Σάββατο, Φεβρουαρίου 28, 2015

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ "ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ"

Αποτελεί ένα είδος χιούμορ το ότι γράφω αμέσως μετά το "Solaris" για ένα αμερικάνικο b-movie επιστημονικής φαντασίας της δεκαετίας του 50, αλλά ο "Απαγορευμένος Πλανήτης" του 1956, που γυρίστηκε από τον Fred M. Wilcox (1907-1964) και είναι ένα  από τα γνωστότερα φιλμ του είδους, παραδόξως έχει παρόμοιο θέμα με την κλασική ταινία του Ταρκόφσκι. Και εκεί σταματά κάθε (άλλη) ομοιότητα.
Μια αποστολή από τη γη ταξιδεύει σε έναν μακρινό πλανήτη για να ανακαλύψει τι απέγινε μια προηγούμενη αποστολή που, πριν πολλά χρονια, είχε φτάσει εκεί. Στον πλανήτη θα βρουν τον μοναδικό επιζώντα Δρ. Μόρμπιους και την κόρη του, οι οποίοι όμως από την πρώτη στιγμή φαίνεται ότι διαθέτουν μια απίστευτη για τους γήινους τεχνολογία (που κορυφή της αποτελεί σε ένα σούπερ - ρομπότ) και μοιάζουν να ζουν σε έναν παράδεισο. Σιγά - σιγά όμως η ειδυλλιακή εικόνα θα αρχίσει να παρουσιάζει ρωγμές...
Για να είμαστε ακριβείς η ταινία δεν είναι και τόσο b-movie. Διαθέτει μάλλον εντυπωσιακά εξωγήινα περιβάλλοντα και γενικά η εικόνα της, πλημμυρισμένη στα - ίσως και λίγο κιτς - χρώματα, είναι αρκετά προσεγμένη. Υπάρχει και η πρωτοποριακή ηλεκτρονική μουσική (ίσως λίγο ενοχλητική σήμερα), οπότε μπορούμε να μιλάμε για κάτι περισσότερο από απλό b-movie. Επίσης δεν έχει καμία σχέση θεματικά με το κλασικο κρυπτο-ψυχροπολεμικό κλίμα που επικρατούσε στα φιλμ του είδους των 50ς. Ωστόσο υπάρχει όλη η (συσσωρευμένη) αφέλεια της εποχής, σε βαθμό που σε κάποια σημεία προκαλεί γέλιο, οι κακές ηθοποιίες (κυρίως από την κόρη), οι αστείοι έρωτες και άλλα σχετικά που μπορούν άνετα να τη χαρακτηρίσουν συνολικά ως ξεπερασμένη.
Αυτό που εντυπωσιάζει όμως και της δίνει τον τίτλο ενός κλασικού στο είδος του φιλμ είναι το πρωτότυπο σενάριο και η δυνατή, ασυνήθιστη για τα τότε δεδομένα, αποκάλυψη του τέλους. Πρόκειται για μια από τις πρώτες φορές που θίγεται το θέμα του σκοτεινού ασυνείδητου και των επιπτώσεών του στον άνθρωπο, του "βάρβαρου" που κρύβουμε μέσα μας και της επιβίωσης του πρωτογονου ενστίκτου, όσο κι αν έχει προχωρήσει ο πολιτισμός. Αυτά τα στοιχεία είναι που κάνουν την ταινία - παρά την αφέλειά της - σημαντική. Όσο για την αφέλεια που δύο φορές ήδη ανέφερα, μπορεί να αποτελέσει και πηγή απόλαυσης για τον υποψιασμένο σινεφίλ, που εκ των προτέρων γνωρίζει το γενικό κλίμα του είδους της εποχής εκείνης. Ίσως μάλιστα και να αποτελεί τελικά μέρος της γοητείας της. Ναι, θα χαμογελάσετε αρκετές φορές, αλλά, παρ' όλα αυτά, σας την προτείνω.
ΥΓ: Και θα δείτε και έναν νεαρό Λέσλι Νίλσεν σε πρωταγωνιστικό, καθόλου κωμικό ρόλο. Εκτός αν σας προκαλέσει αβίαστο γέλιο το ότι ερμηνεύει έναν σούπερ - γόη...

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 26, 2015

ΤΟ "SOLARIS" ΚΑΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΚΡΥΒΟΥΜΕ ΜΕΣΑ ΜΑΣ

Το 1972 ο μεγάλος ρώσος δημιουργός Andrei Tarkovsky (1932-1986) γυρίζει την πρώτη από τις δύο ταινίες επιστημονικής φαντασίας του έργου του, το "Solaris", βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του σημαντικού πολωνού συγγραφέα Στανισλάβ Λεμ.
Ένας επιστήμονας στέλνεται σε ένα διαστημικό σταθμό που για πολλά χρόνια περιφέρεται γύρω από τον μυστηριώδη πλανήτη Σολάρις μελετώντας τον (χωρίς αποτέλεσμα). Ο πλανήτης καλύπτεται ολόκληρος απο έναν (ζωντανό;) ωκεανό και ο ήρωας πρέπει να αποφασισει αν η αποστολή θα συνεχιστεί ή όχι. Αυτό που θα βρει είναι ένας διαλυμμένος, σχεδόν ερειπωμένος σταθμός και μια ατμόσφαιρα εγκατάλειψης, παρακμής και σχεδόν παράνοιας. Το συγκλονιστικότερο όμως είναι ότι την επόμενη μέρα θα βρει να τον περιμένει με σάρκα και οστά στο δωμάτιό του η από χρόνια νεκρή γυναίκα του.
Φυσικά η ατμόσφαιρα της ταινίας είναι ονειρική. Ο Ταρκόφσκι, με πρόσχημα την επιστημονική φαντασία, ενδιαφέρεται να εξερευνήσει τον εσωτερικό μας κόσμο, τις βαθύτερες επιθυμίες μας, τις καλά κρυμένες ενοχές μας. Αυτό που ο πλανήτης φέρνει στην επιφάνεια είναι όσα βρίσκονται κάτω από το συνειδητό μέρος της ανθρώπινης ψυχής. Είτε αυτά είναι επιθυμίες είτε εφιάλτες.
Και, φυσικά επίσης, η ταινία είναι αργή, με τους χαρακτηριστικά αργούς ταρκοφσκικούς χρόνους. Αλλά εκεί δεν κρύβεται μεγάλο μέρος της  γοητείας του πιο ξεχωριστού ίσως δημιουργού του σινεμά; Οι πανέμορφες εικόνες στη γη, με το πανταχού παρόν στο κινηματογραφικό του σύμπαν υγρό στοιχείο, και οι συχνά εφιαλτικές εικόνες στο διάστημα, εμπεριέχουν τόση ποίηση που σπάνια συναντά κανείς στην 7η τέχνη. Θα μείνω όμως στο ονειρικό στοιχείο: Οι διαδοχικοί θάνατοι της γυναίκας είναι μια από τις δυνατότερες απεικονίσεις εφιάλτη που έχουμε δει στην οθόνη. Όσο για την απροσδόκητη τελική σκηνή, απλώς ολοκληρώνει ένα ποιητικό αριστούργημα.
Γνωρίζω ότι πολλοί, εθισμένοι στους ταχύτατους ρυθμούς που κυριαρχούν στο σύγχρονο mainstream σινεμά, δεν αντέχουν τον κινηματογράφο του Ταρκόφσκι, με την ομορφιά σε πρώτο επίπεδο, και τα μόνιμα μοτίβα της νοσταλγίας, της ποίησης, του πόνου (ο βαθύς πόνος για όσα έχουν χαθεί είναι ένα ακόμα βασικό μοτίβο του "Σολάρις"). Όσοι όμως μπορούν να απολαύσουν ένα διαφορετικό σινεμά γνωρίζουν ότι πρόκειται για αριστούργημα. Γι' αυτούς - και για τις ερμηνείες που μπορεί να δώσει ο καθένας - τα λόγια είναι περιττά. Όσα συμβαίνουν στην οθόνη αοπτελούν το άλφα και το ωμέγα.
ΥΓ: Έχει ενδιαφέρον ότι σε κάποια σημεία η ταινία αγγίζει τα όρια της ταινίας τρόμου (μην το θεωρήσετε "υβριστικό", μιλώ απλά για τη δομή της). Στα χέρια άλλου δημιουργού θα μπορούσε να δοθεί ως τέτοια. Ο Ταρκόφσκι βέβαια δεν ενδιαφέρεται για το είδος. Οι στόχοι του είνα άλλοι Απλώς βρήκα ενδιαφέρουσα αυτή την παρατήρηση.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 25, 2015

