Δευτέρα, Μαρτίου 30, 2015

Η "ΔΥΣΚΟΛΗ" ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΟΥ CHAPPIE

Ο νοτιοαφρικανός σκηνοθέτης Neill Blomkamp είχε εντυπωσιάσει πριν μερικά χρόνια με το εξαιρετικό "District 9", που ανανέωσε την επιστημονική φαντασία στο σινεμά. Το 2015 γυρίζει το "Chappie" και φοβάμαι ότι τα αποτελέσματα είναι σαφώς κατώτερα.
Το Γιοχάνεσμπουργκ του κοντινού μέλλοντος είναι βουτηγμένο στην εγκληματικότητα (πράγμα που συμβαίνει και στο παρόν). Μία εταιρία όπλων κατασκευάζει ειδικά ρομπότ, τα οποία χρησιμοποιούνται ως αστυνομικοί, με θετικά αποτελέσματα στη μείωση της εγκληματικότητας - και μέχρι εδώ το πράγμα θυμίζει "Ρόμποκοπ". Ένας νεαρος επιστήμονας κλέβει ένα τέτοιο ρομπότ και καταφέρνει να του εμφυτεύσει τεχνητή νοημοσύνη, οπότε αυτό χρειάζεται εκπαίδευση από την αρχή, σαν παιδί. Τα πράγματα όμως περιπλέκονται όταν το "αθώο" ρομπότ απάγεται από μια συμμορία των δρόμων και χρησιμοποιείται για εγκληματικούς σκοπούς.
Ας δούμε τα αρνητικά: Βρήκα την ιστορία - ειδικά τα μέρη της εκπαίδευσης του Chappie και κάποια άλλα σημεία - αρκετά απλοϊκά και ιδιαιτέρως συναισθηματικά. Είναι στιγμές που ένοιωθα ότι η ταινία γλιστρά σχεδόν στο μελό. Τα στερεότυπα είναι πολλά (οι άγριοι γκάγκστερς που κατά βάθος έχουν "χρυσή καρδιά", τα μητρικά αισθηματα, η σκληρή κοινωνία κλπ.) Γενικά μου φάνηκε ότι το φιλμ υποκύπτει σε πολλές ευκολίες - και η δράση, τα κυνηγητά και οι εκρήξεις δεν λείπουν καθόλου φυσικά. Η στιβαρότητα του "District 9" νομίζω οτι έχει χαθεί.
Θετικά στοιχεία υπάρχουν: Κατ' αρχήν ο Blomkamp, εκτός του ότι για τρίτη φορά παραμένει σταθερός στο είδος της επιστημονικής φαντασίας, διατηρεί στο περιβάλλον του φιλμ αυτή τη χαρακτηριστική "βρωμιά" και την άσχημη καθημερινότητα που τον καθιέρωσαν, πολύ μακριά από την απαστράπτουσα χάι τεχνολογία αμερικάνικων παραγωγών. Δεν είναι τυχαίο ότι η ταινία είναι γυρισμένη και πάλι στο άσχημο και γεμάτο παραγκουπόλεις Γιοχάνεσμπουργκ, πολύ μακριά δηλαδή από το Χόλιγουντ - και το στοιχείο αυτό τονίζεται. Επίσης το κοινωνικό σχόλιο είναι παρόν - οι ταξικές διαφορές, οι "καρχαρίες" της εταιρίας και οι πολεμοκάπηλοι (Χιου Τζάκμαν), οι άξεστοι μπάτσοι... Αλλά εδώ, προσπαθώντας να βάλει και πολλά άλλα κοινωνικά, θρησκευτικά και φιλοσοφικά θέματα (εκπαίδευση, σχέση δημιουργού - δημιουργήματος κλπ.) κάπου χάνει τον στόχο. Υπάρχει βέβαια και πολύ χιούμορ, που ελαφρύνει τις καταστάσεις - νομίζω είναι πρώτη φορά που υπάρχει το στοιχείο του χιούμορ στο έργο του.
Γενικά λοιπόν ο Blomkamp διατηρεί αρκετά στοιχεία από ένα προσωπικό στιλ και εδώ το αποτέλεσμα είναι κάποιες στιγμές διασκεδαστικό και παρακολουθείται ευχάριστα, συνολικά όμως μου άρεσε λιγότερο από τις άλλες δουλειές του.

Παρασκευή, Μαρτίου 27, 2015

ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΣΤΟ "ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΦΟΙΝΙΚΑ"

Ο γερμανός σκηνοθέτης Christian Petzold συνεργάζεται εδώ και χρόνια (σχεδόν μόνιμα) με την ηθοποιό Nina Hoss. Το 2014 θα γυρίσει το "Τραγούδι του Φοίνικα" (Phoenix), με την πρωταγωνίστρια αυτή φυσικά, ένα στιβαρό, χιτσκοκικό δράμα που διαδραματίζεται στα ερείπια της Γερμανίας αμέσως μετά το τέλος του πολέμου.
Στο ερειπωμένο, βομβαρδισμένο Βερολίνο, μια εβραία που όλοι θεωρούν νεκρή επιστρέφει από στρατόπεδο συγκέντρωσης πληγωμένη στο πρόσωπο και έχοντας κληρονομήσει σεβαστή περιουσία. Μετά από πλαστικές επεμβάσεις, μη αναγνωρίσιμη πλέον από τους οικείους της, ερωτευμένη πάντοτε, αναζητά απεγνωσμένα τον άντρα της, παρά το ότι υπάρχουν υποψίες ότι αυτός την κατέδωσε. Όταν τον βρίσκει εκείνος δεν την αναγνωρίζει, προσπαθεί όμως να την πείσει να υποδυθεί τη νεκρή (όπως νομίζει) σύζυγό του για να καρπωθεί την περιουσία της. Έτσι ένα παιχνίδι πολλαπλών ταυτοτήτων και αποκρύψεων αρχίζει ανάμεσα στους δύο.
Νομίζω ότι πρόκειται για ένα πολύ δυνατό ψυχολογικό δράμα, από τις καλύτερες ταινίες του Petzold. Παράλληλα διαθέτει δυνατό σασπένς. Το παιχνίδι της γυναίκας - που - υποδύεται - τον εαυτό - της (και που ο άλλος θεωρεί νεκρή) θυμίζει βέβαια το περίφημο Vertigo του Χίτσκοκ. Συνειδητά νομίζω. Το θέμα αυτό άλλωστε επεξεργάζεται ο σκηνοθέτης, τοποθετώντας το όμως σε εντελώς διαφορετική βάση και τονίζοντας το ιστορικό background. Το κατεστραμμένο Βερολίνο, η καταρρέουσα τότε Γερμανία και η όλη (εξπρεσιονιστική κάποιες στιγμές, αν και όχι πάντα) ατμόσφαιρα θυμίζουν εικόνες από φιλμ όπως ο "Τρίτος Άνθρωπος" ή το "Berlin Express".
Φυσικά πέρα από τη χιτσκοκική προβληματική των πλαστών ταυτοτήτων και της απόκρυψης της αλήθειας, η ταινία εστιάζει και σε πολιτικά θέματα. Αυτό που θεωρώ σημαντικό είναι ότι το βάρος πέφτει όχι στην ευθύνη των ναζί για τη φρίκη του πολέμου και των στρατοπέδων (η οποία ούτως ή άλλως είναι προφανής και δεδομένη), αλλά στην ευθύνη των άλλων, του "σιωπηρού περίγυρου", της υπόλοιπης γερμανικής κοινωνίας και της ανοχής της στα όσα εφιαλτικά συνέβαιναν. Αυτή η υποκριτική στάση καυτηριάζεται ιδιαίτερα στο φιλμ, το οποίο κορυφώνεται στο πολύ δυνατό (όχι με την έννοια της δράσης) φινάλε.
Για όσους αρέσκονται στα δραματικά ψυχολογικά θρίλερ, το συνιστώ.

Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2015

STAR TREK: ΟΤΑΝ Ο ΚΑΝ ΟΡΓΙΣΤΗΚΕ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ

Το 1979 η θρυλική σειρά επιστημονικής φαντασίας Star Trek αρχιζει να μεταφέρεται στην οθόνη (πράγμα που συνεχίζεται μέχρι σήμερα). To 1982 λοιπόν, 3 χρόνια μετά την πρώτη ταινία, ο Nicholas Meyer γυρίζει το δεύτερο φιλμ της σειράς, το "Star Trek: The Wrath of Khan" (Η οργή του Καν), που για πολλούς φανς θεωρείται και το καλύτερο της πρώτης κινηματογραφικής εποχής των περιπετειών του διαστημοπλοίου Enterprise.
Ο κάπτεν Κερκ έχει προαχθεί σε ναύαρχο και ουσιαστικά έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση, από την κυβέρνηση του σκάφους δηλαδή, πράγμα που κατά βάθος δεν τον κάνει καθόλου ευτυχισμένο. Σε ένα εκπαιδευτικό ταξίδι όμως με το Enterprise πέφτει πάνω σε έναν παλιό εχθρό του, τον Καν, τον οποίο ο Κέρκ είχε εξορίσει πριν 15 χρόνια σε έναν απομονωμένο πλανήτη. Ο Καν, άτομο ανώτερης ευφυίας, ζει όλα αυτά τα χρόνια με μοναδικο σκοπό να εκδικηθεί, και φυσικά θα αρπάξει την ευκαιρία.
Σπουδή πάνω στο θέμα της εκδίκησης και της παράνοιας στην οποία αυτή μπορεί να οδηγήσει, το φιλμ βαθαίνει τους κλασικούς χαρακτήρες της σειράς (παίζουν όλοι, ανελλιπώς). Ο Κερκ, κάπως γερασμένος πλέον, είναι πια ένας μελαγχολικός, μοναχικός χαρακτήρας, που νοσταλγεί τη νιότη και τις παλιές περιπέτειες, ενώ ο Σποκ είναι βέβαια ο Σποκ, ο τέλεια λογικός και χωρίς συναισθήματα (;) τύπος. Ταυτόχρονα υπάρχει και προβληματισμός για θέματα όπως: Μπορεί κανείς να θυσιάσει ανθρώπους για να σωθούν περισσότεροι; Και αν ναι, θα έχει το κουράγιο να το κάνει; Και όλα καταλήγουν σε ένα συγκινητικό (!) τέλος, ύμνο μεταξύ άλλων στη φιλία, με τον SPOILER!!! SPOILER!!! θάνατο / θυσία του Σποκ, που έκανε την ταινία διάσημη στους φαν τουλάχιστον.
Κατά τα άλλα υπάρχει η παλιομοδίτικη αισθητική και τα "χειροποίητα" εφέ, κάποιες εύκολες λύσεις, οι μέτριες ηθοποιίες και το υπερβολικό παίξιμο (και η γελοία στολή) του Ρικάρντο Μονταλμπάν στο ρόλο του κακού Καν. Ίσως όμως αυτό ακριβώς το παλιομοδίτικο στοιχείο είναι που κάνει την ταινία να λειτουργεί νοσταλγικά.
Έχει πολύ ενδιαφέρον να συγκρίνουμε το φιλμ με το ριμέικ του 2013, με τον Καν και πάλι φυσικά. Εδώ θα δείτε όλη την εξέλιξη του περιπετειώδους και wanna be blockbuster Χόλιγουντ. Φυσικά τα εφέ και τα σκηνικά είναι απείρως καλύτερα, οι ηθοποιίες το ίδιο. Φτάνουν όμως αυτά; Μπορούν οι περισσότερες μάχες, η βιντεοκλιπάδικη non stop δράση, οι όλο και πιο εντυπωσιακές εκρήξεις, η πιο εφετζίδικη σκηνοθεσία, να κάνουν μια καλύτερη ταινία; Το φιλμ του Abrams δεν ήταν κακό. Ήταν όμως ένα ακόμα φασαριόζικο, καλογυαλισμένο και καταιγιστικό μπλογκμπάστερ, από αυτά που προσωπικά έχω μπουχτίσει όσο τίποτα. Δεν λέω ότι το παλιό φιλμ ήταν πολύ καλύτερο, αλλά αν έπρεπε να συγκρίνω, μάλλον θα το προτιμούσα. Τουλάχιστον, μέσα στο χειροποίητο και πιο πρόχειρο image του, δεν ήταν μία από τα ίδια.

Δευτέρα, Μαρτίου 23, 2015

ΟΙ ΙΛΙΓΓΙΩΔΕΙΣ ΔΑΙΔΑΛΟΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΣΤΟ "PREDESTINATION"

