Τετάρτη, Απριλίου 29, 2015

ΜΠΕΡΔΕΜΑΤΑ ΦΥΛΟΥ ΣΤΗΝ "ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΦΙΛΕΝΑΔΑ"

Όταν η καλύτερή της φίλη (ήδη από τα παιδικά χρόνια) πεθαίνει νέα, η ηρωίδα, παντρεμένη κι ίδια, έρχεται πιο κοντά στο σύζυγο της εκλιπούσας και... κάνει μια απροσδόκητη ανακάλυψη: Στον χήρο και πατέρα μικρού παιδιού αρέσει να ντύνεται γυναικεία, δίχως ωστόσο να είναι ομοφυλόφιλος. Μετά το πρώτο σοκ η σχέση των δύο περνά από πολλά και διαφορετικά, αρκετά πολύπλοκα στάδια για να καταλήξει... αλλά δεν πρόκειται φυσικά να σας πω το τέλος.
Πρόκειται για την ταινία "Η Καινούρια Φιλενάδα" (Une Nouvelle Amie, 2014) του γάλου Francois Ozon και όχι, δεν πρόκειται για κωμωδία, αλλά για ένα περίπλοκο ψυχολογικό δράμα. Ο Ozon είναι ένας παραγωγικός και σχετικά ενδιαφέρων σκηνοθέτης, του οποίου ωστόσο το έργο, ομολογώ, δεν έχω παρακολουθήσει στενά. Εδώ ασχολείται με μια σπάνια περίπτωση παρενδυσίας (ήταν ακριβώς η περίπτωση του cult σκηνοθέτη Εντ Γουντ), όπου άντρες μετατρέπονται ουσιαστικά σε τραβεστί, αρέσκονται να ντύνονται δηλαδή γυναικεία, δίχως να είναι ομοφυλόφιλοι. Στην ταινία ο Οζόν κυρίως παίζει με τα φύλα και το δύσκολο και ανεξήγητο φαινόμενο του έρωτα, λέγοντάς μας ουσιαστικά ότι όλα μπορούν να συμβούν - και είναι επιτρεπτά. Η σχέση ανάμεσα στη φίλη και τον χήρο νέο άντρα, όπως είπα στην αρχή, περνά από πολλά πολύπλοκα στάδια και, βέβαια, θέτει και το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας (η ηρωίδα ονειρεύεται ή φαντασιώνεται τόσο μία λεσβιακή σχέση με τη νεκρή φίλη της όσο και μια σχέση του συζύγου της με τον χήρο). Αλλά και η ίδια νοιώθει ανάμικτα αισθήματα γι' αυτόν: Την έλκει άραγε αυτός καθ' εαυτός ο άντρας ή το ότι εκείνος μετατρέπεται σε μία άψογη γυναίκα; Να γιατί όλα μπορούν να συμβούν στον έρωτα.
Παράλληλα με τα μπερδεμένα (από άποψη φύλου) ερωτικά αισθήματα θίγεται και η έννοια της τόλμης σε σχέση με την κοινωνία - της αψήφησης του κοινωνικού περίγυρου δηλαδή και των περιορισμών που αυτός επιβάλλει - και της αμέριστης αποδοχής της διαφορετικότητας. Νομίζω ότι η θέση του Οζόν απέναντι σ' αυτά είναι σαφέστατη.
Σχετικά ενδιαφέρον (και ίσως "γαργαλιστικό", αν και δεν περιλαμβάνει ιδιαίτερα τολμηρές σκηνές) λοιπόν, αλλά δεν το θεωρώ και κάτι πολύ σημαντικό. Απλώς συμπαθητικό και, σίγουρα, θεματικά ασυνήθιστο.

