Τετάρτη, Απριλίου 27, 2016

ΕΝΑ "ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ" ΑΠΟ ΤΗ ΓΟΥΑΤΕΜΑΛΑ

"Το Ηφαίστειο" (Ixcanul) γυρίστηκε το 2015 από τον Jayro Bustamante (είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του) και είναι η μοναδική από τη Γουατεμάλα που έχω δει. Το ενδιαφέρον της έγκειται, κυρίως στην κατάδειξη της στερημένης ζωής των σύγχρονων ινδιάνων εκεί.
Η ηρωίδα είναι μια 17χρονη ιθαγενής που ζει σε χωριό στους πρόποδες ενεργού ηφαιστείου. Η οικογένειά της έχει κανονίσει να την παντρέψει με τον εύπορο για τα δεδομένα της περιοχής επιστάτη μιας μεγάλης φυτείας καφέ, εκείνη όμως ερωτεύεται έναν νομάδα εργάτη της φυτείας, μένει έγκυος απ' αυτόν και, όταν εκείνος την εγκαταλείπει, αρχίζουν τα προβλήματά της. Ωστόσο, ούτως ή άλλως, η μοίρα της είναι προδιαγεγραμμένη.
Η ταινία ρίχνει φως σε έναν κόσμο και μια κουλτούρα που αγνοούμε. Αυτόν των ινδιάνων της Κεντρικής Αμερικής, απογόνων των Μάγιας (η ομοιότητα της πρωταγωνίστριας με τις υπάρχουσες εικόνες των Μάγιας είναι χαρακτηριστική). Οι άνθρωποι αυτοί, αγρότες οι περισσότεροι, ζουν σε απόλυτη φτώχεια δουλεύοντας σε φυτείες καφέ. Ελάχιστα υπάρχοντα, ελάχιστοι τρόποι για να ξεφύγεις - αν και οι νέοι ονειρεύονται να πάνε στις ΗΠΑ, όπου "όλοι έχουν αυτοκίνητα και κήπους". Όσο για τις ΗΠΑ, βρίσκονται "πίσω από το βουνό με το ηφαίστειο, μόνο που... μεσολαβεί το Μεξικό". Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζουν και όσα σχετίζονται με τη θρησκεία και τις πρακτικές της, που αποτελούν κράμα χριστιανισμού και παγανιστικών κατάλοιπων.
Το φιλμ είναι ταυτόχρονα ποιητικό και ντοκιμαντερίστικο. Όσα συμβαίνουν γίνονται χαρακτηριστικά χαμηλότονα, δεν υπάρχουν εντάσεις και ακραίες καταστάσεις. Όλοι δείχνουν υποταγμένοι στη μοίρα τους ή - αν προτιμάτε άλλη έκφραση - δέχονται στωικά τη ζωή όπως είναι. Ακόμα και η "παράνομη"εγκυμοσύνη αντιμετωπίζεται δίχως υστερία και σκηνές από γονείς και μέλλοντα σύζυγο. Τελικά ίσως πρόκειται για τη ζωή στην ουσία της, με πολύ λίγα λόγια και δίχως τίποτα περιττό. Ίσως, σκέφτομαι, να έχουμε να κάνουμε με ένα είδος σοφίας. Ίσως όμως, απλώς, όλη αυτή η στωική αντιμετώπιση των πραγμάτων να οφείλεται στις τόσο φτωχικές συνθήκες διαβίωσης. Απλώς να μην υπάρχει τίποτε άλλο να γίνει ή να ειπωθεί...
Δεν τη θεωρώ μεγάλη ταινία, αν και διαθέτει σκηνοθετικές αρετές. Φωτίζει όμως μια κοινωνία και έναν κόσμο που οι περισσότεροι αγνοούμε. Εκεί κυρίως βρίσκεται η αξία της. Και, φυσικά απευθύνεται σε θεατές με ειδικά κινηματογραφικά ενδιαφέροντα.

Τρίτη, Απριλίου 26, 2016

ΟΤΑΝ Ο ΤΡΟΜΟΣ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΣΤΗ "ΓΥΜΝΗ ΑΠΕΙΛΗ"

Το 1985 ο Tobe Hooper, μετά από ταινίες όπως ο "Σχιζοφρενής Δολοφόνος με το Πριόνι" ή το "Poltergeist", ήταν ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς στο χώρο του κινηματογράφου τρόμου (μετά το 86 "εξαφανίστηκε" κάνοντας μόνο τηλεόραση ή λίγες αδιάφορες ταινίες). Τότε λοιπόν, το 1985, γυρίζει το "Lifeforce" ("Γυμνή Απειλή"), μια μάλλον cult σήμερα ταινία παρά το "κάπως" σενάριό της, που συνδυάζει τρόμο και επιστημονική φαντασία.
Όταν ο κομήτης του Χάλεϊ περνά καντά από τη γη, το πλήρωμα ενός γήινου σκάφους ανακαλύπτει ένα τεράστιο εξωγήινο αντικείμενο κοντά σ' αυτόν. Στο εσωτερικό του βρίσκονται, μεταξύ άλλων, τρία ανθρωποειδή σώματα, δύο αρσενικά και ένα θηλυκό, τέλεια διατηρημένα. Στη συνέχεια η επαφή με το σκάφος χάνεται πλήρως από τη γη. Λίγο μετά το γήινο σκάφος θα βρεθεί κατεστραμένο και ο κυβερνήτης του, ο μόνος επιζήσας, θα διηγηθεί μια απίστευτη ιστορία για το τι συνέβει εκεί μέσα. Στο μεταξύ όμως τα ανθρωποειδή όντα βρίσκονται πλέον κι αυτά στη γη και το γεγονός αυτό δεν προμηνύει τίποτα καλό για την ανθρωπότητα...
Το φιλμ ξεκινά σαν απόλυτη επιστημονική φαντασία για να μεταλλαχτεί στη συνέχεια σε ταινία τρόμου (και καταστροφής θα έλεγα), στα πρότυπα των ταινιών με ζόμπι (όχι ακριβώς βέβαια κατά το σενάριο, οι σκηνές ωστόσο παραπέμπουν κατ' ευθείαν εκεί). Αρκετά ειδικά εφέ, κατάχρηση μπλε λάμψεων και ακτίνων, σκηνές σχεδόν σπλάτερ, αλλά αυτό που μένει κυρίως στο νου (του αντρικού πληθυσμού τουλάχιστον) είναι η πανέμορφη εξωγήινη Ματίλντα Μέι, η οποία περιφέρεται ολόγυμνη σε όλο το πρώτο μισό της ταινίας ως ερωτικότατο εξωγήινο βαμπίρ. Ίσως αυτό ακριβώς το στοιχείο (μεταξύ μας τώρα) είναι που συντέλεσε στο να θεωρείται το φιλμ ένα είδος cult. Κατά τα άλλα οι σεναριακές αφέλειες είναι αρκετές (ανάμεσα σε άλλες, η έρευνα για ένα τόσο σημαντικό θέμα που αφορά την ίδια την επιβίωση της ανθρωπότητας γίνεται βασικά από τρεις - τέσσερεις ανθρώπους που τρέχουν από το ένα μέρος στο άλλο και τα κάνουν όλα σχεδόν μόνοι τους, αφείστε που για αρκετό διάστημα μαζύ τους τρέχει και ο... βρετανός υπουργός Εσωτερικών).
Ωστόσο η ταινία διαθέτει μια καλή σεναριακή ιδέα, επιχειρεί να παντρέψει την επιστήμη (και την ΕΦ) με το μεταφυσικό στοιχείο (τα κάνει λίγο μπάχαλο κι εκεί, αλλά η προσπάθεια είναι ενδιαφέρουσα κατά τη γνώμη μου), αλλά και να εξηγήσει τον βαμπιρικό μύθο με "επιστημονικά" σοιχεία. Φυσικά διαθέτει δράση που κρατά τον θεατή και γενικά, αν το δείτε σαν ένα όχι πολύ σοβαρό φιλμ και αφεθείτε στα όσα συμβαίνουν επί της οθόνης, πιστεύω ότι θα το διασκεδάσετε αρκετά (αν είστε φίλοι των ειδών που "παντρεύει" τουλάχιστον). Οπότε αυτή είναι και η τελική μου συμβουλή: Μην το πάρετε πολύ σοβαρά, οπότε μάλλον θα το απολαύσετε.
ΥΓ:  Πρόκειται για μια από τις τελευταίες αξιόλογες ταινίες του Hooper. Ακολούθησαν το "Invaders from Mars" και ο δεύτερος "Σχιζοφρενής" με τον Ντένις Χόπερ... και μετά το χάος!

