Κυριακή, Ιανουαρίου 31, 2016

ΕΝΑΣ "ΝΟΤΙΑΣ" ΠΟΥ ΦΥΣΑ ΜΟΝΙΜΩΣ...

Μετά την υπερεπιτυχημένη "Πολίτικη Κουζίνα" και μετά 13 ολόκληρα χρόνια, ο Τάσος Μπουλμέτης επανέρχεται το 2016 με τον "Νοτιά", ένα φιλμ που και πάλι συνδυάζει το αυτοβιογραφικό στοιχείο, τη νοσταλγία για παλιότερες δεκαετίες και τη σχέση - άμεση συνήθως, αν δεν το έχετε συνειδητοποιήσει - πολιτικού και προσωπικού στοιχείου.
Πίσω στη δεκαετία του 60 ο Σταύρος, ένα παιδί μικροαστικής οικογένειας, νοιώθει τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα. Όταν όμως αυτό που ποθεί δεν συμβαίνει, εκείνος αντιδρά με παράξενο τρόπο: Αλλάζοντας γεγονότα και ιστορίες, αφηγούμενος όλα όσα ξέρουμε (εδώ "θύματα" είναι οι εθνικοί μύθοι, απο τον Τρωικό Πόλεμο ως τις Σουλιώτισες) με αντεστραμένο τρόπο, με τρόπο διαφορετικό απ' αυτόν που μας έμαθαν. Μεγαλώνοντας, φοιτητής πλέον στην ανήσυχη και έντονα πολιτικοποιημένη δεκαετία του 70, θα πολιτικοποιηθεί κι αυτός όπως όλοι γύρω του, θα γνωρίσει έρωτες και απογοητεύσεις, θα ονειρευτεί ταξίδια... και θα συνεχίσει να αφηγείται τους δικούς του μύθους (ή να αντιστρέφει τους παλιούς), αυτή τη φορά με την ενασχόλησή του με το σινεμά.
Η ταινία είναι καλογυρισμένη και σε κάποια σημεία έξυπνη. Το πολιτικό και το προσωπικό εμπλέκονται αξεδιάλυτα, η εποχή και οι ευρύτερες καταστάσεις συνήθως σφραγίζουν τις προσωπικές ζωές, ενώ εθνικοί μύθοι σατιρίζονται με αστείο και πικρό ταυτόχρονα τρόπο. Η ιστορία ενηλικίωσης του ήρωα μπλέκεται αξεδιάλυτα με τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα. Η ματιά του σκηνοθέτη είναι βεβαίως εμφανώς νοσταλγική (μην ξεχνάμε το έντονο αυτοβιογραφικό στοιχείο), συγχρόνως όμως και κριτική. Και υπάρχει και ένας ενδιαφέρων προβληματισμός πάνω στη φύση του ψέματος και του μύθου στη ζωή μας, αν δηλαδή οι μύθοι πρέπει να "προσγειωθούν" στην πραγματικότητα ή αν πρέπει να συνεχίσουν να λέγονται κι ας είναι ψεύτικοι ή αν το ψέμα μερικές φορές κάνει καλό... Επίσης η καυστική ματιά πάνω στην ίδια την Ελλάδα, μια χώρα που τρέφεται με μύθους και όπου το ψέμα οργιάζει, είναι παρούσα (από τους εθνικούς μύθους που τόσες φορές αναφέραμε ως την "αλλαγή" του ΠΑΣΟΚ ή τα ουτοπικά πιστεύω του φοιτητικού κινήματος της εποχής), καθώς και ο προβληματισμός για το ίδιο το σινεμά και τη φύση του. Ενδιαφέρον το ότι όλα αυτά δίνονται, οπως είπαμε, και σε προσωπικό και σε συλλογικό επίπεδο.
Απλώς βρήκα την τανία κάπως "επίπεδη", δίχως  σεναριακές κορυφώσεις, δίχως σασπένς. Διαρκής αντιπαράθεση γεγονότων, πέρασμα από εποχή σε εποχή και πλείστες αφορμές να βγει στην επιφάνεια η νοσταλγία για παλιές εποχές - και της νεότητας του δημιουργού και μιας ολόκληρης γενιάς ελλήνων. Συνολικά λοιπόν θα τη χαρακτήριζα συμπαθητική, δίχως όμως να με "συγκλονίσει" ή να με συγκινήσει βαθιά.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 28, 2016

"PALE RIDER" ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΟΥ ΣΠΑΓΓΕΤΙ

To 1985 o Clint Eastwood, εκτός φυσικά από διάσημος ηθοποιός, ήταν ήδη από χρόνια και σκηνοθέτης. Κατά τη γνώμη μου οι καλύτερες σκηνοθετικές δουλειές του θα έρχονταν αργότερα. Τότε όμως, το '85 εννοώ, επιχειρεί να κάνει ένα καθαρόαιμο γουέστερν (πολύ πριν τους "Ασυγχώρητους"), στα χνάρια των σπαγγέτι γουέστερν του Λεόνε που, πίσω στη δεκαετία του 60, τον είχαν αναδείξει σαν σταρ. Γυρίζει λοιπόν το "Pale Rider", με πρωταγωνιστή βέβαια τον ίδιο.
Ένας καταυλισμός αποτελούμενος από χρυσοθήρες με τις οικογένειές τους τρομοκρατείται και κινδυνεύει από τις διαρκείς παρενοχλήσεις και επιθεσεις των ανθρώπων του αδίστακτου "φεουδάρχη" της περιοχής και ιδιοκτήτη μεγάλου ορυχείου χρυσού, ο οποίος θέλει να τους διώξει και να πάρει τη γη τους. Τότε εμφανίζεται ένας μυστηριώδης καβαλάρης πάστορας, ο οποίος αναλαμβάνει την προστασία των φτωχών αποίκων και μόνος του σχεδόν θα τα βάλει με όλόκληρη τη συμμορία του "άρχοντα". Παράλληλα παρακολουθούμε τη συναισθηματική του εμπλοκή με τις δύο γυναίκες (την σαραντάρα αραβωνιαστικιά και την κόρη της από άλλο γάμο) που μένουν στο σπίτι του αρχηγού των αποίκων, ο οποίος με προθυμία και ευγνωμοσύνη φιλοξενεί τον άγνωστο ξένο.
Η ταινία διαθέτει βεβαίως τη στιβαρή σκηνοθεσία του Eastwood και διατηρεί το μυστήριο και την μάλλον σκοτεινή ατμόσφαιρα που έχουν συχνά οι γουέστερν ρόλοι του. Όπως και στα σπαγγέτι, δεν γνωρίζουμε τίποτα για τον ξένο που εμφανίζεται απροσδόκητα. Ούτε το παρελθόν του ούτε τα κίνητρά του (κάτι βέβαια υποψιαζόμαστε γι' αυτά) ούτε καν το όνομά του, το οποίο δεν αναφέρεται ποτέ. Ξέρουμε μόνο ότι έχει κάποια προηγούμενα με τον δολοφόνο σερίφη και τη συμμορία του, που θα προσλάβει ο ιδιοκτήτης του ορυχείου για να "καθαρίσει". Όπως και στα σπαγγέτι, το στυλιζάριμα, η οικονομία στο λόγο, η λιτότητα στα σκηνικά και τα τοπία, κυριαρχούν. Η δράση έρχεται μετρημένη στα κατάλληλα σημεία και το τέλος είναι μάλλον προβλέψιμο. Γενικά ο Eastwood μοιάζει να κάνει διαρκείς συνειδητές αναφορές στα αρχετυπικά στοιχεία του σπαγγέτι και στις δικές του προσωπικές κινηματογραφικές ρίζες (σαν ηθοποιού, όπως είπαμε).
Τελικά νομίζω ότι αυτά ακριβώς τα στοιχεία είναι εκείνα που δεν με ικανοποίησαν και τόσο. Θέλω να πω ότι όλα, μα όλα, είναι σα να τα έχουμε ξαναδεί κάπου (εκτός από τη σχέση με τις δύο γυναίκες, που κι αυτή όμως έχει την αναμενόμενη για το είδος κατάληξη). Είναι λοιπόν καλογυρισμένη, υποβλητική σε κάποια σημεία, όμως απόλυτα προβλέψιμη σεναριακά - αν τουλάχιστον έχει δει κανείς κάποια βασικά σπαγγέτι. Δεν τη θεωρώ κακή ταινία, δεν τη συγκρίνω όμως (προσωπική γνώμη) με μεταγενέστερα εξαιρετικά φιλμ του δημιουργού, όπως, ας πούμε, το "Mystic River" ή το Gran Torino".