Τετάρτη, Απριλίου 22, 2015

ΤΟ "ΑΛΑΤΙ ΤΗΣ ΓΗΣ" ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΟΛΑΣΗ

Ο βραζιλιάνος Sabastiao Salgado είναι ένας από τους σημαντικότερους φωτογράφους παγκοσμίως, έχοντας καταγράψει με το φακό του εκατονταδες κυριολεκτικά συγκλονιστικές εικόνες σε ολόκληρο τον πλανήτη. Από την άλλη ο Wim Wenders είναι ένας από τους πλέον παρακμασμένους σκηνοθέτες όταν καταπιάνεται με ταινίες μυθοπλασίας. Εδώ και χρόνια όμως δημιουργεί κατά καιρούς εξαιρετικά ντοκιμαντέρ (θυμηθείτε το "Buena Vista" ή την "Pina"). Έτσι λοιπόν, επιβεβαιώνοντας την ντοκιμαντερίστικη φόρμα του, γυρίζει το 2014 το "Αλάτι της Γης", με αντικείμενο τόσο τη δουλειά όσο και τον άνθρωπο Salgado. Η ταινία μάλιστα συνυπογράφεται σκηνοθετικά από το γιο του τελευταίου Juliano Ribeiro Salgado.
Μετά την επιβολή δικτατορίας στη Βραζιλία στα τέλη της δεκαετίας του 60 ο Salgado (γεννημένος το 1944), καταφεύγει με την τότε κοπέλα του και μετέπειτα μόνιμη σύντροφο και συνεργάτιδα μέχρι σήμερα Lelia, στο Παρίσι, όπου σπουδάζει οικονομικά. Η φωτογραφία όμως τον κερδίζει ήδη από το 1973. Από τότε ταξιδεύει σ' ολόκληρη τη γη (με έμφαση σε περιοχές όπου συμβαίνουν εφιαλτικά γεγονότα - πόλεμοι, πείνα κλπ, αν και όχι μόνο) και αιχμαλωτίζει με τη μηχανή του συγκλονιστικές εικόνες, κυρίως της ανθρώπινης τραγωδίας - ή της ανθρώπινης κτηνωδίας. Διάφορα μέρη της Αφρικής, Νότια Αμερική, Σερβία, Κουβέιτ, είναι μερικά μόνο από τα μέρη όπου κατέγραψε σκηνές που συνταράσουν. Ο Salgado ζούσε για καιρό στα μέρη όπου πήγαινε για να βιώσει κι ίδιος όσα συνέβαιναν εκεί.
Στην ταινία, ενώ δείχνονται δεκάδες από τις περίφημες φωτογραφίες του (θεωρώ από τις συγκλονιστικότερες αυτές σε ένα αχανές χρυσωρυχειο της Βραζιλίας, που θυμίζουν κόλαση ή το χτίσιμο του Πύργου της Βαβέλ), ο ίδιος μιλά τόσο για τη δουλειά του όσο, κυρίως, για τις εμπειρίες του και τους εφιάλτες που είδε με τα μάτια του και, φυσικά, κατέγραψε. Ο λόγος του φανερώνει - εκτός από ένα μεγάλο καλλιτέχνη - έναν ευαίσθητο, συναισθηματικό και σκεπτόμενο άνθρωπο. Ταυτόχρονα δεν διστάζει να θίξει και το θέμα της ουσιαστικής εγκατάλειψης της οικογένειάς του, αφού, όπως είπαμε, ο ίδιος ζούσε για καιρό σε απομακρυσμένα μέρη του πλανήτη. Ωστοσο η σχέση με τη γυναίκα του παρέμεινε ακλόνητη όλα αυτά τα χρόνια, ενώ όταν μεγάλωσε ο γιος του έγινε συνεργάτης του και μοιράστηκε πολλά ταξίδια μαζί του.
Το τελευταίο μέρος είναι εντυπωσιακό: Κάποια στιγμή ο ίδιος αηδιάζει με όσα έχει δει και παύει να πιστεύει πλέον στον Άνθρωπο, τον οποίο θεωρεί κτήνος. Μένει λοιπόν για κάποιο καιρό άπραγος, αρνούμενος να αντικρίσει κι άλλη φρίκη, ώσπου η γυναίκα του ρίχνει την ιδέα να ξανακάνουν δάσος την πατρική του φάρμα στη Βραζιλία, στην οποία μεγάλωσε και η οποία έχει πέσει θύμα ξηρασίας. Η ιδέα αυτή πραγματοποιείται και το 2014 η γη αυτή έχει (ξανα)γίνει αληθινή ζούγκλα. Κάπου στα τέλη των 90ς λοιπόν ο Salgado κάνει στροφή 180 μοιρών και μετατρέπεται σε έναν οικολόγο φωτογράφο, αιχμαλωτίζοντας τους τελευταίους γήινους παράδεισους, κομάτια του κόσμου δηλαδή που είναι ακόμα ανέγγιχτα από τον άνθρωπο ή τον πολιτισμό του ή τις τελευταίες απομονωμένες φυλές (Αμαζόνιος κ.α.). Στις τελευταίες δουλειές του, αυτός που αποτύπωσε όσο κανείς την ανθρώπινη τραγωδία διώχνει από τις εικόνες του τον φριχτό "πολιτισμένο" άνθρωπο και βρίσκει παρηγοριά και αισιοδοξία στη φύση.
Παρακολούθησα την ταινία με μεγάλο ενδιαφέρον, δίχως καθόλου να βαρεθώ (μη φοβηθείτε αν σας τρομάζουν τα ντοκιμαντέρ). Και μόνο οι φωτογραφίες του Salgado αρκούν για να σε κρατήσουν σε εγρήγορση. Αλλά και οι αφηγήσεις του, στρωτές, συναισθηματικές, συγκινητικές πολλές φορές, καταφέρνουν να κάνουν και ολόκληρη την ταινία ζεστή και συγκινητική - εκτός από συγκλονιστική όσον αφορά την ανθρώπινη φρίκη, λέξη που, το ξέρω, τόσες φορές χρησιμοποίησα σ΄αυτό το κείμενο.

