Σάββατο, Δεκεμβρίου 31, 2016

ΟΤΑΝ ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΣΤΟ "LIBERTY HEIGHTS"

Βαλτιμόρη 1954-1955. Η αμερικάνικη δεκαετία του 50 μπορεί να έμοιαζε "στιλπνή" και ξένοιαστη, από κάτω όμως πολλά σιγόβραζαν - μάλλον ήταν ετοιμα να εκραγούν. Με λίγα λόγια μια αλλαγή χρειαζόταν επειγόντως. Κάποια στεγανά δεκαετιών ήταν καιρός, επιτέλους, να σπάσουν.
Την Αμερικάνικη κοινωνία την εποχή που ριζικές κοινωνικές αλλαγές αχνοφαίνονται διαπραγματεύεται το "Liberty Heights" που γύρισε ο Barry Levinson το 1999. Και νομίζω ότι πετυχαίνει τον στόχο του.
Το φιλμ παρακολουθεί μια εβραϊκή οικογένεια της Βαλτιμόρης για έναν χρόνο. Ο πατέρας είναι ιδιοκτήτης κλαμπ στη σκηνή του οποίου παρουσιάζονται νούμερα μπουρλέσκ. Οι δύο γιοι είναι έφηβοι. Ο ένας θα ερωτευτεί μια WASP (καθώς πρέπει μεγαλοαστή λευκή και, φυσικά, χριστιανή) και ο άλλος - φευ - μια μαύρη συμμαθήτριά του από καλή οικογένεια, αμφότερα αυστηρά απαγορευμένα. Στο μεταξύ το κλαμπ δεν πάει και πολύ καλά και ο πατέρας - απόλυτα αξιοπρεπής κατά τα άλλα - διοργανώνει εκεί στοιχήματα. Όταν ανοίγεται πολύ, ένας μαύρος μικροέμπορος ναρκωτικών κερδίζει ένα υπέρογκο ποσό και απαιτεί τα κέρδη του...
Οι κοινωνικές αλλαγές που λέγαμε - θετικές ή αρνητικές; Μα βρίσκονται παντού. Ο αντισημιτισμός εισβάλλει στο σχολείο των παιδιών και κάποιοι νεαροί εβραίοι αντιδρούν στον ρατσισμό. Η στενή φιλία του ενός γιου με τη μαύρη συμμαθήτριά του καταρίπτει βέβαια πολλά ταμού (σημειωτέον ότι εδώ ο ρατσισμός ανθεί εκατέρωθεν, αφού και οι γονείς της κοπέλας αντιδρούν εντελώς αρνητικά στη φιλία - και τον διαφαινομενο έρωτα - με έναν λευκό).  Η μικρή μυεί τον φίλο της στη μαύρη μουσική πηγαίνοντάς τον σε μια συναυλία του Τζέιμς Μπράουν (πολύ καλή η σκηνή αυτή) και ο κόσμος του συγκλονισμένου μικρού αλλάζει για πάντα (στη συναυλία το κοινό είναι 99 κόμμα κάτι τοις εκατό μαύρο). Ο άλλος γιος γνωρίζει το σεξ με την πλούσια και ιδιόρυθμη κόρη και τα πάντα είναι διαφορετικά γι' αυτόν (φυσικά και το σεξ ήταν αδιανόητο σε εφηβική ηλικία, βλέπε και τον "Πυρετό στο Αίμα" του Καζάν, που αναφέρεται στην ίδια εποχή). Το μπουρλέσκ στο κλαμπ χάνει την παλιά του αίγλη εξ αιτίας της εισβολής της τηλεόρασης... Ένας κόσμος πεθαίνει, ένας άλλος αναδύεται στη θέση του! Πιο απελευθερωμένος, με τι τίμημα όμως;
Η διάθεση του Λέβινσον δεν είναι νοσταλγική όταν επιστρέφει στη δεκαετία του 50 (διάβασα ότι υπάρχουν πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία). Αντίθετα τον ενδιαφέρει να καταγράψει τις αλλαγές που συνέβησαν σε όλα τα επίπεδα - και, συγχρόνως βέβαια, και τα προϋπάρχοντα ασφυκτικά ταμπού - της τόσο σημαντικής αυτής δεκαετίας. Επίσης το χιούμορ δεν λείπει καθόλου από το φιλμ και βρίσκεται σε ισορροπία με τις δραματικές καταστάσεις. Νομίζω ότι μέσα από την ευρεία αυτή ματιά του καταφέρνει αρκετά. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε, κατά τη γνώμη μου πάντα, με μια σημαντική κοινωνική ταινία, παρά το κάπως αποσπασματικό της στιλ. Δώστε της μια ευκαιρία.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 29, 2016

ΖΙΓΚΟΛΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΣΤΟ "CAST A DARK SHADOW"

Ένα άγνωστο σε μένα και αρκετά αξιολογο παλιό θρίλερ που έτυχε να δω είναι το "Cast a Dark Shadow" που γύρισε το 1955 o Lewis Gilbert, σκηνοθέτης, μεταξύ άλλων, κάποιων παλιότερων Τζέιμς Μποντ. Παλιομοδίτικο ίσως, θα έλεγαν μερικοί, αρκετά ακατάλληλο όμως και σκοτεινό για την εποχή του.
Ένας έξυπνος και αδίστακτος προικοθήρας - ζιγκολό έχει παντρευτεί πολύ μεγαλύτερή του γυναίκα, την οποία δολοφονεί όταν νομίζει ότι εκείνη σκοπεύει να αλλάξει τη διαθήκη της και να μην τον κάνει αποκλειστικό κληρονόμο της. Το επόμενο θύμα του είναι μια όχι τόσο μεγάλη γυναίκα, η οποία όμως αποδεικνύεται πολύ έξυπνη, ανεξάρτητη και κυνική για τα εγκληματικά σχέδιά του. Ο γάμος τους ισορροπεί επικίνδυνα ανάμεσα στον έρωτα και την καχυποψία, την απολαυση και το συμφέρον. Όταν τα πράγματα σκουραίνουν ο ήρωάς μας αρχίζει να προετοιμάζεται για νέο φόνο, καθώς στον οριζοντα εμφανίζεται μια νέα πιθανή νύφη, η τρίτη στο φιλμ...
Όπως καταλαβαίνετε από την ιστορία, η ταινία κάθε άλλο παρά "κατάλληλη για ενηλίκους" είναι. Ειδικά οι αρχικές σκηνές με τον σατανικό ήρωα να χαριεντίζεται και να το παίζει ερωτευμένος με μια σχεδόν γριούλα - κάτι σαν ηλικιωμένη θείτσα - η οποία το απολαμβάνει όσο δεν παίρνει, προκαλούν σχεδόν απέχθεια. Στη συνέχει η σχέση του με τη νέα σύζυγο αποδεικνύεται ιδιαίτερα πολύπλοκη και πολυεπίπεδη, ένα κράμα ερωτικής έλξης και εκατέρωθεν κυνικότητας, όπως προείπαμε. Αυτό και μόνο νομίζω ότι είναι μάλλον σπάνιο για την εποχή. Το τέλος, με την (προβλέψιμη ίσως) ανατροπή και το κρεσέντο που ακολουθεί, είναι επίσης ταιριαστό στο όλο παράξενο κλίμα του φιλμ, στο οποίο νομίζω ότι θα άξιζε να δίνατε μια ευκαιρία, καθώς και τεταμένη ατμόσφαιρα διαθέτει και ενδιαφέρουσα πλοκή και εξέλιξη.
Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν ο στα όρια της παράνοιας δολοφόνος είναι ο εξαίρετος βρετανός Ντερκ Μπόγκαρντ, ένας μάλλον νωχελικός, χαλαρός και μπον βιβέρ τύπος, απίστευτα σατανικός όμως μέσα του. Η δεύτερη σύζυγος είναι η Μάργκαρετ Λόκγουντ, ίσως ο πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας της ταινίας. Σχεδόν "βάρβαρη" και προσβλητική στη συμπεριφορά της, έξυπνη και ταυτόχρονα ανθρώπινη και προσγειωμένη (ήδη τη χαρακτήρισα και κυνική), αποτελεί έναν σπάνιο γυναικείο συνδυασμό.
Συνολικά πρόκειται για ένα από τα καθόλου διάσημα, αλλά αρκετά ενδιαφέροντα παλιά, ασπρόμαυρα θρίλερ.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 27, 2016

