει σχεδόν αυθεντικές αναπαραστάσεις των σκηνών της πρωτότυπης περίφημης ταινίας του Whale της δεκαετίας του 30. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία και τα σχεδόν όμοια σκηνικά επιτείνουν αυτή την ηθελημένα "παλιομοδίτικη" αισθητική. Ειδικά το εργαστήριο και οι σκηνές της δημιουργίας του τέρατος βρίσκονται πολύ κοντά στις αυθεντικές. Γενικά ο Μπρουκς ακολουθεί σχεδόν σκηνή - σκηνή την κλασική ταινία, αλλάζοντας πάντοτε (κάνοντας δηλαδή αστεία) την καθε μια απ' αυτές. Γενικά οι αναφορές είναι πολλές (το μαλί της ηρωίδας μετά το σεξ, ας πούμε) και όποιος δεν έχει δει το παλιό φιλμ σίγουρα θα χάσει ένα μέρος της απόλαυσης.
Φυσικά η συγκίνηση που υπάρχει στην ταινία του '30 έχει περιοριστεί στο ελάχιστο, αλλά αυτό είναι φυσικό αφού ο στόχος ήταν μια ξεκαρδιστική κωμωδία. Πάντως το τέρας παραμένει "συμπαθητικό" και δυστυχισμένο, παρά το ότι το τέλος είναι - ταιριαστά με το όλο κλίμα - εντελώς διαφορετικό από το παλιό (και από το βιβλίο της Σέλεϊ φυσικά).
Τέλος θα επισημάνω το κλασικό καστ των ταινιών του Μπρουκς, που εδώ είναι στα καλύτερά του: Τζιν Γουάιλντερ (που είναι και σεναριογράφος του φιλμ μαζί με τον Μπρουκς), Μαντλέν Καν και ο αμίμητος και πρόωρα χαμένος Μάρτιν Φέλντμαν. Θα καταλήξω μ' αυτό που είπα και πριν: Πιστεύω ότι η ταινία αντέχει μέχρι σήμερα. Βγάζει ακόμα γέλιο.

Δευτέρα, Ιουνίου 15, 2015

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ "ΤΟΙΧΟΥΣ ΤΟΥ ΤΣΕΛΣΙ" ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΒΑΡΕΤΑ...

Στη Νέα Υόρκη υπάρχει το θρυλικό "Chelsea Hotel", ένα ξενοδοχείο από τα δωμάτια του οποίου πέρασαν, έζησαν και δημιούργησαν πλήθος διάσημων από όλες τις τέχνες, από τον Ντίλαν Τόμας ως τον Μπομπ Ντίλαν κι από την Τζάνις Τζόπλιν μέχρι τον... Άρθουρ Κλαρκ. Η λίστα δεν έχει τελειωμό. Το 2001 ο συμπαθής ηθοποιός Ethan Hawke περνά για πρώτη φορά (σε μεγάλου μήκους ταινία) πίσω από την κάμερα και φτιάχνει το "Chelsea Walls".
Το φιλμ βασίζεται σε θεατρικό και αφηγείται διάφορες ιστορίες ενοίκων του διάσημου ξενοδοχείου, οι οποίες συμβαίνουν μέσα σε μία μέρα. Οι ένοικοι αυτοί, καλλιτέχνες κυρίως, ζωγράφοι, συγγραφείς, μουσικοί... συνήθως έχουν τα χάλια τους από αλκοόλ, μοναξιά και κάθε λογής κατάθλιψη. Μόνο που, ενώ υποτίθεται ότι αφηγείται ιστορίες, στην ταινία δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτα!
Θα το πω δίχως περιστροφές: Σπάνια στη ζωή μου έχω δει τόσο βαρετή ταινία και σπάνια έχω κοιτάξει τόσες φορές την ώρα για να δω αν, επιτέλους, τελειώνει. Οι ένοικοι κάνουν μακρόσυρτες κουβέντες, μιλούν ποιητικά, άλλοτε πάλι ποιήματα ακούγονται off, άλλοι παίζουν μουσική, άλλοι μιλάνε ξανά, ατελείωτα... Τα διαρκώς μισοφωτισμένα δωμάτια προσθέτουν στην κατάθλιψη που προξενεί η θέαση του φιλμ και, βέβαια, συνάδουν  με την κατάθλιψη και κάθε την είδους μιζέρια των ηρώων. Ο διαρκής λόγος, η αμπελοφιλοσοφία, το σκοτάδι, οι εξαιρετικά αργοί ρυθμοί, όλα συντελούν στο δύσκολο της θέασής. Ο Χοκ νομίζω ότι ήθελε να κάνει μια ταινία τέχνης, ένα βαθειά καλλιτεχνικό σινεμά. Αντ' αυτού, για μένα τουλάχιστον, δημιούργησε κάτι που σχεδόν δεν βλέπεται. Με κούρασε αφάνταστα και, τελικά, έπιασα τον εαυτό μου να μην ενδιαφέρεται καθόλου για τα όσα αισθηματικά, καλλιτεχνικά κλπ. συμβαίνουν στους καλλιτέχνες ένοικους, που ο καθένας βιώνει - με πολύ αργούς ρυθμούς και ακατάπαυστο μπλά μπλα - το προσωπικό του δράμα.
Συμπαθώ τον Χοκς, αλλά σαν ηθοποιό. Καλύτερα να μείνει σ' αυτή του την ιδιότητα.
ΥΓ: Είναι αλήθεια ότι δεν έχω δει την άλλη ταινία που γύρισε, οπότε δεν έχω ολοκληρωμένη άποψη για το σκηνοθετικό του έργο. Όσα λέω αφορούν το "Chelsea" και μόνο...