Τετάρτη, Ιανουαρίου 27, 2016

"ΠΩΣ ΝΑ ΧΑΣΕΤΕ ΦΙΛΟΥΣ..." ΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ "ΚΟΛΑΣΗ" ΤΩΝ MEDIA ΚΑΙ ΤΩΝ CELEBRITIES

Συμπαθώ τον Simon Pegg, ως κωμικό προφανώς, αλλά και ως σεναριογράφο κάποιων ταινιών του. Νομίζω οτι αυτός και η παρέα του είναι από τα πλέον αστεία πράγματα που μπορεί να δει κανείς σε μια εποχή όπου το είδος της κωμωδίας δεν βρίσκεται και στα καλύτερά του. Στο "How to Lose Friends & Alienate People" βέβαια είναι απλός πρωταγωνιστής, πρόκειται όμως και πάλι για πολύ διασκεδαστικό κατά τη γνώμη μου φιλμ. Η ταινία γυρίστηκε το 2008 από τον Robert B. Weide, ντοκιμαντερίστα και τηλεοπτικό σκηνοθέτη κυρίως (αυτή είναι η πρώτη του fiction ταινία).
Η ιστορία αποτελέί μια ανελέητη σάτιρα των media, του Χολιγουντ και του κόσμου των celebrities. Ο ήρωας είναι δημοσιογράφος και ιδιοκτήτης μικρού και με οικονομικά προβλήματα περιοδικού που ξεμπροστιάζει όλο το star system και τις κάθε λογής ηλιθιότητές του. Ο ίδιος ωστόσο είναι διχασμένος ανάμεσα στην αγάπη και τον θαυμασμό για όλο αυτό το πολύχρωμο πανηγύρι και την απέχθειά του για το "σύστημα". Με λίγα λόγια, ναι μεν τα χτυπάμε όλα αυτά, από την άλλη όμως κάνουμε τα πάντα για να βρούμε μια θέση στην γκλαμουριά και τη διασημότητα, να "χωθούμε" στο σύστημα και να απολαύσουμε όσα προσφέρει, δηλαδή κυριλέ πάρτι, γκόμενες, κόκα ή ό,τι άλλο. Όταν λοιπόν ξαφνικά - ενώ συστηματικά τον πετάνε έξω από τα in πάρτι - ένας μεγαλοεκδότης και πρώην ίνδαλμα τού ήρωα του προσφέρει θέση εργασίας στο σούπερ πετυχημένο, αλλά συντηρητικό περιοδικό του, το οποίο φυσικά ασχολείται με τον χώρο, εκείνος θα ξεχάσει κάθε αμφισβήτηση, θα βάλει την ουρά στα σκέλια και θα σπεύσει να δεχτεί τη θέση. Οι πρώτες του απόπειρες να γράψει κάτι για το μεγάλο περιοδικό είναι καταστροφικές. Ώσπου, κάποια στιγμή θα τα καταφέρει, από εκεί και πέρα όμως οι εξελίξεις θα είναι μη αναμενόμενες.
Κατ' αρχήν βρήκα το φιλμ σε αρκετά σημεία ξεκαρδιστικό, οπότε το διασκέδασα δεόντως. Ο ήρωας είναι ένας συνδυασμός απεχθούς, αηδούς θα έλεγα (και επαγγελματικά αδιστακτου) τύπου και κατά-βάθος-καλού (και intellectual μάλιστα) χαρακτήρα, οπότε δεν έχουμε να κάνουμε ακριβώς με μια θετική προσωπικότητα. Αυτό που μου άρεσε περισσότερο όμως είναι η ανελέητη σάτιρα που κάνει η ταινία στον επιφανειακά αστραφτερό και γκλάμορους, κατα βάθος όμως απίστευτα κενού, ηλίθιου και βρώμικου κόσμου του Χόλιγουντ, των media και των celebrities (και των αντίστοιχων κουτσομπολίστικων εντύπων και άλλων "συνοδευτικών" καταστάσεων), καθώς και η κριτική της υποτιθέμενης επαναστατικότητας, που είναι έτοιμη να ξεπουληθεί μόλις πιάσουμε την καλή. Το καστ, εκτός του πρωταγωνιστή, περιλαμβάνει έναν απολαυστικό πρώην "επαναστάτη" Τζεφ Μπρίτζες στο ρόλο του μεγαλοεκδότη που διασκεδάζει με τις γκάφες του ήρωα, αλλά και την Κίρστεν Ντανστ, την Μέγκαν Φοξ και την Γκίλιαν Άντερσον. Οπότε, τελικά, ακόμα κι αν δεν ενδιαφέρεστε για τη σατιρική πλευρά, μπορείτε απλώς να ευχαριστηθείτε μια διασκεδαστική - και λίγο "βρώμικη" - κωμωδία. Κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 25, 2016

ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ, ΠΡΟΒΑΤΑ ΚΑΙ "ΔΕΣΜΟΙ ΑΙΜΑΤΟΣ"

Αν μη τι άλλο οι "Δεσμοί Αίματος" (Hrutar) μας μεταφέρουν σε μια μακρινή, παντελώς απομονωμένη και απίστευτη για τα σημερινά δεδομένα κουλτούρα και τρόπο ζωής εν γένει: Αυτόν που ακόμα επιβιώνει (;) στις απόλυτες ερημιές της ούτως ή άλλως απομονωμένης Ισλανδίας. Το φιλμ γυρίστηκε το 2015 από τον αρκετά νέο Grimur Hakonarson και είναι η δεύτερή του ταινία μυθοπλασίας.
Σε δύο γειτονικές, κυριολεκτικά απομονωμένες φάρμες στο παγωμένο, απόλυτο πουθενά της Ισλανδίας ζουν ολομόναχοι δύο ηλικιωμένοι αδελφοί, εκτρέφοντας αμφότεροι κοπάδια προβάτων. Ενώ θα περίμενε κανείς να έχει τουλάχιστον ο ένας τον άλλον σαν συντροφιά, αυτοί είναι τσακωμένοι και έχουν 40 χρόνια να μιλήσουν. Κατά καιρούς πηγαίνουν στην κοντινότερη μικρή πόλη κι αυτή είναι η μοναδική επαφή τους με άλλους ανθρώπους.Τα πράγματα θα αλλάξουν δραματικά όταν θα ανιχνευτεί μια επικίνδυνη ασθένεια στα κοπάδια και οι κτηνίατροι θα διατάξουν την θανάτωση των προβάτων για προληπτικούς λόγους. Από εκεί και πέρα η ιστορία θα "πάρει στροφές" και η σχέση των δυο - διαφορετικών χαρακτήρων - αδελφών θα αλλάξει.
Η ταινία ισορροπεί πετυχημένα κατά τη γνώμη μου ανάμεσα στο δράμα, την ντοκιμαντερίστικου στιλ καταγραφή ενός ξεχασμένου τρόπου ζωής και την κωμωδία, καθώς υπάρχουν αρκετές χιουμοριστικές πινελιές. Αυτό που εντυπωσιάζει αρχικά είναι το υποβλητικό, λευκό, παγωμένο τοπίο που περιβάλλει τις απομονωμένες φάρμες και, συνέπεια αυτού, η απόλυτη κυριαρχία της φύσης πάνω στον άνθρωπο, η οποία φαίνεται να έχει τον πρώτο λόγο. Μια φύση δηλαδή την οποία ο άνθρωπος. ακόμα και στην ευρωπαϊκή, πολιτισμένη και πλούσια Ισλανδία, αδυνατεί να δαμάσει. Και μόνο η κατάδειξη της συγκεκριμένης κατάστασης και η καταγραφή ενός ξεχασμένου τρόπου ζωής, που μάλλον οι περισσότεροι πιστεύαμε ότι δεν υπάρχει πλέον, αξίζουν νομίζω την προσοχή μας. Από εκεί και πέρα οι οικογενειακές - συγγενικές σχέσεις, που περνάνε από το ψυχρό στο θερμό, και τα συναισθήματα των ηρώων, κάνουν τελικά το "Rams", όπως είναι ο αγγλόφωνος τίτλος, μια απόλυτα συγκινητική και θερμή, μέσα στο παγωμένο περιβάλλον, ταινία. Και, βέβαια, υπάρχει και το στοιχείο της δραματικής επίπτωσης της βίαιης αλλαγής που αφορά τη μοναδική πηγή εισοδήματος - των προβάτων -  στις ζωές των ανθρώπων και η αμείλικτη κοινωνική πίεση. Πολύ περισσότερο όταν με το "εργαλείο δουλειάς", το κοπάδι, οι βοσκοί δεν εμπλέκονται μόνο επαγγελματικά, αλλά και συναισθηματικά, καθώς αυτό αποτελεί τη μοναδική τους έγνοια και συντροφιά, το λόγο ύπαρξής τους τελικά μέσα στη μοναξιά στην οποία ζουν.
Παρά τους αργούς ρυθμούς και τη "μονοτονία" της εικόνας, βρήκα την ταινία πολύ ενδιαφέρουσα. Δείτε την μόνο αν ενδιαφέρεστε για κάτι αρκετά διαφορετικό, οπτικά και σεναριακά, από τα συνηθισμένα. Κατά τη γνώμη μου πάντως δίκαια διακρίθηκε σε διάφορα φεστιβάλ.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 22, 2016

