Τετάρτη, Νοεμβρίου 30, 2016

"ΑΦΕΡΙΜ!" : ΕΝΑ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ;

Το ρουμάνικο σινεμά μας έχει συνηθίσει σε αγχωτικά, ρεαλιστικά δράματα, μερικά από τα οποία είναι θαυμάσια. Το "Αφερίμ!" όμως του 2015, τρίτη ταινία του Radu Jude, είναι κάτι απόλυτα διαφορετικό. Ασπρόμαυρο, διαδραματίζεται στη Βλαχία του 1835 και είναι κυριολεκτικά βουτηγμένο στο βαλκανικό καζάνι. Αν έπρεπε να το κατατάξουμε ντε και καλά σε είδος (όχι υποχρεωτικά φυσικά), μάλλον πλησιέστερα στο γουέστερν βρίσκεται. Ή μήπως μιλάμε για μια ιδιότυπη ταινία δρόμου εποχής;
Ένας αστυνόμος της εποχής περιπλανιέται στη Βλαχία με το νεαρό γιο του, ο οποίος θα τον διαδεχτεί στο αξίωμα, προσπαθώντας να πιάσει έναν τσιγγάνο σκλάβο που το έσκασε από την υπηρεσία του τοπικού αυταρχικού βογιάρου. Στην πορεία τους αυτή ο πατέρας νουθετεί το γιο, λέγοντάς του ουσιαστικά να αφήσει τα νεανικά όνειρα και να προσγειωθει στην πραγματικότητα, έστω κι αν αυτή είναι σκληρή και άδικη, ο γιος ενηλικιώνεται - κάποιες φορές επώδυνα, ενώ οι δυο τους θα έχουν αρκετές, πολύ διαφορετικές μεταξύ τους συναντήσεις (ένας φανατικός παπάς, ένας άλλος αστυνόμος, μια πόρνη σε ένα πανδοχείο, τσιγγάνοι, ένας τούρκος κλπ.)
Πρωταγωνιστής είναι βέβαια τα γεμάτα ποικιλία Βαλκάνια, ένα καζάνι γεμάτο από διαφορετικές εθνότητες, κουλτούρες, θρησκείες, φιλοσοφίες και τρόπους ζωής. Ο πατέρας, αμοραλιστής, καταφερτζής, συχνά σκληρός, αλλά καλόκαρδος και συγκαταβατικός κατά βάθος, απλώς αποδέχεται απόλυτα τη σκληρή και άδικη πραγματικότητα και με ένα είδος σοφίας ζωής προσπαθεί να ελιχτεί και να επιβιώσει. Περισσότερο ρομαντικός (νέος γαρ και άπειρος) ο γιος, πιο ονειροπόλος, παίρνει μια σειρά από μαθήματα και, πολύ πιθανόν, κάποια στιγμή θα γίνει σαν τον πατέρα του. Στο μεταξύ οι διάλογοι είναι συχνά χιουμοριστικοί - υπάρχει μια γενική τάση για μαύρο χιούμορ - ενώ το περιβάλλον είναι βουτηγμένο στη δεισιδαιμονία, τον ρατσισμό, τη σκληρότητα, χαρακτηριστικά που πηγάζουν βέβαια από την απόλυτη αμορφωσιά και ανέχεια. Το τερατωδώς άνισο και βάρβαρο καθεστώς της φεουδαρχίας, που πλέον είναι στα τελευταία της, δείχνεται επίσης καθαρά, με την τελική πολύ σκληρή (και καθόλου δίκαιη) κατάληξη να υπογραμμίζει την αθλιότητα ενός τέτοιου συστήματος. Και τελικά, βεβαίως, τίποτα δεν αλλάζει...
Κάπου ανέφερα τη λέξη σκλάβος. Αν νομίζετε ότι κάτι τέτοιο δεν υπήρχε στα μέρη μας, δείτε το φιλμ. Οι τσιγγάνοι ιδιαίτερα, θύματα ενός καθολικού ρατσισμού από τους πάντες, αγοράζονται και πουλιούνται όπως ακριβώς οι αρχαίοι σκλάβοι στην Ελλάδα ή τη Ρώμη. Ο αφέντης έχει πάνω τους δικαίωμα ζωής και θανάτου! Ο ρατσισμός δεν αφήνει φυσικά ανέγγιχτους ούτε τους εβραίους.
Ενδιαφέρον και πρωτότυπο φιλμ, που ανακατεύει την ιστορική ταινία, το γουέστερν, την ταινία δρόμου, το χιούμορ και τη σκληρότητα, ενώ πιάνει ένα θέμα και μια εποχή που σπάνια έχουν απασχολήσει το σινεμά.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 28, 2016

ΟΤΑΝ ΞΕΝΕΡΩΝΩ ΣΤΟ "ELIZABETHTOWN"

Σίγουρα ο Cameron Crow είναι ένας σκηνοθέτης του οποίου η σχέση με τη μουσική είναι κάτι παραπάνω από έντονη και ο οποίος έχει κάνει μερικές feel good ταινίες. Μια τέτοια είναι και το "Elizabethtown" του 2005, όμως προσωπικά μόνο βαρεμάρα μου προκάλεσε (εντάξει, αντικαταστείστε αν θέλετε το "μόνο" με το "κυρίως").
Πρόκειται για ρομαντική κομεντί, είδος που σπάνια δίνει κάτι καλό στην εποχή μας. Ο νεαρός ήρωας, πρώην ακριβοπληρωμένος σχεδιαστής παπουτσιών σε μεγάλη εταιρία, είναι υπεύθυνος για μία τερατώδη αποτυχία, με αποτέλεσμα η εταιρία του να χάσει ένα δις (!!!) δολάρια και φυσικά εκείνος να απολυθεί. Είναι έτοιμος να αυτοκτονήσει, όταν μαθαίνει ότι ο πατέρας του μόλις πέθανε στη μικρή πόλη του τίτλου, όπου είχε πάει να επισκεφτεί τον αδελφό του. Ο ήρωας αναβάλλει την αυτοκτονία και πάει εκεί για να φέρει πίσω τη σωρό. Στο αεροπλάνο θα γνωρίσει μια όμορφη αεροσυνοδό, που με το κέφι και την αισιοδοξία της θα του αλλάξει τη ζωή. Όσο για την πόλη και τους συγγενείς... είναι αφόρητα πληκτικοί, αλλά θα τον κάνουν να βρεί τον εαυτό του... ή κάτι τέτοιο.
Ακούγεται απλοϊκό; Νομίζω ότι μάλλον είναι. Τουλάχιστον εμένα δεν κατάφερε να με κρατήσει. Η κοπέλα είναι κάτι παραπάνω από τέλεια, ο έρωτάς της για τον πρωταγωνιστή μοιάζει κεραυνοβόλος, οι άλλοι χαρακτήρες παραείναι γραφικοί, όλα γίνονται πανεύκολα και αναρωτιέται μάλιστα κανείς γιατί αργούν τόσο και δεν τελειώνουν πιο γρήγορα. Ναι, το φιλμ θέλει να είναι feel good και σου αφήνει μια γλυκιά γεύση (μήπως θα έπρεπε να πω γλυκερή;), διαθέτει το χιούμορ του (αλοίμονο, κομεντί είναι), αλλά ελάχιστα έχει να προσθέσει στη σχεδόν κορεσμένη φιλμογραφία του είδους. Περίμενα κάτι παραπάνω από τον Crow.
Όπως συχνά συμβαίνει στις ταινίες του η "Elizabethtown" είναι πλημυρισμένη από μουσική. Ακούγονται πολλά κομάτια, παλιά και καινούρια, από μεγάλα ονόματα (από Elton John έως Ryan Adams και από Tom Petty έως Fleetwood Mac και Henri Mancini) και στο καστ περιλαμβάνονται, εκτός από το κεντρικό ζέυγος των Ορλάντο Μπλουμ και Κίρστεν Ντανστ και οι Σούζαν Σάραντον, Άλεκ Μπάλντουιν, Τζέσικα Μπιελ κλπ. Δεν νομίζω όμως ότι όλα αυτά φτάνουν για να κάνουν κάτι πιο ιδιαίτερο από μια ακόμα αισθηματική, ρομαντική κομεντί. Βαρέθηκα.
ΥΓ: Αλήθεια γιατί κανείς σχεδόν δεν κλαίει για τον θάνατο του πατέρα, ο οποίος, σε γενικές γραμμές ήταν μάλλον συμπαθής τύπος;

Κυριακή, Νοεμβρίου 27, 2016

ΚΑΤ' ΕΥΦΗΜΙΣΜΟΝ "SWEET SIXTEEN"

Αν είστε γνώριμοι του Ken Loats θα γνωρίζετε τα βασικά στοιχεία του έργου του: Ωμός ρεαλισμός, καταγραφή της δύσκολης ζωής των κατώτερων τάξεων της Βρετανίας, καμιά χολιγουντιανή προδιαγραφή ή "στρογγύλεμα", αδιέξοδες καταστάσεις. Όλα αυτά τα συναντά κανείς στο "Sweet Sixteen" του 2002, από τις χαρακτηριστικότερες ταινίες του.
Το φιλμ παρακολουθεί τη ζωή ενός 16χρονου σκωτσέζου, από χαμηλά κοινωνικά στρώματα φυσικά. Το μόνο που ονειρεύεται ο μικρός είναι μια φυσιολογική ζωή. Πλην όμως πατέρας δεν υπάρχει και η μητέρα, την οποία υπεραγαπά, βρίσκεται στη φυλακή και θα αποφυλακιστεί σε λίγους μήνες. Μέχρι τότε ο Λίαμ θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να βρει λεφτά για να ζήσουν μαζί αυτός κι η μητέρα του και να τη γλυτώσει από το κάθαρμα φίλο της, έναν έμπορο ναρκωτικών, ο οποίος μάλιστα συνεργάζεται με τον παπού του μικρού (εξ ίσου κάθαρμα). Και βέβαια, ο τρόπος να βγάλει γρήγορα λεφτά ένας 16χρονος δεν μπορεί να είναι νόμιμος. Σύντομα και ο μικρός θα μπλεχτεί με το εμπόριο ναρκωτικών...
Μουντή φωτογραφία, ασορτί με το εξ ίσου μουντό περιβάλλον, άχαροι δρόμοι γεμάτοι άνεργους, επίσης άχαρα σπίτια, έλλειψη ηθικής (συνήθως), φτώχια και στο μέσο όλων αυτών ένας έφηβος που δεν ξεκουράζεται ποτέ και πασχίζει με νύχια και δόντια να πραγματοποιήσει το όνειρό του. Αλλά πώς να το κάνεις αυτό όταν το όνειρο αφορά μια "κανονική" ζωή και προσπαθείς να το κατακτήσεις με κάθε άλλο παρά "κανονικά" μέσα; Αυτή η αντίφαση είναι που δημιουργεί τα προβλήματα. Η πηγή του κακού βεβαίως βρίσκεται στην φτώχια, την εγκατάλειψη χιλιάδων ανθρώπων, στην έλλειψη ενδιαφερόντων (πώς να χωρέσουν αυτά όταν το μεγάλο ζητούμενο είναι απλώς η νορμάλ καθημερινότητα;) Και, τι τραγικό, ακόμα κι αυτή είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να κατακτηθεί. Ο Λόουτς τα καταγγέλει όλα αυτά, όπως πάντοτε έκανε, και μας λέει ότι τελικά η παραβατικότητα / εγκλημαικότητα είναι απόλυτα φυσιολογικό να ανθίσουν σε τέτοια περιβάλλοντα, δεν είναι παρά απόρεια της δεινής οικονομικής κατάστασης. Και βεβαια καταγράφει και πάλι την τόσο χαρακτηριστική βρετανική μιζέρια.
Σκληρή ταινία, που δεν χαρίζεται σε εύκολες καταστάσεις ή χάπι εντ, με το "sweet" του τίτλου προφανώς ειρωνικό, θα αρέσει στους φίλους του βρετανού δημιουργού με το τόσο χαρακτηριστικό έργο. Αλλά και στους φίλους του πολιτικοποιημένου, κινηματογραφικού ρεαλισμού γενικότερα.