Κυριακή, Απριλίου 19, 2015

Η ΤΡΕΛΑ ΤΗΣ ΕΙΔΗΣΗΣ ΣΤΟ "ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟ"

Ο Ron Howard υπήρξε τις περισσότερες φορές η απόλυτη ενσάρκωση του χολιγουντιανού mainstream. Η ταινία του 1994 "The Paper" (Το Πρωτοσέλιδο) δεν αποτελεί σε γενικές γραμμές εξαίρεση. Διαθέτει ένα καλό καστ (Μάικλ Κίτον, Γκλεν Κλόουζ, Ρόμπερτ Ντιβάλ, Μαρίζα Τομέι), κάποιες καλές στιγμές ίσως, αλλά μέχρις εκεί.
Όλη η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη "ζωή" μιας εφημερίδας (ή γύρω από τη ζωή στην εφημερίδα). Πρόκειται για μια μάλλον κίτρινη καθημερινή εφημερίδα, η οποία ωστόσο, παρά τον κιτρινισμό της (πρωτοσέλιδα με δυστηχήματα, ακρωτηριασμένα μέλη, "μικρά" θέματα που προβάλλονται ως τεράστια κλπ.) δεν γράφει τουλάχιστον ψέματα, κι αυτή είναι η ηθική αρχή της. Ο ήρωας είναι ένας παθιασμένος δημοσιγράφος, που συχνά ξενυχτά στα γραφεία, τρέχει ανά πάσα στιγμή να πιάσει τη μεγάλη είδηση ή την αποκλειστικότητα και γενικά ζει (ανθυγιεινά) για την εφημερίδα και μόνο, παρά το ότι η γυναίκα του βρίσκεται πολύ κοντά στη γέννα. Γύρω του κινείται ένα αληθινό τσίρκο από δημοσιογράφους, χαρακτήρες σαν κι αυτόν πάνω κάτω, ο καθένας με τις ιδιαιτερότητές του (η μία φιλοδοξη και αδίστακτη, ο άλλος με μανία καταδίωξης κλπ.), με επικεφαλής τον διευθυντή, που κι αυτός έχει το ίδιο "μικρόβιο". Μια μέρα δύο λευκοί επιχειρηματίες βρίσκονται δολοφονημένοι, όλα δείχνουν ότι πρόκειται για ρατσιστικό έγκλημα από μαύρους, η αστυνομία μάλιστα συλλαμβάνει δύο νεαρούς μαύρους ύποπτους, όλα όμως βρωμάνε ότι πρόκειται για πλεκτάνη. Τότε ο ήρωάς μας - αδιαφορώντας για την οικογένειά του - αναλαμβάνει δράση για να ξεσκεπάσει την αλήθεια - περισσότερο ίσως από δημοσιογραφικό πάθος για την αποκλειστικότητα, παρά για να αποκαταστήσει μια αδικία.
Η ταινία είναι χιουμοριστική και σκιαγραφεί το πάθος με την είδηση που προαναφέραμε. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι σχεδόν δεν έχουν δική τους ζωή, έχουν συχνά καταστρέψει με τις οικογένειές τους και, τελικά, ζουν για τη δουλειά, η οποία τους κουράζει αφάνταστα, αλλά και δεν μπορούν να κάνουν δίχως αυτήν. Βέβαια ο Χάουαρντ "χρυσώνει το χαπι" λέγοντάς μας τελικά ότι "κατά βάθος όλοι αυτοί οι βαρεμένοι, ακόμα και οι αδίστακτοι, είναι καλοί και τίμιοι", πράγμα για το οποίο πολύ αμφιβάλλω όσον αφορά ένα σημαντικό μέρος των δημοσιογράφων. Εκτός αυτού στο πρώτο τρίτο περίπου, όπου όλα συμβαίνουν στην καθημερινή τρέλα της εφημερίδας, βαρέθηκα αρκετά. Όσο για το βολικό για όλους τέλος - χάρη σε μια απίθανη ηθική" στροφή - μάλλον με χάλασε.
Ίσως διασκεδάσετε κάπου, δεν το θεωρώ όμως και τίποτα σπουδαίο. Το αντίθετο μάλλον.

Πέμπτη, Απριλίου 16, 2015

Η ΣΚΑΝΔΙΝΑΒΙΑ, ΟΙ ΚΟΕΝ ΚΑΙ ΤΟ "ΜΕ ΣΕΙΡΑ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ"

