Κυριακή, Ιανουαρίου 29, 2017

Η ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ ΤΟΥ "RIGHT AT YOUR DOOR"

Υπάρχουν ταινίες τόσο, μα τόσο απελπισμένες, που σου μένουν καιρό μετά. Μερικές φορές μάλιστα μπορούν να το καταφέρουν κυριολεκτικά με το τίποτα, από άποψη παραγωγής εννοώ. Το "Right at your Door", που γύρισε το 2006 ο άγνωστος Chris Gorak αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μετά από εκρήξεις βομβών με χημικά αέρια στο κέντρο του Λος Άντζελες (ποτέ δεν θα μάθουμε το ποιος και το γιατί της επίθεσης), στην πόλη επικρατεί χάος. Στα προάστεια ένας άντρας πασχίζει να βρει τη γυναίκα του που βρισκόταν στο κέντρο κατά την έκρηξη, είναι όμως αδύνατο να περάσει τα μπλόκα στρατού και αστυνομίας. Ταμπουρώνεται λοιπον στο σπίτι του με τον λατίνο κηπουρό του διπλανού σπιτιού που επιβίωσε, κλείνουν κάθε χαραμάδα για να μην μπει το δολοφονικό αέριο, ακολουθώντας τις οδηγίες της κυβερνησης από το ραδιόφωνο, και περιμένουν με τα νεύρα σπασμένα. Κάποια στιγμή θα κάνει την εμφάνισή της, σε κακή κατάσταση, η μολυσμένη ήδη σύζυγος, εκείνος όμως δεν θα την αφήσει να μπει στο σπίτι και το δράμα θα κορυφωθεί.
Απόλυτα low budget παραγωγή, διαθέτει αρκετή ένταση και τόνους απελπισίας, όπως έγραψα στην αρχή. Γυρισμένη ολόκληρη σχεδον στο σπίτι του ζευγαριού, παρακολουθεί την σπαρακτική πορεία του έγκλειστου άντρα και της γυναίκας του, η οποία περιφέρεται έξω, μέχρι το τέλος, που δεν θα σας αποκαλύψω φυσικά. Το άγχος και η αγωνία αυξάνονται διαρκώς, η όλη ιστορια γίνεται όλο και πιο δυσβάσταχτη και κλειστοφοβική, η βοήθεια απ' έξω αργεί να φτάσει κι όταν φτάνει... ας μην πω και πάλι περισσότερα και γενικά πρόκειται για φιλμ που μάλλον δύσκολα βλέπεται. Θεωρώ πάντως τόλμη του σκηνοθέτη να αρνηθεί κάθε σεναριακή ευκολία και κάθε παραχώρηση σε ελάχιστη έστω ελπίδα.
Το φιλμ θυμίζει βέβαια ταινίες που περιγράφουν το "μετά" μιας πυρηνικής καταστροφής (μου θύμισε το σπαρακτικό animation "Όταν Φυσά ο Άνεμος") και καταφέρνει, νομίζω, να περάσει την απόλυτα πνιγηρή ατμόσφαιρα που επιδιώκει. Αν και αμερικάνικο, βρίσκεται πολύ μακριά από χολιγουντιανές συμβάσεις και ηρωισμούς και μοιάζει απλώς να θέλει να περιγράψει ρεαλιστικά το τι θα συμβεί μετά από μια τέτοια εφιαλτική ενέργεια, δίχως να εξωραϊζει τίποτα.
Παρακολουθείστε το λοιπόν με δική σας ευθύνη.

Σάββατο, Ιανουαρίου 28, 2017

ΜΙΑ ΚΟΜΙΣΣΑ... ΟΧΙ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΤΣΑΠΛΙΝΙΚΗ



Σχετικά λίγοι γνωρίζουν την τελευταία ταινία του μεγάλου Charlie Chaplin (1889-1977). Την γύρισε το 1967, 78 χρονών ήδη και 10 ολόκληρα χρόνια δηλαδή μετά την προηγούμενή του (τον "Βασιλιά στη Νέα Υόρκη"), είναι το "Μια Κόμισσα από το Χονγκ Κονγκ" και πρόκειται για το μοναδικό του έγχρωμο φιλμ. Φυσικά μιλάμε για κωμωδία, μάλλον δικαίως όμως παραμένει σχετικά άγνωστη, αφού πολύ λίγο τσαπλινική είναι.
Ένας πλούσιος γόνος, σε διάσταση με τη σύζυγό του και μελλοντικός πρέσβης των ΗΠΑ στη Σαουδική Αραβία, επισκέπτεται με το επιτελείο του το Χονγκ Κονγκ. Σε ένα μπαρ γνωρίζει μια πρώην ρωσίδα κόμισσα εξόριστη από την πατρίδα της και νυν πόρνη πολυτελείας, με την οποία περνά μεθυσμένος τη νύχτα. Την επομένη, επιβάτης πλέον σε πολυτελές υπερωκεάνειο που ταξιδεύει για τη Σαουδική Αραβία, ανακαλύπτει την κοπέλα κρυμένη στη ντουλάπα της καμπίνας του, αφού εκείνη θέλει πάσει θυσία να φύγει από το Χονγκ Κονγκ και να πάει, έστω και χωρίς χαρτιά στις ΗΠΑ. Θα αναγκαστεί να την κρύψει για να αποφύγει το σκάνδαλο, θα την ερωτευτεί φυσικά, θα αναγκαστεί να της κάνει έναν εικονικό γάμο με τον πιστό υπηρέτη του... και τα ευτράπελα και οι παρεξηγήσεις δεν σταματούν σε όλη την ταινία.
Θα μπορούσε να είναι μια ευχάριστη αισθηματική κωμωδία δωματίου (μεγάλο μέρος του φιλμ διαδραματίζεται στην καμπίνα του ήρωα και, γενικότερα, πάνω στο πλοίο). Μια ανώδυνη, ευχάριστη αισθηματική κωμωδιούλα. Αλλά, τελικά, αυτό είναι το πρόβλημά της: Ένα τέτοιο χλιαρό (ευχάριστο κατά τα άλλα) "προϊόν" δεν ταιριάζει καθόλου, ή μάλλον είναι πολύ λίγο, για έναν Τσάπλιν. Λείπουν μάλιστα παντελώς τα αιχμηρά κοινωνικοπολιτικά σχόλια τω υπόλοιπων φιλμ του. Είναι λοιπόν απογοητευτικό για μια εικοσάχρονη αναμονή. Ίσως μάλιστα οι συνεχείς παρεξηγήσεις και ο αγώνας να παραμείνει κρυφή η ύπαρξη της κοπέλας στο πλοίο να κουράζουν λιγάκι. Εξ άλλου νομίζω ότι δεν υπάρχει η απαιτούμενη χημεία μεταξύ των λαμπρών πρωταγωνιστών Μάρλον Μπράντο και Σοφία Λόρεν. Ειδικά ο Μπράντο... πώς να το κάνουμε... δεν είναι φτιαγμένος για κωμικούς ρόλους, δεν του πάνε, και μάλλον περιφέρεται σαν αγγούρι στο φιλμ. Ο ίδιος ο Τσάπλιν κάνει μια μικρή cameo εμφάνιση, γερασμένος πλέον, ενώ το ρόλο της συζύγου παίζει η χιτσκοκική Τίπι Χέντρεν.
"Εύκολη" κωμωδιούλα λοιπόν, με απιθανότητες στο σενάριο και το όλο concept (σιγά μην ερωτευόταν ζάπλουτος αμερικάνος πρέσβης μια ξεπεσμένη ρωσίδα πρώην πόρνη και έπαιζε γι' αυτήν τα πάντα κορώνα - γράμματα), οι οποίες απιθανότητες ίσως παραβλέπονται στις αμερικάνικες κομεντί του σωρού, όχι όμως και σε ένα τσαπλινικό φιλμ. Και μάλιστα το τελευταίο του. Κρίμα, αφού ο μεγάλος δημιουργός δεν μας αποχαιρέτησε με τον καλύτερο τρόπο...

