Κυριακή, Νοεμβρίου 30, 2014

Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΤΟ "FINAL CUT"

"The Final Cut" είναι μία ταινία επιστημονικής φαντασίας του 2004 του άγνωστού μου ιορδανού Omar Naim, ο οποίος προφανώς δούλευε ή δουλεύει στο Χόλιγουντ. Πρωταγωνιστής ο Ρόμπιν Ουίλιαμς, που παίρνει πάνω του όλο το φιλμ.
Αγνοούσα την ταινία, και έτσι χάρηκα επειδή τη βρήκα αρκετά ενδιαφέρουσα. Σε έναν μελλοντικό κόσμο, ένα τσιπάκι εμφυτεύεται από τη στιγμή της γέννησης στα βρέφη των οποίων οι γονείς έχουν να πληρώσουν για κάτι τέτοιο. Το τσιπάκι καταγράφει ολόκληρη τη ζωή τους, στιγμή - στιγμή. Μετά το θάνατό τους θεωρείται απόλυτα in οι συγγενείς τους (παιδιά, σύζυγοι κλπ.) να φτιάχνουν μια ταινία  της ζωής του εκλιπόντος ως αναμνηστικό. Επειδή όμως προφανώς η ταινία δεν μπορεί να διαρκεί 80 χρόνια ή κάτι τέτοιο, ειδικοί ταλαντούχοι "μοντερ" φτιάχνουν μια δίωρη βερσιόν με τα highlights της ζωής του θανόντος. Και, φυσικά, αφαιρούν κάθε σκοτεινό και δυσάρεστο σημείο, ώστε να παρουσιάσουν τελικά μια εξιδανικευμένη βερσιόν της. Ο ήρωας είναι ο καλύτερος και πιο ακριβοπληρωμένος τέτοιος "μοντερ", όταν αρχίζει να έρχεται αντιμέτωπος όχι μόνο με μία περίεργη υπόθεση, αλλά και με τον ίδιο τον εαυτό του, τα ψυχικά του τραύματα και, τελικά, την ηθική του επαγγέλματός του.
Η ταινία διαθετει ανατροπές, ενδιαφέρον σενάριο και θέτει μια σειρά από ερωτήματα. Δεν υπάρχει μόνο το παιχνίδι με την ανθρώπινη μνήμη (τι ακριβώς θυμόμαστε; Τι διαγράφεται ή αλλάζει στις αναμνήσεις μας με την πάροδο του χρόνου; Είναι τελικά σωστά τα όσα θυμόμαστε;). Υπάρχει και η κριτική της "αγιοποίησης" κάποιων προσωπικοτήτων, υπάρχει, τελικά, το ίδιο το θέμα του πώς και από ποιους γράφεται η ιστορία. Τελικά, τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και σε συλλογικό, θυμόμαστε ό,τι πραγματικά συνέβει ή ό,τι "πρέπει" να θυμόμαστε, ό,τι έχει καταφέρει να περάσει από μια είτε ατομική είτε συλλογική λογοκρισία;
Ενδιαφεροντα ερωτήματα σε μια ενδιαφέρουσα, μάλλον χαμηλότονη (και ξεχασμένη) ταινία, η οποία νομίζω αξίζει μιας παραπάνω ευκαιρίας.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 27, 2014

ΣΤΟ ΚΛΑΣΙΚΟ "ΛΙΜΑΝΙ ΤΗΣ ΑΓΩΝΙΑΣ"

Θα επαναλάβω πράγματα που έγραψα σε προηγούμενο ποστ για ταινία του: Ο Elia Kazan (1909-2003) μπορεί να θεωρήθηκε "προδότης" στην προσωπική του ζωή λόγω των γνωστών του "καρφωμάτων" στην περιβόητη ημιφασιστική επιτροπή Μακάρθι, πλην όμως οι ταινίες του τίποτα τέτοιο δεν φανερώνουν. Το αντίθετο μάλιστα!
Ας δούμε το κλασικό "Λιμάνι της Αγωνίας" (On the Waterfront) του 1954 (το οποίο, βέβαια, λέγεται ότι γυρίστηκε ακριβώς για να "εξιλεωθεί" ο Καζάν από το στίγμα του). Η ιστορία διαδραματίζεται ανάμεσα σε λιμενεργάτες, οι οποίοι καταπιέζονται και τρομοκρατούνται από το συνδικάτο "τους" (να σημειώσουμε ότι το εργατικό συνδικάτο εδώ, όπως συνέβαινε ή συμβαίνει στις ΗΠΑ, δεν έχει το πολιτικό βάρος των αντίστοιχων ευρωπαϊκών. Εδώ μιλάμε για συνδικάτο υποτίθεται εργατικό, πλην όμως απόλυτα διαβρωμένο από τη Μαφία, που εξυπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντά της και δεν διστάζει ακόμα και να δολοφονήσει αντιπάλους του). Ο ήρωας, μάλλον ανεγκέφαλος άνθρωπος του συνδικάτου αρχικά, οδηγείται βαθμιαία στη συνειδητοποίηση του ρόλου του και των αληθινών του συμφερόντων και τελικά επαναστατεί ηρωικά (και ανοιχτά) ενάντιά του.
Από τη μία υπάρχει η σταδιακή μετάλαξη του φιλοτομαριστή και αδιάφορου αρχικά πρωταγωνιστή (ο εξαιρετικός νεαρός Μάρλον Μπράντο) σε ηρωική φιγούρα, που δέχεται ακόμα και να θυσιστεί για τις (όψιμες) ιδέες του και γίνεται έτσι άθελά του σύμβολο και ηγέτης των λιμενεργατών (ως άλλος Ζαπάτα στην κατά δύο χρόνια παλιότερη ταινία του ίδιου). Ταυτόχρονα στα καθαρά φιλμικά στοιχεία περιλαμβάνεται το ότι ο Μπράντο κυρίως, αλλά και άλλοι ηθοποιοί, αυτοσχεδίαζαν τους διαλόγους τους σε κάποιες σκηνές, και το ότι οι κύριοι χαρακτήρες είναι βασισμένοι σε αληθινά πρόσωπα.
Πέραν αυτών όμως το δυνατό δράμα, οι συγκρούσεις, το σασπένς, η απεικόνιση της ζωής των λιμενεργατών της Νέας Υόρκης, η εξαιρετική σκηνοθεσία και η πολύ καλή ασπρόμαυρη φωτογραφία, καθιστούν την ταινία απόλυτα κλασική. Αν λοιπόν δεν την έχετε δει (αλλά έχετε ακούσει γι' αυτή) μη χάσετε την ευκαιρία.