ΧΙΤΣΚΟΚΙΚΟ "FINAL ANALYSIS"

Το 1992 ο καναδός (πιθανόν ελληνικής καταγωγής αν κρίνουμε από το όνομά του) Phil Joanou γυρίζει το "Final Analysis" με τους σούπερ σταρ της εποχής Κιμ Μπάσινγκερ, Ρίτσαρντ Γκιρ και Ούμα Θέρμαν. Πρόκειται για ψυχαναλυτικό θρίλερ, πολύ κοντά στα χιτσκοκικά πρότυπα (ή τουλάχιστον έτσι θα ήθελε).
Ένας ψυχίατρος ερωτεύεται την μεγαλύτερη αδελφή μιας ψυχολογικά ασταθούς ασθενούς του. Εκείνη όμως (η μεγαλύτερη αδελφή εννοώ) είναι παντρεμένη με έναν βίαιο γκάνγκστερ (ελληνικής καταγωγής μάλιστα) και φοβάται τις πιθανές αντιδράσεις του. Μια νύχτα όμως, μετά από χρήση αλκοόλ, η κοπέλα θα δολοφονήσει τον βάρβαρο σύζυγό της. Στη δίκη που ακολουθεί, ο ψυχίατρος θα καταφέρει να κάνει την ερωμένη του να πέσει "στα μαλακά" και από εκεί και πέρα ακολουθεί μια πορεία συνεχών σεναριακών ανατροπών.
Το πρώτο που προσέχει κανείς στο φιλμ είναι οι διαρκείς και ποικίλες αναφορές στον Χίτσκοκ και το έργο του. Το σκηνικό του Σαν Φρανσίσκο, και ειδικά η χρήση του περίφημου φάρου σε καίριες σκηνές της ταινίας, παραπέμπουν βέβαια άμεσα στον περίφημο "Δεσμώτη του Ιλίγγου" (Vertigo). Αλλά και η όλη ιστορία, οι ανατροπές,, το μοτίβο του αθώου που παγιδεύεται, θεωρείται ένοχος και αγωνίζεται να αποδείξει την αθωότητά του, τα ψυχαναλυτικά στοιχεία, όλα παραπέμπουν - συνειδητά βεβαίως - στο μεγάλο δημιουργό. Φυσικά υπάρχουν και τα νουάρ στοιχεία, με εντονότερο αυτό της καταλυτικής παρουσίας της πανέμορφης μοιραίας γυναίκας.
Το πρόβλημα είναι ίσως ότι όλα αυτά δίνονται σε κάπως overdose ποσότητες, ενώ οι ανατροπές και το όλο σεναριακό concept γίνονται δύσκολα πιστευτά. Υπάρχει σκοτεινή ατμόσφαιρα, πολλή και υπερτονισμένη ψυχανάλυση - και ψυχοπάθεια - και λιγότερη αληθοφάνεια. Είναι αλήθεια ότι η Κιμ Μπάσινγκερ είναι ιδανική επιλογή για τον ρόλο της και το Σαν Φρανσίσκο γραφικό. Κάτι όμως δεν μου πάει και πολύ...
Πέραν από αυτές τις παρατηρήσεις, η ταινία προσφέρεται για δίχως πολλές - πολλές απαιτήσεις θέαση καθώς, αν μη τι άλλο, το σασπένς και οι ανατροπές που προαναφέραμε μάλλον θα κρατήσουν τον θεατή. Οπότε για θριλεράκι - αν και συχνά προβλέψιμο και με κάμποσα κλισέ του είδους - βλέπεται...

Τετάρτη, Ιανουαρίου 20, 2016

ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ ΠΑΝΕΜΟΡΦΗ "ΣΙΩΠΗΛΗ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ", ΑΛΛΑ...

Ο ταϊβανέζος Hou Hsiao-Hsien θεωρείται από πολλούς από τους μεγαλύτερους σύγχρονους δημιουργούς, είναι δε αγαπημένος των φεστιβάλ. Δεν έχω άποψη, καθώς έχω δει μόνο το γαλλόφωνο "Κόκκινο Μπαλόνι" του 2007, το οποίο, οφείλω να πω, δεν μου άρεσε καθόλου. Η "Σιωπηλή Δολοφόνος" (The Assassin) του 2015 είναι η δεύτερη δική του ταινία που βλέπω και μου άφησε ανάμικτα συναισθήματα.
Ο σκηνοθέτης καταπιάνεται για πρώτη φορά στην καριέρα του με μια ταινία πολεμικών τεχνών, η οποία διαδραματίζεται στην Κίνα του 9ου αιώνα. Μια κοπέλα εκπαιδεύεται από μικρή για γίνει τέλεια δολοφόνος. Ωστόσο κάποιες φορές δρα συναισθηματικά μη εκπληρώνοντας τις αποστολές της. Όταν στέλνεται να σκοτώσει τον ξάδελφό της, διοικητή μιας επαρχίας που συγκρούεται με τον αυτοκράτορα, και με τον οποίο ξάδελφο ήταν παλιά "λογοδοσμένη", αποφασίζει και πάλι να μην εκτελέσει την αποστολή, ιδιαίτερα όταν τον ξαναβλέπει από κοντά.
Ας τονίσουμε κατ' αρχήν ότι το φιλμ ανήκει μεν σ' αυτά των "πολεμικών τεχνών", ελάχιστες όμως μάχες ή μονομαχίες βλέπουμε. Μην περιμένετε λοιπόν κάτι σαν τον "Τίγρη και Δράκο". Εδώ το 90% της προσπάθειας του Hou Hsiao-Hsien πέφτει στην εικόνα και την απίστευτη εικαστικότητά της. Οι ρυθμοί είναι εξαιρετικά αργοί, αγγελοπουλικοί όπως έγραψαν αρκετοί κριτικοί. Όσο για την ιστορία, είναι πολύ δαιδαλώδης και από ένα σημείο και πέρα χάνεις το τι ακριβώς συμβαίνει και το ποιος είναι ποιος, καθώς τα ονόματα πέφτουν το ένα μετά το άλλο. Τι μένει λοιπόν; Η ομορφιά των εικόνων. Ο σκηνοθέτης μελετά σχολαστικά κάθε πλάνο, εξωτερικό ή εσωτερικό, με απίστευτα τοπία και συνθέσεις στην πρώτη περίπτωση και με υπέροχους συνδυασμούς χρωμάτων και υποβλητικών φωτισμών στη δεύτερη.
Η συμβουλή μου λοιπόν είναι να πάψετε από ένα σημείο και πέρα να προσπαθείτε να καταλάβετε τι γίνεται (απλώς δεχτείτε ότι το "μήνυμα" είναι η ότι συναισθηματική και βιωματική σχέση είναι για την λιγομίλητη, σχεδον σιωπηλή, ηρωίδα υπεράνω του όποιου καθήκοντος) και να αφεθείτε στην ομορφιά των εικόνων. Αν το καταφέρετε και αν το θέλετε αυτό θα απολαύσετε ένα μαγευτικό εικαστικά - και πολύ αργό, ξαναλέω - φιλμ. Αν δεν σας αρκεί αυτό - και δεν θα σας κατηγορήσω καθόλου για κάτι τέτοιο - μείνετε μακριά.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 18, 2016

ΤΟ "HOUSE OF WAX" ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ ΤΡΟΜΟΥ (ΞΑΝΑ)