Παρασκευή, Ιανουαρίου 27, 2017

OLIVER STONE ΚΑΙ ΟΨΙΜΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟ "WORLD TRADE CENTER"

Κάποτε ο Oliver Stone ήταν ένας τολμηρός και ρηξικέλευθος σκηνοθέτης, ίσως λίγο συνωμοσιολόγος, αλλά πάντοτε έτοιμος να ρίξει φως στη μη επίσημη, την σκοτεινή πλευρά της Αμερικής και της ιστορίας της. Ωστόσο το 2006 θυμάται την προ πενταετίας ήδη καταστροφή των Δίδυμων Πύργων και αποφασίζει να κάνει μια ταινία γι' αυτό. Ωστόσο στο "World Trade Center" δεν υπάρχει καμία ιστορική ανάλυση, καμιά θεωρία για το "τι ακριβώς έγινε", καμία άποψη του στιλ "η Αμερική πληρώνει για όσα έκανε" (έστω και με τη σφαγή αθώων) ή κάτι παρόμοιο. Εδώ επιλέγει αυστηρά προσωπικές ιστορίες που σχετίζονται με το ιστορικό γεγονός, και μάλιστα υιοθετεί μια απόλυτα ηρωική ματιά.
Είναι γνωστό ότι στα ερείπια των Δίδυμων Πύργων, όταν αυτοί κατέρρευσαν, παγιδεύτηκαν και έχασαν τη ζωή τους πολλοί πυροσβέστες που είχαν πάει να απεγκλωβίσουν επιζώντες από τις εκρήξεις και την πυρκαγιά που ακολούθησε. Δεν μπορούσαν φυσικά να φανταστούν ότι ολόκληροι ουρανοξύστες θα κατέρρεαν. Η ταινία παρακολουθεί την ιστορία μιας ομάδας πυροσβεστών που παγιδεύτηκαν. Άλλοι απ' αυτούς επέζησαν κι άλλοι όχι. Ξεκινά σκιαγραφώντας τις προσωπικές τους ζωές (οικογένεια, σχέσεις, δουλειά κλπ.). Την μοιραία μέρα η ομάδα παίρνει εντολή να πάει στους Πύργους για να βοηθήσει επιζώντες απο την επίθεση. Μετά την κατάρρευση δύο απ' αυτούς, ο λευκός (Νίκολας Κέιτζ) και ο λατίνος (Michael Pena), παγιδεύονται ζωντανοί και βαριά τραυματισμένοι στα ερείπια, πολύ κάτω από την επιφάνεια. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε την αγωνία των θαμένων ζωντανών, την πάλη τους να κρατηθούν στη ζωή, την κάτι παραπάνω από βασανιστική αναμονή για τον ερχομό της σωτηρίας...
Το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ διαδραματίζεται στα μισοσκότεινα υπόγεια ερείπια και παρακολουθεί τις συνομιλιες των δύο όλο και πιο εξαντλημένων (ο ένας σχεδόν ετοιμοθάνατος) συναδέλφων και στις παράλληλες προσπάθειες των διασωστών. Κι επειδή όλο αυτό κρατά πάνω από 2 ώρες, οφείλω να σας ομολογήσω ότι βαρέθηκα αρκετά. Επίσης με κούρασε το μονοδιάστατο της αντιμετώπισης. Ουσιαστικά όλοι οι πυροσβέστες είναι ήρωες. Όλα γίνονται από την επιθυμία τους να κάνουν το καλό. Το όλο πράγμα γίνεται σχεδον δοξαστικό για τον "συνηθισμένο άνθρωπο, αυτόν της διπλανής πόρτας, που ανυψώνεται σε ήρωα". Στο τέλος μάλιστα υπάρχουν κορώνες του στιλ "μπροστά στο κακό όλοι είμαστε απόλυτα ενωμένοι και κάθε διαφορά παραμερίζεται". Καμιά αμφισβήτηση, καμιά έστω λιγάκι σκοτεινή πτυχή. Ο Στόουν, μάλλον για πρώτη φορά, δοξάζει απλώς τους ήρωες που θυσιάστηκαν. Τελεία.
Όπως καταλάβατε δεν ενθουσιάστηκα. Κάθε άλλο. Όταν μάλιστα το συγκεκριμένο φιλμ ήταν το επόμενο από τον ανεκδιήγητο ¨Αλέξανδρο", πιστεύω ότι την περίοδο αυτή ο Στόουν βρισκόταν στο ναδίρ της καριέρας του.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 25, 2017

"ALIEN AUTOPSY" : ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΠΛΑΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ROSWELL

Μου αρέσουν οι ταινίες που ασχολούνται με θεωρίες συνωμοσίας. Όχι όμως ακριβώς: Μου αρέσουν αυτές που κάνουν πλάκα με τις ιστορίες συνωμοσίας. Γι' αυτό ευχαριστήθηκα (δίχως βεβαίως να το θεωρώ κάτι σπουδαίο) με το "Alien Autopsy" που γύρισε το 2006 ο τηλεοπτικός (είναι η μοναδική του κινηματογραφική ταινία) Jonny Campbell. Την ευχαριστήθηκα μάλιστα περισσότερο επειδή είναι βρετανική και διαθέτει το αντίστοιχο βρετανικό χιούμορ.
Ξέρετε φαντάζομαι τι είναι η υπόθεση Roswell. Για τους αδαείς, πρόκειται για μια θεωρία που λέει ότι οι αμερικανοί κρατούν στην ομώνυμη βάση το σώμα ενός εξωγήινου από το μακρινό 1947, όταν αυτός έπσε στη γη. Κυκλοφορούν μάλιστα και οι σχετικές φωτογραφίες. Το 1995 είχε δημιουργηθεί σκάνδαλο όταν δύο νεαροί βρετανοί είχαν κατηγορηθεί ότι γύρισαν μια ψεύτικη ταινία που δείχνει υποτίθεται επιστήμονες να κάνουν αυτοψία στο σώμα του "εξωγήινου του Roswell", από την οποία ταινία έβγαλαν κάμποσα λεφτά. Αυτή ακριβώς την ιστορία του 1995 αφηγείται με χιουμοριστικό τρόπο το φιλμ. Οι διαφορετικών χαρακτήρων κολλητοί φίλοι, που προσπαθούν να βγάλουν λεφτά από οτιδήποτε, πέφτουν στην αυθεντική υποτίθεται ταινιούλα της αυτοψίας (που τους την πουλά πολύ φτηνά ο πάντοτε cult Χάρι Ντιν Στάντον)... και μετά από συμβάντα που δεν θα σας αποκαλύψω, αναγκάζονται να την... ξαναγυρίσουν από την αρχή. Στο μεταξύ στην ιστορία έχει εμπλακεί και ένας ούγγρος σαδιστής εκατομμυριούχος, που έχει ψώνιο με τους εξωγήινους...
Διασκέδασα παρακολουθώντας την άγνωστη αυτή ταινία, επειδή και χιούμορ διέθετε και αρκετό σασπένς, αφού ο θεατής αγωνιά για το πώς θα τη βγάλουν καθαρή οι δύο φίλοι, γύρω από τους οποίους ο κλοιός σφίγγεται ολοένα. Ταυτόχρονα βεβαίως σατιρίζεται και η μανία κάποιων με τις κάθε λογής θεωρίες συνωμοσίας (από UFO και εξωγήινους μέχρι Ναϊτες Ιππότες και Δίδυμους Πύργους κι ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε. Νομίζω ότι πίσω από κάθε σχεδόν σημαντικό - συνήθως - γεγονός υπάρχει και η σχετική θεωρία που λέει "όχι, κορόιδα, δεν έγιναν ακριβώς έτσι τα πράγματα..."). Η υπόθεση Roswell είναι από τις γνωστότερες τέτοιες ("η κυβέρνηση ξέρει για την ύπαρξη εξωγήινων, αλλά το κρατά επτασφράγιστο μυστικό"). Ταυτόχρονα το φιλμ, με το σενάριό του, θέτει σε αμφισβήτηση την υποτιθέμενη αυθεντία των ντοκουμέντων (;). Τα πάντα μπορεί αν είναι ψεύτικα, ιδιαίτερα στην εποχή μας.
Είπαμε ότι η ιστορία των νεαρών που "πλαστογράφησαν" το φιλμ στη δεκαετία του 90 είναι αληθινή. Ωστόσο μην περιμένετε να μάθετε την πραγματική ιστορία τους. Επαναλαμβάνω: Η ταινία είναι κωμωδία μυθοπλασίας, που απλώς εμπνέεται από την αληθινή ιστορία.

