Παρασκευή, Ιανουαρίου 30, 2026

"MOTHER, FATHER..." ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ


Χαίρομαι για το ότι ο Jim Jarmusch μετά από τόσες δεκαετίες εξακολουθεί να μην με απογοητεύει. Εννοείται ότι κάνει άλλοτε καλύτερα κι άλλοτε λιγότερα καλά φιλμ - και ποιος δεν κάνει το ίδιο; - , πάντοτε όμως η παραγωγή του έχει εξ ορισμού ενδιαφέρον και δεν πέφτει κάτω από κάποιο επίπεδο. Το "Father, Mother, Sister, Brother" του 2025 επιβεβαιώνει τα παραπάνω.

Σπονδυλωτή ταινία με τρεις διαφορετικές ιστορίες και ηθοποιούς όπως η Κέιτ Μπλάνσετ, ο Ανταμ Ντράιβερ και φυσικά ο Τομ Γουέιτς (που κλέβει την παράσταση) πρωταγωνιστούν σε ένα φιλμ με γενικό θέμα τις σχέσεις συγγενών. Τα δύο πρώτα "επεισόδια" έχουν το ίδιο ακριβώς θέμα, διαπραγματευμένο όμως με εντελώς διαφορετικό τρόπο: Αδέλφια επισκέπτονται γονιό τους, από τον οποίο έχουν ουσιαστικά αποξενωθεί πλήρως. Το τρίτο εστιάζει στη στενή σχέση δύο αδελφών, αγοριού και κοριτσιού.

Δεν θα πω κάτι καινούριο αν δηλώσω ότι μου άρεσε περισσότερο το πρώτο επεισόδιο. Όλοι με όσους έχει τύχει να συζητήσω για την ταινία συμφωνούν σ' αυτό. Ένας απολαυστικός Τομ Γουέιτς τα δίνει όλα στο ρόλο του εκκεντρικού πατέρα - και μόνο γι' αυτόν αξίζει, αφήστε που διαθέτει και ανατροπή στο τέλος. Πάντως οι δύο πρώτες ιστορίες επικεντρώνονται σαφώς στο θέμα της αποξένωσης των ανθρώπων μεταξύ τους (και μάλιστα στενών συγγενών στην προκειμένη περίπτωση) στα πλαίσια του σύγχρονου τρόπου ζωής. Συγκεκριμένα μοτίβα επαναλαμβάνονται στις δύο αυτές ιστορίες, διαφορετικοί χαρακτήρες αναλύονται... και η απόσταση στις ανθρώπινες σχέσεις κυριαρχεί. Κάποιοι μάλιστααπό τους ήρωες διαθέτουν μια κρυφή ζωή που δεν είναι γνωστή σε κανέναν συγγενή, όσο στενός κι αν είναι. Η τρίτη ιστορία διαφέρει κάπως, αφού θέμα της είναι όχι η αποξένωση, αλλά αντίθετα ο δεσμός και η αγάπη ανάμεσα στα αδέλφια. Προσωπικά την βρήκα μάλλον αταίριαστη με τις άλλες δύο. Βεβαίως όμως τίθεται και πάλι το θέμα της σχέσης με τους (νεκρούς) γονείς των δύο αδελφιών.  

Γενικά την βρήκα απολαυστική - αν και άνιση, όπως συμβαίνει σε κάθε σχεδόν σπονδυλωτό φιλμ. Είναι όμως "καθαρός Jarmusc" κι αυτό για μένα αποτελεί εξ ορισμού εγγύηση.