Υπάρχουν ταινίες οι οποίες, ακόμα κι αν δεν έχουν να πουν κάτι καινούριο σε καθαρά κινηματογραφικό \ σκηνοθετικό επίπεδο, σου μένουν βαθιά χαραγμένες στο μυαλό για σεναριακούς λόγους. Κάτι τέτοιο μου συνέβει με το "Predestination" του 2014 των γερμανών αδελφών Michael και Peter Spierig, οι οποίοι ζουν και δουλεύουν στην Αυστραλία. Πρόκειται λοιπόν για αυστραλέζικη παραγωγή, με τον Ίθαν Χοκ στο βασικό ρόλο.
Βασισμένη στο διήγημα του συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Ρόμπερτ Χένλάιν "All you Zombies", η ταινία αποτελεί μία από τις πιο ευφάνταστες, πολύπλοκες και εφευρετικές ιστορίες ταξιδιού στο χρόνο: Ένας άντρας μπαίνει μια νύχτα σ' ένα μπαρ και, όπως συχνά γίνεται με μοναχικούς ανθρώπους, ξεκινά μια κουβέντα με τον μπάρμαν και αρχίζει να αφηγείται την παράξενη  ιστορία της ζωής του. Θα παραλείψω την πρώτη ανατροπή, και θα συνεχίσω με το ότι σιγά - σιγά αποδεικνύεται ότι πρόκειται για έναν χρονοπράκτορα, ο οποίος, ανήκοντας σε μια μυστική υπηρεσία, ταξιδεύει στο χρόνο με διάφορες αποστολές. Δυστυχώς δεν μπορώ να αναφέρω τίποτα άλλο. Μετά από μια σειρά όλο και πιο πολύπλοκων αποκαλύψεων, το τέλος αφήνει τον θεατή κυριολεκτικά άναυδο.
Η παραγωγή είναι πολύ καλή. Το φιλμ βέβαια δεν εστιάζει στο θέαμα ούτε στη δράση. Ξεχάστε τα αυτά. Όλα είναι ένα λεπτεπίλεπτο παιχνίδι του μυαλού και βεβαίως απαιτείται η συγκέντρωση, η προσοχή και η σκέψη του θεατή. 'Ισως (ίσως λέω) φιλοσοφικά να εγείρει και κάποια ερωτήματα για το αν στην πραγματικότητα είμαστε ουσιαστικά μόνοι σ' αυτόν τον κόσμο, μόνοι με τον εαυτό μας, κι ας υπάρχουν τόσοι άλλοι άνθρωποι γύρω μας.
Αυτά τα λίγα (δεν μου επιτρέπονται άλλα). Θα σας προκαλούσα πάντως να δοκιμάσετε και να απολαύσετε το εκπληκτικό διανοητικό παιχνίδι που προσφέρει η ταινία.


Τρίτη, Μαρτίου 17, 2015

TOY STORY 2: ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΜΙΑΣ ΠΕΤΥΧΗΜΕΝΗΣ ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ

Ήταν η εποχή που η Pixar, εταιρία που ανανέωσε το σύγχρονο animation, είχε αρχίσει να συνεργάζεται με την "παραδοσιακή" Disney. To 1995 λοιπόν είχε φτιαχτεί το πολύ πρωτότυπο πρώτο "Toy Story" και το 1999 γίνεται το δεύτερο μέρος του, το "Toy Story 2", από τον John Lasseter (σε συνεργασία με τους Ash Brannon και Lee Unkrich).
Τα παιχνίδια της πρώτης ταινίας, που ανήκουν στον μικρό Άντι, μένουν μόνα καθώς ο τελευταίος φεύγει για κατασκήνωση. Τότε ένας φιλάργυρος συλλέκτης παιχνιδιών κλέβει τον κάουμποι Γούντι, αφού το παιχνίδι αυτό αποτελεί σπάνια αντίκα και είναι περιζήτητο σε συλλέκτες. Ο "διαστημικός ήρωας" Μπαζ και άλλα παιχνίδια αναλαμβάνουν την ριψοκίνδυνη αποστολή να τον σώσουν, πριν αυτός πουληθεί στην Ιαπωνία.
Ακούγεται παιδικό. Πιστέψτε με όμως, η επινοητικότητα της εταιρίας, στη δημιουργικότερη φάση της, κάνει το animation αυτό κατάλληλο για όλες τις ηλικίες. Οι γρήγοροι ρυθμοί, οι καταστάσεις που κόβουν την ανάσα, το άψογο timing, λειτουργούν στην εντέλεια κρατώντας (και) τον ενήλικο θεατή. Παράλληλα το κλείσιμο του ματιού (όντως υπαρκτά παιχνίδια με τα οποία πολλοί έπαιζαν στην παιδική τους ηλικία) δημιουργούν ένα παράξενα νοσταλγικό κλίμα. Αλλά υπάρχει και η συγκίνηση, που κυρίως πηγάζει από τη σχέση των παιχνιδιών με τον μικρό ιδιοκτήτη τους και η γνώση ότι αυτή κάποια στιγμή θα φτάσει σε ένα τέλος (όταν εκείνος θα ενηλικιωθεί προφανώς), που δίνει μια άλλη διάσταση και μοιάζει με ένα φιλοσοφικό στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη ζωή (όλοι βέβαια γνωρίζουμε ότι κι αυτή έχει ένα τέλος). Έτσι χιούμορ, δράση, συγκίνηση - και η καταδίκη του στυγνού και ψυχρού εμπορίου σε σχέση με την συναισθηματική απόλαυση - δένουν νομίζω πολύ αρμονικά.
Ξέρετε ότι συνήθως απεχθάνομαι τις "συνέχειες", τα Νο 2, 3 κλπ. Η τριλογία του Toy Story αποτελεί για μένα μια από τις σπάνιες εξαιρέσεις, καθώς και τα τρία μέρη της ότι είναι πολύ καλά για μικρούς και μεγάλους (πιστεύω μάλιστα ότι το τελευταίο ήταν πιθανόν το καλύτερο). Ευτυχής εξαίρεση που, βέβαια, επιβεβαιώνει τον κανόνα...

Δευτέρα, Μαρτίου 16, 2015

ΟΤΑΝ "ΚΛΕΦΤΕΣ ΚΙ ΑΣΤΥΝΟΜΟΙ" ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΕΝΑ!

