Τετάρτη, Δεκεμβρίου 31, 2014

Η ΑΝΘΡΩΠΙΑ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

H Lorene Scafaria μαθαίνω ότι είναι κυρίως ηθοποιός. Ωστόσο με την πρώτη της κιόλας σκηνοθεσία, το φιλμ του 2012 ""Seeking a Friend for thw End of the World" (στα ελληνικά "Χάρηκα που σε γνώρισα"), καταφέρνει να ξεχωρίσει, αφού κάνει μια συμπαθέστατη κομεντί, που διαφέρει  αρκετά από άλλα δείγματα του τόσο ταλαιπωρημένου στην Αμερική αυτού είδους.
Από την πρώτη κιόλας σκηνή ξέρουμε ότι ο κόσμος θα τελειώσει σε λίγες μόλις μέρες, αφού ένας αστεροειδής θα συγκρουστεί με τη γη. Ο ήρωας, ένας συνηθισμένος άνθρωπος (ο Στιβ Καρέλ), ανακαλύπτει ότι μόλις ανακοινώθηκε το συγκλονιστικό νέο η γυναίκα του τον εγκατέλειψε (δεν είχαν και την καλύτερη σχέση. Τότε στο σκηνικό θα μπει η κοπέλα που μένει στο επάνω πάτωμα και την οποία ως τώρα αγνοούσε και μαζί θα ξεκινήσουν ένα ταξίδι, αυτή για να πάει στους γονείς της και να πεθάνει εκεί κι αυτός για να βρει τον μεγάλο έρωτα της ζωής του (με την οποία δεν έχουν συναντηθεί εδώ και πολλά χρόνια),για να περάσουν μεζί τις τελευταίες ώρες, ενώ, βεβαίως, γύρω τους επικρατεί χάος.
Η ταινία συνδυάζει νομίζω σε πολύ σωστές δόσεις χιούμορ και συγκίνηση, δίχως ωστόσο να γίνεται μελό. Η μελαγχολική ατμόσφαιρα του τέλους διαποτίζει τα πάντα, αλλά το χιούμορ που προαναφέραμε καταφέρνει να ισορροπεί τα πράγματα. Έτσι τελικά η ταινία μετατρέπεται σε έναν ύμνο όχι απλώς στον έρωτα, αλλά στην ουσιαστική ανθρώπινη επαφή, στη φιλία, την ανθρωπιά. Συγχρόνως διατηρεί το σχετικό σασπένς, καθώς ο θεατής δεν ξέρει πού θα καταλήξουν όλα αυτά και δεν υποκύπτει σε φτηνές παραχωρήσεις στο τέλος. Και υπάρχει βεβαίως και το στοιχειο της επιστημονικής φαντασίας που δίνει την πρωτοτυπία στην ιστορία.
Τη βρήκα από τις πολύ συμπαθητικές κομεντί - πολύ περισσότερο επειδή, όπως είπα στην αρχή, πρόκειται για φθαρμένο και συχνά ξενέρωτο είδος - και περιμένω την επόμενη σκηνοθετική προσπάθεια της Scafaria. Ελπίζω να διαθέτει παρόμοια φρεσκάδα.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 30, 2014

ΗΟΒΒΙΤ 3 : Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΜΙΑΣ "ΞΕΧΕΙΛΩΜΕΝΗΣ" ΤΡΙΛΟΓΙΑΣ

Το 2014 ο Peter Jackson ολοκληρώνει την αξέχαστη επίσκεψή του στη Μέση Γη με το "Χόμπιτ. Η Μάχη των Πέντε Στρατών". Όχι με τον ιδανικότερο τρόπο κατά τη γνώμη μου, αλλά σίγουρα το εξαπλό έπος (ή οι δύο περίπου οκτάωρες ταινίες) θα καθορίζουν για πολύ καιρό τα όρια του θεάματος στο σινεμά.
Ας δούμε όμως τα του "Χόμπιτ": Κατ' αρχήν - το έχω ξαναγράψει - με ενόχλησε πολύ η απόφαση να γίνει και το "Χόμπιτ" τριλογία. Εκεί που το πράγμα ήταν απόλυτα δικαιολογημένο στον "Άρχοντα των Δαχτυλιδιών" (ένα όντως τρίτομο έπος), σε ένα βιβλίο τριακοσίωντόσων σελίδων ήταν κάτι παραπάνω απο σαφές ότι η μετατροπή σε τριλογία είχε μοναδικό στόχο να κρατάμε με το ζόρι το ενδιαφέρον του θεατή και να βγάζουμε όλο και περισσότερα λεφτά (πράγμα που επετεύχθη απόλυτα φυσικά). Έτσι λοιπόν επρόκειτο για μια εκ των προτέρων "ξεχειλωμένη" τριλογία, πράγμα που έγινε ακόμα πιο φανερό με την άτεχνη προσθήκη διάφορω ανύπαρκτων στο βιβλίο υποπλοκών (ο έρωτας ξωτικής και νάνου ήταν το χειρότερο απ' αυτά, για να βάλουμε και λίγη δακρύβρεκτη ερωτική ιστορία, να έχουμε και λίγο "Ρωμαίο και Ιουλιέτα", αλλά και η αυθαίρετη προσθήκη του Λέγκολας, ενός από τους ήρωες του μετέπειτα "Άρχοντα"). Αφού λοιπόν στο τέλος του 2ου φιλμ είχαμε ήδη φτάσει στον δράκο, τι μας έμενε στο 3ο μέρος; Μια άνευ προηγουμένου μάχη, που κρατά πραγματικά πάνω από την μισή ταινία και που δεν λέει να τελειώσει με τίποτα. Και, κερασάκι στην τούρτα, οι κάθε είδους ταρζανιές του Λέγκολας κυρίως, αλλά και άλλων, που θύμιζαν φτηνές σουπερηρωικές ταινίες.
Μην τα βάφετε όλα μαύρα πάντως. Η βιρτουοζιτέ του Τζάκσον είναι δεδομένη, το υπερθέαμα απόλυτα εγγυημένο, τα τοπία και τα σκηνικά μαγευτικά, η διασκέδαση (αν και βαρέθηκα κάπως στη μάχη) απολυτη. Και  υπάρχει βέβαια και το πιο ενδιαφέρον σημείο της προβληματικής του Τόλκιν, το θέμα της ανθρώπινης απληστίας μπροστά στο χρήμα και την εκμαυλιστική εξουσία, που αντιπροσωπεύεται βέβαια από το πάθος του Θόριν για τον αμύθητο θησαυρό, αλλά και την σύγκρουση Ξωτικών, Ανθρώπων και Νάνων γι' αυτόν, που οδηγούν στην απόλυτη παράνοια. Το καλύτερο σημείο για μένα.
Οπότε ναι, χορταστικότατο, αλλά και ένα είδος "αρπαχτής" ταυτόχρονα. Φυσικά αν έπρεπε να διαλέξω από τις δύο τριλογίες θα προτιμούσα την πρώτη, αυτή του "Άρχοντα". Το άλλο έγινε δεξιοτεχνικά μεν, αλλά για να τα οικονομήσουμε.
ΥΓ: Εκτιμώ πάντως το ότι διατηρήθηκε απόλυτα ενιαία η αισθητική και στις δύο τριλογίες.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 26, 2014

ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΥΓΙΕΙΣ ΣΤΟ STONEHEARST ASYLUM;

