Δευτέρα, Οκτωβρίου 31, 2016

"RONIN", ΡΩΣΟΙ, ΙΡΛΑΝΔΟΙ ΚΑΙ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΕΙΣ ΒΑΛΙΤΣΕΣ

Ρόνιν στην παλιά Ιαπωνία ήταν οι σαμουράι που έχαναν τον αφέντη τους, οπότε προσέφεραν πλέον τις υπηρεσίες τους σε οποιονδήποτε τους πλήρωνε. Το 1998 ο σημαντικός, κυρίως στη δεκαετία του 60, John Frankenheimer (1930-2002) γυρίζει το "Ρόνιν", την προτελευταία μεγάλου μήκους ταινία του, με τους Ντε Νίρο και Ζαν Ρενό, ένα ακόμα σύγχρονο θρίλερ δράσης.
Μία ιρλανδή προσλαμβάνει μία ομάδα "ρόνιν" για να αρπάξουν μια πολύτιμη βαλίτσα αγνώστου περιεχομένου από κάποιον που σκοπεύει να την πουλήσει στους ρώσους. Τη βαλίτσα αυτή όμως θέλουν διακαώς και κάποιοι ιρλανδοί. Η επιχείρηση θα πετύχει, από εκεί και πέρα όμως κάποιος από την ομάδα θα την κλέψει για τον εαυτό του και θα ακολουθήσει χάος με πολλούς νεκρούς...
Η ταινία ξεκινά συγκρατημένα, δίνοντας βάρος στην σχολαστική προετοιμασία του εγχειρήματος από τους σύγχρονους "ρόνιν" και τις μεταξύ τους σχέσεις και διαφωνίες. Στο δεύτερο μέρος κυριαρχεί η δράση: Η εκτέλεση του σχεδίου, οι περιπλοκές που προκύπτουν, τα κυνηγητά αυτοκινήτων, οι πυροβολισμοί... Τα πάντα παίρνουν φωτιά και στο μέσο της δεσπόζει το πολύτιμο "αντικείμενο του πόθου", το γνωστό "Μακγκάφιν". Και βέβαια αναδεικνύεται η ιδιόρυθμη προσωπική ηθική του βασικού ήρωα, η "ηθική της δουλειάς", το απόλυτο δόσιμο σ' αυτήν. Υπάρχει τιμιότητα και στο έγκλημα, βλέπετε. Τώρα τι είδους εσωτερική τιμιότητα είναι αυτή, όταν έχει τιναχτεί στον αέρα η μισή πόλη για να πετύχουμε το σκοπό μας, αυτό είναι συζητήσιμο...
Αρκετά καλή ταινία κατά τη γνώμη μου, που κρατά τον θεατή, δίχως ωστόσο να προσθέτει κάτι πολύ αξιόλογο σε ένα πολυχρησιμοποιημένο είδος. Όσο για τον Frankenheimer, σίγουρα ξέρει πολύ καλά να κάνει σινεμά, αλλά νομίζω ότι το συγκεκριμένο (συμπαθητικό, ξαναλέω), φιλμ δεν συγκρίνεται με τα εξαιρετικά παλιότερά του.



Σάββατο, Οκτωβρίου 29, 2016

ΜΕΓΑΛΕΠΗΒΟΛΟ, ΑΛΛΑ KAI ΜΠΕΡΔΕΜΕΝΟ "REMAINDER"

Ο ισραηλινός Omer Fast είναι σχετικά γνωστός video artist. Το "Remainder" του 2015 είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του και είναι γερμανοβρετανική παραγωγή. Είναι αρκετά εντυπωσιακή σαν concept, έχει μάλλον υπέρμετρες φιλόδοξίες και εικαστικές ανησυχίες, αλλά δεν μπορώ να πω ότι με ικανοποίησε ιδιάιτερα.
Ένας νεαρός λονδρέζος χτυπιέται ξαφνικά από ένα ακαθόριστο αντικείμενο που πέφτει από έναν ουρανοξύστη και χάνει τη μνήμη του. Μετά μια περίοδο πλήρους απώλειας των πάντων - ζει σχεδόν σαν κλοσάρ - αποκτά πολλά λεφτά χάρη στην υπέρογκη αποζημείωση που παίρνει και αρχίζει να σχεδιάζει από την αρχή όσα σχετίζονται με το ατύχημά του, πασχίζοντας να βρει εξηγήσεις για το τι, το γιατί και πώς έχει συμβεί. Θα χρειαστεί να επανασχεδιάσει με κάθε λεπτομέρεια τα όσα θυμάται τη στιγμή του ατυχήματος, να ξαναχτίσει ολόκληρη γειτονιά σχεδόν, σε κάτι που γίνεται όλο και μεγαλύτερο, αλλά και όλο και πιο επικίνδυνο ταυτόχρονα...
Φυσικά το πρώτο που έρχεται στο νου είναι το "Memento". Θα προσθέσω ότι το άλλο που θυμίζει είναι η "Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης". Πρόκειται για κάτι ανάμεσα σ' αυτά τα δύο. Πολλοί θα ενθουσιαστούν σκεπτόμενοι ότι "αυτές είναι δύο από τις αγαπημένες μου ταινίες" (προσωπικά μ' αρέσει το "Μεμέντο", αλλά όχι τόσο η "Συνεκδοχή"). Ναι, αλλά το ότι κάτι είναι "ανάμεσα στα δύο" δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι είναι τόσο καλό όσο αυτά, και πολύ περισσότερο ότι είναι καλύτερο κι από τα δύο, αφού τα συνδυάζει. Είπαμε ότι το φιλμ είναι φιλόδοξο και εικαστικό, κάπου όμως, μετά από το αρχικό ενδιαφέρον που παρουσιάζει, "το χάνει" κατά τη γνώμη μου και γίνεται όλο και περισσότερο επαναλαμβανόμενο. Με λίγα λόγια με κούρασε αρκετά. Και, για να ομολογήσω και την αμαρτία μου, προσωπικά στο τέλος δεν πολυκατάλαβα τι ακριβώς έχει συμβεί. Κι αυτά τα μπερδέματα (προσοχή: δεν εννοώ το συνειδητά "ανοιχτό τέλος", εννοώ αυτό που έχει υποτίθεται μια λογική, αλλά είναι τόσο πολύπλοκη που τελικά σου μένουν κάμποσα κενά), αυτά τα μπερδέματα λοιπόν δεν είναι ακριβώς ό,τι αγαπώ περισσότερο.
Τέλος πάντων η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα και το φιλμ υποτίθεται ότι είναι ένας γρίφος που θα σκέπτεστε αρκετά μετά το τέλος του, προσπαθώντας να τον λύσετε. Βασίζεται σε μυθιστόρημα του Τομ ΜακΚάθι, το οποίο ομολογώ ότι μου κίνησε το ενδιαφέρον να διαβάσω. Ωστοσο, πρέπει να ξαναπώ, η ταινία με κούρασε αρκετά και τελικά μου άφησε κενά. Παρ΄ όλα αυτά θα πρότεινα να της δώσετε μια ευκαιρία. Για το αξιοπερίεργο του πράγματος.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 28, 2016

"Η ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ" ΠΟΥ ΑΝΑΤΡΕΠΕΙ ΔΙΑΡΚΩΣ ΚΑΘΕ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ

Από τους σκηνοθέτες που παρακολουθώ πάντοτε, ο κορεάτης Chan-wook Park επιστρέφει το 2016 δριμύτερος, μετά από το μάλλον προβλέψιμο "Stoker", με μια πολύ δυνατή, ερωτική και ανατρεπτική  "Υπηρέτρια", βασισμένη σε βιβλίο της Σάρα Γουότερς.
Ο Park μεταφέρει την δυτική ιστορία στην υπό ιαπωνική κατοχή Κορέα της δεκαετίας του 30. Εκεί μια φτωχή κοπέλα προσλαμβάνεται σαν υπηρέτρια μιας πλούσιας και λίγο αλαφροϊσκιωτης κληρονόμου, που ζει απομονωμένη με τον καταπιεστικό (και διεστραμμένο) θείο της. Στην πραγματικότητα η υπηρέτρια έχει στήσει μια σατανική ίντριγκα με έναν γοητευτικό απατεώνα, που παρουσιάζεται ως ιάπωνας κόμης, με στόχο την περιουσία της κοπέλας. Ωστόσο οι δύο γυναίκες θα έρθουν απροσδόκητα κοντά, η μεταξύ τους σχέση θα γίνει σιγά - σιγά ερωτική και όλα θα ανατραπούν... για να ανατραπούν όμως πάλι και πάλι...
Αυτό που από την αρχή προσέχει κανείς είναι ότι εδώ ο σκηνοθέτης γίνεται για πρώτη φορά τόσο εικαστικός. Υπέροχα, μερικές φορές ακίνητα πλάνα, πανέμορφες εικόνες, σκούρα χρώματα, συνθέτουν μια οπτική πανδαισία. Από εκεί και πέρα η ατμόσφαιρα γίνεται υποβλητική, τρομαχτική, αγωνιώδης, ερωτική, εφιαλτική... ανάλογα με το πού οδηγεί το έξυπνο σενάριο. Ο Park χωρίζει το φιλμ σε τρία μέρη. Το καθένα συχνά επαναλαμβάνει σκηνές που ήδη έχουμε δει, αλλά από την οπτική γωνία διαφορετικού κάθε φορά προσώπου (ενός κάθε φορά από το πρωταγωνιστικό ερωτικό τρίγωνο). Έτσι, πράγματα που θεωρούμε βέβαια φωτίζονται ξαφνικά με εντελώς διαφορετικό τρόπο και αποκαλύπτουν απίθανα μυστικά. Το τέχνασμα αυτό κρατά νομίζω αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή.
Από την άλλη τα βασικά θέματα του κορεάτη δημιουργού είναι κι εδώ παρόντα: Η εκδίκηση, ο (συχνά διεστραμμένος) ερωτισμός, που εμπεριέχει λεσβιασμό, σαδομαζοχισμό, πορνογραφία, το ανικανοποίητο, η βία... Πάνω απ' όλα όμως η  ανατροπή, η συνεχής αποκάλυψη κρυμένων μυστικών, το παιχνίδι που μας δείχνει ότι τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, το παιχνίδι δηλαδή πάνω στο είναι και το φαίνεσθαι, την αλήθεια και το ψέμα... αλλά και το πώς η εισβολή των συναισθημάτων μπορεί να νατρέψει κάθε προμελετημένο σχέδιο. Και, επί πλέον, υπάρχει και μια φεμινιστική νότα, καθώς οι γυναίκες αποδεικνύονται δυνατότερες των αυτοκαταστροφικών ανδρών.
Παρά τη μεγάλη διάρκειά του παρακολούθησα την ταινία δίχως να κουραστώ. Τόσο η εικόνα όσο και οι ανατροπές δεν με άφησαν να βαρεθώ. Το συστήνω ως ένα ατμοσφαιρικό, ιδιαίτερα εικαστικό, έξυπνο, αλλά και βίαιο και "διεστραμμένο", όπως είπαμε, θρίλερ.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 27, 2016

"LICENSE TO KILL" 'Η ΕΝΑΣ ΑΚΟΜΑ ΡΟΥΤΙΝΙΑΡΙΚΟΣ ΤΖΕΪΜΣ ΜΠΟΝΤ

Το ότι ποτέ δεν ήμουν ιδιαίτερα φαν των ταινιών του Τζέιμς Μποντ (της μακροβιότερης "σειράς" στην ιστορία του κινηματογράφου) το έχω δηλώσει επανειλημμένα. Φυσικά αυτό δεν σημαίνει ότι ανάμεσα στα φιλμ του πράκτορα 007 δεν υπάρχουν συγκριτικά καλύτερα ή χειρότερα. Δυστυχώς δεν μπορώ να πω ότι το "Licence to Kill" ("Προσωπική Εκδίκηση"), που γύρισε το 1989 ο αδιάφορος John Glen, ο οποίος έχει γυρίσει και άλλες ταινίες του υπερπράκτορα, ανήκει στην πρώτη κατηγορία.
Ένας σούπερ κακός μεγαλέμπορος ναρκωτικών βασανίζει τον καλύτερο φίλο του Τζέιμς Μποντ και δολοφονεί βάναυσα την σύζυγό του (το ζεύγος έχει μόλις παντρευτεί και μάλιστα ο Μποντ είναι κουμπάρος). Ο 007 αυτή τη φορά παρακάμπτει όλους τους κανόνες της υπηρεσίας του και γίνεται προσωρινά παράνομος για να πάρει την, προσωπική του πλέον, εκδίκηση. Θα πλησιάσει τον ναρκέμπορα, θα κερδίσει την εμπιστοσύνη του, προφανώς κάτι θα κάνει με την φίλη του (τού κακού εννοώ) και μετά... ακολουθεί η άγρια δράση.
Βρίσκω το συγκεκριμένο φιλμ από τα σχετικά βαρετά της σειράς. Τα πάντα κινούνται σε απόλυτα προβλεπόμενους ρυθμούς και καταστάσεις και, επί πλέον, η σκηνοθεσία του Γκλεν είναι απρόσωπη. Βέβαια ίσως στην μέτρια γνώμη μου να συμβάλλει και η - εντελώς προσωπική - απέχθεια προς τον Τίμοθι Ντάλτον, τον οποίο θεωρώ τον χειρότερο 007. Ξαναλέω ότι αυτό είναι εντελώς προσωπικό και μπορείτε να διαφωνήσετε ελεύθερα. Κατά τα άλλα το κλου εδώ είναι η ύπαρξη καρχαριών, κάποιες υποβρύχιες μονομαχίες... και φυσικά τα γνωστά αυτοκινητοκυνηγητά με νταλίκες φορτωμένες με καύσιμα και ό,τι άλλο φανταστείτε (που εκρήγνυνται μόνο όταν τα οδηγούν οι κακοί), το άγριο πιστολίδι, οι δύο αυτή τη φορά σούπερ γυναίκες που επιθυμούν την καρδιά του Τζέιμς, οι απίθανες ταρζανιές του απέθαντου πράκτορα κλπ. κλπ.
Όπως είπα δεν είναι από τα φιλμ που μου αρέσουν ιδιαίτερα. Αν όμως είστε ορκισμένος οπαδός της σειράς φυσικά και "οφείλετε" να το δείτε.

Τρίτη, Οκτωβρίου 25, 2016

"Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ" ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ο γνωστότερος σύγχρονος κινέζος σκηνοθέτης Yimou Zhang μοιράζει το έργο του ανάμεσα σε φαντασμαγορικά έπη ("Ιπτάμενα Στιλέτα", "Ήρωας" κλπ.) και σε μικρά, καθημερινά δράματα. Στα τελευταία ανήκει "Η Μεγάλη Επιστροφή" ("Coming Home" στα αγγλικά, "Gui Lai" στα κινέζικα) του 2014, όπου ξανασυναντά την πρώην μούσα του Γκονγκ Λι (εξαιρετική η ερμηνεία της).
Στη δεκαετία του 60, εποχή της εφιαλτικής τελικά Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα, μια γυναίκα προσπαθεί να περιθάλψει (παράνομα φυσικά) τον σύζυγό της, που όντας φυλακισμένος για πολιτικούς λόγους, έχει δραπετεύσει. Η κόρη τους όμως, φανατική "ερυθροφρουρός", θα τον καταγγείλει. Όταν ο σύζυγος επιστρέφει χρόνια μετά - αυτή τη φορά απελευθερώνεται επίσημα - ανακαλύπτει ότι η γυναίκα του πάσχει από ένα είδος αμνησίας και αδυνατεί να τον αναγνωρίσει. Αντίθετα εξακολουθεί να περιμένει πάντοτε την επιστροφή του αγαπημένου συζύγου της... Εκείνος, με τη βοήθεια της μετανιωμένης κόρης, σκαρφίζεται διάφορα τεχνάσματα για να την κάνει να θυμηθεί ποιος είναι.
Η ταινία ισορροπεί ανάμεσα στο προσωπικό δράμα (η περίπτωση της αμνησιακής γυναίκας) και το ιστορικό φόντο (η Πολιτιστική Επανάσταση, η κρατική τρομοκρατία, η πρόσφατη ιστορία της Κίνας). και δείχνει, με κάτι παραπάνω από σαφή τρόπο, ότι η ιστορία επηρεάζει άμεσα την ανθρώπινη καθημερινότητα, τις ζωές απλών ανθρώπων, ρίχνοντας βέβαια μια άμεσα καταγγελτική ματιά στη σκοτεινή αυτή περίοδο. Συγχρόνως το φιλμ εστιάζει στις προσωπικές ζωές των ηρώων, στην ιδιαίτερη περίπτωσή τους, βγάζοντας αρκετή συγκίνηση. Προσωπικά (ίσως και για υποκειμενικούς λόγους) η συγκίνηση αυτή με "ακούμπησε" συναισθηματικά. Και το τέλος με έκανε να φτάσω στα πρόθυρα ενός δακρύου...
Αρκετά δυνατό κατά τη γνώμη μου δράμα κλειστών χώρων, δίχως εξάρσεις και άγριες κορυφώσεις (εκτός ίσως των σκηνών στην αρχή σχετικά του φιλμ της καταδίωξης του δραπέτη), με εξαιρετικές ερμηνείες, επαναλαμβάνω ότι κατόρθωσε να με συγκινήσει. Μάλλον αυτός είναι ο σκοπός του άλλωστε.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 24, 2016