Σάββατο, Νοεμβρίου 26, 2016

"ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ" ΕΙΝΑΙ Η... ΙΠΕΡ

Προσθήκη λεζάντας
Τελικά η γαλίδα σταρ Ιζαμπέλ Ιπέρ αναδεικνύεται σε μια από τις καλύτερες ηθοποιούς της εποχής μας (ακόμα και η καλύτερη θα ισχυρίζονταν αρκετοί). Το αποδεικνύει και πάλι στο φιλμ της Mia Hansen-Love "Το Μέλλον" (L' Avenir) του 2016. Το οποίο είναι μια δραματική ταινία (με λίγο χιούμορ) για μια γυναίκα της οποίας η καθημερινότητα όπως την ήξερε καταρρέει.
Η ηρωίδα είναι μια πενηντάρα καθηγήτρια φιλοσοφίας, παντρεμένη, με δύο μεγάλα παιδιά. Απολαμβάνει τη φιλοσοφία και τις απολαύσεις της σκέψης, ενώ έχει να αντιμετωπίσει και την κτητική, μισότρελη μητέρα της. Κάποια στιγμή εκείνη θα πεθάνει, ενώ ο άντρας της τής ανακοινώνει ότι θέλει να χωρίσει επειδή βλέπει μια άλλη γυναίκα. Μόνη πλέον, αλλά και για πρώτη ίσως φορά ελεύθερη, η Ναταλί πρέπει να ανακαλύψει ξανά την μέχρι τότε τακτοποιημένη ζωή της. Αρχίζει έτσι να κάνει παρέα με έναν εναλλακτικό νεαρό, παλιό αγαπημένο της μαθητή (όχι, δεν πρόκειται για ερωτική σχέση).
"Το Μέλλον" είναι μία χαμηλότονη, δραματική και ρεαλιστική ταινία, που παρακολουθεί την προσπάθεια μιας γυναίκας να βρει μια νέα ζωή όταν όλες οι παλιές σταθερές καταρέουν. Μιλά λοιπόν για τις αλλαγές που μπορεί ανά πάσα στιγμή να έρθουν στη ζωή μας, όσο σίγουροι κι αν είμαστε γι' αυτήν. Και, μια που τόσο αυτή όσο και ο σύζυγός της, είναι διανοούμενοι, μιλά για τη σχέση φιλοσοφίας και καθημερινότητας ή, αν θελετε, πώς η φιλοσοφία και η υψηλή σκέψη δεν μπορούν να δώσουν λύσεις σε καθημερινά προβλήματα. Γι' αυτό και η ηρωίδα δεν ξέρει τι ακριβώς να κάνει, απλώς "ψάχνεται". Προσωπικά με άγγιξε στο σημείο όπου νοιώθει μόνη και αντιλαμβάνεται ότι δεν ανήκει εκεί, όταν βρίσκεται στο εναλλακτικό σχεδόν-κοινόβιο. Μου φάνηκε ότι αυτό το σημείο εμπεριέχει μελαγχολία και τη συνειδητοποίηση ότι τα νεανικά όνειρα και η θέληση για κόντρα στο κατεστημένο απόπειρες έχουν φύγει ανεπιστρεπτί.
Είπα ότι το φιλμ είναι χαμηλότονο, δίχως δραματικές κορυφώσεις ή ανατροπές. Απλώς παρακολουθεί ήσυχα τα τεκταινόμενα. Πολλοί μπορεί να κουραστούν στη θέασή του και άλλοι να μην αντέχουν αυτή την ήσυχη, ρεαλιστική καταγραφή. Αυτό που αναμφισβήτητα ισχύει όμως, το είπαμε και στην αρχή άλλωστε, είναι η εξαιρετική Ιπέρ, που δίνει άλλο ένα, χαμηλών τόνων αυτή τη φορά, ρεσιτάλ. Γι' αυτό αξίζει να δείτε το φιλμ. Το οποίο, σημειωτέον, θα αρέσει μόνο σε εκείνους που αγαπούν τα εσωτερικά, καθημερινά δράματα (με κάποιες πινελιές χιούμορ, το είπαμε).

Πέμπτη, Νοεμβρίου 24, 2016

"BARBARELLA" : ΣΕΞΙ, ΚΙΤΣ ΚΑΙ... ΕΝΟΧΗ ΑΠΟΛΑΥΣΗ

Βρισκόμαστε στα 1968. Μυθική εποχή με ποικίλους πειραματισμούς σε πολλούς τομείς και με την ψυχεδέλεια να αποτελεί κυρίαρχο συστατικό στην αισθητική. Τη χρονιά αυτή ο Roger Vadim (1928-2000) γυρίζει τη θρυλική "Barbarella", γαλλοϊταλική παραγωγή, αλλά ομιλούσα αγγλικά, βασισμένη στο ομώνυμο κόμικς του Jean-Claude Forest, με σταρ την νεαρή τότε σύζυγό του Τζέιν Φόντα, αλλά και με άλλους γνωστούς ηθοποιούς (Ούγκο Τονιάτσι, Ντέιβιντ Χέμινγκς, Τζον Φίλιπ Λο κλπ.)
Στο σύμπαν επικρατεί ειρήνη, αγάπη, ελευθερία... όσα δηλαδή πρέσβευε η επαναστατημένη νεολαία της δεκαετίας. Εκτός από τον άγριο πλανήτη Σόγκο, όπου ο πρόεδρος της γης στέλνει τη σέξι κοσμοναύτη Μπαρμπαρέλα για να ανακαλύψει τα ίχνη του διάσημου επιστήμονα Ντουράν Ντουράν (ναι, από εκεί πήραν το όνομά τους), που έχει εξαφανιστεί εκεί κατέχοντας ένα μυστικό που μπορεί να καταστρέψει το σύμπαν. Στον πλανήτη θα συναντήσει ποικίλους ανθρώπους, θα κάνει έρωτα με κάμποσους απ' αυτούς και θα φτάσει στην Πόλη της Νύχτας, όπου η αμαρτία και το κακό βασιλεύουν. Εκεί θα έρθει αντιμέτωπη με την κακιά (και εξ ίσου σέξι) Μαύρη Βασίλισσα, θα γνωρίσει έναν τυφλό άγγελο και θα ζήσει πολλές (ερωτικές και όχι μόνο) περιπέτειες.
Η ταινία είναι βουτηγμένη στη 60ς αισθητική. Αλλά και ιδεολογικά δεν θα μπορούσε να έχει γυριστεί άλλη εποχή. Το σεξ είναι κάτι αθώο (και γίνεται με παράξενο τρόπο), είναι ελεύθερο και είναι πανταχού παρόν. Η κατανάλωση ουσιών δείχνεται κάποιες φορές, τα περί αγάπης μηνύματα ακούγονται συχνά. Ταυτόχρονα το φιλμ είναι αβάσταχτα κιτς. Από το δωμάτιο στο διαστημόπλοιο καλυμένο με... γούνες, όπου η Μπαρμπαρέλα, σε έλλειψη βαρύτητας, κάνει το διάσημο στριπτίζ της αρχής μέχρι τα εμφανώς ψεύτικα εξωγήινα τοπία, τις απίστευτες στολές (όχι μόνο της ηρωίδας) ή τη μουσική και τα τραγούδια. Επίπλέον εδώ η Φόντα δεν είναι και πολύ καλή ηθοποιός... Βέβαια η ταινία δεν παίρνει ποτέ τον εαυτό της στα σοβαρά και το χιούμορ είναι κι αυτό διάχυτο, όπως το σεξ. Ευτυχώς. Γενικά θα την χαρακτήριζα ως ένα overdose ελαφρότητας (αν και η σκηνή με τα σαρκοβόρα παιδάκια θα μπορούσε να είναι βγαλμένη από σοβαρή ταινία τρόμου) και φυσικά, αν και επιστημονικής φαντασίας, δεν έχει τίποτα το επιστημονικό.
Εν τέλει το φιλμ είναι τόσο κακό σε αρκετά επί μέρους στοιχεία του, που γίνεται άμεσα cult, χαρακτηρισμός που το ακολουθεί μέχρι σήμερα. Και, μέσα στους τόνους της (ηθελημένης) αφέλειάς του γίνεται τελικά, με έναν διεστραμένο τρόπο, απολαυστικό. Χαλαρώστε λοιπόν, μην πολυσκέφτεστε όσα βλέπετε και απολαύστε μια ερωτική και όχι μόνο οδύσσεια, με μια Φόντα στην πιο σέξι φάση της. Νομίζω ότι θα το διασκεδάσετε. Άλλωστε το φιλμ δικαιωματικά κατάσσεται στις ένοχες απολαύσεις...

Τετάρτη, Νοεμβρίου 23, 2016

ΩΡΙΜΑ "CALENDAR GIRLS"

Οι βρετανοί ξέρουν να κάνουν κωμωδίες, αν όχι πάντοτε ξεκαρδιστικές τουλάχιστον χαριτωμένες. Το 2003 ο Nigel Cole (παλιότερα είχε κάνει και το επίσης ανατρεπτικό "Saving Grace", "Το Χορτο του Θεού στην Ελλάδα) γυρίζει το "Calendar Girls" (Τα Κορίτσια του Ημερολογίου) και, δίχως να κάνει μια μεγάλη ταινία, εξασφαλίζει κομψότητα, αλλά και τα χαμόγελά μας.
Η ασυνήθιστη ιστορία διαδραματίζεται σε μικρή επαρχιακή πόλη της Βρετανίας. Εκεί λειτουργεί σύλλογος (μεσήλικων) γυναικών, που συνήθως ασχολείται με εξαιρετικά βαρετά θέματα. Οι πιο πνευματώδεις από τις θαμώνες (αφού δεν έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν) απλώς διασκεδάζουν με τη βαρεμάρα και τα αδιάφορα θέματα. Μετά τον ξαφνικό θάνατο του συζύγου μιας από αυτές, αποφασίζουν να κάνουν μια δωρεά στο νοσοκομείο. Πώς θα βρουν όμως λεφτά; Τοτε η πιο ανήσυχη από τις κυρίες συλλαμβάνει μια εξαιρετικά τολμηρή ιδέα: 12 απ' αυτές (από 50 έως 70 περίπου) να ποζάρουν γυμνές στο ετήσιο ημερολόγιο του συλλόγου. Το γεγονός θα σκάσει σαν βόμβα στην ήσυχη κοινότητα και πολύ σύντομα θα ξεπεράσει κατά πολύ τα σύνορά της...
Η ταινία, παρά τις σχετικά ήπιες δραματικές καταστάσεις, κυριαρχείται από χιούμορ. Όχι ξεκαρδιστικό χιούμορ, όπως είπαμε στην αρχή, αλλά τις περισσότερες φορές χαμηλότονο και κομψό. Από την άλλη το φιλμ βεβαίως παίρνει σαφή θέση κόντρα στον μικροαστικό ή/και επαρχιακό συντηρητισμό και δεν διστάζει να υποστηρίξει (ήπια) ανατρεπτικές θέσεις. Στο μεταξύ έχει προλάβει να σκιτσάρει την μονότονη, βαρετή ζωή στη βρετανική (και κάθε) επαρχία. Όσο για τις συντηρητικές ως επί το πλείστον κυρίες, που τολμούν να υιοθετήσουν και, πολύ περισότερο, να συμμετάσχουν στην ανατρεπτική πρόταση, είναι όλες συμπαθέστατες με τον τρόπο τους και, κάποιες απ' αυτές, θα κερδίσουν για πρώτη φορά ουσιαστική ελευθερία μετά την πράξη τους. Άλλωστε το φιλμ δείχνει αρκετά και τις προσωπικές ζωές κάποιων από αυτές.
Οι ηθοποιίες, με επί κεφαλής την πάντοτε εξαιρετική Έλεν Μίρεν, ειναι πολύ καλές, όπως συνήθως συμβαίνει με τις βρετανικές ταινίες. Η ατμόσφαιρα της βρετανικής επαρχίας είναι σωστά δοσμένη, το θέμα σκαμπρόζικο. Δεν πρόκειται φυσικά για μεγάλη ταινία, αλλά απ' αυτές που θα χαρατήριζε κανείς συμπαθέστατες. Νομίζω ότι θα περάσετε καλά.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 21, 2016