Οι βρετανικές κωμωδίες των 50ς και 60ς (συνήθως ασπρόμαυρες) αποτέλεσαν ολόκληρη σχολή για το είδος της κωμωδίας. Αστυνομικές κυρίως, συχνά με μαύρο χιούμορ, παρωδούσαν τις σοβαρές ιστοριες με ληστείες, κλοπές και κάθε λογής εγκλήματα.
Το "The Wrong Arm of the Law" ("Κλέφτες κι Αστυνόμοι" στην Ελλάδα) του 1962 γυρίστηκε απο τον Cliff Owen (1919-1994), έναν περισσότερο τηλεοπτικό σκηνοθέτη, ο οποίος ωστόσο είχε κάνει και αρκετό σινεμά, και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Βασίζεται σε μια έξυπνη ιδέα και, βέβαια, με το κωμικό, παρωδιακό του στιλ, βρίσκεται μακριά από τον τρόπο που τα πράγματα συμβαίνουν στον "αληθινό κόσμο". Μια συμμορία κακοποιών ντύνεται με ρούχα αστυνομικών και ληστεύει... άλλες συμμορίες οι οποίες μολις έχουν κάνει κάποια ληστεία. Προσποιούνται ότι τους έχουν στήσει ενέδρα για να τους συλλάβουν, αυτό που κάνουν όμως είναι να τους αρπάζουν τη λεία. Όταν το πράγμα φτάνει στο απροχώρητο, οι "κανονικές" συμμορίες όχι μόνο συμμαχούν μεταξύ τους για να εντοπίσουν τους θρασείς δράστες και να καταλάβουν πώς οι τελευταίοι παίρνουν τις πληροφορίες τους, αλλά συμμαχούν και με την ίδια την αστυνομία, αφού η νέα συμμορία "χαλάει την πιάτσα" και το καθιερωμένο status quo.
Με έναν απολαυστικό Πίτερ Σέλερς στο ρόλο του μόδιστρου - αλλά - στην - πραγματικότητα - εγκληματικού - εγκέφαλου και έναν ίσως ακόμα απολαυστικότερο Λάιονελ Τζέφρις ως επιθεωρητή, η ταινία εστιάζει το χιούμορ της στην ηλιθιότητα (σε πολλά επίπεδα) των αστυνομικών και στην εξώφθαλμη ανικανότητά τους - δίχως στο τέλος να παραλείπει και το θέμα της δωροδοκίας τους. Όσο προχωρά το φιλμ η δράση γίνεται όλο και πιο ξέφρενη (για τα μέτρα της εποχής βεβαίως, που πολύ απέχουν από τους καταιγιστικούς και βιντεοκλιπώδεις ρυθμούς του σύγχρονου Χόλιγουντ). Όσο για το εξωπραγματικό στοιχείο που λέγαμε στην αρχή... τι να πρωτοπεί κανείς; Τις σχεδόν φιλικές σχέσεις αστυνομικών και (κανονικών) κακοποιών, οι οποίοι γνωρίζονται από παλιά και πάντοτε παίζουν το παιχνίδι γάτας και ποντικού; Την απίστευτη - και δημοκρατικότατη - συνέλευση των συμμοριών για να συντονίσουν τη δράση τους; Ή μήπως το αστείο τέλος σε... εξωτικό νησί;
Ίσως το φιλμ να κάνει κάποια κοιλιά προς το μέσον (ο Όουεν δεν είναι και κανένας μεγάλος σκηνοθέτης άλλωστε) . Ίσως επίσης πολλοί, συνηθισμένοι στους σύγχρονους ρυθμούς που λέγαμε, να το βρουν κάπως αργό. Αποτελεί πάντως δείγμα ενός ξεχωριστού είδους που φέρει τη σφραγίδα της βρετανικής φινέτσας - και κάνει και την έμμεση, χαμηλότονη κριτική του στην αστυνομία - και, περισσότερο από τις φιλμικές του αρετές καθ' εαυτές βασίζεται στην εξυπνη βασική ιδέα. Αν δεν φοβάστε το παλιό ίσως το απολαύσετε. Α, και θα δείτε τον Σέλερς να χρησιμοποιεί την αμίμητη γαλική προφορά του πριν ακόμα γίνει "επιθεωρητής Κλουζό".

Κυριακή, Μαρτίου 15, 2015

"ΤΕΤΑΡΤΗ 04.45": ΕΝΑ ΕΞΑΙΡΕΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΝΟΥΑΡ

Ο Αλέξης Αλεξίου είναι σίγουρα ενας από τους πιο ταλαντούχους έλληνες σκηνοθέτες. Η δεύτερη ταινία του "Τετάρτη 04.45" το αποδεικνύει περίτρανα.
Ο μεσήλικας ιδιοκτήτης ενός τζαζ κλαμπ, παθιασμένος ο ίδιος με τη μουσική αυτή, είναι πνιγμένος στα χρέη, ενώ η οικογενειακή του ζωή πάει από το κακό στο χειρότερο. Ένας ρουμάνος τοκογλύφος του δίνει 32 ώρες διορία για να εξοφλήσει το χρέος του, αλλιώς θα του πάρει το μαγαζί. Έτσι ξεκινά ένας αγώνας δρόμου, μια κατάβαση στην κόλαση στην ουσία, που θα καταλήξει σ' ένα απίστευτα αιματηρό φινάλε.
Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι ο Αλεξίου "ξέρει να σκηνοθετεί". Και μάλιστα μια ταινίου είδους, νουάρ για την ακρίβεια, από αυτές που πραγματικά σπανίζουν στο ελληνικό σινεμά. Εξαιρετική, σκοτεινή ατμόσφαιρα, νυχτερινά κυρίως πλάνα, άψογοι φωτισμοί και ηθοποιίες (πολύ καλός ο Μάινας), συνθέτουν ένα στιλιζαρισμένο φιλμ, που φαίνεται ότι γνωρίζει καλά το είδος στο οποίο θέλει να ανήκει. Οι επιροές από τον ανατολίτικο κινηματογράφο (Χονγκ Κονγκ και Κορέα κυρίως) είναι εμφανείς. Άλλωστε ο Αλεξίου είναι λάτρης του σινεμά αυτού. Οι ατάκες είναι κοφτές, συχνά περιέχουν χιούμορ, και γενικά οι αναφορές και το όλο ειρωνικό θα λέγαμε κλίμα υπογραμίζεται από το σάουντρακ με παλιά ελληνικά easy listening τραγούδια (Τζένη Βάνου, Κλειώ Δενάρδου κλπ.). Γενικά η αγχωτική ατμόσφαιρα και η σφιχτή πλοκή με κράτησαν από την αρχή ως το τέλος.
Η Αθήνα σπάνια έχει δειχτεί τόσο άσχημη. Με προσεχτική επιλογή των (μπανάλ) χώρων, με έμφαση στην όχι και τόσο γοητευτικη πλευρά της, με περιπλανήσεις σε στριπτηζάδικα, άθλια φαστφουντάδικα, γυμναστήρια κλπ. καταφέρνει να τονίσει το άγχος και την αγωνία του κλασικού loser ήρωα των νουάρ, ο οποίος εδώ συχνά νοσταλγεί την χαμένη νενανική ορμή του και τα κατεστραμένα όνειρα και αναζητά την ελάχιστη ηθική που ακόμα του έχει απομείνει.
Το εμφανέστερο στοιχείο όμως είναι ότι όλα αυτά δεν δίνονται έτσι, ξεκάρφωτα, σε μια απλώς "βρώμικη" Αθήνα. Το βασικό φόντο - και όχι απλώς φόντο, αλλά και κινητήριος μοχλός για τις καταστάσεις - είναι η Ελλάδα της κρίσης. Κρίσης οικονομικής βεβαίως, αλλά και ηθικής, κρίσης αξιών. Οι οθόνες της τηλεόρασης, οι ατάκες, οι αιτίες των όσων συμβαίνουν, όλα παραπέμπουν (τονίζουν μάλλον θα έπρεπε να πω, ίσως και υπερβολικά μερικές φορές) το άγχος και την ασφυξία που επικρατούν στη χώρα, αλλά και την ευθύνη όλων μας για πολλά από τα κακά. Έτσι η νουάρ μυθοπλασία δένεται άρρηκτα με το κοινωνικό στοιχείο.
Να λοιπόν ένα ελληνικο φιλμ που λίγα έχει να ζηλέψει από ξένα αντίστοιχα. Προσωπικά δεν μπορώ παρά να παρακολουθώ με εξαιρετικό ενδιαφέρον την πορεία του Αλεξίου.

