Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 29, 2016

ΟΤΑΝ Ο "SUPERMAN" ΠΕΤΟΥΣΕ ΣΤΑ 70ς...

Ήταν τότε, στα 1978, όταν ανατίθεται στον πετυχημένο την εποχή εκείνη Richard Donner να μεταφέρει στην οθόνη τον θρυλικότερο υπερήρωα των κόμικς, τον "Superman". Εκτός του μακαρίτη πλέον Κρίστοφερ Ριβ, απόλυτα ταιριαστό στον κεντρικό ρόλο, υπάρχουν και πολλοί καλοί ηθοποιοί, όπως ο Τζιν Χάκμαν ως Λεξ Λούθορ, ο παλιός Γκλεν Φορντ και, βέβαια, ο πολύς Μάρλον Μπράντο στον σύντομο ρόλο του πατέρα.
Η ιστορία είναι βέβαια πασίγνωστη: Ένα βρέφος από τον πλανήτη Κρυπτόν στέλνεται από τον πατέρα του στη μακρινή γη για να σωθεί από την καταστροφή του πλανήτη του. Εκεί, λόγω των γήινων συνθηκών, αλλά και των τεράστιων γνώσεών του, θα αποκτήσει υπερδυνάμεις και όταν μεγαλώσει θα γίνει ο διάσημος Superman, που αναλαμβάνει να πολεμήσει το κακό σε κάθε μορφή του. Η αληθινή του ταυτότητα είναι σε όλους άγνωστη, αφού, όταν διαθέτει την περσόνα του κοινού θνητού, παρουσιάζεται ως άτολμος και γκαφατζής δημοσιογράφος Κλαρκ Κεντ. Ερωτεύεται σφόδρα μια συνάδελφό του και βέβαια την γοητεύει πανεύκολα ως Superman, αλλά δεν τα καταφέρνει και τόσο ως Κεντ...
Στην εποχή του το φιλμ έγινε τεράστια επιτυχία, η πρώτη με σούπερ ήρωα, που άνοιξε τον δρόμο για τον αληθινό καταιγσμό που δεχόμαστε τον 21ο αιώνα από το είδος (με βαρετά συνήθως αποτελέσματα). Τώρα όμως; Βλέποντάς το πρόσφατα ομολογώ ότι μου φάνηκε κουρασμένο και υπερβολικό, αλλά και πολύ light για τα σύγχρονα δεδομένα. Όχι, το τελευταίο δεν είναι κακό και οφείλεις να κρίνεις τις ταινίες (και όλα τα έργα τέχνης) λαμβάνοντας πάντοτε υπ' όψιν τα δεδομένα της εποχής που δημιουργήθηκαν, αυτό είναι σίγουρο. Ωστόσο υπάρχουν παμπάλαιες ταινίες που αντέχουν πολύ περισσότερο στο χρόνο. Και, βέβαια, εννοείται, ο λόγος δεν είναι η έλλειψη εντυπωσιακών ψηφιακών εφέ που, απλούστατα, δεν υπήρχαν τότε, κάθε άλλο. Προτιμώ κάποια παλιομοδίτικα από την κατάχρηση ψηφιακών και κούφιων εντυπωσιασμών. Ωστόσο το όλο πράγμα μου φάνηκε πολύ αφελές και κάπως ξεπερασμένο. Ο κακός Λεξ είναι ένας μάλλον γελοίος τζιτζιφιόγκος, το σενάριο, ιδιαίτερα προς το τέλος, υπερέβει εαυτόν σε απιθανότητες, η Λόις δεν μου έβγαλε καμιά σεξουαλικότητα...
Υπάρχει βέβαια η γοητεία του αφελούς παραμυθιού και πολλοί μπορεί να ξεχαστούν για δύο ώρες και να αφεθούν στις ονειρικές πτήσεις του ήρωα και της καλής του. Και, για να πω και τα ελαφρυντικά, ας μη ξεχνάμε ότι την εποχή εκείνη δεν υπήρχε η σημερινή βία που κυριαρχεί στις οθόνες. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι, αφού το είδος ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτο στο τότε σινεμά, έμεινε συνειδητα στην αφελή "κόμικς" πλευρά (με όλα τα κλισέ που αυτό συνεπάγεται) και απευθύνθηκε κυρίως σε εφηβικό κοινό, που "διαβάζει ακόμα κόμικς" (ας μη ξεχνάμε επίσης ότι το 1978 τα κόμικς δεν απολάμβαναν τη σημερινή τους υπόληψη και ο όρος "graphic novel" δεν υπήρχε). Αρκετά δικαιολογητικά όντως...
Πάντως (κατά την προσωπική μου γνώμη πάντοτε) νομίζω ότι το συγκεκριμένο φιλμ θα λατρεύεται για πάντα μόνο από όσους το πρωτοείδαν σε τρυφερές ηλικίες (και πιθανόν τους σημάδεψε). Δύσκολα θα συγκινούσε έναν ενήλικα ή ένα σύγχρονο έφηβο, που τόσα έχουν δει τα μάτια του...

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 28, 2016

ΒΙΝΤΕΟΚΛΙΠΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΓΧΩΤΙΚΟ "RUNNING SCARE"

Τελικά και ο Guy Richie έχει κάνει ένα είδος "σχολής". Το καταλαβαίνει κανείς αν δει το "Running Scare" (Τρέξε Γρήγορα) που γύρισε το 2006 ο Wayne Kramer. Όπου τα σέπια χρώματα, η σαλταρισμένη δράση, τα εντυπωσιακά σκηνοθετικά κόλπα, τα ξαφνικά slow motion και πάμπολλα άλλα τέτοια κυριαρχούν πραγματικά.
Ένας οικογενειάρχης κακοποιός παίρνει μέρος σε ένα απίστευτο πιστολίδι με διεφθαρμένους μπάτσους. Μετά το τέλος της σφαγής το αφεντικό του του δίνει ένα "ενοχοποιητικό" πιστόλι από τη συμπλοκή για να το εξαφανίσει. Εκείνος δεν το κάνει αμέσως, το πιστόλι βρίσκεται σε λάθος χέρια (ενός παιδιού αρχικά και μετά...) και από εκεί και πέρα ξεκινά ένα άγριο κυνηγητό όλων εναντίον όλων με απίθανες τροπές και εκπλήξεις.
Η ταινία χωράει ένα σκασμό κυριολεκτικά γεγονότων, ακόμα και υποπλοκές, όπως αυτή με το διεστραμμένο ζευγάρι, μέσα στις λίγες σχετικά ώρες κατά τις οποίες συμβαίνουν όλα. Ο ρυθμός - σε ταιριαστή σχέση με το ανάλογο σενάριο - είναι κυριολεκτικά αγχωτικός, τα γεγονότα συμβαίνουν καταιγιστικά, τα πτώματα πληθαίνουν, οι πυροβολισμοί δεν σταματούν, η βία συμβαίνει πραγματικά "μέσα στα μούτρα μας" και η επίδειξη σκηνοθετικών τρικ είναι ασταμάτητη. Η ιστορία βέβαια και όσα γίνονται είναι μάλλον απίθανα, με αποκορύφωμα την "κουφή" τελική ανατροπή (συγνώμη δηλαδή, αλλά μετά απ' αυτό τι θα γίνει; Δεν θα τον δει κάποιος ποτέ; (δεν λέω άλλα γιατί θα είναι κάτι παραπάνω από spoiler).
Αν σας ελκύουν λοιπόν τα α λα Richie κόλπα και η βιντεοκλιπίστικη, αγχωμένη σκηνοθεσία και πλοκή, όπου δεν μπορείς να πάρεις ανάσα και το ένα γεγονός φέρνει το άλλο με ιλιγγιώδη ταχύτητα, το φιλμ πιθανόν θα σας φανεί εντυπωσιακό, παρά τις σεναριακές του απιθανότητες. Εγώ πάντως κάπου τα έχω ξαναδεί όλα αυτά...