Τρίτη, Νοεμβρίου 25, 2014

ΟΙ ΠΟΛΛΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ "INTERSTELLAR"

O Christopher Nolan είναι αναμφισβήτητα ένας ξεχωριστός σύγχρονος δημιουργός, έχοντας μάλιστα επιτύχει απόλυτη ελευθερία στα πλαίσια του Χόλιγουντ. Αν θα έπρεπε να τον χαρακτηρίσω με μία και μόνο λέξη, θα διάλεγα τη λέξη "μεγαλεπήβολος". Κι αυτό δεν είναι πάντοτε καλό. Ενώ το ενδιαφέρον κάθε δουλειάς του είναι εκ των προτέρων σίγουρο και κάθε του ταινία αποτελεί "must", ωστόσο σχεδόν πάντοτε του προσάπτω και ένα "too much".
Το "Interstellar" του 2014 δεν αποτελεί βέβαια εξαίρεση. Εντυπωσιακότατη ταινία επιστημονικής φαντασίας, μιλά για το (μυστικό) σχέδιο της ΝΑΣΑ να βρει μακρινούς κατοικήσιμους πλανήτες, καθώς η γη πεθαίνει από ξηρασία. Οι τολμηροί αστροναύτες θα ταξιδέψουν απίστευτα μακριά μέσω μιας σκουληκότρυπας, η οποία μπορεί να σε πηγαίνει εκεί όπου είναι αδύνατο να φτάσει κανείς, με όση ταχύτητα κι αν κινείται, για να στείλουν δεδομένα από μια σειρά πιθανών συμβατών με τον άνθρωπο πλανητών. Ωστοσο το ταξίδι αυτό συνοδεύεται και από μια σειρά από χρονικά παράδοξα...
Η σκηνοθεσία είναι άψογη, τα εφέ εντυπωσιακά, το διάστημα υποβλητικό και μυστηριώδες, η τεχνολογία κάτι παραπάνω από προχωρημένη. Η "Οδύσσεια του Διαστήματος", οι "Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου", η "Επαφή", αποτελούν μερικές από τις επιρροές. Ωστόσο το τρίωρο φιλμ παραμένει για μένα βαρυφορτωμένο. Σα να θέλει να τα πει όλα, σα να θέλει να χωρέσει μέσα τα πάντα. Κι αυτό προσωπικά κάπου με κούρασε. Αν μάλιστα προσθέσουμε το (μόνιμα στον Νόλαν) πολύπλοκο σενάριο, με σειρά από δύσκολα επιστημονικά δεδομένα που έχουν να κάνουν με τις πολλές διαστάσεις που μπορεί να υπάρχουν στο Σύμπαν και τα απιστευτα φαινόμενα που σχετίζονται με τον χρόνο, ο πράγμα γίνεται ακόμα πιο δύσκολο. Παράλληλα υπάρχει η μόνιμη στους αμερικάνους εμμονή με την οικογένεια - πάνω από οτιδήποτε άλλο η προστασία της - και, τελικά, όλο το γιγάντιο project καταλήγει με το μάλλον χιλιοειδωμένο "η αγάπη είναι το παν".
Αυτά με τη γκρίνια μου. Δεν σημαίνει όμως ότι δεν συνιστώ την ταινία. Η οποία, παρά το - θα το επαναλάβω - φόρτωμα και τη μεγαλομανία της, νομίζω ότι θα κρατήσει και θα εντυπωσιάσει τον θεατή. Παρά τις όποιες αντιρρήσεις.
ΥΓ: Θετική έκπληξη η αναπάντεχη εμφάνιση του Ματ Ντέιμον.

Κυριακή, Νοεμβρίου 23, 2014

ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ "WHEN ANIMALS DREAM"