Ο Brad Anderson μας είναι γνωστός απο κάποια παλιότερα θρίλερ, ενώ ταυτόχρονα κάνει και πολλή τηλεόραση. Το 2014 πάντως γυρίζει το "Stonehearst Asylum", ένα θρίλερ που βασίζεται (πολύ χαλαρά) σε διήγημα του Πόε, στο οποίο πάντως μοιάζει μόνο κατά το ένα τρίτο της ταινίας.
Στα τέλη του 19ου αιώνα ένας νεαρός γιατρός φτάνει σε ένα απομονωμένο άσυλο για ψυχικά ασθενείς. Πολύ σύντομα θα αντιληφτεί ότι κάτι δεν πάει καλά εκεί, ενώ συγχρόνως νοιώθει ακατανίκητη έλξη για μία από τις ασθενείς. Από εκεί και πέρα υπάρχουν αρκετές ανατροπές μέχρι την τελική.
Η ατμόσφαιρα της ταινίας είναι καθαρά γοτθική. Ο πύργος - άσυλο, η μουντή, ομιχλώδης φύση που το περιβάλλει, τα ανησυχητικά, ζοφερά θα έλεγα, σκηνικά στο εσωτερικό, οι τρελοί, όλα ενισχύουν την ατμόσφαιρα αυτή. Συγχρόνως υπάρχει ένα εντυπωσιακό καστ: Μπεν Κινγκσλεϊ, Κέιτ Μπέκινσέϊλ, Μάικλ Κέιν, Ντέιβιντ Θιούλις, Μπρένταν Γκλίσον... Αυτό όμως που μου άρεσε περισσότερο, πέρα από μερικές ενδιαφέρουσες ανατροπές που προανέφερα, είναι ο προβληματισμός πάνω στις έννοιες του καλού και του κακού, του τρελού και του υγιούς, του εξουσιαστή και του εξουσιαζόμενου. Βλέπετε, τίποτα δεν είναι οπως φαίνεται αρχικά. Αυτό θα το διαπιστώσετε πολύ σύντομα, στο πρώτο τρίτο κιόλας του φιλμ. Ο προβληματισμός όμως και η αμφισβήτηση των εννοιών που ανέφερα πιο πάνω συνεχίζονται σε όλη τη διάρκειά του και πάνε πολύ βαθύτερα. Και τελικά, αυτό που κυρίως αμφισβητείται είναι οι ίδιες οι "ψυχοθεραπευτικές" μέθοδοι, της εποχής τουλάχιστον και η αντιμετώπισή της τρέλας εν γένει. Η τρέλα και η σκληρότητα εδώ είναι έννοιες που θα προβληματίσουν και δεν θα αποδοθούν ξεκάθαρα στη μία μόνο πλευρά...
Τελικά το φιλμ μπορεί να ειδωθεί και ως μία ευρύτερη αλληγορία πάνω στην ελευθερία, την επανάσταση, τις συνέπειές της, την ίδια την έννοια της εξουσίας. Και γι' αυτό το βρήκα ενδιαφέρον, δίχως φυσικά να το θεωρώ αριστούργημα. Και, σαν ειρωνικό σχόλιο, όλα αυτά τοποθετούνται στην έναρξη ακριβώς του 20ού αιώνα (πράγμα που παίζει ρόλο στην ιστορία), του αιώνα της λογικής, της ειστήμης, των φώτων (υποτίθεται). Η κατάληξη του αιώνα αυτού βέβαια άλλα μας έδειξε για την ανθρώπινη παράνοια και αυτοκαταστροφικότητα.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 24, 2014

"Η ΠΤΗΣΗ ΤΟΥ ΦΟΙΝΙΚΑ" ΚΑΙ Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΕΠΙΒΙΩΣΗ

Ένας από τους καλούς χολιγουντιανούς σκηνοθέτες, ο Robert Aldrich (1918-1983) γυρίζει το 1965 μια all star ταινία, την "Πτήση του Φοίνικα". Σημειώστε: Τζέιμς Στιούαρτ, Ρίτσαρντ Ατένμπορο, Πίτερ Φιντς, Χάρντι Κρούγκερ, Έρνεστ Μποργκνάιν...
Ένα αεροπλάνο που μεταφέρει εργαζόμενους σε μια πετρελαϊκή εταιρία πέφτει σε καταιγίδα και προσγειώνεται ανώμαλα στην έρημο. Το σκάφος σχεδόν συντρίβεται, οι περισσότεροι όμως από τους επιβάτες επιζούν. Και από εδώ αρχίζει το δράμα: Ναι, επιζούν, αλλά βρίσκονται καθηλωμένοι στο πουθενά, στο μέσον της Σαχάρας, και οι πιθανότητες να τους εντοπίσουν ειναι μηδαμινές. Από εδώ και πέρα η ταινία θα μετατραπεί σε φιλμ επιβίωσης. Ενας γερμανός μηχανικός αεροπλάνων ισχυρίζεται ότι μπορεί να φτιάξει ένα σκάφος που μπορεί να πετάξει από τα συντρίμια του αρχικού αεροπλάνου και ο αγώνας αρχίζει.
Η ταινία με κράτησε αρκετά με το σασπένς της και, βέβαια, το θέμα είναι ποιοι τελικά θα επιβιώσουν και ποιοι όχι. Παράλληλα υπάρχουν κάμποσες υποπλοκές που αφορούν τους πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες και τις μεταξύ τους σχέσεις, οι οποίες δεν είναι πάντοτε οι καλύτερες. Λογικό, αφού ανάμεσά τους υπάρχει ένας μάλλον ξεροκέφαλος πιλότος, ένας αλκοολικός, ένας κυνικός εργάτης, ένας μηχανικός με ψυχρή λογική, ένας μάλλον διαταραγμένος τύπος, ένας σκληροπυρηνικός στρατιωτικός και κάμποσοι άλλοι. Καμιά ομοιομορφία. Σημειωτέον ότι οι χαρακτήρες αυτοί βρίσκονται πολύ μακριά από το σχηματικό διαχωρισμό σε "καλούς" και "κακούς". Αντίθετα διαθέτουν πολλές, συχνά αντικρουόμενες πλευρές, πράγμα που αποτελεί ένα από τα πιοενδιαφέροντα σημεία της ταινίας.
Ίσως να κουράζει κάπως η μεγάλη διάρκεια, σε γενικές γραμμές όμως πρόκειται για ένα ενδιαφέρον δράμα χαρακτήρων / περιπέτεια επιβίωσης, που επικεντρώνεται στην ανθρώπινη εφευρετικότητα σε πολύ δύσκολες στιγμές και στη δύναμη της ελπίδας.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 22, 2014

FOXCATCHER : ΣΥΜΠΛΕΓΜΑΤΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΕΠΙΠΕΔΑ