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 25, 2016

"Ο ΚΛΕΨΑΣ ΤΟΥ ΚΛΕΨΑΝΤΟΣ" ΠΟΥ ΑΝΤΕΧΕΙ ΑΚΟΜΑ...

Το 1958 ο νεορεαλισμός επηρέαζε ακόμα τον κινηματογράφο της Ιταλίας, ο οποίος βεβαίως βρισκόταν σε μεγάλη ακμή. Τότε λοιπόν γυρίζεται από τον σημαντικό Mario Monicelli (1915-2010) η εμβληματική κωμωδία "Ο Κλέψας του Κλέψαντος" (I Soliti Ignoti), που αποτελεί μία από τις πρώτες και καλύτερες κοινωνικές ιταλικές κωμωδίες, είδος το οποίο ήκμασε στη γειτονική χώρα μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 70, δίνοντάς μας μια σειρά από εξαιρετικά φιλμ.
Μια ομάδα φτωχών μικροαπατεώνων, μερικοί από τους οποίους μπαινοβγαίνουν στη φυλακή,  αποφασίζει να κάνει το μεγάλο κόλπο, χτυπώντας το ενεχειροδανειστήριο της περιοχής. Ο λεπτομερής σχεδιασμός του "χτυπήματος" στο πρώτο μέρος του φιλμ και η εκτέλεσή του στο δεύτερο, με τα όσα απρόοπτα και αστεία θα προκύψουν, αποτελεί τον κορμό της ταινίας. Στο μεταξύ εμείς θα απολαύσουμε μια αξέχαστη σειρά από απίθανους λαϊκούς τύπους, ένα ζωντανό και έξυπνο σενάριο που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή και πολλές αστείες έως ξεκαρδιστικές καταστάσεις.
Νομίζω όμως ότι η αξία της ταινίας έγκειται και στην άριστη καταγραφή του κοινωνικού περίγυρου: Η φτώχεια και η μιζέρια της εποχής αποτυπώνονται εντονότατα (και αδυσώπητα). Οι σκηνές των λαϊκών πολυκατοικιών και των εσωτερικών των σπιτιών των ηρώων καταδεικνύουν ανάγλυφα την ανέχεια. Ελάχιστες διέξοδοι απ' αυτόν τον κόσμο υπάρχουν, οπότε πολλοί είναι αυτοί που σαν μόνο τρόπο επιβίωσης (ή στοιχειώδους κοινωνικής ανόδου) βρίσκουν την παρανομία (για την οποία, σημειωτέον, αρκετοί είναι περήφανοι). Ταυτόχρονα η ταξική αλληλεγγύη (και η αλληλεγγύη απ' όλο τον κοινωνικό περίγυρο και για την ίδια την παρανομία βεβαίως) είναι σχεδόν έμφυτη, θεωρείται δεδομένη. Τελικά, ένα άρωμα ανθρωπιάς αναδύεται από το δύσκολο αυτό περιβάλλον (η πρώτη - πρώτη σκηνή το δείχνει αυτό χαρακτηριστικά). Όσο για την κωμική αντιμετώπιση όλων αυτών των τραγικών στην ουσία καταστάσεων, ε, αυτό πιστεύω ότι αποτελεί την φιλοσοφική στάση της ταινίας. Ας σημειώσουμε τέλος ότι οι ήρωες δεν εξωραϊζονται καθόλου: Δείχνονται με όλα τους τα ελαττώματα: Άλλοτε δειλοί, άλλοτε φανφαρόνοι ή ό,τι άλλο. Παρ' όλα αυτά παραμένουν συμπαθητικοί. Όσο για το καστ, με ιταλούς σταρ της εποχής, είναι λαμπρό: Βιτόριο Γκάσμαν, Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Τοτό, Κλαούντια Καρντινάλε, Ρενάτο Σαλβατόρι...
Κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον το φιλμ δεν έχει γεράσει παρά τις δεκαετίες που πέρασαν. Παραμένει απολαυστικότατο και σε μερικά σημεία ξεκαρδιστικό, διατηρεί το σασπένς του μέχρι τέλους και ακόμα αναδίδει αυτή τη γλυκόπικρη αίσθηση, σήμα κατατεθέν της παλιάς ιταλικής κοινωνικής κωμωδίας. Οπότε, μια που το θεωρώ κλασικό στο είδος του, θα πρότεινα να μη φοβηθείτε τα χρόνια και τις διαφορετικές (;) εποχές και, αν δεν το έχετε ήδη δει, να μη διστάσετε.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 23, 2016

"SHOOT TO KILL": ΒΟΥΝΑ ΚΑΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ

Σκηνοθέτης με όχι και κάτι πολύ αξιόλογο στο ενεργητικό του (εκτός ίσως απο το "Under Fire") ο Roger Spottiswood γυρίζει το 1988 το "Shot To Kill", ένα αστυνομικό φιλμ το οποίο, δίχως να διαθέτει κάτι πολύ αξιόλογο, σηματοδοτεί την μετά από δέκα και παραπάνω χρόνια επιστροφή στην οθόνη του Σίντεϊ Πουατιέ.
Ένας αδίστακτος και πανέξυπνος δολοφόνος, αφού κλέψει ένα σακούλι με διαμάντια και σκοτώσει εν ψυχρώ μια ηλικιωμένη όμηρο, αναγκάζεται να καταφύγει σε ορεινή περιοχή της Αμερικής, όπου, για να καλύψει τα ίχνη του, ενσωματώνεται σε μια ομάδα τουριστών - ορειβατών, οι οποίοι θα περάσουν κάποιες μέρες στην άγρια φύση. Μαζί τους είναι ο μόνος τρόπος να περάσει και ο ίδιος τα αφιλόξενα βουνά. Ένας αστυνομικός ακολουθεί πεισματικά τα ίχνη του και, επειδή δεν έχει ούτε αυτός ιδέα από φύση, αναγκάζεται να ζητήσει τη βοήθεια ενός σκληροτράχηλου ντόπιου, ο οποίος κυνηγά κι αυτός την ομάδα επειδή η ανύποπτη οδηγός της είναι η κοπέλα που αγαπά. Το σεναριακό ενδιαφέρον βρίσκεται στο ότι για πάνω από το μισό φιλμ ούτε και οι θεατές γνωρίζουν ποιος από την ομάδα είναι ο δολοφόνος. Με μάλλον προβλέψιμο τρόπο ωστόσο, το φιλμ θα καταλήξει τελικά σε κλασικό ανθρωποκυνηγητό.
Πρόκειται για τις περιπτώσεις όπου η ταινία βλέπεται μεν ευχάριστα, διαθέτει σασπένς και καλές ερμηνείες, πλην όμως δεν έχει να προσθέσει κάτι στο πολύ συνηθισμένο αυτό είδος. Όπως είπα και πριν όλα είναι μάλλον προβλέψιμα και σίγουρα κάπου τα έχουμε ξαναδεί. Έτσι λοιπόν - κατά τη γνώμη μου πάντοτε - μην διστάσετε να το δείτε αν "πέσει στα χέρια σας", μην περιμένετε ομως ότι θα συγκλονιστείτε κιόλας. Απλώς θα περάσετε δύο μάλλον ευχάριστες και ευπρόσωπες ώρες.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 21, 2016

"ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ"...ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ Η ΑΥΤΟΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ


Πολύ λίγες είναι οι ταινίες ο ήρωας των οποίων είναι, κυριολεκτικά, διαρκώς μεθυσμένος, από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό. Το "Κάτω Από το Ηφαίστειο" είναι μία από αυτές. Η πηγή του είναι το γνωστό μυθιστόρημα του Malcolm Lowry. Το 1984 λοιπόν ο John Huston θα το μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη με εξαιρετικά αποτελέσματα.
Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του 30 και ο πόλεμος είναι έτοιμος να ξεσπάσει στην Ευρώπη. Η ταινία παρακολουθεί μια μέρα από τη ζωή ενός άγγλου πρώην διπλωμάτη, που βρίσκεται στα τελευταία στάδια του αλκοολισμού και ζει σε μια μικρή πόλη του νότιου Μεξικού. Η μέρα αυτή είναι η περίφημη μεξικάνικη "Γιορτή των Νεκρών". Η γυναίκα του τον έχει εγκαταλείψει κι αυτό τον πονά πολύ. Τη μέρα αυτή λοιπόν η γυναίκα του θα επανεμφανιστεί, κάνοντας μια τελευταία προσπάθεια να σώσει το γάμο τους. Με τον ιδεαλιστή φίλο του που τονφροντίζει, με τον οποίο ωστόσο τον είχε απατήσει εκείνη, ξεκινάνε μια περιπλάνηση σε γωνιές - όχι πάντοτε καθώς πρέπει, κάθε άλλο - της πόλης, ενώ το αλκοόλ δεν σταματά να ρέει άφθονο.
Η ταινία είναι πολλά πράγματα μαζί: Η πορεία προς το αναπόφευκτο τέλος ενός απίστευτα αυτοκαταστροφικού χαρακτήρα, στην οποία κάποιοι βλέπουν μια μεταφορά ενός ολόκληρου αυτοκαταστροφικού πολιτισμού. ΄Ενα εξαιρετικό πορτρετο ενός "αφημένου" ανθρώπου. Μια συναρπαστική εικόνα του μεξικάνικου κόσμου, εξωτικού στα μάτια των δυτικών. Μια ιστορία εθισμών και εμμονών. Και πάνω απ' όλα μια εξαιρετική ερμηνεία του Άλμπερτ Φίνεϊ, στις πλάτες του οποίου στηρίζεται ολόκληρο το φιλμ (αλλά και η Ζακλίν Μπισέ είναι και πολύ καλή και πανέμορφη). Γενικά νομίζω ότι πρόκειται για εξαιρετική ταινία, για έναν άνθρωπο που ό,τι και να γίνει είναι καταδικασμένος να μην είναι ποτέ ευτυχισμένος (με δική του υπαιτιότητα). Αλλά και σαν "μεξικάνικο φολκλόρ" αν το δείτε, πιστεύω ότι θα το απολαύσετε, ενώ το πολιτικό background υποβόσκει (οι αναφορές στον πόλεμο που είναι έτοιμος να ξεσπάσει και η αντιναζιστική στάση του ήρωα δεν περνούν απαρατήρητες).
Ναι, δεν υπάρχει μια πλοκή με σασπένς ή ανατροπές ούτε έντονη δράση, μην περιμένετε κάτι τέτοιο. Ίσως λίγα να συμβαίνουν στη διάρκεια της, παρ' όλα αυτά, τόσο γεμάτης μέρας. Άλλες όμως είναι οι αρετές του φιλμ. Ενός φιλμ που συνιστώ ως μια σημαντική μελέτη της ανθρώπινης αυτοκαταστροφικότητας.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 19, 2016

VAN HELSING...ΠΟΥ ΤΑ ΚΑΝΕΙ ΟΛΑ (ΕΚΤΟΣ ΤΟΥ ΝΑ ΤΡΟΜΑΖΕΙ ΘΕΑΤΕΣ)

Νομίζω ότι σε κάποιους δεν θα έπρεπε μα επιτρέπουν να γυρίζουν ταινίες. Στον Stephen Sommers ας πούμε, δημιουργό του ανεκδιήγητου "Van Helsing" του 2004, με τον Χιου Τζάκμαν στον βασικό ρόλο. Υποτίθεται ότι είναι ταινία τρόμου, αλλά το μόνο που υπάρχει είναι διαρκής δράση, απίστευτη βαβούρα, όχι απλώς μη πιστευτές καταστάσεις, αλλά κάτι περισσότερο... κι ό,τι άλλο ανακαλύψετε μόνοι σας.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι ο γνωστός ηλικιωμένος εξολοθρευτής του Δράκουλα στο πρωτότυπο έργο του Στόουκερ, αλλά και σε πολλές σχετικές ταινίες. Εδώ είναι ένας μάτσο επαγγελματίας εξολοθρευτής κάθε λογής τεράτων, που κάποια στιγμή, ε, φτάνει και στην Τρανσυλβανία για να κυνηγήσει τον Δράκουλα, παρέα με έναν ιδιοφυή, πλην όμως δειλό μοναχό (υποτίθεται ότι αυτός βγάζει το απαραίτητο γέλιο στην ταινία). Κάπου στη Βιέννη (νομίζω) θα συναντήσει την πανέμορφη τσιγγάνα Άννα (η Κέιτ Μπέκινσέιλ επαναλαμβάνει έναν σχετικό μ' αυτόν του "Underworld" ρόλο), της οποίας η οικογένεια είναι καταραμένη και έχει σχεδόν εξολοθρευτεί από τον Δράκουλα. Αυτό είναι μόνο ένα μικρό μέρος, αφού από το φιλμ παρελαύνουν και συναντιούνται όλα τα γνωστά κλασικά τέρατα: Ο Φρανκενστάιν και το τερας του, λυκάνθρωποι, κάτι περίεργοι νάνοι, λίγο από τα... αυγά του Alien... κι ό,τι άλλο βάλει ο νους σας.
Υποτίθεται ότι το φιλμ είναι (ή θα ήθελε να είναι) μια αναφορά σε όλα τα παραπάνω και, βέβαια, στη χρυσή εποχή του κινηματογραφικού τρόμου της δεκαετίας του 30. Αυτό που είδα εγώ είναι απλά ένας απίστευτος αχταρμάς, που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είναι ένα action movie για 15χρονους (το πολύ) και μάλιστα μη σκεπτόμενους τέτοιους. Πραγματικά κουράστηκα από το πολύ ξύλο, από τη διαρκή φασαρία, από τα εμφανώς κομπιουτερέ εφέ (ειδικά αυτά με τους εκατοντάδες δαίμονες μου φάνηκαν πολύ ψεύτικα), από τις συνεχείς πτώσεις, από τις οποίες βεβαίως κανένας από τους ήρωες δεν παθαίνει το παραμικρό (α, ναι, σε μια από τις τελευταίες σκηνές το μέτωπο της Άννας ματώνει λίγο), από την γενική βιντεοκλιπίστικη οπτική. Αυτό που πραγματικά λείπει από όλο αυτό το πανηγύρι είναι λίγος έστω αληθινός τρόμος, μια κάποια ανατριχίλα. Πιο πολύ για κακός Τζέιμς Μποντ μου έμοιαζε...
Είχα την περιέργεια να το δω, παρά το ότι το είχαν θάψει οι πάντες. Να που τελικά είχαν απόλυτο δίκιο.
ΥΓ: Αν όντως είστε εθισμένοι στη διαρκή και εκκωφαντική δράση και διασκεδάζετε με όλα αυτά που σας περιέγραψα, ίσως και να το ευχαριστηθείτε ή, έστω, να το θεωρήσετε "ένοχη απόλαυση". Εμένα πάντως δεν μου πήγε καθόλου για τέτοαο.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 17, 2016

ΕΝΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΘΕΑΤΡΙΚΟ "ΠΕΝΘΟΣ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗΝ ΗΛΕΚΤΡΑ"