Τρίτη, Ιανουαρίου 24, 2017

"PATERSON" ΟΠΩΣ ΖΕΝ

Τα αρκετά τελευταία χρόνια ο Jim Jarmusch, από τους αγαπημένους μου δημιουργούς, οδηγείται όλο και περισσότερο σε ένα προσωπικό δρόμο, στον οποίο νομίζω ότι θα ταίριαζε ο όρος Ζεν. Κι αν στο "The Limits of Control" του 2009 το αποτέλεσμα δεν μου άρεσε (το βρήκα αν μη τι άλλο βαρετό), το "Paterson" του 2016, ενώ ουσιαστικά ακολουθεί τον ίδιο δρόμο, μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Τι είναι όμως το Paterson;
Πόλη του Νιου Τζέρσεϊ 120.000 κατοίκων, που κατοικείται και από πολλούς μετανάστες, πατρίδα του πυγμάχου "Χαρικέιν" και τόπος όπου έζησε ο Γκίνσμπεργκ. Διάσημο ποίημα του Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς, στο οποίο (δεν το έχω διαβάσει, αλλά διαβάζω ότι) "εξυμνείται η  ομορφιά της καθημερινής ζωής". Και συγχρόνως, το επιθετο του ήρωα της ταινίας, ο οποίος, συμπτωματικά, ζει στο Πάτερσον. Είναι οδηγός λεωφορείου και γράφει κρυφά ποιήματα δίχως να τα δείχνει σε κανέναν εκτός της ιρανικής καταγωγής γυναίκας του, με την οποία είναι βαθιά ερωτευμένος (πολλά ποιήματα αναφέρονται σ' αυτήν). Η οποία είναι καλλιτεχνικός τύπος, αλλά κάπως χύμα, βάφει διάφορα πράγματα ασπρόμαυρα, φτιάχνει καπ κέικς και ονειρεύεται να γίνει διάσημη τραγουδίστρια της κάντρι. Το φιλμ παρακολουθεί, σαν ημερολόγιο, μέρα με τη μέρα μία εβδομάδα από τη ζωή του ήρωα: Ξύπνημα στις 6.30 περίπου το πρωί, πρωινό, δουλειά, οδήγηση του λεωφορείου όλη τη μέρα, όπου παρακολουθεί τις ποικίλες συζητήσεις κάθε είδους επιβατών, επιστροφή στο σπίτι, φαγητό, βόλτα το βράδι με τον απίστευτο, "κακό" σκύλο του ζεύγους (που κλέβει την παράσταση), στάση στο ίδιο πάντα μπαρ, όπου κουβεντιάζει με τον μαύρο ιδιοκτήτη και άλλους γνώριμους θαμώνες, επιστροφή στο σπίτι. Αυτά.
Οι μέρες είναι πανομοιότυπες, σαν "μέρα της μαρμότας", πλην όμως με μικρές παραλλαγές, όπως συμβαίνει άλλωστε με την καθημερινότητα πολλών από εμάς. Ο στόχος ακριβώς της ταινίας είναι να ανακαλύψει την ποίηση και την ομορφιά σ' αυτήν ακριβώς τη βαρετή (σε πρώτη όψη) ρουτίνα, την αξία των μικρών παραλλαγών που λέγαμε, την ποίηση και τη γοητεία της καθημερινότητας. Κι όταν κάτι αναπάντεχο συμβαίνει προς το τέλος της εβδομάδας, ο Π. το αντιμετωπίζει με απόλυτη στωικότητα, όπως ακριβώς αντιμετωπίζει την καθημερινότητά του.
Ναι, το φιλμ είναι ηθελημένα επαναλαμβανόμενο. Ωστόσο έχει τόσο χιούμορ και γλυκύτητα, τόσο ζεν ματιά στα πράγματα, τόση καθημερινή ποίηση (τα ποιήματα άλλωστε που γράφει ο ήρωας εμφανίζονται στην οθόνη), τόσο φιλοσοφική προσέγγιση, που για μένα μοιάζει να απογειώνεται, δημιουργώντας έναν σπάνιο ύμνο στο συνηθισμένο, στην κρυμένη ομορφιά της επανάληψης και της καθημερινότητας (που βέβαια συνεπικουρείται από έναν έρωτα).
Κάποιοι ίσως βαρεθούν. Προσωπικά μπήκα βαθιά στο τριπ της επανάληψης, του ζεν κοιτάγματος των πραγμάτων, της ποίησης που αναδύεται κυριολεκτικά από το τίποτα. Αν κάτι καταφέρνει εδώ ο Τζάρμους είναι να μας κάνει να αγαπήσουμε αυτό που ζούμε, όσο τετριμένο κι αν είναι. Φτάνει να έχουμε από κάπου να πιαστούμε (ο ήρωας έχει την ποίηση και μια γυναίκα).
ΥΓ: Προσέξτε το διαρκές παιχνίδι του σκηνοθέτη με τους δίδυμους. Ως εικόνα ή ως έννοια εμφανίζονται με διάφορους τρόπους όλες τις μέρες της εβδομάδας που παρακολουθούμε. Ίσως να είναι μια αναφορά στο "διπλό", το γιν και το γιανγκ ή, ίσως, κάποιο μη καταληπτό παιχνίδι του δημιουργού.

Κυριακή, Ιανουαρίου 22, 2017

ΤΕΣΣΕΡΑ ΑΔΙΑΦΟΡΑ ΦΤΕΡΑ

Το μυθιστόρημα του βρετανού A.E.W. Mason "Τα Τέσσερα Φτερά" έχει μεταφερθεί στην οθόνη αρκετές φορές από την εποχή του βωβού (5 ή 6 νομίζω). Άλλη μια απόπειρα μεταφοράς του γίνεται το 2002 από τον ινδικής καταγωγής Shekhar Kapur, ο οποίος λίγα χρόνια πριν είχε γυρίσει την επιτυχημένη "Elizabeth" με πρωταγωνιστικό ζεύγος τον Χιθ Λετζερ και την Κέιτ Χάντσον. Ωστόσο αυτά εδώ τα "Φτερά" δεν νομίζω ότι φτάνουν την προηγούμενή του ταινία.
Περιπέτεια και δράμα εποχής, το φιλμ μας μεταφέρει στην κοσμοκράτειρα τότε Βρετανία του 1884. Ένας φέρελπις αξιωματικός είναι αραβωνιασμένος και ερωτευμένος με όμορφη κοπέλα. Όταν η μονάδα του στέλνεται για πόλεμο στο Σουδάν, αυτός αρνείται να πάει και παραιτείται από το στράτευμα, πράγμα που αποτελεί τεράστιο σκάνδαλο στους υψηλούς κύκλους της εποχής. Λαμβάνει λοιπόν από τους καλύτερούς του φίλους και την ίδια την κοπέλα του 4 φτερά, ταπεινωτικό σύμβολο δειλίας, και, βέβαια, εκείνη τον χωρίζει. Αυτός, πληγωμένος και κρυφά απ' όλους, πηγαίνει μεταμφιεσμένος στο Σουδάν και ακολουθει τη μονάδα του δίχως να γίνει από κανέναν αντιληπτός, προσπαθώντας να τη βοηθήσει. Οι περιπέτειες δεν σταματάνε εδώ, αλλά συνεχίζονται, περισσότερο αισθηματικές πλέον, με την επιστροφή στην πατρίδα (όχι όλων πάντως).
Βρήκα την ταινία μάλλον αδιάφορη. Νομίζω ότι έπασχε από ρυθμό, ότι τα μέρη της περιπέτειας και του δράματος δεν έδεναν τόσο καλά. Όσο για το ιδεολογικό μέρος... οι βρετανοί δεν είναι βέβαια οι υπερήφανοι νικητές, κάθε άλλο, αλλά το θέμα του προφανούς ιμπεριαλισμού τους δεν θίγεται. Αντίθετα μας γίνονται συμπαθείς και καλούμαστε μάλλον να συμπάσχουμε για τις απώλειές τους. Αλλά ούτε και το θέμα της "δειλίας"αναλύεται ξεκάθαρα. Η άρνηση του ήρωα να πάει στον πόλεμο (και μάλιστα στου διαόλου τη μάνα) μάλλον δεν παρουσιάζεται ως αντιπολεμική πράξη. Άλλωστε σ' όλο το φιλμ εκείνος παχίζει να ξεπλύνει από πάνω του το στίγμα της δειλίας - και μάλιστα "για την ψυχή του", δίχως δηλαδή να γίνει αντιληπτός από τους πρώην συντρόφους του. Οπότε... μάλλον για "έγκλημα και τιμωρία" μιλάμε, όπου το "έγκλημα" είναι η άρνηση να πάω στην Αφρική και να σκοτώνω ντόπιους για τη δόξα της Αυτοκρατορίας... και στη συνέχεια η προσπάθεια εξιλέωσης. Όσο για τον αντίπαλο άραβα Μαχντί, ελάχιστα δείχνονται και οι προθέσεις της επανάστασής του παραμένουν αδιευκρίνιστες.
Γενικά διέκρινα στο φιλμ ένα είδος "στρατοκαυλίασης", με την έννοια ότι υιοθετεί μάλλον την τότε άποψη των νεαρών αξιωματικών ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη τιμή από το να πολεμήσεις (και πιθανόν να πεθάνεις) για την Βασίλισσα και την πατρίδα (έστω και στη μακρινή Αφρική). Δείχνει βέβαια τις τραγικές συνέπειες του πολέμου όταν οι αποδεκατισμένοι "ήρωες" εεπιστρέφουν, αλλά η πίστη στα ιδανικά τους δεν αμφισβητείται. Ευχαριστώ, αλλά δεν θα πάρω...

