Παρασκευή, Ιουνίου 12, 2015

"ΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟ" ΚΑΙ ΦΕΥΓΑΤΟ "DARK HORSE"

Το "Dark Horse" (Voksne Mennesker ο πρωτότυπος τίτλος) είναι μια δανο-ισλανδική παραγωγή που γυρίστηκε το 2005 από τον Dagur Kari. Αφηγείται τις ιστορίες "φευγάτων" με διάφορους τρόπους τύπων και διαθέτει χιούμορ και κάμποσο σουρεαλισμό, παρά το ότι αναφέρεται στην καθημερινότητα και μόνο σ' αυτήν.
Είναι οι ήρωες που συμβάλλουν σ' αυτό. Ο βασικός χαρακτήρας είναι ένας νέος που δεν κάνει τίποτα στη ζωή του - εκτός από γκράφιτι σε τοίχους. Δίχως λεφτά και δουλειά, δίχως μόνιμο σπίτι, γνωρίζει και ερωτεύεται μια κοπέλα που δουλεύει σε φούρνο (με εντελώς φευγάτη μαμά). Ο κολλητός του φίλος είναι ένας παράξενος τύπος, ανέραστος και με μια παλιομοδίτικη ηθική, του οποίου το όνειρο είναι να γίνει... διαιτητής ποδοσφαίρου και δουλεύει σκληρά γι' αυτό (παρά το ότι τα πολύ περισσότερα από το κανονικό κιλά του μάλλον δεν του το επιτρέπουν). Δίχως να γνωρίζεται με τους προηγούμενους - αν και θα βρεθούν μαζί σε κάποια περίσταση - η ταινία παρακολουθεί τη ζωή ενός "σοβαρού" δικαστικού με γυναίκα και παιδί, ο οποίος πάσχει από κατάθλιψη.
Η ταινία είναι βαθύτατα επηρεασμένη από το ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά. Ο Τζάρμους είναι νομίζω πανταχού παρόν (αλλά και οι "Υπάλληλοι", και ο Χάρτλεϊ...). Η "χειροποίητη" παραγωγή τονίζεται όσο περισσότεο γίνεται από την ασπρόμαυρη, με τεράστιο κόκκο, καμμένη θα έλεγα φωτογραφία. Το φιλμ στηρίζεται στους απίθανους τύπους που το πλημμυρίζουν. Ξεκομμένοι θαρρείς από τον κόσμο, ο καθένας στο δικό του τριπ, ζουν καταστάσεις άλλοτε κωμικές κι άλλοτε τραγικές. Πάντοτε όμως ασυνήθιστες, κι ας βρισκόμαστε σε ένα σαφές "εδώ και τώρα".  Ο σουρεαλισμός παρεισφρύει σχεδόν αδιόρατα, αλλά συχνά: Καθώς, ας πούμε, το ζευγάρι κουβεντιάζει σε ένα καφέ, από το παράθυρο περνάνε τρεις... ελέφαντες (διάβολε, βρισκόμαστε στην Κοπεγχάγη) και μάλιστα δίχως κανείς από τους δύο να τους πάρει είδηση. Σκηνές σαν κι αυτή είναι που δίνουν αυτό το ιδιαίτερο "κάτι" που διαθέτει η ταινία. Η οποία, με τον δικό της καθόλου κραυγαλέο τρόπο, είναι νομίζω αρκετά αναρχική, με κάποιους από τους ήρωες να μοιάζουν  να ζουν μόνο για το τώρα, σχεδόν αγνοώντας το αύριο.
Τη βρήκα ευχάριστη και διασκεδαστική - και γέλασα σε κάποια σημεία. Θα το επαναλάβω: Αν είστε φίλοι του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά, νομίζω ότι θα σας αρέσει πολύ. Φρεσκάδα πάντως διαθέτει σίγουρα.

Τετάρτη, Ιουνίου 10, 2015

ΣΥΜΒΟΛΙΚΟ "ΤΑΞΙΔΙ"

Ο Fernado Solanas είναι ένας σημαντικός αργεντινός δημιουργός. Έχει γυρίσει κυρίως ντοκιμαντέρ, αλλά και μερικές ταινίες fiction. Μια απ' αυτές είναι και το φιλόδοξο "El Viaje" (Το Ταξίδι) του 1992.
Η ταινία είναι πέρα για πέρα συμβολική και σε πολλά σημεία σουρεαλιστική, μ΄εκείνο το τόσο χαρακτηριστικό είδος λατινοαμερικάνικου σουρεαλισμού ή/και μαγικού ρεαλισμού, που συναντάμε  όχι μόνο στο σινεμά, αλλά και στη λογοτεχνία και στη ζωγραφική (θυμηθείτε για σινεμά τον Rocha, τον Jodorowsky κ.ά.)
Στο φιλμ παρακολουθούμε τις περιπλανήσεις ενός νεαρού, σχεδόν έφηβου ακόμα, από ένα παγωμένο χωριό της Παταγωνίας, στο κάτω άκρο της Αργεντινής - και της ηπείρου ολόκληρης βεβαίως. Ζώντας με τη μητέρα και τον πατριό του, μετά από μια ερωτική απογοήτευση θα το σκάσει με το ποδήλατό του για να βρει τον πατέρα του, δημιουργό κόμικς, που ζει στη Βραζιλία, όπου έχει ξαναπαντρευτεί. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε την οδύσσειά του. Θα διασχίσει όχι μόνο όλη τη χώρα, φτάνοντας στο Μπουένος Άιρες, αλλά και όλη την ήπειρο, περνώντας από Χιλή, Περού, Βραζιλία, Βολιβία... σε μια διαρκή αναζήτηση ενός πατέρα που ποτέ δεν βρίσκεται εκεί όπου φτάνει ο γιος. Στο ταξίδι αυτό θα γνωρίσει τον έρωτα, τις κοινωνικές αδικίες, την επανάσταση, τη σκληρή δουκλειά, την ανέχεια, τη φιλία...
Όλα αυτά δίνονται με εντελώς συμβολικό τρόπο. Έντονα πολιτικοποιημένος ο Solanas, περιγράφει με τρόπο σουρελιστικό τις συνθήκες κάθε χώρας: Η Αργεντινή είναι παντού πλημμυρισμένη από νερά και έχει γίνει ένα είδος Βενετίας. Στη Βραζιλία οι άνθρωποι φοράνε σφιχτές ζώνες γύρω από το στήθος, αφού εφαρμόζεται σκληρή πολιτική λιτότητας που τους καλεί να "σφίξουν τα λουριά" (σας θυμίζει κάτι αυτό;) κ.ο.κ. Έτσι δίνεται η ευκαιρία να παρακολουθήσουμε μερικές σπάνιες εικόνες, όμορφες και παράδοξες συγχρόνως.
Η ταινία είναι φιλόδοξη γιατί επιχειρεί να περιγράψει την κατάσταση όχι μόνο της Αργεντινής, αλλά και όλης της Νότιας Αμερικής. Ιστορία, πολιτισμός, μουσική, πολιτική, επανάσταση και πολλά άλλα μπλέκουν αξεδιάλυτα δημιουργώντας ένα μείγμα που άλλοτε γίνεται γοητευτικό και άλλοτε κάπως φτηνό, γκροτέσκο θα έλεγα (κατά τη γνώμη μου πάντοτε). Πέραν των πολιτικών πάντως και της σουρεαλιστικής και "πειραγμένης" τοιχογραφίας του "Νότου", της Ν. Αμερικής δηλαδή, το φιλμ έχει ένα εντελώς καβαφικό θέμα: Μιλά για την αξία του ίδιου του ταξιδιού, των εμπειριών και των συγκινήσεων που αποκομίζει κανείς απ' αυτό, ανεξάρτητα από την όποια κατάληξή του. "Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος" με λίγα λόγια. Και, βέβαια, σαν ταξίδι μπορούμε να θεωρήσουμε και ολόκληρη τη ζωή.
Ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη ταινία, άνιση ίσως, αλλά νομίζω ότι αξίζει να την ψάξει κανείς.

Δευτέρα, Ιουνίου 08, 2015

ΕΝΑΣ ΑΝΕΜΕΛΟΣ (ΚΑΙ ΑΝΕΥΘΥΝΟΣ) "ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ ΚΟΤΣΙΦΑΣ"

Το 1972 ο Otar Iosseliani γυρίζει μια από τις γνωστότερες γεωργιανές ταινίες του (πριν μετακομίσει δηλαδή στη Γαλλία), το "Ήταν ένας Τραγουδιστής Κοτσιφας". Μια ταινία που μελετά εξονυχιστικά έναν μάλλον κωμικοτραγικό χαρακτήρα.
Ήρωας του φιλμ είναι ένας μουσικός, που παίζει κρουστά σε μεγάλη ορχήστρα της πρωτεύουσας, της Τυφλίδας (σήμερα Tbilisi). Μόνο που κατορθώνει να φτάνει στις συναυλίες την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή, για να παίξει το τελικό μέρος για ένα λεπτό (το συνήθως θριαμβικό τελευταίο λεπτό της κλασικής μουσικής, όπου υπάρχουν κρουστά) και... μετά τέλος. Γιατί; Επειδή είναι ένας άνθρωπος που δεν σταματά ποτέ να κινείται. Ευχάριστος στους άλλους, πιθανότατα ταλαντούχος, με εκατοντάδες γνωστούς (άγνωστο όμως πόσους φίλους), που τον σταματάνε διαρκώς στο δρόμο για να τον χαιρετίσουν, με πάμπολλες κατακτήσεις, περιστασιακά φλερτ και καμιά μόνιμη σχέση, αναλώνει τη ζωή του (και την κάθε μέρα του) σε διαρκείς επισκέψεις σε φίλους (-ες), στα σπίτια τους, στις δουλειές τους, στα γλέντια τους. Αεικίνητος, λίγο "λίγο απ' όλα", αρνείται να μπει σε καλούπια, να αποκτήσει μια φυσιολογική ζωή (επαγγελματική, ερωτική, φιλική). Πάντα χαμογελαστός, πάντα έτοιμος να βοηθήσει, πλην όμως η προφανής ανικανότητά του να μείνει κάπου για, έστω, πέντε λεπτά, μετατρέπει τελικά την ανεμελιά σε πλήρη ανευθυνότητα. Φυσικά, αν και μουσικός και συνθέτης, είναι αδύνατο να συνθέσει έστω και τις ελάχιστες ώρες που μένει σπίτι του. Πρέπει ή να φύγει και πάλι για κάπου ή να κοιμηθεί, αφού είναι εξαντλημένος από τόσο τρέξιμο.
Η ταινία διαθέτει χιούμορ, έναν ολοζώντανο βασικό χαρακτήρα (ολόκληρη άλλωστε βασίζεται πάνω του) και μια κεφάτη σε πρώτη ανάγνωση ματιά στη ζωή. Κάτω από όλη αυτή την ανεμελιά ωστόσο κρύβεται μια κατά βάθος μια τραγική περίπτωση. Όσο αγαπητός κι αν είναι αρχικά, η απίστευτη ανευθυνότητά του τον κάνει τελικά αντιπαθή (έως και μισητό), όχι μονο στις πάμπολλες γυναίκες που εγκαταλείπει, αλλά και σε φίλους και σε συναδέλφους. Το ταλέντο του βέβαια πάει κι αυτό στράφι. Τελικά όλη η ευχάριστη σε πρώτη ματιά εικόνα κρύβει ένα ανώριμο, πιθανόν ακόμα και άρρωστο ψυχικά άνθρωπο. Έναν κοινωνικό κηφήνα. Αυτή είναι μάλλον και η θέση του σκηνοθετη, αν κρίνουμε από το ξεφνικό φινάλε - ίσως και ηθικοπλαστικό να το χαρακτήριζαν κάποιοι.
Από τις καλύτερες για μένα ταινίες του Iosseliani, το γλυκόπικρο, ασπρομαυρο αυτό φιλμ συνίσταται - κυρίως σε σινεφίλ βεβαίως.

Παρασκευή, Ιουνίου 05, 2015

ΗΣΥΧΟ, ΧΑΜΗΛΟΤΟΝΟ "PASTORALI"

Ο Otar Iosseliani είναι γεωργιανός (πρώην σοβιετικός δηλαδή) και από τη δεκαετία του 80 ζει και δουλεύει στη Γαλλία. Πριν όμως είχε προλάβει να γυρίσει μερικά γεωργιανά φιλμ. Το 1975 για παράδειγμα κάνει το "Pastorali", μια "ήσυχη", χαμηλών τόνων ασπρόμαυρη ταινία.
Μια ομάδα μουσικών (δύο άντρες και τρεις γυναίκες) από την πρωτεύουσα επισκέπτονται ένα μικρό χωριό. Εκεί θα μείνουν αρκετές μέρες, τόσο για να κάνουν απερίσπαστα πρόβες όσο και για να καταγράψουν ντόπιες μουσικές από ερασιτέχνες μουσικούς. Η ταινία παρακολουθεί τις σχέσεις τους με τους χωριάτες, κυρίως με την πολυμελή οικογένεια που τους φιλοξενεί.
Στη διάρκεια του φιλμ μοιάζει να μη συμβαίνει τίποτα. Δεν υπάρχουν κορυφώσεις, σκηνές δράματος ή δράσης, τίποτα. Η ματιά του σκηνοθέτη είναι περισσότερο ντοκιμαντερίστικη. Με μια προφανή αγάπη και ευαισθησία, ίσως και νοσταλγία, ο φακός καταγράφει την καθημερινότητα (αρκετά πρωτόγονη θα έλεγα) του χωριού. Άνθρωποι που δουλεύουν στα χωράφια, άνθρωποι που γλεντούν,  πίνουν και τραγουδούν, γυναίκες που - νοικοκυρές γαρ - δουλεύουν στο σπίτι, αρκετοί τσακωμοί, έντονοι μερικές φορές, η βαρεμάρα και η απραξία των εφήβων, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα και άλλα μικρά και ταπεινά συνθέτουν την καθημερινότητα του χωριού. Και τα κατοικίδια ζώα. Κάθε λογής, που μοιάζουν πραγματικά να είναι πανταχού παρόντα. Με διακριτικό (πολύ διακριτικό θα έλεγα) χιούμορ, που θυμίζει κάπως αυτό του Τατί, ο φακός παρακολουθεί και σχολιάζει τις μικρές λεπτομέρειες που συνθέτουν την καθημερινότητα.
Ταυτόχρονα η ταινία δομείται πάνω στις αντιθέσεις των "πρωτευουσιάνων" και των ντόπιων. Μη φανταστείτε συγκρούσεις ή κάτι τέτοιο. Απλώς ο διαφορετικός τρόπος ζωής - και η αμοιβαία εκτίμηση ανάμεικτη με κάποια έκπληξη ή/και θαυμασμό - καταγράφονται σε πολλές και διαφορετικές ευκαιρίες. Ο αποχαιρετισμός στο τέλος, χαμηλότονος κι αυτός, γίνεται συγκινητικός.
Ταινια για πολύ λίγους σήμερα, που ανήκει σε ένα κάπως παλιό, ποιητικό σινεμά, σίγουρα θα κάνει πολλούς να βαρεθούν με την σαφή έλλειψη δράσης και "γεγονότων". Οι λίγοι όμως που μπορούν να απολαύσουν έναν τέτοιο κινηματογράφο θα ανακαλύψουν ποίηση, συγκίνηση, χιούμορ και γενικά μια κατάφαση στη ζωή, όπως κι αν έρχονται τα πράγματα. Όσο για το σοβιετικό καθεστώς, αυτό πολύ λίγο φαίνεται. Η ζωή, με όποιο σύστημα, μοιάζει να είναι ίδια, με χαρές και λύπες, με πολλή καθημερινότητα (αρκετά πρωτόγονη στη συγκεκριμένη περίπτωση). Ίσως ο Ιοσελιάνι να θέλει να μας πει ότι η ουσία είναι αλλού. Δεν ξέρω...