Ξέρουμε από καιρό ότι το σκανδιναβικό σινεμά βρίσκεται στα πάνω του. Κι αυτό επιβεβαιώνεται για μια ακόμα φορά με το νορβηγο-σουηδικό "Με Σειρά Εξαφάνισης" (Kraftidioten, 2014) του νορβηγού Hans Petter Moland. Το έχουν γράψει όλες οι κριτικές κι εγώ καθόλου δεν θα διαφωνήσω: Πρόκειται για έναν "βόρειο" συνδυασμό Κοέν και Ταραντίνο (με περισσότερες επιροές κατά τη γνώμη μου από τους πρώτους).
Όταν ο γιος του βρίσκεται νεκρός τάχα "από υπερβολική δόση", ένας φιλήσυχος, κοντά στη σύνταξη εκχιονιστής, ο οποίος μάλιστα μόλις έχει ανακηρυχτεί "πολίτης της χρονιάς", αποφασίζει να εκδικηθεί με άγριο τρόπο και να ανακαλύψει τους αληθινούς φονιάδες. Αυτό θα τον φέρει στα ίχνη μιας αδίστακτης σκανδιναβικής σπείρας εμπόρων ναρκωτικών και στη συνέχεια θα ενσκήψει στο τοπίο και μια ...σερβική ανταγωνιστική συμμορία, ενώ το αίμα θα ρέει όλο και πιο άφθονο.
Το φιλμ ξεκινά σοβαρά, σαν ένα βαρύ ρεαλιστικό δράμα, και σύντομα δείχνει το αληθινό του πρόσωπο: Πρόκειται για μια κατάμαυρη και αιματοβαμμένη κωμωδία. Όσο προχωρά μάλιστα, τόσο πιο αστεία γίνεται και τόσο η όλο και περισσότερη βία, αντί να "τρομάξει", βγάζει όλο και περισσότερο γέλιο. Έτσι οι δύο ώρες περνούν απολαυστικότατα - και το σενάριο μάλιστα είναι νομίζω αρκετά έξυπνο ώστε να κρατά σε εγρήγορση τον θεατή.
Υπάρχουν όμως κι άλλα: Το απίστευτο, κατάλευκο, παγωμένο τοπίο, απόκοσμο και μυστηριώδες, είναι ίσως ο αληθινός πρωταγωνιστής της ταινίας. Ο άνθρωπος φαίνεται πολύ μικρός μέσα στην απεραντοσύνη του. Μερικές από τις εικόνες είναι αληθινά εικαστικότατες. Από την άλλη, η κριτική στην "καθώς πρέπει", άψογη βόρεια κοινωνία, είναι αιχμηρότατη: Οι γκάγκστερς είναι ατσαλάκωτοι, κυριλέ, με όλη τη σημασία της λέξης, όπως η κοινωνία που τους περιβάλλει, και ταυτόχρονα πραγματικά αδίστακτοι και βίαιοι. Ο ρατσισμός είναι παρόν, πράγμα που φαίνεται από τα συνεχή προσβλητικά για την άλλη συμμορία σχόλια του κυριλέ, χορτοφάγου (!) αρχηγού. Το κακό και το σάπιο υποβόσκουν κάτω από την πάλλευκη, όπως και το πανταχού παρόν χιόνι, απαστράπτουσα επιφάνεια. Και βέβαια η κριτική αγγίζει και τον "άλλο πόλο", τους σέρβους, με το δικό τους μπάχαλο, το κιτς και την από τη σκοπιά τους κριτική στη νορβηγική κοινωνία.
Ο Στέλαν Σκάαρσγκαρντ είναι πάντα πολύ καλός. Την παράσταση όμως για μένα έκλεψε ο απιστευτος Μπρούνο Γκαντζ ως... σέρβος νονός!

Τρίτη, Απριλίου 14, 2015

ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΥΠΕΡΦΥΣΙΚΟ ΣΤΟΝ "ΑΚΕΦΑΛΟ ΚΑΒΑΛΑΡΗ"

Στα 1999 ο Tim Burton, σε φόρμα τότε, συνεργάζεται για μια ακόμα φορά με τον αγαπημένο του ηθοποιό Τζόνι Ντεπ στον "Μύθο του Ακέφαλου Καβαλάρη" (Sleepy Hollow), βασισμένο χαλαρά στην κλασική ιστορία του Washington Irving από τον 19ο αιώνα.
Ο ήρωας είναι ένας πρωτοποριακός για την εποχή του αστυνομικός ερευνητής, που πιστεύει στην επιστήμη και προσπαθεί να λύσει μυστήρια για φόνους κλπ. με βάση τη λογική, τη χημεία και τα εργαλεία του, πράγμα που τον φέρνει σε αντίθεση με το περιβάλλον του. Στέλνεται από τους προϊσταμένους του (κάτι σαν "δυσμενής μετάθεση") να ερευνήσει τα φριχτά συμβάντα στην απομονωμένη επαρχιακή περιοχή Sleepy Hollow, όπου πτώματα κατοίκων βρίσκονται αποκεφαλισμένα, ενώ τα κεφάλια τους δεν βρίσκονται ποτέ. Όλοι εκεί πιστεύουν ότι οι φόνοι είναι έργο του νεκρού "Ακέφαλου Καβαλάρη", που εμφανίζεται κατά καιρούς και στοιχειώνει την περιοχή. Όταν ο νεαρος επιστήμονας φτάνει εκεί θα βρεθεί όντως αντιμέτωπος με το υπερφυσικό, πράγμα που θα αρχίσει να κλονίζει τις πεποιθήσεις του, ενώ οι εφιαλτικές εμφανίσεις και τα εγκλήματα συνεχίζονται.
Η ταινία, ίσως η τρομακτικότερη του Μπάρτον, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μια γοτθική ταινία καθαρού τρόμου (ακόμα και σπλάτερ σε κάποιες στιγμές). Ωστοσο ο δαιμόνιος σκηνοθέτης με το χαρακτηριστικό προσωπικό του στιλ, την μπολιάζει και με μια γερή δόση μαύρου χιούμορ, μετατρέποντάς την έτσι σε καθαρά μπαρτονικό έργο. Ο ήρωας, ανατρέποντας κάθε περί γενναιότητας κλισέ, είναι ένας αληθινά τρομοκρατημένος χαρακτήρας με τα όσα αντικρίζει και αντιμετωπίζει εκεί. Είναι χαρακτηριστικό ότι θα λιποθυμήσει από φόβο αρκετές φορές κατά τη διάρκεια του φιλμ, ενώ μερικοί από τους κατοίκους (ακόμα και η κοπέλα που ερωτεύεται), εξοικειωένοι με το υπερφυσικο - ή μήπως τη δυσειδαιμονία, και πού βρίσκονται τα όρια μεταξύ τους; - θα φανούν συχνά ψυχραιμότεροι από τον ίδιο. Ταυτόχρονα μπολιάζει την ιστορία με μια "αστυνομική" υφή (ποιος κινεί τα νήματα του φοβερού Καβαλάρη και γιατί τα θύματα είναι αυτά που είναι και όχι άλλοι κάτοικοι;) προσδίδοντας έτσι ένα ακόμα στοιχείο που θα κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή. Στο φόντο πάντως υποβόσκει η αιώνια διαμάχη ανάμεσα σε λογική και συναίσθημα, επιστήμη και υπερφυσικό, αίτιο / αιτιατό και παράλογο. Ο Μπάρτον βέβαια, ως γνήσιος ρομαντικός και λάτρης του γοτθικού κλιματος, τίθεται απερίφραστα υπέρ των δεύτερων στοιχείων στα διλήμματα αυτά.
Συνολικά το φιλμ, συνεπικουρούμενο από την ωραία, "σκοτεινή" εικόνα και τη ζοφερή - αλλά και συχνά αστεία - ατμόσφαιρα, είναι νομίζω από τα πετυχημένα του δημιουργού αυτού, που με τον προσωπικό, άμεσα αναγνωρίσιμο τρόπο του μπόλιασε το σύγχρονο σινεμά με έντονη γοτθική φλέβα και με μια σειρά από σκοτεινά παραμύθια.

