Πέμπτη, Μαρτίου 11, 2010

Η ΑΛΙΚΗ ΩΣ ΑΙΩΝΙΟ ΤΡΙΠ


Φυσικά και είναι η πιο ταιριαστή επιλογή να σκηνοθετήσει εν έτει 2010 την κλασική "Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων" ο μεγαλύτερος μάλλον παραμυθάς της εποχής μας, ο Tim Burton. Και το αποτέλεσμα είναι τόσο θεαματικό όσο περιμέναμε. Ο Burton δίνει μια σειρά από τριπαριστές εικόνες και ενοποιεί τις δύο Αλίκες ("...στη Χώρα των Θαυμάτων" και "Μέσα από τον Καθρέφτη...) σε μία ιστορία, μεταφέροντάς την μάλιστα κάμποσα χρόνια μετά, ώστε να δικαιολογήσει μια 20χρονη περίπου Αλίκη και όχι το μικρό κοριτσάκι που ξέρουμε από το κλασικό βιβλίο.
Οι σεναριακές αλλαγές και "ελευθερίες" πάντως δεν με ενόχλησαν. Ήταν ίσως δικαιολογημένες, αφού στην ουσία τα πρωτότυπα δύο βιβλία δεν έχουν αυτό που λέμε "αρχή, μέση και τέλος", αλλά αποτελούνται από μια σειρά από σουρεαλιστικά, παράλογα επεισόδια. Οπότε κανένα πρόβλημα, για μένα τουλάχιστον, από τις σεναριακές αλλαγές. Ωστόσο, ενώ παρακολούθησα το φιλμ με ενδιαφέρον, βούτηξα αρκετά στην οπτική του μαγεία και δεν μπορώ να πω ότι κουράστηκα, στο τέλος έμεινα με ένα είδος ανικανοποίητου ή, αν θέλετε, κάποιου μπουχτίσματος. Και σκέφτηκα ότι αυτή εδώ η Αλίκη δεν είναι μια από τις καλύτερες δουλειές του Μπάρτον, ενός δημιουργού του οποίου μου αρέσουν πολύ οι περισσότερες ταινίες.
Το κακό είναι ότι δεν μπορώ να εντοπίσω τι ακριβώς φταίει. Ίσως, τελικά, υπεύθυνη να είναι η Disney, γνωστή ξενέρωτη εταιρία, για την οποία δούλεψε αυτή τη φορά ο Μπάρτον. Ίσως λοιπόν αυτό που έλειπε να είναι το γνωστό σκοτεινό στοιχείο, που υπάρχει σε όλες σχεδόν τις δουλειές του, όσο θεαματικές και παραμυθένιες και νά' ναι. Ίσως αυτή τη φορά να είχε διαρκώς στο μυαλό του ότι πρέπει να ικανοποιήσει και παιδιά, στα οποία πρωτίστως απευθύνονται οι παραγωγές της εταιρίας. Ίσως όμως, τώρα πλέον που στο σινεμά όλα (κυριολεκτικά) γίνονται, να έχουμε κουραστεί από το overdose υπερθέαμα και να ψάχνουμε πια για κάτι ουσιαστικότερο. Από αυτή την άποψη, πιθανόν να ήταν άστοχη η επιλογή μιας ελάχιστα σκοτεινής Αλίκης, που κυρίως στοχεύει στο θέαμα, σε μια εποχή βομβαρδισμού από νέες τεχνολογίες και εικόνες που σε κάνουν να αναφωνείς κάθε τρεις και λίγο "μα αυτό δεν γίνεται!"
Δεν σας αποτρέπω να δείτε την ταινία. Και μπαρτονική είναι σε αρκετά σημεία στην εικόνα της, και ευχάριστα την είδα και έχει κάποιο νόημα όσον αφορά τη σταδιακή συνειδητοποίηση της Αλίκης, την αποδοχή του εαυτού της και της διαφορετικότητάς της από τον μέσο όρο των κοριτσιών της εποχής και την τελική της επανάσταση ενάντια στις ασφυκτικές και καταπιεστικές δομές της βικτωριανής κοινωνίας. Απλά λέω ότι δεν τη θεωρώ πολύ καλή για Μπάρτον.
ΥΓ: Αυτή τη φορά βρήκα το 3-D μάλλον αδιάφορο. Δεν νομίζω ότι πρόσθετε κάτι ουσιαστικό στην εικόνα. Απλώς συνέβαλλε σε λίγο ακόμα εντυπωσιασμό.

Τετάρτη, Μαρτίου 10, 2010

ΟΙ "STRIGOI" ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΜΠΑΧΑΛΟ


Strigoi λέγονται οι βρικόλακες στη Ρουμανία. "Strigoi" είναι και ο τίτλος του φιλμ του 2008 της Faye Jackson που είναι γυρισμένο εκεί και, εκτός της ίδιας που είναι αγγλίδα, όλοι, μα όλοι οι συντελεστές του είναι ρουμάνοι.
Το "Strigoi" είναι ταινία τρόμου, κωμωδία, ρεαλιστικό φιλμ που καταγράφει τη μίζερη ζωή στη σύγχρονη ρουμάνικη επαρχία, μελέτη του ντόπιου φολκλόρ που αφορά τους νεκροζώντανους και πολλά άλλα. Πάνω απ' όλα όμως νομίζω ότι είναι μια πολιτική ταινία. Γυρισμένο αποκλειστικά σε ένα μικρό ρουμάνικο χωριό (δίχως ιδιαίτερη γραφικότητα σημειωτέον), ξεκινά από την εκτέλεση και την επί τόπου ταφή του ζεύγους των "προυχόντων", των ισχυρών του χωριού, από τους χωρικούς, που παραπέμπει κατευθείαν στην εκτέλεση του ζεύγους Τσαουσέσκου μετά την πτώση του κομουνισμού. Το ζεύγος της ταινίας είναι κι αυτοί κομουνιστές, πλην όμως έχουν συμπεριφερθεί σαν κοτζαμπάσηδες, "πίνοντας το αίμα" του λαού. Από εκεί και πέρα αρχίζει μια παλαβή ιστορία, καθώς ένας νεαρός ντόπιος επιστρέφει στο χωριό μετά από αποτυχημένες σπουδές ιατρικής στην Ιταλία και προσπαθεί να λύσει διάφορα μυστήρια που συμβαίνουν, βαθμιαία όμως εμπλέκεται όλο και πιο πολύ στην μπερδεμένη κατάσταση.
Μην περιμένετε μια νορμάλ ταινία με σαφείς εξηγήσεις. Εδώ όλα είναι μετέωρα. Δεν ξέρουμε καν ποιοι είναι Strigoi και ποιοι όχι, ούτε είναι πολύ ξεκάθαρα τα σημάδια βρικολακισμού. Όλοι είναι μπερδεμένοι σε ένα κουβάρι βαμπιρισμού, κυρίως όμως διαφθοράς. Και ταυτόχρονα, είναι και "έξω καρδιά", καθώς ανάμεσα σε μικροκομπίνες, φόνους, φόβο και ταφές και αναστάσεις, γλεντούν μέχρι τελικής πτώσης. Το χιούμορ βρίσκεται παντού, μερικές από τις φάσεις είναι ξεκαρδιστικές κι άλλες τρομακτικές, στα όρια του σπλάτερ. Οι βρικόλακες δεν είναι όπως αυτοί που ξέρουμε από τη σχετική πλούσια φιλμογραφία. Αντίθετα, σύμφωνα με τους ντόπιους θρύλους, γυρίζουν τη νύχτα στα σπίτα των χωρικών για να... φάνε τον αγλέωρα, καταβροχθίζοντας ό,τι βρίσκουν στο σπίτι. Όταν τελειώσει το φαί... ε, τότε μπορεί να ξεγελάσουν την θηριώδη πείνα τους με τον ιδιοκτήτη...
Το όλο κλίμα, πλημμυρισμένο από φολκλόρ ρουμάνικη μουσική και ρομάνους ηθοποιούς που μιλούν αγγλικά με έντονη ρουμανικη προφορά (!), θυμίζει πάνω απ' όλα ταινία του Κουστουρίτσα με βρικόλακες. Οι χαρακτήρες είναι σπαρταριστοί: Ο απίστευτος παπούς, ο μπάτσος που ονειρεύεται να φτιάξει χασισοφυτεία, ο παπάς που κλέβει και πολλοί άλλοι, είναι μέρη ενός ανεκδιήγητου βαλκανικού τσίρκου, που και σε μας θυμίζει πολλά (στο πιο μίζερο κάπως). Είπα στην αρχή ότι τη θεωρώ κυρίως πολιτική ταινία. Νομίζω ότι όλο αυτό το μπάχαλο σχετικά με τους βρικόλακες, τις δοξασίες γι' αυτούς και τη δυσειδαιμονία των χωρικών και το κλίμα διαφθοράς που επικρατεί παντού, και στο παλιό καθεστώς και τώρα δίχως την παραμικρή αλλαγή (σημειωτέον ότι το ζεύγος των πλουσίων, και μετά το φόνο τους, εξακολουθεί ανενόχλητο να λυμαίνεται το χωριό), παραπέμπει στο πολιτικό κλίμα της χώρας, και όχι μόνο αυτής. Και δείχνει με έξυπνο τρόπο ότι δεν αρκεί το να κόψεις λίγα κεφάλια παραδειγματικά. Αν η διαφθορά, η σήψη, είναι ριζωμένα στον ίδιο το λαό, όσα καθεστώτα και να αλλάξεις η κατάσταση θα μένει ουσιαστικά ίδια: Πάντα κάποιοι μεγάλοι θα πλουτίζουν εις βάρος των άλλων και ο κόσμος θα προσπαθεί να επιβιώσει με μικροκομπίνες. Και, επειδή είναι Βαλκάνια, θα γλεντά και θα διασκεδάζει και, ποιος ξέρει, ίσως και να είναι ευτυχής μεσ' τη μιζέρια του.
Πολυεπίπεδο φιλμ, που με διασκέδασε και με ενόχλησε ταυτόχρονα με τις ρεαλιστικές, ωμές και χωρίς φτιασίδια εικόνες του, ίσως να ήθελε λίγο κόψιμο γιατί κάπου "ξεχείλωνε" κάπως, συνολικά όμως θα μου μείνει για καιρό στη μνήμη. Και σίγουρα δεν μοιάζει καθόλου με καμιά (λουστραρισμένη) ταινία με βρικόλακες που έχετε δει!

Δευτέρα, Μαρτίου 08, 2010

ΑΓΑΠΩΝΤΑΣ ΤΗ ΛΟΡΝΑ... ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ


Το Lovelorn του 2009 είναι μια βρετανική ταινία της πρωτοεμφανιζόμενης Becky Preston. Μπράβο της, κατάφερε να κάνει μεγάλου μήκους φιλμ μόλις στα 20κάτι της, αλλά πολύ φοβάμαι ότι αυτό είναι και το μόνο της ελαφρυντικό.
Το έντονα μεταφυσικό και ρομαντικό αυτό φιλμ αφηγείται την αγάπη για τη Λόρνα που τρέφουν ο φίλος της (ερωτευμένος μαζί της φυσικά) και ο αδελφός της (άλλου είδους, αδελφική αγάπη αυτή). Μόνο που η Λόρνα, μετά από ένα δυστύχημα, στο οποίο σκοτώθηκε ο προαναφερθείς φίλος της, βρίσκεται σε κώμα και στα πρόθυρα του θανάτου. Από εκεί και πέρα αρχίζει ένα μεταφυσικό μπάχαλο με άλλους κόσμους, στους οποίους περιπλανιέται ο νεκρός φίλος της, η ίδια που ψάχνει να τον βρει και ο αδελφός της που πασχίζει να τη ξαναφέρει στη ζωή. Γκεστ σταρ ο Χάρος ως βαρκάρης, ο Θάνατος ως τζέντλεμαν που του αρέσουν τα παιχνίδια, μια από χρόνια νεκρή που κάθεται μόνιμα σε μια όχθη γιατί δεν μπορεί να περάσει απέναντι, ένας θηλυκός σκανταλιάρης άγγελος και άλλα τινά όντα, ζωντανά, νεκρά ή ντεμί.
Στον αχταρμά μπερδεύονται πολλά στοιχεία από την ελληνική μυθολογία, όπως ο βαρκάρης Χάρος που σε περνά απέναντι μόνο αν πληρωθεί (αλλά κατά βάθος είναι καλός και βοηθά κιόλας την καημένη τη Λόρνα), ο μύθος του Ορφέα και ης Ευριδίκης (αλλά μεταξύ αδελφών) και άλλα, χριστιανικής μυθολογίας (αναφορές για παράδεισο και κόλαση, ο άγγελος, έστω και όχι όπως τον ξέρουμε) και διάφορα άλλα στοιχεία. Φυσικά όλα αυτά - με την αγάπη πάνω απ' όλα, αλλοίμονο τώρα - μπλέκονται σε ένα κουβάρι, όλοι μπαινοβγαίνουν με διάφορους τρόπους στους μεταξύ ζωής και θανάτου κόσμους και, εν πάσει περιπτώσει, είχα βαρεθεί πολύ στο πρώτο κιόλας τέταρτο.
Ίσως να αρέσει σε μερικές πολύ ρομαντικές ψυχές, ίσως να υπάρχει και το ελαφρυντικό της μικρής, τρυφερής ηλικίας της σκηνοθέτιδας (και, αυτό είναι πιο σοβαρό, μιας προσωπικής κακής εμπειρίας, όπως έμαθα), αλλά δυστυχώς όλα αυτά δεν φτάνουν να κάνουν μια καλή ταινία. Κάθε άλλο. Η οποία ταινία, εκτός του μπερδέρματος που ακροθιγώς περιέγραψα, διαθέτει και έναν αφόρητο ρομαντισμό (ξενέρωτο θα τον χαρακτήριζα εγώ). Κατά την προσωπική μου γνώμη πάντοτε.

Σάββατο, Μαρτίου 06, 2010

ΟΙ ΟΘΟΝΕΣ ΣΒΗΝΟΥΝ... ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΚΟΙΜΟΜΑΣΤΕ


Το "Adas" (προσωρινός ελληνικός τίτλος "Σβηστές οθόνες") είναι μια ουγγρική ταινία του 2009 του Roland Vranik. Ξεκινά από μια ιδέα που βρίσκεται κοντά στην επιστημονική φαντασία: Σε μια παραθαλάσια ουγγρική πόλη κάθε μορφή τηλεπικοινωνίας έχει μυστηριωδώς εξαφανιστεί. Δεν λειτουργούν τηλεοράσεις, υπολογιστές, τηλέφωνα, ηλεκτρικό δεν υπάρχει παρά μόνο από μπαταρίες που φορτίζουν οι ίδιοι οι κάτοικοι. Η πόλη σιγά - σιγά παρακμάζει, πολλοί κάτοικοι την εγκαταλείπουν, άλλοι μένουν και ανακαλύπτουν άλλους τρόπους ζωής. Στη συνέχεια όμως το φιλμ επικεντρώνεται στις προσωπικές ζωές τριών αδελφών (ο ένας παντρεμένος, οι άλλοι όχι), το αρχικό εύρημα παραμένει απλώς σαν φόντο, ένας κατά λάθος φόνος περιπλέκει τα πράγματα, όλα όμως κυλούν αργά, νωχελικά, σαν τις ζωές των παραιτημένων ουσιαστικά από τη ζωή κατοίκων και, πολύ φοβάμαι, η βαρεμάρα είναι μεταδοτική.
Ομολογώ ότι δεν κατάλαβα πού το πήγαινε ή τι ήθελε να πει ο σκηνοθέτης. Δεν κατάλαβα γιατί και πώς από τη γενική κατάσταση επικεντρώνεται βαθμιαία στις προσωπικές περιπτώσεις των 3 αδελφών. Ο ένας αδελφός πάσχει από αϋπνία και κάποια άλλη αρρώστεια που δεν κατονομάζεται, ο άλλος σκοτώνει κατά λάθος τη γυναίκα του, ο τρίτος τα φτιάχνει με μια κοπέλα, οι μικρές κόρες του δεύτερου εξαφανίζονται χωρίς πολλές πολλές εξηγήσεις, και όλα αυτά μαζί μου φάνηκαν μάλλον ένας μικρός αχταρμάς που, επιπλέον, ήταν και αργός. Κάποιες στιγμές μάλιστα μου θύμιζε νέο ελληνικό σινεμά στις βαρετές του στιγμές. Οι εικόνες της εγκατάλειψης (αλλά όχι απόλυτης), των σχεδόν έρημων προαστείων, των νωχελικών και ουσιαστικά άδειων ζωών των κατοίκων που απομένουν είχαν κάποιο ενδιαφέρον, συνολικά όμως...
Ίσως ο Vranik να θέλει να πει ότι η τεχνολογία έχει γίνει η ουσία της ύπαρξής μας και δίχως αυτήν οι ζωές μας είναι άδειες. Ίσως να θέλει να καταγγείλει το γεγονός αυτό. Το πρόβλημα είναι ότι το βρήκα βαρύ και τουλάχιστον εμένα με κούρασε και... έμεινα σ' όλα αυτά τα ίσως. Αν θέλει να πει αυτό (την τεχνολογία ως ουσία πλέον της ύπαρξής μας, που δίχως αυτήν τα πάντα καταρέουν, όχι μόνο εξωτερικά άλλά και μέσα μας) είναι πολύ ενδιαφέρον. Δεν νομίζω όμως ότι το λέει με καλό και εμπνευσμένο τρόπο.