Τρίτη, Ιουνίου 02, 2015

ΟΙ ΔΙΦΟΡΟΥΜΕΝΕΣ "ΜΑΓΙΣΣΕΣ ΤΟΥ ΙΣΤΓΟΥΙΚ"

Το 1987 ο αυστραλός (ελληνικής καταγωγής, όπως ίσως γνωρίζετε) George Miller, έχοντας μόλις πίσω του τη θριαμβευτική τριλογία του Mad Max, γυρίζει το επόμενο φιλμ του: Τις "Μάγισσες του Ίστγουικ", ένα είδος φανταστικής κομεντί, με ένα λαμπρό καστ: Τζακ Νίκολσον, Μισέλ Φάιφερ, Σούζαν Σάραντον, Σερ!
Στην ομώνυμη ήσυχη αμερικάνικη πόλη τρεις μόνες γυναίκες (άλλες μόνες, άλλες χήρες με παιδιά) μαζεύονται τακτικά, οικτίρουν τη βαρετή και μίζερη ζωή τους και ονειρεύονται τον τέλειο άντρα - ή, τέλος πάντων, κάτι να τους συμβεί επιτέλους. Και να: Σαν να εκπληρώνετε η ευχή τους, ξαφνικά εγκαθίσταται στην πόλη, αγοράζοντας και ανακαινίζοντας έναν πελώριο παλιό πύργο, ένας μυστηριώδης, γοητευτικός και, όπως όλα δείχνουν, ζάπλουτος ξένος με τον υπηρέτη του. Ο ξένος θα συνάψει σχέσεις και με τις τρεις, αλλά σύντομα οι πάντες θα αντιληφτούν ότι κάτι δεν πάει καλά. Μήπως ο άγνωστος δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον διάβολο;
Η ταινία ξεκινά σαν χαριτωμένη κομεντί και, όσο πλησιάζουμε προς το τέλος, γίνεται όλο και πιο ανησυχητική αγγίζοντας συχνά το γκροτέσκο (ίσως και κάπως ενοχλητικό) στοιχείο. Δίχως ωστόσο, ακόμα και τότε, να παραλείπει κάποιες πινελιές χιούμορ.
Κατά την προσωπική μου γνώμη το κύριο χαρακτηριστικό της είναι το στοιχείο του διφορούμενου: Πρόκειται για ένα φεμινιστικό φιλμ, που δείχνει τη δύναμη του θηλυκού πάνω στο κυρίαρχο (υποτίθεται) αρσενικό; Αλλά τότε γιατί οι ηρωίδες γοητεύονται τόσο απ' αυτό, μοιάζουν να το έχουν τόσο ανάγκη; Όσο για το Κακό, που φορέας του είναι βεβαίως το αρσενικό που λέγαμε και πριν... εκεί να δείτε πόσο διφορούμενο παρουσιάζεται: Από τη μία είναι πραγματικά λυτρωτικό, απολαυστικό, ικανό να πραγματοποιήσει κάθε όνειρο φτάνει να αφεθείς σ' αυτό, ικανό να ταράξει τα νερά και να εξαφανίσει κάθε μιζέρια και βαρεμάρα. Από την άλλη, ταυτόχρονα, είναι μοχθηρό, εγωμανές, αδίστακτο. Δεν σταματά μπροστά σε τίποτα προκειμένου να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του. Ακόμα και ο θάνατος άλλων δεν αποτελεί ηθικό εμπόδιο.
Έτσι διφορούμενο θα μείνει το φιλμ ως την τελευταία σκηνή, παρουσιάζοντας ένα Κακό γοητευτικό και απωθητικό ταυτόχρονα, καθώς και γυναίκες εξαρτημένες από το αρσενικό, αλλά και εξαιρετικά δυνατές, νικήτριες τελικά. Διαλέγετε και παίρνετε.
Τελικά σαν φιλμ το βρίσκω σχετικά διασκεδαστικό, δίχως όμως να αποτελεί και μια από τις αγαπημένες μου ταινίες...

Παρασκευή, Μαΐου 29, 2015

ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΑ "ΕΡΕΙΠΙΑ"

Η ταινία "The Ruins" (Ερείπια) του 2008 γυρίστηκε από τον φωτογράφο και βιντεοκλιπά Carter Smith και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους του. Πρόκειται για μια τυπική ταινία τρόμου, από τις αρκετές που παράγονται κάθε χρόνο στις ΗΠΑ (και όχι μόνο βέβαια).
Κλασική παρέα νεαρών αμερικανών (δύο ζευγάρια) κάνουν διακοπές στο Μεξικό. Εκεί γνωρίζονται με έναν έλληνα και ένα γερμανό - νεαροί κι αυτοί, που κάνουν επίσης διακοπές. Ο τελευταίος θα τους πείσει να πάνε μια ημερήσια εκδρομή σε έναν άγνωστο στους τουρίστες, χαμένο στη ζούγκλα πυραμιδοειδή ναό των Μάγιας, στον οποίο κάνει ανασκαφές ο αρχαιολόγος αδελφός του. Η παρέα θα πάει, θα βρει τον ναό, θα συναντήσει κάποιους ντόπιους που μιλάνε μια άγνωστη γλώσσα, θα υποχρεωθούν να σκαρφαλώσουν στο ναό... και ο τρόμος αρχίζει (αλήθεια, γιατί οι μισές τουλάχιστον αμερικάνικες ταινίες τρόμου έχουν πρωταγωνιστές κλασική ανέμελη παρέα αμερικανών νεαρών, συνήθως αγόρια - κορίτσια;)
Δεν νομίζω ότι το φιλμ έχει να προσθέσει κάτι ιδιαίτερο στην μακρά σειρά των low budget ταινιών τρόμου, είδος εξαιρετικά συνηθισμένο και, βέβαια, με φανατικό δικό του κοινό. Όσο προχωράμε προς το τέλος το φιλμ γίνεται όλο και πιο σπλάτερ, με το αίμα να ρέει άφθονο και τις πληγές να προσφέρονται ολάνοιχτες στο βλέμμα του θεατή (αρκετά συνηθισμένο κι αυτό). Πάντως η συγκεκριμένη ταινία κρατά κάπως το ενδιαφέρον του θεατή, τόσο με την κλειστοφοβική ατμόσφαιρά της (παρά το ότι οι ήρωες είναι παγιδευμένοι στην ηλιόλουστη, υπαίθρια κορυφή του ναού) όσο και με τη φύση της πηγής του "κακού", που αποκαλύπτεται κάπου στα μισά. Βεβαίως η επιρροή από ένα κλασικό προπολεμικό διήγημα τρόμου του Clark Ashton Smith είναι κάτι παραπάνω εμφανής, σε βαθμό που νομίζω ότι κακώς δεν ανεφέρεται το όνομα του συγγραφέα.
Ίσως οι σκληροπυρηνικοί φανς ταινιών τρόμου να διασκεδάσουν (άλλωστε σ' αυτούς μόνο απευθύνεται το φιλμ). Προσωπικά το βρήκα "ένα ακόμα απ' αυτά", αν και κάποιο κλιμακούμενο σασπένς νομίζω ότι διαθέτει.

Τρίτη, Μαΐου 26, 2015

MAD MAX ΠΟΥ ΚΟΒΕΙ ΤΗΝ ΑΝΑΣΑ

Έχω επανειλημμένα γράψει για τη βαρεμάρα που νοιώθω όταν βλέπω ταινίες που βασίζονται αποκλειστικά στη δράση, στο "ξύλο" και τα διαρκή κυνηγητά. Ε, λοιπόν καιρός να γράψω και για μια λαμπρή εξαίρεση (που, υποθέτω, επιβεβαιώνει τον κανόνα): Το "Mad Max : Ο Δρόμος της Οργής" του 2015, του αυθεντικού δημιουργού βεβαίως της πρώτης τριλογίας των Mad Max, του George Miller. Ο οποίος, να σημειώσουμε, το 2015 έκλεισε αισίως τα 70!
Το Mad Max λοιπόν διαθέτει στοιχειώδες σενάριο: Μια στρατηγός ενός κτηνώδους δικτάτορα μιας πολεμοχαρούς φυλής (θυμίζω ότι βρισκόμαστε σε μια μετακαταστροφική γη, που ουσιαστικά έχει μεταβληθεί σε έρημο, με το νερό και τα καύσιμα σε διαρκή έλλειψη) το σκάει απ' αυτόν κλέβοντας ένα "πολεμικό άρμα" γεμάτο πολύτιμα καύσιμα και ένα ακόμα πιο πολύτιμο μυστικό φορτίο. Φυσικά ολόκληρη η φυλή (όπως, άθελά του, και ο Mad Max, ο οποίος είναι αιχμάλωτός τους) αρχίζει να τους κυνηγά λυσσασμένα. Ο Mad Max θα συνεργαστεί με την φυγάδα, αφού δεν υπάρχει άλλος τρόπος επιβίωσης. Στο δρόμο θα συναντήσουν άλλες φυλές και διάφορα εμπόδια...
Όλη η ταινία λοιπόν - σας προειδοποιώ - είναι ένα διαρκές υπερ βίαιο κυνηγητό. Και γιατί μου άρεσε τόσο; Υπάρχει ένα σινεμά που βασίζεται στην εικόνα. Εδώ αυτό επιτυγχάνεται νομίζω στον υπέρτατο βαθμό. Τα φοβερά, μεταλλαγμένα οχήματα κλέβουν την παράσταση, όπως και στο κλασικό δεύτερο Mad Max του 1981. Πέραν αυτού όμως, η φοβερή εικόνα, τα κυρίαρχα τοπία και χρώματα της ερήμου, οι λήψεις, η άφθονη αδρεναλίνη, ζαλιστική ταχύτητα κυριολεκτικά κόβουν την ανάσα. Το παρακολούθησα εντυπωσιασμένος, δίχως να χαλαρώσω ούτε λεπτό. Ακριβώς αυτό θεωρώ τόσο μεγάλο επίτευγμα: Μια τόσο δυνατή ταινία με ένα σενάριο από το τίποτα!
Εκτός αυτών βεβαίως υπάρχουν και οι σαφείς και ευπρόσδεκτες φεμινιστικές νύξεις. Όχι μόνο η προσωπικότητα της στρατηγού (αγνώριστη η Σαρλίζ Θερόν) γίνεται ο χαρακτήρας που κινεί τα νήματα, αλλά υπάρχουν κι άλλα στον ίδιο φεμινιστικό άξονα. Αυτά όμως είναι ίσως "ψιλά γράμματα". Αυτό που προέχει είναι η καταιγιστική εικόνα και το διαρκώς αυξανόμενο σασπένς.
Νομίζω ότι με τον Mad Max του 2015 (30 χρόνια μετά δηλαδή) η τετραλογία πλέον γίνεται η εμβληματικότερη εικόνα μετακαταστροφικής κοινωνίας ολόκληρου του κινηματογράφου. Άλλωστε από τότε ήδη τον είχε επηρεάσει πολύ...

Σάββατο, Μαΐου 23, 2015

ΟΙ ΠΙΘΗΚΟΙ ΚΑΙ Ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΤΟΥΣ ΞΑΝΑΧΤΥΠΟΥΝ...

Μετά την επιτυχία του πρώτου και κλασικού στο είδος του "Πλανήτη των Πιθήκων" του 1968, ακολούθησε μια σειρά συνεχειών. Η πρώτη απ' αυτές γυρίστηκε το 1970 από τον (τηλεοπτικό κυρίως) Ted Post (1918-2013) και λεγόταν "Beneath the Planet of Apes". Και, όπως γίνεται συνήθως, ήταν νομίζω κατώτερη από την πρώτη ταινία.
Εδώ ένας άλλος αστροναύτης φεύγει για αναζήτηση και σωτηρία του αγνοούμενου στη γη Τέιλορ. Ακολουθεί τα χνάρια του, πέφτει στην ίδια χρονική δίνη και, φυσικά, καταλήγει κι αυτός στον Πλανήτη των Πιθήκων, όπου θα συναντήσει τη Νόβα, την κοπέλα του Τέιλορ, θα αιχμαλωτιστεί από τους πιθήκους, θα ζήσει περιπέτειες, αλλά το κλου θα είναι η ανακάλυψη και άλλης μιας φυλής στον πλανήτη, καθώς και η εμφάνιση του Τσάρλτον Ίστον από το προηγούμενο φιλμ.! Όσο για τους πιθήκους, ας μην ξεχνάμε ότι οι γορίλες είναι οι πολεμοχαρείς και οι χιμπατζήδες οι "καλοί", ειρηνικοί επιστήμονες.
Γενικά δεν θεωρώ καλές ταινίες την πρώτη σειρά των "Πιθήκων". Η πρωτότυπη βέβαια είναι σχεδόν cult σήμερα - και λόγω της γενικής ιδέας και λόγω του σεναριακής φύσης σοκ του τέλους. Στη δεύτερη όμως το "μυστικό" αυτό είναι εξ ορισμού γνωστό από την αρχή, το περιβάλλον το ξέρουμε, οπότε, όπως και να το κάνουμε, κάπου η ιστορία αδυνατίζει. Και γενικότερα όμως νομίζω ότι οι σεναριακές αφέλειες είναι πολλές και, όπως είπαμε, το όλο σκηνικό το έχουμε ξαναδεί. Μένει, σε σεναριακό επίπεδο πάντα, η ανακάλυψη των άλλων κατοίκων του πλανήτη. Εδώ το πράγμα έχει κάποιο ενδιαφέρον. Η λατρεία της Βόμβας, που γίνεται με σχεδόν χριστιανικό θρησκευτικό τελετουργικό, η αποκάλυψη της μορφής τους και κάποια άλλα στοιχεία, είναι σχετικά πρωτότυπα. Το τέλος, το οποίο δεν θα αποκαλύψω φυσικά, είναι σοκαριστικό. Είναι ένα τέλος που ταιριάζει στις συνθήκες της εποχής (ο  φόβος για πυρηνικό ολοκάυτωμα ήταν τότε διάχυτος) και το οποίο πιστεύω ότι δεν θα τολμούσε το σημερινό Χόλιγουντ.
Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν βέβαια ότι πρόκειται για καλή ταινία - το είπα. Απλώς μια περιπέτεια για να περάσουμε την ώρα μας και να δούμε ένα πρώιμο σίκουελ, πολύ πριν αυτά κατακλύσουν τις οθόνες.