KINGSMAN: ΜΙΑ ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΤΙΚΗ ΜΥΣΤΙΚΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ

Το 2014 ο βρετανός Mathew Vaugn (του "Kick Ass") μεταφέρει και πάλι στην οθόνη ένα κόμικς των Milar (και πάλι) και Gibbons αυτή τη φορά: Το "Kingsman: Η Μυστική Υπηρεσία" είναι μια παρωδία κατασκοπευτικών ταινιών σε στιλ Τζέιμς Μποντ και τα έχει όλα.
Ο ορφανός, ατίθασος γιος ενός πράκτορα της σούπερ απόρητης, σούπερ ισχυρής και αφιερωμένης "στο καλό" μυστικής υπηρεσίας Kingsman, στρατεύεται από ένα βασικό στέλεχός της, το οποίο νοιώθει υποχρέωση αφού ο πατέρας του νεαρού έδωσε πριν χρόνια τη ζωή του για να τον σώσει. Ακολουθεί μια κάτι παραπάνω από σκληρή εκπαιδευση και στη συνέχεια ο αγώνας ενάντια στον Σούπερ - Κακό, που έχει ένα σατανικό σχέδιο για την ανθρωπότητα.
Βρήκα την ταινία πάνω απ' όλα διασκεδαστική. Οι αναφορές στα φιλμ του Τζέιμς Μποντ είναι κάτι παραπάνω από συχνές, το χιούμορ - βρετανικό και γι' αυτό ιδιαίτερο και φλεγματικό - είναι τις περισσότερες φορές πετυχημένο, η δράση είναι αδιάκοπη και σφιχτή και δεν αφήνει τον θεατή να χαλαρώσει. Οι καταστάσεις, τραβηγμένες βεβαίως, και τα πάμπολλά γκάτζετ φέρνουν την ταινία στα όρια της επιστημονικής φαντασίας. Παράλληλα διατηρεί και ανορθόδοξα στοιχεία: Κάποιοι από τους "καλούς" χαρακτήρες θα πεθάνουν, κάποιες ατάκες είναι τολμηρές και σαφώς ενήλικες, οι πολιτικοί ανά τον κόσμο εμφανίζονται σαν πιόνια ή έτοιμοι να ξεπουληθούν, η μερίδα των ακροδεξιών, θρησκόληπτων αμερικάνων σατιρίζεται επίσης (και σφαγιάζεται, αν μου επιτρέπετε ένα μικρό spoiler), και η πλάκα μπορεί να προέλθει από σάτιρα διαφόρων καθημερινών στοιχείων: Από τα ηλίθια ταμπλόιντς με τους ηλίθιους τίτλους μέχρι την βρετανική αριστοκρατία. Ταυτόχρονα η βία - ακόμα και το σπλάτερ - δεν λείπουν, δίνονται όμως με σαφώς παρωδιακό τρόπο, οπότε πιστεύω ότι κανείς δεν θα τα πάρει σοβαρά.
Γενικά το ευχαριστήθηκα (ιδαίτερα στο δεύτερο μέρος). Σαν παρωδία βεβαίως, ενήλικη όμως σε πολλά σημεία της. Προτείνω να το ευχαριστηθείτε δίχως αναστολές και, φυσικά, δίχως να το παίρνετε στα σοβαρά. Ούτε κι αυτό άλλωστε παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του. Και είναι και ιδιαιτέρως "χορταστικό"

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 23, 2015

VACANCY: ΘΡΙΛΕΡ ΠΟΥ ΚΑΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΞΑΝΑΔΕΙ

Το 2007 ο ουγγρικής καταγωγής, πλην όμως εργαζόμενος στο Χόλιγουντ, Nimrod Antal γυρίζει το θρίλερ "Vacavcy".
Ένα ζευγάρι, στα πρόθυρα του χωρισμού, ξεμένει νύχτα στο πουθενά, το αυτοκίνητο χαλάει, περπατάνε αρκετά, ώσπου βρίσκουν ένα απομονωμένο μοτέλ. Προς μεγάλη τους απογοήτευση αναγκάζονται να περάσουν τη νύχτα εκεί και, από την πρώτη κιόλας στιγμή, διάφορα περίεργα αρχίζουν να συμβαίνουν και, φυσικά, να κλιμακώνονται όλο και περισσότερο...
Το έχετε ξαναδεί; Από τη μακρινή εποχή του "Ψυχώ" τα απομονωμένα αμερικάνικα μοτέλ υπήρξαν ιδανικά σκηνικά για ταινίες τρόμου. Μέχρι σήμερα έχουμε δει πάμπολλα τέτοια. Αυτό εδώ το φιλμ δεν είναι απ' αυτά που ανήκουν στο χώρο του μεταφυσικού τρόμου. Ό,τι συμβαίνει είναι "ρεαλιστικό", θα μπορούσε δηλαδή όντως να συμβεί και γι' αυτό ακριβώς για κάποιους αυτό είναι πιο ανατριχιαστικό. Ενώ λοιπόν το σενάριο είναι κοινότοπο και ειδωμένο σε δεκάδες παραλλαγές, το συγκεκριμένο θρίλερ κερδίζει επειδή είναι πολύ καλογυρισμένο, με πολύ καλό timing και διαρκώς αυξανόμενο σασπένς. Σημαντικό ρόλο σ' αυτά παίζει νομίζω το ότι, εκτός από τις πρώτες και τις τελευταίεςσκηνές, όλα συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο. Έτσι η σφιχτή δράση και το διαφαινόμενο αδιέξοδο - συν την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα - κρατάνε κατά τη γνώμη μου τον θεατή. Και διαθέτει σαν ατραξιόν και την Kate Beckinsale...
Δεν έχω να προσθέσω πολλά ακόμα. Κοινότοπο, χιλιοειδωμένο, αλλά από τα καλά του είδους. Σε καμία περίπτωση δεν θα εντυπωσιαστείτε με την πρωτοτυπία του, οι φίλοι των θρίλερ όμως νομίζω ότι θα περάσουν δύο "ευχάριστες" (βλέπε τρομακτικές και γεμάτες ένταση) ώρες.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 21, 2015

