Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 29, 2014

ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ (ΝΑΖΙΣΤΙΚΟΥ) ΣΚΟΤΑΔΙΟΥ

Η Agnieszka Holland είναι μια αρκετά γνωστή πολωνέζα σκηνοθέτης, η οποία έχει κάνει και ταινίες εκτός της χώρας της. Το 2011 γυρίζει μια πολωνο-γερμανο-καναδική παραγωγή (το σινεμά, αν δεν το καταλάβατε, είναι πλέον όλο και περισσότερο πολυεθνικό), το "In Darkness". Αναφέρεται στη φριχτή εποχή της ναζιστικής κατοχής της πολωνικής τότε πόλης Λβοβ (σήμερα ανήκει στην Ουκρανία).
Ένας επόπτης, που ξέρει τους δαιδαλώδεις υπόνομους της πόλης καλύτερα από την παλάμη του, τους χρησιμοποιεί για να κλέβει διάφορα από ναζί και μη σε μια εποχή φριχτών στερήσεων και πείνας, ώστε να περνάει (σχετικά) καλά η οικογένειά του. Κάποια στιγμή αναλαμβάνει το μεγάλο ρίσκο να φυγαδεύσει από το γκέτο της πόλης (και από βέβαια θάνατο) μια ομάδα 12 εβραίων. Με το αζημείωτο φυσικά, αφού κι ο ίδιος παίζει κορώνα - γράμματα τη ζωή του. Τους κρύβει λοιπόν στους υπονόμους, τους βρίσκει όπως - όπως τροφή και, ούτε λίγο ούτε πολύ, καταφέρνει να τους κρατήσει κρυμένους εκεί για 14 μήνες! Σιγά - σιγά η στάση του θα αρχίσει να μεταβάλλεται και να βλέπει τους έγκλειστους με συμπάθεια και - επιτέλους - πέρα από το στενό οικονομικό του συμφέρον. Οι κίνδυνοι όμως πληθαίνουν διαρκώς, ο κλοιός γύρω τους σφίγγει όλο και περισσότερο...
Γράφω μ' αυτόν τον τρόπο διότι πρόκειται για απόλυτα αληθινή ιστορία. Ο Σόσα είναι υπαρκτό πρόσωπο και μάλιστα τιμήθηκε πολύ αργότερα - μετά θάνατον - με εξέχοντα τρόπο από τους ισραηλινούς! Το θέμα του φιλμ - όπως πολύ σωστά παρατήρησε κάποιος σχολιάζοντάς το - είναι τόσο σοβαρό και σκληρό, που είναι δύσκολο να το αναλύσεις καθαρά κινηματογραφικά.  Η Holland καταφέρνει να δημιουργήσει μια ζοφερή, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, που κυριαρχεί από την αρχή μέχρι το τέλος. Η προσοχή της μετατοπίζεται διαρκώς από τον ήρωα και την προσωπική του ζωή στο εφιαλτικό δράμα των έγκλειστων και τα όσα υποφέρουν στους βρωμερούς υπονόμους, δίχως ούτε  μια καθαρή ανάσα. Καθώς πολύ μεγάλο μέρος διαδραματίζεται στην πνιγηρή αυτή κόλασηκαι η διάρκεια του φιλμ αγγίζει τις δυόμιση ώρες (μάλλον κακώς κατά τη γνώμη μου), η παρακολούθησή του γίνεται δύσκολη και αγχωτική. Νομίζω όμως ότι αυτό ακριβώς το κλίμα επεδίωκε η δημιουργός. Οι χαρακτήρες όλων, συχνά διφορούμενοι, αναλύονται αρκετά, το περιβάλλον είναι εξαιρετικά σκοτεινό και, αν αποφασίσετε να δείτε ττην ταινία, καλά θα κάνετε να είστε προετοιμασμένοι.
Πέραν από τις προειδοποιήσεις μου πάντως θεωρώ ότι είναι μια πολύ δυνατή και πετυχημένη δουλειά, η οποία μας θυμίζει για μια ακόμα φορά τη φρίκη της εποχής της ναζιστικής θηριωδίας. Αν τα καταφέρετε, αξίζει!


