Τρίτη, Φεβρουαρίου 28, 2017

ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΙΝΔΙΑΝΟΙ ΚΑΙ ΤΟ "RHYMES FOR YOUNG GHOULS"

Το καναδέζικο φιλμ "Rhymes for Young Ghouls" γυρίστηκε το 2013 και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Jeff Barnaby. Και είναι ενδιαφέρουσα, καθώς καταγράφει (μάλλον σπάνιο αυτό) την κατάσταση των ινδιάνων στιον Καναδά στα μέσα της δεκαετίας του 70.
Οι οποίοι ινδιάνοι ζουν σε καταυλισμούς και, βάσει κυβερνητικού νόμου, τότε τουλάχιστον ήταν υποχρεωμένοι να ζουν σε ειδικά οικοτροφεία μέχρι τα 16 τους. Συχνά η κατάσταση εκεί μέσα είναι απάνθρωπη, ενώ οι συνθήκες ζωής έξω απ' αυτά κάθε άλλο παρά καλές. Η έφηβη Αϊλα, ατίθαση και με έντονο εικαστικό ταλέντο, επαναστατεί ενάντια στις συνθήκες αυτές και ενάντια στον σαδιστή ("χριστιανό") διευθυντή του οικοτροφείου και, με τη βοήθεια άλλων αυτόχθονων παιδιών ζητά εκδίκηση. Στο μεταξύ πολλά από τα παιδιά - και μεγάλοι φυσικά - βγάζουν τα προς το ζειν και πληρώνουν έναν ιδιότυπο φόρο για να μπορούν να ζουν έξω από το οικοτροφείο παρασκευαζοντας και πουλώντας ναρκωτικά, πράγμα που κάνει και η ηρωίδα. Όταν η μητέρα της αυτοκτονεί και ο πατέρας της βγαίνει από τη φυλακή, οι ισορροπίες θα ανατραπούν βίαια.
Βρήκα την ταινία αρκετά δυνατή - και συχνά βίαια. Οι εφιαλτικές συνθήκες ζωής των σύγχρονων ινδιάνων περιγράφονται γλαφυρά. Έρμαια ενός φριχτού ρατσισμού από τις αρχές - κάτι παραπάνω από καταπιεστικές - είναι απόλυτα λογικό να καταφύγουν στην παρανομία (και το αλκοόλ και τη μαστούρα, που αποτελούν τρόπο ζωής και διασκέδασης από σοκαριστικά μικρές ηλικίες). Το ξέσπασμα της βίας είναι, νομίζω, εδώ απόλυτα δικαιολογημένο. Από την άλλη το φιλμ αποκτά μια ιδιαίτερη διάσταση και ατμόσφαιρα, καθώς παίζει με το μεταφυσικό στοιχείο και την παγανιστική πίστη των ινδιάνων (η κοπέλα συναντά συχνά τη νεκρή μητέρα της, οι γιορτές ισορροπούν ανάμεσα σ' αυτό που θα αποκαλούσαμε τρελό πάρτι και σε τελετουργία κλπ.)
Άλλωστε ο σκηνοθέτης  Jeff Barnaby είναι ο ίδιος ινδιάνος, μεγάλωσε σε καταυλισμό και γνωρίζει καλά τις συνθήκες ζωής εκεί. Όπως έχει δηλώσει η ταινία "αποτελεί φόρο τιμής στις αυτόχθονες γυναίκες του Καναδά, τις οποίες σέβεται για το θάρρος και την ψυχική τους δύναμη". Ενδιαφέρον ντεμπούτο (μεγάλου μήκους ντεμπούτου εννοώ), που φωτίζει άγνωστες πτυχές της (δύσκολης) ζωής και της κουλτούρας των καναδέζων ιθαγενών (όπως τους κατάντησε η λευκή εισβολή και ο μετάπειτα απάνθρωπος ρατσισμός). Ψάξτε το αν σας ενδιαφέρει το θέμα.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 24, 2017

ΕΝΑΣ "ΛΟΓΙΣΤΗΣ" ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΠΟΛΥ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ...

Φαινομενικά είναι ένας απλός λογιστής, που διατηρεί απλό γραφείο ως βιτρίνα. Στην πραγματικότητα όμως κάνει πολύ περισσότερα: "Καθαρίζει" λογιστικά βιβλία βρώμικων επιχειρήσεων (από καρτέλ ναρκωτικών έως τρομοκρατικές οργανώσεις), αφού πρόκειται για μαθηματική ιδιοφυία, και, εκπαιδευμένος από τον πατέρα του, αποτελεί ταυτόχρονα μια αληθινή πολεμική μηχανή (είναι κατά καιρούς και δολοφόνος). Ο ίδιος ωστόσο είναι αυτιστικός, από παιδί έπασχε από το σύνδρομο Άσπεργκερ: Μοναχικός, απόλυτα ακοινώνητος, ανέραστος, "μόνιμα κουμπωμένος", δίχως την παραμικρή αίσθηση του χιούμορ και γεμάτος εμμονές. Ώσπου κάποια στιγμή καλείται να εντοπίσει μία οικονομική διαρροή στα βιβλία ρομποτικής εταιρίας (την οποία διαρροή ανακάλυψε μια ταπεινή λογίστριά της) και... η περιπέτεια αρχίζει. Παράλληλα με τη δράση του ήρωα παρακολουθούμε (λιγότερο βέβαια) και τη δράση ενός ικανού πληρωμένου δολοφόνου. Αναπόφευκτα οι δυο τους κάποια στιγμή θα συναντηθούν.
Γράφω βέβαια για το περιπειώδες θρίλερ "Ο Λογιστής" (The Accountant) που γύρισε το 2016 ο Gavin O'Connor, με έναν Μπεν Άφλεκ αρκετά πειστικό στον κεντρικό ρόλο της αυτιστικής ιδιοφυίας - του ταιριάζει, θα έλεγα. Η ταινία είναι "σφιχτή", καλογυρισμένη και κρατά νομίζω τον θεατή με την εξέλιξη και τις αποκαλύψεις, αλλά, κυρίως κατά τη γνώμη μου, με την ιδιαιτερότητα του βασικού χαρακτήρα. Από εκεί και πέρα νομίζω ότι τα σεναριακά προβλήματα είναι πολλά: Πρώτα - πρώτα βρίσκω το φιλμ βαρυφορτωμένο (διαρκεί και 128 λεπτά). Το μεγάλο "κακό" όμως έρχεται στις απανωτές αποκαλύψεις / ανατροπές του τέλους : Αυτές κυρίως είναι που δεν με έπεισαν καθόλου. Όλα βασίζονται σε τερατώδεις, εξωφρενικές συμπτώσεις (πάνω από μία). Οι αποκαλύψεις λοιπόν, αντί να φωτίζουν, κάνουν ακόμα πιο απίστευτη την ιστορία του ήρωα που "τα κάνει όλα και συμφέρει".
Συνολικά λοιπόν, δεν λέω, διασκεδαστικό μου φάνηκε, χορταστικό, με όντως ασυνήθιστο και ιδιαίτερο κύριο χαρακτήρα (ο οποίος, σημειωτέον, θα βρεθεί και μπροστά σε ηθικά διλήμματα, όπου πρέπει να αποφασίσει), αλλά συνολικά το φιλμ δεν με έπεισε. Μάλλον τραβηγμένη απ' τα μαλλιά βρήκα όλη αυτή την πολύπλοκη ιστορία.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 23, 2017

Ο "ΔΙΧΑΣΜΕΝΟΣ" ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΟΙ ΕΑΥΤΟΙ ΟΥ

Ο M.Night Shyamalan, μετά την εντυπωσιακή του είσοδο στο χώρο των θρίλερ με την "6η Αίσθηση", είχε, ούτε λίγο ούτε πολύ, να κάνει ταινία της προκοπής από το μακρινό "Χωριό" του 2004. Να λοιπόν που, επιτέλους, τα καταφέρνει το 2016 με τον "Διχασμένο" (Split), ένα θρίλερ που θυμίζει μεν αρκετά πράγματα, στέκεται όμως καλά στα πόδια του.
Τρεις νεαρές κοπέλες, μαθήτριες, απάγονται από έναν άγνωστο νέο άντρα και οδηγούνται στον δαιδαλώδη υπόγειο χώρο όπου κατοικεί. Πολύ σύντομα θα αντιληφτούν (κι εμείς μαζί τους) ότι πρόκειται ο απαγωγέας είναι άνθρωπος με πολλαπλή διαταραχή προσωπικότητας. Ένας άνθρωπος δηλαδή ο οποίος διαθέτει 23 (!) διαφορετικές προσωπικότητες, κάποιες από τις οποίες έρχονται διαδοχικά στην επιφάνεια. Κι όλες μαζί ετοιμαζονται για την επικράτηση της τελικής, αυτής του "Κτήνους" (δεν κάνω spoiler, όλα αυτά τα γνωρίζουμε σχεδόν από την αρχή). Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε τη δύσκολη προσπάθεια των έγκλειστων κοριτσιών - και ιδιαίτερα της μίας - να επικοινωνήσει μαζί του (μαζί τους θα ήταν σωστότερο).
Η ταινία μένει σε ρεαλιστικό επίπεδο (αν βεβαίως δεχτούμε ότι κάποιος ψυχοπαθής μπορεί να διαθέτει τοσες προσωπικότητες) και, όσο περνά η ώρα, η αγωνία κλιμακώνεται. Το ίδιο και το κλειστοφοβικό στοιχείο, καθώς οι κοπέλες αποτυγχάνουν να αποδράσουν. Επίσης επιχειρείται (από την ψυχολόγο που παρακολουθεί τον ήρωα) μια, στα όρια σχεδόν του φανταστικού, "ερμηνεία" της ψυχοπάθειας και ειδικά του φαινομένου της διχασμένης προσωπικότητας, η οποία αγγίζει το υπερηρωικό στοιχείο. Ταυτόχρονα, σε συνεχή φλας μπακ παρακολουθούμε την τραγική ιστορία της μίας κοπέλας, η οποία ιστορία εξηγεί τον ασυνήθιστο χαρακτήρα της. Το τέλος μας επιφυλάσει και πάλι μια έκπληξη - όχι σαν αυτές της ολικής ανατροπής που συνηθίζει ο σκηνοθέτης, αλλά πάντως έκπληξη - ενώ το χάπι εντ αποφεύγεται με έξυπνο (και εφιαλτικό) τρόπο. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στην ηθοποιία του Τζέιμς Μακαβόι, ο οποίος καταφέρνει να γίνεται πιστευτός ερμηνεύοντας τις πολλαπλές προσωπικότητες του ήρωα.
Προσωπικά το θεωρώ καλό θρίλερ - εντάξει, η έμπνευση από Χίτσκοκ και Ντε Πάλμα προφανώς υπάρχει - και μάλιστα από κάποιον από τον οποίο δεν περίμενα πια τίποτα. Δεν είναι και κανένα αριστούργημα, ωστόσο το απόλαυσα. Μια χαρά!

