Τρίτη, Μαΐου 31, 2016

ΤΑ ΤΡΟΜΕΡΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ "ΣΠΙΤΙΟΥ ΠΟΥ ΟΥΡΛΙΑΖΕ"

Η παράδοση των ισπανών στις ταινίες τρόμου δεν είναι καινούρια. Ήδη από τη δεκαετία του 60 παρήγαγαν αν μη τι άλλο επιδραστικά φιλμ του είδους. Το "La Residencia" ("The House that Screamed" ο αγγλόφωνος τίτλος) είναι η μία από τις δύο μόλις μεγάλου μήκους ταινίες που γύρισε ο παραγωγικότατος στην τηλεόραση (σίριαλ και τηλεταινίες) ουρουγουανός  (αλλά ενεργός στην Ισπανία) Narciso Ibanez Serrador το 1970.
Σε ένα αυστηρό οικοτροφείο θηλέων, "παραστρατημένων" κοριτσιών για την ακρίβεια, που φυσικά στεγάζεται σε απομονωμένο, γοτθικό και πελώριο κτίριο, συμβαίνουν παράξενα πράγματα, που φτάνουν ως τις εξαφανίσεις κάποιων κοριτσιών. Όλοι θεωρούν ότι το έσκασαν, είναι όμως έτσι; Μια καινούρια οικότροφος γνωρίζει σιγά - σιγά και προσπαθεί να προσαρμοστεί στο νέο της περιβάλλον. Το οικοτροφείο διευθύνει η αυταρχική κυρία Φουρνό (Λίλι Πάλμερ), η οποία διαθέτει και γιο στα όρια της εφηβείας. Ο αυταρχισμός και ο συχνά καταπιεσμένος ερωτισμός είναι πανταχού παρόν και, όσο προχωράμε, τα πράγματα γίνονται όλο και σκοτεινότερα...
Η ταινία αποτελεί από τις μεγαλύτερες επιροές του Αρτζέντο, ειδικότερα για τη "Suspiria" του, πράγμα που έχει δηλώσει ο ίδιος. Υπάρχουν σκηνές που θεωρείται ότι έχει σχεδόν αντιγράψει. Αυτό που βλέπουμε σήμερα είναι ένα φιλμ που εξελίσσεται μάλλον αργά και σίγουρα δεν μπορεί να τρομάξει τον σύγχρονο θεατή, παρά το πραγματικά εφιαλτικό φινάλε. Τα πάθη και οι διαστροφές είναι καλά κρυμένες κάτω από την αυστηρή επιφάνεια του οικοτροφείου (όπως και κάτω από την εκ πρώτης όψεως "τακτοποιημένη" επιφάνεια κάθε κλειστής και αυταρχικής κοινωνίας). Ωστόσο ο ερωτισμός δεν δείχνεται (μάλλον δεν θα μπορούσε αυτή την εποχή), αλλά περισσότερο υπονοείται. Όσο για την πλοκή, συνδυάζει το αστυνομικό who dune it με το στοιχείο του τρόμου. Το σενάρο, όπως κατά κόρον συμβαίνει στα φιλμ του Αρτζέντο, είναι κάπως άγαρμπο, περίεργο. Ξαφνικά, για παράδειγμα, ένας πρωταγωνιστής/ια εξαφανίζεται και κάποιος άλλος/η παίρνει τη θέση του/της στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αυτά να τα γνωρίζετε από την αρχή για να είσαστε προετοιμασμένοι. Ωστόσο νομίζω ότι η ταινία διαθέτει (παλιομοδίτικη) ατμόσφαιρα, όπως επίσης και μια εξαιρετική ερωτική σκηνή ανθολογίας, δίχως να δείχνει τίποτα απολύτως. Όλος ο ερωτισμός οικοδομείται ηχητικά, ενώ οι εικόνες δείχνουν άλλα πρόσωπα, ούτε καν το ζεύγος.
Ίσως κάποιοι, εθισμένοι  στα σύγχρονα σπλάτερ ή/και εφέ, θεωρήσουν την ταινία ξεπερασμένη. Ωστόσο διαθέτει τη δική της γοητευτική ατμόσφαιρα και έχει τη δική της (για την εποχή τουλάχιστον) αξία. Αν είστε λάτρεις του είδους και ψάχνετε για σχετικά άγνωστες παλιές ταινίες του, ψάξτε το. Οι υπόλοιποι ας το προσπεράσουν.