Πατέρας - γιος; Πλούσιος - φτωχός; Αριστοκράτης - λαϊκός; Εκμεταλλευτής - εκμεταλλευόμενος; Μπορείτε να βρείτε και άλλα τέτοια δίπολα στις σχέσεις ανάμεσα στις δύο βασικές προσωπικότητες του "Foxcatcher", της θαυμάσιας για μένα ταινίας που γύρισε το 2014 ο Bennett Miller. Η οποία, μάλιστα, βασίζεται σε αληθινή ιστορία και η οποία, αν και μπορεί να διαφημιστεί (;) ως "αθλητικό δράμα", δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να σας τρομάξει. Ο αθλητισμός είναι εδώ ένα απλό πλαίσιο - πρόσχημα για να αναπτυχθούν όλα τα επίπεδα μιας αρρωστημένης σχέσης.
Ένας από τους πλουσιότερους γόνους της Αμερικής, ιδιόρρυθμος, μοναχικός, μεγαλομανής, παθιασμένος με την πάλη και βαθύτατα συντηρητικός πολιτικά, παίρνει υπό την προστασία του "παιδοβούβαλο" πρωταθλητή της ελεύθερης πάλης, εξ ίσου μοναχικό και μίζερο, ο οποίος (ο αθλητής) έχει βαθιά σχέση μόνο με τον μεγάλο αδελφό και προπονητή του, επίσης αθλητή της πάλης και τον μόνο "φυσιολογικό" χαρακτήρα της ταινίας, αφού πρόκειται για έναν ευτυχισμένο οικογενειάρχη. Στόχος ένα χρυσό μετάλιο στους επερχόμενους Ολυμπιακούς της Σεούλ (βρισκόμαστε στη δεκαετία του 80). Όταν όλα δείχνουν ότι ο "μικρός" δεν μπορεί να τα καταφέρει δίχως τον αδελφό του, ο εκατομμυριούχος προσπαθεί να "αγοράσει" τον μεγάλο αδελφό με κάθε τρόπο. Από εκεί και πέρα οι σχέσεις τους περιπλέκονται όλο και περισσότερο, έως την απροσδόκητα τραγική κατάληξη.
Φυσικά εδώ βρισκόμαστε στον αντίποδα του αμερικάνικου όνειρου. Πρόκειται περισσότερο για "κατοχή" ενός ανθρώπου από έναν άλλον. Ναι, όλα φαίνονται να πηγαίνουν καλά και να πλησιάζουν στο στόχο τους, αλλά ποιο θα ειναι το τίμημα; Μήπως τελικά δεν υπάρχει επιτυχία δίχως τίμημα και δίχως σκοτεινές, αθέατες πτυχές; Σημειωτέον ότι κάτω απ' όλα αυτά υποβόσκει και μια καταπιεσμένη ομοφυλόφιλη επιθυμία.
Για μια ακόμα φορά τα τελευταία χρόνια φωτίζεται άπλετα η σκοτεινή πλευρά της Αμερικής. Η ταινία μπορεί να είναι σχετικά χαμηλότονη, είναι όμως πραγματικά σκοτεινή, πραγματικά ανησυχητική, όπως η προσωπικότητα του εθνικιστή, φασίστα ουσιαστικά, εκατομμυριούχου, που ξεδιπλώνεται σταδιακά κατά τη διάρκεια του φιλμ. Όσο για τις ηθοποιίες, είναι πραγματικά εξαιρετικές, με κυρίαρχη αυτή του Στιβ Καρέλ στον έναν από τος δύο βασικούς ρόλους.
"Βαριά", πυκνή και, ξαναλέω για πολλοστή φορά, σκοτεινή ταινία, μου άρεσε ιδιαίτερα και τη θεωρώ ήδη από τις καλύτερες της χρονιάς. Αλλά, σας προειδοποιώ, δεν πρόκειται να χαμογελάσετε. Καθόλου! 

Κυριακή, Δεκεμβρίου 21, 2014

Ο "ΣΙΔΗΡΟΥΣ ΣΤΑΥΡΟΣ" ΚΑΙ Η ΔΙΦΟΡΟΥΜΕΝΗ ΣΤΑΣΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ

To 1977 o Sam Peckinpah (1925-1984) γυρίζει μια από τις πιο εντυπωσιακές πολεμικές ταινίες, τον "Σιδηρούν Σταυρό" (Cross of Iron), με εξαιρετικό επιτελείο ηθοποιών (Τζέιμς Κόμπερν, Τζέιμς Μέισον, Μαξιμίλιαν Σελ, Ντέιβιντ Γουόρνερ, Σέντα Μπέργκερ).
Η ταινία - ασυνήθιστο για αμερικάνικο φιλμ - παρακολουθεί τον πόλεμο από τη μεριά των γερμανών και όχι των συμμάχων, καθώς πρωταγωνιστεί μια ομάδα γερμανών στρατιωτών στο ρωσικό μέτωπο. Ο ήρωας είναι γενναίος και παρασημοφορημένος, όταν όμως έρχεται ο νέος διοικητής, ένας πρώσος αριστοκράτης που το όνειρό τους είναι να τιμηθεί με τον Σιδηρό Σταυρό με οποιοδήποτε τίμημα, οι δύο άντρες αναπόφευκτα θα συγκρουστούν. Ο αξιωματικός θα φτάσει ως τον συνειδητό φόνο συνστρατιωτών του προκειμένου να πάρει το πολύτιμο γι' αυτόν παράσημο, αλλά ο Στάινερ (ο ήρωάς μας σηλαδή) δεν είναι οποιοσδήποτε...
Το φιλμ είναι εξαιρετικά σκηνοθετημένο, με εντυπωσιακές σκηνές μάχης, με τα προσφιλή στον Πέκινπα βίαια slow motion, με το σασπένς να παραμένει αμείωτο. Σίγουρα παρακολουθείται με έντονο ενδιαφέρον (εκτός βεβαίως αν μισείτε τα πολεμικά φιλμ, πράγμα απόλυτα κατανοητό). Δεν είναι τυχαίο ότι κατέχει εξέχουσα θέση ανάμεσα στις ταινίες του είδους. Κινηματογραφικά λοιπόν βρισκόμαστε αναμφισβήτητα μπροστά σε σημαντική ταινία. Ιδεολογικά όμως;
Ο εξαιρετικός σαν σκηνοθέτης Πέκινπα είναι γνωστός για την αγάπη του στη βία και τις macho καταστάσεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πολύ δύσκολο να αποφανθεί κανέις αν κάνει μια καθαρά πολεμική ή μια αντιπολεμική ταινία. Ο ηρωισμός υπάρχει στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή Τζέιμς Κόμπερν, ο ξεκαθαρα "κακός" υπάρχει επίσης, η ταύτιση του θεατή με τον πρώτο είναι προφανής. Φυσικά ο πόλεμος είναι αιμοτοβαμένος και φριχτός, τα ηρωικά κατορθώματα όμως και η αυτοθυσία μειώνουν τα αντιπολεμικά αισθήματα. Υπάρχει βεβαίως μια "αναρχική" στάση του ήρωα, με το δηλωμένο μίσος του απέναντι στους αξιωματικούς γενικά (άρα απέναντι στην εξουσία) και αυτό είναι κάπως ανατρεπτικό. Μέχρις εκεί όμως. Βρισκόμαστε πολύ - πολύ μακριά νομίζω από ένα καθαρά αντιπολεμικό φιλμ, οπως οι εκπληκτικοί "Σταυροί στο Μέτωπο" (Paths of Glory) του Κιούμπρικ για παράδειγμα. Άλλωστε ο ήρωας εδώ, εκτός από αναμφισβήτητα γενναίος, μπορεί να θεωρηθεί και εθισμένος στον πόλεμο και τη βία, άρα όχι και τόσο νορμάλ...
Η ταινία αποτελεί αληθινό must για τους φίλους των πολεμικών περιπετειών. Προσωπικά πάντως προτιμώ την οπτική του Κιούμπρικ που προανέφερα. Η οποία, σημειωτέον, καυτηριάζει την εξουσία με πολύ βαθύτερο τρόπο.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 18, 2014

Η "ΦΟΡΜΟΥΛΑ" ΚΙ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΚΙΝΟΥΝ ΤΑ ΝΗΜΑΤΑ