Παρασκευή, Μαρτίου 13, 2015

ΤΡΙΠΑΡΙΣΜΕΝΟ "ΕΜΦΥΤΟ ΕΛΑΤΤΩΜΑ"

Ο κόσμος του συγγραφέα Thomas Pynchon είναι πάντοτε χαώδης, παραισθητικός, πολύπλοκος. Γι' αυτό και οι κινηματογραφικές μεταφορές των έργων του θεωρούνται ουσιαστικά αδύνατες. Ο Paul Thomas Anderson ωστοσο τολμά εν έτει 2014 να μεταφέρει στην οθόνη το βιβλίο του "Έμφυτο Ελάττωμα" (Inherent Vice) και, παραδόξως, νομίζω ότι τα καταφέρνει (δίχως να έχω διαβάσει το συγκεκριμένο βιβλίο).
Βρισκόμαστε στα τέλη των ψυχεδελικών 60ς (στο 1970 συγκεκριμένα). Ο ήρωας, ένας β' κατηγορίας ντετέκτιβ, είναι, όπως πάμπολλοι την εποχή αυτή, βουτηγμένος στα ναρκωτικά - κάθε τρεις και λίγο ανάβει τσιγάρο με μαύρο (τουλάχιστον). Η ξαφνική εμφάνιση της πρώην κοπέλας του, την οποία εξακολουθείι να αγαπά, θα ανατρέψει την καθημερινότητά του. Αυτή θα καταγγείλει μια παράξενη υπόθεση, μια πλεκτάνη ενάντια στον πάμπλουτο (και παντρεμένο) νυν εραστή της, κι από εκεί και πέρα τα πράγματα θα περιπλέκονται με σχεδόν σουρεαλιστικό τρόπο και με πλήθος χαρακτήρων να εμπλέκονται στην ιστορία - όπως πάντα στον Πίντσον άλλωστε.
Σας προειδοποιώ: Η ιστορία είναι δαιδαλώδης και είναι πολύ πιθανό να σας αφήσει ερωτηματικά ως προς την πλοκή, ως προς το τι ακριβώς συμβαίνει ή συνέβει. Η συμβουλή μου είναι να μη δώσετε σημασία σ' αυτό. Αφείστε τα κενά να υπάρχουν. Αυτό που μετρά περισσότερο, νομίζω, είναι το γενκό κλίμα. Εδώ έχουμε μια "καταγραφή" των απόλυτα τριπαρισμένων 60ς, ένα παζλ από θεωρίες συνωμοσίας και μια ματιά στη σκοτεινή - πολύ σκοτεινή - πλευρά της Αμερικής (οι θεωρίες συνωμοσίας άλλωστε υπάρχουν για να επιτείνουν αυτό ακριβώς το θέμα). Παρανοϊκοί, βίαιοι και καθόλου έντιμοι μπάτσοι, ακροδεξιές / θρησκευτικές οργανώσεις που υποστηρίζουν τον Νιξον, περίεργες σέχτες και πολλά ναρκωτικά φτιάχνουν ένα κλιμα βουτηγμένο στην παράνοια. Το "αμερικάνικο όνειρο" βρίσκεται πολύ μακριά και ο ευδαιμονισμός και οι ουτοπικές ελπίδες των μυθικών 60ς έχουν ήδη αρχίσει να καταρέουν. Κι όλα αυτά δοσμένα με πολύ χιούμορ και με εξέλιξη των γεγονότων που, εμένα τουλάχιστον, με κράτησε απόλυτα. Και, σα να μην έφταναν όλα, με μια... ρομαντική (!) και γλυκειά ιστορία στην καρδιά όλης αυτής της παρανοϊκής κατάστασης. Α, και με πολύ μουσική της εποχής.
Γι΄αυτό σας είπα στην αρχή: Δίχως να έχω διαβάσει το συγκεκριμένο βιβλίο, βρήκα πολύ σωστή την όλη ατμόσφαιρα του Πίντσον. Αν και ο ίδιος έχω συχνά υποστηρίξει ότι δεν πρέπει να συγκρίνουμε τη λογοτεχνία με το σινεμά και ότι καλό είναι να εξετάζουμε τα φιλμ μόνο ως τέτοια, ξεχνώντας την όποια λογοτεχνική καταγωγή τους. Όντως όμως μερικές φορές κι εγώ αδυνατώ να το πράξω και άθελά μου αρχίζω τις συγκρίσεις... Γενικά λοιπόν διασκεδασα με την ταινία. Ας είστε προετοιμαμένοι όμως για μια καθόλου στρωτή ιστορία.
ΥΓ: Προσέξτε και τις cult εμφανίσεις διαφόρων που επιτείνουν την ηθελημένη ατμόσφαιρα b-movie.

Δευτέρα, Μαρτίου 09, 2015

ΟΤΑΝ ΤΟ ΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΦΡΑΝΚΕΝΣΤΑΪΝ ΑΠΕΚΤΗΣΕ ΜΝΗΣΤΗ