Παρασκευή, Μαρτίου 05, 2010

CRYPTIC: ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ ΜΕ... ΚΙΝΗΤΑ


Το Cryptic (2009) των Danny Kuchuck και John Weiner είναι μια αμερικάνικη, low budget και παντελώς ανεξάρτητη ταινία επιστημονικής φαντασίας, μια ακόμα παραλλαγή πάνω στο θέμα του ταξιδιού στο χρόνο.
Μια 16χρονη κοπέλα που, όταν ήταν μικρή, έχασε τη μητέρα της από ηλεκτροπληξία, βρίσκει το παλιό της κινητό τηλέφωνο και, άθελά της, καλεί τον 8χρονο εαυτό της, που βρίσκεται φυσικά πίσω, στο παρελθόν. Όταν λοιπόν συνειδητοποιεί τι γίνεται, προσπαθεί να αλλάξει το παρελθόν της με σκοπό να βελτιώσει το δυστυχισμένο της παρόν, με μια σειρά από απροσδόκητα αποτελέσματα.
Πρόκειται για μια από τις ταινίες εκείνες που βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά στο σενάριο. Το οποίο είναι έξυπνο, αρκετά πρωτότυπο πάνω σε ένα χιλιοχρησιμοποιημένο θέμα (αυτό του χρονοταξιδιού), κατάφερε να με κρατήσει σε αγωνία καθώς διαφορετικές παραλλαγές του παρόντος ξετυλίγονται μπροστά μας, δεν έχει λογικά λάθη και διαθέτει και έξυπνο, λυτρωτικό τέλος. Αυτό που εντυπωσιάζει είναι το απίστευτα low budget του φιλμ. Πρέπει να ξοδεύτηκαν πραγματικά ελάχιστα χρήματα για να γυριστεί. Για να μη σας πω ότι μπορεί και να γυρίστηκε από μια παρέα. Συνηθισμένοι, καθημερινοί χώροι, το ίδιο καθημερινοί ήρωες, καθόλου εφφέ, μέτριες ηθοποιίες, όλα, μα όλα, βασίζονται στην ιστορία. Κι έτσι, με το τίποτα, δημιουργείται μια ταινία που κινείται στο χώρο του φανταστικού, η οποία καταφέρνει να κρατήσει, νομίζω, τον θεατή και να μείνει στη μνήμη του. Αποτελεί έτσι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τι μπορεί να πετύχει μια καλή ιδέα, ακόμα κι αν δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου χρήματα.
Και, φυσικά, αποτελεί και ένα καλό παράδειγμα για την ελληνική πραγματικότητα. "Greco" γυρίζουμε ελάχιστους και "Avatar" δεν πρόκειται να γυρίσουμε ποτέ. Σε καμιά περίπτωση όμως αυτά τα ντεζαβαντάζ δεν σημαίνουν ότι δεν μπορούν να γίνουν συμπαθητικές, μικρές ταινίες σαν κι αυτή...

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΑΙΝΙΩΝ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ ΤΗΣ ΑΛΕΦ ΣΤΟ "ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟ": SFF-RATED

Tο φανταστικό σινεμά γιορτάζει: Από τις 4 ως τις 10 Μαρτίου, στον γνωστό "Μικρόκοσμο" της Συγγρού (απέναντι στο Φιξ) διοργανώνεται από την Αθηναϊκή Λέσχη Επιστημονικής Φαντασίας (ΑΛΕΦ) το 4ο αισίως SFF-Rated, τουτέστιν Φεστιβάλ Φανταστικού Κινηματογράφου.
12 ταινίες μεγάλου μήκους και 65 μικρού θα παρελάσουν από την οθόνη. Είναι όλες πρόσφατης παραγωγής, καμιά τους δεν έχει παιχτεί στην Ελλάδα (εκτός από 2-3 παλιότερες ελληνικές) και, κατά πάσα πιθανότητα, ούτε πρόκειται να παιχτούν. Ανάμεσά τους αρκετά δυσεύρετα διαμάντια (δυσεύρετα όχι πιθανόν επειδή είναι σπάνια, αλλά επειδή είναι πολύ δύσκολο να τα ανιχνεύσεις μέσα στο χάος της παγκόσμιας παραγωγής, καθώς οι ταινίες προέρχονται από 12 χώρες).
Οι προβολές αρχίζουν κάθε μέρα στις 17.30 (πεντέμιση δηλαδή) και τα ΠΠΣΚ υπάρχουν και μεταμεσονύχτιες, το δε εισητήριο είναι μόλις 7,30 ευρώ κάθε μέρα, για όλα τα φιλμ της ημέρας!
Το πρόγραμμα θα το βρείτε αναλυτικά στο τελευταίο "9" της Ελευθεροτυπίας (το οποίο συμμετέχει στη διοργάνωση) και στο site http://sffrated.wordpress.com/

Όσοι πιστοί προσέλθετε. Εμείς θα είμαστε εκεί.

Τετάρτη, Μαρτίου 03, 2010

ΜΟΝΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ


Ο Tom Ford έμαθα μόλις ότι είναι διάσημος σχεδιαστής μόδας (είμαι παντελώς άσχετος με τον χώρο). Το "A Single Man" (Ένας Άνδρας Μόνος, 2009), είναι η πρώτη του ταινία, που βασίζεται σε μυθιστόρημα του Κρίστοφερ Άσεργουντ, που είναι από τα πρώτα και σημαντικότερα (όπως επίσης διάβασα) κείμενα της γκέι λογοτεχνίας. Δεν έχω ιδέα για τη σχεδιαστική δουλειά του Ford, η ταινία πάντως είναι σίγουρα ένα αξιοπρόσεχτο ντεμπούτο.
Ο επί 16 χρόνια εραστής του καθηγητή σε πανεπιστήμιο ήρωα έχει σκοτωθεί σε δυστύχημα κι εκείνος δεν έχει συνέλθει μετά από 8 μήνες. Εμείς παρακολουθούμε από το πρωί ως τη νύχτα αυτή που σκοπεύει να είναι η τελευταία μέρα της ζωής του, αφού σχεδιάζει να αυτοκτονήσει. Αν και η ζωή τα φέρνει κάπως αλλιώς...
Μη περιμένετε κάποια πολύπλοκη ιστορία ή οποιοδήποτε ίχνος σασπένς. Το φιλμ φτιάχνει με τρυφερότητα και αγάπη το πορτρέτο του ήρωα, οι ώρες της τελευταίας μέρας δείχνονται με χαρακτηριστικούς τρόπους καθώς κυλάνε, τα περιστατικά μπερδεύονται με αναμνήσεις από στιγμές - ευτυχισμένες κυρίως - που έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Οι ατάκες είναι συχνά πνευματώδεις, η εποχή (η ιστορία συμβαίνει το 1962) ζωντανεύει με πολύ καλό τρόπο, το κοινωνικό και πολιτικό κλίμα (η κρίση της Κούβας, οι φόβοι πυρηνικού ολοκαυτώματος κλπ.) αναμειγνύονται με το προσωπικό δράμα του ήρωα, το θέμα της ομοφυλοφιλίας σχολιάζεται τολμηρά και ανοιχτά, η αισθητική είναι υψηλή.
Αυτή ακριβώς η αισθητική είναι που εντυπωσιάζει κυρίως στο φιλμ. Ιδιαίτερο χρώμα, συχνά σε σέπια τόνους, που άλλοτε γίνεται σχεδόν ασπρόμαυρο, ρευστή σκηνοθεσία που περνά άνετα και έξυπνα από το παρόν στο παρελθόν και αντίστροφα, χαλαροί ρυθμοί, όμορφες μουσικές, εξαιρετικά προσεγμένο ντιζάιν και μελαγχολική ατμόσφαιρα, όλα συμβάλλουν στη δημιουργία ενός πολύ ιδιαίτερου στιλ, που όπως είπα είναι και το βασικό χαρακτηριστικό της ταινίας. Αν σ' αυτά προσθέσετε και την εξαιρετική ερμηνεία του Κόλιν Φερθ, έχετε ένα αισθητικό κόσμημα, που ίσως να κουράσει όσους ζητούν έντονους ρυθμούς, αλλά σίγουρα είναι αρκετά αξιόλογο. Γενικά το βρήκα ενδιαφέρον σαν πρώτο φιλμ - αν και, προειδοποιώ, μπορεί να ψυχοπλακώσει αρκετούς.
Δεν ξέρω αν ο Φορντ θα συνεχίσει στο σινεμά, η πρώτη του προσπάθεια πάντως, δίχως να με κάνει να "παραμιλήσω", είναι σίγουρα αξιοπρόσεχτη. Αν και όχι για όλους.

Τρίτη, Μαρτίου 02, 2010

ΜΟΝΟΣ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΩΝ


Αναμφισβήτητα ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή σκηνοθέτες ο Martin Scorsese, καταπιάνεται για δεύτερη φορά (μετά το "Ακρωτήρι του Φόβου") με το θρίλερ που αγγίζει τα όρια της ταινίας τρόμου. Αυτή τη φορά με μεγαλύτερη, κατά τη γνώμη μου, επιτυχία. Το "Shutter Island" ("Το Νησί των Καταραμένων" (2010) στα ελληνικά) είναι για μένα μια από τις καλύτερες φετινές ταινίες και ένα από τα καλύτερα θρίλερ των τελευταίων χρόνων.
Απόλυτα κλειστοφοβικό (διαδραματίζεται σε μικρό νησί, το οποίο μάλιστα λόγω καταιγίδας έχει αποκοπεί από τον υπόλοιπο κόσμο), υποβλητικό, με μουντά χρώματα, διαρκώς συννεφιασμένους, βαριούς ουρανούς και ακόμα πιο τρομακτικούς εσωτερικούς χώρους, κατάφερε να με αιχμαλωτίσει από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό. Κι όχι μόνο αυτό: Η ένταση διαρκώς ανεβαίνει, ο ήρωας νοιώθει να παγιδεύεται κάθε στιγμή που περνά, νοιώθει τον κλοιό να σφίγγει γύρω του - και μαζί μ' αυτόν κι ο θεατής - και από κυνηγός να μετατρέπεται βαθμιαία σε θήραμα. Κι έπειτα έρχεται το απροσδόκητο φινάλε και ανατρέπει τα πάντα. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία...
Ταυτόχρονα ο Σκορσέζε παίζει με συλλογικούς φόβους και νευρώσεις, καταφέρνοντας να δέσει αριστοτεχνικά τους ναζί με την αμερικάνικη αντικομουνιστική υστερία του '50 (το φιλμ διαδραματίζεται το 1954) και να πετύχει την απόλυτη αντιστροφή του αμερικάνικου ονείρου (η όμορφη οικογένεια στο ειδυλλιακό σπίτι) και τη μετατροπή του σε εφιάλτη. Η ψυχοπαθολογία έχει εδώ το πρώτο χέρι (το φιλμ διαδραματίζεται σε άσυλο ψυχικά ανιάτων που βρίσκεται στο νησί), οι θεωρίες συνωμοσίας (στην πρώτη τους μορφή της δεκαετίας του 50) ως έμμονος φόβος μεγάλης μερίδας του πληθυσμού επίσης. Τα πολιτικά και ηθικά διλήμματα δίνουν κι αυτά το παρόν ("είναι καλύτερα να ζεις σαν κτήνος ή να πεθαίνεις σαν καλός άνθρωπος;"), καθώς και ο προβληματισμός πάνω στην εγγενή βία που (πιθανόν) ενυπάρχει στον άνθρωπο.
Σκοτεινό, αγχώδες, άψογα γυρισμένο, νομίζω ότι είναι ένα από τα καλύτερα φιλμ του Σκορσέζε των αρκετών τελευταίων χρόνων.
ΥΓ και spoiler: Όσοι παρακολουθούν αυτό το blog ξέρουν καλά ότι δεν περαυτολογώ, αυτή τη φορά όμως, πολύ σύντομα άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με όσα διαδραματίζονταν. Υπάρχουν μια σειρά από μικρές, ανεπαίσθητες λεπτομέρειες και κάτι αλλόκοτο στην όλη ατμόσφαιρα που συντελούν σ' αυτό. Δεν θα συζητήσω τώρα τις λεπτομέρειες αυτές, δεν είναι του παρόντος, και δεν το λέω ούτε αυτή τη φορά για να περιαυτολογήσω. Αντίθετα, πιστεύω ότι όλη αυτή η αριστοτεχνική κατασκευή και οι ελάχιστες, πανέξυπνες νύξεις, αποδεικνύουν με ένα διαφορετικό τρόπο τη σοφία του μεγάλου δημιουργού.