Ναι, έχω γίνει κουραστικός επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά ότι πιστεύω πως ένα από τα περισσότερο παρακμασμένα κινηματογραφικά είδη στην εποχή μας είναι οι ταινίες τρόμου. Ελάχιστες ανατριχίλες μπορούν να μας προσφέρουν πια. Μια απλή σύγκριση με την παραγωγή του είδους στη "χρυσή" δεκαετία του 80 ίσως μας πείσει γι' αυτό. Φυσικά πού και πού υπάρχουν κάποιες ευπρόσδεκτες εξαιρέσεις, αλλά η γενική εικόνα φοβάμαι ότι παραμένει θολή.
Αφορμή για τις σκέψεις αυτές στάθηκε η ταινία "The House of Wax" ("Το Σπίτι του Θανάτου" στην Ελλάδα), πρώτη ταινία του ισπανού, πλην όμως εργαζόμενου στις ΗΠΑ, Jaume Collet-Serra το 2005. Η ιστορία; Μάλλον τυπική. Κλασική παρέα νεαρών, δύο ζευγάρια και δύο μάλλον αντικοινωνικοί τύποι (ο ένας αδελφός της μίας από τις δύο κοπέλες) ταξιδεύουν με αυτοκίνητα για να παρακολουθήσουν ματς. Ε, μετά ξέρετε: Κάπου χάνονται στο δάσος, κατασκηνώνουν στο πουθενά, κάνουν χαζοχαρούμενες πλάκες, τη νύχτα διάφορα ανησυχητικά συμβαίνουν... Την επόμενη μέρα κάποιοι απ' αυτούς φτάνουν σε κοντινή πόλη που μοιάζει εγκαταλειμμένη, όπου ανακαλύπτουν ένα μουσείο κέρινων ομοιωμάτων, μπαίνουν μέσα και αντιλαμβάνονται ότι ολόκληρο το πελώριο, διώροφο (συν υπόγειο) οίκημα είναι κατασκευασμένο από κερί (πώς ακριβώς γίνεται αυτό;). Και μετά, βεβαίως, αρχίζει η ανηλεής σφαγή. Το μόνο που μπορεί να κινήσει το ενδιαφέρον (;) του θεατή είναι ποιοι θα επιβιώσουν και ποιοι όχι (μπορείτε από την αρχή να βάλετε στοιχήματα. Ίσως έτσι το διασκεδάσετε κάπως και δημιουργήσετε σασπένς).
Πλημμυρισμένο από όλα τα πιθανά κλισέ του είδους (από την ανόητη ψυχολογία των ηρώων που πάνε γυρεύοντας έως τις τις παλιές ιστορίες με μαμάδες, που στοιχειώνουν το παρόν, αλλά και τις εντελώς εξωπραγματικές καταστάσεις, αν και η ταινία δεν ανήκει στο υποείδος του μεταφυσικού τρόμου), η ταινία κυλά ρουτινιάρικα, με κάμποσες επιδεικτικά σπλάτερ σκηνές για να χορτάσει αίμα κάθε διψασμένος και καταλήγει σε μια αρκετά εντυπωσιακή σκηνή φωτιάς (κι αυτό πόσες φορές το έχετε δει;). Και φυσικά αυτοί που είναι να σωθούν θα σωθούν ό, τι και να γίνει και όσα κι αν τους συμβούν.
Όχι, φιλμ σαν κι αυτό δεν μπορούν να μου προσφέρουν καμιά ανατριχίλα, κανέναν βαθύ φόβο ή ανησυχία, όπως οφείλει να κάνει μια ταινία του είδους. Ας κάνουμε λοιπόν λίγο χαβαλέ, ας απολαύσουμε τις σφαγές και... πάμε για την επόμενη αιματοποσία...
ΥΓ: Α, ναι, τον ρόλο της κολλητής φίλης της πρωταγωνίστριας ερμηνεύει η Paris Hilton αυτοπροσώπως. Και, όχι, δεν ήταν υποψήφια για Όσκαρ Β' Γυναικείου Ρόλου...

Σάββατο, Ιανουαρίου 16, 2016

"MON IDOLE" Ή ΟΙ ΚΑΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΟΠΛΗΞΙΑΣ

Ο Guillaume Canet είναι ένας γνωστός γάλλος ηθοποιός, ο οποίος συχνά περνά και πίσω από την κάμερα. Η πρώτη του σκηνοθετική προσπάθεια έγινε το 2002, λεγόταν "Mon Idole" (Το Είδωλό μου) και μου προκάλεσε ανάμεικτα συναισθήματα.
Ένας υπερφιλόδοξος νεαρός δουλεύει σε κακόγουστο και ηλίθιο (πλην όμως μεγάλης ακροαματικότητας) τηλεοπτικό σόου και ονειρεύεται να ανέβει στη ιεραρχία και να αναλάβει ο ίδιος το σόου (ή κάποιο άλλο, παρόμοιας ηλιθιότητας τέλος πάντων). Απόλυτο ίνδαλμα και πρότυπό του είναι ο μεσήλικας διευθυντής του καναλιού. Κάποια στιγμή ο τελευταίος θα αρχίσει να τον προσέχει ιδιαίτερα, να ακούει τις ιδέες του, να επιδιώκει να κάνει παρέα μαζί του... και φτάνει να τον προσκαλέσει στην εξοχική του βίλα για να περάσουν ένα σαββατοκύριακο οι τρεις τους (η τρίτη είναι η πανέμορφη γυναικα του διευθυντή). Μεθυσμένος από τη "μεγάλη ζωή" και τις υποσχέσεις, ο νεαρός θα δεχτεί να καταστρέψει κάθε χαρακτηριστικό της προσωπικής του ζωής, ακόμα και να χωρίσει με την κοπέλα με την οποία συζεί και θα εξακολουθήσει να ξεπουλιέται ακόμα κι όταν διαπιστώνει ότι το ιδιόρυθμο (επιεικώς) ζευγάρι τον θέλει σαν ένα είδος γελωτοποιού. Κάποια στιγμή τα πράγματα θα πάρουν εντελώς άλλη τροπή, καθώς στην όλη ήδη παράδοξη κατάσταση θα προστεθεί κι ένας φόνος...
Το φιλμ ξεκινά σαν σχεδόν κωμωδία και, απρόβλεπτα, από κάποιο σημείο και μετά, μετατρέπεται σε αγωνιώδες - και τραβηγμένο - θρίλερ, φτάνοντας στα όρια του γκροτέσκ. Νομίζω ότι όλο αυτό δεν δένει απόλυτα, ενώ το ανοιχτό τέλος, εξ αιτίας του οποίου ομολογώ ότι δεν κατάλαβα την ιδεολογική θέση του σκηνοθέτη, με χάλασε. Ο λόγος όμως που βρίσκω θετικά στοιχεία στο άνισο αυτό φιλμ είναι η ανελέητη σάτιρα της τηλεόρασης που επιχειρεί, η επίθεσή του στην απόλυτη κενότητα και βλακεία (και συχνά την ανελέητη σκληρότητα) των απαράδεκτων σόου στιλ "Big Brother", αλλά και την κενότητα ολόκληρου του κόσμου που κινείται γύρω απ' αυτά. Κενότητα και βλακεία καλυμένη φυσικά από τόνους στρας και γκλαμουριάς, ενώ η σκληροτητα και η αδιαφορία για τους άλλους που κρύβεται κάτω από το αστραφτερό προσωπείο οδηγείται εδώ σε ακραία σημεία..
Για όλα αυτά λοιπόν - και κυρίως επειδή προσωπικά απεχθάνομαι βαθειά την τηλεόραση - κάπου η όλη ιστορία του νέου που χάνει την ψυχή του και ξεπουλιέται με κάθε έννοια για να γίνει τηλεστάρ με άγγιξε. Πέραν αυτού, ενώ έχει το ενδιαφέρον του, νομίζω ότι κάπου ο Canet το παρατραβά και το χάνει, θέλοντας ίσως να βάλει πολλά και διαφορετικά στοιχεία στο ίδιο φιλμ.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 14, 2016