Τρίτη, Φεβρουαρίου 21, 2017

"UNDERWORLD U.S.A".: Η ΜΟΝΟΜΑΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΔΙΚΗΣΗΣ

Ο σημαντικότερος ίσως b-μουβάς (συγχωρείστε την άκομψη έκφραση) του κινηματογράφου, ο Samuel Fuller (1912-1997), γυρίζει το "Underworld U.S.A." το 1961 και κάνει έτσι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες του.
Ο 14χρονος ήρωας σημαδεύεται για πάντα όταν βλέπει τον πατέρα του να χτυπιέται μέχρι θανάτου από 4 άντρες. Τυχαίνει να γνωρίζει τον έναν. Είκοσι χρόνια αργότερα ο μόνος στόχος της ζωής του (μετά από αναμορφωτήριο και φυλακή) είναι να εκδικηθεί. Στη φυλακή λοιπόν εντοπίζει τον έναν από τους δολοφόνους, αλλά αυτός είναι ετοιμοθάνατος. Για να εξιλεωθεί του αποκαλύπτει τα ονόματα των τριών άλλων, οι οποίοι τώρα βρίσκονται στην κορυφή του εγκλήματος στην πόλη (ο καθένας έχει αναλάβει από έναν τομέα: πορνεία, ναρκωτικά, τζόγος). Η ψυχρή, μεθοδική εκδίκηση του Tolly δεν σταματά μπροστά σε τίποτα. Είναι έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα (έρωτα ή ό,τι άλλο) προκειμένου να ικανοποιήσει το πάθος του.
Ο Fuller φτιάχνει μια ακόμα ταινία με "πειραγμένους" ήρωες. Ο πρωταγωνιστής είναι, πολύ απλά, μονομανής και η σκληρότητά του δεν διαφέρει καθόλου από αυτήν των καθαρμάτων που εκδικείται (η σκηνή με τον ετοιμοθάνατο άντρα είναι χαρακτηριστική). Όχι μόνο λόγω της συμπεριφοράς του απέναντι στους δολοφόνους, αλλά επειδή δεν διστάζει να εμπλέξει και να χρησιμοποιήσει τους γύρω του, που είναι αθώοι (όπως την κοπέλα που τον ερωτεύεται) προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του. Τα συναισθήματά του έχουν παγώσει και η ζωή του παύει να έχει κάποιο (άλλο) νόημα. Η κριτική του δημιουργού πάνω στο θέμα της εκδίκησης είναι σαφής. Όσο για τους τρόπους, είναι κι αυτοί πρωτότυποι: Καταφέρνει να στρέψει τον έναν ενάντια στον άλλον. Σημαντική φιγούρα - και τραγική βεβαίως - η πρώην πόρνη Σαντι, κάτι σαν μητέρα γι' αυτόν, που ζει σε ένα δωμάτιο γεμάτο κούκλες επειδή δεν μπόρεσε ποτέ να κάνει παιδιά η ίδια, δίνει και έναν παράξενο, ανατριχιαστικό σχεδόν τόνο στην ατμόσφαιρα. Τέλος ο Κλιφ Ρόμπερτσον είναι εξαιρετικός στον βασικό ρόλο.
Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο, το οποίο έμαθα επειδή το διάβασα κάπου για να πω την αλήθεια, είναι ότι το συγκεκριμένο φιλμ είναι ένα από τα πρώτα που δείχνει το έγκλημα να λειτουργεί σαν κανονική επιχείρηση, οργανωμένη και χωρισμένη σε διακριτούς τομείς. Νομίζω ότι και πάλι ο σκηνοθέτης αυτός (ο οποίος, υπενθυμίζω, έγραφε τα σενάρια μόνος του) βρίσκεται μπροστά από την εποχή του.
Δυνατό και κυνικό νουάρ, σασπένς, παράξενη, όπως πάντα στον Fuller, ιστορία (πέρα από το κλασικό στοιχείο της εκδίκησης, το θέμα είναι το πώς), κριτική σε έναν "κακό" και διεφθαρμένο κόσμο, το φιλμ συστήνεται στους φίλους του παλιού σινεμά - και ιδιαίτερα των γκαγκστερικών - νουάρ ταινιών.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 20, 2017

"ΔΟΛΟΦΟΝΙΚΑ ΑΜΑΞΙΔΙΑ" (!): ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΕΚΠΛΗΞΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΥΓΓΑΡΙΑ

Η ταινία με τον παράδοξο τίτλο "Δολοφονικά Αμαξίδια" (Tiszta Szivel ή, αγγλικά, Kills on Wheels) του 2016 μας έρχεται από την Ουγγαρία και είναι η δεύτερη μόλις του Attila Till. Και είναι έξυπνη, πρωτότυπη και δυνατή ταυτόχρονα, οπότε, μαζί με κάποιες άλλες των τελευταίων χρόνων ("Ο Γιος του Σαούλ", "Λευκός Θεός"), σηματοδοτεί μια ξαφνική άνθιση του σινεμά της χώρας αυτής.
Οι ήρωες του φιλμ πάσχουν όλοι απο κινητικά προβλήματα. Καθηλωμένοι σε καροτσάκια, γνωρίζονται και συναντώνται στα κέντρα φυσιοθεραπείας. Οι δύο είναι πολύ νεαροί, ο τρίτος μεγαλύτερος. Ο τελευταίος είναι ένας πρώην πυροσβέστης, ανάπηρος εδώ και τρία χρόνια από ατύχημα. Οξύθυμος, κυνικός, "βαρύς", αλλά και αποφασισμένος να θεραπευτεί κάποια στιγμή (καταβάλλει υπεράνθρωπες προσπάθειες γι' αυτό), δουλεύει σαν εκτελεστης για ένα σέρβο έμπορο ναρκωτικών. Οι αποστολές του πετυχαίνουν ακριβώς επειδή, όντας ανάπηρος, δεν δημιουργεί την παραμικρή υποψία στα θύματά του (αδίστακτους τύπους αντίπαλων συμμοριών), και τους αιφνιδιάζει απόλυτα. Οι τρεις αυτοί άνθρωποι θα συνεργαστούν σε παρόμοιες αποστολές με επιτυχία. Ώσπου ο σέρβος, θορυβημένος από την αυθαίρετη απόκτηση συνεργατών από τον εκτελεστή του, θα τον διατάξει να τους εξοντώσει, ώστε να μην υπάρχουν μάρτυρες για όσο διαπράτονται. Πώς θα αντιδράσει αυτός;
Η ταινία, αρκετά αιματοβαμμένη, διαθέτει νευρώδη σκηνοθεσία και σκηνές αγωνίας, έξυπνο και ανατρεπτικό σενάριο και χρησιμοποιεί σαν ήρωες δύο αληθινούς ανάπηρους, τους δύο νεαρούς, οι οποίοι μάλιστα δεν είναι καθόλου τυχαίοι: Ο ένας είναι αθλητής και ο άλλος ηθοποιός και συγγραφέας. Εκτός από τη δράση της πιο ασυνήθιστης ίσως συμμορίας που είδατε ποτέ στην οθόνη, το φιλμ παρακολουθεί και τις προσωπικές τους - δύσκολες φυσικά - ζωές (τη σχέση με μία πρώην του μεγαλύτερου, η οποία ετοιμάζεται να παντρευτεί κάποιον άλλο, τη σχέση με τη μητέρα του ενός από τους νεαρούς). Ταυτόχρονα, ενώ ενίοτε διαθέτει και κατάμαυρο χιούμορ, βλέπει με τρυφερότητα τους άτυχους ήρωές του και δείχνει βαθιά κατανόηση για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι αυτοί. Αυτό όμως που μου άρεσε ιδιαίτερα είναι η σύνδεση της όλης ιστορίας με τα κόμικς: Οι δύο νεαροί φτιάχνουν με μεγαλη προσπαθεια ένα κόμικς με ήρωες τους ίδιους, το οποίο ονειρεύονται να εκδώσουν. Το στοιχείο αυτό παίζει, όπως θα διαπιστώσετε στο τέλος, καθοριστικό ρόλο στην ιστορία. Από την άλλη μάλιστα, συχνά η εικόνα μπερδεύεται με σκίτσα που ζωντανεύουν και μεταφέρεται από την οθόνη στις σελίδες και αντίστροφα.
Όντως πρωτότυπο φιλμ, αρκετά πολυεπίπεδο - η αιματηρή γκαγκστερική ιστορία είναι το πρώτο μόνο από τα επίπεδά της - αποτέλεσε για μένα μια πραγματικά ευχάριστη έκπληξη.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 19, 2017

Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ ΣΤΗΝ "ΦΟΝΙΣΣΑ"

Το 1973 ο Κώστας Φέρρης επιχειρεί να μεταφέρει στην οθόνη, και μάλιστα με λίγα χρήματα, ένα από τα εμβληματικότερα κείμενα της ελληνικής λογοτεχνίας: Την "Φόνισσα" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Η ιστορία είναι πασίγνωστη: Μια ηλικιωμένη γυναίκα στη Σκιάθο, της οποίας η ζωή υπήρξε απόλυτα δυστυχισμένη, ένας διαρκής μόχθος και πάλη ενάντια στη φτώχια, δολοφονεί μικρά κοριτσάκια, πιστεύοντας ότι έτσι τα ευεργετεί, αφού η μοίρα της γυναίκας, και μαζί και της οικογένειας που τη γέννησε, στον κόσμο (στον κόσμο που ζει η δολοφόνος προφανώς) είναι να δυστυχίσει. Η Φραγκογιαννού κρύβεται σε απόμερες περιοχές του νησιού, ενώ η καταδίωξή της από την αστυνομία έχει αρχίσει...
Ο Φέρρης προσπαθεί να μείνει όσο γίνεται πιστός στο παπαδιαμαντικό πρωτότυπο. Γυρίζει την ταινία στην επαρχία (στη Θάσο νομίζω) και διατηρεί την ντοπιολαλιά στη γλώσσα, στοιχείο βέβαια χαρακτηριστικό και του Παπαδιαμάντη. Προσθέτει βεβαίως και λίγες, πολύ λίγες σκηνές που δεν υπάρχουν στο πρωτότυπο συνειδητά, διότι κάποια πράγματα θέλει να τονίσει ο ίδιος. Χαρακτηριστική τέτοια σκηνή είναι αυτή στη σπηλιά με τους "κλέφτες", ενώ, αποτύπωση του κλίματος της εποχής, είναι οι τίτλοι του φιλμ, που είναι γυρισμένοι με φίλτρα με ψυχεδελικά χρώματα, σήμα κατατεθέν της δεκαετίας του 60, που μόλις είχε παρέλθει. Για να δείξει το δράμα και την μπερδεμένη σκέψη της τραγικής ηρωίδας καταφεύγει στην εύκολη λύση της φωνής off. Ωστόσο χάρη στους εσωτερικούς αυτούς μονολόγους αποκαλύπτονται τα κίνητρα που ωθούν την ηρωίδα στις εφιαλτικές πράξεις της και ξεδιπλώνουν τη φρίκη και ταυτόχρονα την φεμινιστική διάσταση της νουβέλας και της ταινίας. Και, βέβαια, φανερώνουν την τραγική θέση της γυναίκας - αιώνιας σκλάβας σε παλιότερες τουλάχιστον εποχές. Όσο για την πρωταγωνίστρια Μαρία Αλκαίου, είναι νομίζω καλή στον βασικό ρόλο.
Σήμερα η ταινία μοιάζει ίσως κάπως ξεπερασμένη και "φτωχή". Ωστοσο στην εποχή της αποτέλεσε μια τολμηρή προσπάθεια, η οποία μάλιστα έμεινε για χρόνια "θαμμένη" και άγνωστη στο ευρύ κοινό (είχαν χαθεί μέχρι πριν κάποια χρόνια οι κόπιες, όπως έμαθα). Δείτε την περισσότερο για ιστορικούς λόγους και για να ανακαλύψετε μια μάλλον άγνωστη στιγμή του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 18, 2017

ΜΑΝΤΕΨΤΕ ΤΙ ΘΑ ΣΥΜΒΕΙ "ONE FINE DAY" ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΑΓΝΩΣΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ...

Εκείνος είναι ένας πολυάσχολος, γοητευτικός, χωρισμένος και επιπόλαιος δημοσιογράφος, με πάμπολλες κατακτήσεις και μια μικρή κόρη. Εκείνη είναι μια πολυάσχολη, γοητευτική, χωρισμένη και σοβαρή αρχιτέκτονας, με ένα μικρό γιο. Από απροσεξία αμφοτέρων δεν καταφέρνουν να πάνε έγκαιρα τα παιδιά τους στο λεωφορείο, οπότε εκείνα χάνουν την ημερήσια σχολική εκδρομή. Έτσι μένουν "με τα παιδιά στο χέρι", ενώ η μέρα αμφοτέρων είναι κάτι παραπάνω από πολυασχολη. Συναντιούνται λοιπόν, αρχικά αντιπαθούν ο ένας τον άλλον, αλλά να που αλληλοεξαρτώνται απόλυτα για να κάνουν τις κατεπείγουσες δουλειές τους (που αν δεν γίνουν μπορεί να σημαίνουν και απόλυση), οπότε εναλλάξ ο ένας αφήνει το παιδί του στον άλλον για να προλάβει... Μαντέψτε λοιπόν τι θα συμβεί ανάμεσά τους, αν μάλιστα αυτός είναι ο Τζορτζ Κλούνεϊ κι εκείνη η Μισέλ Φάιφερ...
Φυσικά πρόκειται για κομεντί. Πρόκειται, για την ακρίβεια, για το "One Fine Day", που γύρισε ο Michael Hoffman το 1996 και... ξέρετε... είναι μια απ' αυτές τις γνωστές αμερικάνικες του είδους. Εδώ, για να πω την αλήθεια, διασκέδασα αρκετά. Το βασικό εύρημα είναι όλα διαδραματίζονται σε μια και μόνη μέρα, από το μαύρο χάραμα έως τη νύχτα. Και το ότι ο χρόνος πιέζει αφόρητα. Οπότε ό,τι είναι να γίνει πρέπει να γίνει αμέσως (όχι μεταξύ τους, εννοώ με τις κατεπείγουσες δουλειές). Το χιούμορ υπάρχει σε αρκετό βαθμό και, συγχρόνως, οι όλες καταστάσεις καταφέρνουν να μεταδώσουν άγχος στον θεατή. Την κατάληξη λίγο - πολύ την ξέρουμε, αλλά μέχρι τότε, με τόσα που συμβαίνουν και καταφέρνουν να χωρέσουν σε μια και μόνη μέρα (ούτε καν εικοσιτετράωρο), η ταινία πετυχαίνει να μας διασκεδάσει αρκετά (εμένα τουλάχιστον). Υπάρχει και η χημεία ανάμεσα στους δύο ωραίους πρωταγωνιστές (οι οποίοι απεγνωσμένα πασχίζουν να "παρκάρουν" όπου μπορούν τα παιδιά τους), οπότε συνολικά θα την χαρακτήριζα μια από τις χαριτωμένες κομεντί - που δεν σε εκνευρίζουν τουλάχιστον.
Να πούμε τώρα ότι γίνεται και μια κριτική στον σύγχρονο κάτι παραπάνω από αγχώδη τρόπο ζωής στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις; Για το ότι ο άνθρωπος ζει για να δουλεύει και δεν δουλεύει για να ζει (και αυτό του αρέσει από πάνω όταν είναι πετυχημένος); Ότι τα παιδιά, ίδιαίτερα στις πάμπολλες διαλυμένες οικογένειες, μάλλον ως βάρος λογαριάζονται, βάρος που πρέπει να ξεφορτωθούμε κάπου για να δουλέψουμε; ΟΚ, αυτά και άλλα κοινωνικά φαινόμενα επισημαίνονται, στόχος όμως του φιλμ δεν νομίζω ότι είναι η κριτική, αλλά η διασκέδαση. Αφεθείτε λοιπόν και διασκεδάστε - και αγχωθείτε και λιγάκι. Ξαναλέω ότι - ώς προβλέψιμη κομεντί  πάντοτε - τη βρήκα μάλλον από τις συμπαθητικές του είδους.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 17, 2017

ΤΙ (ΝΟΜΙΖΕΙ ΟΤΙ) ΒΛΕΠΕΙ ΕΝΑ "ΚΟΡΙΤΣΙ ΣΤΟ ΤΡΕΝΟ";