Δευτέρα, Μαρτίου 01, 2010

Ο ΛΕΝΟΝ ΠΡΙΝ ΑΠ' ΤΟΥΣ ΜΠΙΤΛΣ


Το "Nowhere Boy" (2009) ("Όλοι θέλουν λίγη αγάπη" ο ελληνικός τίτλος) είναι μια ταινία της Sam Taylor Wood, η οποία είναι εικαστικός και αυτή είναι η πρώτη μεγάλου μήκους κινηματογραφική δουλειά της. Αναφέρεται στα εφηβικά χρόνια του Τζον Λένον, λίγο πριν σχηματίσει του Beatles κι όταν ακόμα είχε το πρώτο του συγκρότημα, που λεγόταν Quarrymen, την συνάντησή του με τον Πολ Μακ Κάρτνεϊ, αλλά κυρίως στην μπερδεμένη προσωπική και συναισθηματική του ζωή. Βλέπετε, ο Λένον ανατράφηκε από μια αυστηρή θεία (η οποία βέβαια τον υπεραγαπούσε), ενώ η μητέρα του έμενε εκεί κοντά δίχως ο ίδιος να το ξέρει μέχρι κάποια ηλικία. Τον είχε δώσει στην αδελφή της επειδή η ίδια υπήρξε "άτακτη" στα νιάτα της.
Παρακολουθούμε λοιπόν την ιδιαίτερη αυτή κατάσταση, τους πρώτους έρωτες, το αρχικό κλικ που θα μετατραπεί γρήγορα σε πάθος για τη μουσική, καθώς και τον άστατο, επαναστατικό (με εφηβικούς ακόμα όρους) χαρακτήρα του. Χαρακτηριστικό είναι το ότι η λέξη Beatles δεν ακούγεται ποτέ στο φιλμ, το οποίο τελειώνει όταν το άσημο ακόμα συγκρότημα, μετά μερικές πετυχημένες εμφανίσεις στο Λίβερπουλ, πηγαίνει στο Αμβούργο όπου έχει προσκληθεί να μείνει για λίγο καιρό παίζοντας σε κάποιο κλαμπ. Από εκεί ξεκινά η μεγάλη επιτυχία, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία...
Όλα αυτά δίνονται με έναν συμπαθητικό τρόπο, το φιλμ παρακολουθείται ευχάριστα, διαθέτει και κάποιο χιούμορ, αλλά και τραγικές στιγμές, και μέχρις εκεί. Δεν νομίζω ότι απογειώνεται ποτέ, ούτε διαθέτει κάτι που θα μείνει βαθιά χαραγμένο στη μνήμη μου. Παραμένει κατά τη γνώμη μου στα επίπεδα του "συμπαθητικού". Απευθύνεται κυρίως σε φανς των Beatles (στους οποίους συγκαταλέγομαι), που ενδιαφέρονται να μάθουν και την τελευταία λεπτομέρεια γι' αυτούς (αυτό το βίτσιο δεν το έχω). Έξω από αυτό το φανατικό κοινό φοβάμαι ότι θα περάσει μάλλον απαρατήρητο. Απ' αυτά που λες "Χμ... δεν ήταν κακό..." Η Κριστίν Σκοτ Τόμας πάντως είναι πολύ καλή στο ρόλο της θείας.
Και μου μένει τελικά η απορία: Γιατί μια "προχωρημένη" εικαστικός μπαίνει στα καλά καθούμενα στο χώρο ενός καθ' όλα mainstream σινεμά και παράγει ένα τόσο χλιαρό αποτέλεσμα; 'Έχει ξεναγίνει αυτό στο παρελθόν (όχι από την Taylor Wood βέβαια). Αν εξαιρέσεις ελάχιστους, μεταξύ των οποίων και τον σχετικά αξιόλογο Julian Schnabel (του οποίου και πάλι τα φιλμ ουδεμία σχέση έχουν με την εικαστιή δουλειά του), φοβάμαι ότι παρόμοιες περιπτώσεις έχουν δώσει μέτρια ή και κακά αποτελέσματα. Μήπως κάποιοι, παρά το ότι έχουν κάνει βιντεο αρτ στη ζωή τους, δεν θα ήταν φρόνιμο να μπαίνουν και σε άλλα χωράφια;

Κυριακή, Φεβρουαρίου 28, 2010

ΜΟΝΑΚΡΙΒΗ: ΕΝΑ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΝΑΔΙΡ


Θα πω από την αρχή ότι βρήκα το "Precious" (Μονάκριβη) (2009) του Lee Daniels μια πολύ καλή ταινία, την οποία όμως δεν θα άντεχα να ξαναδώ. Είναι τόση η κοινωνική δυστυχία που περιγράφει, βρισκόμαστε τόσο στον πάτο της αμερικάνικης κοινωνίας, ώστε η θέασή της γίνεται δυσβάσταχτη. Μετά όμως μένεις πραγματικά άφωνος: Μπορεί να υπάρχει τόση δυστυχία;
Η 16χρονη μαύρη ηωίδα του φιλμ είναι υπέρβαρη, έχει βιαστεί από τον πατέρα της και έχει κάνει δύο παιδιά μαζί του (το ένα με σύνδρομο Down), έχει μια άθλια μάνα που την κακομεταχειρίζεται και είναι όχι μόνο στάσιμη στο σχολείο, αλλά πρακτικά δεν μπορεί να γράψει και να διαβάσει. Στην κόλαση όπου ζει - δίχως να φταίει σε τίποτα φυσικά - το μόνο που θέλει είναι να περνά απαρατήρητη, να γίνει αόρατη απ' όλους, αφού απ' τους ανθρώπους εισπράττει μόνο πόνο και προσβολές. Ένα εναλλακτικό σχολείο της προσφέρει μια απρόσμενη ελπίδα, ένα κράτημα απ' τη ζωή (δεν με φοβίζει να πεθάνω, λέει κάπου), αλλά τίποτα δεν είναι εύκολο και τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα...
Μέσα από την τραγική περίπτωση της Precious μπορούμε εύκολα να διαβάσουμε μια έντονη κοινωνική καταγγελία: Τι διάολο κοινωνία είναι αυτή που επιτρέπει όλη αυτή τη μιζέρια; Πώς μπορούμε να ανεχόμαστε (ή να κλείνουμε τα μάτια) σε περιπτώσεις σαν κι αυτή; Πώς έχουν αποτύχει τόσο και η εκπαίδευση και η κοινωνική πρόνοια και η οικογένεια σαν θεσμός; Η ταινία βουτά κυριολεκτικά σε ένα απόλυτα απωθητικό κοινωνικό περιθώριο και γίνεται δυσβάσταχτη (με αποκορύφωμα, κατ' εμένα τουλάχιστον, τη σχέση της ηρωίδας με τη εξαθλιωμένη μητέρα της, που τη χαρακτηρίζω έτσι επειδή αυτή αποτελεί την καθημερινότητά της). Φυσικά από την αθλιότητα αυτή ανασύρει έναν αθώο χαρακτήρα, με δυνατότητες αν βρισκόταν αλλού ή αν τη μεταχειρίζονταν διαφορετικά, ένα είδος διαμαντιού, αλλά, όπως ξαναείπα, αυτή ακριβώς η αθωότητα είναι που πονά περισσότερο.
Ρεαλισμός στα όριά του, θαυμάσιες ερμηνείες, κοφτό μοντάζ, συγκίνηση αλλά και "ρωγμές" ελπίδας απ' όπου μπαίνει λίγο φως, κάνουν κατά τη γνώμη μου μια καλή ταινία. Κάποιες ανάσες δίνονται με τα όνειρα της ηρωίδας ή κάποια ψήγματα χιούμορ, η σκηνοθεσία είναι έξυπνη και γενικά είναι σίγουρα ένα πολύ δυνατό φιλμ. Αν αντέξετε φυσικά τόσο πόνο.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 26, 2010

ΤΟ "ΡΑΝ" ΚΑΙ Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΟΠΤΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΥΨΗΛΩΝ ΝΟΗΜΑΤΩΝ


Ο γνωστότερος στη Δύση από τους ιάπωνες σκηνοθέτες, ο Akira Kurosawa (1910-1998) γυρίζει το 1985 αυτό που για αρκετούς θεωρείται το αριστούργημά του: Το "Ραν". Μεταφέροντας τον "Βασιλιά Λιρ" του Σέξπιρ στην εποχή των σαμουράι, ο μεγάλος δημιουργός κάνει ένα αληθινά συγκλονιστικό έπος, στο οποίο τόσο η ιστορία (η τραγωδία μάλλον) όσο και η εικόνα παίζουν ισότιμο ρόλο.
Κατά τη γνώμη μου το "Ραν" είναι πάνω απ' όλα μια μελέτη της ανθρώπινης απληστίας και της φρίκης στην οποία πάντοτε οδηγεί η δίψα για εξουσία και δύναμη (θυμηθείτε μερικά πολύ κοινότοπα παραδείγματα: από τον Αλέξανδρο μέχρι τον Ναπολέοντα και τον Χίτλερ, το αποτέλεσμα πριν από οτιδήποτε άλλο ήταν εκατομμύρια νεκροί και ανυπολόγιστες καταστροφές).
Όλα στο «Ραν» κινούνται πάνω και γύρω απ’ αυτό το μοτίβο. Ο τραγικός γέρος πατέρας βιώνει στο πετσί του την αχαριστία των ίδιων του των γιων (των δύο από τους τρεις τέλος πάντων) και από απόλυτος άρχοντας καταλήγει ένας τρελός πάμφτωχος γέρος που κοιμάται σε ερείπια, η φριχτή όμως αυτή τύχη δεν είναι ένα καπρίτσιο της μοίρας: Θερίζει τους καρπούς της δικής του προηγούμενης βίας, των δικών του σφαγών, της δικής του δίψας για εξουσία, έστω κι αν αυτά συνέβησαν χρόνια πριν. Ακόμα και η απόλυτα «κακιά» του φιλμ, η σύζυγος του ενός γιου, είναι κακιά επειδή θέλει να εκδικηθεί την πριν από χρόνια σφαγή των δικών της. Συμπέρασμα; Η βία γεννά βία, η δίψα για δύναμη τυφλώνει. Επίσης, δίχως να αποτελεί κεντρικό σημείο, η μοίρα των φτωχών χωρικών, που τελικά είναι αυτοί που πληρώνουν τα παιχνίδια εξουσίας των αρχόντων τους, δίχως να δείχνεται αναφέρεται σε κάποια σημεία.
Ενδιαφέροντα όλα αυτά, αλλά ίσως δεν αρκούν για να κάνουν ένα μεγάλο φιλμ. Το «Ραν» όμως είναι μεγάλο και για την ανεπανάληπτη εικόνα του. Στην αρχή ξεκινά αργά, σχεδόν χαμηλότονα και όσο προχωρά «επιταχύνει». Οι εικόνες, πανέμορφες πάντοτε, καθώς ξεσπά η βία γίνονται όλο και πιο δυνατές, συγκλονιστικές θα έλεγα. Τα χρώματα αποτελούν μια αληθινή συμφωνία, η φύση σπάνια δείχτηκε τόσο όμορφη – και αυτό ακριβώς, το ότι δηλαδή το πανέμορφο, ειρηνικό, πράσινο τοπίο βιάζεται καθώς γίνεται το πεδίο ανείπωτων σφαγών, αποτελεί μια αξέχαστη αντίθεση. Το στήσιμο των κάδρων, η επιλογή και οι αντιθέσεις των χρωμάτων, οι φοβερές χορογραφίες των μαχών, οι σαν πίνακες συνθέσεις, αποτελούν αληθινή ποίηση. Η ίδια η μορφή του γέρου πρωταγωνιστή και το πέρασμά της από το μεγαλείο στη συντριβή και την τρέλλα, αρκεί για να χαραχτεί η ταινία στη μνήμη μας.
Καταλήγοντας επιγραμματικά, θα έλεγα ότι το «Ραν» αποτελεί ένα σπάνιο σημείο συνάντησης υψηλών νοημάτων και οπτικής ποίησης. Αν δεν το έχετε δει, θα το συνιστούσα ανεπιφύλακτα. Έστω κι αν σας ξενίσει (αν δεν είστε συνηθισμένοι) η τραχειά γιαπωνέζικη γλώσσα και η άκαμπτη καθημερινή εθιμοτυπία με την οποία γίνονται και τα πάντα.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 23, 2010

8 1/2 ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ


Φυσικά το "8 1/2" του Federico Fellini (1920-1993), που ο μεγάλος σκηνοθέτης γύρισε το 1963, είναι μια μυθική ταινία. Έχουν γραφτεί τα πάντα γι' αυτή και δεν νομίζω ότι έχει κανένα νόημα να πω κι άλλα ούτε θεωρώ ότι θα προσθέσω κάτι. Ωστόσο, μια που την ξαναείδα πρόσφατα, είπα να γράψω ένα κειμενάκι.
Πολλοί τη θεωρούν "το τέλος του αφηγηματικού σινεμά". Θα συμφωνήσω σε γενικές γραμμές. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη φορά που γινόταν κάτι τέτοιο, αλλά εδώ έγινε με τόση μαεστρία, με τόσο έξυπνο και ευχάριστο τρόπο, ώστε μια στα όρια του πειραματικού ταινία να μπορεί να κρατά τον θεατή και να αρέσει σε πολλές και διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων κι όχι μόνο σε όσους σταθερά υποστηρίζουν την avant garde.
Τι είναι λοιπόν το "8 1/2"; Η ιστορία του είναι απόλυτα απλή και μινιμαλιστική. Τίποτα το σπουδαίο. Ένας διάσημος σκηνοθέτης χάνει την έμπνευσή του ενώ ετοιμάζεται να γυρίσει μια ταινία - και μάλιστα υπερπαραγωγή, της οποίας τα πολυέξοδα σκηνικά είναι ήδη έτοιμα. Γύρω του μπλέκονται κάποιες προσωπικές ιστορίες - ερωτικές κυρίως - και ένα ετερόκλητο πλήθος από κάθε λογής ανθρώπους του σινεμά, διανοούμενους, κοσμικούς και ό,τι άλλο φαννταστείτε κινείται ακατάπαυστα γύρω του, τον περικυκλώνει, συχνά τον πνίγει. Και φυσικά - άστατος χαρακτήρας γαρ - διχάζεται ανάμεσα σε γυναίκα και ερωμένη. Ουσιαστικά τίποτα το συγκλονιστικό δεν συμβαίνει και η όποια έννοια του σασπένς απουσιάζει. Και παρ' όλ' αυτά...
Και γιατί είναι πιθανόν το "τέλος του αφηγηματικού σινεμά"; Γιατί ο Φ. αφηγείται τη απλή αυτή ιστορία με έναν ιδιοφυή, ανεπανάληπτο τρόπο. Η αφήγηση δεν είναι ποτέ γραμμική. Όσα συμβαίνουν διασπώνται σε πολλά επίπεδα. Άλλοτε παρακολουθούμε το τώρα, την προετοιμασία του φιλμ ή την ταραγμένη προσωπική του ζωή με τα αδιέξοδά της. Άλλοτε εμφανίζονται οι παιδικές αναμνήσεις του σκηνοθέτη (του ήρωα του φιλμ, αλλά και του ίδιου του Φελίνι). Κι άλλοτε πάλι το πάνω χέρι παίρνουν οι φαντασιώσεις, τα όνειρα ή οι ονειροπολήσεις του ήρωα. Όλα αυτά μπλέκονται αξεδιάλυτα, γλιστάνε το ένα μέσα στο άλλο, ο φελινικός σουρεαλισμός συνυπάρχει με τον ρεαλισμό, το πέρασμα από τη μια κατάσταση στην άλλη γίνεται απροειδοποίητα, σαν απλή συνέχεια αυτού που βλέπαμε δευτερόλεπτα πριν. Έτσι δημιουργείται ένα γοητευτικό κράμα του οποίου τα χαρακτηριστικά είναι αδύνατο να ξεχωρίσεις.
Η εκπληκτική πολυπλοκότητα όμως της ταινίας έγκειται και αλλού: Είναι πάμπολλα και σημαντικότατα τα θέματα που θίγονται σ' αυτή, μέσα απ' όλο αυτό το παιχνίδι. Δεν έχει νόημα να αναλυθεί το καθένα. Θα χρειαζόταν ένα ολόκληρο βιβλίο. Αναφέρω όμως ενδεικτικά το πρόβλημα της καλλιτεχνικής δημιουργίας και της έμπνευσης του καλλιτέχνη, τον έρωτα και το ξέφτισμά του, την αιώνια πάλη των δύο φύλων, την ανδρική ιδιοσυγκρασία (ο άντρας εδώ παρουσιάζεται συχνά σαν φαλλοκράτης αλλά και αιώνιο παιδί που αρνείται να μεγαλώσει ταυτόχρονα), τη θρησκεία και την εκκλησία, τον καθοριστικό ρόλο της παιδικής ηλικίας και των αναμνήσεων στη ζωή μας, τη σχέση του βιώματος με την καλλιτεχνική δημιουργία, το ρόλο της κριτικής και τελικά το ίδιο το σινεμά, το φτιάξιμο μιας ταινίας, τη θέση του σκηνοθέτη που πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα σε χίλες δυο απόψεις και ανθρώπους. Πιστέψτε με, αυτά είναι μόνο (;) όσα μου έρχονται τώρα στο μυαλό. Νομίζω ότι ο κάθε θεατής μπορεί να βρει κι άλλα, διαφορετικά, στοιχεία, σχόλια και αναφορές που τον αφορούν.
Αυτά τα απίστευτα πολλά επίπεδα ανάγνωσης είναι που κάνουν τόσο μεγάλη την ταινία - και κάνουν όπως είπαμε τον θεατή να ανακαλύπτει και να αγαπά ό,τι θέλει σ' αυτή. Ίσως μάλιστα να είναι η πιο πολυεπίπεδη ταινία που έχω δει ποτέ. Φανταστείτε τώρα όλα αυτά συνοδευμένα από τις θαυμάσιες εικόνες του Φελίνι, την οπτική φαντασία του οποίου ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει, τα απίστευτα και αξέχαστα πρόσωπα πολλών από τους ηθοποιούς που επιλέγει, το κράμα χλιδής, νοσταλγικότητας και γλυκιάς παρακμής που χαρακτηρίζει ολόκληρο το έργο του, την υπέροχη, νοσταλγική μουσική του Νίνο Ρότα και πολλά άλλα που δεν μπορώ να σκεφτώ τώρα... και έχετε μπροστά σας ένα αριστούργημα της ιστορίας του κινηματογράφου.
Αν δεν το έχετε δει προσπαθείστε το. Ακόμα κι αν αντιπαθείτε αυτό που λέμε αβάν γκαρντ.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 22, 2010

ΡΟΜΑΝΤΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΣΤΟ ΝΟΤΙΝΓΚ ΧΙΛ


Ο Roger Michell σαφώς δεν είναι σπουδαίος σκηνοθέτης. Το 1999 πάντως έκανε το "Notting Hill", που και επιτυχία έγινε και αγαπήθηκε από πολλούς. Ήταν και η Τζούλια Ρόμπερτς και ο Χιου Γκραντ στα πάνω τους, υπήρχε και αρκετό χιούμορ και άφθονος ρομαντισμός, όλα σε σωστές δόσεις, ε, παράξενο είναι;
Ξαναβλέποντάς το πρόσφατα, επιβεβαίωσα τα αισθήματα της πρώτης φοράς: ΟΚ, συμπαθητικό είναι, καλά πέρασα, αλλά μέχρις εκεί. Τίποτα παραπάνω. Βεβαίως το "Notting Hill" ίσως να είναι η επιτομή της κινηματογραφικής κομεντί, των τελευταίων χρόνων τουλάχιστον. Έχει ωστόσο κάτι που με ενοχλεί: Το απόλυτα ψεύτικο, παραμυθένιο σενάριο (εδώ η έννοια του παραμυθιού χρησιμοπιείται αρνητικά, σημαίνει δηλαδή κάτι που σε "κοροϊδεύει"). Θα μου πείτε όλες οι ρομαντικές κομεντί δεν έχουν αυτό το στοιχείο του παραμυθιού; Όχι σε τέτοιο βαθμό. Μπορεί να έχουμε δει πάμπολλους έρωτες αταίριαστων ή διαμετρικά αντίθετων χαρακτήρων, έρωτες ανθρώπων που αρχικά αντιπαθούνται σφόδρα και μετά αγαπιούνται, έρωτες πλούσιων και φτωχών... ΟΚ. Αλλά μια αμερικάνα χολιγουντιανή σούπερσταρ (όπως ακριβώς είναι η Ρόμπερτς στην πραγματικότητα), που ερωτεύεται έναν άσημο, φτωχό άγγλο (και μάλιστα κεραυνοβόλα) και παρατάει τα πάντα (σχεδόν) γι' αυτόν... ε, αυτό παραπάει. Είναι αυτό που χαρακτήρισα πριν "πολύ παραμύθι". Μα, θα μου πείτε, εδώ στις υπέροχες "Διακοπές στη Ρώμη" κοτζάμ πριγκήπισσα ερωτευόταν έναν δημοσιογραφίσκο. Ναι, αλλά ας μην μπερδεύουμε τις βούρτσες με... ξέρετε με τι. Εκεί είχαμε έναν Wyler σκηνοθέτη. Και, για του λόγου το αληθές, αρκεί αν θυμηθείτε το τέλος του τόσο ευχάριστου κατά τα άλλα αυτού φιλμ και να το συγκρίνετε με το τέλος του Notting Hill και θα καταλάβετε τη διαφορά.
Τέλος πάντων, όπως είπα και στην αρχή, παρά την τερατώδη του αναληθοφάνεια, η ταινία βλέπεται πολύ ευχάριστα χάρη στο σωστό μείγμα χιούμορ και ρομαντισμού και χάρη στους καθημερινούς, αστείους και συμπαθητικούς ταυτόχρονα δεύτερους χαρακτήρες, με αποκορύφωμα τον ανεκδιήγητο συγκάτοικο του ήρωα. Και έχει και το έξυπνο στοιχείο του ότι η Τζούλια Ρόμπερτς ερμηνεύει ακριβώς τον εαυτό της και έτσι, ανάμεσα στα άλλα, γίνεται και πλάκα με τις χολιγουντιανές υπερπαραγωγές, οπότε έχουμε και αρκετή ενδοκινηματογραφική σάτιρα. Και έχει πλάκα και η αντιπαράθεση Βρετανίας και Αμερικής, low budget (όπως είναι το ίδιο το Notting Hill) και blogbuster, καθημερινών "αγνών" (εντός πολλών εισαγωγικών από μένα) και ειλικρινών χαρακτήρων (αυτοί είναι οι Βρετανοί) με τους more than life χαρακτήρες που εμπλέκονται στη βιομηχανία του Χόλιγουντ, που είναι "ρηχοί και υποκριτές". Καλά όλα αυτά, αλλά τα βρήκα κάπως σχηματικά και εύκολα. Πολύ του στιλ "α, τι ευτυχισμένοι που είστε εσείς οι φτωχοί, ζεστοί, καθημερινοί τύποι και πόσο μοναχικά και δυστυχισμένα είναι να είσαι μέσα στη χλιδή και τη δόξα"... Τέλος πάντων, αν ξεχάσετε το τι ακριβώς συμβαίνει θα διασκεδάσετε σίγουρα (και ίσως κάποιοι υπερευαίσθητοι δακρύσουν κιόλας).
ΥΓ: Δεν μπορώ να μην επανέλθω στο θέμα του "παραμυθιού". Μα καλά, θα μου πείτε, εδώ σ' αρέσει ο Σπίλμπεργκ και ο Μπάρτον και ο Γκίλιαμ, κατ΄εξοχήν παραμυθάδες του σινεμά, το Notting Hill σε πείραξε; Χμ... Νομίζω ότι υπάρχει μια βασική διαφορά. Όλοι οι παραπάνω κινούνται ουσιαστικά (λιγότερο ή περισσότερο) στο χώρο του φανταστικού, κι αυτό βάζει άμεσα στεγανά από την πραγματικότητα. Από το πρώτο λεπτό ξέρεις πως ό,τι βλέπεις είναι παραμύθι (με θετική έννοια αυτή τη φορά), αφού το δηλώνει ξεκάθαρα από την αρχή, διαδραματίζεται σε άλλους κόσμους, ξέρεις ότι είναι βγαλμένο καθαρά από τη φαντασία των δημιουργών. Αντίθετα εδώ βλέπεις άφθονη "πραγματικότητα". Η ταινία πασχίζει να σε πείσει ότι όλα συμβαίνουν στο καθημερινό, οικείο Notting Hill, οι ήρωες είναι συνηθισμένοι άνθρωποι, δεν υπάρχει πουθενά το στοιχείο του φανταστικού. Αυτό μου φαίνεται κάπως ύπουλο. Κι αλλοίμονο σε μικρά, τρυφερά κοριτσάκια και αγοράκια που θα πιστέψουν ότι κάπως έτσι μπορεί να γίνουν τα πράγματα στη ζωή τους. Ενώ από την άλλη ουδείς έχων σώας τας φρένας μπορεί να πιστέψει ότι μια μέρα θα γίνει ο Εκλεκτός και θα αντιμετωπίσει τον ίδιο τον μοχθηρό Άρχοντα των Δαχτυλιδιών. Οπότε μένει η καθαρή διασκέδαση, μέσα στα πλαίσια και τις συμβάσεις του φανταστικού. Αυτή είναι νομίζω η διαφορά.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 21, 2010

ΛΥΚΑΝΘΡΩΠΟΙ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΙΑ


Οφείλω να ομολογήσω ότι δεν περίμενα σπουδαία πράγματα από τον μέτριο Joe Johnston. Ωστόσο ο "Λυκάνθρωπός" του (The Wolfman) του 2010 μου φάνηκε μια απόλυτα αξιοπρεπής και καλογυρισμένη ταινία τρόμου πάνω σε ένα κλασικό θέμα του είδους. Δεν έχω δει τον πρωτότυπο Λυκάνθρωπο του 1941, διαβάζω όμως ότι το τωρινό φιλμ είναι ριμέικ του. Και όντως, διατηρεί το στιλ μιας κλασικής ταινίας τρόμου.
Ο λυκάνθρωπος ως μύθος διαθέτει το ενδιαφέρον στοιχείο ότι ο ήρωας είναι ένας κανονικός άνθρωπος, ο οποίος, τις νύχτες με πανσέληνο, μεταμορφώνεται σε άγριο κτήνος και διαπράτει ανήκουστες θηριωδίες. Το πρωί, όταν επανέρχεται η ανθρώπινη υπόστασή του, μετανοιώνει πικρά και νοιώθει συντετριμένος για όσα έκανε, είναι όμως αδύνατο να αλλάξει τη μοίρα του. Πιστή σ' αυτό το μοτίβο του τραγικού ήρωα η ταινία, διαδραματίζεται τον 19ο αιώνα, έχει ένα στόρι που βρήκα αρκετά ενδιαφέρον και το μόνο που την "εκσυγχρονίζει" είναι η προσθήκη μπόλικου σπλάτερ στοιχείου. Σας προειδοποιώ λοιπόν (αν δεν αντέχετε τα σχετικά) ότι τα κεφάλια και τα λοιπά κομένα μέλη και εντόσθια πέφτουν σύννεφο. Παρ' όλα αυτά, και λόγω της εποχής που διαδραματίζεται και λόγω του ερειπωμένου, σχεδόν εγκατελειμένου πύργου, που είναι γεμάτος σκόνη, ιστούς αράχνης και σκουπίδια και φέρνει στο νου τα αντίστοιχα σκηνικά των ταινιών του Κόρμαν από έργα του Πόε, το φιλμ βγάζει μια παλιομοδίτικη ατμόσφαιρα, πολύ μακριά από προσπάθειες εκσυγχρονισμού του μύθου, όπως είχε γίνει στα 80ς με το "Howling" ή τον "Αμερικάνο Λυκάνθρωπο στο Λονδίνο" ας πούμε.
Όμορφες εικόνες, σκοετινή, παρακμιακή ατμόσφαιρα, μια παράξενη σχέση πατέρα - γιου και ένα ανοιχτό τέλος είναι στοιχεία που με ικανοποίησαν και, χωρίς να θεωρώ την ταινία αριστούργημα ή ανανεωτική για το είδος (άλλωστε δεν ήταν αυτή η πρόθεσή της), την είδα πολύ ευχάριστα, με κράτησε ως το τέλος και τελικά τη θεωρώ ευπρόσδεκτη στις μέρες μας, που τον τρόμο στο σινεμά μονοπωλούν ηδονοβλεπτικά σπλάτερ του τύπου "Saw" και "Hostel" και άλλα αηδή και στερούμενα φαντασίας κατασκευάσματα. Άλλωστε παίζουν και Άντονι Χόπκινς και Μπένίτσιο Ντελ Τόρο. Καθόλου ευκαταφρόνητοι ηθοποιοί.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 20, 2010

Ο ΣΟΒΙΕΤΙΚΟΣ "ΑΜΛΕΤ" ΚΑΙ Η ΘΕΑΤΡΙΚΟΤΗΤΑ


Πιθανότατα να διαπράττω ιεροσυλία, αλλά οφείλω να ομολογήσω ότι ο κλασικός ρωσικός "Άμλετ" ("Gamlet" στα ρώσικα) του 1964 του Grigori Kozintsev (1905-1973) με κούρασε αρκετά (διαρκεί και κοντά διόμιση ώρες άλλωστε). Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Ο Kozintsev είναι από τους μεγάλους δημιουργούς της ρωσικής, μετεπαναστατικής πρωτοπορίας, έχοντας κάνει σημαντικές ταινίες από τη δεκαετία του 20 ήδη. Στα τελευταία χρόνια της καριέρας του μετέφερε στην οθόνη κλασικά έργα, όπως ο "Βασιλιάς Λιρ", ο "Δον Κιχώτης" ή ο "Αμλετ" που μας ενδιαφέρει. Γυρισμένος ασπρόμαυρα, σε δραματικό και μεγαλοπρεπές σκηνικό, γυμνό και υποβλητικό, σε ένα κάστρο που θυμίζει φυλακή και μόνιμα μουντούς και συννεφιασμένους ουρανούς, διαθέτει σαν πρόσθετα ατού τη δραματική μουσική του Ντμίτρι Σοστακόβιτς και τις ηθοποιίες κλασικών ρώσων ηθοποιών.
Το προσωπικό μου πρόβλημα με το φιλμ (και με όλα τα φιλμ του είδους) είναι η αφόρητη (για μένα πάντοτε, μην κάνετε γενικεύσεις) θεατρικότητά τους. Στο συγκεκριμένο η θεατρικότητα αυτή επικεντρώνεται κυρίως στο παίξιμο των ηθοποιών. Δραματικές κινήσεις, "ψεύτικη" (ηθελημένα φυσικά) εκφορά του λόγου, μόνιμη παρουσία πολλών προσώπων (στρατιωτών, αυλικών κλπ.) γύρω από τα τεκταινόμενα, που λειτουργούν σαν ένα είδος χορού, όλα συμβάλλουν στο θρίαμβό της. Ο Κόζιντσεφ κρατά τον πρωτότυπο, ποιητικό λόγο του Σέξπιρ (σε ρώσικη μετάφραση φυσικά), οπότε το αποτέλεσμα γίνεται ακόμα πιο θεατρικό. Οι ίδιοι ακριβώς ηθοποιοί και τα ίδια λιτά σκηνικά, θα έκαναν μάλλον μια θαυμάσια παράσταση, για σινεμά όμως επιτρέψτε μου να μη συμφωνώ με το είδος αυτό της προσέγγισης.
Αυτά βέβαια είναι προσωπικά. Αν δεν έχετε πρόβλημα με την υπερβολική θεατρικότητα, ίσως το θεωρήσετε κι εσείς αριστούργημα, γιατί, το είπα στην αρχή, είναι υποβλητικά γυρισμένο και διαθέτει κλασικές (και κλασικότροπες) ερμηνείες. Θεωρείται άλλωστε μια από τις καλύτερες μεταφορές του Άμλετ στην οθόνη. Γι' αυτό έγραψα στην αρχή ότι η προσωπική μου αντιπάθεια αποτελεί πιθανόν ιεροσυλία. Τι να κάνουμε όμως; Συμβαίνουν κι αυτά.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 19, 2010

Η ΜΑΙΡΗ, Ο ΜΑΞ ΚΑΙ ΟΙ ΜΟΝΑΧΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ


Το "Mary and Max" είναι ένα animation του αυστραλού Adam Elliot, ο οποίος, όπως διαβάζω, έχει στο παρελθόν βραβευτεί για μικρού μήκους ταινίες του. Είναι φτιαγμένο με την σπάνια στις μέρες μας τεχνική του πηλού (φιγούρες φτιαγμένες από πηλό ή πλαστελίνη) και προορίζεται αποκλειστικά για ενήλικες.
Η δυνατή ιστορία του αναφέρεται σε δύο μοναχικούς ανθρώπους, που αλληλογραφούν δίχως να έχουν ποτέ συναντηθεί: Ένα άσχημο 8χρονο κοριτσάκι από την Αυστραλία και ένας ιδιόρυθμος και υποχόνδριος (ελαφρά καθυστερημένος θα ήταν η πιο ακριβής έκφραση) ενήλικας από τη Νέα Υόρκη. Αυτό που τους ενώνει είναι η απόλυτη μοναξιά, η απόρριψη από την υπόλοιπη κοινωνία. Καθώς τα χρόνια περνούν η πάντοτε εξ αποστάσεως σχέση τους περνά κι αυτή από ποικίλα στάδια και δοκιμασίες, για να καταλήξει σε ένα δυνατό φινάλε.
Καταλάβατε ίσως γιατί η ταινία προορίζεται αποκλειστικά για ενήλικους. Πέρα από το κυρίαρχο θέμα της μοναξιάς και της διαφορετικότητας, θίγονται θέματα όπως οι απογοητεύσεις της ζωής, ο αλκοολισμός, η ομοφυλοφιλία, το κοινωνικό περιθώριο. Μη νομίζετε όμως ότι όλα είναι μαύρα. Υπάρχει αρκετό χιούμορ στο φιλμ, έστω και συχνά πικρό, που εναλλάσσεται με τη συγκίνηση.
Όπως ίσως φαντάζεστε, βρισκόμαστε μίλα μακριά τόσο από τη γλυκερή ντισνεϊκή αισθητική, όσο και από τις υπέροχες, αλλά πάντοτε καλογυαλισμένες αισθητικά δημιουργίες της Pixar και από τους 3-D εντυπωσιασμούς. Η εικόνα εδώ είναι ακατέργαστη, οι φιγούρες χοντροκομένες και έντονα καρικατουρίστικες, η κίνηση όχι τόσο πλαστική όσο στα παραπάνω φιλμ, η ασχήμια δείχνεται δίχως δισταγμό, όπως και κάθε λογής σκοτεινές πλευρές της ζωής. Τι να κάνουμε; Στον κόσμο μας υπάρχουν και άσχημοι και μοναχικοί άνθρωποι. Εντυπωσιακό είναι και το καθαρά εκτελεστικό μέρος: Ο Elliott δούλεψε για χρόνια στο χέρι, με παλιά και σπανιότατα χρησιμοποιούμενη σήμερα τεχνική, κινηματογραφώντας καρέ - καρέ τις φιγούρες του. Όσοι ξέρουν λίγο από τεχνικές animation γνωρίζουν πόσο χρονοβόρο και δύσκολο είναι αυτό. Γι' αυτό και το φιλμ έχει αυτή την πατίνα του χειροποίητου, που, όπως είπαμε, το ξεχωρίζει αμέσως από τα animation που μας κατακλύζουν (πολλά από τα οποία, για να μη με παρεξηγήσετε, αγαπώ ιδιαίτερα).
Σκοτεινή - παρά το πικρό χιούμορ - ταινία, μόνο για ενήλικους (δεν πειράζει που το ξαναλέω, καλό είναι να το χωνέψουμε), δείχνει για μια ακόμα φορά ότι το animation συχνά δεν έχει τίποτα παιδικό, ούτε έχει τίποτα να ζηλέψει από το κανονικό σινεμά. Δείτε το σίγουρα αν ψάνετε για κάτι διαφορετικό στον χώρο αυτό.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 18, 2010