Το 1935, τέσσερα χρόνια δηλαδή μετά την πρώτη ταινία, ο James Whale (1889-1957) και πάλι γυρίζει την συνέχεια, το "The Bride of Frankenstein". Βλέπετε, η ιδέα των σίκουελ υπήρχε από τότε. Μόνο που εδώ η δεύτερη αυτή ταινία είναι σχεδόν εξ ίσου καλή με την αυθεντική.
Το πρώτο φιλμ ήταν αρκετά πιστό στο περίφημο βιβλίο της Μέρι Σέλεϊ. Πώς λοιπόν θα γινόταν μια συνέχεια; Εδώ οι σεναριογράφοι σκαρφίζονται να βάλουν στο παιχνίδι την ίδια τη Σέλει και τη συντροφιά της (για όσους δεν το γνωρίζουν η Μέρι Σέλει, ο αδελφός της, ο διάσημος ποιητής Σέλεϊ, και ο λόρδος Μπάιρον αποφάσισαν μια νύχτα με καταιγίδα να αφηγηθούν από μία τρομακτική ιστορία. Από την αφήγηση της  νύχτας εκείνης προέκυψε το διάσημο βιβλίο της μόλις 19χρονης τότε συγγραφέως). Μια παρόμοια νύχτα  λοιπόν μερικά χρόνια μετά (στην ταινία τώρα) οι τρεις τους βρίσκονται και πάλι μαζί και ο Βύρωνας, εκθειάζοντας το βιβλίο που έχει ήδη εκδοθεί, παρακινεί τη Μέρι να επινοήσει μια συνέχεια. Εκείνη λοιπόν αρχίζει να αφηγείται και έτσι μπαίνουμε στα συμβάντα του δεύτερου αυτού φιλμ (να λοιπόν και μια πρώιμη ενδοκινηματογραφική αναφορά).
Το τέρας, που βλέπουμε να πεθαινει στην πρώτη ταινία, καταφέρνει τελικά να γλυτώσει από την πυρκαγιά. Ένας καταχθόνιος καθηγητής, ο δόκτορ Πρετόριους, εκβιάζει ουσιαστικά τον βαρώνο Φρανκενστάιν, που θέλει να ξεφύγει από όλον αυτόν τον εφιάλτη, και τελικά τον καταφέρνει να δημιουργήσουν ένα δεύτερο τέρας, θηλυκό αυτή τη φορά, ώστε να ζευγαρώσει με το πρώτο και να δημιουργηθεί έτσι  "μια νέα φυλή", κατασκευασμένη από τον άνθρωπο. Τα γεγονότα θα εξελιχθούν ραγδαία.
Ο βαρώνος και το τέρας ερμηνεύονται από τους ίδιους ηθοοποιούς, ενώ οι υπόλοιποι έχουν αλλάξει. Η (μικρή) διαφορά το κλίμα της πρώτης ταινίας είναι ότι ο Whale (ο οποίος αρχικά δεν ήθελε να γυρίσει μια συνέχεια, πείστηκε μόνο ότοαν κατάφερε να εξασφαλισει απόλυτο έλεγχο στο φιλμ) βάζει εδώ ένα πιο γκροτέσκο και κάπως κωμικό στοιχείο, με τη γριά - στρίγγλα υπηρέτρια που τσιρίζει ανυπόφορα ή τη σειρά των λιλιπούτειων πλασμάτων που έχει ήδη κατασκευάσει ο Πρετόριους. Νομίζω ότι αυτά είναι κάπως παράταιρα και δεν δένουν ικανοποιητικά με την όλη ατμόσφαιρα. Ευτυχώς όμως δεν αποτελούν παρά παρενθέσεις. Κατά τα άλλα το φιλμ είναι εξ ισου δυνατό με το πρώτο: Υπέροχη, πέρα για πέρα υποβλητική ατμόσφαιρα γοτθικού τρόμου, εξπρεσιονισμός (μακριές σκιές, παραμορφωτικές γωνίες, λοξά σκηνικά κλπ.) και βέβαια η ίδια ουσιαστικά ματιά, που υιοθετεί μια στάση συμπάθειας προς το τέρας, το οποίο στην πραγματικότητα είναι το πιο δυστυχές πλάσμα απ' όλους τους τραγικούς ήρωες του φιλμ. Η συγκίνηση κορυφώνεται στην περίφημη σκηνή με τον τυφλό ερημίτη και το φινάλε, με τη δημιουργία του θηλυκού τέρατος και των όσων ακολουθούν παραμένει εξαιρετικά δυνατό. Βλέπετε, και στα δύο φιλμ οι μόνοι που τελικά μπορούν να συμπαθήσουν το "διαφορετικό", το τέρας δηλαδή, το οποίο στην ουσία δεν είναι κακό παρά τα εγκήματά του, είναι ένα αθώο πεντάχρονο κοριτσάκι και ένας μοναχικός τυφλός... Από τότε το εκπληκτικό σχόλιο είναι ότι το κακό προέρχεται όχι από τη διαφορά καθ' εαυτή, αλλά από την αντιμετώπισή της από τουα άλλους!
Πέρα από τις λίγες αντιρρήσεις λοιπόν που προανέφερα, θεωρώ το δέυτερο αυτό φιλμ εξ ίσου δυνατό με το πρώτο και, επίσης, εξαισιο οπτικά, αφού κι εδώ υπάρχουν εικόνες που μένουν χαραγμένες στο μυαλό. Αν λοιπόν εκτιμάτε τον πρώτο Φρανκενστάιν, μη διαστάσετε να Ψάξετε και τη μνηστή του! Πρόκειται για εξ ίσου κλασική ταινία.
ΥΓ: Και μη ξεχνάτε: Η φιγούρα της μνηστής παραμένει σχεδόν το ίδιο καλτ με το αρχικό τερας του Μπορις Καρλόφ. Όσο για το ποια ηθοποιός την ερμηνεύει, θα το αντιληφθείτε βλέποντας την ταινία...

Κυριακή, Μαρτίου 08, 2015

ΦΡΑΝΚΕΝΣΤΑΪΝ Ή Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΩΣ ΘΕΟΣ

Η δεκαετία του 30 έχει αποκληθεί "χρυσή δεκαετία του φανταστικού κινηματογράφου". Δίκαια. Δράκουλας, Μούμια, Αόρατος Άνθρωπος, Τζέκιλ και Χάιντ, Φρανκενστάιν... Κατά την προσωπική μου γνώμη κάποιες από αυτές τις ταινίες είναι πολύ καλύτερες από πολλά b-movies επιστημονικής φαντασίας των 50'ς, 20 χρόνια δηλαδή αργότερα. Εδώ όμως θα ασχοληθούμε με τον πρώτο "Frankenstein" του 1931, του πολύ καλού βρετανού σκηνοθέτη James Whale (1889-1957).
Η ιστορία του επιστήμονα βαρώνου Φρανκενστάιν, που επιχειρεί να δημιουργήσει ένα ζωντανό ον συγκολλώντας μέλη νεκρών είναι πασίγνωστη ήδη από το ομώνυμο εξαιρετικό μυθιστόρημα της Μέρι Σέλει του 1816 (πιστεύω μάλιστα ότι και το βιβλίο στέκει μέχρι σήμερα και διαβάζεται με το ίδιο ενδιαφέρον). Φυσικά η πράξη του αντιμετωπίζεται από την ηθική της εποχής ως ένα είδος ύβρης προς τον θεό. Το τέρας που θα δημιουργηθεί θα γίνει δολοφόνος τρομοκρατώντας τους πάντες και τελικά θα αναμετρηθεί με τον δημιουργό του.
Τα ερωτήματα που θέτει η ιστορία είναι πολλά και πολυεπίπεδα: Πόσο μακριά μπορεί αν φτάσει η επιστήμη - κι αν αυτό είναι ηθικό; Μπορεί ο άνθρωπος να γίνει θεός (και ποιο είναι το τίμημα;) Αλλά θέτει και θέματα μισσαλοδοξίας και αντιμετώπισης του διαφορετικού (οι αντιδράσεις των ανθρώπων απέναντι στο τέρας θυμίζουν έντονα ρατσισμό). Η ταινία θίγει και όλα αυτά, αλλά νομίζω ότι επικεντρώνει στο ίδιο το τέρας, το δημιούργημα: Τι μπορεί να απογίνει ένα τέτοιο πλάσμα; Έχουμε δικαίωμα να φτιάξουμε ένα ον που σίγουρα θα είναι δυστυχισμένο; Φταίει αυτό για τα εγκήματά του; Έτσι το φιλμ, με εκπληκτικό τρόπο για το μακρινό 1931, μοιάζει συχνά να συμπάσχει με το τέρας και σε πολλές αξέχαστες σκηνές γίνεται αληθινά συγκινητικό.
Κινηματογραφικά βρίσκω την ταινία θαυμάσια. Ο Γουέιλ έχει σαφώς εμπεδώσει τα διδάγματα του γερμανικού εξπρεσιονισμού, κάνοντας το "Φρ." να αποτελεί ένα υπέροχο παράδειγμα του είδους (όχι γερμανικού βεβαίως). Οι μακριές σκιές, τα παραμορφωμένα, λοξά σκηνικά, οι παράδοξοι φωτισμοί, η αντίθεση φωτός και σκοταδιού, όλα δημιουργούν μια υποβλητική ατμόσφαιρα, από τις πλέον πετυχημένες στην ιστορία του σινεμά. Και μια σειρά από σκηνές (η δημιουργία του τέρατος στο φοβερό εργαστήριο εν μέσω καταιγίδας, η συνάντησή του με το κοριτσάκι, η καταδίωξή του από τους χωρικούς, η πυρά στον ανεμόμυλο) αποτελούν κλασικά κομμάτια κινηματογραφικής ιστορίας. Και φυσικά υπάρχει και ο Μπόρις Καρλόφ στο ρόλο του τέρατος...
Θα μπορούσα να πω πολλά ακόμα γι' αυτό το φιλμ, το οποίο πιστεύω ότι διατηρεί ατόφια τη δύναμη των εικόνων και τον προβληματισμό του μέχρι σήμερα. Επειδή όμως τα κείμενά μου έχουν ένα λίγο - πολύ συγκεκριμένο μέγεθος, θα μείνω εδώ. Θα πω απλά ότι πρόκειται για μια από τις κλασικές δημιουργίες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Κλασική και με την έννοια της διαχρονικότητας...