Σάββατο, Ιανουαρίου 21, 2017

"PASSENGERS": ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ

Τα τελευταία χρόνια έχουν γυριστεί αρκετές ταινίες με κάποιον/ους που μένουν ολομόναχοι στο αχανές διάστημα. Ίσως η ιδέα της απόλυτης μοναξιάς να είναι ελκυστική... Το "Passengers" (2016) του νορβηγού Morten Tyldum, ο οποίος, όπως δεκάδες άλλοι ξένοι δημιουργοί, κατοικεί πλέον στο Χόλιγουντ, είναι μια τέτοια ταινία.
Ένα γιγάντιο σκάφος ταξιδεύει σε έναν μακρινό πλανήτη που απέχει 120 χρόνια ταξιδιού από τη γη. Μεταφέρει χιλιάδες κοιμισμένους ανθρώπους, οι οποίοι θα εποικίσουν τον πλανήτη. Από κάποιο λάθος ένας επιβάτης θα ξυπνήσει 90 χρόνια πριν φτάσει στον προορισμό του... και αυτό σημαίνει ότι θα μείνει ολομόναχος στο αχανές σκάφος για ολόκληρη τη ζωή του, συντροφιά με έναν μηχανικό μπάρμαν. Μετά απο μήνες μοναξιάς θα ανακαλύψει μια όμορφη (κοιμωμένη φυσικά) συνεπιβάτιδά του. Θα την ξυπνήσει άραγε για να έχει συντροφιά;
Η ταινία βασίζεται στη χημεία των Τζένιφερ Λόρενς και Κρις Πρατ, οι οποίοι είναι ουσιαστικά οι μοναδικοί (σχεδόν) ηθοποιοί. Νομίζω ότι αυτή αποδεικνύεται πετυχημένη. Φυσικά μιλά (το φιλμ) για την απόλυτη μοναξιά, που λέγαμε και πριν, και κυρίως θέτει ένα τεράστιο ηθικό δίλημμα. Αλήθεια, τι θα κάνατε στη θέση του άτυχου ήρωα; Θα "παίρνατε στο λαιμό σας" τη ζωή ενός άλλου, αθώου, ανθρώπου για να μην τρελαθείτε εσείς;
Το πρώτο μέρος λοιπόν χτίζεται γύρω απ' αυτό το δίλημμα και όσα ακολουθούν την απόφαση του - υποχρεωτικά μοναχικού - ήρωα: Η αφόρητη μοναξιά, οι σχέσεις των δύο, το δυνατό ψυχολογικό σασπένς, η αποκάλυψη... Αυτό το πρώτο μέρος λοιπόν το βρήκα όντως καλό και με κράτησε σε αγωνία - ψυχολογικής κυρίως φύσης. Όσο όμως μπαίνουμε πιο βαθιά στο δεύτερο μισό, τα πράγματα χαλάνε (κατά τη γνώμη μου πάντοτε) και σεναριακά η ταινία παραδίδεται σε εξώφθαλμες ευκολίες. Υποτίθεται ότι εδώ "σπιντάρουμε", ότι τίθεται θέμα επιβίωσης, ότι ο χρόνος είναι πολύτιμος, ότι απαιτείται δράση. Κι εδώ τον προβληματισμό και το ενδιαφέρον κλίμα της αρχής διαδέχονται η δράση, οι ταρζανιές των δύο πρωταγωνιστών, το θέαμα (υποτίθεται, αλλά φτάνει πια. Τέτοιου είδους θέαμα το έχω δει χιλιάδες φορές). Οι οποίοι - άσχετοι επιβάτες, υπενθυμίζω σε μια διαστημική πτήση - επιχειρούν να επισκευάσουν μόνοι τους ένα γιγάντιο (μήκους ενός χιλιομέτρου για την ακρίβεια) διαστημόπλοιο. Φανταστείτε να ταξιδεύετε στην Αμερική με σούπερ τζετ, αυτό να χαλάσει και να κινδυνεύει να συντριβεί κι εσείς, ο επιβάτης, να κληθείτε να... επισκευάσετε τις μηχανές εν πτήσει. Έλεος!
Το ντιζάιν του σκάφους είναι ευφάνταστο, οι εικόνες πειστικές, οι ηθοποιοί καλοί... Βάζω καλό βαθμό στο πρώτο μισό... και μετά παραδίνομαι σε μια ακόμα χολιγουντιανή φούσκα με απίθανες καταστάσεις και δράση, που έχω βαρεθεί να βλέπω στο αμερικάνικο σινεμά. Κρίμα για μια ακόμα χαμένη ευκαιρία.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 19, 2017

ΜΙΑ "CATWOMAN" ΑΞΙΑ ΓΙΑ ΠΟΛΛΑ ΒΑΤΟΜΟΥΡΑ

Αν δεν το ξέρατε, ο Pitof (έτσι υπογράφει, σκέτο) είναι γάλλος και πετυχημένος δημιουργός special effects στη δεκαετία του 90. Δυστυχώς από το 2001 περνά και στη σκηνοθεσία με (ευτυχώς αυτό) δύο μόνο ταινίες στο ενεργητικό του. Η δεύτερη ήταν η ανεκδιήγητη "Catwoman" το 2004, με μια Χάλι Μπέρι στον πιθανό χειρότερο ρόλο της.
Η οποία είναι μια ντροπαλή και συνεσταλμένη καλλιτέχνης, που, δυστυχώς γι' αυτήν, δουλεύει σε μεγάλη διαφημιστική με επικεφαλής ένα ζεύγος καθαρμάτων (η γυναίκα, πρώην σούπερ μοντέλο και σούπερ κακιά της ταινίας είναι η Σάρον Στόουν). Ώσπου κάποια στιγμή ανακαλύπτει ένα σκοτεινό μυστικό της εταιρίας και απολύεται. Τότε όμως, υπό την υπερφυσική επίδραση μυστηριώδους γάτας, μεταμορφώνεται σε Catwoman, τουτέστιν σε ένα άγριο θηλυκό, το οποίο όχι μόνο έχει αποκτήσει αυτοπεποίθηση, τον χαρακτήρα και το στιλ γάτας (και την αντίστοιχη έντονη σεξουαλικότητα), αλλά διαθέτει πλέον και τις σπέσιαλ ικανότητες των αιλουροειδών. Οπότε είμαστε έτοιμες να πολεμήσουμε το Κακό και να εκδικηθούμε τους Κακούς. Σημειωτέον, η ίδια η Catwoman ισορροπεί ανάμεσα στο "καλό" και την εγκληματικότητα. Αλλά έτσι είναι οι γάτες. Τα ένστικτά τους είναι ανεξέλεγκτα...
Αυτά. Σε ένα φιλμ βεβαίως όπου η αβάσταχτη αφέλεια (μήπως θα ήταν καλύτερα να τη χαρακτηρίσω βλακεία;) βασιλεύει από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, τίποτα δεν είναι στοιχειωδώς πιστευτό, όσα συμβαίνουν όχι μόνο δεν με κράτησαν, αλλά με έκαναν να βαρεθώ αφόρητα, η Χάλι είναι... όπως το λέει το όνομά της στην ερμηνεία της και, όταν μπαίνει το στοιχείο του χιούμορ (συμβαίνει συχνά), κάθε απόπειρα γέλιου παγώνει στα χείλη. Κρίμα στην ωραία αφίσα.
Στην εποχή του το φιλμ είχε κερδίσει πολλά "βατόμουρα". Πριν το δω δεν μπορούσα να φανταστώ πόσο δίκαια τα κέρδισε. Από τις χειρότερες απόπειρες δημιουργίας σούπερηρωικού φιλμ που έχω δει, πήρε τόσο κακές κριτικές (δικαίως), που βγήκε και κάποιο κέρδος: Ο Pitof δεν ξανασκηνοθέτησε έκτοτε!

Τρίτη, Ιανουαρίου 17, 2017

ΤΟ ΦΑΡ ΟΥΕΣΤ (ΞΑΝΑ) ΣΤΟ "THUNDER MOUNTAIN"