ΖΟΦΕΡΟΣ "ΔΡΟΜΟΣ"


"Ο Δρόμος" (2009) του αξιόλογου αυστραλού John Hillcoat είναι μια από τις πιο ζοφερές ταινίες που έχω δει. Αυτό το λέω από την αρχή, για να ξέρετε τι σας περιμένει. Βασισμένη στο πολύ καλό ομώνυμο μυθιστόρημα του Κόρμαν Μακ Κάρθι, μένει αρκετά πιστή σ' αυτό και είναι νομίζω μια από τις πιο "μαύρες" μετακαταστροφικές ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ.
Σε έναν απόλυτα κατεστραμένο κόσμο, όπου σχεδόν κάθε μορφή ζωής έχει εκλείψει, ένας πατέρας με το μικρό γιο του περπατάνε διαρκώς πασχίζοντας να φτάσουν στο "νότο" με την αμυδρή ελπίδα ότι εκεί μπορεί τα πράγματα να είναι κάπως καλύτερα (ή, τουλάχιστον, κάπως πιο ζεστά). Βασικά αυτό που πασχίζουν είναι να επιβιώσουν σε έναν κόσμο δίχως καθόλου τρόφιμα (τα φυτά έχουν όλα πεθάνει επίσης), όπου ανάμεσα στους λίγους επιζήσαντες επικρατεί βαρβαρότητα και κανιβαλισμός.
Ο ερειπωμένος κόσμος, μόνιμα συννεφιασμένος, παγωμένος και μουντός, δίνεται με εξαιρετική δύναμη. Οι πόλεις απόλυτα κατεστραμένες, με τη σκουριά να κυριαρχεί, τα δέντρα στα δάση καμένα, σκόνη παντού και αποκαϊδια. Ο σκηνοθέτης (όπως ακριβώς και ο συγγραφέας του βιβλίου) δεν μας λένε τα αίτια της ολικής καταστροφής. Δεν είναι αυτό που ενδιαφέρει. Το θέμα είναι τι γίνεται μετά. Παράλληλα, μέσα σ' αυτό το δίχως την παραμικρή διέξοδο και δυνατότητα διαφυγής σκηνικό, αναπτύσσεται μια αλληγορία πάνω στο καλό και το κακό, όχι όμως, κατά τη γνώμη μου, με συνήθεις απλοϊκούς χολιγουντιανούς όρους: Απλώς (απλώς;;;) οι εξουθενωμένοι ήρωες πασχίζουν να διατηρήσουν την ανθρωπιά τους μέσα στη φρίκη και την απόλυτη κατάρρευση των πάντων. Ανθρωπιά στοιχειώδης, που εδώ συνίσταται στην ανατριχιαστική υπόσχεση ότι "δεν θα φάμε ανθρώπους, όσο κι αν πεινάσουμε, ακόμα κι αν πεθάνουμε". Αυτή είναι ίσως η μόνη έννοια καλού που έχει απομείνει. Και η θέληση του άρρωστου πατέρα να προστατέψει μέχρι τελευταίας του ρανίδας το γιο του, να του μάθει όσο καλύτερα γίνεται να επιβιώνει (πράγμα πολύ αμφίβολο), διατηρώντας όμως την στοιχειώδη ανθρωπιά του. Αλλιώς, κι αυτό είναι άλλο ένα βασικό μάθημα, πρέπει να μπορέσει να αυτοκτονήσει γρήγορα και αποτελεσματικά...
Σπάνια κάποια ταινία - και μάλιστα χολιγουντιανή, με γνωστούς πρωταγωνιστές - έχει δείξει τόση μαυρίλα, τόση απόγνωση και αδιέξοδο. Είναι ξεκάθαρο απ' την αρχή ότι τα πάντα έχουν τελειώσει, ότι ο κόσμος ουσιαστικά έχει πεθάνει. Οι ρυθμοί είναι κοφτοί, η αφήγηση αποσπασματική (και σ' αυτό το σημείο το φιλμ μένει πιστό στον τρόπο που είναι γραμμένο το βιβλίο), οι σκηνές εναλλάσσονται γρήγορα. Δεν υπάρχει έντονη δράση ή περιπέτεια, όπως έχετε μάθει από άλλες ταινίες καταστροφής, υπάρχει μόνο ένα συνεχές αδιέξοδο και ένας αδιάκοπος αγώνας για επιβίωση σε έναν κόσμο όπου έστω και μια μπουκιά φαγώσιμου πράγματος είναι πολυτιμότερη από οτιδήποτε άλλο.
Προσωπικά μου άρεσε η ταινία. Τη βρήκα συγκλονιστική στην απόλυτη εικόνα του τέλους των πάντων που έχει συλλάβει, αλλά και αληθινά συγκινητική σε αρκετά σημεία, αφού κάποια συναισθήματα παραμένουν ζωντανά μέσα στην απόλυτη παγωνιά. Το θέμα είναι αν θα αντέξετε τη ζοφερότητά της, στην οποία δεν πέφτει ούτε μια χαραμάδα φωτός...

Σάββατο, Φεβρουαρίου 13, 2010

ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΙ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΣΤΟ "ΜΑΥΡΟ ΛΙΒΑΔΙ"


Ο Βαρδής Μαρινάκης πραγματοποιεί με το "Μαύρο Λιβάδι" (2009) ένα αναμφισβήτητα εντυπωσιακό ντεμπούτο, κάνοντάς μας αυτόματα "να τον έχουμε στα υπ' όψιν" και επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα την πολύ καλή φετινή χρονιά για το ελληνικό σινεμά.
Το "Μαύρο Λιβάδι" είναι εντελώς ασυνήθιστο θεματικά για τα ελληνικά δεδομένα. Διαδραματίζεται στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα του 15ου αιώνα και αφηγείται τον έρωτα ανάμεσα σε ένα γενίτσαρο και μια μοναχή, η οποία όμως είναι αγόρι μεταμφιεσμένο σε κορίτσι ακριβώς για να μην το κάνουν γενίτσαρο. Αμέσως λοιπόν θίγονται θέματα όπως η διαφορετικότητα και οι απαγορεύσεις στον έρωτα και όχι μόνο, η ανθρώπινη αλλοτρίωση, ο αγώνας ανάμεσα στη χριστιανική πίστη που απαιτεί βασανιστική αγνότητα και στις ανάγκες του σώματος (με θρίαμβο των τελευταίων) και άλλα. Και οι δύο ήρωες είναι βαθύτατα αλλοτριωμένοι, και μάλιστα με βίαιο τρόπο: Ο ένας έλληνας χριστιανός που αναγκάζεται στην παιδική του ηλικία να γίνει τούρκος μουσουλμάνος, ο άλλος αγόρι που αναγκάζεται να μεταμφιεστεί και να ζει σαν κορίτσι, και μάλιστα σε μοναστήρι, μη μπορώντας έτσι να ικανοποιήσει καμιά του ανάγκη. Έτσι η μεταξύ τους σχέση παρουσιάζει νομίζω μεγάλο ενδιαφέρον.
Υπάρχουν κάποια σεναριακά σημεία που προσωπικά δεν τα βρήκα πειστικά (όπως η αντίδραση του ήρωα απέναντι στους συντρόφους του γενίτσαρους) και ίσως κάποιοι μιλήσουν για αργούς ρυθμούς (αυτό δεν με ενόχλησε προσωπικά. Άλλωστε δεν τους βρήκα πολύ αργούς).
Αυτό που σίγουρα εντυπωσιάζει όμως είναι η σπάνια εικαστική ομορφιά του φιλμ και η εξαιρετική του φωτογραφία. Υποβλητικά, ατμοσφαιρικά τοπία και εσωτερικοί χώροι, εξαιρετικά κινηματογραφημένη φύση, μια σειρά από θαυμάσιες εικόνες, οι οποίες, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι απλή καλλιγραφία, αλλά δένουν με το σενάριο και εξυπηρετούν το πνεύμα της ταινίας, που απαιτεί πολλά από τα τεκταινόμενα να διαδραματίζονται σε ένα φυσικό "παράδεισο". Νομίζω ότι σπάνια ελληνικά τοπία έχουν δοθεί τόσο όμορφα.
Γενικά Θεωρώ τον Μαρινάκη αρκετά ώριμο για πρώτη ταινία. Το θέμα τώρα μπορεί να ενοχλήσει μερικούς, αυτό όμως είναι άλλη ιστορία, είναι προσωπική υπόθεση. Η ουσία είναι ότι γνωρίσαμε έναν δυνατό νέο σκηνοθέτη. Μακάρι η συνέχειά του να είναι εξ ίσου εντυπωσιακή.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 12, 2010

ΟΤΑΝ Ο ΣΕΡΛΟΚ ΧΟΛΜΣ ΑΠΟΤΥΓΧΑΝΕΙ


Ο Billy Wilder (1906-2002) είναι από τους αγαπημένους μου αμερικανούς σκηνοθέτες (αν και δεν ήταν αμερικάνος, αλλά δούλεψε κυρίως εκεί). Πάντοτε σχεδόν ανατρεπτικός και σαρκαστικός, αποφάσισε το 1970 να ασχοληθεί με έναν από τους πιο συχνά μεταφερμένους στη μεγάλη οθόνη λογοτεχνικούς ήρωες: Τον Σέρλοκ Χολμς. Όμως ο Γουάιλντερ δεν θα μπορούσε να τον αφήσει ήσυχο, μεταφέροντας μια ακόμα περιπέτειά του, απ' αυτές που έγραψε ο Κόναν Ντόιλ, στην οθόνη. Αντίθετα, διάλεξε να σατιρίσει τον δημοφιλή ήρωα.
Η "Ιδιωτική Ζωή του Σέρλοκ Χολμς" λοιπόν είναι κωμωδία. Στο πρώτο μέρος μάλιστα αμιγώς κωμωδία. Στη συνέχεια η νέα υπόθεση που αναλαμβάνει ο δαιμόνιος ντετέκτιβ κρύβει όλο και περισσότερα μυστήρια, στα οποία εμπλέκεται η πολιτική, οι σχέσεις ανάμεσα σε χώρες, ακόμα και στρατιωτικά απόρρητα, οπότε το σασπένς και η αγωνία για τη λύση παίρνουν το πάνω χέρι, χωρίς βέβαια να λείψει ούτε στιγμή και το χιούμορ, για να καταλήξει τελικά σε ένα πικρό φινάλε. Το θέμα πάντως είναι ότι "αποκαλύπτει" υποτίθεται μια από τις ιστορίες τις οποίες δεν έγραψε ο βιογράφος του Γοότσον, για τον απλούστατο λόγο ότι στην ουσία στην υπόθεση αυτή ο δαιμόνιος ντετέκτιβ απέτυχε!
Και για την ιδιωτική του ζωή; Ο Χολμς παρουσιάζεται ως τζέντλεμαν, δίχως όμως συναισθήματα. Ψυχρός μέχρι παρεξήγησης με τις γυναίκες (αν και η ταινία αφηγείται τον άγνωστο στα "επίσημα χρονικά" έρωτά του), σα θηρίο σε κλουβί όταν δεν έχει κάτι για να απασχολεί το ιδιοφυές μυαλό του, παίζει βιολί και είναι ναρκομανής (στην ταινία καταναλώνει κοκαϊνη). Όσο για τον Γουότσον, δεν είναι και πολύ έξυπνος, είναι συντηρητικός στις ιδέες του, αθεράπευτα γυναικάς και ο Χολμς τον χρησιμοποιεί όπου τον βολεύει και με όποιον τρόπο του χρειάζεται κάθε στιγμη, κάνοντάς τον συχνά ρεζίλι. Όσο για την σχέση τους (συχνά πολλοί αναρωτιούνται μήπως είναι ερωτική), ο Γουάιλντερ αποκλείει κάτι τέτοιο, δεν διστάζει όμως να κάνει πλάκα με το θέμα αυτό σε μια από τις πιο αστείες σκηνές στην ταινία. Σημειωτέον ότι στον πρόσφατο Σέρλοκ Χολμς του Ρίτσι, η στάση του ήρωα απέναντι στον φίλο και συγκάτοικό του, άφηνε πολύ περισσότερες υποψίες...
Βρήκα πολύ διασκεδαστική την ταινία (στην οποία μάλιστα εμπλέκεται και το... τέρας του Λοχ Νες), αλλά και με αρκετό σασπένς ώστε να με κρατήσει μέχρι την τελική λύση. Δεν περίμενα άλλωστε τίποτα κατώτερο από έναν Γουάιλντερ. Και, εκτός των άλλων, θα απολάυσετε κι έναν ασυνήθιστο δεύτερο ρόλο για τον Κρίστοφερ Λι, ως αδελφό του Σέρλοκ Χολμς.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 11, 2010

"ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ" ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ ΤΕΛΕΙΑ


Τρία στα τρία! Όταν συμβαίνει αυτό, τα πράγματα είναι μάλλον σοβαρά, οπότε μπορώ να δηλώσω φαν. Μιλώ για τον Jason Reitman, που μετά το "Thanκ you for Smoking" και το "Juno" ξαναχτυπά με το "Ραντεβού στον αέρα" (Up in the Air), μ' αυτό που ξέρει να κάνει τέλεια: Κομεντί, που όμως και πικρές είναι κατά βάθος και αρκετά αμερικάνικα και όχι μόνο στάνταρς ανατρέπουν.
Έτσι κι εδώ ο Κλούνεϊ εξασκεί ένα απίστευτο και προσοδοφόρο επάγγελμα: Ταξιδεύοντας σ΄ όλη την Αμερική, αναλαμβάνει να απολύει με το γάντι (μιλώντας τους ούτε λίγο ούτε πολύ για "νέο ξεκίνημα") εργαζόμενους στους οποίους οι εταιρίες τους (που τους πετάνε στο δρόμο) δεν τολμούν ή δεν μπορούν να τους το ανακοινώσουν. Και βέβαια φροντίζει να τους πείθει να μη ζητάνε και πολλές αποζημιώσεις... Όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για επάγγελμα που ανθεί σε εποχές οικονομικής κρίσης. Και, παρ' ότι κομψά και ανάλαφρα δοσμένο, προκαλεί ανατριχίλες να ακούς τα στελέχη της εταιρίας να λένε μεταξύ τους: "Οι αυτοκινητοβιομηχανίες πάνε κατά διαόλου, οι οικοδομικές δραστηριότητες σκατά! Προβλέπονται χρυσές δουλειές για μας". Φυσικά όσο χάλια κι αν πάει ο καπιταλισμός, υπάρχουν πάντοτε κοράκια που κάνουν χρυσές δουλειές τρώγοντας πτώματα. Αλλά κι αυτό βρίσκεται μέσα στο καπιταλιστικό παιχνίδι!
Η ματιά του Reitman πάντως δεν σταματά στον οικονομικό κανιβαλισμό. Η ανθρώπινη αλλοτρίωση έχει χτυπήσει κόκκινο: Ο σχεδόν μονίμως ιπτάμενος ήρωας θωρακίζει τον εαυτό του από κάθε συναισθηματική προσβολή, αρνείται να ερωτευτεί, να δεσμευτεί, να αποκτήσει σπίτι. Σπίτι του είναι τα ξενοδοχεία, τρέφεται με αεροπορικό φαγητό και, το αποκορύφωμα, κάνει καμάκι επιδεικνύοντας πληθώρα από πιστωτικές κάρτες, ενώ η κοπέλα - αντίστοιχων προδιαγραφών - βρίσκει κάποιες χρυσές κάρτες υπερβολικά σέξι!
Φυσικά κάποια στιγμή ο κατ' επιλογήν μοναχικός ήρωάς μας θα ερωτευτεί, αλλά... αφήνω το "αλλά" να το δείτε επί της οθόνης.
Κάτω από την ανάλαφρη μορφή, το χιούμορ και τον "μανδύα" της κομεντί, ο σκηνοθέτης καυτηριάζει ανελέητα την ανθρώπινη αναισθησία, τον κυνισμό που κυριαρχεί στο χώρο των επιχειρήσεων και όχι μόνο, την βασιλεία του απρόσωπου, το πάγωμα των συναισθημάτων. Και δείχνει βέβαια και την άμεση δυστυχία που είναι επακόλουθο της κρίσης και των "κύκλων" του καπιταλιστικού συστήματος. Κι όταν, αφού έχεις διασκεδάσει και παρακολουθήσει ευχάριστα το φιλμ, μείνεις με την παγωνιά και την πικρή γεύση, μπορείς να σκεφτείς: Μα τι διάολο κάνω εγώ σ' έναν τέτοιο κόσμο; Και να μισήσεις βαθύθτατα όσους τον έκαναν έτσι. Προσοχή όμως: Με τη στάση μας, μπορεί κι εμείς να συμβάλλαμε σ΄αυτό...