Έχουμε δει πάμπολλες ταινίες με θέμα τον λυκανθρωπισμό. Το 2014 τη σκυτάλη παίρνουν - ποιες άλλες; - οι σκανδιναβικές χώρες, των οποίων η κινηματογραφική άνθηση είναι αναμφισβήτητη. Ο Jonas Alexander Arnby είναι δανός και το "When Animals Dream" (Nar Dyrene Drommer) είναι η πρώτη του ταινία.
Μια ντροπαλή και καταπιεσμένη έφηβη σε μικρή επαρχιακή πόλη της Δανίας, ανακαλύπτει σιγά - σιγά ότι στο σώμα της εμφανίζονται ανησυχητικές αλλαγές (παράδοξη τριχοφυία, μελανιές κλπ.). Βαθμιαία το κτήνος αρχίζει να ξυπνά μέσα της, πράγμα που είναι ταυτόχρονα  εφιαλτικό και απελευθερωτικό, ενώ κρυμμένα οικογενειακά μυστικά αποκαλύπτονται. Ο ρόλος του μιικρού κοινωνικού περίγυρου παίζει κι αυτός καθοριστικό ρόλο.
Η ταινία καθηλώνει αρχικά με τις υπέροχες εικόνες της μουντής, συννεφιασμένης δανέζικης επαρχίας. Σίγουρα πάντως αυτό που κάνει τη διαφορά από πάμπολλες άλλες ταινίες τρόμου είναι η εντελώς ρεαλιστική προσέγγιση των (φριχτών) γεγονότων. Όλα συμβαίνουν σε μια απόλυτη επαρχιακή καθημερινότητα, όλα είναι σα να συμβαίνουν δίπλα μας, σε μια συνηθισμένη επαρχιακή πόλη. Οι αντιδράσεις των ηρώων είναι κι αυτές ρεαλιστικές, κάνουν δηλαδή ό,τι θα έκανε οποιοσδήποτε κοινός άνθρωπος παρουσίαζε κάποια παράξενα προβλήματα. Αυτός ο ρεαλισμός στην αντιμετώπιση του φανταστικού είναι που κάνει το φιλμ διαφορετικό.
Από την άλλη η ταινία δεν διαθέτει ιδιάιτερο σασπένς ή δυνατές κορυφώσεις και παίζει σχετικά λίγο με τα εφέ. Και βέβαια, όπως σημείωσα στην αρχή, έχει αυτή τη χαρακτηριστική διττή προσέγγιση στο "κακό": Είναι ταυτόχρονα τρομαχτικό άλλά και ανακουφιστικό. Είναι σα να πρόκειται για την ανακάλυψη και την παραδοχή των καταπιεσμένων ενστίκτων. Ή, συμβολικά , το φιλμ περιγράφει το ξέσπασμα της εφηβείας και την είσοδο στην  ενηλικίωση, καθοριστικά γεγονότα της ανθρώπινης ζωής, που οντως συνήθως είναι τρομαχτικά και επιθυμητά συγχρόνως.
Δεν την βρήκα τόσο σπουδαία ταινία, τη βρήκα όμως αρκετά ιδιαίτερη. Όσοι ενδιαφέρεστε για μια διαφορετική ματιά στο φανταστικό, ψάξτε την.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 21, 2014

Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΗΣ "IDA".

O Pawel Pawlikowski  είναι πολωνός, μέχρι τώρα όμως δούλευε στην Βρετανία.  Το 2013 επιστρέφει στην πατρίδα του για την πρώτη πολωνική του ταινία, την «Ida”.
Η ιστορία διαδραματίζεται στις αρχές της δεκαετίας του 60, στη μουντή, μελαγχολική Πολωνία των πρώτων σοσιαλιστικών χρόνων και ενώ τα τραύματα του πολέμου είναι ακόμα σχετικά νωπά. Μια νεαρή κοπέλα, που ετοιμάζεται να χειροτονηθεί μοναχή, βγαίνει για πρώτη φορά από το μοναστήρι όπου έχει γεννηθεί και μεγαλώσει, για να γνωρίσει τη θεία της, τη μοναδική ζωντανή συγγενή της. Μαζί θα κάνουν ένα ταξίδι στα μέρη που γεννήθηκε για να μάθουν τι ακριβώς συνέβη στους νεκρούς γονείς της, ενώ μυστικά του παρελθόντος αρχίζουν να αποκαλύπτονται στη μικρή.
Η ταινία αρχικά εντυπωσιάζει με την εκπληκτική ασπρόμαυρη φωτογραφία της. Τα καδραρίσματα, οι εικόνες, η σύνθεση των πλάνων, είναι εξαιρετικά, επιτυγχάνοντας έτσι ένα πανέμορφο εικαστικό αποτέλεσμα.
Όσον αφορά την ιστορία τώρα: Η ατμόσφαιρα αποδίδει τη γκρίζα, μονίμως μελαγχολική θα έλεγε κανείς ατμόσφαιρα του «υπαρκτού σοσιαλισμού», η οποία επιτείνεται από το χειμωνιάτικο τοπίο. Η αντιπαράθεση των δύο εντελώς διαφορετικών χαρακτήρων, της δυναμικής, απελευθερωμένης, κομουνίστριας θείας και της λιγομίλητης, άβγαλτης μικρής κυριαρχεί. Η τελευταία είναι αυτή που, στην παρθενική της έξοδο στον κόσμο, δεν θα γνωρίσει μόνο την αλήθεια για το παρελθόν της, αλλά θα γευτεί για πρώτη φορά την αληθινή ζωή και θα βρεθεί μπροστά στο δίλημμα του τι θα επιλέξει. Οι δύο γυναίκες όμως μπορεί να εκληφθούν και ως σύμβολα της σοσιαλιστικής Πολωνίας αφ΄ ενός και της παλιότερης, συντηρητικής καθολικής παράδοσης, η οποία βεβαίως επικρατεί (ξανά) και στις μέρες μας.
Προσωπικά με ενόχλησε το τέλος και το χριστιανικό μήνυμα του φιλμ. Ποτέ δεν κατάλαβα την (αυτο)θυσία του είδους που θα δείτε, την απόρριψη κάθε υλικής απόλαυσης εν ονόματι μιας σχεδόν μαζοχιστικής πνευματικότητας (βλέπε στέρησης των πάντων). Από την άλλη όμως η θέση αυτή μπορεί να θεωρηθεί απλώς συμβολική, με την έννοια ότι καταδεικνύει την θέση και την «προτίμηση» της σύγχρονης Πολωνίας, η οποία είναι από τις συντηρητικότερες χώρες του πρώην «υπαρκτού», καθώς ο τελευταίος μοιάζει να εξαφανίζεται, κατανοώντας τα αδιέξοδα στα οποία οδήγησε τις κοινωνίες όπου επικράτησε – χαρακτηριστική η τελική πράξη της θείας..