"ARRIIVAL": ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΗ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Επιτέλους, σκεπτόμενη επιστημονική φαντασία. Ο εκ Κεμπέκ Denis Villeneuve είναι από τους πλέον ενδιαφέροντες σύγχρονους σκηνοθέτες. Όταν λοιπόν καταπιάνεται για πρώτη φορά με την ΕΦ τα αποτελέσματα, αν μη τι άλλο, δεν είναι εξωγήινα κυνηγητά και κατανάλωση ποπ κορν. Έτσι το "Arrival" του 2016, που βασίζεται στο βραβευμένο διήγημα του Τεντ Τσιανγκ "Η Ιστορία της Ζωής σου", δίνει αρκετή τροφή για σκέψη.
Μια μέρα, εντελώς ξαφνικά, 12 πελώρια εξωγήινα σκάφη εμφανίζονται και αιωρούνται πάνω από 12 περιοχές της γης - εντελώς τυχαία επιλεγμένες. Μια διακεκριμένη γλωσσολόγος και ένας φυσικός καλούνται να βρουν τρόπους επικοινωνίας με τα επτάποδα όντα που βρίσκονται στο σκάφος των ΗΠΑ (στη Μοντάνα συγκεκριμένα) με άμεσο και κατεπείγοντα σκοπό να ανακαλύψουν τις φιλικές ή εχθρικές τους προθέσεις. Φυσικά από κοντά υπάρχει καλού - κακού πάνοπλος στρατός. Η επικοινωνία κάποια στιγμή κατορθώνεται με αναπάντεχα αποτελέσματα.
Το βασικό θέμα της ταινίας είναι αυτό της "μοίρας". Η ζωή αρχίζει, προχωρά και κάποτε τελειώνει. Ο άνθρωπος ωστόσο από πάντα ήθελε να ξέρει το μέλλον του - ή να μπορεί να το επιλέξει. Είτε αυτό (πιστεύουμε ότι) λέγεται μοίρα (όπως σχηματικά το ονόμασα παραπάνω) είτε θεϊκή πρόθεση είτε τύχη είτε οτιδήποτε άλλο. Από την άλλη υπάρχει η γλωσσολογική θεωρία που πιστεύει ότι η γλώσσα και η δομή της δεν είναι μόνο μέσον επικοινωνίας, αλλά καθορίζει τον ίδιο τον τρόπο σκέψης μας. Αν βάλετε αυτά τα δύο θέματα μαζί θα αγγίξετε την προβληματική του φιλμ. Φοβάμαι ότι οτιδήποτε άλλο γράψω για το θέμα θα είναι spoiler. Από την άλλη η ταινία μιλά για την ηλίθια ανθρώπινη επιθετικότητα και την έλλειψη αλληλεγγύης ακόμα και μπροστά στα πιο μεγάλα προβλήματα και την ανάγκη περισσότερης συνεργασίας. Αυτό πλέον το γνωρίζουμε καλά...
Το φιλμ απέχει μίλα από το είδος ΕΦ που κυριαρχεί στις μέρες μας και στην ουσία είναι action movie με επιστημονικοφανταστικό περιτύλιγμα. Αυτό εδώ είναι σχετικά αργό, απόλυτα υποβλητικό (τόσο τα εξωγήινα σκάφη όσο και τα επτάποδα όντα και ο τρόπος γλωσικής επικοινωνίας που διαθέτουν είναι ευφάνταστα και πρωτότυπα σχεδιασμένα και αποβλέπουν σ' αυτό το υποβλητικό στοιχείο) και καθόλου χιλιοειδωμένο. Δεν βασίζεται στα εφέ (τα οποία υπάρχουν μόνο όσο χρειάζεται) και καθόλου στη δράση. Το φιλμ μας ζητά να σκεφτούμε. Όσο για το τέλος, δεχτείτε το ή απορρίψτε το - και σκεφτείτε τι θα κάνατε εσεις στη θέση της ηρωίδας, ωστόσο η τροφή για σκέψη είναι δεδομένη. Και, επ' ευκαιρία, πολύ καλή η πρωταγωνίστρια Έιμι Άνταμς.
Προσωπικά - και μια και δεν φοβάμαι καθόλου τους σχετικά αργούς ρυθμούς, αν και η αγωνία υπάρχει - το απόλαυσα. Μικρές αντιρρήσεις για το πολιτικό μέρος της "επιθετικής" Κίνας και των σχετικά "καλύτερων" ΗΠΑ που προσπαθούν να διερευνήσουν περισσότερο τα πράγματα, αλλά θα το ξαναπώ: Συνολικά το απόλαυσα και θα ήθελα περισσότερη τέτοιου είδους ΕΦ.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 26, 2016

"CREEPY": ΤΡΟΜΟΣ ΚΑΙ... ΕΞΩΦΡΕΝΙΚΕΣ ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ

O Kiyoshi Kurosawa δεν έχει καμία σχέση με τον μεγάλο συνονόματό του. Είναι ένας γιαπωνέζος δημιουργός (γεννημένος το 1955) που κυρίως ασχολείται με φιλμ τρόμου - με έναν δικό του ή, αν θέλετε, καθαρά γιαπωνέζικο τρόπο, που λίγο μοιάζει με τις αντίστοιχες δυτικές ταινίες. Το 2016 γυρίζει το "Creepy" (Kurîpî: Itsuwari no rinjin ο γιαπωνέζικος τίτλος), φιλμ που συνδυάζει το αστυνομικό μυστήριο με τη φρίκη.
Ένας πρώην αστυνομικός και νυν καθηγητής εγκληματολογίας αναλαμβάνει (σχεδόν με το ζόρι) να ερευνήσει μια παλιά (πριν 6 χρόνια συγκεκριμένα) υπόθεση εξαφάνισης μιας ολόκληρης οικογένειας. Παράλληλα ο γείτονάς του, ένας εμφανώς "περίεργος" τύπος, με έντονη την κοινωνική αδεξιότητα, συμπεριφέρεται όλο και πιο παράξενα απέναντι στη γυναίκα του ντετέκτιβ. Γύρω στα μισά της ταινίας η φρίκη θα αποκαλυφτεί και το μυστήριο του στιλ "who done it" θα μετατραπεί σε καθαρό και "άρρωστο" φιλμ, βασισμένο μεν στο σασπένς, αλλά με τη φρίκη να διογκώνεται, με την εμπλοκή, βεβαίως, ενός σίριαλ κίλερ.
Η ταινία διαθέτει αυτή την καθαρά γιαπωνέζικη "αρρώστεια" (θυμηθείτε ταινίες όπως η "Audition" π.χ.) και το βαθύ αστυνομικό μυστήριο, τα "βρώμικα" περιβάλλοντα (η απεικόνιση της γιαπωνέζικης πόλης δεν έχει τίποτα το εξωτικό ή κολακευτικό) και τη σκηνοθετική ματιά στην όλο και μεγαλύτερη αποξένωση του ζεύγους των πρωταγωνιστών. Θα μπορούσε λοιπόν να μου αρέσει - ως ταινία πρωτίστως τρόμου βεβαίως, απ' αυτές που ξεδιπλώνονται αργά και βασανιστικά. Ωστόσο εδώ έρχεται το σενάριο και χαλάει τα πράγματα. Ένα σενάριο που και πολλά λογικά κενά έχει και, κυρίως, βασίζεται ολόκληρο σε μια εξωφρενική κυριολεκτικά συμπτωση, που, πολύ απλά, δεν γίνεται (δεν θα σας την αποκαλύψω φυσικά, αφού θα ήταν το απόλυτο spoiler). Ο Kurosawa αφήνει βεβαίως και μια μικρή πιθανότητα μεταφυσικού (ο δολοφόνος ελέγχει τόσο τις γυναίκες, εστω και με τη βοήθεια φαρμάκων, που σκεπτόμαστε μήπως εκπροσωπεί τη γενική και μεταφυσική έννοια του "Κακού"), αλλά αυτό δεν δικαιολογεί σε καμιά περίπτωση τις σεναριακές αφέλειες που προανέφερα. Είναι και η πολύ μεγάλη διάρκεια (130 λεπτά), οπότε η γνώμη μου για το φιλμ είναι μάλλον αρνητική.
Κρίμα, γιατί ατμόσφαιρα διαθέτει, μ' αυτόν, ξαναλέω, τον τόσο χαρακτηριστικό "απωανατολίτικο" τρόπο που σε κάνει να παγώνεις...

Κυριακή, Δεκεμβρίου 25, 2016

ΑΥΤΟΑΝΑΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΝΕΟΣ ΤΡΟΜOΣ ΣΤΟ "NEW NIGHMARE"

Ας πάρουμε τα πράγματα απο την αρχή: Το 1984 ο Wes Craven (1939-2015) γυρίζει τον "Εφιάλτη στο Δρόμο με τις Λεύκες", που έμελλε να γίνει μια από τις εμβληματικότερες ταινίες τρόμου, καθιερώνοντας ταυτόχρονα τη φιγούρα του φριχτού Φρέντι Κρούγκερ, που ερμήνευε ο Robert Englund. Η επιτυχία του φιλμ έφερε 4 συνέχειες, φτιαγμένες από άλλους σκηνοθέτες. Δέκα χρόνια μετά το πρώτο φιλμ, το 1994 δηλαδή, ο Craven ξαναπαίρνει τα ηνία γυρίζοντας ο ίδιος το "New Nightmare", μπερδεύοντας αληθινό και φανταστικό, κινηματράφο και πραγματικότητα.
Η ηθοποιός - πρωταγωνίστρια του πρώτου και του τρίτου "Εφιάλτη" Heather Longenkamp, ερμηνεύοντας τον βασικό ρόλο της Νάνσι, παίζει τον εαυτό της: Είναι δηλ. η...  Heather Longenkamp, που πρωταγωνίστησε στις ταινίες. Διάσημη πλέον, ζει τώρα με τον σύζυγο και τον μικρό της γιο. Όταν τρομακτικά γεγονότα αρχίζουν να συμβαίνουν γύρω της, ο σύζυγος σκοτώνεται και ο γιος δείχνει σημάδια σχιζοφρένειας, πείθεται ότι ο Φρέντι Κρούγκερ των ταινιών υπάρχει όντως και προσπαθεί να εισέλθει στον αληθινό κόσμο. Στο μεταξύ ο Γουές Κρέιβεν (παίζει κι αυτός τον εαυτό του) γράφει μια νέα συνέχεια της σειράς και, όπως φαίνεται, τα αληθινά γεγονότα που συμβαίνουν είναι όμοια με όσα γράφει. Η κοπέλα ζητά βοήθεια από τον... Robert Englund, τον ηθοποιό δηλαδή που ενσάρκωνε τον Φρεντι στα φιλμ. Σύντομα καταλαβαίνει ότι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσει το τέρας είναι να ξαναπαίξει το ρόλο της Νάνσι στο φιλμ που ετοιμάζει ο Κρέιβεν!
Όπως καταλαβαίνετε, το ενδιαφέρον στην ταινία, αυτή που την κάνει να διαφέρει από τους υπόλοιπους... ξαναζεσταμένους "Εφιάλτες", είναι αυτό το πολύπλοκο αυτοαναφορικό παιχνίδι, οι αναφορές δηλαδή στις ίδιες τις ταινίες της σειράς και στους συντελεστές τους. Έτσι τόσο οι ηθοποιοί Longenkamp και Englund όσο και ο ίδιος ο Κρέιβεν (και κάποιοι άλλοι) παίζουν τους εαυτούς τους, ως συντελεστές του πρώτου φιλμ, το οποίο γίνεται φριχτή πραγματικότητα. Οπότε το όλο concept μπορεί να μας δημιουργήσει σκέψεις για την αλληλεπίδραση πραγματικότητας - φαντασίας ή μάλλον πραγματικού - επινοημένου. Μπορεί η τέχνη να "μπει" στην ίδια τη ζωή και να την αλλάξει; Όχι πλέον με την επαναστατική έννοια, όπως πιστευόταν παλιότερα, ως εκπαιδευτικό - διαφωτιστικό ή/και προπαγανδιστικό εργαλείο, αλλά ως κάτι που διαμορφώνει τη μαζική κουλτούρα, άρα και τον τρόπο που σκεπτόμαστε ή δρούμε.
Πέραν αυτής της έξυπνης εοινόησης, στην οποία βασίζεται βεβαίως το φιλμ, παρακολουθούμε μια ακόμα ταινία τρόμου της σειράς των "Εφιαλτών" (την τελευταία), με καλά και αδιάφορα σημεία. Αν είστε φίλοι του είδους μάλλον θα περάσετε καλά. Ωστόσο προσωπικά τη συνιστώ κυρίως για το παιχνίδι που λέγαμε και την εμφάνιση του Γουες, που κρατά βεβαίως βασικό ρόλο.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 24, 2016