RED HEAT: ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ ΚΑΙ ΡΩΣΟΙ ΜΑΖΙ

Είναι εντυπωσιακό το πώς ο mainstream κινηματογράφος (το Χόλιγουντ στην προκειμένη περίπτωση, που είναι η βασική αιχμή του) ανταποκρίνονται ταχύτατα στις όποιες (πολιτικές, κοινωνικές, πολιτιστικές ή άλες) αλλαγές και εξελίξεις. Το 1988 ας πούμε η Σοβιετική Ένωση κατέρρεε, ο Γκορμπατσόφ είχε για τα καλά ξεκινήσει την Περεστρόικα και ο υπαρκτός σοσιαλισμός δεν φαινόταν πια και τόσο κομουνιστικός. Πιάνοντας λοιπόν την πρωτόγνωρη για τότε συγκυρία, ο ικανός σκηνοθέτης δράσης Walter Hill γυρίζει το "Red Heat" ("Αποστολή Εκτός Έδρας" στην Ελλάδα) με τον σταρ τότε Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ, όπου - ώ του θαύματος - αμερικάνοι και ρώσοι συνεργάζονται άψογα (σχεδόν άψογα τέλος πάντων) για να χτυπήσουν έναν κοινό εχθρό.
Ένας σκληρός ρώσος αστυνομικός στέλνεται σε αποστολή στις ΗΠΑ για να φέρει πίσω στην πατρίδα του έναν αδίστακτο γεωργιανό μεγαλέμπορο ναρκωτικών, ο οποίος έχει συλληφθεί στην Αμερική. Ο κακοποιός θα ξεφύγει και ένα άγριο ανθρωποκυνηγητό αρχίζει, με τον ρώσο μπάτσο να συνεργάζεται με αμερικανό συνάδελφό του (ο οποίος σιγά - σιγά, και παρά την αρχική καχυποψία, αρχίζει να τον θαυμάζει) και, βέβαια τα πτώματα να συσσωρεύονται και τα κυνηγητά να κορυφώνονται.
Όπως βλέπετε, αυτό που κάποτε θα ήταν αδιανόητο για έναν Τζέιμς Μποντ ας πούμε (εκεί και στις περισσότερες ταινίες του είδους οι κακοί είναι οι "κόκκινοι") εδώ γίνεται πραγματικότητα. Κατά τα άλλα πρόκειται για ένα αρκετά διασκεδαστικό κατά τη γνώμη μου action movie (ο Hill άλλωστε έχει κάνει καλές τέτοιες ταινίες), με δράση και όλα τα σχετικά και με το απαραίτητο χιούμορ. Η ιδιαιτερότητα εδώ είναι ότι οι ατάκες ανάμεσα στους πρωταγωνιστές συχνά αναφέρονται στις διαφορές καπιταλισμού - κομουνισμού, σε ένα ανταγωνιστικό, αλλά χαλαρό κλίμα, πλάκας μάλλον παρά αληθινής εχθρότητας. Και, βέβαια, ο ρώσος είναι κάπως σαν ρομπότ, άκαμπτος, δίχως συναισθήματα (ή, τουλάχιστον, καλά κρυμμένα), πιστός στο καθήκον και τίποτα άλλο. Κατά βάθος όμως είναι "καλό παιδί".
Συμπαθητικό και αρκετά στιβαρό για να περάσει κανείς δύο ευχάριστες ώρες και όχι βέβαια κάτι παραπάνω. Κατά τη γνώμη μου πάντοτε.

Κυριακή, Οκτωβρίου 23, 2016

EIGHT DAYS A WEEK : ΟΤΑΝ ΟΙ BEATLES ΕΠΑΙΖΑΝ ΑΚΟΜΑ ΖΩΝΤΑΝΑ

Οι Beatles είναι το θρυλικότερο ροκ συγκρότημα και μία από τις γνωστότερες "εικόνες" της ποπ κουλτούρας παγκοσμίως. Κυκλοφόρησαν δίσκους από το 1962 έως το 1970, κατέριψαν μουσικά ρεκόρ και στη συνέχεια τα μέλη ακολούθησαν σόλο καριέρες. Άρχισαν να παίζουν σε μικρά κλαμπάκια και έφτασαν να εμφανιστούν σε πελώριο στάδιο της Νέας Υόρκης μπροστά σε 56.000 θεατές. Αυτό που ίσως δεν γνωρίζουν κάποιοι είναι ότι οι ζωντανές εμφανίσεις τους κράτησαν μόνο από το 1962 ώς το 1966. Από τότε και μέχρι τη διάλυσή τους το 1970 δεν έκαναν ποτέ live. Το ενδιαφερον είναι  ότι αυτά ακριβώς τα τελευταία χρόνια (66-70) έβγαλαν τα σημαντικότερα (και πιο "σοβαρά", ώριμα και με πρωτόγνωρους πειραματισμούς) αριστουργήματά τους (Stg. Pepper's..., White Album, Abbey Road κλπ.). Το 2016 ο Ron Howard γυρίζει το "The Beatles : Eight Days a Week - The Touring Years", ένα ντοκιμαντέρ για τις περιοδείες και τα live του συγκροτήματος.
Έχοντας μαζέψει πολύ υλικό (συχνά άγνωστο στο ευρύ κοινό) από ζωντανές εμφανίσεις, σκηνές από τα πλήθη που παραληρούν (η περίφημη beatlemania), δηλώσεις της εποχής (αλλά και μεταγενέστερες) των μελών του γκρουπ, συνεντεύξεις από επώνυμους φαν (Γούπι Γκόλντμπεργκ, Έλβις Κοστέλο, Σιγκούρνι Γουίβερ) και άλλα, ακολουθεί τα Σκαθάρια από τα πρώτα τους βήματα στο Λίβερπουλ, την πόλη τους, και το Αμβούργο, όπου εμφανίζονταν τακτικά σε κλαμπ, στην μεγάλη έκρηξη της επιτυχίας, τη γέννηση της beatlemania και, κυρίως, τις εξοντωτικές τεράστιες περιοδείες τους τόσο στην πατρίδα τους και στην Αμερική όσο και σε ολόκληρο τον κόσμο (μεταξύ άλλων είχαν παίξει στην Ιαπωνία και τις Φιλιππίνες), την κατάληξη από μικρά κλαμπ σε αχανή στάδια (ήταν το πρώτο γκρουπ που έπαιξε σε στάδιο), αλλά και την τόλμη τους να δηλώνουν ξεκάθαρα ότι είναι ενάντια στο ρατσισμό στις νότιες πολιτείες των ΗΠΑ, ενώ βρίσκονταν εκεί, προκαλώντας έτσι την οργή των πάμπολλων εκεί ρατσιστών.
Η ταινία διαθέτει γρήγορο μοντάζ και νομίζω ότι αυτό βοηθά στο να μην κουραστει ο θεατής, όπως συμβαίνει συχνά σε ντοκιμαντέρ. Αναδεικνύει ανάγλυφα το χιούμορ, την τρέλα, την τόλμη (θράσος το χαρακτηρίζουν μερικοί), αλλά και τη βαθιά συντροφικότητα και αλληλοεκτίμηση των μελών στα  πρώτα χρόνια του γκρουπ και καταδεικνύει την βαθμιαία αλλαγή τους καθώς οι 4 ωριμάζουν και αρχίζουν σιγά - σιγά να έχουν προσωπικές ζωές και έξω από το συγκρότημα. Αναπόφευκτα το μεταξύ τους δέσιμο και η παροιμοιώδης συντροφικότητα εξασθενούν. Το φιλμ περιγράφει επίσης σαφώς το πώς οι συναυλίες, από απολαυστικές γι' αυτούς κατέληξαν να γίνουν επικίνδυνες, σχεδόν εφιαλτικές, ενώ οι ατελείωτες περιοδείες από την αρχική διασκέδαση και μέθη για την απίστευτη επιτυχία μετατρέπονται σε αβάσταχτη κούραση. Με λίγα λόγια διαγράφεται καθαρά το βάρος, το τίμημα αν θέλετε, της τεράστιας επιτυχίας. Άλλωστε από πάντα οι ίδιοι δήλωναν ότι προτιμούν τις στούντιο ηχογραφήσεις, όπου μπορούν να πειραματιστούν και να τελειοποιήσουν τη μουσική τους, από τη σκηνή. Γι' αυτό άλλωστε, όταν σταμάτησαν τα live, έγραψαν, όπως είπαμε, τα καλύτερα τραγούδια τους.
Η ταινία είναι ευφορική, πλημμυρισμένη από μουσική, αλλά και αφήνει μια γεύση μελαγχολίας στο τέλος. Φυσικά συνίσταται ανεπιφύλακτα σε όλους τους φίλους του μάλλον σημαντικότερου συγκροτήματος όλων των εποχών.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 21, 2016