O Dudley Nichols (1985-1960) υπήρξε σημαντικός και παραγωγικός σεναριογράφος του παλιού Χόλιγουντ, ενώ σκηνοθέτησε τρεις μόνο ταινίες. Η τρίτη από αυτές αποτέλεσε την κινηματογραφική μεταφορά του γνωστού θεατρικού έργου του Ευγένιου Ο'Νιλ "Το Πένθος Ταιριάζει στην Ηλέκτρα" (Mourning Becomes Electra) και γυρίστηκε το 1947, με την Κατίνα Παξινού μάλιστα στον ρόλο της μητέρας και έναν νεαρότατο Κερκ Ντάγκλας σε δεύτερο ρόλο.
Η ιστορία αφορά τον ψυχισμό και τα πάθη των μελών μιας ευκατάστατης οικογένειας. Όταν ο πατέρας και ο γιος επιστρέφουν από τον αμερικάνικο εμφύλιο, η κόρη θα ανακαλύψει ότι η μητέρα της διατηρεί εξωσυζυγική σχέση με έναν καπετάνιο, τον οποίο η ίδια (η κόρη) έχει ερωτευτεί. Τα πάθη ξεσπούν ανεξέλεγκτα, αποκαλύπτοντας τους χαρακτήρες, αλλά και τις πολύπλοκες σχέσεις ανάμεσα στα μέλη, σχέσεις που συχνά αγγίζουν το οιδιπόδειο. Φυσικά όλα θα έχουν τραγική κατάληξη, αφού το ίδιο το έργο είναι ουσιαστικά μια μεταγραφή, σε άλλη εποχή βέβαια, της Ορέσετιας του Αισχύλου.
Η ταινία έχει διάρκεια 159 λεπτών και είναι ένα ιδιαιτέρως βαρύ δράμα, με μυστικά να αποκαλύπτονται, κυρίως όμως να αποκαλύπτεται ο μάλλον αρρωστημένος ψυχισμός των μελών μιας "καταραμένης" οικογένειας. Το θέμα είναι ότι βρήκα την όλη απόδοση έντονα θεατρική και πολύ συμβατική για κινηματογράφο. Και οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές (με την Παξινού πολύ δυνατή, αλλά και όλο το υπόλοιπ καστ), πλην όμως κι αυτές δεν μπορούν να κρύψουν τις θεατρικές καταβολές τους. Το όλο δράμα, η γλώσσα του έργου, το στήσιμο, η σκηνοθεσία, όλα παραπέμπουν σε θέατρο κι αυτό, προσωπικά, με ενοχλεί. Μπορεί το ξεγύμνωμα των χαρακτήρων να δίνεται ανάγλυφα και η ανθρώπινη κατάσταση να μην φαίνεται καθόλου κολακευτική, τραγική θα έλεγα, ωστόσο η παρακολούθησή του μάλλον με κούρασε. Κυρίως βέβαια επειδή δεν είμαι άνθρωπος του θεάτρου. Αντίθετα στους φανατικούς της τέχνης αυτής το φιλμ μπορεί να αρέσει ιδιαίτερα.
Όπως διάβασα η ταινία υπήρξε τεράστια εμπορική αποτυχία στην εποχή της, ενώ ο Nichols δεν σκηνοθέτησε κάτι άλλο. Αντίθετα συνέχισε ακάθεκτος την σεναριογραφική του καριέρα.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 16, 2016

"ΕVEN MONEY" Ή ΟΙ ΒΛΑΒΕΡΕΣ ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΤΖΟΓΟΥ

Το 2006 ο παλαίμαχος Marc Rydell γυρίζει μάλλον την τελευταία του ταινία, το "Even Money", ένα δραματικό και λιγάκι αστυνομικό φιλμ με ένα λαμπρό καστ: Κιμ Μπάσινγκερ, Ρέι Λιότα, Φόρεστ Γουαϊτέκερ, Τιμ Ροθ, Ντάνι Ντε Βίτο...
Το φιλμ αποτελείται μάλλον από μια συρραφή ιστοριών: Μια πετυχημένη στο πρώτο της βιβλίο συγγραφέας "κολλάει" με τον τζόγο και η οικογένειά της διαλύεται σιγά - σιγά. Γίνεται φίλη με έναν παρακμασμένο μάγο, που απελπισμένα προσπαθεί να κάνει ένα εντυπωσιακό come back. Ένας μαύρος που χρωστά (εξ αιτίας του τζόγου) πιέζει τον ανερχόμενο μπασκετμπολίστα αδελφό του να "πουλάει" παιχνίδια. Δύο νεαροί - και κολλητοί φίλοι - bookies συγκρούονται με έναν αδίστακτο γκάνγκστερ, ο οποίος δουλεύει για τον αθέατο και μυστηριώδη Ιβάν, με βαρειές συνέπειες. Ένας αστυνομικός προσπαθεί να διελευκάνει τον φόνο ενός άλλου bookie... Οι ιστορίες διαπλέκονται μάλλον χαλαρά και συχνά πρόσωπα από τη μία μπαίνουν στον κόσμο των άλλων.
Τι κοινό έχουν όλα τα πρόσωπα που απαρτίζουν αυτό το μωσαϊκό που κάπου θυμίζει Altman; Τον εθισμό (σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας) στον τζόγο, πάντοτε όμως με βλαβερές (μέχρι θανάτου) συνέπειες. Είναι σαν ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος να προσπαθούν να μας προειδοποιήσουν για τις ολέθριες συνέπειές του, να μας προειδοποιήσουν να μείνουμε μακριά. Κάποιες από τις υποπλοκές βρίσκω ότι είναι δυνατότερες από τις άλλες (προσωπικά ξεχωρίζω την ιστορία του Ντε Βίτο). Συνολικά πάντως, δίχως να το βρίσκω κάτι πολύ ιδιαίτερο, μου κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον, καθώς, κάτω απ' όλη αυτή την κοινωνική πινακοθήκη υποβόσκει και ένα αστυνομικό μυστήριο με ένα σχετικά απρόβλεπτο τέλος μάλιστα. Απλώς ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου πάντοτε.
ΥΓ: Χαρακτήρισα το φιλμ "μάλλον την τελευταία" ταινία του Rydell διότι όταν γράφονται αυτές οι γραμμές, το 2016, ο δημιουργός του "Golden Pond" και του "The Rose" είναι ήδη 87 ετών.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 14, 2016

BEST OF 2015-2016

Ήρθε πάλι ο Σεπτέμβρης, ο παραδοσιακός μήνας για απολογοσμούς της κινηματογραφικής σεζόν που πέρασε. Ομολογώ ότι όσο περνά ο καιρός βλέπω όλο και περισσότερα παλιότερα φιλμ, καθώς θεωρώ ότι τα καινούρια, τα mainstream κυρίως, βρίσκονται σε περίοδο παρακμής. Ωστόσο βλέπω όσα μπορώ κι απ' αυτά...
Υπενθυμίζω ότι η σειρά τόσο των πρώτων 10 όσο και των "επιλαχόντων" ΔΕΝ είναι αξιολογική, αλλά αλφαβητική κατά σκηνοθέτη. Επίσης ότι στη λίστα περιλαμβάνονται ταινίες που παίχτηκαν στις ελληνικές οθόνες (ή είδα στο σπίτι) της περιόδου 1 Σεπτεμβρίου 2015 έως 31 Αυγούστου 2016. Στις ταινίες αυτές ΔΕΝ περιλαμβάνονται παλιά φιλμ (ακόμα κι αν είναι αριστουργήματα), απ' αυτά που  ξαναβγαίνουν σε πρώτη προβολή (π.χ. "Ξημερώνει" ή "Κάτω από το Ηφαίστειο"). Ορίστε λοιπόν:

1. Dheepan του Jacques Audiard
2. Η Ελιά του Iciar Bollein
3. Inside Out των Peter Docter και Ronnie Del Carmen
4. Truman του Cesc Guy
5. Στην Αγκαλιά του Φιδιού του Ciro Guerra
6. Η Επιστροφή (The Revenant) του Alejandro Inarritu
7. Αστακός του Γιώργου Λάνθιμου
8. El Club (Η Μυστική Λέσχη) του Pablo Larrain
9. Suntan του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου
10. Sicario του Denis Villeneuve

Να και τα "επιλαχόντα". Να τονίσω ότι πολλά απ' αυτά τα θεωρώ στην ουσία εφάμιλλα των 10 πρώτων και θα μπορούσαν να είναι στην πρώτη λίστα, αλλά τι να κάνουμε; Αφού μπήκαμε στη λογική αυτή, πρέπει ντε και καλά να ξεχωρίσουμε 10 μόνο...