Δευτέρα, Απριλίου 25, 2016

"Η ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΡΑΣ" ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΕΚΚΙΝΗΣΗ ΤΗΣ DISNEY

Φυσικά η Disney είχε πίσω της λαμπρή ιστορία στο animation. Κάπου όμως η παραγωγή είχε μειωθεί και τα animation γνώριζαν πλέον σχετικά μικρή επιτυχία. Η κατάσταση αυτή αλλάζει ριζικά το 1991. Τότε η εταιρία γυρίζει την "Πεντάμορφη και το Τέρας" (Beauty and the Beast) των Gary Trousdale και Kirk Wise, η επιτυχία είναι τεράστια, τα εισιτήρια εκτινάσσονται και τόσο η Disney όσο και τα animation γενικά γίνονται ένα από τα εμπορικότερα ονόματα / είδη του κινηματογράφου.
Η ιστορία είναι γνωστή : Ένας νεαρός αλαζόνας πρίγκηπας μεταμορφώνεται από νεράιδα σε φριχτό τέρας. Η κατάρα θα κρατήσει έως ότου βρεθεί κάποια να αγαπήσει αληθινά το απεχθές και τρομαχτικό πλάσμα. Η πανέμορφη, φτωχή και "διαφορετική" από κάθε άλλον στο χωριό Belle φτάνει στον πύργο του τέρατος για να βρει τον φυλακισμένο εκεί πατέρα της και δέχεται να πάρει τη θέση του προκειμένου αυτός να ελευθερωθεί. Σιγά - σιγά ο έρωτας θα ανθίσει ανάμεσα στην Belle και το τέρας - το οποίο φυσικά θα μαλακώσει και θα γίνει καλύτερο. Από εκεί και πέρα πάντως η ντισνεϊκή εκδοχή διαθέτει και αρκετή περαιτέρω πλοκή.
Η εταιρία έχει προσθέσει πολλά στο σενάριο που δεν υπάρχουν στον αρχικό μύθο. Οι σκηνές μάλιστα όπου οι οργισμένοι χωρικοί επιχειρούν να εξοντώσουν το Τέρας και να κάψουν τον πύργο του είναι παρμένες κατ' ευθείαν από τον κλασικό Φρανκενστάιν της δεκαετίας του 30. Φυσικά έχει προστεθεί και σασπένς και μια τελική - επίσης ανύπαρκτη στο πρωτότυπο - μονομαχία.
Το φιλμ είναι μιούζικαλ. Η δράση διακόπτεται συχνά από τα τραγούδια του Alan Menken. Τα σχέδια είναι σχετικά απλά σε σχέση με τα σημερινά 3-D που έχουμε συνηθίσει και προσωπικά πιστεύω ότι δεν φτάνουν τη μαγεία των παλιών animation της Disney. Μπορώ να πω μάλιστα ότι τα βρήκα και λίγο κιτς. Γενικά βρήκα την όλη ταινία κάπως απλοϊκή και - ίσως - σήμερα ξεπερασμένη (μπορεί να φταίνε και τα συχνά τραγούδια που με έκαναν να βαρεθώ). Παρ΄ όλα αυτά πιστεύω ότι οι μικροί κυρίως θεατές θα διασκεδάζουν πάντα με το φιλμ. Πάντως ήταν μια από τις πρώτες φορές που χρησιμοποιήθηκαν τεχνικές computer στην κίνηση των χαρακτήρων. Έτσι, ανεξάρτητα απ' όσα λέω, η ταινία έχει ιστορική αξία, αφού ξεκινά και πάλι την τεράστια επιτυχία των animation και ανοίγει τον δρόμο σε πρωτοπόρες εταιρίες με αριστουργηματικές δουλειές όπως η Pixar (η οποία σήμερα έχει αγοραστεί από την Disney, αλλά, ευτυχώς, διατηρεί την καλλιτεχνική της ανεξαρτησία). οπότε, μπορείτε, κατά κάποια έννοια, να θεωρείτε το φιλμ ακόμα και κλασικό.

Παρασκευή, Απριλίου 22, 2016

ΠΡΩΤΟΓΟΝΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ "ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ"

"Στην Αγκαλιά του Φιδιού" (El Abrazo de la Serpiente) είναι μια εξαιρετική ταινία του κολομβιανού Ciro Guerra, που γυρίστηκε το 2015. Ασπρόμαυρη, με υποβλητικές εικόνες και φωτογραφία, είναι ένα είδος "κατάδυσης" στην ζούγκλα του Αμαζονίου και στον σαμανισμό.
Το φιλμ βασίζεται στα ημερολόγια δύο ευρωπαίων εξερευνητών που διέσχισαν τη ζούγκλα του Αμαζονίου με διαφορά μερικών δεκαετιών ο ένας από τον άλλον (ο πρώτος πήγε εκεί στις αρχές του 20ού αιώνα). Οι δύο λευκοί, ψάχνοντας για ένα σπάνιο θεραπευτικό φυτό, θα συναντήσουν τον ίδιο μοναχικό ιθαγενή, νέο στην πρώτη αποστολή, ηλικιωμένο πλέον στη δεύτερη, που παραμένει πεισματικά φύλακας της γνώσης της αλλοτριωμένης από τους λευκούς φυλής του, και με οδηγό αυτόν θα πλεύσουν στο τεράστιο ποτάμι προχωρώντας όλο και πιο βαθιά στη ζούγκλα και στον πρωτογονισμό. Τα δύο ταξίδια εξιστορούνται με παράλληλη αφήγηση.
Η ταινία, θυμίζοντας σε πρώτη ματιά φιλμ όπως το "Αγκίρε" ή βιβλία όπως την "Καρδιά του Σκοταδιού", προβληματίζεται πάνω στη συνάντηση των δύο ριζικά διαφορετικών πολιτισμών και κοσμοθεωριών και μελετά διαλεκτικά την αλληλοεπίδρασή τους. Όσο καλές προθέσεις και να έχουν οι δύο εξερευνητές - φορείς της δυτικής κουλτούρας, δεν μπορούν παρά να "μολύνουν" κι άλλο την βαθιά οικολογική σκέψη / φιλοσοφία / θρησκεία / πολιτισμό των ινδιάνων που ζουν εκεί. Οι οποίοι βεβαίως είναι ήδη αλλοτριωμένοι από ιεραπόστολους και βάρβαρους λευκούς εκμεταλλευτές (για το πολύτιμο τότε καουτσούκ κυρίως) εδώ και δεκαετίες. Οι διαφορές ιθαγενών - λευκών στον τρόπο σκέψης δείχνονται ανάγλυφα : Η σαμανιστική, μεταφυσική και οικολογική ταυτόχρονα θεώρηση του κόσμου (μεταξύ άλλων ο ιθαγενής δεν αντιλαμβάνεται την έννοια της ιδιοκτησίας και δεν καταλαβαίνει γιατί οι λευκοί κουβαλούν μαζί τους πράγματα) συγκρούεται με την ορθολογιστική σκέψη των δυτικών.
Πέρα όμως από τη ξεκάθαρη δυστυχία από την βάρβαρη εισβολή του χριστιανισμού (οι σκηνές τόσο στο μοναστήρι όσο και στην περίεργη κοινότητα είναι από τις πιο δυνατές και ανησυχητικές) και της οικονομικής εκμετάλλευσης, το φιλμ δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση έναν μονοδιάστατο ύμνο στη φύση και την "αρμονική ζωή" των ινδιάνων. Αντίθετα καταγράφει και την αγριότητα και το αμείλικτο της φύσης, οι ιθαγενείς συχνά είναι πονηροί και όχι και πολύ τίμιοι - όχι, η ζούγκλα και ο πρωτογονισμός δεν είναι παράδεισος. Η διαλλακτική θεώρηση των δύο τόσο διαφορετικών κόσμων είναι το κυρίαρχο στοιχείο.
Παράξενη, συχνά υπνωτιστική, άλλοτε πάλι ανησυχητική, με πολυεπίπεδο προβληματισμό πάνω στη σύγκρουση δύο κόσμων (ή μάλλον στην εισβολή του ενός στον άλλον), η ταινία αποτελεί για μένα μια από τις δυνατότερες απ' όσες έχω δει το 2015.