O "HARDCORE HENRY" ΩΣ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΟ ΒΙΝΤΕΟΓΚΕΪΜ

Κατ' αρχήν μου κινησε το ενδιαφέρον. Ρωσική ταινία επιστημονικής φαντασίας (ρωσοαμερικάνικη παραγωγή για την ακρίβεια); Αμερικάνοι και ρώσοι ηθοποιοί, γυρισμένο στη Ρωσία; Στην παραγωγή ο γνωστός Timur Bekmambetov. Μιλώ για το "Hardcore Henry" του 2015 και "δράστης" ο πρωτοεμφανιζόμενος σε μεγάλου μήκους φιλμ Ilya Naishuller. Μάλιστα. Δυστυχώς το ενδιαφέρον που σας έλεγα κράτησε μόνο τα πρώτα 5, άντε 10 λεπτά...
Τύπος ξυπνά σε κάποιο εργαστήριο. Δεν ξέρει ποιος είναι, γιατί βρίσκεται εκεί. Μια όμορφη ξανθιά τον πληροφορεί ότι είναι η γυναίκα του και είναι φυσιολογικό να μη θυμάται τίποτα, αφού ουσιαστικά τον επανέφεραν από τον θάνατο. Και, προσθέτοντάς του πολύπλοκα εμφυτεύματα και ψεύτικα μέλη, τον μετατρέπουν σε μια αληθινή πολεμική μηχανή, που στόχο έχει να πολεμήσει κάποιους κακούς". Από εκεί και πέρα αρχίζει η άγρια δράση, οι διαρκείς πυροβολισμοί, και τα πτώματα είναι πραγματικά αμέτρητα... Δύο ώρες ασταμάτητος χαμός.
Σας φέρνει στο μυαλό το "Ρόμποκαπ"; Δικαίως. Μόνο που εδώ οι εχθροί είναι κάπως ασαφείς, ο αρχικακός είναι ένας τύπος με υπερφυσικές ιδιότητες (άγνωστο γιατί και πώς) και ο χαμός είναι περίπου 100 φορές περισσότερος από την προαναφερθείσα ταινία. Ουσιαστικά είναι σα να παρακολουθούμε ένα ατελείωτο βιντεογκέιμ. Με ορισμένες ιδιορυθμίες βεβαίως, η σημαντικότερη από τις οποίες είναι ότι ο ήρωας, ο Χένρι, δεν εμφανίζεται ποτέ. Σε ολόκληρο το φιλμ βλέπουμε μόνο ό,τι βλέπει εκείνος, αποτελείται δηλαδή η ταινία αποκλειστικά από υποκειμενικά πλάνα. Κουνημένα ως επί το πλείστον, σαλταρισμένα για την ακρίβεια, με το αίμα να βάφει τα πάντα. Ίσως ποτέ δεν έχω δει τόσους πυροβολισμούς... Και ίσως πολλοί να ζαλιστούν πολύ γρήγορα.
Φυσικά επίσης πολύ γρήγορα βαρέθηκα όσο δεν παίρνει. Ίσως αν μέτραγα τους νεκρούς να το διασκέδαζα περισσότερο. Στο τέλος, η ανατροπή (που δεν σας λέω φυσικά) δεν ήταν ικανή να με κάνει να αποκτήσω καλύτερη γνώμη για την ταινία. Όντως η όλη λογική και εικόνα (που πασχίζει αποκλειστικά και μόνο να εντυπωσιάσει με οποιοδήποτε τρόπο) μοιάζει πολύ μ' αυτή των βίαιων βιντεογκέιμς, ενώ οι γωνίες λήψης, τα χρώματα, όλα, υπηρετούν τον ίδιο σκοπο. Το μόνο ενδιαφέρον και διασκεδαστικό τελικά ήταν η παρουσία του Sharlto Copley (έπαιζε στο "District Nine" και το "Elysium") σε έναν πραγματικά πολλαπλό ρόλο - έκπληξη.
Ουφ! Επιτέλους τελείωσε και τελείωσα κι εγώ. Πάντως μερικούς 15χρονους μπορεί να τους ενθουσιάσει.

Κυριακή, Νοεμβρίου 20, 2016

ΟΤΑΝ ΤΑ ΡΟΜΠΟΤ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΟΥΝ ΣΤΟ ΕΙΔΥΛΛΙΑΚΟ WESTWORLD

Ο Michael Crighton (1942-2008) υπήρξε πετυχημένος συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας, αλλά γύρισε και μερικές ταινίες ο ίδιος. Η πρώτη απ' αυτές (μετά από μία τηλεοπτική) ήταν το "Westworld" του 1973, μια ταινία ΕΦ βέβαια, που μπορεί να θεωρηθεί αρκετά πρωτότυπη για την εποχή της.
Στο μέλλον ο υψηλός τουρισμός γίνεται σε τεράστια κάτι-σαν θεματικά πάρκα, όπου οι πλούσιοι τουρίστες ζουν για μερικές μέρες σε μια εποχή της αρεσκείας τους. Για το σκοπό αυτό έχουν δημιουργηθεί ένας ρωμαϊκός, ένας μεσαιωνικός κι ένας γουέστερν "κόσμος". Τα πάντα εκεί είναι απόλυτα ρεαλιστικά, οι τουρίστες μπορούν να ζήσουν όπως ακριβώς στην εποχή που διάλεξαν, ακόμα και να σκοτώσουν. Όλο αυτό επιτυγχάνεται επειδή οι κάτοικοι όλων αυτών των κόσμων - εκτός των ίδιων των τουριστών φυσικά - είναι τέλεια φτιαγμένα ρομπότ, τα οποία είναι προγραμματισμένα να συμπεριφέρονται απόλυτα όμοια με τους κατοίκους της εκάστοτε εποχής, τοσο ώστε οι τουρίστες να μην αντιλαμβάνονται ποιοι από τους "κατοίκους" είναι ρομπότ και ποιοι άλλοι τουρίστες. Όλα αυτά έως ότου στο γουέστερν περιβάλλον ένα ρομπότ χαλάει και αρχίζει να συμπεριφέρεται όπως ακριβώς απαιτεί ο ρόλος του : Σαν πιστολέρο - φονική μηχανή.
Η ταινία, στον απόηχο ίσως της "Οδύσσειας του Διαστήματος", βάζει στο προσκήνιο το θέμα της "επανάστασης της τεχνολογίας" ενάντια στον άνθρωπο, στον δημιουργό της δηλαδή ή, αν θέλετε, τους κινδύνους που εγκυμονεί αυτή. Σε δεύτερο επίπεδο μπορεί κανείς να ανακαλύψει μία κριτική στα βαθιά ριζωμένα άγρια ανθρώπινα ένστικτα. Βλέπετε, οι "πολιτισμένοι" και πλούσιοι τουρίστες πολύ σύντομα αρχίζουν να αρέσκονται στο να σκοτώνουν, να μονομαχούν, να παίζουν ξύλο, συμμετέχοντας πρόθυμα στις "βάρβαρες" συνθήκες του κόσμου που επέλεξαν (τουλάχιστον στον γουέστερν κόσμο, όπου διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ).
Στην ταινία κυριαρχεί βεβαίως η αδυσώπητη παρουσία του Γιουλ Μπρίνερ στο ρόλο του "χαλασμένου" ρομπότ - πιστολέρο που σκορπά τον όλεθρο. Οι σκηνές άλλωστε με την όλο και πιο τρομακτική εμφάνιση ενός ρομπότ που σκοτώνει οτιδήποτε κινείται, επηρρέασαν άμεσα τον μετά από δεκαετία περίπου "Εξολοθρευτή" (το έχει δηλώσει και ο ίδιος ο Κάμερον).
Δεν είναι μεγάλη ταινία ούτε μπορεί σήμερα να προκαλέσει την ανησυχία που ίσως προκάλεσε στην εποχή της. Ωστόσο σε αρκετά σημεά είναι μπροστά, γι' αυτό και αξίζει να της δώσετε μια ευκαιρία. Έστω και για ιστορικούς λόγους.