Πάντως, παρά την όποια ιδεολογική αντίθεση, η ταινία είναι αξιόλογη έστω και μόνο λόγω της ομορφιάς, της εσωτερικότητας και των δύο πολύ καλών πρωταγωνιστριών της.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 17, 2014

Ο 2ος ΜΠΑΤΣΟΣ ΤΟΥ ΜΠΕΒΕΡΛΙ ΧΙΛΣ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ 80ς

Μερικές φορές έχει πλάκα να ξαναβλέπεις μέτριες 80ς ταινίες, έτσι για να θυμάσαι τι έβλεπες παλιά... Μόνο που σε ορισμένες περιπτώσεις ομολογώ ότι δεν το ευχαριστιέμαι καθόλου. Αφορμή για τα παραπάνω στάθηκε ο 2ος "Beverly Hills Cop" που γύρισε ο ντεφορμέ προφανώς τότε Tony Scott (1944-2012) το 1987. Θυμάμαι ότι μάλλον είχα διασκεδάσει με το πρώτο μέρος της σειράς, αλλά τίποτα τέτοιο δεν συνέβει με το δεύτερο μέρος.
Φυσικά ο Έντι Μέρφι είναι μπάτσος και γυρίζει κρυφά στο Μπέβερλι Χιλς να βοηθήσει τους δύο φίλους του - εξ ίσου μπάτσους - που κυνηγάνε έναν σίριαλ κίλερ, ο οποίος όμως δεν είναι ψυχοπαθής ως συνήθως, αλλά συνοδεύει τη δράση του με ιδιοφυείς ληστείες. Έχει και δική του συμμορία και απ' όπου περάσει το αίμα ρέει άφθονο. Και, φυσικά επίσης, ο Μέρφι θα κάνει όλη τη δουλειά.
Ναι, όμως βρήκα το σενάριο ανέμπνευστο, μπανάλ, αφελές και πρόχειρο. Κακέκτυπο της πρώτης ταινίας, με τα ίδια βέβαια πρόσωπα επι σκηνής, και την τότε σούπερ-γκόμενα Μπριγκίτε Νίλσεν σε ρόλο σούπερ-κακιάς, επαναλαμβάνει χιλιοειδωμένα κλισέ και προσχηματική δράση (πιστολίδι, κυνηγητά αυτοκινήτων, πολύ κακούς τύπους κλπ.). Το χειρότερο όμως για μένα είναι το κρύο χιούμορ (ας μην ξεχνάμε ότι οι ταινίες είναι αστυνομικές κωμωδίες). Εδώ ο Έντι Μέρφι - στα πάνω του τότε εμπορικά - ξεπερνά τον εαυτό του σε κρυοκωλίαση και, για μένα τουλάχιστον, γίνεται αντιπαθέστερος από ποτέ. Φωνακλάς, επιδειξιομανής, με αυτό το ηλίθιο γέλιο, μόνο να γελάσω δεν κατάφερε να με κάνει. Μάλλον κρύο μου προκάλεσε...
Ίσως ο Tony Scott να είναι ικανότεριος σκηνοθέτης δράσης από τον Martin Brest του πρώτου φιλμ. Ωστόσο εδώ χάνει απόλυτα σε σύγκριση. Και να φανταστεί κανείς ότι πρόκειται για την αμέσως επόμενη ταινία από το σούπερ επιτυχημένο "Top Gun"... Είναι η κατάρα των ανέμπνευστων και κακέκτυπων νο 2 (ελάχιστες οι εξαιρέσεις), είναι τα 80ς στα χειρότερά τους (το κιτς σε όλο του το μεγαλείο) ή... τι; Πάντως καλό δεν είναι!

Κυριακή, Νοεμβρίου 16, 2014

ΔΡΟΣΕΡΟ ΚΑΙ... ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ "ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ"

Ο σουηδός Lukas Moodysson, γνωστός μας από κάμποσες και διαφορετικές μεταξύ τους ταινίες, επιστρέφει εν έτει 2013 στην Στοκχόλμη του 1982 για να μας αφηγηθεί μια σχεδόν προεφηβική ιστορία με το "We Are the Best!" (Vi Ar Bast). Δύο 13χρονες "περιθωριακές" μαθήτριες, που αντιπαθούν τον τρόπο ζωής των γονιών τους και θεωρούν συμβιβασμένες τις συμμαθήτριές τους, φτιάχνουν ένα πανκ συγκρότημα (μουσική που και οι δύο ακούν φανατικά), παρά το ότι δεν ξέρουν να παίζουν κανένα όργανο και δεν έχουν ιδέα από νότες. Κάποια στιγμή στο γκρουπ προστίθεται και μια έφηβη... χριστιανή, που παίζει καλή κιθάρα (αυτή ξέρει μουσική) και είναι επίσης περιθωριακή ως ξενέρωτη θεούσα. Το θράσος των κοριτσιών τους εξασφαλιζει μια θέση ακόμα και σε ένα μικρό επαρχιακό φεστιβάλ. Κι έπειτα θα αρχίσουν τα εσωτερικά προβλήματα με τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα.
Η ταινία διακρίνεται κυρίως για τη δροσιά, τη φρεσκάδα και το feelgood κλίμα της. Ταυτόχρονα καταφέρνει να μιλά με άνεση για την εφηβική (προεφηβική εδώ) επαναστατικότητα (και την συμπαθητική και "απαραίτητη" αφέλειά της), για τη μουντή και πληκτική Στοκχόλμη, για τη βαρεμάρα που αποπνέουν οι γονείς (ακόμα κι αν κάποιοι απ' αυτούς είναι εναλλακτικοί) στα μάτια των παιδιών τους και γενικά για όλη την εφηβική ορμή, ανησυχία, θράσος και έμφυτη σχεδόν επαναστατικότητα, και να αποτελεί και μια μελέτη των διαφορετικών χαρακτήρων των κοριτσιών. Και, αν θέλετε, να μιλά για τη φύση του ίδιου του πανκ ως μουσικό ξέσπασμα βαθύτερων ανησυχιών και αγωνιών. Αυτή ήταν άλλωστε η ουσία του, δίχως να λογαριάζει καθόλου την όποια μουσικότητα ή / και ομορφιά. Η ιδέα ήταν το ξέσπαμα, η έκφραση της αγωνίας και της αντίθεσης σε έναν άσχημο απ' όλες τις πλευρές κόσμο.
Βρήκα την σχεδόν αυτοσχέδια αυτή ταινία πολύ συμπαθητική, πολύ αληθινή, αυθόρμητη και, τελικά, αρκετά διασκεδαστική. Όχι, δεν είναι το "μεγάλο σινεμά", αυτό όμως είναι απόλυτα ηθελημένο και συνειδητό. Αν θέλετε να θυμηθείτε κάτι από τα εφηβικά σας χρόνια και τη  ενέργειά τους (δίχως καθόλου χολιγουνταινές συμβάσεις όμως) δείτε το.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 13, 2014