Τρίτη, Απριλίου 19, 2016

"ATTACK ON TITAN" Ή ΟΤΑΝ ΟΙ ΓΙΑΠΩΝΕΖΟΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΚΟΙ... ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΚΑΚΟΙ!

Το "Attack on Titan" (Shingeki no kyojin) υπήρξε αρχικά manga (δηλαδή γιαπωνέζικο κόμικς) και στη συνέχεια έγινε anime (δηλαδή γιαπωνέζικο κινούμενο σχέδιο), αμφότερα πολύ πετυχημένα στη χώρα τους. Το 2015 λοιπόν ήρθε η σειρά να γίνει και κανονική ταινία, γυρισμένη από τον Shinji Higuchi. Αφού πρόκειται για τρίωρη παραγωγή προβλήθηκε σε δύο μέρη.
Ο ανθρώπινος πολιτισμός έχει ουσιαστικά καταρρεύσει  εξ αιτίας της εμφάνισης των γιγάντιων, εφιαλτικών ανθρωποειδών Τιτάνων (κάτι παραμορφωμένα όντα, άντρες, γυναίκες και παιδιά 15 μέτρα ψηλά), οι οποίοι επιτίθενται και τρώνε κανονικότατα ανθρώπους. Οι λίγοι εναπομείναντες είναι κλεισμένοι σε ένα τριπλό τείχος, όταν δέχονται μετά από πολύ καιρό μια άγρια επίθεση των φρικτών Τιτάνων. Ο ήρωας, ένας ονειροπόλος έφηβος, του οποίου το όνειρο είναι να φύγει από τον κλειστό αυτόν κόσμο και να δει τον ωκεανό, όταν χάνει την κοπέλα του εντάσσεται σε μια ομάδα πολεμιστών ειδικά εκπαιδευμένων να αντιμετωπίζουν τα τέρατα.
Να σας δηλώσω από την αρχή ότι πρόκειται για μια από τις πιο κακές ταινίες που έχω δει τον τελευταίο καιρό. Στο πρώτο μέρος κάτι γίνεται (όχι και πολλά), λόγω της τρομακτικής εμφάνισης των τεράτων, λόγω του μυστηρίου που τα περιβάλλει (από πού προέρχονται και τι ακριβώς είναι;) και γενικότερα των ερωτηματικών που αφήνει. Υπάρχουν μερικές εντυπωσιακές λόγω εφέ σκηνές (με μπόλικο σπλάτερ) και κάποιες δημιουργούν όντως ατμοσφαιρικό και απόκοσμο τρόμο. Στο δεύτερο μέρος τα πάντα καταρρέουν (κάπως σαν τον ανθρώπινο πολιτισμό που λέγαμε και πριν). Τα εφέ, σα να το κάνουν επίτηδες, γίνονται όλο και χειρότερα και πιο εμφανώς "κομπιουτερέ", οι ηθοποιία του κακού κυρίως μάλλον γέλια προκαλεί... Το χειρότερο όμως είναι το παντελώς πρόχειρο σενάριο, σε βαθμό που γίνεται σχεδόν ασυνάρτητο. Ελάχιστες εξηγήσεις για τα όσα συμβαίνουν, αντιφάσεις, ξαφνικές ατάκες που προκαλούν απορία και μπερδεύουν τα πράγματα... όχι, βαριέμαι να επισημαίνω συγκεκριμένα σημεία. Πραγματικά το σεναριακό κομάτι είναι ό,τι χειρότερο έχω δει τα τελευταία χρόνια. Αφείστε τις διαρκείς μάχες, συνοδευόμενες από non-stop εκκωφαντικό heavy metal, που τελικά κατάφεραν να μου προκαλέσουν εκτός από βαρεμάρα και πονοκέφαλο.
Δεν αξίζει να πολυλογώ. Αν έχετε κλείσει τα 15 αποφύγετέ το. Μερικοί από τους μικρότερους (λίγοι ελπίζω) ίσως εντυπωσιαστούν από κάποια εφέ, αν καταφέρουν να μη βαρεθούν κι αυτοί από την επανάληψή τους. Άκουσα πάντως ότι τόσο το κόμικς όσο και το κινούμενο σχέδιο είναι πολύ καλύτερα και ότι οι ταινία έχει υποστεί "αχρείαστες σεναριακές αλλαγές", για να χρησιμοποιήσω αυτούσια τη φράση μιας (αρνητικής φυσικά) κριτικής.

Δευτέρα, Απριλίου 18, 2016

"ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΕΤΟΙΜΕΣ ΓΙΑ ΟΛΑ"... ΚΑΙ ΚΥΡΙΩΣ ΓΙΑ ΑΠΕΡΓΙΑ