"SOMETHING'S GOTTA GIVE": Η... ΓΕΡΟΝΤΟΚΟΜΕΝΤΙ

Έχουμε και λέμε: Ο Τζακ Νίκολσον είναι σχεδόν 60άρης εργένης και τα φτιάχνει διαρκώς με πιτσιρίκες, τις οποίες προφανώς θέλει μόνο... γι' αυτό που ξέρετε. Όταν αποσύρονται για ερωτικό γουίκεντ στο εξοχικό της νυν ερωμένης του (κάτω των 30 παρακαλώ), συναντάνε κατά λάθος τη μαμά της (την Νταϊάν Κίτον), θεατρική συγγραφέα. Οι δύο "γέροι" αρχικά αντιπαθούν ο ενας την άλλη, στη συνέχεια ο ήρωας παθαίνει καρδιακή προσβολή και τον τρέχουν στα νοσοκομεία και μετά, για "πρώτη φορά", ερωτεύεται. Τη γυναίκα της ηλικίας του φυσικά. Και ο δεσμός τους περνά διάφορα σκαμπανεβάσματα.
Ενθουσιαστήκατε; Εγώ καθόλου. Όλα αυτά ωστόσο συμβαίνουν στην κομεντί που γύρισε η Nancy Meyers το 2003 "Something's Gotta Give". Και η οποία μπορεί αδίστακτα να θεωρηθεί "γεροντοκομεντί". Εκείνη είναι μόνη ούτε εγώ δεν ξέρω πόσο καιρό, εκείνος είναι φυσικά ανώριμος, άκαρδος και αντιπαθής και καταναλώνει viagra για να τα βγάλει πέρα με τις μικρές και παθαίνει καρδιακή προσβολή και πρώτη φορά κάνει κάτι με γυναίκα της ηλικίας του... κι όλα αυτά λέγονται και ξαναλέγονται κατά τη διάρκεια του φιλμ και ο νεαρός γιατρός (ο Κιάνου Ριβς) ερωτεύεται κι αυτός παράφορα την σχεδόν ηλικιωμένη κι ας έχει τα μισά της χρόνια... και εν τέλει όλα γίνονται πολύ εύκολα και ανώδυνα. Δεν θα σας πω τι ακριβώς γίνεται, αλλά το μαντεύετε φαντάζομαι.
Κι εγώ έπληξα αφόρητα όσο έβλεπα τους έρωτες γερων - νέων ή γέρων - γέρων και το φιλμ ως κομεντί (ούτως ή άλλως το είδος πολύ σπάνια δίνει πλέον καλά δείγματα) είναι απόλυτα προβλέψιμο και δίχως εκπλήξεις... και γενικά θεώρησα τον Νίκολσον ειδικά έως και κακόγουστο.
Θέλει να μας πει, υποθετω, ότι ο έρωτας έρχεται ανά πάσα στιγμή, ακόμα και σε μεγάλες ηλικίες ή ότι έρωτας δεν υπάρχει υποχρεωτικά και μόνο στην ομορφιά και τη νεαρή σάρκα ή ότι κάποτε οι παλιμπαιδίζοντες άντρες πρέπει να "σοβαρευτούν" (και να μην είναι άκαρδοι τέλος πάντων) και αλλα τέτοια σημαντικά μηνύματα. ΟΚ. 
Δεν ξέρω αν κάποιοι θα διασκεδάσουν με κάποιες αστείες καταστάσεις ή με τους τόσο γνωστούς ηθοποιούς, προσωπικά πάντως, εκτός από βαρεμάρα, ένοιωσα και ένα είδος απέχθειας. Όχι, η ταινία δεν είναι η καλύτερή μου. Το αντίθετο μάλιστα.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 23, 2016

"Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΧΕΛΩΝΑ" ΩΣ ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ ΖΩΗΣ

Ένας ναυαγός ξεβράζεται σε ένα ερημικό τροπικό νησί. Αφού καταφέρνει να επιβιώσει αρχικά, φτιάχνει μια μεγάλη σχεδία και μ' αυτή προσπαθεί να φύγει. Κάθε φορά όμως που βγαίνει στα ανοιχτά μια γιγάντια κόκκινη χελώνα καταστρέφει τη σχεδία και τον αναγκάζει να επιστρέψει στο νησί. Αφού αυτό επαναλαμβάνεται μερικές φορές, ο ναυαγός αναγκάζεται (αρχικά) να συμβιώσει με τη χελώνα, η οποία όμως δεν αργεί να μεταμορφωθεί... Κι όλα αυτά είναι μόνο η αρχή.
"Η Κόκκινη Χελώνα" είναι η πρώτη μη γιαπωνέζικη συμπαραγωγή των περίφημων στούντιο Ghibli του Μιγιαζάκι. Πρόκειται φυσικά για animation και γυρίστηκε από τον ολλανδό Michael Dudok de Wit το 2016, αλλά και οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους συντελεστές είναι ευρωπαίοι (σενάριο κλπ.) Η ταινία είναι βωβή (ακούγεται μόνο η όμορφη μουσική του Laurent Perez Del Mar) και έτσι η έλλειψη γλώσσας την καθιστά ακόμα διαχρονικότερη.
Πρόκειται βέβαια για ένα παραμύθι, βαθύτατα συμβολικό όμως και, επί πλέον, ανοιχτό σε ποικίλες αναγνώσεις - και με σχετικά λίγες πινελιές χιούμορ. Νομίζω ότι (δική μου ανάγνωση βεβαίως) έχουμε κυρίως να κάνουμε με μια αλληγορία της ίδιας της ζωής. Η αρχική μοναξιά, το όνειρα της νιότης (η επιθυμία του ήρωα να φύγει μακριά), η δημιουργία οικογένειας, το ρίζωμα σε έναν τόπο, η επιστροφή στη μοναξιά των γηρατειών... Ωστόσο, το είπα και πριν, άλλοι θεατές μπορούν να βρουν άλλους παραλληλισμούς. Και βέβαια τα ερωτήματα παραμένουν: Μήπως όλα δεν βρίσκονται παρά στη φαντασία του ολομόναχου ήρωα; Μήπως μας μιλά για την αντίθεση επιθυμίας - ανάγκης; Μήπως για την πολύπλοκη σχέση του ανθρώπου με τη φύση; Σίγουρα δεν μπορούμε να δώσουμε οριστικές απαντήσεις.
Στο μεταξύ όμως το φιλμ παραμένει απολαυστικό. Η σχεδιαστική γραμμή είναι λιτή και απλή, τα χρώματα όμως μαγευτικά. Η απλότητα της γραμμής βεβαίως δεν αποτελεί εμπόδιο στο να θαυμάσουμε μια σειρά από πανέμορφες, ποιητικές ενίοτε εικόνες. Ίσως σε κάποια σημεία το βρήκα απλοϊκό και κάποιες λύσεις εύκολες, συνολικά όμως όχι μόνο με κράτησε, αλλά και με συγκίνησε επί πλέον. Έχουμε φυσικά να κάνουμε με άλλο ένα εξαιρετο δείγμα ενηλικίωσης της τέχνης του animation, το οποίο μας δίνει εδώ και πολλά χρόνια υπέροχα φιλμ. Οπότε θα συνιστούσα να μην το χάσετε, να αφεθείτε στη μαγεία του και να βρείτε τα δικά σας νοήματα. Και εννοείται ότι δεν απευθύνομαι μόνο σε παιδιά!