1. Η Ολοκαίνουρια Καινή Διαθήκη (Le Tout Nouveau Testament) του Jaco Van Dormael
2. Remember του Atom Egoyan
3. Το Μαργαριταρένιο Κουμπί (El Boton de Nacar) του Patricio Guzman
4. Δεσμοί Αίματος (Hrutar) του Grimur Hakonarson
5. Carol του Todd Haynes
6. Spotlight του Tom McCarthy
7. Η Μοδίστρα της Jocelyn Moorhouse
8. Ο Γιος του Σαούλ του Lazlo Nemes 
9. Ο Λύκος της Ερήμου (Theeb) του Abu Naji Nowar
10. Η Γέφυρα των Κατασκόπων του Steven Spielberg
11. Οι Μισητοί 8 του Quentin Tarantino

Και του χρόνου!

 

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 13, 2016

"ΟΜΑΔΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ": ΣΧΕΤΙΚΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΗ, ΑΛΛΑ ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ

Έχουμε φτάσει στην εποχή όπου κοντεύει πλέον να παράγεται ένα σουπερηρωικό φιλμ το μήνα... Ο κορεσμός, για μένα τουλάχιστον, που δεν ήμουν ποτέ φαν του είδους ούτε στα κόμικς, είναι κάτι περισσότερο από προφανής. Το "Suicide Squad" (Ομάδα Αυτοκτονίας) του 2016 γυρίστηκε από τον David Ayer και κάπου υποσχόταν κάτι σχετικά διαφορετικό.
Αυτή τη φορά βρισκόμαστε στο σύμπαν της DC (και όχι της Marvel). Όταν προκύπτει μια υπερφυσική απειλή για ολόκληρο τον κόσμο από μια... κακιά μάγισα, μια πανίσχυρη μυστική κυβερνητική πράκτορας αναλαμβάνει να φτιάξει μια ομάδα από σούπερ - κακούς υπερήρωες, που όλοι τους βρίσκονται στη φυλακή με ισόβια, αφού αυτοί είναι οι μόνοι που μπορούν ίσως να αντιμετωπίσουν το χειρότερο από αυτούς κακό (μαθαίνουμε ότι κάπου ο Σούπερμαν έχει αποσυρθεί ή κάτι τέτοιο). Έτσι λοιπόν έχουμε την σεναριακή ανατροπή ότι όλοι οι ήρωες, που θα σώσωουν τον κόσμο, είναι υπερ-κακοί, οι οποίοι αναγκάζονται άρον - άρον να συνεργαστούν.
Κάτι είναι κι αυτή η ανατροπή. Κάνει τα πράγματα κάπως πιο διασκεδαστικά και, βέβαια, γίνεται η πηγή του απαραίτητου τελευταία χιούμορ στο κινηματογραφικό αυτό είδος. Το θέαμα και η δράση προφανώς υπάρχουν (εντάξει, αυτό είναι πλέον μόνιμο στο είδος και δεν προκαλεί εντύπωση) και σούπερ σταρ αναδεικνύεται η ψυχοπαθής και πανέμορφη Harley Queen, γκόμενα, αν δεν το γνωρίζετε, του περίφημου Joker.
Γενικά, έχοντας σκυλοβαρεθεί τα διάφορα prequel, sequel ή επανεκκινήσεις, τουλάχιστον είδα κάτι κάπως πιο πρωτότυπο. Όχι σαν στυλ ταινίας, που είναι μια από τα ίδια, αλλά λόγω του ευρήματος των "κακών". Μέχρις εκεί όμως. Κατά τα άλλα οι αφέλειες, οι απιθανότητες, ακόμα και το μελό, περισσεύουν και το φινάλε, όπου η "ομάδα" και οι υπερφυσικοί κακοί "σφίγγονται" για το ποιος θα κάνει ισχυρότερα κόλπα, μου φάνηκε χαζό. Όσο για το ιδεολογικό μέρος... αφείστε να πάνε. Όχι δεν είμαι συνωμοσιολόγος και δεν ισχυρίζομαι ότι το σατανικό Χόλιγουντ έχει απώτατα σχέδια για τις ψυχές μας (απλώς δολάρια θέλει να βγάλει με κάθε τίμημα), αλλά, διάβολε, όλη αυτή η συμπάθεια που αναπόφευκτα νοιώθουμε για μια χούφτα καθάρματα... ε, κάτι μου κάνει.
Πάντως θα διαφωνήσω με την μεγάλη πλειοψηφία των κριτικών που έθαψαν πλήρως το φιλμ. Προσωπικά το βρήκα, όπως σας είπα, κάπως πιο διασκεδαστικό από άλλα του είδους. Μέχρις εκεί όμως και τίποτα παραπάνω.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 11, 2016

"ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ", ΑΛΛΑ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Το 1939 η Γαλλία ετοιμαζόταν να υποστεί τις φρίκες του πολέμου, η κοινωνία ήταν αναστατωμένη, η καταιγίδα ερχόταν. Τότε ο μεγάλος σκηνοθέτης Marcel Carne (1906-1996) γυρίζει ένα από τα πιο σκοτεινά και απαισιόδοξα φιλμ του, το περίφημο "Ξημερώνει" (Le Jour se Leve), ένα γαλλικού τύπου νουάρ με τον Ζαν Γκαμπέν στο βασικο ρόλο.
Στην πρώτη κιόλας σκηνή της ταινίας ο Φρανσουά, ένας συμπαθητικός εργάτης, δολοφονεί κάποιον. Στη συνέχεια κλείνεται στο στενόχωρο διαμέρισμά του και αρνείται να παραδοθεί στην αστυνομία που τον έχει περικυκλώσει. Μόνος στο σκοτεινό διαμέρισμα, θυμάται σε συνεχή φλας μπακ την ιστορία του, τη σχέση του με δύο γυναίκες και, τελικά, τους λόγους που τον οδήγησαν στο φόνο.
Τέσσερα είναι τα βασικά πρόσωπα του φιλμ: Δύο άντρες και δύο γυναίκες. Οι μεταξύ τους ερωτικές σχέσεις είναι περίπλοκες, οι χαρακτήρες πολύ διαφορετικοί. Από τον "αγνό" Φρανσουά ως τον διεφθαρμένο, "σάπιο" Valentin, που αντλεί ηδονή με το να παίζει με τους ανθρώπους ακόμα κι αν αυτό οδηγεί στην καταστροφή τους, και περνώντας από τις δύο γυναίκες, που θα αποκαλύψουν σταδιακά διάφορες πτυχές και μυστικά τους, η "πινακοθήκη" αυτή διαθέτει εξαιρετικό ψυχολογικό ενδιαφέρον. Ταυτόχρονα, αυτό που δείχνεται ξεκάθαρα είναι ότι οι ρίζες και τα αίτια του εγκλήματος μπορεί να είναι βαθειά και αυτός που το διαπράτει να μην είναι υποχρεωτικά "κακός". Μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε, και στο πιο "καλό παιδί", μοιάζει να μας λέει ο Carne. Ποιός μπορεί να κρίνει;
Ο καταδικασμένος, μοναχικός ήρωας του νουάρ είναι βέβαια παρόν, η μοιραία γυναίκα (όχι υποχρεωτικά σατανική, αλλά πάντως αμφιλεγόμενη) επίσης. Τα σκηνικά, παράξενα και παραμορφωμένα κάποιες φορές, αντανακλούν τον απελπισμένο κόσμο του ήρωα, μερικές μάλιστα σκηνές στις σκάλες είναι εξαιρετικές, οι αστυνομικοί είναι ψυχροί, αδιάφοροι ή / και ηλίθιοι, ενώ το τέλος δεν αφήνει ελπίδες... Ο κόσμος είναι σκοτεινός, οι άνθρωποι (όχι όλοι) είναι κακοί ή υποκριτές.
Το φιλμ είχε απαγορευτεί από την στρατιωτική λογοκρισία τότε και ο Carne, ήδη από προηγούμενες ταινίες του  (Le Quai des Brumes), είχε κατηγορηθεί για πεσιμισμό. Όταν οι λογοκριτές, ούτε λίγο ούτε πολύ, είχαν πει "Αν χάσουμε τον πόλεμο να κατηγορείτε το "Le Quai des Brumes", ο Carne απάντησε με κάτι που ισχύει και για το "Ξημερώνει" και για όλη την τέχνη γενικά: "Μην κατηγορείτε το βαρόμετρο για την καταιγίδα".
Κλασική ταινία, που δεν νομίζω ότι έχει γεράσει. Την συνιστώ και τη θεωρώ από τις σημαντικές στιγμές του γαλλικού (και όχι μόνο) κινηματογράφου.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 09, 2016