Αν δεν το ξέρατε, στη Βρετανία (και σε άλλες χώρες της Ευρώπης φαντάζομαι) οι γυναίκες έπαιρναν τον μισό μισθό από τους άντρες, σε οποιαδήποτε εργασία (επειδή ήταν γυναίκες και μόνο), έως το 1970 (!!!), οπότε ψηφίστηκε ο περί ισότητας μισθών νόμος. Το ξεκίνημα όμως είχε γίνει το 1968. Στο Dagenham υπήρχε ένα μεγάλο (το μεγαλύτερο της Βρετανίας) και ακμάζον εργοστάσιο της αυτοκινητοβιομηχανίας Ford, όπου, ανάμεσα σε χιλιάδες άντρες εργαζόμενους, δούλευαν και 187 γυναίκες, ράφτρες για την ακρίβεια. Τότε, για πρώτη φορά, οι γυναίκες αυτές απήργησαν (μέχρι τότε απεργούσαν μόνο οι άντρες εργάτες). Αρχικά ζητούσαν καλύτερες συνθήκες δουλειάς. Από ένα σημείο και πέρα όμως η αμόρφωτη και άπειρη σε συνδικαλιστικά θέματα Ρίτα Ο' Γκρέιντι αναδείχτηκε σε φυσικό ηγέτη τους και τα αιτήματα άλλαξαν ριζικά: Ούτε λίγο ούτε πολύ απαίτησαν ίσους μισθούς με τους άντρες, πράγμα αδιανόητο για την εποχή, εφόσον έκαναν την ίδια δουλειά στις ίδιες συνθήκες μ' αυτούς. Η ίδια η Ford, στα κεντρικά της γραφεία στην Αμερική, αιφνιδιάστηκε, όπως και η βρετανική κυβέρνηση. Και επιπλέον, οι γυναίκες είχαν να αντιμετωπίσουν τα επίσης ανδροκρατούμενα συνδικάτα, τα οποία φοβούνταν ανοιχτή ρήξη με την εταιρία και συμβούλευαν "αργά βήματα".
Την ιστορία αυτή, δραματοποιημένη και "κινηματογραφοποιημένη" προφανώς, μεταφέρει στην οθόνη η βρετανική ταινία "Made in Dagenhaim" ("Γυναίκες Έτοιμες για Όλα" ο μάλλον... πονηρός ελληνικός τίτλος) του Nigel Cole, που γυρίστηκε το 2010, με την Sally Hawkins του "Happy-Go-Lucky" στον βασικό ρόλο. Φυσικά δεν μπορώ να ξέρω πόσο πιστό στα αληθινά γεγονότα είναι το φιλμ. Φαντάζομαι ότι κάποια στοιχεία ευκολίας και ωραιοποίησης τα έχει. Η όλη ιστορία δίνεται με σχετικό χιούμορ και - το σπουδαιότερο - μου φάνηκε ότι όλα γίνονται κάπως εύκολα. Ακόμα και μια "σιδηρά" γυναίκα υπουργός της κυβέρνησης ή μια πάμπλουτη σύζυγος στελέχους της εταιρίας παίρνουν ανεπιφύλακτα το μέρος των απεργών.
Πάντως η ταινία βλέπεται ευχάριστα και κάπως απέχει από τον ωμό α λα  Ken Loach ρεαλισμό. Σίγουρα οι δυσκολίες όσο προχωρά η απεργία, που έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις σε πολλούς άλλους εργαζόμενους, καταγράφονται, καθώς και οι συχνά δραματικές επιπτώσεις στις προσωπικές ζωές ολόκληρων οικογενειών. Αλλά το "εύκολο" και ηρωικό στοιχείο ενυπάρχουν.
Παρ' όλα αυτά σας το προτείνω και σαν σχετικά ευχάριστο φιλμ, αλλά και σαν όντως "διδακτικό" (το λέω με λίγο αστείο τόνο, αφού ο διδακτισμός καλό είναι να αποφεύγεται στην τέχνη), με την έννοια ότι μπορεί όλοι μας να μείνουμε έκπληκτοι από το πόσο πρόσφατες είναι ορισμένες κατακτήσεις που οι περισσότεροι θεωρούσαμε δεδομένες (και που τώρα πολύ φοβάμαι ότι και πάλι αρχίζουν να χάνονται στη ζοφερή σύγχρονη συγκυρία). Και, σημειώστε, το όλο πράγμα βρίσκονται πολύ πιο κοντά σε ένα φεμινιστικό φιλμ, παρά σε μια ταινία απλώς εργατικών διεκδικήσεων.

Παρασκευή, Απριλίου 15, 2016

ΤΡΕΙΣ ΦΙΛΟΙ ΚΑΙ "ΔΥΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ"

Τρεις περίπου σαραντάρηδες κολλητοί φίλοι διαπιστώνουν ότι η ζωή τους δεν πάει και πολύ καλά ή μάλλον, για την ακρίβεια, ότι όλες οι καλές στιγμές τους έχουν συμβεί πριν τα 20. Τα προβλήματά τους είναι διαφορετικής φύσης, όλοι όμως νοιώθουν αποτυχημένοι. Όταν κάποιος κερδίζει δύο πολύτιμα εισιτήρια για τον τελικό του αμερικάνικου φούτμπολ βρίσκουν την ευκαιρία να "αποδράσουν" από τη μικρή τους πόλη και να ξεκινήσουν ένα ταξίδι ημερών για τον προορισμό αυτόν. Οι καταστάσεις που θα αντιμετωπίσουν είναι αστείες, αλλά και συχνά πικρές. Οι απολογισμοί ζωής είναι δύσκολοι, αλλά τελικά, φαίνεται ότι το ίδιο το ταξίδι και η περιπέτεια είναι που έχουν σημασία.
Η εντελώς άγνωστη αυτή ταινία (σε μένα τουλάχιστον) είναι το "Two Tickets to Paradise" του 2006 και είναι η μοναδική που έχει γυρίσει ο (όχι και τόσο γνωστός, πλην όμως τακτικός) ηθοποιός D.B. Sweeney. Πρόκειται για (μάλλον) κωμωδία και όντως διαθέτει αρκετό χιούμορ. Συνολικά πάντως πρέπει να πω ότι σαν φιλμ δεν είναι τόσο χαζό όσο πιθανόν ακούγεται από την ιστορία του. Βασικός λόγος είναι ένα είδος πίκρας (ή μήπως παρακμής;) που το διαπερνά, όπως σας προανέφερα. Σε καμία περίπτωση δεν έχουμε να κάνουμε με ένα απόλυτα κωμικό road movie με αντροπαρέα, του στιλ του "Hangover". Εδώ τα πράγματα είναι πιο ρεαλιστικά, πιο προσγειωμένα, ενώ η αίσθηση του "κολλήματος" των τριών χαρακτήρων (ο καθένας σε διαφορετικά πράγματα παλιότερων εποχών) που δεν μπορούν να ξεπεράσουν, η αίσθηση ότι δεν μπορούν να "αλλάξουν κεφάλαιο" στη ζωή τους, υποκύπτοντας έτσι σε ρουτίνες, γίνεται σε κάποια σημεία συγκινητική. Οι ίδιοι οι χαρακτήρες μπορεί να είναι και αντιπαθητικοί ή να προκαλούν ένα είδος οίκτου. Η άρνηση (ή αδυναμία) πολλών, αντρών κυρίως, να ωριμάσουν, να ενηλικιωθούν, η αδυναμία τους να κατανοήσουν ότι κάποια πράγματα που έκανες νέος δεν μπορείς πια να τα κάνεις, αποτελούν χαρακτηριστικά μοτίβα του φιλμ.
Διάβασα κάπου ότι η ταινία αποτελεί ένα μικρό cult movie κι ότι έχει κερδίσει βραβεία σε μερικά ελάσσονα φεστιβάλ. Κι εγώ τη βρήκα συμπαθητική, δίχως βεβαίως να τη θεωρώ κανένα αριστούργημα. Α, και σημειώστε ότι είναι πλημμυρισμένη με παλιό ροκ (Sprinsteen, Dylan, Dire Strits κ.ά.)