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 21, 2016

CAPTAIN FANTASTIC: ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ Ή ΦΑΝΑΤΙΣΜΟΣ;

Ο Matt Ross είναι κυρίως ηθοποιός. Ωστόσο το 2016 γυρίζει το "Captain Fantastic", δεύτερη ταινία του ως σκηνοθέτη. Και κάνει ένα φιλμ τουλάχιστον ενδιαφέρον, που μάλιστα δίνει αρκετή τροφή για σκέψη και συζήτηση.
Η οικογένεια Κας (ζευγάρι με 6 παιδιά 6 έως 17 ετών) έχει επιλέξει έναν εντελώς αντισυμβατικό τρόπο ζωής. Ζουν απομονωμένοι στη φύση, στα βουνά για την ακρίβεια, είναι ως επί το πλείστον αυτάρκεις, μαθαίνουν να επιβιώνουν σε άγριες φυσικές συνθήκες (κυνήγι, επικίνδυνες αναρριχήσεις κλπ.), ενώ τα παιδιά εκπαιδεύονται από τους γονείς και μόνο, δίχως να πηγαίνουν σχολείο. Οι Κας είναι επαναστάτες, διανοούμενοι και οραματιστές. Μισούν τον καπιταλισμό, αντιμετωπίζουν την Αμερική και τον πολιτισμό της ως το υπέρτατο κακό, είναι απόλυτα πολιτικοποιημένοι, συζητούν σε υψηλό επίπεδο και δίχως ψέματα, χρησιμοποιώντας μαρξιστικούς, ακόμα και μαοϊκούς όρους και γενικά το πνευματικό επίπεδο ακόμα και των εξάχρονων παιδιών είναι πολύ υψηλότερο από τον μέσο όρο. Όταν η μητέρα πεθαίνει ξεκινούν ένα επικίνδυνο ταξίδι προς τον "πολιτισμό", για να συναντήσουν τους "μισητούς" (βλ. εκπροσώπους του συστήματος) παππούδες τους και να εμποδίσουν την ταφή της μητέρας τους, η οποία επιθυμούσε να αποτεφρωθεί ως βουδίστρια. Πολλά θα συμβούν σ' αυτό το ταξίδι.
Η ταινία είναι δοσμένη ανάλαφρα, με χιούμορ, αλλά και δραματικά σημεία. Επικεντρώνεται στην δραματική επαφή (πρώτη επαφή για τα παιδιά) με τον μισητό "πολιτισμό" και τα όσα επακολουθούν από το σοκ. Βλέπετε, τα παιδιά είναι πολύ πιο έξυπνα και μορφωμένα από τους συνομηλίκους τους, αλλά πάσχουν από προφανή κοινωνική αδεξιότητα. Εδώ βρίσκεται και η αξία της ταινίας κατά τη γνώμη μου. Ενώ βλέπει με προφανή συμπάθεια την οικογένεια και τον ακραίο πειραματισμό της, την μέχρι τέλους υποταγή στα πιστεύω και τα ιδανικά τους, και ενώ δείχνει να απεχθάνεται τις σύγχρονες "μαζικές", καπιταλιστικές αξίες, συγχρόνως κριτικάρει και αυτή την επαναστατική πλευρά, καταδεικνύοντας ένα είδος φανατισμού και εμμονής - πάντοτε πάντως με χιούμορ - (γιορτή... "Ημέρας Νόαμ Τσόμσκι" κλπ.), φανατισμού που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο όχι μόνο το όλο πείραμα που λέγαμε, αλλά και την ίδια την ασφάλεια της οικογένειας. Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια η (νεκρή) μητέρα είχε αμφισβητήσει το όλο κοινωνικό πείραμα.
Πέραν όλων αυτών των θετικών, το φιλμ παρακολουθείται ευχάριστα χάρη στο χιούμορ και το σασπένς του και στον πάντα καλό Βίγκο Μόρτενσεν. Προσωπικά μου τα χάλασε μόνο με το τέλος του, που μοιάζει να υποχωρεί μπροστά σε μία "μέσου όρου και ίσων αποστάσεων", καθησυχαστική λύση (η οποία πιθανόν είναι και ανέφικτη) και είναι και αρκετά αψυχολόγητο κατά τη γνώμη μου από το σημείο της επιστροφής των παιδιών (δεν θα πω άλλα για λόγους spoiler). Αν εξαιρέσουμε αυτή μου την αντίρρηση, η ταινία και απολαυστική είναι και τροφή για πολλή σκέψη προσφέρει. Να λοιπόν που μια αμερικάνικη ταινία μπορεί να μας προκαλέσει προβληματισμό για την φύση και τα προβλήματα της επανάστασης, έστω και με ανάλαφρο τρόπο...

Τρίτη, Δεκεμβρίου 20, 2016

"ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΣ ΚΑΟΥΜΠΟΪ" ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΚΙΤΣ ΚΑΙ ΣΙΡΟΠΙΑ

Ο Sidney Pollack (1934-2008) ήταν βεβαίως ένας καλός αμερικανός σκηνοθέτης, με κάμποσες αξιόλογες ταινίες στο ενεργητικό του. Το 1979 ωστόσο κάνει το "The Electric Horseman" και μας τα χαλάει αρκετά, παρά τους λαμπερούς σταρ (Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Τζέιν Φόντα, Βαλερί Περίν).
Πρόκειται για κομεντί με "μηνύματα", αλλά και υπερτονισμένο αισθηματικό μέρος.
Ο ήρωας είναι διάσημος βετεράνος πρωταθλητής του ροντέο, ο οποίος τώρα πλέον έχει καταντήσει να φορά μια... ηλεκτρική καουμπόικη στολή (τουτέστιν στολή με φωτάκια που αναβοσβήνουν!) και να διαφημίζει δημητριακά για πρωινό - έχει γίνει το σήμα κατατεθέν της εταιρίας. Με την ανεκδιήγητη αυτή εμφάνιση περιοδεύει ανά την Αμερική, πάντοτε με το εξ ίσου διάσημο άλογό του. Βγάζει λεφτά και γυναίκες, αλλά κατά βάθος είναι δυστυχισμένος και, ως εκ τούτου, αλκοολικός. Ώσπου, πριν από μία εμφάνιση στο Λας Βέγκας, η συνείδησή του ξυπνά όταν μαθαίνει ότι η εταιρία δίνει ηρεμιστικά και άλλες ουσίες στο αγαπημένο του άλογο για να είναι ήσυχο στα σόου. Τότε... κλέβει το άλογο (το οποίο, σημειωτέον, είναι μεγάλης οικονομικής αξίας) και μ' αυτό, ως σύγχρονος κάουμπόι, χάνεται στα βουνά. Η ιστορία γίνεται πρωτοσέλιδο. Μια δαιμόνια, υπερφιλόδοξη και κακομαθημένη δημοσιογράφος ανακαλύπτει τα ίχνη του και του γίνεται κολιτσίδα προκειμένου να του πάρει αποκλειστική συνέντευξη... ενώ οι πάντες τους καταδιώκουν.
Μάλιστα. Στο μεταξύ θα απολαύσετε τον Ρέντφορντ με μεγάλο μουστάκι (νομίζω ότι δεν του πάει καθόλου) σε μια διαρκή μάτσο επίδειξη, ενώ η επαγγελματικά αδίστακτη αρχικά κακομαθημένη κοπέλα κοντά του γνωρίζει την "αληθινή ζωή" και, φυσικά, τον έρωτα, παρά την αρχική τουλάχιστον περιφρόνησή του. Κι εγώ, με τη σειρά μου, βαρέθηκα όσο δεν παίρνει, όχι γιατί ήταν κομεντί, αλλά γιατί τη βρήκα μια ξενέρωτη κομεντί. Έχει βεβαίως και τα φιλοζωικά της μηνύματα - το άλογο παίζει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας - και στρέφεται ενάντια στην εκμετάλλευση των πάντων από τις εταιρίες και τον ευτελισμό κάθε "υψηλού" (αν τέλος πάντων θεωρήσουμε "υψηλό" την γνήσια καουμπόικη ζωή, το ροντέο και το αντριλίκι), μιλά για ένα είδος προσωπικής εξέγερσης που αψηφά τους κανόνες, αλλά... δε νομίζω ότι όλα αυτά δίνονται με νεύρο ώστε να κινήσουν το ενδιαφέρον. Τέλος πάντων, παρά τα "μηνύματα", που συνήθως απουσιάζουν από τις κομεντί, δεν την βρήκα μια ιδιαίτερα καλή τέτοια, ενώ δεν κατάφερε να με κάνει να χαμογελάσω το χιούμορ της. Και παίζει επικίνδυνα με το κιτς...
Α, για τους φίλους της κάντρι: Σε αρκετά σημαντικό δεύτερο ρόλο παίζει ο ίδιος ο Γουίλι Νέλσον.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 18, 2016

"WILLARD" Ή ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΠΟΝΤΙΚΙΑ

Το "Willard" ("Τα Τρωκτικά" στην Ελλάδα), που γύρισε το 2003 ο άγνωστος (παραγωγός κυρίως) Glen Morgan, είναι ριμέικ του ομώνυμου φιλμ του Daniel Mann του 1971. Και περιγράφει, με ένα συνδυασμό φρίκης και μαύρου χιούμορ τη σχέση ενός ανθρώπου με τα ποντίκια.
Ο Willard είναι ένας κλασικός loser. Μοναχικός, δειλός, απόλυτα αδέξιος κοινωνικά, νοιώθει ότι οι άνθρωποι τον τρομάζουν. Ζώντας σε ένα παλιό, ετοιμόροπο, πελώριο και πρώην αριστοκρατικό σπίτι, καταπιέζεται βάναυσα τόσο από την άρρωστη και υστερική μητέρα του όσο και από τον επιεικώς κάθαρμα εργοδότη του, επι κεφαλής μάλιστα μιας εταιρίας που κάποτε ανήκε στον  πεθαμένο πατέρα του ήρωα. Κάποια στιγμή ο Willard θα αρχίσει να εξημερώνει ένα ποντίκι που βρίσκει στο σπίτι του και να αποκτά μια πολύ ιδιαίτερη σχέση μαζί του. Στο υπόγειο τα ποντίκια θα πολλαπλασιαστούν ανεξέλεγκτα, ένας νέος αρχηγός της ποντικοορδής θα εμφανιστεί και κάποια στιγμή ο ήρωάς μας θα διαπιστώσει ότι - ως ένα βαθμό - μπορεί να τα κατευθύνει και να τα κάνει να υπακούν στις εντολές του. Μια σειρά από φριχτά γεγονότα αρχίζει...
Νομίζω ότι το φιλμ έχει αρκετό ενδιαφέρον. Πρώτα - πρώτα είναι η επικέντρωση στον αντικοινωνικό, αποτραβηγμένο ήρωα, στην ανικανότητά του να αντιμετωπίσει τον κόσμο και στην αντίστοιχη πλήρη απόριψη (τι λέω; βάναυση συμπεριφορά θα ήταν καλύτερα να πω) του κόσμου απέναντι στο εύκολο θύμα. Φυσικά ο πόθος για εκδίκηση θα πάρει εφιαλτικές διαστάσεις, ενώ η πορεία προς την τρέλα του εξ αρχής ασταθούς Willard δίνεται αρκετά καλά. Ο Crispin Glover που πρωταγωνιστεί παίρνει την ταινία πάνω του και είναι πειστικός στο ρόλο του απροσάρμοστου και δειλού θύματος μιας κοινωνίας που δεν ανέχεται τη διαφορετικότητα.
Το φιλμ κινείται ανάμεσα στη φρίκη και το κατάμαυρο χιούμορ, κι αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που εκτίμησα περισσότερο. Το χιουμορ αυτό βέβαια δεν το εμποδίζει στο να στήσει ένα εντελώς παρακμιακό, ζοφερό και "σάπιο" σκηνικό, κυρίως στις σκηνές του κάποτε πλούσιου αρχοντικού σπιτιού του πρωταγωνιστή. Δεν είναι ακριβώς μια ταινία τρόμου, αλλά μια ταινία που θα κάνει τον θεατή να νοιώσει άβολα - και είναι καλοφτιαγμένη. Συνολικά λοιπόν τη βρήκα, όπως είπα, αρκετά καλή, με τους σχετικά αργούς ρυθμούς να ταιριάζουν και να επιτείνουν την όλη πνιγηρή ατμόσφαιρα. Πρσοχή όμως: Όσοι φοβάστε / σιχαίνεστε / απεχθάνεστε τα ποντίκια, μείνετε μακριά. Υπάρχουν ορδές απ' αυτά και δεν φέρονται πάντοτε πολύ καλά...