Σάββατο, Νοεμβρίου 19, 2016

ΨΥΧΡΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΖΕΣΤΑΣΙΑ ΣΤΟΝ ΚΩΜΙΚΟΤΡΑΓΙΚΟ "TONI ERDMANN"

Το 2016 η γερμανίδα Maren Ade εντυπωσιάζει το διεθνές κοινό με το τρίτο της φιλμ, τον απρόβλεπτο "Toni Erdmann", μια ταινία που συνδυάζει την κωμωδία (ενίοτε ξεκαρδιστική) με το δράμα.
Τι είναι όμως η ταινία αυτή; ΄Ένας εκκεντρικός, χωρισμένος 65χρονος πατέρας ζει μόνος και αρέσκεται να μεταμφιέζεται, να σκαρώνει φάρσες και να συμπεριφέρεται αντικομφορμιστικά. Όταν ο σκύλος του πεθαίνει αποφασίζει να επισκεφτεί αιφνιδιαστικά και δίχως καμιά προειδοποίηση την καριερίστα και ψυχρή κόρη του, η οποία εργάζεται σε πολυεθνική εταιρία στο Βουκουρέστι, αμοίβεται πολύ καλά, πλην όμως η προσωπική της ζωή είναι άθλια. Οι δυο τους έχουν αποξενωθεί, αλλά ο πραγματικά απρόβλεπτος πατέρας, που εμφανίζεται από το πουθενά μεταμφιεσμένος και συστήνεται στους πάντες ως Τόνι Έρντμαν, αποφασίζει με τον δικό του απίθανο τρόπο να κάνει μια προσπάθεια επαναπροσέγγισης.
Με έξυπνο τρόπο η σκηνοθέτης αντιπαραθέτει δύο διαφορετικές γενιές, στάσεις ζωής, φιλοσοφίες. Από τη μία η νεότερη γενιά είναι κουμπωμένη, εργασιομανής, ψυχρή. Στόχος της μόνο η καριέρα με κάθε τίμημα. Η προσωπική ζωή έχει θυσιαστεί στον στόχο αυτόν. Μοιάζει απόλυτα υποταγμένη και "σύμφωνη" με τον άγριο καπιταλισμό της εποχής μας και είναι έτοιμη να γίνει θύτης αν χρειαστεί. Από την άλλη η παλιότερη γενιά (έχει ζήσει τα ανήσυχα 60ς και 70ς βλέπετε...) είναι πιο ζεστή, παιχνιδιάρικη, μη σοβαρή ίσως και αποπροσανατολισμένη, δίχως να ξέρει ακριβώς τι θέλει, αλλά, τελικά, πιο ζωντανή και ανθρώπινη. Η ξαφνική, απροετοίμαστη επαφή των δύο θα δημιουργήσει ρωγμές στην τακτοποιημένη, άψογη εξωτερικά ζωή της κόρης, η οποία σιγά - σιγά θα αρχίσει να αμφισβητεί την μέχρι τότε κατάστασή της. Όχι με επαναστατικές ρητορείες ή πράξεις, αλλά στην καθημερινότητά της, στις σχέσεις της με τα άλλα στελέχη, στη μουντή πλην όμως πολυτελή ζωή της. Ταυτόχρονα αντιπαρατίθενται δύο κόσμοι (με τη γεωγραφική έννοια): Ο ψυχρός, καπιταλιστικός κόσμος των βορείων και ο πιο "χύμα", τσαπατσούλικος, αλλά και θερμότερος των πέριξ οικονομιών (το φιλμ είναι γυρισμένο κυρίως στο Βουκουρέστι). Άλλωστε σε κάποιες σκηνές δείχνεται καθαρά το αληθινό, φτωχό πρόσωπο της σύγχρονης Ρουμανίας, πέρα από τα αποστειρωμένα, ψυχρά περιβάλλοντα των πολυεθνικών.
Όλα αυτά δίνονται άλλοτε με τρυφερό και συγκινητικό τρόπο κι άλλοτε με κωμικό, ακόμα και ξεκαρδιστικό, όπως έλεγα στην αρχή. Φυσικά ο πατέρας είναι όλα τα λεφτά και κάθε φορά η αναμονή της επόμενης "κουφής" ενέργειάς του δημιουργεί ακόμα κι ένα είδος ψυχολογικού σασπένς. Τα πάντα κορυφώνονται στο (συμβολικό) γυμνό πάρτι της ηρωίδας, όπου οι πάντες καλούνται για πρώτη φορά να τολμήσουν να δείξουν ποιοι πραγματικά είναι ξεπερνώντας τις μέχρι τότε απρόσωπες σχέσεις τους.
Πατέρας - κόρη λοιπόν, παλιά και νέα γενιά, προηγμένος βοράς και φτωχός νότος, μια σειρά από αντιπαραθέσεις αντίθετων κόσμων μέσα από μια γλυκόπικρη ταινία, που πολύ συχνά θα σας κάνει να γελάσετε. Από τις καλύτερες του 2016, νομίζω. Μοναδική μου αντίρηση η μεγάλη (αδικαιολόγητα κατά τη γνώμη μου) διάρκειά της. Πέραν αυτού μου άρεσε πολύ.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 18, 2016

ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΕΝΟΣ ΜΕΞΙΚΑΝΙΚΟΥ "BORDERTOWN"

Το δεύτερο φιλμ που έτυχε να δω σχεδόν ταυτόχρονα με το "Trade" και αφορά την εφιαλτική κατάσταση που κυριαρχεί σε κάποιες περιοχές του Μεξικό είναι το Bordertown (2006) του Gregory Nava. Πριν όμως λίγα λόγια για τα αληθινά γεγονότα που ενέπνευσαν την ταινία:
Το Χουάρες είναι μεξικάνικη πόλη κοντά στα σύνορα με τις ΗΠΑ, που χαρακτηρίζεται ως μία από τις πλέον βίαιες μη εμπόλεμες περιοχές στον κόσμο. Μετά τη NAFTA, τη συνθήκη που επέτρεπε το ελεύθερο εμπόριο μεταξύ ΗΠΑ - Μεξικού, εγκαταστάθηκαν εκεί εκατοντάδες (!) εργοστάσια, με αποτέλεσμα να αυξηθεί κάθετα ο πληθυσμός (σήμερα υπολογίζεται σε 1.300.000). Το μεγαλύτερο μέρος του, νεαρές γυναίκες κυρίως, εργάζονται σ' αυτά με μισθούς πείνας και ζουν κάτω απο άθλιες συνθήκες, πολλοί σε παραγκουπόλεις. Ταυτόχρονα η πόλη είναι τεράστιο κέντρο λαθρομετανάσυευσης και έδρα του μεγαλύτερου ίσως καρτέλ ναρκωτικών της χώρας. Σα να μην έφταναν όλα αυτά, από το 1993-94 αρχίζει μια σειρά δολοφονιών νέων γυναικών, κυρίως εργατριών, που επιστρέφουν σπίτι μετά τη δουλειά. Το φαινόμενο συνεχίζεται μέχρι σήμερα και υπάρχουν ήδη πάνω από 350 νεκρές (!!), ενώ ο αριθμός αγνοουμένων είναι πολύ μεγαλύτερος. Μερικές μάλιστα έχουν βρεθεί σε ομαδικούς τάφους στην έρημο.
Το φιλμ τώρα είναι σίγουρα περισσότερο χολιγουντιανό από το τραχύ "Trade" (Τζένιφερ Λόπεζ και Αντόνιο Μπαντέρας γαρ...), πλην όμως αρκετά ανησυχητικό. Μια φιλόδοξη αμερικανίδα δημοσιογράφος, που έχει θυσιάσει την προσωπική της ζωή για την καριέρα της, φτάνει στο Χουάρες για να καλύψει τα τραγικά γεγονότα. Εκεί θα προσπαθήσει να συνεργαστεί με έναν αδέκαστο και απειλούμενο από παντού ντόπιου ιδιοκτήτη εφημερίδας, με τον οποίο γνωρίζονται από παλιά. Σιγά - σιγά θα εισχωρήσουν στην καρδιά των μυστηριωδών εγκλημάτων. 
Απο τη μία η ταινία είναι αρκετά σοβαρή, αποφεύγοντας μάλιστα τα εύκολα χάπι-εντ, με "ιδρωμένη" και σκονισμένη κιτρινωπών αποχρώσεων φωτογραφία, και αρκετά καταγγελτική (αν και όχι τόσο όσο ίσως θα έπρεπε). Αναφέρεται και λίγο στην περιβόητη NAFTA, πηγή του κακού, αλλά και στη φτώχεια, τις άθλιες συνθήκες εργασίας, στις ανάλγητες πλούσιες οικογένειες που κυριαρχούν στον τόπο, όπως ακριβώς οι παλιοί φεουδάρχες. Από την άλλη βρίσκει εύκολες λύσεις (από την πρώτη κιόλας μέρα η ηρωιδα γίνεται στόχος των φονιάδων και γενικότερα μπαίνει με αδικαιολόγητα μεγάλη ευκολία στα σκοτεινά βάθη των γεγονότων) και, τελικά, αποδίδει τους φόνους σε κάτι σαν σίριαλ κίλερ (Δεν κατάλαβα! Έναν μόνο; Με τόσα πολλά θύματα;). Έτσι συντηρεί συγχρονως και τα χολιγουντιανά κλισέ ενός πολυφορεμένου είδους θρίλερ.
Δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, κακή ταινία, απλώς κάπως "εύκολη" όπως είπαμε. Τη σώζει η τραγικότητα των αληθινών γεγονότων στα οποία στηρίζεται και η αρκετά καταγγελτική της διάθεση (όχι πάντως τόσο όσο θα μπορούσε, επαναλαμβάνω).

Πέμπτη, Νοεμβρίου 17, 2016

"TRADE" Ή ΟΙ ΕΦΙΑΛΤΙΚΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ TRAFFICKING

Συμπτωματικά έτυχε να δω δύο ταινίες που αφορούν το φτωχό Μεξικό, που τείνει να γίνει μία από τις χώρες με την μεγαλύτερη εγκληματικότητα στον κόσμο. Πανίσχυρα κυκλώματα διακίνησης ναρκωτικών, δολοφονίες γυναικών, trafficking, παράνομη λαθρομετενάστευση και ακραία φτώχια συνθέτουν ένα πραγματικά εκρηκτικό μείγμα. Χαρακτηριστικό είναι ότι η εγκληματικότητα αυξήθηκε με την εφαρμογή της NAFTA, συμφωνίας που κατάργησε τους δασμούς ανάμεσα στις χώρες της Β. Αμερικής, οπότε εκατοντάδες εργοστάσια με πάμφτηνο εργατικό δυναμικό δημιουργήθηκαν στα σύνορα με τις ΗΠΑ δημιουργώντας αχανείς παραγκουπόλεις. Μία ακόμα επίπτωση της οικονομικής παγκοσμιοποίησης...
Το "Trade" γυρίστηκε το 2007 στις ΗΠΑ από τον γερμανό Marco Kreuzpaintner και πρωταγωνιστής είναι ο Κέβιν Κλάιν. Ένα δεκατριάχρονο κορίτσι από τις παραγκουπόλεις της Πόλης του Μεξικό απάγεται από "εμπόρους λευκής σαρκός" και προορίζεται για σκλαβοπάζαρα των ΗΠΑ ή αλλού. Στην αιχμαλωσία τη συντροφεύει μία επίσης απαχθείσα, μεγαλύτερη σε ηλικία, πολωνέζα. Ο νεαρός αδελφός της μικρής, μέλος συμμορίας ο ίδιος, ακολουθεί τους απαγωγείς πασχίζοντας να σώσει την αδελφή του, καθώς νοιώθει υπέυθυνος γι' αυτήν. Στην αναζήτησή του συναντά ένα αμερικάνο αστυνομικό, ο οποίος ακολουθεί κι αυτός τα ίχνη των απαγωγέων για δικούς του, προσωπικούς λόγους. Οι δύο παντελώς αταίριαστοι χαρακτήρες θα αναγκαστούν να συμμαχήσουν για να συνεχισουν την κάτι παραπάνω από επικίνδυνη αναζήτητσή τους.
Η ταινία είναι σκληρή και βλέπεται, νομίζω, με ενδιαφέρον, αφού μας οδηγεί στα άδυτα ενός τεράστιου υπαρκτού προβλήματος. Το trafficking, που τρέφεται με σάρκες από πάμφτωχες τριτοκοσμικές ή πρώην ανατολικές χώρες και που ως θύματα έχει τόσο νέες γυναίκες όσο και παιδιά, αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες φρίκες του σύγχρονου κόσμου. Αδίστακτα καθάρματα απαγάγουντα θύματα και εξ ίσου αδίστακτοι αγοραστές αγοράζουν σεξουαλικούς σκλάβους. Πρόκειται για το κοντινότερο στο αρχαίο δουλεμπόριο φαινόμενο της εποχής μας. Ακόμα και κανονικότατοι ιντερνετικοί και τηλεοπτικοί πλειστηριασμοί γίνονται, όπως θα δούμε στο φιλμ.
Σκληρή, βίαια και, σαν ιστορία, ανατριχιαστική, η ταινία προσπαθεί να καταδείξει τους μηχανισμούς που κάνουν να λειτουργεί όλη αυτή η φρίκη. Νομίζω ότι τα καταφέρνει αρκετά καλά. Και διαθέτει έναν τραχύ ρεαλισμό, που δεν εξωραϊζει τα πράγματα. Όσο για τις εικόνες από τις φτωχογειτονιές των μεξικάνικων μεγαλουπόλεων... ίσως από μόνες τους να αρκούν για να καταδείξουν πόσο έχει αποτύχει ο σύγχρονος κόσμος.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 16, 2016