Σάββατο, Σεπτεμβρίου 27, 2014

ΕΝΑ "ΤΑΞΙΔΙ" ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΩΝ

Η Μαρία Ηλιού έχει σαν βάση της, όπως μαθαίνω, τις ΗΠΑ και έχει κάνει ταινίες fiction και ντοκιμαντέρ. Ένα από τα τελευταία είναι "Το Ταξίδι" του 2007. Καταπιάνεται με ένα σημαντικό για την Ελλάδα θέμα: Αυτό της μετανάστευσης στην Αμερική, η οποία χρονολογείται από τα τέλη ήδη του 19ου αιώνα! Η ταινία εξετάζει το φαινόμενο αυτό μέχρι τη δεκαετία του 80.
Δεν θα πω πολλά για το κινηματογραφικό μέρος. Είναι μάλλον συμβατικό, πληροφοριακό, με την αναμενόμενη, κοινή για τέτοιου είδους φιλμ δομή: Παλιές φωτογραφίες ή φιλμ, φωνή off που μιλά για τα γεγονότα και αρκετές συνεντεύξεις με γνωστούς και διακεκριμένους αμερικανούς ελληνικής καταγωγής (ανάμεσά τους ο γερουσιαστής Πολ Σαρμπάνις και ο γνωστός και καλός συγγραφέας Τζορτζ Πελεκάνος, ο οποίος μάλιστα είναι πολύ πιο "έλληνας" και με ελληνικές συνήθειες απ' όσο φανταζόμουν). Νομίζω λοιπόν ότι μεγαλύτερη αξία έχει το καθαρά πληροφοριακό μέρος, από το οποίο έμαθα αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία.
Αρχικά δεν γνώριζα ότι η ελληνική μετανάστευση στις ΗΠΑ γινόταν ήδη από τον 19ο αιώνα. Η ταινία πάντως μιλά για το πρώτο κύμα κάπου στη δεκαετία του 20, όταν αναγκάζονταν να φύγουν από την επαρχία κυρίως λόγω αβάσταχτης κυριολεκτικά φτώχειας, το δεύτερο μετά τον πόλεμο, όταν ο εμφύλιος μάστιζε την ήδη εξαντλημένη και διαλυμένη από την Κατοχή χώρα και την τρίτη, αυτή της δεκαετίας του 60, όταν στις δόξες του είναι ο Καζντζίδης και τα άλλα λαϊκά που μιλάνε για ξενιτειά. Μιλά ακόμα για την τάση των ελλήνων να ανοίγουν μικρές, ατομικές επιχειρήσεις (εστιατόρια, καθαριστήρια κλπ.), αντίθετα με άλλους λαούς που δούλευαν κυρίως σαν εργάτες, για τις δύο βασικές ελληνικές εφημερίδες της Αμερικής κλπ.
Αυτό που προσωπικά βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι ο ρατσισμός που υπέστησαν οι έλληνες τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Τους θεωρούσαν κάπως "ανατολίτες", κάτι σαν ένα είδος τούρκων, όχι πάντως ακριβώς ευρωπαίους. Ξέρετε ότι έλληνες είχαν γίνει την εποχή εκείνη συχνός στόχος των ρατσιστών της Κου Κλου Κλαν; (αυτά για να σκεφτούν λίγο οι δυστυχώς αυξανόμενοι ανεγκέφαλοι σύγχρονοι ξενοφοβικοί, ελληνόκαυλοι και άλλων αποχρώσεων φασιστοειδείς). Ακριβώς για να εξαλείψει τον ρατσισμό αυτόν ιδρύθηκε αρχικά η οργάνωση ΑΧΕΠΑΝΣ, η οποία πρέσβευε ότι οι έλληνες μετανάσες πρέπει να αποβάλλουν κάθε τι ελληνικό και να εξαμερικανιστούν πλήρως. Πολύ σύντομα ιδρύθηκε αντίπαλη ιδεολογικά οργάνωση, που υποστήριζε αντίθετα ότι πρέπει να θυμούνται τις ρίζες τους και να διατηρήσουν την ελληνική ταυτότητα. Το φιλμ μιλά επίσης για τον και εκεί διχασμό ανάμεσα σε βασιλικούς και βενιζελικούς, το ρόλο της ελληνικής εκκλησίας (ενωτικό αρχικά), την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιάκωβου, την μάλλον αδιάφορη για τη χούντα στάση των ελληνοαμερικανών (δεν λέει τίποτα βέβαια και για τη φιλοχουντική στάση πολλών) κλπ.
Από ένα σημείο και μετά η ταινία με κούρασε κάπως, κυρίως όταν έφτασε σε σχετικά πρόσφατες καταστάσεις και, όπως είπα, δεν βρήκα κάτι εξαιρετικό κινηματογραφικά. Δεν θα σας κρύψω ότι τη θεωρώ και κάπως πολύ υπέρ του ελληνοαμερικανικού στοιχείου, αποσιωπώντας "σκοτεινά" σημεία. Κρατώ όμως το πληροφοριακό κομμάτι, το οποίο θεωρώ σημαντικό και από το οποίο έμαθα πράγματα για το θέμα τα οποία εγώ τουλάχιστον αγνοούσα.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 25, 2014

"ΜΕΓΑΛΩΝΟΝΤΑΣ" ΣΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΟΘΟΝΗ

Ο Richard Linklater αρέσκεται να παίζει με τον χρόνο, τόσο τον πραγματικό όσο και τον κινηματογραφικό. Στην τριλογία του όλα συνέβαιναν σε real time. Στο "Μεγαλώνοντας" (Boyhood) του 2014 αντίθετα καλύπτονται 12 ολόκληρα χρόνια. Και λοιπόν; θα μου πείτε. Άλλα φιλμ μπορεί να καλύπτουν δεκαετίες. Ναι, αλλά ο Linklater κινηματογράφησε όντως την ταινία του σε 12 χρόνια (!), παρακολουθώντας την πορεία του ήρωά του από τα 6 έως τα 18 του χρόνια! Τον βρίσκουμε αρχικά παιδί, όταν ετοιμάζεται να πάει σχολείο και τον αφήνουμε όταν πλέον πάει στο κολλέγιο. Στο μεταξύ έχουμε δει το πιτσιρίκι να μεγαλώνει όντως μπροστά στα μάτια μας, φτιάχνοντας έτσι την πιο "αληθινή" (με την έννοια αυτή) ταινία ενηλικίωσης που έγινε ποτέ.
Όπως είναι αναμενόμενο με ένα τόσο πρωτότυπο και δύσκολο concept, το φιλμ μπλέκει το ντοκιμαντερίστικο στοιχείο με το fiction. Και, φυσικά, το γλυκό και ευχάριστο με το δράμα. Όλα αυτά όμως δίχως ιδιάιτερες εξάρσεις, με ηθελημένα μάλλον χαμηλότονο ύφος, συχνά με χιούμορ. Το παιδί μεγαλώνει αρχικά με τη χωρισμένη μητέρα και τη μεγαλύτερη αδελφή του. Ο πατέρας του, "ανεύθυνος", έξω καρδιά, εξωστρεφής και μάλλον χαβαλετζής, περνά μαζί του τα προκαθορισμένα από το νόμο σαββατοκύριακα, τα οποία λειτουργούν ανακουφιστικά για τον μικρό, καθώς τον απομακρύνουν ευχάριστα από την καθημερινή ρουτίνα. Όταν η μητέρα του θα παντρευτεί έναν καθηγητή με αυστηρούς τρόπους και αλκοολικό, τα πράγματα θα σφίξουν. Η ζωή όμως κυλά πάντοτε και η φάση αυτή θα περάσει επίσης, δίνοντας τη θέση της σε μια καινούρια... μέχρι την ενηλικίωση και την χειραφέτηση πλέον του πρωταγωνιστή (η σεξουαλική αφύπνηση θα έχει κι αυτή καταγραφεί στο μεταξύ).
Βρήκα ότι το φιλμ κυλά ευχάριστα, δίχως πάντως κορυφώσεις. Η γλυκόπικρη αυτή καταγραφή της ζωής μού άφησε μια ευχάριστη γεύση, δίχως όμως να μου προσφέρει κάτι ιδιαίτερο - εκτός βέβαια από την απόλαυση του μοναδικού αυτού κινηματογραφικού πειράματος. Τελικά γι' αυτό αξίζει νομίζω να το παρακολουθήσει κανείς. Αλλά και για τη ρεαλιστική απεικόνιση της "ζωής όπως είναι". Όχι, δεν έπληξα. Ούτε και ενθουσιάστηκα όμως.
Πάντως η ευαισθησία, η ευφυία, η τρυφερότητα και ενίοτε η πρωτοτυπία του δημιουργού αυτού είναι δεδομένες.