Ένα από τα χαρακτηριστικά της δεκαετίας του 70 ήταν η έντονη - για τα αμερικάνικα δεδομένα τουλάχιστον - πολιτικοποίηση του κινηματογράφου της χώρας (θυμηθείτε φιλμς όπως "Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου", "Οι τρεις μέρες του κόνδορα" κλπ.) Στον απόηχο όλων αυτών κινείται και η "Φορμουλα", μια ταινία του John Avildsen του 1980. Η οποία μάλιστα διαθέτει δύο μεγάλους σταρ, τον Τζορτζ Σκοτ και τον Μάρλον Μπράντο (χοντρό και καραφλό, σχεδόν αγνώριστο).
Η ταινία είναι αστυνομική, οι πολιτικές προεκτάσεις όμως σαφέστατες. Όταν ένας υψηλόβαθμος αξιωματικός της αστυνομίας βρίσκεται νεκρός, ένας μάλλον βαριεστημένος ντετέκτιβ, αναλαμβάνει να διελευκάνει την υπόθεση. Όλα δείχνουν ότι ο μπάτσος πέθανε από υπερβολική δόση κοκαϊνης, αλλά εκείνος άλλα υποψιάζεται. Οι έρευνες θα τον φέρουν μέχρι το Βερολίνο, στην πορεία του θα συναντήσει εναν πάμπλουτο και πανίσχυρο πετρελαιά, αλλά και μια παλιά ναζιστική φόρμουλα τεράστιας σημασίας για τη μετατροπή συνθετικών προϊόντων σε καύσιμα.
Τελικά η ταινία μιλά για το ποιοι πραγματικά κυβερνούν τον κόσμο (όχι οι κυβερνήσεις που ξέρουμε πάντως) και, κυρίως, για την ανθρώπινη απληστία, πηγή των χειρότερων δεινών μας πιστεύω. Οι φόνοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον, αλλά όσο προχωράμε η εικόνα ξεκαθαρίζει: Βρισκόμαστε μπροστά σε κολοσσιαίες παγκόσμιες δυνάμεις,απέναντι στις οποίες το άτομο μοιάζει ανίσχυρο. Τα πράγματα είναι πολύ δύσκολο (αν όχι ακατόρθωτο) να αλλάξουν.
Η ιστορία ξετυλίγεται μάλλον αργά - δεν πρόκειται άλλωστε για ταινία δράσης - ενώ η απαισιοδοξία για τον κόσμο και την κυριαρχία της ωμής οικονομικής  δύναμης πάνω στην όποια ιδεολογία ή ανθρωπιά είναι σαφής. Δεν τη θεωρώ μεγάλη ταινία, απλώς δείγμα του σινεμά της εποχής. Ίσως κάποιοι από τους θεατές να κουραστούν. Δυστυχώς όμως τα συμπεράσματά της ισχύουν απόλυτα και σήμερα.
ΥΓ: Το έχω ξανασυζητήσει: Ακόμα και το χολιγουντιανό σινεμά δεν φοβάται να καταγγείλει καταστάσεις που αποτελούν την πηγή της ανθρώπινης δυστυχίας και που είναι δομικά χαρακτηριστικά του συστήματος (την εποχή για την οποία μιλάμε το φαινόμενο ήταν συχνότερο). Πολύ φοβάμαι ότι
αυτό σημαίνει, πολύ απλά, ότι ο κινηματογράφος και η τέχνη γενικότερα δεν μπορούν να αλλάξουν τίποτα. Αν μπορούσε, θα την απαγόρευαν.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 17, 2014

Η ΕΚΠΛΗΞΗ ΤΟΥ "ΛΕΥΚΟΥ ΘΕΟΥ" ΚΑΙ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ ΩΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑ

Αγνοούσα τον ούγγρο Kornel Mundruczo, ο οποίος έχει - όπως έμαθα - στο ενεργητικό του μια φιλμογραφία γεμάτη από παράδοξες ταινίες. Το 2014 πάντως γυρίζει τον "Λευκό Θεό" (Feher Isten), ο οποίος, είτε αρέσει είτε όχι, σίγουρα εντυπωσιάζει και αποτελεί για μένα μια "από το πουθενά" έκπληξη της χρονιάς.
Ένα 13χρονο κορίτσι αναγκάζεται να μείνει για μερικούς μήνες με τον χωρισμένο πατέρα της, αφού η μητέρα της θα λείψει. Ο αγαπημένος της σκύλος όμως, ο Χάγκεν, δεν είναι πουθενά ευπρόσδεκτος: Στην πολυκατοικία δεν τον δέχονται, στην ορχήστρα όπου συμμετέχει η μικρή τον διώχνουν... μέχρι που τελικά ο πατέρας της τον παρατά στη μέση του δρόμου για να τον ξεφορτωθεί. Από εκεί και πέρα παρακολουθούμε την οδύσσεια του σκύλου σε μια εχθρική ανθρώπινη κοινωνία... και όσο προχωρά το φιλμ τα πράγματα γίνονται όλο και πιο παράξενα.
Η ταινία ξεκινά σα μια συγκινητική ιστορία για την αγάπη ενός (σχεδόν) παιδιού και του ζώου του. Πολύ σύντομα όμως αντιλαμβανόμαστε ότι ξεφεύγει από εκεί, για να μπει ουσιαστικά στο χώρο του φανταστικού και να αποκτήσει πολλά στοιχεία θρίλερ. Καμία σχέση τελικά με "συγκινητική ιστορία για παιδιά". Σκοτεινό παραμύθι (μερικές σκηνές παραπέμπουν στον μαγικό φλογεροπαίχτη και τα ποντίκια / παιδιά), πολιτική αλληγορία, κριτική της σύγχρονης κοινωνίας, αρχίζει απόλυτα ρεαλιστικά για να απογειωθεί σχεδόν στο χώρο της ταινία τρόμου. Στο μεταξύ οι σκηνές με τα δεκάδες σκυλιά στους δρόμους της άδειας Βουδαπέστης είναι απ' αυτές που μένουν χαραγμένες στην κινηματογραφική μνήμη.
Φυσικά τα σκυλιά αντιμετωπίζονται εδώ σαν κοινωνική μειονότητα (μετανάστες; φτωχοί; άλλου είδους μειονότητα; διαλέξτε ό,τι θέλετε). Η ταινία περιγράφει την απόλυτη καταπίεση τους και στη συνέχεια την αναπόφευκτη εξέγερση. Το σίγουρο πάντως είναι ότι πρόκειται για "σφιχτό" φιλμ που κορυφώνεται όσο προχωρά, το οποίο με κράτησε από την αρχή ως το τέλος και - παρά τις κάποιες σεναριακές ευκολίες, που όμως μπορεί να είναι και απόλυτα συνειδητές - αποτελεί μια από τις μεγάλες εκπλήξεις του 2014. Και χρησιμοποιεί εμπνευσμένα την κλασική μουσική. Δοκιμάστε το!

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 15, 2014

Ο ΘΕΟΣ ΝΑ ΤΗ ΒΟΗΘΑ (ΑΥΤΗ ΚΑΙ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΗΣ)