Τετάρτη, Απριλίου 08, 2015

FATHERLAND: ΑΝ ΕΙΧΑΝ ΚΕΡΔΙΣΕΙ ΟΙ ΝΑΖΙ...



Οι ταινίες που έχουν σαν θέμα πτυχές εναλλακτικής ιστορίας (τι θα γινόταν δηλαδή αν ιστορικά γεγονότα είχαν διαφορετική κατάληξη απο αυτην που γνωρίζουμε) είναι σχετικά σπάνιες. Το "Fatherland" γυρίστηκε το 1994 από τον καθαρά τηλεοπτικό Christopher Menaul για το ΗΒΟ, είναι δηλαδή μια μεγάλου μήκους τηλεταινία, και βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του βρετανού Ρόμπερτ Χάρις.
Βρισκόμαστε στα 1964 και οι ναζί έχουν κερδίσει τον πόλεμο. Ολόκληρη η Ευρώπη είναι γερμανική, ο πόλεμος συνεχίζεται μόνο στο μέτωπο της ακόμα υπό τον Στάλιν Ρωσίας που αντιστέκεται, ενώ η αντίπαλη υπερδύναμη στους ναζί είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Οι δύο ισχυρές χώρες βρίσκονται σε κατάσταση Ψυχρού Πολέμου. Ο Χίτλερ, στα 75 του πλέον, εξακολουθεί να κυβερνά. Μετά από 20 ψυχροπολεμικά χρόνια 3ο Ράιχ και ΗΠΑ ετοιμάζονται να "σπάσουν τον πάγο" για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο, με την ιστορική επίσκεψη του αμερικανού προέδρου (ο οποίος είναι ο γηραιός πατέρας του Τζον Κένεντι!) στο Βερολίνο. Εκείνη ακριβώς την περίοδο παλιά, ηλικιωμένα πλέον στελέχη του ναζιστικού κόμματος αρχίζουν να πεθαίνουν με διάφορους τρόπους. Ένας αξιωματικός των Ες Ες (ταιριαστός ο Ρούντγκερ Χάουαρντ), με κάποιες αμφιβολίες για το καθεστώς, αναλαμβάνει την υπόθεση. Πολύ γρήγορα θα βρεθεί στα ίχνη ενός τεράστιου μυστικού και θα αρχίσει να κινδυνεύει κι ο ίδιος από τη Γκεστάπο.
Η ταινία δεν νομίζω ότι διαθέτει κινηματογραφικές πρωτοτυπίες. Βασίζεται κυρίως στο σενάριο, που κατάφερε να με κρατήσει τόσο με την αστυνομικής υφής ίντριγγα όσο και με το όλο αγχωτικό κλίμα που δημιουργεί ένα κατεστημένο πλέον, πλην όμως πάντοτε στυγνό και δικτατορικό καθεστώς, γεμάτο σκοτεινά μυστικά και διαρκείς παρακολουθησεις των πάντων. Δίχως εντυπωσιακά εφέ και σκηνικά, το φιλμ αναπαριστά προσεκτικά και σε κάποια σημεία με έξυπνο τρόπο  το πώς θα ήταν μια ειρηνική πλέον ναζιστική Γερμανία στη δεκαετία του 60 (κάπου φαίνεται τοιχοκολλημένη και μια αφίσα των Beatles). Φυσικά η καταπίεση και η ουσιαστική έλλειψη ελευθερίας στηλιτεύονται, ενώ η σκιά του εφιαλτικού Ολοκαυτώματος κυριαρχεί για μια ακόμα φορά.
Κάποιες σκηνές προς το τέλος, με την αποκάλυψη ενός μεγάλου μυστικού κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, μου φανηκαν υπερβολικές (ή μάλλον φτιαγμένες αποκλειστικά για να δώσουν αυτό το κλασικό δευτερόλεπτο-με δευτερόλεπτο-σασπένς), αλλά συνολικά βρήκα την ταινία αρκετά ενδιαφέρουσα και την μίξη αληθινών και εναλλακτικών γεονότων έξυπνη.