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 21, 2014

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΟΥ 2013-2014

Άλλη μια κινηματογραφική σεζόν τελείωσε και ιδού τα καλύτερά της απ' όσα έχω δει (διότι σίγουρα κάποια μου ξεφυγαν), κατά την προσωπική μου γνώμη φυσικά. Προφανώς είστε απολύτως ελεύθεροι να διαφωνήσετε όσο θέλετε. Οι κανόνες πάντως παραμένουν οι ίδιοι όπως κάθε χρόνο:
- Η σειρά των 10 πρώτων και των 10 "επιλαχόντων" ΔΕΝ είναι αξιολογική (κάτι τετοιο μου είναι αδύνατο). Απλώς παρατίθενται οι ταινίες που μου άρεσαν περισσότερο αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη.
- Περιλαμβάνονται ταινίες που προβλήθηκαν από 1 Σεπτέμβρη 2013 έως 31 Αυγούστου 2014, όπως οριζόταν παλιότερα η "κινηματογραφική σεζόν".
- ΔΕΝ περιλαμβάνονται παλιές ταινίες που βγήκαν στα σινεμά σε επανάληψη (π.χ. "Η Εγκληματική Ζωή του Αρτσιμπάλντο ντε λα Κρουζ" του Μπουνιουέλ του 1955).
Πάμε λοιπόν:

- Omar του Hany Abu-Assad
- Blue Jasmin του Woody Allen
- Παρελθόν του Asgar Farhadi
- Philomena του Stephen Frears
- Only Lovers Left Alive του Jim Jarmouch
- Μικρο Ψάρι του Γιάννη Οικονομίδη
- Nebraska του Alexander Payne
- American Hustle του David O. Russell

- Prisoners του Denis Villeneuve
- Borgman του Alex van Warmerdam

Ακολουθούν μερικές άλλες που ξεχώρισα, αρκετές από τις οποίες θα μπορούσαν κάλλιστα να βρίσκονται στην πρώτη δεκάδα και "υποβιβάστηκαν" με πολύ βαριά καρδιά. Πάντοτε αλφαβητικά κατά σκηνοθέτη και όχι αξιολογικά.

- Τα Δύο Πρόσωπα του Ιανουαρίου του Hossein Amini
- Inside Llewyn Davis των αδελφών Coen
- The Search for Simon του Martin Gooch
- Captain Phillips του Paul Greengrass
- Snowpiercer του Joon-ho Bong
- Η Ζωή της Αντέλ του Abdellatif Kechiche
- Η Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά της Έλενας Ψίκου
- La Grande Belezza του Paolo Sorentino
- Nymphomaniac του Lars von Trier
- Dallas Buyers Club του Jean-Marc Vallee

Και του χρόνου!

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 19, 2014

ΤΡΥΦΕΡΟ ΚΑΙ... ΝΟΣΤΙΜΟ "LUNCHBOX"


Στη Βομβάη της Ινδίας λειτουργεί ένα άψογο σύστημα delivery (στο οποίο δουλεύουν 5000 άνθρωποι), με σκοπό να παραδίδει καθημερινά τα σπιτικά ζεστά γεύματα που φτιάχνουν οι νοικοκυρές στις δουλειές των εργαζόμενων συζύγων. Οι ινδοί ισχυρίζονται ότι το πολύπλοκο αυτό σύστημα είναι αλάνθαστο. Να όμως που σε ένα λάθος του απίστευτου αυτού συστήματος βασίζεται η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, ινδού βεβαίως, Ritesh Batra "The Lunchbox" (Dabba ο πρωτότυπος τίτλος) του 2013, που έκανε διεθνώς αίσθηση.
Βλέπετε, τα λαχταριστά γεύματα μιας παραμελήμένης από τον σύζυγό της νέας γυναίκας παραδίδονται συστηματικά σε λάθος άνθρωπο, και συγκεκριμένα σε έναν μονόχνωτο και ακοινώνητο χήρο υπάλληλο (λογιστή μάλλον), που ετοιμάζεται να βγει στη σύνταξη. Σιγά - σιγά οι δυο τους αρχίζουν να ανταλλάσουν μηνύματα μέσω του σκεύους με τα φαγητά, καθώς ο μεσήλικας γοητεύεται από τη γκουρμέ μαγειρική της νέας γυναίκας, δίχως όμως να συναντιούνται. Στο πεδίο μπαίνει και ένας νεαρός, που πρόκειται να αντικαταστήσει τον ήρωα στη δουλειά, και ο ο οποίος γίνεται ο μοναδικός του φίλος. Ώσπου...
Τρυφερή, έξυπνη, συγκινητική δίχως όμως να της λείπει το χιούμορ, γλυκόπικρη ταινία, θα λέγαμε ότι κινείται ανάμεσα στην κομεντί και το δράμα - ειδωμένες όμως με την ινδική ματιά. Ταυτόχρονα αποτίει φόρο τιμής στη μεγαλούπολη Βομβάη, πατρίδα προφανώς του δημιουργού. Η ινδική καθημερινότητα που μας δείχνει πάντως δεν ανήκει στο χώρο των πολύ ρεαλιστικών, ντοκιμαντερίστικων σχεδόν, καταγραφών, αλλά βασίζεται στα αισθήματα, την ανάγκη του απρόσωπου, μοναχικού σύγχρονου ατόμου για ανθρώπινη επαφή. Συγχρόνως μιλά  για το αδύνατο κάποιες φορές του έρωτα (η μεγάλη διαφορά ηλικίας γαρ), την ανθρώπινη μοναξιά στη μεγαλούπολη, τη διαφορά ανάμεσα στις γενιές - συντηρητική, αλλά με περισσότερη βεβαιότητα και σιγουριά στη ζωή και περισσότερες αξίες η παλιότερη, αντιμέτωπη με τη σύγχρονη παγκόσμια αβεβαιότητα και το πιθανό επικείμενο χάος η νεότερη, έτοιμη να αφήσει τα πάντα και να μεταναστεύσει αλλάζοντας ριζικά ζωή... Και, έμμεσα, για πολιτικοκοινωνικές καταστάσεις του σύγχρονου "τρίτου" (και όχι μόνο) κόσμου.
Από τις ευχάριστες φετινές εκπλήξεις για μένα, το ανθρωποκεντρικό και ταυτόχρονα feelgood - παρά την υποβόσκουσα συγκίνηση και πίκρα - αυτό φιλμ συνίσταται ανεπιφύλακτα, ιδίως σε όσους έχουν μπουχτίσει τα χολιγουντιανά "mega θεάματα".