Κυριακή, Μαΐου 29, 2016

Ο "CONAN THE DESTROYER" ΚΑΙ Η ΑΦΕΛΗΣ ΕΠΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ

Ήταν ζήτημα χρόνου να μεταφερθεί στο σινεμά η πλέον αρχετυπική φιγούρα της fantasy λογοτεχνίας: Ο Κόναν ο Βάρβαρος του Robert E. Howard. Αυτό έγινε για πρώτη φορά το 1982 με καλά αποτελέσματα. Το 1984 ωστόσο γυρίζεται το αναπόφευκτο, φοβάμαι, νο 2, το "Conan the Destroyer" από τον βετεράνο Richard Fleischer (1916-2006) με πολύ χειρότερα αποτελέσματα. Φυσικά πρωταγωνιστής είναι και πάλι ο αρκούντως ουγκ για Κόναν Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ, στις δόξες του τότε.
Ο Κόναν με αλλοπρόσαλλη συνοδεία και με μία παρθένα πριγίπισσα ξεκινά την αναζήτηση ενός κάστρου όπου φυλάσσεται ένας μαγικός κρύσταλος με τον οποίο η πριγίπισσα θα "ξεκλειδώσει" ένα μαγικό κέρατο, το οποίο θα προσαρμοστεί στο μέτωπο του αγάλματος ενός θεού, ο οποίος έτσι θα ζωντανέψει... Ουφ! Η αποστολή τού έχει ανατεθεί από την βασίλισσα Τάραμις, θεία της παρθένας πριγκήπισσας που λέγαμε, η οποία ωστόσο είναι σατανική και έχει άλλα σχέδια στο μυαλό της...
Καλά όλα αυτά τα "παραμυθώδη" - τέτοια άλλωστε απαιτεί το είδος - αλλά ο δεύτερος αυτός Κόναν είναι νομίζω πολύ κατώτερς του πρώτου. Η αφέλεια περισσεύει, υπάρχουν πινελιές μάλλον ξενέρωτου χιούμορ, οι καλοί ή κακοί μάγοι τα κάνουν όλα για να γλυτώσουν την εξέλιξη της πλοκής από κακοτοπιές, οι σεναριακές ευκολίες είναι πανταχού παρούσες, αλλά και οι σεναριακές αβλεψίες (αλήθεια, στην πρώτη σκηνή, γιατί η "κακιά βασίλισσα" έπρεπε να θυσιάσει τόσους άνδρες της, αφού απλώς ήθελε να διαπραγματευτεί με τον Κόναν και να του ζητήσει ο,τι ήθελε να του ζητήσει;) Θα πω επίσης ότι πολλά από τα εφέ είναι κακά, ακόμα και με τα μέτρα της προ ψηφιακής εποχής. Ιδιαίτερα στη σκηνή όπου ο Κόναν αντιμετωπίζει ένα τέρας σε ένα δωμάτιο με καθρέφτες (η ιδέα της σκηνής, που θυμίζει την "Κυρία από τη Σαγκάη", είναι κατ' αρχήν καλή): Το τέρας λοιπόν προκαλεί μάλλον γέλιο, καθώς πρόκειται για ένα είδος προσθετικής μάσκας στο πρόσωπο κάποιου. Είναι τόσο ακίνητη και αμέτοχη σε οργή, πόνο ή σε ό,τι άλλο νοιώθει το τέρας, ώστε είναι σα να κόλλησαν απλώς μια μάσκα στο πρόσωπο του ηθοποιού... Γενικά, ακόμα και σε μια "εκτός χρόνου" ταινία όπως αυτή, κάπου διακρίνεται ένα χαρακτηριστικό 80'ς κιτς (ακόμα και στο πρόσωπο της παρθένας πριγκήπισσας).
Από την άλλη βέβαια υπάρχει η παρουσία της αγαλματένιας φιγούρας της Γκρέις Τζόουνς στο καστ, η οποία βεβαίως τότε βρισκόταν στα πάνω της. Το παράξενο, σχεδόν ερμαφρόδιτο αυτό ον δίνει μια κάποια γοητεία στην εικόνα του φιλμ (αλλά μόνο σ' αυτήν).
Φυσικά ο Φλέσερ έχει στο παρελθόν σκηνοθετήσει πολύ καλύτερα πράγματα (γυρίζει από το 1946 ήδη κι αυτό ήταν ένα από τα τελευταία φιλμ του). Γενικά η ταινία δεν ξεφευγει από την κατάρα των σίκουελ, που στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι χειρότερες από το πρωτότυπο. Δείτε το μόνο αν ψάχνετε για μια αφελή περιπέτεια και είστε φανατικός της επικής fantasy. Γενικά πάντως θα συνιστούσα τον πρώτο Κόναν.

Παρασκευή, Μαΐου 27, 2016

"ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΜΜΑ" ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΛΙΕΣ ΠΛΗΓΕΣ