ΣΤΗΝ ΠΝΙΓΗΡΗ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ ΤΗΣ "ΣΥΓΚΑΛΥΨΗΣ"

Γνωρίσαμε τον βέλγο Michael Roskam με τη "Μοσχαροκεφαλή" του 2011. Η ταινία έκανε εντύπωση και ο Roskam, όπως τόσοι άλλοι, προσκλήθηκε στοπ Χόλιγουντ και έκανε εκεί το πρώτο του αμερικάνικο φιλμ, το ενδιαφέρον "Η Συγκάλυψη" (The Drop)  το 2014.
Ο ήρωας είναι ένας λιγομίλητος, κλειστός και φιλήσυχος μπάρμαν, που δουλεύει στο μπαρ του ξαδέλφου του, το οποίο ωστόσο ελέγχεται από την τσετσένικη μαφία. Το μπαρ χρησιμοποιείται επίσης για διάφορες βρώμικες δουλειές. Όταν όμως γίνει μία ληστεία, η μαφία θα απαιτήσει όσα έχασε και η πολυπόθητη ησυχία του μπάρμαν πάει περίπατο.
Το φιλμ μας μεταφέρει σε έναν σκοτεινό, βρώμικο, αδίστακτο κόσμο, όπου όλοι (σχεδόν) είναι εναντίον όλων, πάνω απ' όλα βρίσκεται το συμφέρον, η κάθε λογής ανθρωπιά είναι "άγνωστη λέξη" και όπου συνήθως τα πράγματα δεν είναι αυτά που δείχνουν. Ο πολύ καλός και πάλι Τομ Χάρντι είναι πειστικός ως μοναχικός, ήσυχος, εσωστρεφης και χαμηλών τόνων χαρακτήρας, δίχως ενδιαφέροντα εκτός από τη δουλειά και το σπίτι, ένας άνθρωπος που θέλει να περνά απαρατήρητος και να μην προκαλεί κανέναν. Ωστόσο, όταν τα πράγματα "σφίγγουν", καλείται - ως άλλος, αλλά πιο κλειστός, Ντάστιν Χόφμαν στα "Αδέσποτα Σκυλιά" - να δράσει, έστω και με τον χαρακτηριστικό "βραδυφλεφγή" τρόπο του. Είναι σα να μας λέει η ταινία ότι όταν όλα γύρω σου είναι σκατά, δεν μπορείς να μείνεις αλώβητος, ανέπαφος, δίχως ανάμειξη, όσο κι αν το επιθυμείς. Αν και, τελικά, κι αυτός ακόμα κάτι κρύβει...
Βρήκα την ταινία σκοτεινή, πλην όμως στιβαρή και στέρεα και τη παρακολούθησα με ενδιαφέρον, δίχως βέβαια να τη θεωρώ και αριστούργημα. Νομίζω όμως ότι όντως αξίζει τον κόπο. Και, επιπλέον, αποτελεί την τελευταία εμφάνιση στην οθόνη του μακαρίτη Τζέιμς Γκαντολφίνι.

Τρίτη, Νοεμβρίου 11, 2014

Η ΦΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΣΤΟ "'71"