Παρασκευή, Μαρτίου 06, 2015

Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΟΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΟΥΣΑΝ ΠΙΘΗΚΟΙ

Το 1968 γυρίζεται από τον Franklin Schaffner (1920-1989) μια από τις πιο γνωστές ταινίες επιστημονικής φαντασίας: "Ο Πλανήτης των Πιθήκων", του οποίου prequel, sequel κλπ. βλέπουμε κοντά 50 χρόνια μετά.
Ένα διαστημόπλοιο με τρεις επιζήσαντες αστροναύτες χάνεται και προσγειώνεται σε έναν άγνωστο πλανήτη. Σύντομα οι "ναυαγοί" θα διαπιστώσουν ότι ο πλανήτης κατοικείται κυρίως από νοήμονες πιθήκους, οι οποίοι βεβαίως αποτελούν το κυρίαρχο είδος και οι οποίοι φέρονται στους σε πρωτόγονη κατάσταση και δίχως πολιτισμό ανθρώπους όπως εμείς στα ζώα. Τους σκοτώνουν, τους αιχμαλωτίζουν, τους κλείνουν σε κλουβιά... Όταν ο βασικός ήρωας αιχμαλωτίζεται κι αυτός, προσπαθεί να πείσει τους δεσμοφύλακές του ότι είναι κι αυτός νοήμων, αρχικά δίχως αποτέλεσμα.
Νομίζω ότι πρόκειται για μια αυτές τις ταινίες όπου κυρίαρχη είναι η ιστορία, η ιδέα, η συγκλονιστική τελική ανατροπή. Εννοώ ότι το φιλμ αυτό καθ' εαυτό μοιάζει σήμερα κάπως ξεπερασμένο: Οι χαρακτήρες χωλαίνουν, οι ενέργειες και οι αντιδράσεις τους γίνονται συχνά καθόλου πειστικές, οι αφέλειες είναι πολλές, οι ηθοποιία του Τσάρλτον Ίστον μέτρια... Θα μπορούσα να βρω κι άλλα αρνητικά και να τα αναλύσω λεπτομερέστερα. Ωστόσο είναι η ιδέα και τα "μηνύματα" που κρατούν το φιλμ ζωντανό.
Για τους ελάχιστους που δεν γνωρίζουν το τέλος δεν θα το αποκαλύψω. Είναι όμως σαφές ότι δημιούργησε σοκ στην εποχή του και έκανε τον "Πλανήτη" μια από τις πιο σκοτεινές και απαισιόδοξες ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Ταυτόχρονα καυτηριάζει με ποικίλους τρόπους την ανθρώπινη βλακεία και σκληρότητα: Φυσικά η κοινωνία των πιθήκων είναι μια μεταφορά αυτής των ανθρώπων και, μέσω αυτής, θίγονται πολλά (ανθρώπινα) κακά: Ο τόσο επίκαιρος σήμερα θρησκευτικός φανατισμός, η μισσαλοδοξία, η σκληρότητα προς τα "κατώτερα είδη", η έλλειψη δημοκρατικότητας και ελευθεριών, ο μιλιταρισμός... Βλέπετε, στην ουσία η κοινωνία των πιθήκων είναι μια "θεοκρατική" κοινωνία, που κυβερνάται από έναν άτεγκτο ανώτερο "κλήρο". Αυτό βεβαίως δεν εμποδίζει το γεγονός ότι ο πιο ενδιαφέρων για μένα χαρακτήρας είναι αυτός του γέρου ουρακοτάγκου, που βρίσκεται στην κοινωνική ελίτ και, παρά τον σε πρώτο επίπεδο φανατισμό του, κρύβει περισσότερες γνώσεις απ΄ όσες φανταζόμαστε.
Παρά τις αφέλειες - αστείες μερικές φορές - λοιπόν, σας προτείνω να ψάξετε το αυτό το πρωτότυπο, που εγκαινίασε μια ολόκληρη σειρά σίκουελ στην εποχή του και κάθε λογής francise μετά το 2000. Αξίζει σαν σύλληψη.

Πέμπτη, Μαρτίου 05, 2015

ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΠΟΥ ΠΕΡΠΑΤΟΥΝ ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΚΑΙ ΒΑΜΠΙΡ ΜΕ ΤΣΑΝΤΟΡ