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 10, 2010

ΕΡΩΤΕΣ, ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗ ΣΑΓΚΑΗ


Το Χονγκ Κονγκ, η (περίπου) πόλη - κράτος των 7 εκατομμυρίων, διαθέτει μια ανθηρή κινηματογραφική βιομηχανία. Ο Wang Kar-Wai και ο John Woo έχουν προ πολλού περάσει τα σύνορα, αποτελούν όμως, όπως φαίνεται, την κορυφή μόνο του παγόβουνου. Ο Hark Tsui θεωρείται ένας από τους σημαντικούς σκηνοθέτες της χώρας. Το γιατί δεν το έχω καταλάβει ακόμα, αφού και οι δύο ταινίες του που έχω δει (εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους) δεν μου άρεσαν. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει τίποτα, αφού έχει κάνει πάνω από 20 φιλμ.
Το Shanghai Blues (όπως είναι ο δυτικός τίτλος) γυρίστηκε το 1984 και περισσότερο από οτιδήποτε άλλο μου θύμισε Δαλιανίδη και Φίνος Φιλμ σε κινέζικη εκδοχή. Κωμωδία (και πολύ συχνά φαρσοκωμωδία) παρεξηγήσεων, διάσπαρτη από τραγούδια, με ως επί το πλείστον χοντρές πλάκες που στηρίζονται σε κλασικά γκαγκς και με ένα ρομαντικό υπόβαθρο, μου φάνηκε αρκετά χονδροειδής και σε κάποια σημεία κιτς. Ίσως να την είδα σχετικά (σχετικά μόνο) ευχάριστα, μπορεί και λόγω της "εξωτικότητάς" της, αλλά δεν μπορώ να πω ότι μου άρεσε.
Η ιστορία διαδραματίζεται στη Σαγκάη μετά τον πόλεμο με τους γιαπωνέζους. Ένας άντρας και μια γυναίκα συναντιούνται κάτω από μια γέφυρα κατά τη διάρκεια ενός βομβαρδισμού και, ενώ γύρω επικρατεί αλλοφροσύνη, υπόσχονται να συναντηθούν στο ίδιο μέρος μετά το τέλος του πολέμου. Δέκα χρόνια μετά όμως, ψάχνουν ακόμα ο ένας τον άλλον. Το σενάριο βασίζεται - εξοργιστικά θα έλεγα - σε τερατώδεις συμπτώσεις, ενώ συνεχείς είναι οι παρεξηγήσεις, τα χοντρά λεκτικά αστεία και γκαγκς (άνθρωποι που πέφτουν ή καταβρέχονται, μουσικά όργανα που έρχονται στο κεφάλι των ηρώων κλπ.) και οι απιθανότητες κάθε είδους. Βέβαια η γλυκόπικρη γεύση του τέλους δείχνει ότι δεν έχουμε μια άνευ όρων παράδοση στο χάπι εντ και το ρομαντικό υπόβαθρο ότι η ταινία θα ήθελε να μοιάσει σε παλιότερες εξαιρετικές αμερικάνικες κομεντί, αλλά η προσωπική μου γνώμη είναι ότι δεν τα πολυκαταφέρνει.
Εντύπωση προκαλούν τα έντονα, τεχνητά χρώματα και η εμμονή στους φωτισμούς νέον (στοιχείο που συναντάμε, με πολύ ποιητικότερο τρόπο φυσικά, και στον Kar-wai), καθώς και η καταγραφή τοπίων της πόλης. Το αστικό στοιχείο είναι πανταχού παρόν. Η ιστορία, όπως συμβαίνει συχνά με εξ ανατολής ταινίες, είναι φορτωμένη με πολλές υποπλοκές, παρεξηγήσεις, ανατροπές και άλλα, που συνήθως οι δυτικοί θα απέφευγαν, τείνω όμως να πιστέψω ότι αυτή η πολυπλοκότητα, ακόμα και σε μια απλή κατά βάση ιστορία, είναι αναπόσπαστο μέρος του τρόπου αφήγησης των απωανατολίτικων ταινιών. Όσο για τα τραγούδια... ε... τι να πω, αν σας αρέσει η "κίτρινη" ποπ...
Ίσως κάποιοι το δουν ευχάριστα και φαίνεται ότι πρόκειται για γνωστή ταινία στη χώρα της. Εγώ πάντως θα προσπαθήσω να δω άλλα δείγματα του έργου του Hark Tsui, μήπως τον εκτιμήσω περισσότερο.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2010

ΤΑ... EXTENSIONS ΠΟΥ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ


Είναι γνωστό ότι όταν οι γιαπωνέζοι κάνουν τρόμο, δημιουργούν ταινίες πιο άρρωστες από κάθε τι δυτικό. Εξέχουσα θέση στον χώρο κατέχει ο Shion Sono, ένας παράξενος σκηνοθέτης που κινείται ανάμεσα στον τρόμο και τη φρίκη και το παράλογο. Το 2007 γυρίζει το "Exte: Hair Extensions" (Ekusute), ένα κράμα φρίκης και εφιαλτικής κωμωδίας (αν και είμαι σίγουρος ότι πολλοί δεν θα βρείτε καθόλου κωμωδία σε ένα φιλμ σαν αυτό, αλλά πιστεύω ότι κατά βάθος έχει κάποιο κατάμαυρο, άρρωστο χιούμορ, όπως θα διαπιστώσετε (;) στην τελευταία σκηνή).
Όπου, ούτε λίγο ούτε πολύ, όλος ο τρόμος προέρχεται από τα μαλλιά! Νεκρές, κακοποιημένες κοπέλες, μακριά μαύρα μαλλιά που φυτρώνουν από παντού (κυριολεκτικά από παντού) και σκοτώνουν, μερικές εφιαλτικές σκηνές, παράνοια και σαλταρισμένοι τύποι και ελάχιστες εξηγήσεις για το γιατί συμβαίνουν όλα αυτά (το τελευταίο στοιχείο είναι φαίνεται χαρακτηριστικό του Sono, αφού και άλλες ταινίες του είναι είτε παντελώς ακατανόητες είτε δεν εξηγούν και πολλά πράγματα).
Σίγουρα, αν μη τι άλλο, πρόκειται για ευρηματική ταινία (στο χώρο της φρίκης πάντοτε), αφού μάλλον μιλάμε για το πρώτο "μαλλιοκεντρικό" φιλμ τρόμου (ή, αν προτιμάτε, φιλμ που εγκαινιάζει νομίζω το υποείδος του "κομμωτικού τρόμου"). Σημειώστε, πέραν της πλάκας, ότι μερικές σκηνές και εφφέ είναι όντως και ατμοσφαιρικά και εντυπωσιακά. Έτσι, νομίζω ότι τουλάχιστον οι φίλοι του τρόμου θα θαυμάσουν αν μη τι άλλο τη φαντασία του δημιουργού αυτού. Όσο για το μαύρο χιούμορ, ε... μαλλιά που αυτονομούνται και σκοτώνουν... νομίζω ότι είναι από μόνο του αστείο (αν και εδώ δεν μιλάμε ακριβώς για κλασικό b-movie, όπως ίσως θα περίμενε κανείς. Είναι μάλλον πιο προσεγμένο σαν παραγωγή).
Δείτε το - οι φίλοι του είδους μόνο φυσικά - σαν ένα κινηματογραφικό αξιοπερίεργο απο έναν από τους πιο σκοτεινούς σύγχρονους σκηνοθέτες, που σε άλλα φιλμς του μπορεί να σοκάρει ακόμα και πολύ ψύχραιμους θεατές.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 07, 2010

Η "ΑΓΟΡΑ" ΚΑΙ Η ΦΡΙΚΗ ΤΟΥ ΟΧΛΟΥ


Ο ισπανός Alejandro Amenábar είναι σίγουρα ικανότατος σκηνοθέτης. Η ιδέα να καταπιαστεί στο "Agora" (2009) με την κοσμοπολίτικη Αλεξάνδρεια του 4ου μ.Χ. αιώνα και τη φιλόσοφο και αστρονόμο Υπατία είναι, αν μη τι άλλο, πρωτότυπη. Η θέση του - με "κακούς" τους χριστιανούς, που μόλις έχουν καταλάβει την εξουσία και επιδίδονται σ' ένα όργιο εκδίκησης, σκοταδισμού και μισαλλοδοξίας, το οποίο, βέβαια, οδήγησε στον μεσαίωνα - ασυνήθιστη για τα κινηματογραφικά δεδομένα. Παρ' όλα αυτά τα θετικά ωστόσο, δεν νομίζω ότι η ταινία δεν αποτελεί κάτι ιδιαίτερα σημαντικό.
Παρά την τολμηρή θέση της (μάλλον δεν την πήρε ακόμα χαμπάρι η εκκλησία να κινητοποιήσει τις ορδές των "πιστών"), βρήκα ότι και τα κλισέ είναι αρκετά και η πλοκή σχετικά προβλεπόμενη και ο χαρακτήρας της Υπατίας μονοδιάστατος, σαν αγιογραφία. Μερικές εντυπωσιακές εικόνες και αναπαραστάσεις της αρχαίας Αλεξάνδρειας (με υπολογιστή υποθέτω) και ένα σχετικό σασπένς δεν μου αρκούν για να τη θεωρήσω σημαντική.
Αρκετή συζήτηση σηκώνουν όμως οι τολμηρές ιστορικές θέσεις της. Να λοιπόν που στις μέρες μας ακόμα και οι υπερπαραγωγές μπορούν να τα βάζουν με τον παντοδύναμο χριστιανισμό, έστω κι αν αναφέρονται 16 αιώνες πριν. Αυτό που βλέπουμε είναι τον χριστιανικό όχλο να μη διαθέτει τίποτα απολύτως χριστιανικό. Απλώς να εκδικείται μετά μανίας αθώους και ένοχους, να εξοντώνει κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο (η Υπατία αρνήθηκε να γίνει χριστιανή παρά την επικράτηση του χριστιανισμού και γι' αυτό πέθανε), να καταστρέφει κάθε πηγή γνώσης ή σκέψης (σύμβολο των οποίων αποτέλεσε βέβαια η θρυλική βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, που καταστρέφεται ολοσχερώς με την επικράτησή τους). Και, όπως έγραψα στην αρχή, δεν είναι τυχαίο ότι κάπου εκεί γύρω ξεκινά ο μεσαίωνας. Αν εξετάσουμε γενικότερα την εικόνα πάντως και ξεχάσουμε προς στιγμή τη διαμάχη χριστιανών - εθνικών που εκείνα τα ταραγμένα χρόνια βρισκόταν στο τέλος της, θα δούμε μια μελέτη για την τυφλή βία του όχλου, όταν αυτός αποκτά δύναμη. Ο όχλος δεν σκέπτεται, απλώς εκδικείται για την καταπίεσή του με απόλυτα βίαιο τρόπο. Οι εθνικοί έκαναν τα ίδια στους πρώτους χριστιανούς, όταν αυτοί ήταν ακόμη αδύναμοι, και οι τελευταίοι το ανατποδίδουν και με το παραπάνω όταν παίρνουν την εξουσία. Η ιστορία επαναλαμβάνεται μέχρι τις μέρες μας, όχι πια με χριστιανούς και εθνικούς, αλλά με κάθε λογής πολιτικές, θρησκευτικές ή εθνικές συγκρούσεις.
Εδώ βέβαια πρέπει να επισημάνουμε και την ταξική διάσταση του θέματος. Οι χριστιανοί αποτελούνται κυρίως από τα κατώτερα στρώματα, σκλάβους, εξαθλιωμένους πολίτες, παρίες κάθε είδους. Η συσπείρωσή τους γύρω από μια νέα θρησκεία που υπόσχεται ισότητα και αιώνια ζωή είναι απόλυτα κατανοητή. Η βία και η εκδικητικότητά τους σαφώς οφείλονται σε αιώνες καταπίεσης και δεν έχει τίποτα το θρησκευτικό (αν και μέσα στον τυφλό φανατισμό και την αμορφωσιά τους αυτό επικαλούνται). Ωστόσο, παρά το ότι όλα αυτά είναι κατανοητά, τα γεγονότα δεν παύουν και εφιαλτικά να είναι και σε μια από τις χειρότερες περιόδους της ανθρωπότητας να οδηγούν.
Κάτω απ' αυτό το πρίσμα, ίσως ο Amenábar να δικαιολογείται για το μονοδιάστατο του χαρακτήρα της Υπατίας και τη μη εμβάθυνση στη φιλοσοφία της. Ίσως η φιλόσοφος να ήταν απλώς το πρόσχημα για να δείξει την εποχή, να τονίσει τις πιθανές αναλογίες της με τη σημερινή και να υποστηρίξει τις τολμηρές θέσεις του για το ρόλο του χριστιανισμού. Και, για να το ξεκαθαρίσω, όταν μιλάμε συνεχώς για χριστιανισμό, δεν εννοούμε τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές θέσεις του, το τι βρίσκει δηλαδή σ' αυτόν ένας αληθινός πιστός ή διανοούμενος, αλλά για τη μαζικοποίησή του, τη μετατροπή του σε κρατική εξουσία, τον κοσμικό του ρόλο και όλα τα βρώμικα πολιτικά παιχνίδια, ίντριγκες και συμβιβασμούς που όλα αυτά συνεπάγονται.
Ενδιαφέρον λοιπόν και τολμηρό ως τροφή για σκέψη και συζήτηση, τίποτα σπουδαίο όμως κινηματογραφικά κατά τη γνώμη μου. Αντιρρήσεις δεκτές.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 04, 2010

PATLABOR 2: ΙΝΤΡΙΓΓΕΣ, ΜΠΑΤΣΟΙ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΣ


Το Patlabor είναι μια γιαπωνέζικη σειρά κινουμένων σχεδίων (anime). Στα τέλη της δεκαετίας του 80 γυρίζεται η πρώτη ταινία, ενώ το 1993 ο σημαντικός σκηνοθέτης του είδους Mamoru Oshii γυρίζει το Patlabor 2 (αργότερα θα κάνει το Ghost in the Shell και άλλα).
Αρχικά το Patlabor 2 εντυπωσιάζει για μια ακόμα φορά για το απόλυτα ενήλικο σενάριο, τόσο ενήλικο που είναι αδιανόητο σχεδόν για δυτικά κινούμενα σχέδια, που συνήθως προσπαθούν να πιάσουν και το παιδικό κοινό, αν δεν γίνονται αποκλειστικά γι' αυτό. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μπερδεμένες ίντριγγες ανάμεσα στα διάφορα σώματα της αστυνομίας, σε τρομοκράτες και ανθρώπους που προσπαθούν να φέρουν τον πόλεμο στην "εφησυχασμένη" κοινωνία. Κι όλα αυτά συμβαίνουν σε ένα μάλλον εναλλακτικό παρόν, σε ένα Τόκιο όπου η εγκληματικότητα έχει φτάσει στο κόκκινο, ενώ η αστυνομία κατηγορείται για κατάχρηση εξουσίας (το κοινωνικό background είναι ίδιο περίπου μ' αυτό του Jin-Roh, το οποίο σημειωτέον μου άρεσε περισσότερο). Κατά βάση πρόκειται για μια πολιτική ταινία, αφού κυρίαρχο ρόλο παίζουν τα παιχνίδια εξουσίας. Καμία ελπίδα κατανόησης από παιδιά δηλαδή.
Να σας πω τώρα την αμαρτία μου: Ενώ το φιλμ θεωρείται εξαιρετικό από τους φίλους των anime, προσωπικά με κούρασε. Κατά τη γνώμη μου φταίει το αδιάκοπο μπλα μπλα των ηρώων και η εξαιρετικά μπερδεμένη ίντριγκα με τα πολλά σώματα αστυνομίας και στρατού να βρίσκονται σε αέναη διαμάχη. Κι όλα αυτά να αποκαλούνται με μια σειρά αρχικών γραμμάτων (σα να λέμε: ΑΔΕΔΥ εναντίον ΤΕΑΔΕ, σε προσωρινή συμμαχία με το ΤΕΒΕ για να εκμηδενίσουμε την ΠΑΣΕΓΕΣ, ένα πράγμα). Κάνω πλάκα βέβαια, γιατί τα πράγματα στην ταινία είναι πολύ πιο σοβαρά, αλλά κάποια στιγμή άρχισα να χάνω επαφή και, για να πω την αλήθεια, δεν με πολυενδιέφερε να την ξαναβρώ. Συνδυάστε αυτό με μάλλον αργούς ρυθμούς και ατέλειωτους διαλόγους (όπως είπαμε), οπότε θα καταλάβετε γιατί κουράστηκα. Επίσης το σχέδιο, η εικόνα, ήταν μάλλον απρόσωπο και κοινό. Καλό μεν και εκφραστικό, αλλά από αυτά που έχουμε δει πολλές φορές.
Σας είπα ότι αυτά είναι υποκειμενικές κρίσεις, γιατί η ταινία θεωρείται από τις καλές του είδους (μια ματιά στα σχόλια στην IMDB θα σας πείσει για του λόγου το αληθές). Τι να κάνουμε; Συμβαίνουν κι αυτά. Το στόρι πάντως παραμένει ενδιαφέρον. Και για πολλοστή φορά θα διαπιστώσω με θαυνμασμό πόσο ενήλικα είναι - από τα 90ς τουλάχιστον - τα anime.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 03, 2010

ALL THAT JAZZ : ΧΟΡΟΓΡΑΦΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ


Πιστεύω ότι το «All that Jazz", που γύρισε ο Bob Fosse (1927-1987) το 1979 δεν είναι μόνο το τελευταίο σημαντικό μιούζικαλ που γυρίστηκε μέχρι σήμερα, αλλά και ένα από τα καλύτερα όλων των εποχών. Υπενθυμίζω ότι την εποχή αυτή (τέλη 70ς) το είδος έχει ήδη παρακμάσει ή μάλλον, για να είμαστε πιο ακριβείς, στην ουσία έχουν πάψει να γυρίζονται μιούζικαλ (οι εξαιρέσεις βέβαια υπάρχουν πάντα). Και ξαφνικά «σκάει» αυτή εδώ η ταινία και γίνεται ένα από τα ελάχιστα απόλυτα ενήλικα δείγματα του είδους.
Σίγουρα ένα μέρος της επιτυχίας οφείλεται στο ότι πρόκειται ουσιαστικά για ένα αυτοβιογραφικό φιλμ. Γυρίζεται από έναν άνθρωπο που γνωρίζει πάρα πολύ καλά, από τα μέσα, το είδος, αφού ο Fosse υπήρξε και διάσημος άνθρωπος της show business με πετυχημένα θεατρικά μιούζικαλ στο ενεργητικό του. Ηθοποιός, περίφημος χορογράφος, σεναριογράφος και σκηνοθέτης, πολύ απλά καταγράφει τη ζωή του και τις εμπειρίες του από έναν λαμπερό αλλά και σκληρό κόσμο, αυτόν της show business.
Ο ήρωας - ο ίδιος δηλαδή κι ας μην αναφέρεται το όνομά του - είναι διάσημος και ακριβοπληρωμένος όλα-αυτά-που-είπαμε-παραπάνω, είναι αθεράπευτος γυναικάς (έχει συνεχώς το σεξ στο μυαλό του, του λένε όλοι) και πέρα για πέρα αυτοκαταστροφικός: Ποτό, αμφεταμίνες, μανιώδες κάπνισμα, εξαντλητική δουλειά. Με έναν αποτυχημένο γάμο και μια κόρη, "τα έχει κάνει σκατά στη ζωή του", όπως λέει ο ίδιος. Ζει όμως για τη δουλειά που υπεραγαπά. Και βλέπει τον κόσμο γύρω του σαν ένα διαρκές μιούζικαλ, φανταζόμενος ότι χορογραφεί τα πάντα. Κι όταν, μετά από οξύτατη καρδιακή προσβολή, νοιώθει ότι το τέλος πλησιάζει, τι κάνει; Χορογραφεί τον ίδιο του το θάνατο.
Η ταινία λειτουργεί σε πολλά επίπεδα: Σαν ένα θαυμάσιο μιούζικαλ, με εξαιρετικά χορευτικά και πολύ καλή μουσική (κυρίως πάνω σε προϋπάρχοντα τραγούδια) με αποκορύφωμα το "Bye bye love", την κλασική επιτυχία των Everly Brothers σε μια απίστευτη διασκευή και χορογραφία, που κλείνει το φιλμ. Σαν μια πιστή καταγραφή του χώρου των show business, με τη δημιουργικότητα και την χαρά που μπορεί να προσφέρει στους "εργάτες" της, αλλά και τη σκληρότητα, την υποκρισία, τις λυκοφιλίες που τη διακρίνουν (μη ξεχνάμε ότι πρόκειται πάντοτε για επένδυση χρημάτων από κάποιους, οι οποίοι ενδιαφέρονται μόνο για το οικονομικό αποτέλεσμα). Σαν μια μελέτη για τον αναπότρεπτα επερχόμενο θάνατο και την αυτοκαταστροφικότητα. Και τέλος, σαν μια ενδιαφέρουσα αυτοβιογραφία.
Όλα αυτά δίνονται άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε με συγκίνηση και τρυφερότητα, πάντοτε όμως με πολλή φαντασία. Ξαναβλέποντάς το μετά από πολλά χρόνια, το απόλαυσα όπως και την πρώτη φορά. Και θαύμασα ένα από τα ελάχιστα ενήλικα μιούζικαλ, που αν και μιούζικαλ, αφηγείται όσα θέλει να αφηγηθεί με απόλυτο ρεαλισμό και αλήθεια.
Ο Fosse πέθανε από καρδιακή προσβολή 8 χρόνια μετά. Ήταν μόνο 60 χρονών.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 01, 2010

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟΣ "ΛΙΒΑΝΟΣ"


Στην ιστορία του σινεμά έχουν γίνει πολλές αληθινά συγκλονιστικές αντιπολεμικές ταινίες, που περιγράφουν δηλαδή τον πόλεμο ως αυτό που πραγματικά είναι: Μια διαρκής φρίκη. Δεν ξέρω αν φανώ υπερβολικός, αλλά νομίζω ότι ο "Λίβανος" (2009) του ισραηλινού Samuel Maoz είναι μια από τις καλύτερες.
Ο σκηνοθέτης έχει βιώσει τη φρίκη αυτή, καθώς έχει ο ίδιος πολεμήσει σαν πλήρωμα τανκ στον πόλεμο που περιγράφει: Τον πρώτο εμφύλιο του Λιβάνου (στον οποίο αναμείχτηκαν και ισραηλινοί και σύριοι) το 1982. Φυσικά πολύ γρήγορα παύει να μας ενδιαφέρει για ποιον ακριβώς πόλεμο πρόκειται. Θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε. Αυτό που απομένει είναι η καθαρή φρίκη.
Θα το πω από την αρχή: Η ταινία βλέπεται - ή μάλλον αντέχεται - δύσκολα. Αυτό που την κάνει τόσο αγχωτική είναι το ότι ο δημιουργός επέλεξε να δείξει την κτηνωδία μέσα από τα μάτια του πληρώματος ενός ισραηλινού τανκ. Η κάμερα μένει σχεδόν συνεχώς στο ασφυκτικό εσωτερικό του και κεντράρει διαρκώς στα βρώμικα, ταλαιπωρημένα και φοβισμένα πρόσωπα του πληρώματος. Και τι σημαίνει εσωτερικό τανκ σε καιρό πολέμου; Πέντε άνθρωποι στριμωγμένοι σε έναν ελάχιστο μεταλλικό χώρο, πανβρώμικο, αποκρουστικό, με ελάχιστο οξυγόνο και 40 βαθμούς. Άμεση επαφή με τον έξω κόσμο δεν υπάρχει. Μόνο μέσω της διόπτρας. Αυτός ο εγκλωβισμός μπορεί από μόνος να τσακίσει τα νεύρα, πολύ περισσότερο αν συνδυαστεί με τις τερατωδίες του πολέμου. Αν αυτό δεν είναι κόλαση, τότε τι είναι;
Πέραν αυτών όμως η ταινία με κράτησε από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, δίχως να με κάνει καθόλου να βαρεθώ, αφού διαθέτει και πολύ δυνατό σασπένς, το οποίο μάλιστα κλιμακώνεται συνεχώς: Το τανκ πρέπει να διασχίσει μια εχθρική περιοχή σχεδόν στα τυφλά. Κανείς δεν ξέρει αν θα επιβιώσει.
Με ντοκιμαντερίστικη αισθητική και βρώμικο ρεαλισμό, ο Maoz καταγράφει ό,τι πραγματικά συμβαίνει σε τέτοιες εφιαλτικές καταστάσεις. Ταυτιζόμαστε απόλυτα με το πλήρωμα, αφού η γύρω φρίκη και το τοπίο βιβλικής καταστροφής που απλώνεται παντού δείχνεται μέσα από τα μάτια τους - μέσα από τη διόπτρα για την ακρίβεια, που αποτελεί το μοναδικό μάτι για τον έξω κόσμο. Αυτό όμως που εκτίμησα περισσότερο είναι ότι σ' όλη αυτή την κόλαση δεν υπάρχει κανένα απολύτως ίχνος ηρωισμού. Οι στρατιώτες, πολύ απλά, είναι χεσμένοι πάνω τους. Το μόνο που θέλουν είναι να ξεμπερδεύουν όσο πιο γρήγορα γίνεται, να φύγουν απ' αυτή την κόλαση και να γυρίσουν σπίτια τους. Γι' αυτό τους βλέπουμε να φοβούνται, να πανικοβάλλονται μερικές φορές, να σοκάρονται, να κλαίνε. Βλέπετε, πρόκειται για απλούς φαντάρους, εμένα κι εσένα δηλαδή, που κάνουν τη θητεία τους και ξαφνικά βρίσκονται στην κόλαση. Ούτε ίχνος λοιπόν στρατοκαυλίασης. Μόνο κόλαση. Μέσα σ' αυτόν τον εφιάλτη, ακόμα και οι διοικητές, τα αξιώματα, μικρή αξία έχουν. Ο φόβος είναι πολύ δυνατός και η εραρχία στο εσωτερικό του τανκ σχεδόν καταρρέει.
Αν μπορέσετε δείτε αυτό το πολύ δυνατό φιλμ. Σας προειδοποίησα όμως ότι αντέχεται δύσκολα. Δεν είναι μόνο ο πόλεμος, είναι και η έντονη κλειστοφοβικότητα. Αν τα καταφέρετε όμως, νομίζω ότι θα συμφωνήσετε για την τρομερή του δύναμη.

Κυριακή, Ιανουαρίου 31, 2010

"JIN-RO" ΚΑΙ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΑ ΓΙΑΠΩΝΕΖΙΚΑ ΚΙΝΟΥΜΕΝΑ ΣΧΕΔΙΑ


Το "Jin-Ro" (Wolf Brigate στα αγγλικά) είναι ένα γιαπωνέζικό anime που γύρισε το 1998 ο Hiroyuki Okiura. Και μόνο απ' αυτό το φιλμ, θα μπορούσε κανείς να διαπιστώσει την απόλυτη ενηλικίωση ενος είδους που, εκτός από έναν κύκλο φανς (φανατικών συνήθως), είναι ουσιαστικά άγνωστο στη δύση.
Η ταινία διαδραματίζεται σε ένα πιθανόν εναλλακτικό μέλλον. Η Ιαπωνία μετά το τέλος του πολέμου (του οποίου μάλιστα το αποτέλεσμα δεν ξεκαθαρίζεται απόλυτα) έχει ακολουθήσει έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο απ' αυτόν που ξέρουμε. Έτσι σήμερα διάφορες πανίσχυρες και αντιμαχόμενες μεταξύ τους αστυνομίες (τμήματα της αστυνομίας δηλαδή που, με τα χρόνια, έγιναν σχεδόν αυτόνομα, με διαφορετικές αρμοδιότητες), πολεμούν συχνά μέχρι θανάτου ενάντια σε χιλιάδες διαδηλωτές - καθώς τα προβλήματα της χώρας οξύνονται - αλλά και ενάντια σε φανατικούς τρομοκράτες. Η ιστορία είναι αρκετά πολύπλοκη, καθώς παρακολουθεί τις μπερδεμένες ίντριγκες και εσωτερικές διαμάχες (επίσης συχνά μέχρι θανάτου) στους κόλπους της αστυνομίας. Ο ήρωας, ένας μπάτσος που αρνήθηκε να πυροβολήσει ένα κοριτσάκι - τρομοκράτη που κουβαλούσε μια βόμβα, διχάζεται ανάμεσα στην αποστολή και τα πιστεύω του και στα συναισθήματά του. Κι έτσι, μέσα από πολλές ανατροπές και εκπλήξεις, οδηγούμαστε στο πολύ δυνατο - και ίσως αμφιλεγόμενο - φινάλε.
Η σύγκρουση καθήκοντας και προσωπικής επιθυμίας, η απληστία της εξουσίας, η τρομοκρατία και η κατάχρηση εξουσίας, είναι μερικά από τα θέματα που θίγει η ταινία. Και μάλιστα κρατά σχεδόν ίσες αποστάσεις από τις "δυνάμεις της τάξης" και τους διαδηλωτές / τρομοκράτες, εστιάζοντας στις ανθρώπινες πλευρές σύνθετων προβλημάτων. Γενικά βρήκα πολύ καλό το φιλμ, και παρά κάποια σκοτεινά ή / και ακατανόητα σεναριακά σημεία, παρακολούθησα με ενδιαφέρον τη σύνθετη προβληματική του.
Μια μικρή γκρίνια: Το σχέδιο είναι απόλυτα κλασικό και κοινότοπο, δίχως "προσωπικότητα" ή δίχως να διαθέτει κάτι πρωτότυπο ή χαρακτηριστικό, εκτός ίσως από κάποιες σχετικά ατμοσφαιρικές σκηνές στους υπόνομους της πόλης. Δεν θα το ξεχώριζα από πολλές άλλες ταινίες του είδους. Κρίμα, γιατί θεωρώ την ταινία αρκετά ιδιόρυθμη και ξεχωριστή. Αν ήταν το ίδιο ξεχωριστή και η εικόνα της, σίγουρα οι "πόντοι" που θα κέρδιζε θα ήταν πολύ περισσότεροι.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 29, 2010