Τρίτη, Απριλίου 07, 2015

ΟΝΤΩΣ "ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ"

1954. Στην Αλγερία έχει ξεσπάσει ο πόλεμος της ανεξαρτησίας ενάντια στους γάλλους αποικιοκράτες. Εν μέσω λοιπόν μιας καθόλου ομαλής κατάστασης, ένας φιλήσυχος ευρωπαϊκής καταγωγής δάσκαλος (που έχει ομως γεννηθεί στην Αλγερία) διδάσκει σε ένα απομονωμένο σχολείο στο μέσον του πουθενά, όταν διατάσεται (παρά τη θέλησή του) να παραδώσει έναν αλγερινό αιχμάλωτο, ο οποίος έχει διαπράξει ποινικό έγκλημα, στην πιο κοντινή πόλη για να δικαστεί. Η πόλη απέχει κάποιες μέρες δρόμο με τα πόδια και μία οδύσσεια αρχίζει για τους δύο, των οποίων η σχέση θα γίνεται όλο και στενότερη.
Αυτά συμβαίνουν στη γαλλική  ταινία "Μακριά από τους Ανθρώπους" (Loin des Hommes) που γύρισε το 2014 ο David Oelhoffen και η οποία βασίζεται στο διήγημα "Η Φιλοξενία" του Αλμπέρ Καμί (που κι αυτός ήταν γαλλο-αλγερινός). Η ταινία με εντυπωσίασε με τη λιτότητα, αλλά και τον προβληματισμό της. Λιτότητα επειδή οι δύο ήρωες μιλούν λίγο (αλλά ουσιαστικά), επειδή μοιάζουν να αρκούνται στα απόλυτα αναγκαία, επειδή λιτοί είναι οι χώροι - και κυρίως το σχολείο. Αλλά "λιτό" είναι και το φυσικό περιβάλλον, καθώς ολόκληρο το φιλμ είναι γυρισμένο σε ένα αχανές, άνυδρο, κιτρινωπό τοπίο, στην έρημο της χώρας. Το φυσικό σκηνικό θυμίζει γουέστερν (στην βορειοαφρικάνικη εκδοχή του), ενώ ακόμα και το πιο μικρό ή ευτελές αντικείμενο, φυτό ή κτίσμα μοιάζει να έχει μοναδική αξία.
Όσο για τα θέματα που θίγονται; Το φιλμ εξετάζει την αντοχή της προσωπικής ηθικής ενός ανθρώπου, καθώς αυτή δοκιμάζεται απέναντι σε θεσμούς ή ιδεολογίες και πρακτικές που έρχονται σε απόλυτη αντίθεση με τα πιστεύω του. Έτσι η μοναξιά του ήρωα, αυτό το "μακριά από τους ανθρώπους", έχει να κάνει όχι μόνο με την κυριολεκτική, "γεωγραφική" του απομόνωση (αφού ζει ολομόναχος, αλλά ευτυχής στο απομονωμένο σχολείο), αλλά και με την απομόνωση από τα αντίθετα μεταξύ τους πιστεύω των γύρω του: Τόσο από τους κατακτητές (και δολοφόνους σε κάποιο σημείο) "συμπατριώτες" του γάλλους, όσο και από τα άγρια, εκδικητικά και βασισμένα στην "τιμή" έθιμα των ντόπιων αλγερινών. Η προσωπική ηθική λοιπόν πάνω απ' όλα. Και τι γίνεται με την ελευθερία βούλησης, που μερικές φορές απαιτεί θυσίες ή ρίξεις με όσα επικρατούν στον κοινωνικό περίγυρο;
Ταυτόχρονα το γεμάτο κινδύνους (από όλες τις πλευρές) οδοιπορικό των δύο πρωταγωνιστών διατήρησε αμείωτη  την αγωνία μου για τη  τελική έκβαση, οπότε και το στοιχείο του σασπένς ήταν εξασφαλισμένο, ενώ ο Βίγκο Μόρτενσεν ήταν πειστικοτατος ως βασικός ήρωας. Πολύ ενδιαφέρων συνδυασμός λοιπόν μιας ιστορίας που κρατά τον θεατή από τη μία και φιλοσοφικού προβληματισμού από την άλλη.