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 17, 2014

Η ΥΠΟ ΤΟ ΣΕΛΗΝΟΦΩΣ ΓΟΥΝΤΙΑΛΕΝΙΚΗ ΜΑΓΕΙΑ

Στα 79 του ήδη ο Woody Allen εξακολουθεί να είναι μια αστείρευτη μηχανή παραγωγής ταινιών (στις οποίες βεβαίως γράφει το σενάριο και σκηνοθετεί). Έτσι το 2014 κάνει την 44η αισίως ταινία του, την "Μαγεία στο Σεληνόφως". Και, μετά τη "Τζασμίν",  επιστρέφει με άνεση στην κομεντί, που τόσο καλά γνωρίζει. Και μάλιστα με ταινία εποχής, όπου επίσης τα καταφέρνει θαυμάσια.
Δεκαετία '20, Νότια Γαλλία, και ένας διάσημος μάγος / ταχυδακτυλουργός προσκαλείται σε βίλα για να ξεσκεπάσει νεαρό μέντιουμ, το οποίο έχει πείσει για τις ικανότητές του μια πλούσια οικογένεια και την απομυζεί οικονομικά. Η συνάντησή τους θα είναι καθοριστική και ο ήρωάς μας, ορθολογιστής και κυνικός, θα αρχίσει για πρώτη φορά στη ζωή του να κλονίζεται: Μήπως τελικά υπάρχει το υπερφυσικό;
Ο ίδιος ο Woody Allen πάντως ουδόλως πιστεύει σ' αυτό. Αντίθετα πάμπολλες φορές έχει κάνει πλάκα μ' αυτό. Και εδώ βρίσκεται το ενδιαφέρον του φιλμ: Ενώ δεν πιστεύει, το θεωρεί απαραίτητο - κι ας μην υπάρχει - για να νοστιμίσει τη ζωή μας. Με τον όρο "υπερφυσικό" εννοούμε βεβαίως εδώ οτιδήποτε μη πρακτικό και καθημερινό: Τον ρομαντισμό, τα όνειρα (στον ύπνο και στη συνειδητή ζωή), τη μαγεία, το παιχνίδι, το μυστήριο, τη φαντασία, την τέχνη, που ενώ είναι πρακτικά άχρηστη, τόσο ρόλο παίζει στη ζωή μας. Να λοιπόν που έχουμε την απόδειξη του ότι για να είσαι ονειροπόλος και "παιχνιδιάρης" δεν χρειάζεται να πιστεύεις σε κάθε είδους μεταφυσική. Είσαι απλώς επειδή αυτά κάνουν πιο όμορφη τη ζωή (μια παρόμοια, δοσμένη ίσως με πιο πολύπλοκο τρόπο, προβληματική υπήρχει και στη "Ζωή του Πι" του Ανγκ Λι).
Στο μεταξύ εμείς απολαμβάνουμε μια χαριτωμένη, έξυπνη κομεντί, που διαθέτει αυτό τα αλάθητο γουντιαλενικό άγγιγμα που σε κάνει να την παρακολουθείς ευχάριστα κι ας διαθέτει πλήθος κλισέ του είδους. Νομίζω ότι κάποια στιγμή πρέπει να γίνει μια εμπεριστατωμένη μελέτη για να εντοπιστεί το τι είναι αυτό που κάνει τις κομεντί του Άλεν τόσο ανάλαφρες, δροσερές, ευχάριστες, απολαυστικές και κομψές σε σχέση με την πλειοψηφία των χολιγουντιανών προϊόντων του σαφώς κορεσμένου αυτού είδους. Και να πεις ότι τις ανατρέπει ριζικά; Όχι και τόσο, αφού, όπως είπαμε, χρησιμοποιεί συχνά κλισέ τους. Αλλά η εξυπνάδα και η κομψότητα είναι αναμφισβήτητες. Δείτε τη "Μαγεία..." και παρά το ότι κάπου έχετε ξαναδεί τις ερωτικές περιπέτειες και τις σεναριακές ανατροπές, δεν νομίζω ότι θα πλήξετε. Η έννοια του "ευχάριστου" είναι σήμα κατατεθέν του δημιουργού αυτού (αν ο ίδιος το θέλει βεβαίως και δεν καταπιάνεται με δραματικά θέματα).