Ξέρετε ποιος είναι ο Stuart Murdoch; Είναι ο βασικός των Belle and Sebastian, ενός από τα συγκροτήματα που μου αρέσουν πολύ. Το 2014 λοιπόν περνά πίσω από την κάμερα για να κάνει την πρώτη του ταινία, το "God Help the Girl". Μαθαίνω ότι το project αυτό ξεκίνησε σαν άλμπουμ, αλλά τελικά κατέληξε σε ταινία, ένα είδος pop μιούζικαλ.
Η Ιβ είναι μια ανασφαλής και όχι και πολύ ισοροπημένη (νοσηλεύεται, για να είμαστε ακριβείς) μουσικός - συνθέτης, με ταλέντο μάλιστα, για την οποία η μουσική λειτουργεί ως ψυχοθεραπαία. Ο Τζέιμς είναι κι αυτός ιδιόρυθμος και όχι πολύ πετυχημένος με τις γυναικες, η Κας είναι αυτό που λέμε... ε, χαζοχαρούμενη και μάλλον με μέτριο IQ. Οι τρεις τους θα φτιάξουν ένα γκρουπ και θα περάσουν ένα παράξενο και όμορφο - στα όρια του ονειρικού - καλοκαίρι, πριν φτάσει το φθινόπωρο και μαζευτούν πάλι τα σύννεφα.
Γυρισμένο στη Γλασκώβη, το φιλμ είναι αυτό που θα λέγαμε απόλυτα ποπ. Τρυφερό και θλιμένο, ανάλαφρο και αστείο, νεανικό αλλά και "προβληματισμένο", με χαριτωμένους, αλλά και προβληματικούς ήρωες. Και λίγο δήθεν, αν θέλετε τη γνώμη μου. Για μένα το καλύτερο σημείο είναι βέβαια - αναμενόμενο άλλωστε - η μουσική, καθώς το γκρουπ παίζει συχνά τα τραγούδια που γράφει η Ιβ. Μουσική ασφαλώς που αμέσως παραπέμπει στους Belle & Sebastian. Γι' αυτό κυρίως αξίζει - και το σάουντρακ του άλλωστε. Νομίζω πάντως ότι θα ενθουσιάσει ευαίσθητους νεαρούς/ές, που ψάχνονται και αγαπάνε την ποπ κουλτούρα. Ανθρώπους του γενικότερου κλίματος των Belle & Sebastian δηλαδή.
Προσωπικά το βρήκα σχετικά χαριτωμένο, απόλαυσα τη μουσική, αλλά μέχρις εκεί. Όχι κάτι παραπάνω. Άλλωστε έχουμε δει πολλές εύθραυστες και ελαφρώς ψυχο-τέτοιες νεαρές ποπ ηρωίδες...
ΥΓ: Σημειωτέον, η παράξενα όμορφη πρωταγωνίστρια Emily Browning είναι πράγματι ιδανική για το ρόλο.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 14, 2014

ΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΣΤΟ "ANOTHER ME"

Η Isabel Coixet είναι ισπανίδα και έχει κάνει αρκετές ταινίες εκεί, αλλά οι τελευταίες της είναι αγγλόφωνες (μεταξύ τους και το αρκετά ενδιαφέρον "The Secret Life of Words"). Το 2013 γυρίζει ένα θρίλερ, το "Another Me".
Μια προικισμένη κοπέλα, πετυχημένη και δημοφιλής στην τάξη της, πρωταγωνίστρια του σχολικού θιάσου που θα ανεβάσει "Μάκβεθ", βλέπει ξαφνικά τη ζωή της να καταρρέει, καθώς ο πατέρας της χτυπιέται από ανίατη αρρώστια (σκλήρυνση κατά πλάκας), ενώ η μητέρα της, τσακισμένη, συμπεριφέρεται "ύποπτα" . Το πιο τρομαχτικό όμως είναι ότι μια μυστηριώδης σωσίας της (;) προσπαθεί με κάθε τρόπο να πάρει τη θέση της σε κάθε εκδήλωση της ζωής της, επιτείνοντας την εφηβική ανασφάλεια και "μπερδεύοντας" τις αλλαγές που το πέρασμα στην ενηλικίωση φέρνει στη ζωή των ανθρώπων.
Η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα, η πρωταγωνίστρια Sophie Turner καλή (και με παράξενα ενδιαφέρον πρόσωπο), ωστόσο θα χαρακτήριζα το φιλμ αυτό, που θα ήθελε να είναι τρόμου, μάλλον βραδυφλεγές. Νομίζω ότι το σασπένς δεν διατηρείται και η αγωνία δεν κορυφώνεται. Βεβαίως είναι καλογυρισμένο και υπάρχουν στιγμές που προκαλούν κάποιο ρίγος, συνολικά όμως μάλλον άνευρο θα το χαρακτήριζα. Στο τέλος πάντως αποκαλύπτονται πολλά και η ταινία μπαίνει για τα καλά στο χώρο του μεταφυσικού τρόμου, ωστόσο η ατμόσφαιρα αυτή έχει χτιστεί μάλλον αργά.
Σε κάποια σημεία διαθέτει ωραία εικόνα και ανατριχιαστικό κλίμα, οπότε δεν το απορίπτω εντελώς, ωστόσο το θεωρώ από τα θρίλερ τρόμου που μάλλον δεν θα μας μείνουν ανεξίτηλα χαραγμένα στη μνήμη.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 12, 2014

ΘΕΑΤΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΣΤΟ "BECKET"

Σήμερα το "Becket" είναι ένα μάλλον ξεχασμένο φιλμ. Στην εποχή του όμως, το 1964, είχε κάνει εντύπωση, είχε κερδίσει Όσκαρ διασκευασμένου σεναρίου και ήταν υποψήφιο για κάποια άλλα. Γυρίστηκε από τον Peter Glenville ((1913-1996), θεατρικό κυρίως σκηνοθέτη με λίγες ταινίες στο ενεργητικό του. Και φέρει βεβαίως έντονη τη σφραγίδα της θεατρικότητας.
Πρόκειται για ιστορικό δράμα βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Ζαν Ανούιγ. Παρακολουθεί τη σχέση του άγγλου βασιλιά Ερίκου του 2ου και του καλύτερου φίλου του Μπάκετ - οι οποίοι μάλιστα ανήκουν σε διαφορετικές φυλές (Νορμανδοί και Σάξονες), που μισούν η μία την άλη στα πλαίσια του μεσαιωνικού φεουδαρχικού βρετανικού κράτους (12ος αιώνας). Ο βασιλιάς είναι ακόλαστος, σκληρός, δίχως να αγαπά και να υπολογίζει πολύ τους υπηκόους του. Ο φίλος του Τόμας Μπέκετ είναι η φωνή της λογικής, βρίσκεται πιο κοντά στο φτωχό λαό και προσπαθεί όσο μπορεί να μετριάσει τις πράξεις του βασιλιά. Όταν όμως ο τελευταίος αποφασίζει - παρά τις αντιρήσεις του φίλου του - να τον κάνει επίσκοπο του Καντέρμπουρι (ισχυροτερο επίσκοπο της Βρετανίας) για να τα έχει καλά με την εκκλησία , ο Μπέκετ διχάζεται ανάμεσα στα συμφέροντα της εκκλησίας και την πίστη του αφ' ενός και στα όσα του ζητά ο βασιλιάς αφ' ετέρο. Τελικά προτιμά να φτάσει μέχρι το τέλος για να υπηρετήσει τον θεό.
Οι δύο πρωταγωνιστές είναι υπαρκτά πρόσωπα. Η σαρκοφάγος του Μπεκετ βρίσκεται και σήμερα στον εντυπωσιακό καθεδρικό του Καντέρμπουρι. Φυσικά τα γεγονότα που περιγράφονται εδώ δεν βασίζονται απόλυτα στην πραγνματικότητα, αλλά στην πένα του Ανούιγ. Οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών (Ρίτσαρντ Μπάρτον, Πίτερ Ο' Τουλ) είναι πολύ καλές - θεατρικές βεβαίως. Γενικά η θεατρικότητα "βαραίνει" το φιλμ, που δείχνει αμέσως την καταγωγή του από τη σκηνή. Όσον αφορά την ιστορία τώρα (γεμάτη ίντριγκες και πολιτικές συγκρούσεις μεταξύ άλλων) ενώ είδα με ενδιαφέρον το πρώτο μέρος, με το ωραίο ξεδιπλωμα των δύο διαφορετικών χαρακτήρων, στο δεύτερο με ξένισε κάπως η μάλλον απότομη στροφή του Μπέκετ προς την πίστη στο θεό και η απόφασή του να θυσιαστεί γι' αυτήν. Νομίζω ότι στην αρχή τίποτα δεν προετοίμαζε γι' αυτή την ξαφνική αλλαγή. Ο Μπέκετ εμφανιζόταν ως πραγματιστής, λογικός, εγκρατής, σοφός ίσως. Πουθενά όμως ως πιστός.
Τέλος πρέπει να επισημανθεί η υποβόσκουσα, πλην όμως έντονη ομοερωτική σχέση των δύο αντρών.Από τη μεριά του βασιλιά κυρίως, το πάθος προς τον Μπέκετ είναι ερωτικό και όχι (μόνο) φιλικό. Τίποτα τέτοιο δεν λέγεται ανοιχτά, νομίζω όμως ότι είναι αρκετά σαφές.
Ενδιαφέρον ως ένα βαθμό, αν και κάπως κουραστικό λόγω της μεγάλης διάρκειάς του (148'), το φιλμ συνίσταται οπωσδήποτε σε όσους αρέσκονται στη μεταφορά θεατρικών έργων στην οθόνη.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 10, 2014