Δευτέρα, Απριλίου 06, 2015

"ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ" ΜΕ ΚΑΠΟΙΑ ΗΘΙΚΗ...

Βρισκόμαστε στα 1966 όταν ο σημαντικός σκηνοθέτης Richard Brooks (1912-1992) γυρίζει το γουέστερν "The Professionals" (Οι Επαγγελματίες) με ένα λαμπρό καστ: Λι Μάρβιν, Μπαρτ Λάνκαστερ, Ρόμπερτ Ράιαν, Τζακ Πάλανς, Κλαούντια Καρντινάλε! Νομίζω ότι η ταινία θα γίνει ένα από τα τελευταία κλασικά γουέστερν, καθώς το είδος είχε ήδη αρχίσει να χάνει την παλιά του αίγλη.
Ένας πάμπλουτος τραπεζίτης προσλαμβάνει μια ομάδα "επαγγελματιών" - με πολύ καλή πληρωμή φυσικά - με αποστολή να μπούν στο Μεξικό και να φέρουν πίσω τη σύζυγό του, που έχει απαχθεί από μεξικανό κακοποιό. Φυσικά ο καθένας από την τετραμελή ομάδα ειδικεύεται σε κάτι, ενώ οι δύο απ' αυτούς ξέρουν πολύ καλά τη χώρα, αφού λίγα χρόνια πριν είχαν πολεμήσει στο πλευρό του Πάντσο Βίλα κατά τη μεξικάνικη επανάσταση. Γενικά όλο το φιλμ έχει σαν φόντο την επανάσταση - ή μάλλον τον απόηχό της - και πολλά λέγονται γι΄ αυτήν. Καθώς όμως η ομάδα πλησιάζει στο στόχο της, θα γνωρίσει μια μεγάλη έκπληξη...
Το γουέστερν αυτό, με σχετικά αργούς ρυθμούς (όχι, μη φοβηθείτε πολύ), ξεδιπλώνει μεθοδικά την ιστορία και τον προβληματισμό του, δίχως βεβαίως να στερείται δράσης (και κλασικό πιστολίδι) σε κάμποσες σκηνές του. Για μια ακόμα φορά το (μεξικάνικο αυτή τη φορά) τοπίο της ερήμου είναι κυρίαρχο. Η ζέστη, η σκόνη, οι κίτρινες εκτάσεις, τα βράχια, τα βουνά... Και βέβαια οι διαφορετικοί χαρακτήρες της ομάδας (και τα διαφορετικά κίνητρά τους) αποκαλύπτονται σιγά - σιγά.
Ωστόσο ο Brooks είναι κατά βάση ένας κοινωνικός σκηνοθέτης ("Εν Ψυχρώ", "Η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα", "Αναζητώντας τον κ. Goodbar" κλπ.). Δεν θα μπορούσε λοιπόν κι εδώ να λείπει ο κοινωνικός προβληματισμός. Γενικά η ταινία στηρίζεται στο παιχνίδι του ποιος πραγματικά είναι ο "καλός" και ποιος ο "κακός". Τα πράγματα δεν είναι αυτά που φαίνονται με μια πρώτη ματιά και η αμφισβήτηση των "νορμάλ" καταστάσεων είναι πλήρης. Νομίζω ότι το στοιχείο αυτό (που αγγίζει και τον πολιτικό προβληματισμό) είναι αυτό που χαρακτηρίζει ένα κατά τα άλλα τυπικό γουέστερν (το λέω με καλή έννοια). Θα το χαρακτήριζα λοιπόν "σκεπτόμενο", δίχως αυτό το στοιχείο να στερεί την απόλαυση ενός καλού δείγματος του είδους. Στο κάτω - κάτω, εκτός της δράσης, υπάρχει και το καστ που προαναφέραμε...

Τετάρτη, Απριλίου 01, 2015

ΞΑΝΑΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΤΟ "ΟΣΑ ΠΑΙΡΝΕΙ Ο ΑΝΕΜΟΣ"