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 15, 2014

ΟΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΕΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΤΟΥ ΑΡΤΣΙΜΠΑΛΝΤΟ ΝΕ ΛΑ ΚΡΟΥΖ

"Η Εγκληματική Ζωή του Αρτσιμπάλντο ντε λα Κρουζ" (Ensayo de un Crimen) του 1955 είναι μια από τις πολλές ταινίες που γύρισε ο μεγάλος Luis Bunuel (1900-1983) στο Μεξικό, όπου έμεινε κάμποσα χρόνια, και είναι κατά τη γνώμη μου μια από τις καλύτερες της περιόδου αυτής.
Πρόκειται για μια μαύρη κωμωδία όπου ο δαιμόνιος και ανατρεπτικός δημιουργός παρακολουθεί τη ζωή, τις σχέσεις με τις γυναίκες και τις κρυφές επιθυμίες του ομώνυμου πλούσιου εισοδηματία και ερασιτέχνη αγγειοπλάστη. Ξεκινά με μια σκηνή από την παιδική του ηλικία, όπου εξ αιτίας ενός μουσικού κουτιού που υποτίθεται ότι έχει τη δύναμη να πραγματοποιήσει την επιθυμία κάποιου για φόνο και του τυχαίου θανάτου από αδέσποτη σφαίρα της γκουβερνάντας του, ο ήρωας ταυτίζει την σεξουαλική επιθυμία με τον πόθο για φόνο. Μεγάλος πλέον ο Αρτσιμπάλντο γίνεται φετιχιστής και ένας κατά φαντασία (ή μάλλον "wannabe") σίριαλ κίλερ γυναικών. Μόνο που, όπως παθαίνουν πάμπολλοι ήρωες του Μπουνουέλ, οι επιθυμίες του (μακάβριες και θανατερές στο συγκεκριμένο φιλμ) δεν πραγματοποιούνται ποτέ. Αντίθετα οι γυναίκες πεθαίνουν συμπτωματικά πριν εκείνος πραγματοποιήσει τα αιματοβαμένα του σχέδια.
Ο χαρακτηριστικός σαρκασμός, η ειρωνία και το καυστικό χιούμορ που έχει σαν στόχο κάθε σχεδόν αστικό θεσμό υπάρχουν και εδώ με το παραπάνω. Παρέα βεβαίως με την ψυχανάλυση και τον απαραίτητο μπουνουελικό σουρεαλισμό. Η εκκλησία και η υποκρισία της αγνότητας, οι κρυμένες κάτω από μια καθώς πρέπει επιφάνεια απαγορευμένες επιθυμίες, ο συχνά νοσηρός ερωτισμός, αλλα και πολιτική κριτική (θυμηθείτε την μεγαλοαστή κυρία να θυμώνει και να στενοχωριέται επειδή, λόγω της φονικής επανάστασης που μαίνεται στην πόλη, δεν μπορεί να πάει στο θέατρο ή τους εκπροσώπους της εξουσίας να σχολιάζουν με τα καλύτερα λόγια τον καθώς πρέπει γάμο) δίνουν ένα ηχηρό παρόν. Όπως επίσης και το ερώτημα που ταλανίζει πολλούς ηθικά: Η "κακή" σκέψη (ή επιθυμία) αποτελεί αμαρτία έστω και αν δεν γίνει ποτέ πράξη;
Όπως είπα όμως και στην αρχή το μαύρο χιούμορ έχει το πάνω χέρι σ' αυτή την απολαυστική για μένα ταινία του μετρ. Απολαυστική και συγχρόνως γεμάτη σουρεαλιστικά σύμβολα και με την ξεκάθαρη σφραγίδα του Μπουνουέλ. Τη συνιστώ (με δεδομένο βεβαίως ότι πρόκειται ίσως για τον πιο αγαπημένο μου δημιουργό).

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 11, 2014

ΟΙ "ΦΥΛΑΚΕΣ ΤΟΥ ΓΑΛΑΞΙΑ" ΕΧΟΥΝ ΠΛΑΚΑ...

Ο σκηνοθέτης James Gunn είναι ουσιαστικά άγνωστος και το κόμικς της Marvel "Οι Φύλακες του Γαλαξία" (Guardians of the Galaxy) το ίδιο, καθώς κάθε άλλο παρά συγκαταλέγεται στα μεγάλα ονόματα της σουπερηρωικής εταιρίας. Αυτά όμως δεν εμποδίζουν την ταινία του 2014 να γίνει η μεγαλύτερη ίσως επιτυχία της χρονιάς. Με δεδομένη την απόλυτη πλέον κυριαρχία (δυστυχώς) παρόμοιων μαρβελοειδών ταινιών, θα έλεγα ότι καλά κάνει. Γιατί αν μη τι άλλο, το συγκεκριμένο φιλμ είναι διασκεδαστικότατο.
Το καλό (για μένα τουλάχιστον) είναι ότι δεν πρόκειται για μία ακόμα σουπερηρωική ταινία με κάποιον με περίεργες ιδιότητες τύπο, που σχεδον τα κάνει όλα. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κωμωδία / παρωδία επιστημονικής φαντασίας, που παίζει άφοβα με τα κλισέ, διαθέτει έξυπνες ατάκες, κάνει διαρκείς αναφορές στην ποπ κουλτούρα (κοινός τόπος για αρκετά χρόνια σε παρόμοια φιλμ), δεν παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό της, διαθέτει ηθελημένη αφέλεια (και μάλλον εύκολο τέλος) και - προφανώς - είναι θεαματική και με έντονη δράση (τα δύο τελευταία είναι πλέον τόσο συνηθισμένα σε κάθε αμερικάνικο wanna be μπλογκμπάστερ, που φοβάμαι ότι έχουν  πάψει πια να αποτελούν πλεονέκτημα). Έτσι το όλο πράγμα παρακολουθείται ευχάριστα. Επίσης ο "κακός" είναι από τους πλέον σκοτεινούς και τρομακτικούς μέσα στη βλοσυρότητά και τον φανατισμό του.
Η πενταμελής, πολυφυλετική (παντελώς διαφορετικά όντα, ακόμα κι ένας κινούμενος... κορμός δέντρου) ομάδα αποτελείται βασικά από αμοραλιστές, κυνικούς αντιήρωες, που τουλάχιστον σε πολύ μεγάλο μέρος του φιλμ κάνουν ό,τι κάνουν για προσωπικά συμφέροντα και όχι για να σώσουν κανέναν. Άλλωστε και οι ίδιοι αρχικά είναι εχθροί και κάπου αναγκάζονται να συμμαχήσουν για να επιβιώσουν. Όλα αυτά μας φέρνουν πολύ μακριά από το κλασικό ηρωικό πρότυπο και τις ευαισθησίες των Σούπερμαν, Σπάιντερμαν και πάμπολλων άλλων ...μαν, κι αυτό, ξαναλέω, για μένα τουλάχιστον είναι θετικό. Σε πολλά σημεία τέλος η ταινία μου έφερε στο νου τον αρχικό "Πόλεμο των Άστρων".
Γενικά νομίζω ότι πρόκειται για ευχάριστα χαβαλετζίδικο blogbuster, που μέσα του κρύβει την ψυχή ενός b-movie (αλλά και τις εμφανίσεις ηθοποιών όπως η Γκλεν Κλόουζ και ο Μπενίτσιο Ντελ Τόρο). Αν είστε φίλοι τέτοιου είδους χαβαλέ, πρόκειται για ένα από τα πολύ καλά δείγματα του είδους. Αλλιώς να το αποφύγετε αδίστακτα.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 10, 2014