Οι περισσότεροι σήμερα γνωρίζουμε μια σειρά από παλιά γουέστερν (μερικές φορές καταπληκτικά και πολύ ευρύτερου ενδιαφέροντος από απλές περιπέτειες), όταν το είδος ήκμαζε ακόμα, και πολλοί τα αγαπάμε. Ωστόσο η ακμή αυτή του είδους δεν ήταν μόνο ποιοτική, αλλά και ποσοτική. Γυρίζονταν κάποτε πάμπολλα γουέστερν κάθε χρόνο. Τα κλασικά λοιπόν δείγματα του, αυτά που γνωρίζουμε και ανέφερα παραπάνω, δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου. Το ασπρόμαυρο "Thunder Mountain" του 1947, για παράδειγμα, γυρίστηκε από τον Lew Landers (1901-1962), ο οποίος, όπως διαβάζω, υπήρξε ένας από τους παραγωγικότερους και άγνωστους σήμερα σκηνοθέτες - διεκπεραιωτές, που κινήθηκε σε πολλά είδη μεταξύ 30ς και 50ς. Πρόκειται μάλλον για ένα γουέστερν "του σωρού". Όχι με την έννοια ότι είναι υποχρεωτικά κακό, αλλά επειδή δεν έχει κάτι που να το κάνει να ξεχωρίζει.
Ο ήρωας επιστρέφει μετά από χρόνια στην μικρή πόλη του για να βρει το ράντσο του έτοιμο να κατασχεθεί λόγω χρεών. Παρά το ότι καταφέρνει να βρει τα λεφτά, ο σερίφης, σε μυστική συνεργασία με τον πλούσιο ιδιοκτήτη του σαλούν της πόλης, κωλυσιεργεί ώστε να προχωρήσει η κατάσχεση. Βλέπετε ο πλούσιος εποφθαλμιά τη γη του πρωταγωνιστή, η οποία πρόκειται να πάρει μεγάλη αξία. Συγχρόνως βαθύ μίσος χωρίζει τον Μάρβιν (τον ήρωά μας) με γειτονική οικογένεια, με την οποία έχουν παλιές διαφορές. Οι γιοι της τον απειλούν ανοιχτά. Ωστόσο, όπως σιγά - σιγά αποκαλύπτεται, άλλοι είναι υπεύθυνοι και υποδαυλίζουν το μίσος αυτό...
Ο πρωταγωνιστής Tim Holt (επίσης άγνωστός μου) διαβάζω ότι είχε παίξει (μεταξύ άλλων) σε 29 (!) γουέστερν μεταξύ 1947-1952 (!!!). Κάποια τέτοια νούμερα δείχνουν την απίστευτη (ποσοτική) ακμή του είοδους, για την οποία μιλούσαμε παραπάνω. Το συγκεκριμένο φιλμ πάντως μπορεί να βλέπεται σχετικά ευχάριστα, δεν νομίζω όμως ότι διαθέτει κάτι ξεχωριστό. Μια ακόμα περιπέτεια στο Φαρ Ουέστ με φόνους, συμφέροντα, απληστία, απαγορευμένο έρωτα (το κλασικό μοτίβο Ρωμαίου - Ιουλιέτας), σαλούν και αλκοόλ, καλούς και κακούς κλπ. Όσο για την ψυχολογία των ηρώων... αφείστε καλύτερα. Την επομενη στιγμή του θανάτου από πυροβολισμό του αδελφού της, για παράδειγμα, η κοπέλα είναι έτοιμη να ψάξει τον ένοχο, να πιστέψει (ή να μην πιστέψει) τα φαινόμενα, να τρέξει και να δράσει. Ούτε απλό, στοιχειώδες σοκ...
Οι φανατικοί φίλοι των γουέστερν θα διασκεδάσουν. Οι υπόλοιποι, εντάξει, καλά θα περάσουν, αλλά είπα: Υπάρχουν εκατοντάδες τέτοια...

Κυριακή, Ιανουαρίου 15, 2017

ΠΟΙΗΣΗ (ΚΑΙ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟΣ) ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ

Να τα ξαναπούμε για τον Alejandro Jodorowsky; Ο οποίος είναι χιλιανός μίμος, καλλιτέχνης του κουκλοθέατρου, μουσικός, θεατρικός συγγραφέας, ποιητής, σεναριογράφος κόμικς, σκηνοθέτης και άλλα; Και το 2016, όταν γυρίζει την εκπληκτική "Ποίηση Χωρίς Τέλος" είναι αισίως 87 ετών; Με λίγες απόλυτα καλτ και ερμητικές ταινίες στο ενεργητικό του από τις δεκαετίες του 70 και του 80 κυρίως, αποφασίζει το 2013 να γυρίσει την αυτοβιογραφία του με τρόπο που μόνο αυτός θα μπορούσε να κάνει, ξεκινώντας από τον "Χορό της Πραγματικότητας", που αναφέρεται στα παιδικά του χρόνια στην πόλη του, την Τοκοπίγια. Στην "Ποίηση Χωρίς Τέλος", που αποτελεί το δεύτερο μέρος μιας σχεδιαζόμενης πενταλογίας (!!!), παρακολουθούμε τη νεανική του ηλικία, όταν συγκρούεται με τον αυταρχικό πατέρα του, αρνείται να σπουδάσει γιατρός, αποφασίζει να γίνει ποιητής, φεύγει στην πρωτεύουσα Σαντιάγκο και μπαίνει στους προχωρημένους κύκλους τής τότε εκεί πρωτοπορίας, γνωρίζοντας ποιητές και ποικίλους άλλους καλλιτέχνες. Ζει ελεύθερα και απορρίπτει κάθε ταμπού και κάθε σύμβαση, πειραματιζόμενος με τον έρωτα, την τέχνη, την ποίηση της ζωής και της καθημερινότητας.
Ναι, όλο αυτό είναι απόλυτα αυτοβιογραφικό. Όσα βλέπουμε (έκπληκτοι) αντανακλούν όντως τα πραγματικά γεγονότα της πολυτάραχης και τοσο γεμάτης ζωής του. Ναι, αλλά το θέμα είναι το πώς δείχνονται όλα αυτά. Ο Jodorowsky υιοθετεί έναν απόλυτα σουρεαλιστικό και οδηγημένο στα άκρα ποιητικό τρόπο να αφηγηθεί την ιστορία της ζωής του, όπου όσα παρακολουθούμε είναι φιλτραρισμένα από το εντελώς προσωπικό του καλλιτεχνικό φίλτρο. Οι εικόνες παρελαύνουν μπροστά μας με εκπληκτική ποικιλία και ευρηματικότητα, από την μητέρα που αντί να μιλά... τραγουδά όπερα μέχρι τους παράδοξους φίλους του καλλιτέχνες που αποτελούν μια αληθινή "αυλή των θαυμάτων" και από την απίστευτη γυναικα με τα κατακόκκινα μαλιά που αποτελεί τον πρώτο του έρωτα μέχρι την φυγή στο Παρίσι με μια... μωβ βάρκα με έναν άνθρωπο - σκελετό στο κατάστρωμα και τις εμφανίσεις του ίδιου του 87χρονου σκηνοθέτη στην ιστορία. Όλα είναι παράδοξα, ενίοτε γκροτέσκα, όλα είναι ποιητικά.
Στο φιλμ ο απίστευτος αυτός δημιουργός προτείνει την "ποίηση πάνω απ' όλα". Ενστερνίζεται μια στάση ζωής που απορρίπτει κάθε πτυχή της πεζής πραγματικότητας και προτείνει τη μετατροπή της σε καθαρή ποίηση με οποιοδήποτε τίμημα. Μια βαθύτατα ρομαντική στάση τελικά, όπου το πρωταρχικό στη ζωή είναι η τέχνη και τίποτα άλλο. Και φυσικά, ανάμεσα σ' όλα αυτά, χλευάζει κάθε καταπιεστική δομή, από αυτή της συμβατικής οικογένειας (ο καταπιεστικός πατέρας, το πνιγηρό σόι) μέχρι το φασισμό και τις (πολλές δυστυχώς) δικτατορίες της Χιλής.
Η ταινία φυσικά, μέσα στις ενίοτε ακραίες της εικόνες και τον διαρκή παροξυσμό της, απευθύνεται σε σχετικά μικρό κοινό σινεφίλ. Προσωπικά με καθήλωσε και την απόλαυσα από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, παρά το ότι αντιλαμβάνομαι πως όλο αυτό το όργιο χρωμάτων και απίστευτων καταστάσεων μπορεί να κουράσει αρκετούς. Αν πάντως αποφασίσετε να δείτε αυτό το εξαιρετικό για μένα φιλμ, δείτε πρώτα το πρώτο του μέρος, τον "Χορό της Πραγματικότητας", που, όπως είπαμε, αφηγείται με τον ίδιο ακριβώς ακραίο τρόπο τα παιδικά του χρόνια.

Σάββατο, Ιανουαρίου 14, 2017

"DAWN OF THE DEAD" : ΔΙΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΡΟΜΕΡΟ

Είχαμε ήδη μπει στην τρίτη δεκαετία μετά τα κλασικά δεύτερα ζόμπι του Ρομέρο, το "Dawn of the Dead" συγκεκριμένα. Στα 2004 για την ακρίβεια ο πρωτοεμφανιζόμενος τότε Zack Snyder αναλαμβάνει τη διασκευή του πρωτότυπου φιλμ.
Αν θυμάστε η αυθεντική ταινία ήταν αυτή που διαδραματιζόταν κυρίως σε ένα εμπορικό κέντρο. Ο Snyder κρατά την ιστορία, με κάποιες αλλαγές βεβαίως. Καθώς οι άνθρωποι γύρω τους ζομποποιούνται ταχύτατα και η μάστιγα εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα, μια ομάδα επιζώντων (μια γυναίκα που μόλις είδε τον άντρα της να δολοφονείται, ένας μαύρος αστυνομικός, ένα νεαρό ζευγάρι με έγκυο γυναίκα κλπ.) καταφεύγουν στο εμπορικό κέντρο της περιοχής, όπου ταμπουρώνονται. Οι σχέσεις με τους σεκιουριτάδες του κέντρου είναι μάλλον περίεργες και περνούν από διάφορες φάσεις. Κάποια στιγμή πάντως αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να δραπετεύσουν από εκεί, καθώς είναι αδύνατο να μείνουν για πάντα, και καταστρώνουν ένα σχέδο διαφυγής, περνώντας μέσα από τις ορδές ζόμπι που τους πολιορκούν.
Η ταινία, πρέπει να πω, δεν είναι κακή - για ριμέικ τουλάχιστον. Και η αγωνία υπάρχει και ο ρυθμός, οι σχέσεις και οι χαρακτήρες των ετερόκλητων επιζώντων δίνονται αρκετά καλά και γενικά το πράγμα κυλά ευχάριστα (ευχάριστα για κλειστοφοβική ταινία τρόμου βεβαίως). Ο πρωτοεμαφνιζόμενος σκηνοθέτης και μετάπειτα μπλογκμπαστεράς, εδώ μάλλον τα κατάφερε. Ίσως δεν έχει τόσο έντονα το σαρκαστικό / καταγγελτικό στοιχείο του Ρομέρο, αλλά πάντως κάποια συμπεράσματα βγαίνουν: Οι άνθρωποι είναι ικανοί να φαγώνονται μεταξύ τους μέχρι την εντελώς τελευταία στιγμή. Κι αν ομονοούν προσωρινά, είναι μόνο όταν ο κόμπος φτάνει στο χτένι και παίζεται πλέον η ίδια η επιβίωση. Πάντως - για τους φίλους του τρόμου μιλώ φυσικά - πριν ψάξετε για συμπεράσματα, καλύτερα να αφεθείτε να "απολαύσετε" το σπλάτερ σε συνδυασμό με κάποιο (λίγο) χιούμορ, την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και το παιχνίδι του "ποιος ζει και ποιος πεθαίνει".
Συνολικά το θεωρώ καλή προσπάθεια. Την οποία όμως, βεβαίως, έχουμε ξαναδεί. Έτσι, όπως κάθε ριμέικ, πάσχει εξ ορισμού από έλλειψη πρωτοτυπίας. Γιατί τόση μανία επιτέλους να ξαναφτιάχνουν κλασικές ή μη ταινίες; Προφανώς η πρώτη απάντηση που αυθόρμητα έρχεται στο νου είναι η έλλειψη έμπνευσης. Κρίμα...