ΜΙΑ ΓΙΑΠΩΝΕΖΑ ΣΕΡΛΟΚ ΧΟΛΜΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΑ... ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑ ΛΙΖΑ

Τι άλλο θα σκεφτούν οι γιαπωνέζοι; Μια γιαπωνέζα Σέρλοκ Χολμς, σαφέστατη αναφορά στον διασημότερο ντετέκτιβ όλων των εποχών, που προσπαθεί να λύσει ένα μυστήριο που σχετίζεται με τη θρυλική Μόνα Λίζα του Ντα Βίντσι. Όλα αυτά συμβαίνουν στο φιλμ του 2014 "All-Around Appraiser Q : The Eyes of Mona Lisa" του Shinsuke Sato.
Η ηρωίδα είναι μια ιδιοφυής ντετέκτιβ - αν και σχεδόν στάσιμη στο σχολείο, εξπέρ σε όλα σχεδόν, που λύνει τους δυσκολότερους γρίφους με μεθόδους που παραπέμπουν κατ' ευθείαν στον Σέρλοκ Χολμς (τον αυθεντικό  λογοτεχνικό του Κόναν Ντόιλ εννοώ, όχι τον action hero που δημιούργησε το αδηφάγο Χόλιγουντ). Μετά από μια επιτυχία της, προσλαμβάνεται μαζί με μία συντάκτρια περιοδικού τέχνης ως οι δύο βασικές επιμελήτριες στην επικείμενη έκθεση της Τζοκόντα στο Τόκιο. Πριν όμως πρέπει να περάσουν μια σειρά από δοκιμασίες, όπου καλούνται να βρουν ποια είναι πλαστά και ποια γνήσια από μια σειρά έργων τέχνης. Έπειτα θα έρθει η ιστορία με το μυστικό που κρύβουν τα μάτια του διάσημου πορτρέτου και τα πάντα θα περιπλακούν ακόμα περισσότερο.
Χμμμ... ενδιαφέρον φάνηκε στην αρχή σαν ένα παράξενο είδος αστυνομικού μυστηρίου. Ωστόσο ένα ελαφρά μεταφυσικό στοιχείο αιωρείτο πάντα στην ατμόσφαιρα (η ηρωίδα ξεχωρίζει τα γνήσια έργα όχι μετά από εκπαίδευση στην τέχνη, αλλά από κάτι σαν διάισθηση ή ένστικτο). Στη συνέχεια προχωρήσαμε λίγο στη συνωμοσιολογία - κάτι σαν τον Κώδικα Ντα Βίντσι, αλλά μάλλον ξώφαλτσα (ευτυχώς) - και μετά τα πάντα έγιναν ένα όλο και πιο μπερδεμένο αστυνομικοειδές θρίλερ με πλαστές και γνήσιες Τζοκόντες... Κάπου όλα αυτά περιπλέκονται, κάπου το φιλμ είναι ή too much και, βέβαια, καθόλου πειστικό σε κάποια σημεία ή τοσο περίπλοκο που καταντά απίθανο... Δεν ξέρω, όλα αυτά όμως μου φάνηκαν άνευ λόγου πολύπλοκα. Ή, αν προτιμάτε, διέκρινα ένα είδος αναποφασιστικότητας στον σκηνοθέτη: Θέλει να κάνει αστυνομικό, μεταφυσικό θρίλερ, ταινία συνωμοσιολογίας ή τι; Ή μήπως, πολύ φοβάμαι, λίγο απ' όλα; Γενικά νομίζω ότι καλές ιδέες και καλά σημεία υπάρχουν, όλο το φιλμ όμως δεν δένει πολύ. Και η τελική ίντριγκα πολύ λίγο πιστευτή μου φάνηκε.
Δεν ξέρω αν η εν λόγω ντετέκτιβ, που, παρά τις επιμονες ερωτήσεις, δεν θα μας αποκαλύψει ποτέ τι σημαίνει αυτό το Q, έχει ή θα έχει κι άλλες ταινίες στο ενεργητικό της. Θα είναι ευπρόσδεκτες, γιατί πρόκειται για ενδιαφέροντα χαρακτήρα, αλλά, ελπίζω, συνολικά να είναι καλύτερες από αυτήν εδώ.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 08, 2016

OTAN TO "INVASION OF THE BODY SNATCHERS" ΕΓΙΝΕ ΑΠΛΩΣ "INVASION"

Ο Oliver Hirschbiegel είναι ο γερμανός σκηνοθέτης που γύρισε το πολύ δυνατό "Πείραμα" και την εξαιρετική "Πτώση". Λίγο αργότερα πήγε στο Χόλιγουντ (τι πρωτότυπο) και το 2007 φτιάχνει την "Εισβολή" (The Invasion), ένα τρίτο ριμέικ των κλασικών "Invasion of the Body Snatchers" (το αυθεντικό στη δεκαετία του 50 και το πολύ καλό πρώτο ριμέικ του Κάουφμαν στη δεκαετία του 70).
Έλλογοι μικροοργανισμοί από το διάστημα φτάνουν στη γη και μολύνουν τους ανθρώπους. Μπαίνουν μέσα τους και τους μετατρέπουν - ενώ η εξωτερική εμφάνιση παραμένει ίδια - σε όντα δίχως συναισθήματα και με συλλογική συνείδηση, κάτι σαν έντομα (δεν κάνω spoiler. Αυτά τα ξέρουμε από την αρχή). Πρόκειται φυσικά για εξωγήινη εισβολή, όχι όμως με όπλα και διαστημόπλοια... Μια χωρισμένη μητέρα, ψυχίατρος στο επάγγελμα, πασχίζει με όσα μέσα διαθέτει να παραμείνει άνθρωπος, αυτή και ο μικρός γιος της, ενώ γύρω τους όλα αλλάζουν ραγδαία.
Μπορώ από την αρχή να πω ότι κατά τη γνώμη μου η διασκευή αυτή είναι σαφώς χειρότερη από αυτήν του 1978. Η παλιά διέθετε μια αληθινή ανατριχίλα, κάτι που σου πάγωνε το αίμα. Εδώ όλο αυτό έχει μετατραπεί σε ένα μάλλον άνευρο θρίλερ, που ναι μεν δεν ρίχνει το βάρος στη δράση και τα κυνηγητά (ευτυχώς), παρ' όλα αυτά όμως δεν καταφέρνει να πιάσει την στοιχειωμένη ατμόσφαιρα του προηγούμενου. Η Νικόλ Κίντμαν προσπαθεί, αλλά σίγουρα ο Ντάνιελ Κρεγκ δεν είναι Ντόναλντ Σάντερλαντ. Ούτε κατά διάνοια... Τι περιμένετε όμως από ριμέικ, που αποτελούν χαρακτηριστικές ενδείξεις της έλλειψης φαντασίας του σημερινού Χόλιγουντ; (η ταινία του 78 είπαμε ότι ήταν επίσης ριμέικ, αποτελεί όμως μία από τις σπανιότατες περιπτώσεις που το ριμέικ βγαίνει καλύτερο από το πρωτότυπο).
Σαν μοναδικό συν του φιλμ βρίσκω τον τελικό προβληματισμό του πάνω στο όλο θέμα. Βλέπετε, με τη "συλλογική συνείδηση" παύουν άμεσα οι άνθρωποι να στρέφονται ο ένας ενάντια στον άλλον, οι πόλεμοι σταματούν πάραυτα, η ζωή κυλά ειρηνικά (και εφιαλτικά τακτοποιημένα και ρουτινιάρικα). [SPOILER SPOILER] Αμέσως μετά την ήττα των εισβολέων - όπως αντιλαμβάνεστε το τέλος έχει αλλάξει κι αυτό - ο προβληματισμός για τα συν και τα πλην της "νίκης" είναι έντονος και το τέλος είναι, τουλάχιστον, μελαγχολικό, δίνοντας, αν μη τι άλλο, τροφή για σκέψη και μια σκοτεινή νότα στο υποτιθέμενο happy end. Πάλι καλά. Κατά τα άλλα προτιμήστε σαφέστατα το φιλμ του 1978.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 06, 2016