Το θρυλικό "Όσα Παίρνει ο Άνεμος" (Gone with the Wind) γυρίστηκε το 1939 από τον Victor Fleming (1889-1949), αν και στα γυρίσματα είχαν πάρει μέρος (και αποχώρησαν, οπότε τα ονόματά τους δεν γράφονται) οι George Cucor και Sam Wood. Διαρκεί λίγο λιγότερο από 4 ώρες και μέχρι τον "Τιτανικό" του 1997 θεωρούνταν η εμπορικότερη ταινία όλων των εποχών.
Πρόκειται για ένα βαθύ μελόδραμα που διαδραματίζεται στην Αμερική του Νότου πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον Εμφύλιο πόλεμο. Ήρωες η Σκάρλετ Ο'Χάρα, μια πλούσια, εγωίστρια, όμορφη κοπέλα που έχει όλους τους άντρες στα πόδια της , ο κυνικός τυχοδιώκτης Ρετ Μπάτλερ, που την πολιορκεί για χρόνια έως ότου την κατακτήσει τελικά, η εξαδέλφη της, πρότυπο γλυκιάς και καλής γυναίκας και ο τίμιος και ονειροπόλος σύζυγός της τελευταίας Άσλι, με τον οποίο η Σκάρλετ είναι ερωτευμένη για όλη της τη ζωή δίχως ανταπόκριση (Βίβιαν Λι, Κλαρκ Γκέιμπλ, Ολίβια ντε Χάβιλαντ και Λέσλι Χάουαρντ αντίστοιχα). Πόλεμοι, οικονομικά σκαμπανεβάσματα, γάμοι χωρίς έρωτα, ανεκπλήρωτα πάθη, βαριά πένθη και δράματα - με φόντο το τοπίο του Νότου και την ιστορία της εποχής - συνθέτουν την πλοκή του φιλμ.
Φυσικά πρόκειται για αρχετυπική ρομαντική και δραματική ταινία, που συνεπικουρείται από την ονειρική μερικές φορές φωτογραφία με τα πλούσια (και "ψεύτικα") χρώματα, που της προσδίδει μια "μαγική" διάσταση, αλλά και για μια "τοιχογραφία" της εποχής και του τόπου. Αν σας αρέσουν τα πλούσια δράματα δεν πρέπει να το χάσετε, καθώς αποτελεί must για κάθε σινεφίλ.
Ωστόσο δεν γράφω το κείμενο αυτό για να μιλήσω απλώς για μια πασίγνωστη, κλασική ταινία. Ξαναβλέποντάς την μετά από πολλά - πολλά χρόνια, έμεινα έκπληκτος με κάποια στοιχεία της (πολύ βασικά και οφθαλμοφανή μάλιστα), που μας οδηγούν αναπόφευκτα σε συγκρίσεις με τα σημερινά κυρίαρχα στιλ του mainstream σινεμά: Ε, λοιπόν, η εμπορικότερη ταινία όλων των εποχών (για 58 χρόνια τέλος πάντων) διαθέτει σαν ήρωες δύο αρνητικούς χαρακτήρες. Εκείνος δεν είναι καθόλου "ρομαντικός" και ιδεολόγος. Αντίθετα είναι κυνικός και ενδιαφέρεται μόνο για το τομάρι του, γι' αυτό και επιβιώνει άνετα σε κάθε κατάσταση, όσο δύσκολη κι αν είναι. Όσο για εκείνη... τι να πει κανείς; Εγωίστρια (δεν διαθέτει ούτε καν αρκετό μητρικό φίλτρο), ψηλομύτα, σκληρή, φιλοχρήματη, δεν διστάζει να εκμεταλλευτεί την ομορφιά της και, τελικά, κάθε άλλο παρά συμπαθής προσωπικότητα είναι. Έχει βέβαια πείσμα και, κυρίως, διαθέτει εκπληκτική εσωτερική δύναμη (και μένει πιστή σε έναν ανεκπλήρωτο έρωτα), αλλά θετικός χαρακτήρας δεν είναι με τίποτα. Οι δύο αυτοί άνθρωποι είναι μαζί από ένα σημείο και μετά, όμως δεν είναι αμοιβαία ερωτευμένοι. Η σχέση τους είναι κάτι παραπάνω από ταραχώδης. Όσο για το τέλος... βρισκόμαστε πολύ μακριά από κάθε έννοια happy end. Και βέβαια είναι και σαφώς αντιπολεμική, αφού παρουσιάζει τον πόλεμο σαν κάτι αποκλειστικά και μόνο καταστροφικό, δίχως τίποτα το ηρωικό, πολύ μακριά από τον ηλίθιο (στα λόγια) ηρωισμό και "πατριωτισμό" των αντρών του Νότου στο αρχικό μέρος του φιλμ. Είναι πραγματικά απορίας άξιο το πώς "η μεγαλύτερη επιτυχια του σινεμά" διαθέτει τόσα πολλά... ε... όχι και πολύ αναμενόμενα για τόση επιτυχία στοιχεία...
Συγκρίνετε με την σχετικά πρόσφατη επιτυχία που προαναφέραμε, τον "Τιτανικό". Εντάξει, ούτε εδώ υπάρχει happy end, αλλά κατά τα άλλα... Ένας αγνός, ρομαντικός έρωτα που αψηφά τις προκαταλήψεις, δύο πέρα για πέρα θετικοί - και μονοδιάστατοι - χαρακτήρες, overdose συγκίνησης, αυτό που περιμένει δηλαδή κανείς από ένα κλασικό εμπορικό μελόδραμα. Ναι, είμαι σίγουρος ότι η ταινία του '39 είναι πολύ πιο ρηξικέλευθη σε πολλά στοιχεία της. Μήπως τελικά έχουμε πισωγυρίσει σε έναν αβάσταχτο συντηρητισμό;
Ίσως να αξίζει να (ξανα) δείτε την ταινία απ' αυτή τη σκοπιά, συγκρίνοντας δηλαδή κινηματογραφικά και κοινωνιολογικά - και όχι μόνο - δύο τόσο απομακρυσμένες εποχές.

eXTReMe Tracker