"ΔΥΟ ΑΔΕΛΦΙΑ" ΠΟΥ... ΜΟΥΓΚΡΙΖΟΥΝ

Ο Jean-Jacques Annaud πάντοτε αρεσκόταν να καταπιάνεται με μεγαλεπήβολα θέματα ή, τέλος πάντων, με φιλμ που απαιτούν πολύ δύσκολα γυρίσματα. Όχι πάντοτε με επιτυχία κατά τη γνώμη μου, παρά το ότι συνήθως τα οπτικά αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά. Το 2004 λοιπόν, θέλοντας ίσως να επαναλάβει την επιτυχία της παλιότερής του "Αρκούδας", γυρίζει τα "Δύο Αδέλφια" (Deux Freres), με πρωταγωνίστριες (εκτός του Γκάι Πιρς) δύο τίγρεις.
Στην Ινδοκίνα της δεκαετίας του 20 δύο τιγράκια αποχωρίζονται βίαια μετά τον φόνο της μητέρας τους και βρίσκονται υπό διαφορετικές το καθένα συνθήκες αιχμαλωσίας. Στην ιστορία εμπλέκονται ένας παράξενος, σκεπτόμενος κυνηγός - εξερευνητής (κλέβει και βουδιστικά αγάλματα, τα οποία πουλά στη Δύση), ένας γάλλος διοικητής και το δεκάχρονο παιδί του, οι ιδιοκτήτες ενός τσίρκου, ο ντόπιος εκδικητικός διοικητής και άλλοι. Ο κυνηγός δένεται με το ένα τιγράκι, το αγόρι του διοικητή με το άλλο... και μετά από κάποιον καιρό τα δύο αδέλφια τίγρεις θα ξανασυναντηθούν με απρόβλεπτα αποτελέσματα.
Φυσικά οι βασικοί πρωταγωνιστές είναι τα δύο πανέμορφα ζώα - και το εξωτικό τοπίο της ζούγκλας με τους ερειπωμένους ναούς. Η ταινία προσπαθεί να βγάλει συγκίνηση, τα γυρίσματα πρέπει να ήταν όντως δύσκολα, οι εικόνες είναι συχνά πανέμορφες (θυμίζουν βέβαια National Geographic), η όλη ιστορία όμως λίγο με έπεισε. Βλέπετε, η συμπεριφορά των ζώων μου φάνηκε αρκετά ανθρωποκεντρική. Δεν ξέρω με λίγα λόγια αν αληθινές τίγρεις θα συμπεριφέρονταν, θα ένοιωθαν και θα έκαναν όλα όσα περιγράφονται. Γενικά η ταινία μου φάνηκε ότι μάλλον απευθύνεται σε εφηβικό κοινό και όλα ρέουν σαν ένα είδος παραμυθιού. Στο τέλος υπάρχει και κείμενο για τον αριθμό των τίγρεων που μειώνεται ραγδαία.
Δείτε το αν σας αρέσουν οι εξωτικές εικόνες και, φυσικά, αν ενδιαφέρεστε για τα ζώα - εδώ οι τίγρεις είναι μεγαλοπρεπείς. Γενικά για την ωραία εικόνα του. Τώρα αν θα συγκινηθείτε κιόλας... δικό σας θέμα.

Πέμπτη, Οκτωβρίου 20, 2016

ΣΤΟΝ (ΠΟΛΥ) ΤΑΡΑΓΜΕΝΟ ΚΟΣΜΟ "ΕΚΕΙΝΗΣ"

Ο παλιός μας γνώριμος, ο ολλανδός Paul Verhoeven, χαμένος τα τελευταία χρόνια, επανέρχεται το 2016 με το πολυσυζητημένο "Elle" (Εκείνη), με μια πολύ δυνατή Ιζαμπέλ Ιπέρ στον βασικό ρόλο, μόνο που, σε πρώτη ματιά τουλάχιστον, δεν μοιάζει και πολύ με Verhoeven. Ξεχάστε την άγρια βία, τη δράση και συχνά την επιστημονική φαντασία των παλιών φιλμς του. Η ταινία είναι κοινωνική!
Η ηρωίδα είναι μια πετυχημένη και "ατσάλινη" businesswoman, ιδιοκτήτρια εταιρίας (βίαιων) videogames. Όταν βιάζεται βίαια από μασκοφόρο στο σπίτι της, δείχνει εξαιρετική ψυχραιμία (ίσως και απάθεια) και προσπαθεί με διάφορους τρόπους να ξεπεράσει την εμπειρία. Σιγά - σιγά οι σχέσεις με τον κοινωνικό της περίγυρο αποκαλύπτονται (και είναι πολύ περίπλοκες), καθώς και το παρελθόν της (είναι κόρη serial killer). Κάποια στιγμή η ταυτότητα του βιαστή θα αποκαλυφτεί, αλλά το φιλμ δεν τελειώνει εκεί. Υπάρχουν κι άλλα...
Είναι αναμενόμενο η ταινία να έχει προκαλέσει αντιφατικά σχόλια. Η σχέση του θύματος με τον βιαστή είναι φυσικά η βασική αιτία διαμάχης. Έτσι κι αλλιώς όμως ο Verhoeven είναι ένα είδος κινηματογραφικού προβοκάτορα. Εδώ φτιάχνει ένα πολύπλοκο κοινωνικό φιλμ, όπου όλες οι σχέσεις της ηρωίδας, ερωτικές ή μη, είναι αληθινό κουβάρι. Προς την συνεταίρο της, τους γονείς της, τον πρώην σύζυγό της, τον εραστή της, τον γιο της, τον γείτονα, τον βιαστή βεβαίως... Μέσα από σταδιακές αποκαλύψεις και όλο και πιο υπερβολικά γεγονότα, τόσο που αγγίζουν το γκροτέσκο και το χιουμοριστικό, ο σκηνοθέτης καυτηριάζει τα πάντα: Από την υποκρισία των ανώτερων τάξεων μέχρι τη βία που μας περιβάλλει από παντού (βλέπε videogames) και την οποία απολαμβάνουμε κιόλας, από την συνενοχή της θρησκείας μέχρι τη σκληρότητα στους εργασιακούς χώρους, από τις συχνά "άρρωστες" σχέσεις των μόνιμων ζευγαριών μέχρι τις πιεστικές και συχνά δίχως συναίσθημα ερωτικές σχέσεις... Η ηρωίδα είναι βεβαίως ένας αντιφατικός χαρακτήρας, αλλά νομίζω ότι οι αρνητικοί πρωταγωνιστές είναι όλοι ανεξαιρέτως οι άντρες - με πολύ διαφορετικούς τρόπους ο καθένας. Οπότε, τελικά, πιστεύω ότι μέσα στις αντιφάσεις και τις ακραίες (όπως στις αντίστοιχες ταινίες του Αλμοδοβάρ) σχέσεις και καταστάσεις, αυτό που θριαμβεύει είναι η γυναίκα και η δύναμή της. Αν το καλοσκεφτείτε όταν όλα τελειώσουν, η ηρωίδα δεν είναι παρά ένας εξολοθρευτής άγγελος. Αρσενικών βεβαίως. Μήπως, τελικά, παράλληλα με την περιφρόνηση κάθε "πολιτικώς ορθού", πρόκειται για βαθιά φεμινιστική ταινία;
Προσωπικά το απόλαυσα, παρά την ενόχληση που μου προκάλεσε σε κάποια σημεία, και, με το σκληρό και υπόγειο χιούμορ, που προκύπτει απ' όλες αυτές τις ακραίες καταστάσεις και σχέσεις, το θεωρώ από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες του 2016. Και λόγω της εξαιρετικής Ιπέρ βεβαίως...