ΕΝΑΣ ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑΤΙΚΟΣ "ΔΙΑΒΟΛΟΣ"

O Andrzej Zulawski γεννήθηκε στο πολωνικό τότε Λβοβ, που σήμερα είναι ουκρανικό, μεγάλωσε και δουλεψε στην Πολωνία, αλλά από τα 70ς ήδη ζει και γυρίζει στη Γαλλία. Τουλάχιστον στα πρώτα του φιλμ επιδεικνύει ένα παραληρηματικό και σχεδόν παρανοϊκό στιλ, του οποίου, πρέπει να ομολογήσω, δεν είμαι ιδιαίτερα φίλος.
Η δεύτερη ταινία του (μετά το ακατάληπτο "Τρίτο Μέρος της Νύχτας") γυρίζεται το 1972 στην Πολωνία. Πρόκειται για το "Ο Διάβολος" (Diabel) και απαγορεύτηκε στη χώρα του (λίγο αργότερα ο Ζουλάφσκι έφυγε στη Γαλλία). Φυσικά πρόκειται για ένα ακόμα παραληρηματικό φιλμ.
Κατά τη διάρκεια της πρωσικής εισβολής στην Πολωνία το 1793, ένας νεαρός πολωνός επαναστάτης σώζεται από τη φυλακή (όπου περιμένει να εκτελεστεί) από τον διάβολο, με τη μορφή ενός συχνά εύθυμου, αλλά και σατανικού ανθρωπάκου. Από εκεί και πέρα ακολουθεί μια αιματοβαμμένη, εξαιρετικά βίαιη πορεία, κατά την οποία ο ήρωας, που υποφέρει από τρέλα, επιστρέφει στα μέρη του και σκοτώνει ό,τι βρίσκει στον δρόμο του: Ερωμένες, παλιούς συντρόφους, ακόμα και την μητέρα του μεταξύ άλλων, με τον διάβολο πάντα στο πλευρό του να τον βοηθά και να τον παροτρύνει.
Βία, αιμομιξία, παράνοια, συνθέτουν όλο αυτό το τρελό οδοιπορικό. Η ταινία κυριαρχείται από μια έντονη δόση υστερίας. Οι ηθοποιοί παίζουν σαν υστερικοί, οι σκηνές επιληψίας είναι συχνές (όλα αυτά μας θυμίζουν νομίζω το αντίστοιχο στιλ της "Δαιμονισμένης Γυναίκας" με την Αντζανί, που γύρισε ενιά χρόνια αργότερα ο Ζουλάφσκι). Όλο αυτό το παραλήρημα μπορεί να εκληφτεί ως αλληγορία για την κακοδαιμονία της Πολωνίας, της πατρίδας του, η οποία έχει υποφέρει τα πάνδεινα από πλήθος κατακτητών, ή ως μια αλληγορία της επανάστασης που τρώει τα παιδιά της ή / και για το συχνά αιματοβαμμένο και απολυταρχικό μέλλον των επαναστάσεων αφού καταλάβουν την εξουσία ή ως μια αλληγορία της παράνοιας που δημιουργεί η δύναμη και η εξουσία. Το σίγουρο πάντως είναι - ό,τι και αν σημαίνει το φιλμ - ότι με κούρασε με τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα του, με το γκροτέσκο στιλ του, με την υστερική ηθοποιία, με το προβλέψιμο σενάριό του (από κάποια στιγμή και πέρα ξέρεις ότι όποιον συναντά ο ήρωας αργά ή γρήγορα θα τον σκοτώσει). Σας είπα: Ποτέ δεν υπήρξα φαν του ζουλαφσκικού παραληρήματος. Καθαρά προσωπική γνώμη.
ΥΓ: Μετά το 1984 και την "Δημόσια Γυναίκα" με τη Βαλερί Καπρίσκι δεν έχω δει καμιά από τις 5 ή 6 γαλλικές ταινίες του Ζουλάφσκι. Ομολογώ ότι έχω την περιέργεια.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 19, 2015

ΠΟΙΑ ΗΤΑΝ Η VIVIAN MAIER;