Το 2014 ο τηλεοπτικός μέχρι τώρα Yann Demange κάνει το εντυπωσιακό ντεμπούτο του με το "'71", μια ταινία που αναφέρεται στην ιρλανδική κρίση (της Βόρειας Ιρλανδίας για την ακρίβεια), που κόστισε πολύ αίμα στη δεκαετία του 70 κυρίως, και δεν πάυει να αποτελεί μια ανοιχτή πληγή (με πολύ ηπιότερες καταστάσεις βεβαίως) ακόμα και σήμερα.
Ένας νεαρός βρετανός στρατιώτης μετατίθεται ξαφνικά στο ταραγμένο Μπέλφαστ και από την πρώτη κιόλας μέρα μοιάζει να βρίσκεται σε ένα αληθινό πεδίο μάχης. Στην πρώτη του κιόλας αποστολή, άπειρος και χαμένος, αποκόπτεται από τη μονάδα του και βρίσκεται να περιπλανιέται μόνος και άοπλος σε μια εφιαλτική νύχτα και σε μια πέρα για πέρα εχθρική πόλη, αφού βρίσκεται στη συνοικία των καθολικών, το προπύργιο του ΙΡΑ, που πολεμά τους βρετανούς. Από εκεί και πέρα η μία αγωνία διαδέχεται την άλλη και η κατάσταση γίνεται αληθινή κόλαση.
Το φιλμ εντυπωσιάζει αρχικά με τη στιβαρότητά του. Σκοτεινή ατμόσφαιρα, άσχημο αστικό περιβάλλον, φτώχεια και πανταχού παρούσα βία, συνθέτουν το δυσοίωνο, λαβυρινθώδες σκηνικό. Το σασπένς είναι αδιάκοπο και με κράτησε από την αρχή ως το τέλος. Η ντοκιμαντερίστικη και, ξαναλέω, σκοτεινή και μουντή κινηματογράφηση είναι νομίζω εξαίρετες και πέρα για πέρα ταιριαστές με την κατάσταση.
Ο σκηνοθέτης δεν παίρνει θέση στη διαμάχη καθολικών (που ένοπλο τμήμα τους είναι ο ΙΡΑ) και διαμαρυρόμενων (που υποστηρίζουν τους Άγγλους) Ιρλανδών, δείχνει ωστόσο τις πολύπλοκες ίντριγκες και τις εσωτερικές διαμάχες στους κόλπους αμφοτέρων των παρατάξεων. Ο φανατισμός ή η απάνθρωπη ψυχρότητα διαδέχονται η μία την άλλη. Αυτό όμως που είναι πραγματικά συγκλονιστικό στην "ασθμαίνουσα" αυτή ταινία είναι το πώς παρουσιάζει ανάγλυφα το παράλογο του πολέμου και της βίας, την ωμή φρίκη τους, όπου δεν έχει θέση τίποτα το ανθρώπινο. Και, επίσης, την κτηνωδία του στρατού (του κάθε στρατού οποιασδήποτε χώρας). Οι φαντάροι δεν είναι παρά αναλώσιμο κρέας, άβουλα πιόνια σε μια ευρύτερη, πολύπλοκη και συχνά δίχως νόημα - και δίχως τέλος - τεράστιας σκακιέρας. Ο στρατός και ο πόλεμος κάνουν τον άνθρωπο μη άνθρωπο. Τόσο απλά. Πέρα από ιδεολογίες και συμπάθειες. Στο τέλος ο θεατής δεν μπορεί, νομίζω, να είναι υπέρ του ενός ή του άλλου - ή μάλλον μπορεί κάλλιστα να είναι βλέποντας τα πράγματα γενικά και απ' έξω, αλλά η γεύση που μένει είναι η αηδία και το παράλογο στρατών και πολέμων.
Γι' αυτό, σε συνδυασμό με το σασπένς της, θεωρώ τόσο δυνατή αυτή την "από το πουθενά" ταινία.

Σάββατο, Νοεμβρίου 08, 2014

Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΚΑΙ Η ΔΙΠΛΗ ΝΤΕ ΧΑΒΙΛΑΝΤ


Ο γερμανός Robert Siodmak (1900-1973) υπήρξε ένας από τους "μετανάστες" που έδωσαν λάμψη στο κλασικό Χόλιγουντ και το έκαναν αυτό που γνωρίζουμε σήμερα (στην τεράστια λίστα τέτοιων μεταναστών περιλαμβάνονται, ας πούμε, οι Τσάπλιν, Χίτσκοκ, Λανγκ, Όφιλς, Γουάιλντερ και πλήθος άλλων). Το 1956 γυρίζει το νουάρ "Dark Mirror", μια παράξενη ταινία, που μένει στη μνήμη μας κυρίως χάρη στην πρωταγωνίστρια Ολίβια ντε Χάβιλαντ και τον διπλό ρόλο της.
Ένας άντρας δολοφονείται. Οι μάρτυρες εντοπίζουν εύκολα τη γυναίκα που βγήκε από το διαμέρισμά του, να όμως που εκείνη διαθέτει ακλόνητο άλοθι, αφού άλλοι τόσοι, εξ ίσου αξιόπιστοι μάρτυρες, την έχουν δει την ίδια ώρα κάπου αλλού. Πολύ σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για δύο πανομοιότυπες δίδυμες. Ωστόσο ο επιθεωρητής είναι αδύνατο να ανακαλύψει ποια από τις δύο έκανε τον φόνο, αφού αμφότερες αρνούνται να συνεργαστούν. Ένας ψυχολόγος προσπαθεί να βοηθήσει την αστυνομία και η πραγματική πλοκή - στην οποία, φυσικά, εμπλέκεται και μια ερωτική ιστορία - ξεκινά από το σημείο αυτό.
Η ιστορία δεν είναι τόσο πολύπλοκη και ο θεατής σύντομα αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει - παρά το ότι υπάρχουν αρκετές ανατροπές. Ωστόσο η ταινία με κράτησε. Βασικός λόγος βέβαια είναι η εξαιρετική ερμηνεία της Ντε Χάβιλαντ στον διπλό της ρόλο, που είναι όντως συναρπαστική και δείχνει τις δυνατότητες της ηθοποιού αυτής. Και υπάρχουν επίσης και τα πειστικότατα εφέ της ταυτόχρονης παρουσίας στην οθόνη των διδύμων σε πολλές σκηνές (της διπλής Ντε Χάβιλαντ δηλαδή) που είναι εντυπωσιακές - μιλάμε, θυμηθείτε, για το 1956.
Πρόκειται για ένα ξεχασμένο σήμερα, πλην όμως αξιόλογο κατά τη γνώμη μου, νουάρ, που μάλλον θα έπρεπε να βρει τη θέση του στη λίστα των κλασικών - ή σχεδόν. Έστω και λόγω της πρωτοτυπίας του. Εκτός του ότι, βεβαίως, είναι πρόδρομος πολλών μεταγενέστερων ταινιών, όπως π.χ. το "Sisters" του Ντε Πάλμα. Οι λάτρεις του παλιού Χόλιγουντ ας το ψάξουν, μια που πρόκειται, όπως είπα, για σχετικά άγνωστο φιλμ.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 06, 2014