ΤΟ "CAFE SOCIETY" ΚΑΙ Ο ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΟΣ WOODY ALLEN

Εντάξει, τα έχουμε πει χίλιες φορές και θα τα ξαναπούμε, κουράζοντάς σας φοβάμαι: Ο Woody Allen είναι πλέον 81 χρονών, διατηρεί τη φινέτσα του και είναι πάντοτε υπερπαραγωγικός: Κάνει εδώ και χρόνια από μία ταινία τον χρόνο. Τα τελευταία μάλιστα χρόνια έχει ένα τακτικό ραντεβού με το ελληνικό κοινό κάθε Σεπτέμβριο περίπου. Πιστός λοιπόν στο ραντεβού αυτό και το 2016, μας παρουσιάζει το "Cafe Society", που είναι μια γλυκόπικρη κομεντί της δεκαετίας του 30.
Τότε ο νεαρός και άβγαλτος νεοϋορκέζος Μπόμπι (εβραίος φυσικά), θα πάει στο Χόλιγουντ, όπου ο θείος του είναι πολυάσχολος μεγαλοπαραγωγός. Εκεί θα μπει για τα καλά στην κινηματογραφική βιομηχανία, ταυτόχρονα όμως θα ερωτευτεί τη νεαρή γραμματέα του θείου. Εκείνη όμως σύντομα θα του ομολογήσει ότι τα έχει με έναν παντρεμένο και μια σειρά από μπερδέματα θα ξεκινήσει. Στην άλλη πλευρά της Αμερικής ωστόσο ένας άλλος θείος είναι "διακεκριμένος" γκάνγκστερ και, με όχι και τόσο καθαρό χρήμα, θα ξεκινήσει ένα πολύ πετυχημένο εστιατόριο.
Στο "Cafe Society" υπάρχει κάπως λιγότερο χιούμορ από όσο σε άλλες ταινίες του ακούραστου δημιουργού. Το βάρος πέφετι στις αισθηματικές καταστάσεις. Όχι βέβαια ότι λείπουν οι σπιρτόζικες ατάκες και τα αστεία σημεία (αλοίμονο, σε φιλμ του Woody Allen βρισκόμαστε). Ο οποίος βεβαίως βρίσκει την ευκαιρία και πάλι να περιγράψει τις αγαπημένες του παλιές δεκετίες (εδώ, όπως είπαμε τα 30ς) και να πλμμυρίσει την ταινία με τζαζ της εποχής που τόσο λατρεύει. Ταυτόχρονα κάνει ένα σχόλιο πάνω στον χαμένο ρομαντισμό της νιότης και την "προσγείωση" στην αληθινή ζωή με τους αμείλικτους και αναπόφευκτους συμβιβασμούς της. Αλλά και να περιγράψει γραφικά και επίτηδες απλοϊκά μια "διχασμένη" Αμερική : Στην ανατολική ακτή, στη Νέα Υόρκη, οι γκάνγκστερς. Στη δυτική ακτή, στο Λος Άντζελες, η βιομηχανία του σινεμά και των ονειρων. Η πρώτη είναι βίαιη, άγρια, η άλλη απλώς ψεύτικη, πλαστή και υποκριτική. Αμφότερες λατρεύουν το χρήμα.
Εντύπωση προκαλεί η εξαιρετική φωτογραφία του μεγάλου Βιτόριο Στοράρο, ο οποίος φτιάχνει μια "καθαρή", πλούσια σε χρώματα εικόνα, τόσο καθαρή ώστε να τονίζεται το νοσταλγικό, αλλά και το "ψεύτικο" στοιχείο της. Τα πάντα είναι (ηθελημένα βέβαια) σαν καρτ ποστάλ.
Φυσικά δεν είναι από τις μεγάλες ταινίες του Allen (δεν περιμένουμε κάτι τέτοιο σε τέτοιες ηλικίες). Είναι όμως τρυφερή, ευχάριστη, με υπέροχη ατμόσφαιρα εποχής και βλέπεται, για πολλοστή φορά στο έργο του, ευχάριστα. Πόσοι το καταφέρνουν αυτό με τόση σταθερότητα και με 52 φιλμ πίσω τους; Πάντως, αν ήθελα να τη χαρακτηρίσω με μια μόνο λέξη θα διάλεγα τη λέξη "γλυκόπικρη".

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 04, 2016

"ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ, ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ" ΚΑΙ ΤΑ ΛΙΟΝΤΑΡΙΑ