Ας αρχίσουμε απο τα τυπικά: Το "Finding Vivian Maier" γυρίστηκε το 2013 από τους John Maloof και Charlie Siskel και είναι ένα ντοκιμαντέρ μεγάλου μηκους που σαν θέμα έχει την έρευνα για τη ζωή της μυστηριώδους φωτογράφου Vivian Maier, αφού δεν ξέραμε τίποτα γι' αυτήν. Έχει την κλασική δομή ενός ντοκιμαντέρ, με συνεντεύξεις, αφήγηση, αρχειακό υλικό που έχει βρεθεί και, βέβαια, αρκετές από τις εντυπωσιακές φωτογραφίες της. Και, λόγω της ιδιαιτερότητας του θέματος, μπορώ να σας βεβαιώσω ότι θα σας κρατήσει και ότι, αν και πρόκειται για ντοκιμαντέρ - επειδή πολλοί τα φοβάστε και το ξέρω - δεν θα να πλήξετε.
Αυτά τα τεχνικά. Γιατί στο υπόλοιπο κείμενο θα ασχοληθώ με τα πραγματικά γεγονότα. Το 2008 κάποιοι αγοράζουν από ένα παζάρι μεταχειρισμένων ειδών ποσότητες από αρνητικά φιλμ άγνωστου φωτογράφου. Ο John Maloof, ψάχνοντας για παλιά κτίρια  του Σικάγο, αγοράζει τα περισότερα, κάπου 30.000 αρνητικά (!). Όταν αρχίζει να τα εμφανίζει, βλέπει έκπληκτος ότι πρόκειται για φωτογραφίες (ασπρόμαυρες κυρίως) υψηλής αισθητικής, που αιχμαλωτίζουν πορτρέτα ανθρώπων ή σκηνές δρόμου δίχως τα ακούσια μοντέλα να γνωριζουν ότι κάποιος τα φωτογραφίζει. Ο Μαλούφ, ένας από τους σκηνοθέτες της ταινίας (και ο αφηγητής της) αρχίζει έρευνα για να ανακαλύψει τον φωτογράφο. Σιγά - σιγά, ψάχνοντας στα υπάρχοντά του, ανακαλύπτει την ταυτότητά του: Πρόκειται για μια γυναίκα ονόματι Vivian Maier, η οποία πέθανε το 2009, πολύ πρόσφατα δηλαδή. Οι αποκαλύψεις για τη ζωή της έρχονται η μία μετά την άλλη και τον (μας) αφήνουν έκπληκτο (-τους). Η γυναίκα αυτή εργάζόταν σ' όλη της τη ζωή σαν γκουβερνάντα. Αναλάμβανε την φροντίδα μικρών παιδιών και έμενε στο σπίτι της εκάστοτε οικογένειας. Ήταν μια μυστικοπαθής γυναίκα, η οποία όχι μόνο δεν άφηνε κανένα να δει το δωμάτιό της, αλλά προσπαθούσε πάσει θυσία να αποκρύπτει οποιοδήποτε στοιχείο γι' αυτήν. Ακόμα κι όταν αναγκαζόταν να γράψει το αληθινό της όνομα, το έγραφε διαφορετικά (Mαyer, Meier, Meyers κλπ.) Ήταν πάντοτε μοναχική και όλοι συμφωνούσαν ότι δεν είχε ποτέ της ερωτικό δεσμό. Λόγω προφοράς, όλοι νόμιζαν ότι ήταν γαλλίδα. Είχε όντως γαλλική καταγωγή από τους γονείς της, αλλά είχε γεννηθεί στη Νέα Υόρκη και έζησε όλη της τη ζωή στις ΗΠΑ.
Όλοι τη θυμούνται να κυκλοφορεί μόνιμα με μια φωτογραφική μηχανή κρεμασμένη στο λαιμό. Με κάθε ευκαιρία έβγαζε φωτογραφίες, με αληθινό πάθος, με θέματα κυρίως ανθρώπους ή σκηνές δρόμου, δίχως όμως να παραλείπει τοπία, αυτοπορτραίτα κ.ά. Έκανε με τα παιδιά που φρόντιζε ατέλειωτους περιπάτους στην πόλη (δίχως να το γνωρίζουν οι γονείς), μόνο και μόνο για να ικανοποιεί το πάθος της για φωτογράφηση. Το αληθινά περίεργο είναι ότι ποτέ (μάλλον ποτέ) δεν επιχείρησε να δείξει αυτές τις φωτογραφίες, τόσο σε γκαλερί όσο και σε φίλους (φίλους δεν είχε άλλωστε). Εξ άλλου χιλιάδες απ' αυτές δεν τις είχε καν εμφανίσει και έμεναν κλεισμένες σε κουτιά και βαλίτσες που πάντοτε κουβαλούσε σχολαστικά (μαζί με άπιειρες εφημερίδες και άλλα ευτελή πράγματα που συνέλεγε μανιακά δίχως να πετά τίποτα). Η Maier πέθανε μόνη φυσικά και ουσιαστικά τρελή, καθώς το πάθος της για απόκρυψη κάθε στοιχείου για τον εαυτό της μεγάλωνε με τα χρόνια.
Σήμερα έχουν βρεθεί πάνω από 100.000 (!!!) φωτογραφίες της και έχουν γίνει εκθέσεις σε σημαντικές γκαλερί στις ΗΠΑ και αλλού. Μετά θάνατον φυσικά. Οι μαρτυρίες λένε ότι συχνά γινόταν κυνική, έως και κακιά και κακομεταχειριζόταν ή τρόμαζε τα παιδιά που υποτίθεται ότι ανέτρεφε.
Ασχολήθηκα ελάχιστα με την ταινία. Πολύ περισσότερο με τα αληθινά γεγονότα. Νομίζω ότι αξίζουν περισσότερο όταν πρόκειται για μια τέτοια απίστευτη περίπτωση...

Τρίτη, Φεβρουαρίου 17, 2015

WHIPLASH Ή Η ΤΕΧΝΗ ΠΟΥ ΣΕ ΜΑΤΩΝΕΙ

Είναι η δεύτερη μόλις ταινία του κυρίως σεναριογράφου Damien Chazelle, αλλά το "Χωρίς Μέτρο" (Whiplash) σίγουρα κατατάσσεται στις καλύτερες του 2014.
Ένας 19χρονος τζαζ ντράμερ, αποφασισμένος να γίνει πραγματικά μεγάλος (και έχοντας μόνο αυτό σαν στόχο στη ζωή του) συνεργάζεται - συγκρούεται με τον απόλυτα τελειομανή, αυστηρό δάσκαλο μουσικής. Οι μέθοδοι του τελευταίου είναι σχεδόν σαδιστικές και μπορούν να φτάσουν σε απόλυτα άκρα προκειμένου να βγάλουν (να υποχρεώσουν να βγει) το maximum των δυνατοτήτων των μαθητών του (παραπάνω από το maximum για να ακριβολογούμε), αδιαφορώντας για τα βαθιά ψυχικά τραύματα που τους προκαλεί.
Φυσικά βρισκόμαστε πολύ μακριά από τη σχέση δάσκαλου - μαθητή του στιλ του "Κύκλου των Χαμένων Ποιητών". Εδώ τα πράγματα είναι σκληρά, άγρια και στη σχέση αυτή (από ένα σημείο και πέρα τουλάχιστον) κυριαρχεί ο ανταγωνισμός.
Ας δούμε πρώτα τα θετικά: Η ταινία είναι εκπληκτικά γυρισμένη, κατάφερε να με κρατήσει στην άκρη του καθίσματος από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό, η έντασή της είναι φοβερή και - ίσως το σπουδαιότερο - είναι πραγματικά πλημμυρισμένη από υπέροχη τζαζ (σε περίοπτη θέση και ο αγαπημένος μου Duke Ellington). Οι σκηνές των συναυλιών είναι συναρπαστικές και βρίσκω την τελευταία σκηνή (με το απίστευτο σόλο και την εκρηκτική ένταση) σχεδόν σκηνή ανθολογίας.
Το περίεργο σ΄ αυτά όμως είναι άλλο: Ενώ το φιλμ με ενθουσίασε κινηματογραφικά όπως είπα (και μουσικά βεβαίως), δεν συμφωνώ ιδεολογικά. Δεν νομίζω ότι για να γίνεις μεγάλος πρέπει να ματώσεις (κυριολεκτικά στη συγκεκριμένη περίπτωση). Δεν συμφωνώ ότι πρέπει να απαρνηθείς τα πάντα, να γίνεις πραγματικός καλόγερος (ο ήρωας διώχνει εν ψυχρώ την κοπέλα που αγαπά μόνο και μόνο επειδή "θα του ήταν εμπόδιο στο απόλυτο δόσιμό του στη μουσική"). Δεν συμφωνώ ότι η σαδιστική, απάνθρωπη συμπεριφορά του δάσκαλου, που φέρεται στους μαθητές σαν σε σκουπίδια, είναι ο μόνος δρόμος να βγει από μέσα τους ο "απόλυτος καλλιτέχνης". Και δεν συμφωνώ με τον απόλυτο ανταγωνισμό (πραγματικά "ο θάνατός σου η ζωή μου") που επικρατεί στους καλλιτεχνικούς κύκλους του φιλμ. Γενικά η άποψή μου για την τέχνη και πώς αυτή μπορεί να βγει από μέσα σου δεν συμβαδίζει με κάτι τόσο μαζοχιστικό, τόσο σκληρό, τόσο "καλογερίστικο". Μια ματιά στις ζωές αρκετών μεγάλων (πραγματικά μεγάλων) καλλιτεχνών κάθε είδους θα σας πείσει γι' αυτό και για το πόσο πολλοί απ' αυτούς απολάμβαναν τη ζωή - παράλληλα φυσικά με την τέχνη τους. Όχι ότι δεν υπάρχουν και περιπτώσεις σαν κι αυτές που βλέπουμε στο φιλμ, δεν τις θεωρώ όμως κανόνα.
Έτσι, τελικά, να η παράδοξη άποψή μου: Απόλαυσα πραγματικά τη ταινία, σχεδόν ενθουσιάστηκα, αλλά δεν συμφωνώ μαζί της ιδεολογικά. Παράξενο δεν είναι;