Τρίτη, Οκτωβρίου 18, 2016

ΜΕΝΤΙΟΥΜ ΚΑΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΣΤΟ "BLACK RAINBOW"

To "Black Rainbow" που γύρισε το 1989 ο βρετανός Mike Hodges είναι ένα παράξενο μεταφυσικό θρίλερ, που κάθε άλλο παρά σε εφέ βασίζεται.
Μια νεαρή μέντιουμ περιφέρεται με τον αλκοολικό πατέρα της σε αμερικάνικες πόλεις κάνοντας ένα είδος σόου σε εκκλησίες - επικοινωνεί στον "άλλο κόσμο"με νεκρούς. Κάποια στιγμή αντιλαμβάνεται ότι μπορεί να προβλέπει μελλοντικούς θανάτους. Στην ιστορία εμπλέκεται "παράπλευρα" ένας πλούσιος εργοστασιάρχης με όχι πολύ νομότυπες εργασιακές (και όχι μόνο) μεθόδους, ένας διεφθαρμένος αστυνομικός και ένας δημοσιογράφος. Από ένα σημείο και πέρα η ζωή της κοπέλας αρχίζει να κινδυνεύει εξ αιτίας κάποιων αποκαλύψεων.
Είπαμε ότι εδώ δεν υπάρχουν καθόλου εφέ ούτε και καθαρός τρόμος - ίσως ένα είδος ανατριχίλας όταν αντιλαμβανόμαστε το χάρισμα της κοπέλας και σε κάποια άλλα σημεία. Πρόκειται περισσότερο για ταινία χαρακτήρων και δίνει αρκετό βάρος στην ταραγμένη σχέση πατέρα - κόρης. Ταυτόχρονα αποδέχεται τον μεταφυσικό χαρακτήρα των γεγονότων, οπότε τοποθετείται καθαρά στα φιλμ του φανταστικού. Το τέλος είναι ανοιχτό (και μελαγχολικό) και αφήνει τον θεατή να βγάλει τα συμπεράσματά του. Πολύ καλή η Ροσάνα Άρκετ στον βασικό ρόλο (και ο Τζέισον Ρόμπαρτς ως πατέρας της).
Γενικά, δίχως να είναι κάτι σπουδαίο, διαθέτει νομίζω μια περίεργη, "υποδόρια" γοητεία και, τελικά, το είδα με κάποιο ενδιαφέρον. Δεν υπάρχουν καταιγιστική δράση και γρήγοροι ρυθμοί (προειδοποιώ) και όλα βαίνουν σχετικά χαλαρά προς το όχι ξεκάθαρο (επίτηδες φαντάζομαι) τέλος. Οπότε ετοιμαστείτε για ένα σχετικά "ήσυχο" φιλμ, στο οποίο μπορείτε κατά τη γνώμη μου  να δώσετε μια ευκαιρία.

Σάββατο, Οκτωβρίου 15, 2016

ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΥΠΛΟΚΟΥΣ ΓΡΙΦΟΥΣ ΤΟΥ "THE LAST OF SHEILA"

Να μια ταινία της οποίας την ύπαρξη αγνοούσα πριν την δω: Το "The Last of Sheila" γυρίστηκε το 1973 από τον Herbert Ross (1927-2001) και πρόκειται για ένα τυπικό, λίγο παλιομοδίτικο, αστυνομικό φιλμ του τύπου "who done it?", με πολύπλοκο σενάριο και διαρκείς ανατροπές.
Ένα χρόνο μετά το θάνατο της γυναίκας του Σίλα σε τροχαίο (χτυπήθηκε και εγκαταλείφθηκε), ο εκατομμυριούχος σύζυγός της καλεί τους βασικούς ύποπτους στο πολυτελές γιωτ του για μια κρουαζιέρα στη Μεσόγειο και, όντας φανατικός των παιχνιδιών, τους βάζει να παίξουν ένα παιχνίδι που ο ίδιος επινόησε. Κάπου στα μισά του φιλμ ένας αναπάντεχος φόνος θα συμβεί (δεν σας λέω ποιού ή ποιάς) και, από εκεί και πέρα το ερώτημα γίνεται διπλό: Ποιός σκότωσε και εγκατέλειψε τη Σίλα παλιά και ποιος σκότωσε το νυν θύμα;
Το φιλμ, σε στιλ Άγκαθα Κρίστι βεβαίως, είναι κοσμοπολίτικο, με πολυτελή ντεκόρ και πλούσιους ήρωες. Μεγάλο μέρος του διαδραματίζεται στο γιωτ και το υπόλοιπο σε διάφορα μεσογειακά λιμάνια. Οι αποκαλύψεις για το παρελθόν των ηρώων έρχονται η μια μετά την άλλη, εννοείται ότι οι πάντες είναι ύποπτοι και για τον παλιό (τον κατά λάθος) και για το νέο φόνο, ενώ οι ανατροπές είναι ραγδαίες (είναι από τα φιλμ που νομίζεις ότι τελείωσαν, αλλά δεν... διότι ακολουθούν κι άλλα συμβάντα). Το πρόβλημ, όπως πάντα σε ταινίες του είδους, είναι ότι όλα αυτά που συμβαίνουν είναι τοσο τραβηγμένα, ώστε είναι απίθανο να συμβούν στην πραγματικότητα. Ωστόσο αυτό αποτελεί την βασική σύμβαση του είδους. Στην ουσία κάποιος επινοεί μια εντελώς απίθανη σπαζοκεφαλιά και εμείς παρακολουθούμε τη σταδιακή λύση του γρίφου.
Εδώ τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα απ' όσο συνήθως και οι ανατροπές περισσότερες, ενώ η ιστορία παίζεται σε πολλά ταμπλό (ο παλιός φόνος, ο νέος φόνος, το μπερδεμένο παιχνίδι που παίζουν οι καλεσμένοι...) οπότε χρειάζεται προσπάθεια να παρακολουθήσεις τι ακριβώς έχει συμβεί. Επίσης η κινηματογραφική γραφή είναι νομίζω μάλλον παλιομοδίτικη. Ως εκ τούτου αυτό που πρέπει να κάνετε είναι να ξεχάσετε τις αναληθοφάνειες, να προσέχετε τις λεπτομέρειες και απλώς να αφεθείτε - ή να προσπαθείτε να μαντέψετε - τη λύση του (ή μάλλον των) μυστηρίων. Και υπάρχει και το all star cast: Τζέιμς Κόμπερν, Τζέιμς Μέισον, Ράκελ Γουέλς, Νταϊάν Κάνον, Ρίτσαρντ Μπένζαμιν. Απλώς διασκεδάστε λοιπόν.
ΥΓ: Ένας από τους δύο σεναριογράφους είναι ο διάσημος ηθοποιός Άντονι Πέρκινς!

Πέμπτη, Οκτωβρίου 13, 2016

Η ΔΕΥΤΕΡΗ "ADDAMS FAMILY" ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Προσωπικά διασκέδαζα πάντα με τις απίθανες σε σύλληψη ταινίες των Addams Family (παλιότερα ήταν σειρά). Η δεύτερη απ' αυτές γυρίστηκε, όπως και η πρώτη, από τον Barry Sonnenfeld το 1993 με τίτλο "Addams Family Values" ("Οικογένεια Άνταμς 2" στην Ελλάδα).
Για όσους δεν γνωρίζουν, ήρωες είναι μια απίστευτη οικογένεια που ζει κυριολεκτικά μέσα στον γοτθικό τρόμο - και το απολαμβάνει. Δυσλειτουργική; Κάθε άλλο! Οι γονείς εξακολουθούν μετά τόσα χρόνια να είναι τρελά ερωτευμένοι, τα δύο παιδιά ζουν ευτυχισμένα με τις μακάβριες ασχολίες τους, ο θείος, η γιαγιά, ο υπηρέτης, το "κατοικίδιο" Χέρι επίσης. Τα πάντα σε πλήρη αρμονία. Στον κόσμο τους υπάρχει βέβαια έντονα το μεταφυσικό στοιχείο και φυσικά οι αξίες τους - πέρα από την αγάπη και την ομόνοια που προαναφέραμε - είναι απολύτως αντίστροφες με τις κοινώς παραδεκτές. Στο δεύτερο αυτό μέρος το ζεύγος αποκτά και τρίτο παιδί, ένα αγοράκι με... μουστάκι, πράγμα που προκαλεί ζήλια στα δύο μεγαλύτερα τέκνα, που στον ελεύθερο χρόνο τους προσπαθούν να το εξοντώσουν. Τα πράγματα όμως μπερδεύονται όταν εμφανίζεται μια σατανική γκουβερνάντα για το μικρό, η οποία στην πραγματικότητα είναι κατά συρροήν δολοφόνος... συζύγων, η οποία ξελογιάζει τον εργένη θείο Φέστερ, τον παντρεύεται, τον απομακρύνει από την οικογένεια (προς μεγάλο πόνο της τελευταίας) και προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον δολοφονήσει.
Φυσικά πρόκειται για κωμωδία, που, όπως και η πρώτη ταινία, βασίζεται αποκλειστικά στο κατάμαυρο χιούμορ. Τα τέρατα - μέλη ή γνωστοί της φοβερής οικογένειας - παρελαύνουν, οι αξίες είναι εντελώς αντίστροφες από τις ισχύουσες στον "κανονικό" κόσμο, η γοτθική ατμόσφαιρα είναι πανταχού παρούσα, προς μεγάλη απόλαυση των μελών, ενώ ταυτόχρονα η σάτιρα των "καθαρών" και ξενέρωτων καθώς πρέπει δυτικών αξιών σπάει κόκαλα (οι σκηνές με τα παιδιά στην πιο-αμερικάνικη-δεν-γίνεται κατασκήνωση και το χάος που δημιουργούν στην "υπέροχη" εικόνα της είναι απολαυστικές).
Γενικά, ενώ πρόκειται για μια εμπορική και πετυχημένη ταινία, λειτουργεί απόλυτα ανατρεπτικά για πολλές κατεστημένες αξίες κι αυτό είναι το στοιχείο που μ' αρέσει. Από τους ηθοποιούς η μικρή τότε Κριστίνα Ρίτσι κλέβει νομίζω την παράσταση, ενώ συνολικά το βρίσκω αξιοπρεπές νο 2, πράγμα που βεβαίως δεν συμβαίνει καθόλου συχνά.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 12, 2016