Πέμπτη, Απριλίου 14, 2016

Ο ΑΡΙΘΜΟΣ 9 ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΣΤΟ "ΤΗΕ NINES"

Ο John August είναι σεναριογράφος, γνωστός μάλιστα για τις συνεργασίες του με τον Tim Burton (Big Fish, Frankenwinnie, Corpse Βride κ.ά.). Το 2007 γυρίζει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του σαν σκηνοθέτης, το "The Nines" ("Η Δύναμη του Εννιά" στην Ελλάδα), με τον ανερχόμενο μετέπειτα "Dead Pool" Ryan Reynolds. Προκύπτει λοιπόν μια ασυνήθιστη ταινία φαντασίας, δίχως εφέ και οπτικούς εντυπωσιασμούς, που κυρίως βασίζεται στη σεναριακή ιδέα.
Ο ήρωας είναι ένας γνωστός κια δημοφιλής πρωταγωνιστής τηλεοπτικής σειράς. Όταν χωρίζει με την κοπέλα του, όχι μόνο καίει τα πράγματά της, αλλά μεθά, καταναλώνει κρακ και - αναμενόμενο - τρακάρει με το αυτοκίνητό του. Συλλαμβάνεται και κλείνεται στο διαθέσιμο πολυτελές σπίτι ενός συγγραφέα (ο οποίος προς το παρόν λείπει) σε κατ' οίκον περιορισμό. Μια εύθυμη "δεσμοφύλακας" τον επιτηρεί τακτικά, ενώ μια γοητευτική γειτόνισα μοιάζει "διαθέσιμη". Ωστόσο μικρά, παράξενα συμβάντα αρχίζουν να συμβαίνουν. Θόρυβοι, κάποιο άλλο άτομο (;) στο σπίτι, η συνεχής παρουσία του αριθμού 9...  Και ξαφνικά η αφήγηση περνά στην ιστορία ενός άλλου ανθρώπου, ενός τηλεοπτικού παραγωγού γεμάτου άγχος με τη δουλειά του. Εμείς παρακολοουθούμε τις σχέσεις του με την καλύτερη φίλη του και μια δυναμική εργαζόμενη στο κανάλι. Οι τρεις βασικοί ηθοποιοί στην ιστορία αυτή είναι οι ίδιοι με την προηγούμενη, αυτή του ηθοποιού. Τι ακριβώς συμβαίνει και τι σχέση έχουν οι ζωές αυτών - και άλλων - ανθρώπων;
Ταινία μυστηρίου, δίχως καθόλου εφέ όπως είπαμε, διαθέτει μια αρκετά πρωτότυπη σεναριακή ιδέα και αναπτύσεται με παράξενο, μάλλον κάπως μπερδεμένο τρόπο γύρω από αυτήν. Ο θεατής καλείται να κατανοήσει τι κοινό (εκτός από τους πρωταγωνιστές) έχουν τρεις άσχετες μεταξύ τους ιστορίες, γιατί δείχνονται αυτές - και γιατί πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις μοιάζουν να "περνάνε" από τη μία στην άλλη. Ταυτόχρονα η ταινία μιλά για τις υπαρξιακές ανησυχίες των ηρώων - και των ανθρώπων γενικά. Ο August πιθανόν να ακολουθεί (ή να θέλει να ακολουθήσει) ένα ύφος παρόμοιο μ' αυτό του Charlie Kaufman, που βασίζεται στο παράξενο και την πρωτοτυπία. Αν και καμιά φορά η εμμονική αναζήτηση της "πρωτοτυπίας για την πρωτοτυπία" μπορεί να οδηγήσει σε όχι και τόσο "στρωτά"  αποτελέσματα.
Βρήκα λοιπόν αρκετά πρωτότυπη την ταινία αυτή (της οποίας την ύπαρξη αγνοούσα), δίχως όμως να ενθουσιαστώ κιόλας. Ίσως το τέλος (οτιδήποτε σας πω θα απορτελεί spoiler) να είναι κάπως τραβηγμένο, προσπαθεί όμως να προβληματίσει και να μιλήσει φιλοσοφικά για την ανθρώπινη ύπαρξη και το ανθρώπινο μυαλό. Δίχως λοιπόν να τη θεωρώ προσωπικά κάτι παραπάνω από σχετικά ενδιαφέρουσα, θα παρακολουθήσω τις επόμενες προσπάθειες του August (αν υπάρξουν, γιατί το σενάριο είναι αυτό που κυρίως τον απασχολεί).

Τρίτη, Απριλίου 12, 2016

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΟΝ ΕΠΙΚΟ "DOCTOR ZHIVAGO"

Ο βρετανός David Lean (1908-1991) είναι βέβαια, εκτός από σημαντικότατος σκηνοθέτης, και ένας από τους πλέον επικούς. Η αγάπη του στο ύφος αυτό φαίνεται ανάγλυφα στον διάσημο "Doctor Zhivago" του 1965, όπου ο Lean μεταφέρει στην οθόνη το εξ ίσου διάσημο μυθιστόρημα του ρώσου νομπελίστα Μπόρις Πάστερνακ.
Ο ομώνυμος βασικός ήρωας είναι ένας νεαρός ευκατάστατος γιατρός. Αμ και αραβωνιασμένος με την χαριτωμένη Τόνια, την οποία ειλικρινά αγαπά, θα ερωτευτεί ωστόσο την πανέμορφη Λάρα, η οποία είναι επίσης αραβωνιασμένη, αλλά και ερωμένη του γλοιώδους Κομαρόφσκι, ενός ανθρώπου που μπορεί να επιβιώνει σε κάθε εποχή, ανεξάρτητα από το ποιος κυβερνά τη Ρωσία. Και τότε θα ξεσπάσει ο πόλεμος. Ο άγριος Α' παγκόσμιος αρχικά και ο ρωσικός εμφύλιος στη συνέχεια. Οι κακουχίες δεν θα τελειώσουν με την τελική επικράτηση των Μπολσεβίκων και ο Ζιβάγκο θα ζήσει μια ζωή με μακρές απουσίες και σμιξίματα τόσο με την οικογένειά του όσο και με τον μεγάλο του έρωτα, τη Λάρα.
Φυσικά πρόκειται για "τοιχογραφία" μιας εποχής και μιας ολόκληρης αχανούς χώρας και της δύσκολης μοίρας της. Οι τραγωδίες κυριαρχούν με σύντομα μόνο διαλείμματα ευτυχίας. Το κεντρικό μοτίβο βεβαίως παραμένει το ότι η ανθρώπινη ζωή, τα όνειρα και ο αγώνας για ευτυχία συντρίβονται, γίνονται έρμαια της αδυσώπητης Ιστορίας, το ατομικό καταρρέρει κάτω από το βάρος της συλλογικής μοίρας, του έθνους, της εποχής - και, ειδικότερα, του φριχτού πολέμου. Τα όποια σχέδια, τα όποια όνειρα, το κυνήγι της ευτυχίας, μοιάζουν αστεία, μοιάζουν να γίνονται άνευ λόγου καθώς η Ιστορία και τα συλλογικά γεγονότα έρχονται κυριολεκτικά να τα σαρώσουν. Ο άνθρωπος λοιπόν, το άτομο, ως έρμαιο της Ιστορίας. Ο ακέραιος χαρακτήρας του βασικού πρωταγωνιστεί, η αυταπάρνησή του, διόλου δεν αρκούν. Οι όποιες ατομικές αρετές δεν μπορούν να αντισταθούν στη λαίλαπα.
Από την άλλη, ανάμεσα σε επικές εικόνες και σκηνές, ο ρομαντισμός κυριαρχεί. Ο έρωτας ως βάσανο, ο διχασμένος κεντρικός χαρακτήρας ανάμεσα στο πρέπει και στο θέλω, τα τραγικά διλήμματα. 'Ολα αυτά, και ταυτόχρονα η  ερμηνεία από πλειάδα μεγάλων ηθοποιών (Ομάρ Σαρίφ, Τζούλι Κρίστι, Ροντ Στάιγκερ, Τζέραλντιν Τσάπλιν, Άλεκ Γκίνες...) εξασφαλίζουν τη διαχρονικότητα του φιλμ και τον χαρακτηρισμό του ως κλασικό. Τώρα προσωπικά δεν αποτελεί μια από τις αγαπημένες μου κλασικές ταινίες, λόγω όλου αυτού του μεγαλεπήβολου, του βαριά δραματικού στοιχείου... Ίσως να το βρίσκω ελαφρά ξεπερασμένο. Όμως όχι, μη δίνετε και πολλή σημασία. Αυτό είναι καθαρά προσωπικό γούστο. Το φιλμ παραμένει κλασικό και περιέχει τόσο μερικές πολύ δυνατές εικόνες όσο και ορισμένες δραματικές κορυφώσεις. Άσχετα αν τέτοια έπη - τοιχογραφίες δεν είναι πλέον πολύ της μόδας σήμερα.
ΥΓ: Η ταινία είχε κατηγορηθεί από αριστερούς παλιότερα λόγω της μάλλον αρνητικής θέσης της απέναντι στο νέο (στην εποχή που διαδραματίζεται) κομμουνιστικό καθετώς. Δικαιολογεί μεν την επικράτησή του και δέχεται την κάτι παραπάνω από άδικη πρότερη κατάσταση, αλλά η νέα τάξη πραγμάτων κάθε άλλο παρά με ρόδινα χρώματα περιγράφεται... Άλλωστε και ο Πάστερνακ ήταν αντικαθεστωτικός.