ΤΟ "ΗΡΩΙΚΟ" JIMMY'S HALL"



Για πολλά – πολλά χρόνια ο Ken Loach ακολουθεί μια συνεπέστατη πορεία, κάνοντας στρατευμένο σινεμά με καθαρά αριστερές θέσεις. Στον ίδιο δρόμο συνεχίζει και το 2014 με το «Jimmy’s Hall”, ένα φιλμ που διαδραματίζεται στην Ιρλανδία της δεκαετίας του 30.
Ο Τζέιμς Γκράλτον, υπαρκτό πρόσωπο, είναι κομουνιστής από ένα μικρό χωριό της Ιρλανδίας. Λίγο καιρό αφότου ανοίγει ένα «κέντρο» (αίθουσα χορού και πολιτιστικό κέντρο ταυτόχρονα), τον αναγκάζουν να το κλείσει και να μεταναστεύσει στην Αμερική. Μετά δέκα χρόνια, το 1932 πλέον, επιστρέφει στο χωριό πλουσιότερος σε εμπειρίες και ακόμα πιο μαχητικός και ξανανοίγει το κέντρο – το οποίο, σημειωτέον, λατρεύουν οι νέοι της περιοχής. Η κίνηση αυτή θα συναντήσει τη λυσσαλέα αντίδραση της εκκλησίας και των αρχών – πλούσιων της περιοχής, οι οποίοι αντιλαμβάνονται ότι η λειτουργία του κέντρου δυναμιτίζει τα θεμέλια της απόλυτης εξουσίας τους στην περιοχή (και στη χώρα γενικότερα). Ο αγώνας ανάμεσα στις δύο πλευρές αρχίζει.
Ο Loach, όπως πάντα, κάνει ένα ψυχωμένο σινεμά, απλό, κομψό, σαφές, στοχευμένο. Παρακολούθησα την ταινία πολύ ευχάριστα, μπορώ να πω μάλιστα ότι σε κάποια σημεία με συγκίνησε. Ενδιαφέρον έχει και το πολιτιστικό μέρος: Ο ήρωας φέρνει στο κέντρο του μια παράλληλη αγάπη τόσο για τις ρίζες (τη φολκ ιρλανδέζικη μουσική, ας πούμε), όσο και για το μοντέρνο (τη τζαζ, που τότε ήταν η αιχμή της νεοτερικότητας στη μουσική). Αυτή ηα ακομπλεξάριστη πολιτιστική θεώρηση μου άρεσε ιδιαίτερα. Μπορούμε ωστόσο, ιδεολογικά κυρίως, να εντοπίσουμε κάποια προβλήματα: Ο δημιουργός χωρίζει τους πάντες σε απόλυτα καλούς – κακούς, σε μαύρο – άσπρο, ενώ οι ενδιάμεσες αποχρώσεις μοιάζουν να λείπουν. Σε γενικές γραμμές προσωπικά θεωρώ ότι κάπως έτσι έχουν τα πράγματα, ωστόσο ποτέ και τίποτα δεν είναι τόσο μονοδιάστατο.
Αυτά πάντως δεν σημαίνουν ότι δεν συνιστώ απόλυτα το φιλμ – ιδιαίτερα στην (επιεικώς) δύσκολη εποχή μας, που τέτοια φαινόμενα τείνουν να επανεμφανιστούν. Ο ήρωας γίνεται σύμβολο ελευθερίας και πάλης ενάντια στο σκοταδισμό και, εκτός των άλλων, ενάντια σε μια «στεγνή» εκκλησία, η οποία πρεσβεύει ένα μαζοχιστικό χριστιανισμό, απαλλαγμένο από κάθε έννοια ευχαρίστησης, και η οποία, φυσικά, συνεργάζεται απόλυτα με την πολιτική – κοινωνική εξουσία για να διατηρήσει με κάθε θυσία το υπάρχον status quo. Ωστόσο αυτό δεν εμποδίζει τον γηραιό «κακό» παπά να είναι ο πιο ενδιαφέρων χαρακτήρας της ταινίας.
Επιμένω στην περί μονοδιάστατου γκρίνια μου, ωστόσο σας προτείνω να το δείτε. Και για να εκπλαγείτε για τον σκοταδισμό κάποιων κοινωνικών δομών τότε, παλιά, αλλά κυρίως επειδή τέτοιες ξεκάθαρες και θαρραλέες «δηλώσεις» χρειάζονται στις μέρες μας.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 08, 2014

ΣΤΟΝ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "BREWSTER McCLOUD"

Το 1970, τη χρονιά δηλαδή που έκανε το "MASH", ο Robert Altman (1925-2006) γυρίζει μια από τις πλέον παράδοξες και σουρεαλστικές ταινίες του, το για πολλούς cult "Brester McCloud".
Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς το τι συμβαίνει εκεί (και τι δεν συμβαίνει !). Ο ομώνυμος κεντρικός χαρακτήρας είναι ένα αγόρι με εμμονή με την πτήση. Προσπαθεί, απομονωμένος στο εσωτερικό ενός αστεροσκοπείου, να φτιάξει μια μηχανή πτήσης, κάτι σαν γιγάντια μηχανικά φτερά που θα προσαρμοστούν πάνω του, παραμένοντας παρθένος για να είναι ολότελα δοσμένος στο σκοπό του. Με μυστηριώδη τρόπο δίπλα του βρίσκεται μια όμορφη, μεγαλύτερή του γυναίκα, η οποία τον προστατεύει ως από μηχανής θεός από τον κάθε κακό που συναντά στη ζωή του ο ήρωας, καθώς αλλάζει κάθε λίγο επάγγελμα (σκοτώνοντάς τους μάλιστα). Η κορύφωση, μετά από πάμπολλα σουρεαλιστικά συμβάντα, θα έρθει όταν θα φτάσει η μεγάλη μέρα και ο ήρωας θα επιχειρήσει να πραγματοποιήσει το όνειρό του σε ένα κατάμεστο γήπεδο. Στο μεταξύ η εμμονή με τα πουλιά ξεχειλίζει - άλλωστε ο αμίμητος καθηγητής που εμφανίζεται εμβόλιμα μιλά γι' αυτά, μεταμορφώνεται βαθμιαία ο ίδιος σε πουλί...
Πρόκειται για μια απόλυτα αναρχική σάτιρα της Αμερικής της εποχής (60ς - αρχές 70ς). Πολιτικοί, μπάτσοι, κακοί εργοδότες, άπληστοι ζάπλουτοι γέροι και διάφοροι άλλοι γελοία αρνητικοί τύποι παρελαύνουν από το χαώδες αυτό φιλμ, το οποίο θα καταλήξει σε μια αναπάντεχα μεταφυσική νότα. Αλληγορία της μυθικής ιστορίας του Ίκαρου, ωδή στον πόθο για απόλυτη ελευθερία, μαύρη κωμωδία, η γκροτέσκα αυτή ταινία αντανακλά απόλυτα και φέρει ανεξίτηλα την σφραγίδα των τρελών 60ς και των χαμένων ονείρων τους (είχε γίνει νομίζω ήδη αντιληπτό ότι τα όνειρα αυτά είχαν ήδη ξεθωριάσει κάτω από την αμείλικτη πίεση της πραγματικότητας). Ταυτόχρονα ωστόσο θα την χαρακτήριζα βαρυφορτωμένη, με αρκετές "κοιλιές" και με όλη αυτή τη χαρακτηριστικά χαώδη ατμόσφαιρα που θα κάνει νομίζω αρκετούς θεατές να κουραστούν (τα αυτοκινητοκυνηγητά εναλλάσονται με το μεταφυσικό, τα αγνά όνειρα με γκροτέσκους θανάτους κ.ο.κ.) . Ίσως όμως όλο αυτό το συνονθύλευμα είναι που κάνει cult το φιλμ, το οποίο, παρά τα εμφανή σήμερα μειονεκτήματά του και το (πιθανόν) ξεπερασμένο του στιλ, αξίζει πραγματικά να ανακαλυφτεί από όσους το αγνοούν, ως μία από τις πλέον χαρακτηριστικές κινηματογραφικές παραδοξότητες.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 06, 2014