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 16, 2016

ΣΤΟΝ ΕΦΙΑΛΤΙΚΟ ΝΑΡΚΟ-ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "TRAFFIC"

Έχω ξαναπεί ότι ο Steven Soderbergh είναι ένας σκηνοθέτης που μπορεί να κάνει τα πάντα και κάθε φιλμ του είναι διαφορετικό από το άλλο. Μια από τις καλύτερες στιγμές του, κατά τη γνώμη μου, είναι το "Traffic" του 2000, μια εξονυχιστική ματιά στον εφιαλτικό κόσμο των ναρκωτικών, κοιταγμένη μάλιστα από πολλές πλευρές και γωνίες. Σ' αυτό το πολλαπλό κοίταγμα έγκειται νομίζω η αξία της.
Την ταινία διαπερνούν τρείς αφηγηματικοί άξονες, που σχετίζονται βέβαια μεταξύ τους: Ο πρώτος βρίσκεται στο Μεξικό, τόπο κατασκευής και πηγή προέλευσης των σκληρών ναρκωτικών και εράσματος στις γειτονικές ΗΠΑ, και παρακολουθεί τις προσπάθειες ενός τίμιου αστυνομικού (από τους ελάχιστους τέτοιους σε μια απόλυτα διεφθαρμένη χώρα) ενάντια στα καρτέλ των ναρκωτικών. Ο δεύτερος αφορά έναν υψηλά ιστάμενο εισαγγελέα στις ΗΠΑ, ο οποίος ετοιμάζεται να διοριστεί επικεφαλής στη χώρα του στον τομέα της δίωξης ναρκωτικών. Ο τρίτος αφορά την προσωπική ζωή του εισαγγελέα, της 16χρονης κόρης του συγκεκριμένα, η οποία έχει γίνει χρήστης ηρωίνης και κινδυνεύει άμεσα.
Μέσα από αυτή την πολλαπλή λοιπόν εξέταση ενός από τα ανησυχητικότερα φαινόμενα της εποχής μας, αποτυπώνεται η πορεία των ναρκωτικών από τον τόπο παρασκευής μέχρι τον τόπο κατανάλωσης και οι πολλαπλές επιπτώσεις, σαν ντόμινο, τόσο σε υψηλό, γενικό, όσο και σε καθημερινό επίπεδο. Τα ναρκωτικά πλήτουν εξ ίσου τα πάμφτωχα, εξαθλιωμένα στρώματα του πληθυσμού, όσο και τις ανώτερες τάξεις. Και επειδή στο βρώμικο αυτό εμπόριο παίζονται δις, μάλλον ουδείς στην πραγματικότητα θέλει (ή μπορεί) να αντιμετωπίσει το φαινόμενο, τόσο στο φτωχό Μεξικό όσο και στις πλούσιες ΗΠΑ. Το φιλμ μας δείχνει και το "δεν θέλω" (βλέπε διαφθορά σε όλα τα επίπεδα) και το "δεν μπορώ" (βλέπε το αδιέξοδο τέλος της ταινίας).
Ο Soderbergh χρησιμοποιεί διαφορετική γκάμα χρωμάτων για κάθε μια από τις παράλληλες ιστορίες. Κυριαρχία του κίτρινου στο Μεξικό, του μπλε στις ΗΠΑ στους κύκλους αντιμετώπισης της μάστιγας και "φυσιολογικά" χρώματα σε άλλες σκηνές. Έτσι, ακόμα και χρωματικά, γνωρίζουμε από το πρώτο πλάνο πού βρισκόμαστε κάθε φορά. Οι καλοί ηθοποιοί (Μάικλ Ντάγκλας, Μπενίτσιο ντελ Τόρο, Κάθλιν Ζέτα Τζόουνς, Τόμας Μίλιαν, Ντένις Κουέιντ κλπ.) στηρίζουν το όλο αποτέλεσμα.
Εννοείται ότι στον χώρο αυτόν οι πάντες είναι αδίστακτοι και οι φόνοι συχνοί. Το φιλμ λοιπόν καταγράφει μέσα από πολλαπλές σκοπιές τον εφιάλτη, καθώς και την ουσιαστική αδυναμία αντιμετώπιής του. Κι ίσως αυτή η απελπισμένη παραδοχή της αδυναμίας - αφού έχει δείξει τις φριχτές συνέπειες της μάστιγας - είναι που κάνει τόσο δυνατή και τόσο ανησηυχητική την ταινία.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 15, 2016

ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΝΟΣ "ΧΟΡΕΥΤΗ"

Ο Σεργκέι Πολούνιν είναι ένας σούπερ σταρ του σύγχρονου χορού, ο οποίος, στην αρχή της καριέρας του τουλάχιστον, θεωρήθηκε διάδοχος του Νουρέγιεφ. Υπήρξε παιδί - θαύμα, έφυγε σε εφηβική ηλικία από τη Χερσώνα της Ουκρανίας, τη γενέτειρά του (γεννήθηκε το 1989), για να σπουδάσει στο Κίεβο κα, αφού έγινε δεκτός στα περίφημα Βασιλικά Μπαλέτα του Λονδίνου (δέχονται ένα ελάχιστο ποσοστό των υποψηφίων), έγινε ο νεαρότερος πρώτος χορευτής στην ιστορία τους στην απίστευτη ηλικία των 19 ετών! Μέχρι εδώ λοιπόν έχουμε την ιστορία ενός παιδιού - θαύματος. Από εκεί και πέρα αρχίζει η μεταμόρφωσή του σε "τρομερό παιδί" του χορού. Διότι ο Π. είναι εξαιρετικά ανήσυχος χαρακτήρας, ανικανοποίητος θα έλεγε κανείς. Ενώ οι χορευτές ζουν ασκητική ζωή με διαρκή άσκηση, εκείνος ξενυχτούσε σε άγρια πάρτι, σνίφαρε κόκα, άκουγε ποπ μουσική και μόνο ασκητικός δεν ήταν. Ήδη είχε γίνει πρωτοσέλιδο σε σκανδαλοθηρικές εφημερίδες. Και, δύο χρόνια μετά, στο απώγειο της καριέρας του, εγκαταλείπει ξαφνικά τα Βασιλικά Μπαλέτα, στα οποία, για να φτάσουν στη θέση του, πολλοί θα σκότωναν. Το σοκ στον κόσμο του χορού είναι τεράστιο. Φεύγει στη Ρωσία και ξεκινά και πάλι από την αρχή. Ήταν μόλις 22 ετών, είχε ήδη φτάσει στην κορυφή και είχε πέσει! Στην αρχή εμφανίζεται σε φτηνά τηλεοπτικά σόου (!), σκέφτεται να εγκαταλείψει τον χορό, με τον οποίο τρέφει σχέση έλξης - απώθησης. Και τότε κάνει ένα χορευτικό βιντεοκλίπ στο τραγούδι του Holzier "Take me to Church", που σκηνοθετεί ο διασημος φωτογράφος David LaChapelle, το οποίο ανεβαίνει στο You Tube και κάνει τεράστια επιτυχία με εκατομύρια κατεβάσματα. Αυτή τη φορά ο Π. γίνεται σταρ σε ένα παγκόσμιο κοινό, πολύ ευρύτερο από τους κλειστούς χορευτικούς κύκλους. Αρχίζει μια νέα λαμπρή καριέρα και μέχρι σήμερα περιοδεύει με επιτυχία (χορεύοντας φυσικά) ανά τον κόσμο.
Όλη αυτή η απίστευτη ιστορία δίνεται στο ντοκιμαντέρ του Steven Cantor "Χορευτής" (Dancer) του 2016. Συνεντεύξεις από τον Πολούνιν και στενούς του φίλους και συναδέλφους, από τους γονείς του, σκηνές από (εκπληκτικές όντως) χορευτικές εμφανίσεις του, αλλά και από τα παιδικά του χρόνια στην Ουκρανία. Ο Π. είναι σίγουρα τεράστιο ταλέντο και ακόμα πιο σίγουρα αυτοκαταστροφικός. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το ότι η φτωχή οικογένειά του πίστεψε αληθινά σ' αυτόν και πραγματικά θυσιάστηκε: Για να βρεθουν λεφτά να τον στείλουν στο Κίεβο, ο πατέρας έφυγε για δουλειά στην Πορτογαλία και η γιαγιά στην Ελλάδα, ενώ η μητέρα του πηγε μαζί του στο Κίεβο. Σε μερικά χρόνια η οικογένεια διαλύθηκε, πράγμα που στοίχησε πολύ στον έφηβο ακόμα Σεργκέι.
Όλα αυτά, η δύσκολη και πολύπλοκη προσωπικότητά του, ο πολύ σκληρός πραγματικά κόσμος του χορού και οι θυσίες που απαιτεί (θυσίες που εκείνος μισεί), η διάλυση του σώματος από τη συνεχή καταπόνηση (όλοι ζουν με χάπια), το βαρύ τίμημα της επιτυχίας τελικά, το οποίο ο ίδιος δεν άντεξε για πολύ, δίνονται ανάγλυφα στο φιλμ. Το οποίο είναι επίσης μια ιστορία θεαματικής ανόδου, απίστευτης πτώσης και ανίοδου ξανά και το οποίο, δίχως να είμαι βαθύς γνώστης του χορού, μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 11, 2016