Παρασκευή, Απριλίου 08, 2016

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΜΜΟΝΕΣ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ ΣΤΟ "SUNTAN"

Ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος νομίζω ότι είναι από τους αξιόλογους σύγχρονους έλληνες σκηνοθέτες. Το επιβεβαιώνει με τον "Suntan" του 2016, την τρίτη του ταινία, ένα πολύ καλό και δυνατό ψυχολογικό πορτρέτο ενός μοναχικού ανθρώπου.
Ο Κωστής φτάνει χειμώνα στην Αντίπαρο ως αγροτικός γιατρός. 40άρης, μοναχικός, μαζεμένος, δειλός και κλειστός χαρακτήρας, προσαρμόζεται με την "φτωχή" χειμερινή καθημερινότητα του νησιού. Όταν όμως φτάνει το έξαλλο καλοκαίρι και τα πλήθη των τουριστών, αρχίζει να κάνει παρέα με μια "ελληνοξένη" παρέα (που διασκεδάζει μέχρι τελικής πτώσης και ερωτοτροπεί ξέφρενα και ποικίλως τον μήνα των διακοπών της) και ερωτεύεται μια ελληνίδα με τα μισά του χρόνια. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις ο γιατρός "επενδύει" συναισθηματικά πάνω της, ενώ εκείνη απλώς παίζει στις διακοπές της. Σιγά - σιγά η κοπέλα θα μετατραπεί σε εμμονή και ο ήρωας θα αρχίσει να βαδίζει προς την κατάρρευση.
Με έναν εξαιρετικό Μάκη Παπαδημητρίου στον βασικό ρόλο, η ταινία φτιάχνει με πολύ αδρό τρόπο το σπαρακτικό πορτρέτο ενός μοναχικού, καταπιεσμένου και εσωστρεφούς ατόμου και δίνει μια σπαρακτική εικόνα της ανθρώπινης μοναξιάς. Ένα τέτοιο άτομο, όταν πιστέψει ότι η ζωή του αλλάζει προς το καλύτερο και, επιτέλους, αρχίζει να ζει, όταν, κυρίως, ερωτευτεί, τα δίνει όλα, ονειροπολεί, γεμίζει με ελπίδες τη στερημένη του ζωή. Κι είναι τόση η ανάγκη του να αγαπήσει, που αδυνατεί να διαχειριστεί την απόρριψη, να ξαναγυρίσει στη γκρίζα, αβάσταχτη μοναξιά του. Από εκεί και πέρα η τρέλα δεν βρίσκεται μακριά...
Όλα αυτά τα θέματα, τις ψυχικές μεταστροφές του ήρωα, την πορεία προς την κατάρρευση, τους κρυμμένους και καμουφλαρισμένους πόθους, την αδυναμία επικοινωνίας με άλλους ανθρώπους, το άφημα στη "θανατηφόρα" ρουτίνα, νομίζω ότι ο Παπαδημητρόπουλος τα χειρίζεται πολύ καλά. Αλλά και δίνει ανάγλυφα την ατμόσφαιρα του ηδονικού, πλην όμως αβάσταχτα επιπόλαιου και - αλίμονο - εφήμερου, ελληνικού καλοκαιρινού ξεφαντώματος. Γενικά λοιπόν το φιλμ αυτό, που ξεκινά σαν κομεντί και καταλήγει δραματικά, μου άρεσε αρκετά (ίσως αν έλειπαν κάποια λεπτά να γινόταν ακόμα πιο σφιχτό, αλλά ας μη γκρινιάζω) και το θεωρώ από τις καλές στιγμές του σύγχρονου ελληνικού σινεμά.

Τετάρτη, Απριλίου 06, 2016

Ο ΜΕΧΡΙΣ ΕΣΧΑΤΩΝ ΗΡΩΙΣΜΟΣ ΤΟΥ "BRAVEHEART"

Ως γνωστόν ο Mel Gibson γυρίζει κατά καιρούς ταινίες ως σκηνοθέτης. Η γνωστότερη απ' αυτές παραμένει η δεύτερή του, το "Braveheart" του 1995. Μια απόλυτα επική και ηρωική ταινία, απ' αυτές που δεν συνηθιζει να γυρίζει πια το Χόλιγουντ.
Στη μεσαιωνική Βρετανία ο σκληρός και ύπουλος άγγλος βασιλιάς Εδουάρδος ο 1ος θέλει για τον εαυτό του και το στέμμα της Σκωτίας, η οποία βασανίζεται από τους καταπιεστικούς άγγλους στρατιώτες. Όταν η (κρυφή) σύζυγος του σκωτσέζου αγρότη Ουίλιαμ Ουάλας εκτελείται απ' αυτούς, εκείνος ξεκινά επανάσταση ενάντια στον βασιλιά και στην αγγλική κατοχή της χώρας του. Εκτός από τους άγγλους όμως έχει να αντιμετωπίσει και τους σκωτσέζους ευγενείς, οι οποίοι δεν θέλουν να χάσουν τα προνόμιά τους από μια πιθανή "τιμωρία" της Σκωτίας.
Κατ' αρχήν η ταινία είναι θεαματική, μεγαλεπήβολη και, όπως είπαμε, επική. Επανάσταση, ηρωισμός που περισσεύει, άγριες και αιματηρότατες μάχες, στρατηγικές τακτικές, ίντριγγες, επιβλητικά σκοτσέζικα τοπία (τα περίφημα Highlands), βάρβαρες εκτελέσεις και φόνοι, συνθέτουν ένα "μεγάλων διαστασεων" ιστορικό φιλμ, που γνώρισε επιτυχία στην εποχή του. Εκτός από καλογυρισμένο, θεωρώ στα συν και την κατάδειξη της στάσης των ευγενών, οι οποίοι δεν καταλαβαίνουν και πολλά από ελευθερία και πατρίδα προκειμένου να κρατήσουν τα κεκτημένα, την περιγραφή της άθλιας από πλευράς υλικών συνθηκών ζωής των χωρικών, αλλά και την αποφυγή εύκολου happy end. Αυτά λοιπόν ειναι τα θετικά, καθώς θα παρακολουθήσετε μια χορταστική τρίωρη ταινία και θα ταυτιστείτε, πιθανόν, με τους ηρωικούς σκωτσέζους που παλεύουν για την ελευθερία τους. Διότι πολύ σύντομα το προσωπικό μίσος του Ουάλας και ο πόθος του για εκδίκηση μετατρέπονται σε πολύ ευγενέστερα συναισθήματα και σε διακαή πόθο για την ελευθερία της χώρας του και το τέλος της βάρβαρης καταπίεσης.
Από εκεί και πέρα... αν το εξετάσουμε λίγο προσεχτικότερα, ε... μιλάμε για πάρα πολύ ηρωισμό, σχεδόν μη ανθρώπινο. Η ταινία κάνει απόλυτο διαχωρισμό ανάμεσα σε καλούς και κακούς, μαύρο - άσπρο θα λέγαμε, οι ήρωες (κυριολεκτικά) αψηφούν τον θάνατο, τα βασανιστήρια και τις κάθε λογής κακουχίες, όλοι παλεύουν για την ελευθερία και μόνο (δεν νομίζω ότι η έννοια της ελευθερίας θα μπορούσε να εμπνεύσει τόσο θάρρος και αυταπάρνηση αυτή την εποχή των φεουδαρχών και της πλειοψηφίας των σχεδόν-δούλων χωρικών. Η ελευθερία και η θυσία γι' αυτήν είναι μια μάλλον μεταγενέστερη έννοια).
Τέλος πάντων, αν δεν βαριέστε τον υπερβολικό ηρωισμό και τις απόλυτες και σαφείς αντιθέσεις, το φιλμ είναι σίγουρα χορταστικό. Για τους φαν των ιστορικών επών κυρίως.