"FRENZY": ΕΝΑΣ "ΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ" ΧΙΤΣΚΟΚ

Το "Frenzy" (Φρενίτις) του 1972 υπήρξε η προτελευταία ταινία του μεγάλου Alfred Hitchcock (1899-1980). Και νομίζω ότι σόκαρε αρκετά στην εποχή της. Βλέπετε, είναι η πρώτη φορά που ο κομψός μάστορας του σασπένς δείχνει ωμά φόνους (μετά βιασμού μάλιστα) και γυμνό! Θα μιλήσουμε όμως αργότερα γι' αυτά.
Ένας κατά συρροήν δολοφόνος σκορπίζει τον τρόμο στο Λονδίνο. Αφού βιάσει τα θύματά του (γυναίκες πάντοτε), τα στραγγαλίζει με τη γραβάτα του. Ένας βίαιος, σχεδόν αλκοολικός πρώην αξιωματικός θα κατηγορηθεί άδικα σαν ως ο καταζητούμενος δολοφόνος. Θα καταφέρει να αποδείξει την αθωότητά του; Τα λέω όλα αυτά διότι ο θεατής, λιγότερο από μισάωρο μετά την έναρξη του φιλμ, γνωρίζει ποιος είναι ο αληθινός δολοφόνος, άρα και το ότι ο βασικός ήρωας είναι αθώος. Το ενδιαφέρον στρέφεται στο τι θα γίνει μετά. 
Αυτή τη φορά ο Χίτσκοκ κάνει μια ωμή και "άσχημη" ταινία. Οι ηθοποιοί δεν είναι ωραίοι, η ατμόσφαιρα είναι μουντή και καταθλιπτική, το Λονδίνο φαίνεται άσχημο (πολλές σκηνές είναι γυρισμένες στην πολυσύχναστη και πνιγηρή φρουταγορά), τα εσωτερικά των σπιτιών μπανάλ... Και επί πλέον κάποιοι από τους φόνους (και τα νεκρά θύματα στη συνέχεια) δείχνονται με μια ωμότητα που δεν μας έχει συνηθίσει ο μετρ. Άλλωστε είναι δύσκολο ο θεατής να ταυτιστεί με τους χαρακτήρες. Ο βασικός ήρωας, ο αθώος που κατηγορείται άδικα, είναι αντιπαθής: Μοναχικός, έντονα οξύθυμος, βίαιος, πότης, φέρεται βάρβαρα στην πρώην γυναίκα του και μοιάζει να κατρακυλά βαθύτερα κάθε μέρα. Καμιά σχέση με παλιούς κομψούς Κάρι Γκραντ, Τζίμι Στιούαρτ κλπ. Έτσι, συνολικά, έχουμε να κάνουμε με μια "αντιπαθή" θα τη χαρακτήριζα, ταινία. Εξάλλου πρόκειται για φιλμ που μιλά καθαρά για σεξουαλική διαστροφή (που καταλήγει σε φόνο). Ο δολοφόνος φαίνεται να φτάνει σε οργασμό όταν στραγγαλίζει...
Από την άλλη όμως ο Χίτσκοκ αυτή τη φορά υπερβαίνει εαυτόν σε κατάμαυρο χιούμορ. Η σκηνή στο φορτηγό, με το σακί με τις πατάτες, είναι η πιο χαρακτηριστική (και ανατριχιαστική ταυτόχρονα). Αλλά υπάρχουν και πλήθος άλλες. Γενικά το μαύρο χιούμορ είναι πανταχού παρόν. Αλλά και το σκέτο χιούμορ, δίχως "μαύρο". Θυμηθείτε τον ταλαίπωρο επιθεωρητή και το τι τραβά από τη μαγειρική της γυναίκας του (εδώ γίνεται μια αστεία αντιστροφή: Ο βέρος βρετανός - μη ξεχνάτε ότι η βρετανική κουζίνα φημίζεται ως μία από τις χειρότερες του πλανήτη - κυριολεκτικά υποφέρει από τη γκουρμέ γαλλική μαγειρική της συζύγου του). Και βέβαια υπάρχουν και οι σκηνοθετικές εμπνεύσεις, όπως ο φόνος που γίνεται εκτός κάδρου, ενώ δείχνονται απλώς οι περαστικοί στο δρόμο και η αδιαφορία τους για όσα συμβαίνουν έναν μόλις όροφο πιο πάνω.
Γενικά πρόκειται για ένα μάλλον φιλμικό αξιοπερίεργο στην καριέρα του Χίτσκοκ. Αντιπαθητικό σε πρώτη θέαση, με κάποιες κρυμμένες όμως εκπλήξεις. Σίγουρα ξένισε στην εποχή του.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 13, 2016

"Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ"... ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΑΚΡΙΒΩΣ

"Ο Μικρός Πρίγκηπας" είναι βέβαια το περίφημο και δημοφιλέστατο έργο του Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί. Από το κλασικό αυτό βιβλίο ορμώμενος, ο Mark Osborne (του "Kung-Fu Panda") φτιάχνει το 2015 το ομώνυμο animation σε μια γαλλική παραγωγή, χρησιμοποιώντας διαφορετικές τεχνικές και προσθέτοντας (οι σεναριογράφοι, όχι αυτός) μια σύγχρονη (και δυστοπική) διάσταση στο σενάριο.
Στη σημερινή εποχή ένα κοριτσάκι ζει με τη μητέρα του σε γκρίζο, μοντέρνο σπίτι και διαβάζει μανιωδώς για να περάσει στο καλύτερο κολέγιο. Τα πάντα είναι απόλυτα προγραμματισμένα από τη μανιακή με την τάξη και τον προγραμματισμό business woman μητέρα. Στο δίπλα παλιό - και πολύχρωμο - σπίτι όμως μένει γέρος πρώην αεροπόρος, που προσπαθεί να φτιάξει το αρχαίο αεροπλάνο του, που βρίσκεται παροπλισμένο στον κήπο του. Το κοριτσάκι θα γίνει φίλη του και εκείνος θα αρχίσει να της διηγείται τη συνάντησή του, όταν ήταν νέος, με τον Μικρό Πρίγκηπα στην έρημο. Τα κομμάτια της διήγησης είναι απόλυτα πιστά στο διάσημο βιβλίο. Συμβαίνουν όμως και πολλά άλλα στον σύγχρονο κόσμο...
Η ταινία συνδυάζει δύο τεχνικές: Το κλασικό σύγχρονο ψηφιακό animation (αυτό που ξέρουμε από την Pixar και τη Disney) και το stop motion με φιγούρες φτιαγμένες από πηλό και χαρτί, όταν παρακολουθούμε την αυθεντική ιστορία του "Μικρού Πρίγκηπα". ΄Έτσι το φιλμ αποκτά ποικιλία και ιδιαίτερο εικαστικό ενδιαφέρον. Κατά τα άλλα η φιλοσοφία του είναι σαφής: Από τη μία η πολύχρωμη φαντασία, η περιπέτεια, το παιχνίδι, η ανθρώπινη επαφή και η φιλία, η κυριαρχία των συναισθημάτων, από τη άλλη η γκρίζα πραγματικότητα, η ρουτίνα και η ασφάλεια, η διαρκής μελέτη, η μοναξιά, η κυριαρχία της ψυχρής και υπολογιστικής λογικής. Και, φυσικά, η έλξη που ασκούν οι πρώτες καταστάσεις στη μικρή ηρωίδα. Προβλέψιμο λοιπόν, ίσως και κάπως απλοϊκό ιδεολογικά, παρακολουθείται όμως ευχάριστα και από μεγάλους, τόσο για το εικαστικό μέρος, όσο και για τη δράση, το σασπένς και τη δυστοπική φαντασία σε στιλ "Μετρόπολις" με την οποία έχουν μπολιάσει το γκρίζο παρόν οι δημιουργοί. Βλέπετε, κάπου στο παρόν θα συναντήσουμε ακόμα και έναν αλλοτριωμένο έφηβο Μικρό Πρίγκηπα....

Κυριακή, Ιανουαρίου 10, 2016

"DEEP RISING"... ΚΙ ΟΠΟΙΟΣ ΑΝΤΕΞΕΙ

Τυπικό b-movie της δεκαετίας του 90, λίγο τρόμος, πολύ περιπέτεια και δράση, λίγο χιούμορ, το "Deep Rising" ("Κρουαζιέρα Χωρίς Επιστροφή" στην Ελλάδα) γυρίστηκε το 1998 από τον εξιδικευμένο στο είδος Stephan Sommers (δικιές του, για να καταλάβετε το ποιόν του σκηνοθέτη, ήταν και οι δύο "Μούμιες").
Ένας σκληροτράχηλος καπετάνιος με δικό του μικρό σκάφος προσλαμβάνεται από ομάδα άγριων και άξεστων κομάντος για να τους μεταφέρει σε άγνωστο προορισμό. Κάπου στα ανοιχτά, "σε ένα σημείο όπου συχνά εξαφανίζονται πλοία", όπως χαρακτηριστικά μας ανακοινώνεται από την αρχή, συναντούν ένα πελώριο, πολυτελέστατο κρουαζιερόπλοιο. Τότε ο καπετάνιος μας συνειδητοποιέι ότι εκεί ακριβώς σκόπευαν να πάνε οι πελάτες του. Όταν όμως ανεβαίνουν, το πλοίο είναι έρημο - ή μάλλον κάπου υπάρχουν φριχτά ανθρώπινα υπολείμματα....
Συνδυασμός, όπως είπαμε, ταινίας τρόμου με γιγάντια, εφιαλτικά υποβρύχια τέρατα, με δόσεις σπλάτερ, άφθονης δράσης και σχετικού χιούμορ, η ταινία είναι πλημμυρισμένη από άπειρα κλισέ όλων αυτών των ειδών: Η cool σούπερ - γκόμενα, ο πολύ κακός "κακός" (δεν σας λέω ποιος είναι, γιατί αποκαλύπτεται κάπου στα μισά), τα τέρατα που αναδύονται αδηφάγα, οι "καλοί" πρωταγωνιστές που είναι απέθαντοι ό,τι κι αν συμβεί, ενώ γύρω τους οι εκατόμβες θυμάτων συσσωρεύονται (ξέρετε τώρα, πάντα οι κακοί την πατάνε) και πάμπολλα άλλα τέτοια, συνθέτουν ένα φιλμ που προορίζεται για καθαρή διασκέδαση, δίχως ούτε στιγμή να πρέπει κανείς να το πάρει στα σοβαρά. Τι να πάρετε στα σοβαρά άλλωστε; Μήπως την ψυχολογία των ηρώων, που ανταλάσουν αστειάκια ή cool ατάκες όταν γύρω τους γίνεται χαμός και το αίμα ρέει άφθονο; Ή μήπως το γεγονός ότι, ενώ τα τέρατα καταβροχθίζουν τους πάντες σε χρόνο dt, όταν πρόκειται για βασικό χαρακτήρα το τσιμπούσι γίνεται απιστευτα αργά, είτε για να δείξουμε τον κακό που υποφέρει είτε, τελικά, για να τη γλυτώσει ο καλός;
Τέλος πάντων, για μια χαζή βραδιά με παρέα, πίτσες και όλα τα σχετικά προσφέρεται. Ίσως έτσι κάποιοι το διασκεδάσουν. Ξαναλέω όμως: Μην το πάρετε ούτε στιγμή στα σοβαρά.