Τετάρτη, Μαΐου 20, 2015

Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ "ΠΥΓΜΑΛΙΩΝΑ"

Στην αρχή υπήρχε ο αρχαιοελληνικός μύθος του γλύπτη Πυγμαλίωνα, ο οποίος ερωτεύεται την Γαλάτεια, ένα δικό του γλυπτό. Στη συνέχεια έρχεται ο πανέξυπνος και ατακαδόρος θεατρικός συγγραφέας Τζορτζ Μπέρναρντ Σο με το έργο του "Πυγμαλίων" (ανέβηκε το 1913), που μεταφέρει τον μύθο (κάποια στοιχεία του τέλος πάντων) στη σύγχρονη εποχή. Το σινεμά δεν θα έμενε βέβαια πίσω. Η γνωστότερη διασκευή είναι το μιόυζικαλ "Ωραία μου Κυρία" του 1964. Πολύ πριν απ' αυτό όμως ο κλασικός βρετανός σκηνοθέτης Anthony Asquith (1902-1968) είχε γυρίσει το 1938 την ταινία "Πυγμαλίων" με τον πολύ καλό Λέσλι Χάουαρντ στο βασικό ρόλο.
Στην ασπρόμαυρη αυτή "κομεντί" (πριν εμφανιστεί βέβαια ο όρος) ένας σνομπ καθηγητής ορθοφωνικής αναλαμβάνει να μεταμορφώσει μια πάμφτωχη, λαϊκή και ταπεινής καταγωγής ανθοπώλισα σε μεγάλη κυρία, με άψογους τρόπους και προφορά, η οποία θα πείσει τους πάντες στα μεγάλα σαλόνια για την αριστοκρατική καταγωγή της. Οι σχέσεις των δύο θα περάσουν από πολλά στάδια, η μεταμόρφωση της κοπέλας θα είναι πλήρης εξωτερικά, αλλά πώς θα αντιδράσει μετά ο ψηλομύτης καθηγητής;
Η ταινία λοιπόν είναι στην ουσία ένα είδος κωμωδίας καταστάσεων. Διαθέτει έξυπνες ατάκες, συνδυασμό χιούμορ και δράματος και, τελικά, νομίζω ότι αντέχει μέχρι σήμερα. Πέραν αυτών όμως - και με το χαρακτηριστικό βρετανικό φλέγμα - σατιρίζει στην ουσία τις σχέσεις των δύο φύλων, σχολιάζοντας τόσο την (κατώτερη προφανώς) θέση της γυναίκας στην κοινωνία, όσο και την διαστρωμάτωση και βαθύτατα ταξική δομή της κοινωνίας αυτής. Η αστική ηθική έρχεται συχνά σε αντιπαράθεση με την πολύ χαλαρή ηθική των κατώτερων στρωμάτων, αυτό όμως δεν είναι ένα εις βάρος τους σχόλιο. Περισσότερο μοιάζει να δικαιολογεί τη στάση αυτή. Σημαντική φιγούρα στη σάτιρα αυτή και στις περί ηθικής παρατηρήσεις και θέσεις αποτελεί ο άξεστος πατέρας της κοπέλας, ένας καρακτήρας "αντιπαθής", πλην όμως δικαιολογημένα αντιπαθής. Και, βεβαια, ο άψογος, κομψός και αριστοκρατικός καθηγητής πολλές φορές κατά τη διάρκεια του φιλμ γίνεται κι αυτός αντιπαθέστατος, άκαρδος, σκληρός.
Αν δεν σας "τρομάζουν" τα παλιά φιλμ, το θεωρώ καλή επιλογή. Θα επιμείνω ότι, αν μη τι άλλο, παραμένει μέχρι σήμερα διασκεδαστικό - σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, εκτός δηλαδή των θεμάτων που θίγει.

Κυριακή, Μαΐου 17, 2015

"1001 ΓΡΑΜΜΑΡΙΑ" : ΟΙ ΑΨΟΓΑ ΤΥΠΙΚΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟΙ

"Το βαρύτερο φορτίο της ζωής είναι να μην κουβαλάει κανείς τίποτα". Αυτό είναι ένα επαναλαμβανόμενο μότο που δεσπόζει στο νορβηγικό φιλμ του Bent Hamer "1001 Γραμμάρια" του 2014. Κι επειδή μου είχαν αρέσει οι παλιότερες "Ιστορίες Κουζίνας" του ίδιου σκηνοθέτη, έσπευσα να το δω.
Πρόκειται για ένα είδος κομεντί, καθόλου χολιγουντιανού στιλ όμως (κάθε άλλο). Μόνη, στη διαδικασία διαζυγίου η ηρωίδα, εργάζεται στη νορβηγική Υπηρεσία Μέτρων και Σταθμών και αναλαμβάνει να μεταφέρει στο Παρίσι το πρότυπο νορβηγικό χιλιόγραμμο, που φυλάσσεται στη Νορβηγία ως κόρη οφθαλμού, με σκοπό αυτό να μετρηθεί στο σχετικό παγκόσμιο συνέδριο Μέτρων και Σταθμών (!) και να επιβεβαιωθεί η ακρίβεια του βάρους του. Διάφορα θα συμβούν εκεί, αλλά και πίσω στη Νορβηγία, και βαθμιαία η Μαρίε θα αρχίσει να αναθεωρεί την άψογη, τυπική και στεγνή ζωή της.
Κάτι ανάμεσα σε Καουρισμάκι και Τατί, με αρκετή δόση μελαγχολίας και συγκίνησης, αλλά και πολύ χιούμορ, η ταινία αντιπαραθέτει σατιρίζοντας τον απόλυτα "καθαρό" και καλοζυγισμένο μέχρι χιλιοστού του γραμμαρίου βόρειο τρόπο ζωής με έναν πιο χαλαρό, ελεύθερο, ρομαντικό και πλούσιο σε συναισθήματα κόσμο - το Παρίσι βέβαια αποτελεί το κλισέ σύμβολο αυτού του κόσμου, πλην όμως το όλο πράγμα δίνεται πολύ χαριτωμένα και το συγκεκριμένο κλισέ δεν με ενόχλησε. Το χιούμορ επικεντρώνεται κυρίως στην λιτή, αλλά γεμάτη έξυπνες παρατηρήσεις σάτιρα των βορείων, με την απόλυτη clean cut καθαρότητά τους και την εξ ίσου απόλυτη κυριαρχία του "καθαρού", γεωμετρικού  σκανδιναβικού ντιζάιν. Όχι, δεν είναι ακριβώς ξεκαρδιστικό, αλλά τρυπώνει "ύπουλα" σε πολλές σκηνές του φιλμ.
Η ταινία είναι κομψή, λιτή και χαμηλότονη, ωστόσο λέει καθαρά αυτά που θέλει να πει και σίγουρα βρίσκεται πολύ μακριά (το είπαμε και στην αρχή) από το βαρετό συνήθως χολιγουντιανό πρότυπο της κομεντί. Δεν είναι το μεγάλο αριστούργημα, ωστόσο το βρήκα πολύ καλό στο συνδυασμό δράματος και χιούμορ και στην απέριτη και απλή, αλλά. το ξαναλέω, κομψή ματιά του.

Παρασκευή, Μαΐου 15, 2015

ΒΙΑΙΟΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΡΥΦΕΡΟΣ "LEON"

Κάποτε ο Luc Besson έκανε ενδιαφέρουσες ταινίες. Στη συνέχεια ανέλαβε το ρόλο του παραγωγού κυρίως, με πολύ λιγότερο σημαντικές σκηνοθετικές προτάσεις. Το "Λεόν" (Leon:  the Professional) του 1994 ανήκει ευτυχώς στην πρώτη περίοδό του (πιστεύω μάλιστα ότι είναι από τις καλύτερές του) και παρά το ότι είναι γαλλική παραγωγή, είναι αγγλόφωνη και γυρισμένη στη Νέα Υόρκη.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι ένας επαγγελματίας εκτελεστής. Βγάζει αρκετά λεφτά, ωστόσο η ζωή του είναι κάτι παραπάνω από άδεια. Αθεράπευτα μοναχικός, όχι ιδιαίτερα έξυπνος (εκτός από ό,τι αφορά το επάγγελμά του), μόνιμα "στην τσίτα" για παν ενδεχόμενο, ζει απόλυτα ασκητικά, ώσπου στη ζωή του μπαίνει μια 12χρονη, της οποίας την οικογένεια έχει δολοφονήσει ένας διεφθαρμένος και παρανοϊκός μπάτσος. Η ζωή του λοιπόν αποκτά για πρώτη φορά νόημα,  καθώς αναλαμβάνει όχι μόνο την προστασία της, αλλά και να της διδάξει την "τέχνη" του εκτελεστή, μετά από επίμονες παρακλήσεις της μικρής. Οι δυο τους θα αποτελέσουν ένα παράδοξο δίδυμο και οι συνέπειες θα είναι πολλές.
Στην αρχή η ταινία θυμίζει τον κλασικό "Σαμουράι" του Μελβίλ, με τον Αλέν Ντελόν. Η ίδια ασκητικότητα, η ίδια άδεια ζωή. Σύντομα όμως το μοτίβο αυτό εγκαταλείπεται και το φιλμ μπαίνει σε άλλα νερά. Χαρακτηριστικό του στοιχείο είναι το ότι, ενώ είναι πολύ βίαιο, με πυροβολισμούς, εκρήξεις και... ολόκληρες σφαγές, με έναν σαδιστικό και αδίστακτο "κακό" (τον Γκάρι Όλντμαν), διαθέτει συγχρόνως και μια αφοπλιστική τρυφερότητα όσον αφορά τον βασικό ήρωα, ο οποίος βεβαίως το μόνο που ψάχνει κατά βάθος είναι ένας σκοπός για τη ζωή του και κάπου να ριζώσει. Αμοραλιστής λοιπόν ο Ζαν Ρενό, αλλά ταυτόχρονα και με ένα δικό του παράξενο κώδικα ηθικής (συνηθισμένο στοιχείο βεβαίως σε ταινίες με "συμπαθητικούς κακούς") και μια εσωτερική δίψα για να γίνει κάτι περισσότερο απ' αυτό που είναι. Παράλληλα, σε δεύτερο επίπεδο, ενυπάρχει και μια καλυμμένη (και εντελώς απαγορευμένη βεβαίως) ερωτική έλξη ανάμεσα στους δύο...
Ενώ λοιπόν η ταινία βλέπεται νομίζω απολαυστικά, δεν μπορώ να μην επισημάνω και κάποιες υπερβολές και αναληθοφάνειες. Γενικά νομίζω ότι η βία παραείναι εύκολη. Ολόκληρο σχεδόν αστυνομικό τμήμα στο μέσο της Νέας Υόρκης σφαγιάζεται και είναι σα να μη συμβαίνει τίποτα έξω. Διαμερίσματα ή και ολόκληρο ξενοδοχείο περίπου τινάζονται στον αέρα και κάπου μετά φτάνει αργά αργά και η αστυνομία.... Και υπάρχουν και συμπτώσεις (ο τόσο ιδιαίτερος ήρωας μένει αρχικά στο διπλανό διαμέρισμα απ' αυτό όπου γίνεται η αρχική σφαγή).
Δεν γκρινιάζω πολύ ωστόσο. Όλες αυτές οι αναληθοφάνειες είναι ίσως "στο πρόγραμμα" για ένα φιλμ που στοχεύει αλλού: Στη βίαιη δράση από τη μία και σε μια παράδοξη ευαισθησία από την άλλη. Αυτό το δίπολο άλλωστε είναι και το "σήμα κατατεθέν" του. Και επειδή, ούτως ή άλλως, κρατά τον θεατή, το συνιστώ.

Τρίτη, Μαΐου 12, 2015

ΔΥΟ ΒΙΑΙΕΣ ΚΑΙ ΑΣΤΕΙΕΣ ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΕΣ ΚΑΝΕΣ

Το 1998 υπήρχε βεβαίως ήδη ο Ταραντίνο, το Reservoir Dogs και το Pulp Fiction. Έτσι μπορούμε να διακρίνουμε τις επιρροές του στον πρωτοεμφανιζόμενο τότε βρεττανό Guy Ritchie και τις "Δυο Καπνισμένες Κάνες" του (Lock, Stock and two Smoking Barrels). Μια κατάμαυρη δηλαδή, βίαιη, αλλά και αστεία και στιλάτη ταινία.
Στην οποία εμπλέκονται μια παρέα που ποντάρει όλα της τα λεφτά σε ένα μέλος της, ο οποίος τυγχάνει να είναι εξαιρετικός χαρτοπαίκτης, μια συμμορία αδίστακτων διακινητών ναρκωτικών και... ό, τι άλλο προκύψει, μια παρέα δεινών καλλιεργητών και καταναλωτών ινδικής κάνναβης, ένας τρομακτικός "νονός" που ελέγχει αρκετά πράγματα, δύο ηλίθιοι μικροκακοποιοί, βγαλμένοι θαρρείς από τον κόσμο των αδελφών Κοέν και κάποιοι άλλοι περιφερειακοί (ένας εκτελεστής που τριγυρνά με τον... δεκάχρονο γιο του κλπ.). Όλοι αυτοί μπλέκονται σε ένα πολύπλοκο γαϊτανάκι του στιλ "ο κλέψας του κλέψαντος", η βία πάει σύννεφο, τα πτώματα πληθαίνουν όσο περνά η ώρα, αλλά όλα αυτά, μέσα στην ηθελημένη απιθανότητά τους είναι περισσότερο διασκεδαστικά παρά επίφοβα.
Ο Ritchie χρησιμοποιεί φωτογραφία στις αποχρώσεις του σέπια, "παλιώνοντας" έτσι την εικόνα που βλέπουμε, χρησιμοποιεί διάφορα σκηνοθετικά τρικ (άλλοτε η κίνηση επιταχύνεται και άλλοτε παγώνει), ασυνήθιστες γωνίες λήψης, ένα ακαταμάχητο ροκ (κυρίως) σάουντρακ με πάμπολλα γνωστά τραγούδια και ένα "ανοιχτό" τέλος. Όλα αυτά, καθώς και το πανταχού παρόν χιούμορ που προαναφέραμε, κάνουν το φιλμ ευχάριστο στην παρακολούθησή του.
Φυσικά μην περιμένετε βαθιά νοήματα από όλη αυτή την πλούσια πινακοθήκη κάθε λογής όχι και τόσο αθώων τύπων. Στόχος είναι η καθαρή, στιλάτη διασκέδαση και τίποτα άλλο. Σ' αυτό τουλάχιστον - αν βεβαίως δεν είστε αλλεργικοί στη γραφική βία - νομίζω ότι πετυχαίνει απόλυτα τον στόχο του, αν μάλιστα σκεφτείτε ότι πρόκειται για το πρώτο του φιλμ. (μεταξύ μας, μου φαίνεται ότι έκτοτε μάλλον επαναλαμβάνεται).

Σάββατο, Μαΐου 09, 2015

ΚΙ ΑΛΛΟΙ AVENGERS...