Πέμπτη, Ιανουαρίου 12, 2017

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΗΛΙΚΙΑ ΤΗΣ ADELINE;

Προσθήκη λεζάντας
Η ταινία διαθέτει φωνή off. Κι αυτή, από τις πρώτες κιόλας σκηνές, μας πληροφορεί ότι η ηρωίδα, η Adeline, είναι ουσιαστικά αθάνατη, μετά από την έκθεσή της σε περίεργες συνθήκες πίεσης και θερμοκρασίας εξ αιτίας αυτοκινητιστικού δυστηχήματος κάπου στη δεκαετία του '20. Για την ακρίβεια μένει για πάντα στην ηλικία των περίπου 30 χρόνων. Τι επιπτώσεις όμως μπορεί να έχει αυτό το δώρο στη ζωή της; Πολύ απλά, δεν μπορεί να ερωτευτεί, αφού κάθε μερικά χρόνια (μια δεκαετία περίπου) είναι υποχρεωμένη να μετακομίζει για να μην αντιληφτούν οι οικείοι της το μυστικό της. Να λοιπόν που η μοναξιά είναι το τίμημα της αθανασίας...
Όλα αυτά συμβαίνουν στην ταινία "The Age of Adeline" που γύρισε το 2015 ο άγνωστός μου Lee Toland Krieger (είναι η τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του). Μια ταινία - σας προειδοποιώ - η οποία, παρά το βασικό για το σενάριο στοιχείο φανταστικού (επιστημονικής φαντασίας μάλλον) που διαθέτει, είναι περισσότερο ένα αισθηματικό φιλμ, αρκετά τρυφερό και, θα έλεγα, ρομαντικό μάλιστα. Διότι όταν η ηρωίδα αφήνεται για πρώτη φορά να ερωτευτεί έναν χαρισματικό άντρα και να ικανοποιήσει επιτέλους τις επιθυμίες της κάποια πράγματα θα πάνε στραβά και ο κίνδυνος να αποκαλυφτεί θα γίνει σεχδόν αναπόφευκτος. Τι θα πράξει τότε;
Η ταινία σεναριακά θυμίζει κάπως το "Man on Earth", πολύ ενδιαφέρον φιλμ με αντίστοιχο θέμα. Ωστόσο αυτή εδώ η Adeline είναι πιο τρυφερή, πιο ευαίσθητη, πιο ρομαντική όπως είπα, ενδιαφέρεται περισσότερο για τον ψυχολογικό κόσμο της ηρωίδας και για την (αδύνατη ουσιαστικά) αισθηματική της ζωή, παρά για άλλα θέματα. Ταυτόχρονα πάντως με κράτησε αρκετά με την σχετική αγωνία που διαθέτει και την βρήκα αρκετά καλογυρισμένη. Έκπληξη η συμμετοχή γνωστών ηθοποιών σε δεύτερους ρόλους, όπως ο Χάρισον Φορντ και η Έλεν Μπέρστιν.
Δείτε το περισσότερο ως ένα ενδιαφέρον αισθηματικό / δραματικό φιλμ παρά ως ταινία επιστημονικής φαντασίας, παρά το ότι το σενάριο βασίζεται ολόκληρο σε ένα θέμα που ανήκει καθαρά στο χώρο του φανταστικού.

Σάββατο, Ιανουαρίου 07, 2017

"BEST IN SHOW": ΚΑΛΛΙΣΤΕΙΑ ΣΚΥΛΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΙΑ

Ένα ψευδοντοκιμαντέρ για... καλλιστεία σκύλων; Ορίστε; Κι όμως. Αυτό είναι το "Best in Show", ένα παντελώς κουφό φιλμ που γύρισε ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Christoper Guest το 2000. Ο οποίος εμπλέκεται από το "Saturday Night Live" ως σκηνοθέτης και ηθοποιός έως ηθοποιός στο αμίμητο "This is Spinal Tap" ή στο "Little Shop of Horrors". Συχνά ο τύπος γυρίζει (οπως διαβάζω) mockumentaries, δηλαδή ψευδοντοκιμαντέρ.
Αυτή είναι και η δομή του συγκεκριμένου φιλμ. Υποτίθεται ότι είναι ένα ντοκιμαντέρ που αφορά πέντε ιδιοκτήτες σκύλων που προορίζονται για διάσημα στις ΗΠΑ σχετικά καλλιστεία. Όπου υπάρχουν προκριματικοί, τελική φάση, κριτές κλπ. Ναι, αλλά υπόσχομαι ότι δεν έχετε ξαναδεί τέτοιους ιδιοκτήτες: Από ένα απόλυτα νευρωτικό, σε βαθμό υστερίας, ζευγάρι έως έναν απαστράπτοντα γκέι και τον σύντροφό του, από ένα βαρεμένο με τη φυσική ζωή τύπο, που ονειρεύεται να γίνει... ταριχευτής έως μια λαϊκή, κιτς μεσήλικα γυναίκα και τον άβουλο σύζυγό της και δύο sui generis λεσβίες... Όλοι αυτοί οι απόλυτα ετερόκλητοι τύποι ζουν κυριολεκτικά μόνο για των ποικίλων ρατσών σκύλους τους, το αποκορύφωμα της ζωής τους είναι η συμμετοχή στα καλλιστεία και το απώτερο όνειρό τους η νίκη σ' αυτά! Δεν νομίζω ότι γι' αυτούς υπάρχει κάτι άλλο στον κόσμο εκτός από τα παραπάνω.
Η ταινία, ακολουθώντας το στιλ του ντοκιμαντέρ (δίχως να είναι, οι χαρακτήρες είναι φανταστικοί), παίρνει συνεντεύξεις από τα ποικίλου στιλ ψώνια ιδιοκτήτες, παρακολουθεί την καθημερινότητά τους (αφιερωμένη φυσικά στο σκυλί τους) και την αναχώρηση του καθενός από τον τόπο του για την πολη όπου γίνονται τα καλλιστεία και, φυσικά, κορυφώνεται στα περίφημα καλλιστεία καθ' εαυτά. Ποιός θα πάρει φέτος το όνειρο-ζωής-έπαθλο;
Στο μεταξύ απολαμβάνουμε μια αμίμητη πραγματικά παρέλαση τόσο απίθανων τύπων, που ίσως δεν έχετε δει ποτέ σε μια και μόνη ταινία, ενώ η απόλυτα υστερική Parker Posey, εξέχουσα ηθοποιός του αμερικάνικου ανεξάρτητου σινεμά, είναι από τις πλέον απολαυστικές στο ρόλο της.
Και είναι καλό όλο αυτό; θα μου πείτε. Κι όμως, είναι τόσο απίθανοι οι χαρακτήρες, που προσωπικά βρήκα τον εαυτό μου να διασκεδάζει απόλυτα. Η ταινία έχει μια περίεργη υπόγεια γοητεία μέσα στο αβάσταχτο κιτς, που με κράτησε και με άφησε με την αίσθηση ότι έχω δει κάτι εντελώς ασυνήθιστο. Και συγχρόνως κατάφερε να μιλήσει για τις ανθρώπινες εμμονές, εδώ σε βαθμό γελοιότητας, αλλά και τη μελαγχολία που συχνά περιβάλλει τους τόσο εμμονικούς τύπους, οι οποίοι μοιάζουν να μην έχουν τίποτα άλλο στη ζωή τους για να πιαστούν... Για λίγους ίσως, αλλά το συνιστώ ως κάτι εντελώς ασυνήθιστο.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 06, 2017