Μια χωρισμένη και μόνη γυναίκα (που σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι είναι και προχωρημένη αλκοολική), κάνει κάθε πρωί την ίδια διαδρομή με το τρένο πηγαίνοντας στη δουλειά της. Κάπου στα προάστια παρακολουθεί εμμονικά το ίδιο πάντοτε σπίτι, όπου ζει νεαρό και ερωτευμένο ζευγάρι. Φευγαλέα φυσικά κάθε μέρα, για λίγα μόλις δευτερόλεπτα, όσο διαρκεί δηλαδή το πέρασμα του τρένου μπροστά από το σπίτι. Σύντομα επίσης μαθαίνουμε ότι το σπίτι αυτό βρίσκεται πολύ κοντά στο δικό της παλιό σπίτι, στο οποίο τώρα ζει ο πρώην σύζυγός της και η νέα του γυναίκα. Ώσπου μια μέρα θα δει τη γυναίκα του νεαρού ζεύγους στην αγκαλιά ενός άλλου, ενώ ένας φόνος θα συμβεί στην περιοχή. Εκείνη θα προσπαθήσει να αποκαλύψει τι είδε και σε ανύποπτο χρόνο θα βρεθεί μπλεγμένη σε έναν εφιάλτη...
Αυτά συμβαίνουν στο "Κορίτσι του Τρένου" (2016) του Tate Taylor, που βασίζεται σε βιβλίο της Πολα Χόκινς. Αυτό που έρχεται αμέσως στο μυαλό είναι η σχετική ομοιότητα με το "Κορίτσι που Εξαφανίστηκε" του Φίντσερ, μόνο που θεωρώ το δεύτερο ανώτερο. Ωστόσο και το "...Τρένο" είναι κατά τη γνώμη μου ένα καλό θρίλερ, με ανατροπές και αρκετή αγωνία. Η αφήγησή του δεν ακολουθεί γραμμική σειρά, αλλά μας πάει μπρος - πίσω στο χρόνο, αποκαλύπτοντας βαθμιαία τι έχει συμβεί και συμπληρώνοντας σιγά - σιγά το παζλ. Έτσι θα ανακαλύψουμε τις προσωπικότητες και τα μυστικά όλων των εμπλεκόμενων: Της ηρωίδας, του πρώην συζύγου, της νυν γυναίκας του και του ζεύγους των γειτόνων. Διότι όντως όλοι εμπλέκονται κάπως...
Πορτρέτο μιας γυναίκας στα όρια της (αυτο)καταστροφής, πιθανότατα μη ισορροπημένης θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε, αλλά και της "μυστικής ζωής" και των μυστικών των αμερικάνικων προαστείων, όπου κάποιοι δεν είναι αυτό που αρχικά δείχνουν, το φιλμ μπερδεύει αρκετά τα πράγματα καθώς η νυν σύζυγος και η γκουβερνάντα είναι αμφότερες ξανθιές και κάποιες στιγμές δεν είσαι σίγουρος για το ποια είναι ποια. Η ταινία καταλήγει τελικά να γίνει (συνειδητά ή ασυνείδητα) έντονα φεμινιστική, καθώς οι γυναίκες θριαμβεύουν, ενώ οι άντρες... αφήστε το καλύτερα... Θεωρώ επίσης πολύ καλή την ηθοποιία της Έμιλι Μπλαντ.
Ξαναλέω ότι το "Κορίτσι του Τρένου" δεν είναι "Το Κορίτσι που Εξαφανίστηκε", ούτε και Τέιλορ είναι Φίντσερ (σαφώς όχι). Ωστόσο πιστεύω ότι πρόκειται για ένα καλό θρίλερ, που παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον. Και, εμένα τουλάχιστον, με εντυπωσίασε αρκετά ο τσακισμένος χαρακτήρας της ηρωίδας και η μελέτη (μέχρι τέλους) της μοναξιάς στον σύγχρονο κόσμο. Ενδιαφέρον!

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 16, 2017

"THE GRUDGE" ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΞΑΝΑΔΕΙ...

Η ιστορία έχει επαναληφθεί πολλές φορές: Όταν μια μη αγγλόφωνη ταινία θεωρηθεί πετυχημένη, το αλλεργικό σε "ξενόγλωσσα" φιλμ Χόλιγουντ σπεύδει να την ξαναγυρίσει στην Αμερική, με "δικούς μας" ηθοποιούς και, κυρίως, στη "δική μας" γλώσσα. Αυτό συνέβει και με το γιαπωνέζικο φιλμ τρόμου "Ju-On : The Grudge", που αρχικά γυρίστηκε το 2002 από τον Takashi Shimizu και, μετά την επιτυχία, ο ίδιος σκηνοθέτης κλήθηκε το 2004 να γυρίσει την αμερικάνικη βερσιόν με τίτλο απλώς "The Grudge". Το συγκεκριμένο φιλμ διαδραματίζεται και πάλι στην Ιαπωνία, πλην όμως με αμερικάνους κυρίως ηθοποιούς (Μπιλ Πούλμαν μεταξύ άλλων και την γνωστή "βαμπιροφόνισα" Μπάφι Sarah Michelle Gellar).
Η οποία υποδύεται μια νοσοκόμα που δουλεύει στο Τόκιο και σύντομα έρχεται σε επαφή με το εκδικητικό πνεύμα βιαίως νεκρού κοριτσιού, το οποίο εξοντώνει τα θύματά του και διαιωνίζει την κατάρα. Α, ναι, εμφανίζεται και ένα σιωπηλό αγοράκι, για να υπάρχει ποικιλία τρομακτικών παιδιών. Η ηρωίδα πρέπει να βρει τρόπο να σπάσει αυτή την φρκτή αλυσίδα, αλλιώς θα γίνει η ίδια το επόμενο θύμα.
Ωστόσο, εκτός του "ξαναζεσταμένου φαγητού" βεβαίως, δεν βρήκα και πολύ πρωτότυπο το σενάριο, το οποίο φυσικά βασίζεται στον τρόμο που προκαλούν σε δεκάδες γιαπωνέζικα φιλμ τα κλασικά (νεκρά συνήθως) κορίτσια που αναδύονται από διάφορα μέρη με τα λευκά τους φορέματα και τα μακριά, κατάμαυρα μαλλιά που τους κρύβουν το πρόσωπο. Η εικόνα προκαλεί βεβαίως σχεδόν πάντοτε ρίγη τρόμου, όταν την δεις όμως πολλές φορές δεν νομίζω ότι μπορεί πλέον να σε πολυτρομάξει (όχι ιδιαίτερα τουλάχιστον).
Η αφήγηση στο συγκεκριμένο φιλμ δεν είναι γραμμική, αλλά πάει μπρος - πίσω στον χρόνο δένοντας τα κομμάτια της ιστορίας. Και μάλιστα αφηγείται τρεις διαφορετικές ιστορίες (η πρώτη τρία χρόνια πριν τα γεγονότα που παρακολουθούμε), πάει από τη μία στην άλλη και γι' αυτό μπορεί ίσως να μπερδέψει τον θεατή. Σίγουρα δεν βασίζεται σε σπλάτερ στοιχεία (αυτό το θεωρώ θετικό), δεν μπορώ να πω όμως ότι μου άρεσε ιδιαίτερα. ΟΚ, το κακοπεθαμένιο πνεύμα κυνηγά αιωνίως τα θύματά του, κάποια "μπου" υπάρχουν - και κάποια ατμόσφαιρα βεβαίως - και μέχρις εκεί. Πόσες φορές πρέπει να δούμε παρόμοια πράγματα;
Η ταινία πάντως έκανε αρκετή επιτυχία στις ΗΠΑ, ο Shimizu γύρισε το αναπόφευκτο αμερικάνικο νο 2 (προϋπήρχε και γιαπωνέζικο νο 2) και μετά από μία - δύο άλλες αγγλόφωνες ταινίες επέστρεψε στην πατρίδα του όπου εξακολουθεί να γυρίζει μάλλον μέτρια φιλμ κυρίως τρόμου.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 14, 2017

ΣΩΖΟΝΤΑΣ Ο,ΤΙ ΑΠΟΜΕΝΕΙ ΝΑ ΣΩΘΕΙ "ΠΑΣΗ ΘΥΣΙΑ"