"NAKED KISS" Ή Η ΦΕΜΙΝΙΣΤΙΚΗ ΜΑΤΙΑ KAI Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΤΟΛΜΗ ΤΟΥ FULLER

Έναν μόλις χρόνο μετά το συγκλονιστικό "Shock Corridor", το 1964 δηλαδή, ο Samuel Fuller (1912-1997) γυρίζει άλλη μία εξαιρετική ταινία, το "Naked Kiss". Ένα φιλμ που μπερδεύει το αισθηματικό, το κοινωνικό, το νουάρ / αστυνομικό και το απόλυτα διεστραμμένο και νοσηρό στοιχείο σε ένα μείγμα που πολύ σπάνια συναντάμε στο παλιό αμερικάνικο σινεμά. Η πρωταγωνίστριά του είναι και πάλι η Constance Towers.
Η ταινία ξεκινά με μια σοκαριστική σκηνή: Μια εντελώς φαλακρή γυναίκα χτυπά άγρια, μέχρις αναισθησίας, με το παπούτσι της έναν μεθυσμένο άντρα! Η ιστορία πάει ως εξής: Μια πόρνη φτάνει άγνωστη σε μια πόλη, περνά ένα ρομαντικό βράδι με τον ντόπιο αστυνομικό και στη συνέχεια αποφασίζει να αλλάξει ζωή. Γίνεται νοσοκόμα σε ένα ίδρυμα για ανάπηρα παιδιά, βοηθά τους πάντες - ανάμεσά τους και άλλες γυναίκες με προβλήματα, βγάζει τον καλύτερο εαυτό της και ανακαλύπτει τι της δίνει αληθινή χαρά στη ζωή, μετατρέπεται δηλαδή σε πραγματικό άγγελο αγαπητό σε όλους, τα φτιάχνει με τον πλουσιότερο άντρα της πόλης - και γόη συγχρόνως, αποφεύγει συστηματικά τον καταπιεστικό αστυνομικό... και αυτά είναι μόνο η επιφάνεια, καθώς στο τελευταίο ημίωρο τα πάντα ανατρέπονται με επίσης σοκαριστικό τρόπο.
Η ταινία ισορροπεί με παράδοξο τρόπο ανάμεσα στον ρομαντισμό και την απόλυτη καλοσύνη από τη μία και στη βία, τη σκληρότητα και τη διαστροφή από την άλλη. Οι σκηνές με τα ανάπηρα παιδάκια αγγίζουν σχεδον το νερόβραστο και το κιτς και ταυτόχρονα η "αρρώστια" παραμονεύει εκεί που δεν το υποψιάζεται κανείς. Ο Φούλερ, εν έτει 1964, δεν διστάζει να μιλήσει για θέματα ταμπού όπως η πορνεία, η παιδεραστία, η έκτρωση, ο φόνος, και να σκιτσάρει μια εντελώς σκοτεινή και βρώμικη κοινωνία, αποδεικνύοντας ότι πρόκειται για δημιουργό πολύ μπροστά από την εποχή του. Ακόμα πιο εντυπωσιακή όμως είναι η στάση του απέναντι στις γυναίκες: Ανατρέπει ολοκληρωτικά την ουσιαστικά μισογύνικη ματιά του νουάρ, από το οποίο ωστόσο δανείζεται στοιχεία (στα νουάρ η γυναίκα είναι μοιραία, διπρόσωπη, κυνική, συνήθως καταστρέφει τον άντρα) και την παρουσιάζει ως απόλυτο θύμα των αντρών. Εδώ αυτή είναι η καλή και οι άντρες είναι τα καθάρματα - με ποικίλους και ανατριχιαστικούς τρόπους, όπως θα δείτε (θα μάθετε και πού αναφέρεται το "γυμνό φιλί" του τίτλου). Η κοινωνία είναι απόλυτα ανδροκρατουμενη και γι' αυτό είναι τόσο χάλια, μοιάζει να  μας λέει! Ιδού ο παράδοξος φεμινισμός ενός "σκληρού" και πρωτότυπου δημιουργού.
Αν εξαιρέσετε μια παράξενη "κοιλιά" κάπου στη μέση (αναρωτιέται κανείς αν αυτή είναι ακόμα και ηθελημένη, προκειμένου να δημιουργήσει ακόμα μεγαλύτερη αντίθεαση με το σοκ που ακολουθεί), η ταινία είναι εξαιρετική. Φτάνει να της συγχωρήσετε τη μείξη τόσων ετερόκλητων στοιχείων που ανέφερα στην αρχή. Συνολικά προσωπικά τη βρίσκω πραγματικά εξαιρετική.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 10, 2016

"ΤΡΕΛΗ ΧΑΡΑ" ΚΑΙ... ΤΡΕΛΑ

Ο ιταλός Paolo Virzi έχει γυρίσει αρκετές ταινίες, προσωπιά όμως έχω δει μέχρι σήμερα μόνο το "Ανθρώπινο Κεφάλαιο", που μου άρεσε αρκετά. Το 2016 γυρίζει την "Τρελή Χαρά" (La Pazza Gioia) με τις καλές Βαλέρια Μπρούνα-Τεντέσκι και Μικαέλα Ραματσότι, κάτι ανάμεσα σε "Θέλμα και Λουίζ" και "Φωλιά του Κούκου", σε ιταλική εκδοχή φυσικά.
Δύο έγκλειστες σε ψυχιατρικό ίδρυμα, η μια με κατάθλιψη και σχεδόν κατατονικές τάσεις, η άλλη υπερκινητική και εξωστρεφής σε βαθμό κακουργήματος, δραπετεύουν και περιπλανιούνται σε διάφορα μέρη. Θα περάσουν και από τα σπίτια τους - ταπεινής καταγωγής η μία, πλούσια μεγαλοαστή η άλλη - και σιγά - σιγά, ψηφίδα με ψηφίδα, θα μάθουμε το παρελθόν τους (σε αρκετά σημεία τραγικό). Στο μεταξύ η δίχως σαφή προορισμό περιπλάνηση θα τις δέσει με βαθιά φιλία, παρά την απόλυτη μεταξύ τους αντίθεση.
Το φιλμ ισορροπεί ανάμεσα σε κωμωδία και βαθύ δράμα, σε χαμόγελο και δάκρυ, είναι ταινία δρόμου, αλλά και μια ματιά πάνω στις ψυχικες διαταραχές και τη σχέση των ασθενών αυτών με την κοινωνία. Ωστόσο νομίζω ότι κλείνει πολύ περισότερο προς το δράμα, καθώς οι καταστάσεις που βιώνουν οι ηρωίδες δεν είναι και τόσο για γέλια (συνήθως), ενώ το παρελθόν τους (της μίας ιδιαίτερα) είναι κατάμαυρο. Υπάρχουν νύξεις γαι τη θεραπευτική δύναμη της ελευθερίας και τη χαρά που μπορεί να δώσει αυτή, ωστόσο το φιλμ δεν υποστηρίζει ότι θα έπρεπε να αφεθούν επίσημα ελεύθερες, καθώς κάποιες από τις ενέργειές τους είναι σαφώς επικίνδυνες. Οπότε χαρά, ελευθερία, ναι, αλλά ο εγκλεισμός παραμένει απαραίτητος.
Το φιλμ δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε. Οι ηθοποιίες είναι πολύ καλές, αρκετές σκηνές είναι ευφάνταστες ή/και διασκεδαστικές, αλλά δεν κατάλαβα ακριβώς τι ήθελε να πει. Το ίδρυμα ούτως ή άλλως είναι αρκετά προοδευτικό, από την άλλη η χαρά της ελεθερίας παρουσιάζεται, αλλά αυτή (η ελευθερία) δεν είναι τελικά και πολύ θεραπευτική (απλώς δίνει κάποια χαρά), οπότε; Σε περιπτώσεις σαν αυτές των δύο γυναικών ο εγκλεισμός είναι μια χαρά (δεν διαφωνώ προσωπικά σ' αυτό σε βαριές περιπτώσεις, αλλά δεν αντιλαμβάνομαι το νόημα της ταινίας).
Μια συμπαθητική λοιπόν ματιά πάνω σε μια απόδραση και μια φιλία (ίσως το τελικό συμπέρασμα να είναι η ανάγκη της φιλίας) και όχι κάτι παραπάνω. Πάντως οφείλω να δηλώσω ότι το φιλμ αρέσει στο κοινό και σε αρκετά φεστιβάλ πήρε Βραβείο Κοινού. Προσωπικά το "Ανθρώπινο Κεφάλαιο" μου άρεσε περισσότερο.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 08, 2016