"ROGUE ONE": Η ΑΤΕΛΕΙΩΤΗ SAGA ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΑΜΕΙΛΙΚΤΑ

Η Επανάσταση βρίσκεται σε δεινή θέση. Οι υποστηρικτές της ανακαλύπτουν ότι η ίδια της η ύπαρξη κινδυνεύει από ένα νέο σούπερ όπλο της Αυτοκρατορίας, το εφιαλτικό Death Star, το οποίο μπορεί να καταστρέφει ολόκληρους πλανήτες. Τότε, ένας από τους κατασκευαστές του και πατέρας της ηρωίδας αποκαλύπτει ένα αδύνατο σημείο του. Μια απελπισμένη αποστολή ξεκινά...
Σας θυμίζουν κάτι όλα αυτά; Προφανώς. Αφού πρόκειται για την 8η (αν δεν κάνω λάθος) ταινία της ατελείωτης πλέον σειράς των Star Wars, τα οποία προφανώς δεν πρόκειται να σταματήσουν ποτέ όσο εξακολουθούν να βγάζουν εκατομμύρια. Το 2016 λοιπόν ο Gareth Edwards είναι αυτός που γυρίζει το "Rogue One" με υπότιτλο "A Star Wars Story", για να μην ξεχνιόμαστε και για να το καταλάβει καλά ακόμα και ο πλέον "αμόρφωτος". Όπως αντιλαμβάνεστε από το ειρωνικό ύφος, έχω βαρεθεί τη saga εδώ και πολύ καιρό. Αυτό εδώ, ένα ακόμα από τα prequel της αρχικής τριλογίας των 70'ς - 80'ς, μας μιλά για την προέλευση και κατασκευή του Death Star και για το πώς η πριγκήπισα Λέια είχε τα σχέδια κατασκευής του όταν ξεκίνησαν όλα, πίσω στα μακρινά 1977. Ήταν κάτι που με απασχολούσε χρόνια τώρα, με έκανε να χάνω τον ύπνο μου, μου τριβέλιζε το μυαλό...
Όπως καταλαβαίνετε η γνώμη μου είναι ότι αν δεν είσαι ένας φανατικός της σειράς, δεν νομίζω ότι αξίζει να κάνεις τον κόπο να δεις το φιλμ (και όλα αυτά που θα ακολουθήσουν). Το οποίο, σε ένα μεγάλο μέρος του τουλάχιστον, αναλώνεται σε ατελείωτες διαστημικές μάχες, με άπειρες εκρήξεις και συντριβές σκαφών, ενώ το σενάριο δεν θα τα χαρακτήριζα πλέον ευφάνταστο. Μη νομίζετε ότι θα πλήξετε βεβαίως. Το timing είναι άψογο, η δράση χορταστική και κρατά τον θεατή... Αλοίμονο αν δεν το πετύχαιναν κι αυτό, πράγμα που πετυχαίνουν εδώ και πολλά χρόνια πάμπολλες μέτριες χολιγουντιανές υπερπαραγωγές. Αλλά πλέον έχει πάψει προ πολλού να μου αρκεί αυτό. Α, ναι, ξέχασα, υπάρχει και ο ολοζώντανος ψηφιακός Πίτερ Κάσινγκ, νεκρός στον αληθινό κόσμο από το 1994!
Εκείνο που προσωπικά ευχαριστήθηκα είναι η πανδαισία των εξωγήινων τοπίων και πόλεων σε διάφορους πλανήτες, τα οποία βρήκα οπτικά ευφάνταστα, καθώς και κάποιοι διφορούμενοι χαρακτηρες, που κάτι πρόσθεταν στο όλο ξαναζεσταμένο φαγητό. Ωστόσο, ξαναλέω, έχω βαρεθεί αρκετά, κυρίως με το πολύ "πίου - πίου" που κυριαρχεί πλέον στα φιλμ της σειράς. Ας αφήσω το σπορ σε φανατικούς, που, δόξα τω Μαμωνά για τα χολιγουντιανά ταμεία, υπάρχουν άπειροι εκεί έξω. Η Δύναμη μαζί τους!

Πέμπτη, Ιανουαρίου 05, 2017

Ο "ΕΞΟΡΚΙΣΤΗΣ" ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΝΑ ΤΡΟΜΑΖΕΙ

Είναι ο "Εξορκιστής" η τρομακτικότερη ταινία που έγινε ποτέ, όπως πολλοί διατείνονται; Δεν ξέρω. Ξαναβλέποντάς τον όμως μετά από πολλά χρόνια, μπορώ σίγουρα να πω ότι παραμένει μία από τις τρομακτικότερες.
Το 1973 ο William Friedkin βρισκόταν στην αιχμή του δόρατος των νέων τότε και σημαντικών δημιουργών. Τότε λοιπόν φτιάχνει τον θρυλικό "Εξορκιστή", που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του William Peter Blatty, κάνει τεράστια επιτυχία και δημιουργεί την τρομακτικότερη ταινία τουλάχιστον μέχρι τότε. Το φιλμ προκαλεί αληθινό σοκ. Άνθρωποι εγκαταλείπουν έντρομοι την αίθουσα κι άλλοι, πολλοί, λιποθυμούν, ενώ τα φιλμ τρόμου γίνονται για πρώτη φορά μόδα και αποκτούν ευρύτερο κοινό. Σήμερα η ταινία δεν θα προκαλούσε βέβαια τέτοιες ακραίες αντιδράσεις, ως γνωστόν όμως όλα πρέπει να εξετάζονται στο πλαίσιο της εποχής τους. Όχι, μέχρι τότε ο κόσμος δεν είχε δει τόσο εφιαλτικές μεταμορφώσεις, τόσες εκτοξεύσεις υγρών (σωματικών εννοώ), τόση φρίκη (ανάμικτη με αηδία) κλεισμένη σ' ένα δωμάτιο. Και όλα αυτά μάλιστα από ένα 12χρονο κοριτσάκι, το οποίο βρίζει ασύστολα, πράγμα ακόμα πιο σοκαριστικό. Κι όλα αυτά σε θρησκευτικό περιτύλιγμα, με σταυρούς, παπάδες, θρησκευτικές τελετές, ζητήματα πίστης... Ναι, σίγουρα το σοκ ήταν απόλυτα δικαιολογημένο το μακρινό 1973, όταν μάλιστα ταινίες τρόμου δεν βγαίνανε στα σινεμά κάθε σαββατοκύριακο όπως τώρα, αλλά ήταν ένα μάλλον σπάνιο είδος.
Ένα χαριτωμένο κοριτσάκι, κόρη διαζευγμένης και επιτυχημένης ηθοποιού, καταλαμβάνεται από αρχαίο δαίμονα προερχόμενο από τη Μέση Ανατολή. Τόσο η συμπεριφορά, όσο και η εμφάνισή του, αλλάζουν ραγδαία και, μερικές φορές η δύναμή του είναι ανεξέλεγκτη. Ένας ελληνικής καταγωγής μοναχικός παπάς, που έχει χάσει την πίστη του εξ αιτίας της επίπονης ασθένειας της μητέρας του, πείθεται για το δαιμονικό του πράγματος και αναλαμβάνει να εξορκίσει το κοριτσάκι, ακολουθώντας ένα ξεχασμένο τελετουργικό της εκκλησίας. Ένας άλλος, ηληκιωμένος αυτός, παπάς - αρχαιολόγος, που γνωρίζει από δαίμονες, έρχεται να τον βοηθήσει.
Λοιπόν, μπορώ να πω ότι η ταινία παραμένει τρομακτική (όχι ίσως όσο τότε, αλλά...). Ο Φρίντκιν δημιουργεί σταδιακά την εφιαλτική ατμόσφαιρα που επιδιώκει, καθως η εμφανιση και η συμπεριφορά της μικρής Ρίγκαν επιδεινώνονται δραματικά από σκηνή σε σκηνή και στη μικρή παύει να υπάρχει οτιδήποτε αθώο. Τα φριχτά λόγια που ξεστομίζει (με τρομαχτική, αλλοιωμένη φωνή) διαθέτουν τόσο σεξουαλικό όσο και (αντι)θρησκευτικό περιεχόμενο. Τελικά ο θεατής αντιλαμβάνεται ότι η καρδιά του χτυπά γρηγορότερα και τα μάτια του είναι μισόκλειστα γιατί δεν ξέρουν τι θα αντικρύσουν αυτή τη φορά κάθε βασανιστική στιγμή που η κάμερα μας οδηγεί ξανά στο εφιαλτικό δωμάτιο όπου η δαιμονισμένη κρατείται δεμένη. Και βέβαια το τέλος δεν "χαρίζει κάστανα" σε κανέναν. Κάποιοι από τους βασικούς ήρωες θα χαθούν στον αγώνα ενάντια στο δαίμονα.
Δείτε το αν δεν το έχετε ήδη και οπωσδήποτε σκεφτείτε την εποχή του. Και μαεστρικά τρομακτικό παραμένει και επηρέασε όσο δεν παίρνει πλήθος άλλες ταινίες του είδους. Ελπίζω μόνο να μη λιποθυμήσετε...
ΥΓ: Ιδεολογικά ίσως παραμένει συντηρητικό. Η χαμένη πίστη του ήρωα ξανάρχεται, καθώς αποδεικνύεται περίτρανα ότι και δαιμοονισμένοι υπάρχουν και η πανάρχαιη τελετουργία έχει ακόμα ισχύ. Με βαρύ τίμημα βεβαίως...