"LACOMBE LUCIEN" Ή Η "ΑΘΩΟΤΗΤΑ" ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ

Το 1974 ο Louis Malle (1932-1995) γυρίζει το αμφιλεγόμενο "Lacombe Lucien". Αμφιλεγόμενη μεν, αλλά από τις πλέον ενδιαφέρουσες ταινίες του.
Η ταινία αφηγείται τη ζωή του νεαρού ομώνυμου ήρωα. Φτωχός και αμόρφωτος έφηβος χωρικός, γοητευτικός σε εμφάνιση, ζει με τη μητέρα και τον φίλο της (ο πατέρας του είναι φυλακή) και ασφυκτιά στη μίζερη και στερημένη ζωή του χωριού. Περνάει στην ενηλικίωση στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής στη Γαλλία. Δίχως καμιά ηθική αναστολή, δίχως καν περαιτέρω σκέψη ή ανάλυση, περνά στο στρατόπεδο των κατακτητών και εντάσσεται στη μισητή Γκεστάπο. Συναντιέται με έναν πλούσιο εβραίο ράφτη, ερωτεύεται (για πρώτη του φορά) την κόρη του, αλλά εξακολουθεί να καταδίδει και να συλλαμβάνει αντιστασιακούς. Το τέλος θα είναι ένα παράξενο ταξίδι στην επαρχία (και τη φύση) και, βέβαια, η αναμενόμενη τραγωδία.
Στην εποχή του το φιλμ είχε ξεσηκώσει τους κριτικούς. Αιτία η άρνηση του Μαλ να καταδικάσει ανοιχτά τον ήρωά του και όσους συνεργάστηκαν με τους κατακτητές ναζί. Η γραμμή του δημιουργού είναι να καταγράψει τα γεγονότα, να δείξει την πορεία ενός - δίχως καλλιέργεια και σκέψη - ανθρώπου προς το κακό. Με τον τρόπο αυτόν τίθεται μια σειρά από άκρως ενδιαφέροντα ερωτήματα: Μήπως φταίει η παντελής έλλειψη κουλτούρας; Μήπως οι ταξικές διακρίσεις (ο ήρωας ανήκει στην κατώτατη τάξη και ζει μια ζωή στερήσεων στο χωριό), οπότε, πολύ απλά, τον έλκει η άνετη ζωή των προδοτών; Όλα αυτά, χαρακτηριστικά της κοινωνίας, μοιάζουν να  οδηγούν μαθηματικά στο κακό. Το σίγουρο πάντως είναι ότι ο καταδότης δεν διαθέτει ίχνος ιδεολογίας, ούτε ναζιστικής ούτε οποιασδήποτε άλλης. Απλώς έλκεται προς την καλή ζωή ή/και τη γοητεία της δύναμης και της εξουσίας και κάνει ό,τι κτηνώδες ή καταπιεστικό (η συμπεριφορά προς την οικογένεια και την κοπέλα που ερωτεύεται μπορεί σε κάποια σημεία να γίνει ακόμα και αστεία μέσα στη χυδαιότητά της) και μάλιστα με έντονη αίσθηση καθηκοντος. Τελικά πρόκειται για ένα παράδοξο μείγμα κακού και αθωότητας. Σαν να μην υπάρχει καμιά απολύτως συνείδηση μέσα σ' αυτόν τον άνθρωπο (ο οποίος, σε κάποιες στιγμές του, μπορεί να γίνει και τρυφερός). Φυσικά όλα αυτά κάπου θα πληρωθούν...
Πολύ ενδιαφέρον φιλμ, που θέτει μια σειρά από ερωτήματα πάνω στη φύση του κακού, αλλά και παρακολουθείται δίχως να κουράσει.
ΥΓ: Ήταν ο πρώτος ρόλος του πρωταγωνιστή Pierre Blaise. Τον επόμενο μόλις χρόνο σκοτώθηκε σε δυστύχημα σε ηλικία 23 χρονών!

Κυριακή, Οκτωβρίου 09, 2016

Η "MISS PEREGRINE" ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΤΙΜ ΜΠΑΡΤΟΝ ΣΤΟ GOTH

Μετά από σύντομο διάλειμμα (βλέπε "Μεγάλα Μάτια") ο Tim Burton, κάποτε αγαπημένος δημιουργός, επιστρέφει στο χαρακτηριστικό του κλίμα: Αυτό της περιπέτειας φαντασίας, που θα μπορούσε μεν να ταιριάζει σε εφήβους, ταυτόχρονα όμως είναι εξαιρετικά σκοτεινή και μακάβρια. Το goth κλίμα με λίγα λόγια.
Η "Μις Πέρεγκριν: Στέγη για Ασυνήθιστα Παιδιά" του 2016 προέρχεται από ένα μπεστ σέλερ φαντασίας του Ράνσομ Ριγκς και σίγουρα τα πάντα ταιριάζουν στο στιλ του σκηνοθέτη. Μια ομάδα από "ασυνήθιστα" παιδιά, παιδιά με παράξενες ικανότητες δηλαδή, βρίσκουν καταφύγιο για να γλυτώσουν από τον κόσμο στο φιλόξενο σπίτι της Μις Πέρεγκριν, που, όπως άλλες όμοιές της, έχει την ικανότητα να δημιουργεί χρονικούς βρόγχους διάρκειας μιας μέρας. Η ίδια μέρα δηλαδή, με σχετικές διαφορές κάθε φορά, επαναλαμβάνεται αέναα, προστατεύοντάς τα με τον τρόπο αυτόν από μια κοινωνία που δεν ανέχεται το αλλόκοτο και το διαφορετικό. Ένας έφηβος, μετά τον άγριο θάνατο του αγαπημένου του παππού και ποτισμένος από τις απίστευτες ιστορίες του τελευταίου, αποφασίζει να εισχωρήσει στον βρόγχο αυτόν και να ενταχθεί στον παράξενο κόσμο του. Τίποτα όμως δεν είναι ασφαλές εκεί...
Φυσικά η "Μέρα της Μαρμότας" και οι ιστορίες των X-Men μας έρχονται αμέσως στο μυαλό. Ωστόσο η ματιά τόσο του συγγραφέα όσο και του Μπάρτον είναι εντελώς διαφορετική, καθώς εδώ παρακολουθούμε την ιστορία επιβίωσης μιας ομάδας και όχι μια ακόμα υπερηρωική "σωτηρία του κόσμου". Τα στοιχεία και οι εμμονές του δημιουργού είναι πανταχού παρούσες: Η συμπάθεια σε κάθε διαφορετικότητα, η φαντασμαγορική νεανική περιπέτεια με την παραμυθένια ατμόσφαιρα, το χιούμορ, ο ρομαντισμός, οι κινηματογραφοφιλικές αναφορές, συγχρόνως όμως και το σκοτεινό, το μακάβριο, το τρομαχτικό (χαρακτηριστικές οι σχεδόν σπλάτερ σκηνες με τα μάτια). Ταυτόχρονα νομίζω ότι ασκεί και μια κριτική στη σύγχρονη κοινωνική κατάσταση, την τόσο "ξενέρωτη" σε σχέση με το "ρομαντικό παρελθόν", το οποίο όμως επίσης είναι αδιέξοδο και "μουχλιασμένο" (η διαρκώς επαναλαμβανόμενη μέρα).
Όλα αυτά είναι καλά και χαίρομαι πολύ που ο Burton επιστρέφει στο στοιχείο του. Πλην όμως φοβάμαι ότι πλέον έχει χάσει τις "μαγικές" του ικανότητες. Εδώ το όλο πράγμα, από ένα σημείο και μετά (ευτυχώς όταν το φιλμ είχε ήδη προχωρήσει αρκετά) με κούρασε, η ιστορία έγινε στριφνή, η ισορροπία κάπου χάθηκε, οι αιτίες για όσα συνέβαιναν, κυρίως από τη μεριά των εφιαλτικών "κακών", ήταν μπερδεμένες, το όλο συμβάν με το πλοίο απίστευτο (καλά, κανένας δεν εξέτασε ένα πλοίο - φάντασμα σταματημένο στα καλά καθούμενα σε πολυσύχναστο λιμάνι;) κλπ. Ναι, ίσως να απόλαυσα ως ένα βαθμό την ταινία, πιστεύω όμως ότι συνολικά "δεν του βγήκε", ότι η αρμονία και η οικονομία έχουν χαθεί.
Ελπίζω ακόμα στους μαγικούς κόσμους του Burton, από την άλλη όμως πολύ φοβάμαι ότι δύσκολα θα ξαναβρεί την παλιά μαγεία, πράγμα που με λυπεί.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 07, 2016

"ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ" Ή ΤΟ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟ ΠΟΥ ΣΥΝΘΛΙΒΕΙ

Ο James Schamus είναι παραγωγός και σεναριογράφος (μόνιμος σχεδόν συνεργάτης του Ang Lee μάλιστα). Ο Φίλιπ Ροθ είναι βέβαια ένας από τους γνωστότερους εν ζωή αμερικανούς συγγραφείς. Η συνάντησή τους γίνεται το 2016 με την πρώτη σκηνοθετικά μεγάλου μήκους ταινία του πρώτου, την "Αγανάκτηση" (Indignation), από το ομώνυμο βιβλίο του δεύτερου, και τα αποτελέσματα είναι νομίζω ευτυχή.
Στην αρχή βλέπουμε ένα διπλό φλας μπακ, από το τώρα, σε ένα γηροκομείο, στον πόλεμο της Κορέας στς μέσα των 50ς και μετά στην Αμερική του 1951. Τότε, σε ένα "σοβαρό" αλλά συντηρητικό πανεπιστήμιο του Οχάιο φτάνει για να σπουδάσει ένας προικισμένος και ιδεολόγος νέος, αφήνοντας την εβραϊκή οικογένειά του και τη δουλειά στο κρεοπωλείο του πατέρα του. Θα γνωρίσει άλλους συμφοιτητές, θα ερωτευτεί για πρώτη φορά μια ψυχολογικά "ασταθή" κοπέλα, αλλά όλα, μα όλα, στο περιβάλλον του τον πιέζουν αφόρητα. Ο κομφορμισμός - και η "με το γάντι" καταπιεστική επιβολή του - βασιλεύουν παντού.
Η ταινία είναι καλογυρισμένη, με στιβαρή σκηνοθεσία, εξαιρετικές ηθοποιίες και πολύ καλή ατμόσφαιρα εποχής. Πάνω απ' όλα βέβαια μιλά για την καταπίεση. Ο νεαρός ήρωας πιέζεται τόσο από το συντηρητικό πανεπιστημιακό περιβάλλον (οι διάλογοι με τον πρύτανη είναι από τα καλύτερα σημεία του φιλμ), όσο και από την οικογένειά του. Και προσοχή: Όχι μόνο από το καθηγητικό κατεστημένο, αλλά και από τις "λέσχες" των συμφοιτητών του, τη στάση τους απέναντι στη σχέση του, τους συγκατοίκους του. Κι από την άλλη, όχι μόνο από τον ούτως ή άλλως φορτικό και υπερπροστατευτικό πατέρα του, αλλά και από τη "γλυκιά και καλόβολη" μητέρα του, η οποία, ωστόσο, σε μια κρίσιμη στιγμή θα παίξει καθοριστικό (αρνητικό) ρόλο. Η αναμενόμενη εξέγερση, που σιγοβράζει καθ' όλη τη διάρκεια του φιλμ, θα έχει τραγικά αποτελέσματα.
Τη βρήκα πολύ καλή ταινία, που μιλά για μια πραγματικά μετ' εμποδίων ενηλικίωση και για μια ασφυκτική σε όλες της τις δομές κοινωνία (της Αμερικής του 50 τουλάχιστον). Και για το πώς συνθλίβονται οι καλύτερες περιπτώσεις όταν αρνηθούν (δεν μπορούν θα ήταν καλύτερα να πούμε στη συγκεκριμένη περίπτωση) να ακολουθήσουν την πεπατημένη. Απολαύστε την, αν βεβαίως δεν σας κουράζουν οι μακροί διάλογοι (πολύ καλοί, παρεπιπτόντως), οι σχετικά αργοί (αλλά τόσο ταιριαστοί) ρυθμοί και η έλλειψη δράσης και εφέ... Αλλά δεν βρίσκεται, προφανώς, σ' αυτά το νόημα ενός όμορφου φιλμ, με πολύ δυνατό, σημειωτέον, φινάλε.

Τρίτη, Οκτωβρίου 04, 2016

"ΑΝΤΙΟ ΠΑΙΔΙΑ" : ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ ΚΑΙ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ

Το 1987, κοντά στο τέλος πλέον της καριέρας του, ο Louis Malle (1932-1995) γυρίζει το "Αντίο Παιδιά" (Au Revoir Les Enfants), μια από τις πιο ευαίσθητες και συγκινητικές δουλειές του. Εδώ ο Μαλ επιστρέφει στα χρόνια του πολέμου, όπως στο παλιότερο "Λακόμπ Λισιέν", για να μας αφηγηθεί μια ακόμα ιστορία της πιο δύσκολης για την Ευρώπη εποχής, αυτή τη φορά όμως με ήρωες και μέσα από τα μάτια παιδιών.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου λοιπόν παρακολουθούμε ένα καθολικό οικοτροφείο αρρένων για παιδιά της ανώτερης τάξης. Η Γαλλία βρίσκεται βέβαια υπό γερμανική κατοχή, ο πόλεμος μαίνεται κάπου εκεί έξω, τα πράγματα όμως μέσα μοιάζουν ήσυχα. Μοιάζουν. Διότι οι απόηχοι της έξω κατάστασης δεν μπορούν παρά να έχουν επιπτώσεις... Ένας νέος μαθητής φτάνει στο σχολείο. Το φιλμ παρακολουθεί τις σχέσεις του με ένα άλλο παιδί, τον κατοπινό αφηγητή της ιστορίας, που από ανταγωνιστικές και μάλλον τεταμένες (ή αδιάφορες) στην αρχή, θα εξελιχτούν σε μια βαθιά φιλία. Σύντομα ωστόσο μαθαίνουμε ότι ο καινούριος είναι εβραίος. Ουσιαστικά όλοι μαζί, δάσκαλοι και παπάδες, τον κρύβουν στο οικοτροφειο. Είναι στο χέρι των παιδιών (όσων ξέρουν το μυστικό) να αποκαλύψουν ή όχι την αλήθεια, η οποία, όπως καταλαβαίνετε, είναι κυριολεκτικά ζήτημα ζωής ή θανάτου.
Ελπίζω να μην περιμένετε δράση, γραφική βία ή κάτι τέτοιο. Στην ταινία κυριαρχεί η ευαισθησία. Στις σχέσεις ανάμεσα στα παιδιά, στις σχέσεις του "έξω" και του "μέσα", του περιβάλλοντος και του εσωτερικού του οικοτροφείου δηλαδή. Ο ανταγωνισμός (ή και το μπούλινγκ ακόμα), η φιλία, η συνεργασία είναι κυρίαρχες καταστάσεις. Αλλά και η λεπτή μελέτη του πώς κανένας μικρόκοσμος, όσο περιφραγμένος κι αν φαίνεται σε πρώτη όψη, είναι αδύνατο να μείνει αλώβητος από όσα συμβαίνους στον έξω κόσμο, στο ευρύτερο περιβάλλον. Από ιστορική πλευρά ο Μαλ έχει εδώ ένα συμφιλιωτικό τόνο. Όλοι μοιάζουν να συνεργάζονται για έναν ανώτερο σκοπό, ξεχνώντας, προς το παρόν τουλάχιστον, ταξικές, θρησκευτικές ή όποιες άλλες διαφορές - οι οποίες ωστόσο παραμένουν παρούσες και δείχνονται, απλώς έχουν μπει για λίγο στην άκρη. Βλέπετε, οι μόνοι "κακοί" εδώ είναι οι ναζί και η θηριωδία τους.
Το βασικό στοιχείο πάντως για μένα είναι η συγκίνηση και η τρυφερότητα. Όχι μόνο στην περιγραφή της παιδικής ηλικίας και των όσων συμβαίνουν κατά τη διάρκειά της, αλλά και στο φινάλε, που δίχως να έχει τίποτα το ηρωικό (όπως και ολόκληρο το φιλμ άλλωστε) είναι από πιο συγκινητικά του σινεμά.
Σας το συνιστώ αν δεν έχετε πλήρως παραδοθεί στη βία και τη δράση, τα ψηφιακά εφέ, τις καταστάσεις / καρικατούρες και την ντε και καλά βιντεοκλιπίστικη οπτική του κυρίαρχου σύγχρονου Χόλιγουντ (με εξαιρέσεις βεβαίως πάντοτε).