Πέμπτη, Φεβρουαρίου 12, 2015

ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ ΤΟΝ "MR. VEGEANCE"

Ο κορεάτης Chan-wook Park γυρίζει το πολύ γνωστό "Old Boy" το 2003. Το φιλμ αυτό, ωστόσο, αποτελούσε το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας με κεντρικό θέμα την εκδίκηση. Το πρώτο μέρος είχε γυριστεί το 2002 και ήταν το "Sympathy for Mr. Vegeance" (Boksuneun naui geot).
Ο Park ξεδιπλώνει στην ταινία αυτή όλο το απίστευτα βίαιο σύμπαν του (μια βία διαφορετική, θα έλεγα, δίχως να μπορώ να το προσδιορίσω ακριβώς, από την αντίστοιχη "δυτική"), η οποία με κάποιον τρόπο τρομάζει - έως και ενοχλεί - πολύ περισσότερο.
Ένας κωφάλαλος εργάτης δεν έχει τα χρήματα για τη μεταμόσχευση ήπατος που χρειάζεται η αγαπημένη του αδελφή. Όταν απολύεται από τη δουλειά του καταστρώνει με την αναρχική επαναστάτρια κοπέλα του την απαγωγή της μικρής κόρης του πρώην αφεντικού του για να ζητήσει λύτρα. Πολύ σύντομα βεβαίως τα πράγματα θα στραβώσουν, και όχι μόνο με έναν τρόπο...
Αυτό που θαυμάζει κανείς στη  τριλογία του Παρκ είναι το πολύπλοκο, ακόμα και υπερβολικό θα λέγαμε, σενάριο. Η μία πράξη οδηγεί στην επόμενη, το κάθε λάθος σε μια αλυσίδα εφιαλτικών καταστάσεων, και τελικά η βία ξεσπά ανεξέλεγκτη κυριολεκτικά, πέφτοντας επί δικαίων και αδίκων, και τα λουτρά αίματος είναι αναπόφευκτα. Τόσο που κάποιες στιγμές σχεδόν δεν αντέχεις. Και, όχι, δεν μιλώ για τη γραφική βία, για την εικόνα, το σπλάτερ. Έχουμε δει πολλά τέτοια και, μπορώ να πω, εδώ δεν βρισκόμαστε σε ένα από τα χειρότερα (ή, για τους λάτρεις, καλύτερα). Κάθε άλλο. Το αβάσταχτο κρύβεται στα όσα συμβαίνουν, στον ψυχικό πόνο των ηρώων, στις φοβερά απελπισμένες καταστάσεις που επινοεί ο σκηνοθέτης, στα απόλυτα αδιέξοδα. Στην τριλογία αυτή δεν υπάρχει έλεος, το happy end μοιάζει απίστευτα μακρινό, σε κάθε τι που συμβαίνει δεν υπάρχει επιστροφή. Ο κόσμος του Παρκ είναι σκοτεινός, δίχως τίποτα καλό. Με την μόνιμη κατακλείδα: Η βία γεννά βία και άσβεστο πόθο για εκδίκηση. Από την άλλη όμως ο κόσμος αυτός είναι τόσο άδικος και σκληρός, που η αρχική επιλογή του πρωταγωνιστή που πυροδοτεί τις ανεξέλεγκτες καταστάσεις μοιάζει δικαιολογημένη. Πολλοί από εμάς το ίδιο θα κάναμε... Μήπως εδώ κρύβεται ένα πολιτικό μήνυμα, που έχει να κάνει με την κατάφορη αδικία που βασιλεύει στις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων;
Δείτε, αν αντέχετε, το πολύ δυνατό φιλμ μόνο αν σας άρεσε το "Old Boy" και οι ταινίες αυτού του είδους. Γιατί τα πράγματα είναι πολύ σκληρά και απελπισμένα. Δείτε το επίσης σαν "εισαγωγή" στον κόσμο του "Old Boy". Δεν έχουν σχέση οι δύο ιστορίες, το κλίμα όμως είναι παρόμοιο.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 11, 2015

ΣΤΑ ΑΔΥΤΑ ΤΗΣ ΛΟΝΔΡΕΖΙΚΗΣ "NATIONAL GALLERY"

Ο Frederick Wiseman, γεννημένος το 1930, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους βρετανούς ντοκιμαντερίστες. Το 2014 (σε ηλικία 84 ετών δηλαδή!) γυρίζει το "National Gallery", ένα τρίωρο και κάτι ντοκιμαντέρ για την Εθνική Πινακοθήκη της Βρετανίας στο Λονδίνο. Πλημμυρισμένη από αριστουργήματα της δυτικής τέχνης και με πασίγνωστους πίνακες στην τεράστια συλλογή της, η Πινακοθήκη είναι ένα από τα σημαντικότερα (και διασημότερα) μουσεία του πλανήτη.
Ο Wiseman δεν περιορίζεται στο να κάνει μια ταινία μόνο για τους θησαυρούς της συλλογής. Φυσικά πολλοί απ' αυτούς δείχνονται κατά κόρον, χορταστικά θα έλεγα, και αρκετοί απ' αυτούς αναλύονται από ιστορικούς τέχνης. Ωστόσο το ενδιαφέρον του είναι πολύ ευρύτερο. Για την ακρίβεια καλύπτει ολες τις πτυχές του περιεχομένου, της λειτουργίας και των αντιδράσεων του κοινού, των επισκεπτών, του μουσείου. Έτσι παρακολουθούμε συνεδριάσεις του συμβουλίου της για διάφορα θέματα (αρκετά απ' αυτά οικονομικής φύσης ή για το marketing και τα όριά του), με συχνές διαφωνίες μάλιστα των μελών. Παρακολουθούμε το κοινό και τις αντιδράσεις του μπροστά στα χιλιάδες έργα (και τις ουρές απ' έξω), αναλύσεις, ερμηνείες και ξεναγήσεις ειδικών στην τέχνη, διάφορα workshops που διοργανώνονται στο χώρο της πινακοθήκης (σε ένα απ' αυτά άνθρωποι με προβλήματα όρασης, ακόμα και τυφλοί, μαθαίνουν να "βλέπουν" τα έργα), αλλά και εισχωρούμε στα άδυτά της βλέποντας τους συντηρητές στο έργο τους πάνω σε παλιούς ημικατεστραμένους πίνακες (ενδιαφέροντα τα όσα λένε στο θέμα της συντήρησης πινάκων) ή παρακολουθώντας το στήσιμο εκθέσεων ή την αναδιάταξη των θεσεων των έργων και του τρόπου παρουσίασής τους και τις συζητήσεις που προκαλούνται. Έτσι η εικόνα που αποκομίζει ο θεατής μετά την θέαση του φιλμ είναι απόλυτα σφαιρική για το περιεχόμενο, τη λειτουργία και τον σκοπό της πινακοθήκης, καθώς εξερευνώνται τόσο οι προφανείς όσο και οι αθέατες, κρυμένες από το ευρύ κοινό, πτυχές της λειτουργίας της.
Φυσικά το θέμα είναι απόλυτα εξειδικευμένο και αφορά ένα ειδικό κοινό. Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο λόγω της πολύ μεγάλης διάρκειας του φιλμ (3 ώρες και 15 λεπτά) και των αρκετών επαναλήψεων των θεμάτων, οπότε, παρά το ενδιαφέρον του, φοβάμαι ότι κουράζει αρκετά. Χορταστικό λοιπόν είναι σίγουρα, μήπως όμως "μπουχτίζει";
Πάντως όσοι ενδιαφέρονται για τη μεγάλη, κλασική τεχνη (η συλλογή φτάνει μέχρι τους ιμπρεσιονιστές και δεν περιλαμβάνει έργα μοντέρνας τέχνης και 20ό αιώνα γενικότερα) θα αποζημειωθούν. Είναι σα να έχεις πάει οντως εκεί, σα να έχεις επισκεφτεί τον χώρο (επειδή τον έχω κι εγώ επισκεφτεί, μπορώ να πω ότι δείχνονται τα καλύτερα ή / και διασημότερα έργα της συλλογής). Και, βέβαια, σα να έχεις κουραστεί από την πολύωρη επίσκεψη...