Νομίζω ότι όλοι όσοι στοιχειωδώς παρακολουθείτε το blog γνωρίζετε την απέχθειά μου για τις σουπερ ηρωικές ταινίες, που κοντεύουν να εμφανίζονται μία φορά το μήνα στις οθόνες (σαν εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα έχω πει ότι συμπαθώ τα X-Men με την ξεκάθαρη στάση τους υπέρ του διαφορετικού και μερικούς από τους Batman). Οι "Avengers: The Age of Ultron" ("Εκδικητές: Η Εποχή του Ultron) του ικανού ούτως ή άλλως Joss Whendon (πολύ πετυχημένος και σαν σεναριογράφος σε διάφορα φιλμ του φανταστικού) του 2015 δεν ανήκουν στις σχετικά λίγες εξαιρέσεις: Για μια ακόμα φορά η πλοκή μου φάνηκε μία από τα ίδια, είδα ακριβώς ό,τι περίμενα να δω, δίχως καμιά έκπληξη, και γενικά βγαίνοντας από την αίθουσα είχα ξεχάσει ολον αυτόν τον σαματά που μόλις είχα παρακολουθήσει.
Εδώ η ομάδα σουπερ ηρώων Avengers απειλούνται διπλά: Από τη μία από ένα πανίσχυρο λογισμικό που κατασκεύασε με καλές προθέσεις ο αλαζόνας Iron Man, το οποίο αποκτά δική του βούληση  ως Ultron και θέλει να καταστρέψει την ομάδα και τον κόσμο και από την άλλη από ένα ζευγάρι δίδυμων με εξαιρετικές ικανότητες, τους οποίους "έφτιαξε" η κακή ΥΔΡΑ. Καταλαβαίνετε ότι μετά από όλα αυτά οι καταιγιστικές σκηνές δράσης και το ατελείωτο ξύλο (εντάξει, οι ατελείωτες μάχες) είναι απόλυτα εξασφαλισμένα.
Ναι, η ταινία περιέχει βεβαίως θεαματικά εφέ, διαθέτει non stop δράση, έχει την cool και χιουμοριστική διάθεση των πρώτων Avengers του 2012, όσο για το ατελείωτο ξύλο, τα είπαμε παραπάνω. Αλλά εδώ είναι που για μένα επιβεβαιώνεται για πολλοστή φορά το γεγονός ότι μία καλογυρισμένη ταινία δεν είναι υποχρεωτικά και μία καλή ταινία. Ή, εν πάσει περιπτώσει, ως μη φαν των υπερηρωικών κόμικς και ταινιών, για μια ακόμα φορά βαρέθηκα και, όπως προείπα, ξέχασα μόλις βγήκα όσα είχα δει (και θα τα έχω ξεχάσει ακόμα περισσότερο αν πάω να δω και τους τρίτους Εκδικητές, που είναι μαθηματικά βέβαιο ότι, μετά τόσα εκατομμύρια κέρδος, βρίσκονται κιόλας στα σκαριά). Επί τέλους, πόσους υπερήρωες, που ο καθένας κάνει τις δικές του ταρζανιές και η μισή ταινία αναλώνεται σε διαρκείς μάχες, μπορεί κανείς να αντέξει;
Όλα αυτά βεβαίως είναι προσωπικά. Εννοείται ότι οι αμετανόητοι φανς των ταινιών του είδους είναι εντελώς σίγουρο ότι θα το ευχαριστηθούν και με το παραπάνω. Αν είστε λοιπόν απ' αυτούς, σας το συνιστώ.

Πέμπτη, Μαΐου 07, 2015

CLOCKWISE: Η ΞΕΚΑΡΔΙΣΤΙΚΗ ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΕΝΟΣ ΜΑΝΙΑΚΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΞΗ

Εκτιμώ αφάνταστα το βρετανικό χιούμορ (και θεωρώ κορωνίδα του τους Monty Python). To 1986 λοιπόν ο βετεράνος τηλεοπτικός σκηνοθέτης Christopher Morahan γυρίζει μία από τις 2-3 όλες κι όλες κινηματογραφικές ταινίες του, το ξεκαρδιστικό "Clockwise", με πρωταγωνιστή τον ανεπανάληπτο Τζον Κλιζ, ο οποίος παίρνει όλη την ταινία στις πλάτες του.
Ο ήρωας είναι ένας σοβαρός, μεσήλικας γυμνασιάρχης, μανιακός με την τάξη και την ακρίβεια στο χρόνο. Θέλει όλα να γίνονται με ακρίβεια δευτερολέπτου, κατασκοπεύει εμμονικά τους μαθητές του, διορθώνοντάς τους και το παραμικρό "παραπάτημα" και άλλα τέτοια. Κάποια στιγμή καλείται να προεδρεύσει σε συνέδριο γυμνασιαρχών, που γίνεται στο σχετικά μακρινό Νόριτς, πράγμα που αποτελεί τη δικαίωση, αλλά και το απώγειο της καριέρας του. Προετοιμάζεται άψογα, κανονίζει τα πάντα, αλλά, εξ αιτίας ενός γελοίου λάθους, παίρνει λάθος τρένο. Από εκεί και πέρα ξεκινά μια απίστευτη οδύσσεια, για να καταφέρει να βρεθεί στο σωστό μέρος τη σωστή ώρα.
Η ταινία σατιρίζει ανελέητα την περίφημη βρετανική τυπικότητα και τον αντίστοιχο μικροαστικό καθωσπρεπισμό. Άλλωστε το μεγάλο ατού του περίφημου βρετανικού χιούμορ που προαναφέραμε είναι ο δίχως δισταγμό αυτοσαρκασμός. Φυσικά στο φιλμ η τυπικότητα και ο καθωσπρεπισμός πάνε από πολύ νωρίς περίπατο και όλα οδεύουν προς ένα απόλυτο μπάχαλο. Πρόκειται άραγε για την τιμωρία όλου αυτού του συσσωρευμένου συντηρητισμού, που, τελικά, γίνεται σχεδόν απάνθρωπος;
Πέρα από τις αναλύσεις όμως, η ταινία είναι απόλυτα απολαυστική. Διαθέτει μάλιστα και ένα επιπλέον ατού: Ενώ ξεκινά μάλλον χλιαρά, όσο προχωρά - και όσο τα χρονικά όρια στενεύουν για τον ήρωα - γίνεται όλο και πιο αστεία, για να καταλήξει σε ένα ξεκαρδιστικό φινάλε. Γι' αυτό λοιπόν, και για τον απίθανο Κλιζ, νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να την ψάξετε. Αν μη τι άλλο, θα διασκεδάσετε.


Δευτέρα, Μαΐου 04, 2015

JODOROWSKY ΚΑΙ ΠΑΛΙ: ΤΟ DUNE ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΠΟΤΕ

Φαίνεται ότι διανύω περίοδο Jodorowsky. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με ένα ντοκιμαντέρ που γύρισε ο Frank Pavich το 2013 με τίτλο "Jodorowsky's Dune". Η ταινία αφηγείται μια απίστευτη, μυθική σχεδόν ιστορία από το 1975, την οποία απλώς θα σας αφηγηθώ - και για την οποία ίσως να έχετε ακούσει:
Μετά τις cult "επιτυχίες" του Jodorowsky "El Topo" και "Holy Mountain", ο παραγωγός Michel Seydoux έδωσε πλήρη ελευθερία στον ιδιόρυθμο δημιουργό να γυρίσει ό,τι θέλει. Εκείνος πρότεινε αμέσως το περίφημο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας του Frank Herbert "Dune", ένα τεράστιο σε όγκο και εξαιρετικά πολύπλοκο και πολυεπίπεδο έπος. Το 1975 λοιπόν ο Jodorowsky άρχισε να δουλεύει πάνω σ' αυτό με τον δικό του αμίμητο τρόπο. Ανακάλυπτε από ποικίλες πηγές έναν - έναν τους συντελεστές που ήθελε - όσο διάσημοι και απλησίαστοι κι αν ήταν - κατάφερνε με απίστευτους τρόπους να τους προσεγγίσει και, ώ του θαύματος, όλοι δέχονταν. Αν όντως ένωναν τις δυάμεις τους όλοι αυτοί, πιθανόν θα είχαμε την σημαντικότερη ταινία ΕΦ που έγινε ποτέ. Δεν μπορώ να μπω σε λεπτομέρειες για το τρόπους προσέγγισης και "ανέκδοτα" για τον καθένα. Απλώς θα απαριθμήσω το πραγματικά απιστευτο αυτό "συνεργείο": Στο σχεδιασμό ο θρυλικός Moebius (η σχέση του με τον Jodorowsky εδραιώθηκε μ' αυτή τη δουλειά και συνεχίστηκε μετά στα κόμικς με το περίφημο Inkal), ο Giger (δημιουργός μεταξύ άλλων του τέρατος και των σκηνικών του Alien) και ο εικονογράφος ΕΦ Chris Foss. Εφέ ο Dan O' Bannon (εφέ στο Dark Star του Κάρπεντερ, πλυγραφότατος σεναριογράφος ΕΦ στα Alien κλπ.). Ηθοποιοί; Κρατηθείτε: Μεταξύ άλλων Όρσον Ουέλες, Αμάντα Λιρ (!), Μικ Τζάγκερ, Σαλβαντόρ Νταλί (!!!) στον σύντομο ρόλο του αυτοκράτορα του σύμπαντος. Μουσική; Pink Floyd και το progressive συγκρότημα της εποχής Magma. Είπατε τίποτα; Ο "τρελός" Jodorowsky όμως σύντομα ξεπέρασε κάθε πιθανό προϋπολογισμό (σκόπευε να κάνει μια... 18ωρη ταινία) και, τελικά, μετά από άπειρη, πυρετώδη δουλειά και προς μεγάλη του απογοήτευση, έλαβε άνωθεν εντολή να εγκαταλείψει το μεγαλεπήβολο σχέδιο. Τελικά το Dune γυρίστηκε από τον Lynch με εντελώς άλλους συντελεστές και, όπως δήλωσε και ο ίδιος ο Jodorowsky σε μια πραγματικά σπαρταριστή σκηνή, αποδείχτηκε μάλλον η χειρότερη ταινία του σημαντικού αυτού σκηνοθέτη.
Το φιλμ είναι πραγματικά απολαυστικό χάρη στον ακούραστο, αεικίνητο, παθιασμένο, γλαφυρό... και πολλά, πολλά άλλα 84χρονο το 2013 Jodorowsky (αν καταλάβετε ότι αυτός ο τύπος που βλέπετε είναι 84 χρονών να...) Ασυγκράτητο πάθος και συναίσθημα, ρέων λόγος, χιούμορ, μυστικιστική φιλοσοφία, απίθανες ιστορίες για μυθικές διασημότητες, συνθέτουν μια ολοζώντανη αφήγηση που δεν θα σας κουράσει καθόλου. Απο όλο αυτό το θαυμαστό, απόλυτα πρωτοποριακό για την εποχή του project, σήμερα απομένει μόνο ένας πραγματικά ογκωδέστατος τόμος, που ο Jodorowsky επιδεικνύει περήφανος, ο οποίος περιέχει ένα εκτενέστατο, πληρέστατο story board, κάτι σαν προσχέδιο ενός αχανούς κόμικς, απίστευτα σχεδιασμένο από τον Moebius. Ο τόμος αυτός βρίσκεται μόνο στα χέρια του Jodorowsky και μερικών μεγάλων χολιγουντιανών εταιριών παραγωγής, στις οποίες είχε μοιραστεί και απορρίφτηκε "μετά πολλών επαίνων". Κερασάκι στην τούρτα, μια μεγάλη σειρά από πασίγνωστες σκηνές ή/και σκηνικά από πλήθος μεταγενέστερων ταινιών, που βασίστηκαν (ή μάλλον ξεπατίκωσαν) ιδέες που υπάρχουν στον μυθικό αυτόν τόμο: Alien (στο οποίο μάλιστα βασικοί συντελεστές όπως ο Giger και ο O' Banon γνωρίστηκαν όταν δούλευαν με τον Jodorowsky), Star Wars, Contact, Prometheus και πολλά άλλα. Δεν θα πιστεύετε στα μάτια αν δείτε πόσο επηρέασε τη μετά το '75 ΕΦ στον κινηματογράφο το σχέδιο αυτό που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.
Το ντοκιμαντέρ νομίζω ότι αποτελεί must για κάθε φίλο της ΕΦ. Άλλωστε, θα συμφωνήσω: Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ταινία επιστημονικής φαντασίας όλων των εποχών που... δεν γυρίστηκε ποτέ!

Σάββατο, Μαΐου 02, 2015

ΠΟΙΑ "ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ"; ΜΑΛΛΟΝ ΑΛΛΟΣ ΕΝΑΣ ΦΕΥΓΑΤΟΣ JODOROWSKY!

Ελπίζω να ξέρετε τον μυθικό Alejandro Jodorowsky, μια από τις πιο πολυσχιδείς, sui generis, cult φιγούρες της παγκόσμιας τέχνης. Δεν έχει κάνει πολλές ταινίες - "Ο Χορός της Πραγματικότητας" (La Danza de la Pealidad) του 2013 είναι η 7ή του - κι αυτό γιατί ο άνθρωπος αυτός ασχολείται ταυτόχρονα με σενάρια κόμικς (η γνωστότερη ίσως ιδιότητά του), γράφει βιβλία, είναι μουσικός, παλιότερα εκανε θέατρο, υπήρξε ταχυδακτυλουργος κια μάγος και είναι και μυστικιστής φιλόσοφος. Η "Πραγματικότητα" που προαναφέραμε πάντως γυρίστηκε όταν ο δημιουργός ήταν 84 ετών (!) και δεν έχει να ζηλέψει πολλά από τις παλιότερες ταινίες του.
Ο χιλιανός, ουκρανοεβραϊκής καταγωγής Jodorowsky γεννιέται στην Τοκοπίγια, μια παραθαλάσσια χιλιανή πόλη, το 1929. Ο πατέρας του είναι καταπιεστικός, παλαιών αρχών και σταλινικός, φανατικά αντίθετος προς τον τότε δικτάτορα της χώρας ντελ Κάμπο. Ο μικρός Jodorowsky είναι βέβαια διαφορετικός απ' όλους τους συνομιλήκους του. Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά; Μα γιατί η ταινία είναι μια αυτοβιογραφία του δημιουργού, μια αυτοβιογραφία των παιδικών του χρόνων στην Τοκοπίγια για την ακρίβεια. Από κάποιο σημείο και μετά βέβαια ξεφεύγει και γίνεται η ιστορία του πατέρα του (μια πραγματική οδύσσεια) για να επανέλεθει στον μικρό Alejandro.
Αυτοβιογραφία λοιπόν. Και τώρα ξεχάστε όσα ξέρετε για τις αυτοβιογραφίες. Γιατί αυτό που θα δείτε (όπως άλλωστε και όλα τα φιλμ του) είναι κάτι απόλυτα σουρεαλιστικό (ο Jodorowsky ήταν μέλος της σουρεαλιστικής ομάδας με τον Αραμπάλ και τον Τοπόρ), παραισθητικό, φευγάτο, βίαιο και, κυρίως, γκροτέσκο. Οι εμμονές του (νάνοι, ανάπηροι, μυστικισμός, θρησκευτικά σύμβολα κ.ά.) είναι όλες παρούσες. Όπως και το χιούμορ. Όπως και αρκετά ακατανόητα στοιχεία (η μητέρα του π.χ. δεν μιλά ποτέ, αλλά διαρκώς... τραγουδά όπερα). Επίσης ο αληθινός 84χρονος Jodorowsky εμφανίζεται συχνά και συνομιλεί με τον δεκάχρονο εαυτό του. Τελικά, αυτό που μένει είναι ένα ταυτόχρονα σπαρακτικό και διασκεδαστικό παραμύθι, γεμάτο με θαύματα και μαγικές εικόνες (όλο το έργο βρίσκεται κοντά σε ένα είδος μαγικού ρεαλισμού), μυστικιστικά στοιχεία, βίαια περάσματα και, το είπαμε, πολύ σουρεαλισμό. Είναι το φιλμ όπου ο Μπουνουέλ συναντά το "Amarcord" του Φελίνι.
Προσωπικά μου άρεσε, γιατί ο κόσμος του πληθωρικού Jodorowsky με γοητεύει (και συχνά με απωθεί ταυτόχρονα). Νομίζω ότι είναι μια διαφορετική κινηματογραφική πρόταση, που δεν μοιάζει με τίποτα εκτός από τον προσωπικό κόσμο ενός "φευγάτου" δημιουργού. Δείτε το, αλλά να είστε προετοιμασμένοι για το τι θα δείτε.