ΨΥΧΕΔΕΛΙΚΟΣ "DOCTOR STRANGE"

Ως γνωστόν δεν είμαι φαν των υπερηρωικών ταινιών (και κόμικς). Ωστόσο υπάρχουν μερικές εξαιρέσεις. Ο "Doctor Strange" (2016), ας πούμε, του Scott Derrickson (τον οποίο αντιπαθούσα από την εποχή του κακού ριμέικ στο "Όταν η Γη Σταμάτησε") με διασκέδασε πραγματικά και, νομίζω ότι κάπου διέφερε από τον Marvel συρμό.
Πρόκειται για έναν όχι πολύ γνωστό ήρωα της Marvel, που ξεκίνησε στα κόμικς από το 1963. Ο ήρωας είναι ένας ιδιοφυής και πετυχημένος νευροχειρουργός, κλεισμένος στον εαυτό του, ασχολούμενος μόνο με τη δουλειά του και αρκετά υπερόπτης και σνομπ. Όταν τα χέρια του (το εργαλείο της δουλειάς του, την οποία υπεραγαπά δηλαδή) αχρηστεύονται μετά από ένα αυτοκινητικό ατύχημα και αφού μάταια αναζητήσει ποικίλους τρόπους θεραπείας, καταλήγει σ' ένα μοναστήρι στο Θιβέτ, όπου, υπό τη διδασκαλία της μυστηριώδους ηγουμένης Αρχαίας, η οποία διαθέτει υπερφυσικές δυνάμεις, διευρύνει το πνεύμα του, ανακαλύπτει νέα σύμπαντα και αποκτά σχετικές δυνάμεις και ο ίδιος. Τελικά πείθεται να πολεμήσει το υπέρτατο κακό που απειλεί τα πάντα από το Σκοτεινό Σύμπαν και, βέβαια, αλλάζει και εσωτερικά σαν άνθρωπος.
Κατ' αρχήν, αντίθετα από άλλους υπερήρωες,  εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν ήρωα που σχετίζεται άμεσα με τον ανατολικό μυστικισμό. Όλα εδώ έχουν μια κάπως "new age" διάσταση, την οποία προσωπικά δεν συμμερίζομια στην πραγματική ζωή, εδώ όμως γίνεται διακεδαστική και πρωτότυπη για το είδος. Από την άλλη έχουμε τον Μπάνεντικτ Κάμπερμπατς στον κεντρικό ρόλο, που αλλάζει με την παρουσία του τα δεδομένα (και την Τίλντα Σουίντον βεβαίως). Επίσης εδώ τα εφέ είναι και πραγματικά θεαματικά (στο νου μας έρχονται μεταξύ άλλων τα "Dark City" και "Inception"), αλλά και λειτουργικά. Φυσικά, όπως σε όλα σχεδόν τα φιλμ του είδους, οι χιουμοριστικές ατάκες υπάρχουν και σπάνε την όποια σοβαρότητα. Τέλος, αυτό που εμφανίζεται για πρώτη φορά σε τέτοιο φιλμ, είναι το ψυχεδελικό στοιχείο. Μερικές από τις εικόνες είναι θαρρείς βγαλμένες από αντίστοιχα οπτικά τριπ των 60ς. Άλλωστε μ' αυτό ταιριάζει και το όλο μυστικιστικό κλίμα που λέγαμε, που τόσο της μόδας ήταν την εποχή εκείνη.
Φυσικά τα κλισέ του είδους υπάρχουν και το όλο concept μάλλον αφελές είναι. Αλλά αυτά είναι δεδομένα. Όταν βλέπεις Marvel το ζητούμενο είναι η καθαρή διασκέδαση και όχι κάτι "υψηλότερο". Αντίθετα λοιπόν με τα περισσότερα άλλα φιλμ της, που προσωπικά βαριέμαι, ο "Doctor Strange" την διασκέδαση αυτή μου την προσέφερε απόλυτα. Γι' αυτό λοιπόν τελικά μου άρεσε και, όπως είπα, τον θεωρώ και κάπως διαφορετικό από τον ορυμαγδό τέτοιων φιλμ που μας έχουν κατακλύσει τα τελευταία χρόνια.

Τρίτη, Νοεμβρίου 15, 2016

"ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ": ΝΑ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΙΡΑΝΙΚΟΣ ΤΡΟΜΟΣ!

Ο Babak Anvari είναι ιρανός και ζει πλέον στο Λονδίνο. Το "Στη Σκιά του Φόβου" (Under the Shadow) του 2016 είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του. Και είναι ταινία τρόμου. Είναι μεν ιρανοβρετανική παραγωγή, πλην όμως όλα τα άλλα (γλώσσα, ηθοποιοί, τόπος κλπ.) είναι ιρανικά. Έτσι μπορούμε να μιλάμε για την πρώτη ιρανική ταινία τρόμου. Και καλή μάλιστα!
Το 1988 ο πόλεμος Ιράν - Ιράκ (από τους πλέον μακροχρόνιους μετά τον Β' παγκόσμιο) μαίνεται και η Τεχεράνη βομβαρδίζεται ανηλεώς από τους ιρακινούς. Ο κόσμος εγκαταλείπει την πόλη και καταφεύγει στην επαρχία, οι πολυκατοικίες αδειάζουν. Μια νεαρή μητέρα, καταπιεσμένη από το φανατικό ισλαμικό καθεστώς, αναγκάζεται να μείνει μόνη με την κόρη της στο διαμέρισμά τους, καθώς ο σύζυγος στέλνεται αλλού. Όταν μια βόμβα πέφτει στην πολυκατοικία, δίχως όμως να εκραγεί, η μικρή κόρη αρρωσταίνει, ενώ όλο και πιο περίεργα, ανησυχητικά και τρομακτικά (πάντοτε όμως που γίνονται αντιληπτά μόνο με την "άκρη του ματιού") γεγονότα συμβαίνουν στο διαμέρισμα. Τα πράγματα γίνονται χειρότερα, αφού η πολυκατοικία αδειάζει σιγά - σιγά από τους γείτονες που εγκαταλείπουν την πρωτεύουσα. Έτσι και μητέρα και κόρη θα μείνουν ολομόναχες...
Κατ' αρχήν θα πω ότι πρόκειται για μια καλή ταινία τρόμου με φαντάσματα (τζίνια, όπως τα λένε στην Ανατολή, και πιστέψτε με, δεν είναι καθόλου καλοκάγαθα όπως στα παραμύθια). Και μάλιστα δίχως καθόλου εφέ. Το φιλμ είναι σχεδόν ολόκληρο γυρισμένο μέσα στην πολυκατοικία και ο τρόμος, που είναι απόλυτα ατμοσφαιρικός, προκύπτει και από την όλη αγχωτική και κλειστοφοβική κατάσταση. Λίγες φευγαλέες σκιές, κάποιοι θόρυβοι, πολύ λιτά μέσα δηλαδή, είναι εδώ ικανά να μας τρομάξουν. Επιτέλους μπορούμε να φοβηθούμε δίχως πολύπλοκους ψηφιακούς μπαμπούλες. Γι' αυτό και το βρίσκω πολύ καλή ταινία τρόμου, ενός πλήρως παρακμασμένου είδους στην εποχή μας, παρά το ότι χρησιμοποιεί παλιά τεχνάσματα (παιδί, κούκλα κλπ) .
Αυτό όμως που για μένα του δίνει μεγαλύτερη αξία είναι το αλληγορικό στοιχείο και το πολιτικό - ιστορικό φόντο. Παράλληλα με το υπερφυσικό στοιχείο, ο Anvari κατορθώνει να περάσει μια έντονη κριτική στο θεοκρατικό καθεστώς, καθώς δείχνει ανάγλυφα την καταπίεση της γυναίκας κάτω από την κυριαρχία των ισλαμιστών, η οποία μόνο στο διαμέρισμά της μπορεί να είναι ελευθερη (δίχως τσαντόρ και βλέποντας παράνομο... αερόμπικ από απαγορευμένες (!) βιντεοκασέτες με την Τζέιν Φόντα, ενώ η συνέχιση των σπουδών της τής έχει απαγορευτεί). Ταυτόχρονα μπορεί να ειδωθεί και σαν αντιπολεμική κριτική, αφού το Κακό έρχεται με μια βόμβα - αλλά και η όλη κατάσταση είναι δυσάρεστη λόγω του πολέμου, πριν εμφανιστούν τα πνεύματα.... Αυτός ακριβώς ο συνδυασμός ιστορικού - ρεαλιστικού φόντου και μεταφυσικού τρόμου είναι που μου άρεσε στο φιλμ.
Μην φοβηθείτε για την εθνικότητα και τη γλώσα. Συνίσταται οπωσδήποτε στους φίλους του είδους, αλλά και σε σινεφίλ γενικότερα, αφού, όπως είπαμε, είναι πολέπίπεδο και έξυπνο. και μάλιστα σε μια "ξερή" εποχή για τον τρόμο

Κυριακή, Νοεμβρίου 13, 2016

ΕΞΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΔΥΣΚΟΛΕΣ, ΜΕΤΑΒΑΛΛΟΜΕΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΤΟ "ΒΑΜΜΕΝΟ ΠΕΠΛΟ"