Τρίτη, Φεβρουαρίου 10, 2015

"ΧΟΡΤΑΡΙ ΘΑ ΦΥΤΡΩΣΕΙ ΠΑΝΩ ΣΤΙΣ ΠΟΛΕΙΣ ΣΑΣ" ΚΑΤΑ ΤΟΝ ANSELM KIEFER

Ο γερμανός Anselm Kiefer είναι ένας από τους γνωστότερους εν ζωή εικαστικούς καλλιτέχνες (έχει γεννηθεί το 1945). Κάπου στη δεκαετία του 90 (στις αρχές της νομίζω) ο Kiefer (ο οποίος ζει στη Γαλλία), αγοράζει στα σύνορα Γαλλίας Γερμανίας ένα τεράστιο εγκαταλειμμένο εργοστάσιο (και την γύρω περιοχή) και το μετατρέπει όχι απλώς σε προσωπικό του εργαστήριο: Αρχίζει να δημιουργεί έναν λαβυρινθώδη κόσμο, γκρεμίζοντας τοίχους, ανοίγοντας στοές, φτιάχνοντας δαιδαλώδη υπόγεια και τούνελ, αλλά και μικρά κτίσματα έξω από τον κυρίως χώρο, τα οποία στεγάζουν ένα πελώριο έργο - πίνακα το καθένα, και τεράστιους πύργους - γλυπτικές κατασκευές και άλλα και άλλα πολλά.. Η διαδικασία αυτή συνεχιζόταν τουλάχιστον μέχρι το 2014. Σ' όλους αυτούς τους χώρους υπάρχουν διάσπαρτες εγκαταστάσεις του, αλλά και τεράστια επιτοίχια έργα του (δύσκολα τα αποκαλείς "πίνακες", αφού χαρακτηριστικό τους είναι το ανάγλυφο στοιχείο και τα πολλά κολλημένα πάνω τους αντικείμενα).
Το 2010 η αγγλίδα Sophie Fiennes, αφού έχει επισκεφτεί επανειλημμένα σε διάρκεια 3-4 χρόνων την περιοχή και τον καλλιτέχνη, ολοκληρώνει το ντοκιμαντέρ "Over your Cities Grass will Grow". Ίσως να μη σας ενδιαφέρουν τα εικαστικά. Ωστόσο η ταινία δείχνει με συγκλονιστικό τρόπο νομίζω το πώς δουλεύει ο σίγουρα εκκεντρικός και "φευγάτος" δημιουργός (με βοηθούς φυσικά, γιατί τα μνημειακών διαστάσεων έργα του είναι αδύνατο να φτιαχτούν από έναν και μόνο άνθρωπο). Η σχέση με τα έργα του είναι ουσιαστικά σωματική. Χρησιμοποιεί συχνά υλικά από τη φύση (χώμα, πέτρες, κλαδιά κλπ.), αλλά και "βασανίζει" τις επιφάνειές των πινάκων (τεράστιων πάντοτε, το είπαμε) με τσιμέντο, οξύ, λιωμένα μέταλλα και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε, επιτυγχάνοντας μοναδικά αποτελέσματα. Κάπου στο μέσον υπάρχει και μια συνέντευξη του Κίφερ, που μιλά για τις απόψεις του, στις οποίες μπερδεύονται και μυστικιστικά στοιχεία (αναφορές στην καμπάλα και τον εβραίο μυστικιστή Luria κλπ.), αλλά και το γενικότερο ενδιαφέρον του για το πώς θα είναι ο κόσμος μετά την εξαφάνιση του ανθρώπινου είδους (είτε από ξαφνική καταστροφή είτε από οτιδήποτε άλλο), τι θα απομείνει από τα έργα μας. Συνολικά ο Κίφερ θυμίζει σύγχρονο αλχημιστή.
Η ταινία, ατμοσφαιρική, χρησιμοποιώντας υποβλητικές μουσικές (του Ligetti κυρίως), μας μεταφέρει στον μυστηριώδη και συχνά ανατριχιαστικό κόσμο του καλλιτέχνη, σε απόκοσμους χώρους που θυμίζουν τη "Ζώνη" στο "Στάλκερ" του Ταρκόφσκι, σε εντυπωσιακά έργα που "βάζουν τον θεατή μέσα τους". Ναι, πρόκειται για το όραμα ενός εκκεντρικού και καθόλου συνηθισμένου ανθρώπου. Ίσως και γι' αυτό ακριβώς το φιλμ μου άφησε μια πολύ δυνατή αίσθηση. Νομίζω ότι αξίζει την προσοχή ακόμα κι όσων δεν έχουν ιδέα από τη σύγχρονη εικαστική σκηνή.
ΥΓ: Ναι, για όλα αυτά χρειάζονται εκατομμύρια. Είναι σαφές ότι ο Κίφερ, ως ένας από τους διασημότερους παγκόσμιους καλλιτέχνες, τα έχει. Προφανώς - σχολιάστε το όπως θέλετε - η φήμη και η οικονομική δύναμη αποτελούν προϋποθέσεις για την υλοποίηση ενός τέτοιου κολοσσιαίου  οράματος.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 06, 2015

Η ΚΑΤΑ ΚΡΟΝΕΝΜΠΕΡΓΚ ΔΥΣΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΣΤΑΡΣ ΚΑΙ Ο "ΟΔΗΓΟΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ"