"SHOCK CORRIDOR" ΠΟΥ ΑΚΟΜΑ ΣΟΚΑΡΕΙ

Γνωρίζετε πιθανόν την περίπτωση του Samuel Fuller (1912-1997).  Χαρακτηριστικός "μπι-μουβάς" δημιούργησε μερικές από τις καλύτερες "φτηνές" ταινίες και θαυμάστηκε από σημαντικούς νεότερους δημιουργούς όπως, για παράδειγμα, ο Βέντερς. Μια από τις πιο δυνατές του ταινίες είναι το "Shock Corridor" του 1963.
Ένα έγκλημα συμβαίνει μέσα σε ένα φρενοκομείο. Ένας φιλόδοξος και μάλλον αλαζόνας δημοσιογράφος (συμπεριφέρεται και σχετικά άσχημα και στην κοπέλα του) συλλαμβάνει το σχέδιο να παραστήσει τον ψυχοπαθή, να κλειστεί στο άσυλο και να μπορέσει έτσι να ερευνήσει τον φόνο. Στόχος του η δόξα και το βραβείο Πούλιτζερ! Τα πράγματα όμως εκεί μέσα δεν είναι τόσο απλά...
Ζοφερή ασπρόμαυρη ταινία, γυρισμένη αποκλειστικά σχεδον στο χώρο του ψυχιατρείου - επιτείνοντας έτσι το κλειστοφοβικό στοιχείο - παίζει σαρδόνια με την ιδέα ότι "όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα τον τρώνε οι κότες" (για να το πω χρησιμοποιώντας μια παροιμία). Ο εγκλεισμός του ήρωα, η διαρκής συναναστροφή με διαταραγμένους ανθρώπους και η διαρκής προσπάθεια να υποδύεται τον διαταραγμένο ο ίδιος δεν μπορούν να αφήσουν αλώβητο τον ψυχικό του κόσμο. Το φιλμ παρακολουθεί με ανατριχιαστικό τρόπο την δική του πορεία προς το σημείο μη επιστροφής - ή, αν θέλετε, το τίμημα της υπέρμετρης φιλοδοξίας, σχεδόν απληστίας. Ταυτόχρονα, πολύ πριν τη "Φωλιά του Κούκου", επιχειρεί να καταγράψει τις συνθήκες εγκλεισμού στα σχετικά ιδρύματα.
Η ταινία βλέπεται και σήμερα με κομένη την ανάσα (προσωπική γνώμη βεβαίως) και συγχρόνως αποτελεί μια ανησυχητική πινακοθήκη αξέχαστων τύπων άλλων εγκλείστων. Πιστός στη b-movie αισθητική του, ο Fuller χρησιμοποιεί άγνωστους ηθοποιούς (η πρωταγωνίαστρια πάντως Constance Towers πρωταγωνίστησε και στην επόμενη ταινία του), περιορισμένους χώρους (ο διάδρομος του τίτλου παίζει βασικό ρόλο στο φιλμ), ελάχιστα εφέ. Το σοκ θα έρθει από τα τεκταινόμενα και όχι από φτηνούς εντυπωσιασμούς. Όσο για τον θεατή, παρακολουθεί συγχρόνως ένα αστυνομικό μυστήριο (ποιος είναι ο δολοφόνος) και την ψυχολογική πορεία του ήρωα. Και μία "κρυμένη" πολιτικοκοινωνική διάσταση: Οι έγκλειστοι που γνωρίζουμε έχουν τρελαθεία από καθαρά κοινωνικές αιτίες: Από τον πόλεμο και τον στιγματισμό του ως "κομμουνιστή" ο ένας, από τον ρατσισμό ο άλλος (μαύρος γαρ)... Νομίζω ότι το σχόλιο είναι καταλυτικό.
Από τα κλασικότερα b-movies όλων των εποχών, το φιλμ συνίσταται σε όσους το αγνοούν. Παρά τις κάποιες αφέλειές του (βλ. τη σκηνή με τις νυμφομανείς).

Τρίτη, Δεκεμβρίου 06, 2016

"LORD OF WAR" ΣΤΟ ΛΥΚΟΦΩΣ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ

Το 2005 ο παντελώς άνισος Andrew Niccol γυρίζει το "Lord of War" ("Κυρίαρχος του Παιχνιδιού" στην Ελλάδα) με τον Νίκολας Κέιτζ να κρατά τον βασικό ρόλο και τους Ίθαν Χοκ και Τζάρεντ Λέτο δίπλα του. Είναι ενδιαφέρο το ότι ενσαρκώνει έναν παντελώς αρνητικό ήρωα, έναν άνθρωπο δίχως καμιά ηθική.
Ο ουκρανικής καταγωγής Γιούρι Ορλόφ ζει με την μάλλον φτωχή οικογένειά του στη "Μικρή Οδησσό", συνοικία της Νέας Υόρκης. Κάποια στιγμή ανακαλύπτει την "κλίση" του και αποφασίζει να ασχοληθεί επαγγελματικά μ' αυτήν: Να πουλά όπλα. Από τη δεκαετία του 80 σε συμμορίες της γειτονιάς του μέχρι τα '00ς, όταν πλέον έχει εξελιχτεί σε έναν ζάμπλουτο διεθνή έμπορο, που συνδιαλέγεται με κυβερνήσεις τριτικοσμικών συνήθως χωρών. Ταυτόχρονα παρακολουθεί τις σχέσεις με τον αδελφό του, περισσότερο ηθικό αλλά και αυτοκαταστροφικό, το μοντέλο σύζυγό του, με έναν αιμοσταγή αφρικάνο δικτάτορα - πελάτη του, αλλά και με έναν πράκτορα του FBI, ο οποίος βρίσκεται διαρκώς στα ίχνη του, αδυνατεί όμως να τον συλλάβει γιατί τυπικά δεν υπάρχουν κατηγορίες εναντίον του.
Φυσικά πρόκειται για μια ακόμα ιστορία ανόδου και πτώσης. Πτώσης; Το κυνικό τέλος δεν είναι σίγουρο ότι δείχνει κάτι τέτοιο, οικονομικά τουλάχιστον. Ωστοσο εσωτερικά, συναισθηματικά, σίγουρα υπάρχει πτώση ή - αν το θέλετε διαφορετικά - το αναποφευκτο τίμημα της ανόδου-πατώντας-επί-πτωμάτων. Το πορτρέτο που φτιάχνει το φιλμ είναι πραγματικά ανατριχιαστικό κι εμείς μένουμε να αναρωτιόμαστε: Πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι σαν τον ήρωά μας, δίχως ίχνος ηθικής, τόσο αδίστακτοι, τόσο πορωμένοι, τόσο αποφασισμένοι να πετύχουν με κάθε τίμημα; Φυσικά ένας έμπορος όπλων είναι εξ ορισμού απεχθής. Ο συγκεκριμένος ακόμα απεχθέστερος. Και υπάρχει και η απίστευτη ατάκα του: "Στον κόσμο κυκλοφορούν πάνω από 550 εκατομμύρια όπλα, ένα δηλαδή για κάθε 12 κατοίκους του πλανήτη. Το ζητούμενο είναι: Πώς θα οπλίσουμε τους άλλους 11;" Φυσικά σε τέτοιες περιπτώσεις, η ταπεινή καταγωγή, οι στερήσεις και η θέληση για άνοδο, για να βγει επίτέλους κάποιος από την καθημερινή μιζέρια, ελάχιστα ελαφρυντικά αποτελούν.
Κυνικό, αμοραλιστικό, βίαιο, με αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο από τον ήρωα, το φιλμ βλέπεται με αρκετό ενδιαφέρον, τολμά να φτιάχνει το πορτρέτο ενός εντελώς αρνητικού χαρακτήρα και είναι πολύ σκληρό (όχι τόσο σε συγκεκριμένες σκηνές, όσο γενικότερα, στο πνεύμα του). Και δείχνει και κάποια πράγματα για το διεθνές εμπόριο όπλων, την απεχθέστερη ίσως "μπίζνα" του κόσμου. Πολλά τέτοια καθάρματα είναι εκατομμυριούχοι, άλλοι νόμιμα και άλλοι παράνομα (δεν νομίζω ότι έχει ιδιαίτερη σημασία στην προκειμένη περίπτωση). Το χειρότερο είναι ότι ουδείς μπορεί να τους πειράξει...

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 05, 2016

"ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ ΖΩΑ" ΚΑΙ ΠΩΣ ΝΑ ΒΓΑΛΕΤΕ (ΞΑΝΑ) ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ

Όπως όλα δείχνουν ο Χάρι Πότερ ήταν μόνο η αρχή. Μετά την τεράστια παγκόσμια επιτυχία σε βιβλία και ταινίεςτο κοινό έδειξε ότι διψούσε και για άλλες ιστορίες από τον κόσμο που επλασε η Τζ. Κ. Ρόουλινγκ. Κι εκείνη φυσικά δεν άργησε να ικανοποιήσει τα εκατομμύρια των πιστών της, αυτή τη φορά όχι με βιβλίο, αλλά με απ' ευθείας σενάριο με μια νέα (φευ) πενταλογία, η οποία διαδραματίζεται μεν στον κόσμο του Πότερ, αλλά τοποθετείται στη Νέα Υόρκη του 1926, πριν δηλαδή της περιπέτειες του διάσημου μικρού μάγου. Σκηνοθέτης (εκ του ασφαλούς φυσικά) ο David Yates, που είχε γυρίσει και τις 4 τελευταίες ταινίες του Χ.Π. και πρώτη ταινία του νέου κύκλου τα "Φανταστικά Ζώα και πού Βρίσκονται" του 2016.
Όπου ο βρετανός μάγος Νιουτ Σκαμάντερ φτάνει εν έτει 1926 στη Νέα Υόρκη, η οποία ταλαιπωρείται από μια μυστηριώδη σκοτεινή παρουσία. Στη μαγική βαλίτσα του κουβαλά πλήθος από παράδοξα ζώα με μαγικές ικανότητες, τα οποία αγαπά και προστατεύει. Κάποια απ' αυτά το σκάνε και το χάος στην πόλη επιτείνεται. Ένας "άμαγος" (κοινος θνητός δηλαδή) θα μπερδευτεί άθελά του στην όλη ιστορία, καλοί και κακοί μάγοι συγκρούονται και, τελικά, ο μεγάλος κίνδυνος είναι να αποκαλυφτεί ο μυστικός μαγικός κόσμος στους κοινούς ανθρώπους και να αρχίσει πόλεμος μεταξύ μάγων και ανθρώπων (όπως είχε συμβεί στο μεσαίωνα, μας πληροφορεί το φιλμ).
Φυσικά η χορταστική (ή μήπως λιγωτική;) περιπέτεια γεμίζει την οθόνη, μαζί με εντυπωσιακά εφέ και κάθε λογής αστεία ή/και επικίνδυνα ή/και χαριτωμένα ή/και τρομακτικά όντα, ανατροπές υπάρχουν, χιούμορ αρκετό, καθώς και τα απαραίτητα "διδάγματα": Η ανοχή στη διαφορετικότητα (το πιο πολυφορεμένο μήνυμα του σύγχρονου mainstream σινεμά), η εναντίωση στους πολεμοχαρείς κλπ. Ταυτόχρονα το σκηνικο του μεσοπολέμου, η περιρέουσα τζαζ και τα σχετικά κοστούμια δίνουν στο φιλμ και έναν απροσδόκητο νοσταλγικό τόνο. Τι άλλο θέλετε;
Προσωπικά πάντως το βρήκα κάπως "ξεχειλωμένο". Επίσης μου φάνημε ότι δεν μπορούσε να εστιάσει σε ένα θέμα, αλλά ξέφευγε σε διάφορα. Σα να έβαζε πολλές υποπλοκές μαζί, οι οποίες έμεναν ανεκμετάλλευτες. Θα μου πείτε πρώτο φιλμ της σειράς είναι, στο μέλλον θα ξεδιπλωθούν όλα αυτά. ΟΚ, αλλά προσωπικά κρίνω το φιλμ που είδα. Το οποίο βρήκα κάπως "ανερμάτιστο" και έπιασα τον εαυτό μου να βαριέται λιγάκι.
Προφανώς η συντριπτική πλειοψηφία των θεατών διαφωνεί και η επιτυχία είναι τεράστια. Οπότε τι να πώ; Μάλλον οι περισσότεροι θα το διασκεδάσετε.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 03, 2016

ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ "ΑΝΘΡΩΠΟ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΕ ΠΟΛΛΑ"

Βρισκόμαστε στα 1956 και ο Alfred Hitchcock (1899-1980) γυρίζει μια από τις πιο γνωστές ταινίες του, τον "Άνθρωπο που Γνώριζε Πολλά". Το περίεργο είναι ότι το διασκεδαστικό αυτό φιλμ είναι ριμέικ μιας παλιότερης, του 1934 συγκεκριμένα, ομότιτλης ταινίας του ίδιου του Χίτσκοκ.
Ένα ζευγάρι αμερικανών (ο Τζέιμς Στιούαρτ και η Ντόρις Ντέι) με τον μικρό γιο τους κάνουν διακοπές στο Μαρόκο. Εκεί μπλέκονται άθελά τους με ένα δίκτυο κατασκόπων και ένας απ' αυτούς, καθώς πεθαίνει, εμπιστεύεται στο σύζυγο ένα θανάσιμο μυστικό. Οι εχθροί του, για να κλέισουν το στόμα του ζεύγους, απαγάγουν το μικρό γιο, ενώ ο ήρωας θα ταξιδέψει στο Λονδίνο για να σώσει το παιδί του. Μια από τις τελευταίες σκηνές διαδραματίζεται στη διάρκεια ενός κονσέρτου και πραγματικά κορυφώνει την ένταση.
Εδώ ο σκηνοθέτης δεν είναι σκοτεινός, όπως στο "Vertigo", τον "Σιωπηλό Μάρτυρα" ή το μεταγενέστερο "Ψυχώ" ας πούμε. Εδώ αποβλέπει στην καθαρή διασκέδαση, γι' αυτό άλλωστε και υπάρχει αρκετό διάχυτο (και διακριτικό) χιούμορ. Παράλληλα το σασπένς καλά κρατεί, με αποκορύφωμα την περίφημη σκηνή του κονσέρτου που αναφέραμε παραπάνω, που θεωρείται πραγματικά κλασική και άψογο δείγμα εφαρμογής του (τού σασπένς εννοώ). Επίσης στο φιλμ υπάρχει και το διάσημο σουξέ "Que Sera Sera", από τα γνωστότερα κομμάτια ολων των εποχών, το οποίο μάλιστα παίζει καθοριστικό ρόλο στην πλοκή.
Παρά την επιτυχία της ταινίας, την αγωνία και όλα τα κλασικά επί μέρους στοιχεία, προσωπικά δεν την θεωρώ από τις πολύ μεγάλες του Χίτσκοκ. Νομίζω ότι όλα εδώ συμβαίνουν πολύ "εύκολα", ο ήρωας (άσχετος με όλα αυτά γιατρός) καταφέρνει ολομόναχος να λύσει τα πάντα, ενώ οι "κακοί" είναι πολύ χλιαροί... Υπάρχει βέβαια το τυπικό χιτσκοκικό μοτίβο του αθώου, που ξαφνικά βρισκεται μπλεγμένος σε κάτι μεγάλο για το οποίο δεν φταίει καθόλου, αλλά κι αυτό σε πιο light δόσεις από τα πολύ σημαντικά φιλμ του μετρ.
Όχι, αν δεν το έχετε δει δεν σας αποτρέπω. Κάθε άλλο. Πρόκειται άλλωστε για κλασική ταινία του είδους που αποβλέπει στην καθαρή διασκέδαση - και το πετυχαίνει θαυμάσια. Απλώς μου λείπει η σκοτεινιά που προαναφέραμ, η οποίαι κάνει τα πράγματα στον Χίτσκοκ πολύ, αλλά πολύ (πιο) σοβαρά...

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 01, 2016

"THE SKELETON KEY" Ή ΑΝ ΤΟ ΠΙΣΤΕΨΕΙΣ ΘΑ ΓΙΝΕΙ

Ο Iain Softley είναι βρετανός, αλλά το "The Skeleton Key" που γύρισε το 2005 είναι αμερικάνικη ταινία, και μάλιστα με καλό καστ: Κέιτ Χάνσον, Τζον Χαρτ και Τζίνα Ρόουλαντς στους βασικούς ρόλους. Πρόκειται για ταινία τρόμου και δεν θα μπορούσε να μην είναι αμερικάνικη αφού διαδραματίζεται στη Νέα Ορλεάνη, από τα γνωστότερα μέρη στα οποία η μαγεία έχει τόσο μεγάλη παράδοση και εξασκείται εδώ και αιώνες.
Μία νέα κοπέλα αναλαμβάνει τη θέση της νοσοκόμου ενός ηλικιωμένου, κατάκοιτου από εγκεφαλικό άντρα, που ζει με την επίσης ηλικιωμένη γυναίκα του σε ένα απομονωμένο σπίτι κάπου κοντά στη Νέα Ορλεάνη. Από την αρχή κιόλας η κοπέλα θα αντιληφτεί ότι κάτι δεν πάει πολύ καλά εκεί, ενώ οι σχέσεις της με τη σύζυγο είναι... ας το πούμε έτσι... τεταμένες. Παράξενα πράγματα συμβαίνουν, αναμφίβολα το σπίτι κρύβει μυστικά και σιγά - σιγά η κοπέλα αρχίζει να πιστεύει σε πράγματα που λίγο πριν θα θεωρούσε απλές δεισιδαιμονίες.
Το ενδιαφέρον σ' αυτό το σχετικά χαμηλότονο (για ταινία τρόμου τουλάχιστον) φιλμ είναι ότι δεν βασίζεται ούτε σε εφιαλτικά εφέ ούτε σε απότομα "μπαμ" με αποκλειστικό σκοπό να τρομάξουν. Κι ούτε βέβαια υπάρχει το σπλάτερ στοιχείο και τα λουτρά αίματος. Εδώ η προσπάθεια έγκειται στο να δημιουργηθεί ανησυχητική, δυσοίωνη ατμόσφαιρα - φυσικά το σκηνικό του κλασικού απομονωμένου σπιτιού βοηθά σ' αυτό - μέσα στην οποία θα νοιώθουμε άβολα. Ένα - ένα τα σκοτεινά μυστικά αρχίζουν να αποκαλύπτονται, μέχρι να φτάσουμε στην τελική μεγάλη και μάλλον απροσδόκητη ανατροπή. Το στιλ αυτό (η δημιουργία ατμόσφαιρας εννοώ) είναι κάτι που εκτιμώ στις ταινίες του είδους. Στη συγκεκριμένη βέβαια όλα κυλούν κάπως αργά, αλλά - νομίζω - αρκετά ικανοποιητικά. Το ενδιαφέρον στην ιστορία είναι η ιδέα ότι τα αποτελέσματα της μαγείας και το υπερφυσικό στοιχείο γενικότερα υπάρχουν (ή εμφανίζονται) μόνο αν κάποιος πιστεύει σ' αυτά. Αλλιώς παραμένουν απλώς δυσειδαιμονίες.
Σίγουρα δεν πρόκειται για μεγάλη ταινία, τη βρήκα όμως συμπαθητική και σίγουρα ξεφεύγει από το βαβούρικο και εφετζίδικο κλίμα των σύγχρονων ταινιών τρόμου. Γι' αυτό και μόνο αξίζει νομίζω να της δώσουμε μια ευκαιρία.

eXTReMe Tracker