Ο ΖΑΠΑΤΑ ΚΑΙ Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΦΘΕΙΡΕΙ

Ίσως ο Elia Kazan (1909-2003) να φέρει το στίγμα του "προδότη", λόγω της γνωστής κατάθεσής του στην άθλια Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών του Μακάρθι, ουδείς όμως μπορεί να αρνηθεί ότι πρόκειται για μεγάλο δημιουργό. Και όχι μόνο κινηματογραφικά, αλλά και από ιδεολογική άποψη, με την έννοια ότι ο "προδότης" αυτός παραδίδει με το έργο του μαθήματα προβληματισμού και κριτικής προσέγγισης στην αμερικάνικη κοινωνία - ή την ανθρώπινη γενικότερα. Είναι από εκείνες τις παράξενες περιπτώσεις όπου ο καλλιτέχνης είναι πολύ μεγαλύτερος από τον άνθρωπο.
Το "Viva Zapata" του 1952 (σε σενάριο του Τζον Στάιμπεκ) είναι βεβαίως η βιογραφία - το έπος θα λέγαμε - του μεξικανού Εμιλιάνο Ζαπάτα, που ξεκινά από αμόρφωτος και πάμφτωχος αγρότης για να καταλήξει σε ηγέτη μιας πέρα για πέρα δίκαιης επανάστασης ενάντια στην φτώχεια και την καταπίεση των αγροτών και ενάντια σε μια απόλυτα διεφθαρμένη δικτατορική εξουσία. Και, πολύ περισσότερο, γίνεται ένα διαχρονικό σύμβολο εξέγερσης ενάντια στην κοινωνική αδικία και αθλιότητα. Ο ηρωισμός, η αυταπάρνηση και, τελικά, η ύπουλη δολοφονία του συμβάλλουν ακόμα περισσότερο στη συμβολοποίησή του.
Ωστόσο ο Καζάν δεν μένει ούτε στην απλή, "ηρωική", βιογραφία ούτε στο δίκιο της εξέγερσης, το οποίο είναι προφανές και δεδομένο. Αυτό που τον ενδιαφέρει περισσότερο, κατά τη γνώμη μου, είναι η κατάδειξη της εκμαυλιστική δύναμης της εξουσίας, η διαφθορά και οι συμβιβασμοί που σχεδόν αναπόφευκτα αποτελούν τη μοίρα όποιου την κατακτά. Ο ακέραιος και αδιάφθορος Ζαπάτα αποτελεί ακριβώς την απόλυτη και σπανιότατη εξαίρεση στον κανόνα. Και, επίσης σχεδόν αναπόφευκτα, θα πληρώσει το τίμημα της ακεραιότητάς του, όπως πικρά καταλήγει ο Καζάν.
Κινηματογραφικά η ταινία παραμένει νομίζω εξαιρετικά δυνατή, κρατά τον θεατή, συχνά τον συγκινεί βαθειά και, τελικά, φτάνει να διαθέτει τη δύναμη μιας τραγωδίας. Σ΄ αυτό συμβάλλουν βεβαίως και οι εξαιρετικές ερμηνείες του Μάρλον Μπράντο και του Άντονι Κουίν (ο Καζάν υπήρξε άλλωστε ο σκηνοθέτης των ηθοποιών και σ' αυτό συνέβαλλε κυρίως η εξαίρετη θεατρική του παιδεία), αλλά και τα δυνατά και σαφή σύμβολα που χρησιμοποιεί ο δημιουργός (π.χ. το λευκό άλογο), που προσδίδουν  μια ιδιαίτερη ποιητική διάσταση. Όπως αντιληφτήκατε το φιλμ μου πρόσφερε μεγάλη απόλαυση και άφοβα το κατατάσω στη χορεία των κλασικών. Είναι γνωστή άλλωστε η συμβουλή που πάντοτε δίνω σε μη φανατικούς σινεφίλ: Μη φοβάστε το "παλιό". Τα αριστουργήματα είναι διαχρονικά.


Τρίτη, Νοεμβρίου 04, 2014

ΠΟΣΕΣ ΦΟΡΕΣ ΕΧΕΤΕ ΔΕΙ ΑΥΤΌΝ ΤΟΝ "ΑΓΙΟ ΒΙΝΣΕΝΤ";