Σάββατο, Ιανουαρίου 09, 2016

ΕΡΧΟΝΤΑΙ, ΤΑΧΑ, ΟΙ ΡΩΣΟΙ;

Είναι πάμπολλες οι ταινίες που γυρίστηκαν κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και αντανακλούν τόσο τον (συνήθως υστερικό) φόβο των αμερικάνων για τους "κόκκινους" όσο και τον (λογικό) φόβο των πάντων για έναν εφιαλτικό τρίτο παγκόσμιο, ο οποίος ουσιαστικά θα τελείωνε την ανθρωπότητα. Η αντιμετώπιση του θέματος είναι ποικίλη. Υπάρχουν από κυριολεκτικά κατάμαυρες ταινίες έως κωμωδίες. Στην τελευταία κατηγορία εξέχουσα θέση κατέχει το φιλμ του Norman Jewison "Έρχονται οι Ρώσοι" του 1966. Ο κανονικός τίτλος μάλιστα, για να τονίσει την υστερία που λέγαμε, είναι "The Russians are coming! The Russians are coming!".
Ένα ρωσικό υποβρύχιο που κάνει περιπολίες ρουτίνας κοντά στις ΗΠΑ, από λάθος του κυβερνήτη του προσαράζει σε ακτή μικρού και απομονωμένου αμερικάνικου νησιού. Μια ομάδα σοβιετικών ναυτών αποβιβάζεται κοντά σε απομονωμένο σπίτι για να ζητήσει βοήθεια να ρυμουλκηθεί στα ανοιχτά το υποβρύχιο. Δεν θα μείνει όμως απαρατήρητη. Σιγά - σιγά το συνταρακτικό νέο ("οι Ρώσοι έκαναν απόβαση!") διαδίδεται, άλλοτε σαν φήμη που διογκώνεται ανεξέλεγκτα, άλλοτε βασισμένη σε κάποια γεγονότα που παρεξηγούνται. Η ήσυχη, ειρηνική, κλειστή κοινωνία της μικρής πόλης (μάλλον της μοναδικής του νησιού) ξαφνικά μετατρέπεται σε μια μάζα ανθρώπων (ένα όχλο στην ουσία) αποφασισμένων να "υπερασπίσουν την πατρίδα μέχρι τέλους", με  συναισθήματα που κυμαίνονται από τηνκαθαρή  υστερία και τον πανικό έως τον φιλοπόλεμο ηρωισμό, σε κάθε περίπτωση όμως πολύ μακριά από την απλούστατη, κοινή λογική. Η κατάσταση θα φτάσει σύντομα στα όρια της αληθινής ολέθριας σύρραξης.
Όλα αυτά δίνονται με ξεκαρδιστικό συχνά τρόπο. Η αμερικάνικη παράνοια απέναντι στον "σοβιετικό κίνδυνο" σκιτσάρεται με σπαρταριστή δεξιοτεχνία, η αδεξιότητα των σοβιετικών - και η έκθαμβη περιέργειά τους απέναντι στον "αμερικάνικο τρόπο ζωής" - επίσης. Τονίζοντας την φιλοπολεμική ηλιθιότητα και την παντελή έλλειψη κατανόησης για τον "άλλο", τον "εχθρό", ένα γελοίο και τυχαίο ουσιαστικά γεγονός κινδυνεύει να τινάξει τα πάντα στον αέρα. Ο Jewison σαρκάζει και καυτηριάζει ανελέητα την ψυχροπολεμική υστερία, δείχνει πώς μια καθημερινή, ήσυχη κοινότητα μπορεί από τη μιαστιγμή στην άλλη να μετατραπεί σε ανεξέλεγκτο όχλο και, κάνοντας ένα βήμα παραπάνω και εναρμονιζόμενος με την περιρέουσα στις ΗΠΑ ατμόσφαιρα της εποχής (αμφισβήτηση, χίπις, αντιπολεμικικό κλίμα από τους νέους κυρίως) προχωρά σε απόλυτα φιλειρηνικά μηνύματα, φτάνοντας τελικά να πει (πράγμα τολμηρό για τότε) ότι τελικά "δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα από τους ρώσους, οι οποίοι είναι άνθρωποι  ακριβώς σαν κι εμάς, και μπορούμε κάλλιστα να συνυπάρξουμε ειρηνικά μαζί τους".
Στο μεταξύ - και πέραν των όποιων αναλύσεων - θα απολαύσετε μια σπαρταριστή σάτιρα, με τον Άλαν Άρκιν στο ρόλο του ρώσου ναύτη να κλέβει την παράσαση. Ένα από τα καλύτερα, κατά τη γνώμη μου, δείγματα κωμωδίας των μακρυνών (κυρίως ιδεολογικά εννοώ) 60ς.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 08, 2016

"FLAWLESS": ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ, ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΙΓΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο βρετανός Mike Radford, αν και όχι ιδιάιτερα παραγωγικός, έχει γυρίσει αρκετά καλές ταινίες. Το 2007 κάνει το "Flawless", με τον εξαιρετικό Μάικλ Κέιν και τη Ντέμι Μουρ, μια ταινία που στο επίκεντρό της βρίσκεται μια ληστεία διαμαντιών, ωστόσο επιφυλάσσει κάποιες ανατροπές όσον αφορά τον σκοπό της ληστείας.
Στο Λονδίνο του 1960 ένα υψηλό στέλεχος της μεγαλύτερης εταιρίας διαμαντιών, από τις ελάχιστες γυναίκες που κατέχουν τέτοια θέση την εποχή αυτή, άψογη και ατσαλάκωτη, εργατική, αυστηρή, αλλά και μοναχική, πείθεται από ένα ηλικιωμένο καθαριστή του τεράστιου κτιρίου της εταιρίας να βοηθήσει σε μια παράτολμη ληστεία - τι άλλο;- διαμαντιών, όταν ο τελευταίος της αποδεικνύει ότι μεθοδεύεται η απόλυσή της. Τα αποτελέσματα της κομπίνας όμως θα είναι πολύ διαφορετικά απ' αυτά που περίμενε η ίδια και από αυτά που είχαν συμφωνηθεί.
Η ταινία διαθέτει απόλυτα πειστική (και μουντή) ατμόσφαιρα Λονδίνου του '60 και ξετυλίγει αργά την ιστορία και την πλεκτάνη της. Δεν υπάρχουν καταιγιστικές σκηνές δράσης (αν περιμένατε κάτι τέτοιο), ούτε σούπερ κόλπα με τύπους που κρέμονται ανάποδα και περνάνε ως αιλουροειδή ανάμεσα σε λέιζερ. Το χτίσιμο της ατμόσφαιρας, η ανάπτυξη των χαρακτήρων και η σταδιακή αποκάλυψη κρυμένων μυστικών είναι τα κύρια μελήματά της. Γι' αυτό και μου άρεσε περισσότερο από τις ταινίες δράσης που κατακλύζουν τις οθόνες και τις ξεχνάς μόλις βγείς από την αίθουσα. Άλλωστε ο Radford είναι μάλλον πολιτικοποιημένος σκηνοθέτης (θυμηθείτε και το δικό του "1984"). Αυτό φαίνεται από την πρώτη κιόλας σκηνή, ωστόσο το φιλμ σταδιακά αποκτά περισσότερη πολιτική χροιά. Στο στόχαστρο βρίσκεται, εκτός από την Εταιρία Διαμαντιών, που βασίζει τα αμύθητα πλούτη της στον ιδρώτα και το αίμα χιλιάδων τριτοκοσμικών, εξαθλιωμένων εργατών, και οι απάνθρωπες γιγάντιες ασφαλιστικές εταιρίες, που θα κάνουν τα πάντα για να κερδίσουν - ή έστω για να πληρώσουν όσο το δυνατόν λιγότερα. Οπότε ο ενδικαπιταλιστικός αλληλοσπαραγμός προς το τέλος, προσωπικά μου φάνηκε απολαυστικός. Άλλωστε και το τέλος είναι πολιτικό.
Δίχως να είναι κανένα αριστούργημα, η μάλλον χαμηλότονη αυτή ταινία μπορώ να πω ότι με κέρδισε. Ή τουλάχιστον την είδα με αρκετό ενδιαφέρον.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 06, 2016

"ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΚΟΣΜΟΣ" ΣΕ ΒΑΘΕΙΑ ΚΡΙΣΗ

Ε, λοιπόν, τελικά ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης είναι σχετικά καλός σκηνοθέτης (και σεναριογράφος και πρωταγωνιστής). Η ταινία του "Ένας Άλλος Κόσμος" του 2015 το αποδεικνυει. Όχι, δεν πρόκειται για κανένα αριστούργημα, ούτε όμως είναι για πέταμα (κάθε άλλο) και, οπωσδήποτε, στέκει σε υψηλότερο επίπεδο από τις κακές συνήθως εμπορικές ελληνικές παραγωγές (κωμωδίες και ριμέικ παλιότερων κωμωδιών).
Η σπονδυλωτή αυτή ταινία καταπιάνεται με τρεις διαφορετικές ερωτικές ιστορίες ανάμεσα σε ανθρώπους τριών διαφορετικών γενιών, το κοινό σημείο των οποίων είναι ότι οι τρεις έλληνες ερωτεύονται ξένους: Μια 20άχρονη φοιτήτρια έναν σύριο πρόσφυγα, ένας ουσιαστικά χωρισμένος 40άρης μια γιάπισα σουηδέζα που έρχεται στην Ελλάδα για να "ξεκαθαρίσει" την επιχείρηση στην οποία δουλεύει και μια 60άρα συνηθισμένη νοικοκυρά, παγιδευμένη σε έναν τελματωμένο γάμο, έναν γερμανό μάλλον διανοούμενο που ζει στην Αθήνα. Στο τέλος οι ιστορίες θα δέσουν με απροσδόκητο τρόπο. Το φόντο, αμείλικτο, και των τριών ιστοριών, είναι η βαθειά ελληνική κρίση, οικονομική άλλα και ηθική, η κατάρρευση της ζωής όπως την ξέραμε. Φασιστικές και ρατσιστικές συμμορίες που χτυπούν αλύπητα ξένους, κλείσιμο μικρών επιχειρήσεων, στυγνές απολύσεις από μεγάλες επιχειρήσεις, ανέχεια, συνθέτουν ένα καθόλου ευχάριστο background.
Να λοιπόν που ο Παπακαλιάτης γίνεται (και) πολιτικός και εμπνέεται άμεσα από τα σύγχρονα δυσβάστακτα προβλήματα και υιοθετεί μια σαφώς αντιρατσιστική θέση σε όλα τα επίπεδα. Πάνω απ' όλα βέβαια υπάρχει ο έρωτας, και μάλιστα ο "αταίριαστος" έρωτας, ο έρωτας με ξένους, ένα κόκκινο πανί για πολλούς μισσαλόδοξους σήμερα.. Προς τιμήν του κάποιες ιστορίες έχουν αίσιο τέλος και κάποιες όχι. Η κοινωνική ματιά πάντως υπάρχει πάντα. Για όλα αυτά μπορούμε να πούμε ότι ο δημιουργός τολμά. Όλα βέβαια βασίζονται σε μια τερατώδη σύμπτωση (δεν μπορώ να σας αποκαλύψω ποια), αλλά αυτή είναι τόσο εξώφθαλμη, ώστε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι χρησιμοποιείται συνειδητά. Ο σκηνοθέτης δεν νοιάζεται γι΄αυτή, τη "μεταχειρίζεται" συμβολικά και ενδιαφέρεται περισσότερο για όσα έχει να πει.
Κατά τα άλλα το φιλμ είναι "λουστραρισμέο" όσον αφορά τις εικόνες, που συχνά γίνονται καρτποσταλικές (η Πλάκα είναι πανταχού παρούσα), οι σινεφίλ αναφορές δεν λείπουν (η "Μετρόπολις" που προβάλλεται σε θερινό σινεμά και παραλληλίζεται με την παρούσα κατάσταση κλπ.), οι ερμηνείες είναι καλές... Ναι, εμπορικό σινεμά, αλλά ευπρόσωπο και συμπαθητικό. Μακάρι να ήταν έτσι οι σύγχρονες εμπορικές ελληνικές ταινίες.

Τρίτη, Ιανουαρίου 05, 2016

ΟΙ ΚΑΘΕ ΑΛΛΟ ΠΑΡΑ "ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΚΕΛΥ"

Το "Kelly's Heroes"  ("Ήρωες με Βρώμικα Χέρια" στην Ελλάδα) γυρίζεται από τον Brian Hutton (1935-2014) το 1970, την ίδια χρονιά δηλαδή που γυρίζεται και το "M.A.S.H." του Όλτμαν. Καθόλου τυχαίο. Ταινίες σαν αυτές δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν αν δεν είχε προηγηθεί (το πνεύμα της συνεχιζόταν ουσιαστικά) η δεκαετία του 60, κατά την οποία αμφισβητήθηκαν τα πάντα. Και πρώτα απ' όλα ο πόλεμος και οι κάθε λογής στρατιωτικές "αρετές".
Κάπου στη Γαλλία, ενώ μαίνονται οι μάχες του Β' παγκόσμιου πόλεμου, ένας αμερικανός στρατιώτης μαθαίνει ότι στην τράπεζα μικρής πόλης (η οποία όμως βρίσκεται πίσω από τις γερμανικές γραμμές, άρα υπό τον έλεγχο των ναζί), βρίσκεται κρυμένος ολόκληρος θησαυρός εκατομμυρίων σε ράβδους χρυσού. Αμέσως καταστρώνει ένα παράτολμο σχέδιο, το εκμυστηρεύεται σε έμπιστους άνδρες της μονάδας του και όλοι μαζί ξεκινούν ολόκληρες μάχες και εικονικά σχέδια επίθεσης μόνο και μόνο για να βρεθούν στην εν λόγω πόλη. Όσο όμως οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονται, τόσο περισσότεροι αμερικάνοι στρατιώτες μαθαίνουν τι ακριβώς παίζεται - και φυσικά όλο και περισσότεροι προθυμοποιούνται να μπουν στο κόλπο.
Από τις χαρακτηριστικότερες πολεμικές ταινίες, διαφέρει ριζικά από άλλες του είδους χάρη στο σαρδόνιο χιούμορ της και την απόλυτα μηδενιστική και αντιηρωική της αντίληψη. Σε μια πλήρη αντιστροφή των μέχρι τότε ισχυουσών αξιών (στα φιλμ εννοώ), όλοι ανεξαιρέτως οι χαρακτήρες έχουν γραμμένη εκεί που φαντάζεστε κάθε μορφή ηρωισμού, δόξας, πατρίδας και άλλων τέτοιων και νοιάζονται μόνο για το χρήμα. Μόνο γι' αυτό άλλωστε είναι διατεθειμένοι να ρισκάρουν τη ζωή τους και όχι για οποιαδήποτε "αξία". Και όπως αποδεικνύεται προς το τέλος, και οι γερμανοί δεν είναι πολύ διαφορετικοί...
Απόλυτα κυνικό στη λογική του φιλμ, με δυνατό καστ  (Κλιντ Ίστγουντ, Τέλι Σαβάλας, Ντόναλντ Σάντερλαντ) ικανοποιεί τόσο τους φίλους των πολεμικών ταινιών όσο και αυτούς της κωμωδίας, και, μεταξύ άλλων, παρωδεί και κινηματογραφικά είδη όπως το σπαγγέτι γουέστερν σε μια απολαυστική σκηνή προς το τέλος. Στο μεταξύ, αποδεικνύοντας τις σατιρικές του προθέσεις παρά την άψογη πολεμική δομή, διαθέτει και τον εκπληκτικά (και συνειδητά φυσικά) αναχρονιστικό χαρακτήρα του Σάντερλαντ (όλα τα λεφτά), ο οποίος, βγαλμένος κατ' ευθείαν από τα 60ς, θα ήταν αδιανόητο να υπάρχει τον πόλεμο του 40. Η αδιαφορία για κάθε αληθοφάνεια είναι λοιπόν κάτι παραπάνω από σαφής, παρά το ότι τα σχέδια και οι πολεμικές σκηνές είναι απόλυτα μελετημένες.
Όπως καταλάβατε, το απόλαυσα.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 04, 2016

"Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΣΑΟΥΛ" ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΩΝ

Ας το πούμε από την αρχή: Το Ολοκαύτωμα, η ναζιστική κτηνωδία ενάντια σε εβραίους και διάφορες μειονότητες, παραμένει το μεγαλύτερο εν ψυχρώ έγκλημα του 20ου αιώνα. Τελεία. Από εκεί και πέρα, πολλές φορές έχει γίνει προσπάθεια να αποτυπωθεί η φρίκη στην οθόνη και με πολύ διαφορετικούς τρόπους. Να λοιπόν που το 2015 ένας πρωτοεμφανιζόμενος ούγγρος, ο Laszlo Nemes, γυρίζει τον "Γιο του Σαούλ" και φτιάχνει μια από τις συγκλονιστικότερες (για αρκετούς είναι η συγκλονιστικότερη) καταγραφές του εγκλήματος.
Ο ομώνυμος ήρωας είναι φυσικά εβραίος και ανήκει σε εκείνες τις ειδικές ομάδες κρατουμένων που έχουν επιλέξει οι ναζί για να βοηθούν στην εκτέλεση των ομοεθνών τους (μεταφορά κρατουμένων στους θαλάμους, μεταφορά των πτωμάτων μετά, πλύσιμο των χώρων, κάψιμο), γι΄αυτό και παραμένει για αρκετό καιρό ζωντανός. Κάποια στιγμή θα αναγνωρίσει (μάλλον) στο πρόσωπο ενός νεκρού παιδιού τον γιό του (;) και θα βάλει μέσα στην κόλαση έναν σκοπό στην άθλια ζωή του: Να το θάψει με το αρμόζον τελετουργικό και όχι να το οδηγήσει στους φούρνους. Για τον, εκ πρώτης όψεως, παράλογο αυτόν σκοπό, θα ρισκάρει τα πάντα - και πρώτα-πρώτα την δική του ζωή.
Αυτή είναι η ιστορία. Το θέμα όμως είναι το πώς δείχνεται όλο αυτό. Ο σκηνοθέτης κρατά διαρκώς την κάμερα πολύ κοντά στον πρωταγωνιστή. Σπάνια υπάρχουν ανοιχτά σε φόντο πλάνα. Όσα εφιαλτικά συμβαίνουν γύρω, στον κοντινό ή μακρινό περίγυρο, δείχνονται συνήθως φλου, καθώς καθαρό παραμένει μόνο το πρόσωπο ή η φιγούρα του Σαούλ. Αντιλαμβάνεσαι τι συμβαίνει, αλλά δεν το βλέπεις καθαρά. Το ακούς όμως, καθώς το φρικιαστικό ηχητικό τοπίο είναι πανταχού παρόν. Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνει, αλλά αυτή η τεχνική με κάποιον τρόπο επιτείνει τη φρίκη και δημιουργεί στο θεατή συγκλονιστική εντύπωση.
Από την άλλη, η εμμονή του Σαούλ θυμίζει την Αντιγόνη της τραγωδίας, με τη δική της εμμονή να θάψει τον νεκρό αδελφό της αψηφώντας το τίμημα. Είναι ενδιαφέρον το στοιχείο ότι κατά πάσα πιθανότητα δεν πρόκειται καν για το γιο του βασικού ήρωα (όλοι γύρω του του επαναλαμβάνουν: "Μα εσύ δεν έχεις γιο"). Η ταύτιση του νεκρού παιδιού με έναν υποθετικό γιο λειτουργεί σαν ύστατη ελπίδα, σαν μοναδικός σκοπός, σαν κάτι απ' όπου πασχίζει να πιαστεί για να αντέξει την καθημερινή κόλαση. Είναι σαν ο Σαούλ να εφευρίσκει την ελπίδα. Είναι σα να εφευρίσκει κάτι που κανείς, ούτε τα ναζιστικά γουρούνια ούτε οποιοσδήποτε άλλος, δεν μπορεί να του το πάρει.
Προειδοποιώ: Η ταινία αντέχεται δύσκολα, κι ας μη δείχνει, όπως είπαμε, τη φρίκη καθεαυτή. Η θεασή της κυριολεκτικά καταρακώνει τον θεατή. Πρόκειται για μια αληθινή κατάβαση στην κόλαση. Γι' αυτό τόνισα από την αρχή ότι πρόκειται για μια από τις συγκλονιστικότερς απόπειρες καταγραφής ενός αδιανόητου εγκλήματος. Δείτε το με δικό σας ρίσκο.

Σάββατο, Ιανουαρίου 02, 2016

Η ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΡΑΝΚΙ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΖΟΝΙ

Το "Frankie and Jonny" ήταν αρχικά θετρικό έργο. Το 1991 έγινε και ταινία από τον Garry Marshall και ευτύχισε να έχει ένα εξαιρετικό πρωταγωνιστικό ζεύγος: Την Μισέλ Φάιφερ στα καλύτερά της και τον Αλ Πατσίνο. Πάνω στη χημεία των πρωταγωνιστών άλλωστε βασίζεται και η επιτυχία του.
Πρόκειται για μια γλυκόπικρη αισθηματική ταινία, γι' αυτό όσοι βγάζετε σπυράκια με τα αισθηματικά μάλλον μείνετε μακριά. Η Φράνκι είναι μια σερβιτόρα σε ελληνικό εστιατόριο της Νέας Υόρκης, μοναχική τα τελευταία  χρόνια μετά από ερωτικές αποτυχίες. Ο Τζόνι μόλις αποφυλακίζεται πιάνει δουλειά εκεί σαν ταλαντούχος μάγειρας. Από την αρχή υπάρχει μια έλξη ανάμεσά τους, κάποια στιγμή αυτή μεταφράζεται σε σεξ μιας νύχτας... κι από εκεί και πέρα η σχέση περνά από διάφορα στάδια, με τον Τζόνι απόλυτα ερωτευμένο και την Φράνκι κάτι παραπάνω από διστακτική και απορριπτική.
Η ταινία ισορροπεί πετυχημένα νομίζω ανάμεσα στο δράμα και το χιούμορ. Οι λόγοι της πεισματικής άρνησης της Φράνκι κάποια στιγμή θα εξηγηθούν. Στο μεταξύ οι ευαίσθητοι θεατές θα συγκινηθούν και όλοι θα χαμογελάσουν σε κάποια σημεία. Το σενάριο δίνει αρκετό βάρος στην περιγραφή των χαρακτήρων γύρω από το βασικό ζεύγος, στις υπόλοιπες σερβιτόρες, στον έλληνα ιδιοκτήτη, στους γείτονες της Φράνκι κλπ. Όλοι μαζί φτιάχνουν έναν ταπεινό, αλλά απολαυστικό μικρόκοσμο με τις μικρές χαρές και τα (μεγάλα ίσως) προβλήματά του. Γενικά το φιλμ χαρακητρίζεται από τη γεμάτη κατανόηση και συμπάθεια ματιά στους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους και στις μικρές τους φιλοδοξίες. Σημαντικό βρίσκω και το ιδιαίτερο βάρος που ρίχνει στο ζήτημα της μοναξιάς, της χαρακτηριστικής μοναξιάς των μεγαλουπόλεων. Κάποιοι από τους χαρακτήρες ειναι - και όλα δείχνουν ότι θα παραμείνουν - μοναχικοί...
Δίχως να είναι αριστούργημα, νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε με ένα συμπαθητικό, ανθρώπινο φιλμ πάνω στη ζωή, τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις των απλών και ταπεινών, τη διαρκή τους - και μάταιη σε ορισμένες περιπτώσεις - αναζήτηση για ευτυχία, το γλυκόπικρο εν γένει της ζωής. Δεν το είχα δει και δεν μετάνοιωσα που το είδα. Δίχως, ξαναλέω, να πρόκειται για κάτι συγκλονιστικό.

eXTReMe Tracker