Το "Βαμμένο Πέπλο" (Painted Veil) βασίζεται σε βιβλίο του Σόμερσετ Μομ. Διαβάζω ότι έχει μεταφερθεί άλλες δύο φορές στην οθόνη παλιότερα. Εδώ μας ενδιαφέρει η εκδοχή του 2006 του John Curran, με τον Έντουαρντ Νόρτον και τη Ναομί Γουάτς στους βασικούς ρόλους.
Η ταινία μας μεταφέρει στην ταραγμένη Κίνα της δεκαετίας του 20. Εκεί θα φτάσει ένα ζευγάρι νιόπαντρων βρετανών : Ένας γιατρός και η όμορφη σύζυγός του. Το ζευγάρι αποξενώνεται όταν ο σύζυγος ανακαλύπτει την απιστία της γυναίκας του. Με ένα μείγμα αυτοθυσίας και εκδίκησης από μέρους του, θα την υποχρεώσει να κατοικήσουν μαζί σε ένα μικρό, ξεχασμένο χωριό στην καρδιά της περιοχής όπου έχει ξεσπάσει επιδημία χολέρας, όπου ο γιατρός θα προσφέρει ατρόμητα τις πολύτιμες υπηρεσίες του. Ταυτόχρονα, για να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, ο κινεζικός εθνικισμός ανεβαίνει κάθετα και ένας πιθανός εμφύλιος βρίσκεται προ των πυλών.
Δράμα χαρακτήρων, το φιλμ συνδυάζει πετυχημένα κατά τη γνώμη μου τις προσωπικές σχέσεις με το ταραγμένο ιστορικό φόντο. Αλλά και με την κυριαρχία μιας οργιώδους φύσης, που ζώνει από παντού τους ήρωες. Από εκεί και πέρα όλο το ενδιαφέρον πέφτει στην εξέλιξη των μεταξύ τους σχέσεων. Ψυχρότατες αρχικά εξ αιτίας της απιστίας, με έναν εκδικητικό και δίχως αισθήματα σύζυγο, θα εξελιχτούν βαθμιαία σε ένα παράξενο είδος αμοιβαίας εκτίμησης, αλλά η κατάσταση γύρω τους διαρκώς θα χειροτερεύει...
Βρήκα την ταινία ενδιαφέρουσα, ακριβώς λόγω της κατάδειξης της αλλαγής των ανθρώπινων συναισθημάτων, των ανθρώπινων σχέσεων γενικοτερα. Ο έρωτας, η μετατροπή του σε στοργή και συντροφικότητα, η αμοιβαία αποξένωση, όλα υπάρχουν εδώ. Όσο για τους χαρακτήρες (ιδιαίτερα ο αντρικός) είναι πολύπλοκοι και πολυεπίπεδοι. Όντως ο ήρωας δύσκολα κατατάσσεται με απλοϊκούς όρους του στιλ "καλός - κακός". Αντίθετα μέσα του μοιάζουν να υπάρχουν αντικρουόμενα συναισθήματα και δυνατότητες τόσο για το καλό όσο και για το κακό. Πρόκειται για έναν από τους πλέον αταξινόμητους χαρακτήρες που έχω συναντήσει στην οθόνη.
Η φωτογραφία, της φύσης κυρίως, είναι εντυπωσιακή, το ταραγμένο ιστορικό φόνταο που λέγαμε εντείνει την αγωνία και την ανασφάλεια των ηρώων και, γενικά, αν σας αρέσουν τα δραματικά φιλμ εποχής- με μια μεγάλη δόση εξωτισμού - νομίζω ότι θα το απολαύσετε.

Σάββατο, Νοεμβρίου 12, 2016

Η "ΑΓΡΙΑ ΣΥΜΜΟΡΙΑ" ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ

Το 1969 ο Sam Peckinpah (1925-1984) γυρίζει την κλασική "Άγρια Συμμορία", που μερικοί την θεωρούν την καλύτερη ταινία του και που κατά τη γνώμη μου παραμένει ένα από τα καλύτερα γουέστερν όλων των εποχών, και μάλιστα σε μια εποχή που το είδος έφθινε.
Μια συμμορία, της οποίας τα δύο βασικά μέλη είναι πλέον μεσήλικες, οργανώνουν ένα τελευταίο κόλπο πριν αποσυρθούν. Όταν αυτό αποτυγχάνει και καταλήγει σε λουτρό αίματος λόγω των κυνηγών επικηρυγμένων που ακολουθούν τη συμμορία, τα μέλη θα πάνε στο Μεξικό - συζητώντας πάντα για οριστική απόσυρση - θα εμπλακούν στην μεξικάνικη επανάσταση και, σε μια κυριολεκτικά αποστολή αυτοκτονίας, θα αποφασίσουν να ελευθερώσουν έναν σύντροφό τους, που έχει αιχμαλωτιστεί από έναν σκληρό μεξικάνο στρατηγό. Ταυτόχρονα ένα παλιό μέλος της συμμορίας έχει (με βαριά καρδιά) αναλάβει το ρόλο του διώκτη τους από τη μεριά του νόμου.
Ελεγειακό γουέστερν, σκληρό, βίαιο και αιματοβαμένο, μιλά για πολλά πράγματα. Για το τέλος μιας εποχής πρώτα - πρώτα και μάλιστα σε δύο επίπεδα: Σε προσωπικό επίπεδο τα βασικά μέλη αρχίζουν να γερνάνε και δεν αντέχουν πια αυτή τη ζωή, που, ωστόσο, τους έχει χαρίσει μεγάλες στιγμές στο παρελθόν. Αυτό που τώρα κυριαρχεί είναι κούραση... Σε κοινωνικό επίπεδο είναι ο κόσμος γύρω τους που αλλάζει, οι παλιοί κώδικες που χάνονται, η τεχνολογία που μπαίνει στις ζωές τους (μας). Μιλά επίσης για συγκεκριμένους κώδικες τιμής, που κρατούνται μέχρι τέλους με οποιοδήποτε τίμημα. Ακόμα κι αν αυτό είναι ο θάνατος. Μιλά για την αντρική φιλία, που μοιάζει να είναι πάνω απ' όλα.Και ίσως και για άλλα, που εσείς μπορεί να νανακαλύψετε. Με όλα αυτά το παλιό Φαρ Ουέστ μυθοποιείται εδώ, και μάλιστα τη στιγμή ακριβώς που αργοπεθαίνει, που χάνεται. Οι παράνομοι είναι πιο ανθρώπινοι, έχουν περισότερη "μπέσα". Ο νόμος- ή μάλλον αυτοί με το μέρος των οποίων είναι ο νόμος - είναι άπληστοι, σκληροί και χυδαίοι. Όπως και να το κάνουμε πάντως λιγότερο συμπαθείς από τους ήρωες του φιλμ.
Φυσικά, όπως συνήθως στα φιλμ του Peckinpa, το αίμα ρέει άφθονο, οι σκηνές βίας σε slow motion διαδέχονται η μία την άλλη (μια τόσο συνηθισμένη σήμερα τεχνική, που αυτός χρησιμοποίησε πρώτος), και η δράση δεν κορυφώνεται μία μόνο φορά... Συγχρόνως όμως με αυτά η έντονη μελαγχολική ατμόσφαιρα, αυτή που υπογραμμίζει το "τέλος εποχής" σε κάθε επίπεδο, που λέγαμε και πριν, είναι πανταχού παρούσα. Στο τέλος, το ξέσπασμα, η λύτρωση θαρρείς μέσω του θανάτου, αυτό το φοβερά απλό και τόσο δυνατό "Γιατί όχι;" που ακούγεται, κάνει το βίαιο φιλμ ακόμα και συγκινητικό. Βλέπετε, κάποιοι δεν μπορούν να χωρέσουν στη νέα εποχή. Κι αν το δεις πολιτικά, τελικά οι μόνοι κερδισμένοι απ' όλο αυτό το μακελειό είναι οι φτωχοί χωρικοί, τα μόνιμα θύματα που καταπιέζονται από παντού.
Νομίζω ότι η ταινία παραμένει μεγάλη όσα χρόνια κι αν περάσουν. Αν βέβαια αποδεχτούμε την έντονη βία σε όλο το έργο του  Peckinpa.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 11, 2016

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΔΡΑΜΑΤΙΚΑ ΠΑΡΑ ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΑ "7 ΛΕΠΤΑ ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ"

Ο ισπανός Juan Antonio Bayona έχει φαίνεται για τα καλά μπει στο χώρο του αγγλόφωνου, αμερικανο-κάτι-άλλο κινηματογράφου. Μετά το πολύ καλό ισπανικό "Ορφανοτροφείο" έκανε το "The Impossible", ενώ το 2016 μεταφέρει στην οθόνη το εφηβικό μπεστ σέλερ του Πάτρικ Νες "A Monster Calls" ("7 Λεπτά μετά τα Μεσάνυχτα" στην Ελλάδα).
Ένα 12χρονο αγόρι ζει δυστυχισμένα, καθώς η νεαρή, χωρισμένη μητέρα του πάσχει από ανίατη ασθένεια, η γιαγιά του είναι αυταρχιή και καταπιεστική, ενώ στο σχολείο αποτελεί μόνιμο θύμα μπούλινγκ από μια ομάδα συμμαθητών του. Μια νύχτα δέχεται την επίσκεψη ενος τέρατος με τη μορφή ενός γιγάντιου κινούμενου δέντρου. Το τέρας, στις διαδοχικές του επισκέψεις, θα του αφηγηθεί τρείς συμβολικές ιστορίες και θα απαιτήσει από τον μικρό να πει μία δική του, που περιλαμβάνει την απόλυτη αλήθεια για το πώς νοιώθει.
Η ταινία είναι βέβαια ταινία φαντασίας, εντυπωσιακή μάλιστα σε κάποιες εικόνες της. Διαθέτει μάλιστα και κάποια σκοτεινή ατμόσφαιρα, στην αρχή κυρίως. Ωστόσο είναι κάτι παραπάνω από σαφές ότι το βάρος πέφτει όχι τόσο στο φανταστικό ή στον τρόμο, αλλά στο δράμα.  Και μάλιστα βαρύ δράμα. Κυρίως στις σχέσεις του παιδιού με τη μητέρα του, στα πιο βαθιά και κρυφά συναισθήματα που αυτό τρέφει για εκείνη. Το ψυχαναλυτικό στοιχείο υπάρχει έντονο και όλα μοιάζουν να λύνονται (κάπως αφελώς κατά τη γνώμη μου) όταν βγάλουμε στο φως τις αλήθειες που κρύβουμε μέσα μας (συχνά τις κρύβουμε κι από τον ίδιο μας τον εαυτό). Τελικά έχουμε να κάνουμε με ένα ψυχολογικό δράμα που "κρύβεται" κάτω από το φανταστικό στοιχείο.
Οι εικόνες ισοροπούν ανάμεσα στον καθημερινό ρεαλισμό και την γοτθική ατμόσφαιρα του φανταστικού, κι αυτή η "αταίριαστη" ισοροπία δίνει μια ιδιαιτερότητα στο φιλμ. Οι ιστορίες που αφηγείται το τέρας "εικονογραφούνται" με όμορφο εικαστικά animation, που ταιριάζει με τις εικόνες που ζωγραφίζει το παιδί. Αυτό το πάντρεμα κινηματογραφικής εικόνας και animation εξασφαλίζει άλλη μια ιδιαιτερότητα. Ωστόσο συνολικά δεν μπορώ να πω ότι η ταινία με ενθουσίασε. Είναι ευαίσθητη και όμορφη αισθητικά, αλλά το πολύ δράμα και η κάπως απογοητευτική λύση μάλλον με κούρασαν. Πάντωςπαραμένει μια αρκετά ιδιαίτερη ταινία.
Τελικά νομίζω ότι από τα τρία προτιμώ το πρώτο φιλμ του Bayona, το "Ορφανοτροφείο".