Τα τελευταία χρόνια δεν είχα παρακολουθήσει την πορεία του αξιόλογου Atom Egoyan. Το 2015 πάντως ο αρμενικής καταγωγής καναδός σκηνοθέτης γυρίζει το "Τελευταίο Γράμμα" (Remember), ένα φιλμ που μου άρεσε αρκετά.
Σε έναν οίκο ευγηρίας ζει ο υπερήλικας εβραίος Ζεβ, επιζών από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, που πάσχει από άνοια. Ένας εξ ίσου υπερήλικας τρόφιμος, επιζών κι αυτός από την ίδια φρίκη, του γράφει ένα λεπτομερέστατο γράμμα με μια μυστηριώδη αποστολή. Έτσι ο γέρος θα το σκάσει από το ίδρυμα και θα αρχίσει ένα μακρύ ταξίδι, παλεύοντας διαρκώς με την ασθένειά του και ακολουθώντας πιστά το πολύτιμο γράμμα, χάρη στο οποίο θυμάται κάθε λίγο ποιος είναι, ποια είναι η κατάστασή του (η γυναίκα του έχει πεθάνει πρόσφατα, αλλά αυτός πρέπει να το ξαναθυμάται κάθε πρωί) και ποια η αποστολή του.
Η ταινία στηρίζεται σε ένα εντυπωσιακό (μεγάλης ηλικίας) καστ, με επικεφαλής τον εξαιρετικό 86χρονο το 2015 Κρίστοφερ Πλάμερ, αλλά και τους Μπρούνο Γκαντζ, Γιούργκεν Προχνάου και Μάρτιν Λαντάου. Είναι μια ταινία δρόμου, συγχρόνως όμως και ένα σχετικά χαμηλών τόνων θρίλερ, το οποίο ωστόσο επιφυλάσσει στο τέλος μια μάλλον αναπάντεχη ανατροπή. Διερευνά το θέμα της μνήμης, διαθέτει κορυφώσεις και πιο "ήσυχα" διαστήματα (πριν την ανατροπή του τέλους βεβαίως) και θέτει μια σειρά από ερωτήματα: Ποια είναι η προσωπική μας ευθύνη απέναντι σε συγκλονιστικά ιστορικά γεγονότα; Έχει νόημα η εκδίκηση και πόσο μπορεί να περιμένει κανείς για να ξεπληρώσει ένα χρέος; Πρέπει να παραγράφεται ένα μεγάλο έγκλημα όταν περάσουν πολλές δεκαετίες; Μήπως, τελικά, ο εχθρός βρίσκεται μέσα μας;
Ενδιαφέρουσα ταινία - παρά το ότι μερικές φορές αναρωτήθηκα αν μπορεί ένας τόσο ηλικιωμένος άνθρωπος να κάνει όσα κάνει ο ήρωας, έστω και με την αδιάκοπη βοήθεια από το περίφημο γράμμα. Ενδιαφέρουσα ωστόσο, επαναλαμβάνω, αφού και μια σειρά από προβληματισμούς θέτει, αλλά και την παρακολούθησα με αμείωτη προσοχή - και ένταση σε κάποια σημεία. Βλέπετε, οι υπερήλικοι ήρωες μπορούν (ακόμη) να δημιουργούν σασπένς!

Τρίτη, Μαΐου 24, 2016

Ο ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ "TERMINAL" ΚΑΙ Ο ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ ΣΠΙΛΜΠΕΡΓΚ

To 2004 o Steven Spielberg, πιστός στην "παιδικότητα" και στην συνήθως καλοπροαίρετη διάθεση απέναντι στα πάντα, γυρίζει το "The Terminal", μια αρκετά τολμηρή πάντως ταινία για τα μέτρα του, με την έννοια ότι δεν υπάρχει το στοιχείο της περιπέτειας και του μεγάλου θεάματος που τον χαρακτηρίζει. Αντίθετα, το φιλμ είναι γυρισμένο ολόκληρο σε ένα αεροδρόμιο.
Ένας επισκέπτης από μια φανταστική ανατολική χώρα με ρωσική γλώσσα παγιδεύεται στην παρθενική του επίσκεψη στις ΗΠΑ στο αχανές αεροδρόμιο JFK της Νέας Υόρκης για γραφειοκρατικούς λόγους. Στη χώρα του έχει ξεσπάσει αιματηρό πραξικόπημα οπότε δεν μπορεί να επιστρέψει, ενώ τα χαρτιά του δεν ισχύουν πλέον για τις ΗΠΑ. Έτσι αναγκάζεται να ζήσει για καιρό στο αεροδρόμιο, σε μια "ουδέτερη ζώνη", όπου γνωρίζει τους πάντες, βοηθά, συνδέεται συναισθηματικά κλπ. κλπ.
Πρόκειται για ένα είδος ασυνήθιστης ρομαντικής κομεντί, με τις γλυκές και αστείες στιγμές να εναλλάσσονται με κάποιο σασπένς για την τύχη του ήρωα και ένα ίχνος κλειστοφοβικότητας από την ακούσια παγίδευσή του σε έναν και μόνο χώρο, όπου αναγκάζεται να οργανώσει από την αρχή τη ζωή του, περιμένοντας πάντοτε. Παράλληλα τα μηνύματα περί ανθρωπιάς, καλοσύνης, συγκινητικού σκοπού (γιατί ο Βίκτορ θέλει τόσο πολύ να πάει στην Αμερική;) και απόλυτης εμμονής σ' αυτόν, όσες αντιξοότητες και αν συμβούν, υπάρχουν κατά κόρον. Αλίμονο άλλωστε: Σε φιλμ του Σπίλμπεργκ βρισκόμαστε. Ο οποίος βεβαίως παραμένει μεγάλος παραμυθάς και δεινός αφηγητής και ικανός πάντοτε να δώσει σε οποιοδήποτε δημιούργημά του μια γλυκιά γεύση. Ευτυχώς το χάπι εντ δεν συμβαίνει σε όλα τα επίπεδα στο συγκεκριμένο φιλμ...
Φυσικά και περιέχει αρκετές αναληθοφάνειες (η οργάνωση της ζωής του Βίκτορ στο αεροδρόμιο, ο αλτρουισμός - σε βαθμό αυτοθυσίας - σχεδόν των πάντων και η συσπείρωσή τους απέναντι στον "κακό" προϊστάμενο, η εν γένει περιρρέουσα καλοσύνη με όλους σχεδόν τους χαρακτήρες συμπαθείς ή κατά βάθος συμπαθείς κλπ.). Αλλά, το ξαναείπαμε: Είμαστε στον κόσμο του Σπίλμπεργκ, και μάλιστα σε μια από τις μη περιπετειώδεις εκδοχές του. Δεν θα ήταν δυνατόν να λείπουν όλα αυτά. Οπότε, αν θέλετε, ξεχάστε τις όποιες απιθανότητες και αφεθείτε. Τότε μάλλον θα το απολαύσετε ως κάτι γλυκό, ίσως, συγκινητικό και μάλλον μη πιστευτό.