"ΑΦΘΑΡΤΟΣ": ΜΙΑ ΠΡΩΤΟΤΥΠΗ ΕΞΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥς ΣΟΥΠΕΗΡΩΕΣ

Το 2000 ο M. Night Shyamalan, έχοντας μόλις προκαλέσει τεράστια αίσθηση με την "6η Αίσθηση", επιστρέφει με τον "Άφθαρτο" (Unbreakable), μια ταινία που και πάλι επιχειρεί να ποντάρει στη σεναριακή της πρωτοτυπία (και χρησιμοποιεί και πάλι τον Μπρους Γουίλις).
Ένας άνθρωπος, ο μόνος επιζών από ένα μεγάλο σιδηροδρομικο δυστύχημα με 131 νεκρούς, μαθαίνει κάτι απίστευτο για τον εαυτό του. Ένας παράδοξος τύπος, φανατικός και συλλέκτης κόμικς, θα τον πλησιάσει και, σιγά - σιγά θα του εκθέσει μια πραγματικά απίθανη θεωρία. Τι απ' όλα αυτά είναι αλήθεια και τι όχι;
Ακούγονται κάπως σκοτεινά και γριφώδη τα παραπάνω, δεν μπορώ όμως να σας αποκαλύψω περισσότερα, καθώς θα καταστρέψω τη σεναριακή πρωτοτυπία που λέγαμε. Δεν μπορώ να σας πω ούτε τι ανακαλύπτει ο ήρωας για τον εαυτό του ούτε τη θεωρία του άλλου. Οι σχέσεις των δύο βασικών χαρακτήρων πάντως θα παραμείνουν τεταμένες μέχρι τέλους.
Η ιδέα είναι όντως πρωτότυπη. Ταυτόχρονα το φιλμ λειτουργεί σαν φόρος τιμής στα κόμικς - σουπερηρωικά κυρίως, τα οποία παίζουν βασικό ρόλο στην πλοκή (τα ίδια τα κόμικς ως τέτοια, όχι οι σούπερήρωες καθεαυτοί). Άλλωστε ο εκκεντρικός συλλέκτης κόμικς αναλύει και φαίνεται να γνωρίζει τα πάντα γι' αυτά. Και, συγχρόνως, διαθέτει και μια παράδοξη θεωρία για το τι είναι στην πραγματικότητα οι σούπερήρωες.
Έτσι, το φιλμ με κράτησε σε αγωνία μέχρι τέλους. Ωστόσο ο Σιάμαλαν βάζει όλους τους ηθοποιούς του να παίζουν πολύ υποτονικά, να μιλάνε σχεδόν ψιθυριστά. Υποθέτω ότι αυτό γίνεται για λόγους δημιουργίας ατμόσφαιρας, και νομίζω ότι ως ένα βαθμό αυτό επιτυγχάνεται, πλην όμως πιθανόν να το παρακάνει. Αυτό όμως που με ενόχλησε περισσότερο είναι η τελική αποκάλυψη - ανατροπή. Στην προσπάθειά του να εντυπωσιάσει με τις ανατροπές όσο περισσότερο μπορεί, ο σκηνοθέτης νομίζω ότι ξεπερνά κάποια όρια και, τελίκά, μοιάζει να ενδιαφέρεται μόνο για τον πάσει θυσία εντυπωσιασμό του θεατή. Κρίμα, γιατί κατά τα άλλα, οι ιδέες του είναι όντως πρωτότυπες.
Συνολικά λοιπόν μπορεί να μη με έπεισε, νομίζω όμως παραμένει μια παράξενη ταινία, που δύσκολα ξεχνάς. Ίσως μάλιστα να αποτελεί και ένα είδος cult για τους φίλους των κόμικς. Τελικά πάντως, παρά τον εντυπωσιασμό, δεν νομίζω ότι ο Σιάμαλαν είναι μεγάλος σκηνοθέτης. Η συνέχειά του δυστυχώς το απέδειξε περίτρανα (προσωπική μου γνώμη είναι ότι εκτός από την αξέχαστη "6η Αίσθηση" μόνο αυτή εδώ η ταινία και το "Σκοτεινό Χωριό" αντέχουν κάπως. Οι υπόλοιπες...)