Τετάρτη, Νοεμβρίου 09, 2016

"ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ, ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ", ΟΙ ΚΑΛΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΚΟΙ

Ο βέλγος Bouli Lanners είναι ηθοποιός και σκηνοθέτης, τον οποίο αγνοούσα. Το 2016 γυρίζει το "Les Premiers les Derniers" (Οι Πρώτοι οι Τελευταίοι), ένα ασυνήθιστο νουάρ (ή περίπου), το οποίο προσωπικά μου άρεσε πολύ.
Δύο πενηντάρηδες πλέον σύγχρονοι "κυνηγοί επικηρυγμένων" ψάχνουν να βρουν έναπολύτιμο  κινητό που κάποιοι έκλεψαν από τον εργοδότη τους. Καθώς το ανθρωποκυνηγητό θα συνεχιστεί σε μια μουντή, βροχερή και άσχημη επαρχία, θα διαπιστώσουν ότι το κινητό το έχει κλέψει ένα ζευγάρι ελαφρά καθυστερημένων, που το έχουν σκάσει από το ίδρυμά τους και ζουν σαν κλοσάρ. Συγχρόνως στην ιστορία εμπλέκονται μεταξύ άλλων μια ομάδα βέλγων ή γάλλων (δεν ξέρω πού ακριβώς διαδραματίζεται το φιλμ) "rednecks" (ναι, δεν υπάρχουν μονο στην Αμερική τέτοιοι), μια γυναίκα που περιθάλπει έναν από τους δύο κυνηγούς, ο μυστηριώδης εργοδότης και ο... Ιησούς.
Η ταινία με κράτησε από την αρχή ως το τέλος. Διαθέτει έξυπνο, δίχως κενά σενάριο, πολύ ενδιαφέροντες και πρωτότυπους χαρακτήρες, καλούς διαλόγους, σασπένς και μια υφέρπουσα μελαγχολία, που κάποιες στιγμές μετατρέπεται σε γλυκύτητα, ενώ το χιούμορ είναι κι αυτό παρόν. Αυτό που μου άρεσε περισσότερο είναι η ανατροπή όχι στο σενάριο και στις όποιες αποκαλύψεις, αλλά στους ίδιους τους χαρακτήρες. Στην αρχή δύσκολα θα μαντέψει κανείς ποιοι είναι οι "καλοί" και οι "κακοί" (σχηματικά το λέω, δεν υπάρχουν ακριβώς τέτοιοι) και βαθμιαία η ανθρωπιά θα ξεπεταχτεί από εκεί που δεν το περιμένεις, ενώ οι δύο κυνηγοί παρουσιάζονται ως τυπικοί κουρασμένοι loosers. Η φωτογραφία εντυπωσιάζει επίσης τονίζοντας την ασχήμια, τη γκριζάδα, τη θλίψη της (βελγικής ή γαλικής) επαρχίας, μιας επαρχίας κατοικημένης από κάθε άλλο παρά καλοκάγαθους και αθώους κατοίκους.
Εξαιρετικό σύγχρονο νουάρ με όχι τόσο πολύπλοκο σενάριο, όσο με πολύπλοκους και εξελισόμενους χαρακτήρες, διαθέτει και την πρωτοτυπία ότι διαδραματίζεται στην άχαρη ύπαιθρο και όχι, όπως συνήθως συμβαίνει στο είδος, στην πόλη. Θα προσπαθησω να δω κι άλλες ταινίες του σκηνοθέτη.
ΥΓ: Στο φιλμ κάνει μια απροσδόκητη εμφάνιση σε μικρό ρόλο ο Μαξ φον Σίντοφ!

Τρίτη, Νοεμβρίου 08, 2016

ΟΤΑΝ ΤΑ ΕΝΤΟΜΑ ΜΕΤΑΛΛΑΣΣΟΝΤΑΙ ΣΤΟ "MIMIC"

Το έχω ξαναγράψει: Ο μεξικάνος Guillermo Del Toro, κινούμενος πάντοτε στο χώρο του φανταστικού, γυρίζει εξαιρετικές ισπανόφωνες ταινίες, ενώ όταν πάει στο Χόλιγουντ και κάνει αγγλόφωνες το αποτέλεσμα είναι τις περισσότερες φορές μέτριο. Το 1997 φοβάμαι ότι ήταν η σειρά της μετριότητας, αν τουλάχιστον κρίνουμε από το φιλμ τρόμου "Mimic" (για να πούμε την αλήθεια ήταν η δεύτερη μόλις ταινία του και ακόμα δεν είχε δείξει τις δυνατότητές του).
Μια εντομολόγος σώζει την ανθρωπότητα από μια μυστηριώδη θανατηφόρα ασθένεια που προσβάλλει παιδιά, δημιουργώντας μεταλλαγμένα έντομα, τα οποία σκοτώνουν τις κατσαρίδες, που είναι οι φορείς της ασθένειας. Τρία χρόνια μετά τερατώδη γιγάντια έντομα (ή μήπως άνθρωποι - έντομα;) εμφανίζονται στους αχανείς υπονόμους της πόλης σκορπίζοντας τον τρόμο. Και, καθως στρέφονται ενάντια στους ανθρώπους, αυτό που μπορεί να συμβεί από εδώ και πέρα θα είναι πολύ πιο εφιαλτικό. Τα τέρατα βεβαίως πολεμά στους υπονόμους - ποια άλλη;- η ίδια η εντομολόγος με τον σύζυγό της και έναν - δύο άλλους...
Κατ' αρχήν είναι ενδιαφέρουσα η ιδέα ότι θέλοντας να δημιουργήσεις κάτι καλό, να νικήσεις δηλαδή μια φοβερή αρρώστια, δημιουργείς κάτι φριχτό, που απειλεί με τη σειρά του ολόκληρη την ανθρωπότητα. Εδώ δεν έχουμε "τρελό επιστήμονα", αλλά μόνο αγαθές προθέσεις. Από εκεί και πέρα όμως το μυαλό του θεατή θα πάει κατ' ευθείαν στο "Alien" - και πιο πολύ στο δεύτεροο "Aliens", του οποίου η επιροή είναι εμφανέστατη. Εκτός αυτού η δράση είναι συχνά προσχηματική, ο τρόμος δεν είναι ακριβώς τρόμος, αλλά περισσότερο αηδία (βρώμικοι υπόνομοι, κατσαρίδες, γιγάντια έντομα, υγρά αυγά που στάζουν και αντίστοιχα κουκούλια, εντόσθια εντόμων και ζουμιά εντόμων με τα οποία όλοι πασαλείβονται, και συγνώμη αν σας έκοψα την όρεξη...), μάλλον ξέρουμε από την αρχή ποιοι από τους "καλούς" θα πεθάνουν και ποιοι θα επιβιώσουν... και εν τέλει μας περιμένει και ένα ηλίθιο φινάλε. Αφείστε δε και τις σεναριακές αυθαιρεσίες (το παιδί γιατί δεν το φάγανε;) Το τυπικό, βαρετό Χόλιγουντ σε μια ακόμα μπανάλ εκδοχή του.
Εντάξει, μην το θάψω εντελώς. Βλέπεται και ίσως κρατά τον θεατή για δύο ώρες, αλλά μέχρις εκεί και απολύτως τίποτα περισσότερο. Αν σκεφτείτε ότι οι επιρροές που λέγαμε μπορεί να θεωρηθούν από κάποιους και αντιγραφές, νομίζω ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν Del Toro στα χειρότερά του (μόνο το "Pacific Rim" του βρήκα ακόμα χειρότερο). Ήταν βέβαια η δεύτερη μόλις ταινία του και ακόμα δεν είχε δείξει τις δυνατότητές του.

Κυριακή, Νοεμβρίου 06, 2016

ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΙ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΙ ΣΤΙΣ "ΓΕΦΥΡΕΣ ΤΟΥ ΜΑΝΤΙΣΟΝ"

Να λοιπόν που μια απο τις πιο τρυφερές, ευαίσθητες και ρομαντικές ταινίες των πολλών τελευταίων χρόνων έγινε από έναν "σκληρό" του σινεμά. Μιλώ για τις θαυμάσιες "Γέφυρες του Μάντισον" του 1995 και, βέβαια, για τον Clint Eastwood, ο οποίος εδώ μάλιστα αποσπά και εξαιρετικές ηθοποιίες από την Μέριλ Στριπ και... τον εαυτό του.
Σε μια συντηρητική επαρχία των ΗΠΑ, μετά το θάνατο της μητέρας τους, τα 40κάτι πλέον παιδιά της, άντρας και γυναίκα, με μια μάλλον όχι και τόσο ευχάριστη προσωπική  ζωή, διαβάζουν τα γράμματα που τους άφησε και ανακαλύπτουν εμβρόντητοι ότι η "τέλεια νοικοκυρά", πρότυπο επαρχιακής παντρεμένης γυναίκας, είχε κάποτε εραστή. Σοκαρισμένοι αρχικά μαθαίνουν για μια παθιασμένη σχέση που κράτησε 4 μόλις μέρες, αλλά λίγο έλειψε να αλλάξει ριζικά ολόκληρη τη ζωή της (τη ζωή τους μάλλον), κι εμείς μεταφερόμαστε στην επαρχία Μάντισον στις αρχές των 60ς όταν η αψεγάδιαστη σύζυγος και μητέρα γνωρίζει έναν μποέμ φωτογράφο του National Geographic που φτάνει στην ξεχασμένη περιοχή τους, όταν σύζυγος και παιδιά θα λείψουν για 4 μέρες για ένα τοπικό πανηγύρι, και όλα όσα κρύβει βαθιά μέσα τους θα ξεσπάσουν.
Δεν ξέρω τι να πρωτοθαυμάσω σε ένα τόσο χαμηλότονο φιλμ όπως αυτό, γεμάτο όμως με νοήματα και ευαισθησία. Είναι εξαιρετική η μελέτη και η ανάδειξη μιας μακράς σειράς καταστάσεων: Της επαρχιακής και οικογενειακής πλήξης μιας γυναίκας. Της σφοδρής σύγκρουσης συναισθήματος και λογικής, ρομαντισμού και πραγματικότητας. Των ονείρων που χάνονται, καλυμμένα από τόννους ρουτινιάρικης καθημερινότητας. Των συμβιβασμών που αναγκαζόμαστε όλοι να κάνουμε στη ζωή μας. Της ανάλυσης του ερωτικού πάθους, που, αλοίμονο, δεν μπορεί να διαρκέσει για πάντα. Της ήσυχης, γλυκιάς και υπνωτικής επαρχιακής μελαγχολίας. Και, εντέλει, της κυριαρχης αίσθησης του καθήκοντος (ή μήπως των κοινωνικών συμβάσεων;), το οποίο όμως δεν είναι ακριβώς μια βαρύτατη θυσία, με την έννοια ότι υποχρεώνει στην απομάκρυνση από το πάθος, αλλά προσφέρει κι αυτό τη δική του μικρή, ήπια, καθημερινή ικανοποίηση. Αν και η έννοια της θυσίας παραμένει βασική...
Συγκίνηση, δίχως όμως μελό, υπέροχη φωτογραφία, που αναδεικνύει τόσο την ομορφιά όσο και τη μελαγχολία της ήσυχης επαρχιακής φύσης, πάθη που σιγοβράζουν δίχως ποτέ να ξεσπάνε, θαυμάσιοι χαρακτήρες και, τελικά, ένας μεγάλος, ανεκπλήρωτος έρωτας σαν επίκεντρο όλων αυτών, συνθέτουν μια από τις πιο όμορφες ταινίες του είδους. Χωρίς δράση ή έντονες δραματικές κορυφώσεις, προειδοποιώ και πάλι, αλλά αυτή ακριβώς είναι νομίζω η αξια της. Οι αργοί σχετικά ρυθμοί, τα βουβά πάθη, οι χαμηλοί τόνοι, εναρμονίζονται τέλεια με την όλη μελαγχολία που θέλει να δείξει. Είναι αυτό που προσωπικά θα χαρακτήριζα βαθιά συγκινητικό, δίχως κορώνες και φωνές. Απλώς τέλεια αρμονικό σαν ιστορία, νόημα και ατμόσφαιρα.