Δευτέρα, Απριλίου 04, 2016

ΤΟ ΧΑΟΣ ΤΩΝ 60'ς, Η ΠΡΟΣΕΛΗΝΩΣΗ ΚΑΙ ΤΟ "MOONWALKERS"

Το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 60 υπήρξε μια εποχή ονείρων, ουσιών, σεξουαλικών πειραματισμών, πολιτικής αφύπνισης, αντικαταναλωτισμού και κάθε λογής αντικομφορμισμού, βεβαίότητας ότι κατακτούμε το διάστημα, μια εποχή που πολλοί πίστεψαν ότι επιτέλους ο κόσμος αλλάζει - και δυστυχώς διαψεύστηκαν οικτρά. Και μια εποχή που κάποιοι, όπως πάντα, προσπάθησαν να τα εκμεταλλευτούν όλα αυτά. Η κωμωδία "Moonwalkers" του 2015 του πρωτοεμφανιζόμενου Antoine Bardou-Jacquet μιλά για όλα αυτά - και για μερικά άλλα - με σπαρταριστό τρόπο.
Υπάρχει μια θεωρία συνωμοσίας - από τις πάμπολλες τέτοιες - που ισχυρίζεται ότι ο άνθρωπος δεν πήγε ποτέ στο φεγγάρι κι ότι όσα ξέρουμε δεν είναι παρά μια σκηνοθεσία των αμερικάνων για να επιβεβαιώσουν σε μια εποχή ψυχρού πολέμου ότι είναι οι ισχυρότεροι. Αυτή τη θεωρία εκμεταλλεύεται η ταινία. Όπου η NASA εκτοξεύει μεν το "Απόλλων 11, οι χοντροκέφαλοι, πολεμοκάπηλοι και φασίστες στρατηγοί όμως είναι πεπεισμένοι ότι η αποστολή θα αποτύχει και οι ΗΠΑ θα γίνουν διεθνώς ρεζίλι ("σιγά μην πάνε αυτοί στο φεγγάρι!"), οπότε, καλού - κακού, αποφασίζουν να γυρίσουν σκηνές ψευδοπροσελήνωσης για να τις μεταδώσουν στην υφήλιο την ώρα της σίγουρης κατ' αυτούς αποτυχίας. Ποιος όμως θα γύριζε με απόλυτη πειστικότητα τέτοιες σκηνές; Ο Κιούμπρικ, ένας εγγλέζος, λέει κάποιος στους ανίδεους στρατηγούς, που τώρα τελευταία έχει γυρίσει μια απίθανη ταινία με διάστημα και διατημόπλοια... Έτσι στέλνεται ένας σκληροπυρηνικός βετεράνος του Βιετνάμ πράκτορας της CIA με μια βαλίτσα δολάρια στο μαστουρωμένο Λονδίνο, να βρει τον Κιούμπρικ και να τον πείσει να γυρίσει το υποτιθέμενο ντοκουμέντο. Κατά λάθος όμως θα πέσει σε έναν αποτυχημένο μάνατζερ ροκ συγκροτήματος, ο οποίος, βλέποντας τα λεφτά, θα παρουσιάσει τον μονίμως μαστουρωμένο και "χαμένο στο διάστημα" συγκάτοικό του ως... Κιούμπρικ στον άσχετο πράκτορα... κι από εκει και πέρα θα γίνει - επιεικώς - το σώσε.
Δεν θα σας πω πολλά. Θα σας πω μόνο ότι για μένα το φιλμ αποτελεί μια από τις καλύτερες και πιο έξυπνες κωμωδίες που έχω δει τελευταία, με γοργό ρυθμό, ξεκαρδιστικές σκηνές και ευφάνταστη πλοκή. Και καταφέρνει, δίχως σε καμιά περίπωση να τα κάνει αχταρμά, να εμπλέξει έξυπνα το κλίμα της φευγάτης αυτής εποχής με τους χίπις , τα κοινόβια, τις μουσικές, το Βιετνάμ, τους πειραματισμούς στα πάντα, τους ηλίθιους στρατοκράτες - γεράκια του Πενταγώνου, με τις θεωρίες συνωμοσίας και με μια απίθανη ίντριγκα. Και βέβαια να κάνει έμμεσα κριτική σε πολλά πράγματα και συγχρόνως να βγάλει όσο γέλιο χρειάζεται, δίχως μάλιστα χοντράδες. Και έσα σ' όλα αυτά να τρέχει και μια σαν αστυνομική ιστορία με επίκεντρο μια πολύτιμη βαλίτσα γεμάτη λεφτά. Και βέβαια ο επιβλητικός Ρον Πέρλμαν να κλέβει την παράσταση ως βίαιος και βαρεμένος πράκτορας της CIA...
Διασκέδασα πολύ και γούσταρα την αναπαράσταση του απόλυτου χασίματος και του κλίματος της εποχής - μιας εποχής που, παρά το πλήθος των αφελειών που την χαρακτήρισαν, θα ήθελα να ζήσω και που λυπάμαι που έχασα... Πέραν αυτού όμως νομίζω ότι όλοι θα το διασκεδάσουν. Κυρίως αν είναι φαν της επιστημονικής φαντασίας (η ταινία δεν είναι, αλλά εφάπτεται του είδους) και αν ξέρουν κάποια πράγματα για τα 60ς. Όσο για μένα, θα παρακολουθήσω τα μελλοντικά βήματα του άγνωστου σκηνοθέτη.