Κυριακή, Μαΐου 22, 2016

ΣΤΗ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΑΤΙΡΑ ΤΟΥ "MAGIC CHRSTIAN"

Στην ταραγμένη και γεμάτη επανάσταση δεκαετία του 60 είχαν γυριστεί πολλές ανατρεπτικές ταινίες. Ανάμεσα σ' αυτές και το "Magic Christian" του Joseph McGrath του 1969. Με ένα μάλλον ασυνήθιστο πρωταγωνιστικό δίδυμο (Πίτερ Σέλερς και Ρίνγκο Σταρ), με πολλές μικρές εμφανίσεις διασημοτήτων (Ρόμαν Πολάνσκι, Τζον Κλιζ, Ράκελ Ουέλς, Ρίτσαρντ Ατένμπορο, Κρίστοφερ Λι, Γκράχαμ Τσάπμαν των Mody Python κ.ά.) και με τραγούδια του Paul McCartney και άλλων, θα ήθελε να είναι μια ανελέητη σάτιρα κάθε τι βρετανικού, δεν νομίζω όμως ότι είναι καλή ταινία.
Ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου Sir Guy Grand υιοθετεί έναν άστεγο νεαρό, ο οποίος αποκαλείται απλώς Youngman Grand, τον καθιστά μοναδικό κληρονόμο του και του αποδεικνύει από την πρώτη στιγμή και με πάμπολλους τρόπους τη βασική αρχή του: Ότι το χρήμα μπορεί να αγοράσει τα πάντα. Αποδεικνύοντάς το καταλύει και καταρρακώνει κάθε ηθική αρχή και, ιδιαίτερα, κάθε πιστεύω ή/και θεσμό της βρετανικής αυτοκρατορίας.
Η ταινία, το είπαμε, είναι μια απόλυτα ανατρεπτική σάτιρα και αναπτύσεται μέσα σε εξ ίσου απόλυτα σουρεαλιστικό κλίμα. Διατηρεί μια περίπου σπονδυλωτή δομή, καθώς αποτελείται από πολλά "επεισόδια" (δίχως να χωρίζοται μεταξύ τους), σε καθένα από τα οποία ο πολυεκατομμυριούχος, υπό το άγρυπνο βλέμμα του θετού γιου του, που μοιάζει να συμφωνεί και να επιδοκιμάζει τα πάντα, διαλύει κάθε πιστεύω ή θεσμό: Από την αστυνομία και την τροχαία μέχρι τους καλούς τρόπους σε ακριβά εστιατόρια και από τον παραδοσιακό βρετανικό κωπηλατικό αγώνα Οξφόρδης  - Κέμπριτζ έως τον βρετανικό ρατσισμό. Τα πάντα θα κορυφωθούν και θα οδηγηθούν σε απολυτο σουρελιστικό χάος με το παρθενικό ταξίδι του υπερπολυτελούς υπερωκεανείου "Magic Christian", με επιβάτες τους πλουσιότερους και σημαντικότερους ανθρώπους του κόσμου. Τόσο η βρετανική άρχουσα τάξη και αριστοκρατία (κυρίως), όσο και τα πιο χαμηλά στρώματα, ο "κοινός άνθρωπος" και η ηθική του, ή μάλλον οι αντοχές της ηθικής τους, βρίσκονται διαρκώς στο στόχαστρο.
Καλά όλα αυτά και απολυτα ευπρόσδεκτα, το μεγάλο όμως πρόβλημα είναι ότι μάλλον δεν πρόκειται για καλή ταινία. Σήμερα φαίνεται εντελώς ξεπερασμένη, όχι ιδεολογικά κατά τη γνώμη μου αλλά αισθητικά και η θέασή της με κούρασε αρκετά. Μπορεί οι αναφορές στο κλίμα της μυθικής δεκαετίας να είναι συνεχείς (αντιπολεμικές διαδηλώσεις, Βιετνάμ, χασίς, χιπισμός κλπ.), αλλά φοβάμαι ότι ρυθμός δεν υπάρχει. Η ταινία θα ήθελε να έχει το στιλ και το πλήρως σουρεαλιστικό χιούμορ των Mody Python, οι οποίοι ξεκινούσαν το ανεπανάληπτο τηλεοπτικό Flying Circus τους ακριβώς τη χρονιά αυτή (δύο μέλη τους μάλιστα εμφανίζονται στο φιλμ), αλλά... καμία σχέση, αφού η κωμική ιδιοφυία της ομάδας είναι απλησίαστη.
Δείτε το αν θέλετε μόνο από καθαρή περιέργεια και για να επιβεβαιώσετε ιδίοις όμμασι την βαθύτατη ανατρεπτική διάθεση της δεκετίας αυτής.