Ετικέτες , , , ,

Τρίτη, Ιανουαρίου 24, 2017

"PATERSON" ΟΠΩΣ ΖΕΝ

Τα αρκετά τελευταία χρόνια ο Jim Jarmusch, από τους αγαπημένους μου δημιουργούς, οδηγείται όλο και περισσότερο σε ένα προσωπικό δρόμο, στον οποίο νομίζω ότι θα ταίριαζε ο όρος Ζεν. Κι αν στο "The Limits of Control" του 2009 το αποτέλεσμα δεν μου άρεσε (το βρήκα αν μη τι άλλο βαρετό), το "Paterson" του 2016, ενώ ουσιαστικά ακολουθεί τον ίδιο δρόμο, μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Τι είναι όμως το Paterson;
Πόλη του Νιου Τζέρσεϊ 120.000 κατοίκων, που κατοικείται και από πολλούς μετανάστες, πατρίδα του πυγμάχου "Χαρικέιν" και τόπος όπου έζησε ο Γκίνσμπεργκ. Διάσημο ποίημα του Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς, στο οποίο (δεν το έχω διαβάσει, αλλά διαβάζω ότι) "εξυμνείται η  ομορφιά της καθημερινής ζωής". Και συγχρόνως, το επιθετο του ήρωα της ταινίας, ο οποίος, συμπτωματικά, ζει στο Πάτερσον. Είναι οδηγός λεωφορείου και γράφει κρυφά ποιήματα δίχως να τα δείχνει σε κανέναν εκτός της ιρανικής καταγωγής γυναίκας του, με την οποία είναι βαθιά ερωτευμένος (πολλά ποιήματα αναφέρονται σ' αυτήν). Η οποία είναι καλλιτεχνικός τύπος, αλλά κάπως χύμα, βάφει διάφορα πράγματα ασπρόμαυρα, φτιάχνει καπ κέικς και ονειρεύεται να γίνει διάσημη τραγουδίστρια της κάντρι. Το φιλμ παρακολουθεί, σαν ημερολόγιο, μέρα με τη μέρα μία εβδομάδα από τη ζωή του ήρωα: Ξύπνημα στις 6.30 περίπου το πρωί, πρωινό, δουλειά, οδήγηση του λεωφορείου όλη τη μέρα, όπου παρακολουθεί τις ποικίλες συζητήσεις κάθε είδους επιβατών, επιστροφή στο σπίτι, φαγητό, βόλτα το βράδι με τον απίστευτο, "κακό" σκύλο του ζεύγους (που κλέβει την παράσταση), στάση στο ίδιο πάντα μπαρ, όπου κουβεντιάζει με τον μαύρο ιδιοκτήτη και άλλους γνώριμους θαμώνες, επιστροφή στο σπίτι. Αυτά.
Οι μέρες είναι πανομοιότυπες, σαν "μέρα της μαρμότας", πλην όμως με μικρές παραλλαγές, όπως συμβαίνει άλλωστε με την καθημερινότητα πολλών από εμάς. Ο στόχος ακριβώς της ταινίας είναι να ανακαλύψει την ποίηση και την ομορφιά σ' αυτήν ακριβώς τη βαρετή (σε πρώτη όψη) ρουτίνα, την αξία των μικρών παραλλαγών που λέγαμε, την ποίηση και τη γοητεία της καθημερινότητας. Κι όταν κάτι αναπάντεχο συμβαίνει προς το τέλος της εβδομάδας, ο Π. το αντιμετωπίζει με απόλυτη στωικότητα, όπως ακριβώς αντιμετωπίζει την καθημερινότητά του.
Ναι, το φιλμ είναι ηθελημένα επαναλαμβανόμενο. Ωστόσο έχει τόσο χιούμορ και γλυκύτητα, τόσο ζεν ματιά στα πράγματα, τόση καθημερινή ποίηση (τα ποιήματα άλλωστε που γράφει ο ήρωας εμφανίζονται στην οθόνη), τόσο φιλοσοφική προσέγγιση, που για μένα μοιάζει να απογειώνεται, δημιουργώντας έναν σπάνιο ύμνο στο συνηθισμένο, στην κρυμένη ομορφιά της επανάληψης και της καθημερινότητας (που βέβαια συνεπικουρείται από έναν έρωτα).
Κάποιοι ίσως βαρεθούν. Προσωπικά μπήκα βαθιά στο τριπ της επανάληψης, του ζεν κοιτάγματος των πραγμάτων, της ποίησης που αναδύεται κυριολεκτικά από το τίποτα. Αν κάτι καταφέρνει εδώ ο Τζάρμους είναι να μας κάνει να αγαπήσουμε αυτό που ζούμε, όσο τετριμένο κι αν είναι. Φτάνει να έχουμε από κάπου να πιαστούμε (ο ήρωας έχει την ποίηση και μια γυναίκα).
ΥΓ: Προσέξτε το διαρκές παιχνίδι του σκηνοθέτη με τους δίδυμους. Ως εικόνα ή ως έννοια εμφανίζονται με διάφορους τρόπους όλες τις μέρες της εβδομάδας που παρακολουθούμε. Ίσως να είναι μια αναφορά στο "διπλό", το γιν και το γιανγκ ή, ίσως, κάποιο μη καταληπτό παιχνίδι του δημιουργού.