Ο κάποτε πραγματικά ανησυχητικός David Cronenberg μοιάζει εδώ και πολλά χρόνια να έχει βάλει "νερό στο κρασί του". Ο "Οδηγός Ευτυχίας" (Maps to the Stars) του 2014 τον βρίσκει να ξεσκεπάζει τα άπλυτα των χολιγουντιανών σταρ και τις επιπτώσεις της επιτυχίας  ή το αφόρητο άγχος που απαιτείται για το κυνήγι της. Με αρκετά "άρρωστο" τρόπο είναι αλήθεια, αλλά όχι όπως κάποτε...
Στο επίκεντρο της ταινίας βρίσκεται μια εντελώς περίεργη οικογένεια, καθώς και ανθρώποι που σχετίζοναι μ' αυτή. Όλοι βρίσκονται στο Χόλιγουντ και ασχολούνται (ή θέλουν να ασχοληθούν) με τη showbiz. Εκεινος είναι γκουρού της αυτοβελτίωσης, γράφοντας σχετικά βιβλία και έχοντας πελάτες διασημότητες, ο γιος τους είναι μόλις 13χρονος  σταρ που έχει βγει από... κλινική αποτοξίνωσης, η κόρη, μεγαλύτερη αυτή, έχει βγει από την ψυχιατρική κλινική όπου ήταν κλεισμένη για χρόνια και φτάνει στο Χόλιγουντ να βρει την οικογένειά της. Στο μεταξύ δουλεύει για μια απόλυτα νευρωτική, υστερική σταρ, την οποία έχουν αρχισει να παίρνουν τα χρόνια και κάνει τα πάντα για να πάρει ένα ρόλο...
Η ταινία βεβαίως είναι τόσο (επίτηδες) τραβηγμένη, που είναι σαφές ότι πρόκειται για μαύρη, κατάμαυρη, ακόμα και αιματοβαμμένη κωμωδία - σάτιρα του Χόλιγουντ και της καθόλου λαμπερής πλευράς του, αν τουλάχιστον ψάξεις κάτω από την απαστράπτουσα επιφάνεια και σκαλίσεις τις προσωπικές ζωές των συνήθως διάσημων κατοίκων του. Άγχος, λυκοφιλίες, ψεύτικες υποσχέσεις, ναρκωτικά και αλκοόλ, σκληρότητα, ψυχοπάθειες κυριαρχούν. Τα πάντα στο φιλμ είναι ακραία και καθόλου θετικά. Για να είμαστε ακριβείς δεν υπάρχει κανένας θετικός ή έστω νορμάλ χαρακτήρας. Οι συμπτώσεις (π.χ. η κόρη δουλεύει στην σαλταρισμένη σταρ που είναι πελάτισα του πατέρα της) και μερικοί χαρακτήρες που είναι σαν καρικατούρες, αποδεικνύουν την πρόθεση του σκηνοθέτη να κάνει σάτιρα και όχι ένα σοβαρό, θανατερό δράμα. Αν και το όλο πράγμα έχει αυτή τη μορφή, του ζοφερού δράματος.
Καλά όλα αυτά, αλλά έχω την εντύπωση ότι όλα γίνονται κάπως "εύκολα", προσχηματικά. Ίσως είναι δική μου γνώμη μόνο. Το σίγουρο πάντως είναι ότι δεν πρέπει να πάρετε τις δραματικές, ακραίες καταστάσεις στα σοβαρά. Μην το ξεχνάτε: Σάτιρα. Πολύ φοβάμαι επίσης ότι ο Κρόνενμπεργκ δεν θα ξαναβρεί ποτέ τον παλιό, βαθύτατα ανησυχητικό εαυτό του...

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 05, 2015

THE TRAIN: Η ΤΕΧΝΗ Ή Η ΖΩΗ;

Το 1964 ένας σημαντικός αμερικανός σκηνοθέτης, ο John Frankenheimer (1930-2002) γυρίζει το "The Train", μεταφέροντάς μας στα χρόνια του πολέμου. Η ταινία βασίζεται σε αληθινό γεγονός - με τις αναπόφευκτες ηρωικές σάλτσες βεβαίως.
Καθώς ο πόλεμος πλησιάζει στο τέλος του, όλοι, ακόμα και οι ίδιοι οι ναζί, αντιλαμβάνονται ότι η ήττα του Άξονα είναι πλέον θέμα χρόνου. Τότε ένας φιλότεχνος γερμανός συνταγματάρχης (ο οποίος, μάλιστα, παρά τον ναζισμό του, διαφωνεί με την άποψη του Χίτλερ που καταδίκαζε την μοντέρνα τέχνη ως "εκφυλισμένη", και γίνεται έτσι ένας ενδιαφέρον και αντιφατικός χαρακτήρας), γεμίζει ένα ολόκληρο τρένο με τους καλύτερους μοντέρνους πίνακες του παρισινού μουσείου Jeu de Paume (Πικάσο, Ντεγκά, Γκογκέν, Ρενουάρ, Σεζάν και πλήθος άλλων) και επιχειρεί να το φυγαδεύσει στη Γερμανία, ώστε οι θησαυροί αυτοί να μείνουν για πάντα εκεί. Η γαλλική αντίσταση, απρόθυμη αρχικά να ασχοληθεί με ένα θέμα που δεν άπτεται άμεσα των πολεμικών συγκρούσεων, αποφασίζει τελικά να κάνει τα πάντα για να εμποδίσει το τρένο να φτάσει στο εχθρικό έδαφος και ένας απίστευτος αγώνας αρχίζει.
Η ταινία, ασπρόμαυρη και με τον Μπαρτ Λάνκαστερ στο βασικό ρόλο, είναι βεβαίως σε πρώτη ανάγνωση ιδιαίτερα ηρωική, με ανθρώπους να θυσιάζονται οικειοθελώς για τον ανώτερο σκοπό (ανθρώπους μάλιστα που δεν αντιλαμβάνονται ακριβώς γιατί πεθαίνουν, αφού δεν έχουν ιδέα από τέχνη). Ωστόσο κατά βάθος στοχάζεται πάνω σε ένα πολύ δύσκολο ερώτημα: Τι έχει μεγαλύτερη αξία; Η μεγάλη τέχνη ή η ανθρώπινη ζωή; Με άλλα λόγια, θα προτιμούσατε να χαθούν ανθρώπινες ζωές (και πόσες;) για να σωθεί, ας πούμε, η Καπέλα Σιστίνα; Το πολύ δυνατό, πικρό φινάλε, δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία για το ότι αυτό είναι το βασικό θέμα που απασχολεί τον σκηνοθέτη. Απαντήσεις; Δεν υπάρχουν. Οι θεατές ας βγάλουν τα συμπεράσματά τους και ας αποφασίσουν. Νομίζω ότι όντως πρόκειται για ένα από τα δυσκολότερο να απαντηθούν ερωτήματα.
Το φιλμ είναι από τα πιο "βρώμικα" που έχετε δει, με την έννοια ότι είναι βουτηγμένο στην κάπνα, την μουτζούρα, τη λάσπη, τους άσχημους σιδηροδρομικούς σταθμούς, τα βομβαρδισμένα, ρημαγμένα τοπία. Λογικό, αφού το μεγαλύτερο μέρος του διαδραματίζεται σε παλιά, μουτζούρικα τρένα εν κινήσει (συνήθως). Ενδιαφέρον στοιχείο για μια ταινία που στο επίκεντρό της βρίσκεται η απόλυτη ομορφιά και τα πάντα γίνονται για τη διάσωσή της.
Συνολικά μπορώ να πω ότι η μεγάλη διάρκεια με κούρασε αρκετά. Σίγουρα θα προτιμούσα να ήταν πιο σύντομο, πράγμα που θα δυνάμωνε το σασπένς. Κάπου στα μέσα βαρέθηκα κάπως. Το τέλος όμως με αποζημίωσε. Και, το ξαναλέω, βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέροντα τον προβληματισμό του. Και, παρά τις αντιρρήσεις που σας ανέφερα, θεωρώ τελικά τον Φρανκενχάιμερ πολύ σημαντικό και μάλλον παραγνωρισμένο δημιουργό.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 03, 2015