Πέμπτη, Μαΐου 19, 2016

"Ο ΛΥΚΟΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ" Ή ΟΙ ΒΕΔΟΥΙΝΟΙ ΚΑΙ Η ΔΥΣΗ

"Ο Λύκος της Ερήμου" (Theeb) είναι το πρώτο φιλμ παραγωγής Ενωμένων Αραβικών Εμιράτων που βλέπω και γυρίστηκε το 2015 από τον πρωτοεμφανιζόμενο ιορδανό Naji Abu Nowar. Διαδραματίζεται στην έρημο κατά τη διάρκεια του Α' παγκοσμίου πολέμου, την εποχή δηλαδή που στις αραβικές χώρες έδρασε ο Λόρενς της Αραβίας (και στην ίδια ιορδανική έρημο όπου γυρίστηκε κι αυτός).
Ένας άγγλος στρατιωτικός φτάνει σε μια φυλή βεδουίνων με τον άραβα οδηγό του. Οι νόμοι της φυλής προστάζουν φιλοξενία στους ξένους, αλλά και παροχή βοήθειας. Όταν ο ξένος ζητά να τον οδηγήσουν σε ένα αρχαίο ρωμαϊκό πηγάδι στην έρημο, στέλνεται σαν οδηγός ο δεύτερος γιος του πρόσφατα πεθαμένου σεϊχη της φυλής. Ο μικρός αδελφός του όμως Τεέμπ τους ακολουθεί κρυφά και, όταν τα γεγονότα παίρνουν τραγική τροπή, ο μικρός βρίσκεται μόνος στην έρημο πασχίζοντας να επιβιώσει.
Ταινία επιβίωσης - και δραματικής, βίαιης ενηλικίωσης - αλλά και περιπέτεια που κρατά τον θεατή, το φιλμ, εκτός από τον εκφραστικό μικρό, έχει νομίζω σαν ουσιαστικό  πρωταγωνιστή το ίδιο το τοπίο της ερήμου, γυμνό, ανοιχτό, λαβυρινθώδες ακριβώς λόγω της ομοιομορφίας και της απλότητάς του. Πώς μπορεί να επιβιώσει κάποιος σ' αυτό, πώς μπορεί να βρει τα απολύτως απαραίτητα; Η έννοια της λιτότητας αποτελεί βασικό μοτίβο της ταινίας. Απλή κινηματογράφηση, ελάχιστα αντικείμενα, οπότε κάθε πράγμα, το παραμικρό, όσο ευτελές και να είναι, μοιάζει να έχει ιδιαίτερη αξία.
Στην ουσία όμως έχουμε να κάνουμε με ένα φιλμ που μιλά για τη σχέση της Δύσης με τους ανεπηρέαστους ακόμα απ' αυτή νομάδες. Οι δυτικοί είναι "απελευθερωτές" (όντως τότε οι άραβες ελευθερώθηκαν από τον οθωμανικό ζυγό), ταυτόχρονα όμως, ως γνωστόν, κυνηγούν τα δικά τους συμφέροντα. Η ταινία είναι έμμεσα και έξυπνα πολιτική. Δεν δείχνει κάποια ωμή επέμβαση, σφαγές ή ότι άλλο κραυγαλέο. Ο πόλεμος γίνεται κάπου μακριά από την αιώνια θαρρείς ησυχία της ερήμου και η φυλή ελάχιστα ξερει γι' αυτόν. Κι όμως και μόνο η παρουσία του βρετανού, τα πράγματα που κουβαλά, τα όσα θα συμβούν στο ταξίδι προς το πηγάδι, θα αλλάξουν τους βεδουίνους για πάντα. Δεν είναι (μόνο) θέμα ξένου δάχτυλου ή κανονικού ιμπεριαλισμού. Και μόνο η επαφή μπορεί να αλλάξει μια αρχαία, μη εξελισσόμενη κουλτούρα. Αυτή η βαθμιαία αλλαγή (π.χ. το τρένο που περνά, τα χρήματα κλπ.) είναι που δείχνεται έξυπνα, δίχως να φαίνεται σε πρώτη ματιά ότι πρόκειται για το βασικό θέμα. Και, σημειωτέον, επειδή υπάρχει σαφής διαλεκτική ματιά, η παλιά κουλτούρα δεν εξωραϊζεται σε καμία περίπτωση. Η ζωή ήταν κάτι παραπάνω από σκληρή, η επιβίωση πάντοτε δύσκολη. Ανεξάρτητα απ' αυτό όμως, ένας παλιός κόσμος πεθαίνει και ένας νέος (καθόλου καλύτερος ίσως) γεννιέται.
Ενδιαφέρουσα ταινία που κατάφερε να φτάσει μέχρι τις οσκαρικές υποψηφιότητες για ξενόγλωσσο φιλμ.