Τετάρτη, Απριλίου 29, 2015

ΜΠΕΡΔΕΜΑΤΑ ΦΥΛΟΥ ΣΤΗΝ "ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΦΙΛΕΝΑΔΑ"

Όταν η καλύτερή της φίλη (ήδη από τα παιδικά χρόνια) πεθαίνει νέα, η ηρωίδα, παντρεμένη κι ίδια, έρχεται πιο κοντά στο σύζυγο της εκλιπούσας και... κάνει μια απροσδόκητη ανακάλυψη: Στον χήρο και πατέρα μικρού παιδιού αρέσει να ντύνεται γυναικεία, δίχως ωστόσο να είναι ομοφυλόφιλος. Μετά το πρώτο σοκ η σχέση των δύο περνά από πολλά και διαφορετικά, αρκετά πολύπλοκα στάδια για να καταλήξει... αλλά δεν πρόκειται φυσικά να σας πω το τέλος.
Πρόκειται για την ταινία "Η Καινούρια Φιλενάδα" (Une Nouvelle Amie, 2014) του γάλου Francois Ozon και όχι, δεν πρόκειται για κωμωδία, αλλά για ένα περίπλοκο ψυχολογικό δράμα. Ο Ozon είναι ένας παραγωγικός και σχετικά ενδιαφέρων σκηνοθέτης, του οποίου ωστόσο το έργο, ομολογώ, δεν έχω παρακολουθήσει στενά. Εδώ ασχολείται με μια σπάνια περίπτωση παρενδυσίας (ήταν ακριβώς η περίπτωση του cult σκηνοθέτη Εντ Γουντ), όπου άντρες μετατρέπονται ουσιαστικά σε τραβεστί, αρέσκονται να ντύνονται δηλαδή γυναικεία, δίχως να είναι ομοφυλόφιλοι. Στην ταινία ο Οζόν κυρίως παίζει με τα φύλα και το δύσκολο και ανεξήγητο φαινόμενο του έρωτα, λέγοντάς μας ουσιαστικά ότι όλα μπορούν να συμβούν - και είναι επιτρεπτά. Η σχέση ανάμεσα στη φίλη και τον χήρο νέο άντρα, όπως είπα στην αρχή, περνά από πολλά πολύπλοκα στάδια και, βέβαια, θέτει και το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας (η ηρωίδα ονειρεύεται ή φαντασιώνεται τόσο μία λεσβιακή σχέση με τη νεκρή φίλη της όσο και μια σχέση του συζύγου της με τον χήρο). Αλλά και η ίδια νοιώθει ανάμικτα αισθήματα γι' αυτόν: Την έλκει άραγε αυτός καθ' εαυτός ο άντρας ή το ότι εκείνος μετατρέπεται σε μία άψογη γυναίκα; Να γιατί όλα μπορούν να συμβούν στον έρωτα.
Παράλληλα με τα μπερδεμένα (από άποψη φύλου) ερωτικά αισθήματα θίγεται και η έννοια της τόλμης σε σχέση με την κοινωνία - της αψήφησης του κοινωνικού περίγυρου δηλαδή και των περιορισμών που αυτός επιβάλλει - και της αμέριστης αποδοχής της διαφορετικότητας. Νομίζω ότι η θέση του Οζόν απέναντι σ' αυτά είναι σαφέστατη.
Σχετικά ενδιαφέρον (και ίσως "γαργαλιστικό", αν και δεν περιλαμβάνει ιδιαίτερα τολμηρές σκηνές) λοιπόν, αλλά δεν το θεωρώ και κάτι πολύ σημαντικό. Απλώς συμπαθητικό και, σίγουρα, θεματικά ασυνήθιστο.

Τετάρτη, Απριλίου 22, 2015

ΤΟ "ΑΛΑΤΙ ΤΗΣ ΓΗΣ" ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΟΛΑΣΗ

Ο βραζιλιάνος Sabastiao Salgado είναι ένας από τους σημαντικότερους φωτογράφους παγκοσμίως, έχοντας καταγράψει με το φακό του εκατονταδες κυριολεκτικά συγκλονιστικές εικόνες σε ολόκληρο τον πλανήτη. Από την άλλη ο Wim Wenders είναι ένας από τους πλέον παρακμασμένους σκηνοθέτες όταν καταπιάνεται με ταινίες μυθοπλασίας. Εδώ και χρόνια όμως δημιουργεί κατά καιρούς εξαιρετικά ντοκιμαντέρ (θυμηθείτε το "Buena Vista" ή την "Pina"). Έτσι λοιπόν, επιβεβαιώνοντας την ντοκιμαντερίστικη φόρμα του, γυρίζει το 2014 το "Αλάτι της Γης", με αντικείμενο τόσο τη δουλειά όσο και τον άνθρωπο Salgado. Η ταινία μάλιστα συνυπογράφεται σκηνοθετικά από το γιο του τελευταίου Juliano Ribeiro Salgado.
Μετά την επιβολή δικτατορίας στη Βραζιλία στα τέλη της δεκαετίας του 60 ο Salgado (γεννημένος το 1944), καταφεύγει με την τότε κοπέλα του και μετέπειτα μόνιμη σύντροφο και συνεργάτιδα μέχρι σήμερα Lelia, στο Παρίσι, όπου σπουδάζει οικονομικά. Η φωτογραφία όμως τον κερδίζει ήδη από το 1973. Από τότε ταξιδεύει σ' ολόκληρη τη γη (με έμφαση σε περιοχές όπου συμβαίνουν εφιαλτικά γεγονότα - πόλεμοι, πείνα κλπ, αν και όχι μόνο) και αιχμαλωτίζει με τη μηχανή του συγκλονιστικές εικόνες, κυρίως της ανθρώπινης τραγωδίας - ή της ανθρώπινης κτηνωδίας. Διάφορα μέρη της Αφρικής, Νότια Αμερική, Σερβία, Κουβέιτ, είναι μερικά μόνο από τα μέρη όπου κατέγραψε σκηνές που συνταράσουν. Ο Salgado ζούσε για καιρό στα μέρη όπου πήγαινε για να βιώσει κι ίδιος όσα συνέβαιναν εκεί.
Στην ταινία, ενώ δείχνονται δεκάδες από τις περίφημες φωτογραφίες του (θεωρώ από τις συγκλονιστικότερες αυτές σε ένα αχανές χρυσωρυχειο της Βραζιλίας, που θυμίζουν κόλαση ή το χτίσιμο του Πύργου της Βαβέλ), ο ίδιος μιλά τόσο για τη δουλειά του όσο, κυρίως, για τις εμπειρίες του και τους εφιάλτες που είδε με τα μάτια του και, φυσικά, κατέγραψε. Ο λόγος του φανερώνει - εκτός από ένα μεγάλο καλλιτέχνη - έναν ευαίσθητο, συναισθηματικό και σκεπτόμενο άνθρωπο. Ταυτόχρονα δεν διστάζει να θίξει και το θέμα της ουσιαστικής εγκατάλειψης της οικογένειάς του, αφού, όπως είπαμε, ο ίδιος ζούσε για καιρό σε απομακρυσμένα μέρη του πλανήτη. Ωστοσο η σχέση με τη γυναίκα του παρέμεινε ακλόνητη όλα αυτά τα χρόνια, ενώ όταν μεγάλωσε ο γιος του έγινε συνεργάτης του και μοιράστηκε πολλά ταξίδια μαζί του.
Το τελευταίο μέρος είναι εντυπωσιακό: Κάποια στιγμή ο ίδιος αηδιάζει με όσα έχει δει και παύει να πιστεύει πλέον στον Άνθρωπο, τον οποίο θεωρεί κτήνος. Μένει λοιπόν για κάποιο καιρό άπραγος, αρνούμενος να αντικρίσει κι άλλη φρίκη, ώσπου η γυναίκα του ρίχνει την ιδέα να ξανακάνουν δάσος την πατρική του φάρμα στη Βραζιλία, στην οποία μεγάλωσε και η οποία έχει πέσει θύμα ξηρασίας. Η ιδέα αυτή πραγματοποιείται και το 2014 η γη αυτή έχει (ξανα)γίνει αληθινή ζούγκλα. Κάπου στα τέλη των 90ς λοιπόν ο Salgado κάνει στροφή 180 μοιρών και μετατρέπεται σε έναν οικολόγο φωτογράφο, αιχμαλωτίζοντας τους τελευταίους γήινους παράδεισους, κομάτια του κόσμου δηλαδή που είναι ακόμα ανέγγιχτα από τον άνθρωπο ή τον πολιτισμό του ή τις τελευταίες απομονωμένες φυλές (Αμαζόνιος κ.α.). Στις τελευταίες δουλειές του, αυτός που αποτύπωσε όσο κανείς την ανθρώπινη τραγωδία διώχνει από τις εικόνες του τον φριχτό "πολιτισμένο" άνθρωπο και βρίσκει παρηγοριά και αισιοδοξία στη φύση.
Παρακολούθησα την ταινία με μεγάλο ενδιαφέρον, δίχως καθόλου να βαρεθώ (μη φοβηθείτε αν σας τρομάζουν τα ντοκιμαντέρ). Και μόνο οι φωτογραφίες του Salgado αρκούν για να σε κρατήσουν σε εγρήγορση. Αλλά και οι αφηγήσεις του, στρωτές, συναισθηματικές, συγκινητικές πολλές φορές, καταφέρνουν να κάνουν και ολόκληρη την ταινία ζεστή και συγκινητική - εκτός από συγκλονιστική όσον αφορά την ανθρώπινη φρίκη, λέξη που, το ξέρω, τόσες φορές χρησιμοποίησα σ΄αυτό το κείμενο.

Κυριακή, Απριλίου 19, 2015

Η ΤΡΕΛΑ ΤΗΣ ΕΙΔΗΣΗΣ ΣΤΟ "ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ"

Ο Ron Howard υπήρξε τις περισσότερες φορές η απόλυτη ενσάρκωση του χολιγουντιανού mainstream. Η ταινία του 1994 "The Paper" (Το Πρωτοσέλιδο) δεν αποτελεί σε γενικές γραμμές εξαίρεση. Διαθέτει ένα καλό καστ (Μάικλ Κίτον, Γκλεν Κλόουζ, Ρόμπερτ Ντιβάλ, Μαρίζα Τομέι), κάποιες καλές στιγμές ίσως, αλλά μέχρις εκεί.
Όλη η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη "ζωή" μιας εφημερίδας (ή γύρω από τη ζωή στην εφημερίδα). Πρόκειται για μια μάλλον κίτρινη καθημερινή εφημερίδα, η οποία ωστόσο, παρά τον κιτρινισμό της (πρωτοσέλιδα με δυστηχήματα, ακρωτηριασμένα μέλη, "μικρά" θέματα που προβάλλονται ως τεράστια κλπ.) δεν γράφει τουλάχιστον ψέματα, κι αυτή είναι η ηθική αρχή της. Ο ήρωας είναι ένας παθιασμένος δημοσιγράφος, που συχνά ξενυχτά στα γραφεία, τρέχει ανά πάσα στιγμή να πιάσει τη μεγάλη είδηση ή την αποκλειστικότητα και γενικά ζει (ανθυγιεινά) για την εφημερίδα και μόνο, παρά το ότι η γυναίκα του βρίσκεται πολύ κοντά στη γέννα. Γύρω του κινείται ένα αληθινό τσίρκο από δημοσιογράφους, χαρακτήρες σαν κι αυτόν πάνω κάτω, ο καθένας με τις ιδιαιτερότητές του (η μία φιλοδοξη και αδίστακτη, ο άλλος με μανία καταδίωξης κλπ.), με επικεφαλής τον διευθυντή, που κι αυτός έχει το ίδιο "μικρόβιο". Μια μέρα δύο λευκοί επιχειρηματίες βρίσκονται δολοφονημένοι, όλα δείχνουν ότι πρόκειται για ρατσιστικό έγκλημα από μαύρους, η αστυνομία μάλιστα συλλαμβάνει δύο νεαρούς μαύρους ύποπτους, όλα όμως βρωμάνε ότι πρόκειται για πλεκτάνη. Τότε ο ήρωάς μας - αδιαφορώντας για την οικογένειά του - αναλαμβάνει δράση για να ξεσκεπάσει την αλήθεια - περισσότερο ίσως από δημοσιογραφικό πάθος για την αποκλειστικότητα, παρά για να αποκαταστήσει μια αδικία.
Η ταινία είναι χιουμοριστική και σκιαγραφεί το πάθος με την είδηση που προαναφέραμε. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι σχεδόν δεν έχουν δική τους ζωή, έχουν συχνά καταστρέψει με τις οικογένειές τους και, τελικά, ζουν για τη δουλειά, η οποία τους κουράζει αφάνταστα, αλλά και δεν μπορούν να κάνουν δίχως αυτήν. Βέβαια ο Χάουαρντ "χρυσώνει το χαπι" λέγοντάς μας τελικά ότι "κατά βάθος όλοι αυτοί οι βαρεμένοι, ακόμα και οι αδίστακτοι, είναι καλοί και τίμιοι", πράγμα για το οποίο πολύ αμφιβάλλω όσον αφορά ένα σημαντικό μέρος των δημοσιογράφων. Εκτός αυτού στο πρώτο τρίτο περίπου, όπου όλα συμβαίνουν στην καθημερινή τρέλα της εφημερίδας, βαρέθηκα αρκετά. Όσο για το βολικό για όλους τέλος - χάρη σε μια απίθανη ηθική" στροφή - μάλλον με χάλασε.
Ίσως διασκεδάσετε κάπου, δεν το θεωρώ όμως και τίποτα σπουδαίο. Το αντίθετο μάλλον.

Πέμπτη, Απριλίου 16, 2015

Η ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΑ, ΟΙ ΚΟΕΝ ΚΑΙ ΤΟ "ΜΕ ΣΕΙΡΑ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ"

Ξέρουμε από καιρό ότι το σκανδιναβικό σινεμά βρίσκεται στα πάνω του. Κι αυτό επιβεβαιώνεται για μια ακόμα φορά με το νορβηγο-σουηδικό "Με Σειρά Εξαφάνισης" (Kraftidioten, 2014) του νορβηγού Hans Petter Moland. Το έχουν γράψει όλες οι κριτικές κι εγώ καθόλου δεν θα διαφωνήσω: Πρόκειται για έναν "βόρειο" συνδυασμό Κοέν και Ταραντίνο (με περισσότερες επιροές κατά τη γνώμη μου από τους πρώτους).
Όταν ο γιος του βρίσκεται νεκρός τάχα "από υπερβολική δόση", ένας φιλήσυχος, κοντά στη σύνταξη εκχιονιστής, ο οποίος μάλιστα μόλις έχει ανακηρυχτεί "πολίτης της χρονιάς", αποφασίζει να εκδικηθεί με άγριο τρόπο και να ανακαλύψει τους αληθινούς φονιάδες. Αυτό θα τον φέρει στα ίχνη μιας αδίστακτης σκανδιναβικής σπείρας εμπόρων ναρκωτικών και στη συνέχεια θα ενσκήψει στο τοπίο και μια ...σερβική ανταγωνιστική συμμορία, ενώ το αίμα θα ρέει όλο και πιο άφθονο.
Το φιλμ ξεκινά σοβαρά, σαν ένα βαρύ ρεαλιστικό δράμα, και σύντομα δείχνει το αληθινό του πρόσωπο: Πρόκειται για μια κατάμαυρη και αιματοβαμμένη κωμωδία. Όσο προχωρά μάλιστα, τόσο πιο αστεία γίνεται και τόσο η όλο και περισσότερη βία, αντί να "τρομάξει", βγάζει όλο και περισσότερο γέλιο. Έτσι οι δύο ώρες περνούν απολαυστικότατα - και το σενάριο μάλιστα είναι νομίζω αρκετά έξυπνο ώστε να κρατά σε εγρήγορση τον θεατή.
Υπάρχουν όμως κι άλλα: Το απίστευτο, κατάλευκο, παγωμένο τοπίο, απόκοσμο και μυστηριώδες, είναι ίσως ο αληθινός πρωταγωνιστής της ταινίας. Ο άνθρωπος φαίνεται πολύ μικρός μέσα στην απεραντοσύνη του. Μερικές από τις εικόνες είναι αληθινά εικαστικότατες. Από την άλλη, η κριτική στην "καθώς πρέπει", άψογη βόρεια κοινωνία, είναι αιχμηρότατη: Οι γκάγκστερς είναι ατσαλάκωτοι, κυριλέ, με όλη τη σημασία της λέξης, όπως η κοινωνία που τους περιβάλλει, και ταυτόχρονα πραγματικά αδίστακτοι και βίαιοι. Ο ρατσισμός είναι παρόν, πράγμα που φαίνεται από τα συνεχή προσβλητικά για την άλλη συμμορία σχόλια του κυριλέ, χορτοφάγου (!) αρχηγού. Το κακό και το σάπιο υποβόσκουν κάτω από την πάλλευκη, όπως και το πανταχού παρόν χιόνι, απαστράπτουσα επιφάνεια. Και βέβαια η κριτική αγγίζει και τον "άλλο πόλο", τους σέρβους, με το δικό τους μπάχαλο, το κιτς και την από τη σκοπιά τους κριτική στη νορβηγική κοινωνία.
Ο Στέλαν Σκάαρσγκαρντ είναι πάντα πολύ καλός. Την παράσταση όμως για μένα έκλεψε ο απιστευτος Μπρούνο Γκαντζ ως... σέρβος νονός!