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 08, 2014

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ - ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΚΑΙ ΤΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΜΑΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ

Ο εκ Κεμπέκ γαλλόφωνος καναδός Denis Villeneuve κατά τη γνώμη μου εξελίσεται αθόρυβα σε έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους δημιουργούς. Μετά το πολύ δυνατό (πλην όμως "τραβηγμένο") "Μέσα από τις Φλόγες" και το εξαιρετικό "Prisoners" ακολουθεί το 2013 ο "Άνθρωπος Αντίγραφο" (Enemy), μια από τις πιο αινιγματικές και παράξενες ταινίες των τελευταίων ετών, βασισμένη - χαλαρά όπως μαθαίνω, αφού δεν το έχω διαβάσει - σε μυθιστόρημα του πορτογάλου νομπελίστα Σαραμάγκου.
Ένας "μέτριος", άχαρος και μάλλον καταπιεσμένος "συνηθισμένος άνθρωπος", καθηγητής ιστορίας, βλέποντας μια ταινία σε dvd εντοπίζει έναν ηθοποιό με τον οποίο μοιάζει σα νά' ναι δυο σταγόνες νερό. Μαθαίνοντας ότι είναι κι αυτός κάτοικος του Τορόντο, αποφασίζει να τον συναντήσει και από τότε η ζωή του θα αλλάξει δραματικά. Θα έλεγα μάλιστα ότι από πολλές απόψεις θα μετατραπεί σε εφιάλτη.
Η ταινία κινείται ανάμεσα στο κλίμα του Κάφκα, του Λυντς και του Μπουνιουέλ. Βρίσκεται πιο κοντά σε ένα σουρεαλιστικό εφιάλτη παρά σε μια δομημένη ταινία του φανταστικού. Γι' αυτό - προειδοποιώ - μην περιμένετε καθαρές εξηγήσεις για τα όσα συμβαίνουν. Πρόκειται για περίπτωση δίδυμων (πιστεύω ότι αποκλείεται λόγω μιας πανομοιότυπης ουλής), για μια φαντασίωση του ψυχικά "παράξενου" ήρωα ή... για τι άλλο; Μπορείτε να να εικάσετε ό,τι νομίζετε. Σίγουρα όμως τα ψυχαναλυτικά μοτίβα είναι πάμπολλα (οι γυναίκες που μετατρέπονται σε αράχνες, η μητέρα κλπ.) Στην  ουσία όμως νομίζω ότι ο αδέξιος, εγκλωβισμένος ήρωας "δημιουργεί" ένα πολύ πιο κοινωνικό, ζωντανό και λιγότερο προβληματικό αντίγραφο του εαυτού του, ένα αντίγραφο που θαυμάζει, ζηλευει και μισεί ταυτόχρονα και από το οποίο έλκεται και απωθείται. Ίσως η μετριότητα και η άχαρη ζωή μας φτιάχνει μια εικόνα αυτού που θα θέλαμε να είμαστε. Κι ίσως, τρομαγμένοι από ό,τι δημιουργήσαμε, θέλουμε να σκοτώσουμε το πλάσμα αυτό, να απαλλαγούμε απ' αυτό. Ίσως, λέω και επαναλαμβάνω ότι οι ερμηνείες μπορεί να είναι διαφορετικές. Άλλωστε το απροσδόκητο και ανοιχτό σε αναγνώσεις τέλος συνάδει σ' αυτό.
Η ταινία, με τη μουντή φωτογραφία και ένα Τορόντο βουτηγμένο σε μια κιτρινωπή αχλύ, κάτι σαν ομίχλη, δημιουργεί μια "άρρωστη" ατμόσφαιρα, που συμβάλλει στην όλη παραισθητική εικόνα. Η ανάπτυξη είναι αργή - προειδοπιώ και γι' αυτό - και τα τόσα ανοιχτά ερωτήματα μπορεί να ενοχλήσουν μεγάλο μέρος των θεατών. Όσοι λοιπόν ζητάτε ένα σαφές, "καθαρό" σινεμά, αποφύγετε το φιλμ. Πιστεύω όμως ότι οι οπαδοί του παράδοξου θα το εκτιμήσουν δεόντως.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 05, 2014

ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΩΙ

Στις αρχές της δεκαετίας του 60 αναδύεται στη Βρετανία το λεγόμενο Free Cinema, ένα "κίνημα" με κάποιες σχέσεις με τον προγενέστερο ιταλικό νεορεαλισμό, με την έννοια ότι οι δημιουργοί του προσβλέπιυν σε μια ρεαλιστική καταγραφή της καθημερινότητας των ηρώων, γυρίζουν σε φυσικούς χώρους, αποφεύγουν κάθε είδους "επικές" και glamorous κατευθύνσεις. Χαρακτηριστική ταινία είναι το "Σάββατο Βράδι Κυριακή Πρωί", που γύρισε το 1960 ο τσέχος Karel Reisz (1926-2002), που έζησε και έδρασε στην Αγγλία, με έναν αξέχαστο νεαρό τότε Άλμπερτ Φίνεϊ.
Πρόκειται για την καθημερινότητα ενός "επαναστάτη χωρίς αιτία". Ο ήρωας είναι εργάτης, ζει με τους γονείς του σε φτωχική και καταθλιπτική γειτονιά και, μην έχοντας πού και πώς αλλιώς να ξεφύγει από το πνιγηρό περιβάλλον και να ξεσπάσει, βρίσκει διέξοδο στο ρόλο του "κακού παιδιού". Είναι κυνικός, αλαζόνας, τσαμπουκάς, πίνει και μπλέκει σε καυγάδες και τα έχει κρυφά με τη μεγαλύτερή του σύζυγο ενός συναδέλφου του. Κάποια στιγμή θα ερωτευτεί μια κοπέλα - συντηρητική βεβαίως παρά τη μοντέρνα της εμφάνιση - και θα ξεκινήσει μια διαδικασία συμβιβασμού. Συμβιβασμού με τη μιζέρια.
Η ταιριαστά ασπρόμαυρη καταγραφή της γκρίζας καθημερινότητας είναι αριστοτεχνική. Η άσχημη, εργατική συνοικία, οι περιορισμένοι τρόποι διασκέδασης, ο καθηλωμένος μπροστά στην τηλεόραση πατέρας, όλα συμβάλλουν στη σκιαγράφηση μιας καθόλου ευχάριστης, πνιγηρής ατμόσφαιρας. Ο νεαρός ήρωας είναι αντιπαθής και "κακός", αλλά μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε τους λόγους της "άγριας" συμπεριφοράς του αν αναλογιστούμε το περιβάλλον και τις συνθήκες ζωής. Αν ο χαρακτήρας κάποιου είναι κάπως επαναστατικός, είναι αναμενόμενο να αντιδρά όπως ο Άρθουρ. Μόνο που η "επανάσταση" αυτή δεν μπορεί να εντοπίσει τις βαθύτερες αιτίες της μιζέριας και εκδηλώνεται με όντως "κακούς" τρόπους (και πολύ μακριά από όσους θα έπρεπε να είναι οι αληθινοί στόχοι). Άλλωστε το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο συμβάλλει σ' όλα αυτά. Το τέλος είναι ένα είδος πικρού χάπι εντ. Την ευτυχία του ζεύγους μοιάζει να σκιάζει ο διαφαινόμενος απόλυτος συμβιβασμός του πρωταγωνιστή.
Ίσως να βαριέστε τις πολύ ρεαλιστικές, ντοκιμαντερίστικης αισθητικής ταινίες. ωστόσο αυτή εδώ είναι μια από τις καλύτερες τέτοιες, κλασικές στο είδος, και άσκησε μεγάλη επιροή στην εποχή της. Έχει γραφτεί ότι  ο Τζον Λένον επηρεάστηκε απ' αυτή (θυμηθείτε τους στίχους του Working Class Hero), αλλά και ότι ο ήρωας αποτέλεσε έναν πολύ πιο ήπιο (λόγω εποχής) πρόδρομο του σατανικού ήρωα στο "Κουρδιστό Πορτοκάλι". Και, τα ξαναείπα, το φιλμ είναι δυνατό, ακόμα και μέσα στην άσχημη καθημερινότητά που τόσο πετυχημένα καταγράφει.