Ο ενδιαφέρον σκοτσέζος δημιουργός David Mackenzie αυτή τη φορά μας ταξιδεύει στον άγριο αμερικάνικο νότο και με το "Πάση Θυσία" (Hell or High Water) του 2016, με έναν θαυμάσιο Τζεφ Μπρίτζες στο βασικό ρόλο, μας δίνει ένα εξαιρετικό κατά τη γνώμη μου σύγχρονο γουέστερν (με τη λέξη "σύγχρονο" εννοώ ότι διαδραματίζεται στη σύγχρονη εποχή).
Δύο αδέλφια με διαφορετικές ιδιοσυγκρασιες, ο ένας πρώην κατάδικος, επιδίδονται σε μια σειρά ληστειών τραπεζών στο Τέξας. Τα "θύματά" τους είναι πάντοτε μικρές τράπεζες που βρίσκονται σε εξ ίσου μικρές, ξεχασμένες πολεις και η λεία τους αποτελείται από μικρά σχετικά ποσά σε μικρά χαρτονομίσματα. Στη συνέχεια, μεθοδικά, εξαφανίζουν κάθε ίχνος τους. Στόχος τους να σώσουν την υποθηκευμένη φάρμα του πιο "σοβαρού" αδελφού από τα νύχια μιας τράπεζας. Κάποια στιγμή το κυνήγι τους θα αναλάβει βετεράνος, σκληροτράχηλος και στα πρόθυρα της σύνταξης αστυνομικός με τον ινδιάνο βοηθό του.
Ένας γυμνός, ζεστός και μίζερος αμερικάνικος νότος πρωταγωνιστεί στο φιλμ. Που, όπως είπαμε, είναι ένα είδος νεο-γουέστερν, αλλά και με περιπετειώδες στιλ, αφού στον πυρήνα του υπάρχει ένα ανθρωποκυνηγητό. Απολαυστικοί διάλογοι, νωχελικοί χρόνοι, μη πολιτικώς ορθό χιούμορ (οι εκατέρωθεν ρατσιστικές προσβολές του ρέιντζερ και του βοηθού του προκαλούν διαρκώς γέλιο), αγωνία για την τελική έκβαση, συνθέτουν το πολύ καλό μείγμα που κάνει τοσο ενδιαφέρουσα την ταινία. Το βασικότερο όμως στοιχείο της για μένα είναι η πολιτική της ματιά: Αυτό που ουσιαστικά "ζωγραφίζεται" εδώ είναι η εξέλιξη του παλιού, βίαιου (με την έννοια της ωμής, άμεσης βίας) παλιού Ουέστ σε ένα εξ ίσου βίαιο και αδίστακτο παρόν, αυτή τη φορά όμως με κυρίρχο στοιχείο την οικονομική βία. Οι αληθινοί "κακοί" εδώ είναι οι τράπεζες, αδυσώπητοι και απάνθρωποι μηχανισμοί στων οποίων τα χέρια περνά σιγά - σιγά η γη των παλιών κάουμπόις. Δίχως σε καμία περίπτωση να παρουσιάζει ο Mackenzie τους ληστές με εξωραϊστική ή με ρομαντική ματιά ή κάπως ως "Ζορό" (κάθε άλλο), και αποφεύγοντας βεβαίως την όποια ηρωοποίηση των κυνηγών τους, αφήνει να πλανάται στην ατμόσφαιρα ένα είδος συμπάθειας γι' αυτούς - όπως και για τους κυνηγούς αστυνομικούς - με μόνους αληθινά αντιπαθείς τις τράπεζες και το γύρω απ' αυτούς σύστημα. Το τέλος, δίχως την κλασικού στιλ λυτρωση, αποδεικνύει νομίζω τα παραπάνω.
Από τις πολύ αξιόλογες ταινίες της χρονιάς, με κάπως Κοενική ατμόσφαιρα, μελέτη των άγριων κοινωνικών αλλαγών και της απεχθούς και στυγνής όψης του σύγχρονου προσώπου του καπιταλισμού, αλλά και συγχρόνως απολαυστικό και με χιούμορ, νομίζω ότι θα βρίσκεται στο επόμενο προσωπικό μου top-10 τον Σεπτέμβρη.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 12, 2017

O ΕΛΒΙΣ ΣΤΟ ΛΑΣ ΒΕΓΚΑΣ

Θα σας αποκαλύψω μια κινηματογραφική αμαρτία μου (σιγά την αμαρτία δηλαδη): Μέχρι τώρα δεν είχα δει ποτέ τον Έλβις Πρίσλεί επί της οθονης, ενώ εκτιμώ την ανεπανάληπτη φωνή και αρκετά από τα τραγούδια που ερμήνευσε. Το γνωστό "Viva Las Vegas" ("Νύχτες στο Λας Βέγκας" εν Ελλάδι), που γύρισε το 1964 ο γνωστός από άλλα μιούζικαλ George Sidney (1916-2002), ήταν το πρώτο του φιλμ που παρακολούθησα. Μιούζικαλ βέβαια κι αυτό, το οποίο ωστόσο δεν με ενθουσίασε καθόλου. Έως και χαζό μπορώ να το χαρακτηρίσω...
Ο οδηγός σε ράλι Λάκι (ο Πρίσλεϊ φυσικα) φτάνει στο Λας Βέγκας για να πάρει μέρος στον εκεί αγώνα. Αρχικά έχει λεφτά για να αγοράσει καινούρια σούπερ μηχανή για το αμάξι του, τα χάνει όμως όταν ερωτεύεται την όμορφη εργαζόμενη στην πισίνα ξενοδοχείου (Αν Μάργκρετ), την οποία διεκδικεί και πλούσιος ευρωπαίος επίσης οδηγός στο ράλι και αντίπαλος του Λάκι (με τον οποίο ωστόσο η σχέση του ήρωά μας είναι συγχρόνως και φιλική). Ο Λάκι πασχίζει να βρει τα λεφτά, η ερωτική του σχέση με την κοπέλα θα περάσει από διάφορες φάσεις, εκείνη αρχικά απεχθάνεται τα ράλι, τελικά όμως όλα θα καταλήξουν (και θα λυθούν) στον αγώνα αυτόν.
Μπορώ να πω ότι τα τραγούδια του Έλβις στις καθαρά μιούζικαλ σκηνές (με γνωστότερη επιτυχία του το ομώνυμο) σώζουν κατά τη γνώμη μου το φιλμ, το οποίο, κατά τα άλλα, μάλλον δεν βλέπεται. Χαζό, γεμάτο κενά σενάριο, απότομες, αψυχολόγητες και άνευ ορατού λόγου μεταστροφές χαρακτήρων και συναισθημάτων, απίστευτες "ευκολίες", αδιάφορο χιούμορ, χαζοχαρούμενο κλίμα εν γένει και μέτριες ηθοποιίες το χαρακτηρίζουν. Θα μου πείτε "καλά, διεκδικούσαν ποτέ σεναριακές δάφνες τα μιούζικαλ?" Σαφώς όχι, αλλά πολλά απ' αυτά, μέσα στην (αισθηματικής φύσης) χαριτωμένη αφέλειά τους και στο σαφώς πιο πετυχημένο χιούμορ τους διέθεταν μια χαρακτηριστική γοητεία (και κάπως περισσότερο σεναριακό ειρμό). Πάντοτε κατά την προσωπική μου γνώμη, αυτό εδώ το μιούζικαλ όχι.  (Αλήθεια, πώς μεταστρέφεται στα καλά καθούμενα η ηρωίδα και παρακολουθεί με τόσο ενδιαφέρον το μισητό μέχρι προ πενταλέπτου ράλι?)
Μένει λοιπόν η σπάνια φωνή του Έλβις και η έντονη γοητεία που εκπέμπει όταν τραγουδά και μερικές συμπαθητικές μουσικες στιγμές. Και φυσικά είναι ευκαιρία να δείτε επί δύο ώρες μια από τις μυθικότερες φιγούρες στην ιστορία της ποπ μουσικής. Αν αυτά σας αρκούν ίσως και να το απολαύσετε.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 11, 2017

"THE HILL" Ή Η ΚΟΛΑΣΗ ΣΕ ΕΝΑ ΣΡΑΤΟΠΕΔΟ

Βρισκόμαστε στα χρόνια του Β' παγκόσμιου πολέμου. Στην έρημο της Λιβύης, στο πουθενά, λειτουργεί στρατόπεδο - φυλακή βρετανών στρατιωτών, οι οποίοι έχουν υποπέσει σε παραπτώματα κάθε είδους. Μια μέρα φτάνουν εκεί πέντε νέοι κρατούμενοι και αμέσως αντιμετωπίζουν απάνθρωπες συνθήκες κράτησης και την ενίοτε σαδιστική αντιμετώπισή τους από κάποιους δεσμοφύλακες. Οι αντιδράσεις των 5 είναι ποικίλες, αλλά πρωταρχικός σκοπός όλων τους είναι η ίδια η επιβίωση. Όσο γιά τον "Λόφο" του τίτλου, πρόκειται για έναν τεχνητό λόφο στο μέσον του στρατοπέδου, τον οποίο εξαναγκάζονται οι κρατούμενοι να ανεβοκατεβαίνουν πολλές φορές, μόνιμα σε συνθήκες αφόρητου καύσωνα, ως τιμωρία ή καψόνι.
Αναφέρομαι στην ταινία "The Hill", που γύρισε το 1965 ο συνήθως εξαιρετικός Sidney Lumet  (1924-2011), με πρωταγωνιστή, εν μέσω ενός εξαίρετου καστ, έναν Σον Κόνερι που εδώ βρίσκεται  πολύ μακριά από το στιλ του Τζέιμς Μποντ με το οποίο μεσουρανούσε αυτή την εποχή. Πρόκειται βέβαια για φιλμ φυλακών, ιδιότυπων στη συγκεκριμένη περίπτωση, που μελετά τις ποικίλες σχέσεις εξουσίας που αναπτύσονται σε ένα τέτοιο εφιαλτικό περιβάλλον. Και βέβαια για μια μελέτη της βίας, των τρόπων αντιμετώπισής της και τα ολέθρια αποτελέσματά της. Βλέπετε, όπως είναι γνωστό, η βία γεννά βία και η αλυσίδα αυτή δεν πρόκειται να σπάσει μέχρι την ολοκληρωτική καταστροφή των πάντων.
Εξαίρετες ηθοποίες, ασπρόμαυρη φωτογραφία, ζέστη, ιδρώτας και κλειστοφοβικό περιβάλλον, δημιουργούν ένα "δύσκολο" κλίμα, που, νομίζω, πιάνει τον θεατή και δεν τον αφήνει να ανασάνει μέχρι το πικρό φινάλε. Λεπτή ανάλυση των χαρακτήρων των ηρώων, ψυχολογικός πόλεμος εξουσιαστών - εξουσιαζομένων σε μια παρτίδα σαν σκάκι μεταξύ τους, μελέτη των σχέσεων όλων αυτών των έγκλειστων ανδρών (μη ξεχνάτε ότι ουσιαστικά και οι φύλακες έγκλειστοι είναι σ' αυτό το καυτό πουθενά), αμφισβήτηση των στρατιωτικών αξιών και της φύσης της ιεραρχίας, κι όλα αυτά με επίκεντρο την προσπάθεια ενός ανθρώπου να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του στην κόλαση, συνθέτουν μια ιστορία που νομίζω ότι παρακολουθείται απνευστί. Για μια ακόμα φορά μπράβο στον Λούμετ.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 09, 2017

"ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ" ΚΑΙ ΤΟ ΑΤΕΛΕΙΩΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΩΝ ΑΓΡΟΤΩΝ

Η ζωή των αγροτών είναι παντού και πάντα σκληρή. Οι αμερικάνοι αγρότες βεβαίως δεν αποτελούν εξαίρεση. Αυτό μας ξεκαθαρίζει με κάθε δυνατό τρόπο ο Mark Rydell στην ταινία του 1984 "The River", με τον Μελ Γκίμπσον και την Σίσι Σπέισεκ στους βασικούς ρόλους.
Οι οποίοι είναι ένα ζεύγος αγροτών με δύο παιδιά, που παλεύουν με νύχια και δόντια να κρατήσουν τη φάρμα τους. Να επιζήσουν θα ήταν μάλλον καλύτερα να πω. Το ποτάμι που περνά δίπλα από τη φάρμα πλημμυρίζει στην πρώτη μόλις σκηνή και ο φοβερός αγώνας να σώσουν ό,τι μπορεί να σωθεί είναι το μοτίβο που ακολουθείται σε ολόκληρο το φιλμ. Πολλοί γείτονες αναγκάζονται να αφήσουν τα κτήματά τους και να μετακομίσουν στην πόλη, η τοπική τράπεζα αρνείται να δώσει άλλο δάνειο, ενώ ο πλούσιος κτηματίας και εργοστασιάρχης της περιοχής (γνωστός της οικογένειας αφού η πόλη είναι μικρή) επιβουλεύεται τη γη, αλλά και τη σύζυγο του αγρότη. Ο πεισματάρης ήρωας αρνείται να πουλήσει το κτήμα του και να μετακομίσει, οπότε θα αναγκαστεί να πάει στην πόλη για να δουλέψει για ένα διάστημα σε εργοστάσιο (όπου θα θεωρηθεί απεργοσπάστης)... και ο αγώνας για την επιβίωση συνεχίζεται.
Πρόκειται για ένα βαρύ αγροτικό δράμα, που "πιάνει" από την αρχή τον θεατή και δεν τον αφήνει να αναπνεύσει, καθώς μύρια όσα κακά θα συμβούν στην πολύπαθη οικογένεια. Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι οι αγρότες του φιλμ δεν είναι αναγκασμένοι να παλέψουν μονάχα ενάντια στην αδυσώπητη φύση (τις πλημμύρες), αλλά και στα ενάντια ανθρώπινα συμφέροντα (των ισχυρών προφανώς). Οι οποίοι εκμεταλλεύονται αδίστακτα τους αδύναμους - η μεγάλη κρίση της αξίας της γης βοηθά σ' αυτό - και προσπαθούν να τους πάρουν την περιουσία για να πραγματοποιήσουν τα δικά τους μακροπρόθεσμα σχέδια (για περισσότερο κέρδος προφανώς). Πρόκειται για αλυσίδα: Ο ισχυρός άντρας θα απειλήσει τον τραπεζίτη ότι θα αποσύρει τις καταθέσεις του, ο τραπεζίτης θα αρνηθεί νέο δάνειο στον αγρότη, οπότε ο τελευταίος θα αναγκαστεί να πουλήσει όσο όσο τη γη και να γίνει εργάτης των πόλεων. Η διαδικασία της εκμετάλλευσης δίνεται ανάγλυφα και σαφέστατα.
Κατά τα άλλα ο αγώνας της οικογένειας (των αγροτών γενικότερα) παρουσιάζεται με δυνατό τρόπο, στο θέμα της απεργίας στο εργοστάσιο ο σκηνοθέτης κρατά ίσες αποστάσεις δείχνοντάς μας την απόλυτη ανάγκη των αγροτών για δουλειά (γι' αυτό σπάνε την απεργία), ενώ ο χαρακτήρας του "κακού" δεν είναι καθόλου μονοδιάστατος, αφού δείχνεται και η θετική, ανθρώπινη πλευρά του (η οποία βεβαίως δεν πρόκειται να σταθεί εμπόδιο στα οικονομικά του σχέδια). Ενδιαφέρον έχει το τέλος, το οποίο καταφέρνει να είναι ένα κράμα χάπι εντ και μη. Θα το καταλάβετε αν το δείτε. Όλα πάντως δείχνουν ότι μακροπρόθεσμα ο αγώνας των φτωχών αγροτών είναι χαμένος...
Η ταινία είναι όντως πολύ βαριά και μουντή, δεν υπάρχει ιχνος ανάσας, οι ελπίδες είναι ελάχιστες... Ωστόσο, όπως είπαμε, η κοινωνική εκμετάλλευση σκιαγραφείται με έντονο τρόπο. Δείτε το αν αντέχετε σε τόσο δράμα και καουχίες...

Τρίτη, Φεβρουαρίου 07, 2017

"Η ΣΙΩΠΗ" ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΛΥΠΛΟΚΑ ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΗΣ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

Είμαι ο τελευταίος που θα διαφωνήσει στο ότι ο Martin Scorsese είναι ένας από τους μεγαλύτερους δημιουργούς στην ιστορία του σινεμά. Ωστόσο, να το πω από την αρχή, η "Σιωπή" του 2016 (μεταφορά στην οθόνη μυθιστορήματος του ιάπωνα Σιουράκο Έντο) συνολικά με απογοήτευσε. Ίσως να είναι ο προφανής χριστιανισμός του, ίσως τα πολύπλοκα θέματα που εγείρει, τα οποία σχετίζονται με την πίστη - θέμα που προσωπικά λίγο μ' ενδιαφέρει, σε συνδυασμό με τη ζοφερή, καταθλιπτική ατμόσφαιρα που δημιουργεί...
Το 1640 δύο πορτογάλοι ιεραπόστολοι πηγαίνουν κρυφά στην Ιαπωνία, όπου ο χριστιανισμός διώκεται ανηλεώς, για να βρουν τον δάσκαλό τους, για τον οποίο υπάρχουν φήμες ότι αλλαξοπίστησε. Εκεί αρχικά θα ανακαλύψουν μια κοινότητα πιστών (που κρύβονται φυσικά) και στη συνέχεια θα συλληφθούν και θα οδηγηθούν μπροστά σε έναν ανακριτή με τρομερή φήμη. Οι ιάπωνες δεν θα βασανίσουν τον βασικό ήρωα, όπως κάνουν με άλλους "κατώτερους" χριστιανούς. Αντίθετα θα τον φέρουν αντιμέτωπο με μια σειρά από ηθικά διλήμματα, όλο και πιο πολύπλοκα.
Ο Σκορσέζε, χριστιανός ο ίδιος, καθολικός, στοχάζεται πάνω σε μια σειρά ερωτημάτων που σχετίζονται με το θέμα της πίστης. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή; Η απόλυτη προσύλωση σ' αυτήν, αγνοώντας οτιδήποτε άλλο (και άλλους), μήπως τελικά είναι ένα είδος αλαζονείας; Όπως και η απόφαση να ζήσεις "όπως ο Χριστός", έστω κι αν αυτό προκαλεί πόνο σε άλλους; Πώς σχετίζονται το τι παραδεχόμαστε δημόσια και τι πιστεύουμε βαθιά μέσα μας; Συγχρόνως μελετά τις μεγάλες διαφορές δυτικού και ανατολικού πολιτισμού (ακόμα και στον τρόπο που εκλαμβάνουν τον χριστιανισμό) και αναρωτιέται μήπως τελικά η χριστιανική πίστη των ιαπώνων δεν είναι αυτό που ξέρουμε, αλλά κάτι διαφορετικό, που έχει προσαρμοστεί στον δικό τους τρόπο σκέψης. Και - καθαρά θεολογικής φύσης αυτή η αγωνία - γιατί ο θεός είναι τόσο σιωπηλός; Τι σημαίνει αυτή του η σιωπή; Μήπως ο θεός δεν υπάρχει καν ή είναι τόσο μυστηριώδης η αγάπη του και οι τρόποι που αυτή εκδηλώνεται ώστε είναι αδύνατο να την κατανοήσουμε;
Όλα αυτά δίνονται βεβαίως με συχνά πολύ δυνατές εικόνες, πάντοτε όμως μουντές, συχνά ζοφερές. Δεν υπάρχει καμιά ανάσα, καμιά διαφυγή απ' όλη αυτή τη σκοτεινιά. Η ταινία, θαυμάσια σαν εικόνα, είναι έντονα βαριά και καταθλιπτική. Ο σωματικός και ο εσωτερικός πόνος έχουν εδώ ίσα μερίδια.
Φυσικά δεν θίγεται καθόλου το θέμα της ίδιας της έννοιας της ιεραποστολής και του προσηλυτισμού. Εννοειται ότι διαφωνώ ριζικότατα με την απάνθρωπη μεταχείρση των χριστιανών από τους ιάπωνες, πριν απ' αυτό όμως μήπως θα επρεπε να αναρωτηθεί κανείς γιατί θα έπρεπε να διαδίδεται ντε και καλά η χριστιανική θρησκεία (ή η μουσουλμανική ή όποια άλλη) σε καθε γωνιά της γης κι έπειτα να νοιώθουμε φρίκη και αποτροπιασμό για τη βάρβαρη μεταχείριση των πιστών που λέγαμε; Από τη άλλη βεβαίως μπορεί κανείς να δει τον προβληματισμό του φιλμ σαν προβληματισμό στο θέμα της όποιας πίστης γενικότερα, όχι μόνο της θρησκευτικής, στο θέμα της πίστης μας σε οποιοδήποτε ιδανικό.  Ίσως...
Προσωπικά πάντως οι αργοί, τελετουργικοί ρυθμοί (που συχνά μου αρέσουν και με υποβάλλουν) εδώ με κούρασαν αρκετά. Φταίει βεβαίως, όπως προείπα, το ότι δεν με ενδιαφέρει ο προβληματισμός σε θρησκευτικά θέματα (χριστιανικά ή μη), και δεν κατανοώ την συχνά βαθύτατη ανάγκη πολλών ανθρώπων να πιστέψουν τυφλά οπουδήποτε, οπότε όλο αυτό ήταν πολύ δύσκολο να με αγγίξει. Έμεινε μόνο το βάρος και η ζοφερότητα... Προσωπικά όλα αυτά βεβαίως, διότι ο Σκορσέζε και εδώ παραμένει κινηματογραφικά μεγάλος.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 05, 2017