Τετάρτη, Ιανουαρίου 04, 2017

"THOROUGHLY MODERN MILLIE" Ή ΑΝ Ο ΔΑΛΙΑΝΙΔΗΣ ΒΡΙΣΚΟΤΑΝ ΣΤΟ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ

Βρσκόμαστε στη Νέα Υόρκη του 1922. Η Μίλι, επαρχιώτισα ταπεινής καταγωγής, έχει εγκατασαθεί στη μεγάλη πόλη, ασπάζεται απόλυτα τον μοντέρνο τρόπο ζωής - οτιδήποτε της μόδας γενικότερα, θέλει να δουλέψει ως δακτυλογράφος με απώτερο όνειρο να παντρευτεί το... αφεντικό της και να πιάσει έτσι την καλή... και ο έρωτας είναι γι' αυτή κάτι αδιάφορο και παλιομοδίτικο . Η νέα συγκάτοικός της στο "ξενοδοχείο για μόνα νεαρά κορίτσια" είναι μια λίγο ονειροπαρμένη χαριτωμένη κοπέλα, πιο ρομαντική αυτή, που αναζητά τον έρωτα και ποθεί να γίνει ηθοποιός. Η Μίλι ερωτευεται όντως το αφεντικό της όταν πιάνει δουλειά ως δακτυλογράφος, αυτός όμως δεν της δίνει την παραμικρή σημασία και της συμπεριφέρεται όπως ακριβώς στους άντρες εργαζόμενους. Εκείνη με τη σειρά της δεν δίνει σημασία σε περίεργο νεαρό που την πολιορκεί επίμονα.
Όλα αυτά συμβαίνουν στη ρομαντική κομεντί / μιούζικαλ "Thoroughly Modern Millie" ("Γλυκειά μου Μίλι" στην Ελλάδα), που γύρισε το 1967 ο George Roy Hill (1921-2002), με τη Τζούλι Άντριους στον βασικό ρόλο, που τραγουδά και πολλά από τα τραγούδια. Και βέβαια πρόκειται για χαριτωμένο φιλμ, αν αντέχετε όλα αυτά, όλες τις σεναριακές απιθανότητες, όλες τις ευκολίες που μαθηματικά οδηγούν στο πολλαπλό χάπι εντ. Ανάλαφρο, δίχως τον παραμικρό προβληματισμό για τίποτα, βασίζεται σε αισθηματικές παρεξηγήσεις ή/και ανατροπές, διακόπτεται από επιτυχημένα στην εποχή τους τραγούδια, έχει ανέβει βέβαια και στη σκηνή και ίσως κάνει χλιαρή κριτική στην άνευ όρων παράδοση στις κάθε λογής μόδες ή κοινωνικές τάσεις, ακόμα και στη σχετικά αυξημένη σεξουαλική ελευθεριότητα της εποχής. Παράδοση που γίνεται δίχως σκέψη ή ιδεολογία, απλώς επειδή είναι του συρμού. Με σημερινούς όρους η Μίλι είναι επίσης ένα είδος fashion victim.
Προφανώς η σεναριακή αφέλεια είναι δεδομένη - και συνειδητή - και οι κοινωνικές καταστάσεις (οι κεραυνοβόλοι έρωτες ανάμεσα σε παντελώς διαφορετικής τάξης άτομα, η απόκρυψη της αληθινής ταυτότητας πολλών από τους ήρωες, τα όνειρα που με θαυμαστό τρόπο γίνονται πραγματικότητα - αν και όχι από εκεί που τα περιμένεις, ο εντελώς καρικατουρίστικος ρόλος της Muzzy, που τα κάνει όλα και συμφέρει) εντελώς απίθανες. Βλέποντας ταινίες σαν αυτή καταλαβαίνουμε αμέσως τις πηγές έμπνευσης του δικού μας Δαλιανίδη, που δρούσε αυτή ακριβώς την εποχή και μετέφερε τέτοιου στιλ ιστορίες στα καθ' ημάς.
Είπαμε, βλέπεται ευχάριστα και παντελώς ανώδυνα, ίσως κάποιοι που νοσταλγούν τα παλιά περάσουν καλά, προσωπικά πάντως δεν είναι από τα αγαπημένα μου παλιά φιλμ. Κι ας προσπαθεί όσο μπορεί να είναι feelgood.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 02, 2017

"LA LA LAND" Ή Η ΘΡΙΑΜΒΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ

Προφανώς ο Damien Chazelle έχει πάθος με τη τζαζ. Στο "Whirplash" (Χωρίς Μέτρο) μιλούσε για ένα νεαρό παθιασμένο τζαζ ντράμερ. Στο "La La Land" του 2016 ο ήρωας είναι ένας εξ ίσου παθιασμέος με τη τζαζ πιανίστας, που το όνειρό του είναι να αποκτήσει δικό του τζαζ κλαμπ, όπου θα μπορεί να παίζει ό,τι θέλει, δίχως εμπορικές παραχωρήσεις. Φυσικά το "La La Land" δεν είναι μόνο αυτό. Είναι κυρίως η επιστροφή του καθαρού μιουζικαλ, είδους βεβαίως που πλέον έχει πάψει προ πολλού να ανθεί, και μάλιστα επιστροφή με πολύ καλό τρόπο.
Η ιστορία είναι απλή, όπως συνήθως στα παλιά, κλασικά μιούζικαλ. Εκείνος είπαμε τι είναι, εκείνη δουλεύει σερβιτόρα και τρέχει από οντισιόν σε οντισιόν, γιατί το όνειρό της είναι να γίνει ηθοποιός στο Χόλιγουντ. Άλλωστε η πόλη είναι το Λος Άντζελες, δίπλα στη βιομηχανία των ονείρων. Ερωτεύονται, ζουν μαζί στερημένα κυνηγώντας τις φιλοδοξίες τους, αναγκάζονται να κάνουν τις απαιτούμενες παραχωρήσεις και τελικά... ας μη σας αποκαλύψω το "τελικά".
Η πρώτη κιόλας σκηνή με το ατελείωτο μποτιλιάρισμα, που μετατρέπεται σε έξοχο χορευτικό, προδιαθέτει απόλυτα θετικά. Από εκεί και πέρα τα μουσικοχορευτικά νούμερα ακολουθούν το ένα το άλλο, μερικά χορευτικά είναι υπέροχα, τα χρώματα είναι έντονα, η εικόνα παλιομοδίτικα σινεμασκόπ (γι' αυτό αξίζει να το δείτε σε κινηματογράφο), ο ρομαντισμός ακολουθείται από συγκίνηση, όνειρα πραγματώνονται και άλλα πεθαίνουν...
Δεν είναι φυσικά η απλή σχετικά ιστορία που κάνει το φιλμ πετυχημένο. Είναι κυρίως η υπέροχη εικόνα, μερικά πολύ καλά νούμερα, η άψογη χημεία των πολύ καλών Ράιαν Γκόσλινγκ και Έμμα Στόουν, τα ονειρικά χρώματα που λέγαμε, η όλη ευφορική διάθεση, τα τραγούδια, η οπτική απόλαυση... και άλλα που θα βρείτε εσείς. Γενικά η πετυχημένη αναβίωση ενός περίπου νεκρού είδους (σπανιότατα μόνο δίνει  πλέον καλά δείγματα), με μάλιστα όχι ακριβώς εκμονερνισμένου (όπως στο "All that Jazz" ας πούμε), αλλά με τα απόλυτα παλιά πρότυπα. Τι άλλο να θέλει κανείς;
Είναι αλήθεια ότι κάπου στη μέση κουράστηκα λίγο (πολύ λιγο, μη φοβάστε), το συγκινητικό και ευφάνταστο όμως τελευταίο νούμερο - "έτσι θα θέλαμε να γίνουν τα πράγματα" - απογείωσε το φιλμ και έτσι το τελικό πρόσημο υπήρξε απόλυτα θετικό. Στα συν η αντιπαράθεση της τζαζ με τη μουσική του γκρουπ στο οποίο αναγκάζεται να παίξει ο ήρωας (άψογα εκτελεσμένη μεν, αλλά που ανήκει σε ένα φανκοειδές είδος που, συμπτωματικά, και εγώ βαριέμαι πολύ), αλλά κυρίως η κατάδειξη του σκληρού τιμήματος της δόξας, της εκπλήρωσης των ονείρων τελικά, η οποία εκπλήρωση συνεπάγεται και βαρύ κόστος.
Συνολικά από τις θετικότερες εκπλήξεις του 2016.

eXTReMe Tracker