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 03, 2014

ONE MAN SHOW... ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΧΡΟΝΟ

Υπάρχουν ταινίες που μπορούν να γίνουν αξιομνημόνευτες και μόνο για την ιδιαιτερότητά τους. Το "Σε Λάθος Χρόνο" (Locke, 2013) δεν είναι μόνο αυτή η περίπτωση, αφού έχει και κάτι παραπάνω να πει εκτός από μια πρωτότυπη σεναριακή ιδέα. Ο Steven Knight είναι κυρίως γνωστός σεναριογράφος και αυτή είναι η δεύτερη μόλις σκηνοθεσία του (σε δικό του προφανώς σενάριο).
Τι γίνεται λοιπόν εδώ; Απλούστατα έχουμε μια ταινία όπου επί μιάμιση ώρα ένας άνδρας οδηγεί νύχτα το αυτοκίνητό του μιλώντας διαρκώς στο κινητό του. Τίποτα άλλο. Κανείς άλλος δεν εμφανίζεται ούτε και κανένας άλλος χώρος. Η δράση διαδραματίζεται σε πραγματικό χρόνο, στην μιάμιση ώρα δηλαδή που κρατά η ταινία. Ο ήρωας, ένας οικογενειάρχης μεσοαστός μηχανικός, ενώ το άλλο χάραμα τον περιμένει η σημαντικότερη δουλειά της ζωής του, μόλις σχολάσει το βράδι, αντί να πάει σπίτι τα παρατά όλα και αρχίζει να οδηγεί προς το Λονδίνο, απομακρυνόμενος από την πόλη του. Στο τηλέφωνο ανακοινώνει στους πάντες ότι δεν μπορεί να παρευρεθεί το πρωί και δίνει οδηγίες σε έναν πανικόβλητο υφιστάμενο για το πώς ακριβώς θα γίνει η πολύπλοκη πρωινή δουλειά... Σταδιακά θα μάθουμε γιατί φεύγει, καθώς και τα μεγάλα ηθικά διλήμματα που τον ταλανίζουν, και τα οποία απαιτούν γενναίες αποφάσεις.
Το φιλμ είναι κοινωνικό και ρεαλιστικό. Ωστόσο είναι διαπραγματευμένο σαν θρίλερ, με την έννοια ότι όλα αυτά που συμβαίνουν, οι αναποδιές, η προσπάθεια για "εξ αποστάσεως" άμεσες λύσεις, ο αγώνας με το χρόνο, δημιουργούν σασπένς που κλιμακώνεται όσο περνά η ώρα, κάνοντας το όλο πράγμα αγχωτικό. Ναι λοιπόν, ένας άνθρωπος που επί 85 λεπτά οδηγεί μιλώντας στο κινητό, καταφέρνει να κρατήσει τον θεατή! Φυσικά αυτό στηρίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος στον πολύ καλό Τομ Χάρντι, δίχως το παίξιμο του οποίου δεν θα μπορούσε να πετύχει ένα τέτοιο παράτολμο εγχείρημα.
Όσο για τα διλήμματα... Ουσιαστικά πρόκειται για ηθικό θέμα. Ο ήρωας - πρακτικός και προσγειωμένος τύπος - είναι ηθικά ακέραιος και διαθέτει έντονη την αίσθηση του καθήκοντος. Πού μπορεί να οδηγήσει όμως αυτό; Ποιο είναι το τίμημα και πόσα πράγματα που στηρίζουν κυριολεκτικά όλη του τη ζωή είναι διατεθειμένος να θυσιάσει για να περιφρουρήσει την ηθική του ακεραιότητα; Ναι, υπάρχει διάχυτη η μικροαστική ηθική. Αλλά το φιλμ θέτει μια σειρά από ερωτήματα: Αξιζει άραγε η ακεραιότητα που περιγράψαμε, όταν η διατήρησή της οδηγεί - με τη μικροαστική λογική πάντοτε - σε απόλυτη δυστυχία; Η ψυχή σου ή ολόκληρη η ζωή σου; Και μήπως αυτή ακριβώς η ακεραιότητα του χαρακτήρα είναι ταυτόχρονα και αδύνατο σημείο που απειλεί και τους οικείους σου με δυστυχία; Πόσο πολύπλοκη είναι τελικά η ζωή...
Ίσως κάποιοι - παρά το σασπένς που περιέγραψα - να κουραστούν τελικά. Σίγουρα πάντως πρόκειται για ενδιαφέρον φιλμ και, αν μη τι άλλο, πρωτότυπο.

eXTReMe Tracker