"BEYOND BORDERS": ΟΤΑΝ ΟΙ ΗΡΩΙΚΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΕΡΩΤΕΥΟΝΤΑΙ...

Το "Beyond Borders" είναι ένα φιλμ του 2003 του μέτριου σκηνοθέτη Martin Campbell, που ως ατού διαθέτει το πρωταγωνιστικό ζεύγος Αντζελίνα Τζολί - Κλάιβ Όουεν και κάμποσα εξωτικά μέρη. Πρόκειται για ρομαντικό επικό δράμα, με πολλή δόση ηρωισμού και αυτοθυσίας.
Δεκαετία του 80. Παντρεμένη με γιο πάμπλουτου βρετανού βιομήχανου η ηρωίδα συναντά σε μια δήθεν και glamorous φιλανθρωπική εκδήλωση της υψηλής κοινωνίας έναν παθιασμένο ακτιβιστή γιατρό, ο οποίος για χρόνια βοηθά με αυτοθυσία στο τραγικο δράμα της Αφρικής (πείνα, ασθένειες, πόλεμοι κλπ.) και στηλιτεύει την υποκρισία των πλουσίων, που θεωρούν ότι με ψίχουλα μπορούν να εξιλεωθούν. Η ζωή της θα αλλάξει μετά τη συνάντηση αυτή. Η ίδια θα ευαισθητοποιηθεί στο δράμα του Τρίτου Κόσμου, θα εγκαταλείψει τη χλιδάτη ζωή και θα πάει στην Αιθιοπία για να βοηθήσει όπως μπορεί. Θα συναντήσει φυσικά και πάλι τον γιατρό, θα τον ερωτευτεί και, από εκεί και πέρα, η ζωή τους θα κυλήσει με σποραδικές συναντήσεις στις πιο δύσκολες και επικίνδυνες γωνιές της γης (Αφρική, Καμπότζη, Τσετσενία) - εκείνη στο μεταξύ θα έχει εξελιχθεί σε πρέσβειρα του ΟΗΕ - συναντήσεις που ακολουθούνται από χρόνια υποχρεωτικών χωρισμών... μέχρι το τέλος, το οποίο βεβαίως δεν θα σας αποκαλύψω.
Η ταινία συνδυάζει μεγάλους, αιώνιους, "πάνω από τη ζωή" έρωτες με τον ηρωικό αγώνα παθιασμένων ανθρώπων, που θυσιάζουν την προσωπική τους ζωή και το βόλεμα πασχίζοντας να μειώσουν όσο μπορούν τη δυστυχία στις εξαθλιωμένες περιοχές του πλανήτη. Ο ρομαντικός, εκτός ορίων έρωτας φουντώνει πάνω σ' αυτό το φοντο δυστυχίας. Από την άλλη το φιλμ στηλιτεύει την υποκρισία των πλουσίων και τον στρουθοκαμηλισμό των ανεπτυγμένων χωρών μπροστά στο δράμα των φτωχών χωρών της γης, αλλά και την αναποτελεσματικότητα, τελικά, του ΟΗΕ όχι απλώς να λύσει, αλλά και να ανακουφίσει κάπως αυτές τις καταστάσεις.
Καλά όλα αυτά, αλλά ο Campbell, το είπαμε, παραμένει μέτριος σκηνοθέτης και δεν καταφέρνει, νομίζω, ούτε να μας συγκινήσει βαθιά, αλλά ούτε και να κάνει απόλυτα πιστευτή την ξαφνική και τόσο μεγάλη αυταπάρνηση μιας πλούσιας και απόλυτα βολεμένης (ευαίσθητης προφανώς) μεγαλοαστής. Τόση αλλαγή πια... λίγο από το σοκ της επαφής με την πραγματική δυστυχία, λίγο από αθεράπευτο έρωτα... Καλές λοιπόν οι προθέσεις, αλλά δεν μπορώ να πω ότι πρόκειται για φιλμ που με συγκλόνισε. Ίσως βέβαια αρκετοί από εσάς να συγκινηθούν και να συμπάσχουν με το εφιαλτικό δράμα του Τρίτου Κόσμου και τον μεγάλο έρωτα... αλλά προσωπικά το βρήκα κινηματογραφικά "λίγο".

Σάββατο, Φεβρουαρίου 04, 2017

"ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ": ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΔΡΑΜΑ ΠΑΡΑ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ

Το μακρινό 1946 ο κλασικός αμερικανός σκηνοθέτης King Vidor (1894-1982) γυρίζει τη "Μονομαχία στον Ήλιο" (Duel in the Sun), ταινία που από άλλους αγαπήθηκε (ο Σκορσέζε έχει δηλώσει ότι είναι η βασικότερη επιρροή του) και από άλλους μισήθηκε (περιλαμβάνεται στις 100 χειρότερες ταινίες στο βιβλίο του John Wilson, ο οποίος επινόησε τα γνωστά Golden Ruspberry Awards). Ο διάσημος παραγωγός David O. Selznick πάντως πίστευε σ' αυτή, έγραψε το σενάριο και επέβαλλε διάφορες απόψεις του στα γυρίσματα (εξ αιτίας τους ο Vidor παραιτήθηκε πριν την ολοκλήρωσή τους και αντικαταστάθηκε από τον William Dieterle). .
Η όμορφη μιγάς Περλ, μετά το κρέμασμα του πατέρα της, ο οποίος είχε σκοτώσει την άπιστη γυναίκα του και τον εραστή της, πηγαίνει να ζήσει στη φάρμα μακρινών συγγενών της στο Τέξας. Η μητέρα της οικογένειας την καλοδέχεται, όχι όμως και ο αλαζονικός και καταπιεστικός πατέρας. Ο μεγάλος και συνετός γιος την ερωτεύεται, ο μικρός όμως, ένα αληθινό, πλην όμως  γοητευτικό κάθαρμα, απλώς την εκμεταλλεύεται, ακόμα και βίαια μερικές φορές. Εκείνη πάντως υποκύπτει στη γοητεία του "κακού" και στο πάθος της για εκείνον και τα πράγματα περιπλέκονται μέχρι το τραγικό (και συγκλονιστικό) φινάλε.
Σίγουρα η ταινία ξενίζει αρκετούς από τους φίλους του καθαρόαιμου, κλασικού γουεστερν, καθώς είναι περισσότερο μια ιστορία άγριου και κόντρα σε νόμους ερωτικού πάθους και λιγότερο μια περιπέτεια στο Φαρ Ουέστ με πιστολίδια, άμαξες και άλογα. Εδώ υπάρχουν διάφορες ανατροπές στο είδος: Από την κατάδειξη του σκέτου, "στυγνού" σεξουαλικού πάθους, το οποίο υπερισχύει του αγνού έρωτα, έως τον ασυνήθιστο ρόλο του Γκρέγκορι Πεκ ως κακού. Νομίζω μάλιστα ότι η μελέτη του τυφλού πάθους, που είναι ανεξέλεγκτο και υπεράνω κανόνων και ηθικής, είναι το βασικό μοτίβο του φιλμ. Και βέβαια δεν παραλείπονται οι αναφορές στον πανταχού παροντα στην Αμερική (και οχι μόνο βεβαίως) ρατσισμό :Η περιφρονητική (τουλάχιστον) συμπεριφορά πολλών προς την ηρωίδα οφείλεται βεβαίως στο ότι εκείνη είναι μιγάς.
Τζόζεφ Κότεν και Γκρέγκορι Πεκ είναι καλοί στους ρόλους τους , αλλά, από τη  άλλη, βρίσκω την ηθοποιία της πανέμορφης Τζένιφερ Τζόουνς υπερβολική, ακόμα και γελοία σε κάποια σημεία, με τα σημερινά τουλάχιστον δεδομένα. Πάντως το φινάλε είναι πραγματική σκηνή ανθολογίας - και μάλιστα ασυνήθιστη, με μια από τις δυνατότερες απεικονίσεις σχέσης αγάπης - μίσους που έχουμε δει ποτέ στην οθόνη. Όπως και να το κάνουμε πάντως, είτε την αγαπάτε είτε όχι, η "Μονομαχία στον Ήλιο" ανήκει νομίζω στα κλασικά φιλμ.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 02, 2017