ΣΤΟΝ ΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ ΑΣΤΕΙΟ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ "ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ ΠΟΥ ΕΚΑΤΣΕ..."

Δεν ξέρω αν έχετε δει ποτέ ταινία του σουηδού Roy Andersson, ("Τραγούδια από τον Δεύτερο Όροφο" π.χ.) Ο σκηνοθέτης αυτός, που σπάνια κάνει ταινίες, δημιουργεί έναν σουρεαλιστικό, συχνά παράλογο κόσμο με φιλμ που δεν έχουν ακριβώς πλοκή, αλλά αποτελούνται από μια σειρά άσχετων μεταξύ τους "σκετς", πολλά από τα οποία σχεδόν παρανοϊκά και με πλήθος ανορθολογικών καταστάσεων. Το ίδιο ακριβώς στιλ κυριαρχεί και στο "Ένα Περιστέρι Έκατσε σε ένα Κλαδί και Συλλογίστηκε την Ύπαρξή του" του 2014.
Όλες οι μικρές ιστορίες χαρακτηρίζονται από ένα κατάπικρο και κατάμαυρο χιούμορ και αυτό συνυπάρχει με μια εξαιρετικά καταθλιπτική ατμόσφαιρα, που επιτείνεται απο τα μουντά, μπεζ - γκρίζα, "νεκρά" χρώματα (ακόμα και τα πρόσωπα των περισσότερων ηθοποιών είναι μακιγιαρισμένα  σχεδόν νεκρικά), τα ψυχρά, άδεια ή με ελάχιστα έπιπλα, στενόχωρα δωμάτια ή χώρους, τη μόνιμη συννεφιά και την απολύτως ακίνητη κάμερα, που απλώς κινηματογραφεί όσα παράλογα συμβαίνουν σαν σκηνή θεάτρου, στην οποία μπαινοβγαίνουν τα πρόσωπα. Ακόμα και οι κινήσεις των χαρακτήρων είναι άτονες, μονοκόμματες, ενώ οι άνθρωποι στο βάθος στέκουν σχεδον ακίνητοι σε ένα είδος "ταμπλό βιβάν" που δημιουργεί η κάθε σκηνή.
Στο κέντρο βρίσκονται δύο άχαροι και ατσούμπαλοι μεσήλικοι πωλητές, ένα είδος πλασιέ που μάταια προσπαθούν να πουλήσουν γελοία και φτηνά τρικ (μάσκες, σακούλια γέλιου κλπ.) και των οποίων οι καταθλιπτικές φιγούρες έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα αστεία, υποτίθεται, είδη που πουλάνε και με όσα λένε. Γύρω τους στήνονται σκετς με γελοίους θανάτους - ή γελοίες αντιδράσεις ανθρώπων μετά από ένα θάνατο, με ιστορικούς αναχρονισμούς και στρατούς του 18ου αιώνα να μπαίνουν σε ένα σύγχρονο μπαρ, με μια συγκλονιστικά μακάβρια παραβολή της αποικιοκρατίας, με ένα στέλεχος επιχέιρησης που αυτοκτονεί λέγοντας στο τηλέφωνο "Χαίρομαι που ακούω ότι είσαι καλά" (φράση που επαναλαμβάνεται συχνά σε εντελώς στενόχωρες στιγμές) και πολλά άλλα.
Τι είναι τελικά όλο αυτό; Νομίζω μια σκοτεινή και "κακιά" αν θέλετε ματιά στη ματαιότητα, τη γελοιότητα, το παράλογο και το "άνευ λόγου" της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και στην ανθρώπινη κακία, σκληρότητα, μοναξιά και άλλα, αρνητικά πάντοτε, χαρακτηριστικά. Από εκεί πηγάζει και η όλη υπαρξιακή αγωνία και αδιέξοδο που εκπέμπει η ταινία.
Επιρροές; Πολλές. Το χιούμορ του Τατί, ο Μπουνιουέλ, ο Μπέργκμαν, αλλά κυρίως - θα σας φανεί παράξενο, αλλά αυτή μου φαίνεται η σημαντικότερη - οι Μόντι Πάιθον! Η όλη δομή των σκετς, το είδος του χιούμορ, ακόμα και συγκεκριμένες ατάκες ή καταστάσεις, μου φαίνεται ότι παρέπεμπαν σ' αυτούς. Ναι, χιούμορ, το οποίο όμως, οπως είπαμε, είναι κατάμαυρο, σαρκαστικό, κατάπικρο και, βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν οδηγεί στα απίστευτα γέλια που μας προκαλούν οι εξ ίσου σουρεάλ καταστάσεις της περίφημης ομάδας.
Φυσικά πρόκειται για αυστηρά σινεφίλ ταινία, που προορίζεται για λίγους, ενώ φοβάμαι ότι θα εκνευρίσει πολλούς. Προσωπικά γοητεύομαι (κόβοντας παράλληλα τις φλέβες μου) από τον ιδιόρυθμο σουηδό, εσείς ωστόσο δείτε την με δική σας ευθύνη.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 04, 2014

Η ΒΡΩΜΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ "ΣΤΑΥΡΟΙ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ"