Ετικέτες ,

Κυριακή, Ιανουαρίου 26, 2014

ΤΑ ΡΟΜΑΝΤΙΚΑ ΒΑΜΠΙΡ ΤΟΥ ΤΖΑΡΜΟΥΣ

Θεωρώ ότι ο Jim Jarmusch μετά τόσα χρόνια παραμένει ο πιο ενδιαφέρων  αμερικάνος ανεξάρτητος δημιουργός (παρά την παρένθεση του "Limits of Cintrl", που με έκανε να βαρεθώ). Αφορμή για τις σκέψεις αυτές είναι το "Only Lovers Left Alive" του 2013, όπου ξαναπιάνει με τον δικό του, καθαρά προσωπικό τρόπο τον κλασικό βαμπιρικό μύθο. Εδώ θα "αντιγράψω" μια σκέψη από την κριτική του φιλμ στο "Αθηνόραμα", η οποία με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο: "Όση σχέση έχει ο "Νεκρός" (αγαπημένη ταινία και για μένα) με το κλασικό γουέστερν, άλλη τόση έχουν οι "Εραστές" με τις ταινίες τρόμου με βρικόλακες".
Τα γοητευτικά βαμπίρ - αιώνιοι εραστές (απόλυτα ταιριαστοί οι Τίλντα Σουίντον και Τομ Χίντλεστον), αν και αιώνια ερωτευμένοι, ζουν χώρια: Εκείνος στο παρακμασμένο Ντιτρόιτ κι εκείνη στην εξωτική Ταγγέρη, όπου μάλιστα κάνει παρέα με τον...Κρίστοφερ Μάρλοου (βρικόλακας κι αυτός φυσικά), υπαρκτό θεατρικό συγγραφέα, του οποίου τα έργα έχει υποτίθεται κλέψει ο Σέξπιρ! Κάποια στιγμή η Εύα αναγκάζεται να πάει στο Ντιτρόιτ για να βοηθήσει τον αγαπημένο της. Εκεί όλα θα πάνε καλά, ώσπου εμφανίζεται η απερίσκεπτη αδελφή της...
Μην περιμένετε σπλάτερ ούτε φοβερό σασπένς και δραματικές κορυφώσεις. Η ταινία κυλά μάλλον ήρεμα και νωχελικά. Αυτό όμως που γοητεύει (εμένα τουλάχιστον) από την πρώτη μέχρι την τελευταία εικόνα της είναι το φοβερό στιλ του Τζάρμους. Το ζεύγος των πρωταγωνιστών είναι απόλυτα cool, είναι διανοούμενοι, είναι σαν απόγονοι μιας βαθύτατα καλλιεργημενης παλιάς αριστιοκρατίας, που σήμερα έχει εκλείψει σαν είδος. Οι εικόνες, τοσο στην εξωτική Ταγγέρη όσο και στο Ντιτρόιτ είναι συχνά πανέμορφες μέσα στην παρακμή τους. Η μουσική επίσης. Πρόκειται για ένα κράμα ροκ, μπλουζ και έθνικ (εκπληκτικό το αραβικό τραγούδι προς το τέλος). Άλλωστε ο ήρωας είναι και ένας ροκ μουσικός που δεν του αρέσουν καθόλου τα φώτα της διασημότητας. Όλο το στιλ της ταινίας, από τις παλιές ηλεκτρικές κιθάρες που συλλέγει ο Άνταμ, τους δίσκους που ακούει από βινύλιο, η διακόσμηση των σπιτιών που θυμίζει 19ο αιώνα, όλα, μα όλα υπακούν σε ένα γοητευτικότατο και μάλλον παρακμιακό στιλ. Το φιλμ εξ άλλου είναι γεμάτο αναφορές: Από παλιούς ροκ μουσικούς (από τη δεκαετία του 50) μέχρι την υπαρκτή θεωρία ότι ο Μάρλοου έγραψε τα έργα του Σέξπιρ, από την Ταγγέρη ως τόπο διαμονής της παρέας των Μπάροους, Μπόουλς, μπίτνικς κλπ. μέχρι τη σόουλ της Motown και τον σύγχρονο Τζακ Γουάιτ... κι ό,τι άλλο μπορείτε να ανακαλύψετε μόνοι σας.
Μέσα σ' όλα αυτά ο Τζάρμους βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για τη σύγχρονη παρακμή του δυτικού πολιτισμού. Η επιλογή του Ντιτρόιτ, πρώην πόλης με τεράστια βιομηχανία η οποία σήμερα έχει πτωχεύσει και σχεδόν θυμίζει πόλη - φάντασμα, δεν είναι καθόλου τυχαία. Άλλωστε ο βρικόλακας ήρωας αποκαλεί τους σύγχρονους ζωντανούς ανθρώπους "ζόμπι". Πάνω απ' όλα όμως η ταινία αποτελεί έναν ύμνο στον (παλιομοδίτικο κι αυτόν) ρομαντικό έρωτα και μοιάζει να πιστεύει στην αιώνια αγάπη. Και, μέσα σ' όλα, η ειρωνία και το χιούμορ δεν λείπουν.
Γενικά την απόλαυσα από την αρχή ως το τέλος, κυρίως σαν μια άψογη άσκηση στιλ. Το οποίο όμως διαθέτει και αρκετό περιεχόμενο.

Ετικέτες ,

eXTReMe Tracker