Ο "ΚΑΦΚΑ" ΩΣ ΗΡΩΑΣ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ

Η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Steven Sonderbergh μετά το εντυπωσιακό ντεμπούτο του, το "Σεξ, Ψέματα και Βιντεοταινίες", ήταν το "Kafka" του 1991. Ο Sonderbergh είναι ένας δημιουργός που άλλοτε μου αρέσει και άλλοτε μ' αφήνει παντελώς αδιάφορο. Η συγκεκριμένη ταινία, όταν την είχα πρωτοδεί τουλάχιστον, με είχε εντυπωσιάσει.
Η ιδέα είναι ασυνήθιστη. Ο Τζέρεμι Άιρονς ερμηνεύει τον Κάφκα, τον πραγματικό συγγραφέα Κάφκα, και όντως πολλά στοιχεία είναι βασισμένα στη ζωή του. Μόνο που ο Κάφκα της ταινίας γίνεται ήρωας των ίδιων του των βιβλίων, μπλέκεται στις υποθέσεις τους. Το περιβάλλον είναι μια ακαθόριστη πόλη (σαν την Πράγα), στην οποία όμως επικρατεί ένα μυστηριώδες, καταπιεστικό καθεστώς και μια ατμόσφαιρα ύπουλου τρόμου. Το επίκεντρο όλων αυτών μοιάζει να βρίσκεται στον απροσπέλαστο Πύργο, όπου ο μοναχικός συγγραφέας θα επιχειρήσει να μπει κρυφά αναζητώντας τα ίχνη ενός εξαφανισμένου φίλου και συναδέλφου του στην καταπιεστική (και ανώνυμη) εταιρία όπου δουλεύει.
Έτσι το φιλμ κινείται ανάμεσα στην επιστημονική φαντασία και σε μια βιογραφία του Κάφκα. Υπάρχουν στοιχεία και από τα δύο. Στο μεταξύ κομμάτια και ίχνη από τα έργα του μεγάλου συγγραφέα βρίσκονται σκόρπια παντού στην πλοκή, ενσωματωμένα βεβαίως στο φανταστικό σενάριο. Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο και πρωτότυπο. Ωστόσο το βασικό μέλημα του Sonderbergh δεν είναι η πλοκή, αλλά η δημιουργία ατμόσφαιρας. Ουσιαστικά ολόκληρο το φιλμ δεν είναι παρά ένα αφιέρωμα στο γερμανικό εξπρεσιονισμό. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία (η οποία στις σκηνές εντός του Πύργου γίνεται έγχρωμη), οι γωνίες, οι μακριές σκιές, τα στενά δρομάκια, το ασφυκτικό περιβάλλον, το κλειστοφοβικό κλίμα, όλα παραπέμπουν εκεί. Αλλά και τα ονόματα δεν είναι παρά ένα διαρκές παιχνίδι με τον κινηματογραφικό εξπρεσιονισμό: Ο κακός επιστήμονας λέγεται Μουρνάου, μια εταιρία Ορλόκ και υπάρχουν κι άλλα πολλά τέτοια. Οι παραπομπές στον Καλιγκάρι, το Γκόλεμ κλπ. δεν σταματούν.
Παράξενο φιλμ, γοητευτικό θα έλεγα και, θυμηθείτε το, αρκετά καταθλιπτικό. Το καταπιεστικό καθεστώς δεν μοιάζει ακριβώς με κάποια στυγνή δικτατορία. Είναι η γκριζάδα, η μουχλιασμένη καθημερινότητα, η έλλειψη ανθρώπινων σχέσεων, η αφόρητη τυπικότητα και τυπολατρεία που δημιουργούν την αρρώστια και τον διάχυτο φόβο. Όπως συχνά συμβαίνει με την επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα δηλαδή. Ίσως λοιπόν η ταινία να έχει τα προβλήματά της και την μάλλον εύκολη λύση λίγο πριν το τέλος, όπου σχεδόν μετατρέπεται σε περιπέτεια (ευτυχώς στο τέλος αλλάζει και πάλι), αλλά νομίζω ότι αξίζει να την ψάξετε αν την αγνοείτε.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 01, 2015

"ΑΜΝΗΣΙΑ" : ΘΡΙΛΕΡ Α ΛΑ "ΜΟΜΕΝΤΟ"

Η Νικόλ Κίντμαν υποδύεται μια γυναίκα της οποίας η μνήμη, μετά από κάποιο ατύχημα, διαρκεί ένα μόλις εικοσιτετράωρο. Αυτό λοιπόν που συμβαίνει είναι ότι κάθε πρωί ξυπνά δίχως να θυμάται τίποτα από τη ζωή της και, κατά τη διάρκεια της μέρας, πρέπει να μάθει από τον σύζυγό της τα πάντα γι' αυτήν και τη μέχρι τώρα ζωή της, για να τα ξεχάσει ξανά τη νύχτα και να τα ξαναμάθει - ως tabula rasa - το επόμενο πρωί. Ώσπου κι αυτός ακόμα ο παράδοξος κόσμος της αρχίζει να τρίζει και υποψίες γεννιούνται μέσα της.
Αυτά συμβαίνουν στο θρίλερ του Rowan Joffe (γιου του επίσης σκηνοθέτη Roland Joffe του "Mission") "Before I go to Sleep" ("Αμνησία" στα ελληνικά) του 2014. Φυσικά το πρώτο που αντιλαμβνεται κανείς είναι οι σεναριακές επιροές από το γνωστό "Memento". Αλλά, κατά τη γνώμη μου, εδώ τα πράγματα δεν πάνε τόσο καλά όσο στο παλιότερο κλασικό πλέον θρίλερ. Εδώ κάπως οι καταστάσεις είναι πιο απίθανες, πιο τραβηγμένες από τα μαλλιά θα λέγαμε, και μάλλον λείπει η ένταση του "Memento" (συγνώμη για τις διαρκείς συγκρίσεις ανάμεσα στις δύο ταινίες, αλλά ο νους πάει κατ' ευθείαν εκεί), η ατμόσφαιρα είναι κάπως ψυχρή (στοιχείο όχι απαραίτητα κακό για θρίλερ), ενώ το τέλος μου φάνηκε μάλλον ξενέρωτο. Από την άλλη η επανάληψη των ίδιων συμβάντων κάθε μέρα θυμίζει και τη "Μέρα της Μαρμότας" (σε καθόλου κωμική βερσιόν βεβαίως, κάθε άλλο).
Πάντως ανατροπές σίγουρα υπάρχουν (αυτό μας έλειπε να μην), ο Κόλιν Φερθ ερμηνεύει έναν ασυνήθιστο για την μέχρι τώρα καριέρα του ρόλο, και γενικά το φιλμ παρακολουθείται με σχετικό ενδιαφέρον. Θα περάσετε πιστεύω δύο μάλλον ευχάριστες ώρες προσπαθώντας να καταλάβετε τι ακριβώς συμβαίνει και πώς έπαθε ό,τι έπαθε η ηρωίδα, αλλά μέχρις εκεί. Για μένα τουλάχιστον δεν υπήρχε κάτι περισσότερο.

eXTReMe Tracker