Λένε ότι ο Stanley Kubrick (1928-1999) θέλησε να κάνει μία ταινία από κάθε είδος και μ' αυτή να σφραγίσει ανεξίτηλα το είδος αυτό. Πολεμικές ταινίες έκανε δύο και ίσως πολλοί θυμούνται περισσότερο το "Full Metal Jacket", αλλά το "Paths of Glory" (Σταυροί στο Μέτωπο" στα ελληνικά) του 1957 είναι για μένα το (αντι)πολεμικό του αριστούργημα και μία από τις καλύτερες (αντι)πολεμικές ταινίες που έγιναν ποτέ.
Το παράξενο στα πολεμικά φιλμ είναι ότι πολλά απ' αυτά είναι δύσκολο να αποφασίσεις αν είναι πολεμικά ή αντιπολεμικά, με την έννοια ότι δεν ξέρεις αν η δράση, οι μάχες, το βίαιο θέαμα και η πολεμική αγωνία υπάρχουν ως ένα ακόμα βίαιο και θεαματικό, ελκυστικό υλικό ή ως καταγγελία όλης αυτής της φρίκης. Στους "Σταυρούς" το νόημα είναι κάτι παραπάνω από ξεκάθαρο: Εδώ ο πόλεμος δεν έχει τίποτα ηρωικό, οι στρατιώτες παραμένουν οι χαρακτήρες που είχαν πριν (ως άνθρωποι και όχι ως "κρέας") και μπορεί να είναι δειλοί ή γενναίοι, εκδικητικοί ή μη, να έχουν προσωπικές διαφορές κλπ. Και ο πόλεμος δεν είναι παρά βρωμιά, λάσπη, αίμα και φρίκη. Απολύτως τίποτα άλλο.
Το φιλμ διαδραματίζεται στον Α' παγκόσμιο πόλεμο, στα εφιαλτικά χαρακώματα. Δύο φιλόδοξοι στρατηγοί - που αποφασίζουν, βεβαίως, πολύ πίσω από την πρώτη γραμμή - ο ένας πονηρός και ύπουλος και ο άλλος "στρατόκαυλος", οδηγούν ένα τάγμα σε μια από την αρχή καταδικασμένη επίθεση ενάντια σε ένα ύψωμα που  κατέχουν οι γερμανοί. Όταν οι στρατιώτες υποχωρούν έντρομοι με τεράστιες απώλειες και κάποιοι αρνούνται να βγουν καν από τα χαρακώματα, αφού, απλούστατα, δεν μπορούν, οι στρατηγοί αποφασίζουν να περάσουν κάποιους από στρατοδικείο και να τους εκτελέσουν για "παραδειγματισμό" των υπολοίπων. Ο συνταγματάρχης τους, βλέποντας το άδικο και το παράλογο της υπόθεσης, προσπαθεί να τους υπερασπίσει.
Η ασπρόμαυρη ταινία μόνο στο πρώτο μέρος είναι καθαρά πολεμική, όταν διαδραματίζεται στα χαρακώματα και καταγράφει τις μάχες (αλλά και τις σχέσεις των στρατιωτών). Στο δεύτερο παρακολουθούμε (με μεγαλύτερο ίσως αποτροπιασμό από όταν βρισκόμαστε στο σφαγείο) όσα απιστευτα συμβαίνουν πίσω από το μέτωπο ή/και στο παρασκήνιο. Η πραγματική κόλαση και φρίκη βρίσκεται εδώ, γιατί εδώ οι αποφάσεις λαμβάνονται εν ψυχρώ, μετά από στυγνούς υπολογισμούς, εδώ όπου απουσιάζει η ενστικτώδης φρίκη της μάχης. Η ηγεσία (οι στρατηγοί) καταγγέλονται ως φιλόδοξοι, που χρησιμοποιούν τους ανθρώπους (είναι άνθρωποι οι στρατιώτες;) απλά σαν πιόνια για τους δικούς τους σκοπούς. Η ανθρώπινη ζωή έχει χάσει κάθε αξία, ο θάνατος είναι κοινός τόπος και κάτι παντελώς αδιάφορο. Ο στόχος μετρά, όση δυστυχία κι αν προκαλέσει η επίτευξή του (κι αν πάλι δεν επιτευχθεί, δεν πειράζει. Συμβαίνουν κι αυτά...).
 Ο Κιούμπρικ καταγγέλει με τρόπο άμεσο την εξουσία, τον πόλεμο ως σκέτη κρετομηχανή, μίλια μακριά από ηρωισμούς και "αξίες" και τη στρατιωτική μηχανή σαν το άκρον άωτο του ανθρώπινου παραλογισμού και ηλιθιότητας. Το πορτρέτο του γηραιού, ύπουλου στρατηγού ειδικά, που μπορεί να ελίσσεται με απιστευτο τρόπο (και ο οποίος, σημειωτέον, δεν είναι καν εκδικητικός, είναι απλά ψυχρός και υπολογιστικός. Τα συναισθήματα δεν έχουν καμιά θέση στις κινήσεις του. Γιατί να εκδικηθεί κάποιον που τον πρόσβαλλε; Έτσι κι αλλιώς οι σκοποί του είναι πολύ υψηλότεροι) είναι εκπληκτικό και αντιπαρατίθεται υπέροχα με αυτό του άλλου, πιο "άγριου" στρατηγού.
Με το "Paths of Glory" ο μεγάλος δημιουργός φτιάχνει μια κυριολεκτικά συγκλονιστική ταινία που δεν δεν αφήνει τον θεατή να πάρει ανάσα από την αρχή ως το τέλος και τελικά σφραγίζει για πάντα το αντιπολεμικό σινεμά. Το θεωρώ αριστούργημα.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 02, 2014

ΑΦΟΠΛΙΣΤΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑΚΟΣ ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ ΣΕ "ΔΥΟ ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ"

Κάθε ταινία των Jean-Pierre και Luc Dardenne αποτελεί μια νέα κατάθεση σε έναν απόλυτο και λεπτομερή ρεαλισμό, με άμεση πολιτική ματιά και διερεύνηση καθημερινών προβλημάτων που κόβουν την ανάσα. Κι αυτό επειδή οι Dardenne συχνά διαπραγματεύονται τον ρεαλισμό τους σαν θρίλερ, θρίλερ της απόλυτης καθημερινότητας βεβαίως.
Έτσι και στο "Δύο Ημέρες, Μία Νύχτα" του 2014 μιλάνε για τα προβλήματα της εργατικης τάξης σε μια εποχή στυγνής κρίσης, δημιουργώντας όμως ένα καθηλωτικό σασπένς. Η ηρωίδα, παντρεμένη,  μητέρα δύο παιδιών και μόλις θεραπευμένη (περίπου) από κρίση κατάθλιψης, πληροφορείται Παρασκευή απόγευμα ότι θα απολυθεί, εκτός αν οι 16 συνάδελφοί της στη δουλειά δεχτούν να χάσουν το ετήσιο μπόνους τους των 1000 ευρώ. Οι τελευταίοι αποφασίζουν αρχικά να μην το χάσουν. Όταν όμως δίνεται η δυνατότητα να επαναληφτεί μυστικά η ψηφοφορία το πρωί της Δευτέρας, η ηρωίδα θα αποδυθεί σε έναν αγχωτικό αγώνα (παλεύοντας πάντα με τη κατάθλιψη) για να τους αλλάξει γνώμη, συναντώντας τους έναν - έναν το Σαββατοκύριακο.
Η Μαριόν Κοτιγιάρ είναι εξαιρετική στον βασικό ρόλο. Συγχρόνως, όπως είπαμε, η τόσο ωμά ρεαλιστική αυτή ταινία κατάφερε να με κρατήσει με το σασπένς που δημιουργεί, με την εκπληκτική προσοχή στη λεπτομέρεια και στα συναισθήματα των ηρώων, με την μέχρι τέλους αγωνία. Φυσικά βρισκόμαστε σε εργασιακό μεσαίωνα, προϊόν της κρισης και της αντεπίθεσης του καπιταλισμού στην πιο στυγνή μορφή του, και βέβαια ισχύει απόλυτα το "ο θάνατός σου η ζωή μου", καθώς κάθε είδος συλλογικότητας μοιάζει να έχει χαθεί. Οι επάνω μεταθέτουν τις ευθύνες και τις σκληρές αποφάσεις στους κάτω και "νίπτουν τα χέρια τους". Ωστόσο, ενώ όλα αυτά δείχνονται ξεκάθαρα, οι Dardenne δεν γίνονται ποτέ διδακτικοί. Απλώς καταγράφουν τα γεγονότα (με σασπένς, το είπα), δίχως όμως να περιφρονούν τα συναισθήματα και την προσωπικότητα του κάθε χαρακτήρα.
Έχω ξαναπεί ότι δεν είμαι φανατικός του απόλυτα ρεαλιστικού σινεμά. Πιστέψτε με όμως, οι βέλγοι αδελφοί το κάνουν με εξαιρετικό τρόπο!

eXTReMe Tracker