Τρίτη, Μαΐου 17, 2016

ΣΤΟΝ ΚΛΕΙΣΤΟΦΟΒΙΚΟ ΚΑΙ ΑΓΩΝΙΩΔΗ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "PANIC ROOM"

Το "Panic Room" γυρίστηκε το 2002 και είναι η 5η ταινία του David Fincher. Και, είτε μας αρέσει ωε θρίλερ είτε όχι, επιδεικνύει και εδώ τη σκηνοθετική του ικανότητα.
Μια διαζευγμένη γυναίκα με την κόρη της μετακομίζουν σε ένα αχανές πραγματικά σπίτι στο Μανχάταν (καθότι ο πρώην σύζυγος είναι πολύ πλούσιος και μπορεί να αντέξει το οικονομικό βάρος). Το σπίτι διαθέτει και "panic room", ένα δωμάτιο δηλαδή πλήρως εφοδιασμένο με τα πάντα (και με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας) και πραγματικά απαραβίαστο, στο οποίο καταφεύγουν οι ένοικοι σε περίπτωση "πολιορκίας" από κάθε λογής ανεπιθύνμητους "επισκέπτες". Την πρώτη κιόλας νύχτα στο νέο σπίτι - και όχι ακριβώς συμπτωματικά - τρεις τύποι θα διεισδύσουν ψάχνοντας κάτι πολύτιμο που κρύβεται σ' αυτό. Οι δύο ένοικοι θα καταφύγουν φυσικά στο περίφημο panic room και ένα αγωνιώδες και θανάσιμο, τελικά, παιχνίδι γάτας - ποντικού θα ξεκινήσει.
Το φιλμ διαδραματίζεται σχεδόν ολόκληρο σε μία και μόνο νύχτα και είναι ένα θρίλερ απ' αυτά που, λεπτό προς λεπτό, παίζουν με τα νεύρα του θεατή. Ουσιαστικά πρόκειται για μια μονομαχία ευφυίας ανάμεσα στη Τζόντι Φόστερ (την ένοικο) και έναν από τους τρεις κλέφτες (τον πολύ καλό Φόρεστ Γουαϊτέκερ), των οποίων οι συνεχείς εξαιρετικές ιδέες αποκρούονται διαρκώς από εξ ίσου ευφυείς "απαντήσεις" του/της άλλου/ης. Ταυτόχρονα μια πιο ανθρώπινη σχέση - πέραν αυτής του θύτη / θύματος - αναπτύσεται ανάμεσά τους. Εννοείται ότι καθ' όλη τη διάρκεια το σασπένς παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Στο τέλος υπάρχουν και κάποια μηνύματα για την ανθρώπινη ματαιοδοξία και τη λατρεία του άχρηστου (είναι πραγματικά, αν το καλοσκεφτείτε, άχρηστη και υπερφίαλο σαν ενέργεια η αγορά ή ενοικίαση ενός τόσο πελώριου σπίτιού για δύο μόλις άτομα).
Η ατμοσφαιρική σκηνοθεσία του Φίντσερ, οι παράξενες γωνίες λήψης, η κάμερα που διαρκώς κινείται και αγγίζει θαρρείς, σέρνεται, σε όλα σχεδον τα σημεία του δαιδαλώδους οικήματος, καθιστούν το ίδιο σπίτι ουσιαστικό πρωταγωνιστή του φιλμ.Επίσης αναπτύσεται μια έντονη αίσθηση κλειστοφοβίας, βασικό στοιχείο της ταινίας. Προσωπικά πάντως δεν τη θεωρώ από τις καλύτερες του σκηνοθέτη, με την έννοια ότι πρόκειται για ένα απλώς καλό, καλογυρισμένο θρίλερ, ενώ ο Φίντσερ έχει κάνει πολύ πιο πολυπλοκα πράγματα.Ωστόσο παραμένει απολαυστικό.
Υ: Η Φόστερ επανέλαβε λίγα χρόνια μετά τον ίδιο περίπου ρόλο, της σχεδόν υστερικής, πλην όμως σούπερ δυναμικής και εφευρετικής μητέρας, στο Flightplan, το οποίο όμως είναι σαφώς κατώτερο κατά τη γνώμη μου. Δεν είναι Φίντσερ βλέπετε. Ούτε κατά διανοια...