Τρίτη, Απριλίου 14, 2015

ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΥΠΕΡΦΥΣΙΚΟ ΣΤΟΝ "ΑΚΕΦΑΛΟ ΚΑΒΑΛΑΡΗ"

Στα 1999 ο Tim Burton, σε φόρμα τότε, συνεργάζεται για μια ακόμα φορά με τον αγαπημένο του ηθοποιό Τζόνι Ντεπ στον "Μύθο του Ακέφαλου Καβαλάρη" (Sleepy Hollow), βασισμένο χαλαρά στην κλασική ιστορία του Washington Irving από τον 19ο αιώνα.
Ο ήρωας είναι ένας πρωτοποριακός για την εποχή του αστυνομικός ερευνητής, που πιστεύει στην επιστήμη και προσπαθεί να λύσει μυστήρια για φόνους κλπ. με βάση τη λογική, τη χημεία και τα εργαλεία του, πράγμα που τον φέρνει σε αντίθεση με το περιβάλλον του. Στέλνεται από τους προϊσταμένους του (κάτι σαν "δυσμενής μετάθεση") να ερευνήσει τα φριχτά συμβάντα στην απομονωμένη επαρχιακή περιοχή Sleepy Hollow, όπου πτώματα κατοίκων βρίσκονται αποκεφαλισμένα, ενώ τα κεφάλια τους δεν βρίσκονται ποτέ. Όλοι εκεί πιστεύουν ότι οι φόνοι είναι έργο του νεκρού "Ακέφαλου Καβαλάρη", που εμφανίζεται κατά καιρούς και στοιχειώνει την περιοχή. Όταν ο νεαρος επιστήμονας φτάνει εκεί θα βρεθεί όντως αντιμέτωπος με το υπερφυσικό, πράγμα που θα αρχίσει να κλονίζει τις πεποιθήσεις του, ενώ οι εφιαλτικές εμφανίσεις και τα εγκλήματα συνεχίζονται.
Η ταινία, ίσως η τρομακτικότερη του Μπάρτον, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μια γοτθική ταινία καθαρού τρόμου (ακόμα και σπλάτερ σε κάποιες στιγμές). Ωστοσο ο δαιμόνιος σκηνοθέτης με το χαρακτηριστικό προσωπικό του στιλ, την μπολιάζει και με μια γερή δόση μαύρου χιούμορ, μετατρέποντάς την έτσι σε καθαρά μπαρτονικό έργο. Ο ήρωας, ανατρέποντας κάθε περί γενναιότητας κλισέ, είναι ένας αληθινά τρομοκρατημένος χαρακτήρας με τα όσα αντικρίζει και αντιμετωπίζει εκεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι θα λιποθυμήσει από φόβο αρκετές φορές κατά τη διάρκεια του φιλμ, ενώ μερικοί από τους κατοίκους (ακόμα και η κοπέλα που ερωτεύεται), εξοικειωένοι με το υπερφυσικο - ή μήπως τη δυσειδαιμονία, και πού βρίσκονται τα όρια μεταξύ τους; - θα φανούν συχνά ψυχραιμότεροι από τον ίδιο. Ταυτόχρονα μπολιάζει την ιστορία με μια "αστυνομική" υφή (ποιος κινεί τα νήματα του φοβερού Καβαλάρη και γιατί τα θύματα είναι αυτά που είναι και όχι άλλοι κάτοικοι;) προσδίδοντας έτσι ένα ακόμα στοιχείο που θα κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή. Στο φόντο πάντως υποβόσκει η αιώνια διαμάχη ανάμεσα σε λογική και συναίσθημα, επιστήμη και υπερφυσικό, αίτιο / αιτιατό και παράλογο. Ο Μπάρτον βέβαια, ως γνήσιος ρομαντικός και λάτρης του γοτθικού κλιματος, τίθεται απερίφραστα υπέρ των δεύτερων στοιχείων στα διλήμματα αυτά.
Συνολικά το φιλμ, συνεπικουρούμενο από την ωραία, "σκοτεινή" εικόνα και τη ζοφερή - αλλά και συχνά αστεία - ατμόσφαιρα, είναι νομίζω από τα πετυχημένα του δημιουργού αυτού, που με τον προσωπικό, άμεσα αναγνωρίσιμο τρόπο του μπόλιασε το σύγχρονο σινεμά με έντονη γοτθική φλέβα και με μια σειρά από σκοτεινά παραμύθια.

Τετάρτη, Απριλίου 08, 2015

FATHERLAND: ΑΝ ΕΙΧΑΝ ΚΕΡΔΙΣΕΙ ΟΙ ΝΑΖΙ...



Οι ταινίες που έχουν σαν θέμα πτυχές εναλλακτικής ιστορίας (τι θα γινόταν δηλαδή αν ιστορικά γεγονότα είχαν διαφορετική κατάληξη απο αυτην που γνωρίζουμε) είναι σχετικά σπάνιες. Το "Fatherland" γυρίστηκε το 1994 από τον καθαρά τηλεοπτικό Christopher Menaul για το ΗΒΟ, είναι δηλαδή μια μεγάλου μήκους τηλεταινία, και βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του βρετανού Ρόμπερτ Χάρις.
Βρισκόμαστε στα 1964 και οι ναζί έχουν κερδίσει τον πόλεμο. Ολόκληρη η Ευρώπη είναι γερμανική, ο πόλεμος συνεχίζεται μόνο στο μέτωπο της ακόμα υπό τον Στάλιν Ρωσίας που αντιστέκεται, ενώ η αντίπαλη υπερδύναμη στους ναζί είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Οι δύο ισχυρές χώρες βρίσκονται σε κατάσταση Ψυχρού Πολέμου. Ο Χίτλερ, στα 75 του πλέον, εξακολουθεί να κυβερνά. Μετά από 20 ψυχροπολεμικά χρόνια 3ο Ράιχ και ΗΠΑ ετοιμάζονται να "σπάσουν τον πάγο" για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο, με την ιστορική επίσκεψη του αμερικανού προέδρου (ο οποίος είναι ο γηραιός πατέρας του Τζον Κένεντι!) στο Βερολίνο. Εκείνη ακριβώς την περίοδο παλιά, ηλικιωμένα πλέον στελέχη του ναζιστικού κόμματος αρχίζουν να πεθαίνουν με διάφορους τρόπους. Ένας αξιωματικός των Ες Ες (ταιριαστός ο Ρούντγκερ Χάουαρντ), με κάποιες αμφιβολίες για το καθεστώς, αναλαμβάνει την υπόθεση. Πολύ γρήγορα θα βρεθεί στα ίχνη ενός τεράστιου μυστικού και θα αρχίσει να κινδυνεύει κι ο ίδιος από τη Γκεστάπο.
Η ταινία δεν νομίζω ότι διαθέτει κινηματογραφικές πρωτοτυπίες. Βασίζεται κυρίως στο σενάριο, που κατάφερε να με κρατήσει τόσο με την αστυνομικής υφής ίντριγγα όσο και με το όλο αγχωτικό κλίμα που δημιουργεί ένα κατεστημένο πλέον, πλην όμως πάντοτε στυγνό και δικτατορικό καθεστώς, γεμάτο σκοτεινά μυστικά και διαρκείς παρακολουθησεις των πάντων. Δίχως εντυπωσιακά εφέ και σκηνικά, το φιλμ αναπαριστά προσεκτικά και σε κάποια σημεία με έξυπνο τρόπο  το πώς θα ήταν μια ειρηνική πλέον ναζιστική Γερμανία στη δεκαετία του 60 (κάπου φαίνεται τοιχοκολλημένη και μια αφίσα των Beatles). Φυσικά η καταπίεση και η ουσιαστική έλλειψη ελευθερίας στηλιτεύονται, ενώ η σκιά του εφιαλτικού Ολοκαυτώματος κυριαρχεί για μια ακόμα φορά.
Κάποιες σκηνές προς το τέλος, με την αποκάλυψη ενός μεγάλου μυστικού κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, μου φανηκαν υπερβολικές (ή μάλλον φτιαγμένες αποκλειστικά για να δώσουν αυτό το κλασικό δευτερόλεπτο-με δευτερόλεπτο-σασπένς), αλλά συνολικά βρήκα την ταινία αρκετά ενδιαφέρουσα και την μίξη αληθινών και εναλλακτικών γεονότων έξυπνη.

Τρίτη, Απριλίου 07, 2015

ΟΝΤΩΣ "ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ"

1954. Στην Αλγερία έχει ξεσπάσει ο πόλεμος της ανεξαρτησίας ενάντια στους γάλλους αποικιοκράτες. Εν μέσω λοιπόν μιας καθόλου ομαλής κατάστασης, ένας φιλήσυχος ευρωπαϊκής καταγωγής δάσκαλος (που έχει ομως γεννηθεί στην Αλγερία) διδάσκει σε ένα απομονωμένο σχολείο στο μέσον του πουθενά, όταν διατάσεται (παρά τη θέλησή του) να παραδώσει έναν αλγερινό αιχμάλωτο, ο οποίος έχει διαπράξει ποινικό έγκλημα, στην πιο κοντινή πόλη για να δικαστεί. Η πόλη απέχει κάποιες μέρες δρόμο με τα πόδια και μία οδύσσεια αρχίζει για τους δύο, των οποίων η σχέση θα γίνεται όλο και στενότερη.
Αυτά συμβαίνουν στη γαλλική  ταινία "Μακριά από τους Ανθρώπους" (Loin des Hommes) που γύρισε το 2014 ο David Oelhoffen και η οποία βασίζεται στο διήγημα "Η Φιλοξενία" του Αλμπέρ Καμί (που κι αυτός ήταν γαλλο-αλγερινός). Η ταινία με εντυπωσίασε με τη λιτότητα, αλλά και τον προβληματισμό της. Λιτότητα επειδή οι δύο ήρωες μιλούν λίγο (αλλά ουσιαστικά), επειδή μοιάζουν να αρκούνται στα απόλυτα αναγκαία, επειδή λιτοί είναι οι χώροι - και κυρίως το σχολείο. Αλλά "λιτό" είναι και το φυσικό περιβάλλον, καθώς ολόκληρο το φιλμ είναι γυρισμένο σε ένα αχανές, άνυδρο, κιτρινωπό τοπίο, στην έρημο της χώρας. Το φυσικό σκηνικό θυμίζει γουέστερν (στην βορειοαφρικάνικη εκδοχή του), ενώ ακόμα και το πιο μικρό ή ευτελές αντικείμενο, φυτό ή κτίσμα μοιάζει να έχει μοναδική αξία.
Όσο για τα θέματα που θίγονται; Το φιλμ εξετάζει την αντοχή της προσωπικής ηθικής ενός ανθρώπου, καθώς αυτή δοκιμάζεται απέναντι σε θεσμούς ή ιδεολογίες και πρακτικές που έρχονται σε απόλυτη αντίθεση με τα πιστεύω του. Έτσι η μοναξιά του ήρωα, αυτό το "μακριά από τους ανθρώπους", έχει να κάνει όχι μόνο με την κυριολεκτική, "γεωγραφική" του απομόνωση (αφού ζει ολομόναχος, αλλά ευτυχής στο απομονωμένο σχολείο), αλλά και με την απομόνωση από τα αντίθετα μεταξύ τους πιστεύω των γύρω του: Τόσο από τους κατακτητές (και δολοφόνους σε κάποιο σημείο) "συμπατριώτες" του γάλλους, όσο και από τα άγρια, εκδικητικά και βασισμένα στην "τιμή" έθιμα των ντόπιων αλγερινών. Η προσωπική ηθική λοιπόν πάνω απ' όλα. Και τι γίνεται με την ελευθερία βούλησης, που μερικές φορές απαιτεί θυσίες ή ρίξεις με όσα επικρατούν στον κοινωνικό περίγυρο;
Ταυτόχρονα το γεμάτο κινδύνους (από όλες τις πλευρές) οδοιπορικό των δύο πρωταγωνιστών διατήρησε αμείωτη  την αγωνία μου για τη  τελική έκβαση, οπότε και το στοιχείο του σασπένς ήταν εξασφαλισμένο, ενώ ο Βίγκο Μόρτενσεν ήταν πειστικοτατος ως βασικός ήρωας. Πολύ ενδιαφέρων συνδυασμός λοιπόν μιας ιστορίας που κρατά τον θεατή από τη μία και φιλοσοφικού προβληματισμού από την άλλη.

Δευτέρα, Απριλίου 06, 2015

"ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ" ΜΕ ΚΑΠΟΙΑ ΗΘΙΚΗ...