Κυριακή, Απριλίου 03, 2016

Η ΚΥΡΙΑ, ΤΟ ΦΟΡΤΗΓΑΚΙ ΚΑΙ ΕΝΑ ΡΕΣΙΤΑΛ ΗΘΟΠΟΙΙΑΣ

"Η Κυρία και το Φορτηγάκι" (Lady In the Van) βασίζεται σε αληθινή ιστορία, που ενέπνευσε τον θεατρικό συγγραφέα Άλαν Μπένετ για να γράψει το ομώνυμο έργο το 1999, το οποίο αποτέλεσε μεγάλη θετρική επιτυχία με την Μάγγι Σμιθ στο βασικό ρόλο. Το 2015 η ιστορία αυτή μεταφέρεται και στην οθόνη απο τον Nicholas Hytner, πάλι με την ίδια σαν πρωταγωνίστρια, η οποία αισίως έχει φτάσει τα 81 της χρόνια!
Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του 60. Μια παράξενη άστεγη ηλικιωμένη ζει στο σαραβαλιασμένο φορτηγάκι της, το οποίο μετακινεί πού και πού. Κάποια στιγμή το παρκάρει έξω από το σπίτι που μόλις έχει αγοράσει ένας θεατρικός συγγραφέας στο Κάμντεν του Λονδίνου. Μετά από κάμποσες μέρες, κατά τις οποίες αρνείται να μετακινηθεί, οι θορυβημένοι γείτονες προσπαθούν να τη διώξουν. Τότε ο συγγραφέας δέχεται να την "φιλοξενήσει" στον ιδιωτιό χώρο του πάρκινγκ του, πιστεύοντας ότι θα φύγει σε λίγο καιρό. Η αλήθεια όμως είναι ότι η γηραιά, εκκεντρική και συχνά πολύ ενοχλητική κυρία εγκαθίσταται εκεί για 15 ολόκληρα χρόνια, αναπτύσσοντας μια παράδοξη σχέση αγάπης - μίσους με τον μοναχικό συγγραφέα.
Φυσικά, θα το πούμε από τη  αρχή, η ταινία στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην εξαιρετική ερμηνεία της γηραιάς Μάγγι Σμιθ, που τα δίνει ολα στα 81 της χρόνια! (και του Άλεξ Τζένινγκς βεβαιως, που υποδύεται τον συγγραφέα, για να μην τον αδικούμε) Από εκεί και πέρα όμως φοβάμαι ότι μάλλον λίγα πράγματα έχει να προσφέρει. Βρήκα την ιστορία κάπως "επίπεδη", δίχως κορυφώσεις, αν και κρύβει πίσω της ένα μυστικό για τη ζωή της κυρίας, εντάξει, όχι και τόσο συγκλονιστικό κατά τη γνώμη μου. Υπάρχουν στιγμές με χιούμορ και άλλες που βγάζουν συγκίνηση, ο κοινωνικός κομφορμισμός καυτηριάζεται στα πρόσωπα των γειτόνων κυρίως, και υπάρχουν και κάποια ευρήματα, χαρακτηριστικότερο των οποίων είναι νομίζω η συχνή εμφάνιση ενός alter ego του συγγραφέα, με το οποίο συνομιλεί, συμφωνεί και διαφωνεί και το οποίο αποτελεί την καταπιεσμένη και αόρατη "ενεργητική" και δραστήρια πλευρά ενός κατά βάσιν παθητικού χαρακτήρα (με αποτέλεσμα στην οθόνη να συνυπάρχουν συχνά δύο Jennings). Υπάρχει και το επίσης σουρεαλιστικό τέλος, αλλά αυτό δεν μου φάνηκε να λειτουργεί και τόσο.
Καλά όλα αυτά, αξιοπρεπής προσπάθεια, αλλά δεν νομίζω ότι έστω και ένα ρεσιτάλ ηθοποιίας μπορεί να στηρίξει ένα μάλλον άχρωμο φιλμ. Το οποίο βεβαίως αφηγείται μια σαφώς ασυνήθιστη ιστορία και προσπαθεί να ξεφύγει από την στεγνή ρεαλιστική αφήγηση, αλλά, παρ΄όλα αυτά, δεν κατάφερε να μου κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον.

Παρασκευή, Απριλίου 01, 2016

Ο "DEADPOOL" ΚΑΙ Η ΣΟΥΠΕΡ ΗΡΩΙΚΗ ΠΑΡΩΔΙΑ

Να λοιπόν που η Marvel οδηγεί την υπερηρωική περιπέτεια σχεδόν στα άκρα της. Όχι με περισσότερα εφέ ή ακόμα πιο καταιγιστική δράση και βία, αλλά σατιρίζοντας και παρωδώντας την όσο δεν παίρνει άλλο. Τα εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως δείχνουν ότι πέτυχε απόλυτα τον στόχο της, έστω γελοιοποιώντας (επίτηδες φυσικά) το ίδιο το είδος που την τρέφει. Μιλώ φυσικά για το "Deadpool" του 2016 του πρωτοεμφανιζόμενου σε φιλμ μεγάλου μήκους Tim Miller, το οποίο βασίζεται σε έναν εξ ίσου παρωδιακό κόμικς σούπερ ήρωα.
Ένας πρώην στρατιώτης των Ειδικών Δυνάμεων γίνεται αντικείμενο ενός απάνθρωπου πειράματος, βασανίζεται και παραμορφώνεται, πλην όμως αποκτά υπερδυνάμεις, η σημαντικότερη των οποίων είναι η δυνατότητα να αυτοθεραπεύεται από οποιοδήποτε τραύμα. Όταν δραπετεύει υιοθετεί την περσόνα του μασκοφόρου Deadpool και ως μοναδικό του στόχο πλέον έχει να βρει και να εκδικηθεί τον βασανιστή του.
Οι διαφορές από τους συνηθισμένους (και άπειρους) σούπερ ήρωες είναι πολλές. Βασική είναι το ότι αυτός εδώ δεν αγωνίζεται για κανένα "καλό" ή εναντίον των "κακών", αλλά ο στόχος του είναι αποκλειστικά προσωπικός: Η εκδίκηση. Τίποτα άλλο δεν τον  νοιάζει. Αρνείται μάλιστα πεισματικά να ενταχθεί σε ομάδα μεταλλαγμένων στιλ X-Men που αγωνίζεται εναντίον του εγκλήματος και ενδιαφέρεται μόνο για την πάρτη του. Από εκεί και πέρα είναι αθεράπευτα ατακαδόρος (δεν βάζει γλώσσα μέσα για την ακρίβεια), απίστευτα χαβαλετζής κάνοντας πλάκα με τους πάντες και τα πάντα συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού του (ακόμα και στις πιο ακατάλληλες σκηνές), αθυρόστομος και δεν "παίζει" με κανέναν τίμιο κανόνα, αντίθετα κάνει κάθε τι ύπουλα και παραβατικά. Ταυτόχρονα οι σινεφίλ ατάκες και αναφορές είναι πάμπολλες (πέφτουν σαν πολυβόλο για την ακρίβεια) και, εκτός όλων των άλλων, σατιρίζονται και πλήθος ταινιών ή κινηματογραφιών ειδών.
Φυσικά το σενάριο είναι μάλλον προσχηματικό (πολύ εύκολο το να αυτοθεραπεύεσαι, πράγμα που πρακτικά σημαίνει ότι είσαι άτρωτος, οπότε κάνεις τα πάντα). Η δράση (αστεία κι αυτή) άφθονη και το όλο πακέτο απλώς χαβαλετζίδικο. Προσωπικά δεν μου άρεσε και πολύ και μάλλον με κούρασε όλος αυτός ο overdose χαβαλές. Προτιμώ σαφώς το - αντίστοιχων προθέσεων - "Kick Ass". Πάντως μπράβο στην τόλμη της εταιρίας να διαλύσει και να κοροϊδέψει όσο πιο πολύ γίνεται το απόλυτα δικό της υλικό.

eXTReMe Tracker