Δευτέρα, Μαΐου 16, 2016

ΕΝΑ ΧΟΡΤΑΣΤΙΚΟ {ΚΑΙ ΑΡΚΕΤΑ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ" "ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΖΟΥΓΚΛΑΣ"

"Το Βιβλίο της Ζούγκλας" (ο γνωστός Μόγλης δηλαδή) του Κίπλινγκ έχει μεταφερθεί στην οθόνη πολλές φορές είτε σαν κανονική ταινία είτε σαν κινούμενο σχέδιο της Disney (από τα γνωστότερά της). Το 2016, από την ίδια εταιρία, επιχειρείται και πάλι μια θεαματικότατη μεταφορά δια χειρός Jon Favreau, και νομίζω ότι το εγχείρημα πετυχαίνει.
Ο Μόγλης, ένα μικρό αγόρι, βρίσκεται εγκαταλειμμένο στην ινδική ζούγκλα, ανατρέφεται από μια αγέλη λύκων, μιλά τη γλώσσα των ζώων και ζει ευτυχισμένος στην άγρια ζούγκλα. Η ανέμελη ζωή του όμως θα διακοπεί από την επιστροφή του άγριου, δεσποτικού και εκδικητικού τίγρη Σιρ χαν, που απαιτεί το αγόρι νεκρό. Ο Μόγλης θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει την αγέλη και, με βασικούς φίλους τον πάνθηρα Μπαγκίρα και την αρκούδα Μπαλού θα αγωνιστεί για την επιβίωση.
Η ταινία διαθέτει ως πρωταγωνιστή τον 12χρονο ινδοαμερικανό Νιλ Σέθι... και όλα τα υπόλοιπα είναι κατασκευασμένα σε στούντιο, ενώ τα ομιλούντα ζώα, εκπληκτικού πραγματικά ρεαλισμού, είναι ψηφιακά (και τα αποτελέσματα απίστευτα). Αυτός ο "κατασκευασμένος" ρεαλισμός είναι και το ατού του φιλμ (προσέξτε ότι ακόμα και ο Μόγλης έχει πλήθος μόνιμες ουλές, όπως θα έπρεπε να έχει ένα αγόρι μεγαλωμένο με τέτοιο τρόπο). Αλλά και η ιστορία έχει αρκετά ενήλικα στοιχεία: Διαλεκτική σχέση με τη φύση, που είναι πανέμορφη, αγνή, αλλά και άγρια, σκληρή, τρομακτική, συχνά δολοφονική, διαλεκτική σχέση με τη φωτιά (τους ανθρώπους δηλαδή), που είναι ταυτόχρονα εφευρετικοί, δημιουργικοί, αλλά και καταστροφείς, ενώ υπάρχουν οικολογικά μηνύματα και αλληγορικές αναφορές στο σεβασμό της διαφορετικότητας, τη συλλογική συνείδηση (ζητούμενο στην εποχή μας), την αντίσταση στο δεσποτισμό κλπ.
Όλα αυτά δοσμένα με σασπένς και την κλασική ανάμιξη συγκίνησης - χιούμορ, πάνω απ' όλα όμως πολύ θεαματικά. Όπως καταλάβατε, αν και ενήλικος, το ευχαριστήθηκα. Αν έπρεπε να το χαρακτηρίσω με μια λέξη, θα επέλεγα τη λέξη "χορταστικό".

Παρασκευή, Μαΐου 13, 2016

ΣΤΟΝ ΔΙΕΣΤΡΑΜΜΕΝΟ ΨΥΧΙΣΜΟ ΤΟΥ "LEAVE HER TO HEAVEN"

Υπάρχουν ταινίες που βασικό τους θέμα έχουν μια ψυχικά άρρωστη προσωπικότητα. Εξέχουσα θέση ανάμεσά τους κατέχει το "Leave Her to Heaven" (ο ελληνικός τίλος ήταν "Ας την Κρίνει ο Θεός"), που γύρισε το 1945 ο John M. Stahl (1886-1950), με την πανέμορφη Τζιν Τίρνεϊ στον βασικό ρόλο.
Ένας συγγραφέας συναντά στο τρένο και ερωτεύεται μια όμορφη νεαρή. Εκείνη ανταποδίδει τον έρωτά του και σύντομα παντρεύονται. Από εκεί και πέρα ένα διαφορετικό πρόσωπο της κοπέλας θα αρχίσει να διαφαίνεται: Η παθολογική ζήλεια της, η φοβερή ανάγκη της για αποκλειστικότητα, η ασφυκτική της αντίληψη για τον έρωτα, θα μετατρέψουν τον αρχικό παράδεισο σε κόλαση, ενώ όσοι περιβάλλουν το ζευγάρι αρχίζουν να κινδυνεύουν όλο και περισσότερο...
Η ταινία είναι δύσκολο να καταταχτεί σε είδος. Μερικοί τη θεωρούν νουάρ, καθώς στο κέντρο της βρίσκεται μια μοιραία και άκρως επικίνδυνη γυναίκα. Υπάρχουν όμως και πολλά στοιχεία μελοδράματος και κάπου θυμίζει ακόμα και σαπουνόπερα - πολύ διεστραμμένη όμως. Από την άλλη, αντίθετα απ' ότι θα περίμενε κανείς, το φιλμ είναι έγχρωμο, και μάλιστα με έντονα τεχνικολόρ χρώματα και απόλυτα καρτποσταλική φωτογραφική άποψη. Ακριβώς αυτή η αμερικάνικη καρτποσταλική (επαναλαμβάνω) ατμόσφαιρα έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα κάθε άλλο παρά φυσιολογικα συμβαίνουν. Αυτή ακριβώς η σύγκρουση είναι που κάνει τόσο παράξενη και ιδιάιτερη την ταινία αυτή.
Το φιλμ φτάνει το πάθος και την ανάγκη για κατοχή του άλλου στα όριά τους. Κάπου θυμίζει Χίτσκοκ, ίσως όμως εδώ να έχουμε να κάνουμε με πιο "άρρωστο" χαρακτήρα από τον μέσο όρο των ηρώων του μεγάλου δημιουργού. Το ειδυλιακό περιβάλλον (περιβάλλοντα μάλλον, αφού οι ήρωες αλλάζουν τόπους διαμονής) μπορεί να εκληφθεί ακόμα και σαν ένα είδος κριτικής στο "αμερικάνικο όνειρο", αφού κάτω από την υπέροχη, ονειρική, λουστραρισμένη επιφάνεια μπορεί να κρύβεται οτιδήποτε. Εδώ βέβαια δεν υπάρχει κάποιο είδος κοινωνικής ή, πολύ περισσότερο, πολιτικής κριτικής. Εδώ ο κίνδυνος και η αρρώστεια δεν βρίσκονται στον κοινωνικό περίγυρο, αλλά μέσα μας. Κι αυτό είναι τρομακτικό!
Από τις πλέον ιδιόρυθμες κλασικές χολιγουντιανές ταινίες και μάλλον αταξινόμητη σε είδος (πολλοί αρνούνται να τη θεωρήσουν νουάρ και αυτό είναι κατανοητό), νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να την ψάξετε. Και να "παγώσετε" τελικά με το μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ψυχική διαστροφή...