H Ana Lily Amirpour είναι αμερικανίδα ιρανικής καταγωγής. Η ταινία "Ένα Κορίτσι Γυρίζει Σπίτι Μόνο του τη Νύχτα" (A Girl Walks Home Alone at Night) του 2014 είναι η πρώτη της μεγάλου μήκους (έχει κάνει αρκετές μικρές). Και είναι αρκετά πρωτότυπη.
Στην "Κακή Πόλη" ζουν μεταξύ άλλων πόρνες, νταβατζήδες, ναρκομανείς... Ένας νεαρός κηπουρός προσπαθεί να ξεπληρώσει τα χρέη του ηρωινομανή πατέρα του, ένας ντίλερ και νταβατζής του παίρνει το στιλάτο αυτοκίνητο που με πολλούς κόπους έχει αποκτήσει, ενώ τις νύχτες μια βρικόλακας (με τσαντόρ) περπατά μόνη ψάχνοντας την τροφή της. Κάποια στιγμή οι δυο τους θα συναντηθούν και μια παράξενη σχέση αρχίζει μεταξύ τους.
Πριν προχωρήσουμε στις ιδιορρυθμίες της ταινίας, ας πούμε κατ' αρχήν ότι ο Τζάρμους είναι μάλλον η βασική επιρροή της δημιουργού. Ίσως και ο Χάρτλεϊ, γενικά πάντως βρισκόμαστε στο κλίμα του αμερικάνικου ανεξάρτητου σινεμά αυτού του είδους. Ασπρόμαυρη, πολύ όμορφη φωτογραφία, πολύ στιλ, πολλή μουσική και αναφορές στα 50ς, στον Τζέιμς Ντιν και σε πολλά άλλα. Ας δούμε όμως και τις πρωτοτυπίες:
Παρά το ότι είναι αμερικάνικη, όλοι σχεδόν οι συντελεστές είναι ιρανοί (ή ιρανικής καταγωγής, δεν ξέρω). Η ταινία δεν μιλά αγγλικά, αλλά ιρανέζικα! Όλες οι επιγραφές στους δρόμους, τα μαγαζιά κλπ. είναι στη γλώσσα αυτή, ενώ τα εσωτερικά των σπιτιών παραπέμπουν σε Ανατολή και όχι σε Αμερική. Τα τραγούδια που ακούγονται είναι επίσης στα ιρανικά (τα περισσότερα),  κάνοντάς μας έτσι να γνωρίσουμε ένα εντυπωσιακό... ιρανικό ροκ (γενικά το σάουντρακ έχει πολύ ενδιαφέρον). Η βρικόλακας που περιφέρεται τις νύχτες με τσαντόρ και σκέιτμπορντ συμπληρώνει την παράδοξη εικόνα. Αυτό λοιπόν που πετυχαίνει απόλυτα η σκηνοθέτης είναι να δημιουργήσει ουσιαστικά έναν δικό της, φανταστικό κόσμο, μια παράδοξη μίξη Ανατολής και ΗΠΑ (άλλωστε το όνομα της πόλης - Κακή Πόλη - είναι χαρακτηριστικό της άποψής της για απομάκρυνση από ρεαλιστικές καταστάσεις).
Τελικά πρόκειται για ένα βαθιά ρομαντικό φιλμ που εξυμνεί τον έρωτα και την ανάγκη κάθε ανθρώπου για αγάπη και επαφή με άλλους ανθρώπους. Ανάγκη που υπάρχει, όσο "διαφορετικός" κι αν είναι κανείς. Όλα αυτά γίνονται στιλάτα, με σκηνοθετική άποψη, με μοντέρνα γραφή. Σας το συνιστώ, κυρίως αν είστε φίλοι του αμερικάνικου ανεξάρτητου σινεμά.


Τρίτη, Μαρτίου 03, 2015

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟ ΞΕΓΥΜΝΩΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ "ΧΕΙΜΕΡΙΑ ΝΑΡΚΗ"

Ο Nuri Bilge Ceylan είναι για πολλούς ο σημαντικότερος σύγχρονος τούρκος σκηνοθέτης. Η "Χειμέρια Νάρκη" του 2014 είναι ένα σπάνιας εικαστικής ομορφιάς ψυχολογικό δράμα, το οποίο, προειδοποιώ, βασίζεται σε μακροσκελείς διαλόγους και σε ελάχιστη δράση.
Ο ήρωας είναι ένας ευκατάσταστος διανοούμενος, συγγραφέας και πρώην ηθοποιός του θεάτρου, ο οποίος έχει αποσυρθεί στην απομονωμένη περιοχή της Καππαδοκίας απ' όπου κατάγεται και όπου διατηρεί ένα πανέμορφο ξενοδοχείο και άλλα ακίνητα της πατρικής περιουσίας. Μαζί του η πολύ νεότερη γυναίκα του και η πρόσφατα χωρισμένη αδελφή του. Οι σχέσεις με τους κάτοικους όμως είναι μάλλον δύσκολες και όταν ο βαρύς χειμώνας ενσκήπτει οι ψυχολογικές εντάσεις και ο αληθινός χαρακτήρας του "καλοπροαίρετου" Αϊντάν αποκαλύπτεται.
Φυσικά, το είπαμε, πρόκειται πάνω απ' όλα για μια βαθιά ψυχολογική μελέτη. Οι διαλογικές σκηνές είναι μακρές, καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ (το οποίο, σημειωτέον, έχει τρίωρη διάρκεια) και κατά το οποίο συμβαίνουν σχετικά λίγα εξωτερικά γεγονότα. Ωστόσο - παραδόξως - δεν κουράστηκα. Με κράτησε η βαθιά ανάλυση των καταστάσεων, οι εξαιρετικά αληθινές ηθοποιίες, τα συγκλονιστικά εξωτερικά τοπία (πρόκειται για μια σχεδόν "εξωγήινη" περιοχή, που αποτελεί και τουριστικό πόλο έλξης - όχι κατά τον χειμώνα βεβαίως), η πανέμορφη φωτογραφία, η απίστευτη αίσθηση θαλπωρής στα εσωτερικά, η θαυμάσια σκηνοθεσία. Γενικά ένα από τα μεγάλα ατού αυτής της "Νάρκης" είναι η εξαιρετική εικαστικότητά της.
Ταυτόχρονα έχουμε να κάνουμε με την διεισδυτική μελέτη ενός διανοούμενου, προοδευτικού ανθρώπου, ο οποίος όμως, χαμένος στον εσωτερικό του κόσμο και απορροφημένος από τις μελέτες του, έχει παντελώς αποκοπεί από την αληθινή ζωή και έχει ουσιαστικά κόψει τους δεσμούς και την ανθρώπινη επαφή με τους γύρω του. Προθέσεις και αποτελέσματα, αισθητική και καθημερινότητα, θεωρία και πράξη, να μερικά μόνο από τα θέματα που θίγονται. Ο Ceylan ωστόσο θέτει έμμεσα και ταξικά ζητήματα - όλη αυτή η "αφ' υψηλού" στάση βασίζεται βεβαίως στην οικονομική άνεση, ενώ ο πάμφτωχος κοινωνικός περίγυρος, χαμένος στα προβλήματά του, δεν διαθέτει την πολυτέλεια για κάτι τέτοιο. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στο "Αθηνόραμα", πρόκειται για ένα είδος πνευματικής φεουδαρχίας. Ωστόσο αυτό δεν αρκεί: Η ανθρώπινη επαφή αποδεικνύεται πάντοτε απαραίτητη...
Φυσικά πρόκειται για πολυεπίπεδο φιλμ. Επισήμανα μόνο μερικές από τις πτυχές του. Είμαι σίγουρος ότι θα ανακαλύψετε πολλές ακόμα - στους χαρακτήρες της συζύγου ή της αδελφής, στην οικογένεια των φτωχών ντόπιων κλπ. κλπ. Ο Τσέχοφ και το θέατρο εν γένει είναι πανταχού παρόντα, η σκέψη έχει τον πρώτο λόγο. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα, παρά τους αργούς ρυθμούς, αλλά μόνο σε θεατές έτοιμους να σκεφτούν...

eXTReMe Tracker