Σάββατο, Νοεμβρίου 05, 2016

Ο ΧΑΡΙ ΠΟΤΕΡ, Ο ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΤΟΥ ΑΖΚΑΜΠΑΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΑΓΕΙΑΣ

Η σειρά των σούπερ μπεστ σέλερ βιβλίων του Χάρυ Πότερ έγινε βέβαια σειρά επίσης πετυχημένων στα ταμεία (και ευχάριστων σε γενικές γραμμές) ταινιών (προς μεγάλη χαρά, φαντάζομαι, της J.K. Rowling, ιδαίτερα σε οικονομικό επίπεδο). Το 2004 κυκλοφορεί η τρίτη ταινία της σειράς, το "Harry Potter and the Prisoner of Azkaban", μάλλον η καλύτερη μέχρι τότε. Αναμενόμενο βεβαίως, αφού τη σκηνοθεσία παίρνει από τα χέρια του απλώς καλού διεκπεραιωτή Chris Colombus ο σαφώς περισσότερο ικανός και "ψαγμένος" μεξικάνος Alfonso Cuaron.
 Ο Πότερ βρίσκεται στο τρίτο έτος της σχολής μαγείας του Hogwats, ένα έτος όπου σημαδιακά πράγματα συμβαίνουν σ' αυτό: Αποκτά καινούριο καθηγητή στο μάθημα της "Άμυνας ενάντια στις Σκοτεινές Τέχνες", γνωρίζεται με έναν... γρύπα, αλλά το σπουδαιότερο είναι ότι ο παρανοϊκός δολοφόνος Σίριους Μπλακ δραπετεύει από το Αζκαμπάν, όπου κρατείται, και, όπως όλα δείχνουν, αναζητά τον Πότερ. Χειρότερο ακόμα είναι ότι τον αναζητούν και κάποιες σκοτεινές οντότητες, οι εφιαλτικοί Dementors, φύλακες του Αζκαμπάν. Σύντομα ο ήρωάς μας θα μάθει ότι ο Σίριους Μπλακ, ενώ ήταν ο αγαπημένος φίλος των νεκρών γονιών του, σχετίζεται άμεσα με τον θάνατό τους...
Φυσικά πρόκειται απλώς για μια ακόμα θεαματική περιπέτεια του Χάρι Πότερ. Χορταστική, διασκεδαστική, που εγγυάται δύο (και παραπάνω) ευχάριστες ώρες. Ωστόσο αυτή εδώ διαθέτει και κάτι παραπάνω: Αρκετά σκοτεινό κλίμα (κυρίως λόγω της παρουσίας των Dementors, αλλά και του φυγά Σίριους) και αρκετές απροσδόκητες ανατροπές. Ποιοι είναι αληθινά οι "καλοί" και ποιοι οι "κακοί"; Είναι πάντοτε τα πράγματα όπως φαίνονται; Προφανώς όχι...
Όπως αποδεικνύει εδώ, ο Cuaron μπορεί να φέρει άνετα σε πέρας μια κλασική χολιγουντιανή υπερπαραγωγή. Και μάλιστα από τις χορταστικές του είδους. Εκτός από τη σκοτεινή ατμόσφαιρα που προαναφέραμε, κατορθώνει να μην κουράσει τον θεατή στα 142 λεπτά της διάρκειάς του. Δεν είναι λίγο αυτό.
Γενικά, χωρίς να είμαι ιδιαίτερα φαν των βιβλίων ή των ταινιών του Χάρι Πότερ, βρίσκω την ταινία διασκεδαστική και ευχάριστη, και μάλιστα μάλλον από τις καλύτερες της τόσο πετυχημένης σειράς.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 03, 2016

ΤΟ "ΚΑΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ" ΦΤΑΝΕΙ ΣΤΑ ΑΚΡΑ ΣΤΟ "WILD"

Τρίτη μεγάλου μήκους ταινία της γερμανίδας (και ηθοποιού) Nicolette Krebitz (την οποία ομολογώ ότι αγνοούσα), το "Wild" του 2016 εντυπωσιάζει τόσο με το ωμό και στα άκρα καλεσμα της φύσης που πρεσβεύει όσο και με τη δυσκολία των γυρισμάτων καθ' εαυτή. Σίγουρα πάντως είναι φιλμ που δεν θα ξεχάσετε σύντομα.
Μια μοναχική, εργαζόμενη κοπέλα, περνά μια μουντή, γκρίζα και ανούσια ζωή. Ώσπου μια μέρα, σε ένα πάρκο το οποίο διασχίζει κάθε πρωί για να πάει στη δουλειά της, συναντά έναν λύκο, ο οποίος προφανώς κάπως έχει κατέβει στην πόλη. Το ζώο γίνεται έμμονη ιδέα της ηρωίδας. Μετά από καιρό και με ποικίλες μεθόδους καταφέρνει να το πιάσει και, ναρκωμένο, να το οδηγήσει στο διαμέρισμά της. Από εκεί και πέρα ξεκινά μια απίστευτη, δύσκολη συμβίωση. Ή μήπως θα έπρεπε να πούμε ένας έρωτας;
Το φιλμ κυριαρχείται από την ιδέα της απόριψης κάθε μορφής πολιτισμού και κοινωνικότητας και την απόλυτη, τέλεια επιστροφή στη φύση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Η ηρωίδα ξεκινά με ένα είδος εμμονής για το ζώο. Κάποια στιγμή αυτό θα εξελιχτεί σε ένα είδος επίσης έρωτα και στη συνέχεια ο δεσμός τους θα γίνει όλο και πιο βαθύς, καθώς εκείνη μοιάζει να απορρίπτει όλο και πιο ολοκληρωτικά κάθε μορφή ανθρώπινης κοινωνίας. Μιας κοινωνίας, άλλωστε, που δεν παρουσιάζεται με τα πιο όμορφα χρώματα...
Αλληγορία για τα καταπιεσμένα ένστικτα που όλοι κρύβουμε μέσα μας (ή, αν προτιμάτε, για το κτήνος μέσα μας), μαύρη σάτιρα των κοινωνικών συμβάσεων και της κοινωνικής καταπίεσης, μιλώντας για τη δύσκολη και ζωώδη ελευθερία της φύσης, η ταινία ίσωςνα σας γίνει ακόμα και ενοχλητική με κάποιες σκηνές της. Μέχρι κάποιο σημείο μάλιστα μου θύμισε την "Αποστροφή" του Πολάνσκι, λόγω της βαθμιαίας εγκατάλειψης των πάντων από την ηρωίδα. Φυσικά εδώ έχουμε απόλυτα διαφορετικό concept και όσο συμβαίνουν συμβαίνουν για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Πέραν αυτών πάντως είναι αξιοθαύμαστο και το πώς γυρίστηκε το φιλμ. Βλέπετε εδώ δεν υπάρχει τίποτα ψηφιακό. Πρόκειται για έναν αληθινό λύκο, που "παίζει" με την πρωταγωνίστρια στα στενά όρια ενός μικρού διαμερίσματος.
Το συνιστώ σαν κάτι πρωτότυπο και παράξενο. Και ακραίο, αν θέλετε, και κάπως δύσκολο. Το βρήκα όμως δυνατό και, συνολικά, αν μη τι άλλο, μια αξέχαστη κινηματογραφική εμπειρία.

Τρίτη, Νοεμβρίου 01, 2016

ΜΕΛΟΔΡΑΜΑΤΙΚΗ "JULIETA"

Το 2016, και μετά το διάλειμμα της σαχλής κατά τη γνώμη μου κωμωδίας "Δεν Κρατιέμαι", ο Pedro Almodovar επιστρέφει στη φόρμα του μελοδράματος, που τόσο καλά ξέρει να χειρίζεται, με την δραματική "Julieta".
Μια 55άρα πετυχημένη γυναίκα, που ετοιμάζεται να μετακομίσει από τη Μαδρίτη στη Βαρκελόνη με τον φίλο της, αλλάζει γνώμη όταν συναντά στο δρόμο μια παιδική φίλη της κόρης της, από την οποία μαθαίνει ότι η κόρη ζει και μάλιστα έχει οικογένεια και τρία παιδιά. Βλέπετε, έχει πολλά χρόνια να μάθει οτιδήποτε για κείνη, ακόμα και για αν και πού ζει ή αν πέθανε. Με ένα flash back διαρκείας, με αφορμή το γράμμα που αποφασίζει να της γράψει, μαθαίνουμε τι συνέβει στο παρελθόν στη νεαρή τότε Julieta. Πώς γνώρισε τον άντρα της μια νύχτα σ' ένα τρένο και κάτω από ποιες συνθήκες έφτασε να μην έχει καμία απολύτως επαφή με την αγαπημένη της κόρη.
Φυσικά πρόκειται για μια συγκινητική ιστορία, στην οποία το συναίσθημα έχει τον πρώτο λόγο. Η σχέση μάνας - κόρης κυριαρχεί (συχνό θέμα άλλωστε η μητέρα στο έργο του Almodovar), κρυμένα μυστικά αποκαλύπτονται στην πορεία, σχέσεις οριμάζουν ή καταρρέουν, το ερωτικό πάθος όπως πάντα υπάρχει κι αυτό, οι γυναίκες έχουν φυσικά τον πρώτο λόγο και, τελικά, είναι πιθανόν και να σας ξεφύγει ένα δάκρυ. Ο σκηνοθέτης είναι βέβαια εξαιρετικός σ' αυτό που κάνει. Ωστόσο εδώ νομίζω ότι λείπει ένα βασικό στοιχείο της δουλειάς του: Το κωμικό. Ή μάλλον όχι ακριβώς κωμικό. Αυτό που συχνά συμβαίνει με τις ταινίες του είναι ότι ναι μεν είναι συνηθως μελοδράματα, αλλά όσα συμβαίνουν είναι τόσο τραβηγμένα, τόσο overdose, που, σε συνδυασμό με τα έντονα χρώματα (σε βαθμό κιτς) που φορτώνουν ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα, φτάνουν να βγάλουν ακόμα και γέλιο μέσα στο τόσο δράμα. Στην "Julieta" αυτό δεν υπάρχει. Δεν χαμογελάς με τις αλμοδοβαρικές ακρότητες. Εδώ έχουμε να κάνουμε με καθαρό μελόδραμα, αυστηρό, συγκινητικό, συγκρατημένο. Εδώ μπορείς μόνο να συγκινηθείς καθώς οι εσωτερικές πληγές μιας σε πρώτη όψη ευτυχισμένης γυναίκας αποκαλύπτονται βαθμιαία.
Για όλα αυτά το φιλμ, ενώ αντικειμενικά νομίζω ότι είναι καλό, κάπως με απογοήτευσε. Όχι αυτό καθ' εαυτό, αλλά ως αλμοδοβαρική ταινία. Βρήκα μεν πολλούς συνήθεις προβληματισμούς του δημιουργού, δεν βρήκα όμως αυτό το στοιχειο που τον κάνει τόσο ιδιαίτερο. Αυτό όμως είναι προσωπικό. Αν σας αρέσουν τα βαριά δράματα και θελετε να συγκινηθείτε από μια ευαίσθητη ιστορία απώλειας (πολλαπλής ουσιαστικά) σας το συνιστώ.

eXTReMe Tracker