Τετάρτη, Μαΐου 11, 2016

"Ο ΕΚΛΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ" ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΟΥ "ΕΤ" ΚΑΙ ΤΩΝ "ΣΤΕΝΩΝ ΕΠΑΦΩΝ"

Ο Jeff Nichols είναι σίγουρα ένας αξιόλογος σύγχρονος δημιουργός, αφού τα φιλμ του δεν είναι ποτέ αδιάφορα (τουλάχιστον). Αυτό δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι μου αρέσουν, αλλά... κάτι έχουν (θετικό εννοώ). Το ίδιο συμβαίνει και με τον "Εκλεκτό της Νύχτας" (Midnight Special) του 2016.
Ένας πατέρας απαγάγει τον μικρό γιο του από μια θρησκευτική αίρεση (στην οποία ανήκει και ο ίδιος) και προσπαθεί να διαφύγει με τη βοήθεια ενός φίλου του. Στα χνάρια του βρίσκεται φυσικά η αίρεση, αλλά και η αστυνομία και το FBI, αφού ο μικρός μοιάζει να έχει υπερφυσικές ιδιότητες: Μεταξύ άλλων μπορεί να υποκλέπτει κάθε λογής σήματα, από εκπομπές ραδιοφώνου έως άκρως απόρρητα κυβερνητικά σήματα, ενώ κάτι συμβαίνει με τα μάτια του και όσα αυτά εκπέμπουν...
Όπως και στην προηγούμενή του ταινία, το "Καταφύγιο", έχουμε και εδώ έναν άνθρωπο με εμμονές, που τα βάζει με ένα ολόκληρο σύστημα προκειμένου να κάνει αυτό που πιστεύει. Σε μας μένει να κρίνουμε αν σε περιπτώσεις όπως αυτή "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα", αφού ο ήρωας δεν διστάζει μπροστά σε τίποτα προκειμένου να ξαναπάρει και να κρύψει τον γιο του. Στο μεταξύ παρακολουθούμε ένα φιλμ επιστημονικής φαντασίας, το οποίο όμως - παρά το ότι η ιστορία μοιάζει - δεν έχει να κάνει καθόλου με τις υπερηρωικές ταινίες που έχουν σε βαθμό κακουργήματος πλημμυρίσει τις οθόνες. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ταινία χαρακτήρων, η οποία βεβαίως διαθέτει και το απαιτούμενο σασπένς. Και βέβαια τα δεν μπορούν να μη μας έρθουν στο νου ιστορίες όπως αυτές του "ΕΤ" ή των "Στενών Επαφών".
Ωστόσο προσωπικά βρήκα την ιστορία μάλλον απλοϊκή και την σχεδόν μεταφυσική εξήγηση κάπως εύκολη. Θα επιμείνω ωστόσο ότι ενδιαφέρον υπάρχει, ακόμα και στο ότι, όπως προανέφερα, διαφοροποιείται αισθητά από τα σούπερηρωικά κλισέ. Εξ άλλου εκτιμώ το προσωπικό στιλ - και τις εμμονές αν θέλετε - του Nichols, αφού μοιάζει να διαθέτει ένα δικό του ύφος, που δίνει βάρος στους χαρακτήρες και τις σχέσεις τους και όχι στο συνεχές κυνηγητό και τα εφέ, παρά το ότι κινείται στο χώρο του φανταστικού. Ενδιαφέρον λοιπόν, αλλά...

eXTReMe Tracker