"Ο ΕΜΠΟΡΑΚΟΣ" ΚΑΙ ΤΟ ΣΕΡΙ ΤΟΥ ΦΑΡΑΝΤΙ

Τέσσερα στα τέσσερα λοιπόν. Εννοώ ότι έχω δει τις 4 τελευταίες ταινίες (μεταξύ 2009-2016) του ιρανού Ashgar Farhadi και πραγματικά με ενθουσίασαν όλες. Η τέτερτη είναι ο "Εμποράκος" τού 2016. Οπότε μπορώ άνετα να τον χαρακτηρίσω ως έναν από τους σημαντικότερους εν ζωή σκηνοθέτες της εποχής μας.
Εδώ η ιστορία ενός ζευγαριού στην Τεχεράνη μπλέκει αριστοτεχνικά με το ερασιτεχνικό ανέβασμα του "Θάνατου του Εμποράκου"του Άρθουρ Μίλερ, στο οποίο πρωταγωνιστεί το ζεύγος. Όσα συμβαίνουν στη ζωή τους έχουν φυσικά αντίκτυπο στην εξέλιξη της παράστασης. Όπως κάνει συνήθως ο Farhadi, και εδώ εξετάζει ένα απόλυτα νορμάλ μεσοαστικό νέο ζευγάρι, καλλιεργημένο και με ροπή στα καλλιτεχνικά (αυτός είναι δάσκαλος), η ισορροπία του οποίου καταρρέει μόλις τους συμβεί ένα απρόσμενο γεγονός. Μετά το σεισμό στην Τεχεράνη το ζευγάρι αναγκάζεται να μετακομίσει, αφού το σπίτι του έχει ρωγμές. Ένας φίλος από το ανέβασμα της παράστασης τους προτείνει ένα άδειο διαμέρισμά του. Εκείνοι μετακομίζουν, ένα δωμάτιο όμως παραμένει άχρηστο αφού είναι γεμάτο από τα πράγματα της προηγούμενης ενοίκου, η οποία απλώς δηλώνει στον ιδικτήτη ότι "θα τα πάρει όταν βρει σπίτι". Σύντομα μαθαίνουν ότι πρόκειται για γυναίκα "με πολλούς και διαφορετικούς αρσενικούς επισκέπτες". Ένα βράδυ ένας απ' αυτούς μπαίνει κατά λάθος στο σπίτι αγνοώντας τη μετακόμιση της προηγούμενης ενοίκου και βρίσκει τη σύζυγο μόνη στο μπάνιο. Το κακό δεν αργεί να συμβεί. Από εκεί και πέρα τα πάντα αλλάζουν στη ζωή του ζεύγους, καθώς η γυναίκα αρνείται να καταγγείλει το συμβάν στην αστυνομία, ενώ ο σύζυγος αρχίζει να ψάχνει εμμονικά τον άγνωστο δράστη για να τον εκδικηθεί.
Οι προβληματισμοί είναι πολλοί και το εξαιρετικό σενάριο πολυεπίπεδο. Υπάρχει βεβαίως το κυρίαρχο θέμα της βίας η οποία γεννά βία. Υπάρχει ο προβληματισμός στο θέμα της εκδίκησης (της αυτοδικίας συγκεκριμένα) και τα τραγικά επακόλουθά της. Υπάρχει πάντοτε το κοινωνικοπολιτικό φόντο, η απόλυτα φαλοκρατική και θρησκόληπτη ιρανική κοινωνία (σε μεγάλο μέρος της τουλάχιστον), που μόνο προβλήματα μπορεί να δημιουργήσει (εκείνη δεν πάει στην αστυνομία διότι ντρέπεται, εκείνος αναζητά τον ένοχο με τόσο πάθος επειδή θίγεται κυρίως η "ανδρική του τιμη"). Υπάρχει η θαυμάσια μελέτη των χαρακτήρων, πολύ - πολύ μακριά βέβαια από "καλές" ή "κακές" καρικατούρες (θα εκπλαγείται όταν δείτε τον ένοχο και τα συναισθήματα που αυτός θα σας προξενήσει). Υπάρχει το στοιχείο της παγκοσμιοποίησης (ένα αμερικάνικο έργο ανεβαίνει στο Ιράν). Και υπάρχει - πάντα στον  Farhadi- το στοιχείο του σασπένς, τόσο στην αναζήτηση του ενόχου, όσο και στον ασφυκτικό κλοιό που σιγά - σιγά τυλίγεται γύρω από την οικογένεια οδηγώντας με μαθηματική ακρίβεια σε αδιέξοδο των σχέσεων. Οι ρωγμές στο παλιό σπίτι λειτουργουν (και) συμβολικά... Τελικά πόσο εύθραυστες είναι οι ανθρώπινες σχέσεις;
Σπάνια στο σινεμά ένας δημιουργός συνδυαζει με τόσο άψογο τρόπο κοινωνικό περίγυρο και προσωπικό στοιχείο (δράμα για την ακρίβεια) και συγχρόνως δεν κάνει ντοκιμαντερίστικο, στεγνό ρεαλισμό, αλλά διατηρεί πάντοτε στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ. Είμαι περίεργος για το τι ακόμα θα μας δώσει ο μεγάλος αυτός του σύγχρονου σινεμά (ο οποίος, σημειωτέον, γράφει μόνος και τα σενάριά του).

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 01, 2017

ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΦΙΑΛΤΕΣ ΤHA "ΣΦΑΙΡΑΣ"

Στον βυθό του ωκεανού ανακαλύπτεται ένα γιγάντιο διαστημόπλοιο, που υπολογίζεται ότι βρίσκεται εκεί 300 χρόνια. Μια ομάδα επιστημόνων (καθένας από διαφορετικό κλάδο) εισέρχεται σ' αυτό, για να ανακαλύψει έκπληκτη ότι πρόκειται για γήινο σκάφος του μέλλοντος, το οποίο βρέθηκε εκεί από κάποιο χρονικό παράδοξο που σχετίζεται με μαύρη τρύπα. Ωστόσο στο εσωτερικό του το σκάφος μεταφέρει μια τεράστια σφαίρα από απροσδιόριστο υλικό, προφανώς εξωγήινης προέλευσης. Όταν η ομάδα πλησιάζει τη σφαίρα, παράξενα (εφιαλτικά μάλλον) φαινόμενα συμβαίνουν, που ακολουθούνται από θανάτους με απίθανους τρόπους μελών της αποστολής.
Όπως ίσως καταλάβατε μιλάω για την ταινία του 1998 "Η Σφαίρα" (Sphere) του αξιόλογου Barry Levinson. Μια ταινία επιστημονικής φαντασίας με δυνατό καστ (Ντάστιν Χόφμαν, Σάρον Στόουν, Σάμουελ Τζάκσον, Πίτερ Κογιότ), η οποία βέβαια θυμίζει πολλά. Ουσιαστικά βρίσκεται ανάμεσα στην "Άβυσσο" και το "Σολάρις", αν θέλετε να εντοπίσω τις σημαντικότερες επιρροές της. Η ουσία του φιλμ βεβαίως βρίσκεται περισσότερο κοντά στην ταινία του Ταρκόσφσκι (νοηματικά εννοώ, όχι κινηματογραφικά).
Νομίζω ότι έχει ενδιαφέρον, αν και, εκτός του ξαναειδωμένου θέματος, κατά τη γνώμη μου τραβά κάπως σε μάκρος. Επίσης θα γκρινιάξω κάπως με την απίθανη ικανότητα των επιστημόνων να χειρίζονται διάφορα πολύπλοκα μηχανήματα και συσκευές στα υποβρύχια σκάφη τους (διάβολε, κάποιος είναι απλώς ψυχολόγος). Φυσικά η προσπάθεια για δημιουργία αγωνιώδους ατμόσφαιρας (που κάποιες φορές αγγίζει τα όρια του τρόμου) υπάρχει, καθώς και η κλιμακούμενη περιέργεια του θεατή για το τι ακριβώς συμβαίνει, ενώ βρήκα ενδιαφέρουσα τη σχέση που προκύπτει κάποια στιγμή με το πασίγνωστο μυθιστόρημα του Βερν "20000 Λεύγες υπό την Θάλασσα". Γίνεται επίσης προσπάθεια σκιαγράφησης των ψυχολογικών πορτρέτων των ηρώων και των μεταξύ τους σχέσεων. Ωστόσο δεν μπορώ να πω ότι το όλο αποτέλεσμα με ικανοποίηση απόλυτα. Περισσότερο ενδιαφέρον βρήκα στο τελικό, πικρό συμπέρασμα, το οποίο (το μόνο που μπορώ να πω) κάθε άλλο παρά θετικό είναι για την ανθρώπινη φύση εν γένει.Φοβάμαι ότι κάπως έτσι έχουν τα πράγματα. Δυστυχώς. Γενικά πάντως θεωρώ ότι ο Λέβινσον έχει κάνει και καλύτερες ταινίες.

eXTReMe Tracker