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΕΠΑΙΖΕ ΜΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ


Μετά το πολύ ενδιαφέρον "Κορίτσι με το τατουάζ", το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Στιγκ Λάρσον, "Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά" (Flickan som lekte med elden, 2009) μεταφέρεται κι αυτό στην οθόνη από τον σουηδό Daniel Alfredson. Το βρήκα κάπως κατώτερο του πρώτου μέρους, σε καμία περίπτωση όμως απογοητευτικό.
Οι ήρωες είναι οι ίδιοι: Η ιδιόρυθμη, περιθωριακή ερευνήτρια και ο επίμονος δημοσιογράφος. Αμφότεροι καταπιάνονται με καυτά θέματα, που συχνά είναι θέματα ζωής και θανάτου για όσους ανακατεύονται. Αυτή τη φορά έχουμε να κάνουμε με το τράφικινγκ γυναικών (την εισαγόμενη πορνεία δηλαδή). Το κλίμα είναι το ίδιο "βρώμικο" και σκοτεινό με το πρώτο φιλμ, τα εφιαλτικά μυστικά αποκαλύπτονται το ένα μετά το άλλο, η δομή είναι σφιχτή και το κλίμα καταγγελίας για την κοινωνική διαφθορά (ακόμα και σε ευνομούμενες κοινωνίες όπως οι σκανδιναυικές) εξ ίσου οξύ. Μόνο που εδώ η παράδοξη ηρωίδα εμπλέκεται όλο και περισσότερο προσωπικά και τελικά, παράλληλα με τα μυστικά που αφορούν διάφορους υψηλά ιστάμενους, έχουμε και απρόσμενες αποκαλύψεις για το ίδιο της το παρελθόν.
Όπως καταλάβατε, παρακολούθησα κι αυτό το φιλμ (που έχει αρκετά σύνθετη δομή και σχετικά πολύπλοκο σενάριο) με ενδιαφέρον. Θεωρώ όμως το πρώτο μάλλον καλύτερο, πιο σφιχτό και πιο καταγγελτικό ίσως. Είναι και διαφορετικοί οι σκηνοθέτες, βλέπετε. Ίσως πάντως - και αυτό είναι γενικότερη παρατήρηση - αυτή μου η αίσθηση να οφείλεται στο ότι, όπως και να το κάνουμε, πρόκειται για ένα "νο 2", και πάντοτε θεωρώ την πρώτη φορά, όταν μπαίνεις σε ένα άγνωστο σύμπαν και δεν ξέρεις τι να περιμένεις, εξ ορισμού σχεδόν καλύτερη. Αν και, το λέω από τώρα, θα δω και το τρίτο και τελευταίο μέρος, που όπως διαβάζω είναι ήδη έτοιμο.
Συνολικά πάντως δεν το βρήκα κακό (ίσως λίγο περισσότερο "action movie" σε σχέση με το πρώτο). Θα σας δώσω όμως μια συμβουλή: Παρά το ότι το δεύτερο αυτό μέρος είναι αυτόνομο και οι ήρωές μας ερευνούν μια εντελώς διαφορετική υπόθεση, πρόσωπα από το πρώτο μέρος, σκηνές και σχέσεις από το παρελθόν επανεμφανίζονται και γενικά καλό είναι να έχει κανείς υπ' όψιν τι έχει συμβεί στο πρώτο φιλμ. Γι' αυτό καλύτερα να δείτε το "Κορίτσι με το τατουάζ" πρώτα, και μετά περάστε σ' αυτό εδώ. Όπως και να το κάνουμε πάντως, τα σκανδιναυικά θρίλερ παραμένουν ενδιαφέροντα και ιδιαζόντως σκοτεινά.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 27, 2010

ΤΑ "ΑΓΡΙΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ" ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ Η ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ


Το "Where the Wild Things are" είναι ένα διάσημο παιδικό (και σαφώς όχι μόνο) βιβλίο του Πίτερ Σέντακ των αρχών της δεκαετίας του 60. Ο Spike Jonze αναλαμβάνει να το μεταφέρει στην οθόνη το 2009 (διάβασα ότι ήταν παλιό του όνειρο) και βρίσκω το αποτέλεσμα πολύ ικανοποιητικό.

Φυσικά θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς παιδική ταινία. Αυτό που την κάνει όμως να διαφέρει από τις περισσότερες άλλες του είδους είναι η καταγραφή της πολυπλοκότητας της παιδικής ψυχοσύνθεσης, ο αληθινός τρόπος με τον οποίο την προσεγγίζει. Συνήθως τα παιδιά παρουσιάζονται ως αθώα, αγγελικά (άντε και λίγο σκανταλιάρικα) πλάσματα - αν φυσικά δεν πρόκειται για ταινία τρόμου, αλλά και σ' αυτές ακόμα είναι μονοδιάστατα κακά. Εδώ αντίθετα έχουμε ένα παιδί με ζωηρή φαντασία, αλλά και μοναχικό, με συχνές εκρήξεις θυμού και συχνά αυτό που θα αποκαλούσαμε "σπαστική" συμπεριφορά, που μπορεί να σπάσει τα νεύρα ενός ενήλικου. Φυσικά καταφεύγει πολύ συχνά στον κόσμο της φαντασίας ή μάλλον σε ένα συγκεκριμένο κόσμο που έχει πλάσει με τη φαντασία του, κατοικημένο από αλλόκοτα, πελώρια, συμπαθέστατα και τρομαχτικά ταυτόχρονα, χνουδωτά πλάσματα.

Το ενδιαφέρον είναι ότι στον κόσμο αυτόν ακολουθεί - ξαναζεί αν θέλετε - τα καθημερινά του συναισθήματα ή συχνά τα μεταφέρει στα πλάσματα. Έτσι τα τελευταία δεν είναι ούτε καλά ούτε κακά. Συχνά είναι συμπαθητικά, αστεία, φιλικά και παιχνιδιάρικα, άλλοτε ξεσπούν σε εκρήξεις θυμού και ζήλιας, γίνονται κακά και σκοτεινά, απειλούν να τον φάνε. Παράλληλα παρακολουθούμε, μέσα από τίς περιπέτειες στον φανταστικό κόσμο, μια σαφή αλληγορία ενηλικίωσης. Όλα ξεκινάνε υπέροχα, τέλεια, όπως φαντάζεται κανείς τη ζωή του όταν είναι παιδί, και βαθμιαία σκοτεινιάζουν. Ο "βασιλιάς", το παιδί δηλαδή που έχει διαλέξει - φυσικά - αυτόν τον ρόλο για τον εαυτό του, παύει να είναι παντοδύναμος και συνειδητοποιεί (μαζί με τα πλάσματα - υπηκόους του) ότι οι ικανότητές του είναι περιορισμένες, ότι οι ιδανικές μέρες έχουν τελειώσει και οι σκοτεινές βρίσκονται μπροστά. Και τι κάνει; Αυτό που κάνουμε όλοι μας: Το αποδέχεται, παραιτείται από το "αξίωμά" του και αποχωρεί επιστρέφοντας στο αληθινό κόσμο. Όπως ακριβώς συμβαίνει στην αληθινή ζωή. Αν αυτό δεν είναι ιστορία ενηλικίωσης, τότε τι είναι;

Παράξενη ταινία, που δύσκολα κατατάσεται, ίσως απογοητεύσει όσους ψάχνουν για εντυπωσιακά εφφέ (ελάχιστα ψηφιακά υπάρχουν, ίσως και καθόλου), προσωπικά όμως τη βρήκα γοητευτική, συγκινητική και τρυφερή. Και ιδιαίτερα ενήλικη για "παιδική" (;).

Κυριακή, Ιανουαρίου 24, 2010

ΟΤΑΝ Ο ΣΕΡΛΟΚ ΧΟΛΜΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ACTION HERO


Ο διασημότερος ντετέκτιβ όλων των εποχών, ο Σέρλοκ Χολμς του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ έχει επισκεφτεί πολλές φορές την οθόνη. Στην συγκεκριμένη περίπτωση (2009) τον "αναλαμβάνει" ο Guy Ritchie και τον "εκμοντερνίζει" με, κατά τη γνώμη μου, θετικά και αρνητικά αποτελέσματα.
Για το ότι η ταινία βλέπεται ευχάριστα, είναι μάλλον σίγουρο. Γρήγοροι ρυθμοί (αν και όχι τόσο γρήγοροι και με "κόλπα", όπως μας έχει συνηθίσει ο Ritchie), μυστήρια που ανακύπτουν διαρκώς, χιούμορ και κάμποσο θέαμα. ΟΚ, ήμουν σίγουρος ότι θα τα είχε όλα αυτά. Και σιγά μη δεν ήταν καλγυρισμένο. Είπαμε πολλές φορές ότι το αμερικάνικο σινεμά - και δη αυτό των μπλογκμπάστερς - έχει κατακτήσει μια αφηγηματική δεινότητα. Επειδή όμως αυτό είναι πλέον δεδομένο, έχει πάψει εδώ και χρόνια να αποτελεί αρετή, έχει γίνει κοινός τόπος. Θα μας εξέπληττε πολύ περισσότερο ένα κακογυρισμένο μπλογκμπάστερ...
Το θέμα είναι ότι αν έχει κανείς διαβάσει Σ.Χ. και έχει αγαπήσει τον ήρωα, δύσκολα θα δεχτεί τη νέα προσωπικότητα που του δίνει το φιλμ και ο πάντα καλός Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, αφού εν ονόματι του τρέχοντος στιλ (της μόδας, τέλος πάντων) και, κατά συνέπεια, της σίγουρης επιτυχίας στα ταμεία, τον έχει μετατρέψει σε action hero, ή τουλάχιστον ΚΑΙ σε action hero (τονίζω το "και" διότι σαφώς η διανοούμενη, εγκεφαλική του πλευρά παραμένει). Ένας Σ.Χ. λοιπόν που στις μισές σκηνές παίζει ξύλο, αντιμετωπίζει πολύ ογκωδέστερους εχθρούς, γλυτώνει από εκρήξεις, κυνηγά και κυνηγιέται στη γέφυρα του Λονδίνου και γενικά διαθέτει και μια πλευρά Σβαρτσενέγκερ, εμένα τουλάχιστον με ξενίζει - για να μην πω με ενοχλεί.
Κατά τα άλλα, βρήκα την όλο γκρίνια, ζήλια και "φιλικούς" καυγάδες σχέση του με τον Γουότσον ευπρόσδεκτη και διασκέδασα αρκετά μ' αυτήν, όπως επίσης και με την απόλυτη "ρεμαλοποίηση" του ήρωα όταν δεν έχει κάποια υπόθεση να ασχολείται (το στοιχείο αυτό υπάρχει και στα βιβλία), ενώ η ατμόσφαιρα είναι γκρίζα, βαριά και πειστική για Λονδίνο του 19ου αιώνα. Ενδιαφέρον είχε επίσης και ο ναζιστοειδής κακός, που έβαζε στο φιλμ μελλοντικά στοιχεία (πράγμα που γινόταν και με κάποια στοιχεία μελλοντικής τεχνολογίας). Στα συν και κάποια σχόλια για την βρετανική αυτοκρατορία και τον ιμπεριαλισμό των μεγάλων αυτοκρατοριών γενικότερα. Τέλος η ταινία βασιζόταν σ' ένα συνεχές παιχνίδι ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το φανταστικό (καθώς έβαζε στοιχεία αποκρυφισμού, μαγείας κλπ.). [SPOILER SPOILER Ευτυχώς όμως όλα είχαν λογική εξήγηση. Το ευτυχώς το λέω επειδή ολόκληρη η προσωπικότητα και οι ιστορίες του Σ.Χ. βασίζονται στον απίστευτο, τετράγωνο ορθολογισμό και στην "υπερφυσική" εξυπνάδα του, οπότε αν η ταινία προχωρούσε σε υπερφυσικές λύσεις, θα ήταν πιά εντελώς, μα εντελώς εκτός πνεύματος]

Δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα, το είδα πάντως σχετικά ευχάριστα. Το κακό είναι ότι το νο 2 ετοιμάζεται ολοταχώς (μπαμ έκανε), οπότε μου φαίνεται ότι θα έχουμε ένα ακόμα κινηματογραφιό σίριαλ.

Σάββατο, Ιανουαρίου 23, 2010

Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΟΝΗΡΙΑ ΚΑΙ Η ΑΘΩΩΤΗΤΑ ΣΤΟ "ΜΙΚΡΟ ΝΙΚΟΛΑ"


Ο Rene Gosciny (1926-1977) υπήρξε αναμφισβήτητα μια κωμική ιδιοφυϊα. Παραγωγικότατος σεναριογράφος, σφράγισε κυριολεκτικά τα γαλλικά κόμικς δημιουργώντας πλήθος από ήρωες, με πασίγνωστους ανάμεσά τους τους Αστερίξ και Λούκι Λουκ. Ο Μικρός Νικόλας είναι μια σειρά ξεκαρδιστικών βιβλίων με ήρωα το ομώνυμο πιτσιρίκι και τους ανεκδιήγητους συμμαθητές του. Την εικονογράφησή τους έχει κάνει ο πολύ γνωστός Sempe, με το χαρακτηριστικό μινιμαλιστικό αλλά πολύ εκφραστικό σχέδιο. Στη Γαλλία ο Μ.Ν. είναι πασίγνωστος σε όλους, ανεξάρτητα από το αν ασχολούνται με κόμικς ή βιβλία.
Ήταν λοιπόν ήδη άξιο απορίας πώς ο διάσημος αυτός ήρωας δεν είχε μεταφερθεί ακόμα στην οθόνη. Να λοιπόν που ο Laurent Tirard ανέλαβε το έργο αυτό. Με τον "Μικρό Νικόλα" έδωσε σάρκα και οστά στο διαβολικό και ταυτόχρονα αθώο αυτό πιτσιρίκι και στην σκανταλιάρικη παρέα του.
Η ταινία είναι βασικά παιδική, νομίζω όμως ότι και οι μεγάλοι θα γελάσουν σε αρκετά σημεία, αφού το χιούμορ του Γκοσινί και διαχρονικό είναι και καταφέρνει να πιάσει όλες τις ηλικίες. Επί πλέον διαθέτει και ένα στοιχείο νοσταλγίας (για τους μεγάλους φυσικά), αφού αναπαράγει αυτούσιο το κλίμα μιας μικροαστικής οικογένειας στις αρχές των 60ς, μιας εποχής βέβαια δίχως υπολογιστές, κινητά, cd και έγχρωμες τηλεοράσεις και με ένα πολύ πιο αυστηρό σχολείο απ' ότι σήμερα (δεν το λέω αυτό σαν κάτι ντε και καλά καλό, αλλά αναμφισβήτητα η αυστηρότητα αυτή και η αρτηρισκλήρωση δίνουν έναυσμα για πολλές πλάκες). Διαθέτει επίσης η ταινία κι αυτή την παλιομοδίτικη αθωότητα, που σπάνια απαντάται πια σήμερα, κι έτσι, εκτός από αστεία, γίνεται και γλυκιά. Γενικά το γέλιο βγαίνει από τις απίστευτες ιδέες των παιδιών και την συνήθως "λοξή" πρόσληψη της πραγματικότητας απ' αυτά, με αποτέλεσμα καταστάσεις παντελώς παράλογες και γι' αυτό αστείες. Δεν νομίζω φυσικά ότι πρόκειται για κάποα σπουδαία ταινία, αν όμως πάτε με τα παιδιά σας νομίζω ότι δεν θα περάσετε άσχημα.
ΥΓ: Έκανα το τεράστιο λάθος να τη δω μεταγλωτισμένη στα ελληνικά (από δική μου απροσεξία) και έτσι το απόλαυσα λιγότερο. Δεν κάνω καμιά κριτική στην ποιότητα της μεταγλώτισης και στην ηθοποιία των φωνών. Απλώς θεωρώ τη μεταγλώτιση κάτι εξ ορισμού απαράδεκτο, είτε γίνεται από σεξπηρικούς ηθοποιούς είτε από τον Σεφερλή.