Βρισκόμαστε στα 1966 όταν ο σημαντικός σκηνοθέτης Richard Brooks (1912-1992) γυρίζει το γουέστερν "The Professionals" (Οι Επαγγελματίες) με ένα λαμπρό καστ: Λι Μάρβιν, Μπαρτ Λάνκαστερ, Ρόμπερτ Ράιαν, Τζακ Πάλανς, Κλαούντια Καρντινάλε! Νομίζω ότι η ταινία θα γίνει ένα από τα τελευταία κλασικά γουέστερν, καθώς το είδος είχε ήδη αρχίσει να χάνει την παλιά του αίγλη.
Ένας πάμπλουτος τραπεζίτης προσλαμβάνει μια ομάδα "επαγγελματιών" - με πολύ καλή πληρωμή φυσικά - με αποστολή να μπούν στο Μεξικό και να φέρουν πίσω τη σύζυγό του, που έχει απαχθεί από μεξικανό κακοποιό. Φυσικά ο καθένας από την τετραμελή ομάδα ειδικεύεται σε κάτι, ενώ οι δύο απ' αυτούς ξέρουν πολύ καλά τη χώρα, αφού λίγα χρόνια πριν είχαν πολεμήσει στο πλευρό του Πάντσο Βίλα κατά τη μεξικάνικη επανάσταση. Γενικά όλο το φιλμ έχει σαν φόντο την επανάσταση - ή μάλλον τον απόηχό της - και πολλά λέγονται γι΄ αυτήν. Καθώς όμως η ομάδα πλησιάζει στο στόχο της, θα γνωρίσει μια μεγάλη έκπληξη...
Το γουέστερν αυτό, με σχετικά αργούς ρυθμούς (όχι, μη φοβηθείτε πολύ), ξεδιπλώνει μεθοδικά την ιστορία και τον προβληματισμό του, δίχως βεβαίως να στερείται δράσης (και κλασικό πιστολίδι) σε κάμποσες σκηνές του. Για μια ακόμα φορά το (μεξικάνικο αυτή τη φορά) τοπίο της ερήμου είναι κυρίαρχο. Η ζέστη, η σκόνη, οι κίτρινες εκτάσεις, τα βράχια, τα βουνά... Και βέβαια οι διαφορετικοί χαρακτήρες της ομάδας (και τα διαφορετικά κίνητρά τους) αποκαλύπτονται σιγά - σιγά.
Ωστόσο ο Brooks είναι κατά βάση ένας κοινωνικός σκηνοθέτης ("Εν Ψυχρώ", "Η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα", "Αναζητώντας τον κ. Goodbar" κλπ.). Δεν θα μπορούσε λοιπόν κι εδώ να λείπει ο κοινωνικός προβληματισμός. Γενικά η ταινία στηρίζεται στο παιχνίδι του ποιος πραγματικά είναι ο "καλός" και ποιος ο "κακός". Τα πράγματα δεν είναι αυτά που φαίνονται με μια πρώτη ματιά και η αμφισβήτηση των "νορμάλ" καταστάσεων είναι πλήρης. Νομίζω ότι το στοιχείο αυτό (που αγγίζει και τον πολιτικό προβληματισμό) είναι αυτό που χαρακτηρίζει ένα κατά τα άλλα τυπικό γουέστερν (το λέω με καλή έννοια). Θα το χαρακτήριζα λοιπόν "σκεπτόμενο", δίχως αυτό το στοιχείο να στερεί την απόλαυση ενός καλού δείγματος του είδους. Στο κάτω - κάτω, εκτός της δράσης, υπάρχει και το καστ που προαναφέραμε...

Τετάρτη, Απριλίου 01, 2015

ΞΑΝΑΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΤΟ "ΟΣΑ ΠΑΙΡΝΕΙ Ο ΑΝΕΜΟΣ"

Το θρυλικό "Όσα Παίρνει ο Άνεμος" (Gone with the Wind) γυρίστηκε το 1939 από τον Victor Fleming (1889-1949), αν και στα γυρίσματα είχαν πάρει μέρος (και αποχώρησαν, οπότε τα ονόματά τους δεν γράφονται) οι George Cucor και Sam Wood. Διαρκεί λίγο λιγότερο από 4 ώρες και μέχρι τον "Τιτανικό" του 1997 θεωρούνταν η εμπορικότερη ταινία όλων των εποχών.
Πρόκειται για ένα βαθύ μελόδραμα που διαδραματίζεται στην Αμερική του Νότου πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον Εμφύλιο πόλεμο. Ήρωες η Σκάρλετ Ο'Χάρα, μια πλούσια, εγωίστρια, όμορφη κοπέλα που έχει όλους τους άντρες στα πόδια της , ο κυνικός τυχοδιώκτης Ρετ Μπάτλερ, που την πολιορκεί για χρόνια έως ότου την κατακτήσει τελικά, η εξαδέλφη της, πρότυπο γλυκιάς και καλής γυναίκας και ο τίμιος και ονειροπόλος σύζυγός της τελευταίας Άσλι, με τον οποίο η Σκάρλετ είναι ερωτευμένη για όλη της τη ζωή δίχως ανταπόκριση (Βίβιαν Λι, Κλαρκ Γκέιμπλ, Ολίβια ντε Χάβιλαντ και Λέσλι Χάουαρντ αντίστοιχα). Πόλεμοι, οικονομικά σκαμπανεβάσματα, γάμοι χωρίς έρωτα, ανεκπλήρωτα πάθη, βαριά πένθη και δράματα - με φόντο το τοπίο του Νότου και την ιστορία της εποχής - συνθέτουν την πλοκή του φιλμ.
Φυσικά πρόκειται για αρχετυπική ρομαντική και δραματική ταινία, που συνεπικουρείται από την ονειρική μερικές φορές φωτογραφία με τα πλούσια (και "ψεύτικα") χρώματα, που της προσδίδει μια "μαγική" διάσταση, αλλά και για μια "τοιχογραφία" της εποχής και του τόπου. Αν σας αρέσουν τα πλούσια δράματα δεν πρέπει να το χάσετε, καθώς αποτελεί must για κάθε σινεφίλ.
Ωστόσο δεν γράφω το κείμενο αυτό για να μιλήσω απλώς για μια πασίγνωστη, κλασική ταινία. Ξαναβλέποντάς την μετά από πολλά - πολλά χρόνια, έμεινα έκπληκτος με κάποια στοιχεία της (πολύ βασικά και οφθαλμοφανή μάλιστα), που μας οδηγούν αναπόφευκτα σε συγκρίσεις με τα σημερινά κυρίαρχα στιλ του mainstream σινεμά: Ε, λοιπόν, η εμπορικότερη ταινία όλων των εποχών (για 58 χρόνια τέλος πάντων) διαθέτει σαν ήρωες δύο αρνητικούς χαρακτήρες. Εκείνος δεν είναι καθόλου "ρομαντικός" και ιδεολόγος. Αντίθετα είναι κυνικός και ενδιαφέρεται μόνο για το τομάρι του, γι' αυτό και επιβιώνει άνετα σε κάθε κατάσταση, όσο δύσκολη κι αν είναι. Όσο για εκείνη... τι να πει κανείς; Εγωίστρια (δεν διαθέτει ούτε καν αρκετό μητρικό φίλτρο), ψηλομύτα, σκληρή, φιλοχρήματη, δεν διστάζει να εκμεταλλευτεί την ομορφιά της και, τελικά, κάθε άλλο παρά συμπαθής προσωπικότητα είναι. Έχει βέβαια πείσμα και, κυρίως, διαθέτει εκπληκτική εσωτερική δύναμη (και μένει πιστή σε έναν ανεκπλήρωτο έρωτα), αλλά θετικός χαρακτήρας δεν είναι με τίποτα. Οι δύο αυτοί άνθρωποι είναι μαζί από ένα σημείο και μετά, όμως δεν είναι αμοιβαία ερωτευμένοι. Η σχέση τους είναι κάτι παραπάνω από ταραχώδης. Όσο για το τέλος... βρισκόμαστε πολύ μακριά από κάθε έννοια happy end. Και βέβαια είναι και σαφώς αντιπολεμική, αφού παρουσιάζει τον πόλεμο σαν κάτι αποκλειστικά και μόνο καταστροφικό, δίχως τίποτα το ηρωικό, πολύ μακριά από τον ηλίθιο (στα λόγια) ηρωισμό και "πατριωτισμό" των αντρών του Νότου στο αρχικό μέρος του φιλμ. Είναι πραγματικά απορίας άξιο το πώς "η μεγαλύτερη επιτυχια του σινεμά" διαθέτει τόσα πολλά... ε... όχι και πολύ αναμενόμενα για τόση επιτυχία στοιχεία...
Συγκρίνετε με την σχετικά πρόσφατη επιτυχία που προαναφέραμε, τον "Τιτανικό". Εντάξει, ούτε εδώ υπάρχει happy end, αλλά κατά τα άλλα... Ένας αγνός, ρομαντικός έρωτα που αψηφά τις προκαταλήψεις, δύο πέρα για πέρα θετικοί - και μονοδιάστατοι - χαρακτήρες, overdose συγκίνησης, αυτό που περιμένει δηλαδή κανείς από ένα κλασικό εμπορικό μελόδραμα. Ναι, είμαι σίγουρος ότι η ταινία του '39 είναι πολύ πιο ρηξικέλευθη σε πολλά στοιχεία της. Μήπως τελικά έχουμε πισωγυρίσει σε έναν αβάσταχτο συντηρητισμό;
Ίσως να αξίζει να (ξανα) δείτε την ταινία απ' αυτή τη σκοπιά, συγκρίνοντας δηλαδή κινηματογραφικά και κοινωνιολογικά - και όχι μόνο - δύο τόσο απομακρυσμένες εποχές.

Δευτέρα, Μαρτίου 30, 2015

Η "ΔΥΣΚΟΛΗ" ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΟΥ CHAPPIE

Ο νοτιοαφρικανός σκηνοθέτης Neill Blomkamp είχε εντυπωσιάσει πριν μερικά χρόνια με το εξαιρετικό "District 9", που ανανέωσε την επιστημονική φαντασία στο σινεμά. Το 2015 γυρίζει το "Chappie" και φοβάμαι ότι τα αποτελέσματα είναι σαφώς κατώτερα.
Το Γιοχάνεσμπουργκ του κοντινού μέλλοντος είναι βουτηγμένο στην εγκληματικότητα (πράγμα που συμβαίνει και στο παρόν). Μία εταιρία όπλων κατασκευάζει ειδικά ρομπότ, τα οποία χρησιμοποιούνται ως αστυνομικοί, με θετικά αποτελέσματα στη μείωση της εγκληματικότητας - και μέχρι εδώ το πράγμα θυμίζει "Ρόμποκοπ". Ένας νεαρος επιστήμονας κλέβει ένα τέτοιο ρομπότ και καταφέρνει να του εμφυτεύσει τεχνητή νοημοσύνη, οπότε αυτό χρειάζεται εκπαίδευση από την αρχή, σαν παιδί. Τα πράγματα όμως περιπλέκονται όταν το "αθώο" ρομπότ απάγεται από μια συμμορία των δρόμων και χρησιμοποιείται για εγκληματικούς σκοπούς.
Ας δούμε τα αρνητικά: Βρήκα την ιστορία - ειδικά τα μέρη της εκπαίδευσης του Chappie και κάποια άλλα σημεία - αρκετά απλοϊκά και ιδιαιτέρως συναισθηματικά. Είναι στιγμές που ένοιωθα ότι η ταινία γλιστρά σχεδόν στο μελό. Τα στερεότυπα είναι πολλά (οι άγριοι γκάγκστερς που κατά βάθος έχουν "χρυσή καρδιά", τα μητρικά αισθηματα, η σκληρή κοινωνία κλπ.) Γενικά μου φάνηκε ότι το φιλμ υποκύπτει σε πολλές ευκολίες - και η δράση, τα κυνηγητά και οι εκρήξεις δεν λείπουν καθόλου φυσικά. Η στιβαρότητα του "District 9" νομίζω οτι έχει χαθεί.
Θετικά στοιχεία υπάρχουν: Κατ' αρχήν ο Blomkamp, εκτός του ότι για τρίτη φορά παραμένει σταθερός στο είδος της επιστημονικής φαντασίας, διατηρεί στο περιβάλλον του φιλμ αυτή τη χαρακτηριστική "βρωμιά" και την άσχημη καθημερινότητα που τον καθιέρωσαν, πολύ μακριά από την απαστράπτουσα χάι τεχνολογία αμερικάνικων παραγωγών. Δεν είναι τυχαίο ότι η ταινία είναι γυρισμένη και πάλι στο άσχημο και γεμάτο παραγκουπόλεις Γιοχάνεσμπουργκ, πολύ μακριά δηλαδή από το Χόλιγουντ - και το στοιχείο αυτό τονίζεται. Επίσης το κοινωνικό σχόλιο είναι παρόν - οι ταξικές διαφορές, οι "καρχαρίες" της εταιρίας και οι πολεμοκάπηλοι (Χιου Τζάκμαν), οι άξεστοι μπάτσοι... Αλλά εδώ, προσπαθώντας να βάλει και πολλά άλλα κοινωνικά, θρησκευτικά και φιλοσοφικά θέματα (εκπαίδευση, σχέση δημιουργού - δημιουργήματος κλπ.) κάπου χάνει τον στόχο. Υπάρχει βέβαια και πολύ χιούμορ, που ελαφρύνει τις καταστάσεις - νομίζω είναι πρώτη φορά που υπάρχει το στοιχείο του χιούμορ στο έργο του.
Γενικά λοιπόν ο Blomkamp διατηρεί αρκετά στοιχεία από ένα προσωπικό στιλ και εδώ το αποτέλεσμα είναι κάποιες στιγμές διασκεδαστικό και παρακολουθείται ευχάριστα, συνολικά όμως μου άρεσε λιγότερο από τις άλλες δουλειές του.

Παρασκευή, Μαρτίου 27, 2015

ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΣΤΟ "ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΦΟΙΝΙΚΑ"

Ο γερμανός σκηνοθέτης Christian Petzold συνεργάζεται εδώ και χρόνια (σχεδόν μόνιμα) με την ηθοποιό Nina Hoss. Το 2014 θα γυρίσει το "Τραγούδι του Φοίνικα" (Phoenix), με την πρωταγωνίστρια αυτή φυσικά, ένα στιβαρό, χιτσκοκικό δράμα που διαδραματίζεται στα ερείπια της Γερμανίας αμέσως μετά το τέλος του πολέμου.
Στο ερειπωμένο, βομβαρδισμένο Βερολίνο, μια εβραία που όλοι θεωρούν νεκρή επιστρέφει από στρατόπεδο συγκέντρωσης πληγωμένη στο πρόσωπο και έχοντας κληρονομήσει σεβαστή περιουσία. Μετά από πλαστικές επεμβάσεις, μη αναγνωρίσιμη πλέον από τους οικείους της, ερωτευμένη πάντοτε, αναζητά απεγνωσμένα τον άντρα της, παρά το ότι υπάρχουν υποψίες ότι αυτός την κατέδωσε. Όταν τον βρίσκει εκείνος δεν την αναγνωρίζει, προσπαθεί όμως να την πείσει να υποδυθεί τη νεκρή (όπως νομίζει) σύζυγό του για να καρπωθεί την περιουσία της. Έτσι ένα παιχνίδι πολλαπλών ταυτοτήτων και αποκρύψεων αρχίζει ανάμεσα στους δύο.
Νομίζω ότι πρόκειται για ένα πολύ δυνατό ψυχολογικό δράμα, από τις καλύτερες ταινίες του Petzold. Παράλληλα διαθέτει δυνατό σασπένς. Το παιχνίδι της γυναίκας - που - υποδύεται - τον εαυτό - της (και που ο άλλος θεωρεί νεκρή) θυμίζει βέβαια το περίφημο Vertigo του Χίτσκοκ. Συνειδητά νομίζω. Το θέμα αυτό άλλωστε επεξεργάζεται ο σκηνοθέτης, τοποθετώντας το όμως σε εντελώς διαφορετική βάση και τονίζοντας το ιστορικό background. Το κατεστραμμένο Βερολίνο, η καταρρέουσα τότε Γερμανία και η όλη (εξπρεσιονιστική κάποιες στιγμές, αν και όχι πάντα) ατμόσφαιρα θυμίζουν εικόνες από φιλμ όπως ο "Τρίτος Άνθρωπος" ή το "Berlin Express".
Φυσικά πέρα από τη χιτσκοκική προβληματική των πλαστών ταυτοτήτων και της απόκρυψης της αλήθειας, η ταινία εστιάζει και σε πολιτικά θέματα. Αυτό που θεωρώ σημαντικό είναι ότι το βάρος πέφτει όχι στην ευθύνη των ναζί για τη φρίκη του πολέμου και των στρατοπέδων (η οποία ούτως ή άλλως είναι προφανής και δεδομένη), αλλά στην ευθύνη των άλλων, του "σιωπηρού περίγυρου", της υπόλοιπης γερμανικής κοινωνίας και της ανοχής της στα όσα εφιαλτικά συνέβαιναν. Αυτή η υποκριτική στάση καυτηριάζεται ιδιαίτερα στο φιλμ, το οποίο κορυφώνεται στο πολύ δυνατό (όχι με την έννοια της δράσης) φινάλε.
Για όσους αρέσκονται στα δραματικά ψυχολογικά θρίλερ, το συνιστώ.

Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2015

STAR TREK: ΟΤΑΝ Ο ΚΑΝ ΟΡΓΙΣΤΗΚΕ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ

Το 1979 η θρυλική σειρά επιστημονικής φαντασίας Star Trek αρχιζει να μεταφέρεται στην οθόνη (πράγμα που συνεχίζεται μέχρι σήμερα). To 1982 λοιπόν, 3 χρόνια μετά την πρώτη ταινία, ο Nicholas Meyer γυρίζει το δεύτερο φιλμ της σειράς, το "Star Trek: The Wrath of Khan" (Η οργή του Καν), που για πολλούς φανς θεωρείται και το καλύτερο της πρώτης κινηματογραφικής εποχής των περιπετειών του διαστημοπλοίου Enterprise.
Ο κάπτεν Κερκ έχει προαχθεί σε ναύαρχο και ουσιαστικά έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση, από την κυβέρνηση του σκάφους δηλαδή, πράγμα που κατά βάθος δεν τον κάνει καθόλου ευτυχισμένο. Σε ένα εκπαιδευτικό ταξίδι όμως με το Enterprise πέφτει πάνω σε έναν παλιό εχθρό του, τον Καν, τον οποίο ο Κέρκ είχε εξορίσει πριν 15 χρόνια σε έναν απομονωμένο πλανήτη. Ο Καν, άτομο ανώτερης ευφυίας, ζει όλα αυτά τα χρόνια με μοναδικο σκοπό να εκδικηθεί, και φυσικά θα αρπάξει την ευκαιρία.
Σπουδή πάνω στο θέμα της εκδίκησης και της παράνοιας στην οποία αυτή μπορεί να οδηγήσει, το φιλμ βαθαίνει τους κλασικούς χαρακτήρες της σειράς (παίζουν όλοι, ανελλιπώς). Ο Κερκ, κάπως γερασμένος πλέον, είναι πια ένας μελαγχολικός, μοναχικός χαρακτήρας, που νοσταλγεί τη νιότη και τις παλιές περιπέτειες, ενώ ο Σποκ είναι βέβαια ο Σποκ, ο τέλεια λογικός και χωρίς συναισθήματα (;) τύπος. Ταυτόχρονα υπάρχει και προβληματισμός για θέματα όπως: Μπορεί κανείς να θυσιάσει ανθρώπους για να σωθούν περισσότεροι; Και αν ναι, θα έχει το κουράγιο να το κάνει; Και όλα καταλήγουν σε ένα συγκινητικό (!) τέλος, ύμνο μεταξύ άλλων στη φιλία, με τον SPOILER!!! SPOILER!!! θάνατο / θυσία του Σποκ, που έκανε την ταινία διάσημη στους φαν τουλάχιστον.
Κατά τα άλλα υπάρχει η παλιομοδίτικη αισθητική και τα "χειροποίητα" εφέ, κάποιες εύκολες λύσεις, οι μέτριες ηθοποιίες και το υπερβολικό παίξιμο (και η γελοία στολή) του Ρικάρντο Μονταλμπάν στο ρόλο του κακού Καν. Ίσως όμως αυτό ακριβώς το παλιομοδίτικο στοιχείο είναι που κάνει την ταινία να λειτουργεί νοσταλγικά.
Έχει πολύ ενδιαφέρον να συγκρίνουμε το φιλμ με το ριμέικ του 2013, με τον Καν και πάλι φυσικά. Εδώ θα δείτε όλη την εξέλιξη του περιπετειώδους και wanna be blockbuster Χόλιγουντ. Φυσικά τα εφέ και τα σκηνικά είναι απείρως καλύτερα, οι ηθοποιίες το ίδιο. Φτάνουν όμως αυτά; Μπορούν οι περισσότερες μάχες, η βιντεοκλιπάδικη non stop δράση, οι όλο και πιο εντυπωσιακές εκρήξεις, η πιο εφετζίδικη σκηνοθεσία, να κάνουν μια καλύτερη ταινία; Το φιλμ του Abrams δεν ήταν κακό. Ήταν όμως ένα ακόμα φασαριόζικο, καλογυαλισμένο και καταιγιστικό μπλογκμπάστερ, από αυτά που προσωπικά έχω μπουχτίσει όσο τίποτα. Δεν λέω ότι το παλιό φιλμ ήταν πολύ καλύτερο, αλλά αν έπρεπε να συγκρίνω, μάλλον θα το προτιμούσα. Τουλάχιστον, μέσα στο χειροποίητο και πιο πρόχειρο image του, δεν ήταν μία από τα ίδια.

Δευτέρα, Μαρτίου 23, 2015

ΟΙ ΙΛΙΓΓΙΩΔΕΙΣ ΔΑΙΔΑΛΟΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΤΟ "PREDESTINATION"

Υπάρχουν ταινίες οι οποίες, ακόμα κι αν δεν έχουν να πουν κάτι καινούριο σε καθαρά κινηματογραφικό \ σκηνοθετικό επίπεδο, σου μένουν βαθιά χαραγμένες στο μυαλό για σεναριακούς λόγους. Κάτι τέτοιο μου συνέβει με το "Predestination" του 2014 των γερμανών αδελφών Michael και Peter Spierig, οι οποίοι ζουν και δουλεύουν στην Αυστραλία. Πρόκειται λοιπόν για αυστραλέζικη παραγωγή, με τον Ίθαν Χοκ στο βασικό ρόλο.
Βασισμένη στο διήγημα του συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Ρόμπερτ Χένλάιν "All you Zombies", η ταινία αποτελεί μία από τις πιο ευφάνταστες, πολύπλοκες και εφευρετικές ιστορίες ταξιδιού στο χρόνο: Ένας άντρας μπαίνει μια νύχτα σ' ένα μπαρ και, όπως συχνά γίνεται με μοναχικούς ανθρώπους, ξεκινά μια κουβέντα με τον μπάρμαν και αρχίζει να αφηγείται την παράξενη  ιστορία της ζωής του. Θα παραλείψω την πρώτη ανατροπή, και θα συνεχίσω με το ότι σιγά - σιγά αποδεικνύεται ότι πρόκειται για έναν χρονοπράκτορα, ο οποίος, ανήκοντας σε μια μυστική υπηρεσία, ταξιδεύει στο χρόνο με διάφορες αποστολές. Δυστυχώς δεν μπορώ να αναφέρω τίποτα άλλο. Μετά από μια σειρά όλο και πιο πολύπλοκων αποκαλύψεων, το τέλος αφήνει τον θεατή κυριολεκτικά άναυδο.
Η παραγωγή είναι πολύ καλή. Το φιλμ βέβαια δεν εστιάζει στο θέαμα ούτε στη δράση. Ξεχάστε τα αυτά. Όλα είναι ένα λεπτεπίλεπτο παιχνίδι του μυαλού και βεβαίως απαιτείται η συγκέντρωση, η προσοχή και η σκέψη του θεατή. 'Ισως (ίσως λέω) φιλοσοφικά να εγείρει και κάποια ερωτήματα για το αν στην πραγματικότητα είμαστε ουσιαστικά μόνοι σ' αυτόν τον κόσμο, μόνοι με τον εαυτό μας, κι ας υπάρχουν τόσοι άλλοι άνθρωποι γύρω μας.
Αυτά τα λίγα (δεν μου επιτρέπονται άλλα). Θα σας προκαλούσα πάντως να δοκιμάσετε και να απολαύσετε το εκπληκτικό διανοητικό παιχνίδι που προσφέρει η ταινία.


Τρίτη, Μαρτίου 17, 2015

TOY STORY 2: ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΜΙΑΣ ΠΕΤΥΧΗΜΕΝΗΣ ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ

Ήταν η εποχή που η Pixar, εταιρία που ανανέωσε το σύγχρονο animation, είχε αρχίσει να συνεργάζεται με την "παραδοσιακή" Disney. To 1995 λοιπόν είχε φτιαχτεί το πολύ πρωτότυπο πρώτο "Toy Story" και το 1999 γίνεται το δεύτερο μέρος του, το "Toy Story 2", από τον John Lasseter (σε συνεργασία με τους Ash Brannon και Lee Unkrich).
Τα παιχνίδια της πρώτης ταινίας, που ανήκουν στον μικρό Άντι, μένουν μόνα καθώς ο τελευταίος φεύγει για κατασκήνωση. Τότε ένας φιλάργυρος συλλέκτης παιχνιδιών κλέβει τον κάουμποι Γούντι, αφού το παιχνίδι αυτό αποτελεί σπάνια αντίκα και είναι περιζήτητο σε συλλέκτες. Ο "διαστημικός ήρωας" Μπαζ και άλλα παιχνίδια αναλαμβάνουν την ριψοκίνδυνη αποστολή να τον σώσουν, πριν αυτός πουληθεί στην Ιαπωνία.
Ακούγεται παιδικό. Πιστέψτε με όμως, η επινοητικότητα της εταιρίας, στη δημιουργικότερη φάση της, κάνει το animation αυτό κατάλληλο για όλες τις ηλικίες. Οι γρήγοροι ρυθμοί, οι καταστάσεις που κόβουν την ανάσα, το άψογο timing, λειτουργούν στην εντέλεια κρατώντας (και) τον ενήλικο θεατή. Παράλληλα το κλείσιμο του ματιού (όντως υπαρκτά παιχνίδια με τα οποία πολλοί έπαιζαν στην παιδική τους ηλικία) δημιουργούν ένα παράξενα νοσταλγικό κλίμα. Αλλά υπάρχει και η συγκίνηση, που κυρίως πηγάζει από τη σχέση των παιχνιδιών με τον μικρό ιδιοκτήτη τους και η γνώση ότι αυτή κάποια στιγμή θα φτάσει σε ένα τέλος (όταν εκείνος θα ενηλικιωθεί προφανώς), που δίνει μια άλλη διάσταση και μοιάζει με ένα φιλοσοφικό στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη ζωή (όλοι βέβαια γνωρίζουμε ότι κι αυτή έχει ένα τέλος). Έτσι χιούμορ, δράση, συγκίνηση - και η καταδίκη του στυγνού και ψυχρού εμπορίου σε σχέση με την συναισθηματική απόλαυση - δένουν νομίζω πολύ αρμονικά.
Ξέρετε ότι συνήθως απεχθάνομαι τις "συνέχειες", τα Νο 2, 3 κλπ. Η τριλογία του Toy Story αποτελεί για μένα μια από τις σπάνιες εξαιρέσεις, καθώς και τα τρία μέρη της ότι είναι πολύ καλά για μικρούς και μεγάλους (πιστεύω μάλιστα ότι το τελευταίο ήταν πιθανόν το καλύτερο). Ευτυχής εξαίρεση που, βέβαια, επιβεβαιώνει τον κανόνα...

Δευτέρα, Μαρτίου 16, 2015

ΟΤΑΝ "ΚΛΕΦΤΕΣ ΚΙ ΑΣΤΥΝΟΜΟΙ" ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΕΝΑ!

Οι βρετανικές κωμωδίες των 50ς και 60ς (συνήθως ασπρόμαυρες) αποτέλεσαν ολόκληρη σχολή για το είδος της κωμωδίας. Αστυνομικές κυρίως, συχνά με μαύρο χιούμορ, παρωδούσαν τις σοβαρές ιστοριες με ληστείες, κλοπές και κάθε λογής εγκλήματα.
Το "The Wrong Arm of the Law" ("Κλέφτες κι Αστυνόμοι" στην Ελλάδα) του 1962 γυρίστηκε απο τον Cliff Owen (1919-1994), έναν περισσότερο τηλεοπτικό σκηνοθέτη, ο οποίος ωστόσο είχε κάνει και αρκετό σινεμά, και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Βασίζεται σε μια έξυπνη ιδέα και, βέβαια, με το κωμικό, παρωδιακό του στιλ, βρίσκεται μακριά από τον τρόπο που τα πράγματα συμβαίνουν στον "αληθινό κόσμο". Μια συμμορία κακοποιών ντύνεται με ρούχα αστυνομικών και ληστεύει... άλλες συμμορίες οι οποίες μολις έχουν κάνει κάποια ληστεία. Προσποιούνται ότι τους έχουν στήσει ενέδρα για να τους συλλάβουν, αυτό που κάνουν όμως είναι να τους αρπάζουν τη λεία. Όταν το πράγμα φτάνει στο απροχώρητο, οι "κανονικές" συμμορίες όχι μόνο συμμαχούν μεταξύ τους για να εντοπίσουν τους θρασείς δράστες και να καταλάβουν πώς οι τελευταίοι παίρνουν τις πληροφορίες τους, αλλά συμμαχούν και με την ίδια την αστυνομία, αφού η νέα συμμορία "χαλάει την πιάτσα" και το καθιερωμένο status quo.
Με έναν απολαυστικό Πίτερ Σέλερς στο ρόλο του μόδιστρου - αλλά - στην - πραγματικότητα - εγκληματικού - εγκέφαλου και έναν ίσως ακόμα απολαυστικότερο Λάιονελ Τζέφρις ως επιθεωρητή, η ταινία εστιάζει το χιούμορ της στην ηλιθιότητα (σε πολλά επίπεδα) των αστυνομικών και στην εξώφθαλμη ανικανότητά τους - δίχως στο τέλος να παραλείπει και το θέμα της δωροδοκίας τους. Όσο προχωρά το φιλμ η δράση γίνεται όλο και πιο ξέφρενη (για τα μέτρα της εποχής βεβαίως, που πολύ απέχουν από τους καταιγιστικούς και βιντεοκλιπώδεις ρυθμούς του σύγχρονου Χόλιγουντ). Όσο για το εξωπραγματικό στοιχείο που λέγαμε στην αρχή... τι να πρωτοπεί κανείς; Τις σχεδόν φιλικές σχέσεις αστυνομικών και (κανονικών) κακοποιών, οι οποίοι γνωρίζονται από παλιά και πάντοτε παίζουν το παιχνίδι γάτας και ποντικού; Την απίστευτη - και δημοκρατικότατη - συνέλευση των συμμοριών για να συντονίσουν τη δράση τους; Ή μήπως το αστείο τέλος σε... εξωτικό νησί;
Ίσως το φιλμ να κάνει κάποια κοιλιά προς το μέσον (ο Όουεν δεν είναι και κανένας μεγάλος σκηνοθέτης άλλωστε) . Ίσως επίσης πολλοί, συνηθισμένοι στους σύγχρονους ρυθμούς που λέγαμε, να το βρουν κάπως αργό. Αποτελεί πάντως δείγμα ενός ξεχωριστού είδους που φέρει τη σφραγίδα της βρετανικής φινέτσας - και κάνει και την έμμεση, χαμηλότονη κριτική του στην αστυνομία - και, περισσότερο από τις φιλμικές του αρετές καθ' εαυτές βασίζεται στην εξυπνη βασική ιδέα. Αν δεν φοβάστε το παλιό ίσως το απολαύσετε. Α, και θα δείτε τον Σέλερς να χρησιμοποιεί την αμίμητη γαλική προφορά του πριν ακόμα γίνει "επιθεωρητής Κλουζό".