Κυριακή, Οκτωβρίου 02, 2016

"SPARTAN": ΣΩΖΟΝΤΑΣ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΑΠΟ... ΣΑΟΥΔΑΡΑΒΕΣ

Παλιότερα παρακολουθούσα τις ταινίες του David Mamet, ο οποίος , ως γνωστόν, είναι και διάσημος θεατρικός συγγραφέας. Τα τελευταία χρόνια δεν γυρίζει συχνά ταινίες (μεγάλου μήκους τουλάχιστον). Η προτελευταία του είναι το "Spartan" του 2004, ένα σφιχτοδεμένο θρίλερ, δίχως ωστόσο πολλές εκπλήξεις.
Ένας βετεράνος πράκτορας, γνωστός για τις ανορθοδοξες, αλλά αποτελεσματικές μεθόδους του, καλείται να βρει την κόρη διάσημου πολιτικού που έχει απαχθεί από το πανεπιστήμιο όπου σπούδαζε. Η έρευνα θα δείξει αρχικά ότι η κοπέλα δεν είναι τόσο αθώα όσο φαινόταν, ωστόσο η απαγωγή της έγινε για άσχετους από τον πατέρα της λόγους: Την απήγαγαν για να τη στείλουν στα "σκλαβοπαζαρα" της Μέσης Ανατολής, όπου το εμπόριο λευκής σάρκας ανθεί. Η αποστολή του ήρωα γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη, καθώς νέες παράμετροι έρχονται στο φως.
Ο Βαλ Κιλμερ είναι πειστικός στο ρόλο του, ανατροπές υπάρχουν αρκετές, καθώς και διάθεση καταγγελίας της διαφθοράς και σαπίλας που κυριαρχούν τόσο στους υψηλούς κοινωνικούς κύκλους, όσο και στα άδυτα των διαφόρων μυστικών υπηρεσιών: Τα συμφέροντα, ακόμα και τα βρώμικα φυσικά, πάνω απ' όλα. Επίσης η ταινία είναι καλογυρισμένη και, με το αρκετό σασπένς που διαθέτει, κρατά νομίζω τον θεατή.
Απλώς θεωρώ οτι όλα αυτά κάπου τα έχουμε ξαναδεί, ότι πρόκειται γιαένα χιλιοχρησιμοποιημένο  είδος, που πολύ δύσκολα μπορεί να προσφέρει κάτι αληθινά πρωτότυπο, κάτι που θα ανατρέψει τα μέχρι τότε δεδομένα. Με την έννοια αυτή νομίζω ότι ο Mamet δεν δίνει κάτι καινούριο. Σίγουρα, γενικά μιλώντας, δίχως να θεωρώ ότι έχει κάνει κακές ταινίες, κάθε άλλο μάλιστα, πιστεύω ότι δεν ακολούθησε τις υποσχέσεις που έδωσε με το πρώτο του φιλμ, την "Λέσχη της Απάτης" του 1987.
Ας μη γκρινιάζω όμως. Όπως σας είπα το φιλμ είναι καλογυρισμένο και μπορεί άνετα να ψυχαγωγήσει τον θεατή. Και να πει και μερικά πράγματα - χιλιοειπωμένα φοβάμαι ωστόσο - για την κάθε είδους διαφθορά, όπως λέγαμε και πριν.
ΥΓ: Η ταινία ξεκινά με άγρια και σκληρή εκπαίδευση πεζοναυτών ή κάτι τέτοιο και μου θύμισε στρατόκαυλη πολεμικοειδή αμερικανιά. Μην σας πτοήσει όμως αυτό. Ευτυχώς πρόκειται μόνο για την εισαγωγή. Μετά εξελίσσεται σε θρίλερ, όπως είπαμε.

Σάββατο, Οκτωβρίου 01, 2016

ΟΙ ΧΑΜΕΝΕΣ ΖΩΕΣ ΤΟΥ "ATLANTIC CITY"

Το 1980 ο πολύ καλός γάλλος σκηνοθέτης Louis Malle (1932-1995) γυρίζει στην Αμερική μια από τις πιο όμορφες κατά τη γνώμη μου, αλλά μάλλον ξεχασμένες ταινίες του, το "Atlantic City", με πολύ καλούς στους βασικούς ρόλους έναν ηλικιωμένο Μπαρτ Λάνκαστερ και μια νεαρή Σούζαν Σάραντον.
Ένας γερασμένος πρώην απατεώνας ή ίσως γκάνγκστερ, που διαρκως ονειρεύεται το ένδοξο (;) παρελθόν, συναντά και ερωτεύεται μια νεαρή μπαργουμαν που φιλοδοξεί να γίνει γκρουπιέρισα σε καζίνο. Εκείνος θα μπλέξει με μια ιστορία με ναρκωτικά, κάποιοι φόνοι θα γίνουν, οι ζωές τους θα μπλεχτούν και οι δυο τους θα βρεθούν κυνηγημένοι απο τη μαφία.
Ναι, είναι ένα είδος γκανγκστερικής ταινίας, με την οπτική του Malle όμως. Ο σκηνοθέτης φτιάχνει μια σειρά από μερικές φορές συγκινητικούς χαρακτήρες, βουτηγμένους σε μια ατμόσφαιρα παρακμής. Η Atlantic City είναι μια πόλη με καζίνα και θα ήθελε να γίνει Λας Βέγκας, πλην όμως - κατά τη διάρκεια του φιλμ τουλάχιστον - είναι εξώφθαλμα αποτυχημένη και παρακμασμένη. Το ίδιο και οι χαρακτήρες που λέγαμε. Όλοι ζουν μίζερα στο περιβάλλον αυτό, όλοι όμως έχουν όνειρα, παλεύουν με τις λίγες δυνάμεις τους για κάτι καλύτερο. Ο βασικός αντρικός χαρακτήρας ζει διαρκώς στο παρελθόν, τρέφεται με μνήμες παλιάς δόξας (που, τελικά, δεν ήταν καν δόξα). Νοσταλγεί, καυχάται ασύστολα, ενίοτε ψευδόμενος, πλην όμως διαθέτει ένα προσωπικό είδος ιπποτισμού και ηθικής. Και πάντα είναι έτοιμος "να πιάσει την καλή", όσο κι αν τα χρόνια έχουν περάσει. Όσο για την ηρωίδα, τα όνειρά της φτάνουν μέχρι του να "προαχθεί" σε γκρουπιέρισα, αυτό όμως είναι το όνειρο που την τρέφει και την κάνει να ελπίζει για κάτι καλύτερο.
Ναι, υπάρχει μια υποβόσκουσα μελαγχολία στο φιλμ. Μικρές ζωές ασήμαντων ανθρώπων, που όμως ζουν με τα δικά τους όνειρα και βιώνουν τη δική τους περιπέτεια. Και, τελικά, αυτό έχει την ίδια αξία με τις μεγαλεπήβολες βλέψεις των"μεγάλων", αυτών που λάμπουν και φαίνονται. Και μια παρατήρηση: Κανένας από τους βασικούς χαρακτήρες του φιλμ δεν είναι ακριβώς "καλός" ή "κακός". Όλοι διαθέτουν θετικά και αρνητικά στοιχεία, όλοι έχουν τις καλές και κακές πλευρές τους. Όπως στην αληθινή ζωή δηλαδή, η οποία μάλλον δεν διαθέτει τέλειους σούπερ ήρωες...
Πέραν αυτών όμως ένα καλοστημένο σενάριο κατορθώνει να κρατά τον θεατή με το σασπένς του και, τελικά, κάθε άλλο παρά να τον κάνει να βαριέται. Αυτός ο συνδυασμός ιστορίας που σε "κρατά" και μελγχολίας και παρακμής ταυτόχρονα είναι ό,τι μ' αρέσει περισσότερο στην ταινία. Η οποία, παρά τα ναρκωτικά και τους γκάνγκστερς, αποδεικνύεται εξ ίσου τρυφερή με μερικές από τις γνωστότερες δημιουργίες του σκηνοθέτη.

eXTReMe Tracker