Γέρος μοναχικός, μονόχνωτος, γκρινιάρης, μισάνθρωπος, όχι με τις καλύτερες συνήθειες. Κάποιος / οι μετακομίζουν δίπλα του ή, τέλος πάντων, άθελά του, ξεκινά μια σχέση (όχι ερωτική) με το ζόρι και με τις χειρότερες προϋποθέσεις. Και σιγά - σιγά ανακαλύπτουμε ότι ο γερο - ξούρας "έχει κατά βάθος καλή καρδιά και δεν είναι αυτό που φαίνεται με την πρώτη ματιά". Πόσες φορές το έχετε δει στο σινεμά; Με τον Τζακ Νίκολσον ίσως; Με άλλους τόσους;
Κι όμως, το Χόλιγουντ επιμένει εμμονικά στην ίδια συνταγή. Αλλάζει κάθε φορά ο ηθοποιός κι αυτό είναι όλο. To ίδιο λοιπόν ακριβώς (μα ακριβώς) συμβαίνει και με το "St. Vincent. Ο Αγαπημένος μου Άγιος" του 2014, δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Theodore Melfi. Και μάλιστα τα πράγματα εδώ είναι και λίγο χειρότερα, αφού η ταινία διαθέτει ένα εντελώς ξενέρωτο, χριστιανοειδές φινάλε, όπου όλα είναι καλά - τι λέω; καλύτερα κι από καλά... Ακόμα και ο καθολικός παπάς - δάσκαλος, ο οποίος σατιρίζεται στην αρχή, μας βγαίνει καλός, ακόμα και ο "μαλάκας" σύζυγος χαμογελά αυτυχής, όλοι μα όλοι είναι υπέροχοι...  Πόσο σιρόπι να αντέξω πια...
Εδώ η κλασική σχέση που θα "μαλακώσει" τον αλκοολικό, τζογαδόρο, χρεωμένο γέρο δημιουργείται με ένα πιτσιρίκι, στο οποίο θα κάνει μπέιμπι σίτινγκ (με το αζημείωτο φυσικά), και το οποίο προφανώς θα του βγάλει τον "καλό, κρυμένο εαυτό".
Τι αξίζει λοιπόν σ΄ αυτή τη χιλιοειδωμένη συνταγή; Μα ασφαλώς ο ό,τι πρέπει για τον ρόλο Μπιλ Μάρεϊ, του οποίου είμαι φαν (γι' αυτό είδα το φιλμ άλλωστε). Ο οποίος βεβαίως είναι όλα τα λεφτά σε ένα ρεσιτάλ μισανθρωπισμού και μπλιεχουλότητας (η ιδιότητα που κάνει τους άλλους να λένε "μπλιεχ" όταν σε βλέπουν). Και το παιδάκι είναι κι αυτό εξαιρετικό, οπότε έχουμε τουλάχιστον απολαυστικές ηθοποιίες.
Γενικά βρήκα το πρώτο μέρος αρκετά διασκεδαστικό, όσο όμως προχωρούσαμε προς το φινάλε τόσο πιο κλισέ και αναμενόμενο γινόταν, τόσο έχανε αυτή τη "μοχθηρότητα" και το πολιτικώς μη ορθό που υποσχόταν στην αρχή. Έτσι, τελικά, σας το είπα ήδη, ξενέρωσα πλήρως και απογοητεύτηκα.
ΟΚ, είδαμε πολλά από δαύτα. Νομίζω ότι είναι καιρός κάποια θέματα κλισέ να παγορευτούν δια νόμου...
ΥΓ: Φανταστείτε ένα σχολείο στο οποίο στο τέλος της χρονιάς κάθε μαθητής παρουσιάζει το project "Ο αγαπημένος μου άγιος"! Ευχαριστώ, δεν θα πάρω...

Σάββατο, Νοεμβρίου 01, 2014

ΤΟ "ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" ΚΑΙ Η ΕΚΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

Πόσο ουσιαστικές είναι σήμερα (ίσως και πάντοτε) οι ανθρώπινες σχέσεις; Και πόσο βασίζονται κυρίως σε οικονομικά και άλλα συμφέροντα; Πόσο ψεύτικες είναι οι φιλίες και οι έρωτες, πόσο "ζεστή" η οικογένεια; Σ' αυτά και άλλα προσπαθεί να απαντήσει η ιταλική δραματική ταινία του 2013 "Το Ανθρώπινο Κεφάλαιο" (Il Capitale Umano) του Paolo Virzi. Και, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, νομίζω ότι τα καταφέρνει.
Μια νύχτα ένα τζιπ χτυπά και εγκαταλείπει αβοήθητο έναν ποδηλάτη. Το δυστύχημα αυτό θα εμπλέξει δύο οικογένειες: Η μία είναι οι ζάπλουτοι Μπερνάσκι και οι άλλη οι μεσοαστοί Οσόλα, οι οποίες ήδη γνωρίζονται αφού τα έφηβα παιδιά τους διατηρούν ερωτικό δεσμό. Άλλοτε με φλας μπακ και άλλοτε με σύγχρονη αφήγηση θα ξετυλιχτούν τα νήματα μιας ιστορίας που θα οδηγήσει τελικά στην τραγική βραδιά.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η αφήγηση γίνεται σε τρία "κεφάλαια" (και έναν επίλογο), κάθε ένα από τα οποία υιοθετεί τη οπτική γωνία ενός από τους ήρωες της ιστορίας. Οι προσωπικές αφηγήσεις προχωρούν, οι ξεχωριστοί χαρακτήρες και η ψυχολογία τους αποκαλύπτονται και συχνά βλέπουμε τα ίδια γεγονότα να επαναλαμβάνονται, από την προσωπική ματιά όμως των διαφορετικών ηρώων. Το εύρημα αυτό δίνει αναμφισβήτητα ενδιαφέρον στην ταινία.
Συγχρόνως η κριτική της είναι ανελέητη για τη σύγχρονη κοινωνία: Τα οικονομικά συμφέροντα κυριαρχούν, ο πλούσιος είναι απόλυτα ψυχρός και άκαρδος, αλλά και ο μεσοαστός είναι απόλυτα συμβιβασμένος και πρόθυμος να κάνει τα πάντα για να ανέβει κοινωνικά. Η πλούσια σύζυγος με καλλιτεχνικές ευαισθησίες που πλήτει, ο κακομαθημένος γιος, ο αυτοκαταστροφικός καλλιτέχνης είναι μερικοί ακόμα από τους χαρακτήρες που συμπληρώνουν το παζλ. Ακούγεται συμβατικό, αλλά δεν είναι τόσο. Άλλωστε, όπως είπα, η κριτική προς κάθε κατεύθυνση είναι εντονότατη και πολυεπίπεδη (η δικαιοσύνη, οι ταξικές διαφορές, η τέχνη, δεν μένουν απ' έξω). Όλα αυτά μάλιστα τοποθετούνται με φόντο την οικονομική κρίση που σοβεί και στην Ιταλία (δίχως αυτό να είναι το κύριο θέμα του φιλμ).
Συνολικά, παρά τις κάποιες συμβάσεις στους χαρακτήρες, τη βρήκα ενδιαφέρουσα ταινία, η οποία μάλιστα αφηγηματικά γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα. Δεν με άφησε να πλήξω καθόλου.

eXTReMe Tracker