Ο Stephen Hopkins δεν υπήρξε ποτέ ιδιαίτερος σκηνοθέτης και στο ενεργητικό του έχει και μερικά no 2, sequel εννοώ, που δεν δείχνουν και πολύ καλά πράγματα...  Το 1996 πάντως γυρίζει μια ταινία με μάλλον ασυνήθιστο θέμα, που βασίζεται μάλιστα σε αληθινά γεγονότα. Το "The Ghost and the Darkness" είναι γυρισμένο στη μαύρη Αφρική και αφηγείται μια αρκετά τρομακτική ιστορία (όχι, δεν πρόκειται για ταινία τρόμου, το τονίζω).
Στα τέλη του 19ου αιώνα ένας νεαρός μηχανικός στέλνεται από τη βρετανική εταιρία του σην καρδιά της Αφρικής για να χτίσει μια σιδηροδρομική γέφυρα, και μάλιστα με deadline, αφού υπάρχει αποικιοκρατικός ανταγωνισμός και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο σύντομα διαπιστώνει ότι τίποτα δεν προχωρά σωστά, ενώ οι εκατοντάδες εργάτες, ινδοί κυρίως, είναι τρομοκρατημένοι και στα πρόθυρα του να τα παρατήσουν και να φύγουν. Αιτία οι συνεχείς επιθέσεις ενός λιονταριού, που ήδη έχει σκοτώσει κάμποσους απ' αυτούς. Ο μηχανικός θα βρει βοήθεια στο προσωπο ενός ιδιόρυθμου, έμπειρου και στα όρια του θρύλου για τους ντόπιους κυνηγού, λευκού επίσης, τα πράγματα όμως θα γίνουν πολύ πιο δύσκολα και επικίνδυνα όταν θα διαπιστώσουν ότι τα λιοντάρια είναι δύο και οχι ένα, ενώ οι "καταναλώσεις" εργατών συνεχίζονται ακάθεκτες...
Η ταινία βλέπεται με αρκετό ενδιαφέρον και οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές είναι καλοί στους ρόλους τους (Βαλ Κίλμερ και Μάικλ Ντάγκλας). Επίσης βρήκα πολύ καλές τις σκηνές κυνηγιού και αναμονής, την ένταση, τον τρόμο μερικές φορές, που αποτυπώνονται όταν κάποιοι περιμένουν... τι ; Την εμφάνιση του λιονταριού ή τον ίδιο τον θάνατο; Σε μερικά σημεία μάλιστα το φιλμ αποκτά σχεδόν μεταφυσική χροιά, κυρίως μέσα από τη στάση και τα πιστεύω των ιθαγενών και των εργατών. Τα ζώα - δολοφόνοι θεωρούνται κάτι σαν εκδικητικά πνεύματα, φαντάσματα ίσως. Η ατμόσφαιρα αυτή είναι ορισμένες φορές έντονη, αλλά οι εξηγήσεις δεν μπαίνουν ποτέ στο μεταφυσικό πεδίο. Πάντως προσθέτω αυτή τη μυστηριώδη ατμόσφαιρα στα θετικά της ταινίας.
Από την άλλη δεν υπάρχουν παρά ελέχιστες, ανύπαρκτες σχεδον νύξεις για το πολιτικό κομμάτι της όλης ιστορίας : Την αποικιοκρατία, τη συμπεριφορά των λευκών στους ντόπιους και στους ξένους εργάτες, την κατακτητική και απομυζητική τους πολιτική. Όλα στο φιλμ γίνονται για το καλό της βρετανικής αυτοκρατορίας κι αυτό θεωρείται δεδομένο, δίχως να αμφισβητείται από κανέναν ή να τίθεται κάποιο περαιτέρω ερώτημα.
Συνολικά είδα μεν την ταινία με ενδιαφέρον, δίχως όμως να τη θεωρήσω κάτι πολύ σπουδαίο. Τη συνιστώ, δίχως να περιμένετε σε καμία περίπτωση κάποιο αριστούργημα. Για την ιστορία πάντως, στην πραγματικότητα τα εφιαλτικά λιοντάρια του Τσάβο κατασπάραξαν πάνω από 100 ανθρώπους και σήμερα μπορεί κανείς να τα δει ακόμα βαλσαμωμένα σε ένα αμερικάνικο μουσείο.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 01, 2016

"ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΥΟ ΠΛΕΥΡΕΣ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ" : Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ "ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗΣ" ΑΝΤΑΛΛΑΓΗΣ

Το 2012 η ντοκιμαντερίστας (κυρίως) Μαρία Ηλιού φτιάχνει το δεύτερο μέρος της ταινίας της "Σμύρνη: Η καταστροφή μιας μεγαλούπολης". Τούτο εδώ ονομάζεται "Από τις δύο πλευρές του Αιγαίου". Ο υπότιτλος είναι ιδιαίτερα εύγλωττος, δίνοντας το αληθινό θέμα του φιλμ: "Διωγμός και ανταλλαγή πληθυσμών, Τουρκία - Ελλάδα, 1922-1924".
Η μικρασιατική καταστροφή συνέβει το 1922 και περιγράφηκε διεξοδικά στο πρώτο φιλμ. Τι συνέβει όμως μετά; Μετά από διεθνή συμφωνία αποφασίστηκε η γνωστή μας ανταλλαγή πληθυσμών. Όσοι έλληνες είχαν απομείνει στην Τουρκία μετά την καταστροφή θα κατοικούσαν στην Ελλάδα, ενώ οι τούρκοι της Ελλάδας θα μετακόμιζαν υποχρεωτικά στην Τουρκία. Αμοιβαία εξαίρεση αποτελούσαν οι έλληνες της Κωνσταντινούπολης και οι τούρκοι της Θράκης, μειονότητες που υπαρχουν μέχρι σήμερα. Ναι, αλλά τόσο οι έλληνες όσο και οι τούρκοι ήταν ριζωμένοι στα τουρκικά ή ελληνικά μέρη τους αντίστιοιχα εδώ και γενιές. Εκεί ήταν τα σπίτια, οι πατρίδες τους. Αυτό που θεωρήθηκε δίκαιο και σωστό, η ανταλλαγή πληθυσμών, υπήρξε ουσιαστικά ένας αμοιβαίος, βίαιος ξεριζωμός.
Η ταινία διαθέτει μια κλασική, δίχως κινηματογραφικές εκπλήξεις τεχνική: Μαρτυρίες προσώπων που επέζησαν ή παιδιά αυτών, σπάνιο μερικές φορές φωτογραφικό και κινματογραφικό υλικό της εποχής και συνεντεύξεις με ιστορικούς και μελετητές, μεταξύ των οποίων και ο ιστορικός και βασικός συνεργάτης της Ηλιού και στις δύο ταινίες Αλέξανδρος Κιτρόεφ. Μερικές από τις μαρτυρίες αυτές είναι πραγματικά συγκινητικές.
Τι βγαίνει απ' όλο αυτό; Πού πραγματικά θέλουν να επικεντρώσουν οι δημιουργοί; Στο αναμφισβήτητο γεγονός ότι η περίφημη "ανταλλαγή" μπορεί να έλυσε ένα μείζον θέμα, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πόλεμο ή σφαγές μειονοτικών πληθυσμών εκατέρωθεν, πλην όμως δημιούργησε αληθινή δυστυχία: Είναι συγκλονιστικό να βλέπεις ανθρώπους να αφηγούνται το πόσο βάναυσο, απάνθρωπο είναι να σου λένε ξαφνικά "Μάζεψε όσα πράγματα μπορείς. Αύριο φεύγετε για ένα παντελώς άγνωστο μέρος της Ελλάδας (η της Τουρκίας αντίστοιχα)". Και είναι θλιβερό να διαπιστώνεις ότι οι ξεριζωμένοι και των δυο πλευρών ομόφωνα νοσταλγούν πάντα τις πατρίδες που άφησαν στην Ελλάδα και την Τουρκία, κάπου στην Κρήτη οι τούρκοι, κάπου στην Καπαδοκία οι έλληνες. Εκεί ήταν τα πραγματικά τους σπίτια.
Από την άλλη είναι παρήγορο να βλέπεις ανθρώπους που, δεκαετίες μετά, πήγαν στα μακρινά χωριά τους, βρήκαν τα σπίτια των παπούδων τους, μίλησαν με τους τωρινούς κάτοικους, μερικοί μάλιστα ανέπτυξαν και φιλικές σχέσεις μαζί τους. Ο χρόνος γιατρεύει (τους απογόνους, αφού η πρώτη γενιά ξεριζωμένων δεν ξέρω αν γιατρεύτηκε ποτέ). Τώρα, μετά τόσες δεκετίες, μπορούμε τουλάχιστον να μιλήσουμε ανοιχτά για όλα αυτά. Για μια δίκαιη απόφαση των πολιτικών, η οποία ωστόσο βύθισε σε δυστυχία τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων.
Δείτε το αν σας ενδιαφέρει το θέμα για καθαρά ιστορικούς και πληροφοριακούς λόγους, για την αποκάλυψη μιας κρυμμένης τραγωδίας. Ίσως βέβαια και να κουραστείτε απο ένα σημείο και πέρα, παρά τον πλούτο μαρτυριών και πληροφοριών. Είπαμε: Κινηματογραφικά είναι απόλυτα αναμενόμενο, δίχως πρωτοτυπία.

eXTReMe Tracker